Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2012

Άγιος Κωνσταντίνος ο Μάρτυρας, βασιλέας των Σκώτων


Βιογραφία
Ο Άγιος Κωνσταντίνος έζησε κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Λέγεται ότι ήταν Βρετανός βασιλέας, ο οποίος μετά τον θάνατο της συζύγου του παραιτήθηκε από τον θρόνο υπέρ του υιού αυτού και έγινε μοναχός στη μονή του Αγίου Δαβίδ, προστάτη της Ουαλίας. Συνεργάσθηκε με τον Άγιο Κολούμπα (τιμάται 9 Ιουνίου) για την διάδοση του Ευαγγελίου στους Πίκτες της Σκωτίας, ίδρυσε μονή και μαρτύρησε από τους ειδωλολάτρες το 576 μ.Χ.

Άγιος Μάξιμος Πατριάρχης Ιεροσολύμων



Βιογραφία
Ο Άγιος Μάξιμος έγινε Πατριάρχης Ιεροσολύμων το 333 μ.Χ. και διαδέχθηκε στον θρόνο τον Πατριάρχη Μακάριο (314 - 333 μ.Χ.). Τα προηγούμενα χρόνια, επί αυτοκράτορα Μαξιμίνου (307 - 313 μ.Χ.), όταν οι Χριστιανοί εδιώκοντο, είχε καταδικασθεί στα μεταλλεία, όπου του έβγαλαν τον δεξιό οφθαλμό και του ακρωτηρίασαν το αριστερό πόδι. Το 335 μ.Χ. συμμετείχε στη Σύνοδο της Τύρου, αλλά δεν υπέγραψε την καταδίκη του Μεγάλου Αθανασίου, το δε 349 μ.Χ. υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά τον Μέγα Αθανάσιο που επέστρεψε από την εξορία.

Ο Άγιος Μάξιμος κοιμήθηκε με ειρήνη το 350 μ.Χ.

Συναξαριστής 9 Μαίου 2012


Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας

 


«Εὐαγγελικὸς προφήτης» ὀνομάστηκε ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ βιβλίο τῶν προφητειῶν του, «κατὰ Ἡσαΐαν Εὐαγγέλιον», διότι μὲ καταπληκτικὴ ἀκρίβεια προφητεύει τὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τὰ πάθη Του καὶ τὴν θριαμβευτικὴ αἰώνια βασιλεία Του. Εἶναι ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν τεσσάρων μεγάλων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Γεννήθηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ τὸ 774 καὶ πέθανε τὸ 690 π.Χ. Πατέρας του ἦταν ὁ Ἀμώς. Προφήτευσε ὅταν βασιλεῖς ἦταν οἱ Ὀζίας, Ἰωάθαμ, Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίας. Ὁ Ἡσαΐας, ἐκτὸς ἀπὸ προφητεῖες, ἀναφέρει καὶ περὶ μετανοίας: «Ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ ἐν τῷ εὑρίσκειν αὐτὸν ἐπικαλέσασθε ἤνικα δ᾿ ἂν ἐγγίζῃ ἡμῖν, ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς αὐτοῦ καὶ ἐπιστραφήτω ἐπὶ Κύριον, καὶ ἐλεηθήσεται, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἀφήσει τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν». Δηλαδή, ἀναζητῆστε τὸν Κύριό με προθυμία, καὶ ὅταν τὸν βρεῖτε, ἐπικαλεσθεῖτε μὲ πίστη τὴν βοήθειά του. Ὅταν δὲ ὁ Κύριος σᾶς πλησιάζει, ὁ ἀσεβὴς ἂς ἐγκαταλείψει τοὺς ἁμαρτωλούς του δρόμους καὶ ὁ παράνομος ἄνθρωπος ἂς ἐπιστρέψει μὲ μετάνοια πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ τότε ὁ Κύριος θὰ τὸν ἐλεήσει, διότι σὲ μεγάλη ἔκταση θὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες ἐκείνου καὶ ὅλων σας.

 


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ἡσαῒου, τὴν μνήμην Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν, Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς σάλπιγξ πανεύσημος, μεγαλοφώνω φθογγή, τῷ κόσμῳ προήγγειλας, τὴν παρουσίαν Χριστοῦ, Προφῆτα θεσπέσιε, σὺ γὰρ τοῦ Παρακλήτου, ἑλλαμφθεῖς τὴ δυνάμει, κάλαμος ὀξυγράφος, τῶν μελλόντων ἐδείχθης, διὸ σὲ Ἠσαΐα, ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον.
Τῆς Προφητείας τὸ χάρισμα δεδεγμένος, προφητομάρτυς Ἡσαΐα θεοκήρυξ, πᾶσιν ἐτράνωσας τοῖς ὑφ᾽ ἤλιον, τὴν τοῦ Θεοῦ φωνήσας μεγαλοφώνως σάρκωσιν· Ἱδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται.

Μεγαλυνάριον

Ἄνθρακι τὰ χείλη σου καθαρθείς, τῆς ὑπερκοσμίου, θεωρίας θεουργικῶς, ὤφθης Ἡσαΐα, Προφήτης θεηγόρος, καὶ τοῦ Χριστοῦ προλέγεις, σαφῶς τὴν σάρκωσιν.

 
Ὁ Ἅγιος Χριστοφόρος ὁ Μεγαλομάρτυρας

 


Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Χριστόφορος καταγόταν ἀπὸ ἡμιβάρβαρη φυλὴ καὶ ὀνομαζόταν Ρεμπρόβος, ποὺ σημαίνει ἀδόκιμος, ἀποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), ὅταν στὴν Ἀντιόχεια Ἐπίσκοπος ἦταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).

Ὁ Ἅγιος ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ἦταν τόσο πολὺ ἄσχημος, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖτο «κυνοπρόσωπος».

Ἡ μεταστροφή του στὸν Χριστὸ ἔγινε μὲ τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αἰχμάλωτος σὲ μάχη, ποὺ διεξήγαγε τὸ ἔθνος του μὲ τὰ Ρωμαϊκὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα. Κατατάγηκε στὶς Ρωμαϊκὲς λεγεῶνες καὶ πολέμησε κατὰ τῶν Περσῶν, ἐπὶ Γορδίου καὶ Φιλίππου.

 


Ὅταν ἦταν ἀκόμη κατειχούμενος, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστό, ἐγκαταστάθηκε σὲ ἐπικίνδυνη δίοδο ποταμοῦ καὶ μετέφερε δωρεὰν ἐπὶ τῶν ὤμων του ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ διέλθουν τὸν ποταμό. Μία μέρα παρουσιάσθηκε πρὸς αὐτὸν μικρὸ παιδί, τὸ ὁποῖο τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν περάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ὁ Ρεμπρόβος πρόθυμα τὸ ἔθεσε ἐπὶ τῶν ὤμων του καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ράβδου του εἰσῆλθε στὸν ποταμό. Ὅσο ὅμως προχωροῦσε, τόσο τὸ βάρος τοῦ παιδιοῦ αὐξανόταν, ὥστε μὲ μεγάλο κόπο κατόρθωσε νὰ φθάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Μόλις ἔφθασε στὸν προορισμό του, κατάκοπος εἶπε στὸ παιδὶ ὅτι καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ σήκωνε δὲν θὰ ἦταν τόσο βαρύς. Τὸ παιδὶ τοῦ ἀπάντησε: «Μὴν ἀπορεῖς, διότι δὲν μετέφερες μόνο τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ καὶ τὸν πλάσαντα αὐτόν. Εἶμαι Ἐκεῖνος στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ὁποίου ἔθεσες τὶς δυνάμεις σου καὶ σὲ ἀπόδειξη αὐτοῦ φύτεψε τὸ ραβδί σου καὶ αὔριο θὰ ἔχει βλαστήσει», καὶ ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε. Ὁ Ρεμπρόβος φύτεψε τὴν ράβδο καὶ τὴν ἑπομένη τὴν βρῆκε πράγματι νὰ ἔχει βλαστήσει. Μετὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ὁ ὁποῖος τὸν μετονόμασε σὲ Χριστόφορο. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ποὺ ἔλαβε τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, μεταμόρφωσε ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ δύσμορφη ὄψη του φαινόταν φωτεινότερη καὶ ὀμορφότερη.

Στὴν Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται νὰ μεταφέρει στὸν ὦμο του τὸν Χριστό. Ἐξ’ ἀφορμῆς ἴσως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θεωρεῖται προστάτης τῶν ὁδηγῶν καὶ στὸ Μικρὸν Εὐχολόγιον καὶ συγκεκριμένα στὴν Ἀκολουθία «ἐπὶ εὐλογήσει νέου ὀχήματος» ὑπάρχει, πρῶτο στὴ σειρά, τὸ ἀπολυτίκιό του.

Κατὰ τὸν τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμό, λίγο μετὰ τὴν βάπτισή του, εἶδε Χριστιανοὺς νὰ κακοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἀπὸ ἀγανάκτηση ἐπενέβη καὶ ἔκανε δριμύτατες παρατηρήσεις πρὸς αὐτούς, διέφυγε δὲ τὴ σύλληψη χάρη στὸ γιγαντιαῖο του παράστημα καὶ τὴν ἡράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν αὐτοκράτορα καὶ διατάχθηκε ἡ σύλληψή του.

Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπεστάλησαν διακόσιοι στρατιῶτες. Αὐτοί, ἀφοῦ ἐρεύνησαν σὲ διάφορα μέρη, τὸν βρῆκαν κατὰ τὴν στιγμὴ τὴν ὁποία ἑτοιμαζόταν νὰ γευματίσει ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί. Κατάκοποι οἱ στρατιῶτες καὶ πεινασμένοι ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Χριστόφορο νὰ τοὺς δώσει νὰ φάγουν καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ τὸν κακομεταχειρίζονταν.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, βλέποντας ὅτι πλὴν τοῦ ξεροῦ ἄρτου δὲν ὑπῆρχε καμία ἄλλη τροφή, εἰρωνευόμενος τὸν Χριστόφορο, τοῦ εἶπε ὅτι εὐχαρίστως θὰ γινόταν Χριστιανός, ἐὰν εἶχε τὴν δύναμη νὰ τοὺς χορτάσει ὅλους μὲ τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου.

Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ γονάτισε, ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ νὰ πολλαπλασιάσει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου, ὅπως πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χορτάσουν οἱ πεινῶντες στρατιῶτες καὶ νὰ φωτισθοῦν στὴν ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία Αὐτοῦ.

Ἡ παράκληση τοῦ Ἁγίου εἰσακούσθηκε καὶ τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οἱ στρατιῶτες τὸ θαῦμα αὐτό, προσέπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς γνωρίσει καλύτερα τὸν Θεό του. Ὁ Ἅγιος ἐξέθεσε μὲ ἁπλότητα τὴ Χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ἀφοῦ ὅλοι ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνουν Χριαστιανοί, τοὺς ὁδήγησε πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Βαβύλα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάπτισε.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, τοὺς μὲν στρατιῶτες συνέλαβε καὶ ἀποκεφάλισε, τὸν δὲ Χριστόφορο προσπάθησε μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ μεταπείσει, ἀλλὰ οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στὴν ἐπίμονη ἄρνηση αὐτοῦ.

