Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2012

Ἡ μετάνοια



Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων


 



Φοβερό κακό καί ἐπικίνδυνη ἀρρώστια τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τήν ἀπονευρώνει μέ δολιότητα καί τήν παραδίνει παράλυτη στήν αἰώνια κόλαση. Εἶναι ὅμως κακό πού ἐξαρτᾶται ἀπό τή δική μας θέληση. Εἶναι καρπός τῆς δικῆς μας προαιρέσεως.

Φοβερό κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀλλά ὄχι καί ἀθεράπευτο. Τό θεραπεύει εὔκολα ἡ μετάνοια. Ὅση ὥρα κρατάει κανείς στό χέρι του τή φωτιά, ὁπωσδήποτε καίγεται. Μόλις ὅμως τήν τινάξει, παύει νά καίγεται. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ἁμαρτία• γιατί εἶναι κι αὐτή μία φωτιά πού κατακαίει τόν ἄνθρωπο. Γιά ὅσους μάλιστα δέν αἰσθάνονται αὐτό τό κάψιμο, λέει ἡ Γραφή: «μπορεῖ κανείς νά βάλει φωτιά μέσα στόν κόρφο του, δίχως τά ροῦχα του νά κάψει;» (Παροιμ. 6:27).

Ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι κανένας ἐχθρός πού σέ πολεμάει ἀπ’ ἔξω, ἀλλά κακό πού φυτρώνει καί ἀναπτύσσεται μέσα σου. «Βλέπε μέ σωφροσύνη» (Παρ. 4:25), καί δέν θά νιώσεις αἰσχρή ἐπιθυμία. Νά θυμᾶσαι τή μέλλουσα κρίση, καί οὔτε πορνεία οὔτε μοιχεία οὔτε φόνος οὔτε ἄλλη παρανομία θά σέ κυριέψει ποτέ. Ὅταν ὅμως ξεχάσεις τόν Θεό, τότε θ' ἀρχίσεις νά σκέφτεσαι πονηρά καί νά ἐνεργεῖς παράνομα.

Στήν ἁμαρτία σέ σπρώχνει ὁ παγκάκιστος διάβολος. Σέ σπρώχνει, μά δέν μπορεῖ νά σέ ἀναγκάσει ν' ἁμαρτήσεις, ἄν ἐσύ ἀντιδράσεις. Δέν μπορεῖ νά σέ βλάψει, ἀκόμα κι ἄν χρόνια σέ σκανδαλίζει, ἄν ἐσύ ἔχεις τήν καρδιά σου κλειστή. Ἄν ὅμως χωρίς ἀντίδραση δεχθεῖς κάποια κακή ἐπιθυμία, πού σοῦ σπέρνει, θά σέ αἰχμαλωτίσει καί θά σέ ρίξει σέ βάραθρο ἁμαρτιῶν.

Ἴσως ὅμως νά πεῖς: Εἶμαι δυνατός στήν πίστη καί δέν θά μέ κυριέψει ἡ αἰσχρή ἐπιθυμία, ὅσο συχνά κι ἄν τή δεχθῶ. Ἀγνοεῖς, φαίνεται, ὅτι καί τήν πέτρα ἀκόμα τήν κομματιάζει πολλές φορές μία ρίζα πού εἶναι μέσα στή γῆ. Μή δέχεσαι λοιπόν τό σπόρο τῆς ἁμαρτίας, γιατί θά σοῦ διαλύσει τήν πίστη. Ξερίζωσε τό κακό πρίν ἀνθήσει, μήπως, δείχνοντας στήν ἀρχή ραθυμία, ἀργότερα τιμωρηθεῖς καί δοκιμάσεις τό τσεκούρι καί τή φωτιά. Φρόντισε νά γιατρευτεῖς ἔγκαιρα, ὅταν βρίσκεται στήν ἀρχή ἡ βλάβη τοῦ ματιοῦ, γιά νά μή γυρεύεις ἄσκοπα γιατρούς, ὅταν θά ἔχεις πιά τυφλωθεῖ.

Ὁ διάβολος, πού ἁμάρτησε πρῶτος, δημιουργεῖ ὅλα τά κακά. Αὐτό δέν τό λέω ἐγώ, ἀλλά ὁ Κύριος: «Ὁ διάβολος ἁμαρτάνει ἐξαρχῆς» (Α' Ἰωάνν. 3:8). Κανείς δέν εἶχε ἁμαρτήσει πρίν ἀπ’ αὐτόν. Ἁμάρτησε ὁ διάβολος χωρίς τίποτα νά τόν ἀναγκάσει, γιατί τότε ὑπεύθυνος γιά τήν ἁμαρτία θά ἦταν ὁ Θεός. Ἀπ’ Αὐτόν πλάστηκε ἀγαθός. Ἁμάρτησε ὅμως μέ τή δική του προαίρεση, καί, ἀπό τό ἔργο του, ὀνομάστηκε διάβολος. Γιατί, ἐνῶ πρῶτα ἦταν ἀρχάγγελος, κατάντησε ὕστερα νά διαβάλει, δηλαδή νά συκοφαντήσει τόν Θεό στούς πρωτοπλάστους. Ἐπίσης, ἐνῶ στήν ἀρχή ἦταν πιστός ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, ἔπειτα ἔγινε σατανᾶς, δηλαδή ἐχθρός καί ἀντίπαλός Του. Γιατί ἡ λέξη σατανᾶς ἑρμηνεύεται ἀντικείμενος, δηλαδή αὐτός πού βρίσκεται στήν ἀντίθετη πλευρά, ὁ ἀντίπαλος.

Ὁ διάβολος, μετά τήν πτώση του, ὁδήγησε πολλούς στήν ἀποστασία. Αὐτός σπέρνει τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες σέ ὅσους τόν ἀκολουθοῦν. Ἀπ' αὐτόν προέρχονται ἡ μοιχεία, ἡ πορνεία καί κάθε ἄλλο κακό. Αὐτός ὁδήγησε τόν προπάτορα στήν παρακοή καί στήν ἐξορία. Ἐξαιτίας του ὁ Ἀδάμ, ἀντί γιά τόν παράδεισο, πού καρποφοροῦσε θεσπέσιους καρπούς, κληρονόμησε τή γῆ, πού ἔβγαζε ἀγκάθια.

Τί θά γίνει τώρα;

Ἀπατηθήκαμε καί χάσαμε τόν παράδεισο. Δέν ὑπάρχει ἄραγε σωτηρία;

Τυφλωθήκαμε. Δέν θά ξαναδοῦμε ἄραγε τό φῶς;

Γίναμε ἀνάπηροι. Δέν θά ξανασταθοῦμε ἄραγε στά πόδια μας;

Μέ μιὰ λέξη, πεθάναμε. Ἄραγε δέν θ' ἀναστηθοῦμε;

Ἀδελφέ μου, Αὐτός ποὺ ἀνέστησε ἀπό τόν τάφο τόν δίκαιο Λάζαρο, δέν ἔχει τή δύναμη ν' ἀναστήσει πολύ εὐκολότερα ἐσένα, ποὺ εἶσαι ἀκόμα ζωντανός; Αὐτός ποὺ ἔχυσε τό αἷμα Του γιά μᾶς, δέν θά μᾶς σώσει ἀπό τήν ἁμαρτία; Ἄς μήν ἀπελπιστοῦμε. Ἄς μή βυθιστοῦμε στήν ἀπόγνωση. Εἶναι φοβερό νά χάσουμε τήν ἐλπίδα τῆς συγχωρήσεως. Ὅποιος δέν προσδοκᾶ τή σωτηρία, ἁμαρτάνει ἀσυλλόγιστα. Ὅποιος ὅμως ἐλπίζει σ' αὐτήν, σπεύδει νά μετανοήσει.

Τό φίδι ἐγκαταλείπει τό παλιό του δέρμα. Ἐμεῖς δέν θά ἐγκαταλείψουμε τήν ἁμαρτία; Ἡ ἄκαρπη γῆ, ἄν καλλιεργηθεῖ μέ ἐπιμέλεια, μεταβάλλεται σέ καρποφόρα. Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά διορθωθοῦμε;

Ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος, ἀπέραντα φιλάνθρωπος. Γι’ αὐτό μή λές: Πόρνευσα, μοίχευσα, ἁμάρτησα. Καί μάλιστα ὄχι μία φορά, ἀλλά πολλές. Ἄραγε θά μέ συγχωρήσει; Ἄραγε θά μέ ἀπαλλάξει ἀπό τήν καταδίκη; Ἄκουσε τί λέει ὁ ψαλμωδός: «Πόσο μεγάλη, Κύριε, εἶναι ἡ ἀγαθότητά σου!» (Ψαλμ. 30:20).

Τά ἁμαρτήματά σου ποτέ δέν νικοῦν τό μέγεθος τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Τά τραύματά σου ποτέ δέν ξεπερνοῦν τή θεραπευτική Του δύναμη. Μόνο παραδόσου σ' Αὐτόν μέ πίστη. Ἐξομολογήσου τό πάθος σου. Πές κι ἐσύ μαζί μέ τόν Προφήτη Δαβίδ: «Θά ἐξομολογηθῶ μέ εἰλικρίνεια τήν ἀνομία μου στόν Κύριο». Θ' ἀκολουθήσει τότε αὐτό πού ἀναφέρει στή συνέχεια ὁ ἴδιος στίχος: «Κι ἐσύ, Κύριε, συγχώρεσες τήν ἀσέβεια τῆς καρδιᾶς μου» (Ψαλμ. 31:5).

Θέλεις νά γνωρίσεις τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί τό μέγεθος τῆς μακροθυμίας Του; Ἄκουσε τί ἔγινε μέ τόν Ἀδάμ: Ἔκανε παρακοή ὁ πρωτόπλαστος. Δέν μποροῦσε ὁ Θεός νά τόν παραδώσει ἀμέσως στό θάνατο; Καί βέβαια μποροῦσε. Τί κάνει ὅμως ὁ Φιλάνθρωπος; Τόν ἐξορίζει ἀπό τόν παράδεισο, ἀφοῦ ἦταν ἀνάξιος νά παραμένει πιά ἐκεῖ, ἀλλά τόν βάζει νά κατοικήσει ἀπέναντι, γιά νά βλέπει ἀπό ποῦ ξέπεσε καί τί ἔχασε καί ποῦ κατάντησε, ὥστε νά μετανοήσει καί νά σωθεῖ.

Ὁ Κάϊν, ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πού γεννήθηκε, ἔγινε ἀδελφοκτόνος, ἐφευρέτης κακῶν, πρόδρομος ὅλων τῶν φθονερῶν καί τῶν φονιάδων. Ἐνῶ ὅμως σκότωσε τόν ἀδελφό του, σέ τί καταδικάστηκε; «Θά ζεῖς πλέον στενάζοντας καί τρέμοντας» (Γέν. 4:12). Φοβερό τό ἔγκλημα. Μικρή ὅμως ἡ καταδίκη.

Πραγματικά, μεγάλη εἶναι ἡ φιλανθρωπία πού ἔδειξε ὁ Θεός στόν Κάϊν. Μεγαλύτερη ὅμως εἶναι τούτη: Θυμήσου τήν ἐποχή τοῦ Νῶε. Ἁμάρτησαν οἱ γίγαντες καί ἁπλώθηκε στή γῆ ὑπερβολική παρανομία. Τιμωρία της θά ἦταν ὁ κατακλυσμός. Μ' αὐτόν ἀπειλεῖ ὁ Θεός. Τόν ἐξαπολύει ὅμως ὕστερ' ἀπό ἑκατόν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια (Γέν. 6:3)!

Βλέπεις τό μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ; Αὐτό ποὺ πραγματοποίησε ὕστερ' ἀπό ἑκατόν εἴκοσι χρόνια, δέν μποροῦσε νά τό πραγματοποιήσει ἀμέσως; Παράτεινε ὅμως τόσο πολύ τόν καιρό τῆς τιμωρίας, γιά νά δώσει χρόνο μετάνοιας. Ἄν μετανοοῦσαν οἱ ἁμαρτωλοί, ὁ Θεός δέν θά ἔστελνε τήν τρομερή καί δίκαιη τιμωρία.

Ἄς ἔρθουμε τώρα καί σέ παραδείγματα ἁμαρτωλῶν πού σώθηκαν μέ τή μετάνοια.

