Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιουνίου 24, 2011

Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος


Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ὁ Κολλυβᾶς, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐξέχουσες μορφὲς τοῦ μοναστικοῦ φρονήματος τοῦ 18ου αἰῶνος, καθὼς καὶ μία φωτισμένη μορφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους.
Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἀθανάσιος Τούλιος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Πάρου.
Ὁ ἴδιος ξεχώρισε σὲ μία δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ γένος, γιὰ τὴ θεολογικὴ κατάρτισή του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ θύραθεν παιδεία του, ἀφοῦ διετέλεσε διδάσκαλος καὶ σχολάρχης.

Ὁ Ὅσιος ἐγεννήθηκε τὸ 1722 ἢ 1723, στὸ Κῶστο τῆς Πάρου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀθανάσιος. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἀπόστολος Τούλιος μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Σίφνο, ἀλλὰ ἐκατοίκησε στὸ Κῶστο, ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε Κωστιανή.
Ἐκεῖ ἐδιδάχθηκε τὰ πρῶτα του γράμματα στὰ ὁποῖα ἔδειξε ἰδιαίτερη κλίση, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πατέρας του τὸν ἔστειλε στὴ Σχολὴ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ναούσης Πάρου.
Στὴν συνέχεια τὸν ἀπέστειλε στὴ Σχολὴ τοῦ Παναγίου Τάφου στὴ Σίφνο καὶ κατόπιν μὲ ἔξοδα τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἀντωνίου Κεφάλου στὴ Σχολὴ τῆς Ἄνδρου, ἂν καὶ οἱ βιογράφοι του δὲν συμφωνοῦν ὄλοι μὲ αὐτό. Τὸ 1745, σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν ἀποχαιρετᾶ τοὺς γονεῖς του καὶ φθάνει στὴ Σμύρνη, ὅπου ἐγγράφεται στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολή.
Μιὰ σχολὴ ὅπου ἐφοίτησαν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς καὶ ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, δηλαδὴ ὁ μετέπειτα στενός του συνεργάτης Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, παραμένοντας ἐκεῖ γιὰ ἕξι ἔτη. Ὅταν πληροφορήθηκε τὴ λειτουργία τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς μὲ διευθυντὴ τὸ Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ἀπὸ τὴν Πάτρα, ἐγγράφεται ἀμέσως (1751), τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀναλαμβάνει Διευθυντὴς ὁ Διάκονος τότε, Εὐγένιος Βούλγαρης.
Ἀπὸ τὸ Νεόφυτο ἐκπαιδεύτηκε στὰ «Γραμματικὰ» καὶ στὰ «Περὶ Συντάξεως» τοῦ Θεοδώρου Γαζῆ, ἐνῶ ἀπὸ τὸν Εὐγένιο στὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς. Κατόπιν ἐκπαιδεύεται στὴ ρητορικὴ καὶ τὴν ποιμαντική, ἐνῶ σταδιακὰ ἀρχίζει νὰ ξεχωρίζει γιὰ τὶς ἰκανότητές του. Ἡ διαρκὴς ἀνέλιξή του τὸν καθιστᾶ «δεξὶ χέρι» τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη καὶ σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν, ἀναλαμβάνει τὴ θέση τοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς.

Ἡ φήμη του γιὰ τὶς ἰκανότητές του ἐμαθεύθηκε ἀνάμεσα στὴν ὑπόδουλη ὀρθόδοξη κοινότητα, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν ζητοῦν γιὰ τὴ Διεύθυνση τῆς Σχολῆς τους. Μὲ παρότρυνση ἀλλὰ καὶ πίεση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη δέχεται, ἂν καὶ ἀρχικὰ προέβαλε κάποιες ἐνστάσεις.
Ἔτσι διευθύνει τὴ Σχολὴ ἐπιτυχῶς γιὰ τέσσερα χρόνια (1758 – 1762), ὅταν καὶ τὸ 1762 ἡ Σχολὴ κλείνει λόγῳ ἐπιδημίας πανώλης.
Ἔτσι καταφεύγει σὲ μία σχολὴ στὴν Κέρκυρα, ποὺ τὴ διευθύνει ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. Ἐκεῖ τελικὰ ὁλοκληρώνει τὶς σπουδές του καὶ ὁδηγεῖται στὸ Μεσολόγγι, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ συμμαθητοῦ του στὴν Ἀθωνιάδα Παναγιώτη Παλαμᾶ, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ἀπὸ τὸ 1760 τὴν Παλαμιαία Σχολή.
Μετὰ τὰ Ὀρλωφικὰ (1768 – 1774), ἡ Παλαμιαία Σχολὴ εὑρίσκεται σὲ ἀκμὴ μὲ τὸν Ἀθανάσιο νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο, ὅμως τότε λαμβάνει τιμητικὴ πρόσκληση ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο ἀναφέροντάς του: «Ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διὰ γραμμάτων Συνοδικῶν τὸν παρακαλεῖ ν’ ἀπέλθει εἰς Ἅγιον Ὄρος ὡς διδάσκαλος καὶ σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς μετὰ τὸν ἀοίδιμον Εὐγένιον».

Ὁ ἴδιος δέχεται ἄμεσα καὶ παρεπιδημεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου συναντᾶ τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν προτρέπει νὰ χειροτονηθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος ὑπακούει καὶ χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο πρεσβύτερος. Τὸ 1777, πικραμένος ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ Κολλυβάδες καὶ μετὰ ἀπὸ κάλεσμα ἐπιστρέφει ὡς Σχολάρχης στὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης.
Διευθύνει τὴ Σχολὴ γιὰ 6 ἔτη (1777 – 1783) ἢ γιὰ ἄλλους 8 ἔτη (1777 – 1785). Τὸ ποίμνιο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν γνωρίζει πλέον καὶ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος ὡς Ἱερέα. Τώρα μὲ νέα Πατριαρχικὴ ἐπιστολὴ καλεῖται νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ζητοῦν μάλιστα νὰ καθορίσει μόνος του τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του.
Ὁ ἴδιος ὅμως θὰ ἀπαντήσει: «Τὰς μὲν ἀρχιερατείας τιμῶ καὶ προσκυνῶ ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος. Ἂν ἐκαταλάμβανα ὅτι ἔκαμνα περισσότερον καρπὸν εἰς τὴν Βασιλεύουσαν πόλιν, ἤθελα ἔλθει αὐτόκλητος.
Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς στοχάζομαι, αὐτοῦ εἶναι κάποια ἐμπόδια, διὰ τοῦτο, ἄφετέ μέ, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τὰ πέριξ νὰ ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τὸ Γένος μου». Καὶ τὸν ἄφησαν...

Ἡ ὁριστική του ἀπόφαση εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα του, τὴν Πάρο. Καὶ ἐνῶ τὸ πλοῖο κατευθύνεται πρὸς τὸ νότιο Αἰγαῖο, ξεσπάει ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τὸ πλοῖο ἀναγκάζεται νὰ προσορμισθεῖ στὴ Χίο (5 – 6 Νοεμβρίου 1786, 64 ἐτῶν).
Ἀποσύρεται στὸ μονύδριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἐκεῖ μελετᾶ καὶ προσεύχεται. Ξεκινᾶ τὸ Θεολογικὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ τὴ Λογικὴ τοῦ ἀοιδίμου Εὐγένιου Βούλγαρη. Ὅταν τελειώνει ὁ πόλεμος, δέχεται νὰ παραμείνει στὴ Χίο, στὰ χέρια τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ.
Τελικὰ θὰ παραμείνει ἐκεῖ τρεῖς δεκαετίες. Ἡ «Φιλοσοφικὴ Σχολή», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του γνωρίζει τεράστια ἀκμὴ καὶ ἀνάλογη φήμη. Τὸ 1812, 90 ἐτῶν πλέον, παραιτεῖται.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ πὼς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχοὺς (ὅπως ὑποτιμητικὰ τοὺς ἀποκαλοῦσαν, λόγῳ τῆς θεολογικῆς διαμάχης γιὰ τὴ χρήση τῶν Κολλύβων), οἱ ὁποῖοι μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, προσπάθησαν καὶ τελικὰ κατάφεραν νὰ διατηρήσουν, ἀπὸ τὶς νοθεῖες τοῦ Πρωτεσταντισμοῦ καὶ τῆς Οὐνίας, τὴν Ὀρθόδοξη πίστη.
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἐδέχθηκε σφοδρὸ διωγμὸ στὸ Πατριαρχεῖο, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, τὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἀγάπιο τὸν Κύπριο, τὸν Ἰάκωβο τὸν Πελοποννήσιο καὶ τὸν Χριστόφορο Προδρομίτη, γιὰ τὸν ἀγώνα τους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.
Ὁ ἴδιος καθαιρεῖται ἀπὸ ἱερέας καὶ καταδικάζονται οἱ ὑπόλοιποι. Διώκονται καὶ ἐξορίζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ὁ Ἀθανάσιος ὁδηγεῖται, ὅπως προαναφέρθηκε, στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ πίκρα ὅμως τῶν διωγμῶν αὐτῶν ἔγινε τὸ νερὸ ποὺ ἐπότισε  μὲ τοὺς διασκορπισμένους Κολλυβάδες τὸ Ὀρθόδοξο Γένος σὲ μία δύσκολη καὶ μεταβατικὴ ἱστορικὴ ἐποχή.

Τὸ 1771 ἐντέλει, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διαπίστωσε τὶς συκοφαντίες καὶ τοὺς ἀθωώνει. Μεταξὺ ἄλλων ἡ ἀθώωση ἀναφέρει:

«Δύναται πολλάκις καὶ συρραφεῖσα διαβολὴ ὑποκλέψαι τοῖς ἀνεγκλήτοις καὶ ἀναιτίου καταδίκης αἰτία γενέσθαι πρὸς ἄνδρας ἀθώους καὶ ἀμετόχους τῶν κατ’ αὐτῶν λαληθέντων... Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ ὁ κὺρ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ἀνὴρ ὢν οὐ τῶν εὐκαταφρονήτων, σοφίας τὲ μετασχηκὼς τῆς θύραθεν καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς καὶ καλῶς μεμνημένος τὰ θεῖα... ἀθῶος ὑπάρχει... ἔχων καὶ τὸ ἐνεργοῦν τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ ἀκωλύτως...».

Στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα ἀπόμερο μέρος τῆς Χίου, τὰ Ρεστά, ὅπου ὑπῆρχε μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ μαζί του ἡσύχαζε καὶ ὁ μαθητὴς καὶ φίλος του Νικηφόρος καὶ ὁ Ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Φουρνὰ τῶν Ἀγράφων, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει καὶ δάσκαλος στὴ Σχολή.
Ἐδῶ συγγράφει τὸ πόνημά του «ἀλεξίκακον πνευματικὸν» κατὰ τῶν τότε «ἐκσυγχρονιστῶν» ποὺ ἀντέλεγαν καὶ ἐφέρονταν καταφρονητικὰ σὲ ζητήματα τῶν Θείων Γραφῶν. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του παθαίνει ἀποπληξία.
Ὁ ἴδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά, μετέλαβε καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μιὰ ἡμέρα μετά, στὶς 24 Ἰουνίου 1813. Στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ ἐθαψαν τὸ σεπτό του σκήνωμα, ἐνῶ οἱ συνασκητὲς στὸ κελί του βρῆκαν μόνο μία τριμμένη στολή, ἕνα μελανοδοχεῖο καὶ ἕνα λυχνάρι.
Τὰ ὀστά του τοποθετήθηκαν στὸ ὀστεοφυλάκιο τοῦ ναϋδρίου, ἀλλὰ ἀποτεφρώθηκαν κατὰ τὴ μεγάλη πυρκαγιά, τὸ 1822.Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου εἶναι πλούσιο καὶ πολὺ σημαντικό. Ἀφορᾶ σχεδὸν ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς χριστιανικῆς δράσεως (βίοι Ἁγίων, δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) καὶ ἀξιολογεῖται σήμερα τὴ βιβλική, κοινωνικὴ καὶ δογματική του κατάρτιση, ὡς ἕνα ἐξαιρετικὸ δεῖγμα ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς διακονίας.

Κυκλοφορεῖ τὸ φύλλον τῆς 24.6.11 τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου»

Μερικὰ ἀπὸ τὰ περιεχόμενά του:
◇ Ἀποκαλύψεις τοῦ Βατικανοῦ διὰ τὴν ἑνότητα Παπικῶν – Ὀρθοδόξων. Ἕνωσις μὲ ποικιλία δογμάτων καὶ ἄνευ παραιτήσεως τοῦ παπισμοῦ ἀπὸ τὰς αἱρέσεις του.
◇ Μεγάλη πρόκλησις τοῦ Φαναρίου εἰς βάρος τῆς Πίστεως τῶν Ἑλλήνων. Βιώνομεν ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἡμέρας παρηκμασμένου Βυζαντίου.
◇ Μετά τήν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, μεθοδεύουν τή χρεωκοπίαν τῶν Ἱερῶν Ναῶν τῆς Χώρας;
Διαβάστε και άλλα περιεχόμενα πατώντας το Διαβάστε περισσότερα
◇ Τό Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν διεβεβαίωσε τήν ΔΙΣ ὅτι δέν περιλαμβάνεται εἰς τήν «Κάρταν τοῦ Πολίτου» ὁ 666.
◇ Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου ὡς Ἐκκλησιαστικόν γεγονός. Τοῦ Πρωτ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ.
◇ Αἱ ἀποφάσεις τῆς λέσχης Μπίλντερμπεργκ διά τήν Ἑλλάδα.
◇ Ἡ Ἁγία Μανία. Τοῦ κ. Στεργίου Σάκκου.
◇ Ὑπάρχουν πολλοί θάνατοι ἤ ἕνας ὁριστικός καί ἀμετάκλητος θάνατος τοῦ ἀν­θρώπου. Τοῦ κ. Ἀθανασίου Β. Ἀβραμίδη.
◇ Αἱ θέσεις τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας διὰ τὴν πολύμορφον προσφοράν του.
◇ Ἱδρύθη Ὀρθόδοξος Θρησκευτικὴ Ὑπηρεσία εἰς τὰς Αὐστριακὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις.
Γεγονότα καί Σχόλια. Βιβλιοκρισίαι καί ἄλλη ἐνδιαφέρουσα ὕλη συμπληρώνουν τό φύλλον

24 Ιουνίου Συναξαριστής

 
Το Γενέθλιο του Ιωάννου Προδρόμου, Σύναξις των Δικαίων Ζαχαρία,Ελισάβετ, Παναγιώτη Καισαρεύς, Αθανασίου του Πάριου,Ἅγιος Νικήτας Ἐπίσκοπος,Ὅσιος Γκερμόκιος,Ἁγία Ἀλένα,Ὅσιος Ἰβὰν,Ὅσιος Ἱλαρίων,Ὅσιος Ἀντώνιος,Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Νέου,Ἅγιοι Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης,Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἱερομάρτυρας,Μνήμη Θαύματος Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὡραιοτάτης ἐν Ἀκαρνανίᾳ.



Γενέσιον τοῦ Τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου


Ἡ Ἐκκλησία, τρία μόνο Γενέθλια τιμᾶ καὶ ἑορτάζει: α. τοῦ Δεσπότου καὶ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, β. τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ γ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Τὰ γεγονότα  τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ α’ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του.

Γράφει, λοιπόν, ὅτι στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἡρώδη ἐζοῦσε στὴν Ἰουδαία κάποιος ἱερέας ποὺ λεγόταν Ζαχαρίας. Εἶχε σύζυγό του τὴν Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία ἦταν ἀπόγονος τοῦ Προφήτου Ἀαρών.
Ἦσαν καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζοῦσαν μὲ δικαιοσύνη, φόβο Θεοῦ, εὐλάβεια, σωφροσύνη, καὶ ἐτηροῦσαν τὶς θεῖες ἐντολές.
Γιὰ πολλὰ χρόνια ἱκέτευαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς εὐλογήσει μὲ τὴ χαρὰ τῆς τεκνογονίας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει, παρὰ τὴ θερμὴ προσευχή τους, παιδί. Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ στείρα σύζυγός του Ἐλισάβετ εἶχαν φθάσει σὲ βαθὺ γήρας καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ τεκνοποιήσουν.