Κατόπιν τούτου ἔστειλε πρὸς αὐτὸν δύο διεφθαρμένες γυναῖκες, τὴν Ἀκυλίνα καὶ τὴν Καλλινίκη, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὰ θέλγητρά τους θὰ τὸν σαγήνευαν καὶ θὰ τὸν παρέσυραν. Οἱ δύο γυναῖκες, ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ ἐπανέλθουν στὸν δρόμο τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς ἀρετῆς, ἔγιναν Χριστιανὲς καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο.

Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος Χριστόφορος ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ τέλος ὑπέστη τὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τὸ 251 μ.Χ.

Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο αὐτοῦ κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στὸ Κυπαρίσσιον καὶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον τῆς Ἁγίας Εὐφημίας τῶν Ὀλυβρίου.

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῆ τρισαγίῳ, καὶ φρικτῇ μελωδίᾳ· διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Χριστὸν φέρων ἔνδοξε, ἐν τῇ ψυχῇ σου, ἰσχυρῶς κατέβαλες, τῶν ἐναντίων τὰς ἀρχάς· διὸ Χριστὸν ἐκδυσώπησον, ὦ Χριστόφορε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Μάρτυς ἀκατάπληκτος καὶ στερρός, πέλων τῇ ἰδέᾳ, Χριστοφόρε καὶ τῷ νοΐ, τῶν ἀντικειμένων, κατέπληξας τὰ στίφη, ἀθλήσας ὑπὲρ φύσιν, πόθῳ τοῦ Κτίστου σου.

 
Οἱ Ἁγίες Καλλινίκη καὶ Ἀκυλίνα

Πόρνες ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Δέκιο, γιὰ νὰ δελεάσουν καὶ νὰ ἑλκύσουν στὴν εἰδωλολατρία τὸν μάρτυρα Χριστόφορο. Πίστεψαν ὅμως στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Ἁγίου Χριστόφορου καὶ μαρτύρησαν, ἀφοῦ θανατώθηκαν μὲ σοῦβλες ποὺ διαπέρασαν ἀπὸ τὰ πόδια μέχρι τοὺς ὤμους τους.

 
Ὁ Ὁσιομάρτυς Νικόλαος ὁ ἐν Βουνένοις

 


Ἡ ζωή του ὁσιομάρτυρα αὐτοῦ, ποὺ ἄθλησε στὴ Θεσσαλία, εἶναι πολὺ συγκεχυμένη, γενικὴ καὶ χωρὶς τεκμηριωμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα, ὅπως τουλάχιστον φαίνεται ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία του (ἔκδοση 1930 ἀπὸ τὸν Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιὴλ σ. 37).

Σύμφωνα μὲ τὸν ἀνώνυμο βιογράφο του, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἦταν στρατιωτικός. Προβιβάστηκε σὲ Δούκα ἀπὸ τὸν βασιλιά, ἐστάλη στὴ Θεσσαλία καὶ ἀπέτυχε.

 


Ἔγινε μοναχὸς στὸ ὄρος τῆς Βουνένης (ἀρχαία πόλη τῆς Θεσσαλίας), ἀλλὰ σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Ἀβάρων (πότε;) αἰχμαλωτίσθηκε καὶ ἀποκεφαλίστηκε, ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ ἐξωμόσει.

Πότε ἔγιναν αὐτά, ἄγνωστο. Ὁ ἐκδότης τῆς Ἀκολουθίας του, Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, στὸν πρόλογό του προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τὰ ἴχνη τῆς ἐποχῆς τῆς ἀθλήσεώς του, ἀλλὰ λόγω πολλῶν δυσκολιῶν τὸ ζήτημα μένει ἄλυτο.

 


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὡς τῶν αἰχμαλώτων.
Ως τῶν νοσούντων ὁ ἄμισθος ἰατρός, καὶ τῶν ἐν κινδύνοις ἀπροσμάχητος βοηθός, θλιβομένων τε θερμὸς ὑπερασπιστής, καὶ τῶν ἐν παντοίαις ἀνάγκαις ὑπέρμαχος, Ὁσιομάρτυς ἐξ ἑῴας Νικόλαε‧ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Εξ Ἑῲας ἐκλάμψας ἐν Βουνένοις ἠγώνισαι, Νικόλαε παμμάκαρ, ἐναθλήσας στεῤῥότατα· διὸ καὶ δοξασθεὶς παρὰ Χριστοῦ, θαυμάτων ἀναβλύζεις δωρεάς, τοῖς προστρέχουσι τῇ Κάρᾳ σου τῇ Σεπτῇ Ὁσιομάρτυς ἔνδοξε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εξ ἑῴας σήμερον ἀναφανέντα, ὡς ἀστέρα πάμφωτον, καὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς δυσμὰς , ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναθλήσαντά, σε ἀνυμνοῦμεν τὸν Νέον Νικόλαον.

Ἕτερον Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ ἄνω ζητῶν, τῶν κάτω κατεφρόνησας, καὶ κόσμον λιπὼν Θεῷ ἠκολούθησας. Ἐξ ἑῴας ἄριστε, ἐν Βουνένοις παρῴκησας, ἐν οἷς θῦμα γενόμενος, Χριστῷ προσενήνεξαι Νικόλαε.

Ὁ Οἶκος 
Τοῦ Προδρόμου τὰς τρίβους διὰ ζήλου μάκαρ ἐσχηκώς, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἔνδον τῆς σῆς περιφέρων καρδίας, τὴν φάσκουσαν, μετανοεῖτε‧ ἀπάρας τῆς σῆς πατρίδος, ὑπερόπτης γενόμενος νεότητος, κόσμου, πλούτου καὶ ῥεούσης δόξης, οἷά τις ἀετὸς ὑπόπτερος ἵπτασαι ἐν Βουνένοις τῆς Θετταλίας. Κᾷκεῖ τῆς διὰ Χριστὸν ποθουμένοις σοι ἡσυχίας τυχών, οὐ μόνον ὑπερβαλλούσῃ ἀσκήσει τὴν σὴν ψυχὴν κατεκάλυνας, ἀλλὰ καὶ μαρτυρικῷ στέφει, κατὰ τοὺς πάλαι ἐνδόξους Μάρτυρας, κατεκοσμήθης ἀείμνηστε‧ καὶ εὐῶδες θῦμα γενόμενος, Χριστῷ προσενήνεξαι Νικόλαε.

Κάθισμα 
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ λόγον.
Τοῦ σταυροῦ τῇ δυνάμει καθοπλισθείς, ἀπειλὰς τῶν βαρβάρων μὴ πτοηθείς, προθύμως διήνυσας, τὸν ἀγῶνα μακάριε‧ εὐτολμίᾳ ἐλέγξας αὐτῶν τὴν δυσέβειαν, καὶ σοφῶς ἐκδιδάξας τοῦ λόγου τὴν σάρκωσιν‧ ὅθεν τοὺς στεφάνους, παρ’ αὐτοῦ ἐκομίσω, ἀξίους τῶν πόνων σου καὶ ἱδρώτων σου Ἅγιε, Ὁσιομάρτυς Νικόλαε‧ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον 
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν ἐκ τῆς ἑῴας, ἐξαστράψαντα ἀθλητήν‧ φύλακα καὶ ῥύστην, Χριστιανῶν ἁπάντων, Νικόλαον τὸν Νέον, Χριστοῦ τὸν μάρτυρα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον 

Χαίροις Θετταλίας πάσης φρουρός, χαίροις τῆς Ἑλλάδος πολιοῦχος καὶ ἀρωγός, χαίροις ὁ Βουνένων, τὸν τόπον ἁγιάσας, τοῖςῥείθροις σῶν αἱμάτων, μάκαρ Νικόλαε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον 
Φύλαττε τοὺς δούλους σου ἀθλητά, τοὺς ἀθροιζομένους τῷ σεπτῷ σου, μάρτυς ναῷ, καὶ ἐπιτελοῦντας, τὴν σὴν ἁγίαν μνήμην, ἐκ πάσης ἐπηρείας, σοφὲ καὶ θλίψεως.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον 
Μέγαν σε προστάτην καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα μάρτυς, πεπτωκότες ἐν πειρασμοῖς, ῥῦσαι οὖν παμμάκαρ, ἡμᾶς λοιμοῦ λιμοῦ τε, ὁρμῆς παίδων τῆς ἄγαρ, θεῖε Νικόλαε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον 

Ταῖς πρεσβείαις τοῦ ἐνδόξου ἀθλοφόρου Νικολάου, Χριστὲ διαφύλαξον, τοὺς σοὺς ἱκέτας, ἐκ παντοίας θλίψεως.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον 
Τῇ σορῷ τῶν σῶν λειψάνων προσιοῦσι, μετὰ πόθου παμμάκαρ Νικόλαε, δώρησαι ῥῶσιν ψυχῆς τε καὶ σώματος. 

 
Οἱ Ἅγιοι Ἐπίμαχος καὶ Γορδιανός

ΟΙ Ἅγιοι αὐτοὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥώμη καὶ μὲ θάῤῥος ὁμολογοῦσαν τὸν Χριστό. Συνελήφθησαν καὶ ὁ ἄρχοντας τοὺς πίεζε ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅμως ἔμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους, βασανίστηκαν σκληρὰ καὶ κατόπιν ἀποκεφαλίστηκαν, παίρνοντας ἔτσι τὰ στεφάνια τῆς ἀθλήσεως. Ἡ Σύναξή τους γίνεται στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Στρατονίκου.

 
Ὁ Ἅγιος Constantin (Σκωτσέζος)

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος (Constantin) ἔζησε κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ.
Λέγεται ὅτι ἦταν Βρετανὸς βασιλέας, ὁ ὁποῖος μετὰ τὸν θάνατο τῆς συζύγου τοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο ὑπὲρ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Δαβίδ, προστάτη τῆς Οὐαλίας.

Συνεργάσθηκε μὲ τὸν Ἅγιο Κολούμπα (τιμᾶται 9 Ἰουνίου) γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Πίκτες τῆς Σκωτίας, ἵδρυσε μονὴ καὶ μαρτύρησε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες τὸ 576 μ.Χ.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

 
Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ μεγάλος πρίγκιπας τῆς Μόσχας

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος (Ντονσκόι) γεννήθηκε τὸ 1350 στὴ Μόσχα καὶ ἦταν μέγας πρίγκιπας. Στὶς 7 Σεπτεμβρίου 1380 πολέμησε τοὺς Τάρταρους καὶ ἀπήλλαξε τὴ Ρωσία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της.

Ὁ Ρωσικὸς λαὸς ἀποκαλοῦσε τὸν ἡγεμόνα του «Ντονσκόι» ἀπὸ τὸν ποταμὸ Δόν, κοντὰ στὸν ὁποῖο διεξήχθη ἡ ἱστορικὴ μάχη κατὰ τῶν βαρβάρων.Ὁ Ἅγιος Δημήτριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1389. 

