Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2011

TΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚHΣ - ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ)

undefined 

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 24 Ιουλίου. Ευαγγελιστής Ματθαίος θ΄1-8. Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου.


Κείμενο:
1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν τῷ παραλυτικῷ· Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 3 καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ. 4 καὶ εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 5 τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 6 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 7 καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 8 ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.


Μετάφραση:
Ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του. Τότε του έφεραν έναν παράλυτο ξαπλωμένο σ΄ ένα κρεβάτι. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες σου». Τότε μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Μα αυτός προσβάλλει το Θεό». Ο Ιησούς όμως, που κατάλαβε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί κάνετε πονηρές σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, ή να πω: σήκω και περπάτα; Για να μάθετε λοιπόν πως ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» - λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος το είδε αυτό έμειναν κατάπληκτοι και δοξολόγησαν το Θεό, που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

Σχόλια:

ΟΛΑ ΤΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Ο ΘΕΟΣ
"Ιδών ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών".

Ή σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς παρουσιάζει τη θαυματουργική θερα­πεία του παραλυτικού της Καπερνα­ούμ, τον όποιο κατέβασαν από τη στέγη μπροστά στον Κύριο οι τέσσερις άν­θρωποι πού τον μετέφεραν.
Είναι πράγματι θαυμαστό το γεγονός ότι ένας παράλυτος σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βαδίζει μεταφέροντας και το κρεβάτι του! Ωστόσο στο ίδιο θαύμα βλέπουμε κάτι επίσης εντυπωσιακό: το ότι ό Κύριος γνωρίζει τα πάντα! Ακόμη και τα βάθη της καρδιάς μας!
Αξίζει λοιπόν να υπογραμμίσουμε τη μεγάλη αυτή αλήθεια, ότι ό Κύριος γνω­ρίζει το εσωτερικό μας.
ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΜΑΣ
Ό Θεάνθρωπος Κύριος διέκρινε τη θερμή πίστη του παραλυτικού και των ανθρώπων πού τον μετέφεραν, πριν αυτή φανερωθεί στα μάτια όλων των παρευρισκομένων: «Ίδών ό Ιησούς τήν πίστιν αυτών», σημειώνει ό ιερός Ευαγ­γελιστής. Είδε ό Κύριος Ιησούς την πί­στη τους και χωρίς να περιμένει να Τον παρακαλέσουν, απευθύνθηκε στον άρ­ρωστο και του χάρισε αυτό πού ήθελε και πολύ περισσότερα ακόμη. Διότι με τη θεϊκή του δύναμη τον θεράπευσε όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Πρώτα του είπε «άφέωνταί σοι αί άμαρτίαι σου» κι έπειτα «άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου». Έτσι ό παραλυτικός έζησε διπλό το θαύμα. Και πράγματι το άξιζε! Διότι ασφαλώς ούτε αυτός ούτε οι συνοδοί του θα υπο­βάλλονταν σε τόσο μεγάλο κόπο, άν δεν είχαν μέσα τους ακλόνητη την πεποίθη­ση ότι ό Κύριος είχε τη δύναμη να θερα­πεύσει τον ασθενή. Αυτή την ισχυρή πί­στη επιβράβευσε ό Κύριος με το θαύμα και του χάρισε την θεραπεία πριν αυτός να του την ζητήσει!
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη δική μας ζωή. Ό παντεπόπτης Κύριος με το στοργικό του βλέμμα παρακολουθεί τον καθένα από μας ξεχωριστά. Βλέπει τα προβλήματα και τις δυσκολίες μας... Γνωρίζει τούς πόθους και τις επιθυμίες μας... Μετρά κάθε βήμα μας... Συμμετέ­χει στον αγώνα μας και περιμένει να βραβεύσει τούς νικητές!'Άς καλλιεργούμε λοιπόν την πίστη, την υπομονή, την α­γάπη και κάθε αρετή κι ας είμαστε βέ­βαιοι οτι τίποτε δεν πάει χαμένο.
Και ακόμη: Όταν αισθανόμαστε το δί­κιο να μάς πνίγει ή όταν το βάρος από κάποια αδικία ή συκοφαντία συντρίβει την ψυχή μας, ας διατηρούμε τη βεβαιό­τητα ότι ό Θεός γνωρίζει την αλήθεια και Εκείνος θα αποδώσει το δίκαιο.
OXΙ ΣΤΟΥΣ ΕΜΠΑΘΕΙΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ
Την ίδια όμως ώρα πού ό παντογνώ­στης Κύριος φανέρωνε την πίστη εκεί­νων των ανθρώπων, κάποιοι άλλοι πα­ρουσιάστηκαν με μολυσμένες τις καρ­διές τους από τον φθόνο και την κα­κία. Ήταν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι όποιοι μόλις άκουσαν ότι ό Κύ­ριος έδωσε άφεση αμαρτιών στον πα­ραλυτικό, άρχισαν να σκέπτονται μέσα τους: «Ούτος βλασφημεί»... «Κανείς δεν έχει δικαίωμα να συγχωρεί αμαρτί­ες παρά μόνον ό Θεός». Τότε ήταν πού φανερώθηκε για άλλη μια φορά το μεγα­λείο του παντογνώστου Κυρίου: «Ίδών ό Ιησούς τάς ενθυμήσεις αυτών είπεν-ίνα τί υμείς ενθυμείσθε πονηρά έν ταις καρδίαις υμών;» Γνωρίζοντας ό Κύρι­ος τις πονηρές σκέψεις τους στράφηκε και τούς ρώτησε: Γιατί αφήνετε πονηρές σκέψεις να κυκλοφορούν μέσα σας;... Και αμέσως προχώρησε στο εντυπωσι­ακό θαύμα, πού φανέρωσε τη θεία του δύναμη.
Αξίζει να προσέξουμε ιδιαιτέρως την παραπάνω σκηνή. 'Άν οι σκληρόκαρδοι Ιουδαίοι άρχοντες έμειναν ασυγκίνη­τοι καθώς ό Κύριος Ιησούς αποκάλυψε τούς βλάσφημους λογισμούς τους, εμείς τουλάχιστον ας φοβηθούμε κι ας πολε­μούμε την αμαρτία ακόμη και όταν έρχε­ται ως σκέψη! Αμαρτία δεν είναι μόνο το να κλέψει κανείς, αλλά και το να επιθυ­μήσει ξένα πράγματα. Κάθε κακή επιθυ­μία ή σκέψη μολύνει την καρδιά- κι άν δεν φροντίσουμε να την απομακρύνου­με, εύκολα θα γίνει και πράξη. Ας αγωνι­ζόμαστε λοιπόν να διώχνουμε κάθε πο­νηρό λογισμό μέσα από την ψυχή μας.
Όλα τα γνωρίζει ό Θεός, ακόμη και τον εσωτερικό μας κόσμο. 'Ας μην προσ­παθούμε να κρυφτούμε. Ακόμη κι άν κα­τορθώσουμε να αποκρύψουμε τις προ­θέσεις μας από τούς ανθρώπους... Ακό­μη κι άν αποφύγουμε επιμελώς να εκτε­θούμε στα μάτια του κόσμου... Ακόμη κι άν κανείς άλλος δεν γνωρίζει τα κίνητρα των ενεργειών μας... Ας μην ξεχνούμε ότι βρισκόμαστε κάτω από το βλέμμα του Θεού, ό Όποιος γνωρίζει τα πάντα. Γι' αυτό ας Τον παρακαλούμε να μάς χαρίζει αγνή και καθαρή καρδιά, όπου Εκείνος ευαρεστείται να κατοικεί.


Πρεσβύτερος

Δημήτριος Λ. Λάμπρου

Κυριακή ΣΤ Ματθαίου – η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., ομιλία του Οσ. Πατρός ημών Ιωάννου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ξιφιλίνου εις τον παραλυτικόν της Καπερναούμ.

