Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 18, 2011

Οικουμενισμός και Σιωνισμός Τα τελευταία προδρομικά σχήματα της ελεύσεως του Αντιχρίστου



■ Απαιτείται να γνωρίσουμε την Αποκάλυψη
για να μην πλανηθούμε από τον Αντίχριστο,
που θα αναδυθεί από την άβυσσο των βεβυθισμένων
στο σκοτάδι της αγνωσίας του Θεού ανθρώπων,
που παραβαίνουν ασυστόλως τις Εντολές Του.
■ «Οικουμενισμός, ο δούρειος ίππος του Αντιχρίστου.
■ Τον Οικουμενισμό υπηρέτησαν και υπηρετούν
ορθόδοξοι κληρικοί, ανωτάτων μάλιστα βαθμών».

π. Αθανάσιου Μυτιληναίου
Ομιλία 45 στην Αποκάλυψη, κεφ. ια΄. Απόσπασμα (Η ομιλία έγινε το 1982)

Όταν η χάρις του Χριστού φύγει από το μέσον, τότε θα εμφανισθεί ο Άνομος (=ο Αντίχριστος). Ο Χριστὸς δεν αφήνει ακόμη τον Αντίχριστον να φανεί. Τον εμποδίζει. Θάρθει όμως κάποια στιγμή, ένεκα της αμετανοησίας των ανθρώπων, όταν θα έχει πληθυνθεί η αμαρτία εις υπερθετικόν βαθμόν, που πια θα είμεθα Σόδομα και Γόμορρα, τότε θα αρθεί η προστασία του Χριστού και τότε ευθύς θα εμφανισθεί ο Αντίχριστος.
Επάνω σ’ αυτό στηρίζεται φαίνεται και ο άγιος Ιερώνυμος ο οποίος λέγει τα εξής… «Όταν η ομοφυλοφιλία που υπήρχε στα Σόδομα πληθυνθεί καθ’ υπερβολήν και ξεχυθεί εις τους δρόμους, χωρίς ντροπή, όπως τότε εις τα Σόδομα…, τότε θα γίνει η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία… Θα έρθει ο Αντίχριστός…, το «θηρίον»· …και λέγεται «θηρίον» για την αιμοβορίαν του.
Αν ρωτήσετε, όμως, σε τί θα μας χρησίμευε αυτή η γνώση, η περιγραφή του Αντιχρίστου; Θα ήταν πάρα πολύ σπουδαίον. … Πρέπει να ξέρουμε μετ’ ακριβείας τα χαρακτηριστικά του Αντιχρίστου, ώστε –όταν θα εμφανισθεί– να μη μας πλανήσει… Ο Αντίχριστος θα εμφανισθεί άγιος, άκακος, φιλάνθρωπος· όταν αναλάβει την εξουσίαν θα πει: να δώσουμε ψωμί στους φτωχούς, να μην υπάρχει φτωχός στον κόσμο. Θα κάνει θαύματα, θα θεραπεύει τους αρρώστους.
Ε, θάλεγε κανένας: τι άλλο υπολείπεται επιτέλους; αυτός είναι ο Μεσσίας. Και θα προσκυνήσουν το θηρίον, τον απατεώνα, τον ολετήρα των ψυχών (τον Αντίχριστον). Γι’ αυτό λοιπόν, η Αγία Γραφή, πρώτα, και οι Πατέρες εφρόντισαν να επισημάνουν και αναλύσουν τα χαρακτηριστικά του Αντιχρίστου για να μπορούμε να ξεχωρίσουμε. Είναι μεγάλο πράγμα. Θα μου επιτρέψετε να πω και θα ευχόμουν όσοι ακούτε τον λόγον του Θεού, να έχετε αυτήν την δυνατότητα, ότι μόνον των πιστών και αγίων προνόμιον είναι να ξεχωρίσουν εις το πρόσωπον του Αντιχρίστου το Θηρίον. Μόνον αυτών είναι προνόμιον, οι άλλοι θα πλανηθούν. Δεν θα θέλατε λοιπόν πραγματικά να μπορούμε να γνωρίζουμε; Είναι αναγκαιότατον.
Κι αν λάβετε μάλιστα υπ’ όψιν, ότι με τα ίδια χαρακτηριστικά έρχονται και οι πρόδρομοί του. Θα δούμε παρακάτω, ότι υπάρχει και ο ψευδοπροφήτης, ο οποίος δεν είναι παρά, σαν τρόπον τινα, ο πρόδρομος που κηρύσσει τον Μεσσίαν. Και μην ξεχνάτε, σας ξαναλέγω άλλη μία φορά, πρόσωπο κι αυτός θα είναι. Αλλά προ του ψευδοπροφήτου υπάρχουν ήδη καταστάσεις, όχι πρόσωπα, καταστάσεις που έρχονται με αυτά τα σχήματα της παγκοσμίου κοινωνικής δικαιοσύνης, φιλανθρωπίας, αγάπης, και όλα αυτά υπηρετούν τον Αντίχριστον.
Δεν θάθελα παρά να μείνω μόνον στον χώρον τον εκκλησιαστικόν… Πάρτε την περίπτωσιν του Οικουμενισμού, αυτός που χαλκεύτηκε στο Π.Σ.Ε. Τι νομίζετε ότι είναι αυτό αγαπητοί μου. Ένας δούρειος ίππος. Ο Οικουμενισμός είναι ένας δούρειος ίππος, ο οποίος κουβαλά τον Αντίχριστον. Και όμως, το σύνθημα του Οικουμενισμού είναι: Αγάπη, αγάπη! Και υπηρέτησαν αυτό το σχήμα του Οικουμενισμού –και το υπηρετούν αυτήν την στιγμήν- και ορθόδοξοι κληρικοί, ανωτάτων μάλιστα βαθμών. Δυστύχημα.
Έλεγε ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς ότι ο Οικουμενισμός δεν είναι μια αίρεσις, αλλά είναι παναίρεσις. Έχει μέσα όλες τις αιρέσεις και είναι μία κατάργησις του Χριστιανισμού στην πραγματικότητα. Και όμως, εν ονόματι της αγάπης εμφανίζεται ο Οικουμενισμός. Και όταν πει κανείς και στραφεί εναντίον του Οικουμενισμού του λέγουν: στρέφεσαι εναντίον της αγάπης, είσαι ο κήρυξ του μίσους. Ώστε κήρυξ του μίσους, έ;
Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει να ξεχωρίζουμε κάτω από αυτούς τους δουρείους ίππους, να ξεχωρίζουμε, αγαπητοί μου, τον Αντίχριστο. Είναι ανάγκη, είναι ανάγκη. Προσέξατέ το. Διότι, μπορεί να μη ζήσουμε εμείς τις ημέρες του Αντιχρίστου… Μπορεί νάναι σε 100, 500 χρόνια, δεν ξέρουμε. Μπορεί να είναι όμως και μέσα στην προσεχή τριακονταετία. Κανείς δεν ξέρει τίποτα. Τα σημάδια μόνο άρχισαν να γίνονται πολλά. Δεν έχει σημασία αν αλωθούμε από τον Αντίχριστο ή τους προδρόμους του. Εάν σήμερα χαθούμε από τους προδρόμους του Αντιχρίστου, είναι ως εάν να χαθήκαμε από τον Αντίχριστο. Είναι το ίδιο. Δηλαδή, σωτηρία δεν έχουμε.
Το «Θηρίον (Αντίχριστος) ανήλθεν από της αβύσσου». Τι είναι η άβυσσος; Λέγει ο Αρέθας: άβυσσος είναι ο κόσμος που άγεται και φέρεται από τους δαίμονες. Μέσα από αυτή την άβυσσον του αστατούντος και εμπνεομένου από τον δαίμονες κόσμου, θα βγει ο Αντίχριστος. Ακόμα χαρακτηριστικότατα γράφει ο Άνθιμος Ιεροσολύμων: «άβυσσον νοητέον τον παρόντα κόσμον, εν σκότει όντα της αγνωσίας βεβυθισμένον (που είναι βυθισμένος μέσα στο σκοτάδι της αγνωσίας του Θεού), ρευστόν τε αλίπικρον (=αρμυρός και πικρός) και ολισθηρόν και καταρρώδεις ορέξεσιν υποβρύχιον (που είναι γεμάτος από επιθυμίες κατώτερες) και κύμασι μεριμνών υπεραντλούμενον τε και κλυδωνιζόμενον (που κατέχεται και κλυδωνίζεται από τα κύματα των μεριμνών)… Εκ ταύτης ουν της αβύσσου αναβήσεται ο αντίχριστος, …θηρίον δε ου τω είδει (όχι στην μορφή θηρίον), αλλά τω τρόπω και τη διαθέσει, αγριωπώς τε και θηριωδώς κινούμενον κατά των αγίων»…
Μήπως εμείς σαν σύνολο, που είμαστε μεσ’ στον κόσμο συνιστούμε την άβυσσον; Να αποτελέσουμε το υλικόν αυτού που λέγεται άβυσσος απ΄ όπου θα βγει ο Αντίχριστος. Μήπως;
Για τον Αντίχριστον μίλησε και ο Δανιήλ, κεφ. 7, 25, και προφητεύει για τον Αντίχριστον: «και λόγους προς τον Ύψιστον λαλήσει και τους αγίους Υψίστου παλαιώσει (=θα τους αχρηστεύσει) και υπονοήσει του αλλοιώσαι καιρούς και νόμον». Δεν λέγει αλλάξει, αλλά λέγει «αλλοιώσει»… Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται περί αλλαγής άλλα περί αλλοιώσεως, αλλαγής βάθους... Θα έχει σκεφθεί δηλαδή να αλλοιώσει τί; «καιρούς και νόμον». Οι καιροί ξέρετε τί είναι; Εδώ είναι η φύσις. Να αλλοιώσει την φύσιν. Τώρα, τί είναι αυτή η αλλοίωσις της φύσεως; Πόσα θα είχαμε να πούμε!
Αλλά και η αλλοίωση του νόμου… Όταν το παρά φύσιν, διαποτισμένο πια μέσα στο κύτταρο των ανθρώπων, εμφανίζεται ως φύσις. Κι όταν ο νόμος του Θεού (διότι δια τον νόμον του Θεού ομιλεί εδώ), όταν αυτός ο νόμος θάχει διαστραφεί. Πάρτε παράδειγμα την αποποινικοποίηση της μοιχείας (γιατί νόμος είναι, νόμος του Θεού), που σημαίνει· όχι απλώς αλλάζουμε το θέμα να μη τιμωρείται η μοιχεία· αλλά να πούμε: το να μην αισθάνονται οι μοιχοί άσχημα, για μια ρετσινιά που θα μπορούσε να τους πουν οι άλλοι άνθρωποι απ’ έξω. Αυτό πια δεν είναι αλλαγή του νόμου, είναι αλλοίωσις, …χάνουμε το μέτρο, χάνουμε το κριτήριο· γιατί αν περάσουν μερικά χρόνια και πείτε σε αυτόν, ο οποίος απατά την γυναίκα του…, ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία, θα γελάσει και θα πει: τι αμαρτία; κουτός είσαι. Άμα περάσουνε λίγα χρόνια θα επέλθει η αλλοίωσις. Θα «υπονοήσει» λοιπόν ο Αντίχριστος να αλλοιώσει την «φύσιν και τον νόμον».
Και πώς θα τους νικήσει ο Αντίχριστος τους Χριστιανούς; «Δυνάμει κοσμική», κατά τον Άνθιμον Ιεροσολύμων· με δύναμη κοσμική... Αυτό σημαίνει ότι ο Αντίχριστος θα κρατάει στα χέρια του όλη την κοσμική δύναμη. Όλη την κοσμική δύναμη· αρχές και εξουσίες στα χέρια του θα είναι. Ο δικαστικός κόσμος, οι Τράπεζες, οι άρχοντες, οι στρατιωτικοί, οι πάντες στα χέρια του θα είναι…
Αλλά αυτό ήδη το βλέπουμε να γίνεται και να πραγματώνεται. Έχετε προσέξει ότι …στις ημέρες μας γίνεται μια προσπάθεια να περιέλθει στα χέρια ολίγων πάσα εξουσία; Οικονομική στην αρχή εξουσία, νάχουμε το χρήμα, και μετά θα αρχίσουμε να έχουμε και τις άλλες εξουσίες. Και δεν είναι κρυφό -και εις αυτόν τον Ο.Η.Ε. ακόμα διεκηρύχθη- ότι αυτά τα χέρια που μαζεύουν τις εξουσίες άπασες, όλων των λαών της γης είναι ο Σιωνισμός. Αυτοί μαζεύουν πάσαν εξουσίαν, σιγά-σιγά, με υπομονή, με μακροπρόθεσμα σχέδια. Δεν βιάζονται. Κινούνται κατά ένα καταπληκτικό τρόπο. Το θέμα είναι ότι ο Σιωνισμός είναι ο κατ’ εξοχήν πρόδρομος του Αντιχρίστου. Θα λέγαμε ότι, εν ευρεία εννοία, είναι ο ψευδοπροφήτης (της Αποκαλύψεως). Λέγω εν ευρεία εννοία, διότι ο ψευδοπροφήτης –όπως σας είπα προηγουμένως– είναι συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο Σιωνισμός θα φέρει τον Αντίχριστον. Ναι, διότι Εβραίος θα είναι ο Αντίχριστος.
Εδώ όμως προβάλλεται ένας πειρασμός. Ένας πειρασμός φοβερός, δια τους Χριστιανούς, είναι ο εξής: Γιατί, εμείς οι Χριστιανοί, να αφήνουμε στα χέρια των αντιθέων αυτήν την κοσμική εξουσία και να μην την αναλάβουμε εμείς; Αυτός είναι ο πειρασμός… Όταν δηλαδή επιστρατευθεί η Εκκλησία, οι δυνάμεις οι χριστιανικές, να αναλάβουν πάσαν κοσμικήν εξουσίαν.
…Ο χριστιανισμός δεν μπορεί να είναι μία κοσμική εξουσία. Αλλά ο χριστιανισμός έρχεται να αποσπάσει από τον διαβολοκρατούμενο κόσμο ανθρώπινες ψυχές, για να τους σώσει, να τους κάνει αγίους. Τίποτε άλλο. Το Ευαγγέλιο ήδη εχάραξε την πορεία της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία: ότι η Εκκλησία θα είναι πάντοτε διωκομένη.
Σας είπα είναι πειρασμός να θέλουμε ως χριστιανοί να αναλάβουμε την παγκοσμίαν εξουσίαν, για να εξουδετερώσουμε τον Αντίχριστο. Είναι σα να θέλουμε να στραφούμε εναντίον …του πνεύματος του Ευαγγελίου –που είναι σταυρικό– και εναντίον των προφητειών, που δείχνουν ότι τελικά ο Αντίχριστος θα αναλάβει πάσαν την κοσμικήν εξουσία με την οποίαν θα πολεμήσει τους πιστούς. Τι πάμε λοιπόν να κάνουμε; Μια ματαιοπονία; Κι όχι μόνο μια ματαιοπονία, αλλά νομίζω ότι θα αμαρτάναμε κιόλας, εφόσον θα στρεφόμεθα εναντίον του πνεύματος του Ευαγγελίου, το οποίον είναι σταυρικόν: … «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ διωχθήσονται». Θέλεις να ζήσεις ζωήν ευσεβείας; Πάρτο απόφαση: θα διωχθείς. Την στιγμή που αναλαμβάνω το μεγάλο έργο να γίνω Χριστιανός και να πολεμήσω εναντίον του διαβόλου, τότε τι μιλάω για κοσμική εξουσία; Για να καταργήσω την μωρίαν του Σταυρού; …Αν λοιπόν πούμε, ότι εμείς θα τα φτιάξουμε τόσο ωραία, δεν θα κάνουμε τίποτα αδελφοί μου…
Ο Κύριος ακόμη μας είπε: «Τότε παραδώσουσιν υμάς εις θλίψιν και αποκτενούσιν υμάς, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων των εθνών διά το όνομά μου» (Ματθ. 24, 9). Σαν να λέμε τώρα εις τον Κύριον: Κύριε, θα σε διαψεύσουμε ή θα σε ξεπεράσουμε Θα πέσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στα κοσμικά σχήματα. Κι αυτό είναι μία απάτη του διαβόλου.