 
Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ τῆς Ὄπτινα

Ὁ Ὅσιος Ἰωσήφ, τῆς Ὄπτινα, κατὰ κόσμον Ἰβὰν Εὐθύμοβιτς Λιτόφκιν, γεννήθηκε στὶς 2 Νοεμβρίου 1837 στὸ χωριὸ Γκοροντίστσα τῆς περιοχῆς Στάρομπελκ τῆς ἐπαρχίας Καρκώφ, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Εὐθύμιο Αἰμιλιάνοβιτς καὶ τὴν Μαρία Βασίλιεβνα Λιτόφκιν. Εἶχαν ἕξι παιδιά, τρεῖς υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρες, τὸν Ἰβάν, τὸν Πέτρο, τὸν Συμεών, τὴν Ἀλεξάνδρα, τὴν Ἄννα καὶ ἀκόμη μία θυγατέρα. Ἡ ἀδελφή του Ἀλεξάνδρα, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Λεωνίδα, διηγεῖτο πὼς ὁ μικρὸς Ἰβὰν ἦταν πολὺ στοργικὸ καὶ εὐαίσθητο παιδί. Μὲ τὴν τρυφερὴ ψυχή του συμμετεῖχε στὶς θλίψεις τῶν ἄλλων, ἂν καὶ ἡ ἔμφυτη μετριοφροσύνη καὶ συστολή του συχνὰ δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ὁμιλεῖ. Ὅταν ὁ Ἰβὰν ἦταν τεσσάρων ἐτῶν, ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ λίγο ἀργότερα, τὸ ἔτος 1814, τὴν μητέρα του ἀπὸ τὴν ἐπιδημία χολέρας ποὺ ἐνέσκηψε στὸ χωριό.

Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ μοναχικὸ βίο ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν Ὄπτινα. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια, στὶς 15 Ἀπριλίου 1872, χειροθετήθηκε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης καὶ στὶς 16 Ἰουλίου τοῦ ἴδιου ἔτους ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰωσήφ. Τὸ 1877 χειροτονήθηκε διάκονος. Αὐτὸ ἔγινε τελείως ἀπροσδόκητα καὶ μὲ ἕναν τρόπο ποὺ ἔδειχνε καθαρὰ πὼς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τὸν καθοδηγοῦσε στὸν δρόμο του. Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1884 ἔλαβε τὴ χάρη τῆς ἱεροσύνης ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Καλούγκα Βλαδίμηρο.

Ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς χειροτονίας του λειτουργοῦσε μὲ προθυμία, μὲ εὐλάβεια, χωρὶς βιασύνη καὶ αἰσθανόταν μεγάλη πνευματικὴ χαρά. Οἱ ἄλλοι πατέρες τὸν εὐλαβοῦνταν καὶ τὸν ἀγαποῦσαν ἰδιαίτερα, γιατί τὸν θεωροῦσαν ἀληθινὸ μοναχό. Ὁ Γέροντας τῆς μονῆς Ἀμβρόσιος διέβλεπε σὲ αὐτὸν τὸν μελλοντικὸ διάδοχό του καὶ τοῦ ἔδινε τὴν εὐλογία νὰ ἐξομολογεῖ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τῆς μονῆς. Τὸν προετοίμαζε σιγὰ – σιγά, γιὰ νὰ τὸν διαδεχθεῖ. Τὸν δίδασκε τόσο μὲ τὸν λόγο, ὅσο καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του.

Ὅταν ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος κοιμήθηκε, ὅλοι στράφηκαν πρὸς τὸν Ὅσιο Ἰωσήφ. Καὶ ἐκεῖνος μὲ προσευχὴ καὶ ταπείνωση ἀνέλαβε τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως τῶν ἀδελφῶν. Ἡ προσευχή του εἶχε μεγάλη δύναμη καὶ εἶχε ἀξιωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος.

Ὁ Ὅσιος δὲν ἐπέτρεπε ποτὲ στοὺς μοναχοὺς νὰ ἀρνηθοῦν κάποιο διακόνημα. Ἔλεγε πὼς ἐκεῖνος ποὺ φέρει σὲ πέρας τὸ διακόνημα ποὺ τοῦ ἔχουν ἀναθέσει, ἀξιώνεται νὰ ἔχει εὐλογημένο τέλος. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἐξέφραζαν τὸ παράπονο πὼς ἡ ὑπακοὴ ἦταν δύσκολη καὶ προκαλοῦσε πολλὴ λύπη, τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου φωτιζόταν μὲ χαρά, τὰ μάτια του γέμιζαν μὲ τρυφερὴ πατρικὴ ἀγάπη καὶ ἔλεγε μὲ ἕναν ἰδιαίτερο πνευματικὸ τόνο: «Λοιπόν, καὶ τί μ’ αὐτό; Λόγω αὐτῆς τῆς ὑπακοῆς θὰ γίνετε μάρτυρες». Σὲ κάποια μοναχὴ ὁ Ὅσιος εἶπε τὰ ἀκόλουθα: «Ἂν οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀδελφοῦ σου σὲ ἐνοχλοῦν καὶ δὲν μπορεῖς νὰ εὕρεις τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς σου, θυμήσου τὰ ἑξῆς:

• Ἂν οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀδελφοῦ σου ποὺ θέλεις νὰ διορθώσεις σὲ ἐνοχλοῦν, σὲ ἐκνευρίζουν καὶ χάνεις τὴν εἰρήνη σου, τότε ἁμαρτάνεις καὶ σύ. Ἡ ἁμαρτία δὲν διορθώνεται μὲ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση.

• Ὁ ζῆλος ποὺ θέλει νὰ καταστρέψει ὅλα τὰ κακὰ εἶναι ἀπὸ μόνος του ἕνα μεγάλο κακό.

• Μέσα στὸ μάτι σου ὑπάρχει ἕνα μεγάλο δοκάρι καὶ ἐσὺ προσέχεις τὸ κάρφος στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου.

• Ὑπάρχουν ἀτέλειες ποὺ εἶναι ἀναπόφευκτες καὶ ἄλλες ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι εὐεργετικές. Τὸ καλὸ δοκιμάζεται ἀπὸ τὸ κακό.

• Τὸ παράδειγμα τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ χαλιναγωγήσει τὴν ἀνυπομονησία μας, ποὺ μᾶς στερεῖ τὴν εἰρήνη.

• Τὸ παράδειγμα τοῦ Ἴδιου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς φανερώνει μὲ πόση ταπείνωση καὶ καρτερία πρέπει νὰ ὑπομένουμε τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Ἂν δὲν ἔχουμε κάποια θέση εὐθύνης ἔναντι τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὴν ἁμαρτία τους μὲ ἐμπάθεια.

• Κάθε ἄνθρωπος καταδικάζει ἐκεῖνες τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, γιὰ τὶς ὁποῖες κατηγορεῖται ὁ ἴδιος.

• Γιὰ τὶς πράξεις τῶν ἄλλων δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ποὺ νὰ μᾶς ἠρεμεῖ περισσότερο ὅσο ἡ σιωπή, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀγάπη».

Θιασώτης καὶ ἐργάτης τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ὁ Ὅσιος προσπαθοῦσε νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἀσκοῦν τὸ θεῖο αὐτὸ ἔργο. Δίδασκε τὴν προσευχὴ πολὺ καλὰ καὶ πίστευε πὼς ἦταν ἡ σπουδαιότερη ἀπασχόληση γιὰ ὅλους. Ἐμπόδιζε δὲ ἐπιτακτικὰ καὶ αὐστηρὰ τοὺς ἄπειρους καὶ τοὺς δόκιμους ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Τοὺς δίδασκε νὰ πορεύονται προοδευτικά, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἄσκηση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, κάνοντας μερικὰ κομποσχοίνια. «Αὐτὸ προστατεύει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια», ἔλεγε ὁ Ὅσιος. Κάθε ἡμέρα ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ Ὁσίου μαζεύονταν οἱ φτωχοὶ καὶ ὁ μοναχὸς ποὺ ἦταν σὲ ὑπηρεσία ἔδιδε ἐλεημοσύνη σὲ ὅλους.
Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ λειτουργοῦσε γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὸ 1905. Ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἀσθένησε καὶ ὅλοι περίμεναν τὸ ἀναπόφευκτο. Ὁ Θεὸς ὅμως παρέτεινε τὴν ζωὴ τοῦ Ὁσίου, ποὺ ἦταν πολύτιμη γιὰ ὅλους, μέχρι τὸ 1911. Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ παρεκάλεσε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ ἐλευθερώσει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα του. Ζήτησε νὰ βάλουν κοντά του μία εἰκόνα. Οἱ μοναχοὶ ἔφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, μὲ τὴν ὁποία τὸν εὐλόγησε ὁ μοναχὸς Ἰσαάκιος, τὴν τοποθέτησαν ἀπέναντί του στὸ τραπεζάκι κοντὰ στὸ μαξιλάρι του καὶ ἄναψαν μπροστά της ἕνα καντήλι. Ὁ Ὅσιος κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα μικρὸ ἄσπρο ξύλινο σταυρὸ καὶ στὸ στῆθος του εἶχαν ἀκουμπήσει τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας. Ἔτσι κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

 
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες τῆς Σλομπόντσκαγια Οὐκρανίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρεις γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων αὐτῶν Μαρτύρων.
 

 
Ὁ Ὅσιος Σίος

 


Ὁ Ὅσιος Σίος γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς, ποὺ δὲν εἶχαν ἄλλα παιδιά. Ὁ Σίος ἦταν μοναδικὸς κληρονόμος τῆς τεράστιας περιουσίας τους καὶ ἡ μοναδικὴ παρηγοριὰ τῶν γηρατειῶν τους. Τὸν ἀνέθρεψαν, λοιπόν, μὲ περισσὴ στοργὴ καὶ ἐπιμέλεια, καλλιεργώντας στὴν ψυχή του τοὺς σπόρους τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εὐσέβειας. Ἐκεῖνος, πάλι, πρόθυμα ἄκουγε τὶς ὠφέλιμες συμβουλὲς καὶ τὶς θεῖες διδαχές τους. «Πνεύματος Ἁγίου πεπλησμένος ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ», ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ἀφ’ ὅτου ἔμαθε ἀνάγνωση, μελετοῦσε ἀκατάπαυστα τὶς ἱερὲς Γραφές, ἔχοντας πάντοτε μαζί του τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὸ Ψαλτήριο.

Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἄκουσε γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰωάννη Ζενταζνέλι, ὅπου ζοῦσε σὲ μία ἔρημο, κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια καὶ εἶχε πολλοὺς μαθητές. Ἀμέσως ἔτρεξε νὰ βρεῖ τὸν Ὅσιο Γέροντα. Ὁ προορατικὸς Γέροντας τοῦ εἶπε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρικὴ οἰκία καὶ νὰ λάβει τὴν εὐχὴ τῶν γονέων του, ποὺ θὰ γίνονταν καὶ αὐτοὶ μοναχοί. Ἔτσι κι ἔγινε.