Ορθόδοξη Πορεία

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. θ. 1 – 8.
Τω καιρώ εκείνω, εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επι κλίνης βεβλημένον, και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ» θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Και ιδού τινές των γραμματέων είπον εν εαυτοίς» ούτος βλασφημεί. Και ιδών ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών είπεν» ίνα τί υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών? Τί γάρ εστιν ευκοπώτερον, ειπείν, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και περιπάτει? Ίνα δέ ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επι της γής αφιέναι αμαρτίας ~ τότε λέγει τω παραλυτικώ, εγερθείς άρόν σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκόν σου. Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού. Ιδόντες δέ οι όχλοι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν, τον δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις.
Απόδοση.
Ο Ιησούς, επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του. Τότε του έφεραν έναν παράλυτο, ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες σου». Τότε μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Μα αυτός προσβάλλει το Θεό». Ο Ιησούς όμως, που κατάλαβε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί κάνετε πονηρές σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω: ‘‘σου συγχωρούνται οι αμαρτίες’’ ή να πω: ‘‘σήκω και περπάτα’’; Για να μάθετε λοιπόν πως ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» – λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος το είδε αυτό, έμειναν κατάπληκτοι και δοξολόγησαν το Θεό, που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.
Επιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.
Ομιλία του Ιωάννου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ξιφιλίνου, περί του παραλύτου τον οποίον κατέβασαν από τη στέγη.
Οι ψυχές όσων μιμούνται θεοφιλώς τη φιλοπονία και εργατικότητα των μελισσών, ελκύονται από τη γλυκύτητα των θείων λόγων και δρέπουν από αυτούς χρήσιμα και ωφελιμότατα πράγματα, πετώντας όπως εκείνες επάνω από τους λειμώνες και συλλέγοντας από όλα τα αμάραντα βότανα και τα άνθη ό,τι χρησιμότερο υπάρχει εκεί. Και από άλλους μεν λόγους συλλέγουν το άνθος της σωφροσύνης, από άλλους το της δικαιοσύνης, από άλλους το της φρονήσεως, από άλλους το της ανδρείας. Από αλλού το άνθος της συμπαθείας και της φιλανθρωπίας προς τους ομοδούλους. Το της πραότητος και της επιεικείας από εδώ, το της υπομονής και της καρτερίας στα δεινά από εκεί.
Αυτούς λοιπόν, ας μιμούμεθα και εμείς, αδελφοί μου, και όταν προσερχόμεθα στον θείο και περικαλλή αυτόν λειμώνα, την Εκκλησία, ας μη χρησιμοποιούμε την εδώ προσέλευσή μας σαν αφορμή για συζητήσεις μεταξύ μας, αλλά να περιεργαζόμεθα τις θείες Γραφές, οι οποίες αναγιγνώσκονται για τη σωτηρία μας, και να ζητούμε το ψυχικό όφελος που πηγάζει από αυτές, επιμελώς, με μεγάλη προσοχή και εξεταστική διάθεση.
Η υπόθεση σήμερα έχει ως εξής: «Τω καιρώ εκείνω εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθε εις την ιδίαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον».
Εξέρχεται λοιπόν ο Κύριος από τη χώρα των Γεργεσηνών, επειδή οι ίδιοι τον παρεκάλεσαν. Εφοβήθησαν οι Γεργεσηνοί, αφού έχασαν τους χοίρους, μην πάθουν και καμμίαν άλλην ζημία. Γι’ αυτό και παρακαλούν τον Χριστόν και ζητούν να απομακρυνθεί από την περιοχή τους. Άλλωστε, δεν ήσαν άξιοι της Δεσποτικής διδασκαλίας. Ο δε Χριστός δεν αντιστάθηκε, αλλά με επιείκεια και πραότητα ανεχώρησε. Διότι όπου ο βίος είναι χοιρώδης και αποξενωμένος από το καλό, ο Χριστός δεν παραμένει εκεί. Άφησε όμως αυτούς που ελευθερώθησαν από τα δαιμόνια και εκείνους που έβοσκαν τους χοίρους να ομιλούν και να ανακηρύττουν οι ίδιοι τα θαυμαστά γεγονότα. «Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον». Επειδή εθεωρήθη ανίκανος η τέχνη των ιατρών να θεραπεύσει την παράλυση, μετέφεραν τον παράλυτο οι οικείοι του προς τον υψηλόν επισκέπτη και ουράνιον ιατρόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Πολλοί από αυτούς που διαβάζουν απλώς και ανεξετάστως τις Θείες Γραφές, νομίζουν ότι ο παράλυτος που αναφέρουν οι τέσσερις Ευαγγελισταί είναι ένας και ο αυτός. Ορισμένοι μάλιστα επικρίνουν τους Ευαγγελιστάς, ότι αντιμάχονται και διαφωνούν μεταξύ τους. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Μη γένοιτο. Διότι μία είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος που ενήργησε μέσα τους. Όπου δε η χάρις του Αγίου Πνεύματος, εκεί αγάπη, χαρά, ειρήνη. Και όπου ειρήνη, φυγαδεύεται από εκεί κάθε μάχη και εναντίωση, και εξαφανίζεται κάθε αμφιβολία και διαφωνία. Πράγματι, και ο τόπος, και ο χρόνος και ο καιρός, και η ημέρα, και ο τρόπος της θεραπείας και ορισμένα άλλα δεικνύουν σε εκείνους που κάπως προσέχουν ότι άλλος είναι αυτός ο παράλυτος και άλλος ο αναφερόμενος από τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και Θεολόγο. Επειδή εκείνος μεν θεραπεύεται στα Ιεροσόλυμα, ενώ αυτός στην Καπερναούμ. Εκείνος κοντά στην κολυμβήθρα, αυτός σε κάποια μικρή οικία, όπως λέγουν ο Λουκάς και ο Μάρκος. Και εκείνος μεν ο παράλυτος έλαβε την ίαση κατά τη διάρκεια εορτής, αυτός όμως όχι σε εορτή, αλλά κάποια άλλη ημέρα. Εκείνος υπέφερε τριανταοκτώ έτη από την ασθένεια, ενώ γι’ αυτόν τίποτε παρόμοιο δεν λέγει ο Ευαγγελιστής. Και εκείνος μεν εθεραπεύθη την ημέρα του Σαββάτου, ενώ αυτός άλλην ημέρα. Αυτός μεν ο παράλυτος φέρεται στον Χριστό βασταζόμενος, ενώ προς εκείνον έρχεται ο ίδιος ο Χριστός. Και εκείνος μεν ο παράλυτος δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει, διότι έλεγε, «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω», ενώ αυτός είχε πολλούς γνωστούς. Οι οποίοι τον σήκωσαν και τον μετέφεραν. Αλλά και ο τρόπος της θεραπείας φαίνεται διαφορετικός στον καθένα. Εκείνου μεν ο Χριστός πριν από την ψυχή θεράπευσε το σώμα, διότι αφού πρώτα θεράπευσε την παράλυσή του, τότε είπε: «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε». Δεν συνέβη όμως το ίδιο και εδώ, αλλά πρώτα του χάρισε την υγεία της ψυχής, λέγοντας: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», και τότε διόρθωσε τη σωματική του παράλυση. Και σε αυτόν μεν τον παράλυτο οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι εσιώπησαν. Στην άλλη περίπτωση όμως αντέδρασαν, εκδιώκοντας και γογγύζοντας και κατηγορώντας. Άλλος λοιπόν είναι ο παράλυτος αυτός, και άλλος εκείνος, όπως σαφώς απεδείχθη από όσα ελέχθησαν.
«Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ». Έγινε όντως δεκτή από τον αγαθόν ιατρόν και Σωτήρα μας η πίστις εκείνων που έφεραν τον παράλυτο, επειδή είναι γνώστης των καρδιών. Λέγουν δε ορισμένοι ότι ο Κύριος είδε την πίστη όχι του παραλύτου αλλά των μεταφορέων του. Πράγματι, μερικές φορές θεραπεύονται κάποιοι από την πίστη των άλλων, όπως συμβαίνει με το βάπτισμα που δίδεται στα παιδιά. Διότι εκεί ενεργεί η πίστις των γονέων που τα προσφέρουν. Όπως επίσης έγινε και με τη Χαναναία. Επειδή επίστευσε αυτή, εθεραπεύθη η θυγατέρα της. Και με την πίστη του εκατόνταρχου ανέστη ο δούλος του. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, λέγουν ότι εθεραπεύθη και εδώ ο παράλυτος, από την πίστη αυτών που τον πήγαν ενώπιον του Χριστού. Αλλά όχι, δεν συνέβη το ίδιο. Διότι λέγει: «Ιδών την πίστιν αυτών», όχι μόνον των μεταφορέων, αλλά και του παραλύτου. Διότι δεν σώζεται κάποιος με την πίστη άλλου, εκτός αν ευρίσκεται σε πολύ πρώιμη ηλικία, όπως συμβαίνει με τα παιδιά, όπως είπαμε, ή σε μια πολύ προχωρημένη ασθένεια, όταν οι προσβεβλημένοι από αυτήν δεν έχουν πλέον επικοινωνία με το περιβάλλον, και γι’ αυτό αδυνατούν να πιστεύσουν, όπως συνέβη με τη θυγατέρα της Χαναναίας. «Η θυγάτηρ μου», έλεγε εκείνη, « κακώς δαιμονίζεται», και «πολλάκις μεν πίπτει εις το ύδωρ, πολλάκις δε εις το πύρ».
Η δαιμονιζομένη λοιπόν, η οποία δεν είναι σε θέση να έχει τον έλεγχο του εαυτού της, πώς θα μπορούσε να πιστεύσει; Το ίδιο και με τον εκατόνταρχο. Ο δούλος του ευρίσκετο στην οικία κατάκοιτος, και ούτε καν εγνώριζε ποίος επί τέλους ήταν ο Χριστός. Πώς λοιπόν θα επίστευε σε κάποιον που αγνοούσε; Σε τέτοιες λοιπόν περιπτώσεις σώζεται κάποιος με την πίστη άλλου, εδώ όμως δεν μπορούμε να το ισχυρισθούμε αυτό, αλλά και ο παράλυτος επίστευσε αδιστάκτως, και αυτό γίνεται φανερό από πολλά.
Η πίστη του παραλύτου φανερώνεται και από το ότι, όταν τον πήγαν στον Χριστό, και του είπε: «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», δεν αγανάκτησε, δεν δυσανασχέτησε καθόλου, δεν είπε προς τον αγαθό ιατρό: «τι είναι αυτό, Κύριε, από άλλο πάθος ήλθα εγώ να θεραπευθώ, και συ άλλο θεραπεύεις. Αυτό είναι υπεκφυγή και πρόφαση και ένδειξη αδυναμίας, την οποία προσπαθείς να αποκρύψεις με αυτό τον τρόπο. Συγχωρείς αμαρτίες που δεν φαίνονται;» Τίποτε παρόμοιο δεν είπε όμως, ούτε σκέφθηκε, αλλά ανέμενε πιστεύοντας ότι η συμπάθεια του αγαθού ιατρού θα τον θεραπεύσει και όλα θα τα διορθώσει. Δεικνύοντας ο Κύριος ότι η πίστις είναι αυτή που αφανίζει την αμαρτία, είπε στον παράλυτο: «Θἀρσει τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».
Όπως βλέπουμε, δεν προχωρεί αμέσως ο Δεσπότης στην ίαση της παραλύσεως, αλλά θεραπεύει πρώτα αυτό που δεν φαίνεται, την ψυχή δηλαδή, συγχωρώντας του τα αμαρτήματα, πράγμα που τον μεν παράλυτον έσωζε, ενώ στον Κύριο δεν προξενούσε πολλήν δόξαν. Διότι δεν ήθελε να κάμει κάτι για επίδειξη και ανθρωπαρέσκεια. Και πρώτα μεν συγχωρεί στον άρρωστο τις αμαρτίες του, μετά δε τη συγχώρηση θεραπεύει το σώμα, διδάσκοντας έτσι ότι τα περισσότερα νοσήματα προξενούνται από τις αμαρτίες και πρέπει πρώτα να θεραπευθεί το αίτιο.
Ο Χριστός λοιπόν κόπτει πρώτα τη ρίζα του σωματικού πάθους, δηλαδή την αμαρτία. Και λέγοντας: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», εξυψώνει και το φρόνημα του παραλύτου και διεγείρει την καταβεβλημένη του ψυχή. Διότι ο λόγος έγινε έργο, και εισερχόμενος στη συνείδησή του άγγιξε την ίδια την ψυχή του και εξέβαλε από αυτήν κάθε ίχνος αγωνίας.
Αποστέλλει δε ο Κύριος τον παράλυτο στον οίκο του, αφ’ ενός μεν για να μην προξενήσει στον εαυτό του έπαινο με την παρουσία και τη θέα εκείνου, αφ’ ετέρου δε για να έχει αυτόπτες μάρτυρες της θεραπείας αυτούς τους ιδίους που υπήρξαν και αναντίρρητοι μάρτυρες της ασθενείας, και έτσι να γίνει σ’ αυτούς αφορμή πίστεως. «Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν, και εδόξασαν τoν Θεόν, τoν δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις». Εθαύμασαν μεν οι όχλοι για το ότι εθαυματούργησεν ο Θεός, ενόμιζαν όμως ότι είναι άνθρωπος, ο οποίος είχε υπεράνθρωπη εξουσία.
Και εμείς, αδελφοί μου, που είμεθα παράλυτοι και έχουμε τις δυνάμεις της ψυχής ανενέργητες, έχουμε τη δυνατότητα να θεραπευθούμε και να σταθούμε όρθιοι, αρκεί μόνον να έχουμε την προαίρεση και τη θέληση. Διότι και τώρα ευρίσκεται ο Χριστός στη δική του πόλη, την Καπερναούμ, εννοώ στον οίκο της παρακλήσεως (σημείωση: Καπερναούμ σημαίνει στα εβραϊκά χωρίον παρακλήσεως, δηλαδή παρηγορίας), που είναι η Εκκλησία, διότι οίκος του Παρακλήτου είναι η Εκκλησία. Είμεθα δε και εμείς παράλυτοι ψυχικώς, ακίνητοι δηλαδή και ανενέργητοι προς το καλό. Αλλά εάν η μετάνοια και η εξομολόγηση μας εγείρουν και μας οδηγήσουν στoν Κύριο, τότε θα ακούσουμε τη γλυκιά και παντοδύναμη φωνή του να μας λέγει: «Τέκνα, αφέονται υμίν αι αμαρτίαι». Επειδή τότε γινόμεθα υιοί του Θεού, όταν επιστρέψουμε προς Αυτόν με καθαρή μετάνοια και εξομολόγηση. Τότε ακριβώς θα θεραπευθούμε και θα «άρωμεν τον κράββατόν μας», δηλαδή το σώμα, και θα το κινητοποιήσουμε προς εργασίαν των εντολών, του καλού και της αρετής.
Από το βιβλίο, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον» σελίδες 183 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς

Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ, Θάρσει, τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου”.

Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών,  είπε τω παραλυτικώ, Θάρσει, τέκνον  αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου”.
Ύστερα από το θαύμα της θεραπείας των δαιμονιζομένων στα Γέργεσα, ο Κύριος επέστρεψε στην Καπερναούμ.  Σ΄ ένα σπίτι στην πόλη αυτή στο οποίο εισήλθε, πλήθη λαού το κατέκλυσαν ασφυκτικά ώστε η είσοδος είχε κλείσει για όλους.  Έφεραν τότε σ΄ Αυτόν ένα παράλυτο για να τον θεραπεύσει.  Επειδή όμως ήταν αδύνατο να περάσουν μέσα από το συνωστισμένο πλήθος, όπως μας διηγείται άλλος Ευαγγελιστής, τον είχαν μεταφέρει τέσσερις άνθρωποι, οι οποίοι τον κατέβασαν από την στέγη του σπιτιού.  Ο παράλυτος διέθετε μεγάλη πίστη αλλά τον διακατείχε ταυτόχρονα κι  ένα αίσθημα φόβου και αγωνίας.  Το πιο πιθανόν ήταν το αίσθημα αυτό να εμφώλευε μέσα του λόγω της αμαρτωλότητάς του την οποία φαίνεται ότι συναισθανόταν και πιθανόν να την έβλεπε σαν εμπόδιο για τη θεραπεία του.
Το άνοιγμα της αγάπης 
Ο Παντογνώστης Κύριος, ο Οποίος γνωρίζει όλα όσα σκεφτόμαστε και μας απασχολούν, είδε τη ψυχική αυτή κατάσταση του παραλύτου και πριν του χαρίσει τη θεραπεία του, θέλησε να του δώσει θάρρος.  Γι΄ αυτό και τον ακούμε να του λέει: “θάρσει, τέκνον”.  Ιδιαίτερα η λέξη “τέκνον” δεν μπορεί να ήταν μια απλή φιλοφρόνηση, αλλά μια έκφραση πατρικής αγάπης και στοργής.  Ο παραλυτικός που ένοιωσε μέσα του αυτή την αγάπη του Κυρίου ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο στην πίστη.   Ο δε Κύριος “ιδών την πίστιν” του παραλυτικού αλλά και των τεσσάρων που τον συνόδευαν, προχώρησε πολύ πιο βαθειά όσον αφορά τη θεραπεία:  Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου” .  Ήταν ακριβώς τότε που συντελέστηκε το μεγάλο θαύμα, το οποίο όπως είδαμε δεν περιορίστηκε μόνο στη σωματική, αλλά επεκτάθηκε και στην ψυχική θεραπεία.  Με αυτό τον τρόπο αποκαλύφθηκε και η εξουσία του Κυρίου που πρόβαλε ως ο αναμενόμενος Μεσσίας που είχε τη δύναμη να συγχωρεί ακόμα και τις αμαρτίες.
Το βάθος της θεραπείας
Αυτό βέβαια το γνώριζαν οι παρευρισκόμενοι γραμματείς και φαρισαίοι, τους οποίους κυριαρχούσε τόσο πολύ η πώρωση, ώστε δεν ήταν σε θέση να δουν την πραγματικότητα που εκτυλισσόταν μπροστά τους.  Γι΄ αυτό και εξέφρασαν την κακία τους αμέσως: “ούτος βλασφημεί Τίς δύναται αφιέναι αμαρτίας, ειμή ο Θεός;” Η πλάνη τους πήγαζε από την αδυναμία τους να αναγνωρίσουν τη Θεότητα του Κυρίου μας.  Ο Παντογνώστης Κύριος τους έλεγξε αυστηρά για τις πονηρές τους σκέψεις: “ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας - τότε λέγει τω παραλυτικώ, εγερθείς άρόν σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκόν σου.”   Ο λόγος του Κυρίου έγινε αμέσως έργο: “και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού”.  Ο όχλος είδε αμέσως το θαύμα και εδόξαζε τον Θεό.
Αγαπητοί αδελφοί, στα περιστατικά των ασθενών που ο Χριστός εθεράπευσε θαυματουργικά διαπιστώνουμε ότι λειτουργούσαν δύο βασικές προϋποθέσεις:  αυτές ήταν η πίστη και η μετάνοια τις οποίες διέθετε ο ασθενής ή το περιβάλλον του, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων εκείνων ανθρώπων που μετέφεραν τον παραλυτικό.  Η πίστη φέρνει πάντοτε τον άνθρωπο σε επικοινωνία με τον Θεό και ανοίγει τον δρόμο για μια σωτήρια συνάντηση μαζί Του.  Επίσης η μετάνοια είναι εκείνη η οποία προκαλεί το έλεος του Θεού και οδηγεί τον άνθρωπο στην επανεύρεση μιας πνευματικής διαύγειας. Με αυτές τις προϋποθέσεις το “Θάρσει, τέκνον” μπορεί να λειτουργεί και για μας σήμερα ως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα ζωής και το πιο συγκλονιστικό εγερτήριο σάλπισμα για τη συνείδησή μας, κυρίως όταν αυτή παρουσιάζεται να είναι πωρωμένη.
Χριστάκης Ευσταθίου (Θεολόγος)

«Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. ιβ΄14).
«Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε».                                                    Ἡ φωνὴ τοῦ διδασκάλου μας ἀποστόλου Παύλου μᾶς καθοδηγεῖ στὸν χριστιανικὸ τρόπο ζωῆς μὲ κορύφωση τὴν ἀνωτέρω φράση. Πρέπει –μᾶςλέγει- νὰ προσευχόμεθα καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ποὺ μᾶς καταδιώκουν, μᾶς θέτουν ἐμπόδια καὶ μᾶς διαβάλλουν μὲ κάθε τρόπο. Ὄχι μὀνο νὰ μὴν μᾶς ξεφεύγει κάποιος κακός λόγος, ἀλλὰ νὰ λέγουμε γιὰ αὐτοὺς πάντοτε τὰ καλύτερα λόγια, χωρὶς νὰ ἀγανακτοῦμε ἐναντίον τους, ὁμοιάζοντες μὲ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐξαπολύουν κατάρες καὶ ὕβρεις δι’ ἀσάμαντον ἀφορμήν.
            Ὁ Προφήτης Δαυΐδ γράφει: «Πρέπει νὰ προσέχω τὴν συμπεριφορά μου, ἰδιαίτερα ὅταν συναντῶμαι μὲ κάποιον ἁμαρτωλόν, ὥστε νὰ μὴν τοῦ δώσω τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσει τὸν Θεὸν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ μὲ προστατεύσει» (Ψαλμ. λη’ 1).
            Στὶς σελίδες τοῦ γεροντικοῦ ἀναφέρεται ἕνα σχετικὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Ἀββᾶ Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Ὁ μεγάλος αὐτὸς πατέρας συνοδοιποροῦσε μὲ τὸν μαθητὴ του, τὸν ὁποῖο καὶ παρεκάλεσε νὰ προπορευθεῖ. Ὁ μαθητὴς του προπορευόμενος συνάντησε ἕναν ἱερέα εἰδωλολάτρη καὶ τοῦ φώναξε ἐπιτακτικά: «Δαίμονα ποῦ τρέχεις;». Ἐκεῖνος ἐξαγριώθηκε τόσο πολύ ποὺ τὸν κτύπησε, μέχρι ποὺ ἔμεινε ἀναίσθητος. Περπατώντας λόγο πιό κάτω ὁ εἰδωλολάτρης συναντᾶ τὸν Ἀββᾶ Μακάριο καὶ τοῦ εἶπε: «Μακάρι νὰ σωθεῖς κουρασμένε!». Ἐκεῖνος ρώτησε τὸν Ἀββᾶ: «Τὶ τὸ καλὸ εἶδες σ’ ἐμένα καὶ μοῦ μίλησες ἔτσι ὡραῖα;». «Σὲ εἶδα κουρασμένο καὶ ἤθελα νὰ σὲ βοηθήσω νὰ μὴν κοπιάζεις μάταια», τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἀββᾶς Μακάριος. Ἐκεῖνος τότε τοῦ εἶπε: «Μὲ ἐνθουσίασε ὁ χαιρετισμὸς σου καὶ κατάλαβα ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἕνας ἄλλος μοναχὸς μὲ ἔβρισε καὶ ἐγὼ τὸν κτύπησα. Δὲν φεύγ λοιπὸν ἀπὸ κοντὰ σου, ἄν δὲν μὲ κάνεις μοναχὸ». Τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου «ἀρτυμένα» μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας νὰ γίνει Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος Μοναχός.
            Μὲ τὸ θέμα τῆς προσοχῆς καὶ τοῦ φραγμοῦ στὰ λόγια μας ἀσχολεῖται καὶ ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος στὴν Καθολικὴ ἐπιστολὴ του (βλ. κεφ. γ΄ 2-12). Γράφει ὅτι ὅποιος δὲν μιλάει μὲ ἄσχημο καὶ κακὸ τρόπο ἀλλὰ ἔχει τὴν δύναμη νὰ συγκρατεῖ τὴν γλώσσα του, εἶναι ὁλοκληρωμένος ἂνθρωπος καὶ αὐτὸς μπορεῖ νὰ συγκρατεῖ καὶ νὰ χαλιναγωγεῖ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτὸ του. Ἕνα ἀπὸ τὰ δύο παραδείγματα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἐν συνεχείᾳ εἶναι τὰ μεγάλα πλοῖα τὰ ὁποῖα γιὰ νὰ μὴν παρασύρονται ἀπὸ τοὺς σφοδροὺς ἀνέμους, κυβερνῶνται ἀπὸ ἕνα πολὺ μικρὸ -ὡς πρὸς τὸ μέγεθος- ὄργανο πλεύσεως, τὸ πηδάλιο. Μὲ αὐτὸ ὁ πηδαλιοῦχος τὰ ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια στὸν προορισμὸ τους. Καὶ ἡ γλώσσα εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ μέλος τοῦ σώματος, μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλουμε μεγάλες συμφορὲς, νὰ μολύνουμε ὅλο τὸ σῶμας μας, νὰ ἀνάβουμε τεράστια πυργαγιά, ὅταν τὴν χρησιμοποιοῦμε μὲ ἀλαζονεία,δολιότητα καὶ ἀκρισία. Μὲ τὴν γλώσσα δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μας καὶ μὲ αὐτὴ δίνουμε κατάρες στοὺς συναθρώπους μας, ποὺ πλάσθηκαν καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Δὲν πρέπει ἀπὸ τὸ ἴδιο στόμα νὰ ἐξέρχονται εὐλογίες καὶ κατάρες. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ νὰ ἀναβλύζει νερὸ γλυκὸ καὶ νερὸ πόσιμο;
            Ὁ πρωτοκορυφαῖος τῶν Ἀποπστόλων Πέτρος μᾶς συμβουλεύει στὴν Α΄ Καθολικὴ ἐπιστολὴ του (βλ. κεφ. γ΄ 10-12) γιὰ νὰ ζήσουμε ἤσυχη καὶ εἰρηνικὴ ζωή, νὰ ἀκινητοποιήσουμε τὴν γλώσσα μας, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ δολιότητα, ψέμα καὶ ἀπάτη. Νὰ ἐπιδιώξουμε τὴν εἰρήνη, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Κύριος ἔχει στραμμένους τοὺς ὀφθαλμούς Του στοὺς δικαίους καὶ τὰ αὐτιὰ Του ἀνοικτὰ, ἕτοιμα νὰ ἀκούσουν τὴν προσευχὴ τους.
            Ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου Μέγας Ἀντώνιος συμβούλευε τὸν Ἀββᾶ Παμβὼ νὰ εἶναι πάντοτε ἐγκρατὴς στὴν γλώσσα. Ἐπίσης ὁ Ἀββᾶς Σισώης προσευχόμενος στὴν ἔρημο παρακαλοῦσε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ σκέπασέ με ἀπὸ τὴν γλώσσα μου».
            Ὁ φιλάνθρωπος καὶ φιλεύσπλαχνος Κύριός μας παραγγέλλει νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθροὺς μας, νὰ εὐλογοῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς καταρῶνται νὰ εὐεργετοῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς μισοῦν καὶ νὰ προσευχόμεθα γιὰ αὐτοὺς ποὺ μᾶς συκοφαντοῦν, μᾶς ὑβρίζουν καὶ μᾶς διώκουν. (Ματθ. ε΄ 44).
            Ἴσως μᾶς παραξενεύει ὁ Θεῖος Λόγος, μᾶς ἐκπλήσσουν οἱ Ἀποστολικὲς συμβουλές, μᾶς προβληματίζουν οἱ Ἁγιοπατερικὲς διδασκαλίες. Ἄς κάνουμε ὅμως μία μικρὴ ἀρχὴ μὲ τὰ ρήματα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσορρήμονος: «Γιατὶ λοιπὸν καταρᾶσαι καὶ ἀναθεματίζεις τὸν ἀδελφὸ σου; Δὲν ἔχεις διακαίωμα νὰ παραδίδεις στὰ χέρια τοῦ διαβόλου, ὁποιονδήποτε σὲ ἐνοχλεῖ στερώντας του ἔτσι τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας. Μὴν στέλνεις στὸν διάβολο κάποιον γιὰ νὰ τὸν ἀπομακρύνεις ἀπὸ τὸν Σωτήρα μας.
Νὰ μία πολὺ καλὴ ἀρχή.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθαίου 9, 1-8 (24 Ιουλίου 2011)