Απαμαγνητοφώνηση: «Φιλορθόδοξη Ένωση “Κοσμάς Φλαμιάτος”»

O χριστιανισμός επικράτησε με αίμα;


ΟΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ:
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΔΙΩΞΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ!

Επιμέλεια: Θωμάς Φ. Δρίτσας
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Η επικράτηση του Χριστιανισμού στην ελληνιστική ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Πολλά έχουν ακουστεί τα τελευταία χρόνια για την επικράτηση του Χριστιανισμού. Μεγάλα ψεύδη, πως δήθεν, ο Χριστιανισμός επεκράτησε με σφαγές και εξανδραποδισμούς και όχι με την αξία του. Πως, δήθεν, διέλυσε οτιδήποτε Ελληνικό και υπονόμευσε την επιστήμη και τον πολιτισμό. Πολλοί, έχουν επηρεαστεί από αυτά τα ψευδή, με συνέπεια είτε να απομακρυνθούν από την πίστη είτε πιστέψουν πως η πίστη μας διαδόθηκε με μέσα δόλια και ποταπά. Εδώ θα αποδείξουμε, πως όχι μόνο αυτά δεν στέκουν, αλλά πως παρά τις ψευδολογίες που διαδίδονται, οι Χριστιανοί σεβάστηκαν τον αρχαίο πολιτισμό, και διατήρησαν την πνοή και την δύναμη του. Στην πραγματικότητα, αν δεν υπήρχαν οι Χριστιανοί και ο πολιτισμός τους, σήμερα θα είχε επιβιώσει μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι του αρχαίου πολιτισμού.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατηγορείται ότι απαγόρευσε τη λατρεία και έκλεισε ναούς. Οι μόνοι ναοί που έκλεισε ήταν της Αφροδίτης στην Ηλιούπολη, για συγκεκριμένους λόγους [ιερή πορνεία]. Εξάλλου, ο Μέγας Κωνσταντίνος επέτρεψε την ίδρυση εθνικών ναών [Ζώσιμος, 2,31 - Aurel. Victor, Caesares, 40 - Orelli, Iscriptiones latinae, III, αρ. 55880] 
Αλήθεια είναι ότι μόνο το ιερό της Αφροδίτης στην Άφακα του Λιβάνου κατεδάφισε ο Μέγας Κωνσταντίνος [Ευσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου, Γ’, 55], διότι εκεί εκπορνεύονταν όχι μόνο γυναίκες αλλά και άνδρες γύννιδες (τραβεστί) [Οι τελευταίοι Εθνικοί, Pierre Chuvin, Harvard University Press / μετάφραση Ο. Χειμωνίδου, ελλ. εκδ. Θύραθεν (σ. 47)]. Στην Ηλιούπολη της Φοινίκης, όπου φαίνεται πως υπήρχαν μόνο γυναίκες ιερόδουλοι της Αφροδίτης, ο Κωνσταντίνος περιορίστηκε στο να συστήσει στον πληθυσμό μεγαλύτερη εγκράτεια και να χτίσει μια εκκλησία. Στην Αίγυπτο ο αυτοκράτορας απλώς απαγόρευσε τον ευνουχισμό των ιερέων του... θεού Νείλου, όμως επέτρεψε τις τελετές και εορτές που εξασφάλιζαν τις πλημμύρες του ιερού ποταμού [Ευσέβιος, Δ’, 25. Λιβάνιος, Υπέρ των Ιερών, Λ’, 35. Γρηγόριος Θεολόγος PG 35, 705] 
Στην πραγματικότητα, πολύ πιο εκτενέστερο διωγμό κατά της μαγείας, διεξήγαγε ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΗΣ αυτοκράτορας: ο παγανιστής αυτοκράτωρ Αύγουστος είχε συγκεντρώσει και κάψει πάνω από 2.000 μαντικά και προφητικά βιβλία [Σουητώνιος, Div. August., 31.]

Γράφει χαρακτηριστικά ο Γερμανός ιστορικός F. Gregorovius:

«από τους βανδαλισμούς αυτούς [που έγιναν βάσει των διατάξεων του Θεοδοσίου] η αρχαία Ελλάδα έπαθε ελάχιστα, συγκριτικά με όλες τις άλλες χώρες της Αυτοκρατορίας. Κυρίως η Αθήνα έμεινε απαλλαγμένη από καταστροφές. Κανένα από τα εν Αθήναις μεγάλα κι ονομαστά ιερά δεν γκρεμίστηκε. (...) Ο Χριστιανισμός ανεδείχθη ίσως ευλαβέστερος προς τα μνημεία της αρχαίας τέχνης στην Αθήνα απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εξαιρουμένων ορισμένων καταστροφών καλλιτεχνημάτων και ιερών προς τα οποία είχε μετά ιδιάζουσας εμμονής συμφυή η παγανιστική πίστη, η νικώσα θρησκεία φαίνεται να έλαβε κατοχήν των Αθηνών ειρηνικά. (...) Η καταστροφή του ναού του Ολυμπίου Διός δεν δύναται να αποδοθεί εις τον βανδαλισμό βυζαντινού ανθύπατου ή εις τον ευσεβή ζήλο κάποιου επισκόπου. (...) Πολλοί ναοί κατέπεσαν υπό σεισμών και μάλιστα σε μεταγενέστερα χρόνια. Ο ναός του Διός εν Ολυμπία κατέπεσε τον 6ο αιώνα, ο ονομαστός εν Κυζίκω μετά τον 11ο αιώνα υπερμεσούντα.» [ Ιστορία των Αθηνών», F. Gregorovius, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ. 1, σ. 97, 128, 133]

Όσο για τον Αλάριχο, ο Gregorovius αναφέρει τα εξής:

«Ουδείς ιστορικός μαρτυρεί ότι ο βασιλεύς των βαρβάρων (ο Αλάριχος) εξηκόντισε τον πυρσό του εμπρησμού εις το ιερό της Δήμητρος. (...) Υπερβάλλουσι όμως δεινώς όσοι ανάγουν στον Αλάριχο την εξολόθρευση των εθνικών θεών της Ελλάδας κι όσοι θεωρούν ότι οι Γότθοι (του Αλάριχου) προέβησαν εξεπίτηδες σε σκόπιμη καταστροφή των ναών και ιερών.» [τ. 1, σ. 101, 103]

Ο Μέγας Κωνσταντίνος έλεγε στους υπηκόους του «πηγαίνετε στους βωμούς και στα δημόσια ιερά και τελέστε τις τελετές κατά τις συνήθειές σας» [Θεοδ. Κώδ. IX, 16, 1 και 2, νόμοι του 319 και 320 μ.Χ.]. Για τα όσα λέει ο Λιβάνιος σχετικά με τους νόμους του Κωνστάντιου ο Παπαρηγόπουλος σχολιάζει:

«Αλλά ότι ο Λιβάνιος λέει υπερβολές και ότι ούτε εκείνοι οι ρητοί νόμοι (του Κωνστάντιου) εκτελέστηκαν, συμπεραίνεται από τη συνεχή επανάληψή τους και από πολλές άλλες αναμφισβήτητες μαρτυρίες και γεγονότα. Επίσης ο εθνικός Σύμμαχος βεβαιώνει ότι ο ίδιος ο Κωνστάντιος, που το 353 εξέδωσε το νόμο 4, όταν επισκέφθηκε τη Ρώμη μετά από 4 χρόνια (357), διατήρησε ευλαβικά τα προνόμια των Εστιάδων και γενικά επέτρεψε ο ίδιος την λατρεία.» [Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Κ. Παπαρηγόπουλου, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992 (8,3)]

Αλλά όχι μόνο ο Παπαρηγόπουλος:

«Η πολιτική που χάραξε ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος με τους αντιπαγανιστικούς νόμους του τού 356-7 έμελλε να μείνει νεκρό γράμμα ώς τον Θεοδόσιο» [Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε. τ. Ζ', σ. 54]

Τι λέει ο Gibbon, από την «Ιστορία της παρακμής και πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»:

«..Υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύουμε ότι το επίσημο έδικτο [σημ. :των Αυτοκρατόρων Κωνστάντιου και Κώνστα κατά των Εθνικών] είτε εγράφη δίχως να δημοσιευθεί, είτε εδημοσιεύθη δίχως να εκτελεστεί. Η μαρτυρία των γεγονότων και τα μνημεία που ακόμη είναι σε ύπαρξη, αποδεικνύουν την δημόσια εξάσκηση της παγανιστικής λατρείας καθ’ όλη τη βασιλεία των γιών του Κωνσταντίνου. Στην Ανατολή καθώς και στη Δύση, στις πόλεις καθώς και στην επαρχία, μεγάλος αριθμός ναών παρέμεινε σεβαστός, ή τουλάχιστον διασώθηκαν, και το ευσεβές πλήθος ακόμα απολάμβανε την πολυτέλεια των θυσιών, των τελετών και των πομπών, με την άδεια ή την συγκατάθεση της δημόσιας αρχής. Τέσσερα περίπου χρόνια μετά την υποτιθέμενη ημερομηνία του φοβερού έδικτού του, ο Κωνστάντιος επεσκέφθη τα τεμένη της Ρώμης και η εντιμότητα της συμπεριφοράς του συνιστάται απο έναν παγανιστή ρήτορα ως ένα παράδειγμα άξιο μίμησης από τους επόμενους ηγεμόνες. «Ο αυτοκράτωρ», λέει ο Σύμμαχος, «επέτρεψε να μείνουν άθικτα τα προνόμια των Εστιάδων. Εγγυήθηκε τη καθορισμένη παροχή για να παράσχει τα έξοδα των δημόσιων τελετών και θυσιών. Και παρ’ όλο που ασπάζεται μια άλλη θρησκεία, ποτέ δε σκέφτηκε να στερήσει την αυτοκρατορία από την ιερή λατρεία της αρχαιότητας».[The decline and fall of the Roman Empire, E. Gibbon, Collier Books, N.Y., N.Y. (Vol. 1, p.399) ]

Ο Σύμμαχος [επιστολή, Migne, 18, 391] επαινεί τον Κωνστάντιο ότι επικύρωσε τα προνόμια των Εστιάδων, απένειμε ιερατικά αξιώματα σε εξέχοντες Ρωμαίους και έδωσε επιχορηγήσεις σε εθνικούς ναούς και αγώνες. Ο Κωνστάντιος μερίμνησε και για την εκλογή εθνικού πρωθιερέως της Αφρικής με ειδικό νόμο του [C. Th., XII, 1, 46], το έτος 358. Έτος διωγμών, κατά τους Νεοπαγανιστές. Όλα αυτά, σe συνδυασμό με το γεγονός πως το ποσοστό των Χριστιανών στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν 56,5 % το έτος 350 μ.Χ. [Πηγή: The Rise of Christianity, Princeton 1996], μας δείχνει πως ο Χριστιανισμός ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΟΥ!

Ενδιαφέρον είναι ότι ο Ονώριος και ο Θεοδόσιος Β’ (γιοί του Θεοδόσιου Α’) επενέβησαν για να προστατεύσουν τους νομοταγείς Εθνικούς από κακοποιήσεις από μέρους των φανατικών χριστιανών και απαίτησαν σύμφωνα με νόμο να καταβάλλεται διπλάσια αποζημίωση για κλοπή περιουσιών. [«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε. τ. Ζ', σ.345]

Θεοδοσιανός Κώδικας XVI.10.24 (8 Ιουνίου 423 μ.Χ.) Αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος προς Ασκληπιόδοτο, 'Επαρχο Πραιτορίου:

«(...) Ιδιαιτέρως διατάσσουμε τους πραγματικούς χριστιανούς και αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι, να μην κάνουν κατάχρηση της εξουσίας που τους δίνει η Εκκλησία και τολμήσουν να απλώνουν βίαιο χέρι επάνω στους εβραίους και εθνικούς που ζουν ήσυχα και δεν επιχειρούν ενάντιο στην τάξη και στους νόμους Μας. Γιατί αν τέτοιοι χριστιανοί φερθούν βίαια εναντίον φιλήσυχων ανθρώπων που ζουν με ασφάλεια, ή λεηλατήσουν τα αγαθά των, θα υποχρεωθούν να αντικαταστήσουν εις διπλούν, τριπλούν ή και ακόμη τετραπλούν αυτά που έκλεψαν. Επίσης, οι διοικητές των επαρχιών, το προσωπικό τους και οι κάτοικοι των επαρχιών αυτών ας ενημερωθούν ότι δεν θα επιτρέψουν να διαπραχθεί ένα τέτοιο έγκλημα. Αλλιώς, θα τιμωρηθούν κι αυτοί με τον ίδιο τρόπο μ’ αυτούς που διέπραξαν το έγκλημα.»

Θεοδοσιανός Κώδικας, XVI.10.8, Αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος προς Παλλάδιο, Δούκα της Οσροηνής (30 Νοεμβρίου 382 μ.Χ.):

«Με την έγκριση του δημοσίου συμβουλίου διατάσσουμε ότι οι ναοί όπου προηγουμένως σύχναζαν τα πλήθη, και που βρίσκονται ακόμα σε δημόσια χρήση, θα παραμείνουν ανοικτοί. Έτσι θα μπορούν τα πλήθη γηγενών και επισκεπτών να βλέπουν το ναό. Η αξία των αγαλμάτων, που βρίσκονται μέσα στους ναούς, θα υπολογίζεται με βάση την αισθητική τους και όχι τον ιερό τους χαρακτήρα.(..)»

Θεοδοσιανός Κώδικας, XVI.10.15, Αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος προς Μακρόβιο, Βικάριο της Ισπανίας, και Προκλιανόν, Βικάριο των Πέντε Επαρχιών (29 Ιανουαρίου 399 μ.Χ.):

«(..) επιθυμούμε και να διατηρηθούν τα διακοσμητικά στοιχεία των δημοσίων κτιρίων. Αν κάποιος επιχειρήσει να καταστρέψει αυτά τα έργα, δεν θα βασίζεται σε καμία εξουσία.»

Θεοδοσιανός Κώδικας XVI.10.18, Αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος προς Απολλόδωρο, Ανθύπατο Αφρικής (20 Αυγούστου 399 μ.Χ.):

«Αν κάποιος επιχειρήσει να καταστρέψει ναούς, οι οποίοι είναι κενοί από παράνομα αντικείμενα, δεν θα έχει την αυτοκρατορική υποστήριξη. Διατάσσουμε ότι η κατάσταση των κτιρίων θα πρέπει να παραμείνει αλώβητη.(..)»

Ιουστινιανός Κώδικας I.11.3, Αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος προς Μακρόβιο και Βικάριο Προκλιανό (399 μ.Χ.):

«Όπως απαγορεύθηκαν οι θυσίες, έτσι θέλουμε να διατηρήσουμε το διάκοσμο των δημοσίων έργων. Όποιος επιχειρήσει να καταστρέψει αυτά τα έργα, δεν βασίζεται σε καμία εξουσία. Αν τυχόν εμφανίσει κάποια αυτοκρατορική απάντηση ή νόμο για να υπερασπίσει τον εαυτόν του, τα έγγραφα αυτά θα αποσπασθούν απ’ τα χέρια του και να παραπεμφθούν στη Σοφία Μας.»

