Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2012

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης , Τα καρναβάλια.



Απόσπασμα από παλαιότερη εκπομπή στον τηλεοπτικό σταθμό  4Ε
πηγή

Γέροντας Πέτρος ο Αγιορείτης



 
Ο Γέροντας Πέτρος καταγότον από τη Λήμνο, ζούσε στο σπήλαιο του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου, του οποίου το όνομα έφερε και τον θαυμαστό βίο προσπα­θούσε, κατά το δυνα­τόν, να μιμηθή. Δια­κρινόταν για την άσκητικότητα, την απλό­τητα και την ευλάβεια του. Σπάνια έβγαινε από το κελλί του, μάζευε τσάϊ του βουνού, έφτιαχνε κομποσχοίνια, πήγαινε στα μονα­στήρια, τα έδινε και λάβαινε τρόφιμα.
Κάποτε ορισμένοι μοναχοί πήγαν στις Καρυές και τοιχοκόλλησαν ανακοινώσεις ότι ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β’ είναι μασώνος. Πήγε και ο Γ. Πέτρος, παρασυρμένος από άλλους, όμως συνελήφθη κι εξορίσθηκε έκτος του Αγίου Όρους στη Σπινα­λόγκα, κηρύσσοντας σέ όλους μετάνοια. Όταν επέστρεψε, κατά τη Γερμανική κα­τοχή, πήγε στο Κελλί του κι αφιερώθηκε σε μεγαλύτερους αγώνες. Έλεγε: «Τώρα κάνω διπλούς και τρίδιπλους αγώνες και δεν μπορώ να φθάσω στα μέτρα εκείνα πού ήμουν πριν πάω έξω από το Άγιον Όρος». Έλεγε στον Γ. Γεράσιμο τον Μικραγιαννανίτη ο Γ. Πέτρος: «Τη νύχτα όταν βγαίνω έξω για προσευχή βλέπω κι ακούω ουράνια πράγματα..
Όταν περιερχόταν τις μονές και τα Κελλιά, για να δώση το εργόχειρο του, τον συνάντησε ένας ενάρετος μοναχός και του είπε πως θέλει να έλθη υποτακτικός του. Ο Γ. Πέτρος δεν του απάντησε τίποτε κι αναχώρησε. Μετά λίγες ημέρες ήλθε πάλι στο Κελλί του ενάρετου μονάχου. Απόρη­σε πώς ξανήλθε τόσο σύντομα, γιατί πολύ αραιά επισκεπτόταν τον κάθε τόπο. «Γέ­ροντα τι να σου προσφέρω;» τον ρώτησε ο μοναχός. «Για την αγάπη του Χρίστου λίγο ζεστό νερό», του είπε ο Γ. Πέτρος. Ο μο­ναχός του προσέφερε. Τότε ο Γ. Πέτρος έβγαλε από το ζωστικό του ένα σακκούλι, όπου είχε τσάϊ, πήρε ένα κλαράκι και το ανακίνησε στο ζεστό νερό. Μετά πήρε από τον κόρφο του ένα άλλο σακκουλάκι, όπου είχε ζάχαρι, κι έβαλε στη μύτη του κουτα­λιού λίγη ζάχαρι. «Μ’ ένα κιλό ζάχαρι περ­νούσε όλο τον χρόνο και του έμενε και λίγη για τον επόμενο», έλεγε ο μοναχός. «Ήλθα να σου πω, να μην κάνης τον κόπο να έλθης στο σπήλαιο, γιατί εγώ θα πεθάνω…» είπε ο Γ. Πέτρος. Ό μοναχός θαύμασε τη λε­πτότητα του, ήλθε ώρες δρόμο, για να του μηνύση, να μη πάη και κουρασθή.
Μιά φορά τον αντάμωσε ο Γ. Ιωακείμ, έξω της μονής Κουτλουμουσίου, όπου πή­γαινε να δώση το εργόχειρο του. Ό Γ. Ιωα­κείμ πήρε μερικά κομποσχοίνια και του έδωσε περισσότερα χρήμματα απ’ όσο άξι­ζαν. Ο Γ. Πέτρος δεν τα δέχθηκε με κανένα τρόπο, λέγοντας: «Και τα δικά μου άλλοι θα τα πάρουν…» Του λέει ο Γ. Ιωακείμ: «θα μείνεις εδώ απόψε;» Του άπαντα: «θα πάω στου Ξηροποτάμου». Του λέει ο Γ. Ιωακείμ: «Δεν προλαβαίνεις, νύχτωσε, πά­με στο Κελλί μου και πηγαίνεις αύριο». Του λέει δ Γ. Πέτρος: «θα περπατώ μέχρι που δεν θα βλέπω, μετά θα ζαρώσω σε μια καστανιά, μέχρι να φέξη». Εκείνο το βράδυ έκανε καταρρακτώδη βροχή, βράχηκε πολύ και κρυολόγησε κι επέστρεψε στην Καλύβη του, κι αποχαιρετούσε τους γείτονες του.
Μετά την επιστροφή του από την εξο­ρία πήγε και κατοίκησε σε μία Καλύβη, δί­χως ναό, που βρίσκεται μεταξύ των ησυχα­στηρίων Θωμάδων και Δανιηλαίων. Επει­δή όμως είχε εντολή από τον Γέροντα του, να τελειώσει τον βίο του στη «μετάνοια» του, τον οποίο προαισθάνθηκε, ξεκίνησε για το σπήλαιο του οσίου Πέτρου. Ο Γ. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θυμάται πώς ετοιμαζόταν για ταξείδι και τον επισκέ­φθηκε ο Γέρο-Πετράκης, όπως τον έλεγαν, λόγω του μικρού αναστήματος του, για να τον αποχαιρετήση. Ο Γ. Γεράσιμος του είπε πώς σύντομα θά επιστρέψη. Ο Γ. Πέ­τρος επέμενε: «Δεν θα ξαναϊδωθούμε».
Επέστρεψε λοιπόν στην πρώτη του «μετάνοια», παραμονές της εορτής του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου, όπου εόρ­ταζε ο ναός του σπηλαίου και ο ίδιος. Μετέλαβε των Αρχάντων Μυστηρίων την ήμε­ρα της εορτής του, όπου όπως συνηθίζεται, είχαν έλθη και οι γύρω ασκητές, και μετά τη θ. Λειτουργία του ευχήθηκαν κατά το καθιερωμένο κέρασμα: «Καλό παράδεισο, Γέρο-Πέτρο». «Αμήν» απάντησε εκείνος και αναπαύθηκε μακαρίως.
Πριν, είχε έλθη και στην περιοχή των Καρυών, ν’ αποχαιρετήση φίλους και μο­ναχούς, να δώση το εργόχειρο του και να συγκέντρωση χρήματα για τα έξοδα της κη­δείας του και το σαρανταλείτουργο. Μια φορά στις Καρυές βρήκε ένα δαιμονισμένο, τον σταύρωσε και τον θεράπευσε. Όταν τον επισκεπτόταν η θ. Χάρι, έσκυβε το κε­φάλι του κι αναφωνούσε: «Κτύπα, Χριστέ μου, με το κονταράκι της ευσπλαχνίας Σου».
Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοση Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
τεύχος 4
 
……….Η φωτογραφία είναι του 1956, ανήκει στην “Αγιορειτική Φωτοθήκη”και εκτέθηκε στην έκθεση φωτογραφιών «Όρος Άθως. Εικόνες του Ιερού Τόπου» της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, στη Μόσχα
 
 

Τριώδιο. το Κατανυκτικόν -π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας





Συνήθως μέσα στο μήνα Φεβρουάριο αρχίζει στην  Εκκλησία μας μια μεγάλη και ιδιαίτερα πνευματική περίοδος που διαρκεί περισσότερο από δύο μήνες και ονομάζεται « ΤΡΙΩΔΙΟ». Η Εκκλησία όλες καθημερινές της Μ .Σαρακοστής καθόρισε στον όρθρο να ψάλλονται κατά βάση τρεις Ωδές. Δηλ. τρείς ομάδες τροπαρίων, γι’ αυτό και η περίοδος αυτή λέγεται Τριώδιο.
            Τα τροπάρια αυτά των τριών Ωδών καθημερινά εκφράζουν σε βάθος όλη τη θεολογία της Εκκλησίας μας. Αναφέρονται στη δημιουργία, στην πτώση και στην ανάπλαση της ανθρώπινης φύσης. Είναι πνευματικά κεντρίσματα που θέλουν με τη θεία λατρεία να αφυπνίσουν τις συνειδήσεις μας.
            Πολλοί ξέρουν πως το Τριώδιο συνδέεται με τις απόκριες που είναι ευκαιρία για γλέντια και ξεφαντώματα. Για την Εκκλησία όμως δεν είναι έτσι. Κι’ εμάς μας ενδιαφέρει να ξέρουμε τι είναι το Τριώδιο κατά την Εκκλησία κι’ όχι πως το παίρνει και το εννοεί ο κόσμος, σαν ευκαιρία για ακαταστασία και παρεκτροπές στη ζωή μας. Γιατί αυτό γίνεται σήμερα. Όλος ο κόσμος χοροπηδά στους δρόμους.
            Δεν είναι βέβαια κακό πράγμα αυτό .Οι χαρούμενοι άνθρωποι μπορούν να χορεύουν. Αλλά πολλοί χριστιανοί χορεύουν μασκαρεμένοι στο δρόμο, ξαναφέρνοντας  παλιά ειδωλολατρικά έθιμα. Πολλοί νομίζουν ότι όλες οι ασχήμιες που γίνονται στια απόκριες, είναι δικά μας ελληνικά και χριστιανικά έθιμα, που πρέπει να διατηρήσουμε. Όχι, είναι κακή κληρονομιά της ειδωλολατρίας
Οι ασχήμιες που γίνονται στους δρόμους δεν είναι δικά μας ελληνικά και χριστιανικά έθιμα τώρα τις αποκριές. Δεν είναι καλά έθιμα αυτά, να μασκαρεύονται και να εξευτελίζονται οι άνθρωποι στο δρόμο. Κανένας σοβαρός και νοικοκύρης άνθρωπος, όχι δεν μασκαρεύεται, αλλά και δεν βγαίνει στο δρόμο να βλέπει τέτοιες ασχήμιες. Η Εκκλησία δεν τα επαινεί  αυτά και δεν τα επιτρέπει. Βέβαια δεν έχει πολιτική δύναμη για να τα απαγορεύσει και  να εμποδίσει τις ασχήμιες.
            Έχει όμως λόγο για να τον μεταχειρίζεται ως όπλο, για να πει τι είναι και τι γίνονται τις απόκριες και για να προτρέψει το λαό να απέχει από τέτοιες ασχήμιες. Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ξεχύνονται στους δρόμους  μασκαρεμένοι χορεύοντας και γελώντας, δεν είναι απλώς λαός, αλλά είναι ο λαός του Θεού. Είναι χριστιανοί, παιδιά της Εκκλησίας που το Πάσχα θα προσέλθουν να κοινωνήσουν.
            Το Τριώδιο λοιπόν δεν είναι μια ευκαιρία για να ασωτέψουν οι πιστοί, αλλά καιρός για να ετοιμαστούν σαν φρόνιμοι άνθρωποι, για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.
            Τα Τριώδιο γι’ αυτούς που ενδιαφέρονται για την πνευματική τους προκοπή και σωτηρία είναι ένα στάδιο πνευματικών αγώνων και αυτό πρέπει να ξέρει και να ενδιαφέρονται οι χριστιανοί, κι ‘όχι τα καρναβάλια που γίνονται στο δρόμο.
            Βρισκόμαστε σε πολύ δύσκολους καιρούς. Δεν μας μένουν ευκαιρίες για μασκαρέματα και καρναβάλια. Εκτός κι αν θέλουμε να το ρίξουμε έξω κι’ ό, τι γίνει ας γίνει. Μα κι αν θέλουμε να γιορτάσουμε με γιορτές στους δρόμους δεν πρέπει να ξεχνάμε τις κρίσιμες ώρες που περνάει η πατρίδα μας.
            Η Εκκλησία πιστεύει, ότι οι ‘Έλληνες χριστιανοί  δεν έχουν χάσει την πίστη τους και δεν θέλουν να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία. Γι’ αυτό  αυτές τις ημέρες που έρχονται ας ζήσουμε την αληθινή χριστιανική ζωή για να δοξάζεται το όνομα του Θεού με τη δική μας ζωή και να έχουμε σωτηρία στο Θεό.
            Καλό Τριώδιο  .   
π.γ.στ.

Ποιά χάρη ζήτησε ο Άγιος Χαράλαμπος από τον Χριστό για όσους τιμούν τη μνήμη του



Μετά την διαταγή του
 βασιλέως να αποκεφαλισθεί,
 ο υπέργηρος Άγιος Χαράλαμπος
 πορευόμενος προς τον μαρτυρικό 
θάνατο για την πίστη και την
 αγάπη του Χριστού, ύψωσε τα 
χέρια και τους οφθαλμούς 
προς τον ουρανό ευχαριστώντας
 τον Θεό. Καθώς προσευχόταν 
εμφανίσθηκε έμπροσθέν του ο Χριστός μαζί με πλήθος
 Αγγέλων και ζήτησε από τον Άγιο να του πει ποια χάρη 
θέλει να του δώσει για όσα κακοπάθησε από 
τους ειδωλολάτρες.
Τότε ο Άγιος Χαράλαμπος απεκρίθη:...
«Και το ότι αξιώθηκα να ιδώ την φοβερά δόξα της
 παρουσίας Σου και τούτο μεγάλο χάρισμα είναι σε
 μένα τον ελάχιστο, αλλά επειδή η αγαθότητά Σου
 με προστάζει να Σου ζητήσω χάρη, παρακαλώ 
την Βασιλεία Σου να μου κάμει αυτήν την χάρη. 
Σε όποιον τόπο βρεθεί τεμάχιο από το λείψανό μου 
και σε όποια χώρα θέλουν να εορτάζουν την 
μνήμη του Μαρτυρίου μου, να μη γίνει ποτέ 
πείνα σ’ αυτόν, ούτε πανώλη να θανατώνει 
τους ανθρώπους άωρα, ούτε πονηρός 
άνθρωπος να βλάπτει τους καρπούς, 
αλλά να είναι σ’ αυτόν ειρήνη σταθερά,
 ψυχών σωτηρία και σωμάτων ίαση, πλησμονή 
σίτου, οίνου και ελαίου και αφθονία τετραπόδων 
και άλλων χρησίμων πραγμάτων.
 Όποιος έχει και αναγιγνώσκει το Μαρτύριό
 μου και επικαλείται το όνομά μου, να μη
 λάβει η ψυχή του κακό ουδέποτε, επειδή πάσα
 σάρξ και αίμα ποίημα είναι των αχράντων χειρών
 Σου, και συγχώρησε τις αμαρτίες αυτών, 
ως αγαθός και φιλάνθρωπος.
 Φύλαττε υγιείς τους βόας και όλα τα
 τετράποδα ζώα αυτών για να γεωργούν 
την γη και να απολαμβάνουν αφθόνους 
τους καρπούς και να δοξάζουν το όνομά Σου».
Ευθύς ο Χριστός εδέχθη να γίνει το θέλημά
 του και απήλθε στους ουρανούς. 
Ο δε Άγιος Χαράλαμπος εκοιμήθη εν ειρήνη 
πριν προλάβουν οι δήμιοι να αποκόψουν την 
κεφαλή του

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἐκ Ρωσίας (10 Φεβρουαρίου)



