Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουλίου 09, 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. στ΄ 18-23).

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. στ΄ 18-23).
            «Ὥσπερ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».
            Ὁ Ἀπόστολος Παύλος γιὰ μία ἀκόμη φορὰ καλεῖ κάθε παραστρατημένο Χριστιανὸ στὸ στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς, μᾶς λέγει, μέχρι τώρα προσφέρατε τὰ μέλη τοῦ σώματός σας καὶ ἔγιναν ὑπόδουλα στὴν ἁμαρτία, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ τὰ προσφέρετε στὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀποκτήσετε κάθε ἀρετὴ.
            Γιὰ ποιὸ λόγο σκλαβωθήκατε καὶ γίνατε ὑποχείριοι στὴν ἁμαρτία; (μοιχεία-πορνεία-ἀκαθαρσία). Θεωρεῖσθε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, διότι δὲν μένετε μόνον ἐκεῖ ἀλλὰ μεταχείριζεσθε αὐτὴν ὡς σκαλοπάτι γιὰ νὰ διαπράξετε μεγαλύτερα ἀνομήματα.
            Ἀναρρωτηθήκατε ποτέ, τόσον καιρὸ ποὺ δουλεύετε στὴν ἁμαρτία, τὶ κέρδος καὶ τὶ ὠφέλεια λάβατε ἀπὸ αὐτήν; Ὑπολογίζω τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ντροπὴ ἀπὸ τὶς ἐνθυμήσεις τοῦ παρελθόντος.
            Πρέπει νὰ γνωρίζετε, συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι ὁ καρπὸς τῶν ἔργων τῆς ἁμαρτίας εἶναι ντροπὴ καὶ ἀτιμία, ποὺ καταλήγει σὲ θάνατο παντοτινὸ. Ὁ καρπὸς τῶν ἔργων τῆς διακαιοσύνης καὶ τῆς ἀρετῆς εἶναι ἁγιασμὸς, τιμὴ καὶ καθαρότης ποὺ ὁδηγεῖ στὴν  αἰώνιον ζωὴν. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας προφήτευσε τοὺς γλυκύτατους καὶ ζωηφόρους καρποὺς, ποὺ θὰ ἀπολαύσουν καὶ στὴν παροῦσα καὶ στὴν μέλλουσα ζωή, ὅσοι ἐργάζονται γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὶς ἐντολὲς Του, καθὼς καὶ τοὺς πικρότατους καὶ θανατηφόρους καρπούς, ποὺ θὰ γευθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολον (Ἡσ. ξε΄1316). Ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ὁ δὲ Θεὸς εἶναι ἡ μόνη καὶ ἀληθινὴ ζωὴ, μαρτυρεῖ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. «Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας» (Ἰωάν. η΄34). Ἀντιλαμβανόμεθα λοιπὸν ὅτι τὰ δίκτυά της ἐγκλωβίζουν, φυλακίζουν, αἰχμαλωτίζουν καὶ θανατώνουν.
            «Ὧ γὰρ τις ἥττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται» (Β΄Πέτρ. β΄ 19). Ἐὰν καλούσαμε κάποιον ζωγράφο νὰ μᾶς παραστήσει τὴν ἁμαρτία, ἔτσι ὅπως εἶναι, γυναίκα μὲ μορφὴ θηρίου, βάρβαρη, νὰ φυσάει φωτιὰ, σκοτεινὴ καὶ δυσάρεστη, οὔτε ἐμεῖς θὰ ἁμαρτάναμε οὔτε καὶ ὁ ζωγράφος παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Αὐτὸ τὸ ἀνθρωπόμορφο τέρας πρέπει νὰ ἔχουμε κατά νοῦν διαρκῶς ὥστε νὰ μὴν παρασυρόμεθα ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴ ἐμφάνισή της μὲ πρόσχαρη, ἑλκυστικὴ, θελκτικὴ μάσκα, ποὺ μᾶς παρασύρει ἀφυπνίζοντας τὶς ἀδυναμίες μας. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς κάθε ἁμαρτίας πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐπιδίωξή μας γιὰ νὰ μὴν ἐγκλωβιστοῦμε στὰ πλοκάμια της, ἀδυνατώντας νὰ ἀναστηθοῦμε καὶ νὰ πορευθοῦμε στὸν εὔσπλαχνο Κύριο ποὺ μᾶς περιμένει.
            Ἄλλος τρόπος γιὰ νὰ μὴν πλησιάσουμε στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια της εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ φθαρτὰ καὶ πρόσκαιρα. Ὅ,τι καὶ ἄν ὑποστεῖ ὁ Χριστιανὸς, γιὰ νὰ μὴν ἐνδυθεῖ τὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας εἶναι μηδαμινὸ ἐνώπιον τῆς δόξης τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν: «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ η΄18).
            Πρέπει κάθε συνειδητὸς Χριστιανὸς, νὰ γυρίσει τὴν πλάτη του στὸ παρελθὸν, ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς κοσμικὲς συμβουλὲς ποὺ παροτρύνουν νὰ ἐργάζεται σὲ δύο ἐργοδότες, διότι εἶναι σὰν νὰ ὑπηρετεῖ Τὸν Θεὸ καὶ Μαμωνᾶ (δικαιοσύνη καὶ ἁμαρτία). «Ἤ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει» (Ματθ. στ΄24).
            Ἔτσι μὲ μετάνοια καὶ συντριβὴ καρδίας γιὰ τὶς ἁμαρτίες του προστρέχει στὸ πνευματικὸ ἰατρεῖο - ἐκκλησία καὶ στὸν κατάλληλο πνευματικὸ ἰατρὸ - ἐξομολόγο ἐξομολογεῖται καὶ μὲ ἀφετερία τὸ Εὐαγγέλιο ξεκινᾶ νέα ζωὴ ὡς δοῦλος τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τῆς ἁμαρτίας.
            Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος ἐνῶ ὁ δοῦλος τῆς ἀνομίας εἶναι σκλάβος, διότι ὁ Κύριος μᾶς ἐξαγόρασε ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γιὰ νὰ μᾶς ἀφήσει ἐλεύθερους. Τρεῖς ἐλευθερίες ὑπάρχουν κατὰ τοὺς Πατέρες στοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ. Ἐλευθερία φύσεως, ἐλευθερία χάριτος καὶ ἐλευθερία δόξης καὶ μακαριότητος.
            Ἡ πρώτη δημιουργεῖ τὸ αὐτεξούσιον, ἡ δεύτερη ἀντιτάσσεται στὶς ἀδυναμίες τῶν παθῶν καὶ κάνει δίκαιο καὶ ἅγιο τὸν ἄνθρωπο. Ἡ δὲ τρίτη ἀντιστέκεται στὸν θάνατο καὶ στοὺς πειρασμοὺς τῆς παρούσης ζωῆς καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο μακάριο αἰωνίως.
            Ἐλευθερωθέντες λοιπὸν ἀπὸ τὴν κάθε ἄστοχη ἐνέργεια τοῦ βίου μας, διότι μόνο ἕν λυπηρὸν, ἡ ἁμαρτία, τὰ δὲ λοιπὰ πάντα κόνις καὶ καπνὸς, κατὰ τὸν χρυσορρήμονα Ἰωάννη, ἄς ἀγωνισθοῦμε νὰ μὴν βασιλεύει ἡ ἁμαρτία στὸ θνητὸ σῶμα μας,  ὥστε νὰ ὑπακούει ἐκείνη στὶς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ νὰ προσφέρουμε τὰ ἐλεύθερα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μέλη μας στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἁγιότητα. (Ρωμ. στ΄19).

Πίστη, ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀπουσία της

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)



Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μόνο σὲ δυὸ περιπτώσεις τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει ὅτι ὁ Χριστὸς θαύμασε γιὰ κάτι. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις πρόκειται γιὰ τὴν πίστη. Γιὰ τὴν ἀξιοθαύμαστη δύναμή της, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν τραγικὴ ἀπουσία της. Στὴν πρώτη περίπτωση ἀνήκει τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἑκατόνταρχου τῆς Καπερναούμ, ποὺ περιγράφει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε».


Ἡ δύναμη τῆς «πίστεως»

Ὁ Ρωμαῖος ἀξιωματοῦχος, μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἐνδιαφέρεται ὄχι γιὰ κάποιον συγγενῆ του, ἀλλὰ ἱκετεύει τὸν Χριστὸ γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ παράλυτου ὑπηρέτη του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ξένος καὶ ἄσχετος μὲ τὴν πίστη καὶ τὶς παραδόσεις τῶν Ἰουδαίων. Δὲν γνωρίζει τὸν Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Ἀλλὰ ἀγαπᾶ τὸν συνάνθρωπο, τὸν ὑπηρέτη του, καὶ ἔτσι συναντᾶ τὸν Χριστό. Ξεπερνᾶ ὅλους τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὴν ἀρνητικὴ ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντός του. Ἀνοίγεται ὁλόκληρος στὸν Χριστό. Παραδίνει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀγάπη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἀναγνωρίζει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἕναν Κύριο καὶ λυτρωτή. Ὁ ἑκατόνταρχος ἀγνοοῦσε αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς γνωρίζουμε γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ὅμως, Τὸν ἐμπιστεύθηκε πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο τὸν ἐμπιστευόμαστε ἐμεῖς.

Αὐτὴ ἡ δυνατὴ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου γίνεται μία ὁρμητικὴ κίνηση τῆς ὅλης ὕπαρξής του πρὸς τὸν Χριστό. Μεταφράζεται στὴν πράξη σὲ βεβαιότητα, ποὺ δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ ἄρρωστου ὑπηρέτη. Ἁπλὰ ταπεινώνεται, περιμένει καὶ ἐξαρτᾶ τὰ πάντα ἀπὸ ἕναν καὶ μόνο λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἀλλὰ μόνο εἰπὲ λόγῳ». Ἐδῶ ἡ πίστη δὲν εἶναι ἔκρηξη ἑνὸς πρόχειρου συναισθηματισμοῦ. Δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ πεποίθηση δίπλα στὶς τόσες ἄλλες πεποιθήσεις καὶ ἰδεολογίες. Ἡ ζωντανὴ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου γίνεται τὸ μέτρο ποὺ ζυγίζει, κρίνει καὶ ἀξιολογεῖ ὄχι μόνο τὴν πίστη τῶν Ἰσραηλιτῶν τῆς ἐποχῆς του -«ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον», σᾶς βεβαιώνω ὅτι οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες δὲν βρῆκα τόση πίστη- ἀλλὰ καὶ τὴν πίστη ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν.