Ἐνῶ ὁ ἱερέας Ζαχαρίας εὑρισκόταν μία ἡμέρα στὸ ναὸ καὶ ἐθυμίαζε στὸ ἱερὸ Βῆμα, ἐφανερώθηκε σ’ αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ προμηνύσει τὴ γέννηση τοῦ ἐπιγείου καὶ ἔνσαρκου ἄγγελου, τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
Βλέποντάς τον ὁ Ζαχαρίας ἐταράχθηκε καὶ ἐφοβήθηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔμεινε ἐκστατικός. Τότε ὁ Ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Γιατὶ ὁ Θεὸς ἐδέχθηκε τὴν προσευχή σου καὶ ἡ γυναίκα σου, ἡ Ἐλισάβετ, θὰ γεννήσει υἱό. Καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰωάννη.
Καὶ θὰ δοκιμάσεις μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πολλοὶ θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησή του, γιατὶ θὰ εἶναι μεγάλος καὶ περιφανὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Θὰ λάβει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἀκόμη θὰ κυοφορεῖται στὴν κοιλία τῆς μητέρας του Ἐλισάβετ. Καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του θὰ ἐπιστρέψουν πολλοὶ Ἰσραηλῖτες στὴ γνώση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου αὐτῶν».

Ἀκούγοντας ἔκπληκτος ὁ Ζαχαρίας τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, κατεπλάγη καὶ τὸν ἐρώτησε γεμάτος ἀπορία: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό; Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τὸ γνωρίσω καὶ θὰ τὸ πιστέψω, ὅταν εἶμαι γέροντας στὴν ἡλικία καὶ ἡ γυναίκα μου ὑπέργηρη καὶ στείρα;».
Τότε ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς νὰ σοῦ φέρω αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη ἀγγελία. Καὶ ἰδού, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστεψες στὰ λόγια μου, θὰ μείνεις ἄλαλος μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅσα σοῦ προανήγγειλα, δηλαδὴ μέχρι νὰ γεννηθεῖ ὁ Ἰωάννης».

Πράγματι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ζαχαρίας ἔμεινε βουβὸς καὶ ἄλαλος, ἕως ὅτου ἡ Ἐλισάβετ ἔτεκε τὸν Πρόδρομο.

Τὴν ὄγδοη ἡμέρα οἱ συγγενεῖς ἦλθαν γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ἀλλὰ ἡ Ἐλισάβετ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὀνομαστεῖ Ἰωάννης.
Στὴν ἀπορία τους, πῶς θὰ λάβει τὸ ὄνομα αὐτό, ἐπειδὴ κανένας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς δὲν εἶχε τὸ ὄνομα αὐτό, ὁ Ζαχαρίας ἐζήτησε μία μικρὴ πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του».
Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ὁ Ζαχαρίας δὲ ἄνοιξε ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ὁ δὲ Ἰωάννης καθημερινὰ ἀναδεικνυόταν ὡς ἔμψυχο ὄργανο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πλήρης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήλη κάθε ἀρετῆς καὶ εὐσέβειας.
Κατὰ τοὺς τελευταίους βυζαντινοὺς χρόνους, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Προδρόμου τῆς Πέτρας, μὲ τὴν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τ[πης παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαί σε, οὐκ εὐποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε· στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυνται τῇ ἐνδόξῳ, καὶ σεπτῇ σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμῳ κηρύττεται.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Ἡ πρὶν στεῖρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας· ὃνπερ γὰρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης κῆρυξ, ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.

Μεγαλυνάριον.Ἄνθος τὸ θεόσδοτον ἐκφυέν, σήμερον ἐκ στείρας, εὐωδίας ἁγιασμοῦ, ἔπλησε τὰ πάντα, τὴν ἔρημον τὰ ὄρη, τῶν ποταμῶν τὰ ῥεῖθρα, Χριστοῦ ὁ Πρόδρομος.





Σύναξις Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ τῶν Δικαίων γονέων τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ

Σήμερα ἐτελεῖτο ἡ Σύναξις τῶν γονέων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἑορτὴ τοῦ γενεσίου αὐτοῦ, Ἁγίων Δικαίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.




Ὁ Ἅγιος Νικήτας Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας τῆς Ρουμανίας

Ὁ Ἅγιος Νικήτας, Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας, ἔζησε τὸν 4ο καὶ 5ο μ.Χ. αἰώνα καὶ ἐγεννήθηκε στὴ Δεκία, τὸ 338 μ.Χ. Στοιχεῖα γιὰ τὴ δράση του σώζονται στὸ ἔργο τοῦ Παυλίνου († 431 μ.Χ.), Ἐπισκόπου Νόλλης, τὸν Γεννάδιο τῆς Μασσαλίας († 492 – 505 μ.Χ.), τὸν Κασσιόδωρο († 575 μ.Χ.), καὶ τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο.

Ὁ Ἅγιο Νικήτας συμμετεῖχε ὡς πρεσβύτερος στὴ Σύνοδο τῆς Ρώμης, ποὺ συγκλήθηκε τὸ 369 μ.Χ., κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀναδείχθηκε ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 370 – 371 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας καὶ ἔγραψε τὸ πρῶτό του ἔργο «Περὶ πίστεως». Διακρινόμενος γιὰ τοὺς ἀγῶνές του κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Ἀντιόχειας, τὸ 378 μ.Χ., ὡς καὶ σὲ ἄλλες.
Διέπρεψε στὸ κήρυγμα, στὴν ἱεραποστολικὴ ἐργασία, τὴ συγγραφικὴ δύναμη καὶ τὴν ποιμαντικὴ δράση, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλέσθηκε «Ἀπόστολος τῶν Δακο-Ρουμάνων».Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 420 μ.Χ.



Ὁ Ὅσιος Γκερμόκιος ἐκ Κορνουάλης

Ὁ Ὅσιος Γκερμόκιος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.




Ἡ Ἁγία Ἀλένα ἡ Μάρτυς ἐκ Βρυξελλῶν

Ἡ Ἁγία Ἀλένα καταγόταν ἀπὸ τὶς Βρυξέλλες καὶ ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ἐβαπτίσθηκε Χριστιανή, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ ἐθνικοὶ γονεῖς της, καὶ ἐμαρτύρησε τὸ 640 μ.Χ.




Ὁ Ὅσιος Ἰβὰν ἐκ Τσεχίας

Ὁ Ὅσιος Ἰβάν, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 903 μ.Χ.




Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων (Τβαλοέλι) ἔζησε στὴ Γεωργία κατὰ τὸ 10ο καὶ 11ο αἰώνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Καχούλι τῆς περιοχῆς Σάμζχε καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1401.



Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Ντύμσκ, ἐγεννήθηκε στὸ Νόβγκοροντ, περὶ τὸ 1157. Μία ἡμέρα, ἐνῶ ἦταν στὸ ναὸ καὶ προσευχόταν, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι».
Τότε ὁ Ὅσιος ἐγκατέλειψε τὰ πάντα καὶ ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο, ὑποτασσόμενος πνευματικὰ στὸν Ὅσιο Βαρλαὰμ τοῦ Χουτὺν († 6 Νοεμβρίου), ὁ ὁποῖος τὸν ὅρισε διάδοχό του μετὰ τὴν κοίμησή του.
Ὁ Ὅσιος δὲν ἀποδέχθηκε τὴ θέση αὐτή, ἀλλὰ κατέφυγε στὴν περιοχὴ τῆς λίμνης Ντύμα κοντὰ στὸ Τιχβίν, γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση. Ἐκεῖ ἵδρυσε μοναστήρι στὸ ὁποῖο, μετὰ ἀπὸ πνευματικοὺς ἀγῶνες, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1224.




Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Νέου

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Νέου τιμᾶται τὴν 12η Ἰουνίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του, καθὼς καὶ τὴν 2α Ἰουνίου μὲ ἀφορμὴ θαύματος μὲ τὸ ὁποῖο ἐσώθηκε ἡ πόλη Σουτσεάβα, στὴν ὁποία φυλάσσονταν τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου. Ἡ μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων, ἔγινε στὴν πόλη Σουτσεάβα, ἀπὸ τὴν πόλη Ζιολκίεβ τῆς Πολωνίας, τὸ 1783 μ.Χ.







Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ Δίκαιοι οἱ αὐτάδελφοι

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης κατάγονταν ἀπὸ εὐσεβὴ οἰκογένεια καὶ ἦσαν τέκνα τοῦ Ἰσιδώρου καὶ τῆς Βαρβάρας. Ἐμαρτύρησαν ἀπὸ ἐθνικούς, τὸ 1569, στὴν πόλη Μενούγκα τῆς Ρωσίας, ὁ μὲν Ἰάκωβος σὲ ἡλικία 3 ἐτῶν, ὁ δὲ Ἰωάννης σὲ ἡλικία 5 ἐτῶν.




Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ὁ Νεομάρτυρας ὁ Καισαρεύς

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης ὁ Καισαρεὺς καταγόταν ἀπὸ τὸ Δελβινάκι τῆς Β. Ἠπείρου καὶ ἐμαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν πίστη του στὸ Χριστὸ σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, τὸ 1765, ἐνῶ κατ’ ἄλλους τὸ μαρτύριό του ἔλαβε χώρα τὸ 1767.
Τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε μὲ εὐλάβεια ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς στὸ ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴν Κωνσταντινούπολη.




Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐν Ἀρχαγγέλσκ Σιβηρίας
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γερασίμου.




Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ὁ Κολλυβᾶς, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐξέχουσες μορφὲς τοῦ μοναστικοῦ φρονήματος τοῦ 18ου αἰῶνος, καθὼς καὶ μία φωτισμένη μορφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους.
Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἀθανάσιος Τούλιος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Πάρου.
Ὁ ἴδιος ξεχώρισε σὲ μία δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ γένος, γιὰ τὴ θεολογικὴ κατάρτισή του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ θύραθεν παιδεία του, ἀφοῦ διετέλεσε διδάσκαλος καὶ σχολάρχης.

Ὁ Ὅσιος ἐγεννήθηκε τὸ 1722 ἢ 1723, στὸ Κῶστο τῆς Πάρου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀθανάσιος. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἀπόστολος Τούλιος μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Σίφνο, ἀλλὰ ἐκατοίκησε στὸ Κῶστο, ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε Κωστιανή.
Ἐκεῖ ἐδιδάχθηκε τὰ πρῶτα του γράμματα στὰ ὁποῖα ἔδειξε ἰδιαίτερη κλίση, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πατέρας του τὸν ἔστειλε στὴ Σχολὴ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ναούσης Πάρου.
Στὴν συνέχεια τὸν ἀπέστειλε στὴ Σχολὴ τοῦ Παναγίου Τάφου στὴ Σίφνο καὶ κατόπιν μὲ ἔξοδα τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἀντωνίου Κεφάλου στὴ Σχολὴ τῆς Ἄνδρου, ἂν καὶ οἱ βιογράφοι του δὲν συμφωνοῦν ὄλοι μὲ αὐτό. Τὸ 1745, σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν ἀποχαιρετᾶ τοὺς γονεῖς του καὶ φθάνει στὴ Σμύρνη, ὅπου ἐγγράφεται στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολή.
Μιὰ σχολὴ ὅπου ἐφοίτησαν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς καὶ ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, δηλαδὴ ὁ μετέπειτα στενός του συνεργάτης Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, παραμένοντας ἐκεῖ γιὰ ἕξι ἔτη. Ὅταν πληροφορήθηκε τὴ λειτουργία τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς μὲ διευθυντὴ τὸ Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ἀπὸ τὴν Πάτρα, ἐγγράφεται ἀμέσως (1751), τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀναλαμβάνει Διευθυντὴς ὁ Διάκονος τότε, Εὐγένιος Βούλγαρης.
Ἀπὸ τὸ Νεόφυτο ἐκπαιδεύτηκε στὰ «Γραμματικὰ» καὶ στὰ «Περὶ Συντάξεως» τοῦ Θεοδώρου Γαζῆ, ἐνῶ ἀπὸ τὸν Εὐγένιο στὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς. Κατόπιν ἐκπαιδεύεται στὴ ρητορικὴ καὶ τὴν ποιμαντική, ἐνῶ σταδιακὰ ἀρχίζει νὰ ξεχωρίζει γιὰ τὶς ἰκανότητές του. Ἡ διαρκὴς ἀνέλιξή του τὸν καθιστᾶ «δεξὶ χέρι» τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη καὶ σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν, ἀναλαμβάνει τὴ θέση τοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς.

Ἡ φήμη του γιὰ τὶς ἰκανότητές του ἐμαθεύθηκε ἀνάμεσα στὴν ὑπόδουλη ὀρθόδοξη κοινότητα, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν ζητοῦν γιὰ τὴ Διεύθυνση τῆς Σχολῆς τους. Μὲ παρότρυνση ἀλλὰ καὶ πίεση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη δέχεται, ἂν καὶ ἀρχικὰ προέβαλε κάποιες ἐνστάσεις.
Ἔτσι διευθύνει τὴ Σχολὴ ἐπιτυχῶς γιὰ τέσσερα χρόνια (1758 – 1762), ὅταν καὶ τὸ 1762 ἡ Σχολὴ κλείνει λόγῳ ἐπιδημίας πανώλης.
Ἔτσι καταφεύγει σὲ μία σχολὴ στὴν Κέρκυρα, ποὺ τὴ διευθύνει ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. Ἐκεῖ τελικὰ ὁλοκληρώνει τὶς σπουδές του καὶ ὁδηγεῖται στὸ Μεσολόγγι, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ συμμαθητοῦ του στὴν Ἀθωνιάδα Παναγιώτη Παλαμᾶ, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ἀπὸ τὸ 1760 τὴν Παλαμιαία Σχολή.
Μετὰ τὰ Ὀρλωφικὰ (1768 – 1774), ἡ Παλαμιαία Σχολὴ εὑρίσκεται σὲ ἀκμὴ μὲ τὸν Ἀθανάσιο νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο, ὅμως τότε λαμβάνει τιμητικὴ πρόσκληση ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο ἀναφέροντάς του: «Ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διὰ γραμμάτων Συνοδικῶν τὸν παρακαλεῖ ν’ ἀπέλθει εἰς Ἅγιον Ὄρος ὡς διδάσκαλος καὶ σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς μετὰ τὸν ἀοίδιμον Εὐγένιον».

Ὁ ἴδιος δέχεται ἄμεσα καὶ παρεπιδημεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου συναντᾶ τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν προτρέπει νὰ χειροτονηθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος ὑπακούει καὶ χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο πρεσβύτερος. Τὸ 1777, πικραμένος ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ Κολλυβάδες καὶ μετὰ ἀπὸ κάλεσμα ἐπιστρέφει ὡς Σχολάρχης στὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης.
Διευθύνει τὴ Σχολὴ γιὰ 6 ἔτη (1777 – 1783) ἢ γιὰ ἄλλους 8 ἔτη (1777 – 1785). Τὸ ποίμνιο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν γνωρίζει πλέον καὶ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος ὡς Ἱερέα. Τώρα μὲ νέα Πατριαρχικὴ ἐπιστολὴ καλεῖται νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ζητοῦν μάλιστα νὰ καθορίσει μόνος του τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του.
Ὁ ἴδιος ὅμως θὰ ἀπαντήσει: «Τὰς μὲν ἀρχιερατείας τιμῶ καὶ προσκυνῶ ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος. Ἂν ἐκαταλάμβανα ὅτι ἔκαμνα περισσότερον καρπὸν εἰς τὴν Βασιλεύουσαν πόλιν, ἤθελα ἔλθει αὐτόκλητος.
Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς στοχάζομαι, αὐτοῦ εἶναι κάποια ἐμπόδια, διὰ τοῦτο, ἄφετέ μέ, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τὰ πέριξ νὰ ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τὸ Γένος μου». Καὶ τὸν ἄφησαν...