  Ὁ Ὅσιος Πρόχορος καταγόταν ἀπὸ τὸ Σμολὲνκ τῆς Ρωσίας καὶ ἀκολούθησε τὸν  μοναχικὸ βίο γενόμενος μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἔνιωσε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Προχόρου. Ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν μὲ μεγάλη αὐστηρότητα καὶ ἀκρίβεια στὶς ἀρχὲς τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ νηστεία. Ποτὲ δὲν γευόταν ἄλλη τροφὴ ἐκτὸς ἀπὸ νερὸ καὶ ψωμὶ ποὺ ἦταν φτιαγμένο ἀπὸ λοποτιὰ ἢ ἀρνόγλωσσο, ἕνα πικρὸ φυτό (στὰ ρώσικα λέγεται «λέμπεντα»). Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπικαλεῖται «Λεμπεντιώτης». Καὶ ὁ Ἅγιος Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁσίου, μετέβαλε τὴν πίκρα αὐτοῦ τοῦ χόρτου σὲ γλυκύτητα.
  Τὰ χρόνια ποὺ ζοῦσε ὁ Ὅσιος ἦταν δύσκολα γιὰ τὴν Ρωσία καὶ τὸν λαό της. Οἱ πολεμικὲς ἀναταραχὲς ἔφεραν πεῖνα. Ὁ θάνατος ἀπειλοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ Κιέβου. Ὁ Ὅσιος, ἀκούραστα, μάζευε τὸ πικρὸ αὐτὸ χόρτο καὶ καθημερινὰ ἑτοίμαζε ψωμιὰ καὶ τὰ μοίραζε στοὺς πεινασμένους ἀδελφούς του. Μερικοὶ θέλησαν νὰ μιμηθοῦν τὸν Ὅσιο καὶ νὰ φτιάξουν μόνοι τους ψωμὶ ἀπὸ τὸ πικρὸ αὐτὸ χόρτο. Ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ τὸ φάνε, γιατί ἦταν πολὺ πικρό. Τότε κατάλαβαν ὅτι κάτι θαυμαστὸ συνέβαινε μὲ τὸν Ἅγιο ἀσκητή, ὁ ὁποῖος ἐπιτελοῦσε τὸ ἔργο αὐτὸ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
  Στὸν καιρὸ τοῦ Ὁσίου συνέβη καὶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος ἀνάμεσα στὸν ἡγεμόνα Μιχαὴλ Σβιατοπὸλκ καὶ στοὺς πρίγκιπες τῶν πόλεων Βλαντιμὶρ καὶ Περεμίσλσκ. Τὰ τρόφιμα ἔφθαναν δύσκολα στὸ Κίεβο καὶ τὸ πρόβλημα μεγάλωσε ὅταν ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ἁλάτι. Τότε ὁ Ὅσιος μάζεψε ἀπὸ τὰ κελιὰ τῶν μοναχῶν ὅλη τὴν στάχτη καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Ἡ στάχτη ἔγινε ἁλάτι, τὸ ὁποῖο ὁ Ὅσιος μοίραζε καὶ δὲν τελείωνε ποτέ.
  Οἱ ἔμποροι παραπονέθηκαν τότε στὸν σκληρὸ ἡγεμόνα Μιχαὴλ Σβιατοπόλκ, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μεταφέρουν τὸ ἁλάτι στὴν αὐλή, γιὰ νὰ τὸ πωλεῖ αὐτός. Τότε τὸ ἁλάτι ἔγινε πάλι στάχτη καὶ ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε, γιὰ νὰ δοξασθεῖ τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡγεμόνας, συντετριμμένος, πῆγε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ προσέπεσε μὲ ταπείνωση στὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος προφήτεψε τὴ νίκη τοῦ ἡγεμόνος κατὰ τῶν Πολόφτσων.
  Ὁ Ὅσιος Πρόχορος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 1107. Ὁ ἡγεμόνας Μιχαὴλ Σβιατοπὸλκ δακρυσμένος ἐνταφίασε τὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τῶν Σπηλαίων.


Αγ. Χαραλάμπους - 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ





Ήταν ιερέας στη Μαγνησία της Μ. Ασίας. Η ζωή του ήταν μια συνεχής υπηρεσία αφοσίωσης στο Χριστό και αγάπης προς τον πλησίον.
Όταν το 198 ο Σεπτίμιος Σεβήρος εξαπέλυσε διωγμό κατά των Χριστιανών, ο έπαρχος Λουκιανός έφερε μπροστά του το Χαράλαμπο και τον απείλησε ότι θα τον βασάνιζε πολύ σκληρά, για να αρνηθεί το Χριστό.
Ο γέροντας ιερέας χαμογέλασε και απάντησε: «Εμείς οι χριστιανοί, είμαστε εξοικειωμένοι με τους αγώνες και τους πολέμους, όπως οι γενναίοι στρατιώτες δεν επιθυμούν τον ήσυχο θάνατο στο κρεβάτι, αλλά τον δοξασμένο της μάχης. Σε μένα υπάρχουν τα γηρατειά, αλλά να μάθετε καλά ότι στους δικούς μας αγώνες το παν είναι η ψυχή, η αποφασιστικότητα, η αυταπάρνηση. Αυτά δεν πέφτουν με την ηλικία, αλλά μένουν πάντοτε ανθηρά και νέα. Αμφιβάλλεις, έπαρχε; Δοκίμασε. Και θα δεις ότι με τη χάρη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού θα κουρασθούν οι ακμαίοι δήμιοί σου, χωρίς ο ιερέας Χαράλαμπος να ζητήσει την επιείκειά σου».
Εκνευρισμένος από τα λόγια αυτά ο έπαρχος, διατάζει και τον γδέρνουν ζωντανό. Αυτός, όμως, αντί να σπαράζει από τον πόνο, δοξολογούσε το Θεό για την αντοχή που του έδινε.
Τότε πολλοί δήμιοι, που έβλεπαν αυτό το θαύμα, πίστεψαν στο Χριστό. Φοβισμένος ο έπαρχος τον άφησε ελεύθερο.
Αργότερα ο ίδιος ο Σέβηρος, μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα μαζί του, τον αποκεφάλισε σε ηλικία 103 ετών.
Απολυτίκιο 
« Ως στύλος ακλόνητος, της Εκκλησίας Χριστού, και λύχνος αείφωτος, της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες, έλαμψας εν τω κόσμω, δια του μαρτυρίου, έλυσας και ειδώλων την σκοτόμαιναν μάκαρ, διο εν παρρησία Χριστώ πρέσβευε σωθήναι ημάς. ».

Συναξαριστής 10 Φεβρουαρίου


Ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος

 


Ἦταν Ἱερέας στὴ Μαγνησία τῆς Μ. Ἀσίας. Ἡ ζωή του ἦταν μία συνεχὴς ὑπηρεσία ἀφοσίωσης στὸ Χριστὸ καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον.

Ὅταν τὸ 198 ὁ Σεπτίμιος Σεβῆρος ἐξαπέλυσε διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Λουκιανὸς ἔφερε μπροστά του τὸ Χαράλαμπο καὶ τὸν ἀπείλησε ὅτι θὰ τὸν βασάνιζε πολὺ σκληρά, γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό. Ὁ γέροντας Ἱερέας χαμογέλασε καὶ ἀπάντησε:

«Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μὲ τοὺς ἀγῶνες καὶ τοὺς πολέμους, ὅπως οἱ γενναῖοι στρατιῶτες δὲν ἐπιθυμοῦν τὸν ἥσυχο θάνατο στὸ κρεβάτι, ἀλλὰ τὸν δοξασμένο τῆς μάχης. Σὲ μένα ὑπάρχουν τὰ γηρατειά, ἀλλὰ νὰ μάθετε καλὰ ὅτι στοὺς δικούς μας ἀγῶνες τὸ πᾶν εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ἀποφασιστικότητα, ἡ αὐταπάρνηση. Αὐτὰ δὲν πέφτουν μὲ τὴν ἡλικία, ἀλλὰ μένουν πάντοτε ἀνθηρὰ καὶ νέα. Ἀμφιβάλλεις, ἔπαρχε; Δοκίμασε. Καὶ θὰ δεῖς ὅτι μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ κουρασθοῦν ὅλοι οἱ ἀκμαῖοι δήμιοί σου, χωρὶς ὁ ἱερέας Χαράλαμπος νὰ ζητήσει τὴν ἐπιείκειά σου».

Ἐκνευρισμένος ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ἔπαρχος, διατάζει καὶ τὸν γδέρνουν ζωντανό. Αὐτός, ὅμως, ἀντὶ νὰ σπαράζει ἀπὸ τὸν πόνο, δοξολογοῦσε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀντοχὴ ποὺ τοῦ ἔδινε.

Τότε πολλοὶ δήμιοι, ποὺ ἔβλεπαν αὐτὸ τὸ θαῦμα, πίστεψαν στὸ Χριστό. Φοβισμένος ὁ ἔπαρχος τὸν ἄφησε ἐλεύθερο.