Ἡ ἀπουσία τῆς ζωντανῆς πίστεως

Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ὅπως καὶ ὅλα τὰ θαύματα ποὺ περιγράφονται στὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶναι καρπὸς τῆς πίστεως καὶ ὄχι αἰτία της. Γιατί ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα, ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη, ὅπως μᾶς λέει ξεκάθαρα ὁ Χριστὸς στὴ συναγωγὴ τῆς Ναζαρέτ. Ἐκεῖ οἱ συμπατριῶτες Του δὲν δέχονται τὸν Ἴδιο καὶ τὸ κήρυγμά Του: «καὶ οὐκ ἠδύνατο ἐκεῖ ποιῆσαι οὐδεμίαν δύναμιν [...] καὶ ἐθαύμαζε διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν» (Μκ. 6,5-6), καὶ δὲν μποροῦσε ἐκεῖ νὰ κάνει κανένα θαῦμα [...] καὶ ἔμεινε κατάπληκτος ἀπὸ τὴν ἀπιστία τους.

Εἶναι ἡ δεύτερη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς θαυμάζει, αὐτὴ τὴ φορὰ ὄχι τὴν πίστη, ἀλλὰ τὴν ἀπουσία της. Καὶ ὅμως, οἱ κάτοικοι τῆς Ναζαρὲτ εἶχαν ὀρθὴ πίστη καὶ τελετουργικὸ σύμφωνο μὲ τὶς πατρικὲς παραδόσεις. Ἀλλὰ αὐτὸ ἂν καὶ εἶναι ἀπαραίτητο δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Ὅταν ἡ ὀρθὴ πίστη εἶναι στείρα καὶ ἡ «ὀρθοδοξία» μας νεκρὴ καὶ κλειστὴ στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τότε δὲν μᾶς ὠφελεῖ. Τότε λειτουργεῖ μέσα μας ὅπως ἡ ἀπιστία. Ἡ ἀπιστία, ποὺ θέλει νὰ γίνει πίστη μόνο ὅταν δεῖ, ὅταν ἀγγίξει, ὅταν μετρήσει καὶ ὅταν ἀναλύσει καὶ ἐξηγήσει τὰ πράγματα καὶ τὰ θαύματα, εἶναι τραγική. Σκλαβώνει τὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ὑποτάσσει στὴ φυλακὴ τῆς λογικῆς καὶ τῶν αἰσθήσεων. Κάποιοι ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, γιὰ νὰ κάνει θαύματα. Ὅμως ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ τοὺς τόπους ἐπιμένουν νὰ λένε ὅτι βλέπουν τὸν Θεὸ καὶ τὰ θαύματά Του, ὄχι, βέβαια, μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος, ἀλλὰ τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος ξεπέφτει, ὅταν ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι, γιὰ νὰ πιστέψει, πρέπει νὰ μάθει νὰ ἐξηγεῖ, νὰ μετρᾶ, καὶ νὰ ἀναλύει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διεισδύει στὰ μύχια του ἑαυτοῦ μας, στὸ βαθύτερο εἶναι τῆς ὕπαρξής μας. Ἐκεῖ βλέπει τί ἔχουμε μέσα μας. Βρίσκει, ἄραγε, σὲ ἐμᾶς τὴν πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου ἤ τὴν ἀπιστία τῶν κατοίκων τῆς Ναζαρέτ; θαυμάζει γιὰ τὴν πίστη μας ἤ γιὰ τὴν ἀπιστία μας; Μᾶς βρίσκει φυλακισμένους στὴ λογική μας ἤ παραδομένους στὴν ἀγάπη τῆς παρουσίας Του; Ἡ ἀπάντηση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν καθένα μας, ἀπὸ τὴ ζωή του καὶ ἀπὸ τὸν ἀγώνα του. Ἀμήν.

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου - Η ζωντανή πίστη.

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου - Η ζωντανή πίστη.


Η ζωντανή πίστη
ουδέν εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον (Ματθ. η΄ 5-13, Ρωμ. στ΄ 18-23).
Υπόδειγμα θαυμαστής πίστης καταλείπει στο σημερινό άνθρωπο η Ευαγγελική περικοπή που ξεδιπλώνει σήμερα μπροστά μας η Εκκλησία. Αναφέρεται συγκεκριμένα στον εκατόνταρχο της Καπερναούμ, δηλαδή ένα ειδωλολάτρη ο οποίος όμως είχε παραδώσει με τον πιο παραδειγματικό τρόπο τον εαυτό του στην αγάπη του Χριστού.
Ο εκατόνταρχος ήταν αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού και επομένως ειδωλολάτρης. Η καρδιά του όμως έπαλλε σε μήκη κύματος της αγάπης του Χριστού. Η πίστη του συγκεκριμένου ανθρώπου ήταν τόσο δυνατή και ζωντανή ώστε δεν έσπευσε απεγνωσμένα για να παρακαλέσει τον Χριστό να θεραπεύσει τον υπηρέτη του. Ήταν τόσο βέβαιος για τη θαυματουργική ενέργεια του Χριστού. Τη βεβαιότητά του αυτή τη συνέδεε με την πλήρη εξάρτηση και εμπιστοσύνη στο Χριστό. Η περίπτωση του εκατόνταρχου πριν προχωρήσουμε στα άλλα μηνύματα, μας δείχνει σαφώς ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τους ανθρώπους με βάση εξωτερικά σχήματα και πολλές φορές μάλιστα να σπεύδουμε να τους καταδικάσουμε. Εκείνο που τελικά καταξιώνει τον άνθρωπο είναι η βαθιά πίστη που εμφωλεύει στην καρδιά του και η οποία χαρακτήριζε την περίπτωση του εκατόνταρχου.
Πραγματική αγάπη
Η πίστη δεν είναι δυνατόν να είναι αποκομμένη από το κύριο χαρακτηριστικό της Βασιλείας του Θεού που είναι η ανιδιοτελής αγάπη. Βλέπουμε τον εκατόνταρχο να ενδιαφέρεται με αγάπη για τον υπηρέτη του. Μάλιστα η εποχή εκείνη ήταν τέτοια που η εκμετάλλευση και η αδικία απέναντι στον συνάνθρωπο και ιδιαίτερα στους υπηρέτες και τους δούλους ήταν πολύ διαδεδομένη. Και όμως υπήρχαν άνθρωποι σαν τον εκατόνταρχο που διέθεταν πραγματική αγάπη στον συνάνθρωπο και αυτό γιατί, είχαν αληθινή πίστη στο Χριστό. Αυτή η πίστη βοηθεί τον εκατόνταρχο να ξεπεράσει και όλους τους φραγμούς που δημιουργούσε το κοινωνικό καθεστώς της εποχής εκείνης. Το παράδειγμα του εκατοντάρχου μπορεί να ελέγχει και εμάς σήμερα από την άποψη ότι ενώ εύκολα διαπιστώνουμε ότι μια σήψη διαβρώνει όλους τους ιστούς της κοινωνίας μας, επιρρίπτουμε όλες τις ευθύνες σε όλους τους άλλους αφήνοντας πάντοτε τον εαυτό μας στο απυρόβλητο. Πίστις ενεργουμένη Όταν άκουσε ο εκατόνταρχος πως ο Κύριος θα ερχόταν στο σπίτι του, λειτούργησαν αμέσως μέσα του κάποιες ευγενείς αναστολές που έχουν σχέση με άλλες βασικές αρετές που πρέπει να συνοδεύουν τον άνθρωπο, όπως είναι η ταπεινοφροσύνη. “Κύριε, ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης”. Και ακριβώς η πίστη εδώ αποκαλύπτεται ότι διακλαδώνεται μέσω της αγάπης αλλά και της ταπεινοφροσύνης όπως αναφέραμε πιο πάνω. Μάλιστα η Μητέρα μας Εκκλησία τιμά τόσο πολύ το πρόσωπο του εκατόνταρχου ώστε συμπεριέλαβε τα λόγια του αυτά σε μια ευχή του Ιωάννου του Χρυσοστόμου κατά την ώρα της Θείας Μεταλήψεως.
Αγαπητοί αδελφοί, η πίστη του εκατόνταρχου που εκφράστηκε μάλιστα με το “ειπέ μόνο λόγω, και ιαθήσεται ο παίς μου”, προβάλλει σαν ισχυρό δείγμα αλλά και παράδειγμα της πορείας που πρέπει να ακολουθήσουμε κι εμείς σήμερα στη ζωή μας. Αρκεί να αφήσουμε την καρδιά μας να διαποτίζεται από την αλήθεια του Κυρίου μας. Και ο εκατόνταρχος συντηρούσε την πίστη του από αυτή την αλήθεια. Αξιώθηκε μάλιστα να φθάσει τόσο ψηλά ώστε να προκαλέσει με θαύμα τη θεραπεία του υπηρέτη του. Σε τέτοια ψηλά σημεία ανυψώνει ο Χριστός όλους τους ανθρώπους που πιστεύουν πραγματικά στην αγάπη Του.
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος – Εκκλησία Κύπρου.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ταπείνωση ενός εξουσιαστή


(Ματ. η’, 5-13)