Μελετώντας τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας βλέπουμε ότι αυτοί συνέχεια τονίζουν ρητώς την σύνδεση της αρετής και συνεπώς της Χριστιανικής πίστης με την ελεύθερη θέληση, οπότε αποκλείεται το ενδεχόμενο οι διάφοροι βανδαλισμοί και διώξεις Εθνικών να έγιναν με προτροπή ή ηθική αυτουργία δική τους. «Δεν είναι αρετή αυτό που γίνεται με τη βία» γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός [PG 94, 924Α, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Β’ 12]. «Ο Θεός δεν αγαπά αυτό που γίνεται αναγκαστικά, αλλά αυτό που κατορθώνεται με την αρετή. Η δε αρετή επιτυγχάνεται με την ελεύθερη προαίρεση», γράφει ο Μέγας Βασίλειος [PG 31, 345B, Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός, 7]. 
«Η σωτηρία των ανθρώπων δεν οικοδομείται με τη βία και την επιβολή, αλλά με την πειθώ και την προσήνεια», γράφει ένας άλλος Άγιος, ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης [PG 78, 573B, Επιστολαί Β’, ρκθ’ Παύλω περί Ιούδα του προδότου]. Ενώ ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι είναι ύβρις προς το Θεό να του ζητάμε πράγματα εναντίον των εχθρών μας [PG 51, 363, Περί του μη δημοσιεύειν τα αμαρτήματα των αδελφών, μηδέ κατεύχεσθαι των εχθρών, 11].

«Επομένως, ο Κύριος (...) απαγορεύει να φονεύονται και να κατασφάζονται οι αιρετικοί», Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλία ΜΣΤ΄,1

«Corrigi eos volumus, non necari, nec disciplinam circa eos negligi volumus, nec suppliciis quibus digni sunt exerceri”(ιερού Αυγουστίνου, Επιστολή c, κεφ. 1) Δηλαδή: «Θέλουμε τη διόρθωσή τους (δηλ των αιρετικών), όχι τη θανάτωσή τους. Θέλουμε το θρίαμβο της (εκκλησιαστικής) πειθαρχίας, όχι τις θανατικές ποινές τις οποίες αξίζουν». Ο άγιος Μαρτίνος ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τουρ της Γαλλίας, μεσολάβησε στον αυτοκράτορα Μάγνο Μάξιμο υπέρ του ισπανού αιρετικού Πρισκιλλιανού. Πήγε στους Τρεβηρους, όπου είπε στο Μάξιμο ότι η εκτέλεση του Πρισκιλλιανού θα ήταν καταπάτηση των θείων νόμων και τον πίεσε να υποσχεθεί ότι δεν θα χύσει το αίμα του αιρετικού. [Σουλπικίου Σεβήρου Sacra Historia II 50 και Dialogi III, col.217]

Το 1994 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελληνικά» (τ. 44, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 31-50), μελέτη της κ. Πολύμνιας Αθανασιάδη, καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον τίτλο: «Το λυκόφως των Θεών στην Ανατολική Μεσόγειο: Στοιχεία ανάλυσης για τρεις επί μέρους περιοχές». Η κ. Αθανασιάδη, επέλεξε εκεί τρεις περιοχές της αυτοκρατορίας με διαφορετική γεωγραφική φυσιογνωμία, ιστορικό υπόβαθρο και δημογραφική σύνθεση, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έρευνά της. Οι περιοχές αυτές είναι η Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη και η Συρία – Παλαιστίνη. Έτσι αντιμετωπίζει εύκολα τις «γενικεύσεις του Λιβανίου» όσο και τον «υπερβολικά μεγάλο αριθμό φιλολογικών μαρτυριών» σε Χριστιανούς και εθνικούς συγγραφείς για την καταστροφή των ναών, που καταντά όπως λέει: «ύποπτος»! Γράφει: «Στην προσπάθειά τους να ηρωοποιήσουν επισκόπους και αυτοκράτορες, σε μια περίοδο, κατά την οποία ο θρησκευτικός φανατισμός θεωρείτο αρετή, συχνά οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδιδαν σ’ αυτούς ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΝΑΩΝ ή στην καλύτερη περίπτωση, μεγαλοποιούσαν τα ηροστράτεια ανδραγαθήματά τους». Η ίδια η συγγραφέας αναφέρει ότι «Σε τόπους όπως η Αθήνα ή οι Δελφοί, ο κανόνας είναι ότι τα μεταγενέστερα στρώματα έχουν καταστραφεί από τους ίδιους τους αρχαιολόγους στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο κλασικό υπόστρωμα» των ανασκαφών. Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ο – 6ο αιώνα) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους Χριστιανούς.».

Ο Βαλεντιανός Α’ (364-375 μ.Χ.) διακηρύσσει ότι: «...οι νόμοι που εξέδωσα κατά την αρχή της βασιλείας μου, που επιτρέπουν στον καθένα να ακολουθεί την θρησκεία στην οποία ανήκει» [Θεοδ. Κώδ., IX, 16, 9 του έτους 371 μ.Χ.]. Ο Βαλεντιανός περιορίστηκε στο να απαγορεύσει, επί ποινή θανάτου, τις νυχτερινές τελετές [Θεοδ. Κώδ., X, 1, 8 και IX, 16, 9 της 9ης Σεπτεμβρίου 364]. Επίσης απαγορεύει να αναλαμβάνει Χριστιανός την ευθύνη ενός παγανιστικού ναού. Όμως αυτά τα μέτρα, όπως τονίζει ο G. Fowden, περιόριζαν επίσης τη δικαιοδοσία των επισκόπων σε ζητήματα δημόσιας τάξης [«Οι τελευταίοι Εθνικοί”, Pierre Chuvin, Harvard University Press / μετάφραση Ο. Χειμωνίδου, ελλ. εκδ. Θύραθεν,(σ. 66)]. Με άλλα λόγια, απέτρεπαν τις αυθαιρεσίες των Χριστιανών επισκόπων. Στις 29 Μαΐου 371 μ.Χ. οι δύο αυτοκράτορες Βαλεντιανός και Βάλης ενέκριναν την πρακτική της δημόσιας προφητείας στη ρωμαϊκή Σύγκλητο, καθώς και «όλα τα θρησκευτικά έθιμα που επέτρεπαν οι πρόγονοι» (omnis concessa a maioribus religio) [Οι τελευταίοι Εθνικοί, Pierre Chuvin, Harvard University Press / μετάφραση Ο. Χειμωνίδου, ελλ. εκδ. Θύραθεν (σ. 70)]. «Δεν καταδικάζουμε [την προφητεία], αλλά απαγορεύουμε τη χρήση της για επιβλαβείς σκοπούς», διατάζουν [Θεοδ. Κώδ., IX, 16, 9]. 
Λέει ο Θεοδώρητος Κύρου, (Εκκλησιαστική Ιστορία, Ε', 20):  
«Ωστόσο, ο Βάλεντας [364-378 μ.Χ.] επέτρεψε σε όλους να λατρεύουν και να τιμούν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο ήθελαν ό,τι ήθελαν. Μόνο κατά των υπερασπιστών των Αποστολικών εντολών επέμεινε σε πόλεμο. (σσ: Δηλαδή κυνήγησε τους Ορθόδοξους!) Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βάλεντα το πυρ των ναών ήταν αναμμένο, οι σπονδές και οι θυσίες προσφέρονταν στα είδωλα, δημόσιες εορτές γίνονταν στις πλατείες, και οι λάτρεις των διονυσιακών οργίων τριγυρνούσανε φορώντας δέρματα αιγών, σε βακχικό παραλήρημα, και γενικά συμπεριφερόμενοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να δείχνουν την κακοήθεια του αφέντη τους.»

Ο Βάλεντας (Ουάλης) ως γνωστόν δίωξε Ορθόδοξους και κυρίως τους μοναχούς. Η καταγωγή (από επαρχία) και η κοινωνική προέλευση (χωρικοί και στρατιώτες) του Βάλεντα δείχνουν τους «λόγους» που δίωξε την παραδοσιακή αριστοκρατία. Υπήρχε αντίθεση μεταξύ στρατιωτικής και παραδοσιακής αριστοκρατίας, όταν από τον 3ο αιώνα και μετά άρχισαν να ανέρχονται στην ιεραρχία άτομα μη αριστοκρατικής καταγωγής, κι αυτή ακριβώς την αντίθεση εκφράζουν οι διωγμοί του Βάλεντα, και όχι την αντίθεση εθνισμού-χριστιανισμού, μια και όπως είπαμε ο Βάλεντας εδίωκε και χριστιανούς. «Ο Γρατιανός (...) αποδοκίμαζε τις διώξεις λόγω των διαφορετικών θρησκευτικών πίστεων και επανέφερε όλους όσοι είχαν εξοριστεί λόγω της θρησκείας τους. Επίσης εξέδωσε ένα νόμο με τον οποίο θέσπισε ότι ο καθένας μπορούσε ελεύθερα να εξασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα και επιτρεπόταν να κάνει θρησκευτικές συναθροίσεις.» [Σωζόμενος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’, 1.] «Αλλά ο Αυτοκράτορας [σ.σ.. ο Γρατιανός: 375-383 μ.Χ.] εφείσθη των αγαλμάτων των θεών που ο λαός σεβόταν 424 ναοί ή ναΐδρια ακόμη υπήρχαν, για να ικανοποιούν την αφοσίωση του λαού» [The decline and fall of the Roman Empire, E. Gibbon, Collier Books, N.Y., N.Y, (Vol. II, p. 73)]

Οι ίδιοι οι Εθνικοί είχαν ανακηρύξει θεό τους τον Θεοδόσιο στα 393 - αφού (όπως λένε ορισμένοι) είχε δήθεν αρχίσει τους διωγμούς - λέγοντας σε εορταστική συνεδρίαση της Σύγκλητου: "Deum dedit Hispania quem videmus" = Η Ισπανία μας χάρισε το Θεό που βλέπουμε! [Ο Μύθος των μεγάλων της ιστορίας, Κ. Σιμόπουλου ]. Όπως λέει κι ο ιστορικός της εποχής Σωζόμενος «μέσα στους νόμους ο Θεοδόσιος περιέγραφε τιμωρίες που δεν εφαρμοζόταν. Φρόντιζε όχι να τιμωρεί αλλά να προκαλεί το φόβο της τιμωρίας» (Σωζόμενος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’, 12)

Ο Πλούταρχος αναφέροντας την παρακμή των αρχαίων μαντείων, γράφει μεταξύ άλλων παραδειγμάτων πανάρχαιων μαντείων που σίγησαν στην εποχή του, ότι το ίδιο το δελφικό μαντείο, άλλοτε είχε δύο «προφήτιδες» και μια τρίτη εφεδρική, ενώ στην εποχή του (1ος –2ος μ.Χ. αι.) μία ήταν αρκετή [Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 8]. Ο Παυσανίας (2ος μ.Χ. αι.) αναφέρει πλήθος εγκαταλλελειμένων ναών της αρχαιοελληνικής θρησκείας στην ελληνική ύπαιθρο. Μόνο στην Αρκαδία, στο κέντρο της Αρχαίας Κλασσικής Ελλάδας, ο Παυσανίας (Αρκαδικά) αναφέρει πλήθος ναών ερειπωμένων, δίχως στέγη, και εγκατελειμένων: της Αφροδίτης (9,6), της Αθηνάς (14,4), της Αφροδίτης (12,6), του Απόλλωνα (15,4), του Ερμή (17,1), της Αφροδίτης (24,6), των Δώδεκα θεών (25,3), της Ήρας (26,2), της Δήμητρας (29,5), του Ερμή (32,1), του Ερμή (30,6), των Μουσών (32,2), του Άρη (32,3), της Αρτέμιδος (35,5), της Αθηνάς (36,7), της Αφροδίτης (41,10), της «Μητρός των θεών» (44,1), της Αρτέμιδος (53,11) και του πυθίου Απόλλωνα (54,5). Αναρωτάται κανείς πού είχε πάει η θεοσέβεια προς τους παλιούς θεούς, και δεν αναστυλώνονταν τόσοι μεγάλοι ναοί, μεγάλων θεών από τους Έλληνες. Μήπως επειδή δεν τους ένοιαζε πια και τόσο το Δωδεκάθεο; Πολλοί παγανιστικοί ναοί ερήμωσαν επειδή απλούστατα εγκαταλείφθησαν από τους πρώην πιστούς τους, κι όχι επειδή κατεστράφησαν από τους Χριστιανούς. Το παράδειγμα της Αντιοχείας, που αναφέρει ο ίδιος ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, οι Αντιοχείς να αδιαφορήσουν παντελώς για την εορτή του πολιούχου τους Απόλλωνα, ασφαλώς και δεν ήταν μεμονωμένη περίπτωση. Το ποσοστό των Χριστιανών στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 350 μ.Χ. ήταν, όπως είπαμε, 56,5% [Rodney Stark, The Rise of Christianity (Princeton, 1996)], δηλαδή ήδη, στο σύνολο της αυτοκρατορίας οι Χριστιανοί ήταν πλειοψηφία.

Αν λοιπόν ήταν στο σύνολο της Αυτοκρατορίας πλειοψηφία χριστιανική, τότε στο ανατολικό ελληνικό τμήμα της (το οποίο αφενός είχε αποδεδειγμένα πάντοτε περισσότερους Χριστιανούς απ’ ότι το δυτικό, και αφετέρου είχε αρχίσει να εκχριστιανίζεται πολύ πιο νωρίς απ’ ότι το δυτικό λατινικό τμήμα) είναι προφανές ότι οι Χριστιανοί όχι απλώς ήταν πλειοψηφία αλλά και μεγαλύτερη του 56%!

Το σπάσιμο των ειδώλων καταδικάστηκε από τη σύνοδο της Ελβίρα (306 μ.Χ.), η οποία, στον 60ο κανόνα της αποφάσισε ότι κάθε Χριστιανός που θα καταδικαζόταν σε θάνατο από τους Ρωμαίους επειδή έσπασε αγάλματα, δεν θα καταγραφόταν ως μάρτυρας. Η σύνοδος της Καρθαγένης (419 μ.Χ.) επιφόρτισε τους επισκόπους με την καταστροφή χριστιανικών ναϊδρίων που είχαν ανεγερθεί αυθαίρετα από δεισιδαίμονες Χριστιανούς (κανόνας πγ΄). Ότι οι καταστροφές των παγανιστικών αρχαιοτήτων ήταν αυθαίρετες προσωπικές πράξεις Χριστιανών κι όχι συλλογικές ή επίσημες ενέργειες της Εκκλησίας βασισμένες σε εκκλησιαστικά κείμενα αποδεικνύεται από την πλήρη απουσία εκκλησιαστικών κανόνων (νόμων) οι οποίοι να υπαγορεύουν ή να προστάζουν / προτρέπουν τους Χριστιανούς να καταστρέφουν παγανιστικά μνημεία. Εσφαλμένες ενέργειες και παρεκτροπές κάποιων επισκόπων ή μοναχών ασφαλώς και δεν σημαίνουν ότι αποτελούσαν πολιτική της Εκκλησίας. Ουδέποτε η Εκκλησία (δηλαδή τα επίσημα συλλογικά όργανά της) επιφόρτησε επισκόπους με την καταστροφή παγανιστικών ιερών. Ο αγιος Αυγουστίνος το 399 αποτρέπει τους Χριστιανούς της Καρθαγένης από την εισβολή στις ιδιοκτησίες των εθνικών προκειμένου να καταστρέψουν τα είδωλά τους. Είναι προτιμότερο, έγραφε, να ξερριζώσουμε τα είδωλα από τις καρδιές τους και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, αντί να αποπνέουμε μένος εναντίον τους (Αυγουστίνος, Sermo LXII, 17 και 18, PL 38, 423A).