Ἀργότερα ὁ ἴδιος ὁ Σεβῆρος, μὴ μπορῶντας νὰ τὰ βγάλει πέρα μαζί του, τὸν ἀποκεφάλισε σὲ ἡλικία 113 ἐτῶν.

 


Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς στῦλος ἀκλόνητος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, καὶ λύχνος ἀείφωτος, τῆς οἰκουμένης σοφέ, ἐδείχθης Χαράλαμπες· ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ τοῦ μαρτυρίου, ἔλυσας καὶ εἰδώλων τὴν σκοτόμαιναν μάκαρ· διὸ ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστὴρ ἀνέτειλας ἐκ τῆς Ἑῴας, καὶ πιστοὺς ἐφώτισας, ταῖς τῶν θαυμάτων σου βολαῖς, Ἱερομάρτυς Χαράλαμπες· ὅθεν τιμῶμεν, τὴν θείαν σου ἄθλησιν.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν ἐν Ἀθλοφόροις ἱερουργόν, καὶ ἐν ἱερεῦσιν, ἱερώτατον Ἀθλητήν, τῶν θαυμάτων ῥεῖθρα, πηγάζοντα τῷ κόσμῳ, τὸν μέγαν Χαραλάμπην, ὕμνοις τιμήσωμεν.

 
Οἱ Ἁγίες Τρεῖς Γυναῖκες

Αὐτὲς ἦταν παροῦσες στὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους, καὶ ἀφοῦ εἶδαν τὰ θαύματά του, πίστεψαν στὸν Χριστό, τὸν ὁμολόγησαν καὶ ἀποκεφαλίστηκαν στὴ Μαγνησία.

 
Οἱ Ἅγιοι Βάπτος (ἢ Δαῦκτος) καὶ Πορφύριος

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ποὺ βασάνισαν μετὰ ἀπὸ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου τὸν ἅγιο Χαράλαμπο. Ἐπειδὴ ὅμως στὶς καρδιές τους ὑπῆρχε εὐσεβὴς διάθεση, ὁ Θεὸς τοὺς ἔφερε στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἠθικὴ λάμψη, ποὺ καταύγαζε τὸν μάρτυρα, φώτισε τὴν ψυχή τους καὶ τὴν ἔκανε νὰ πιστέψει στὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι, ἀφοῦ πέταξαν τὰ ὄργανα τῶν βασανιστηρίων, ἔπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ τοῦ ζητοῦσαν συγχώρηση. Ἡ φανερὴ αὐτὴ ἐνέργειά τους ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστης, κίνησε ἐναντίον τους τὴν μανία τοῦ ἐπάρχου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκεφαλιστοῦν ἐπὶ τόπου καὶ νὰ πάρουν ἔτσι τὸ αἰώνιο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

 
Οἱ Ἁγίες Ἐνναθᾶ, Οὐαλεντίνη καὶ ὁ ἅγιος Παῦλος

Ἡ Ἐνναθᾶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Γάζα καὶ ἡ Οὐαλεντίνη ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης. Ὅταν διώκονταν οἱ χριστιανοὶ καὶ βασανίζονταν στὴν Παλαιστίνη, καταγγέλθηκε καὶ ἡ Ἐνναθᾶ στὸν ἡγεμόνα Φιρμιλιανό. Ἡ γενναία κόρη δήλωσε ἀμέσως ὅτι πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ συμβούλευσε τὸν ἡγεμόνα νὰ μελετήσει καὶ αὐτὸς τὴν χριστιανικὴ θρησκεία γιὰ νὰ βρεῖ τὴν σωτηρία του.

Καὶ ἐπειδὴ ἐπέμενε στὴν ὁμολογία της, τὴν ἔδεσαν σ᾿ ἕνα ξύλο καὶ τὴν βασάνιζαν ποικιλοτρόπως. Ἀλλὰ τὸ μαρτύριό της ἔβλεπε καὶ ἡ Οὐαλεντίνη. Ἡ τίμια ψυχή της δὲν μπόρεσε νὰ ὑποφέρει τὴν σιωπή. Ἀποφασιστικὰ προχώρησε καὶ ἔκανε παρατηρήσεις στὸν Φιρμιλιανό.

Τότε καὶ αὐτὴ εἶχε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὴν Ἐνναθᾶ. Ὅμως, τὴν στιγμὴ ἐκείνη, παρουσιάστηκε κάποιος νέος, ποὺ ὀνομαζόταν Παῦλος καὶ μὲ θάῤῥος στιγμάτισε τὸ κακούργημα τοῦ Φιρμιλιανοῦ.

Αὐτὸς τότε ἐξοργισμένος, διέταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν Παῦλο καὶ νὰ κάψουν ζωντανὲς τὴν Ἐνναθᾶ καὶ τὴν Οὐαλεντίνη. Ἔτσι οἱ τρεῖς Ἅγιοι Μάρτυρες πῆραν τὰ οὐράνια ἀθάνατα στεφάνια.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Σύμφωνα μὲ τοὺς «Βίους τῶν Ἁγίων» τοῦ Μ. Γαλανοῦ, οἱ διάφοροι Συναξαριστὲς καθὼς καὶ τὰ Μηναῖα, ἀπὸ παραδρομὴ ἀναφέρουν τὴν ἡμέρα αὐτὴ μνήμη τοῦ Ἀναστασίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Ἐννοοῦν δὲ τὸν Ἀναστάσιο ἐκεῖνο, ποὺ διαδέχτηκε τὸν πατριάρχη Γερμανὸ ἀφοῦ τὸν ὑποστήριξε ὁ Λέων ὁ Γ´ καὶ συνέπραξε ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων. Αὐτὸς ἦταν τόσο μισητὸς στὸν κόσμο τῶν ὀρθοδόξων, ὥστε, καθὼς ἐξιστορεῖ ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, τὴν στιγμὴ ποὺ γινόταν πατριάρχης, εὐσεβεῖς καὶ σεμνὲς γυναῖκες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὤρμησαν στὴν Ἐκκλησία μὲ πέτρες καὶ ξύλα, καί, φωνάζοντάς τον πληρωμένο προδότη καὶ λύκο, τὸν ἔδιωξαν. Τέτοιος ἐλεεινὸς Ἱεράρχης, δὲν ἔχει φυσικὰ καμιὰ θέση στὴν τάξη τῶν Ἁγίων.

Ἀντ᾿ αὐτοῦ ἡ τιμὴ ἀνήκει σὲ ἄλλο Ἀναστάσιο, πατριάρχη Ἱεροσολύμων, ποὺ ὑπῆρξε ἄνδρας εὐσεβὴς καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν θεάρεστη ζωή του. Ἔχασε μάλιστα καὶ τὸ θρόνο του ὑποστηρίζοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἔγινε στὴ Χαλκηδόνα. Τὴν ὀρθὴ αὐτὴ γνώμη χρεωστοῦμε στὸ σοφὸ πατριάρχη Κωνστάντιο τὸν Α´ .

 
Μνήμη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοῖς Ἀρεοβίνδου

Ο ναός αυτός υπήρχε απέναντι της βασιλικής πύλης (Μπαλατά), στο σημερινό Χάσκιοϊ της Κωνσταντινούπολης και κτίσθηκε το έτος 598 μ.Χ. από τον αδελφό του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582 - 602 μ.Χ.), Πέτρο. Το όνομα Αρεόβινδος είχαν επιφανείς στρατιωτικοί της Ανατολής.

 
Ὁ Ὅσιος Ζήνων

Ἦταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ γιὸς πλουσίων καὶ εὐγενῶν γονέων. Ἐπὶ βασιλέως Οὐάλη (365) ἔκανε χρέη διακομιστῆ τῶν γραμμάτων του.

Ὅταν πέθανε ὁ Οὐάλης, ἀμέσως ὁ Ζήνων ἔριξε τὴν στρατιωτικὴ ζώνη καὶ ἀφοῦ βρῆκε ἕνα μεγάλο τάφο (πολλοὺς τέτοιους τάφους εἶχε τὸ βουνὸ τῆς Ἀντιοχείας) μπῆκε μέσα σ᾿ αὐτὸν καὶ καθάριζε τὴν ψυχή του μὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Τὸ στρῶμα του ἦταν μία στοῖβα ἀπὸ χορτάρια πάνω σὲ πέτρες.