Ἴσως κάποια ἀπό τίς γυναῖκες νά πεῖ: Μόλυνα τήν ψυχή καί τό σῶμα μου μέ κάθε εἴδους ἀκολασίες. Ἄραγε μπορῶ νά σωθῶ;. Θυμήσου, γυναίκα, τή Ραάβ τήν πόρνη, καί προσδόκησε κι ἐσύ τή σωτηρία. Γιατί ἄν ἐκείνη, πού ἁμάρτανε φανερά καί μπροστά σέ ὅλους, σώθηκε μέ τή μετάνοια, δέν θά σωθεῖς κι ἐσύ μέ τόν ἴδιο τρόπο;

Ζήτησε νά μάθεις πῶς σώθηκε ἐκείνη. Αὐτό μόνο εἶπε: «Ὁ Θεός σας εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός στόν οὐρανό καί στή γῆ» (Ἰησ. Ναυῆ 2:11). Ἀπό τή βαθειά συναίσθηση τῆς ἀκολασίας της, δέν τόλμησε νά πεῖ, ὁ Θεός μου, ἀλλά ὁ Θεός σας. Ὁλοφάνερη ἔχει τή μαρτυρία τῆς σωτηρίας της στό στίχο τῶν Ψαλμῶν: «Θά θυμηθῶ τή Ραάβ καί τή Βαβυλώνα καί θά τίς συγκαταλέξω ἀνάμεσα σ' ἐκείνους πού μ' ἀναγνωρίζουν» (Ψαλμ. 86:4).

Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ! Μνημονεύει καί τήν πόρνη μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Καί μάλιστα δέν λέει ἁπλά, «Θά θυμηθῶ τή Ραάβ καί τή Βαβυλώνα», ἀλλά προσθέτει «πού μ' ἀναγνωρίζουν», οἱ ὁποῖες δηλαδή μέ γνωρίζουν καί μέ λατρεύουν.

Ὑπάρχει λοιπόν σωτηρία καί γιά τούς ἄνδρες καί γιά τίς γυναῖκες. Σωτηρία, τήν ὁποία προκαλεῖ ἡ μετάνοια.

Ἀλλά κι ἄν ἀκόμα ἕνας ὁλόκληρος λαός ἁμαρτήσει, ἡ ἁμαρτωλότητά του δέν ξεπερνάει τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰσραηλιτικός λαός στήν ἔρημό τοῦ Σινᾶ λάτρεψε τό χρυσό μοσχάρι. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἔπαψε τίς ἐκδηλώσεις τῆς φιλανθρωπίας Του. Οἱ ἄνθρωποι Τόν ἀρνήθηκαν. Ὁ Ἴδιος ὅμως δέν ἀρνήθηκε τόν ἑαυτό Του. Μολονότι λάτρεψαν τό εἴδωλο, δέν σταμάτησε νά τούς εὐεργετεῖ.

Καί τότε δέν ἁμάρτησε μόνο ὁ λαός. Ἁμάρτησε μαζί του καί ὁ Ἀαρών, ὁ ἀρχιερέας! Ἀναφέρει ὁ προφήτης Μωυσῆς: «Ἦταν πάρα πολύ ὀργισμένος ὁ Κύριος καί ἐναντίον τοῦ Ἀαρών τόσο, πού ἤθελε νά τόν ἐξοντώσει. Τότε, στή δύσκολη αὐτή ὥρα, προσευχήθηκα καί γιά τόν Ἀαρών, καί ὁ Θεός τόν συγχώρησε» (παράβαλλε Δευτ. 9:20).

Ἔσφαλε ὁ Δαβίδ. Καθώς σηκώθηκε τό δειλινό ἀπό τό κρεβάτι καί βημάτιζε στό δωμάτιο, κοίταζε ἀπρόσεκτα κι ἔπεσε σύντομα στό διπλό ἁμάρτημα τῆς μοιχείας καί τοῦ φόνου. Δέν νεκρώθηκε ὅμως ἡ καλή του διάθεση ν' ἀναγνωρίσει τό σφάλμα του.

Ἦρθε ὁ προφήτης Νάθαν, γιά νά τόν ἐλέγξει καί νά γιατρέψει τό τραῦμα του. Ὁ ὑπήκοος εἶπε στό βασιλιά πὼς ἁμάρτησε βαριά καί πῶς ὁ Θεός ἦταν ὀργισμένος μαζί του. Ὁ πορφυροφόρος Δαβίδ δέν ἀγανάκτησε. Δέν στάθηκε στό πρόσωπο τοῦ Προφήτη, ἀλλά ὕψωσε τή σκέψη σ' Αὐτόν πού τόν ἔστειλε. Δέν τόν σκλήρυνε ὁ ἐγωισμός τῆς ἐξουσίας πάνω σέ τόσο πλῆθος στρατιωτῶν, πού εἶχε γύρω του, γιατί ἔφερε στό νοῦ τοῦ τόν ἀγγελικό στρατό τοῦ Κυρίου. Δοκίμασε ἀγωνία, νιώθοντας σάν ὁρατό τόν Ἀόρατο. Καί ἀπάντησε στόν Προφήτη, ἤ μᾶλλον στόν ἴδιο τόν Θεό, πού τόν ἔστειλε: «Ἁμάρτησα στόν Κύριο!» (Β' Βασ. 12:13).

Βλέπεις τήν ταπεινοφροσύνη τοῦ βασιλιᾶ; Βλέπεις τήν ἐξομολόγησή του; Μήπως εἶχε ποτέ πρίν ἐλεγχθεῖ ἀπό κανένα; Μήπως εἶχαν μάθει τήν ἁμαρτία του πολλοί; Ἁμάρτησε, κι ἀμέσως ὁ προφήτης παρουσιάστηκε. Μόλις τοῦ ἀπήγγειλε τήν κατηγορία, ὁ φταίχτης ὁμολόγησε τό σφάλμα του. Καί ἐπειδή τό ὁμολόγησε μέ εἰλικρινῆ μετάνοια, γρήγορα ἐκδηλώθηκε καί ἡ θεραπεία, ἡ συγχώρηση.

Ὁ προφήτης Νάθαν παρηγόρησε τόν Δαβίδ μέ τήν ἀναγγελία τῆς συγχωρήσεως τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος ὅμως δέν ἐγκατέλειψε τή μετάνοια. Ἀντί γιά βασιλική πορφύρα, ντύθηκε πένθιμο δουλικό σάκκο. Ἀντί σέ χρυσοστόλιστο θρόνο, κάθησε πάνω σέ χῶμα καί στάχτη. Καί δέν κάθησε μόνο πάνω σέ στάχτη, ἀλλά καί ἔφαγε στάχτη, καθώς ὁ ἴδιος λέει: «Τρώω στάχτη ἀντί γιά ψωμί καί τό νερό πού πίνω τό ἀνακατεύω μέ τά δάκρυά μου» (Ψαλμ. 101:10).

Ἔλιωσε ἀπ’ τά δάκρυα τά μάτια του, πού ἔγιναν ἀφορμή νά συλλάβει τήν αἰσχρή ἐπιθυμία: «Κάθε νύχτα λούζω τό κρεβάτι μου καί βρέχω τό στρῶμα μου μέ δάκρυα» (Ψαλμ. 6:7).

Οἱ ἄρχοντες τόν παρακαλοῦσαν νά διακόψει τή νηστεία. Αὐτός ὅμως δέν ὑποχωροῦσε. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα νήστεψε ἀπό κάθε τροφή. Ἄν λοιπόν ἕνας βασιλιάς μέ τέτοιο τρόπο ἐκδήλωνε τή μετάνοιά του, ἐσύ, ὁ ἁπλός ἄνθρωπος, δέν θά ἐξομολογηθεῖς;

Ἀργότερα πάλι, ὅταν ἐπαναστάτησε ὁ Ἀβεσσαλώμ, ἐνῶ ὑπῆρχαν πολλοί ἄλλοι δρόμοι διαφυγῆς, ὁ Δαβίδ προτίμησε νά γλυτώσει φεύγοντας πρός τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Σάν νά προσευχόταν ἔτσι στό Λυτρωτή, πού ἔμελλε ἀπό κεῖ νά ἀναληφθεῖ στούς οὐρανούς. Στή δύσκολη μάλιστα ἐκείνη περίσταση, ὁ Σεμεΐ ἄρχισε νά βρίζει καί νά καταριέται τό βασιλιά. Ὁ Δαβίδ ὅμως τόν ἀντιμετώπιζε μέ ταπείνωση καί μακροθυμία, λέγοντας: «Ἀφῆστε τον! Ὁ Κύριος τοῦ εἶπε νά μέ καταριέται» (Β' Βασ. 16:10). Γιατί ἤξερε πὼς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες ἐκείνου πού συγχωρεῖ τούς ἄλλους.

Βλέπεις τήν ὠφέλεια τῆς ἐξομολογήσεως; Βλέπεις ὅτι σώζονται ὅσοι μετανοοῦν;

Ὁ Ἀχαάβ, ὁ βασιλιάς τῆς Σαμάρειας, ὑπῆρξε ὑπερβολικά παράνομος, εἰδωλολάτρης, προφητοκτόνος, ἀσεβὴς καί ἄδικος. Ὅταν ὅμως μέ τή Βασίλισσα Ἰεζάβελ σκότωσε τόν Ναβουθαί καί ἦρθε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τόν ἀπείλησε, ἀμέσως ἔδειξε μετάνοια. Ξέσκισε τή βασιλική ἐνδυμασία καί φόρεσε τόν πένθιμο σάκκο. Τί εἶπε τότε ὁ φιλάνθρωπος Θεός στόν Ἠλία; «Βλέπεις τή μετάνοια τοῦ Ἀχαάβ; δέν θά τόν τιμωρήσω!» (παράβαλλε Γ΄ Βασ. 20:29).

Συγχωρεῖ ὁ φιλάνθρωπος Θεός τόν Ἀχαάβ, μολονότι ἔμελλε ἐκεῖνος νά συνεχίσει τίς ἁμαρτίες του. Ὁ Κύριος, βέβαια, δέν ἀγνοοῦσε τό μέλλον του, ἀλλά τώρα, στόν καιρό τῆς μετάνοιας, τοῦ χαρίζει τήν ἀνάλογη συγχώρηση. Εἶναι χαρακτηριστικό τοῦ δικαίου δικαστῆ νά ἀνταποκρίνεται κατάλληλα σέ κάθε περίσταση πού παρουσιάζεται.

Ὁ βασιλιάς Ἱεροβοάμ τελοῦσε θυσίες στό βωμό τῶν εἰδώλων. Ἐπειδή πρόσταξε νά συλλάβουν τόν Προφήτη, πού τόν κατέκρινε γιά τήν εἰδωλολατρία, τό χέρι του ἔμεινε ξερό. Μόλις δοκίμασε τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ, παρακάλεσε τόν Προφήτη: «Προσευχήσου στόν Κύριο γιά μένα» (Γ' Βασ. 13:6). Ἀποτέλεσμα τῆς μετάνοιας ἦταν νά γιατρευτεῖ τό χέρι του. Ἄν ὁ προφήτης γιάτρεψε τόν Ἱεροβοάμ, ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά σώσει ἐσένα, συγχωρώντας τίς ἁμαρτίες σου;

Ὑπερβολικά ἁμαρτωλός ὑπῆρξε καί ὁ Μανασσῆς. Πρόσταξε καί πριόνισαν τόν Ἠσαΐα. Μολύνθηκε μέ τήν εἰδωλολατρία. Πλημμύρισε τήν Ἱερουσαλήμ μέ αἵματα ἀθώων. Ὅταν ὅμως ὁδηγήθηκε αἰχμάλωτος στή Βαβυλώνα καί δοκίμασε τήν τιμωρία, ἔσπευσε νά θεραπευθεῖ μέ τή μετάνοια. Λέει ἡ Γραφή: «Ταπεινώθηκε βαθιά ὁ Μανασσῆς ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων του καί ζήτησε τό ἔλεός Του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τή θερμή του προσευχή, τόν ἐπανέφερε στήν Ἱερουσαλήμ καί τοῦ ξαναχάρισε τό θρόνο του» (Β' Παραλ. 33:12-13). Ἄν σώθηκε μέ τή μετάνοια αὐτός ποὺ πριόνισε τόν Προφήτη, ἐσύ, ποὺ ἀσφαλῶς δέν ἁμάρτησες τόσο φρικτά, δέν θά σωθεῖς; Πρόσεξε, νά μήν ἀμφιβάλλεις γιά τή δύναμη τῆς μετάνοιας.