του Ιωάννη Δήμου
Θεολόγου - Φιλολόγου
από την ιστοσελίδα του: www.sostikalogia.com
.
Είναι γνωστό ότι από τη στιγμή που άρχισε ο Χριστός να κηρύττει στον κόσμο προσήλθαν στην πίστη Του άνθρωποι ποικίλης προέλευσης και κοινωνικής τάξης. Από βορρά και νότο, από ανατολή και δύση καθώς και από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Εργάτες και ποιμένες, έμποροι και δικαστικοί, αγράμματοι και εγγράμματοι, σοφοί και φιλόσοφοι πίστεψαν και τάχτηκαν κάτω από το λάβαρο του Χριστιανισμού.
Μεταξύ αυτών προσήλθαν και ορισμένοι στρατιωτικοί οι οποίοι πίστεψαν και σώθηκαν. Οι πρώτοι μάλιστα αναφέρονται στις σελίδες του Ευαγγελίου και ήταν εκατόνταρχοι, δηλαδή θα λέγαμε λοχαγοί με την σημερινή ορολογία. Ο ένας ήταν ο εκατόνταρχος Κορνήλιος ο οποίος αναφέρεται στο βιβλίο των πράξεων των Αποστόλων και διδάχθηκε τη χριστιανική αλήθεια από τον Απόστολο Πέτρο. Ο άλλος είναι ο επικεφαλής της φρουράς του Σταυρού στο Γολγοθά ο οποίος πίστεψε και είπε ότι «αληθώς Θεού υιός ην ούτος» Ο τρίτος είναι ο αναφερόμενος από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο οποίος παρεκάλεσε τον Κύριο να θεραπεύσει τον υπηρέτη του.
Η πίστη αυτών των εκατοντάρχων αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, γιατί ο βαθμός και το αξίωμα κάνουν συνήθως τον άνθρωπο σκληρό, εγωιστή και υπερήφανο. Τα γαλόνια δίνουν την ψευδαίσθηση ότι αυτός που τα φορεί αποτελεί κάτι ξεχωριστό από τους άλλους, και βγάζουν τον άνθρωπο καμιά φορά από τα μέτρα της ευγένειας και της ανθρωπιάς. Κάτω δε από τις συνθήκες αυτές, πολλές φορές τον απομακρύνουν από την Εκκλησία και κινδυνεύει να χάσει ακόμα και την ψυχή του. Οι αξιωματούχοι αυτοί του Ευαγγελίου δεν είχαν προσβληθεί από το πάθος της υπερηφάνειας και του εγωισμού αλλά φρόντισαν να διατηρηθούν ταπεινόφρονες άνθρωποι. Ιδιαίτερα ταπεινός φάνηκε ο εκατόνταρχος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Όταν ο Κύριος προθυμοποιήθηκε να επισκεφθεί το σπίτι του για να θεραπεύσει τον υπηρέτη του, δεν θεώρησε τον εαυτό του άξιο τέτοιας τιμής και του είπε ότι δεν είμαι άξιος να σε δεχθώ στο σπίτι μου.
Η ειλικρινής αυτή ταπεινοφροσύνη του εκατόνταρχου είναι πράγματι αξιοσημείωτη, γιατί ήταν αυθόρμητη και προερχόταν από το γνήσιο περίσσευμα της καρδιάς του. Όπου υπάρχει πραγματική ταπεινοφροσύνη έρχεται η χάρη του Θεού και μαζί της όλες οι αρετές. Η ταπεινοφροσύνη του εκατόνταρχου βαθμολογήθηκε από τον Κύριο με άριστα και μάλιστα ποικιλοτρόπως, γιατί και ο υπηρέτης του θεραπεύθηκε με το λόγο του Χριστού, και ο ίδιος επαινέθηκε για την πίστη του και έγινε παράδειγμα για μίμηση στις επερχόμενες γενεές.
Έγινε παράδειγμα προς μίμηση σε όλους, ιδιαίτερα δε σε όσους έχουν κάποιο αξίωμα και κινδυνεύουν να το πάρουν επάνω τους όπως λέει ο λαός. Οι πάσης φύσεως αξιωματούχοι πρέπει να αισθάνονται υπηρέτες των υφισταμένων τους, και ότι τους έταξε ο Θεός στη διακονία αυτής της εξουσίας. Δεν πρέπει κανείς να κάνει κατάχρηση της εξουσίας, γιατί ο μοναδικός εξουσιαστής του σύμπαντος είναι ο Θεός ο Οποίος δημιούργησε τα πάντα και κατευθύνει, κυβερνά, και τρέφει τον κόσμο.
Είναι λοιπόν ευνόητο ότι κάθε άνθρωπος ανήκει στο Θεό, ανεξάρτητα αν έχει αξίωμα ή όχι, και γι’ αυτό όλοι παρακαλούν να έλθει η Βασιλεία του Θεού επί της γης. Στη βασιλεία του Θεού καταργείται κάθε αρχή και εξουσία, και όλοι ομολογούν ότι «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Αμήν.

Η δύναμη τῆς πίστεως

Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)




«Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι»

Μιὰ συγκινητικὴ ἱστορία μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ἕνας Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς ἦλθε νὰ παρακαλέσει τὸν Κύριο νὰ θεραπεύσει τὸ δοῦλο του, «ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος›› (Ματθ. 8,6). Εἶναι ἀξιόλογος καὶ θαυμαστὸς ὁ διάλογος ποὺ διαμείφθηκε μεταξύ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ τοῦ Ἰησοῦ. Ἂς δοῦμε πιὸ ἀναλυτικάτα στοιχεῖα αὐτοῦ τοῦ θαύματος.


Τὸ πρόσωπο τοῦ ἑκατοντάρχου

Ὁ ἑκατόνταρχος προκειμένου νὰ πλησιάσει τὸ Χριστὸ κατ’ ἀρχὴν ἔστειλε ἄλλους· «ἀπέστειλεν πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων» (Λουκ. 7,3). Μετὰ ἀφοῦ ἄνοιξε κάπως τὸ δρόμο γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Ἰησοῦ, πῆγε καὶ ὁ ἴδιος προσωπικὰ νὰ Τὸν συναντήσει (Ματθ. 8,5). Αὐτὸ δείχνει πὼς εἶχε πάρει στὰ σοβαρὰ τὴν ὑπόθεση τῆς θεραπείας τοῦ δούλου του. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ κάποιο συγγενή του, ἀλλὰ γιὰ τὸ δοῦλο του. Εἶναι δὲ γνωστὸ πόση μηδαμινὴ ἀξία εἶχαν οἱ δοῦλοι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ὁ Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς εἶχε βαθιὰ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴν τὴν πίστη ἤθελε νὰ ἀποκαλύψει ὁ Θεάνθρωπος. Χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ζητήσει ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ Χριστὸς ζήτησε νὰ πάει στὸ σπίτι του. Ὁ Ζιγαβηνὸς σημειώνει πὼς ὁ Κύριος «ἠθέλησε τὴν πολλὴν αὐτοῦ πίστιν ἐκκαλυφθῆναι καὶ τοῖς ἀκολουθοῦσι», δηλ. ἤθελε τὴν πολλή του πίστη νὰ τὴν ἀποκαλύψει καὶ στοὺς μαθητὲς ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν. Δὲ θαύμασε μόνο τὴν πίστη του ὁ Κύριος, ἀλλὰ τὴν πρόβαλλε γιὰ νὰ τὸν μιμηθοῦν κι ἄλλοι. Ἤθελε ἀκόμη ὁ Κύριος νὰ ταπεινώσει καὶ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἀλαζονευόντουσαν πὼς κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ἐνῶ παράλληλα ἤθελε νὰ δώσει θάρρος στοὺς ἐθνικοὺς γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσουν καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπίσης ἡ παρατήρηση τοῦ ἀξιωματικοῦ πὼς μπορεῖ νὰ κάνει τὸ δοῦλο του καλὰ χωρὶς νὰ πάει στὴν οἰκία του δείχνει τὴν μεγάλη του ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καὶ ὅπως λέγει ἕνας ἀρχαῖος συγγραφεύς, «καὶ ζωῆς καὶ θανάτου εἶχεν ὁ ἑκατόνταρχος τὸν Ἰησοῦν ἐξουσιαστήν».


Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Χριστοῦ

Παντοῦ ὁ Κύριος ἀκολουθοῦσε τὴν προαίρεση τῶν αἰτουμένων ἀπ’ Ἐκεῖνον κάτι. Μέσα στὰ κείμενα τῶν Εὐαγγελίων δὲν Τὸν βλέπουμε νὰ πίκρανε ποτὲ ἄνθρωπο. Ὅποιος πλησίαζε τὸν Ἰησοῦ, πάντοτε ἔφευγε ὠφελημένος. Ἀρκετὲς φορὲς πραγματοποιοῦσε καὶ τὶς ἁπλὲς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων ποὺ πήγαιναν κοντά Του, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν. Π.χ. ἤθελε ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα νὰ πιάσει τὸ ροῦχο Του καὶ νὰ γίνει καλά. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς ἔδωσε τὴ θεραπεία της. Στὴν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου ὅμως ξεπέρασε κάθε ὅριο φιλανθρωπίας. Ὄχι μόνον ἤθελε νὰ τὸν θεραπεύσει, ἀλλὰ προθυμοποιήθηκε νὰ πάει καὶ καὶ στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκανε γιὰ νὰ φανεῖ ἡ πίστη κι ἡ ἀρετὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τοῦ ζητοῦσαν κάτι. Ἐδῶ γιὰ νὰ λάμψει ἡ πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου. Ὁ Χριστὸς εἶναι εὐμήχανος καὶ ἔχει ποκίλα φάρμακα γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πράγματι μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶδε νὰ ὑπάρχει ὁ πλοῦτος τῆς πίστεως, γι’ αὐτὸ καὶ συγκατέβη καὶ ταπεινώθηκε ὁ Κύριος καὶ εἶπε πὼς ἐπιθυμεῖ νὰ πάει στὸ σπίτι του νὰ δεῖ κι ἀπὸ κοντὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο.


Ἡ δύναμη τῆς πίστεως

Ὁ πιστὸς χριστιανὸς εἶναι βέβαιος πὼς καὶ τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὸν πνευματικό του ἀγώνα θὰ ἐξαφανισθεῖ, ἐφ’ ὅσον ἔχει σύμμαχο τὸ Θεό. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς δὲν εἶναι εὐκολόπιστος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἄπιστος. Εἶναι πιστός. Ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ οἱ λοιπὲς ἀρετὲς εἶναι βιώματα ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ τὰ θαύματα. Ἡ πίστη δὲν εἶναι πολυπραγμοσύνη. Ὁ ἴδιος ὁ Λυτρωτὴς Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτω μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν» (Ματθ. 17,20). Ἡ πίστη καὶ βουνὰ μετακινεῖ ἀκόμη καὶ μπροστά της ἐξαφανίζονται ὅλα τὰ ἐμπόδια. Ὁ πιστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς πιστός, ἀλλὰ βεβαιόπιστος, δηλ. ἔχει ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὴν πορεία τῆς ζωῆς του. Ὅλα τὰ ἀναθέτει σ’ Αὐτόν. Τὸ δικό μας χρέος εἶναι νὰ ἔχουμε πίστη ζωντανή, χωρὶς ἀμφιβολίες, γεμάτη ἀπὸ βεβαιότητα γιὰ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει ποτὲ σ’ ὅλα τὰ συμβάντα τῆς ζωῆς μας.

Ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))


 
26 Ἰουνίου 1988

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πόσο μεγάλη πρέπει νά ἦταν ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου πού ἦρθε στόν Κύριο ζητώντας του νά θεραπεύσει τόν ὑπηρέτη του πού ἀγαποῦσε, πού τοῦ ἦταν πιστός. Ἄκουσε τόν Χριστό νά λέει: « Θά ἔρθω νά κάμω ἕνα θαῦμα στό σπίτι σου», καί θά μποροῦσε νά ἀπαντήσει, « Μήν ἔλθεις, ἕνας λόγος Σου εἶναι ἀρκετός γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγειά τοῦ ὑπηρέτη μου!».