Ἦταν ντυμένος μὲ ἕνα τριμμένο ῥάσο, ἡ τροφή του λίγο ψωμί, ποὺ τοῦ ἔφερνε κάθε δυὸ μέρες κάποιος φίλος του καὶ τὸ νερὸ τὸ ἔφερνε ἀπὸ πολὺ μακριὰ ὁ ἴδιος. Ἔτσι πῆρε πολλὴ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό.

Γι᾿ αὐτό λέγεται ὅτι, ὅταν ἐπέδραμαν στὸν τόπο ἐκεῖνο οἱ Ἴσαυροι καὶ σκότωναν πολλοὺς ἀσκητές, ὁ Ζήνων μὲ τὴν προσευχή του τοὺς τύφλωσε, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτοὶ νὰ μὴ βλέπουν τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του. Ἔτσι ἅγια ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ζήνων, σὲ βαθιὰ γεράματα παρέδωσε τὴν δίκαια ψυχή του στὸν Θεό.

 
Διήγηση Περί ὑπακοῆς στοὺς γονεῖς καὶ Σεβασμοῦ τῆς Ἱερᾶς Λειτουργίας

Περιληπτικὰ ἡ διήγηση ἔχει ὡς ἑξῆς:

Στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλιᾶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379-395), ἦταν στὴν Κωνσταντινούπολη κάποιος ἄνθρωπος ἐνάρετος καὶ πλούσιος, ποὺ ὀνομαζόταν Ἰουλιανός. Αὐτὸς εἶχε καὶ ἕνα γιό, ποὺ τὸν ἔλεγαν Θεόφιλο.

Ὅταν γέρασε, ἔπεσε σὲ μεγάλη φτώχεια καὶ τότε κάλεσε τὸν γιό του γιὰ νὰ τοῦ πεῖ κάτι σημαντικό. Τοῦ ζήτησε λοιπὸν νὰ τὸν πουλήσει σὰν δοῦλο του, γιὰ νὰ ἀνταπεξέλθει στὶς ἀνάγκες τῶν τελευταίων χρόνων τῆς ζωῆς του. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἔκανε πλήρη ὑπακοὴ στὸν ἀφέντη του καὶ ὅταν εἶχε θεία Λειτουργία, πρῶτα θὰ πήγαινε σ᾿ αὐτὴ καὶ ἔπειτα θὰ συνέχιζε πρόθυμα τὴν ὑπηρεσία του. Ἔτσι θὰ εἶχε θαυματουργικὲς εὐεργεσίες ἀπὸ τὸν Θεό.

Ὁ ὑπάκουος γιὸς δέχτηκε τὸ αἴτημα τοῦ πατέρα του, ποὺ τὴν ἑπόμενη μέρα τὸν πούλησε σ᾿ ἕναν πατρίκιο τοῦ παλατιοῦ, τὸν Κων/νο. Αὐτὸς ἀγάπησε πολὺ τὸν Θεόφιλο γιὰ τὴν προθυμία καὶ τὴν ἐργατικότητά του. Κάποτε ὅμως ὁ πατρίκιος ξέχασε τὸν χαρτοφύλακα στὸ δωμάτιό του καὶ ἔστειλε τὸν Θεόφιλο νὰ τοῦ τὸν φέρει.

Ὁ Θεόφιλος μπῆκε στὸ δωμάτιο τὴν ὥρα ποὺ ἡ κυρία του μοιχευόταν μὲ ἕνα δοῦλο της. Ἀλλ᾿ ὁ Θεόφιλος ἐπάνω στὴ βιασύνη του δὲν τοὺς πρόσεξε καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸν χαρτοφύλακα βγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιο. Ἡ πονηρὴ ὅμως γυναῖκα τοῦ πατρικίου, συκοφάντησε τὸν Θεόφιλο στὸν ἄντρα της ὅτι δῆθεν τὴν βίασε. Τότε ὁ πατρίκιος θυμωμένος, συνεννοήθηκε μὲ τὸν ἔπαρχο νὰ τοῦ στείλει τὸν Θεόφιλο γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσει.

Στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔπαρχο, ὁ Θεόφιλος συνάντησε ναὸ ποὺ εἶχε θεία Λειτουργία καὶ μπῆκε μέσα γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ. Ἐπειδὴ ἀργοῦσε, ὁ πονηρὸς δοῦλος εἶπε στὸν πατρίκιο νὰ πάει αὐτὸς νὰ φέρει τὸ κεφάλι τοῦ Θεόφιλου, ποὺ θὰ ἦταν ἤδη κομμένο.
Ὅταν ἔφτασε στὸν ἔπαρχο ὁ πονηρὸς δοῦλος, ὁ δήμιος ποὺ καραδοκοῦσε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα, νόμισε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεόφιλος. Καὶ ἔτσι τοῦ ἔκοψε τὸ κεφάλι. Ἀμέσως μετὰ ἔφτασε καὶ ὁ Θεόφιλος. Καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸ σακὶ μὲ τὸ κεφάλι τὸ μετέφερε στὸν πατρίκιο, χωρὶς νὰ γνωρίζει τίποτα.

Ὁ πατρίκιος καὶ ἰδιαίτερα ἡ γυναῖκα του, ὅταν εἶδαν ζωντανὸ τὸν Θεόφιλο καὶ τὸ κεφάλι τοῦ πονηροῦ δούλου μέσα στὸ σακί, ἔμειναν ἄφωνοι.

Ἡ γυναῖκα τοῦ πατρικίου τότε, ἔντρομη γιὰ τὴν θεία δίκη, ἐξομολογήθηκε τὴν ἀλήθεια στὸν ἄντρα της καὶ ζήτησε δημόσια συγχώρηση. Ἔτσι ὁ πατρίκιος, ἀγάπησε ἀκόμα περισσότερο τὸν Θεόφιλο καὶ τὸν ἔκανε κληρονόμο σ᾿ ὅλη του τὴν περιουσία.
 

 
Ἡ Ὁσία Ἄννα ἡ Πριγκίπισσα

 


Ἡ Ὁσία Ἄννα γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἦταν σύζυγος τοῦ ἡγεμόνα Γιαροσλάβου. Ἐργάσθηκε ἀποστολικὰ γιὰ τὴν στερέωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ζήσει σὲ μοναστήρι μὲ ἡσυχία καὶ προσευχή. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1056. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη της καὶ στὶς 17 Ὀκτωβρίου.

 
Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος καταγόταν ἀπὸ τὸ Σμολὲνκ τῆς Ρωσίας καὶ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο γενόμενος μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἔνιωσε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Προχόρου. Ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν μὲ μεγάλη αὐστηρότητα καὶ ἀκρίβεια στὶς ἀρχὲς τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ νηστεία. Ποτὲ δὲν γευόταν ἄλλη τροφὴ ἐκτὸς ἀπὸ νερὸ καὶ ψωμὶ ποὺ ἦταν φτιαγμένο ἀπὸ λοποτιὰ ἢ ἀρνόγλωσσο, ἕνα πικρὸ φυτό (στὰ ρώσικα λέγεται «λέμπεντα»). Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπικαλεῖται «Λεμπεντιώτης». Καὶ ὁ Ἅγιος Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁσίου, μετέβαλε τὴν πίκρα αὐτοῦ τοῦ χόρτου σὲ γλυκύτητα.