Ἡ ἐξομολόγηση μπορεῖ καί τή φωτιά νά σβήσει καί τά θηρία νά ἡμερέψει. Ἄν ἀμφιβάλλεις, θυμήσου τί ἔγινε μέ τόν Ἀνανία, τόν Ἀζαρία καί τόν Μισαήλ μέσα στό καμίνι τῆς Βαβυλώνας. Πόσες βρύσες θά μποροῦσαν νά σβήσουν τή φλόγα ποὺ ἀνέβαινε σέ ὕψος σαράντα ἐννέα πήχεων; Ὅπου ὅμως ὑψωνόταν ἡ τεράστια φλόγα, ἐκεῖ σάν ποτάμι ξεχύθηκε ἡ πίστη τῶν τριῶν νέων καί ἐκεῖ ἀκούστηκε ἡ προσευχή τῆς μετανοίας: «Δίκαιος εἶσαι, Κύριε, γιά ὅλα ὅσα ἐπέτρεψες νά πάθουμε, γιατί ἁμαρτήσαμε καί ἀνομήσαμε» (Δὰνιήλ, Προσ. Ἀζαρία: 3, 5).

Ἡ μετάνοια διέλυσε τή φλόγα! Βεβαιώσου ἀπ’ αὐτό γιά τή δύναμή της νά σβήνει καί τή φλόγα τῆς κολάσεως.

Ἴσως ὅμως νά πεῖ κάποιος προσεκτικός ἀναγνώστης: Ὁ Θεός ἔσωσε τούς τρεῖς νέους ὄχι γιά τή μετάνοιά τους, ἀλλά γιά τήν πίστη τους. Ἐπειδή ὑπάρχει κι αὐτό τό ἐνδεχόμενο, θά σᾶς παρουσιάσω καί μίαν ἄλλη περίπτωση.

Τί γνώμη ἔχετε γιά τόν Ναβουχοδονόσορ; δέν μάθατε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι ἦταν ἄγριος, αἱμοβόρος, σκληρόκαρδος; δέν ἀκούσατε ὅτι κατέστρεψε τάφους καί ξέθαψε λείψανα βασιλιάδων; δέν ἀκούσατε ὅτι ὁλόκληρο λαό ἔσυρε στήν αἰχμαλωσία; δέν ἀκούσατε ὅτι τύφλωσε τό βασιλιά, ἀφοῦ πρῶτα τόν ὑποχρέωσε νά δεῖ τή σφαγή τῶν παιδιῶν του; δέν ἀκούσατε ὅτι συνέτριψε τά Χερουβείμ; (δέν ἐννοῶ, βέβαια, τούς ἀγγέλους μή σκεφτεῖ κανείς τίποτα τέτοιο. Ἐννοῶ τά γλυπτά, πού κάλυπταν τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης, ἀπ’ ὅπου ἀκουγόταν ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ). Ὁ Ναβουχοδονόσορ βεβήλωσε ἀκόμα καί τό καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ. Πῆρε τό ἅγιο θυμιατήρι καί τό ἔστειλε σέ εἰδώλειο. Ἅρπαξε ὅλες τίς ἱερές προσφορές. Ἔβαλε φωτιά κι ἔκαψε τό Ναό ἀπό τά θεμέλια (Β' Παραλ. 36:11-21).

Μέ πόσες τιμωρίες ἄξιζε νά τιμωρηθεῖ αὐτός ποὺ σκότωσε βασιλιάδες, ποὺ ἔκαψε ἱερά, ποὺ αἰχμαλώτισε τό λαό, ποὺ τοποθέτησε ἅγια σκευή τοῦ Ναοῦ ἀνάμεσα στά εἴδωλα; δέν θά ἦταν ἄξιος νά θανατωθεῖ χίλιες φορές;

Γνωρίσατε ὡς ἐδῶ τό πλῆθος τῶν ἐγκλημάτων τοῦ Ναβουχοδονόσορ. Ἐλᾶτε τώρα νά μάθετε καί τοῦ Θεοῦ τή φιλανθρωπία.

Τιμωρήθηκε ὁ θηριώδης βασιλιάς νά ζεῖ σάν ἄγριο θηρίο μέσα στήν ἔρημο. Τιμωρήθηκε ὅμως μ' αὐτόν τόν τρόπο γιά νά σωθεῖ. Ἔβγαλε νύχια καί τρίχες σάν αὐτά πού ἔχει τό λιοντάρι, γιατί πρίν σάν λιοντάρι ἅρπαζε τά ἅγια καί οὔρλιαζε. Ἔτρωγε χόρτα σάν τό βόδι, γιατί πρίν σάν βόδι ζοῦσε, ἀγνοώντας τόν ἀληθινό Θεό, πού τοῦ εἶχε χαρίσει τό βασιλικό ἀξίωμα. Ὅταν ὅμως μέ τίς παιδαγωγικές αὐτές τιμωρίες ἀναγνώρισε τόν ὕψιστον Θεό καί προσευχήθηκε καί μετανόησε, τότε Ἐκεῖνος τοῦ χάρισε πάλι τό ἀξίωμά του (Δαν. 4:26-34).


Στόν Ναβουχοδονόσορ, πού ἁμάρτησε τόσο φοβερά καί μετανόησε, χάρισε ὁ Θεός τή συγχώρηση καί τή βασιλεία. Ἄν λοιπόν κι ἐσύ μετανοήσεις καί ζήσεις χριστιανικά, δέν θά σού χαρίσει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν;

Φιλάνθρωπος εἶναι ὁ Κύριος. Γρήγορος στή συγχώρηση. Ἀργός στήν τιμωρία. Κανείς λοιπόν ἄς μήν ἀπελπίζεται γιά τή σωτηρία του.

Ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, φοβήθηκε μία δούλη κι ἀρνήθηκε τρεῖς φορές τό Χριστό. Μεταμελήθηκε ὅμως κι ἔκλαψε πικρά (Ματθαῖος 26:69-75). Τό κλάμα φανέρωνε τήν ὁλόψυχή του μετάνοια. Γι’ αὐτό δέν ἔλαβε μόνο τή συγχώρηση γιά τήν ἄρνηση, ἀλλά καί τήν ἀποκατάσταση στό ἀποστολικό ἀξίωμα.

Ἔχοντας λοιπόν, ἀδελφοί, τόσα παραδείγματα ἀνθρώπων πού ἁμάρτησαν καί μετανόησαν καί σώθηκαν, πρόθυμα κι ἐσεῖς νά μετανοεῖτε καί νά ἐξομολογεῖσθε. Ἔτσι θά λάβετε τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σας καί θ' ἀξιωθεῖτε νά κληρονομήσετε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μαζί μέ ὅλους τοὺς ἁγίους.

Γ.ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ:«ΝΑ ΑΦΗΝΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»



Το μυστικό στην ασθένεια είναι 
να αγωνισθείς να αποκτήσεις
 τη Χάρη του Θεού.
Να αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στην
 αγάπη του Θεού. Όταν παραδοθούμε 
στον Χριστό ειρηνεύει ο πνευματικός
 μας οργανισμός με αποτέλεσμα τη
 φυσιολογική λειτουργία όλων των οργάνων
 και των αδένων. Όλα επηρεάζονται 
όταν στην ψυχή μας υπάρχουν 
μπερδέματα, επιδρούν στο σώμα και η υγεία δεν πηγαίνει καλά. 
Το τέλειο είναι να μην προσευχόμαστε για την υγεία μας.
 Να μην ευχόμαστε να γίνουμε καλά αλλά να γίνουμε καλοί.
Και εγώ για τον εαυτό μου αυτό εύχομαι σας λέω. Ακούσατε;
Να γίνουμε καλοί να αποκτήσουμε Θείο ζήλο, να 
αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού, να 
προσευχόμαστε μάλλον για την ψυχή μας. Και την ψυχή
 μας θα την ενώνουμε ενσωματωμένη μέσα στην Εκκλησία
 που κεφαλή της είναι ο Χριστός. Αυτό είναι το μυστικό. 
Τα άλλα θα μας τα διδάξει η χάρις, δηλαδή το πως θα
 αφεθούμε στον Χριστό.
Εμείς δηλαδή περιφρονούμε την ασθένεια δεν την
 σκεπτόμαστε, σκεπτόμαστε τον Χριστό απλά, ανεπαίσθητα, 
ανιδιοτελώς κι ο Θεός κάνει το θαύμα του προς το συμφέρον
 της ψυχής μας. Όπως λέμε στη Θεία Λειτουργία «πάσαν την
 ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Πολλή ωφέλεια
 έχουμε από τις ασθένειες αρκεί να τις υπομένουμε χωρίς
 γογγυσμό και να δοξάζουμε το Θεό ζητώντας το έλεος Του.
 Το μυστικό στην ασθένεια είναι να αγωνισθείς να αποκτήσεις
 τη Χάρη του Θεού.

Απο βιβλίο:Βίος και λόγοι γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Αγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος: "Δῶστε, δῶστε στοὺς φτωχούς"!



Ἀπὸ Αὐτοβιογραφικὲς σελίδες καὶ ἀπάνθισμα


 κειμένων του
Εἰσαγωγὴ καὶ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ Ἀρχιμ. 
Χρυσόστομος
 Π. Ἀβαγιανός, ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας
 τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1998.
Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι
 θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι᾿ αὐτά, καὶ θὰ
 ποῦν «Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ 
βαρετὸς στοὺς ἀκροατές· ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ
 καθενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν· 
ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!...»...
Ἀλλ᾿ ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατί οὔτε 
\ὁ Παῦλος ντρεπόταν νὰ ἐνοχλῇ συνέχεια γιὰ τέτοια 
πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο,
 δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἴσως νά ῾ταν 
ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θά ῾ταν ντροπή.
 «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, 
τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται» (Α´ Κορ. 9,13). 
Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος,
 ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου· τώρα ὅμως παρακαλῶ
 γι᾿ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι᾿ αὐτοὺς 
ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε· γι᾿ αὐτὸ καὶ 
μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι.

Γιατί ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο
 ποῦ πεινᾷ, ντῦσε τον ποὺ γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ 
τον ποὺ εἶναι ξένος;
 Ὁ Δεσπότης σου δὲν ντρέπεται μπροστὰ 
σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγῃ «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ 
μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25, 42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν
 ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε· καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ
 διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια πράγματα!
 Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή!

Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν. Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ 
παρρησία θὰ πῶ· δῶστε σ᾿ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, 
καὶ θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ᾿ αὐτούς. Γιατί ἐὰν 
κάποιος ἔχῃ στοιχεῖα καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς κατηγορήσῃ,
 ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς ὄφελός
 μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς,
 τότε πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, 
ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν, καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν
 ὅσοι κάνουν παρόμοια.

Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς 
ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε 
ἀδάπανο τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε
 ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι πάντως στὰ δικά μας, 
μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς 
φτωχούς· καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ
 ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι σκληρὸς κατήγορος!(38).
---------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
38. Ἀπὸ τὴν ΜΓ´ ὁμιλία του στὴν Α´ πρὸς
 Κορινθίους, Ε.Π.Ε. 18Α, 720 ἑξ.

πηγή

Συναξαριστής 16 Φεβρουαρίου


Οἱ Ἅγιοι Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σέλευκος, Πορφύριος, Ἰουλιανός, Θεόδουλος, Ἠλίας, ἄλλος Ἠλίας, Ἱερεμίας, Ἡσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιήλ

 


Ὅλοι οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ. Τὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι, ἐνῷ ὅλοι κατάγονταν ἀπὸ διαφορετικοὺς τόπους, ἦταν στενώτατα ἑνωμένοι μὲ τὸ σύνδεσμο τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ἄῤῥηκτος σύνδεσμος ἀγάπης καὶ δίνει ζωὴ σ᾿ ὅλες τὶς ἀρετὲς τοῦ ἀγωνιζόμενου χριστιανοῦ.