Ἐλεύθερος πλέον ὁ Ὅσιος Σίος φρόντισε πρῶτα νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς πατρικῆς περιουσίας. Ἕνα μέρος τὸ μοίρασε στὰ μοναστήρια, ὅπου ἐγκαταβίωσαν οἱ γονεῖς του καὶ τὸ ὑπόλοιπο στοὺς φτωχούς. Ὁ ἴδιος κράτησε μόνο τὴν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ἐπέστρεψε στὸν Ὅσιο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος γεμάτος χαρὰ τὸν μακάρισε, διότι ἔβαλε τὸ χέρι του στὸ ἀλέτρι καὶ δὲν κοίταζε πίσω στὸν κόσμο.

Ὅταν ὁ Ὅσιος Σίος ἔγινε μοναχός, ἡ καρδιά του φλογίσθηκε ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὸ θεῖο ἔρωτα. Χάρη στὴν ἀδιάκριτη ὑπακοή, τὴν βαθιὰ ταπείνωση, τὴν ἀπέραντη ἀγάπη καὶ τὶς ἄλλες θεῖες ἀρετές του, ἀξιώθηκε νὰ λάβει πολὺ νωρὶς οὐράνια χαρίσματα. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης μὲ ἔκπληξη καὶ δέος παρατηροῦσε τὸν ἁγιοπνευματικὸ πλουτισμὸ τοῦ ὑποτακτικοῦ του, ποὺ στὸ Ὄνομα καὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου, ἄρχισε νὰ θεραπεύει θαυματουργικὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ νὰ ἀποδιώχνει τὰ δαιμόνια.

Εἴκοσι χρόνια ἔζησε κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰωάννη. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος, μὲ θεία ἀποκάλυψη, ἔφυγε γιὰ τὴ Γεωργία, πῆρε μαζί του τὸν Ὅσιο Σίο καὶ ἄλλους ἕνδεκα μαθητές του.

Τρία χρόνια ἔμειναν στὴ Μτσχέτα κηρύσσοντας τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὕστερα ἀνέβηκαν γιὰ ἄσκηση στὸ ὄρος Ζαντένι.

Δύο χρόνια ἀργότερα, μία νύχτα, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ ἡ Ἁγία Νίνα ἐμφανίσθηκαν στὸν Ὅσιο Ἰωάννη καὶ τὸν πρόσταξαν νὰ στείλει τοὺς ὑποτακτικούς του σὲ ὅλη τὴ Γεωργία γιὰ ἱεραποστολή. Οἱ δώδεκα Πατέρες κίνησαν γιὰ διάφορες περιοχὲς τῆς χώρας, μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντός τους καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Εὐλογίου. Ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ συμβουλὴ τοῦ τελευταίου, ὁ καθένας πῆρε μαζί του, ὡς βοηθὸ καὶ συμπαραστάτη, ἀπὸ ἕνα Γεωργιανὸ μοναχό. Ὁ Ὅσιος Σίος ὅμως, ὡς ἐραστὴς τῆς ἐρημιτικῆς ζωῆς, προτίμησε νὰ φύγει μόνος. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης δὲν εἶχε ἀντίρρηση.

Ὁ Ὅσιος Σίος κίνησε γιὰ τὰ ὄρη Σαρκινέτι τῆς Κάρτλης. Ἀφοῦ πέρασε ἐρημικὲς περιοχές, πυκνὰ δάση καὶ δυσκολοδιάβατα βουνά, ἦλθε στὸ Μγίβε (σπήλαιο), σὲ μία βαθιὰ χαράδρα, ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ ποταμὸς Κύρος. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε, παραδίδοντας τὸν ἑαυτό του μὲ πίστη στὴν πρόνοια καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ ζεῖ μὲ σκληρὴ ἄσκηση. Προσευχόταν ἀδιάλειπτα. Κοιμόταν ἐλάχιστα. Τρεφόταν μόνο μὲ ἄγρια χόρτα καὶ νερό. Ἔγινε ἔτσι ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.

Οἱ φθονεροὶ δαίμονες, βέβαια, κατέφευγαν σὲ κάθε πανουργία, γιὰ νὰ τὸν ἐκφοβίσουν καὶ νὰ τὸν πλανέψουν. Συχνά, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν, ἐμφανίζονταν μπροστά του μὲ μορφὲς εἴτε φοβερῶν θηρίων εἴτε ἑρπετῶν. Ὁ Ἅγιος τοὺς νικοῦσε στὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κάποια νύχτα ὁ Ὅσιος εἶδε ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς καὶ ὀσφράνθηκε μίαν ἄρρητη εὐωδία. Ἡ ψυχή του πλημμύρισε ἀπὸ χαρά. Στὸ ἄνοιγμα τοῦ σπηλαίου ἐμφανίσθηκε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μὲ ραβδὶ στὸ χέρι. Δίπλα της στεκόταν ἕνας ἐπιβλητικὸς ἄνδρας μὲ ἀσκητικὴ μορφή. Ἦταν ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἔντρομος ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη οὐράνια ἐπίσκεψη, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ. Ἡ Παναγία τὸν πλησίασε καὶ τὸν ἄγγιξε μὲ τὸ ραβδί της. «Σήκω» τοῦ εἶπε. Μόλις σηκώθηκε, ἐκείνη τοῦ ἔβαλε στὸ χέρι κάτι λευκὸ σὰν τὸ χιόνι. «Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης καὶ ἐγώ, βλέποντας τὴν ἀγάπη σου στὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἤλθαμε νὰ σὲ παρηγορήσουμε. Φᾶγε αὐτὸ ποὺ ἔχεις στὸ χέρι σου. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ὥσπου νὰ ἀποκτήσεις ὑποτακτικούς, θὰ παίρνεις τροφὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅσο γιὰ τοὺς δαίμονες, μὴν τοὺς φοβᾶσαι. Μὲ τὴ Χάρη τοῦ Υἱοῦ μου θὰ τοὺς κατανικήσεις. Καὶ τούτη ἐδῶ ἡ ἔρημος θὰ γεμίσει θεοφόρους ἄνδρες, ποὺ θὰ μιμηθοῦν τὴ ζωή σου καὶ θὰ δοξάσουν τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Ὅσιος, μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὸ δέος καὶ τὴν ἔκπληξη, γεύθηκε τὴν οὐράνια τροφὴ ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ τὸ Θεομητορικὸ χέρι. Τὸ στόμα του γέμισε μὲ μία ἀνείπωτη γλυκύτητα. Εὐχαρίστησε τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὴ Θεοτόκο καὶ ἀπὸ τότε, ὅπως τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ἡ Παναγία, ἕνα θεόσταλτο περιστέρι τοῦ ἔφερνε καθημερινὰ φρέσκο ψωμί.

Πρῶτος ὑποτακτικός του ἦταν ὁ Εὐάγριος, ἄρχοντας νέος καὶ εὐσεβής, συνεργάτης τοῦ βασιλέως Παρσμὰν ΣΤ’ (541 – 553 μ.Χ.). Σὲ λίγο πολλοὶ Χριστιανοὶ ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του καὶ ἄλλοι γιὰ νὰ μονάσουν ἐκεῖ. Κάθε νέος ἀδελφός, μὲ ἐντολὴ τοῦ Ὁσίου, ἔσκαβε μία μικρὴ σπηλιὰ καὶ κατοικοῦσε ἐκεῖ, ζωντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχὴ καὶ ἐργόχειρο. Ὁ Ὅσιος Σίος δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ δικό του σπήλαιο παρὰ μόνο τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἑορτές, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει καὶ νὰ τοὺς καθοδηγήσει στὸν ἀσκητικὸ βίο.

Σὲ λίγο καιρὸ ὁ Ὅσιος Σίος, μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἔζησε ἔγκλειστος στὸ σπήλαιό του μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ ὅρισε ὡς διάδοχό του τὸν Ὅσιο Εὐάγριο.

Ὁ Ὅσιος Σίος, ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ὕψωσε τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανὸ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου στὶς 4 Ἰανουαρίου, στὶς 4 Φεβρουαρίου καὶ τὴν Πέμπτη τῆς Τυρινῆς ἑβδομάδος.

 

Θέλεις να δεις κάποιο όνειρο ή ακόμη και όραμα;

Θέλεις να δεις κάποιο όνειρο ή ακόμη και όραμα;


«Και ου θαυμαστόν‡ αυτός γαρ ο σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός»(Β΄ Κορ. ια΄ 13-15)

\
Η Ιερά Μονή Οσίου Νικοδήμου η οποία βρίσκεται στον Πεντάλοφο Γουμενίσσης εξέδωσε ένα πολύ ωραίο και χρήσιμο βιβλίο που εξηγεί τι μπορεί να κρύβεται -και καλό αλλά και κακό- πίσω από κάποιο όνειρο ή και όραμα. Επειδή πολλοί αναγνώστες μας, μάς ζητούν και ενδιαφέρονται να μάθουν κάποια πράγματα για τα όνειρα‡ έτσι θα αναρτήσουμε στο ιστολόγιό μας, κάποια πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα και ταπεινά ευχαριστούμε το Γέροντα και τους πατέρες της Μονής που μας παραχώρησαν την ευλογία να χρησιμοποιήσουμε τα κείμενα αυτά.
Με παραστατικό τρόπο φανερώνεται εδώ μία τραγική πραγματικότητα στο χώρο της Εκκλησίας, η πλάνη των ονείρων και των οραμάτων.
Πρωταγωνιστής σ΄αυτή την τραγική θεατρική παράσταση είναι ο διάβολος με τους ποικίλους ρόλους και τις μορφές πού παίρνει εμφανιζόμενος στη σκηνή της φαντασίας του ανθρώπου, κατά την εγρήγορση ή κατά τον ύπνο, είτε ως Παναγία είτε ως άγγελος. Παθητικός θεατής και παράλληλα τραγικό θύμα είναι αυτός που, είτε επιζητεί τέτοιες καταστάσεις είτε δεν προσέχει και δείχνει επιπόλαια εμπιστοσύνη σε τέτοια φαινόμενα πλάνης, με αποτέλεσμα να εξαπατάται.
Η παράσταση περιλαμβάνει δυο περιτώσεις πλάνης. Στο επάνω μέρος η παράσταση δείχνει μία γυναίκα πού κοιμάται και ονειρεύεται τη μορφή της Παναγίας, ...; ενώ πίσω από την άγια μορφή υπάρχει ένας δαίμονας πού κρατάει σαν μαριονέτα και επιδεικνύει αυτή την ψεύτικη παράσταση στην ονειρική φαντασία της κοιμώμενης γυναίκας.
Το περιστατικό στο κάτω μέρος της παραστάσεως αφορά ένα όραμα φωτεινού αγγέλου στην είσοδο της σπηλιάς ένας ασκητή μονάχου την ώρα που εκείνος προσεύχεται. Ο διάβολος, πού εκπροσωπεί το βασίλειο του σκότους, εμφανίζει κρατώντας ως ανδρείκελο μπροστά στο εξαπατημένα μάτια τοϋ μοναχού, ένα δήθεν φωτεινό άγγελο που γεμίζει με φως τη σπηλιά του. Το κόκκινο φως πού βγαίνει από τον φαινόμενο άγγελο θα έπρεπε να κάνει επιφυλακτικό τον μοναχό, αφού οι άγιοι πατέρες, στους οποίους όφειλε να υπακούει, το επισημαίνουν ως σαφή ένδειξη δαιμονικής και όχι αγγελικής παρουσίας.
Πόσες τέτοιες ψεύτικες εμφανίσεις δήθεν της Παναγίας, αγίων ή αγγέλων πλανούν συνανθρώπους μας!
Πόσοι άραγε συνάνθρωποι μας μετά από ένα τέτοιο περιστατικό βάζουν, έστω, και ένα ερωτηματικό ή μία επιφύλαξη για την προέλευση και την ταυτότητα του ονείρου ή του οράματος;
Η επισήμανση του αποστόλου Παύλου ότι «ο σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β' Κορ. ια', 14) είναι, ιδιαίτερα σήμερα, επίκαιρη και όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία.
Πηγή: Γεροντικό Ονείρων και Οραμάτων Διδαχές και Παραδείγματα, Έκδοσις Ιερού Κοινοβίου Οσίου Νικοδήμου, 1997 Πεντάλοφος Γουμενίσσης

Χριστοδούλου λόγος, επίκαιρος 14 χρόνια μετά (video)


Ο επιβατήριος λόγος του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου που εκφώνησε την ημέρα της ενθρονίσεώς του, στις 9 Μαΐου 1998.