Να τι γράφει ο Αγ. Αυγουστίνος:

17. «Πολλοί Εθνικοί έχουν τα είδωλα στα κτήματά τους. Πρέπει να πάμε εκεί και να τα καταστρέψουμε; Όχι, διότι οι πρώτες μας προσπάθειες είναι να σπάσουμε τα είδωλα στις καρδιές τους. Όταν οι ίδιοι μεταστραφούν σε Χριστιανούς, είτε μάς προσκαλούν να τα σπάσουμε είτε μας προσδοκούν. Προς το παρόν πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, όχι να είμαστε θυμωμένοι μαζί τους.» 18. «Οι Εθνικοί νομίζουν ότι ψάχνουμε για είδωλα παντού κι ότι τα καταστρέφουμε σε όλα τα μέρη στα οποία τα ανακαλύπτουμε. Πώς κι έτσι; Δεν υπάρχουν μέρη μπροστά στα μάτια μας, στα οποία βρίσκονται είδωλα; Ή δεν ξέρουμε ότι υπάρχουν; Ωστόσο δεν τα καταστρέφουμε, διότι ο Θεός δεν τα έχει δώσει υπό την εξουσία μας. Πότε ο Θεός θα τα δώσει υπό την εξουσία μας; Όταν οι ιδιοκτήτες των ειδώλων γίνουν Χριστιανοί. (.....) Κηρύττουμε κατά των ειδώλων, τα βγάζουμε από τις καρδιές των ανθρώπων. Είμαστε διώκτες των ειδώλων? το ομολογούμε δημοσίως. Είμαστε λοιπόν και διατηρητές των ειδώλων; Εγώ δεν τα αγγίζω, αν δεν έχω την εξουσία. Δεν τα αγγίζω, όταν ο κύριος της ιδιοκτησίας παραπονείται γι’ αυτό.»

Ο Αγ. Χρυσόστομος θεωρεί καύχημα των Χριστιανών ότι πολλά εθνικά βιβλία τα έσωσαν από τον αφανισμό οι ίδιοι (PG 50, 537B): «Κι αν έτυχε κάποιο να έχει διασωθεί, αυτό μπορεί κανείς να το βρει στα χέρια των Χριστιανών». Και προσθέτει: «Οι Χριστιανοί δεν είναι σωστό να καταστρέφουν την πλάνη με τον εξαναγκασμό και τη βία, αλλά να απεργάζονται τη σωτηρία των ανθρώπων με την πειθώ, το λόγο και την ηπιότητα». [Ιωάννη Χρυσόστομου, Λόγοι εις τον μακάριον Βαβύλαν, PG 50, 537 C]. 
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον «Κατά Ιουλιανού» λόγο του, ο οποίος γράφτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, την αποτυχία του διωγμού των Χριστιανών από τους Παγανιστές και την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού γράφει:
«Ας μη χρησιμοποιήσουμε την ευκαιρία με απληστία, ας μην απολαύσουμε με ηδονή την εξουσία, ας μη γίνουμε πικροί σε εκεινους που μας αδίκησαν, ας μη κάνουμε αυτά τα οποία καταδικάσαμε. Αλλά αφού απολαύσαμε την μεταβολή, όσο για να αποφύγουμε τα δεινά, ας μισησουμε ό,τι έχει σχέση με αντεκδίκηση. (....) Ας μη θελήσουμε λοιπόν να αναμετρηθούμε στην οργή, (....) Ας γίνουμε κατά τούτο ανώτεροι και υψηλότεροι από εκείνους που μας αδίκησαν. Ας δείξουμε τι διδάσκουν σε εκείνους μεν οι δαίμονες, με τι εκπαιδεύει εμάς ο Χριστός ο οποίος, αν και υπερείχε εκείνων τα οποία έπαθε ενίκησε τελικώς με εκείνα που μπορούσε να κάνει και δεν έκανε(....) Ας αυξήσουμε το μυστήριο με αγαθότητα. [Γρηγορίου Νανζιανζηνού, Κατά Ιουλιανού λόγος στηλιτευτικός Β’, 36]

Απορρίφθηκε η Ελλ. Παιδεία;

"Πρώτον, αν και η ελληνική παιδεία δεν κρίθηκε ποτέ, ούτε από τον Χριστό ούτε από τους Αποστόλους του θεόπνευστη, οπωσδήποτε δεν απορρίφθηκε από αυτούς ως βλαβερή. Δεύτερον, πολλοί από τους έλληνες φιλοσόφους δεν απέχουν πολύ από τη γνώση του αληθούς Θεού" Σωκράτης ο Βυζάντιος, 5ος αι.

Λέει ο Μ. Βασίλειος:

"Αν υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ των ειδωλολατρικών κειμένων και των χριστιανικών, θα μας ήταν χρήσιμη η γνώση και των δύο. Και στην αντίθετη περίπτωση όμως, η παράλληλη και συγκριτική μελέτη και γνώση της διαφοράς τους δεν είναι ασφαλώς μικρή ωφέλεια για την αναγνώριση με βεβαιότητα της καλύτερης και ανώτερης απ' τις δυό" ["Προς τους νέους, για την επωφελή μελέτη των ελληνικών κειμένων."]

«Νομίζω ότι όλοι όσοι είναι μυαλωμένοι ομολογούν ότι η παιδεία είναι το πρώτιστο αγαθό μας. Και δεν εννοώ μόνο την ευγενέστερη δική μας παιδεία, δηλαδή τη Χριστιανική, αλλά και την Εθνική, την οποία πολλοί από τους Χριστιανούς, κακώς γνωρίζοντες τα πράγματα, απορρίπτουν ως επίβουλη και εσφαλμένη και απομακρύνουσα από το Θεό. Δεν πρέπει να μην τιμάμε την παιδεία, όπως νομίζουν μερικοί, τους οποίους πρέπει να θεωρούμε σκαιούς και απαίδευτους». Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον κ., 11 [Migne Ε. Π. 36, 508]

«Προσήκει μη καμείν πανταχόθεν ανιχνεύοντας την αλήθειαν» [Περί της Εξαημέρου, PG 44, 27A]

Λέει ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος:

«Ει γαρ και μη καθώς προσήκε περί αναστάσεως φιλοσοφούσιν άπαντες [οι αρχαίοι φιλόσοφοι], αλλ’ όμως περί της κρίσεως και της κολάσεως και των εκεί δικαστηρίων άπαντες συμφωνούσιν, ότι έσται τις των ενταύθα γινομένων αντίδοσις εκεί» (Εις Λάζαρον, 4,4, PG 48, 104)
Κλήμης ο Αλεξανδρεύς:

«Ήν μεν ούν προ της του Κυρίου παρουσίας εις δικαιοσύνην Έλλησιν αναγκαία φιλοσοφία, νυνί δε χρησίμη προς θεοσέβειαν γίνεται προπαιδεία τις ούσα τοις την πίστην δι’ αποδείξεων καρπουμένοις» [ Στρωματείς Α’, 5]

Παρά την πνευματική επιρροή της Εκκλησίας οι Ανθρωποθυσίες συνεχίζονταν, για μεγάλο διάστημα, σε διάφορα μέρη της Αυτοκρατορίας. Για αυτό μας πληροφορεί και ο Θεόφραστος, όπως προκύπτει από το χωρίον του Πορφυρίου, Νεοπλατωνικού φιλοσόφου από την Τύρο, του 3ου αιώνα μ.Χ. στο έργο του «Περί Αποχής εμψύχων»

«Αφ' ου μέχρι του νυν ουκ εν Αρκαδία μόνον τοις Λυκαίοις, ούδ' εν Καρχηδόνι τω Κρονω, κοινή πάντες ανθρωποθυτούσι, αλλά κατά περίοδον της του νομιμου χάριν μνήμης εμφύλιον αεί αίμα φαίνουσιν προς τους βωμούς, καίπερ τοις παρ' αυτοίς οσίας εξειγούσης των Ιερών, τοις περιρραντηρίοις κηρύγματι, ει τις αίματος ανθρωπείου μεταίτιος» [Θεόφραστος στον Πορφύριο, Περί αποχής εμψύχων 2, 27]

Λόγω της ειδωλολατρικής δεισιδαιμονίας, ακόμα και ΝΗΠΙΑ θανατώνονταν για ιεροσυλία. Ένα παιδάκι, γράφει ο Αιλιανός, κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, επειδή παίζοντας, μάζεψε από το χώμα ένα πέταλο, που έπεσε από το χρυσό στεφάνι της Άρτεμης. Οι δικαστές άπλωσαν μπροστά στο νήπιο, διάφορα παιχνίδια, αστράγαλους και άλλα, τοποθέτησαν ανάμεσα στα αντικείμενα το χρυσό πέταλο και περίμεναν να δουν τι θα πρωτοαγγίξει. Ξανάπιασε το χρυσό πέταλο. Φανερό πως ήταν ιερόσυλος. Έπρεπε να εφαρμοστεί ο δελφικός νόμος που προέβλεπε θάνατο στους ιερόσυλους. Και το παιδάκι θανατώθηκε:

«και δια ταύτα απέκτειναν αυτόν ως θεοσύλην, ου δόντες συγγνώμην τη ηλικία, αλλά τιμωρησάμενοι δια την πράξιν» [Αιλιανός, «Ποικιλη Ιστορία» V,16 ].

Η βρεφοκτονία ήταν τόσο διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, που ο Πολύβιος (205-118 π.Χ.) αποδίδει την ελάττωση του πληθυσμού της Ελλάδας σε αυτήν [Ιστορία 6]. Ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) αποδέχεται την βρεφοκτονία, τουλάχιστον για τα ανάπηρα βρέφη, παραθέτοντας την Δωδεκάδελτο του νόμου των Ρωμαίων Εθνικών [De Legibus 3.8]. Ακόμα και ο στωικός φιλόσοφος Σένεκας (4 π.Χ.-65 μ.Χ.) έλεγε: «πετάμε όσα παιδιά γεννιούνται αδύναμα» [De Ira 1.15]. Από την άλλη πλευρά, υπό την επιρροή του χριστιανισμού οι Αυτοκράτορες Μέγας Κωνσταντίνος, Βαλεντιανός Α΄, Γρατιανός, Ωνώριος, Μέγας Ιουστινιανός νομοθέτησαν την ΠΟΙΝΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ στους γονείς που εξέθεταν τα μωρά τους.

Οι βασανισμοί, λόγω ειδωλολατρικής δεισιδαιμονίας, δεν ήταν σπάνιοι: 
"Μετά τη Στύμφαλο είναι η Αλέα, που και αυτή μετέχει στην αργολική ομοσπονδία. Εδώ υπάρχουν τα ιερά της Εφεσίας Αρτέμιδος, της Αλέας Αθηνάς και του Διονύσου, με άγαλμα του θεού. Κάθε χρόνο τελούν προς τιμήν του τα Σκιέρεια, όπου, σύμφωνα με χρησμό του μαντείου των Δελφών, μαστιγώνονται οι γυναίκες, όπως και οι έφηβοι των Σπαρτιατών στη γιορτή της Ορθίας" [Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις Η 23, 1]

Σύμφωνα με τον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα (8.6.20), στην αρχαία Κόρινθο υπηρετούσαν ως ιερές πόρνες 1000 ιέρειες και δούλες του εκεί ναού της Αφροδίτης. Στους Κομάνους της Καππαδοκίας, στο ιερό της Ενυούς οι ιερόδουλοι άνδρες και γυναίκες έφτασαν το αριθμό των 6000 [Στράβωνας 535C], ενώ ο ιερέας του ναού, που ανήκε στο βασιλικό γένος, ήταν 2ος μετά τον βασιλιά κατά τις προσόδους και τις προσφορές. Οι ιερόδουλοι στην Τύρο ήσαν τόσοι πολλοί ώστε πολλές φορές ο αρχιερέας με την βοήθειά τους ελάμβανε και το βασιλικό αξίωμα. Ο δε Ηρόδοτος αναφέρει «Τον γαρ δη Λυδών δήμου οι θυγατέρες πορνεύονται πάσαι». Επίσης: «Έτσι ο Δίας έβαλε, ανάμεσα στους άντρες, για το κακό τους, τις γυναίκες, συντρόφισσες συφοράς κι αντί για καλό τούς πόρισε κακό.» [Ησίοδος, «Θεογονία», στ. 600-603]

Άλλο ένα ψεύδος που πολλοί από εμάς θεωρούμε ως αλήθεια είναι πως ΔΗΘΕΝ μόνο οι Ρωμαίοι (και όχι οι υπόλοιποι Έλληνες) τελούσαν τους αιματηρούς αγώνες των μονομάχων. Στην πραγματικότητα, πολλοί Έλληνες είχαν υιοθετήσει τους βάρβαρους αυτούς αγώνες. Ο φιλόσοφος Δίων ο Προυσαεύς (40-120 μ.Χ.) μυκτηρίζει τους Αθηναίους που ανέχονται να ρέει ανθρώπινο αίμα κάτω από την Ακρόπολη και αποκαλεί τους Κορίνθιους «γλαδιατορομανείς» [Λόγοι 31,121]. Λιγοι γνωρίζουν πως Ρωμαϊκή αρένα ανακαλύφθηκε στο κέντρο της Πάτρας, Όπως μαρτυρούν οι σχετικές επιγραφές που εντοπίστηκαν και επιβεβαιώνουν την ταυτότητα του χώρου, εκεί φιλοξενήθηκαν τα «Καισάρεια», αθλητικές εκδηλώσεις προς τιμήν του Καίσαρα. [περ. «Focus», http://www.focusmag.gr/articles/view-article.rx?oid=11579]

Ο αντιτεχνολογικός δεισιδαιμονικός φανατισμός της αρχαίας θρησκείας φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις, στην πράξη κι όχι απλά σε μυθολογικά κείμενα. Το Μαντείο των Δελφών απαγόρευσε τη διάνοιξη ισθμού στους Κνιδίους. Οι Κνίδιοι πολιορκούνταν από κάποιον εχθρό και ήθελαν να μετατρέψουν τον ισθμό σε διώρυγα, κάνοντας έτσι την πόλη τους τεχνητό νησί. Ο χρησμός των Δελφών προς τους Κνίδιους έλεγε: «Το χτίσιμο παράτα το, το σκάψιμο άστο, γιατί αν ήθελε ο Δίας νησί, θα το είχε φτιάξει» [Ηρόδοτος, 1, 174]. Οι Κνίδιοι δεν προχώρησαν στην εκσκαφή της διώρυγας, έχασαν τον πόλεμο και υποδουλώθηκαν στους Πέρσες. Ο Αναξαγόρας εξορίστηκε από τους Αθηναίους του Χρυσού Αιώνα, όταν είπε πως ο Ήλιος δεν είναι θεός αλλά μια πύρινη σφαίρα στον ουρανό. O περίφημος αστρονόμος Αρίσταρχος ο Σάμιος, πρώτος επιστήμονας που υποστήριξε ότι η γη δεν είναι το κέντρο του κόσμου, αλλά περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, μηνύθηκε από τον στωικό Κλεάνθη για ασέβεια προς τους «θεούς” με την κατηγορία: «ως κινών την του κόσμου εστίαν (=Γη) και ταράσσων την των Ολυμπίων («θεών”) ηρεμίαν» [Πλούταρχου, Περί του προσώπου της σελήνης, 6, 923Α]. Ακόμα και ο Πλάτωνας ήταν ένοχος για σκοταδιστικές πρακτικές, αφού συγκέντρωσε τα βιβλία του Δημόκριτου και θέλησε να τα κάψει. «Μα ο Αμύλκας και ο Κλεινίας, δύο Πυθαγόρειοι, το εμπόδιζαν, λέγοντάς του ότι δεν έχει τίποτα να ωφεληθεί επειδή πολλοί τώρα πια έχουν στα χέρια τους βιβλία του Δημόκριτου» [Διογένης Λαέρτιος, IX, 40]. Επίσης, διαβάζουμε: «Στην αρχή του Λαμιακού πολέμου, βρήκαν την ευκαιρία οι θρησκόληπτοι Αθηναίοι, που δε χώνευαν τον Αριστοτέλη για τις επιστημονικές του έρευνες, να τον κατηγορήσουν για άθεο. Έτσι, ο Αριστοτέλης, για να μην αναγκαστεί να πιεί το κώνειο, αναγκάστηκε να φύγει από την Αττική» [Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 340]

Αντιθέτως ο Β. Τατάκης παρατηρεί: «Οι μεταφυσικές βάσεις του Χριστιανισμού διαμόρφωσαν ένα σύμπαν τέτοιο που ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του ορθολογισμού» [Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1977, σ. 53]. Για παράδειγμα: «Ο Θεός», λέει ο Ψελλός, «είναι φυσικά η αιτία του σεισμού, όπως και κάθε πράγματος, αλλά η προσεχής [δηλ. η άμεση αιτία] του σεισμού είναι η φύση» [Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, σ. 187]. Να σημειωθεί πως στην Ρωμανία οι μορφωμένοι πίστευαν στη σφαιρικότητα της γης. Ο Μέγας Βασίλειος (4ος αι.), ο Γεώργιος Πισίδης (6ος –7ος αι.), ο Συμεών Σηθής (11ος αι.), ο Θεοφύλακτος Αχρίδος από την Εύβοια (11ος –12ος αι.) κ.ά. πίστευαν ότι η γη είναι σφαιρική κι όχι επίπεδη.