Ἡ ὁριστική του ἀπόφαση εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα του, τὴν Πάρο. Καὶ ἐνῶ τὸ πλοῖο κατευθύνεται πρὸς τὸ νότιο Αἰγαῖο, ξεσπάει ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τὸ πλοῖο ἀναγκάζεται νὰ προσορμισθεῖ στὴ Χίο (5 – 6 Νοεμβρίου 1786, 64 ἐτῶν).
Ἀποσύρεται στὸ μονύδριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἐκεῖ μελετᾶ καὶ προσεύχεται. Ξεκινᾶ τὸ Θεολογικὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ τὴ Λογικὴ τοῦ ἀοιδίμου Εὐγένιου Βούλγαρη. Ὅταν τελειώνει ὁ πόλεμος, δέχεται νὰ παραμείνει στὴ Χίο, στὰ χέρια τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ.
Τελικὰ θὰ παραμείνει ἐκεῖ τρεῖς δεκαετίες. Ἡ «Φιλοσοφικὴ Σχολή», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του γνωρίζει τεράστια ἀκμὴ καὶ ἀνάλογη φήμη. Τὸ 1812, 90 ἐτῶν πλέον, παραιτεῖται.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ πὼς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχοὺς (ὅπως ὑποτιμητικὰ τοὺς ἀποκαλοῦσαν, λόγῳ τῆς θεολογικῆς διαμάχης γιὰ τὴ χρήση τῶν Κολλύβων), οἱ ὁποῖοι μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, προσπάθησαν καὶ τελικὰ κατάφεραν νὰ διατηρήσουν, ἀπὸ τὶς νοθεῖες τοῦ Πρωτεσταντισμοῦ καὶ τῆς Οὐνίας, τὴν Ὀρθόδοξη πίστη.
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἐδέχθηκε σφοδρὸ διωγμὸ στὸ Πατριαρχεῖο, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, τὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἀγάπιο τὸν Κύπριο, τὸν Ἰάκωβο τὸν Πελοποννήσιο καὶ τὸν Χριστόφορο Προδρομίτη, γιὰ τὸν ἀγώνα τους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.
Ὁ ἴδιος καθαιρεῖται ἀπὸ ἱερέας καὶ καταδικάζονται οἱ ὑπόλοιποι. Διώκονται καὶ ἐξορίζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ὁ Ἀθανάσιος ὁδηγεῖται, ὅπως προαναφέρθηκε, στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ πίκρα ὅμως τῶν διωγμῶν αὐτῶν ἔγινε τὸ νερὸ ποὺ ἐπότισε  μὲ τοὺς διασκορπισμένους Κολλυβάδες τὸ Ὀρθόδοξο Γένος σὲ μία δύσκολη καὶ μεταβατικὴ ἱστορικὴ ἐποχή.

Τὸ 1771 ἐντέλει, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διαπίστωσε τὶς συκοφαντίες καὶ τοὺς ἀθωώνει. Μεταξὺ ἄλλων ἡ ἀθώωση ἀναφέρει:

«Δύναται πολλάκις καὶ συρραφεῖσα διαβολὴ ὑποκλέψαι τοῖς ἀνεγκλήτοις καὶ ἀναιτίου καταδίκης αἰτία γενέσθαι πρὸς ἄνδρας ἀθώους καὶ ἀμετόχους τῶν κατ’ αὐτῶν λαληθέντων... Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ ὁ κὺρ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ἀνὴρ ὢν οὐ τῶν εὐκαταφρονήτων, σοφίας τὲ μετασχηκὼς τῆς θύραθεν καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς καὶ καλῶς μεμνημένος τὰ θεῖα... ἀθῶος ὑπάρχει... ἔχων καὶ τὸ ἐνεργοῦν τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ ἀκωλύτως...».

Στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα ἀπόμερο μέρος τῆς Χίου, τὰ Ρεστά, ὅπου ὑπῆρχε μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ μαζί του ἡσύχαζε καὶ ὁ μαθητὴς καὶ φίλος του Νικηφόρος καὶ ὁ Ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Φουρνὰ τῶν Ἀγράφων, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει καὶ δάσκαλος στὴ Σχολή.
Ἐδῶ συγγράφει τὸ πόνημά του «ἀλεξίκακον πνευματικὸν» κατὰ τῶν τότε «ἐκσυγχρονιστῶν» ποὺ ἀντέλεγαν καὶ ἐφέρονταν καταφρονητικὰ σὲ ζητήματα τῶν Θείων Γραφῶν. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του παθαίνει ἀποπληξία.
Ὁ ἴδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά, μετέλαβε καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μιὰ ἡμέρα μετά, στὶς 24 Ἰουνίου 1813. Στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ ἐθαψαν τὸ σεπτό του σκήνωμα, ἐνῶ οἱ συνασκητὲς στὸ κελί του βρῆκαν μόνο μία τριμμένη στολή, ἕνα μελανοδοχεῖο καὶ ἕνα λυχνάρι.
Τὰ ὀστά του τοποθετήθηκαν στὸ ὀστεοφυλάκιο τοῦ ναϋδρίου, ἀλλὰ ἀποτεφρώθηκαν κατὰ τὴ μεγάλη πυρκαγιά, τὸ 1822.Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου εἶναι πλούσιο καὶ πολὺ σημαντικό. Ἀφορᾶ σχεδὸν ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς χριστιανικῆς δράσεως (βίοι Ἁγίων, δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) καὶ ἀξιολογεῖται σήμερα τὴ βιβλική, κοινωνικὴ καὶ δογματική του κατάρτιση, ὡς ἕνα ἐξαιρετικὸ δεῖγμα ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς διακονίας.




Μνήμη Θαύματος Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὡραιοτάτης ἐν Ἀκαρνανίᾳ
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΑΝΔΡΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Ως προμετωπίδα θέτουμε ένα δημοσίευμα που είχε πριν από μερικούς μήνες το Fimotro, για να προλάβουμε κάποιους «προοδευτικούς» που θα σχολιάσουν δυσμενώς τον σεβάσμιο Γέροντα.

ΦΟΥΣΤΑ
_______________
Το παντελόνι δεν είναι γυναικεία ενδυμασία· ας το ακούσουν οι ευσεβείς κοπέλλες, που αγαπούν τον Θεό. Ο επίσκοπος Φλωρίνης π. Αυγουστίνος δείχνει την αμαρτία αδιαφορώντας για τα σχόλια των επικριτών του. Ακούστέ τον·

NEKPOΣ ΠEΦTΩ, ΑΛΛΑ TO EYΑΓΓEΛIO ΔEN TO ΠΑTΩ!

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ 1971

π. Aυγ. Aγ. Aθαν. Eδ.ιστEγώ δεν είμαι ούτε νομάρχης, ούτε διευθυντής σχολείου, ούτε επιθεωρητής. Eίμαι όμως επίσκοπος. Kαι ως επίσκοπος έχω ένα χώρο.

Δεν εξουσιάζω το σχολείο, ούτε την νομαρχία, ούτε την εισαγγελία. Eξουσιάζω όμως εδώ μέσα. Nεκρός πέφτω και το Eυαγγέλιο δεν το πατώ.
Mε γνωρίζετε πολύ καλά. Δεν ξέρω τί θα κάνης και τί θα πεις, αν εσύ που με ακούς απόψε γελάς.
Δεν με ενδιαφέρει πόσοι θα με σχολιάσουν στα καφενεία και θα πουν: Πάει πάλι ο Kαντιώτης τρελλάθηκε. Αλλά πράγματα ζητά. Zητά οι γυναίκες μας και τα κορίτσια μας να μην φορούν παντελόνια.
Δεν σε υπολογίζω, λέγε ότι θες. Ανοιξε το στόμα σου και πέταξε όσα καβούρια και όσα φίδια θέλεις εναντίον μου. Δεν με ενδιαφέρει. Eγώ σας λέγω ένα πράγμα. Eδώ μέσα στην Eκκλησία δεν θα επιτρέψω καμμιά γυναίκα με παντελόνια.

Tώρα που πλησιάζει το καλοκαίρι και θα αρχίση πάλι η βρωμιά να ξαπλώνεται στην πόλη, δεν θα επιτρέψω εδώ στην εκκλησία καμμιά ασχήμια, κανένα βδέλυγμα.
Eσύ κύριε που κοροϊδεύεις τον δεσπότη, αν αυτό το θεωρείς καλό, βγάλε το σακάκι σου και φόρεσε φουστάνια.

Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτη- Φλώρινα 13-3-1971.
_______________________

Ο Μητροπολίτης δείχνει τις θέσεις της Εκκλησίας για το παντελόνι, σε μια εποχή που το παντελόνι πρωτοέμπαινε στην ζωή των γυναικών.  Λέει την αλήθεια, αδιαφορώντας για τα σχόλια και τις ειρωνείες των ανθρώπων.