Αὐτό εἶναι ἕνα γεγονός ἀπό τήν ζωή τοῦ Κυρίου· ἕνα γεγονός πού ἄγγιξε ὄχι μόνο τόν Ἑκατόνταρχο, ὄχι μόνο τόν ὑπηρέτη του, ἀλλά κάθε μέλος τοῦ σπιτιοῦ. Ἦλθε χωρίς τόν Χριστό, καί ὁ ὑπηρέτης θεραπεύτηκε.

Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπροστά σ’ ἕνα τρομερό, ἀγωνιώδη πόνο, μπορεῖ νά στραφεῖ πρός τόν Κύριο, νά παρουσιάσει τό αἴτημά του, νά Τοῦ ζητήσει ἔλεος καί νά ἐκδηλώσει τή δύναμή Του, καί ὅταν μᾶς λέει, ὅταν πληροφορεῖ τήν καρδιά μας, «Θά ἔλθω, θά κάνω σ’ ἐσένα αὐτό τό θαῦμα» - ποιός ἀπό ἐμᾶς θά εἶχε τό θάρρος νά πεῖ, «Ὄχι, Κύριε! Ἀρκεῖ ὁ λόγος Σου!»…

Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἔχουμε τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων πού πολλοί ἔκτισαν μιὰ ζωή ἁγιότητος, ἀπό ἕνα λόγο τοῦ Εὐαγγελίου πού πῆραν σοβαρά καί στόν ὁποῖο ἀφιέρωσαν ὅλη τους τήν ἐνέργεια, ὅλη τους τήν ζωή. Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἕναν λόγο, ἐκεῖνον τόν λόγο πού μπορεῖ νά θεραπεύσει μιά ζωή, πού μπορεῖ νά μεταμορφώσει ἀνθρώπους, σχέσεις, ψυχές καί ζωές. Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶπε ποτέ στόν Κύριο, «Τό Εὐαγγέλιο μοῦ εἶναι ἀρκετό»; Καί πόσο συχνά στρεφόμαστε στόν Κύριο γιά νά ποῦμε «Ναί, Κύριε – Τό διάβασα ὅλο τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά ἔλα ἐσύ ὁ ἴδιος, μίλησέ μου, πές μου ἕναν λόγο πού δέν εἶναι γραμμένος, πές ἕναν λόγο πού θά διαπεράσει τήν ζωή μου, τήν καρδιά μου σάν τή φωτιά καί τό σίδερο! Μίλησε, πάλι καί πάλι, Κύριε!»…Καί ἔτσι παραβλέπουμε ὅλο τό Εὐαγγέλιο, τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ, τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ὅ,τι βλέπουμε στούς Ἀποστόλους, καί στούς μετέπειτα Ἁγίους, ἐπειδή θέλουμε μιὰ νέα ἀποκάλυψη, ἕναν νέο λόγο.

Καί θυμάστε ἐπίσης, πώς, ὅταν ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐντολή στούς μαθητές νά ρίξουν τό δίχτυ τους στήν θάλασσα καί αὐτό τό δίχτυ ἔφερε πλῆθος ἀπό ψάρια, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, κατάλαβε ξαφνικά ποιός ἦταν ὁ Κύριος. Τά εἶχε ἀκούσει ὅλα, τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή μέ τόν Κύριο – καί ἀμυδρά μόνο εἶχε καταλάβει ποιός ἦταν. Ἐκείνη τήν στιγμή συνειδητοποίησε ποιός ἦταν στήν βάρκα του καί εἶπε, «Κύριε, φύγε ἀπό τήν βάρκα! Εἶμαι ἁμαρτωλός, εἶμαι ἀνάξιος τῆς παρουσίας Σου! »

Καί πάλι, ποιός ἀπό ἐμᾶς, σέ στιγμές πού ὁ Κύριος ἦρθε κοντά μας, σκέφτηκε νά πεῖ τέτοια λόγια, ἔχοντας ἀντιληφθεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἁγιότητας τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, πόσο δέν ἀξίζουμε τήν ζωή Του, τό θάνατό Του, τήν κάθοδό Του στήν κόλαση, τό κατώτερο σημεῖο τοῦ κακοῦ. Καί αὐτή ἡ κόλαση δέν εἶναι μοναχά μία εἰκόνα· δέν ὑπάρχει μέσα μας ; Δέν ὑπάρχει μέσα μας ἕνα σκοτάδι, πού χρειάζεται κάτι παραπάνω ἀπό φώτιση – τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό, τό φῶς τοῦ κόσμου.

Ἄς σκεφτοῦμε αὐτό πού ἀκοῦμε. Μόλις ἐπέστρεψα ἀπό τή Ρωσσία, καί κάθε πού ἔρχομαι, ἔχω ἕνα δέος γιά ὅ,τι εἶδα ἐκεῖ. Ὄχι ἀπό τίς σπουδαῖες λειτουργίες, ἀλλά ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γιά περισσότερο ἀπό μισό αἰώνα, ἔφεραν τό βάρος τοῦ Σταυροῦ, καί πόσο τρομερό – πῶς ἐμπνέει – πόσο ταπεινωτικό εἶναι γιά κάποιον νά πρέπει νά μιλήσει σέ ἀνθρώπους πού ἡ ζωή τους εἶναι ἕνα κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῶ ἡ δική μας εἶναι ντροπή τοῦ Χριστοῦ. Ναί, εἶναι αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο ὅτι ἀπό τούς λόγους μας θά κριθοῦμε, θά σωθοῦμε ἤ θά καταδικαστοῦμε. Πόσο τρομαχτικό εἶναι νά πρέπει νά ποῦμε λόγους ἀληθείας ἀπό καθῆκον, ἀπό ἀνάγκη καί νά γνωρίζουμε ὅτι κάθε λόγος μᾶς καταδικάζει.

Καί ἔτσι ὅταν ἕνας ἱερέας ἐξέρχεται στό Ἅγιο Βῆμα, κάνει τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μπαίνοντας κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ θανάτου, τήν θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ – προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν πού πρόκειται νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο, ἴσως τό κήρυγμα αὐτό νά τόν κρίνει καί νά τόν καταδικάσει– καί γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σας. Καί τότε, ἴσως αὐτή ἡ προσευχή νά στηρίξει τόν ἱεροκήρυκα καί λέγοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τήν βοήθεια τῆς Θ. Χάριτος, ἴσως νά δυναμώσει τή ζωή σας καί σᾶς βοηθήσει νά φθάσετε τόν Χριστό, ὄχι ἐκεῖνον: νά συνειδητοποιήσετε ξαφνικά ὅτι ὁ ἱεροκήρυκας δέν ὑπάρχει – ὑπάρχει μόνο ἕνα μήνυμα. Θυμηθεῖτε! Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής δέν ὀνομάστηκε κήρυκας τοῦ Θείου Λόγου· λέγεται γι’ αὐτόν ὅτι ἦταν «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Δέν ἦταν ἄνθρωπος, ἀλλά μήνυμα. Λάβετε τό μήνυμα, μήν σταθεῖτε στόν ταχυδρόμο, καί λάβετε τό μήνυμα καθώς τό περιγράφει ὁ Χριστός, ὅπως ἡ γῆ ἡ καλή πού θάβει μέσα της τόν σπόρο, τόν τρέφει καί φέρνει καρπούς, καρπούς ζωῆς: ὄχι καρπούς συναισθημάτων, σκέψεων, ἀλλά μιὰ ζωή πού εἶναι αὐτή τοῦ Θεοῦ, σαρκωμένη, ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ σέ μᾶς. Ἀμήν.

 
Ἀπόδοση Κειμένου:www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο

THE FAITH OF THE CENTURION

26 June 1988
 

In the name of the Father, of the Son and of the Holy Ghost.

How great must have been the faith of the Centurion who came to Christ asking for a healing of his servant, whom he loved, who was faithful to him. He heard Christ say, ‘I shall come and work a miracle in thy home’, and he could answer, ‘Don't come! A word of Thine would be enough to restore the health of my servant!’

This is an event of the life of Christ; it is an event that touched not only the Centurion, not only his servant, but every member of the household. He came without Christ, and the servant was healed.

Who of us, in dire, agonising pain is capable of turning to the Lord, present Him his request, ask Him to show mercy and to manifest His power, and when the Lord says to us, in our hearts, ‘I shall come, I shall work this miracle for you’ - who of us would have the courage to say, ‘No, Lord! Thy word is enough!'...

We have the Gospel, we have the example of the Saints of whom many, many built a life of saintliness on one saying of the Gospel which they took se­riously and to which they devoted all their energies, all their life. We have the Gospel, a word, that word that can heal a life, that can transform
people, that can transfigure relationships, and human souls, and human lives. Who of us ever said to the Lord, ‘Thy Gospel suficeth unto me’? And how often we turn to the Lord and say, ‘Yes, Lord - I have read it all, but come Thyself, speak to me, speak a word which is not written, speak a word that would like iron or fire penetrate into my heart! Speak again, again, again, Lord!’.. And so, we pass by the whole Gospel, all the message of God, all the example of Christ, all that we see in the Apostles and the later Saints because we want a new revelation, a new word.

And you remember also how, when Christ commanded His disciples to cast a net into the sea and this net brought a multitude of fish, Saint Peter suddenly saw Who He was. He had heard it all, he had heard the Sermon on the Mountain, he had been with Christ from the beginning - and he saw only dimly who He was. At that moment, the moment of a material miracle he realised Who was in his boat, and he said, ‘Lord, leave this boat! I am a sinner, I am unworthy of Thy presence!’

And again, who of us, at moments when the Lord came close to us, have the thought of saying such words, realising because of the holiness of Christ, the holiness of God, how unworthy we are of Him, of His life, His teaching, His example, His death, His descent into hell, to the very rock bottom of evil. And this hell is not only an image; isn't it within us? Isn't there in us a darkness that needs more than enlightment - the Light of God, God, the light of the world.

Let us think of what we hear. I have just come back from Russia, and when­ever I come, I am awed by what I see there. Not by great services, but the people who for more than half a century have carried the burden of the cross, and how awe-inspiring - I was to say, how humiliating it is to one to has to speak to people whose life is a preaching of the Gospel, while one's own is a shame of Christ. Yes, it is true what the Gospel says that by our words shall we be judged, saved or condemned. How frightening it is to have by duty, by necessity to speak words of truth and to know that every word condemns you.