πηγή

Ποιά ἡ θέση τῶν Χριστιανῶν στὴν Πολυθρησκευτικὴ Ἑνωμένη Εὐρώπη Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων καὶ πάσης Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

( Τὸ κείμενο βασίζεται στὴν ὁμιλία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου στὸ ἑλληνο γερμανικὸ συμπόσιο «Προοπτικές της Εὐρώπης», ποὺ διεξάχθη στὴν Ἀθήνα στὶς 9 Φεβρουαρίου 2007. )



Ἄρχισα νὰ ἀντιλαμβάνομαι τὴν τραγικότητα τοῦ κόσμου καὶ νὰ προβληματίζομαι γιὰ τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης στὴ διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ ἤπειρός μας σφάδαζε κάτω ἀπὸ τὴ μανία τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, παρασύροντας στὴν αἱματοχυσία ὁλόκληρο τὸν πλανήτη.


Τότε βέβαια, στὶς πύλες τοῦ Ἅδου ποὺ εἶχε δημιουργήσει ἡ τρελὴ ἀλληλοσφαγή, ἦταν ἀδύνατο νὰ φαντασθεῖ κανεὶς μιὰ κοινὴ πορεία τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν. Ἐντούτοις, τὸ ὄνειρο τῆς ἑνωμένης Εὐρώπης ἔχει ἀρχίσει τὶς τελευταῖες δεκαετίες νὰ γίνεται πραγματικότητα. Μία διαδικασία, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται στὸ παλαιὸ πρότυπο τῆς Αὐτοκρατορίας, στὴν ἐπιβολή, δηλαδή, ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ στὴ δημοκρατικὴ ἀντίληψη καὶ σὲ ἕνα νέο ὅραμα εἰρηνικῆς συνύπαρξης βάσει κοινῶς ἀποδεκτῶν ἀξιῶν καὶ ἀρχῶν.

Γιὰ νὰ ἀνθίσει καὶ νὰ καρποφορήσει ἡ ἰδέα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνότητας χρειάστηκε νὰ ξεπεραστοῦν πολλὲς προκαταλήψεις, δυσπιστίες καὶ ὁμαδικὲς ψυχώσεις ποὺ καλλιέργησαν ἀνταγωνισμοὶ αἰώνων. Τὸ χριστιανικὸ ὑποσυνείδητο, ἀκόμα καὶ τῶν ἐκκοσμικευμένων στρωμάτων τῆς Εὐρώπης, συνέβαλε στὸν τονισμὸ βασικῶν ἀρχῶν, ὅπως ὁ σεβασμὸς στὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἰδιοπροσωπία ἀτόμων καὶ λαῶν, ἡ δημοκρατία, ἡ ἰσότητα, ἡ εἰρήνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.

Εὐρωπαϊκὴ θρησκευτικὴ πολυμορφία

Ἐκ παραδόσεως, οἱ Εὐρωπαῖοι κατὰ πλειοψηφία εἶναι Χριστιανοί, διηρημένοι σὲ διάφορες Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες. Μαζί τους συμβιοῦν Ἑβραϊκὲς Κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἐπίσης παρουσιάζονται διαφοροποιημένες ἀπ’ ἀλλήλων, ὅπως καὶ Ἰσλαμικὲς Κοινότητες διαφορετικῆς ἐθνικῆς καταγωγῆς. Ἐπιπλέον, ὁμάδες βουδιστικές, ἰνδουιστικές, σίκ, μπαχάι, κ.ἄ.

Τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων τῶν Χριστιανῶν μὲ τὶς ἄλλες Θρησκεῖες γενικὰ παρουσιάζει δύο πλευρές. Ἡ πρώτη εἶναι πρακτική: Ἡ ἀναγκαία συμβίωση μὲ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, πρόκειται γιὰ ἕνα «διάλογο ζωῆς», ὅπου ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη στάση εἶναι ἡ εἰρηνικὴ συνύπαρξη, ὁ σεβασμὸς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἀκόμη, καὶ ἡ συνεργασία σὲ θέματα κοινωνικῆς ἁρμονίας καὶ προόδου. Ἡ δεύτερη εἶναι θεωρητική: Ἡ κατανόηση τῶν ἄλλων θρησκειῶν ἀπὸ πλευρᾶς θεολογικῆς.

Ὅπως ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ -τοῦ νέου Ἀδὰμ- ἔχει παγκόσμιες συνέπειες, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ζωὴ τοῦ μυστικοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει παγκόσμια ἐμβέλεια καὶ ἐνέργεια. Οἱ προσευχές της καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά της ἀγκαλιάζουν τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τὴ Θεία Εὐχαριστία καὶ τὴ δοξολογία της ὑπὲρ τῶν πάντων. Ἐνεργεῖ ὑπὲρ τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου. Ἀκτινοβολεῖ τὴ δόξα τοῦ ζῶντος Κυρίου σὲ ὅλη τὴν κτίση.

Μία στάση ζωῆς, ἡ ὁποία σέβεται τὶς θρησκευτικὲς ἀρχὲς καὶ ἀπόψεις τῶν ἄλλων, δὲν σημαίνει συγκρητισμὸ καὶ ἀλλοτρίωση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἀντίθετα, ἀπαιτεῖ οὐσιαστικὴ γνώση τῆς πίστης μας μαζὶ μὲ μιὰ συνεχῆ βίωσή της ἐν μετανοία, ταπεινοσύνη καὶ γνήσια ἀγάπη. Τὸ μήνυμα τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν πανηγυρικὴ συλλειτουργία στὴ Βηθλεὲμ στὶς 7 Ἰανουαρίου τοῦ 2000 τόνισε: «Προσβλέπομεν πρὸς τὰς ἄλλας μεγάλας θρησκείας, ἴδιᾳ δὲ τὰς μονοθεϊστικάς, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ, προτιθέμενοι νὰ οἰκοδομήσωμεν ἔτι πλέον τὰς προϋποθέσεις διαλόγου μετ’ αὐτῶν ἐπὶ τῷ τέλει τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως ὅλων τῶν λαῶν... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τὴν μισαλλοδοξίαν καὶ καταδικάζει τὸν θρησκευτικὸν φανατισμόν, ὁποθενδήποτε ἤθελον ἐκδηλωθεῖ τοιαῦτα φαινόμενα». Γενικά, ὑποστηρίζει τὴν ἁρμονικὴ συνύπαρξη τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων καὶ μειονοτήτων καθὼς καὶ τὴν ἐλευθερία συνείδησης τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ τοῦ κάθε λαοῦ.

Τὸ βασικότερο χαρακτηριστικὸ στὴ σύγχρονη Εὐρώπη εἶναι τὸ αὐξανόμενο ποσοστὸ αὐτῶν ποὺ δηλώνουν ὅτι δὲν θέλουν νὰ ἀνήκουν σὲ καμιὰ θρησκεία. Στὶς χῶρες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, τὸ ποσοστὸ τῶν χριστιανῶν ἔχει σημαντικὰ μειωθεῖ. Στὴν Τσεχία πχ. οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν τὸ 33%. Παλαιότερη στατιστική (του 1990) ἀνέφερε ὅτι σὲ 15 χῶρες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης ἐδήλωναν κατὰ μέσο ὄρο ὅτι τὸ 70% πιστεύουν σὲ Θεό, τὸ 61% σὲ ψυχή, τὸ 43% σὲ ζωὴ μετὰ θάνατο, τὸ 33% σὲ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τὸ δὲ 40% δὲν ἐκκλησιάζονται ποτέ. Βεβαίως, οἱ θρησκευτικὲς στατιστικὲς εἶναι πολὺ σχετικές. Συχνά, τὰ στοιχεῖα ποὺ δίνουν προκαλοῦν σύγχυση (πχ. ἡ τελευταία στατιστικὴ σημειώνει ὅτι στὴ Σουηδία οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν τὸ 91% ἐνῶ ἐκείνη τοῦ 1990, ὅτι σὲ Θεὸ πιστεύουν τὸ 45%! Τὴ θρησκευτικὴ αὐτὴ πολυμορφία κάνει περισσότερο σύνθετη τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ὅσοι δηλώνουν ὅτι ἀνήκουν σὲ κάποια θρησκευτικὴ κοινότητα, σὲ μεγάλο ποσοστὸ ἔχουν διαποτιστεῖ μὲ ἀδιαφορία, ἀπὸ τὸ ἦθος τῆς ἐκκοσμίκευσης ποὺ διαχέεται στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν περισσοτέρων εὐρωπαϊκῶν χωρῶν. Στὴν ἀτμόσφαιρα αὐτὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης ἀναπνέουν βεβαίως καὶ κοινωνίες ἐκ παραδόσεως Ὀρθόδοξες. Καίτοι, σύμφωνα μὲ τὶς στατιστικές, σὲ ὁρισμένες περιοχὲς πάνω ἀπὸ τὸ 90% δηλώνουν Ὀρθόδοξοι.