Μπορούμε να καταλάβουμε, λοιπόν, πως ο Χριστιανισμός έγινε δεκτός, όχι απλά ως μία νέα Θρησκεία, αλλά ως απελευθερωτής, Ψυχοθεραπευτήριο απo τον παραλογισμό και τις προλήψεις των Θρησκειών, που οδηγούσαν στην δυστυχία και την εξαθλίωση τους πολίτες της αυτοκρατορίας. Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε πως ο 102ος Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, θεωρεί την αμαρτία ως ασθένεια («ου γαρ απλή της αμαρτίας η νόσος»), τον Κληρικό ως ιατρό που πρέπει να επιδείξη «την ιατρικήν εν Πνεύματι επιστήμην» και φυσικά αυτή η επιστήμη έγκειται στο να χρησιμοποιήση στον άρρωστο «την κατάλληλον θεραπείαν», αποφεύγοντας «την αμετρίαν», που δεν οδηγεί τον άρρωστο στη σωτηρία. Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός έγινε τελικά ΒΑΣΙΚΟ συστατικό της Ρωμανίας, αφού βοήθησε στην ανανέωση της και στην στερέωση της Οικουμενικής της ιδεολογίας, σώζοντας την από ηθικοκοινωνική και πολιτισμική παρακμή. Η Εκκλησία ήταν ο συνεκτικός ιστός του κράτους της Ρωμανίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν και παρεκτροπές και φαινόμενα νοσηρά στην αυτοκρατορία. Δεν επιθυμούμε να «εξιδανικεύσουμε» την κατάσταση. Γεγονός είναι όμως πως η ποιότητα ζωής των πολιτών με την επικράτηση του Χριστιανισμού, βελτιώθηκε αλματωδώς.
 

Γιατί υπάρχει τόσος πόνος στον κόσμο; – μακαριστού Γέροντος Κλεόπα Ηλιέ.

— Λέγει ο δίκαιος Ιώβ: «Αλλά άνθρωπος γεννάται κόπω» (Ιώβ 5,7). Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι όλα τα έργα γίνονται με κόπο και πόνο (Ρωμ.8,21). Ο πόνος στον κόσμο είναι καρπός της πτώσεως του ανθρώπου από τον παράδεισο (Πράξ. 3,16). Είναι καρπός της αμαρτίας (Ψαλμ.7,14-16).
Αλλ’ όμως, εάν δεχώμεθα κάθε πόνο με υπομονή και ευχαρίστησι, λαμβάνουμε μεγάλη πνευματική ωφέλεια, πολύτιμη για την σωτηρία της ψυχής μας. Γενικά βλέπουμε ότι, όσο πολλαπλασιάζεται η αμαρτία και η πλάνη στον κόσμο, τόσο αυξάνεται και ο πόνος, δηλαδή η πείνα, η σύγχυσις, οι πόλεμοι, οι παντός είδους ασθένειες και ο θάνατος. Η φροντίδα ημών των χριστιανών είναι να εγκαταλείψουμε την αμαρτία, να συμφιλιωθούμε με τον Θεό, να αποκτήσουμε τον φόβο του Θεού, την ταπείνωσι, την υπομονή και τότε όλα τα βάσανα μας θα ολιγοστεύσουν και θα έλθη μεγάλη ωφέλεια στις ψυχές μας.
Ο πόνος είναι αρραβών των αιωνίων βασάνων, ή το αντίλυτρο των αμαρτιών μας; Ποιος είναι ο σκοπός της υπάρξεως του πόνου;
—Ο σκοπός του πόνου για τούς χριστιανούς είναι ένας και μοναδικός: Η συγχώρησις των αμαρτιών εδώ στην γη με κάθε είδους ασθένειες, στενοχώριες και θλίψεις, επίσης ο εξαγνισμός και η σωτηρία της ψυχής μας. Γι’ αυτούς που δεν θέλουν να διορθωθούν και να μετανοήσουν, ο πόνος είναι ο αρραβών των αιωνίων βασάνων.
Ενώ αυτοί που δέχονται τον πόνο με υπομονή και με ευχαριστία στον Θεό και ζουν με μετάνοια, είναι γι’ αυτούς ο καλλίτερος δρόμος για την διόρθωσι και συγχώρησι των αμαρτιών τους, διότι λυτρώνονται από τις αιώνιες θλίψεις της κολάσεως.
Βλέπουμε ότι εδώ στην γη αυτοί που υποφέρουν περισσότερο, είναι ειρηνικοί με τη συνείδησί τους, ενάρετοι και ισχυροί απέναντι των πειρασμών, πλησιέστερα στον Θεό από τούς άλλους και σώζονται ευκολώτερα, όπως ο δίκαιος Ιώβ, ο πτωχός Λάζαρος, οι Άγιοι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Όσιοι και τόσοι άλλοι. Ενώ αυτοί που ζουν άνετα, είναι υγιείς, έχουν περιουσία και κάθε απολαυστικό στην γη, είναι συνήθως αδύνατοι στην πίστι, άσπλαχνοι, τυραννικοί, γαστρίμαργοι, εγωϊσταί, φοβούνται τον θάνατο και πεθαίνουν με βαρειές αμαρτίες, προς αιώνια τιμωρία τους.
Ο πόνος επετράπη άνωθεν για την σωτηρία και την συγχώρησι των αμαρτιών μας και για την πνευματική μας πρόοδο, εάν εμείς τον δεχόμεθα με ευχαρίστησι, ως προερχόμενον από το χέρι του Θεού, όπως λέγη ο προφήτης Δαβίδ: «Η ράβδος σου και η βακτηρία σου, αύται με παρεκάλεσαν» (Ψαλμ.22,5). Οπότε λοιπόν, η ράβδος και η βακτηρία του πόνου τους ευσεβείς και πιστούς χριστιανούς τους στηρίζουν, τους εμπνέουν στα καλά έργα, τους καθαρίζουν από τις αμαρτίες και τους καταξιώνουν μεγαλυτέρων στεφάνων και απολαυών στον ουρανό. Ενώ για τους κακοπροαίρετους, η ράβδος του πόνου είναι τιμωρία επάνω στην τιμωρία και χαλινός στο στόμα, διότι δεν θέλουν να πλησιάσουν τον Κύριο (Ψαλ.31,10).
Γέροντος Κλεόπα Ηλιέ
Πνευματικοί Διάλογοι
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη

Για την συντριβή της καρδίας και άλλα πνευματικά θέματα – απαντήσεις (του Σεβασμιότατου Επισκόπου Βανάτου κ. Αμφιλόχιου)