And so, when a priest comes out, makes a sign of the Cross, putting himself under the protection of the Crucifix, the death, the sacrificial love of Christ - pray for him who is to declare the Gospel, perhaps unto judgment and condemnation of self - and for the salvation of you souls. And then perhaps this prayer will sustain the preacher, and the preacher speaking God's own words, helped by the grace of God, may sustain your life and help you to reach Christ, not him: suddenly to realise that the preacher does not exist - there is only a message. Remember! Saint John the Baptist was not called a ‘preacher’ who proclaimed the word of God; it is said of him ‘a Voice, shouting in the wilderness’. It was not a man, it was a message. Receive the message, pass by the messenger, and receive the message as Christ describes, as good earth that engulfs the seed, feeds it and brings fruit, fruit of life: not of feelings, not of thoughts, but a life which is that of God incarnate, Christ's life in us. Amen.

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου
Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής,
η απόδοσή τους στην νεοελληνική
και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου.
***
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
Κεφάλαιο 8, χωρία 5 έως 13

Θεραπεία τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου
.
Η΄\ 5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ.
10 ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.
.
ΑΠΟΔΟΣΗ

Ο Χριστός εισήλθε στην Καπερναούμ και τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος, πού τον παρακαλούσε και του έλεγε: «Κύριε, ο υπηρέτης μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι από παράλυση και σε κακή κατάσταση. Τότε του λέγει ο Ιησούς: Εγώ θα έλθω και θα τον κάνω καλά. Ο εκατόνταρχος αποκρίθηκε και είπε: Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθεις στο σπιτικό μου, αλλά πες μόνο ένα λόγο και ο υπηρέτης μου θα γίνει καλά. Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος με κάποια εξουσία και έχω στις διαταγές μου στρατιώτες. Και λέγω στον ένα: «Πήγαινε εκεί» και αμέσως πηγαίνει. Και στον άλλο: «Έλα εδώ» και έρχεται. Και στον υπηρέτη μου: «Κάνε αυτό» και αμέσως το κάνει. Όταν ο Ιησούς άκουσε τα λόγια του εκατόνταρχου εθαύμασε και είπε σ' εκείνους πού τον ακολουθούσαν: Σας βεβαιώνω πώς ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες βρήκα τόση πίστη. Σάς λέγω λοιπόν πώς θα έλθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα πάρουν θέση μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στη βασιλεία των ουρανών, ενώ τα παιδιά της βασιλείας θα πεταχθούν στο βαθύ σκοτάδι της κολάσεως· εκεί θα είναι ο θρήνος και το τρίξιμο των οδόντων. Και είπεν ο Ιησούς στον εκατόνταρχο. Πήγαινε στο σπίτι σου και όπως πίστευσες, έτσι και να γίνει. Και αμέσως θεραπεύθηκε ο υπηρέτης του από εκείνη την ώρα.
***
Από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου,
Κεφ.  6, χωρία 18 έως 23
.
ΣΤ΄\ 18 ᾿Αδελφοί, ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. 19 ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. 20 ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. 21 τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. 22 νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. 23 τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
.
ΑΠΟΔΟΣΗ

Αδελφοί, αφού ελευθερωθήκατε από τη δουλεία της αμαρτίας υποδουλωθήκατε στη δικαιοσύνη. Εκφράζομαι πολύ ανθρώπινα εξαιτίας της αδυναμίας, πού παρουσιάζει η ανθρώπινη φύση μας με την υποταγή της στην αμαρτία.
Καθώς, δηλαδή υποδουλώσατε - στην προηγούμενη πριν από την πίστη συμπεριφορά σας - τα μέλη του σώματος σας, στην ακαθαρσία και την ανομία, ώστε να βρεθείτε άνομοι (παράνομοι) ενώπιον του Θεού. Έτσι και τώρα να παραδώσετε τα μέλη σας υπόδουλα στη δικαιοσύνη, πού τελικά θα συντελέσει και στον αγιασμό σας.
Γιατί, όταν είσασταν δούλοι στην αμαρτία, ασφαλώς είσασταν ελεύθεροι - ανεξάρτητοι από τη δικαιοσύνη. Αλλ΄ όμως τί κέρδος είχατε τότε από τα αμαρτωλά έργα σας, για τα όποια τώρα πρέπει να ντρέπεσθε;
Η κατάληξη των έργων αυτών είναι ο θάνατος. Αλλά τώρα ελευθερωθήκατε από την αμαρτία και υποδουλωθήκατε στον Θεό και έχετε, ως καρπό των έργων σας τον αγιασμό και τελικά την αιώνια ζωή. Γιατί ο μισθός της αμαρτίας είναι ο θάνατος, ενώ το δώρο του Θεού στους ανθρώπους είναι η αιώνια ζωή, πού μας προσφέρει η Χάρη και η δύναμη του Κυρίου μας.
                                                                            .
***
.
Κυριακή Δ' Ματθαίου
(Ο Εκατόνταρχος της Καπερναούμ)
(Ματ. η', 5-13)
κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

του Ιωάννη Δήμου
Θεολόγου - Φιλολόγου
.

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com
                                                                                .
Είναι γνωστό ότι από τη στιγμή που άρχισε ο Χριστός να κηρύττει στον κόσμο προσήλθαν στην πίστη Του άνθρωποι ποικίλης προέλευσης και κοινωνικής τάξης. Από βορρά και νότο, από ανατολή και δύση καθώς και από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Εργάτες και ποιμένες, έμποροι και δικαστικοί, αγράμματοι και εγγράμματοι, σοφοί και φιλόσοφοι πίστεψαν και τάχτηκαν κάτω από το λάβαρο του Χριστιανισμού.
Μεταξύ αυτών προσήλθαν και ορισμένοι στρατιωτικοί οι οποίοι πίστεψαν και σώθηκαν. Οι πρώτοι μάλιστα αναφέρονται στις σελίδες του Ευαγγελίου και ήταν εκατόνταρχοι, δηλαδή θα λέγαμε λοχαγοί με την σημερινή ορολογία. Ο ένας ήταν ο εκατόνταρχος Κορνήλιος ο οποίος αναφέρεται στο βιβλίο των πράξεων των Αποστόλων και διδάχθηκε τη χριστιανική αλήθεια από τον Απόστολο Πέτρο. Ο άλλος είναι ο επικεφαλής της φρουράς του Σταυρού στο Γολγοθά ο οποίος πίστεψε και είπε ότι «αληθώς Θεού υιός ην ούτος» Ο  τρίτος είναι ο αναφερόμενος από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο οποίος παρεκάλεσε τον Κύριο να θεραπεύσει τον υπηρέτη του.
Η πίστη αυτών των εκατοντάρχων αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, γιατί ο βαθμός και το αξίωμα κάνουν συνήθως τον άνθρωπο σκληρό, εγωιστή και υπερήφανο. Τα γαλόνια δίνουν την ψευδαίσθηση ότι αυτός που τα φορεί αποτελεί κάτι ξεχωριστό από τους άλλους, και βγάζουν τον άνθρωπο  καμιά φορά από τα μέτρα της ευγένειας και της ανθρωπιάς. Κάτω δε από τις συνθήκες αυτές, πολλές φορές τον απομακρύνουν από την Εκκλησία και κινδυνεύει να χάσει ακόμα και την ψυχή του. Οι αξιωματούχοι αυτοί του Ευαγγελίου δεν είχαν προσβληθεί από το πάθος της υπερηφάνειας  και  του εγωισμού αλλά φρόντισαν να διατηρηθούν ταπεινόφρονες άνθρωποι. Ιδιαίτερα ταπεινός φάνηκε ο εκατόνταρχος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Όταν ο Κύριος προθυμοποιήθηκε  να  επισκεφθεί  το  σπίτι  του  για να θεραπεύσει τον υπηρέτη του, δεν θεώρησε τον  εαυτό  του  άξιο τέτοιας τιμής  και  του είπε  ότι δεν  είμαι  άξιος  να  σε  δεχθώ  στο  σπίτι  μου.
Η ειλικρινής αυτή ταπεινοφροσύνη του εκατόνταρχου είναι πράγματι αξιοσημείωτη, γιατί ήταν αυθόρμητη  και  προερχόταν από  το γνήσιο περίσσευμα της καρδιάς του. Όπου υπάρχει πραγματική ταπεινοφροσύνη έρχεται η χάρη του Θεού και μαζί της όλες οι αρετές.  Η     ταπεινοφροσύνη του εκατόνταρχου βαθμολογήθηκε από τον Κύριο με άριστα και μάλιστα ποικιλοτρόπως, γιατί  και  ο υπηρέτης  του θεραπεύθηκε με το λόγο του Χριστού, και ο   ίδιος επαινέθηκε για την πίστη του και έγινε παράδειγμα για  μίμηση  στις  επερχόμενες  γενεές.
Έγινε παράδειγμα προς μίμηση σε όλους, ιδιαίτερα δε σε όσους έχουν κάποιο αξίωμα και κινδυνεύουν να το πάρουν επάνω τους όπως λέει ο λαός. Οι πάσης φύσεως αξιωματούχοι πρέπει να αισθάνονται υπηρέτες των υφισταμένων τους, και ότι τους έταξε ο Θεός στη διακονία αυτής της εξουσίας. Δεν πρέπει κανείς να κάνει κατάχρηση της εξουσίας, γιατί ο μοναδικός εξουσιαστής του σύμπαντος είναι ο Θεός ο Οποίος δημιούργησε τα πάντα και κατευθύνει, κυβερνά, και τρέφει τον κόσμο.
Είναι λοιπόν ευνόητο ότι κάθε άνθρωπος ανήκει στο Θεό, ανεξάρτητα αν έχει αξίωμα ή όχι, και γι' αυτό όλοι παρακαλούν να έλθει η Βασιλεία του Θεού επί της γης. Στη βασιλεία του Θεού καταργείται κάθε αρχή και εξουσία, και όλοι ομολογούν ότι «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός».  Αμήν

Κυριακή Δ’ Ματθαίου – Η θεραπεία του δούλου του εκατοντάρχου

Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθ. η’ 5-13
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, 5 ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ  Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ  Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ  Ἀβραὰμ καὶ  Ἰσαὰκ καὶ  Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ  Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Η πίστη του εκατοντάρχου