Ηλιάνα Κάουρα, θεολόγος
Πρωτότυπο Κείμενο
Και εμβάς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ίδιαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον∙ και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ∙ θάρσει, τέκνον∙ αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Και ιδού τινες των γραμματέων είπον εν εαυτοίς∙ ούτος βλασφημεί. Και ιδών ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών είπεν∙ ίνα τι υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών; Τι γαρ εστιν ευκοπώτερον, ειπείν, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και περιπατεί; Ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας – τότε λέγει τω παραλυτικώ∙ εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου. Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού. Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δόντα εξουσίαν τοιάυτην τοις ανθρώποις.
Μετάφραση
Ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του. Τότε του έφεραν έναν παράλυτο ξαπλωμένον σ’ ένα κρεβάτι. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Έχε θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες σου». Τότε μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Αυτός προσβάλλει το Θεό». Ο Ιησούς όμως, που ήξερε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί κάνετε πονηρές σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω: «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες», ή να πω, «σήκω και περπάτα»; Για να μάθετε λοιπόν πως ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» -τότε λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος το είδε αυτό έμειναν κατάπληκτοι και δοξολόγησαν το Θεό, που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.
Σχολιασμός
Η ευαγγελική περικοπή μας διηγείται ένα ακόμα θαύμα του Ιησού Χριστού, το θαύμα της θεραπείας του Παραλυτικού από την Καπερναούμ. Εδώ ο ευαγγελιστής μας αναφέρει ότι οι αυτοί που μετέφεραν τον παράλυτο στον Ιησού με πολύ κόπο ήταν άνθρωποι πιστοί και αμέσως βλέπουμε τον Κύριο να συγχωρεί τις αμαρτίες του παραλύτου και μετά να θεραπεύει και τη σωματική του ασθένεια.
  Είναι πολύ σημαντικό ότι ο Ιησούς Χριστός δε θεραπεύει απλά τον παράλυτο μόνο από τη σωματική του παραλυσία, δεν είναι δηλ. ένας απλός θεραπευτής των σωματικών ασθενειών, αλλά θεραπεύει πρώτα τον παράλυτο από τη ψυχική του παραλυσία, τον απάλλαξε από τις αμαρτίες του: «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Στη συνέχεια του θεραπεύει και τη σωματική του παραλυσία με μόνο και πάλι το λόγο του: «εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου». Είναι προφανές ότι μέσα από αυτούς τους λόγους και τις θαυματουργικές πράξεις του Χριστού αποδεικνύεται η θεία εξουσία του και η δύναμή του κατά της αμαρτίας και κατά της ασθένειας.
   
 Πάντα σε παρόμοιες περιπτώσεις ο Χριστός προέβαινε στην άφεση των αμαρτιών και έπειτα στη θεραπεία της ασθένειας. Οι ευαγγελιστές για να αναφέρουν και το γεγονός της αφέσεως των αμαρτιών των ανθρώπων από το Χριστό, είχαν σκοπό να τονίσουν και μια άλλη σημαντική όψη του έργου του Χριστού και αυτό είχε φανεί και από την αντίδραση των γραμματέων, οι οποίοι αμφισβητούσαν την εξουσία του Χριστού να συγχωρεί αμαρτίες, γιατί αυτό το έργο και αυτή την εξουσία την έχει, όπως έλεγαν, μόνο ο Θεός. Με το γεγονός λοιπόν ότι ο Χριστός συγχωρεί αμαρτίες δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: ή ο Χριστός είναι βλάσφημος γιατί αυθαίρετα λαμβάνει το έργο του Θεού, όπως αναφέρουν οι γραμματείς ή είναι όντως ο Υιός του Θεού και επομένως έχει την εξουσία να συγχωρεί τις αμαρτίες.
 Η εξουσία του Χριστού να συγχωρεί τις αμαρτίες αποτελεί ουσιαστικά το επίκεντρο του σωτήριου έργου του επί γης αφού η αμαρτία που μπήκε στη ζωή μας και επηρέασε τη σωτηρία μας. Η αμαρτία είναι κάτι κακό, είτε είναι απαγορευμένη από κάποιο νόμο είτε όχι. Σημαίνει την εγκατάλειψη του ορθού δρόμου, την επιβολή της εγωιστικής συμπεριφοράς του ανθρώπου σε θέματα που ανήκουν αποκλειστικά στην εξουσία του Θεού. Η συμπεριφορά του ανθρώπου φταιει για την αποτυχία παραμονής στον Παράδεισο. Η πτώση των πρωτοπλάστων επήλθε μετά από τη εγωιστική συμπεριφορά. Μπορεί το κακό να έχει την αρχή του στον εωσφορικό εγωισμό, στη συνέχεια όμως ευθύνεται ο άνθρωπος. «Δι’ ανθρώπου γαρ εισήλθεν η αμαρτία εις τον κόσμον».
 Αυτή την εξουσία λοιπόν έχει ο Χριστός. Ως Θεός να συγχωρεί αμαρτίες. Η άφεση βέβαια των αμαρτιών έχει εδώ ένα συνολικό, οντολογικό χαρακτήρα. Δεν περιορίζεται στην άρση της ενοχής, αλλά έχει μια μεταμορφωτική δύναμη, που οδηγεί τον άνθρωπο στην απαλλαγή από την αμαρτία, στον ανακαινισμό της ύπαρξής του μέσα στη χάρη του Θεού. Με την άφεση των αμαρτιών ο Κύριος δίδει την δυνατότητα στον άνθρωπο να κινηθεί από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, μία πορεία την οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε με το προπατορικό αμάρτημα και συνεχίζει να κινείται εκτός αυτής με την επανάληψη του σφάλματος των προπατόρων. Ο Κύριος δια του λυτρωτικού έργου επαναφέρει τον άνθρωπο στην πορεία αυτή. Από τη μια έχουμε την κακή χρήση της ελευθερίας από τον άνθρωπο, από την άλλη όμως έχουμε την έκφραση της άπειρης αγάπης του Θεού, ο οποίος ως εξουσίαν έχων θεραπεύει και ανιστά την πεπτωκυία φύση του ανθρώπου.
 Στα ιερά ευαγγέλια συναντούμε και άλλες περιπτώσεις όπου ο Κύριος με εξουσία, με τρόπο μυστηριακό, συγχωρεί τις αμαρτίες εκείνων που προστρέχουν και του ζητούν σωματική θεραπεία. Το γεγονός όμως το οποίο αλλάζει ριζικά και στρέφει άπαξ δια παντός την πορεία του ανθρώπου προς την αμαρτία καθιστώντας την πορεία προς τη σωτηρία είναι ο σταυρικός θάνατος  και η Ανάστασή του. Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ο Χριστός με την Ανάστασή του, έδωσε αυτή την εξουσία της θεραπείας στους αποστόλους και στην Εκκλησία, λέγοντας: «Αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς∙ αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται». Δηλαδή το έργο της «αφέσεως των αμαρτιών» ενεργείται διηνεκώς μέσα στη ζωή της Εκκλησίας και ειδικότερα μέσα από το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.
 Η πληροφορία ότι αμέσως μετά το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού από το Χριστό, όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, «οι όχλοι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις» δεν αναφέρεται μόνο στην εξουσία του Χριστού να συγχωρεί τις αμαρτίες αλλά αναφέρεται και στην εξουσία που έλαβε η Εκκλησία από το Χριστό να θεραπεύει σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Ο Θεός ευδόκησε το δικό του έργο της σωτηρίας και της αφέσεως των αμαρτιών να γίνεται από τους ανθρώπους, τους αποστόλους και τους συνεχιστές τους μέσα στους αιώνες.
   Έτσι λοιπόν κι εμείς, με την ίδια πίστη και τον ίδιο θαυμασμό, πρέπει να προσφεύγουμε προς την Εκκλησία για να λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών και τη θεραπεία των ψυχικών και σωματικών μας ασθενειών
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ

Κυριακή Στ’ Ματθαίου – Χαρίσματα και ενότητα

Απόστολος Κυριακής: Ρωμ. ιβ’ 6-14
Ἀδελφοί, ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, 7 εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, 8 εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. 9  Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, 10 τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, 11 τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, 12 τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, 13 ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. 14 εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.

Χαρίσματα και ενότητα

Τα χαρίσματα

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο απόστολος Παύλος μας διδάσκει ότι όλοι οι πιστοί έχουμε «χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα». Έχουμε διάφορα χαρίσματα ανάλογα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε. Γι’ αυτό ας αρκούμαστε σ’ αυτά κι ας μη ζητούμε εγωιστικά εκείνα που δεν έχουμε. Όποιος δηλαδή έχει το χάρισμα της προφητείας, ας διδάσκει σύμφωνα με το βαθμό του χαρίσματος, που του δόθηκε ανάλογα με την πίστη του. Όποιος έχει χάρισμα διακονίας, ας μένει στο χάρισμα αυτό της διακονίας· κι όποιος είναι διδάσκαλος των θείων αληθειών, ας αρκείται να εξηγεί τις αλήθειες που περιλαμβάνονται στο λόγο του Θεού. Κι εκείνος που έχει το χάρισμα να προτρέπει στην αρετή και στην εφαρμογή των θείων αληθειών, ας μένει στο έργο της προτροπής. Εκείνος που έχει κλίση να μοιράζει από τα αγαθά του στους φτωχούς, ας το κάνει αυτό με απλότητα, χωρίς επίδειξη ή άλλα εγωιστικά ελατήρια. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε η φροντίδα και η επιμέλεια οποιουδήποτε καλού έργου, ας επιστατεί με προθυμία και δραστηριότητα. Κι εκείνος που κάνει ελεημοσύνη, ας ελεεί με χαρά και καταδεκτικότητα.
Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού όλοι οι πιστοί έχουμε πολλά και διαφορετικά χαρίσματα. Συχνά όμως παρατηρείται το φαινόμενο κάποιοι πιστοί να κάνουν συγκρίσεις, να ζηλεύουν και να γογγύζουν. Γιατί εγώ να έχω λιγότερα χαρίσματα και ο άλλος περισσότερα; Μας απαντά λοιπόν ο απόστολος Παύλος ότι ο Θεός δεν έδωσε τυχαία και άδικα στον καθένα μας τα διάφορα χαρίσματα. Αλλά μας τα έδωσε ανάλογα με τη δεκτικότητα και την πίστη του καθενός μας. Ο καθένας από μας γίνεται αίτιος να λάβει μεγαλύτερο ή μικρότερο χάρισμα. Διότι τα χαρίσματα μας τα έδωσε ο Θεός ανάλογα με τη χωρητικότητα του σκεύους που προσφέρουμε στον Θεό, ανάλογα δηλαδή με τη δεκτικότητα και την πίστη μας.
Αυτό τι έχει να πει για μας; ότι ο καθένας μας θα πρέπει να αρκείτε στα χαρίσματα που του δόθηκαν και να τα καλλιεργεί όσο μπορεί περισσότερο, χωρίς να παρασύρεται από τη φιλαυτία και τη ζήλεια. Άλλοι είναι αξιοθαύμαστοι στη διδασκαλία και άλλοι όχι. Κάποιοι έχουν χάρισμα στην επικοινωνία κι άλλοι είναι ψυχροί και αδέξιοι. Και από την άλλη πλευρά: Κάποιος έχει ανάγκη να διδαχθεί από κάποιο φωτισμένο διδάσκαλο, κάποιος άλλος επιζητεί να παρηγορηθεί από μια θερμή καρδιά. Τα χαρίσματα δεν συγκεντρώνονται όλα σ’ ένα πρόσωπο, αλλά είναι κατανεμημένα σε διάφορα πρόσωπα. Έτσι το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας επιτελείται καλύτερα με μια σωστή κατανομή του έργου της. Και όλοι απαρτίζουμε μια ενότητα, μια οικογένεια, όπου όλοι είμαστε απαραίτητοι, όλοι πρέπει να επιτελούμε το έργο, που μας ανέθεσε ο Θεός.

Αγάπη έμπρακτη

Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι ανεξάρτητα από τα διαφορετικά χαρίσματα που έχει ο καθένας μας, κοινό χάρισμα και καθήκον όλων μας είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η αγάπη μας, λέει, ας είναι ειλικρινής και ελεύθερη από υποκρισία. Και στη συνέχεια αναφέρει κάποιες πρακτικές συμβουλές εφαρμογής αυτής της αγάπης. Η αγάπη σας αυτή να μην έχει πονηρία, τονίζει. Να είστε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Να προλαβαίνει ο καθένας τους άλλους και να τους αποδίδει πρώτος την τιμή. Να μην είστε δυσκίνητοι στα θεάρεστα έργα αλλά πρόθυμοι. Οι πνευματικές σας δυνάμεις να είναι γεμάτες αφοσίωση και ζέουσες από την πνευματική φλόγα του Αγίου Πνεύματος. Και μ’ όλα αυτά να υπηρετείτε τον Κύριο ως αφοσιωμένοι δούλοι του. Η ελπίδα σας στα αιώνια αγαθά να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στις θλίψεις. Να επιμένετε στην προσευχή, από την οποία θα παίρνετε μεγάλη βοήθεια. Να βοηθάτε στις ανάγκες των χριστιανών και να επιδιώκετε τη φιλοξενία χωρίς να σας τη ζητήσουν. Να εύχεστε για εκείνους που σας καταδιώκουν· και ποτέ να μην τους καταριέσθε.
Όπως γίνεται αντιληπτό, κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των προτροπών του αποστόλου Παύλου είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Αγάπη όχι πλασματική αλλά ειλικρινής. Αγάπη που δεν περιορίζεται σε ωραία λόγια χωρίς ουσία. Μια αγάπη θερμή και διάπυρη, αυθόρμητη και εγκάρδια και όχι αναγκαστική. Και αυτή η αγάπη μας πρέπει να είναι το κύριο έργο μας. Όποια διακονία κι αν κάνουμε, όταν την κάνουμε με ανυπόκριτη αγάπη, τότε επιδιώκουμε με όλες μας τις δυνάμεις να την κάνουμε άρτια· δεν την επιτελούμε πρόχειρα, με χλιαρότητα και ραθυμία, ούτε δυσκολευόμαστε να θυσιάσουμε την άνεση και την ανάπαυσή μας. Όταν έχουμε αγάπη ανυπόκριτη, τότε όλα γίνονται με πνευματική θερμότητα και ζέση. Με θερμό πόθο προς τον Θεό και τα του Θεού. Η θερμότητα της αφοσιώσεώς μας αυτής μας προσφέρει ασύγκριτη χαρά στη διακονία μας. Αυτή μας τελειοποιεί και μας ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΥΘΗΡΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - Ματθ. 9, 27- 35




ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ο Ιησούς διδάσκει σ’ ένα σπίτι στην Καπερναούμ και φέρνουν μπροστά του ένα παράλυτο επάνω σε κρεβάτι. Η διήγηση του Ευαγγελιστή Ματθαίου είναι λιτή, ενώ οι δύο άλλοι ευαγγελιστές, ο Μάρκος και ο Λουκάς, διασώζουν μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια πάνω στην οποία θα στηρίξουμε τη σημερινή μας ομιλία.
Οι τέσσερεις συνοδοί του παραλύτου μη μπορώντας να πλησιάσουν τον Ιησού λόγω του πλήθους που έσπευσαν για ν’ ακούσουν τη διδασκαλία Του, κατάφυγαν στην ακόλουθη λύση. Ανοίγουν μια οπή στη στέγη του σπιτιού και κατεβάζουν τον άρρωστο μπροστά στον Κύριο που δίδασκε. Ο Χριστός εντυπωσιάζεται από την εφευρετικότητα τους και επαινεί την πίστη τους: «και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών είπε…..»
Η πίστη ξεπερνά τα όρια του ατόμου για να επεκταθεί μέσα στο κοινωνικό σύνολο μεταβάλλοντας έτσι το άτομο σε πρόσωπο που έρχεται να συναντήσει το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο με σεβασμό και αγάπη. Ο πιστός άνθρωπος γίνεται εστία σωτηρίας και για τον συνάνθρωπο του, γιατί η πίστη που δεν έχει τις κοινωνικές προεκτάσεις τις οποίες απαιτεί η αγάπη, που δεν είναι « δι’ αγάπης ενεργουμένη», είναι πίστη θεωρητική και συνεπώς νεκρή.
Η πίστη δεν είναι εγκεφαλική ενέργεια, αλλά του όλου ανθρώπου και έχει ρίζες και εκδηλώσεις υπαρξιακές. Ο πιστός άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται ευχαριστημένος, όταν είναι κλεισμένος στον εαυτό του και δεν βλέπει τις ανάγκες του αδελφού ή δεν προσπαθεί να βρει τρόπους θεραπείας των.
Όπως ο ηθικά αρρωστημένος άνθρωπος αποτελεί εστία μολύνσεως για το περιβάλλον του και χωρίς να το θέλει ή και θέλοντας μερικές φορές καταστρέφει τους διπλανούς του, κατά παρόμοιο τρόπο και ο πιστός άνθρωπος αποβαίνει εστία σωτηρίας για τους άλλους. Και όσο πιο θερμή είναι η πίστη του τόσο και περισσότερο είναι δραστική αλλά και εφευρετική τρόπων εκδηλώσεων.
Το « θάρσει τέκνον» που απευθύνει ο Ιησούς προς τον παράλυτο, αποτελεί ένα ενθαρρυντικό και παρήγορο μήνυμα προς τον άνθρωπο, ο οποίος δεν πρέπει να απελπίζεται από την ποικίλη δραστηριότητα του κακού μέσα στον κόσμο, όταν δίπλα του υπάρχει ο νικητής του κακού, Κύριος Ιησούς Χριστός, οποίος ελευθερώνει τον αιχμάλωτο άνθρωπο.
Και ακόμη δεν πρέπει να απελπίζεται όταν δίπλα του βρίσκονται αδελφοί που πιστεύουν στον νικητή του κακού, της αμαρτίας και του θανάτου και εκφράζει την πίστη του με έργα αγάπης

π.Γ.Στ.

Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΣΤ Ματθαίου

 

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου
Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής,
η απόδοσή τους στην νεοελληνική
και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου.

***

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
Κεφ.  9, χωρίο 1 έως  χωρίο 8.

Θ´\ 1 ΚΑΙ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 3 καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ. 4 καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 5 τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 6 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 7 καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 8 ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Και μπήκε σε πλοιάριο Και πέρασε στο απέναντι μέρος (Γενησαρέτ) Και ήλθε στη δική του πόλη (Καπερναούμ). Και του έφεραν ένα παράλυτο ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι (φορείο). Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «έχε θάρρος, παιδί μου. Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Και μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Αυτός βλασφημεί». Ό δε Ιησούς αφού κατάλαβε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί σκέπτεσθε πονηρά μέσα στην καρδιά σας; Τι είναι πιο εύκολο να πω: «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» ή να πω «σήκω επάνω και περπάτει». Άλλα για να γνωρίσετε ότι ό υιός του ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες επάνω στη γη - τότε λέγει στον παράλυτο: «Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Αυτός τότε σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος είδε το γεγονός, θαύμασε και δόξασε τον Θεό, πού έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

***

Από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου,
Κεφ.  12, χωρία  6 έως 14

«6 Έχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, 7 εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, 8 εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι.
9 ῾Η ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, 10 τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, 11 τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, 12 τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, 13 ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. 14 εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.»

ΑΠΟΔΟΣΗ

ΙΒ΄/ 6 Η χάρη του θεού μας έδωσε διάφορα πνευματικά χαρίσματα: Άλλος είναι προφήτης, για να κηρύττει ανάλογα με το βαθμό της πίστεως του17 άλλος έχει το χάρισμα της διακονίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το ίδιο να κάνει κι ο δάσκαλος του λαού του θεού με τη διδασκαλία· 8κι όποιος έχει το χάρισμα να στηρίζει τους αδερφούς, να τους στηρίζει. Αλλά κι όποιος μοιράζει τα αγαθά του με τους άλλους να το κάνει με απλότητα· ο προϊστάμενος να δείχνει ζήλο για το έργο του· όποιος μοιράζει τις ελεημοσύνες να το κάνει με καλοσύνη.
9 Η αγάπη σας να είναι ειλικρινής. Να αποστρέφεστε το κακό και να ακολουθείτε το καλό. 10 Να δείχνετε με στοργή την αγάπη σας για τους άλλους πιστούς. Να συναγωνίζεστε ποιος θα δείξει περισσότερη εκτίμηση στον άλλο. 11 Μην είστε οκνηροί σ' ό,τι πρέπει να δείχνετε ζήλο, να έχετε πνευματικό ενθουσιασμό, να υπηρετείτε τον Κύριο. 12 Η ελπίδα να σας δίνει χαρά. Να έχετε υπομονή στις δοκιμασίες. Να επιμένετε στην προσευχή. 13 Να βοηθάτε τους άλλους χριστιανούς, όταν βρίσκονται σε ανάγκη, και να επιδιώκετε να φιλοξενείτε τους αδερφούς. 14 Να προσεύχεστε για το καλό των διωκτών σας, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι' αυτούς κι όχι να τους καταριέστε.