Τὰ χρόνια ποὺ ζοῦσε ὁ Ὅσιος ἦταν δύσκολα γιὰ τὴν Ρωσία καὶ τὸν λαό της. Οἱ πολεμικὲς ἀναταραχὲς ἔφεραν πεῖνα. Ὁ θάνατος ἀπειλοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ Κιέβου. Ὁ Ὅσιος, ἀκούραστα, μάζευε τὸ πικρὸ αὐτὸ χόρτο καὶ καθημερινὰ ἑτοίμαζε ψωμιὰ καὶ τὰ μοίραζε στοὺς πεινασμένους ἀδελφούς του. Μερικοὶ θέλησαν νὰ μιμηθοῦν τὸν Ὅσιο καὶ νὰ φτιάξουν μόνοι τους ψωμὶ ἀπὸ τὸ πικρὸ αὐτὸ χόρτο. Ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ τὸ φάνε, γιατί ἦταν πολὺ πικρό. Τότε κατάλαβαν ὅτι κάτι θαυμαστὸ συνέβαινε μὲ τὸν Ἅγιο ἀσκητή, ὁ ὁποῖος ἐπιτελοῦσε τὸ ἔργο αὐτὸ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στὸν καιρὸ τοῦ Ὁσίου συνέβη καὶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος ἀνάμεσα στὸν ἡγεμόνα Μιχαὴλ Σβιατοπὸλκ καὶ στοὺς πρίγκιπες τῶν πόλεων Βλαντιμὶρ καὶ Περεμίσλσκ. Τὰ τρόφιμα ἔφθαναν δύσκολα στὸ Κίεβο καὶ τὸ πρόβλημα μεγάλωσε ὅταν ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ἁλάτι. Τότε ὁ Ὅσιος μάζεψε ἀπὸ τὰ κελιὰ τῶν μοναχῶν ὅλη τὴν στάχτη καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Ἡ στάχτη ἔγινε ἁλάτι, τὸ ὁποῖο ὁ Ὅσιος μοίραζε καὶ δὲν τελείωνε ποτέ.

Οἱ ἔμποροι παραπονέθηκαν τότε στὸν σκληρὸ ἡγεμόνα Μιχαὴλ Σβιατοπόλκ, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μεταφέρουν τὸ ἁλάτι στὴν αὐλή, γιὰ νὰ τὸ πωλεῖ αὐτός. Τότε τὸ ἁλάτι ἔγινε πάλι στάχτη καὶ ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε, γιὰ νὰ δοξασθεῖ τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡγεμόνας, συντετριμμένος, πῆγε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ προσέπεσε μὲ ταπείνωση στὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος προφήτεψε τὴ νίκη τοῦ ἡγεμόνος κατὰ τῶν Πολόφτσων.
Ὁ Ὅσιος Πρόχορος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 1107. Ὁ ἡγεμόνας Μιχαὴλ Σβιατοπὸλκ δακρυσμένος ἐνταφίασε τὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τῶν Σπηλαίων.

 
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐξελέγη Μητροπολίτης τοῦ Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας τὸ 1329 καὶ χειροτονήθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ. Συνέγραψε τὸ προσφιλὲς ἀνάγνωσμα «Ὁ παράδεισος ἐπὶ τῆς γῆς». Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1352.

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Φιλόσοφος

 


Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ ἐπιλεγόμενος Φιλόσοφος λόγω τῶν ἐξαιρετικῶν σπουδῶν του στὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία, ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 11ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Γεωργία. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

 
Ὁ Ὅσιος Λογγίνος ὁ Ἐρημίτης

Ὁ Ὅσιος Λογγίνος τοῦ Κορυάζχεμκ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία. Ἀσκήτεψε ἀρχικὰ στὴ μονὴ Ἁγίου Παύλου τῆς Ὀμπνόρα καὶ στὴ συνέχεια στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Βορίδος καὶ Γκλὲμπ τοῦ Σολβυτσέγκοντ καὶ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κορνηλίου τῆς περιοχῆς Κομέλ. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Συμεών, ᾖλθε σὲ ἐρημητήριο ποὺ ἦταν στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κορυαζχέμα. Ἐκεῖ ἀνήγειρε κελιὰ καὶ ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Νικόλαο.
Ὁ Ὅσιος Λογγίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1540. Μετὰ 16 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση αὐτοῦ, τὸ τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε μέσα στὸ ναό.

 
Οἱ Ἅγιοι πάντες Ἱεράρχες ἐν Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας

Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ καθιερώθηκε μετὰ τὴ φανέρωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ († 7 Σεπτεμβρίου 1186) στὸν Ἅγιο Εὐθύμιο, Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ († 11 Μαρτίου 1458), ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε νὰ ἑορτάζει μὲ ἀγρυπνία στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας τοὺς μακαρίους Ἱεράρχες τῆς τοπικῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εὐαρέστησαν μὲ τὸ βίο καὶ τοὺς ἀγῶνες τους τὸν Θεό. Ἐπίσης, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐπιτελεῖται στὶς 4 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν, σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, καὶ τὴν Τρίτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή.

Οἱ Ἅγιοι Ἱεράρχες εἶναι :
Ἰωακεὶμ († 1030), Λουκᾶς († 1060), Γερμανὸς († 1096), Ἀρκάδιος († 1162), Γρηγόριος († 1193), Μαρτύριος († 1199), Ἀντώνιος († 1231), Βασίλειος († 1352), Συμεὼν († 1421), Γεννάδιος († 1505), Ποιμὴν († 1571), Ἀφφώνιος († 1652).

 
Μνήμη Θαύματος ἀπαλλαγῆς νήσου Ζακύνθου ἐκ τῆς πανώλης

Συνέβη ὅταν τὸ ἔτος 1728 ἐνέσκυψε στὴ νῆσο τῆς Ζακύνθου πανούκλα, οἱ Χριστιανοὶ ἐστράφησαν στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο καὶ ζήτησαν τὴν μεσιτεία του. Ἀποφάσισαν μάλιστα νὰ οἰκοδομήσουν ναὸ πρὸς τιμή του ὡς ἱκεσία καὶ ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τὴν συμφορά.
 

ΣΗΜΕΡΑ ΣΕ ΘΕΛΕΙ Ο ΤΟΠΟΣ!!!

Ο κρυμμένος Γέροντας (+1862)


πηγή


Ένας Ρώσος ερημίτης, ο μεγαλόσχημος μοναχός Μακάριος, ο οποίος έζησε σε σπηλιά της Κερασιάς και εκοιμήθη το έτος 1888, διηγήθηκε τα εξής:
Ο π. Αρσένιος δασάρχης της Μεγίστης Λαύρας προς εισέλθη στον μοναχισμό ήταν επί δεκαοκτώ χρόνια αρχηγός των σερδάρηδων και μερικά χρόνια τσοπάνης. Εγνώριζε λοιπόν όλα τα μονοπάτια των αγιορείτικων δασών για αυτό όταν πήγε στην Λαύρα, του ανέθεσαν το διακόμημα του δασάρχου.
Ο π. Αρσένιος ανταποκρίθηκε στην διακονία του. Όταν επιτηρούσε το δάσος έμαθε για τον κρυμμένο ερημίτη και σε δεδομένη συζήτηση έκανε λόγο περί αυτού στον π. Μακάριο.
Το έτος 1861, προ του Πάσχα, ο π. Αρσένιος ήλθε στον π. Μακάριο και τον ερώτησε αν είχε αναγκαία τρόφιμα για την εορτή. Όταν έμαθε οτι δεν είχε τίποτε, του εξήγησε οτι εκείνες τις ημέρες έρχονται πλοιάρια από ένα νησί του αρχιπελάγους, φορτωμένα με λάδι, τυρί, αυγά και άλλα και τον παρεκίνησε να κατέβη στην Λαύρα για να προμηθευθή ο,τι χρειάζεται.
 Ο π. Μακάριος απάντησε οτι δεν έχει χρήματα και εκείνος του υποσχέθηκε οτι θα πληρώση ο ίδιος. Με μια λέξη τον έπεισε να ξεκινήσει μαζί του αλλά καθ' οδόν ο π. Μακάριος άρχισε να τον ερωτά μήπως γνωρίζη κάποιον από τους ερημίτας οι οποίοι ζουν κρυμμένοι, εφ'όσον επί τόσα χρόνια ήταν δασάρχης και παλαιότερα σερδάρης και τσοπάνης. Τότε ο π. Αρσένιος του είπε:

Αν παίρνεις επάνω σου την αμαρτία του όρκου, θα σου πω.
Εκείνος δέχθηκε, λέγοντας πως, όταν εμφανισθή ο κρυμμένος Γέροντας αμέσως θα του πη ότι υπεύθυνος είναι ο ίδιος.
Έτσι από την Μολδαβική Σκήτη προχώρησαν προς τη Λαύρα. Στο μέσον της διαδρομής ο δασάρχης έστριψε δεξιά και τον καθωδηγούσε δια μέσου δυσβάτου περιοχής, εξηγώντας που ζη και πως μπορεί να τον βρη. Αμφέβαλλε όμως εάν ο π. Μακάριος θα μπορέση να κατεβή σ'εκείνο το φαράγγι, όπου ζούσε ο κρυμμένος Γέροντας. Συζητώντας πλησίασαν στην χαράδρα. Από τις τρεις πλευρές απόκρημνοι βράχοι έφθαναν ως κάτω σαν σε τάφο και κάθοδος δεν υπήρχε πουθενά. Τότε ο π. Αρσένιος είπε:
Να, αν μπορής, να κατεβής πήγαινε. Όταν φθάσης ως το πλάτωμα, κοίταξε κατ'ευθείαν κάτω από τον βράχο και εκεί θα διακρίνεις την κατοικία του
Ο π. Μακάριος άρχισε να κατεβαίνη. Αργότερα έλεγε οτι αν είναι δύσκολο να αναρριχηθεί κανείς στους βράχους της κορυφής του Άθωνα για να κόψη αμάραντα λουλούδια εδώ είναι ασυγκρίτως δυσκολότερα.
Στην αρχή τον εμπόδιζαν τα παπούτσι και τα πέταξε κάτω. Κατόπιν έριξε το ράσο, που επίσης τον δυσκόλευε να περάσει ανάμεσα στους βράχους.
 Σιγά σιγά πλησίασε στους πρόποδες και εκεί, στον βράχο, βρήκε τα πράγματα του ασκητού. Στάθηκε σε επίπεδο μέρος, κοίταξε γύρω και κάτω από τον βράχο ανακάλυψε την καλύβα. Δίπλα της ήταν φυτευμένες τρεις ελιές και μια συκιά. Πλησιάζοντας, είδε και τον ίδιο τον Γέροντα να κάθεται απ'έξω, που μόλις αντελήφθη τον επισκέπτη σταυροκοπήθηκε, έπτυσε και γρήγορα κλείσθηκε στην καλύβα.
Ο π. Μακάριος είχε ακούσει από τον π. Αρσένιο οτι ο άγνωστος ασκητής , εκτός από ελληνικά, βουλγαρικά και ρωσικά γνωρίζει επίσης τουρκικά και γαλλικά. Προχώρησε ως το κελλί, είπε: “Δι'ευχών των Αγίων Πατέρων....” και άρχισε να κτυπά την πόρτα. Ο ερημίτης για αρκετή ώρα δεν απαντούσε. Ο π. Μακάριος όταν αντελήφθη οτι τον θεωρεί ως διάβολο, άρχισε να τον διαβεβαιώνη οτι είναι χριστιανός και μάλιστα μοναχός.
Και τί χρειάζεσαι; ρώτησε τελικώς ο ερημίτης σε καθαρή ρωσική γλώσσα.
Ήλθα να σε δώ
Ποιος σε ωδήγησε εδώ, ο Θεός ή ο δαίμονας;
Ο Θεός, απήντησε ο π. Μακάριος
Από που ξέρεις οτι είναι ο Θεός; Μπορεί να είναι ο διάβολος.
Ο Θεός, είπε αναστατωμένα ο π. Μακάριος
Ο ερημίτης συνέχισε να τον παρακαλή να φύγη από εκεί, διότι θα του ήταν ανώφελο. Ο π. Μακάριος απήντησε επίμονα οτι θα πεθάνει δίπλα στο κελλί αλλά δεν θα φύγει, μαζί του δεν ειχε ούτε υποδήματα, ούτε ψωμί.
-Τί ενοχλητικός και πεισματάρης άνθρωπος είσαι, είπε ο ερημίτης. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιον.
Εν τω μεταξύ ο π. Μακάριος παρακαλούσε συνεχώς να του ανοίξει.
Ω ξέρω ποιος σου είπε, συνέχισε ο Γέροντας, κακός άνθρωπος είναι αυτός!
Δεν είναι δική του η ενοχή. Γέροντα, εγώ είμαι ο ένοχος
Φύγε από εδώ, σε παρακαλώ, φύγε!
Δεν θα φύγω, θα καθίσω δίπλα στην πόρτα σου ως το Πάσχα και εδώ θα πεθάνω. Δεν θα φύγω ώσπου να σε δω!
Πες το “Θεοτόκε Παρθένε...” είπε τέλος ο Γέροντας.
Και όταν ο μοναχός είπε την προσευχή, ο Γέροντας άνοιξε την πόρτα λέγοντας:
Λοιπόν τί θέλεις από εμένα;
Ευλόγησον πάτερ, είπε ο π. Μακάριος και έπεσε μπροστά στα πόδια του Γέροντος.
Ο Θεός να σε ευλογήσει, απήντησε αυτός και κάθισε στο κατώφλι καλώντας και τον π. Μακάριο να καθίσει.
Πέρασε περίπου μια ώρα με σιωπή και μετά ο Γέροντας σηκώθηκε λέγοντας:
Πήγαινε τώρα από εκεί που ήλθες!
Εγώ θα ήθελα πάτερ, να ακούσω από σένα κάποιον λόγο για να ωφεληθώ, παρεκάλεσε ο π. Μακάριος
Και τί να σου πω; Εγώ είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Εκτός αυτού, τίποτε δεν ξεύρω. Βλέπεις ζω σαν το φίδι, που κρύβεται από τους ανθρώπους στην τρύπα του. Έτσι μένω και εγώ σ'αυτήν την τρύπα.
Πάντως, κάτι θα γνωρίζης και αν το πεις ίσως να είναι ωφέλιμο για μένα.
Που ζεις; Ποιος είναι ο πνευματικός σου; ρώτησε ο Γέροντας, βλέποντας την απλότητα του π. Μακαρίου.
Ζω σε μια σπηλιά της Κερασιάς και πνευματικός μου είναι ο π. Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης.
Και ποιο είναι το εργόχειρο σου;
Κατασκευάζω κουτάλια
Τί είδους;
Συνηθισμένα και με “ευλογία”, δηλαδή με σχεδιασμένο χέρι που ευλογεί
Να αν θέλεις να με ακούσεις, μην κάνεις πλέον κουτάλια με “ευλογία”.
Και γιατί; Τέτοια κουτάλια αγοράζουν περισσότερο και στο Ρωσικό και στο Σεράι
Ας αγοράζουν, εσύ να μην κατασκευάζεις
Δεν ξεύρω, είπε σκεπτικός ο π. Μακάριος. Να στο Ρωσικό υπάρχει έμπειρος πνευματικός ο π. Ιερώνυμος, ο οποίος χωρίς αντίρρηση παίρνει αυτό το είδος.
Ο π. Ιερώνυμος, παρατήρησε ο Γέροντας, είναι πράγματα έμπειρος πνευματικός στην διοίκηση της αδελφότητας του, αλλά σε λεπτομέρειες δεν δίδει σημασία. Έτσι δεν βλέπει οτι τέτοια κουτάλια δεν πρέπει να γίνονται, επειδή μπορεί να πέσουν σε χέρια απίστων και αιρετικών, που ενδεχομένως να χλευάσουν την σχεδιασμένη ευλογία, Αλλά και σε ορθόδοξη οικογένεια, το κουτάλι δεν είναι εικόνα ή σταυρός.
Μπορεί λοιπόν να χρησιμοποιηθεί ως παιχνίδι ή με αυτό ο πατέρας α κτυπήσει το άτακτο παιδί ή είναι δυνατόν να πεταχθεί κάπου μαζί με άχρηστα αντικείμενα. Και όταν σε εκείνο το κουτάλι ευρίσκωνται δύο σταυροί, ο ένας ο οποίος αντιπροσωπεύει την ίδια την “ευλογία” και ο δεύτερος χαραγμένος στο μανίκι του χεριού που ευλογεί, σημαίνει οτι και οι δύο θα ατιμασθούν και αυτό είναι αμαρτία!
Ο π. Μακάριος υποσχέθηκε οτι στο μέλλον δεν θα κατασκευάζει πλέον τέτοια κουτάλια. Επιθυμούσε μάλιστα κάτι ακόμη να ρωτήσει τον Γέροντα, αλλά δεν γνώριζε πως. Τέλος είπε:
Εσύ πάτερ ποιας καταγωγής είσαι;
Εγώ είμαι από όλα τα γένη, απήντησε ο Γέροντας χωρίς να το θέλει
Μήπως είσαι Ρώσος;
Όχι είμαι Βούλγαρος
Και από που γνωρίζεις τόσο καλά τα Ρωσικά;
Έζησα στην Μορφονού, κοντά σε έναν Ρώσο ιερομόναχο. Έζησα επίσης στην Σκήτη της Αγίας Άννης, στα Καυσοκαλύβια και στην Προβάτα. Εν συντομία περιήλθα διάφορα μέρη και τέλος ο Κύριος μου απεκάλυψε αυτόν τον τόπον όπου ζω ήδη δεκαέξι χρόνια.
Και πόσο έζησες σ'όλα αυτά τα μέρη;
Νομίζω περισσότερα από ογδόντα χρόνια. Από τότε που ήλθα στο Άγιον Όρος δεν βγήκα ποτέ στον κόσμον.
Και πόσο χρονών είσαι;
Εκατόν δεκαοκτώ
Με τί τρέφεσαι και από που προμηθεύεσαι ενδύματα και όλα τα αναγκαία;
Έχω αδελφό, ο οποίος έγινε μοναχός από τον ίδιο μ'εμένα γέροντα και είναι ηγούμενος σε ένα νησί. Αυτός, όταν έρχεται με πλοιάριο, κάθε τρεις μήνες μου αφήνει ο,τι χρειάζομαι.
Στο τέλος ο π. Μακάριος ρώτησε αν μπορεί να τον επισκεφθεί πάλι.
Εκείνος του απάντησε οτι ακόμη και αν το αποφασίσει δεν θα τα καταφέρει. Με αυτά αποχωρίσθηκαν.
Και πράγματι, όταν ο π. Μακάριος μετά από αρκετό καιρό απεφάσισε να πάει, πέρασε μέσα από αδιάβατους θάμνους έσχισε τα ρούχα και τα παπούτσι αλλά εκείνο το μέρος δεν το βρήκε. Το επόμενο έτος παρεκάλεσε τον π. Αρσένιο, ο οποίος τότε τον είχε επισκεφθεί να τον οδηγήσει εκεί.
Αυτός του εξεπλήρωσε την επιθυμία και ο π. Μακάριος με τις ίδιες δυσκολίες κατέβηκε ως την καλύβα του Γέροντος, ο οποίος δεν ήταν πλέον μεταξύ των ζώντων, νωπό χώμα με σταυρό μαρτυρούσε το θάνατο του. Τον έθαψε ίσως – όπως υπέθεσε ο π. Μακάριος – ο ηγούμενος που του προμήθευε τα αναγκαία.
Επειδή δεν πρόφθασε τον ερημίτη, λυπημένος προχώρησε προς την θάλασσα. Καθαρός χείμαρρος, ο οποίος έχει τις πηγές του δίπλα στην καλύβη του Γέροντος, εκβάλλει κάπου εκεί και η πρόσβασις δεν είναι δύσκολη. Στην εκβολή του χειμάρρου υπάρχει λευκός σταυρός, που προφανώς χρησίμευε ως “σινιάλο” για τον ηγούμενο.
Ο π. Αρσένιος ο δασάρχης εκτός από αυτόν εγνώριζε τρεις ακόμη κρυμμένους γέροντες, αλλά για τον τόπο της διαμονής τους σε κανέναν δεν ήθελε να πει αν και πολλοί τον παρακαλούσαν. Αυτό σημαίνει τι υπήρχαν – και ακόμη υπάρχουν – τέτοιοι ερημίτες, τους οποίους κανείς δεν ήξευρε παρά μόνο λίγοι μοναχοί, οι πλέον έμπιστοι.
 Να ένα παράδειγμα:
Πέντε χρόνια μετά την φυγή των Τούρκων, περίπου το 1835, οι σερδάρηδες κυνηγούσαν αγριοκάτσικα στην κορυφή του Άθωνος. Κάποια φορά, περνώντας την αυγή από τις πλαγιές, βρέθηκαν μπροστά σ'έναν γυμνό γέροντα, ο οποίος στεκόταν στην είσοδο μιας δύσκολα αντιληπτής σπηλιάς. Ξαφνιασμένοι από την ασυνήθιστη συνάντηση, άρχισαν τη συζήτηση.
Ευλόγησον πάτερ!
Ο Θεός να ευλογήσει
Πώς ζεις;
Δοξολογώντας τον Κύριο. Αλήθεια πως ζει το Άγιον Όρος;
Πολύ καλά μετά τη φυγή των απίστων Τούρκων.
Ποιών Τούρκων;
Αυτών που ζούσαν στο Άγιον Όρος κατά την Ελληνική επανάσταση
Ποια επανάσταση;
Μα δεν ξεύρεις οτι αν δέκα χρόνια δεν κυλούσε το ορθόδοξο αίμα δεν θα είχε αποτιναχθεί ο τουρκικός ζυγός;
Όχι δεν το ήξευρα. Εμείς είμαστε εδώ επτά. Πουθενά δεν πάμε και περί αυτού δεν γνωρίζουμε!
Ευλόγησον πάτερ! Είπαν οι σερδάρηδες και πήραν το δρόμο τους
Αργότερα όταν ήλθαν στην Σκήτη της Αγίας Άννης, διηγήθηκαν για τη συνάντηση τους. Τότε συγκεντρώθηκαν πολλοί πατέρες, λησμονώντας και τα γηρατειά και την αδυναμία. Τακτοποίησαν τα ράσα τους και ξεκίνησαν τρέχοντας για να βρουν τον Γέροντα. Δεν συνάντησαν όμως ούτε αυτόν εκεί, όπου τον είχαν δει οι σερδάρηδες, ούτε και τους άλλους έξι για τους οποίους είχε μιλήσει ο ίδιος, Έλεγαν ότι ίσως είναι οι ίδιοι επτά κρυμμένοι ασκητές, τους οποίους κοινωνούσε ο γνωστός πνευματικός Χριστόφορος από το “Γιαννακόπουλο”.