Ταπείνωση μοναδική

Όταν o Κύριος κάποια ημέρα ήλθε στην Καπερναούμ, Τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και Τον παρακαλούσε: Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι και βασανίζεται τρομερά από τους πόνους του. Τότε ο Κύριος του άπαντα: Θα έλθω στο σπίτι σου και θα τον θεραπεύσω. Ο εκατόνταρχος όμως του αποκρίνεται: Κύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου, αλλά μόνο πες ένα λόγο και θα γίνει καλά ο δούλος μου. Διότι κι εγώ άνθρωπος είμαι κάτω από εξουσία, και έχω κάτω από τις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον ένα· πήγαινε, και πηγαίνει· και στον άλλον· έλα, και έρχεται. Και στο δούλο μου λέω, κάνε αυτό, και το εκτελεί.
Πόση ταπείνωση είχε αυτός ο ειδωλολάτρης αξιωματικός! Ενώ δεν είχε μεγαλώσει και δεν είχε ζυμωθεί με τις παραδόσεις και τις διδαχές της αληθινής πίστεως στον ένα Θεό, έχει επίγνωση ανεξήγητη, ταπείνωση μοναδική. Θεωρεί τον εαυτό του αντάξιο της παρουσίας του Κυρίου στο σπίτι του. Συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του στη θέα της ακτινοβόλου αγιότητας του Χριστού μας. Συναισθάνεται ακόμη και τη μεγαλειότητά του. Κατανοεί ότι ο Κύριος έχει εξουσία πάνω στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων. Και δεν ζητά από Αυτόν να παρακαλέσει, αλλά να διατάξει την ίαση του δούλου του. Δείχνει λοιπόν μία τόσο μεγάλη πίστη, μία πίστη που θαύμασε και ο ίδιος ο Κύριος και την επαίνεσε δημοσίως.
Αυτήν ακριβώς τη φράση του εκατόνταρχου την πήραν στα χείλη τους αμέτρητοι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι αισθάνονταν τη δική τους μικρότητα μπροστά στο μεγαλείο του Κυρίου. Και η φράση αυτή έγινε προσευχή. Μία προσευχή που ψελλίζουμε με πίστη, συναίσθηση και ταπείνωση όλοι οι πιστοί, όταν στεφόμαστε με δέος μπροστά στο άγιο Ποτήριο. Και επαναλαμβάνουμε με ταπείνωση και συναίσθηση τα λόγια του εκατόνταρχου: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Διότι η ψυχή μου είναι έρημη από αρετές και κατερειπωμένη από τις αμαρτίες μου. Πού να βρεις, Κύριε, τόπο να κλίνεις την κεφαλή σου; Αλλά Εσύ που ταπείνωσες τον εαυτό σου, καταδέξου να εισέλθεις στον οίκο της αμαρτωλής μου ψυχής και να με θεραπεύσεις.

Στη Βασιλεία Του

Όταν ο Κύριος άκουσε τα λόγια του εκατόνταρχου, θαύμασε και είπε σ’ εκείνους που Τον ακολουθούσαν: Αληθινά σας λέω ότι δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών, οι όποιοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Σας διαβεβαιώνω ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από όλα τα μέρη του κόσμου και θα καθίσουν στο τραπέζι της Βασιλείας των ουρανών. Ενώ εκείνοι που κατάγονται από τον Αβραάμ θα ριχτούν στο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Ύστερα είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο: Πήγαινε στο σπίτι σου και ας γίνει όπως πίστεψες. Και εκείνη τη στιγμή θεραπεύθηκε ο δούλος του.
Η πίστη όμως αυτή του ειδωλολάτρη αξιωματικού έγινε αφορμή να προφητεύσει ο Κύριος μία οδυνηρή αλήθεια: ότι στη Βασιλεία του θα βρεθούν πολλοί ειδωλολάτρες, ενώ θα αποκλεισθούν οι περισσότεροι Ιουδαίοι που λάτρευαν τον αληθινό Θεό. Είναι τραγικό.
Πόσο τίμησε ο Θεός τον ιουδαϊκό λαό! Του έδωσε τα πάντα. Απελευθέρωσε τους Ιουδαίους από τη στυγνή δουλεία της Αιγύπτου. Τους διαπέρασε από το βυθό της Ερυθράς θαλάσσης. τους παρέδωσε τον Νόμο του. Τους έθρεψε στην έρημο. Τους εγκατέστησε στη γη Χαναάν. Τους έστειλε προφήτες για να τους καλέσει σε μετάνοια. Όμως ανταπόκριση δεν έβλεπε. Γι’ αυτό και έγινε άνθρωπος και κήρυξε μετάνοια και επιτέλεσε θαύματα μοναδικά. Όμως οι Ιουδαίοι δεν Τον δέχθηκαν. Και οδήγησαν τον Χριστό στον πλέον φρικτό θάνατο. Πήρε λοιπόν ο Θεός τη χάρη του από τον Ισραήλ. Η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε. Αμέτρητοι Ιουδαίοι σφαγιάσθηκαν, πουλήθηκαν, διασκορπίσθηκαν στα πέρατα της γης. Έχασαν την πατρίδα τους, έχασαν και τη βασιλεία του Θεού.
Αυτό ακριβώς πρέπει να φοβίσει πολύ εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Διότι σε μας χάρισε ασυγκρίτως ανώτερες δωρεές από ό,τι στον ιουδαϊκό λαό. Μας χάρισε την Εκκλησία του, τα Μυστήρια της σωτηρίας μας, τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Και ιδιαιτέρως εμείς οι Έλληνες πρέπει να φοβηθούμε ακόμη περισσότερο. Διότι είμαστε πλημμυρισμένοι από ακόμη περισσότερες ευεργεσίες. Στη χώρα μας διάβηκαν τόσοι Απόστολοι, την πότισαν με το αίμα τους εκατομμύρια μάρτυρες, την αγίασαν αμέτρητοι όσιοι, ασκητές, διδάσκαλοι. Στη χώρα μας γράφτηκε η Αποκάλυψη του Ιωάννου, συνήλθαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι· στη χώρα μας υπάρχουν ιερά Λείψανα και θαυματουργές εικόνες, μοναστήρια και προσκυνήματα. Όλα μας τα έδωσε ο Χριστός! Γι’ αυτό περιμένει πολλά. Και προπαντός καρπούς μετανοίας, πνευματικής καρποφορίας και αγιότητας.

Κυριακή δ Ματθαίου – η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., ομιλία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις τον εκατόνταρχον.