Τις απαντήσεις αυτές έδωσε ο Σεβασμιότατος σε ερωτήσεις πού του απηύθυναν αδελφοί της Ιεράς Μονής μας κατά την επίσκεψη του σ’ Αυτήν την 23η Νοεμβρίου 1986. Ο Σεβασμιότατος είναι, ως γνωστόν, πνευματικόν τέκνον του μακαριστού και αγίου αρχιμανδρίτου π. Ιουστίνου Πόποβιτς. ο Σεβασμιότατος είναι και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Βελιγραδίου
Ερώτηση: Σεβασμιότατε, παρακαλούμε να μας πείτε λόγους πνευματικής οικοδομής από τη πείρα σας. Τι πρέπει ως μοναχοί κυρίως να επιδιώξουμε;
Απάντηση: Την συντριβή της καρδίας- αυτό πού λέμε στον 50ο ψαλμό «πνεύμα συντετριμμένον και τεταπεινωμένον». Εάν δεν συντριβή ή καρδία, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αισθανθεί το μυστήριον της πραγματικής χαράς. Δεν το αισθάνεται όσο ή πίστης μένει εγκεφαλική, διανοητική γνώσις, ακόμη και γνώσις του Ευαγγελίου, της Δογματικής (των δογμάτων της Εκκλησίας), όσο ο σπόρος δεν έχει πέσει μέσα στην καρδιά, όσο δεν έχει ακόμη μαλακώσει ή καρδιά. Το μαλάκωμα της καρδιάς!
Το λέω εδώ, σε σας τους Αγιορείτες πού ζείτε καθημερινά αυτό το πράγμα, ενώ εμείς εκεί στον κόσμο λίγες φορές το αισθανόμαστε, όταν μας δίδει ο Θεός από τα ψίχουλα πού πέφτουν από το τραπέζι του Κυρίου.
Προχθές πού πέρασα από την πόλη Νύσσα, είχε μαζευθή μια ομάδα νέων ανθρώπων σε μια αίθουσα, την όποια τώρα τελευταία άνοιξε ένας φοιτητής μας της Θεολογικής Σχολής. Είναι ναυτικός αυτός και με τον αδελφό του άνοιξε αυτή την αίθουσα εκθέσεων και της έδωσε το όνομα SALVADOR DALI. Με πήρε τηλέφωνο να μου το ανακοίνωση. και του λέω: «Ευλογημένε, που βρήκες αυτό το όνομα δεν βρήκες κανένα άλλο όνομα να δώσεις στην αίθουσα;».
Λέει: «Τι άλλο όνομα, τώρα το έγραψαν και οι εφημερίδες, το έδειξε και ή τηλεόραση».
Και λέω: «Δώσε ένα άλλο όνομα, εδώ έχουμε τέτοιους ζωγράφους! Στην Νύσσα, τη γενέτειρα του Μ. Κωνσταντίνου!… Δώσε «Άστραπάς».
«Ποιος είναι αυτός ;» μου λέει. Λέω: «Θα σου εξηγήσω άλλη φορά». και πραγματικά το έκανε «Αστραπάς». Λοιπόν τώρα, περνώντας από εκεί, με κάλεσε να ιδώ την έκθεση και έπ’ ευκαιρία είχε μαζέψει μια συντροφιά φίλων, νέους, κοπέλες, κλπ.
Με πλησίασε ένας απ’ αυτούς (καλλιτέχνης ήταν, δεν ξέρω). Μου έκανε εντύπωση ή προσοχή των νέων αυτών ανθρώπων. Ήταν όλοι τους άνθρωποι κοσμικοί. Με ρώτησε λοιπόν: «Τι είναι προσευχή; Εγώ, λέει, είμαι άθεος». και προσπαθούσα να του εξηγήσω. Θυμήθηκα εκείνες τις εμπειρίες, εκείνους τους άγιους ανθρώπους πού είδα εδώ στο Αγιον Όρος. Τι να του δίνω, διανοητικές ερμηνείες και ορισμούς; Γι’ αυτόν είναι τελείως απρόσιτο αυτό και δεν τον ενδιαφέρει. Άλλα όταν του ανέφερα μερικά παραδείγματα, τον είδα να παρακολουθεί με πολλή προσοχή αυτά πού έλεγα. Γιατί αυτό πού έχω ιδεί, πού έχω ζήσει, πού υπάρχει σ’ αυτόν εδώ τον χώρο, είναι πολύ σημαντικό. Είναι ή εμπειρία του μεταμορφωμένου άνθρωπου δια της μετανοίας και της συντριβής της καρδίας. Και αυτό φανερώνει το παράδειγμα πού ανέφερα με τον Ρώσο ιερομόναχο πού δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, επειδή πλήγωσε τον αδελφό του. Αυτό δείχνει ότι είχε Χριστό μέσα του. Οπωσδήποτε μ’ αυτό έχει σβήσει πολλές αμαρτίες, όπως λέει και το Ευαγγέλιο: οποίος αγαπά πολύ, πολύ θα του συγχώρηση ο Κύριος. Άλλα στον κόσμο είναι δύσκολο να απόκτηση κανείς την συντριβή, πολύ δύσκολο! Ή καρδιά γίνεται πέτρα. Διότι ή ζάλη του κόσμου, αυτή ή εξωστρέφεια, σε τραβάει• πηγαίνεις-πηγαίνεις και δεν έχεις καιρό να καθίσεις να κοιτάξεις την καρδιά, να μπεις πιο μέσα.
Για αυτήν την έσω εργασία μου έλεγε μία ρωσίδα, δια Χριστόν σαλή, την όποια γνώρισα προ τριετίας στο Πέτρογκραντ, σ’ ένα ρωσικό νεκροταφείο. Την βρήκα να μαζεύει κάτι χαρτιά παριστάνοντας την σαλή. Ήμουν μ’ έναν Ιερομόναχο. Την χαιρέτησα, και αυτή από κάτω με κοιτούσε με τέτοια αγνότητα και καθαρότητα στα μάτια πού σπανίως έχω ιδεί. Με κοιτούσε-με κοιτούσε και μου είπε σε μια στιγμή: «Πιο βαθιά πάτερ, πιο βαθιά!… κατάλαβες; όχι γύρω, όχι γύρω. Όχι απ’ έξω, πιο μέσα, πιο μέσα… κατάλαβες;» Λέω: «κατάλαβα». Λέει πάλι: «Στο βάθος πάτερ, ου ντουμπίνου μπάτουσκα…».
Υπάρχει εκεί ένα ψηφιδωτό πού παριστά τον Κύριο πάνω σ’ ένα τάφο, πάει πολύς κόσμος να προσκύνηση και γίνονται θαύματα. Και έλεγε: «Τι χαρά πού μας δίνει ο Κύριος, όταν λάμψη ο ήλιος μέσα από τις ψηφίδες; πως λάμπει το πρόσωπο του Κυρίου!…»
Κι’ έλαμπε το δικό της πρόσωπο!… Έχει έλθει ή καημένη από τη Σιβηρία. και της λέω: «πώς από τόσο μακριά;» Λέει: «Πάτερ εκεί στα μέρη μας δεν υπάρχει ναός και εγώ χωρίς ναό δεν μπορώ να ζήσω. Καταλαβαίνεις;
Έφυγα από εκεί, ζω εδώ, μαζεύω τα παλιά χαρτιά στα σκουπίδια και είμαι ευχαριστημένη. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο• έχω τον Κύριο». και όταν φεύγαμε: «Και να μη ξεχάσεις, μπάτουσκα, να μη ξεχάσεις• ο Κύριος είναι μεγάλη χαρά!… άκουσες; Μεγάλη χαρά ο Κύριος!».
Σ’ αυτή τη γυναίκα έζησα τον λόγο του άγιου Σεραφείμ του Σάρωφ, αυτόν πού έλεγε στον καθένα: «χαρά μου». Ήταν ολοφάνερο ότι αυτή ή γυναίκα δεν έβγαινε από τον ναό και εκεί απόκτησε αυτό το πνεύμα, το αιώνιο πνεύμα της συντριβής, το οποίο ριζώθηκε μέσα της.
Και εδώ, το Άγιο Όρος παρέμεινε και είναι φυτώριο τέτοιων ψυχών, και αυτό είναι παρηγοριά για όλη την Εκκλησία και για όλη την οικουμένη. Βλέπετε τώρα τους νέους ανθρώπους πού έρχονται εδώ και βρίσκουν ανάπαυση; Χθες το βράδυ πέρασα από το κελί του π. Π. Ήλθε ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη ταραγμένος και ρώτησε: «Θέλω τον π. Π.». Κι εκείνος του απάντησε όπως ξέρετε: «Τι τον θέλεις τον καημένο! Πάρε ένα λουκούμι και πήγαινε εκεί στη βρύση, έχει ωραία λιακάδα…». Επίτηδες. Σήμερα πάλι τον είδα στη Μονή Σταυρονικήτα και μου λέει: «Συγγνώμη, Σεβασμιότατε, πού σας διέκοψα χθες». Λέω: «Έκανες τη δουλειά σου;». Πετούσε από τη χαρά. Λέει: «Αυτό είναι πού ζητούσα. Έχω γεμίσει από την ειρήνη!». Τον αγκάλιασα και του λέω: «Μπράβο, παιδί μου! να μ’ είχες διακόψει ακόμα δέκα φορές!».
Ήταν τόσο θλιμμένος όταν ήλθε. Και τον έβλεπα πόσο αγνώριστος ήταν σήμερα. Συνάντησε αυτό το πράγμα, βρήκε κάποια ζεστασιά, συνάντησε τον πραγματικό άνθρωπο, αυτή την ανοιχτή καρδιά, αυτή τη φιλανθρωπία του Χριστού, τα σπλάχνα οικτίρμων. Αυτό είναι πού ζητάει ο άνθρωπος ανέκαθεν, ιδιαίτερα σήμερα. Θέλει αυτά τα σπλάχνα οικτίρμων. Βέβαια λιγόστεψαν οι τέτοιοι άνθρωποι στον κόσμο, ποτέ όμως δεν υπήρχαν πολλοί. Ανέκαθεν αποτελούν το μικρόν ποίμνιο, χωρίς αυτούς όμως ο κόσμος δεν θα μπορούσε να ζήση.
Κάποια εβραϊκή παράδοση λέει πως ο κόσμος κρατιέται πάνω στους 35 δικαίους. Όσο υπάρχουν 35 δίκαιοι άνθρωποι στον κόσμο, ο κόσμος θα έχει ακόμη ζωή. Όταν λείψουν, τότε ερχόμαστε στα έσχατα. και οπωσδήποτε υπάρχουν μέχρι σήμερα τουλάχιστον τόσον εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν και περισσότεροι πού έχουν αυτή την θεία φιλανθρωπία, ή όποια γεννάται από συντετριμμένη και τεταπεινωμένην καρδία.
Ερώτηση: Σεβασμιότατε, θέλετε να μας ειπείτε κάτι και για τον μακαριστό Γέροντα σας, τον π. Ιουστίνο;
Απάντηση: Ναι, ευχαρίστως.
Μια φορά καθόμασταν και έλεγα στον π. Ιουστίνο για το Αγιον Όρος, ό,τι είχα ίδή και ζήση εδώ. Του έλεγα- του έλεγα και έβλεπα ποτάμια δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του. Και έλεγε: «Έ, Ιουστίνε! πως πέρασε ή ζωή σου; Τι έκανες έως τώρα στην ζωή σου; Αυτά είναι, αυτά είναι… Δε μου λες, πάτερ, έχω μια ελπίδα. Ελπίζω στις προσευχές αυτών των ανθρώπων, ότι κι εγώ θα ιδώ κάποια γωνιά εκεί, υπό την σκέπην του Κυρίου. Ότι αυτοί, ότι αυτοί θα με βοηθήσουν». Σαν μικρό παιδί τα έλεγε.
Μια εβδομάδα προτού να κοιμηθεί ο Γέροντας, όταν πια είχε καταπέσει, μας ειδοποίησαν από το Μοναστήρι ότι είναι σε δύσκολη κατάσταση και τρέξαμε. Ήμασταν ο π. Ν. Ι., Διδάκτωρ της Σχολής μας και νυν καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, και εγώ. Μου λέει ο π. Ν.Ι.:
«Δεν έχομε βενζίνη και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να πάμε». Του λέω: «Πήγαινε και οι άγιοι Αρχάγγελοι θα μας φέρουν». και πραγματικά φθάσαμε ίσα-ίσα στο Μοναστήρι• δέκα μέτρα δεν θα μπορούσε να προχώρηση το αυτοκίνητο είχε πραγματικά σωθεί ή βενζίνη. Μπήκαμε τρέχοντας στο κελί. Είχαν μαζευτεί οι αδελφές, ήταν και ο π. Αθανάσιος. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, περίμενα να τον δω ψυχορραγούντα, άλλ’ αυτός είχε ανασηκωθεί και έλαμπε από μέσα του μια τέτοια αγαλλίαση, μια τέτοια χαρά, πού έλεγες ότι όλοι εμείς γύρω είμαστε άρρωστοι και εκείνος ο μόνος υγιής. Έλαμπαν τα μάτια του, τόσο χάρηκε πού ήλθαμε! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα Τι σημαίνει όντως «άγιος άνθρωπος», για τον οποίον ο θάνατος είναι πραγματική μετάβασης, όχι στο σκότος, αλλά στη ζωή και στο φως. Σαν και εκείνα πού διαβάζει κανείς στους βίους των αγίων. Έλεγε μάλιστα ότι είναι καλό για τον χριστιανό, προτού φύγει από τον κόσμο, να κακοπάθει πολύ καλό αυτό, πολύ καλό.
Έμεινα κοντά του όλη την εβδομάδα μετά από αυτήν την επιδείνωση της καταστάσεως του. Τις ήμερες εκείνες περίμενε να έλθει ο π. Θεόφιλος από τη Μονή Καόνα, στον οποίο εξομολογείτο τελευταία. Προηγουμένως εξομολογείτο σ’ έναν Ρώσο έγγαμο ιερέα του Βελιγραδίου, τον π. Νεκτάριο, έναν πολύ άγιο άνθρωπο πού άφησε όνομα στο Βελιγράδι. Έβλεπα λοιπόν τον π. Ιουστίνο, τον έβλεπα με πόση χαρά περίμενε να έλθει ο έξομολόγος, σαν παιδάκι: «Δες, μήπως έρχεται ο π. Θεόφιλος να εξομολογηθώ». Μου έκανε τεράστια εντύπωση. Το περίμενε σαν κάτι πολύ σημαντικό στη ζωή του.
Ακριβώς αυτό το πνεύμα, αυτή τη συντριβή, αυτή την ταπείνωση πού προέρχεται από τη συντριβή, αυτό το μαλάκωμα της ψυχής, δια του οποίου αποκτάται ή διαύγεια και τα δάκρυα της μετανοίας, αυτή την ειρήνη της ψυχής πού δεν προέρχεται από τον αιώνα τούτον αυτό έβλεπα στον π. Ιουστίνο.
Ερώτηση: Μας είπατε, Σεβασμιότατε, ότι ή φάσης της χριστιανικής ζωής είναι αυτό το πνεύμα της μετανοίας και της συντετριμμένης καρδίας. Πέστε μας, παρακαλούμε, πως μπορούμε να έχουμε διαρκή την αίσθηση αυτή και την αναζήτηση αυτού του πνεύματος. Διότι δεν υπάρχει μόνον στον κόσμο ή δυσκολία, αλλά και εδώ σε μας ζει ο «παλαιός άνθρωπος», μας παγώνει πολλές φορές τον πόθο και τον ζήλο. Έρχεται ή ακηδία, έρχονται στιγμές πού δεν έχομε τον ζήλο τον πνευματικό και ή καρδιά μας πετρώνει και δεν αναζητεί τον Θεό. Αν θέλετε πέστε μας, να μας βοηθήσετε σ’ αυτό.
Απάντησης: Εκεί στο Τυπικαριό, στις Καρυές, είναι ένα Γεροντάκι Σέρβος, ο π. Ιωακείμ. Πολύ ενάρετος, ψυχούλα! Μια φορά είχα ανεβεί από την Καψάλα σ’ αυτόν. Αυτός έσκαβε. Τον χαιρέτησα, με χαιρέτησε, καθίσαμε. ‘ Του λέω: «Γέροντα, καμιά φορά έρχονται ώρες πνευματικής οκνηρίας, ακηδίας κλπ. πως θα τα πολεμήση κανείς αυτά;». Με κοίταξε καλά-καλά και μου είπε: «Να αγωνιστείς, να αγωνιστείς! Κι’ εμένα, ξέρεις, μου ερχόταν αυτό. Άλλα εγώ, ξέρεις, … πολεμούσα. Να μην άφήσης. Δώσ’ του εγώ! Ή άκηδία εμένα κι εγώ την άκηδία. Δώσ’ του στο κεφάλι. Να μην άφήσης… θέλει ξυλοδαρμό».
Ερώτηση: Με ποιόν τρόπο;
Απάντησης: Αυτό θέλω εγώ από σας να το μάθω.
Ερώτηση: Σεβασμιότατε έχομε ένα πρόβλημα, ιδίως το καλοκαίρι. Έρχεται πολύ κόσμος στο Μοναστήρι και είμαστε υποχρεωμένοι να αφιερώνομε πολλές ώρες στη φιλοξενία. Φυσικά δεν μένει χρόνος για τη δική μας πνευματική εργασία και νίψη. Βέβαια δεν επιδιώκουμε να έρχεται κόσμος εδώ, αλλά εφ’ όσον έρχονται, λέμε ότι ή Παναγία τους στέλνει, άρα δεν έχομε το δικαίωμα να τους διώξουμε, μάλιστα σε τέτοια εποχή πού υπάρχει τόση πνευματική κρίση. Εσείς Τι μας συμβουλεύετε να κάνουμε;
Απάντησης: Το ίδιο πρόβλημα έχω κι εγώ, ίσως και χειρότερα, στην Μητρόπολη μου. Δεν λύνεται το πρόβλημα με συνταγές. Πάντως δεν υπάρχει άλλη λύση, αν δεν το πάρη κανείς ως τον σταυρό του. Πραγματικά, καμία φορά κουράζομαι από τη πολλή εργασία, οπότε ακούω κάποιον να χτυπάει, ζητάει να τον δεχθώ. Λέω μέσα μου: «Τώρα μου ήρθες;». Άλλα έπειτα λέω μέσα μου: «Τι όφελος έχεις να νευριάζεις; Κι εσύ βλάπτεσαι, σωματικά και πνευματικά, και θα βλάψεις και αυτόν. Πάρε το απόφαση και κάνε μια προσευχούλα να τον δεχθείς με χαρά και υπομονή». Κι’ όταν κάνω έτσι, να ξέρετε, φεύγει ή κούραση. Δεν ξέρω αν έγινα αντιληπτός. Πραγματικά σας λέω• έτσι είναι, αλλιώς δεν γίνεται, τον έστειλε ο Κύριος. Κι έπειτα ξεχνάω τον νευριασμό κι όλα αυτά. Βέβαια, σπανίως το κατορθώνω, αλλά δεν γίνεται αλλιώς, δεν μπορείς να τον δίωξης. Πρέπει να τον οικονομήσεις. Κι’ αφού πρέπει να το κάνης, τότε κάνε το με την καρδιά σου και με την αγάπη, όσο μπορείς!
Αυτό έχω καταλάβει από τον νεαρό πού πήγε στον π. Π και τον άκουγε εννέα ώρες. Απλώς πού τον άκουσε, άκουσε τον πόνο του και του έδειξε λίγη αγάπη και κατανόηση, αυτό ήταν το φάρμακο. Γιατί σήμερα, στον κόσμο πού ζούμε, δεν έχουμε καιρό ο ένας για τον άλλο. Όλοι νοιώθουμε την ανάγκη του άλλου, αλλά όλα τα θεωρούμε σπουδαιότερα από τον αδελφό μας• τα πράγματα και τα αυτοκίνητα και τις εργασίες μας. Σπάνιοι είναι οι άνθρωποι πού μπορούν να καθίσουν να ακούσουν τον άλλον!