Μάλιστα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει: «ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστι σύνδεσμος τῆς τελειότητας». Δηλαδή, πάνω σ᾿ ὅλα αὐτὰ (τὰ καλὰ ἔργα) βάλτε τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι σὰν κρίκος καὶ δένει ὅλες τὶς ἀρετὲς σὲ τέλειο σύνολο. Σὰν ἕνα τέτοιο ἁρμονικὸ σύνολο καὶ οἱ ἐνάρετοι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἐργάζονταν στὴν Καισάρεια (τῆς Παλαιστίνης).

Ἡ μπόρα, ὅμως, τοῦ διωγμοῦ (290) ἔπληξε καὶ αὐτοὺς καὶ ὁμολόγησαν μὲ θάῤῥος τὸ Χριστό, μπροστὰ στὸν ἔπαρχο Φιρμιλιανό. Καὶ οἱ μὲν Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σελεύκιος, Ἠλίας, Ἱερεμίας, Ἡσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιήλ, μετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια ἀποκεφαλίζονται ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο. Ὁ δὲ Θεόδουλος πεθαίνει μὲ σταυρικὸ θάνατο. Καὶ τέλος, ὁ Πορφύριος, ποὺ ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου Παμφίλου, καὶ ὁ Ἰουλιανός, ὅταν πῆγαν νὰ παραλάβουν τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων, ὁ ἔπαρχος κατάλαβε ὅτι ἦταν κι αὐτοὶ χριστιανοὶ καὶ διέταξε νὰ τοὺς ῥίξουν στὴ φωτιά.

Ἔτσι, ἑνώθηκαν καὶ αὐτοὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μάρτυρες καὶ προστέθηκαν ὅλοι μαζὶ στὸ χορὸ τῶν γενναίων ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ἄσμασι, Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοὺ Ἠσαΐαν Θεόδουλον αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, πάσιν ἠμὶν ἐξιλεοῦνται.

Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φιλήσας Χριστοῦ, τὰ θεῖα θελήματα, ἐδείχθης Πιστῶν, ἀκέστωρ φιλόχριστος, γενναιόφρον Πάμφιλε, διὰ τοῦτο καὶ μακαρίζομεν, τὴν σεπτήν σου πανήγυριν. Πρεσβεύων μὴ παύσῃ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος 
Ἰδοὺ ἐξέλαμψεν ἡ φωσφόρος, καὶ φωταυγὴς θεία μνήμη τοῦ στερροῦ ἀθλητοῦ, Παμφίλου τοῦ θεοκήρυκος, πάντων τὰς ὄψεις καὶ τὰς καρδίας καταυγάζουσα φέγγει τῷ ἀνεσπέρῳ. Περιχαρῶς, ὦ φιλέορτοι, δεῦτε συνδράμωμεν, καὶ τὴν τούτου θείαν ἡμέραν, ὡς καλὴν ἑορτὴν ἐνιαύσιον, τοῖς ᾄσμασι καταστέψωμεν, εὐλογοῦντες ὑμνοῦντες τὸν Κύριον, τὸν τοῦτον ἀξίως στεφανώσαντα· Πρεσβεύει γὰρ ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Κολαστηρίων φοβερῶν προκειμένων, οἱ τοῦ Κυρίου Ἀθληταὶ οἱ γενναῖοι, ἐν ἀπτοήτῳ χαίροντες φρονήματι, τούτοις προσωμίλησαν, τῆς σαρκὸς ἀλογοῦντες· ὅθεν ἐκληρώσαντο, αἰωνίζουσαν δόξαν, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύοντες ἀεί, τῶν εὐφημούντων αὐτῶν τὰ παλαίσματα.

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ δωδεκάριθμε Ἀθλητῶν, ἡ συντεταγμένη, εὐσεβείᾳ τε καὶ σπουδῇ, σύναψον σπουδαίως, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ λύσιν τῶν πταισμάτων, ἡμῖν πρυτάνευσον.


 

 
Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ὁ ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴν Περσία καὶ τὰ λείψανα τοὺς μεταφέρθηκαν στὴν Μαρτυρούπολη

 


Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς (ποὺ ἦταν ἐπίσκοπος Ταγρίτης στὴ Μεσοποταμία) ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395), ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε κάποτε μὲ ἐπίσημη ἐντολὴ στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν (Ἰσδιγέρθη). Αὐτὸς αἰσθάνθηκε βαθὺ σεβασμὸ πρὸς τὸ Χριστιανὸ Ἐπίσκοπο, τοῦ ὁποίου θαύμασε τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφορά.

Μάλιστα, ἔμεινε ὑποχρεωμένος ἀπέναντι στὸν Μαρουθᾶ, διότι ὁ Ὅσιος θεράπευσε τὴν βασιλοκόρη, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Τὸν ῥώτησε τότε, ποιὰ χάρη ἤθελε ἀπ᾿ αὐτόν. Ὁ ἐπίσκοπος Μαρουθᾶς ἀπάντησε, ὅτι τίποτα ἄλλο δὲν ζητοῦσε παρὰ μόνο νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ κτίσει πόλη, στὴν ὁποία θὰ μεταφέρονταν τὰ λείψανα ὅλων τῶν Ἁγίων, ποὺ μαρτύρησαν στὴν Περσία.

Ὁ βασιλιὰς δέχτηκε. Χορήγησε λοιπὸν τὴν ἀπαιτούμενη δαπάνη καὶ ἡ πόλη κτίστηκε, καὶ ὀνομάστηκε Μαρτυρούπολη. Ἡ πόλη αὐτὴ βρίσκεται στὴ Μεγάλη Ἀρμενία πρὸς τὸν Νυμφαῖο ποταμό, ἔγινε μάλιστα μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἐπισκοπικὴ ἕδρα. Ἀξιοσημείωτο δὲ εἶναι ὅτι, ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ὁ ἐπίσκοπος Μαρουθᾶς πέθανε ἀκριβῶς τὴν ἐπέτειο τῆς ἡμέρας, ποὺ εἶχε ἐγκαινιάσει τὴν Μαρτυρούπολη.

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς μνήμης του συνεορτάζουμε καὶ τὸ σύνολο ἐκεῖνο τῶν μαρτύρων, γνωστῶν καὶ ἀγνώστων, ποὺ τὰ λείψανά τους κατέθεσε στὴν πόλη ἐκείνη. (Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ Ὅσιος Μαρουθας, συνέγραψε πολλὰ μαρτύρια τῶν συγχρόνων αὐτοῦ μαρτύρων, στὴ Συριακὴ γλῶσσα, δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ Ἀσσαμάνη).


 

 
Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 


Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ σκευοφύλακας τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Διαδέχτηκε τὸν ἐπίσης Ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλο κατὰ τὸ 447. Σὰν Ἀρχιεπίσκοπος ὁ Φλαβιανὸς καταδίκασε, μὲ τοπικὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε τὸ 448, τὴν πλάνη τοῦ ἀρχιμανδρίτου Εὐτυχοῦς, ποὺ ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε μόνο θεία φύση, ἡ ὁποία ἀπεῤῥόφησε ἐντελῶς τὴν ἀνθρώπινη. Συγχρόνως δέ, ἡ Σύνοδος αὐτὴ καθαίρεσε καὶ ἀφόρισε τὸν Εὐτυχή.

Ἀλλ᾿ ὁ Εὐτυχής, μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ ἀναξίου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Διοσκόρου, κατάφερε νὰ συγκροτηθεῖ, τὸν Αὔγουστο τοῦ 449 στὴνἜφεσο, Σύνοδος ἡ λεγόμενη λῃστρικὴ Σύνοδος. Κατὰ τὴν Σύνοδο αὐτή, ὅλα ἦταν προετοιμασμένα κατὰ τοῦ Φλαβιανοῦ, καὶ μάλιστα, ὄχλος μὲ ἐπικεφαλῆς ἀγρίους μοναχοὺς καὶ ὑπὸ τὴν ἀρχηγία ἑνὸς ῥασοφόρου τέρατος, τοῦ ἀρχιμανδρίτη Βαρσουμᾶ, εἰσέβαλαν στὴ Σύνοδο καὶ κακοποίησαν βαριὰ τὸν Φλαβιανό, ὁ ὁποῖος μετὰ τρεῖς ἡμέρες πέθανε ἀπὸ τὶς πληγές, ποὺ τοῦ προκάλεσαν οἱ φονεῖς του. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ χρόνια, τὸ 451, στὴ Δ´ Οἰκ. Σύνοδο, ἡ αἵρεση καταδικάσθηκε, ὁ Εὐτυχὴς ἀναθεματίστηκε καὶ ὁ Διόσκορος καθαιρέθηκε. Τὸ δὲ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἄνακομισθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ ναὸ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.


 

 
Ὁ Ὅσιος Φλαβιανός

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς πῆγε στὴν κορυφὴ ἑνὸς ὄρους, ὅπου ἔκτισε ἕνα μικρὸ κελλί. Ἐκεῖ μέσα κλείστηκε καὶ πέρασε 60 ὁλόκληρα χρόνια, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, προσευχὴ καὶ χωρὶς νὰ ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μὲ κανέναν ἄνθρωπο. Ἀπὸ κάποιο μέρος ἔβγαζε μόνο τὰ χέρια του γιὰ νὰ παραλάβει τὴν τροφή του, ποὺ ἦταν βρεγμένα ὄσπρια μία φορὰ τὴν βδομάδα.

Ἔτσι ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα, ποὺ μὲ τὴν προσευχή του, θανάτωσε μεγάλο δράκοντα, ἔδιωξε ἀπὸ κάποιο χωράφι τὶς ἀκρίδες ποὺ θὰ τὸ κατέστρεφαν, ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο ἀπὸ κάποιον νέο καὶ τὸν μαστὸ κάποιας γυναίκας θεράπευσε ἀπὸ καρκίνο. Ἔτσι ἅγια ἀφοῦ ἔζησε παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν μακάρια ψυχή του.


 

 
Ὁ Ἅγιος Ῥωμανὸς ὁ νέος ὁσιομάρτυρας

Βλέπε τὴν βιογραφία του στὶς 5 Ἰανουαρίου.

Επικερδείς Επενδύσεις - Αειφόρος Ανάπτυξη!...



Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ένας πνευματικός αγωνιστής, που θυσίασε τα πάντα για να βοηθήσει -στην πράξη- και να υπερασπιστεί τους φτωχούς. Τελικά, έδωσε και τη ζωή του, αφού πέθανε εξόριστος από την εξουσία της εποχής του, κερδίζοντας φυσικά τον ουρανό.
Αξίζει να διαβάσετε τρία κειμενάκια του, στα οποία δεν δώσαμε τυχαία αυτό τον τίτλο (εκτενές αφιέρωμα στη ζωή του και κείμενά του εδώ)

Ι
"Δώστε, δώστε στους φτωχούς!"

 

Ξέρω ότι πολλοv από τους συγκεντρωμένους πάλι θα μας κατηγορήσουν, όταν μιλούμε γι' αυτά, και θα πουν «Μη, σε παρακαλώ, μη γίνεσαι φορτικός και βαρετός στους ακροατές - άφησέ το στη συνείδηση του καθενός, άφησε το στην κρίση των ακροατών" - έτσι τώρα μας ντροπιάζεις, μας κάνεις να κοκκινίζουμε!...».

Αλλ' όχι! Αυτά τα λόγια δεν τα ανέχομαι! Γιατί ούτε ο Παύλος ντρεπόταν να ενοχλεί συνέχεια για τέτοια πράγματα και να ζητά σαν ζητιάνος. Εάν έλεγα τούτο, δηλαδή δός μου, φέρε για τοσπίτι μου, ίσως να 'ταν ντροπή. Αν και ούτε τότε θα 'ταν ντροπή. «Οι γαρ τω θυσιαστηρίω», λέγει, «προσεδρεύοντες, τω θυσιαστηρvω συμμερίζονται» (Α' Κορινθίους 9, 13). Πλην όμως πιθανόν να με κατηγορούσε κάποιος, ότι μιλώ για τον εαυτό μου" τώρα όμως παρακαλώ γι' αυτούς πουστερούνται, μάλλον όχι γι' αυτούς που στερούνται, αλλά για σας που δίνετε" γι' αυτό και μιλώχωρίς να ντρέπομαι. 