Σήμερα που όλα επιτρέπονται και κανένα στόμα ούτε θεολόγου ούτε παπά, ούτε επισκόπου λέει την αλήθεια για το παντελόνι και οι γυναίκες -ακόμα και οι γριές- δεν ξέρουν ότι η Αγία Γραφή λέει, ότι· «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου έστι πας ποιών ταύτα», και μπαίνουν ακόμα και στους ναούς με το παντελόνι·
Ας ακούσουν· 1) Τι λέει ο επίσκοπος Φλωρίνης π. Αυγουστίνος για το παντελόνι, που το βλέπει από πνευματική σκοπιά και 2) Τι λένε οι γυναίκες της Γαλλίας που το βλέπουν από άλλη οπτική γωνία.
________________________
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΡΛ΄ (130)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΦΛΩΡΙΝΗΣ, ΠΡΕΣΠΩΝ & ΕΟΡΔΑΙΑΣ
Εν Φλωρίνη τη 1η Μαρτίου 1971
ΠΡΩΤ. 536
ΑΡΙΘΜ. {
ΔΙΕΚΠ. 369
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΑΝΔΡΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
Επί τη είσοδω εις την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν
και περί ασέμνως ενδυομένων
Π Ρ Ο Σ
Τον ευσεβή κλήρον και λαόν της καθ’ ημάς Ι. Μητροπόλεως
Με την χάριν του Θεού εισήλθαμεν εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Κατά την ωραίαν έκφρασιν του υμνωδού της Εκκλησίας, «το στάδιον των αρετήν ηνέωκται». Ήνοιξε το στάδιον των πνευματικών αγώνων δια την κατάκτησιν των αρετών. Εις τους αγώνας αυτούς, οι οποίοι αποβλέπουν εις τον δαμασμόν και την υποταγήν των αμαρτωλών επιθυμιών και παθών του ανθρώπου, εις την έξαρσιν του εν ημίν θεϊκού στοιχείου, εις την νίκην και εις τον θρίαμβον του πνεύματος κατά της σαρκος· εις τους αγώνας αυτούς, των οποίων δεν υπάρχουν άλλοι ευγενέστεροι και αγιώτεροι και ενδοξότεροι, καλούνται να λάβουν μέρος όλοι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί. Καλούνται οι πτωχοί, αλλά και οι πλούσιοι. Οι αγράμματοι, αλλά και οι επιστήμονες. Οι άσημοι, αλλά και οι επίσημοι. Αι γυναίκες, αλλά και οι άνδρες. Οι νέοι, αλλά και οι γέροντες. Καλούνται να λάβουν μέρος εις τα ιερά αγωνίσματα της νηστείας, της προσευχής, της ελεημοσύνης, της μελέτης της Γραφής, της σιωπής και περισυλλογής, της προετοιμασίας δια την ιεράν εξομολόγησιν και την θείαν κοινωνίαν και της εν πνεύματι και αληθεία παρακολουθήσεως των ιερών ακολουθιών όλης της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ιδιαιτέρως δε της Μεγάλης Εβδομάδος, κατά την οποίαν μνείαν ποιούμεθα των σεπτών παθών του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αι ημέραι της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είνε ημέραι πνευματικού πένθους, εσωτερικής συντριβής και κατανύξεως, δακρύων και αναστεναγμών, διότι αι αμαρτίαι μας οδήγησαν τον Χριστόν εις τον σταυρόν. Πρέπει την αγίαν αυτήν περίοδον να κάμωμεν θέμα βαθείας μελέτης την θεμελιώδη αλήθειαν της Πίστεως μας, την οποίαν 800 έτη προς της σταυρώσεως εξέφερεν ο προφήτης Ησαϊας· «ούτος (ο Χριστός) τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται… Αυτός ετραυματίσθη δια τας αμαρτίας ημών… Τω μώλωπι αυτού ημείς ιάθημεν. Πάντες ως πρόβατα επλανήθημεν, άνθρωπος τη οδώ αυτού επλανήθη· και Κύριος παρέδωκεν αυτόν ταις αμαρτίαις ημών…
Εν τοις ανόμοις ελογίσθη· και αυτός αμαρτίας πολλών ανήνεγκε και δια τας αμαρτίας αυτών παρεδόθη» (Ησ. Κεφ. νγ΄). Τα προφητικά αυτά λόγια ωδήγησαν εις πίστιν και μετάνοιαν πολλούς απίστους και αμαρτωλούς. Πρέπει κανείς να είνε πεπωρωμένος και αναίσθητος, δια να μη αισθάνεται συγκίνησιν εκ των ανωτέρω λόγων του προφήτου. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί και ένοχοι, και δι’ όλους παρεδόθη ο Χριστός εις θάνατον και υποφέρει το φρικτόν μαρτύριον του επί του σταυρού.
Συγκινητικός και πένθιμος είναι ο χαρακτήρ της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Δι’ αυτόν τον λόγον απαγορεύονται κατά την περίοδον αυτήν και γάμοι και χοροί και διασκεδάσεις.
Ο Χριστός, χριστιανέ μου, βαδίζει προς το μαρτύριον. Και συ, αναίσθητος και ασυγκίνητος, γελάς και καγχάζεις και χορεύεις εξάλλους χορούς και πίνεις και μεθύεις και κυλίεσαι ως κτήνος εις τον βόρβορον της αμαρτίας; Ο βράχος του Γολγοθά συνεκινήθη και εσείσθη και αι πέτραι ερράγησαν και τα μνημεία ηνεώχθησαν και ο ηλιος εσκοτίσθη και τα σύμπαντα επένθησαν τον Υιόν του Θεού. Και συ αναισθητείς; Εψυχράνθη λοιπόν η αγάπη σου προς τον Χριστόν; Εξηράνθη και εξηφανίσθη παν ίχνος ευγενές εν τη καρδία σου; Σκληρότερος από τους λίθους έγινες; Παίζεις και συ, όπως οι Ρωμαίοι στρατιώται κάτω από τον σταυρόν;
Πένθιμος η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Όλη η ζωή του χριστιανού, όχι μόνον εις τας γενικάς γραμμάς, αλλά και μέχρι των λεπτομερειών, πρέπει να ρυθμίζεται και να διέπεται από το Πνεύμα. Πνευματοκίνητος πρέπει να είνε ο χριστιανός. Ουδεμία πτυχή της ζωής δύναται να παραμείνη εκτός της επιδράσεως του ηθικού νόμου, ως ούτος εκφράζεται εν τη Αγία Γραφή. Και εκ των ελαχίστων λεπτομερειών της καθημερινής ζωής φαίνεται κατά πόσον η ηθική διδασκαλία της Θρησκείας μας έχει επίδρασιν επί των ψυχών μας. Διότι και «στολισμός ανδρός και γέλως οδόντων και βήματα ανθρώπου αναγγέλει τα περί αυτού» (Σοφ. Σειρ. 19, 30).
Ορθώς ελέχθη, εξ αφορμής της εξάλλου εμφανίσεως της σημερινής νεότητος, ότι τα μακριά μαλλιά των νέων είνε έκφρασις του αναρχικού πνεύματος, το οποίον πνέει μεταπολεμικώς εις όλον τον κόσμον. Και δεν είνε μόνον τα μακριά μαλλιά, περί των οποίων τόσο θόρυβος εγένετο εις τας καθημερινάς εφημερίδας. Είνε και άλλαι εμφανίσεις και εκδηλώσεις. Μία εξ αυτών είνε και ο τρόπος, με τον οποίον σήμερον ενδύονται γυναίκες και άνδρες. Είνε τα στενά και «καμπάνες» πανταλόνια, είνε τα μίνι και τα σούπερ μίνι, είνε τα μάξι φορέματα, δια των οποίων οι άνδρες και αι γυναίκες νομίζουν, ότι προσελκύουν την προσοχήν του κόσμου και κατορθώνουν να θεωρούνται σύγχρονοι και όχι καθυστερημένοι άνθρωποι. Αδιαφορούν δε εάν, με τον άσεμνον και αλλόκοτον τρόπον αυτόν της εμφανίσεως των, που εκθέτει επί το ζωηρότερον και πονηρότερον τας σάρκας των, όχι μόνον τραυματίζουν το καλαισθητικόν αίσθημα και προκαλούν απαρέσκειαν και αηδίαν εις όσους έχουν ιδέαν τινά της αρμονίας και του κάλλους, αλλά και το κυριώτερον, τραυματίζουν το αίσθημα της αιδούς, η οποία είνε απαραίτητον στοιχείον της ηθικής και αξιοπρεπείας του ανθρώπου, εξάπτουν και διεγείρουν την φλόγα του σεξουαλικού πάθους εις αφάνταστον και αφόρητον βαθμόν, δια να μη μείνη εις την εποχήν μας νέος αμόλυντος.
Η δε διέγερσις του σεξουαλικού πάθους είνε δυστυχώς ο βαθύτερος σκοπός, εις τον οποίον αποβλέπουν οι εφευρέται της ασέμνου εμφανίσεως γυναικών και ανδρών, ως βεβαιώνουν όχι «φανατικοί» ιερείς και αρχιερείς, αλλά ψυχολόγοι, παιδαγωγοί και κοινωνιολόγοι του συγχρόνου κόσμου. Είνε εν εκ των πλέον καταπληκτικών σημείων των καιρών, πως μερικοί διεφθαρμένοι τύποι των Παρισίων, του Λονδίνου και του Χόλλυγουντ, επινοούντες και σερβίροντες τα πλέον αλλόκοτα και εξωφρενικά σχήματα, κατορθώνουν να συμπαρασύρουν ολόκληρον σχεδόν την ανθρωπότητα, ως να μεταπίπτη αποτόμως η ανθρωπότης εις παραφροσύνην και να μεταβάλλεται εις αγέλην, ως η αγέλη εκείνη των χοίρων των Γαδαρηνών, η οποία, καταληφθείσα υπό των δαιμονίων, ώρμησεν αμέσως κατά του κρημνού εις την λίμνην και επνίγη. Η μόδα έγινεν η δαιμονική θεότης της εποχής μας. Αυτής της θεότητος τας επιταγάς δέχεται και εκτελεί άνευ συζητήσεως και με απόλυτον ακρίβειαν η μωρανθείσα ανθρωπότης. Ενώ δια τας εντολάς του Θεού, τας κατά πάντα λογικάς και αποβλεπούσας εις την σωτηρίαν της, όχι μόνον την πνευματικήν, αλλά και την υλικήν, η μωρανθείσα ανθρωπότης μύριας προβάλλει αντιρρήσεις, και συνεχώς ευρίσκει τρόπους δια να καταπατή τας εντολάς, και να δικαιολογή και να επαινή τας παραβάσεις, και ν’ απειλή και να τρομοκρατή τους διαμαρτυρομένους. Οι διεφθαρμένοι και έξαλλοι αυτοί τύποι, οι θέλοντες την διάλυσιν της χριστιανικής ηθικής και ευπρεπείας, ομοιάζουν με τους ελεεινούς εκείνους ανθρώπους, οι οποίοι εξέδυσαν τον Χριστόν, τον ενέπαιξαν και γυμνόν τον εσταύρωσαν. Γυμνώνουν και αυτοί εκ νέου τον Χριστόν, τον εξευτελίζουν και τον σταυρώνουν.
Μία νέα εξωφρενικότης ως προς την ενδυμασίαν ενεφανίσθη τελευταίως εις τον τόπον μας. Νέαι, κατ’ απομίμησιν γυναικών των διεφθαρμένων κέντρων της Δύσεως, απέβαλον την γυναικείαν ενδυμασίαν – τα λείψανα της γυναικείας στολής- και ενεδύθησαν ανδρικήν ενδυμασίαν. Εφόρεσαν και αυταί πανταλόνια «καμπάνα». Και έτσι εμφανίζονται εις τους δρόμους, και εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις. Τολμούν δε να εισέρχωνται και εντός των ιερών ναών.
Αλλά θα ειπή τις· Είνε αμαρτία να ενδύεται η γυναίκα ανδρικά; Μάλιστα, κύριοι. Είνε αμαρτία. Διότι είνε παράβασις σαφούς διατάξεως του ηθικού νόμου. Εάν έχετε Αγίαν Γραφήν, ανοίξατε την και εις εν εκ των βιβλίων της, το Δευτερονόμιον, κεφ. κβ΄  στιχ. 5, θα ίδητε τι επιτάσσει ο Θεός (αν βεβαίως πιστεύετε εις τον Θεόν). Ιδού τι λέγει ο Θεός· «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου έστι πας ποιών ταύτα». Με απλά λόγια· «Απαγορεύεται αυστηρώς να φορή η γυναίκα ανδρικά ενδύματα, καθώς και ο άνδρας γυναικείαν στολήν. Οποιοσδήποτε κάμνει τούτο, είνε σιχαμερός απέναντι Κυρίου του Θεού σου». Και η Εκκλησία, συμφώνως προς την θείαν διάταξιν, δια των Ιερών Κανόνων απαγορεύει αι γυναίκες να ενδύωνται ανδρικά και οι άνδρες γυναικεία και γενικώς οι άνθρωποι να μεταμφιέζωνται. Τους δε παραβάτας αναθεματίζει (Ιδε ΚΔ΄ και ΞΒ΄ Κανόνας ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ως και ΙΓ΄ Κανόνα της εν Γάγγρα Συνόδου).
Ψυχολογικαί παρατηρήσεις, αι οποίαι έγιναν εις άνδρας και γυναίκας, οι οποίοι ήλλαξαν την ενδυμασίαν των με ενδυμασίαν του άλλου φύλου, έρχονται να βεβαιώσουν, πόσον σοφή είνε η διάταξις του Δευτερονομίου. Άνδρες, που εφόρεσαν γυναικεία και εστολίσθησαν ως γυναίκες, υπέστησαν αλλοιώσεις και εις την φωνήν και εις το βάδισμα και εις τον καθόλου τρόπον του φέρεσθαι. Ήρχισαν να σκέπτωνται, να αισθάνωνται και να επιθυμούν ως γυναίκες. Εξετράπησαν εκ της φυσικής οδού εις την παρά φύσιν. Αγέλαι τοιούτων τύπων, που ζουν πλέον ως γυναίκες, υπάρχουν εις τας μεγαλοπόλεις του Δυτικού κόσμου, και μάλιστα της Αγγλίας. Το κράτος τούτο της Ευρώπης, ως γνωστόν, εψήφισε νόμον, ο οποίος – φρίξον, ήλιε, αναστέναξον, γη – επιτρέπει τον γάμον μεταξύ ανδρών εκ των οποίων ο εις, ως νεανίς κομψευόμενος, ασυστόλως δηλοί, ενώπιον του ληξιάρχου, οτι θα παίζη ρόλον γυναικός. Τερατώδης γαμική μίξις, καταβιβάζουσα τον άνθρωπον κατωτέρω των κτηνών, μεταξύ των οποίων ουδέν παράδειγμα παρά φύσιν μίξεως έχομεν. Διαφθορά Σοδόμων και Γομόρρας. Διαφθορά υπενθυμίζουσα το α κεφάλαιον της προς Ρωμαίους επιστολής. Αλλά η φρικώδης αυτή διαφθορά δεν επέρχεται αποτόμως. Ως βεβαιούν οι ψυχολόγοι, προηγούνται άλλαι επεξεργασίαι, συντελούμεναι εις το βάθος του ψυχικού κόσμου. Εν δε βήμα προς την τοιαύτην διαφθοράν αποτελεί και η αλλαγή της ενδυμασίας, της ανδρικής ενδυμασίας με γυναικείαν.
Αλλ’, ότι συμβαίνει εις τους άνδρας, που φορούν γυναικεία, συμβαίνει και εις τας γυναίκας, που φορούν ανδρικά. Και αυταί, χωρίς να αντιληφθούν τον ηθικόν κίνδυνον, προς τον οποίον φέρονται, συν τη αποβολή της γυναικείας ενδυμασίας αρχίζουν ν’ αποβάλλουν και την γυναικείαν συστολήν και ευπρέπειαν. Αρχίζουν και αυταί να σκέπτωνται, να αισθάνωνται και να επιθυμούν ως άνδρες. Τοιουτοτρόπως εκτρέπονται και πίπτουν και αυταί εις το βάραθρον παρά φύσιν παθών, περί των οποίων ομιλεί επίσης το α΄ κεφάλαιον της προς Ρωμαίους επιστολής.
Τώρα οπότε το κακόν εις τον τόπον μας ευρίσκεται ακόμη εις την αρχήν, είνε ανάγκη να ληφθούν μέτρα. Οι διευθυνταί των πάσης φύσεως σχολείων, ενισχυόμενοι δι’ εγκυκλίου των επιθεωρητών και του Υπουργείου της Παιδείας, να μην επιτρέψουν εις μαθητρίας να εμφανίζωνται με πανταλόνια, είτε εν τω σχολείω είτε έξω του σχολείου. Επίσης κατά τας χορευτικάς και θεατρικάς εκδηλώσεις επί τη ευκαιρία διαφόρων εορτών των σχολείων, αι μαθήτριαι να μη υποδύωνται ανδρικά πρόσωπα και να μη ενδύωνται με ανδρικάς στολάς. Οι προϊστάμενοι των διαφόρων κρατικών υπηρεσιών, ενισχυόμενοι και αυτοί με εγκυκλίους δημάρχων, νομαρχών,προέδρων δικαστηρίων και Υπουργείων, να απαγορεύσουν εις δακτυλογράφους και εις λοιπάς γυναίκας υπαλλήλους την προσέλευσιν εις τας υπηρεσίας των με πανταλόνια. Οι σύζυγοι ν’ απαγορεύσουν εις τας συζύγους. Οι αδελφοί εις τας αδελφάς. Και οι γονείς εις τας θυγατέρας των.
Ως επίσκοπος, απευθυνόμενος προς όλους τους χριστιανούς της επισκοπής μου, γονείς, αδελφούς, συζύγους, προϊσταμένους κρατικών υπηρεσιών και διευθυντάς σχολείων, ταύτα συνιστώ και κηρύττω, και εντόνως προτρέπω προς εφαρμογήν αυτών. Όσοι θέλουν, ακούουν την φωνήν του ποιμενάρχου, συμμορφώνονται και έχουν την ευλογίαν του Θεού. Όσοι δεν θέλουν, δεν βιάζονται υπό της Εκκλησίας. Ως παραβάται όμως θα υποστούν τας συνεπείας της περιφρονήσεως του νόμου του Θεού. Θα έλθη ημέρα, κατά την οποίαν θα κλαύσουν πικρώς επί των ερειπίων της ατομικής και οικογενειακής δυστυχίας.
Εκτός όμως οικιών και δρόμων και πλατειών και θεάτρων και κινηματογράφων και λοιπών κέντρων διασκεδάσεων και σχολείων και κρατικών καταστημάτων, υπάρχει και χώρος ιερός και απαραβίαστος. Είνε ο χώρος της δημόσιας λατρείας. Είνε οι ιεροί ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εις τον χώρον αυτόν η Εκκλησία, κατά το σύνταγμα των Ιερών Κανόνων, έχει απόλυτον εξουσίαν. Και δύναται εις τον χώρον της να επιβάλλη απόλυτον τάξιν και ευπρέπειαν.
Ως επίσκοπος συναισθανόμενος τας ευθύνας μου γράφω την παρούσαν εγκύκλιον, επί τη εισόδω εις την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, και ανανεώνων και συμπληρώνων προγενεστέραν εγκύκλιον περί απαγορεύσεως εισόδου εις τους ιερούς ναούς ασέμνως ενδεδυμένων προσώπων (Ιδέ ημέτερον βιβλίον «Προς κλήρον και λαόν », σελ. 165 – 169) απαγορεύω να εισέρχωνται εις τους ναούς και γυναίκες ενδεδυμέναι με πανταλόνια, οιασδήποτε ηλικίας.
Γνωρίζω, ότι και η νέα εγκυκλιος θα προκαλέση αντιδράσεις. Αλλ’ όπως με την βοήθειαν του Θεού η τάξις και η ευπρέπεια επεβληθή εις όλους τους ναούς της Μητροπόλεως και ουδεμία ασέμνως ενδεδυμένη τολμά να εισέλθη εις τους ναούς, ούτω και τώρα θα επιβληθή η τάξις και η ευπρέπεια. Ουδεμία πανταλονοφόρος εις τον φοβερόν τόπον της λατρείας! Βδελύγματα εστώτα εν τόπω αγίω δεν θα ανεχθή ο επίσκοπος.
Παρακαλώ να έχουν τούτο υπ’ όψιν των όλαι και όλοι, προς αποφυγήν παραξηγήσεων. Δι’ αυτό και τυπώνω την παρούσαν εγκύκλιον εις χιλιάδας αντιτύπων, ώστε να λάβουν γνώσιν άπαντες.
Οι αιδεσιμότατοι εφημέριοι παρακαλούνται να διαφωτίζουν τον λαόν και παρακολουθούν αγρύπνως την εφαρμογήν της εγκυκλίου, συμφώνως προς τας δοθείσας εις αυτούς προφορικώς οδηγίας. Όχι βαναύσως, αλλ’ ευγενώς και σταθερώς θα επιβάλλεται εις τους ιερούς ναούς η τάξις και η ευπρέπεια.
Επί τούτοις ευχόμεθα να διέλθωμεν κλήρος και λαός με πνευματικότητα την Μεγάλης Τεσσαρακοστήν και ν’ αξιωθώμεν της χαράς και της αγαλλιάσεως της Αναστάσεως.
Διαπυρός προς Κύριον ευχέτης
Ο Φλωρίνης, Πρεσπών & Εορδαίας
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

ΠΩΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ;