Και να σας πω αυτό πού έμαθα από τον πατέρα μου, ένα απλό χωρικό. Όταν περνούσε κάποιος από εκεί πού εργαζόταν στον κάμπο, στο αμπέλι, κλπ., έστω μικρό παιδί, αυτός άφηνε τη δουλειά του, όσο κι αν ήταν σπουδαία και επείγουσα, πήγαινε να τον χαιρετήσει -αν ήταν μεγαλύτερος- να τον κεράσι, να καθίσει μαζί του. Και έλεγε ή μητέρα μου: «Ευλογημένε, τίποτα δεν θα κάνης έτσι• Τι πράγματα είναι αυτά;». Αυτός όμως κατόρθωνε να τελειώνει όλες τις δουλειές και ταυτόχρονους να τον αγαπούν όλοι. Τον αγαπούσαν και παιδιά από οικογένειες κομμουνιστικές. Δεν πήγαιναν άλλου, έρχονταν στον πατέρα μου, γιατί καταλάβαιναν ότι αυτός τα δέχεται με αγάπη, ότι δεν τα αισθάνεται ως βάρος.
Είχε καιρό να αφιέρωση για τους άλλους. Του άρεσε να συζητάει για τον Ντοστογιέβσκι. Πήγε στο Γυμνάσιο προπολεμικά, Έπειτα παντρεύτηκε. Ήταν μοναχοπαίδι. ο πατέρας του τον παρεκάλεσε να μείνει στο χωριό. Διάβαζε πολλά, πάντοτε όμως την Αγία Γραφή. και είχε να πει παρά πολλά πράγματα. Μου είχε κάνει εντύπωση αυτό!
Όταν γύρισα από το εξωτερικό στο χωριό μου, πήγα να επισκεφθώ έναν γείτονα. Τον βρήκα, μάζευε σανό και τον έβαζε σε μια καμάρα. Δεν τον είχα ιδεί δεκαπέντε χρόνια. Είχα μεγαλώσει εκεί, μαζί με τα παιδιά του. Τον χαιρέτησα
Α! ήλθες, εδώ είσαι; μου είπε. Μόνον αυτό.
Δεν έδειξε ενδιαφέρον, ούτε κουνήθηκε από τη θέση του. Και μου κακοφάνηκε αυτό. Τότε κατάλαβα γιατί τα παιδιά του έχουν τόσο εγωισμό πάνω τους. Διότι πήραν από τον πατέρα τους. Ήταν πολύ εργατικός αυτός, αλλά το «εν, ου εστί χρεία» δεν το είχε μέσα του. Δεν με νοιάζει έμενα προσωπικά, αλλά μου κακοφάνηκε αυτή ή στάσης έναντι των ανθρώπων.
Ήταν πιο σπουδαίο το έργο του από το πρόσωπο του γείτονας, του παιδιού του πού πέρασε από εκεί;
Θυμήθηκα ότι ο πατέρας μου, όπου να ήταν, θα κατέβαινε να χαιρετήσει.
Ερώτηση: Ό πατέρας σας ήταν της Εκκλησίας άνθρωπος;
Απάντηση: Ναι, ήταν της Εκκλησίας άνθρωπος, και μάλιστα σε μια εποχή πολύ δύσκολη. Μεταπολεμικά ζήτησαν απ’ αυτόν να γίνει δάσκαλος, επειδή είχε σχεδόν τελειώσει Λύκειο. Έκαναν σεμινάρια δύο μήνες και γίνονταν δάσκαλοι. Και απ’ αυτούς ήταν πιο διαβασμένος. Άλλα αυτός δεν ήθελε να γίνει, λέγοντας: «Ξέρετε, δεν θέλω να αναλάβω, γιατί θα αναγκασθώ να διδάσκω αθεΐα, και δεν μπορώ».
Του ζήτησαν να εργασθεί και στο Δημαρχείο. Δεν είχαν γραμματέα. Αρνήθηκε: «Όχι, είπε, έχω τα κτήματα μου, τα παιδιά μου, δεν θέλω».
Ένας από τους κομμουνιστές, όταν πέθανε ο πατέρας μου, έλεγε: «Δεν μπορούσα να καταλάβω τον Τσίρο -έτσι έλεγαν τον πατέρα μου-. Αυτός ήταν πιο διαβασμένος και πιο ικανός από όλους μας. Εμείς πήγαμε εκεί πέρα και αυτός αρνήθηκε να έρθει. Καλός άνθρωπος ήταν, αλλά αυτό το πράγμα δεν μπορούσα να το καταλάβω».
Εγώ έλεγα: «Εσείς είχατε άλλα σχέδια».
Τότε πού δεν τολμούσε κανείς να πάει στην Εκκλησία (στο μοναστήρι Μόρατσα είναι ο ναός) ο πατέρας μου έπαιρνε εμάς τα παιδιά την α’ εβδομάδα της Σαρακοστής για να κοινωνήσουμε. Το έκαμνε τακτικά αυτό.
Μία φορά καθόμασταν. Είχαν μαζευτεί όλα τα αδέλφια μου, εκτός από τον μικρότερο. Είχαμε εργασθεί όλη την ήμερα και το βραδάκι καθόμασταν και συζητούσαμε. Είχε γίνει λόγος περί της πίστεως, της ομολογίας- αν πρέπει να αποφύγομε την ομολογία, για να μην εκθέσομε τον εαυτόν μας. ο μακαρίτης ο αδελφός μου, ο μεγαλύτερος, έλεγε ότι δεν πρέπει βέβαια να εξωτερικεύομε την πίστη μας. Μπορεί να την κρατάει κανείς μέσα του. Εγώ έλεγα το αντίθετο, ότι πρέπει αυτό πού πιστεύεις, να το ομόλογης. Ήμουν τότε στο 4ο έτος της Ιερατικής Σχολής. και οι άλλοι αδελφοί μου είπαν τη γνώμη τους. ο πατέρας μου άκουγε τη συζήτηση, και σε μια στιγμή λέει: «Ακουστέ παιδιά! Έχω εσάς, επτά γιους• και είμαι έτοιμος να χύσω την τελευταία σταγόνα του αίματος μου για σας. Όμως να θυμάστε αυτό πού σας λέω: Εάν ερχόταν κάποιος να μου ειπεί: «Διάλεξε, ή θα σου σκοτώσουμε τους επτά γιους ή θα αρνηθείς τον Χριστό», εγώ θα έλεγα – και έκλαιγε ο καημένος-: «Ό Θεός τα έδωσε, ο Θεός τα πήρε… Δεν είναι δικά μου, του Θεού είναι. Σκοτώστε τα παιδιά. Τον Χριστό δεν τον αρνούμαι».
Έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Μου έχει μείνει αυτό το πράγμα. Με τέτοια ζέσι! Και το απέδειξε. Ήταν καμάρι του πού είχα γίνει Ιερεύς.
Μια άλλη φορά, όταν τελείωνα την Ιερατική Σχολή, συζητούσαμε. «Τι θα γίνεις;» μου έλεγε. Είπα: «Ξέρω κι εγώ Τι θα γίνω και πως θα γίνω; Δύσκολα εδώ στο Μαυροβούνι». Λέει: «Γιατί δεν γίνεσαι μοναχός;».
Λέω: «Εσύ έχεις ένα σωρό παιδιά γύρω σου, κι εμένα βρήκες;».
— Α! ναι, λέει. Αν χρειάζεται, αν πρέπει να θυσιάσεις τον εαυτό σου για τον Χριστό, δεν γίνεται αλλιώς.
Εγώ, όσο ήμουν στο εξωτερικό, δεν του είχα γράψει.
Και όταν έγινα μοναχός, εφάρμοσα το καλογερικό• να μην έχω σχέσεις με τους συγγενείς. Δεν υπολόγιζα τον
καημένο τον πατέρα μου, ο οποίος είχε άλλη νοοτροπία. Όταν γύρισα, κατάλαβα πόση χαρά είχε πού έγινα μοναχός! Κάποιος του είχε στείλει, εν άγνοια μου, φωτογραφίες από την χειροτονία. Είχε πάρει τη φωτογραφία, μου έλεγαν, τη φιλούσε, και έκλαιγε. Τόση χαρά έκανε!
Περνούσαμε από ένα λιβάδι μαζί και μου έλεγε: «Έλα, απ’ εδώ πάμε. Που ξέρεις από πότε έχει να πέραση πόδι ιερέως. Να τα ευλόγησης». Με πολλή σοβαρότητα το έλεγε αυτό και με καμάρι. Με αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα τα άλλα παιδιά. Ήθελε και οι άλλοι αδελφοί μου να πάνε στην Ιερατική Σχολή, αυτοί όμως δεν τον υπάκουσαν.
Ερώτηση: Τον π. Ιουστίνο πως τον γνωρίσατε;
Απάντησης: Το π. Ιουστίνο τον γνώρισα στο Βελιγράδι το 1958. Ήμουν πρωτοετής φοιτητής. Εκεί είχε πεθάνει μία γνωστή του κυρία, ευσεβής, ή όποια αγαπούσε τους μοναχούς. Το σπίτι της είχε γίνει μετόχι των Μονών στο Βελιγράδι.
Είχε πάει στην κηδεία της κυρίας αυτής. Εγώ είχα ακούσει ότι υπάρχει κάποιος π. Ιουστίνος, είχα διαβάσει μικροπράγματα δικά του και πήγαμε να τον δούμε. Θυμάμαι, σαν όραμα το βλέπω: ολόλευκος και με το μακρυμάνικο ράσο. Πρώτη φορά έβλεπα, διότι οι άλλοι παπάδες δεν φορούσαν. Ομίλησε στην κηδεία. Ήσαν 3-4 αρχιερείς και παπάδες. Λοιπόν ομίλησε και έκλαιγε. Δύο πηγές τα μάτια του. Ολόλευκος όπως ήταν. και έλεγε στην αδελφή Λιούμπιτσα:
«Εσύ τώρα πού πας στην άνω Σερβία, να χαιρετήσεις εκεί όλους τους αδικοχαμένους αδελφούς μας».
Όταν τελείωσε ή ομιλία και έφυγαν οι αρχιερείς και οι παπάδες, εγώ τον χαιρέτησα. Μου έκανε εντύπωση. Γιατί τότε, το να πεις τέτοια πράγματα, ήταν πολύ τολμηρό.
Τότε τον πρωτογνώρισα και έτσι μου έμεινε: Μια προφητική μορφή. Ζωντάνια πού είχε! Πολύ ζωντανός.
Δεν φοβόταν ο π. Ιουστίνος. Ένας πρώην μαθητής του πού είχε γίνει παπάς και μεταπολεμικά έγινε… Υπουργός των Εσωτερικών, τον οποίον δεν τόλμησαν να καθαιρέσουν σε εκείνη την τρομακτική εποχή πού έσφαξαν κεφάλια, είχε απομακρυνθεί από την εκκλησία, αλλά εκτιμούσε πολύ τον π. Ιουστίνο. Τον κάλεσε λοιπόν καί
του ζήτησε συνεργασία:
Ξέρουμε την άξια σας κλπ. Θέλετε να συνεργαστείτε μαζί μας;
Με σας τους άθεους; Ποτέ! Μπορείτε να με κόψετε σε δισεκατομμύρια κομμάτια. Εγώ τον Χριστόν μου θα τον έχω, απήντησε ο π. Ιουστίνος.
Καλά, καλά, είπε ο Υπουργός.
Είχε πράγματι ένα πνεύμα ομολογίας μέσα του, πνεύμα παρρησίας ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων.
Ερώτηση: Επειδή ζήσατε αρκετά στην Ελλάδα και γνωρίσατε τον απλό λαό και την απλή ευσέβεια του, θα θέλατε να μας ειπείτε πως είδατε να βιώνεται ή Ορθοδοξία μέσα στο λαό μας τον ορθόδοξο, Σερβικό και Ελληνικό;
Απάντησης: Θα απαντήσω μ’ ένα παράδειγμα. Προσφάτως είχα πάει στην Κύπρο. Μου είχε κάνει εντύπωση το ήθος πού διατηρούν οι Κύπριοι μέχρι σήμερα. Εδώ στην Ελλάδα, στα ευρέα λαϊκά στρώματα, έχει χαθεί νομίζω το πανάρχαιο αυτό ήθος. Ίσως να το συναντάς στα νησιά. Είναι ένα ήθος ζυμωμένο με το λαό, πού το συναντάς σε κάποιες γυναικούλες, γριούλες, σε λαϊκούς και σε κληρικούς ακόμη, όπως είναι ο π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, τέτοιοι.
Αυτό πού είδα στην Κύπρο μου έκανε τεράστια εντύπωση. Ρώτησα μια γριούλα: «Πότε ήρθες από το χωριό;». Λέει: «Από που είσαι, πάτερ;». Λέω: «Από τη Σερβία». Λέει: «Εγώ είμαι από το τάδε χωριό».
Έτσι όπως ήταν, φαινόταν και στο φέρσιμο και στην ενδυμασία και στην έκφραση του προσώπου και στη συμπεριφορά. Και κατάλαβα πως ή Εκκλησία είναι πραγματικά ένα εργαστήριο, ένα χωνευτήρι, πού κτίζει, πού δημιουργεί, πού ζυμώνει με την αυτή ζύμη τους λαούς ανεξαρτήτως της περιοχής και γλώσσης και των εθνικών ιδιομορφιών, κλπ.). Ή Εκκλησία αφήνει μια σφραγίδα στον άνθρωπο, χωρίς να το καταλαβαίνει ότι είναι ορθόδοξος.
Μου έλεγαν για κάποιον καλλιτέχνη μας πού είναι τελείως εκκοσμικευμένος και δεν έχει καμία σχέση με την εκκλησία, τι είχε κάποια έκθεση ζωγραφικής στη Σουηδία. Κάποιος από τους εκεί καλλιτέχνες τον ρωτούσε: «Εσείς πως έχετε την Βυζαντινή υφή μέσα στα έργα σας;».
— Δεν έχω καμία σχέση με την Βυζαντινή τέχνη, λέει.
Δεν ασχολήθηκα ποτέ!
— Από που είσαι; ρώτησε.
— Από τη Σερβία
— Σε ποια θρησκεία ανήκεις;
— Δεν ανήκω σε καμία θρησκεία.
— Καλά εσύ. ο πατέρας σου όμως;
— Είναι ορθόδοξος Σέρβος.
Μολονότι ήταν εκκοσμικευμένος, ο καλλιτέχνης διατηρούσε μέσα στο υποσυνείδητο του ότι είχε πάρει το μάτι του περνώντας από τα μοναστήρια. Και αυτό τον σημάδεψε.
Το ίδιο παρατήρησα και στη Μολδαβία πού δεν υπέστη δυτική επίδραση από τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Ουνίτες, όπως ή Τρανσυλβανία.
Το ίδιο και στο Μαυροβούνι. Σάς λέω: γυναίκες στην Κύπρο είναι σαν να τις έχεις μεταφυτέψει από το Μαυροβούνι. Είναι ένα πράγμα μυστήριο. Το Μυστήριο της Εκκλησίας και του έργου της μέσα στους λαούς.
Το ίδιο είδα και στην Ελλάδα, εκεί πού ήμουν εφημέριος. Αυτές οι γριούλες του χωρίου μου έμαθαν πολλά πράγματα. Θυμάμαι μια γριούλα από τα Σπάτα. Είχα πάει να την εξομολογήσω και να την κοινωνήσω. Ήταν άρρωστη ή καημένη! Έκανε πολλή χαρά πού πήγα. Μου έλεγε: «Πάτερ, πολύ σ’ ευχαριστώ πού μου έφερες την Θεία Κοινωνία. Ξέρεις, τα Μυστήρια είναι ή προίκα της Εκκλησίας». Άκου! Και την ίδια σχεδόν έκφραση βρήκα στον Νικόλαο Καβάσιλα.
Θα σας ειπώ ένα άλλο γεγονός πού φανερώνει την πηγαία πίστη του λαού. Ήμουν στο 4ο ή 5ο έτος της Ιερατικής Σχολής. Είχα πολλές δυσκολίες και περνούσα μια σοβαρή κρίση. Την εποχή αυτή είχα πάει να επισκεφθώ την αδελφή μου, πού είναι παντρεμένη σε ένα άλλο χωριό. Ήταν μακριά και είχα πάει με το άλογο. Επιστρέφοντας συναντώ έναν χωρικό από την Άνω Μόρατσα και τον χαιρετώ με τον χαιρετισμό: «Ό Θεός βοηθός». Λαϊκός χαιρετισμός στη Σερβία, στον οποίο άπαντα ο λαός: «ο Θεός και σένα να βοηθήσει». Του έκανε εντύπωση ο χαιρετισμός μου. Νέος άνθρωπος να χαιρετά έτσι! Μου απάντησε: «ό Θεός να σε βοηθήσει» και με ρώτησε: «Δε μου λες, από που είσαι;».
— Είμαι από την Κάτω Μόρατσα, είπα.
— Που πήγες;
— Έχω εδώ την αδελφή μου παντρεμένη και πήγα να την ιδώ.
— πως λέγεται ο πατέρας σου; μου λέει.
— Είναι ο Τσίρο.
— Δε μου λες, σε παρακαλώ, λέει, τι έγινε μ’ εκείνο το παιδί πού είχε πάει να γίνει παπάς;
— Καλά είναι, λέω. Εδώ είναι τώρα και σας μιλάει. Δεν θα το ξεχάσω εκείνο το πράγμα. Σταμάτησε ο άνθρωπος, τον έπιασαν τα κλάματα. Λέει:
— Παιδί μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού πού με αξίωσε να σε ιδώ σήμερα. Ας είναι ευλογημένος και ο πατέρας σου πού σ’ έστειλε να πάρεις αυτό το δρόμο. Για μένα, πίστεψε με, είναι ή μεγαλύτερη μέρα της ζωής μου, πού σε είδα σήμερα.
Κι’ άρχισε κι έκλαιγε ο άνθρωπος.
Τις ημέρες εκείνες είχα μια κρίση, ένοιωθα μια τρομακτική πίεση. Είχα μια αναστάτωση. Νόμιζα ότι όλοι ήσαν εναντίον μου, ότι όλοι με υποβλέπουν. Άλλα αυτή ή σκηνή μοβ έχει μείνει. Να βρεις έναν άνθρωπο με τέτοια πίστη! Εγώ προχώρησα κι αυτός συνέχισε να εύλογη Λέει ή Γραφή: «Τέτοια πίστη δεν βρήκα ούτε στον Ισραήλ». Αυτό δείχνει μια άλλη περίπτωση πού συνέβη όταν πήγα στο 40ήμερο μνημόσυνο του πατέρα μου (πέθανε το 1977). Περνώντας από το δρόμο συνάντησα μια χωρική 50-55 ετών. Ήταν ερημιά και της είπα:
— ο Θεός μαζί σας.
— Καλημέρα, μου άπαντα.
— Τι κάνεις; της λέω.
— Καλά, λέει. Εσύ είσαι του Τσίρου ο γιος;
— Ναι!
— Με γνωρίζεις εμένα; Είμαι του τάδε αδελφή πού είσαστε κουμπάροι. και συμπληρώνει: Πότε θα έλθεις εδώ
σ’ εμάς;
— Τι να κάνω εγώ εδώ, λέω. Τον Θεό δεν τον πιστεύετε, τον παπά δεν τον σέβεστε. Εγώ χωρίς Θεό δεν μπορώ
να ζήσω.
— Όχι κι έτσι!
— πως δεν είναι έτσι!
— Δεν είναι έτσι.
Κοίταξε λίγο γύρο, να δει ότι δεν είναι κανείς και λέει:
— Να ξέρης, προσεύχομαι εγώ στο Θεό, αλλά εγώ ξέρω που και πότε θα προσευχηθώ. Δεν θέλω μπροστά σ’ αυτά τα σκυλιά, να κοροϊδεύουν τον Θεό κι’ εμένα. Αλλά ξέρεις, χωρίς το Θεό, χωρίς την πίστη στο Θεό, δεν θα υπήρχα σήμερα και δεν θα μιλούσα μαζί σου.
Και πιστέψατε: Ή γυναίκα αυτή δεν έχει πατήσει στην εκκλησία από το 1945, αλλά την έχει κρύψει μέσα της. Μαυροφορούσε. Ήταν σαν καλόγρια. Αυτή ή πίστης κρυμμένη μέσα της.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ζει Κύριος ο Θεός; Ή ζωντανή πίστης. Αυτή δεν μπορεί να σβήσει από την ψυχή του λαού.
Περιοδικό “Όσιος Γρηγόριος”, έτος 1988. Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους.