Γιατί που είναι ντροπή σαν πω, δώσε στον Κύριο που πεινά, ντύσε τον που γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον που είναι ξένος; Ο Δεσπότης σου δεν ντρέπεται μπροστά σ όλη την οικουμένη να λέγει «επείνασα και ουκ δώκατέ μοι φαγείν» (Ματθ. 25, 42), ο ανενδεής, εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Και εγώ θα ντραπώ και θα διστάσω; Σε παρακαλώ, μακριά τέτοια πράγματα! Του διαβόλου είναι αυτή η ντροπή!

Δεν θα ντραπώ, λοιπόν. Αντίθετα μάλιστα και με παρρησία θα πω: δώστε σ' όσους έχουνανάγκη, και θα φωνάζω πιο δυνατά απ' αυτούς. Γιατί εάν κάποιος έχει στοιχεία και μπορεί να μας κατηγορήσει, ότι αυτά τα λέμε για να σας παρασύρουμε προς όφελός μας, και με τοπρόσχημα των φτωχών κερδίζουμε εμείς, τότε πράγματι αυτά δεν είναι μονάχα άξια ντροπής,αλλά και μυρίων κεραυνών, και ούτε αξίζει να ζουν όσοι κάνουν παρόμοια. 


Αλλά εάν, με τη χάρη του Θεού, καθόλου δεν σας ενοχλούμε για τον εαυτό μας και κηρύττουμε αδάπανο το ευαγγέλιο, χωρίς βέβαια να κοπιάζουμε όπως ο Παύλος, αρκούμενοι πάντως στα δικά μας, με όλο το θάρρος θα σας λέγω, δώστε στους φτωχούς! Και δεν θα σταματήσω να το λέγω, και όταν δεν δίνετε θα σας είμαι σκληρός κατήγορος! 


Από Αυτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων του
Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Αρχιμ. Χρυσόστομος Π. Αβαγιάνος, εκδ.Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1998. 

ΙΙ
Μην κάνεις οικονομία, για να κάνεις οικονομία! Ξόδεψε, για να κερδίσεις!
 
Το παρακάτω κείμενο ασφαλώς δεν απενοχοποιεί την κοινωνική αδικία, ενάντια στην οποία αγωνίστηκαν και ο Χρυσόστομος & οι άλλοι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού. Προσπαθεί όμως να δώσει μια τελευταία ευκαιρία σωτηρίας στους αμετανόητους, που αγαπούν το χρήμα περισσότερο απ' το Θεό και το συνάνθρωπο. Τέτοιοι μπορεί να είμαστε κι εμείς, άσχετα αν έχουμε λεφτά ή όχι - εδώ ωστόσο ο άγιος απευθύνεται στους πλούσιους, για να τους σώσει, όχι για να τους εκδικηθεί.

 

 
Όταν είπε· «Κάνετε φίλους για τον εαυτό σας», δε σταμάτησε μέχρις εδώ, αλλά πρόσθεσε· «από τον άδικο μαμωνά» (Λουκ. 16, 9 [μαμωνάς = ο πλούτος]), για να είναι δικό σου το κατόρθωμα. Και εδώ δεν εννοεί τίποτε άλλο, παρά την ελεημοσύνη. Το περίεργο είναι ότι δεν ομιλεί καθαρά για την περίπτωση, που δεν θα αδικήσουμε. Διότι λέει περίπου τα εξής: Απέκτησες άδικα κέρδη; Ξόδεψέ τα καλά. Συγκέντρωσες χρήματα από αδικίες; Σκόρπισέ τα δίκαια.
Τί αρετή, όμως, είναι αυτή, να δίνεις από τα άδικα κέρδη; Ο Θεός, που είναι φιλάνθρωπος, φθάνει και σε αυτό το σημείο της επιεικείας ακόμη. Κι αν κάνουμε έτσι, μας υπόσχεται πολλά αγαθά. Αλλ’ εμείς έχουμε σκληρυνθεί τόσο πολύ, ώστε να μην ελεούμε, ούτε και από τα άδικα κέρδη μας, αλλά ενώ αρπάζουμε πάρα πολλά, νομίζουμε ότι τα ξοφλήσαμε όλα, αν δώσουμε ένα μικρό μέρος.
Δεν άκουσες τον Παύλο, που λέει· «Αυτός που σπέρνει με φειδώ, με φειδώ και θα θερίσει;» (Β΄ Κορινθίους, 9, 6). Γιατί, λοιπόν, λυπάσαι να δώσεις; Μήπως είναι έξοδο; Μήπως είναι δαπάνη; Εισόδημα είναι και κερδοσκοπική ενέργεια. Και όπου έχουμε κερδοσκοπικές ενέργειες, εκεί έχουμε και περισσεύματα. Όπου έχουμε σπορά, εκεί έχουμε και συγκομιδή.
Εσύ, αν πρόκειται να σπείρεις γόνιμο και παχύ χωράφι, που μπορεί να φιλοξενήσει πολύ σπόρο, θα διέθετες όσα είχες και θα δανειζόσουν και από άλλους, γιατί θα έκρινες σαν ζημία στη περίπτωση αυτή την οικονομία. Όταν, όμως, πρόκειται να σπείρεις τον ουρανό, που δεν επηρεάζεται από τις ανώμαλες καιρικές συνθήκες, και που είναι σίγουρο ότι θα σου επιστρέψει πολύ περισσότερα από όσα θα σπείρεις, διστάζεις και οπισθοχωρείς και δε σκέπτεσαι ότι μπορεί να ζημιωθείς με την οικονομία και να κερδίσεις με τη σπατάλη!
Σκόρπισε, λοιπόν, για να μη ζημιωθείς. Μη κάνεις οικονομία, για να κάνεις οικονομία. Δώσε, για να κρατήσεις. Ξόδεψε, για να κερδίσεις. Και αν χρειαστείς να τα φυλάξεως, μη τα φυλάξεις εσύ. Διότι θα τα χάσεις, οπωσδήποτε. Να τα εμπιστευθείς στο Θεό. Διότι από εκείνον δεν θα τα κλέψει κανένας. Μη τα διαχειρίζεσαι εσύ. Διότι δε γνωρίζεις να κερδίζεις. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, που δίνει τόκο μεγαλύτερο από το κεφάλαιο. Δάνεισέ τα εκεί, που δεν υπάρχει φθόνος, ούτε κατηγορία, ούτε σκευωρία, ούτε φόβος. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, που δεν τα χρειάζεται και θα τα χρησιμοποιήσει για σένα. Σ’ εκείνον, που τρέφει όλους και πεινά, για να μην πεινάσεις εσύ. Σ’ εκείνον που ζητιανεύει, για να πλουτίσεις εσύ. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, από όπου δεν μπορεί να οδηγηθείς στο θάνατο, αλλά θα κερδίσεις τη ζωή, αντί για το θάνατο. Διότι, οι τόκοι αυτών των χρημάτων, θα σου χαρίσουν τη βασιλεία των ουρανών, ενώ οι άλλοι θα έχουν ως αποτέλεσμα την αιώνια κόλαση. Οι δεύτεροι είναι αποτέλεσμα φιλαργυρίας, οι πρώτοι σωστής εκτιμήσεως των πραγμάτων. Οι δεύτεροι απανθρωπιάς, οι πρώτοι φιλανθρωπίας.
Ποιά δικαιολογία θα έχουμε, λοιπόν, αν αγωνιζόμαστε για εκείνα τα ανήθικα και τιποτένια και πρόσκαιρα και αίτια μεγάλης πυρκαγιάς για τον εαυτό μας, ενώ μπορούμε να κερδίσουμε περισσότερα και χωρίς κινδύνους και στον κατάλληλο καιρό και με πολλή ελευθερία και χωρίς επικρίσεις και φόβους και κινδύνους;

(Αγ. Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλία στο Κατά Ματθαίον, Ε΄ ΕΠΕ 9,182-184.)

ΙΙΙ
Πλούτος και φτώχεια

Αν δεις κάποιον να γίνεται πλούσιος χωρίς να το αξίζει, μην τον καλοτυχίσεις, μην τον ζηλέψεις, μην τα βάλεις με τη θεία πρόνοια, μη νομίσεις ότι γίνεται τίποτα στον κόσμο τούτο τυχαία και άσκοπα. Θυμήσου την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. O πλούσιος είχε φτάσει στην κορύφωση του πλούτου και των απολαύσεων, ενώ συνάμα ήταν σκληρός και απάνθρωπος, πιο άγριος κι από τα σκυλιά. Τα σκυλιά σπλαχνίζονταν το Λάζαρο κι έγλειφαν τις πληγές, που σκέπαζαν το σώμα του, ενώ ο πλούσιος ούτε τα ψίχουλα του τραπεζιού του δεν έδινε στον φτωχό. Ο πλούσιος είχε περισσότερα απ’ όσα του χρειάζονταν. Ο Λάζαρος δεν είχε ούτε τα απόλυτα αναγκαία, ούτε την απαραίτητη καθημερινή του τροφή. Και μολονότι πάλευε συνέχεια με την πείνα και την αρρώστια, δεν αγανάκτησε, δεν βλαστήμησε το Θεό, δεν παραπονέθηκε ενάντια στη θεία πρόνοια ["Ν": μιλάει για την παραβολή του πλούσιου και του Λάζαρου, την οποία διηγήθηκε ο Χριστός & μπορείς να τη δεις εδώ].

Δεν είναι, λοιπόν, αδικαιολόγητο, ενώ είσαι απαλλαγμένος από τέτοιες συμφορές, να βλαστημάς το Θεό, όταν άλλοι άνθρωποι, που δοκιμάζονται σκληρά από διάφορα βάσανα, δοξάζουν τον Κύριο ακατάπαυστα; Στο κάτω-κάτω, όποιος υποφέρει, κι αν ξεστομίσει καμιά βαρειά κουβέντα πάνω στον πόνο του, είναι άξιος κάποιας συγγνώμης. Όποιος, όμως, χωρίς να υποφέρει, βλαστημάει το Θεό και χάνει την ψυχή του, ποιάς συγγνώμης είναι άξιος;

Για ποιό λόγο, άνθρωπέ μου, ο πλούτος σου φαίνεται σπουδαίο πράγμα;
Αναμφίβολα γιατί σου αρέσουν οι σπάταλες απολαύσεις, γιατί ευχαριστιέσαι όταν σε θαυμάζουν ή σε ζηλεύουν οι άλλοι, γιατί μπορείς με τα χρήματά σου να κάνεις κακό στους εχθρούς σου και, τέλος, γιατί όλοι σε φοβούνται για τη δύναμη που σου δίνει ο πλούτος. Ναι, γι' αυτές τις τέσσερις αιτίες κυνηγάς τα λεφτά, για την ηδονή, την κολακεία, την εκδίκηση και το φόβο. Αλλη αιτία δεν υπάρχει. Γιατί, συνήθως, ο πλούτος ούτε πιο σοφό κάνει τον άνθρωπο ούτε πιο συνετό ούτε πιο καλό ούτε πιο φιλάνθρωπο. Καμιάν αρετή δεν μπορεί να φυτέψει μέσα στην ψυχή μας ο πλούτος. Απεναντίας μάλιστα, αν βρει μερικές αρετές, τις ξεριζώνει, για να φυτέψει μέσα μας τις αντίστοιχες κακίες.

Σου φαίνεται, λοιπόν, ποθητός ο πλούτος και αξιοζήλευτος, επειδή καλλιεργεί τα χειρότερα ελαττώματα στην ψυχή μας, επειδή μεταβάλλει το θυμό σε πράξη, επειδή φουσκώνει τις σαπουνόφουσκες της δοξομανίας, επειδή ξεσηκώνει μέσα μας την αλαζονεία; Ακριβώς γι' αυτά πρέπει να τον αποφεύγεις, μη γυρίζοντας καν το κεφάλι για να τον κοιτάξεις. Αλλιώς, θα εγκαταστήσει στην καρδιά σου μερικά άγρια και φοβερά θηρία, που θα γίνουν αιτία να χάσεις κάθε τιμή. Παρουσιάζοντας, μάλιστα, την ατιμία σαν τιμή, κατορθώνει να σε εξαπατήσει, όπως οι άσχημες πόρνες, που με τα καλλυντικά και τα βαψίματα ομορφαίνουν τα πρόσωπά τους και ξεγελούν τους άντρες.