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
===========
Είδατε τι ωραία που οι Αγιοι της Εκκλησίας μας δίνουν την πνευματική - και όχι τη συνωμοσιολογική - διάσταση των πραγμάτων;
Αντί να δικαιολογούν τις συμφορές που πλήττουν την πατρίδα μας με την παρουσία ανάξιων αρχόντων - εκκλησιαστικών και κοσμικών - , κάνουν πραγματική εις βάθος διάγνωση της παθογένειας της κρίσεως.
ΕΜΕΙΣ φταίμε λένε οι Αγιοι όταν πλήττουν κακά την πατρίδα μας. ΟΧΙ κάποιοι ΑΛΛΟΙ, επειδή οι οποιοιδήποτε άλλοι οσονδήποτε ισχυροί και αν είναι, όσο κακές προθέσεις και αν έχουν, ουδέποτε θα μπορούσαν να μας βλάψουν, αν εμείς πορευόμαστε την οδό του Κυρίου.
Δυστυχώς τελευταία, με αφορμή την κρίση που περνά η πατρίδα μας, πολλοί τείνουν να αποδίδουν τα κακά που πλήττουν την πατρίδα μας πάντα σε κάποιες ξένες χώρες και σε ξένες δυνάμεις, σε σκοτεινούς κύκλους και σε παγκόσμιες λέσχες που απεργάζονται κακά για το ευλογημένο μας Γένος.
Ούτε λόγος γίνεται για τη δική μας αποστασία και για την ευθύνη μας για τις λανθασμένες επιλογές που κάνουμε ως άνθρωποι στην προσωπική μας ζωή ή ως πολίτες.
Πέραν της συνεχούς ανάγκης προσωπικής μετανοίας, που είναι και η πραγματική λύση όλων μας των προβλημάτων, υπάρχει και μια άλλη ευθύνη την οποία έχουμε, ως πολίτες, να ψηφίζουμε τους καλύτερους ή έστω τους λιγότερο κακούς άρχοντες, που μας κυβερνούν, με πνευματικά κριτήρια. Αυτούς που έχουν τη βούληση να βοηθήσουν την πατρίδα μας να διατηρήσει τον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα της αλώβητο. Αντί αυτού παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο να ψηφίζουμε αυτούς από τους οποίους ελπίζουμε να εξασφαλίσουμε ρουσφέτι ή αυτούς προς τους οποίους έχουμε προσδεθεί κομματικά.
Πολύ λίγο ενδιαφερόμαστε να ασκούμε πιέσεις προς τους πολιτικούς και εκκλησιαστικούς μας άρχοντες για τις λανθασμένες επιλογές που κάνουν.
Την ημέρα των εκλογών πολλοί αρνούνται ακόμη και να ψηφίσουν, ενώ άλλοι δεν διστάζουν να ψηφίσουν αυτούς που έχουν ολέθριες απόψεις για τη διαχείριση των κοινών.
Και αφού αρνούνται να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί περιορίζονται να επικαλούνται ως αίτιους της κακοδαιμονίας μας τις σκοτεινές δυνάμεις, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, το ΔΝΤ, τον καπιταλισμό, το τραπεζιτικό σύστημα, το φιλελευθερισμό, τη μασωνία, το σιωνισμό και ότι άλλο για να καλύψουν τη δική τους ενοχή για την ανοχή του κακού ή και την απροκάλυπτη σύμπραξη μαζί του.
Παραθέτουμε στη συνεχεια την ειδηση που μας έδωσε την αφορμή για τη σύνταξη του πιο πάνω σχολίου.
*****
TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
Γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει οἱ “ἐλέῳ Θεοῦ” ἄρχοντές μας, νὰ εἶναι συχνὰ ΑΝΑΞΙΟΙ;
==============
. Γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει οἱ “ἐλέῳ Θεοῦ” ἄρχοντές μας, νὰ εἶναι συχνὰ ΑΝΑΞΙΟΙ; Καὶ ἂν εἶναι “ἐλέῳ Θεοῦ”, καὶ “τεταγμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ” κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, πῶς γίνεται νὰ εἶναι συχνὰ ἀνάξιοι; Ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, μᾶς ἐξηγεῖ.
Ἐρώτησις: Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου ἔχουν ταχθῆ ἀπὸ τὸν Θεό[2]. Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθοῦμε ὅτι κάθε ἄρχοντας ἡ βασιλεὺς ἢ Ἐπίσκοπος προχειρίζεται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό;
Ἀπόκρισις: Ὁ Θεὸς λέει στὸν Νόμο: «Θὰ σᾶς δώσω ἄρχοντας σύμφωνα μὲ τὶς καρδιές σας»[3]. Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι οἱ μὲν ἄρχοντες καὶ οἱ βασιλεῖς ποὺ εἶναι ἄξιοι αὐτῆς τῆς τιμῆς προχειρίζονται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ ἄλλοι πάλι, ποὺ εἶναι ἀνάξιοι, προχειρίζονται κατὰ παραχώρησιν ἢ καὶ βούλησιν τοῦ Θεοῦ σὲ ἀνάξιο λαὸ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀναξιότητός των. Καὶ ἄκουσε σχετικὰ μερικὲς διηγήσεις.
. Ὅταν εἶχε γίνει βασιλεὺς ὁ Φωκᾶς, ὁ τύραννος[4], καὶ ἄρχισε ἐκεῖνες τὶς αἱματοχυσίες μὲ τὸν Βόνοσο[5], τὸν δήμιο, ὑπῆρχε κάποιος μοναχὸς στὴν Κωνσταντινούπολι, ἅγιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔχοντας πολλὴ παρρησία πρὸς τὸν Θεό, σὰν νὰ δικαζόταν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε μὲ ἁπλότητα: «Κύριε, γιατί ἔκανες τέτοιον βασιλέα;» Καὶ τότε, ἀφοῦ τὸ ἔλεγε αὐτὸ γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες, τοῦ ἦλθε φωνὴ ἐκ Θεοῦ ποὺ ἔλεγε: «Διότι δὲν βρῆκα ἄλλον χειρότερο».
. Ὑπῆρχε καὶ κάποια ἄλλη πόλις στὴν περιοχὴ τῆς Θηβαΐδος, ποὺ ἦταν γεμάτη παρανομία, τῆς ὁποίας οἱ πολίτες διέπρατταν πολλὰ μιαρὰ καὶ ἄτοπα πράγματα. Σ᾽ αὐτὴν λοιπὸν κάποιος ἄνθρωπος τοῦ ἱπποδρόμου διεφθαρμένος στὸ ἔπακρον ἀπέκτησε ξαφνικὰ κάποια ψευδοκατάνυξι καὶ πῆγε καὶ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ντύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἀλλ’ ὅμως καθόλου δὲν σταμάτησε τὶς πονηρὲς πράξεις του. Συνέβη λοιπὸν νὰ πεθάνη ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως αὐτῆς. Τότε παρουσιάσθηκε σὲ κάποιον ἅγιο ἄνθρωπο ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Πήγαινε καὶ προετοίμασε τὴν πόλι, γιὰ νὰ χειροτονήσουν Ἐπίσκοπο τὸν πρώην ἄνθρωπο τοῦ Ἱπποδρόμου». Πῆγε λοιπὸν αὐτὸς καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ παρηγγέλθη. Ἀφοῦ λοιπὸν χειροτονήθηκε ὁ προαναφερθεὶς πρώην ἢ μᾶλλον ἔτι φαυλόβιος, ἄρχισε μὲ τὸν νοῦ του νὰ φαντάζεται ὅτι κάτι εἶναι καὶ νὰ ὑψηλοφρονῆ. Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Γιατί ὑψηλοφρονεῖς, ἄθλιε; Σοῦ λέω ἀλήθεια ὅτι δὲν ἔγινες Ἐπίσκοπος, ἐπειδὴ ἤσουν ἄξιος γιὰ ἱερωσύνη, ἀλλὰ γιατί αὐτῆς τῆς πόλεως τέτοιος Ἐπίσκοπος τῆς ἄξιζε».
. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἂν ποτὲ δῆς κάποιον ἀνάξιο καὶ πονηρὸ βασιλέα ἢ ἄρχοντα ἢ Ἐπίσκοπο, μὴν ἀπορήσης, μήτε νὰ κατηγορήσης τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μᾶλλον μάθε ἀπ’ αὐτὸ καὶ πίστευε ὅτι παραδιδόμεθα σὲ τέτοιους τυράννους ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν μας, κι ὅμως πάλι δὲν ἀφήνουμε τὰ κακά μας ἔργα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις περὶ διαφόρων κεφαλαίων ἐκ διαφόρων προσώπων, Ἐρώτησις ιϛ´, PG 89, 476Β – 477Α.
2. Ρωμ. ιγ´ 1
3. παράβ. Ἱερεμ. γ´ 15.
4. Φλάβιος Φωκᾶς: αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου (602-610), περιβόητος γιὰ τὴν σκληρότητα καὶ ἀκολασία του.
5. Βόνοσος ἢ Βόνωσος: λογοθέτης (ὑπουργὸς) ἐπὶ Φλαβίου Φωκᾶ
ΠΗΓΗ:
Χριστιανική Βιβλιογραφία,
Περιοδικὸ «Ἁγιορείτικη Μαρτυρία» τ 7, Μάρτ. – Μάιος 1990, σελ. 98-99,
http://hristospanagia3.blogspot.com/

Η ἐξορία τοῦ κόσμου τούτου κι ἡ ἐλπίδα στό Θεό

Τσιρόπουλος Κώστας



Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ξένοι καί παρεπίδημοι στόν κόσμο αὐτό. Ἀλλά ἡ γοητεία τῆς ζωῆς αὐτῆς καί οἱ πειρασμοί μᾶς κρύβουν ἀπό τά μάτια τῆς ψυχῆς τήν μέγιστη αὐτή ἀλήθεια καί μᾶς προσκολλοῦν σέ πρόσωπα καί πράγματα, σέ ἔργα τῆς ματαιότητας. Ὁ ἀληθινός ὅμως χριστιανός ἔχει κατανικήσει, κατανικᾶ ἀδιάκοπα, μέ πόνους καί στερήσεις τή μαγεία τοῦ πρόσκαιρου αὐτοῦ κόσμου γιά ν’ ἀφοσιωθεῖ στό Χριστό. Ἐκεῖνος μονάχα ἀγωνιζόμενος ἀντιλαμβάνεται πώς ἡ ζωή αὐτή εἶναι μιὰ ἐξορία γιά τόν πιστό, ἕνας τόπος δοκιμασιῶν πικρίας καί πώς ἡ ἀληθινή του πατρίδα εἶναι ἡ ἄλλη ζωή• εἶναι ὁ Θεός πού μέ τήν ἀγάπη καί τή Χάρη του κρατᾶ τή χριστιανική ψυχή ὀρθή καί ἀνθεκτική. Ἔχει δικαίωμα κι ὁ χριστιανός νά ζήσει νά χαρεῖ τή ζωή αὐτή ἀλλά χωρίς ν’ ἀφοσιωθεῖ, χωρίς νά περιμένει τίποτε ἀπό τόν ἐδῶ κόσμο. Ἡ ἐλπίδα του, ἡ ἀγάπη του, ἡ ἀφοσίωσή του εἶναι σταθερά δοσμένα στό Θεό. Καί χωρίς Αὐτόν, ἡ ζωή εἶναι ἔρημος καί ἐξορία.


Στή «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ». τοῦ Τόμας Κέμπις, διαβάζουμε: «Ὅπου βρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, ὅλα πηγαίνουν καλά καί τίποτε δέ φαίνεται δύσκολο. Ἀπ’ ὅπου ὅμως ἀπουσιάζει, ὅλα εἶναι ὀχληρά καί κουραστικά. Κάθε λογῆς παρηγοριά εἶναι χωρίς ἀξία, ἄν ἡ φωνή τοῦ Ἰησοῦ δέν φθάνει ὡς μέσα μας. Ὡστόσο, καί μία μονάχα λέξη του εἶναι ἀρκετή νά μᾶς παρηγορήσει ἀπόλυτα. Δέ σηκώθηκε ἀμέσως ἡ Μάρθα ἀπό τόν τόπο ὅπου ἔκλαιγε ὅταν ἡ Μαρία τῆς εἶπε: ὁ Διδάσκαλος πάρεστι καί φωνεῖ σε.; Μακαρία ἡ ὥρα πού ὁ Ἰησοῦς σέ προσκαλεῖ ἀπό τά δάκρυα στήν πνευματική χαρά. Πόσο στεγνή καί ἄγονη εἶναι ἡ ζωή σου χωρίς τόν Ἰησοῦ! Καί πόσο ἀνώφελο καί μάταιο νά ζητᾶς ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπό τόν Ἰησοῦ! Εἶναι μεγαλύτερη ζημιά, παρά ἄν εἶχες κι ἔχανες ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τί μπορεῖ τάχα νά σοῦ δώσει ὁ κόσμος χωρίς τόν Ἰησοῦ; Χωρίς αὐτόν ἡ ζωή εἶναι μία κόλαση ἀνυπόφορη. Μέ τόν Ἰησοῦ, εἶναι παράδεισος τερπνός».


Χωρίς τό Χριστό ἡ ζωή δέν θά εἶχε κανένα νόημα. Ἐκεῖνος ἀρδεύει τή ψυχή μέ τίς δωρεές τῆς ἀγάπης του, τήν κάνει ἱκανή ν’ ἀκούει τό θέλημά του καί νά ὑποτάσσεται. Καί νά μή ἐλπίζει, παρά μονάχα σ’ Αὐτόν. Ἔτσι, ἡ ζωή αὐτή φαίνεται ἀληθινή ἐξορία. Γιατί ἡ ἕνωση ἀγάπης τῆς ψυχῆς μέ τόν Κύριό της κάθε τόσο κινδυνεύει, κάθε τόσο διακόπτεται ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τούς ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ. Γιατί κάθε τόσο, ἡ γοητεία τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἐφορμᾶ καί ζητεῖ νά πλανέψει τή ψυχή, νά τήν ὑποδουλώσει στά ἐγκόσμια, νά σβήσει ἀπό μέσα της τόν ἀκοίμητο λύχνο τῆς ἐλπίδας της στό Θεό.

Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος λέει: «Οἱ Χριστιανοί σά νήπια νιώθουν καί κοιτάζουν τόν κόσμο κατά τό μέτρο τῆς χάρης, γιατί εἶναι ξένοι πρός αὐτό τόν κόσμο, καί ἡ πόλη καί ἡ ἀνάπαυσή τους εἶναι ἄλλη. Γιατί ἔχουν οἱ χριστιανοί τή παρηγοριά τοῦ πνεύματος, δάκρυα καί πένθος καί στεναγμό, καί αὐτά τά δάκρυα εἶναι χαρά γι’ αὐτούς. Ἔχουν καί φόβο καί χαρά κι ἀγαλλίαση. Κι ἔτσι, εἶναι σάν ἄνθρωποι πού κρατᾶνε στά χέρια τούς τό αἷμα τους τό ἴδιο, μή ἔχοντας θάρρος στόν ἑαυτό τους εἴτε νομίζοντας πώς εἶναι κάτι τι, ἀλλά ὄντας παραπεταμένοι καί παραριγμένοι περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτός ὁ κόσμος πού φαίνεται μέ τά μάτια, ἀπό τόν ἄρχοντα ὡς τό φτωχό, βρίσκεται σέ θόρυβο, σέ ἀκαταστασία καί σέ πόλεμο, καί κανένας ἀπό αὐτούς δέν ξέρει τήν αἰτία, δηλαδή, πώς τό κακό μπῆκε στό κόσμο μέ τή παρακοή, τό κεντρί τοῦ θανάτου».


Εὐτυχῶς πού σέ αὐτή τή σκληρή ἐξορία πού ζοῦν, ἔχουν οἱ Χριστιανοί τήν παρηγοριά τοῦ Πνεύματος. Γιατί οἱ πίκρες πού περνοῦν εἶναι βαθιές καί ἔντονες. Οἱ ἀπογοητεύσεις πού γεύονται ἀπό τήν κακία, τήν ὑποκρισία, τό φθόνο καί τήν ἀφιλία τῶν ἀνθρώπων πού βρίσκονται κοντά τους, ἀκόμα καί τῶν συγγενῶν τους, θά τούς εἶχαν βυθίσει σέ δεινή ἀπελπισία. Ἀλλά νά, πού ὁ Θεός ρίχνει πλούσιο κι ἐγκαρδιωτικό φῶς στά στήθη τους, τούς παρηγορεῖ, ἐπιδένει τίς πληγές τους καί τούς μαθαίνει τό μέγιστο μάθημα• τό μάθημα τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς ξενιτιᾶς τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου, τό μάθημα τό μυστικό τοῦ ἔρωτα πρός Αὐτόν πού εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῶν πάντων. Ἡ μέσα τους πίκρα, ἡ θλίψη καί ἡ ἀποκαρδίωση γίνεται γλυκύς καρπός ἀγάπης καί ἀφοσίωσης πρός Αὐτόν.

Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις ἔγραφε: «Βρισκόμαστε κι ἐμεῖς στήν κατάπικρη ἔρημο τῆς Μερράν. Στό τόπο δηλαδή τοῦ πόνου. Ποιός, λοιπόν, Μωϋσῆς ὑπάρχει καί γιά μᾶς πού νά προσπέσουμε στά πόδια του καί νά τοῦ ἐξομολογηθοῦμε τό καημό καί τή δυστυχία μας; Ποιός εἶναι ὁ μεσίτης πού θά παρακαλέσει καί γιά μᾶς τόν Κύριο; Μέ ποιό τρόπο θά μπορέσουμε κι ἐμεῖς νά γλυκάνουμε τό πικρό φαρμάκι ποὺ ποτιζόμαστε; Ποῦ θά βρεθεῖ καί γιά μᾶς, ὅπως τότε γιά τούς Ἑβραίους, μιὰ χώρα δροσόλουστη καί κατάρρυτη σάν τήν Αἰλείμ, πού νά μᾶς παρηγορήσει καί νά μᾶς ξεκουράσει; Διψοῦν οἱ Χριστιανοί στή ζωή μας αὐτή τά γλυκύτατα νάματα τοῦ θείου λόγου, μά δέν βρίσκουνε τρεχούμενες πηγές γιά νά πιοῦνε καί νά σωθοῦνε. Ὅπου καί νά πᾶνε, ὅπου καί νά γυρίσουνε τά μάτια τους, βλέπουν μπροστά τους αὐτή τή Μερρὰν καί τά πικρά νερά της νά κυλοῦνε. Νερά φαρμακερά, πού φέρνουνε τήν ἀρρώστια καί τό θάνατο. Ἄν βγοῦν στήν ἀγορά, δέν ἀκοῦνε παρά ψέματα καί λόγια πανούργα. Καί δέ βλέπουμε τίποτε ἄλλο παρά πλεονεξία καί φιλοχρηματίες. Ἄν πάλι πλησιάσουνε στ’ ἀρχοντικά, δέ μαθαίνουν καί δέ διδάσκονται παρά ραδιουργίες καί σοφιστεῖες, καί ἁρπαγές, καί ἀδικίες. Κι ἄν μποῦνε σέ φτωχικά σπίτια κι ἐκεῖ παραδείγματα φαυλότητας καί ἄτακτης ζωῆς… Ἐπιστάτα! ποῦ νά πορευθοῦμε; σύ μπορεῖς νά μᾶς πεῖς λόγια αἰώνιας ζωῆς, Ἄνοιξε, λοιπόν, τίς πηγές τῆς σωτηρίας καί δρόσισε τή φλογερή μας δίψα γιατί καιγόμαστε καί δέν ἀντέχουμε πλέον οἱ δυστυχισμένοι».