Τὸ ρεῦμα τῆς θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας στὴν Εὐρώπη συχνὰ γίνεται πιὸ ὁρμητικὸ μὲ τὴν ἐπίμονη παρέμβαση κύκλων ποὺ ἐπιμένουν νὰ ἐξοβελίσουν τὴ θρησκεία ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ζωή. Συνήθως, ἔχοντας ὡς πρότυπο τὴ γαλλικὴ laicite, προβάλλουν ἐπίμονα ἀπόλυτες θέσεις. Ὑπάρχει μία τάση νὰ ἐξελιχθεῖ ἡ μαχητικὴ ἐκκοσμίκευση (secularism) σὲ ἕνα εἶδος ψευδοθρησκείας. Ἐπιδιώκοντας νὰ σπρώξει στὸ περιθώριο τὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες, καὶ ἰδιαίτερα τὸν Χριστιανισμό, σὲ γκέτο ὅπου θὰ ἐπιτρέπεται νὰ ζεῖ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ δρᾶ κοινωνικά. Ἔμμεσα ζητεῖ νὰ προωθήσει τὸ παλαιὸ σοβιετικὸ πρότυπο γιὰ τὸν περιορισμὸ τῆς θρησκείας. Ὅπως φάνηκε στὴ διαδικασία τῆς σύνταξης τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Συντάγματος, οἱ φονταμενταλιστὲς τῆς laicite πέτυχαν νὰ ἔχουν ἀποφασιστικὴ ἐπιρροή.

Παράλληλα μὲ τὸ ρεῦμα τῆς ἐκκοσμίκευσης, τὸ κοινό τῆς Εὐρώπης ἐπηρεάζεται τελευταίως ἀπὸ ἀόριστες θρησκευτικὲς μεταφυσικὲς ἰδέες. Χαρακτηριστικὰ τὴν ἀποκαλύπτουν τὰ best seller τῆς παιδικῆς λογοτεχνίας. Γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ 20ου αἰώνα, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπημένους ἥρωες ἦταν ὁ Oliver Twist τοῦ Ch. Dickens. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 21ου αἰώνα, τὴ θέση του ἔχει πάρει ὁ Χάρυ Πότερ τῆς G.K. Rowling. Στὴν ἱστορία τοῦ Oliver Twist, τὸ Καλὸ καὶ τὸ Κακὸ προσδιορίζονται σὲ μεγάλο βαθμὸ μὲ κοινωνικοὺς ὅρους. Στὶς περιπέτειες τοῦ Χάρυ Πότερ, τὸ Καλὸ καὶ τὸ Κακὸ ἀνήκουν στὴ σφαῖρα τῆς μεταφυσικῆς καὶ ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴ μοῖρα. Στὴν πρώτη περίπτωση, ἡ τραγικότητα τῆς ζωῆς μεταμορφώνεται μὲ τὴν παρέμβαση ἑνὸς εὐγενοῦς διανοούμενου. Ἀντίθετα, ὁ ἥρωας τῶν σημερινῶν παιδικῶν βρίσκει καταφύγιο στὸ σκοτεινὸ κόσμο τῆς φαντασίας, διότι τὸ ὁρατὸ περιβάλλον τοῦ εἶναι ἐχθρικό. Τὸ μαγικὸ ραβδὶ στὸ χέρι του ἀλλάζει τὴν εἰκόνα τοῦ κόσμου. Πρόθεσή του εἶναι νὰ ὁρίσει τὸ περιβάλλον του χρησιμοποιώντας μεταφυσικὲς ἀόρατες δυνάμεις τοῦ σύμπαντος. Ἡ ἐκπληκτικὴ ἐπιτυχία στὸ εὐρὺ ἀναγνωστικὸ κοινὸ σὲ πάρα πολλὲς χῶρες φανερώνει τὴν ἰδιαίτερη γοητεία ποὺ ἀσκεῖ σήμερα ἡ φυγὴ στὸ φανταστικό, σὲ κόσμους μαγικούς, Συγχρόνως, ὅμως, φανερώνει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ μία περιοχὴ ποὺ ὑπερβαίνει τὴν κλασικὴ λογικὴ στὴν ὁποία στηρίχθηκε ὁ Εὐρωπαϊκὸς Διαφωτισμὸς στὸ χῶρο τῆς ἐπιστήμης, τῆς φιλοσοφίας, τῆς αἰσθητικῆς δίνοντας ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν κριτικὴ λειτουργία τοῦ ὀρθοῦ λόγου σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα.

Ὁ προηγούμενος αἰώνας κύλησε μέσα στὴν ἐπιρροή, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀναστατώσεις καὶ τὶς ἐλπίδες ποὺ δημιούργησαν σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ὁ Μαρξισμὸς καὶ ὁ Λενινισμός, μὲ τὸ ὄνειρο τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Φιλελευθερισμός, ἡ βιομηχανικὴ ἐπανάσταση, ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας ποὺ ὑποσχέθηκε τὴ λύση ὅλων τῶν ἀνθρώπινων προβλημάτων μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ πρόοδο.

Παράλληλα μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τὴ θρησκευτικὴ ἀδιαφορία ποὺ διαχέονται στὴν Εὐρώπη, παρατηρεῖται σήμερα σὲ παγκόσμια κλίμακα μία ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸ Ὑπερβατικό, γιὰ τὸ Θεό. Μία μεταφυσικὴ ἀναζήτηση. Ἐδῶ ὅμως διαφαίνονται δύο κίνδυνοι: Πρῶτον, ἡ ἀλλοίωση τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας μὲ μεταλλαγμένα προϊόντα διάφορων θρησκευτικῶν θεωριῶν ποικίλης προέλευσης ποὺ προτείνουν μία ἀόριστη μεταφυσικὴ καὶ πνευματικότητα, ἡ ὁποία τελικὰ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἀπροσδιόριστο κενό. Δεύτερον, ἡ στρέβλωση τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος, μὲ προσανατολισμὸ τὴν περιφρόνηση τῶν ἀντιφρονούντων καὶ τὸ μίσος. Μὲ ἀποκορύφωμα, ἕνα κράμα βίας καὶ θρησκευτικῶν συνθημάτων ποὺ ἐνισχύουν σειρὰ ἀπὸ τρομοκρατικὲς ἐνέργειες.

Στὸ θρησκευτικὸ μωσαϊκό της Εὐρώπης ἕνα σοβαρὸ τμῆμα πλέον κατέχει τὸ Ἰσλάμ. Στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση διαβιοῦν σήμερα πολλὰ ἑκατομμύρια μουσουλμάνοι διαφορετικῶν ἐθνικῶν καταγωγῶν: Περίπου 4 ἑκατ. στὴ Γαλλία, 2,5 ἑκατ. στὴ Γερμανία, 2 ἑκατ. στὴ Βρετανία, 0,5 ἑκατ. στὴν Ὀλλανδία, 0,5 ἑκατ. στὴν Ἰταλία, 300 χιλιάδες στὸ Βέλγιο, κλπ.

Μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ 21ου αἰώνα, κεντρικὴ θέση στὴν παγκόσμια δημόσια σκηνὴ πῆρε μία ἔντονη ἀντιπαράθεση Δυτικοῦ κόσμου καὶ Ἰσλάμ, γεγονὸς ποὺ ἐπηρεάζει πολυτροπα καὶ τὴν Εὐρώπη. Οἱ τρομοκρατικὲς ἐνέργειες οἱ ὁποῖες ἄρχισαν μὲ αὐτὴ τῆς 11ης Σεπτεμβρίου τοῦ 2001 καὶ συνεχίστηκαν στὴ Μαδρίτη, τὸ Λονδίνο καὶ ἀλλοῦ, ἐγκαινίασαν τὴ σύγκρουση μεταξὺ ὁρισμένης μερίδας τοῦ Ἰσλὰμ καὶ τῆς Δύσης. Διάφορες ἐνέργειες τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅσο καὶ παραλείψεις, ἔχουν συμβάλλει στὸ νὰ φαίνεται ὅτι κινούμεθα πρὸς «σύγκρουση πολιτισμῶν». Πολλοὶ χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ἀντιθέτως ἐπιμένουμε στὸ διάλογο καὶ τὴ σύμπραξη τῶν πολιτισμῶν, στὸ σεβασμὸ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἀποφυγὴ δαιμονοποιήσης τοῦ διαφορετικοῦ.

Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Δυτικοῦ κόσμου ἔχει ἐπικεντρωθεῖ σὲ μία μορφὴ/τάση τοῦ Ἰσλάμ, τὴν ἐπιθετική, ποὺ ἐπικαλεῖται τὴ Τζιχάντ. Ὁ ὅρος αὐτὸς ἀνακριβῶς ἔχει ἀποδοθεῖ ὡς «ἱερὸς πόλεμος». Ἡ ἐτικέτα «ἱερὸς» εἶναι περιέργως μία δυτικὴ προσθήκη. Τζιχὰντ κατὰ κυριολεξία σημαίνει «τὸ νὰ ἀγωνίζεται, νὰ παλεύει κανεὶς» καὶ μπορεῖ καλύτερα νὰ ἀποδοθεῖ ὡς «πάλη» («ἀγώνας»). Ὁρισμένοι μουσουλμάνοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Τζιχὰντ ἀναφέρεται στὴν πνευματικὴ πάλη, ἄλλοι ὅτι στηρίζει τὴν ἄμυνα κατὰ τῆς διαφθορᾶς τῆς πίστης καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ ὄχι τὸν ἐπιθετικὸ πόλεμο. Ἀλλὰ αὐτὲς οἱ ἑρμηνεῖες δὲν εἶναι ἀποδεκτὲς ἀπὸ τοὺς ἀκραίους ἰσλαμιστές, οἱ ὁποῖοι σὲ πολλὲς χῶρες ἐπηρεάζουν τὴν πλειοψηφία. Τὸ Ἰσλὰμ ὅμως στὸ σύνολό του δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν τρομοκρατία. Κρύβει ἐπίσης πολὺ σημαντικὲς θρησκευτικές, πνευματικὲς καὶ πολιτιστικὲς δυνάμεις καὶ ὀφείλουμε νὰ τὸ προσεγγίσουμε μὲ ἰδιαίτερη προσοχή.

Ἡ Εὐρώπη δὲν νομίζω ὅτι ἀπειλεῖται ἀπὸ ἕνα τρομοκρατικὸ Ἰσλάμ. Τὸ πιὸ οὐσιαστικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ μουσουλμανικὴ διείσδυση καὶ ἀνάπτυξη. Τὸ κρίσιμο σημεῖο γιὰ τὴν ἤπειρό μας σήμερα δὲν εἶναι τόσο ὅτι τὸ Ἰσλάμ, ἀραβικὸ - τουρκικό, συναντᾶ μία κατὰ παράδοση χριστιανικὴ κοινωνία, ὅσο ὅτι αὐτὸ εἰσέρχεται σὲ μία Εὐρώπη στὴν ὁποία ἡ χριστιανικὴ συνείδηση καὶ ζωὴ εἶναι διαβρωμένες ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία καὶ τὴν ἐκκοσμίκευση. Μὲ λαοὺς ποὺ λέγονται μὲν χριστιανικοί, ἀλλὰ δὲν ἐμπνέονται ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς ἀξίες, δὲν ζοῦν τὴ χριστιανικὴ πίστη. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα πίστης, μὲ τὰ πολυποίκιλα κενὰ ποὺ ἀφήνει, μπορεῖ νὰ στοιχίσει πολλαπλὰ στὴ νέα συνύπαρξη ποὺ ἐπιχειρεῖται, διευκολύνοντας τὴν εὐρύτερη ἐπιρροὴ τοῦ Ἰσλάμ. Ἕνα θρήσκευμα μὲ πίστη καὶ ἐνθουσιασμὸ διαθέτει σφρίγος ἐπίδρασης, πράγμα τὸ ὁποῖο στερεῖται μία χαλαρὴ θρησκευτικὴ κοινωνία ποὺ στηρίζει τὴν ἰσχὺ της πρωτίστως στὸν τεχνολογικὸ ἐξοπλισμό.