Μοναχός Ιωακείμ ο… Ληστής

undefined
Τό σπήλαιο όπου έμενε ο μοναχός Ιωακείμ
Ο μοναχός Ιωακείμ Αγιαννανίτης γεννήθηκε στο χωριό Καλλικράτης Σφακίων της Κρήτης στα μέσα του 19ου αιώνος. Ως λαϊκός ήταν ληστής φοβερός και αποτε­λούσε τον φόβο και τον τρόμο των Τούρκων. Βοηθούσε στα κρυφά τους χριστιανούς. Ο Τούρκος αγάς του έδινε τα πάντα μόνο να φύγει από την Κρήτη.
Με την παρουσία καί βοήθεια της Αγίας Άννας ήλθε στην αγιορείτικη σκήτη της κι εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωακείμ. Επί πεντα­ετία έμεινε πλησίον του Κυριακού σ’ ένα κελλάκι νουθετούμενος ταπεινά από τους πατέρες της σκήτης. Κατόπιν πήγε σ’ ένα σπήλαιο, για να συνεχίσει τους ασκητικούς του αγώνες, υπομένοντας τον παγετό του χειμώνα καί τον καύσωνα του θέρους. Κατά την επίσκε­ψη του σε αυτόν ο Γέροντας Ιωακείμ Σπετσιέρης γράφει: «Ουδέν είδον να έχη το σπήλαιον του ειμή μίαν στάμναν με νερόν, ούτε κλίνην ούτε ρούχα ύπνου, ει μη εκείνα άτινα εφόρει, μεθ’ ων καί εκοιμάτο, αν καί το πλείστον της νυκτός ηγρύπνει προσευχόμενος. Ως δε εννόησα έπαιρνεν ολίγον ύπνον καθήμενος καί ακουμβών εις τον τοίχον του σπηλαίου».
Υπομένοντας με αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση τίς δύσκολες καιρικές συνθήκες, την πείνα καί τη δίψα, τ’ αντίθεα πάθη και τους μοχθηρούς καί ύπουλους δαίμονες εξήλθε νικητής. Φωτιά δεν άναψε ποτέ, καινούργια καί καθαρά ρούχα δεν φόρεσε, ανάπαυση δεν έδωσε στο σαρκίο του. Έμεινε να μετρά τα κομποσχοίνια του με πετραδάκια πού έριχνε από τον ένα κουβά στον άλλο. Είχε επίσης καλή συνήθεια να περιδιαβαίνει τα δύσκολα εκείνα μονοπάτια, καθαρίζο­ντας τα, για να διευκολύνει λίγο τους οδοιπόρους. Στά σταυροδρό­μια τοποθετούσε σταυρούς, για να μη χάνουν οι προσκυνητές τον δρόμο.
Αν καί αγράμματος είχε αποστηθίσει πολλά τροπάρια καί τα έλεγε με πολλή κατάνυξη. Τον λόγο του οσίου Ιωάννου της Κλίμακος «μοναχός αληθής εστίν βία φύσεως διηνεκής καί φυλακή αισθήσεων ανελλιπής» τον είχε κάνει πράξη. Αδιάκοπη νηστεία, συνεχής αγρυ­πνία, ατελεύτητη εγκράτεια, απαράμιλλη ακτημοσύνη, καταπληκτική σκληραγωγία καί ανελέητη βία. Στούς ελάχιστους επισκέπτες του πρόσφερε λίγο μπαγιάτικο παξιμάδι καί νερό καί τους παρακαλούσε να γευθούν, ώστε καί χορτασμένοι να ήταν δεν μπορούσαν ν’ αρνη­θούν την ευλογία της φιλοξενίας. Είχε μόνιμη καί δυνατή τη συναί­σθηση της αμαρτωλότητός του. Συνεχή την ευχαριστία στον Θεό, την Θεοπρομήτορα για τη μεταστροφή του καί την ειλικρινή του μετά­νοια.
Λίγο πρίν τα τέλη του επέστρεψε στο κελλάκι που βρισκόταν στην Σκήτη, συμμετέχοντας στίς ιερές ακολουθίες καί μεταλαμβάνοντας στις θείες λειτουργίες με άκρα συντριβή καρδίας. Ο Θεός τού δώρισε διόραση, διάκριση, προόραση. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Οι Ρώσοι τον είχαν ιδιαίτερη ευλάβεια. Όταν πέρασαν από την Καλύβη του τρεις Ρώσοι, έδωσε στον πρώτο τρία κουκιά, στον δεύτερο λίγο θυμίαμα καί στον τρίτο ένα λουλούδι. Όταν τον ρώτησαν οι πατέ­ρες, γιατί τους έδωσε αυτά, τους απάντησε: Ο πρώτος θα γίνει καλόγερος, του δεύτερου θα πεθάνει ο πατέρας καί ο τρίτος θα παντρευ­τεί. Έτσι κι έγινε.
Προείδε το τέλος του. Αρρώστησε ελαφρά από γεράματα. Όλοι οι πατέρες τον σέβονταν καί ήθελαν όσο μπορούσαν να τον περιποιηθούν. Εκείνος έπινε μόνο νεράκι. Παρά τη σωματική εξασθένιση οι δυνάμεις της ψυχής του ήταν ακμαίες, ο νους του διαυ­γής και η προσευχή του αδιάπτωτη. Ο ήλιος έδυε. Οι πατέρες έψαλ­λαν τον εσπερινό της εορτής της Ζωοδόχου Πηγής. Ό Γέροντας Ιωα­κείμ φώναξε δυνατά «Παναγία μου, Παναγία μου» και τελείωσε τον πολύαθλο βίο του. Μετά την οσιακή κοίμησή του αναφέρονται πολ­λές θαυματουργίες του σε διάφορους Ρώσους ασθενείς. Ανεπαύθη εν Κυρίω το 1889.
Μοναχός Μωυσής αγιορείτης

Για έναν καλύτερο κόσμο…Θεία Λειτουργία!

Σε μια εποχή, που η ζωή καθημερινά υποβαθμίζεται, που ο άνθρωπος χάνει, όλο και περισσότερο την υπόληψή του, που ο κόσμος αποϊεροποιείται και καταστρέφεται ποικιλότροπα.
Σε μια κοινωνία, που στο όνομα της προόδου και του πολιτισμού, το παιδί προσφωνεί τον πατέρα με τη λέξη «ΡΕ», λέξη που σημαίνει το πράγμα, που σημαίνει δηλαδή, ότι ο πατέρας δεν είναι πια πατέρας, αλλά το πράγμα, το αντικείμενο, που χρησιμοποιούμε ή εκμεταλλευόμαστε.
Σε έναν κόσμο, που ο μαθητής προσφωνεί το δάσκαλό του με το μικρό του όνομα, όταν δε βάνει μπροστά και το παραπάνω μυριστικό μόριο, παραγνωρίζοντας την ιερότητα της δασκαλικής ιδιότητας και ισοπεδώνοντας κάθε αξία και μάλιστα κάποτε με την ανοχή ή την παρότρυνση του ίδιου του δασκάλου.
Σήμερα, που οι αλληλοπροσφωνήσεις μεταξύ των ίδιων των παιδιών, περιέχουν λέξεις και φράσεις πορνικής ποιότητας και προέλευσης και που γενικότερα η χυδαιότητα της γλώσσας και η βαρβαρότητα της συμπεριφοράς, έχουν ξεπεράσει κάθε όριο ήθους και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Τώρα, που η στάση του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο, το φυσικό περιβάλλον είναι σαφώς εχθρική, αφού ο σημερινός άνθρωπος είναι έτοιμος και ικανός να κάψει, ακόμα και το καλύτερο δάσος, για το ατομικό του συμφέρον, για να μην κάνουμε λόγο για τη μόλυνση και την οικολογική καταστροφή της φύσης, ζητήματα της αποκλειστικής ευθύνης του ανθρώπου.
Δε γνωρίζουμε, αν κάποτε έλθει η ώρα της ντροπής, για την ποιότητα αυτής της βιτρίνας που στήσαμε της ανθρώπινης ζωής, φοβούμαστε όμως ότι, αν καθυστερήσουμε να φτάσουμε σ’ αυτή την ώρα, της συνειδητοποίησης του εγκλήματος που εγνωσμένα διαπράττουμε, η ντροπή μας θα είναι μάταιη, αναποτελεσματική, χωρίς νόημα και χωρίς αξία.
Γιατί αυτά όλα δεν αποτελούν τα «βαρύτερα του νόμου», πίσω και μέσα σ’ αυτά κρύβονται η λερναία ύδρα της φθοράς και της διαφθοράς, της υπαρξιακής εξαθλίωσης του ανθρώπου και που φυσικά οι ηρακλείς της εποχής μας την τροφοδοτούν πλουσιοπάροχα με τα καλύτερα εδέσματα. Ναρκωτικά, μπαράκια, σκοτεινά κέντρα διασκέδασης και σαρκολατρείας, με βία και βιασμούς, με τρομοκρατία και εγκλήματα.
Μέσα σε τούτο το κλίμα της τραγικής πραγματικότητας που ζούμε, λειτουργούμε και λειτουργούμαστε, πράξη με την οποία επιδιώκουμε τον αγιασμό της ζωής, την ιεροποίηση του ανθρώπου και του κόσμου.
Λειτουργικά κάθε πρόσωπο και κάθε πράγμα βρίσκουν την αξία τους και εμπνέουν το σεβασμό όλων.
Λειτουργικά ανακαλύπτουμε τον άνθρωπο δημιούργημα και εικόνα του Θεού και βρισκόμαστε μεταξύ μας ως αδελφοί, ως παιδιά του ίδιου πατέρα.
Η λειτουργική οικοδομή της κοινωνίας θεμελιώνεται και βασίζεται στα μεγάλα αγκωνάρια της αδελφότητας, της συναντίληψης και του αλληλοσεβασμού.
Η ίδια η λειτουργία μας αποτελεί στη φύση και στην ουσία της ζωντανή εικόνα, άπειρης κοινωνικής ευρύτητας, με ζωή και σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου.
Υπογραμμίζουμε τη λειτουργική τάξη των ιερών ακολουθιών, ολόκληρου του λειτουργικού έτους.
Υπάρχει απόλυτη, αρμονική συνύπαρξη θείου και ανθρώπινου παράγοντα. Ο ουρανός και η γη ενοποιούνται. Για παράδειγμα αναφέρουμε την αρμονική σύνδεση με τον κρίκο της «χαρμολύπης» των ύμων του Τριωδίου με τους αναστάσιμους ύμνους που τυπικά και ουσιαστικά χρησιμοποιούνται την ίδια λειτουργική περίοδο.
Προβάλλουμε από θέση ισχύος τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων όπως εικονίζονται με απόλυτη αλληλοπεριχώρηση των προσώπων και αλληλοαποδοχή «πάντων και υπό πάντων».
Χαιρόμαστε το φως των κονδυλίων, των κεριών, αλλά και τα φώτα του ηλεκτρισμού, που όλα μαζί εκφράζουν το ανέσπερο φως της τρισήλιας θεότητας, που φωτίζει και θερμαίνει και συνέχεια τη λειτουργική σύναξη στο σύνολό της.
Ακόμα, το άρωμα του θυμιάματος με τους ρυθμικούς κτύπους του θυμιατού και το καπνό από το λιβάνι ν’ ανεβαίνει προς τα πάνω, να φτάνει ως τον ουρανό, μοιάζει με συμβολικό συναγερμό υπερύψωσης και πνευματικής ανάτασης των πιστών.
Τέλος, οι κινήσεις των λειτουργών από το ιερό στον κυρίως ναό είτε με την είσοδο και την ανάγνωση του αγίου Ευαγγελίου, είτε με τη μεγάλη είσοδο των τιμίων δώρων, είναι κινήσεις που έχουν ζωντανό, συμβολικό χαρακτήρα.
Ο Χριστός ανάμεσα στους πιστούς με το ευαγγέλιό του, με το λόγο του, πάντοτε ζωντανό και ζωογόνο, όπως τότε στη Γαλιλαία.
Με τα τίμια δώρα, «ως άπαν το πλήρωμα της θεότητος» και όχι μόνον, αλλά και ως όλη η δημιουργία, δώρα του Θεού στον άνθρωπο, οι πιστοί ζουν αυτή την προσφορά ονομαστικά και προσωπικά, την αποδέχονται και το δείχνουν αυτό, με ανάλογη υπόκλιση ή και γονυκλησία και είναι έτοιμοι να αντιπροσφέρουν το Δημιουργό ως «τα σα εκ των σων» για να πάρουν θεωμένα, αγιασμένα, σωσμένα και σωστικά «υπέρ εαυτών και αλλήλων».
Δε μπορούμε επίσης να μην αναφερθούμε στο κτύπημα της καμπάνας, που προηγείται της θείας λειτουργίας. Το νοιώθουμε ως συμβολικό, θεϊκό προσκλητήριο, για τη συμμετοχή στην ίδια τη θεία λειτουργία, «πάντων, των κατοικούντων και παρεπιδημούντων» στην Ενορία.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η λειτουργία μας τελικά είναι τρόπος υπάρξεως ζωής με θεϊκό νόημα, με θεανθρώπινο περιεχόμενο, στοιχεία που έχουν στόχο την αναβάθμιση της ζωής, για ένα καλύτερο αύριο.
Ο κόσμος δεν είναι βέβηλος για να το βασανίζουμε και να τον καταστρέφουμε, είναι κι’ αυτός πλάσμα, δημιούργημα του Θεού, όπως και ο άνθρωπος και η λειτουργική αναζήτηση είναι ακριβώς αυτή η επαναϊεροποίηση του ανθρώπου και του κόσμου.
Ο σωτηρολογικός χαρακτήρας της λειτουργίας μας που εκτείνεται στον άνθρωπο και τον κόσμο, εκφράζει όλη την αγάπη, την έγνοια και τη στοργή του Θεού, για τη λύτρωση του κόσμου, ώστε ο κόσμος να ξαναγίνει θεόκοσμος με αιώνιο παρόν και μέλλον.
«Κύριε μου Χριστέ, ελέησον και σώσον τον κόσμο σου»
π. Στυλ. Θεοδωρογλάκη

Άκουσον τους λόγους μου αγαθέ μου Υιέ (2)



undefined

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...