Ἀφοῦ ἀρκετά ἐξαπατηθοῦν ἀπό τό κόσμο καί πικραθοῦν, καί πληγωθοῦν ἐσωτερικά, πρέπει οἱ χριστιανοί νά τό πάρουν ἀπόφαση: νά μή περιμένουν σχεδόν τίποτα ἀπό τό κόσμο αὐτό, ἀλλά νά περιμένουν τά πάντα ἀπό τό δωρεοδότη Κύριο. Στό τόπο αὐτό τῆς ἐξορίας πού εἶναι ἡ ζωή αὐτή, θά βασανιστοῦν, θά πειρασθοῦν, θά ἀπομείνουν μονάχοι, ἀλλά εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντέξουν ὅλους αὐτούς τούς πειρασμούς, ν’ ἀπαρνηθοῦν τ’ ἀγαθά τῆς φθαρτῆς αὐτῆς ζωῆς γιά νά κερδίσουν τήν ἀγάπη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στόν «Λειμώνα» τοῦ Ἰωάννη Μόσχου διαβάζουμε: «Κάποιος ἀββᾶς, μᾶς διηγήθηκε καί μᾶς εἶπε: Ἄκουσα ἀπό τόν πατέρα Ἰωάννη τόν Μωαβίτη ὅτι ἔμενε στήν Ἁγία Πόλη μιὰ μονάστρια πού ἦταν πολύ εὐλαβική καί πρόκοβε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τή φθόνησε λοιπόν ὁ διάβολος τήν ἁγία αὐτή κόρη κι ἔβαλε σ’ ἕνα νέο, σατανικό ἔρωτα γι’ αὐτή. Ἡ θαυμαστή ὅμως ἐκείνη κόρη, ὅταν εἶδε τήν ἐπιβολή τοῦ διαβόλου καί τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τοῦ νέου ἐξαιτίας της, πῆρε ἕνα ζεμπίλι μέ βρεγμένα κουκιά καί τράβηξε στήν ἔρημο γιά νά γλυτώσει καί τή ψυχή τοῦ νέου ἀπό τόν πονηρό, καί τόν ἑαυτό της στήν ἀσφάλεια τῆς μοναξιᾶς. Ὕστερα ἀπό πολλά λοιπόν χρόνια -ἀπό οἰκονομία τοῦ Θεοῦ καί γιά νά μή ἀπομένει ἄγνωστη ἡ ἐνάρετη πολιτεία της- τήν εἶδε ἕνας ἀναχωρητής στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη καί τῆς εἶπε:

– Τί κανείς μητέρα μου, μέσα σ’ αὐτή τήν ἐρημιά;

Κι αὐτή, ἐπειδή ἤθελε ν’ ἀποφύγει νά πεῖ τήν ἀλήθεια στόν ἀναχωρητή, τοῦ ἀποκρίθηκε:

-Συγχώρεσέ με, πατέρα μου, γιατί ἔχασα τό δρόμο μου. Κάνε ὅμως, γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἔλεος καί δεῖξε μου τή στράτα.


Αὐτός ὅμως πού ἀπό φώτιση τοῦ Θεοῦ κατάλαβε τήν ἀλήθεια, τῆς εἶπε:


-Οὔτε τή στράτα σου ἔχασες, οὔτε καί ζητᾶς ἄλλο δρόμο. Πές μου μέ εἰλικρίνεια, τήν ἀφορμή πού σ’ ἀνάγκασε νάρθεις ἐδῶ.


Κι ἐκείνη τότε ὁμολόγησε τήν ἀλήθεια. Κι ὁ Γέροντας τήν ξαναρώτησε:


- Καί πόσο καρό ἔχεις ἐδῶ;


Κι αὐτή τοῦ ἀπάντησε:

-Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, δεκαεφτά χρόνια.


Καί τῆς ξαναλέει ὁ ἀναχωρητής:

-Ἀπό ποῦ βρίσκεις τροφή;

Τότε αὐτή τούδειξε τό ζεμπίλι καί εἶπε:

-Κοίταξε αὐτό τό ζεμπίλι πού εἶναι μπροστά σου. Μέ συντρόφευσε ἀπό τότε πού ἦλθα μέ τά λιγοστά αὐτά βρεχτοκούκια. Κι ὁ ἅγιος Θεός τά οἰκονόμησε ἔτσι γιά μένα τήν ταπεινή, ὥστε χρόνια τώρα ὁλόκληρα τρώγω ἀπό αὐτά κι ὅμως δέ λιγόστεψαν. Καί μάθε ἀκόμα, Πατέρα μου, καί τοῦτο: ὁ Πανάγαθος Θεός μέ σκέπασε μέ τέτοιο τρόπο πού στά δεκαεφτά αὐτά χρόνια εἶναι σήμερα ἡ πρώτη φορά πού μέ βλέπει ἀνθρώπου μάτι. Ἐγώ ὅμως τούς ἔβλεπα ὅλους.


Κι ὁ ἀναχωρητής δόξασε τό Θεό».


Μέ τέτοια θαυμαστή δύναμη ἀπάρνησης ζοῦσαν ἄλλοτε οἱ χριστιανοί. Ἤξεραν πολύ καλά πόσο ἄξενη γιά τά πνευματικά πετάγματα εἶναι τούτη ἡ ζωή, τούς εἶχαν ποτίσει πίκρα καί πόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν ἀποφασίσει κι εἶχαν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ προετοιμαστεῖ νά ὑποστοῦν αὐτή τήν ἐξορία, κι ἀκόμη περισσότερες θυσίες νά προσφέρουν γιά νά μπορέσουν νά συζήσουν μυστικά μέ τό Θεό. Ἐκεῖνος ἦταν ἡ σταθερή τους ἐλπίδα, τό μοναδικό φῶς μέσα στή μαύρη καί χαμηλή ζωή τοῦ κόσμου τούτου. Σήμερα, αὐτό τό πνεῦμα ὅλο καί περισσότερο σπανίζει ἀνάμεσα στούς χριστιανούς. Συμφιλιωμένοι μέ τόν κόσμο, λένε πώς πιστεύουν στό Χριστό, πώς εἶναι δικοί Του, ἀλλά λαχταροῦν τά ἐγκόσμια πράγματα, ἐνδιαφέρονται γιά τιμές, γι’ ἀξιώματα καί γιά πλούτη, μέ τήν ἴδια μανία πού δείχνουν γι’ αὐτά τ’ ἀπατηλά πράγματα οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου. Ἄλλοτε, τά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἕτοιμα ν’ ἀναχωρήσουν τήν κάθε στιγμή ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Σήμερα, χωρίς νά τό λένε, μέ τά ἔργα τους, δείχνουν πώς ἔχουν μυστικά συμμαχήσει, ἐνδιαφερόμενοι γιά τόν ἔπαινο τῶν πολλῶν, ἐνῶ ὁ Κύριος βροντοφωνεῖ ὅτι ἀφοῦ Ἐκεῖνον μίσησε ὁ κόσμος, δέ μπορεῖ παρά νά μισήσει καί τούς ὀπαδούς Του.

Ὁ Φώτης Κόντογλου ἔγραφε: «Ὅποιος ἀξιώθηκε ν’ ἀγαπήσει τό Θεό, δηλαδή ν’ ἀγαπηθεῖ ἀπό τόν Θεό, χωρίζει ἀπό τόν κόσμο, ἐπειδή δέν παραδέχεται τή σοφία του κι ὁ κόσμος τόν μισεῖ καί τόν κοροϊδεύει. Τόν βγάζει τρελό γιά νά μή χάσει τήν πίστη του στή δική του λογική καί νιώσει τή δική του ἀθλιότητα. Ἔτσι θά γίνεται στόν αἰώνα, γιατί δέ θά ξημερώσει ποτέ ἡ μέρα πού θά καταλάβει ὁ κόσμος πώς αὐτοί οἱ τρελοί δέν εἶναι τρελοί γιατί τότε θά ἔρθει στή γῆ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή δέ θά ὑπάρχει κανένας πονηρός γιά νάναι καί τά μάτια τοῦ πονηρά ἀλλά ὅλοι θάναι ἀθῶοι σάν παιδιά. Μά τοῦτο δέν θά γίνει ποτέ σ’ αὐτό τόν κόσμο, ὅπως εἶπε τό ἀλάθευτο στόμα τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστός μιλᾶ στούς ἀνθρώπους ἁπλά καί καθαρά, κι ἐμεῖς οἱ πονηροί κάνουμε πώς δέν καταλαβαίνουμε. Μᾶς ἐξαγόρασε μέ τόν θάνατό του, μᾶς ἀνάγγειλε τήν αἰώνια ζωή καί μᾶς δίδαξε νά ἑτοιμάσουμε τόν ἑαυτό μας γι’ αὐτή, κι ἐμεῖς γυρίσαμε τή διδαχή του στά δικά μας θελήματα καί δέν πάψαμε νά πιστεύουμε μονάχα σέ τούτη τή ζωή»,


Ἡ διδαχή τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής: στό κόσμο αὐτό θά ἔχουμε θλίψεις, θά ζοῦμε σ’ ἐξορία, θά μᾶς μισοῦν καί θά μᾶς καταδιώκουν. Πρέπει νά σφίγγουμε τή καρδιά μας, ν’ ἀντέχουμε τίς δοκιμασίες χωρίς νά ἐκπλησσόμαστε, χωρίς ν’ ἀδημονοῦμε, ἀκόμα κι ὅταν πρόκειται γιά δοκιμασίες καί πίκρες ἀπροσδόκητες, πού προέρχονται ἀπό «ἐν Χριστῷ» ἀδελφούς μας, ἀπό ἐκείνους πού θά ἔπρεπε νά μᾶς βοηθούv μέ τήν ἀγάπη καί τήν εὐλογητή ἐπιείκειά τους. Ὁ κόσμος αὐτός εἶναι ἔρημος καί μοναξιά. Καί μονάχα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει τήν ἀντοχή νά ζοῦμε, ν’ ἀγαποῦμε τούς ἄλλους καί μάλιστα τούς ἐχθρούς μας, νά πράττουμε τό καλό, ὁ καθείς κατά τό μέτρο τῆς δωρεᾶς πού ἔλαβε, καί νά προσκαρτεροῦμε τήν ὥρα πού θ’ ἀστράψει ἐμπρός μας ὁ Θεός σέ ὅλη του τή δόξα.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει: «Ἐπειδή ὁ Θεός τῶν θεῶν καί ὁ Κύριος τῶν κυρίων ἔκαμε τή ψυχή σου γιά κατοικία καί ναό ἰδικόν του, πρέπει νά τήν ἔχεις εἰς τόσον μεγάλη τιμήν ὅπου νά μή τήν ἀφήσεις νά χαμηλώσει καί νά ἀποκλίνει εἰς ἄλλα πράγματα. Οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ ἐλπίδες σου ἄς εἶναι πάντοτε εἰς τόν ἐρχομό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἄν δέν εὕρη τήν ψυχήν, δέν θέλει ἔλθη νά τήν ἐπισκεφθῆ. Αὐτός τήν θέλει μοναχήν ἀπό λογισμούς, καί ὅσον ἠμπορεῖ μοναχήν παντελῶς ἀπό ἐπιθυμίας καί πολύ περισσότερον, μοναχήν ἀπό τήν ἰδίαν της θέλησιν… Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία τῆς καρδίας καί μοναξιά• τό νά μή δεσμεύεται μέ τόν νοῦν ἤ τήν θέλησιν εἰς κανένα πράγμα. Λοιπόν, ἄν δώσης εἰς τόν Θεόν τήν ψυχήν σου οὕτω λελυμένην, ἐλευθερίαν καί μοναχήν, θέλεις ἴδη θαύματα ὅπου αὐτός θέλει ἐνεργήση εἰς αὐτήν».


Ὅσο ἐνδιαφέρει τόν αὐθεντικό χριστιανό ὁ κόσμος, οἱ χαρές τοῦ κόσμου, τά ἀγαθά τῆς ζωῆς αὐτῆς, τόσο καί ἡ ψυχή τοὒ δεσμεύεται ἀπό τή γοητεία τῶν πρόσκαιρων καί χάνει τήν ἐλευθερία ἐκείνη πού τήν ὠθεῖ πρός τό θρόνο τοῦ Κυρίου της. Ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ καί ἡ καρδιά σου, λέει τό Εὐαγγέλιο. Χρειάζεται, λοιπόν, μακρυά ἀπό συναισθηματισμούς καί ρηχές, ἀνούσιες ἠθικολογίες, ν’ ἀναρωτηθεῖ γενναῖα ὁ χριστιανός ποῦ βρίσκεται στ’ ἀλήθεια ὁ θησαυρός του: στή ζωή αὐτή, στίς τιμές, στό χρῆμα, στή δόξα, στίς ἡδονές ποῦ προσφέρει ὁ κόσμος, ἤ ψηλά, στόν οὐρανό; Τόν οὐρανό, τό Θεό πού τόν γεμίζει μέ τό μεγαλεῖο του, δέ μπορεῖ κανείς νά τόν κατακτήσει ἄν δέν ἐλευθερωθεῖ ἀπ’ τά ἐγκόσμια, ἄν δέν ἀντικρύσει τή ζωή αὐτή ὡς ξένος, ὡς ἐξόριστος, Ὅσο ὁ χριστιανός κερδίζει στό κόσμο αὐτό, τόσο χάνει στόν ἄλλο. Κι ὅσο ἀποξενώνεται ἀπό αὐτόν ἐδῶ τό κόσμο, τόσο περισσότερο προσεγγίζει ψηλά, στό Θεό, στήν ἀληθινή του πατρίδα.

Ἡ Ἱερωσύνη, οἱ Ποιμένες καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν

Γεώργιος Καψάνης (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)


 
undefined



α) Ἡ φύσις καὶ ἀποστολὴ τῆς Ἱερωσύνης.

Τὴν εὐθύνην καὶ τὸ λειτούργημα τῆς διαποιμάνσεως τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀναλαμβάνουν διὰ τῆς χειροτονίας των οἱ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι ὁ Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Πρεσβύτερος καὶ ὁ τούτων βοηθὸς ἐν τῇ διακονίᾳ τῶν Μυστηρίων διάκονος (ιη΄ τῆς Α΄ ), χαρακτηριζόμενοι καὶ ὡς «προεστῶτες» αὐτῆς (α΄ Ἀντιοχ.).


Οἱ ἱ. Κανόνες διακρίνουν τάς ἑξῆς τάξεις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ: Ἱερωμένους ἤ ἱερατικοὺς (ἐπισκόπους – πρεσβύτερους – διακόνους), κληρικοὺς (ὑπηρέτας – ψάλτας – ἐφορκιστάς – θυρωροὺς – ἀναγνώστας), (κδ΄ Λαοδ.) καὶ λαϊκοὺς (οζ΄ ΣΤ΄, κζ΄ Λαοδ.). Πρὸς τούτοις ἕτεροι κανόνες προσθέτουν καὶ τοὺς ἀσκητάς. Ἡ διάκρισις αὕτη δὲν εἶναι ὀντολογική, καθ’ ὅσον πάντες διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῶν ἁγίων Μυστηρίων κοινωνοῦν τῆς θείας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, καθιστάμενοι μέτοχοι τῆς σωζούσης χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγαθῶν τῆς Βασιλείας Του, καὶ διάκονοι τοῦ θελήματός Του καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ἀλλὰ λειτουργικὴ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας διακονίας ἑκάστου εἰς τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.