Τὸ δέον γιὰ τοὺς χριστιανοὺς

Πρώτιστο χρέος τῶν χριστιανῶν τῆς Εὐρώπης ἀποτελεῖ ἡ ὑπέρβαση τῶν ἀντιθέσεων, οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικοῦ χαρακτήρα, ἡ συνεργασία μεταξύ τους καὶ ἡ συνειδητὴ προσπάθεια γιὰ περαιτέρω προσέγγιση.

Ἤδη στὸν προηγούμενο αἰώνα εἶχαν συντελεσθεῖ σοβαρὰ βήματα γιὰ τὴν καλύτερη γνωριμία καὶ ἐν πολλοῖς τὴν ἀλληλοκατανόηση. Στὴ Διάσκεψη τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν (Conference of European Churches) μετέχουν σήμερα 126 εὐρωπαϊκὲς Ἐκκλησίες καὶ Κοινότητες (Ὀρθόδοξοι, Ἀγγλικανοί, Λουθηρανοί, Πρεσβυτεριανοί, Βαπτιστὲς καὶ ἄλλες προτεσταντικὲς ὁμάδες). Καὶ ἡ Διάσκεψη αὐτὴ συνεργάζεται ἁρμονικὰ μὲ τὸ «Συμβούλιο τῶν καθολικῶν ἐπισκοπικῶν Διασκέψεων» (Consilium Conferentiarum Episcoporum Europae [CCEE]). Ἐφέτος μάλιστα, ἑτοιμάζουμε ἀπὸ κοινοῦ τὴν 3η Εὐρωπαϊκὴ Οἰκουμενικὴ Συνέλευση (τὸ Σεπτέμβριο, στὸ Σιμπιοὺ τῆς Ρουμανίας), μὲ θέμα: «Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὴν Εὐρώπη, τὸν κόσμο». Στὸν αἰώνα μας, σὲ ἐπανειλημμένες ἐπίσημες συναντήσεις ἡγετῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει διακηρυχθεῖ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ὅπως τὸ προαναφερθὲν Μήνυμα τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸ πανηγυρικὸ συλλείτουργο στὴ Βηθλεὲμ στὶς 7 Ἰανουαρίου 2000. Τελευταίως, στὶς διακηρύξεις στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τὸν Πάπα Βενέδικτο XVI, καθὼς καὶ κατὰ τὴν Ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χριστοδούλου στὴ Ρώμη, κτλ.

Δὲν λείπουν ὅμως καὶ οἱ ἀντίθετες φωνὲς ποὺ ἐπιμένουν στὸ status quo. Τόσο στὴν Ἀνατολή, ὅσο καὶ στὴ Δύση, ὑπάρχουν ὁμάδες χριστιανῶν (πχ. ἀκραῖοι Εὐαγγελικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι κύκλοι) ποὺ ἀντιτίθενται σὲ πρωτοβουλίες γιὰ τὴ χριστιανικὴ προσέγγιση. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι οἱ ἐπαφές μας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοτριώσουν τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα κὰ ἦθος. Ἄλλοι πιστεύουμε ὅτι εἶναι χρέος μας νὰ συμμετέχουμε σ’ αὐτή, συμμεριζόμενοι τοὺς κοινοὺς προβληματισμοὺς καὶ προσφέροντας τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία.

Ἀσφαλῶς, ὑπάρχουν πολλὰ προβλήματα θεολογικά, ἐκκλησιολογικά, πρακτικά, τὰ ὁποία χωρίζουν τοὺς χριστιανοὺς τῆς Εὐρώπης. Καὶ θὰ χρειασθεῖ ὑπεύθυνη καὶ συστηματικὴ συζήτηση ἐπὶ διαφόρων θεμάτων. Κανεὶς πάντως ἀπὸ ὅσους μετέχουν στὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ταυτότητά του. Ἄλλωστε, ἡ οὐσιαστικὴ συμβολή μας δὲν εἶναι ὁ συμβιβασμὸς - σιωπή, ἀλλὰ ἡ σοβαρὴ κριτικὴ σκέψη, ἡ προσφορὰ τοῦ θησαυροῦ τῆς παράδοσης καὶ θεολογίας ποὺ συνδέει ὀργανικὰ τὸ σήμερα μὲ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή.

Γενικὰ πάντως, θὰ ἦταν τραγικό, ἐνῶ οἱ πολιτικές, ἐπιστημονικές, πολιτιστικές, οἰκονομικὲς δυνάμεις προωθοῦν τὴν ἑνότητα τῶν πολιτῶν τῆς Εὐρώπης στηρίζοντας ἔτσι τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀσφάλεια τῆς ἠπείρου, οἱ Ἐκκλησίες νὰ στηρίζουν καὶ νὰ ἐπιδιορθώνουν τὰ παραπετάσματα ἀνάμεσά τους. Κάτι χειρότερο: Θὰ ἦταν σκάνδαλο.

Παράλληλα πρὸς τὴν προσπάθεια προσέγγισης στὴ σύγχρονη συζήτηση γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς εὐρωπαϊκῆς ταυτότητας καὶ τὶς προοπτικές τῆς ἠπείρου μας, οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι: στὴ διαμόρφωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, πρωταγωνιστικὸ ρόλο διαδραμάτισαν τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα, τὸ ρωμαϊκὸ καὶ τὸ χριστιανικό. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη συνεισέφερε τὴν ἰδέα τῆς δημοκρατίας, τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ κάλλους, ἡ ρωμαϊκὴ παράδοση τὶς ἀρχὲς τῆς ὀργάνωσης, τῆς διοίκησης καὶ τοῦ δικαίου, καὶ ὁ Χριστιανισμὸς τὴ δύναμη τῆς πίστης, τῆς συγγνώμης καὶ τῆς ἀγάπης. Ἀκόμη, ὁ Χριστιανισμὸς προσέφερε ζωτικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὴν ἀποκάλυψη τῆς δυναμικῆς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης μέσα στὴν ἱστορία, τὴν πίστη σὲ κάτι ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται λογικὰ ἀδύνατο -κάτι ποὺ ὁδήγησε στὴ γενικότερη ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς πέρα ἀπὸ τὰ φαινόμενα καὶ τὴν ἁπλὴ ἀναγκαιότητα- καὶ μία διάθεση ἀγωνιστική, γιὰ τὴν αὐθυπέρβαση στὸν πνευματικὸ βίο, ἡ ὁποία ἀναδιπλώνει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις σὲ μία συνεχῆ μεταμορφωτικὴ πορεία.

Συχνὰ ἀποσποῦμε ὁρισμένες πνευματικὲς ἀξίες καὶ δίνουμε σ’ αὐτὲς ἀποκλειστικὰ τὴν ἰθαγένεια τῆς μίας ἢ τῆς ἄλλης καταγωγῆς. Ἱστορικὰ ὅμως αὐτὲς δέχθηκαν ἀλληλεπιδράσεις, ἀλληλοσυμπληρώθηκαν καὶ τελικὰ συμβιώνουν σὲ ἀλληλοπεριχώρηση. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἀμφισβητήθηκαν ἀπὸ τὴ μία ἢ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἐξελίχθηκαν καὶ ὡρίμασαν.

Ἡ πνευματικὴ ζωτικότητα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ στηρίζεται στὴν πνευματικὴ ἀναζήτηση, τὴν κριτικὴ στάση, τὸ διάλογο, τὴν αὐτοκριτική, τὴν προσπάθεια ὑπερβάσης τῆς ἀποτυχίας, τὴ σύνθεση, τὸν οἰκουμενικὸ προβληματισμό. Αὐτὰ ἀσφαλῶς σχετίζονται τόσο μὲ τὴν κληρονομία τῆς ἑλληνικῆς σκέψης ὅσο καὶ μὲ τὴ δυναμική τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς: τὴ διάθεση μετανοίας, κάθαρσης καὶ ἀνανέωσης.

Εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη στὴ νέα ἰδεολογικὴ θρησκευτικὴ ζύμωση ἡ Εὐρώπη νὰ ἐπανεύρει τὸ πνευματικό της ὑπόβαθρο, τὶς χριστιανικές της ρίζες. Καὶ νὰ ἀφήσει ἐλεύθερα τοὺς χυμούς τους νὰ ζωογονήσουν τὴ ναρκωμένη πνευματική της ζωή. Νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ τεχνολογικὴ δύναμη γιὰ τὴ διαμόρφωση ἐλεύθερων καὶ ὑπεύθυνων ἀνθρώπων, γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς συνοχῆς τῆς κοινωνίας. Βεβαίως, οἱ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνουν οὔτε κύριοι, οὔτε ὑπηρέτες, οὔτε ἐργαλεῖο τοῦ κράτους. H σαφὴς ἀναφορά μας στὶς χριστιανικὲς καταβολὲς τῆς Εὐρώπης οὔτε κατὰ τῆς ἀνεξιθρησκείας εἶναι οὔτε κατὰ τῆς συνύπαρξης μὲ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευτικῶν παραδόσεων ἢ φιλοσοφικῶν ἀντιλήψεων. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Τὸ νηφάλιο χριστιανικὸ πνεῦμα ἐξασφαλίζει τὸν εἰλικρινῆ σεβασμὸ στὴν ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου καὶ λαοῦ.

Πιὸ ἄμεσα, στὴ δημόσια συζήτηση ποὺ γίνεται σήμερα στὴν Εὐρώπη, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναφέρεται στὸ ἱερό, στὸ ἅγιο, στὸν προσωπικὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐκφράζει δημόσια τὴν πίστη του. Ὁ χλευασμὸς τῆς χριστιανικῆς πίστης ποὺ καλλιέργησαν ὁρισμένοι μαχητικοὶ ἀθεϊστικοὶ κύκλοι, δὲν ἔχει θέση σὲ μία Εὐρώπη, ἡ ὁποία στηρίζεται στὸ σεβασμὸ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὸ δικαίωμα τῶν Ἐκκλησιῶν μας νὰ ρυθμίζουν ἐλεύθερα τὴ συμπεριφορὰ τους σύμφωνα μὲ τὶς δικές τους παραδόσεις καὶ νὰ διακηρύσσουν δημόσια τὶς χριστιανικές τους πεποιθήσεις.