Εσύ, λοιπόν, ο πλούσιος, μην ξεγελιέσαι από τις κολακείες και τα χαμόγελα και τις περιποιήσεις των άλλων. Όλα αυτά σου τα κάνουν είτε από φόβο είτε από ιδιοτέλεια. Αν μπορούσες να εξετάσεις τα βάθη των καρδιών εκείνων που σε κολακεύουν, θα έβλεπες ότι από μέσα τους σε κατηγορούν, σε βρίζουν, σε μισούν περισσότερο κι από τους χειρότερους εχθρούς σου. Και αν κάποτε η κατάσταση μεταβληθεί, αν χάσεις τον πλούτο σου, τότε τα προσωπεία θα πέσουν. Τότε θα γίνει ό,τι και με τις πόρνες, όταν ξεβάφονται. Τότε θα δεις καθαρά τα αληθινά πρόσωπα εκείνων που πρωτύτερα σε καλόπιαναν. Τότε θα καταλάβεις ότι ένιωθαν για σένα όχι εκτίμηση αλλά περιφρόνηση, όχι θαυμασμό αλλά φθόνο, όχι αγάπη αλλά μίσος.

Όπως ο άνθρωπος είναι μηδαμινός, λιγόχρονος και θνητός, έτσι είναι και ο πλούτος. Ή μάλλον ο πλούτος είναι περισσότερο μηδαμινός. Γιατί πολύ συχνά δεν πεθαίνει μαζί με τον άνθρωπο, αλλά χάνεται πριν απ’ αυτόν. Ο καθένας σας γνωρίζει τόσα και τόσα παραδείγματα πλουσίων που κατάντησαν φτωχοί. Αυτοί εξακολουθούν να ζουν, μα η περιουσία τους χάθηκε. Και μακάρι να χανόταν μόνο η περιουσία, γιατί συνήθως παρασύρει στην απώλεια και τον κάτοχό της. Δεν θα είχε, λοιπόν, άδικο κανείς, αν αποκαλούσε τον πλούτο υπηρέτη αχάριστο, υπηρέτη δολοφόνο, που θανατώνει τον κύριό του.

Αυτά τα λέω και δεν θα πάψω να τα λέω, κι ας με κατηγορούν πολλοί. "Όλο με τους πλουσίους τα βάζεις", διαμαρτύρονται. Πράγματι, όχι όμως με όλους, αλλά μόνο μ' εκείνους που κάνουν κακή χρήση του πλούτου τους. Δεν χτυπάω τον πλούσιο, αλλά τον άρπαγα. Αλλο πλούσιος, άλλο άρπαγας. Να ξεχωρίζουμε τα πράγματα, για να μη δημιουργείται σύγχυση ή παρανόηση. Είσαι πλούσιος; Δεν σε εμποδίζω. Αρπάζεις; Σε αποδοκιμάζω. Έχεις τα κτήματά σου; Να τα χαίρεσαι. Παίρνεις τα ξένα; Δεν μπορώ να σωπάσω. Θέλεις να με πετροβολήσεις; Είμαι έτοιμος και το αίμα μου να χύσω, φτάνει να σε σταματήσω από την αμαρτία. Δεν νοιάζομαι για το μίσος, δεν τρομάζω από την πολεμική. Για ένα πράγμα μόνο νοιάζομαι, για την προκοπή εκείνων που με ακούνε.
Και οι φτωχοί και οι πλούσιοι παιδιά μου είναι. Όποιος θέλει, ας με πετροβολήσει. Όποιος θέλει, ας με μισεί. Όποιος θέλει, ας σχεδιάζει τη θανάτωσή μου. Οι επιβουλές εναντίον της ζωής μου είναι για μένα υποθήκες στεφανιών, οι πληγές είναι για μένα βραβεία. Δεν φοβάμαι την επιβουλή. Ένα πράγμα μόνο φοβάμαι: την αμαρτία. Ας μη βρεθεί κανείς να με ελέγξει για κάποιο αμάρτημα, κι ας με πολεμάει ο κόσμος όλος.

Προδότης, λοιπόν, είναι ο πλούτος, προδότης και δραπέτης και φονιάς. Εκεί που δεν το περιμένεις, σου φεύγει και σε εγκαταλείπει και σε καταστρέφει. Θέλεις να τον κρατήσεις πραγματικά; Μην τον κρύψεις, αλλά μοίρασέ τον στους φτωχούς. Θηρίο είναι ο πλούτος. Αν κρατιέται, φεύγει. Αν σκορπίζεται, μένει.

"Πού είναι ο πλούτος σας;", θα ρωτούσα εκείνους που τον είχαν και τον έχασαν. Και θα τους ρωτούσα, όχι για να τους χλευάσω -ποτέ τέτοιο πράγμα!- ούτε για να ξύσω πληγές, αλλά για να κάνω λιμάνι της σωτηρίας σας το δικό τους ναυάγιο. Για να αντιληφθείτε, ότι αυτός που σήμερα είναι πλούσιος, αύριο καταντάει φτωχός. Γι' αυτό πολλές φορές γέλασα, όταν διάβασα διαθήκες, που έγραφαν: «Ο τάδε να έχει την κυριότητα των αγρών ή του σπιτιού, τη χρήση όμως να την έχει άλλος». Μα όλοι τη χρήση έχουμε, κανείς δεν έχει την κυριότητα. Ακόμα κι αν μείνουμε πλούσιοι σ' ολόκληρη τη ζωή μας, όταν πεθάνουμε, θέλουμε δεν θέλουμε, θα παραχωρήσουμε τον πλούτο μας σε άλλους. Γυμνοί φεύγουμε για την άλλη ζωή, αφού για μερικά χρόνια ήμασταν μόνο χρήστες, όχι και κύριοι του πλούτου.

Ξέρετε ποιοί έχουν στην πραγματικότητα την κυριότητα του πλούτου; Όσοι περιφρονούν τη χρήση του και περιγελούν τις απολαύσεις. Όσοι σκορπάνε τα λεφτά τους και τα μοιράζουν στους φτωχούς, κάνουν καλή χρήση τους και φεύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο αληθινά πλούσιοι, πλούσιοι σε καλά έργα και αγάπη και χάρη Θεού.

Μα γιατί, τέλος πάντων, θεωρείς τον πλούτο αξιοζήλευτο; Γιατί καλοτυχίζεις όσους έχουν πολλά χρήματα; Ποιά είναι η διαφορά του πλούσιου από τον φτωχό; Ανθρωποι δεν είναι και οι δύο; Θα σου αποδείξω, μάλιστα, ότι ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου, έτσι ώστε ούτε ο πλούσιος μπορεί να ζήσει δίχως τον φτωχό ούτε ο φτωχός δίχως τον πλούσιο. Ο Θεός οικονόμησε σοφά αυτή την αλληλεξάρτηση, για να υπάρχει αμοιβαία αγάπη και συμπαράσταση, κοινωνική συνοχή και ευταξία. Πρέπει, μάλιστα, να τονίσω, ότι οι πλούσιοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη των φτωχών παρά οι φτωχοί των πλουσίων. Και για να το καταλάβεις, σου λέω ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι χτίζονται δύο πόλεις, και με νόμο ορίζεται ότι στη μία θα κατοικούν μόνο πλούσιοι, ενώ στην άλλη μόνο φτωχοί. Αν στην πόλη των πλουσίων δεν υπάρχει ούτε ένας φτωχός και στην πόλη των φτωχών ούτε ένας πλούσιος, ας δούμε ποια θα μπορέσει να ικανοποιήσει καλύτερα τις ανάγκες της. Σκόρπισέ τον, για να μείνει. Μην τον κρύψεις, για να μη σου φύγει.

Στη πόλη, λοιπόν, των πλουσίων δεν θα υπάρχει τεχνίτης, ούτε χτίστης ούτε μαραγκός ούτε τσαγκάρης ούτε φούρναρης ούτε γεωργός ούτε σιδεράς ούτε άλλος κανένας. Γιατί ποιός πλούσιος θα καταδεχόταν να ασκήσει κάποιο απ' αυτά τα επαγγέλματα, τη στιγμή που και όσοι τα ασκούν, όταν πλουτίσουν, τα εγκαταλείπουν; Έτσι, όμως, πώς θα μπορέσει να συντηρηθεί η πόλη; Δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά να καταργηθεί ο νόμος, που θέσαμε στην αρχή, και να κληθούν τεχνίτες, για ν' αντιμετωπίσουν τις πρακτικές ανάγκες.
Ας δούμε τώρα και την πόλη των φτωχών. Αν, όπως ορίσαμε, δεν έχει κανένα πλούσιο κάτοικο αλλά και κανένα πλούτο, ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι ούτε πολύτιμα πετράδια ούτε πορφυρά και χρυσοΰφαντα ενδύματα, ποιά γνώμη έχεις; Κάτω από τέτοιες συνθήκες, θα είναι δύσκολη η ζωή της πόλης; Καθόλου. Γιατί, αν χρειαστεί να χτίσουν σπίτια ή να κατεργαστούν το σίδερο ή να υφάνουν ρούχα, δεν χρειάζονται χρυσάφι και ασήμι και μαργαριτάρια, αλλά τέχνη και χέρια. Και αν πρέπει να σκάψουμε και να καλλιεργήσουμε τη γη, πλούσιοι ή φτωχοί μας χρειάζονται; Οπωσδήποτε φτωχοί. Πού θα χρειαστούμε, λοιπόν, τους πλουσίους, εκτός κι αν αποφασίσουμε να κατεδαφίσουμε την πόλη;

Αχρηστοι είναι οι πλούσιοι, ναι, άχρηστοι, εκτός κι αν είναι ελεήμονες και φιλάνθρωποι. Μα, δυστυχώς, λίγοι πλούσιοι, πολύ λίγοι ξεχωρίζουν για τη φιλανθρωπία τους. Οι περισσότεροι είναι βουτηγμένοι στη φιλαυτία, την ασπλαχνία, την αμαρτία. Γι' αυτό μην τους ζηλεύεις. Εσύ να σκέφτεσαι τον Πέτρο και τον Παύλο, να σκέφτεσαι τον Ιωάννη και τον Ηλία, να σκέφτεσαι τον ίδιο το Χριστό, ο οποίος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι Του. Μιμήσου τη φτώχεια Εκείνου και των αγίων Του, που ήταν στερημένοι από τα υλικά αγαθά, είχαν όμως αμύθητα πνευματικά πλούτη. Να θυμάσαι πάντα και τη διακήρυξη του Κυρίου, που βεβαίωσε πως είναι πολύ δύσκολο να σωθεί πλούσιος: «Όσοι έχουν χρήματα, πολύ δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού. Πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα μέσ' από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού» (Λουκ. 18:24-25). 
Δίπλα σ' αυτή τη θεϊκή διακήρυξη βάλε, αν θέλεις, όλο το χρυσάφι της γης, και θα δεις ότι δεν αντισταθμίζει τη ζημιά, που θα σου προξενήσει η κατοχή του. Ακόμα, δηλαδή, κι αν είχες δικές σου την ξηρά και τη θάλασσα, τις χώρες και τις πολιτείες της οικουμένης, αν δούλευε για σένα η ανθρωπότητα, αν έδιναν για χάρη σου οι πηγές χρυσάφι αντί για νερό, και τότε θα έλεγα πως δεν αξίζεις ούτε τρεις δεκάρες, αφού θα έχανες τη βασιλεία των ουρανών.