Τὸ ἱερατικὸν λειτούργημα ἀποτελεῖ «Θεοῦ δωρεάν» καὶ «χάρισμα» (στ΄ Μεγαλ. Βασιλείου), δωρηθὲν παρὰ τοῦ Σωτῆρος («παρ’ ἐμοῦ φησίν, ἐδέξασθε τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα» Ἐγκυκλ. Ἐπιστ. Γενναδίου Κων/λεως) μὴ ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαμβάνοντος αὐτό, ἤ ἐκ τῆς κοινότητος ἀντιπροσωπευτικῶ δικαίῳ ἤ ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ χειροτονοῦντος, ὅστις δὲν ἐνεργεῖ ἐξ ἰδίας ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς ἐντελοδόχος τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ, καὶ «δώσει λόγον τῷ πάντων κριτῆ» (β’ Κυρίλλου). Διὰ τοῦ διδομένου χαρίσματος ὁ ποιμὴν ἰκανοῦται ἵνα ποιμάνη τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἱερωσύνη χαρακτηρίζεται ὡς «θεία» (ι΄ Σάρδ.) ἤ ὡς «τὸ θεῖον καὶ σεβάσμιον ὄνομα τῆς ἱερωσύνης» (κ΄ Σάρδ.).


Ὡς χάρισμα ἡ ἱερωσύνη εἶναι συνέχεια καὶ μετοχὴ εἰς τὴν μίαν καὶ μοναδικὴν ἱερωσύνην τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἔχει δωρηθῆ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰς μόνον ἱερεὺς ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ δὲ «ἄνθρωποι ἱερεῖς» τὴν ἱερατείαν αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ λειτουργοῦντες» (Κανὼν Καρχηδόνος).


Λειτουργοί της ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατὰ πρώτον λόγον οἱ ἐπίσκοποι, διό καὶ ὡς ἱερεῖς ἤ «τοῦ Θεοῦ ἱερεῖς» εἰς τοὺς ἱεροὺς Κανόνας χαρακτηρίζονται κυρίως οἱ Ἐπίσκοποι, (μθ’, ξδ’, πα’ Καρθαγ.). Ὁ ἱερατικὸς χαρακτὴρ τοῦ λειτουργήματος τῶν ἐπισκόπων πιστοῦται ἐκ τῆς προεδρικῆς αὐτῶν θέσεως εἰς τὸ μυστήριόν τῆς θείας Εὐχαριστίας («προεστάναι θείου θυσιαστηρίου» α΄ Κυρίλλου), ὅπερ εἶναι καὶ τὸ κεντρικὸν καὶ συστατικόν της Ἐκκλησίας Μυστήριον. Ἐντεῦθεν καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπεύθυνος διὰ τὴν μετάδοσιν «τῆς προσφορᾶς» (ιγ’ Α΄ ), τὴν ἐπιβολὴν καὶ διακανονισμὸν τῶν ἐπιτιμίων τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῆς θείας κοινωνίας, τὴν ἀποδοχὴν τῶν μετανοούντων (ιβ΄ Α΄) καὶ ἀποκατάστασιν αὐτῶν εἰς τὴν θείαν κοινωνίαν, ὡς καὶ τὴν χειροτονίαν τῶν λειτουργῶν τῶν θείων Μυστηρίων.


Ἡ μοναδικὴ αὐτὴ ἱερατικὴ «λειτουργία καὶ φροντὶς τοῦ λαοῦ» (λστ’ Απ.) καθιστᾶ τούς ἐπισκόπους «ἰθυντάς» ἤ «καθηγητάς» (νγ’ Καρθαγ.), «ἐπιστάτας τῶν τοῦ Σωτῆρος ποιμνίων», «ποιμένας» («τῆς ἀρχιερωσύνης, δι’ ἥς ποιμαίνειν ἐτάχθησαν», ἰστ’ ΑΒ’ ). Οὗτοι εἶναι οἱ «οἰκονομοῦντες» τάς Ἐκκλησίας (στ’ Β ). Ὡς οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ οἱ ποιμένες δέον νὰ ἔχουν βαθείαν συνείδησιν, ὅτι δὲν ἀσκοῦν ἰδὶαν ἐξουσίαν, ὡς χαρακτηριστικῶς διδάσκει καὶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «ὁ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστὸς τις εὑρεθῆ. Τουτέστιν, ἵνα μὴ τὰ δεσποτικὰ σφετερίσηται, ἵνα μὴ ὡς δεσπότης ἐαυτῶ ἐκδικῆ, ἀλλ’ ὡς οἰκονόμος διοικῆ. Οἰκονόμου γὰρ τὸ διοικεῖν τὰ ἐγκεχειρισθέντα καλῶς. Οὒχ αὐτῶ λέγειν εἶναι τὰ δεσποτικά, ἀλλὰ τουναντίον τοῦ δεσπότου τὰ ἑαυτοῦ». Εἶναι ἐπίσης τὰ κέντρα ἑνότητος τῶν ὧν προΐστανται Ἐκκλησιῶν, ὡς εἰκόνες καὶ τύποι καὶ εἰς τόπον Θεοῦ, ἔχοντες τὴν φροντίδα πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων» «ὡς τοῦ Θεοῦ ἐφορῶντος» (λη’ Ἀποστ.).


Ἐντεῦθεν κατανοεῖται καὶ ἡ ἀπαίτησις τῶν Κανόνων περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς μόνον ἐπισκόπου ἐν ἑκάστῃ ἐπισκοπῆ. Περισσότεροί του ἑνὸς ἐπίσκοποι θὰ ἐσήμαινε διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν μελῶν αὐτῆς περὶ δυὸ ἤ καὶ περισσοτέρους ἐπισκόπους, κέντρα ἑνότητος. (ιε΄ Ζ΄, η΄ Α΄, ιστ΄ τῆς ΑΒ΄).


Τῆς ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ μετέχουν καὶ οἱ πρεσβύτεροι, συμποιμαίνοντες καὶ συνδιοικοῦντες μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου τάς ἐπισκοπάς ἐν ταῖς ἐνορίαις. Οὗτοι ἀξιοῦνται ὡσαύτως «καθέδρας» καὶ «προεδρίας» συμμετέχοντες τοῦ χαρίσματος καὶ τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκόπου διό καὶ οἱ ἀπαιτήσεις τῶν Κανόνων διὰ τὰ καθήκοντα τῶν πρεσβυτέρων ἐν πολλοῖς συμπίπτουν μὲ τάς ἀφορώσας τοὺς ἐπισκόπους.


Ὁ ἐπίσκοπος, ὡς κέντρον ἑνότητος καὶ ζῶσα εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ ἐν ἑκάστῃ τοπικὴ Ἐκκλησία, μόνος αὐτὸς κέκτηται τὸ δικαίωμα τοῦ χειροτονεῖν τοὺς λειτουργούς τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο καθιστᾶ τὸν ἐπίσκοπον τὸ μοναδικὸν κέντρον ἑνότητος.


Ὁ ἐπίσκοπος συνάπτει οἰονεί γάμον μετὰ τῆς λαχούσης αὐτῶ ἐπισκοπῆς διό καὶ οὗτος ὀφείλει ὅπως μὴ ἐγκαταλείπη «τῆς αὐθεντικῆς αὐτοῦ καθέδρας» καὶ «μὴ ἀμελεῖν τῆς φροντίδος καὶ τῆς συνεχείας τοῦ ἰδίου θρόνου» (οα΄ Καρθαγ.). Ἡ δὲ μετάθεσις ἐπισκόπου θεωρεῖται πνευματικὴ μοιχεία.


Οἱ πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι διὰ τῆς χειροτονίας των συνδέονται μετὰ Ναοῦ πόλεως, ἤ κώμης, ἤ Κοιμητηρίου, ἤ Μαρτυρίου, ἤ ἱδρύματος, ἤ Μονῆς, ἐὰν πρόκειται περὶ μοναχῶν. Χειροτονία κληρικοῦ ἀπολελυμένως γενομένη εἶναι ἄκυρος (στ΄ Δ ),ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξασφαλίζει ὀργανικὴν σύνδεσιν τοῦ χειροτονουμένου πρὸς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπερ πάντοτε ἔχει ὡς κέντρον ἑνότητος καὶ συνάξεων Ναὸν τινά.


Τόσον ὁ ἐπίσκοπος ἐν τῇ ἐπισκοπῇ ὅσον καὶ ὁ πρεσβύτερος ἐν τῇ κοινότητι, ἐν ἥ διακονεῖ, εἶναι κέντρα, ἀλλὰ καὶ λειτουργοί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας συνάγοντες περὶ τὸν Χριστὸν τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὸν Κ Μουρατίδην «αἱ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διακρίσεις ὑφίστανται ἀκριβῶς πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἑνότητος τῶν μελῶν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐδόλως εἰς τὴν διαίρεσιν ἤ ἀντίθεσιν αὐτῶν».


Οἱ λαμβάνοντες τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης ὑπέχουν βαρείας εὐθύνας διὰ τὴν κατὰ Χριστὸν καθοδήγησιν καὶ αὔξησιν τοῦ ποιμνίου των.

«…Ἐπεί γάρ, ὡς ἅπαξ ἐγκεχειρισμένον ἱερατικὴν φροντίδα, ταύτης ἔχεσθαι μετ’ εὐρωστίας πνευματικῆς, καὶ οἵον ἀνταποδύεσθαι τοῖς πόνοις καὶ ἱδρῶτα τὸν ἔμμισθον ἐθελοντὶ ὑπομεῖναι».

Ἀποστολὴ τῶν ποιμένων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἡ «οἰκοδομὴ τῶν λαῶν» καὶ ἡ καθοδήγησις αὐτῶν εἰς τὸν κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν παθῶν ἀγώνα. Ὅ,τι μετ’ ἰδιαιτέρας ἐμφάσεως λέγουν οἱ β΄ καὶ γ΄ Κανόνες τῆς ΑΒ΄ Συνόδου περὶ τῆς διαποιμάνσεως τῶν μοναχῶν ἰσχύει ἀναμφιβόλως καὶ διὰ τὴν διαποίμανσιν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ βιούντων. Ὁ ποιμὴν ἐν πρώτοις δέον, «θεοφιλής» ὤν, νὰ ἔχῃ τὴν «πρόνοιαν τῆς ψυχικῆς σωτηρίας» τῶν ποιμαινομένων «ἀρτίως τῷ Θεῷ» προσάγων τάς ψυχάς αὐτῶν (β΄ ΑΒ). Τοὺς ἀποδιδράσκοντας ἐκ τῆς Μονῆς (ἤ τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἐκκλησιαστικῆς ποίμνης) δέον νὰ ἀναζητῆ «μετὰ πολλῆς τῆς ἐπιμελείας» καὶ νὰ ἀγωνίζεται «τῆ προσηκούσῃ καὶ καταλλήλῳ τοῦ πταίσαντος ἰατρείᾳ τὸ νενοσηκὸς ἀνακτᾶσθαι καὶ ἐπιρρωνύειν». Μὴ πράττων τοῦτο πρέπει νὰ ἀφορίζεται. «Εἰ γὰρ ὁ ζώων ἀλόγων τὴν προστασίαν ἐγχειριζόμενος, καὶ τοῦ ποιμνίου καταμελῶν, οὐκ ἀτιμώρητος καταλιμπάνεται. Ὁ τῶν τοῦ Χριστοῦ θρεμμάτων τὴν ποιμαντικὴν ἀρχὴν καταπιστευθείς, καὶ ραστώνῃ καὶ ραθυμίᾳ τὴν αὐτῶν σωτηρίαν ἀπεμπολών, πῶς οὐ δίκας τοῦ τολμήματος εἰσπραχθήσεται;» (γ΄ ΑΒ΄).


Τὸ ποιμαντικὸν ἔργον δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τάς κατ’ ἄτομον ἐποικοδομητικάς συνομιλίας ποιμένος καὶ ποιμαινομένων, ἀλλὰ τελεῖται καὶ ἐν τῇ ἱερουργίᾳ τῶν θείων Μυστηρίων καὶ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐν γένει πνευματικῆ διακυβερνήσει τοῦ ποιμνίου. Οὕτως οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἐπιτάσσουν, ὅπως οἱ ποιμένες τελοῦν τὰ ἱερὰ Μυστήρια κανονικῶς καὶ μετὰ κατάλληλον προετοιμασίαν μεταδίδοντες αὐτὰ τοῖς ἀξίοις καὶ οὐδέποτε τοῖς αἱρετικοῖς. Ὅπως κηρύττουν τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὸν θεῖον Λόγον κατὰ τάς θείας Γραφάς καὶ τὴν Πατερικὴν Παράδοσιν (ιθ΄ ΣΤ΄), ρυθμίζοντες τὸν λαὸν «πρὸς πίστιν ὀρθὴν καὶ πολιτείαν ἐνάρετον». Ὅπως μεριμνοῦν «διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν αἱρετικῶν», ἰδίᾳ οἱ ἐπίσκοποι (ρκα΄ Καρθαγ.). Ὅπως διαχειρίζωνται (οἱ ἐπίσκοποι) τὰ οἰκονομικά της Ἐκκλησίας μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν διακόνων καὶ μεταδίδουν τοῖς χρείαν ἔχουσι κληρικοῖς καὶ λαϊκοῖς (κε΄ Ἀντιοχ., νθ΄ Ἀποστ.)., «μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πάσης εὐλαβείας» (μα΄ Ἀποστ.), ὡσαύτως ἐπιτάσσουν ὅπως μὴ ἀσχολοῦνται μὲ διοικητικάς καὶ στρατιωτικάς ὑποθέσεις καὶ ἀσχολίας ἐπὶ ἐγκαταλείψει τῶν ποιμαντικῶν των καθηκόντων (ι΄ Ζ΄, πγ΄ Ἀποστ.), μὴ ἐπιλαμβάνωνται οἴκων καὶ κτημάτων ἀλλοτρίων διὰ κέρδος, εἰμὴ χάριν ἐπιμελείας ὀρφανῶν καὶ ἀπροστατεύτων, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπισκόπου (γ΄ Δ΄), παρεμβαίνουν δὲ παρὰ τῷ βασιλεῖ καὶ τοῖς ἄρχουσι, ὡς πατέρες πνευματικοί, μόνον πρὸς συνηγορίαν ὑπὲρ ἀδικουμένων, διωκομένων, ὀρφανῶν, χηρῶν καὶ πτωχῶν (ζ, η΄ Σάρδ.), διότι παρεμβάσεις εἰς τοὺς ἄρχοντας δι’ ἰδιοτελεῖς λόγους προκαλοῦν σκανδαλισμὸν καὶ στεροῦν τοὺς ἐπισκόπους τῆς πρὸς αὐτοὺς παρρησίας. Ἔργον τῶν ποιμένων εἶναι καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῶν μετανοούντων καὶ ἐπιστρεφόντων ὡς καὶ ἡ καταλλαγὴ αὐτῶν τῆ Ἐκκλησίᾳ (νβ΄ Ἀποστ., μγ΄ Καρθαγ.).


Ἰδιαιτέρως οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατήχησιν τῶν Κατηχουμένων καὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν πρὸ τοῦ Βαπτίσματος (μστ΄ Λαοδ., οη΄ Πενθ.) ὡς καὶ τὴν προστασίαν τῶν μοναχῶν (δ΄ Δ΄). Εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν δὲ κληρικοὺς ὀφείλει ὁ ἐπίσκοπος ἀγάπην καὶ αὐτοὶ ὀφείλουν εἰς αὐτὸν ὑποταγὴν (ιδ΄ Σάρδ.), ὡς πρὸς «Πατέρα» (η΄ Καρθαγ.), καθ’ ὅσον «αὐτὸς ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος» (λθ΄ Ἀποστ.).