θόδοξη
 
Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: Η.5 – 13.
Τω καιρώ εκείνω, εισελθόντι τω Ιησού εις Καπερναούμ, προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος, παρακαλών αυτόν και λέγων: «Κύριε, ο παίς μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος.» Και λέγει αυτώ ο Ιησούς: «εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν.» Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος έφη: «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης. Αλλά μόνον ειπέ λόγω, και ιαθήσεται ο παίς μου. Και γάρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω τούτω, πορεύθητι, και πορεύεται” και άλλω, έρχου, και έρχεται” και τω δούλω μου, ποίησον τούτο, και ποιεί.» Ακούσας δέ ο Ιησούς εθαύμασε και είπε τοις ακολουθούσιν: «αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον! Λέγω δέ υμίν, ότι πολλοί απο ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δέ υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον. Εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων.» Και είπεν ο Ιησούς τω εκατοντάρχω: «ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι.» Και ιάθη ο παίς αυτού εν τη ώρα εκείνη.
Απόδοση.
Την εποχή εκείνη, καθώς μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος, που τον παρακάλεσε λέγοντας: «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι, παράλυτος, και υποφέρει φοβερά». Και ο Ιησούς του λεει: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω». Ο εκατόνταρχος του αποκρίθηκε: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου• πες όμως μόνο ένα λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. Κι εγώ είμαι άνθρωπος κάτω από εξουσία κι έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου• λεω στον ένα “πήγαινε” και πηγαίνει, και στον άλλο “έλα” και έρχεται, και στο δούλο μου “κάνε αυτό” και το κάνει». Όταν τον άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε κι είπε σ’ όσους τον ακολουθούσαν: «Σας βεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δε βρήκα. Και σας λεω πως θα ‘ρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι• εκεί θα κλαινε, και θα τρίζουν τα δόντια τους». Ύστερα είπε στον εκατόνταρχο ο Ιησούς: «Πήγαινε, κι ας γίνει αυτό που πίστεψες». Και γιατρεύτηκε ο δούλος εκείνη την ώρα.
Επιμέλεια κειμένων, Ιωάννης Τρίτος.
Ομιλία ΚΣΤ του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις τον εκατόνταρχον.
Σε όλο το Ευαγγέλιο του Χριστού βλέπει κανείς πόσο αφοσιωμένος ήταν σ’ Αυτόν ο λαός. Διότι και όταν ομιλούσε τον άκουγαν σιωπηλοί, χωρίς να παρεμβαίνουν ούτε να διακόπτουν τη συνέχεια του λόγου του, ούτε και προσπαθούσαν να εύρουν αφορμή για να τον κατηγορήσουν όπως οι Φαρισαίοι. Αλλά και μετά τη διδασκαλία τον ακολουθούσαν πάλι με θαυμασμό. Συ όμως πρόσεξε, παρακαλώ, τη σύνεση του Κυρίου, πώς οικονομεί ποικιλοτρόπως την ωφέλεια των παρόντων, μεταβαίνοντας από τα θαύματα στους λόγους. Και πάλι, ερχόμενος από τους λόγους της διδασκαλίας στα θαύματα. Διότι και πριν ανεβεί στο όρος θεράπευσε πολλούς, προετοιμάζοντας το έδαφος για όσα θα έλεγε, αλλά και μετά την ολοκλήρωση της μακράς αυτής επί του όρους διδασκαλίας, πάλιν έρχεται σε θαύματα, επιβεβαιώνοντας τους λόγους με τα έργα του. Και επειδή εδίδασκε ως έχων εξουσίαν, για να μη νομισθεί ο τρόπος της διδασκαλίας του κομπασμός και αυθάδεια, κάνει το ίδιο και με τα έργα: θεραπεύει ως εξουσίαν έχων, για να μη θορυβούνται βλέποντάς τον να διδάσκει με αυτόν τον τρόπο, αφού με τον ίδιο τρόπο έκανε και τα θαύματα.
Όταν λοιπόν κατέβη από το όρος, τότε προσήλθε ο λεπρός, ενώ ο εκατόνταρχος έπειτα από λίγο, μόλις εισήλθε στην Καπερναούμ. Για ποιο λόγο όμως ούτε αυτός ούτε εκείνος ανέβησαν στο όρος; Όχι από ραθυμία, διότι και των δύο η πίστις ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν δε προσήλθε ο εκατόνταρχος, λέγει: «ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι απολογούμενος ανέφερε την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. Διότι δεν ήταν δυνατόν, λέγει, να τον μεταφέρει σηκωτόν, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στις τελευταίες αναπνοές του. Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, λέγει ο Λουκάς ότι έμελλε τελευτάν. Εγώ όμως βλέπω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλυτέρα από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη στέγη. Διότι γνωρίζοντας σαφώς ότι και μόνη η προσταγή του αρκεί για να εγερθεί ο κατάκοιτος, εθεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.
Τι έκαμε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που σε καμία προηγούμενη περίπτωση δεν είχε κάμει. Ενώ δηλαδή παντού ακολουθούσε την προαίρεση αυτών που τον ικέτευαν, εδώ σπεύδει, και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία. Και το πράττει αυτό για να μάθουμε την αρετή του εκατόνταρχου. Και τι λέγει ο εκατόνταρχος; «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την
στέγην εισέλθεις». Ας ακούσουμε όσοι πρόκειται να υποδεχθούμε τον Χριστό. Διότι είναι δυνατόν να τον υποδεχθούμε και τώρα. Ας ακούσουμε και ας παραδειγματισθούμε από τον ζήλο του, και ας τον δεχθούμε με την ίδια πλούσια διάθεση. Διότι και όταν υποδεχθείς πτωχό και πεινασμένο και γυμνό, Εκείνον υπεδέχθης και έθρεψες. «Αλλά ειπέ λόγον μόνον και ιαθήσεται ο παις μου». Κοίτα ότι και αυτός, όπως ακριβώς και ο λεπρός, έχει την αρμόζουσα γνώμη περί του Κυρίου. Διότι ούτε εκείνος του είπε: «παρακάλεσε», ούτε «προσευχήσου» και «ικέτευσε», αλλά μόνον «πρόσταξε».
Και ο ευαγγελιστής συνεχίζει: «Στραφείς ο Ιησούς είπε τοις ακολουθούσιν Αυτόν: Ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον». Επομένως, το να έχει κάποιος μεγάλη υπόληψη περί του Κυρίου, είναι η τρανωτέρα απόδειξις πίστεως, συγχρόνως δε αυτό προσφέρει και τη Βασιλεία και τα άλλα αγαθά. Ο έπαινος άλλωστε δεν περιωρίσθη μόνο στους λόγους, αλλά, ανταμείβοντας την πίστη του, του παρέδωσε τον ασθενή θεραπευμένο. Ταυτόχρονα του πλέκει στέφανον λαμπρόν και του υπόσχεται μεγάλες δωρεές λέγοντας: Πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακληθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ: οι δε υιοί της Βασιλείας εκβληθήσονται έξω». Έπειτα, για να μη νομίσει κάποιος ότι αυτά είναι λόγια κολακείας, αλλά να γνωρίζουν όλοι ότι πράγματι αυτή ήταν η εσωτερική διάθεση του εκατόνταρχου, λέγει: «Ύπαγε. Ως επίστευσας γενηθήτω σοι». Και αμέσως επακολούθησε η θεραπεία, η οποία επιβεβαίωσε την προαίρεσή του.
Επειδή δε ο Λουκάς, όταν περιγράφει αυτό το θαύμα, αναφέρει και άλλα περισσότερα, τα οποία δίδουν την εντύπωση ότι υπάρχει διαφωνία, είναι ανάγκη να σας διαλευκάνω αυτό το ζήτημα. Τι λέγει λοιπόν ο Λουκάς; Ότι ο εκατόνταρχος απέστειλε πρεσβυτέρους των Ιουδαίων προς αυτόν παρακαλώντας τον να πάει. Ενώ ο Ματθαίος λέγει ότι πήγε ο ίδιος και έλεγε ότι δεν είναι άξιος. Μου φαίνεται ότι ο Λουκάς θέλει να δείξει την κολακεία των
Ιουδαίων, διότι είναι εύλογο, όταν ο εκατόνταρχος ηθέλησε να μεταβεί ο ίδιος, να εμποδίσθηκε από τους Ιουδαίους, οι οποίοι, θέλοντας να τον κολακεύσουν
του είπαν ότι θα πάμε εμείς να τον φέρουμε. Πρόσεξε λοιπόν ότι και η παράκλησή τους είναι μεστή από κολακεία. «Αγαπά γαρ το έθνος ημών», λένε. «Και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν». Ούτε γνωρίζουν πώς να επαινέσουν τον άνδρα. Διότι έπρεπε να του πουν ότι ηθέλησε να έλθει ο ίδιος και να σε παρακαλέσει, αλλά τον εμποδίσαμε εμείς, βλέποντας τη συμφορά του και το πτώμα να κείτεται ακίνητο, και έτσι να παραστήσουν το μέγεθος της πίστεώς του. Δεν λέγουν όμως αυτό, διότι δεν ήθελαν, εξ αιτίας του φθόνου, να αποκαλύψουν την πίστη του ανδρός. Αλλά προτιμούσαν μάλλον να αποκρύψουν την αρετή του, πράγμα για το οποίο και ήλθαν μόνοι τους να παρακαλέσουν, για να μη φανεί ότι εκείνος που παρακαλούσε ήταν κάποιος σπουδαίος, παρά διακηρύσσοντας την πίστη εκείνου να επιτύχουν αυτό για το οποίο είχαν έλθει. Διότι ο φθόνος είναι ικανός να σκοτίσει το νου. Αλλά ο Κύριος, που γνωρίζει τα απόρρητα, διεκήρυξε την αρετή του παρά τη θέλησή τους.
Ότι δε ο Ματθαίος λέγει ότι αυτό δεν του το εμήνυσε με τους φίλους του, αλλά αυτοπροσώπως, αυτό δεν αλλάζει τίποτε. Διότι ο καθένας από τους Ευαγγελιστάς παρουσίασε την προθυμία του ανδρός και το ότι είχε την πρέπουσα γνώμη για τον Χριστό. Είναι δε φυσικό, αφού απέστειλε τους φίλους του, να επήγε και ο ίδιος να του το πει. Εάν δε ο Λουκάς δεν το ανέφερε αυτό, αλλά ούτε ο Ματθαίος εκείνο, δεν σημαίνει ότι διαφωνούν μεταξύ τους, αλλά ότι ο καθένας συμπληρώνει ό,τι παραλείπει ο άλλος.
Πρόσεξε δε πώς και με άλλον τρόπο ο Λουκάς διεκήρυξε την πίστη του εκατόνταρχου, λέγοντας ότι ο δούλος του επρόκειτο να αποθάνει. Αλλά όμως ούτε αυτό τον οδήγησε σε απόγνωση, ούτε τον έκανε να απελπισθεί. Εάν τώρα ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο Χριστός είπε «ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον», φανερώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο άνθρωπος δεν ήταν Ισραηλίτης, ο δε Λουκάς, ότι «ωκοδόμησε την συναγωγήν», ούτε αυτό είναι αντίφασις. Διότι είναι δυνατόν και Ιουδαίος να μην είναι και να οικοδομήσει τη συναγωγή και το έθνος να αγαπά. Συ όμως μην εξετάζεις μόνον τα λόγια του ανδρός, αλλά λάβε υπ’ όψιν σου και το αξίωμά του, και τότε θα αντιληφθείς την αρετή του. Επειδή είναι μεγάλη η αλαζονεία των αξιωματούχων και ούτε στις συμφορές ταπεινώνονται.
Είδες πώς εξεπληρώθη το «ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν των ουρανών, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; Επειδή επέδειξε πολλή πίστη και ταπεινοφροσύνη, και τον ουρανό του έδωσε και την υγεία του προσέθεσε. Και δεν τον ετίμησε μόνον με αυτό, αλλά και με το να δείξει ποιοι αποβάλλονται και εισάγεται αυτός. Από τώρα ακόμη κάνει γνωστό σε όλους, ότι η σωτηρία θα προέλθει από την πίστη και όχι από την τήρηση του νόμου. Γι’ αυτό ακριβώς η δωρεά αφορά όχι μόνον τους Ιουδαίους, αλλά και τους εθνικούς, και μάλιστα εκείνους περισσότερον από αυτούς. Διότι, λέγει, μη νομίσετε, βεβαίως, ότι αυτό συνέβη μόνο στην περίπτωση του εκατόνταρχου, αλλά το ίδιο θα ισχύσει και για όλη την οικουμένη. Και το έλεγε αυτό προφητεύοντας περί των εθνών και δίδοντάς τους καλές ελπίδες. Πράγματι, μεταξύ αυτών που ακολουθούσαν υπήρχαν και εκείνοι που προέρχονταν από την περιοχή της Γαλιλαίας, που εκατοικείτο από εθνικούς. Το έλεγε για να προφυλάξει τους εθνικούς από την απόγνωση, αλλά και για να ταπεινώσει το φρόνημα των Ιουδαίων.
Θαύμασε όμως και την ταχύτητα. Αυτήν φανερώνει ο Ευαγγελιστής, όταν λέγει: «Και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη». Ακριβώς όπως είπε και στην περίπτωση του λεπρού, ότι «ευθέως εκαθαρίσθη». Διότι επεδείκνυε τη δύναμή του όχι μόνον με το να θεραπεύει, αλλά και με το να κάμνει αυτό με τρόπον παράδοξο και μάλιστα ακαριαίως. Και δεν ωφελούσε μόνον με αυτά, αλλά και με το ότι συνεχώς μαζί με την επίδειξη των θαυμάτων συνεδύαζε και τους λόγους περί της Βασιλείας των Ουρανών, και προσείλκυεν όλους προς αυτήν. Διότι και αυτούς ακόμη που απειλούσε ότι θα τους εκβάλει από τη Βασιλεία, τους απειλούσε όχι για να τους εκβάλει, αλλά για να τους προξενήσει φόβο με τους λόγους του, και έτσι να τους προσελκύσει προς αυτήν. Εάν δε ούτε με αυτόν τον τρόπον ωφελούντο, η ενοχή θα ήταν εξ ολοκλήρου ιδική τους, και όλων εκείνων που πάσχουν από την ίδιαν ασθένεια. Και αυτό ημπορεί να το ιδεί κανείς όχι μόνον στους Ιουδαίους, αλλά και στους πιστούς. Πράγματι, και ο Ιούδας υιός της Βασιλείας ήταν και άκουσε
μαζί με τους άλλους μαθητάς το επί «δώδεκα θρόνους καθιείσθε», αλλά έγινε υιός της γεέννης. Ενώ ο Αιθίοψ, αν και ήταν άνθρωπος αλλοεθνής, από εκείνους που κατάγονταν από Ανατολών και Δυσμών, θα απολαύσει τους στεφάνους μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Το ίδιο γίνεται τώρα και σε εμάς. Διότι λέγει: «Πολλοί πρώτοι έσονται έσχατοι και πολλοί έσχατοι πρώτοι». Το λέγει αυτό ώστε ούτε εκείνοι να ραθυμούν, σαν να μην ημπορούσαν να επανέλθουν, ούτε αυτοί να παίρνουν θάρρος, σαν να ήταν αμετακίνητοι.
Ας μην έχουμε λοιπόν εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, όσοι συμπεριλαμβανόμαστε μεταξύ των πιστών. Διότι πολλοί, αν και ανέβησαν στην κορυφή του ουρανού και επέδειξαν κάθε καρτερία και κατέλαβαν τις ερήμους και ούτε στο όνειρό τους δεν είδαν γυναίκα, έδειξαν προς στιγμήν αμέλεια, νικήθηκαν και έπεσαν στο ίδιο το βάραθρο της κακίας. Άλλοι πάλι από εκεί κάτω ανέβησαν στον ουρανό και μεταπήδησαν από τη σκηνή και την ορχήστρα στην αγγελική πολιτεία.
Εμείς όμως, έχοντας τόσα παραδείγματα από τις Γραφές και από όλη μας τη ζωή, ας προσέχουμε πολύ και ας προσπαθούμε να μην πίπτουμε χαμηλά. Αλλά και αν κάποτε πέσουμε, να μην παραμείνουμε στην κατάσταση της πτώσεως. Διότι αν ο δίκαιος Δαβίδ, επειδή προς στιγμήν αμέλησε, δέχθηκε τέτοια τραύματα, και διέπραξε δύο τόσο μεγάλα αμαρτήματα, τη μοιχεία και τον φόνο, τί θα πάθουμε εμείς που καθημερινώς αμελούμε; Μη δεις ότι έπεσε και αποθαρρυνθείς, αλλά σκέψου τι έπραξε στη συνέχεια. Πόσους θρήνους επέδειξε, πόση μετάνοια.
Ας εξοπλίσουμε λοιπόν κι εμείς τους εαυτούς μας με έργα αγαθά, ώστε κι αν πέσουμε σε κάποιο αμάρτημα, να το απαλύνουμε με αυτά. Και έτσι να καταξιωθούμε, αφού ζήσουμε την παρούσα ζωή προς δόξαν Θεού, να απολαύσουμε τη μέλλουσα, την οποία ας αξιωθούμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και το Κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 163 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς

Το κήρυγμα της Κυριακής 10-07-2011 του Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου

Δ΄ Κυριακή Ματθαίου
(Ματθ. Η΄ 5-13)


Αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι σωστοί στα θέματα της πίστεως, και εντάξει στα κοινωνικά τους και όχι μόνο καθήκοντα που απορρέουν από αυτή τους την πίστη.
Δεν αποκλείεται μάλιστα ορισμένοι να φτάνουν και στο σημείο να απονέμουν στον εαυτό τους «πιστοποιητικό αγιότητος» και να θεωρούν το πρόσωπό τους «παράδειγμα προς μίμηση»...
Κάπως έτσι θα σκέπτονταν και πολλοί Ιουδαίοι όταν ο Ιησούς επισκέφθηκε την Καπερναούμ και συναντήθηκε με τον εκατόνταρχο, για τον οποίο γίνεται ειδική αναφορά στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής.
Αλλά τί ήταν αυτός ο εκατόνταρχος; Όπως το λέει και ο τίτλος του, ήταν αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού και Ρωμαίος πολίτης. Αξίωμα δηλαδή και τίτλος με πολιτικά δικαιώματα καθόλου ευκαταφρόνητα. Ο αξιωματούχος αυτός είχε ένα δούλο ασθενή, κατάκοιτο, που πονούσε συνεχώς και βασανιζόταν από την ασθένεια. Εντελώς ανίκανο να κινηθεί για να υπηρετήσει όχι τον κύριό του, αλλ’ ούτε τον εαυτό του... Τί σήμαιναν όλ’ αυτά; Για να καταλάβουμε τί σήμαιναν, ας ξεχάσουμε το παρόν. Την εποχή εκείνη, ένας άλλος Ρωμαίος πολίτης και μάλιστα αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, στη θέση του εκατόνταρχου, θα άφηνε το δούλο του νηστικό ίσως και διψασμένο για να πεθάνει μια ώρα νωρίτερα. Ή θα τον πετούσε κάπου στα χωράφια, όπως ένα ετοιμοθάνατο ζώο. Άλλωστε σαν ζώα και κατώτερους ακόμα, θεωρούσα τότε οι Ρωμαίοι τους δούλους τους. Ούτε που τους έδιναν σημασία...
Αλλά να ο εκατόνταρχος, ο ειδωλολάτρης, που δεν γνωρίζει και δεν ζει την αποκαλυπτική πίστη των Ιουδαίων, παρουσιάζει μια συμπεριφορά που μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα, που υποτίθεται ότι έχουμε γίνει «περισσότερο άνθρωποι» ;
Πλησιάζει λοιπόν τον Ιησού «...παρακαλών αυτόν και λέγων. Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος» (Ματθ. Η ΄ 6) δηλ. παρακάλεσε τον Ιησού λέγοντάς του, Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι ως παραλυτικός, και βασανίζεται φρικτά. Και όταν ο Κύριος προθυμοποιείται να πάει στο σπίτι για να θεραπεύσει το δούλο, ο ειδωλολάτρης αυτός εκατόνταρχος, ανοίγει το μυροδοχείο του εσωτερικού του κόσμου, αρνείται ευγενικά, και με μια καταπληκτική επιχειρηματολογία που αναπτύσσει από την τακτική του στρατιωτικού κώδικα, τελικώς, με συντριβή παρακαλεί τον Θεάνθρωπο, να μη μπει στον κόπο να πάει στο σπίτι του.  «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης, αλλά μόνον ειπέ λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου.» (Ματθ. Η ΄ 8) δηλ. Κύριε, δεν είμαι άξιος για να μπεις κάτω από τη στέγη μου. Αλλά μόνο δώσε διαταγή με λόγο και θα θεραπευθεί ο δούλος μου.
Δεν γνωρίζω φίλοι μου αν υπάρχει άνθρωπος που να μην συγκινείται η καρδιά του από τον λόγο του «σκληροτράχηλου» αυτού Ρωμαίου αξιωματικού... Πάντως είναι από τις ελάχιστες φορές που ο Ιησούς θαυμάζει την πίστη ενός ανθρώπου.
Το γεγονός αυτό προξένησε τόση εντύπωση, που ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ζυγίζοντας μία μία τις λέξεις που χρησιμοποιεί, μας καταγράφει τόσο τον θαυμασμό του Κυρίου, όσο και τα χαρακτηριστικά του λόγια που από τότε ηχούν ως «εγερτήριον σάλπισμα» αλλά και ως σήμα κινδύνου στα ώτα όσων έχουν αποδεχθεί την πίστη στο Θεό.
Ας δούμε σε σύντομη μετάφραση τους καταπληκτικούς αυτούς στίχους: «Όταν άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν ¨Αληθινά σας λέγω, ούτε στον Ισραήλ δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη. Και σας βεβαιώνω, ότι πολλοί από Ανατολή και Δύση θα έλθουν, και θα καθίσουν στο τραπέζι στη Βασιλεία των Ουρανών, μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, ενώ οι άνθρωποι της Βασιλείας θα πεταχθούν έξω στο βαθύτερο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια από πόν層. (Ματθ. Η ΄ 10-12)
Επόμενο ήταν, μετά από αυτά που συγκλονίζουν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του εκατόνταρχου. «Και είπεν ο Ιησούς τω εκατοντάρχω. Ύπαγε και ως επίστευσας γενηθήτω σοι. Και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. Η ΄ 13) δηλ. είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο ¨Πήγαινε και να σου γίνει όπως πίστευσες¨ . Και θεραπεύθηκε ο δούλος του εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Οπωσδήποτε ο εκατόνταρχος στα μάτια των Εβραίων, και μάλιστα των φανατικών, θα ήταν ένα βδέλυγμα. Σίγουρα θα πίστευαν ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στο Θεό, αφού ο Ρωμαίος εκείνος αξιωματικός δεν ανήκε στον «εκλεκτό λαό». Να όμως που ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, ο «ετάζων νεφρούς και καρδίας», φέρνει στην επιφάνεια διαφορετική την πραγματικότητα απ’ ό, τι υπολόγιζαν οι άνθρωποι.
Όχι βέβαια πως φταίει η πίστη όταν κάποιοι που φαίνεται ότι την αποδέχονται, παρουσιάζουν υπερήφανη και ανάρμοστη συμπεριφορά. Ούτε πάλι, όσοι δεν έχουν ακόμα γνωρίσει την ορθή επικοινωνία με τον Θεό και παρουσιάζουν θετικά στοιχεία, θα πρέπει να επαναπαύονται και να παραμένουν στην άγνοιά τους.
Αυτό που θα πρέπει να συμβαίνει είναι , αφ’ ενός όσοι αποδέχθηκαν την πίστη, να μην οικειοποιούνται εγωιστικά το Θεό, λες και οι άλλοι δεν έχουν πνευματικά δικαιώματα στην αγάπη Του, και αφ’ ετέρου, όσοι διαθέτουν από χαρακτήρος ή από μόρφωση κάποια χαρίσματα που τους κάνουν δεκτικούς στην χάρη του Θεού, να συνεχίσουν εν ταπεινώσει, την προσέγγιση και την γνωριμία με το Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού.
Παρόμοιες περιπτώσεις σαν του εκατόνταρχου υπάρχουν σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο (για να θυμηθούμε εν προκειμένω και τον εκατόνταρχο ¨επί του Σταυρού¨ δηλ. τον άγιο Λογγίνο).
Βλέπουμε πρόσωπα που ενώ δεν έχουν γνωρίσει σε βάθος και πλάτος τη Χριστιανική Πίστη, δεν έχουν συνδεθεί άμεσα με τον Ιησού μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας Του, όμως παρουσιάζουν τόσο αγαθή διάθεση και φαίνονται τόσο δεκτικοί της χάριτος που αισθάνεται κανείς ότι όντως, τέτοιοι άνθρωποι θα πρέπει να βρίσκονται σε θέσεις «κλειδιά» μέσα στην κοινωνία, για το καλό του συνόλου...
Φυσικά, ο Θεός που δεν είναι προσωπολήπτης, χαρίζει «απλόχερα» τις ευκαιρίες του, ώστε να βρουν οι καλοπροαίρετες αυτές ψυχές εκείνο το οποίο πραγματικά ζητούν.
Αρκεί να είναι κανείς άνθρωπος που διψά την αλήθεια. Αν πράγματι είναι, τότε μετά βεβαιότητος θα ακούσει της φωνής του Κυρίου: «...πας ο ων εκ της αληθείας, ακούει μου της φωνής» (Ιωάν. ΙΗ ΄ 37).
Είθε να δώσει ο Θεός, όσοι πιστεύουμε να «φιλτράρουμε» την πίστη μας στην διπλή αγάπη, του Θεού και των ανθρώπων, και όσοι καλοδιάθετοι, σύντομα να γευθούν αυτό που πραγματικά διψούν, όπως ακριβώς το γεύθηκε και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος.
Αμήν.                 
π.Ιωήλ Κόνιτσα

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...