Πες μου, αν ο βασιλιάς σε καλούσε στα ανάκτορα και σ' έβαζε να καθήσεις δίπλα στο θρόνο του και σου μιλούσε τιμητικά μπροστά σε όλους τους αυλικούς και σε κρατούσε στο τραπέζι του, για να γευθείς τα βασιλικά φαγητά, δεν θα θεωρούσες τον εαυτό σου ως τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο;  Τώρα, λοιπόν, που πρόκειται ν' ανέβεις στον ουρανό και να σταθείς κοντά στο Βασιλιά του σύμπαντος και να λάμπεις όπως οι άγγελοι και να συμμετέχεις στην απρόσιτη θεία δόξα, διστάζεις να περιφρονήσεις τα χρήματα, ενώ θα έπρεπε να πετάς από χαρά, ακόμα κι αν χρειαζόταν να θυσιάσεις τη ζωή σου για το σκοπό αυτό; 
Για ν' αναρριχηθείς σε κάποιο πρόσκαιρο δημόσιο αξίωμα, που θα σου δώσει την ευκαιρία να κλέψεις, χρησιμοποιείς κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο. Και τώρα, που μπροστά σου βρίσκεται η αιώνια βασιλεία των ουρανών, που τίποτα δεν πρόκειται να την καταργήσει, αδιαφορείς και κάθεσαι μ' ανοιχτό το στόμα μπροστά στα χρήματα;
Αλίμονο, πόση είναι η αναισθησία μας! Τέτοια αγαθά προσδοκάμε, και στα πράγματα της γης είμαστε κολλημένοι! Δεν αντιλαμβανόμαστε την πανουργία του διαβόλου, που μας δίνει τα μικρά και μας παίρνει τα μεγάλα. Μας προσφέρει λάσπη και μας αρπάζει τον ουρανό. Μας παρασύρει στη σκιά και μας απομακρύνει από το φως. Μας τραβάει στην απάτη και μας στερεί την αλήθεια. Μας ξεγελάει με όνειρα -γιατί όνειρο είναι ο πλούτος του κόσμου τούτου- και μας καταντάει, όταν έρχεται η ώρα του θανάτου μας, φτωχότερους κι από τους πιο φτωχούς. Γιατί τότε δεν παίρνει μαζί του ο άνθρωπος τίποτ' άλλο πέρα από την αρετή του και τα καλά του έργα.
Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι μεγάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρησία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότερος απ’ όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά. Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστόλων:

Οι απόστολοι Πέτρος (με τα γένια) και Ιωάννης (από εδώ)

Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγόταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημοσύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοίταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ’ αυτούς. Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). 

«Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέτρος. Ποιά λόγια είναι σεμνότερα απ’ αυτά; Τί μακαριότητα και τί πλούτο κρύβουν μέσα τους! Αλλοι καμαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώχεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου΄ και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα. Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ’ όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται. Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.
Ξόδεψε, λοιπόν, τα χρήματά σου, για να έχεις τα πάντα δικά σου. Όπως εκείνος που ελέγχεται από τη συνείδησή του για τη διάπραξη παρανομιών, είναι ταλαίπωρος, έτσι κι εκείνος που έχει καθαρή τη συνείδησή του, ακόμα κι αν φοράει κουρέλια ή παλεύει με την πείνα, είναι πιο εύθυμος απ’ αυτούς που ξεφαντώνουν.
 
Τα χρήματα τα έχεις για ν' ανακουφίζεις από τη φτώχεια, όχι για να διαπραγματεύεσαι με τη φτώχεια. Εσύ, όμως, δανείζοντας χρήματα με τόκο στον φτωχό συνάνθρωπό σου, του ετοιμάζεις μεγαλύτερη συμφορά.Κάνε αυτή τη συναλλαγή, δεν σε εμποδίζω, αλλά για τη βασιλεία των ουρανών. Ως αντάλλαγμα της βοήθειας, που προσφέρεις, μην πάρεις τόκο, αλλά την αιώνια ζωή. Γιατί γίνεσαι μικρολόγος και χάνεις κάτι τόσο μεγάλο για λίγα χρήματα, που χάνονται; Γιατί αφήνεις το Θεό και επιδιώκεις το κέρδος; Γιατί παραβλέπεις τον πλούσιο Κύριο και κυνηγάς τον φτωχό άνθρωπο; Ο Κύριος θα σου ανταποδώσει κάθε ευεργεσία που κάνεις, ενώ ο άνθρωπος στενοχωριέται, όταν επιστρέφει ό,τι του δάνεισες. Αυτός δύσκολα σου δίνει και το ένα εκατοστό από τα δανεικά, ενώ Εκείνος εκατονταπλάσια σου ανταποδίδει και την αθανασία σου χαρίζει. Αυτός σου δίνει τα δανεικά με βαρυγγώμια και βρισιές, ενώ Εκείνος σου ανταποδίδει τις αγαθοεργίες με επαίνους και εγκώμια. Αυτός νιώθει για σένα μίσος, ενώ Εκείνος σου ετοιμάζει με αγάπη στεφάνια δόξας. Αυτός απρόθυμα σου δίνει σ' αυτή τη ζωή ό,τι σου χρωστάει, ενώΕκείνος πρόθυμα σου δίνει και σ' αυτή τη ζωή και στην άλλη όσα δεν σου χρωστάει.

Τί πιο ανόητο, λοιπόν, από το να μη γνωρίζεις πως θ' αποκτήσεις το μεγαλύτερο κέρδος; Γιατί τα χρήματα πρέπει να τ' αποκτάει κανείς σαν πραγματικός κύριος και όχι σαν δούλος τους. Κανείς δεν είναι πιο άμυαλος από το δούλο των χρημάτων. Νομίζει ότι τα εξουσιάζει, ενώ εκείνα τον εξουσιάζουν. Ενώ στην πραγματικότητα έχει σκλαβώσει τον εαυτό του, ικανοποιείται σαν να είναι αφέντης. Ενώ βλέπει έναν λυσσασμένο σκύλο να ορμάει εναντίον της ψυχής του, αντί να τον δέσει και να τον λιώσει από την πείνα, του δίνει όλο και περισσότερη τροφή, για να γίνει πιο φοβερός και να του επιτεθεί με μεγαλύτερη ορμή.

Μη νομίζεις ότι, με το ν' αποκτήσεις πολλά, αποκτάς και αληθινή ηδονή. Ηδονή και ευχαρίστηση και ηρεμία έχεις με το να μη θέλεις να πλουτίζεις. Αν κυνηγάς τον πλούτο, ποτέ δεν θα πάψεις να βασανίζεσαι. Γιατί η επιθυμία του πλούτου είναι έρωτας ανικανοποίητος. Όσο μακρύτερο δρόμο διανύσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από τον τελικό σκοπό σου. Όσο περισσότερα χρήματα επιθυμείς, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αγωνία σου.
Ο φτωχός δεν λαχταράει τόσο τα αναγκαία, όσο ο πλούσιος τα περιττά. Ο φτωχός δεν έχει τόση ικανότητα στην τίμια δουλειά, όση ο πλούσιος στην απάτη και το παράνομο κέρδος. Αφού, λοιπόν, και θέλει και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, είναι φανερό ότι θα ζητάει όλο και περισσότερα.

Ο Θεός σ' έκανε πλούσιο για να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη, για να βρεις τη συγχώρηση των αμαρτημάτων σου με τη φιλανθρωπία. Δεν σου έδωσε χρήματα για να τα φυλάς και να καταστραφείς, αλλά για να τα μοιράζεις και να σωθείςΓι' αυτό το λόγο έκανε και τον πλούτο αβέβαιο, πρόσκαιρο, ασταθή, για να ελαττώσει τη μανία σου για χρήματα. Αν, λοιπόν, τώρα, που η διατήρηση του πλούτου είναι αβέβαιη, αλλά και γεμάτη κινδύνους, επιβουλές και φόβους, τόσο λυσσασμένα τον λαχταράς, πόσα και πόσα εγκλήματα δεν θα έκανες αδίσταχτα, αν είχες τη βεβαιότητα ότι θα τον διατηρούσες! 

Πες μου, ποιός ήταν φτωχότερος από τον προφήτη Ηλία; Και όμως, μέσα σε τέτοια φτώχεια, ήταν ανώτερος και μακαριότερος απ’ όλους τους πλουσίους. Γιατί η πλούσια καρδιά του θεωρούσε πως όλου του κόσμου τα χρήματα δεν αξίζουν τίποτα, αν συγκριθούν με τη ζωή κοντά στο Θεό. Αν θεωρούσε σπουδαία τα πράγματα του κόσμου τούτου, δεν θα είχε μόνο μια μηλωτή [παλτό από μαλλιά προβάτου]. Τόσο περιφρονούσε, όμως, καθετί υλικό, σαν μάταιο, ώστε και το χρυσάφι το έβλεπε σαν λάσπη. Και να, ο πλούσιος βασιλιάς Αχαάβ άκουγε με ανοιχτό το στόμα τα θεία λόγια του φτωχού προφήτη. Τόσο ανώτερη, τόσο λαμπρότερη, τόσο πολυτιμότερη από τη βασιλική πορφύρα ήταν η μηλωτή και από τα ανάκτορα η σπηλιά, όπου έμενε ο δίκαιος Ηλίας. Γι' αυτόν το λόγο, όταν ανέβαινε με το πύρινο άρμα στον ουρανό, τίποτ' άλλο δεν άφησε στο μαθητή του Ελισαίο παρά μόνο αυτή τη μηλωτή. "Μ' αυτήν", του είπε, "πάλεψα ενάντια στο διάβολο. Πάρε την κι εσύ, λοιπόν, και κάνε το ίδιο. Γιατί η ακτημοσύνη είναι όπλο ισχυρό, ακαταγώνιστο". Και ο Ελισαίος δέχτηκε τη μηλωτή σαν την πιο μεγάλη κληρονομιά. Πράγματι, άξιζε περισσότερο απ’ όλο το χρυσάφι της γης. Μ' εκείνη τη μηλωτή έγινε διπλός Ηλίας, προφήτης και θαυματουργός.

Γνωρίζω πως καλοτυχίζετε τον δίκαιο Ελισαίο. Ο καθένας σας θα ήθελε να είναι στη θέση του. Τι θα κάνετε, όμως, όταν σας αποδείξω πως όλοι πήραμε κάτι άλλο, ασύγκριτα πολυτιμότερο απ’ αυτό που πήρε εκείνος; Ο Ηλίας, δηλαδή, ανεβαίνοντας στον ουρανό, άφησε στο μαθητή του τη μηλωτή του. Και ο Υιός του Θεού, ανεβαίνοντας στον ουρανό, άφησε σ' εμάς τη Σάρκα Του.

Όταν, λοιπόν, χάνουμε περιουσίες και χρήματα, να μην ταραζόμαστε, αλλά να λέμε: "Ας είναι δοξασμένος ο Θεός, και θα βρούμε πλούτο πολύ μεγαλύτερο". Όσο θα ωφεληθούμε μ' αυτόν μόνο το λόγο, δεν θα ωφεληθούμε ούτε αν ξοδεύουμε ό,τι έχουμε σε αγαθοεργίες, ούτε αν γυρίζουμε παντού αναζητώντας φτωχούς, για να τους βοηθήσουμε, ούτε αν σκορπάμε τα λεφτά μας για να προσφέρουμε φαγητό στους πεινασμένους. Γι' αυτόν το λόγο δεν θαυμάζω τόσο τον Ιώβ, επειδή είχε το σπίτι του ανοιχτό σ' εκείνους που χρειάζονταν βοήθεια, όσο γιατί με ευχαριστία και δοξολογία του Θεού σήκωσε την απώλεια των αγαθών του. Όποιος μπορέσει, όταν δοκιμάσει συμφορά, να πει ειλικρινά και αγόγγυστα ό,τι είπε ο Ιώβ, «Ο Κύριος μου έδωσε όσα είχα, ο Κύριος μου τα πήρε» (Ιώβ 1:21), μόνο για το λόγο τούτο θα ανακηρυχθεί δίκαιος μαζί με τον Ιώβ και θα σταθεί ένδοξος κοντά στον Αβραάμ. 

Όταν ο διάβολος αρπάζει τον πλούτο σου μ' οποιονδήποτε τρόπο κι εσύ δοξολογείς τον Κύριο, πληγώνεις διπλά τον εχθρό, αφενός γιατί δεν λυπήθηκες για όσα έχασες, και αφετέρου γιατί δέχεσαι ακόμα και τη δυστυχία ευχαριστώντας το Θεό. Ο διάβολος, αν δει ότι στενοχωριέσαι για την απώλεια των χρημάτων και τα βάζεις με το Θεό, ποτέ δεν θα πάψει να σου προξενεί παρόμοιους πειρασμούς. Αν, όμως, σε δει να αντιμετωπίζεις και τη μεγαλύτερη ακόμα καταστροφή με ιώβεια υπομονή και μακροθυμία, θα σταματήσει να σε πολεμάει, για να μη σου εξασφαλίσει, χωρίς να το θέλει, λαμπρότερα στεφάνια. Και ο μεν Ιώβ, χάρη στη θεάρεστη στάση του, πήρε πίσω διπλά εκείνα που είχε χάσει. Εσύ, όμως, όχι μόνο διπλά και τριπλά, μα εκατονταπλάσια θα τα πάρεις όλα, αν υπομείνεις με πνευματική γενναιότητα τις συμφορές, και, το σπουδαιότερο, θα κληρονομήσεις την αιώνια ζωή, την οποία εύχομαι ν' απολαύσουμε όλοι μας, με τη χάρη του Κυρίου.

(Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 182-195).

ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας,
Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου
Τό πιό συγκλονιστικό γεγονός στήν ἀνθρώπινη ζωή εἶναι ὁ θάνατος. Πολλές εἶναι οἱ ἀπορίες τῶν πιστῶν, ἀλλά καί τῶν πλέον ἀδιαφόρων, γιά τό νόημά του, καθώς καί γιά τήν στάση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντί του. Ἡ προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «μή λυπῆσθε καθώς καί οἱ λοιποί οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα» (Α’ Θεσ. 4, 13), μᾶς ὑποδεικνύει τήν διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως καί αὐτός ἐπατήθη ἀπό τόν Κύριό μας κατά τήν Ἀνάστασή Του. Γι’ αὐτό καί στόν κατηχητικό λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τόν ὁποῖο διαβάζουμε κατά τήν Πασχάλια Θεία Λειτουργία, ἀναφωνοῦμε: «Ποῦ σου θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, Ἄδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι... Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος».

Τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἐλπίδα ὅλων μας. Ἡ σχέση μαζί Του ἀπό αὐτήν τήν ζωή τήν πρόσκαιρη καί μάταιη, μᾶς δίδει τό εἰσιτήριο γιά τήν αἰώνια κοινωνία μ’ Αὐτόν, δηλαδή γιά τόν Παράδεισο. Καί αὐτή ἡ κονωνία ἐπιτυγχάνεται μέ τήν συμμετοχή μας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη ὅμως καί γι’ αὐτούς πού ἔχουν φύγει ἀπό τόν κόσμο, ἡ ὀρθόδοξη παράδοσή μας δηλώνει αὐτή τήν κοινωνία μέ τήν ὕπαρξη καί τήρηση  νενομισμένων συνηθειῶν γιά τούς κεκοιμημένους.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὁρίσει δύο φορές τό χρόνο, τό Σάββατο πρό τῶν Ἀπόκρεω καί τό Σάββατο πρό τῆς Πεντηκοστῆς, νά τελοῦνται τά μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων. Γι’ αὐτό καί τά Σάββατα αὐτά ὀνομάζονταιΨυχοσάββατα. Κατ’ αὐτά τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καί στό τέλος τό μνημόσυνο ὑπέρ ἀναπαύσεως ὅλων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, τῶν κεκοιμημένων ψυχῶν ὅσων ἔφυγαν ἀπό αὐτόν τόν κόσμο κατά τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας. Τά μνημόσυνα συνδυάζονται μέ τήν προσφορά τῶν κολύβων.
Μία μεγάλη μορφή τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως, ὁ Ἅγιος Συμεών Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, λέει χαρακτηριστικά περί τῶν κολύβων, τοῦ βρασμένου δηλαδή σιταριοῦ πού φέρνουμε στό ναό γιά τήν ἀνάπαυση τῶν κεκοιμημένων:
«Τά κόλυβα δηλώνουν ὅτι καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι σπέρμα καί καρπός τῆς γῆς, καί ὅτι ὅταν πεθάνει, μοιάζει μέ τόν κόκκο τοῦ σίτου, πού σπέρνεται στή γῆ καί πάλι μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ θά ἀναστηθεῖ. Τώρα εἶναι φθαρτός. Ὅταν θά γίνει ὅμως ἡ Δευτέρα  Παρουσία,  τότε τέλειος θά προσφερθεῖ στό Χριστό, χωρίς φθορά καί θάνατο» (Ἁγίου Συμεών Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Ἅπαντα, Κεφάλαιον ΙΓ’ «περί τῶν προσφερομένων Κολύβων ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων»).
Καί εἶναι αὐτή ἡ συνήθεια καθαγιασμένη ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Θεία Λειτουργία, σέ συνδυασμό μέ τήν προσφορά κολύβων, ἀποτελοῦν τούς δύο κατεξοχήν τρόπους ἀναμνήσεως τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας. Ἄν μάλιστα, προσθέσουμε καί τήν ἐλεημοσύνη σέ ἀναξιοπαθοῦντες ἀδελφούς μας, τότε ἐπιτελοῦμε τό χρέος μας ἔναντι τῶν συγγενῶν καί φίλων μας πού ἔφυγαν ἀπό αὐτόν τόν κόσμο καί τηροῦμε τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας:  «Ἐπείνασα, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καί συνηγάγετέ με, γυμνός, καί περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῆ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25, 35-36).
Τά τελευταῖα χρόνια, ὡς μή ὄφειλε, ἔχουμε παραθεωρήσει τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἴτε δέν λειτουργούμαστε τήν ἡμέρα τῶν Ψυχοσαββάτων, ἀδιαφορώντας γιά τήν προσευχή ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μας, εἴτε δέν φροντίζουμε γιά τήν προετοιμασία τῶν κολύβων καί τήν προσφορά τους γιά τίς ψυχές στόν ναό τῆς Ἐνορίας μας, εἴτε, ἀκόμη χειρότερα, ἔχουμε ἀντικαταστήσει τά κόλυβα μέ κουλουράκια ἤ ἄλλα γλυκά, τά ὁποῖα μάλιστα, μέ ἐπιμονή ζητοῦμε ἀπό τόν ἱερέα νά εὐλογήσει. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ἐνῶ αὐτά τά δύο Σάββατα εἶναι καί οἱ κατεξοχήν ἡμέρες τῆς ἐλεημοσύνης, ὑπέρ τῆς ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας, ἐμεῖς τό ἀγνοοῦμε.
Ἡ ἐκκοσμικευμένη ἐποχή μας βεβαίως, ἔχει παραθεωρήσει καί ἄλλα νενομισμένα ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἔθιμα ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας. Καί ὀφείλουμε ὅλοι, τουλάχιστον ὅσοι ἐκκλησιαζόμεθα καί ἀγωνιζόμεθα πνευματικῶς, νά τά ὑπενθυμίσουμε στούς ἑαυτούς μας καί στούς οἰκείους καί φίλους μας καί νά κατανοήσουμε τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο γίνονται. Αὐτά εἶναι τά μνημόσυνα ἐν γένει, ὅταν κάποιος ἀδελφός μας φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό. 
Λέει λοιπόν καί πάλι ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης:
«Ὅταν κοιμηθεῖ κάποιος ἀδελφός μας, ὀφείλουμε νά τόν μνημονεύουμε τελώντας τήν ἐκκλησιαστική ἀκολουθία. Τήν τρίτη ἡμέρα, διότι διά τῆς Ἁγίας Τριάδος ὁ ἄνθρωπος ἔλαβε τήν ὕπαρξη καί δι’ Αὐτῆς θά λάβει τό ἀρχαῖον κάλλος. Τήν ἐνάτη ἡμέρα γιά νά συγκαταταχθεῖ τό πνεῦμα του ὡς ἄυλο μέ τά Ἅγια Πνεύματα τῶν Ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐννέα τάγματα βρίσκονται στόν οὐρανό. Τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα, γιά νά θυμηθοῦμε τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας, ἡ ὁποία ἔγινε σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάστασή Του. Ἔτσι, δι’ αὐτῆς  τῆς μνημονεύσεως θά ζητήσουμε ἀπό τόν Τριαδικό Θεό νά δεχθεῖ στόν οὐρανό τόν κεκοιμημένο ἄνθρωπο, προσευχόμενοι γιά τήν ἀνάληψη τοῦ πνεύματός του καί γιά τήν συνάντησή του μέ τόν Κριτή Κύριό μας. Ἀλλά καί τόν τρίτο μῆνα, καί τόν ἕκτο καί τόν ἔνατο μῆνα ἀπό τήν ἐκδημία τοῦ ἀδελφοῦ μας ὀφείλουμε νά τελοῦμε μνημόσυνα γιά τήν ἀνάπαυσή του, ἐνθυμούμενοι τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Ἁγία Τριάδα. Καί μέ τήν συμπλήρωση χρόνου γίνεται τό μνημόσυνο τοῦ κεκοιμημένου, πρός δήλωσιν ὅτι ζεῖ καί εἶναι ἀθάνατος κατά τήν ψυχή καί ὅτι θά ἀναστηθεῖ καί ὡς πρός τό σῶμα του, ὅταν ὁ Πλάστης μας θελήσει νά μᾶς ἀναστήσει...Μέ τίς νενομισμένες προσευχές γιά τούς κεκοιμημένους, μέ τίς θεῖες λειτουργίες καί μέ τίς ἐλεημοσύνες στούς φτωχούς βοηθοῦμε τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας καί τούς θυμόμαστε». (Ἁγίου Συμεών Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης,Ἅπαντα, Κεφάλαια ΙΔ’ καί ΙΕ’ «διά τί τά τρίτα, ἔννατα καί τεσσαρακοστά καί  τά λοιπά μνημόσυνα διά τούς τεθνεῶτας καί διά τί κατ’  ἔθος μνημονεύομεν»).
Στήν ἐκκοσμικευμένη ἐποχή μας ἄς προσπαθήσουμε νά ξαναγευθοῦμε τά νάματα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας καί ἄς προσευχόμαστε στόν Τριαδικό Θεό νά ἀναπαύει τούς προσφιλεῖς κεκοιμημένους μας. Ἄς δείξουμε τήν ἀγάπη μας πρός αὐτούς, ἰδίως κατά τά Ψυχοσάββατα, ἀλλά καί κατά τά μνημόσυνα, μέ τήν πνευματική προετοιμασία μας γιά τήν συμμετοχή μας στή Θεία Κοινωνία, μέ τήν νηστεία, τήν ἐξομολόγηση, τήν προσευχή καί τήν ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς. Καί ἄς ἔχουμε πάντοτε κατά νοῦν ὅτι ὁ θάνατος δέν ἔχει δύναμη στόν χριστιανό. Ὅτι ἡ σχέση μας μέ τόν Κύριο ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῆς πίστεώς μας καί ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή. 

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΑΜΦΙΛΟΥ


Τῌ ΙΣΤ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Παμφίλου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
Τῇ ΙΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, Παμφίλου, 
Οὐάλεντος, Παύλου, Σελεύκου, Πορφυρίου, Ἰουλιανοῦ, Θεοδούλου, 
Ἠλία, Ἱερεμίου, Ἡσαϊου, Σαμουήλ καὶ Δανιήλ.

Ὑπὲρ τὸ πᾶν σε Πάμφιλος φιλῶν Λόγε,
Καὶ τὴν τομὴν ἡγεῖτο τῆς κάρας φίλην.
Παῦλον Σέλευκος, καὶ Σέλευκον Οὐάλης,
Βλέπων τομῇ χαίροντα, τὴν τομὴν φέρει.
Ἥλαντο πρὸς πῦρ Μάρτυρες θεῖοι δύο,
Θείου πόθου πῦρ ἓν τρέφοντες οἱ δύο.
Σταυροῦσι δοῦλοι τῆς πλάνης ἐπὶ ξύλου,
Καὶ Θεόδουλον, δοῦλοι Ἐσταυρωμένου.
Κλῆσεις Προφητῶν καὶ τελευτὰς Μαρτύρων,
Αὐχοῦσι πέντε μάρτυρες τετμημένοι.
Ἕκτῃ καὶ δεκάταῃ ξίφους τάμε Πάμφιλον ἀκμή.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων τῶν ἐν Μαρτυροπόλει,
 καὶ τοῦ Ὁσίου Μαρουθᾶ, τοῦ ἀνεγείραντος τὴν πόλιν ἐπ' ὀνόματι τῶν Μαρτύρων.

Ἡ κλῆσις ἔργον μαρτυρωνύμῳ πόλει,
Πολλῶν ἐν αὐτῇ μαρτυρησάντων ξίφει.
Στέρξας Μαρουθᾶς τὸν Θεὸν σφόδρα σφόδρα,
Θεῷ παραστάς, τέρπεται σφόδρα σφόδρα.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Φλαβιανοῦ.

Ζωῆς ματαίας ἐκπεραιώσας χρόνον,
Ζῇ Φλαβιανὸς εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Φλαβιανοῦ,
 Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...