***

Κυριακή ΣΤ' Ματθαίου
(Ο παραλυτικός της Καπερναούμ)
(Ματ. θ', 1 - 8)
κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

του Ιωάννη Δήμου
Θεολόγου - Φιλολόγου

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

Μία λέξη η οποία είναι πολύ γνωστή σε όλους τους ανθρώπους είναι η λέξη αμαρτία. Αμαρτία είναι η ανομία, δηλαδή η παράβαση του θελήματος του Θεού. Όταν τα πλοκάμια της αμαρτίας αναπτυχθούν και καταντήσουν πάθη, τότε κυριαρχούν στον άνθρωπο και τον κάνουν ταλαίπωρο και δυστυχή. Τα αμαρτήματα βεβαίως είναι πολλά και διάφορα και γίνονται  με λόγια και έργα, εκουσίως και ακουσίως, με γνώση ή με άγνοια, τη νύχτα και    την ημέρα.  Όταν η αμαρτία επικρατήσει στον άνθρωπο εμφανίζεται σαν σταθερή ροπή προς το κακό και τελικά τον αποσπά από την επικοινωνία του με το Θεό.  Όσο περισσότερο διαπράττει ο άνθρωπος την αμαρτία τόσο περισσότερο δένεται    μ' αυτή. Πολλές φορές η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο να αρρωστήσει και σωματικά  όπως συνέβη   με τον παραλυτικό της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Ο παραλυτικός αυτός, από τις αμαρτίες του,  ήταν κατάκοιτος επάνω στο κρεβάτι του,  και  το  μόνο  καλό  που μπορούσε να κάνει ήταν να πιστεύει με όλη τη δύναμη  της  ψυχής  του  ότι  ο  Χριστός θα  μπορούσε  να ελευθερώσει και αυτόν από την παραλυσία και τα δεσμά της αμαρτίας. Και πράγματι το ποθούμενο  έγινε πραγματικότητα γιατί, όταν τον οδήγησαν  μπροστά  στον  Υιόν    του Θεού  και είδε ο Ιησούς την πίστη του ίδιου   και  εκείνων που τον έφεραν, τον θεράπευσε ψυχικά και σωματικά. Ας δούμε  όμως τι ακριβώς έγινε.
Ο  Κύριος   πριν   τον   θεραπεύσει   του   είπε,  «Θάρσει,  τέκνον·  αφέωνταί  σοι  αι  αμαρτίαι σου».  Όταν  άκουσαν   αυτά τα λόγια του Κυρίου μερικοί από τους γραμματείς «είπον  εν  εαυτοίς·  Ούτος βλασφημεί», γιατί δεν πίστευαν ότι μπορεί ένας άνθρωπος να   συγχωρεί    αμαρτίες.  Τότε  ο   Κύριος για  να  τους  δείξει  ότι  είχε  εξουσία     να  συγχωρεί  αμαρτίες  είπε  στον παραλυτικό, « Εγερθείς άρόν σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκόν  σου», πράγμα  που έγινε αμέσως  και ο λαός θαύμαζε και δόξαζε το Θεό.   Έτσι   του χάρισε τη θεραπεία της παραλυσίας του μαζί με την αιτία του κακού που ήταν η αμαρτία.
Η  αμαρτία είναι ο πιο ύπουλος εχθρός του  ανθρώπου  και η αμοιβή που δίνει στα  θύματά  της  δεν  είναι  μόνο   η θλίψη και η στενοχώρια αλλά και ο θάνατος. Όσοι αγαπούν τη ζωή πρέπει να απομακρυνθούν  από  την  αμαρτία  και  να προσεγγίσουν το Θεό μέσω της Εκκλησίας, αφού  ο  Κύριος  τη δύναμη της άφεσης των αμαρτιών την μετεβίβασε και στους Αποστόλους Του. Είναι γνωστά τα  λόγια  που  τους είπε, «αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτούς, αν τίνων κρατήτε, κεκράτηνται». Η Εκκλησία όμως είναι ζωντανός οργανισμός και η διαδοχή  των  Αποστόλων  συνεχίζεται  και  μεταδίδεται  με  την  Ιεροσύνη. Έτσι   η εξουσία που έλαβαν οι Απόστολοι από το Χριστό να συγχωρούν τις αμαρτίες μεταβιβάζεται και στους κληρικούς της Εκκλησίας οι οποίοι αναλαμβάνουν το λεπτό έργο του Πνευματικού.
Στην εξομολόγηση, όπως και στα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας, είναι παρών ο Χριστός, έτοιμος να βοηθήσει όλους. Είναι βέβαια αυτονόητον ότι οι πνευματικοί πατέρες  πρέπει  να  ευρίσκονται  στο ύψος  της  αποστολής  τους,  και  οι  πιστοί  να  σέβονται  τους κληρικούς και να προσέρχονται στην εξομολόγηση χωρίς αμφιβολίες ή δισταγμούς. Να προσέρχονται με τη βεβαιότητα ότι η εξουσία των πνευματικών να συγχωρούν αμαρτίες απορρέει από τον Ίδιο το  Χριστό.  Έτσι   θα   έχουν  τη  βεβαιότητα ότι  καθαρίζονται  και  απαλλάσσονται  από   το   μολυσμό   της   αμαρτίας.  Αμήν.

Ο Χριστός, ο ξένος και οικείος

 (ΣΤ Ματθαίου)
Ο Χριστός, ο ξένος και οικείος

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα άρχισε με την φράση «εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασεν και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν», δηλαδή ο Χριστός μπήκε μέσα σε ένα πλοίο και ήλθε στην πόλη Του. Ο Χριστός έζησε με τους ανθρώπους της εποχής Του, χρησιμοποιούσε τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης και είχε και την πόλη Του. Έζησε όπως όλοι μας, χωρίς όμως να πράξη κάποια αμαρτία, γιατί ήταν Θεάνθρωπος και τελείως αναμάρτητος.
Σε ποιά πόλη αναφέρεται ο Ευαγγελιστής και ποιά πόλη εθεωρείτο ως «ιδία πόλις» του Χριστού; Πρόκειται για την Καπερναούμ. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι η Βηθλεέμ εγέννησε τον Χριστό, η Ναζαρέτ τον έθρεψε και η Καπερναούμ τον είχε διαρκώς οικούντα. Όμως, παντού ο Χριστός είχε προβλήματα, αφού στην Βηθλεέμ γεννήθηκε μέσα σε έναν σταύλο, στην Ναζαρέτ αντιμετώπισε την μανία των συμπατριωτών του που αποπειράθηκαν να τον γκρεμίσουν από ένα βουνό και στην Καπερναούμ δεν τον δέχθηκαν, καίτοι έκανε πολλά θαύματα εκεί, γι’ αυτό και είπε: «Και συ Καπερναούμ, η έως του ουρανού ανυψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση» (Ματθ. ια , 23).
Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι δεν τον κατάλαβαν και ζούσε ως ξένος πάνω στην γη. Έτσι, είχε πόλη δική Του, αλλά τελικά δεν είχε ούτε σπίτι να μείνη. Η ζωή Του ως ανθρώπου άρχισε στην φάτνη και έφθασε μέχρι το Γολγοθά και το μνημείο το καινό, από όπου αναστήθηκε. Υπάρχει ένα καταπληκτικό τροπάριο το οποίο ψάλλεται κατά την περιφορά του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή. Ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει τον Ιωσήφ να πλησιάζη τον Πιλάτο και ζητώντας το σώμα του Χριστού να λέγη: «Δος μου αυτόν τον ξένον, ο οποίος ως ξένος που ήταν ζούσε στον κόσμο ως ξένος. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίο οι ομοεθνείς του από μίσος τον θανάτωσαν ως ξένον. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίον οι Εβραίοι τον θανάτωσαν από φθόνο και τον αποξένωσαν από τον κόσμο. Δος μου αυτόν τον ξένον για να τον κρύψω στον τάφο, γιατί ως ξένος που είναι δεν έχει που να κλίνη την κεφαλή του». Ο Χριστός έζησε ως ξένος στον κόσμο αυτόν, αλλά το έργο Του είναι παγκόσμιο, αφορά ολόκληρο τον κόσμο.
Από αυτό φαίνεται ότι ο Χριστός προσλαμβάνει κάθε ξένον και τον αναπαύει. Είναι γνωστή η περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως, στην οποία θα πη στους δικαίους ανθρώπους: «Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» και το αντίθετο στους μη σεσωσμένους. Πρέπει να βοηθούμε τους ξένους σαν να το κάναμε στον Ίδιο τον Χριστό.
Πέρα από αυτό μπορούμε να πούμε ότι σήμερα ιδιαίτερη «πόλη» του Χριστού είναι η Εκκλησία Του, μέσα στην οποία κάνει τα θαύματά Του και ενεργεί τις νεκραναστάσεις των ανθρώπων. Η Εκκλησία είναι επίγεια και ορατή, αλλά και ουράνια και αόρατη. Αυτή είναι η πραγματική πόλη του Θεού. Και εμείς ζούμε μέσα στην πόλη του Χριστού, την αγία Του Εκκλησία, με τα μυστήρια και όλη την ζωή της και θα πρέπη να φροντίζουμε να μη περιφρονούμε τον Χριστό, αλλά να τον θεωρούμε οικείο, και να δεχόμαστε την ζωοποιό παρουσία Του.
Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...