Οὕτως ὁ ἐπίσκοπος εἶναι κυρίως καὶ προεχόντως ποιμὴν καὶ φιλόστοργος πατὴρ τῶν πρεσβυτέρων («οἰκεῖος πατήρ» ιγ΄ ΑΒ΄ ) καὶ πάντων τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν καὶ οὐχὶ διοικητὴς τις καὶ ἄρχων ἀσκῶν ἀπρόσωπον καὶ ψυχράν διοίκησιν, μὴ ἑδραζομένην εἰς τὴν ἀγάπην καὶ μὴ προάγουσαν τὴν κοινωνίαν τῶν προσώπων. Ὡς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἐπίσκοποι δέον νὰ ἀκτινοβολοῦν καὶ τὰ ποιμαντικὰ χαρίσματα Αὐτοῦ. Ἐνῶ δὲ ὁ βασιλεὺς (καὶ γενικῶς οἱ ἄρχοντες) εἶναι πρόσωπον ἐξωτερικὸν καὶ «σωματικόν», ὁ ἀρχιερεὺς ὀφείλει νὰ εἶναι πρόσωπον «ἐσωτερικὸν καὶ πνευματικόν, καὶ τοῦ πρατοτάτου καὶ ἀμνησικάκου Χριστοῦ μιμητής γνησιώτατος». Οὕτως ἠσθάνοντο καὶ οἱ Πατέρες τῆς Σαρδικῆς: «Ἐπειδὴ ἥσυχοι καὶ ὑπομονητικοὶ ὀφείλομεν εἶναι, καὶ διαρκῆ τὸν πρὸς πάντας ἔχειν οἶκτον» (ιη΄ Σάρδ.). Ὁμοίως ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐπισκόπου καὶ ὁ βυζαντινὸς πολιτικὸς νόμος: «Ἐπίσκοπος ἐστιν ἐπιτηρητὴς καὶ ἐπιμελητὴς πασῶν τῶν ἐκκλησιαζομένων ψυχῶν τῶν ἐν τῇ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ…. ἴδιον δὲ Ἐπισκόπου, τοῖς μὲν ταπεινοῖς συγκατέρχεσθαι, καταφρονεῖν δὲ τῶν ἐπαιρομένων… Καὶ προκινδυνεύειν τοῦ ποιμνίου, καὶ τὴν ἐκείνων στενοχωρίαν, οἰκείαν ὀδύνην ποιεῖσθαι». Ὡς φιλόστοργος πατὴρ ὁ ἐπίσκοπος δέον νὰ μὴ ἐγκαταλίπη ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα τὴν ἐπαρχίαν του καὶ «λυπεῖν τὸν ἐμπεπιστευμένον αὐτῶ λαόν» (Σάρδ. ια΄).


Γενικῶς ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι ὀφείλουν νὰ μὴ ἀμελοῦν τοῦ ὑπ’ αὐτοὺς κλήρου καὶ λαοῦ, παιδεύοντες αὐτοὺς εἰς εὐσέβειαν, ἐὰν δὲ ἀμελοῦν αὐτῶν ἀφορίζονται, ἐπιμένοντες δὲ τῆ ἀμελείᾳ καὶ ραθυμίᾳ καθαιροῦνται (νη΄ Ἀποστ.).
Ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου οἱ ποιμένες διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ ἀσκοῦν τοῦτο ἀνθρωποκεντρικῶς, ἤτοι κατὰ τὴν ἰδὶαν αὐτῶν κρίσιν καὶ ὄχι κατὰ τὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου τούτου οἱ ποιμένες ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καὶ τῆ διακυβερνήσει τῶν ψυχῶν δέον ὅπως ἀκολουθοῦν τοὺς ἱεροὺς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὴν θεανθρωπίνην βούλησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ ἀμφιβόλων δὲ ἥ καὶ ἀμφισβητουμένων θεμάτων καταφεύγουν εἰς τὴν συνοδικὴν ἐπίλυσιν αὐτῶν. Διό οἱ ἐπίσκοποι ὀφείλουν νὰ μετέχουν εἰς τάς συνόδους διὰ νὰ διδάσκουν ἤ διδάσκωνται «εἰς κατόρθωσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν» (μ΄ Λαοδ.). Ὀφείλουν ἐπίσης νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸν πρῶτον μεταξὺ αὐτῶν διὰ τὰ γενικώτερα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα (λδ΄ Ἀποστ.). Κατὰ τὸν ιδ΄ τῆς Ζ΄ «ὅτι τάξις ἐμπολιτεύεται τῆ ἱερωσύνῃ, πᾶσιν ἀρίδηλόν ἐστι. Καὶ τὸ σὺν ἀκριβείᾳ διατηρεῖν τάς τῆς ἱερωσύνης ἐγχειρήσεις Θεῶ εὐάρεστον».


Τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς συμμορφώσεως τῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν βούλησιν τοῦ Κυρίου βαρύνει κυρίως τοὺς ἐπισκόπους, οἵτινες εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν διδάσκαλοι τῆς Ἀληθείας χαρακτηριζόμενοι καὶ ὡς «ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας». Ἐκ τῆς καλῆς δὲ ἤ κακῆς καταστάσεως αὐτῶν τὸ ὅλο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συνδιακινδυνεύει ἤ συνδιασώζεται. Οἱ ἐπίσκοποι, ἔχοντες τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας τῆς Ἀληθείας, δέον νὰ εἶναι ὅλως εὐαίσθητοι εἰς πᾶσαν προσπάθειαν λανθανούσης ἤ καὶ φανερᾶς νοθεύσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου διὰ διδασκαλιῶν ἤ κατευθύνσεων ξένων ἤ καὶ ἀντιθέτων πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.


Ἕκαστος ἐπίσκοπος δέον νὰ ἀποτελῆ τὴν ἀγρυπνοῦσαν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας διακρίνων τὰ «τῆ ἐκκλησιαστικῆ πίστει σύμφωνα» (ι΄ Καρθαγ.), ἤ καὶ ἀντιτιθέμενα, ἀγωνιζόμενος διὰ τὴν «ἐπιστήμην», ἤτοι τὴν ἀκρίβειαν τῶν δογμάτων, διὰ τὴν «ὁμολογίαν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας» καὶ διὰ «τὴν τῆς ἀληθείας ἐκδικίαν» (ιζ΄ Σάρδ.) Οἱ μέλλοντες νὰ χειροτονηθοῦν ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι δέον νὰ εἶναι γνῶσται τῶν συνοδικῶς δεδογμένων «ἵνα μὴ ποιοῦντες κατὰ τῶν ὅρων τῆς συνόδου μεταμεληθῶσιν» (ιη΄ Καρθαγ.).


Τὸ λειτούργημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνεργοποιοῦν οἱ ἐπίσκοποι ἰδιαιτέρως εἰς τάς Συνόδους, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀνάγκῃ πρὸ αὐτῶν διὰ τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τῶν εἰς κατεγνωσμένην αἵρεσιν πεσόντων μητροπολιτῶν ἤ πατριαρχῶν προϋποθέτει γνῶσιν θεολογικήν, ὄχι βεβαίως ἐν διανοητικῇ μόνον ἐννοίᾳ, ἀλλὰ ἐν τῇ ἁγιοπατερικῇ ἐννοίᾳ τῆς μυστικῆς κοινωνίας καὶ γνώσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ πρὸς διάκρισιν ἀπὸ τάς ἐνεργείας τοῦ διαβόλου. Ἄλλαις λέξεσιν οὐχὶ μόνον «μορφωμένοι» ἤ κοινωνικῶς δραστήριοι ἀλλ’ ἅγιοι καὶ χαρισματοῦχοι ἐπίσκοποι ἐκφράζουν τὴν ἀλάθητον συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπερβολικὴ ἐνασχόλησις τῶν ἐπισκόπων μὲ τὰ κοινωνικὰ ἔργα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορροφήση αὐτοὺς ὁλοτελῶς καὶ νὰ παρασύρη αὐτοὺς εἰς μίαν ἀνθρωποκεντρικὴν ποιμαντικήν, ἥτις δὲν θὰ ἐπιτρέπη εἰς αὐτοὺς νὰ εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγοι, διδάσκαλοι καὶ ὁδηγοὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν Ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας.



β. Προσόντα καὶ καθήκοντα τῶν Ποιμένων.

Ἀπαίτησις τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοὺς Ποιμένας, ἐκφραζομένη διὰ τῶν ἱ. Κανόνων, εἶναι ὅπως οὗτοι παρέχουν εἰς τοὺς πιστοὺς ὑπόδειγμα ἁγίας ζωῆς, ὄντες «κανόνες πίστεως» καὶ ἁγιότητος ἤ κατὰ τὸν ιβ΄ τῆς Λαοδικείας «ὄντες ἐκ πολλοῦ δεδοκιμασμένοι ἔν τε τῷ λόγῳ τῆς πίστεως καὶ τῆ εὐθέως βίου πολιτείᾳ». Ἡ ἐπὶ πολὺν χρόνον δοκιμασία εἰς ἕκαστον βαθμὸν εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ ἀποδειχθῆ «ἡ πίστις (αὐτῶν) καὶ ἡ τῶν τρόπων καλοκαγαθία, καὶ ἡ στερρότης καὶ ἡ ἐπιείκεια, γνώριμος γενέσθαι δυνήσεται» (ι΄ Σάρδ.). Μετὰ τοιαύτην δοκιμασίαν τὸ ποίμνιον δύναται νὰ ἀναγνωρίση τοὺς ποιμένας ὡς ὁδηγοὺς καὶ διδασκάλους του.


Τὸ ποιμαντικὸ ἔργον δύναται νὰ ἀσκῆται μόνον ὑφ’ ὅσων «ὁ βίος ὀρθός ἐστι καὶ μηδὲν τούτοις ἀντίκειται» (ιβ΄ Θεοφ.). Τὸ δὲ «ἐν λαϊκοῖς ἐπιλήψιμον πολλῶ μᾶλλον ἐν κληρικοῖς ὀφείλει καταδικάζεσθαι» (ε΄ Καρθαγ.). Οἱ «τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες, ἤτοι δουλεύοντες» ὀφείλουν νὰ τηροῦν σωφροσύνην καὶ ἐγκράτειαν (δ΄ Καρθαγ.) διὰ νὰ ἔχουν καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίαν «ἵνα ὁ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἁπλῶς αἰτοῦσιν, ἐπιτυχεῖν» (γ΄ Καρθαγ.). Διὰ δὲ «τὴν ὀλίγων ἀναισχυντίαν πλεονάκις τὸ θεῖον καὶ σεβασμιώτατον ὄνομα τῆς ἱερωσύνης εἰς κατάγνωσιν ἐληλυθέναι» (κ΄ Σάρδ.), ἤ λοιδορεῖται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων (κστ΄ Δ).


Οἱ ἱ. Κανόνες ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴν τῶν κληρικῶν διὰ τὸ ἀνεπίληπτον τῆς συμπεριφορᾶς των. Διὰ τῶν γνωστῶν κωλυμάτων ἐμποδίζονται ἀπὸ τῆς ἱερωσύνης οἱ μετὰ τὸ βάπτισμα ὑποπεσόντες εἰς βαρέα ἁμαρτήματα, ἐνῶ μὴ κωλυτικὰ τῆς ἱερωσύνης ἁμαρτήματα ἐξαλείφονται διὰ τῆς χάριτος τῆς χειροτονίας (θ΄ Νεοκ.).


Ἡ Ἐκκλησία ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους κληρικοὺς καθαρότητα βίου ἐπιτρέπουσαν τὴν ἱερουργίαν ἐνώπιον τοῦ καθαροτάτου Κυρίου, «ὥστε τοὺς ἐν κλήρῳ καταλεγομένους καὶ ἄλλοις τὰ θεῖα διαπορθμεύοντας, καθαροὺς ἀποφῆναι καὶ λειτουργοὺς ἀμώμους, καὶ τῆς νοερᾶς τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ θύματος, καὶ ἀρχιερέως, θυσίας ἀξίους». Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀνακόλουθον «εὐλογεῖν ἕτερον τὸν τὰ οἰκεῖα τημελεῖν ὀφείλοντα τραύματα» (γ΄ ΣΤ΄).


Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ὑπὸ τῶν χειροτονούντων ἀκριβής ἐξέτασις τοῦ βίου τῶν χειροτονουμένων καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἅς εἰσέρχονται εἰς τὸν κλῆρον, εἶναι ἀπαραίτητος. Μόνον ὅταν εὑρεθῆ ἀδιάβλητος ὁ ὑποψήφιος εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονῆται. Οὕτω θὰ διατηρῆται καθαρὸν τὸ «συνειδός» τῶν χειροτονούντων καὶ ἀδιάβλητος «ἡ ἱερὰ καὶ σεπτὴ λειτουργία». Ὡς κριτήριον δὲ διὰ τὴν ἀνύψωσιν εἰς τὴν ἱερωσύνη δέον νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν μόνον ἡ προσωπικὴ ἀξία καὶ ἀρετὴ τοῦ χειροτονουμένου καὶ ὄχι ἡ ἀπὸ γένους ἱερατικοῦ καταγωγή του.


Οἱ κληρικοὶ πρέπει νὰ εἶναι ἰδιαιτέρως εὐαίσθητοι εἰς πᾶν ὅ,τι θὰ ἐσκανδάλιζε τοὺς ἀνθρώπους, ἀποφεύγοντες ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ μὴ βλάπτουν αὐτούς, ἀλλὰ σκανδαλίζουν τὸ ποίμνιον. Ἐπὶ πλέον οἱ ποιμένες ὀφείλουν νὰ εἶναι «ἀπαθεῖς», διότι ἐμπαθεῖς ὄντες καθίστανται ἀναίσθητοι καὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς βαρέα ἐπιτίμια, ὡς παραβᾶται τῶν θείων ἐντολῶν καὶ τῶν Ἀποστολικῶν διατάξεων (δ΄ Ζ΄).


Ἡ ὅλη στάσις καὶ ἐμφάνισις τῶν κληρικῶν δέον νὰ εἶναι κόσμια, σεμνὴ καὶ ταπεινόφρων. «Πᾶσα βλακεία καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαι εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως». Διό καὶ οἱ ἱερωμένοι δέον νὰ μὴ κοσμοῦνται «δι’ ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν», νὰ μὴ «χρίωνται μῦρα», καὶ νὰ περίκεινται «μετρίαν καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν», διότι «πᾶν ὅ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας (κενοδοξίας) ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος» (ιστ΄ Ζ’). Εἰς πᾶσαν δὲ περίστασιν, ἀκόμη καὶ εἰς τάς σεμνάς κοινωνικάς ἀναστροφάς, ὡς εἶναι αἱ συνεστιάσεις μετὰ «θεοφόβων καὶ εὐλαβῶν ἀνδρῶν», δέον νὰ ἀποβλέπη εἰς τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν μεθ’ ὧν συναναστρέφεται. «Ἵνα καὶ αὐτὴ ἡ συνεστίασις πρὸς κατόρθωσιν πνευματικὴν ἀπάγῃ» (κβ΄ Ζ΄). Χρέος τέλος τοῦ ἱερωμένου εἶναι ὅπως ὁδηγῆ καὶ τὰ τέκνα του εἰς τὴν χριστιανικὴν ζωὴν ἀποτρέπων ταῦτα ἀπὸ ἐφαμάρτων διασκεδάσεων.


Εἶναι αὐτονόητον ὅτι τὸ ἱερατικὸν ἦθος, ὡς ἀπαιτοῦν καὶ περιγράφουν αὐτὸ οἱ ἱ. Κανόνες, δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ συμμόρφωσις πρὸς ἀντικειμενικὸν τινὰ ἠθικὸν νόμον, ἀλλὰ τὸ ἦθος τῆς ἐλευθέρας καὶ ἐξ ἀγάπης ὑπακοῆς εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἐξ ἄλλου ἀγάπη ὑποχρεοῖ ἔσωθεν τὸν ἱερωμένον ὅπως προσέχη τὴν ἐξωτερικὴν διαγωγήν του, διὰ νὰ μὴ παράσχη ἀφορμάς σκανδάλου εἰς τοὺς ἀδελφούς του, κατὰ τὸ «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει…» (Α’ Κόρ. στ 12). Ὁ ἄξιος ἱερωμένος προσέχει πάντοτε νὰ μὴ προτιμᾶ «τὰ εἴδωλα τοῦ Χριστοῦ», ὑπὸ τὸν ὄρον «εἴδωλα» νοουμένων πάντων τῶν ἀπολυτοποιουμένων καὶ θεοποιουμένων σχετικῶν καθ’ ἑαυτὰς ἀξιῶν (στ΄ Βασιλ.) καὶ νὰ μὴ προδίδη δεύτερον τὸν «ἅπαξ ὑπὲρ ἡμῶν σταυρωθέντα», ἔχων συνείδησιν ὅτι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «πεπιστεύμεθα σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ». Τὸ ἱερατικὸν ἦθος, ὡς καὶ τὸ χριστιανικὸν γενικώτερον ἦθος, ἔχει χριστολογικὴν καὶ ἐκκλησιολογικὴν βάσιν. Ἡ μετοχὴ εἰς τὸ κοινὸν σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ δίδει εἰς τὸν ἱερωμένον τὴν δυνατότητα τῆς θεανθρωπίνης ἀγάπης καὶ τοῦ θεανδρικοῦ ἤθους τοῦ Χριστοῦ.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...