Απόσπασμα από το βιβλίο “Αγιορείτες Πατέρες 2” του Ιερομονάχου Αντωνίου. Εκδόσεις Ίνδικτος

athonika.blogspot.com

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ


τῌ Ι' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους τοῦ Θαυματουργοῦ.

Τῇ Ι' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους.

Κατηξιώθης, Χαράλαμπες, ἐκ ξίφους,
Καὶ λαμπρότητος καὶ χαρᾶς τῶν Μαρτύρων.
Τῇ δεκάτῃ Χαράλαμπες, ἐὸν ἐτμήθης ἀπὸ λαιμόν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, Βάπτος καὶ Πορφύριος,
 οἱ τιμωροῦντες τὸν Ἅγιον Χαραλάμπη, ξίφει τελειοῦνται.
Πορφύριος καὶ Βάπτος ἐκ κοινοῦ ξίφους,
Ἀθλήσεως βάπτουσι κοινὴν πορφύραν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, αἱ πιστεύσασαι Ἅγιαι τρεῖς γυναῖκες ξίφει τελειοῦνται.
Τὰς τρεῖς γυναῖκας ἀρρενωποὺς μηνύει,
Ἄρρην ἀριθμός, ὁ τρία, πρὸς τὸ ξίφος.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ Παρθένων, 
Ἐνναθᾶ, Οὐαλεντίνης, καὶ Παύλου.
Εἰς ἀρραβῶνα παρθένοις κόραις δύο,
Ὁ νυμφίος δίδωσι θάρσος πρὸς φλόγα.
Ἐκεῖνος οὗτος Παῦλος ὁ Χριστοῦ φίλος,
Χριστοῦ πόθῳ τράχηλον ἐκτετμημένος.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν 
Ἀναστασίου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
Ἀναστάσιος, τὸν δρόμον τείνων πρόσω,
Γῆς ἐξαναστὰς πρὸς τὸν Ὕψιστον τρέχει.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ζήνωνος.
Ζήνων τὰ τερπνὰ τῆς Ἐδὲμ ζητῶν μόνα,
Εἰς τέρψιν εἶχε τὴν λύσιν τοῦ σαρκίου.

Ταῖς τῶν ἁγίων σου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν
.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...