Οἱ Ἐκκλησίες τῆς Εὐρώπης ὀφείλουν προσέτι νὰ ὑπενθυμίζουν πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις ὅτι ἡ ἤπειρός μας εἶναι πολὺ εὐρύτερη ἀπὸ ὅ,τι ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση. Καὶ ὅτι ἀποτελοῦν τὸν αὐτονόητο πνευματικὸ δεσμὸ μὲ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς χῶρες, οἱ ὁποῖες ἀκόμη δὲν ἀνήκουν σὲ αὐτή, ἐπιμένοντας στὴν ἀνάγκη συνδιαλλαγῆς καὶ συμφιλίωσης. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἕνα σύμπλεγμα ἀπὸ ἄπειρες ἀντιθέσεις. Διαφορετικὲς καὶ πολὺ συχνὰ ἀντίθετες ψυχικὲς διαθέσεις γεννιοῦνται στὸν Βορρᾶ καὶ τὴ Μεσημβρία, στὴ Δύση καὶ τὴν Ἀνατολή. Τὸ εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα προϋποθέτει τὴν κατανόηση τῆς ἁρμονίας τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συνόλου. Ἡ μεγάλη ἀξία αὐτοῦ τοῦ συνόλου εἶναι ὅτι κατόρθωσε νὰ ἑνώσει σὲ μία ἀνώτερη σύνθεση τὶς ἀντιθέσεις ποὺ τὸ ἀποτελοῦν (Γ. Θεοτοκᾶς). Οἱ Ἐκκλησίες τῆς Εὐρώπης καλοῦνται νὰ συμβάλλουν στὴν ἁρμονικὴ συμβίωση τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν δείχνοντας σεβασμὸ στὴν ποικιλία τῶν παραδόσεών τους, καλοῦνται νὰ ἐργασθοῦν γιὰ μία ἑνότητα σεβόμενη τὴ διαφορετικότητα.

Τὸ σημαντικότερο, ὅμως, γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ἀνανέωση καὶ ἡ οὐσιαστικὴ βίωση τῶν ἄρχων τοῦ Εὐαγγελίου. Ἕνας ἐπιφανειακὸς καὶ συμβατικὸς Χριστιανισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ προσφέρει κάτι τὸ οὐσιαστικό. Ἐπιβάλλεται, κατὰ πρῶτο λόγο, οἱ χριστιανοὶ νὰ διατηρήσουμε τὸν ὀργανικὸ δεσμὸ μὲ τὶς ρίζες μας. Νὰ βιώνουμε στὸ σήμερα τὸ μυστήριο τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς ταπείνωσης, τῆς αὐτοθυσίας, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς εἰλικρινοῦς ἀγάπης πρὸς ὅλους.

Γιὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν στὸν ἱστορικό τους ρόλο οἱ Ἐκκλησίες καὶ νὰ συμβάλλουν στὴν πνευματικὴ πορεία τῆς Εὐρώπης, θὰ χρειασθεῖ πρὶν ἀπὸ ὅλα νὰ εἶναι συνεπεῖς στὸ μυστηριακὸ - σωτηριολογικὸ τους χαρακτήρα. Νὰ μὴν καταντήσουν σὰν μερικὰ ἀπὸ τὰ πολλὰ ΜΚΟ (Μὴ Κυβερνητικοὺς Ὀργανισμούς), ὅπως ὁρισμένοι θὰ προτιμοῦσαν. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Σῶμα Χριστοῦ», χῶρος ὅπου τελεσιουργεῖται ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὑπέρβαση τῆς ὑπαρξιακῆς του ἀγωνίας, ἡ ἕνωσή του μὲ τὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης. Εὐχαριστιακὴ κοινότητα πιστῶν ποὺ βιώνει τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴ φθορά, ποὺ ἀπαντᾶ στὶς βαθύτερες πνευματικὲς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ προσφέρει τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση, τὴ νοηματοδότηση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ποὺ βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀντιμετωπίζει τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο μὲ τὴν πνοὴ καὶ τὴ δύναμη τῆς Ἀνάστασης.

Συμβολὴ στὴν ἐνδυνάμωση βασικῶν πνευματικῶν ἀξιῶν

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ἔχουν ἱστορικὸ χρέος νὰ συνεχίσουν νὰ συμβάλλουν οὐσιαστικὰ στὴ στήριξη τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν ποὺ γεννήθηκαν στοὺς κόλπους τους καὶ νὰ ἐκφράζουν τὸ βαθύτερο μήνυμά τους. Ἐπισημαίνω μερικὲς βασικὲς ἀπὸ αὐτές:

Τονισμὸς τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου ὡς βασικοῦ ἀνθρώπινου δικαιώματος. Ἡ ἀρχὴ αὐτή, ποὺ ἀποτέλεσε τὸ θεμέλιο τῆς νομοθεσίας τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, στηρίχθηκε σὲ ἕνα ὑποσυνείδητο ποὺ διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη. Ὅπως τονίζει ὁ Μπερντιάγεφ, «Ὁ ἀνθρωπισμός, καὶ συνεπῶς ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νὰ ἀναγεννηθεῖ μόνο ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ βάθη. Ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ προσώπου προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ». Ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια δὲν ἀποτελεῖ μία ἀόριστη ἀστικὴ ὑπερηφάνεια. Στηρίζεται στὴν πίστη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱερὸ πρόσωπο, δημιούργημα τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ.

Συνέπεια τῆς προηγουμένης ἀρχῆς εἶναι ὁ σεβασμὸς πρὸς κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς, φύλου, παιδείας, θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, καθὼς καὶ ἡ διασφάλιση τῆς ἐλευθερίας του. Ἡ ἐλευθέρια εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ κεντρικὲς ἰδέες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἐλεύθερος Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερο καὶ γιὰ αὐτὸ ὑπεύθυνο γιὰ τὶς πράξεις του. Ἀξιοπρέπεια, ἐλευθερία καὶ ὑπευθυνότητα ἀλληλοπεριχωροῦνται. Σχετικὰ μὲ τὴν ἀτομικὴ ἐλευθερία, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος: «πρέπει νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ ἐλευθερία μας δὲν εἶναι μόνο προσωπικὴ ἀλλὰ διαπροσωπική. Ὡς ἀνθρώπινα ὄντα δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα γνησίως ἐλεύθεροι μένοντας ἐν ἀπομονώσει, ἀρνούμενοι τὴ σχέση μας μὲ τοὺς συνανθρώπους μας. Δυνάμεθα νὰ εἴμεθα γνησίως ἐλεύθεροι ἐὰν γίνωμεν μέρος μίας κοινότητος ἄλλων ἐλευθέρων προσώπων. Ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι μοναχική, εἶναι κοινωνική».

Ἡ βιβλικὴ πίστη περὶ γάμου καὶ οἰκογένειας διαμόρφωσε τὶς ἀρχὲς γιὰ τὴ μονογαμία ποὺ ἀποτέλεσε τὸ κύτταρο τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας καὶ καθόρισε τὶς σχέσεις τῶν δύο φύλων. Τόνισε καὶ ἀνέπνευσε τὴν πιστότητα καὶ τὴν προσωπικὴ ἀπάρνηση ὡς βασικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴν ἀντοχή του. Ἂν διαταραχθεῖ ἡ βασικὴ αὐτὴ δομή, ἡ κοινωνία ὁδηγεῖται στὴν παρακμή. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ἔχουμε τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὶς ἀλήθειες αὐτές, στὶς ὁποῖες στηρίχθηκε ὅ,τι πιὸ μεγαλειῶδες καὶ ἁγνὸ δημιούργησε ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός.

Κάθε πιστὸς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ὑπεύθυνος πολίτης τῆς χώρας του καὶ γενικότερά της Εὐρώπης. Νὰ κινεῖται μὲ συνέπεια, ἐντιμότητα καὶ δημιουργικότητα, νὰ συμβάλλει στὴ διαμόρφωση τῆς κοινωνίας προσώπων, ἐνισχύοντας τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἰσότητα, τὴν ἀλληλεγγύη σὲ ἐπάλληλους κύκλους. Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο λαὸ στὸν ὁποῖον ἀνήκει, ἀγκαλιάζοντας ὅλους τους λαοὺς τῆς Εὐρώπης καὶ ἐπεκτείνοντας τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν ἀξιῶν αὐτῶν σὲ ὅλη τὴ γῆ.

Σοβαρὴ ἐπικαιρότητα ἀποκτᾶ καὶ τὸ ἀσκητικὸ ἦθος τῆς λιτότητας καὶ ἐγκράτειας ποὺ ἀκραιφνέστερα ἔχει τονισθεῖ στὴν Ἀνατολικὴ Χριστιανοσύνη. Ἡ καλλιέργειά του μπορεῖ νὰ συμβάλλει ὡς ἀνάχωμα στὸν χείμαρρο τοῦ καταναλωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ νὰ κατακλύσει τὴ ζωή μας μὲ συσσώρευση ἀχρήστων πραγμάτων ποὺ προβάλλονται ὡς ἀναγκαῖα.

Παρὰ τὴν πρόοδο καὶ τὶς πολλὲς ἐξελίξεις τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ὁρισμένα χαρακτηριστικά τοῦ ἀνθρώπου παραμένουν σταθερὰ στοὺς αἰῶνες: Ἡ πλεονεξία, ἡ βία, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ὑποκρισία, γενικὰ ἡ ἁμαρτία. Ἰδιαίτερα στὴν ἐποχὴ μας ἔχουν προστεθεῖ οἱ ἀναστατώσεις ποὺ φέρνουν στὴν ἀτομικὴ καὶ στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τὰ ναρκωτικά, τὸ aids, ἡ αἴσθηση μοναξιᾶς καὶ κενοῦ, ἡ ἔλλειψη νοήματος στὴ ζωή. Ἀσφαλῶς δὲ τὰ προβλήματα δὲν τὰ λύνουν οἱ γενικόλογες ἰδέες καὶ ἡ ξύλινη γλώσσα ποὺ ἐπαναλαμβάνει μηχανικὰ λέξεις μὲ ἱερὴ σημασία. Ποιὸς θὰ μεταφέρει παλμὸ ζωῆς; Χρειάζεται πίστη καὶ ἐνθουσιασμὸς γιὰ τὴν πορεία τῆς Εὐρώπης, πίστη στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ μέλλον του. Κρυστάλλινη πηγὴ αὐτοῦ του εἴδους πίστης παραμένει ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ μεγαλειώδης ὅμως συμβολὴ τῆς χριστιανικῆς πίστης ὑπῆρξε –καὶ παραμένει εἰς τὸ διηνεκὲς- ἡ ἀρχὴ τῆς ἀγάπης, μὲ τὸ εὖρος, τὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος ποὺ δόθηκε στὴν ἔννοιά της. Μέσα σὲ αὐτή, ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ὁ τονισμὸς τῆς συγγνώμης. Ἡ δυνατότητα συγχώρησης ἐξουδετερώνει ἀντιθέσεις καὶ πολύμορφες ἔχθρες, γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὴν οὐσιαστικὴ συμφιλίωση ἀτόμων καὶ λαῶν. Ἡ ἔμπνευση ποὺ προσέφερε ἡ χριστιανικὴ πίστη σὲ ἑκατομμύρια πιστοὺς γιὰ τὴ βίωση τῆς συγχωρητικότητος καὶ τῆς ἀγάπης εἶναι ἱστορικὰ τεκμηριωμένη. Χωρὶς ἀγάπη, ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς χάνει τὴν πνοή, τὴ δύναμη καὶ τὴν ὀμορφιά του.

Ἡ ἀναζωογόνηση, λοιπόν, καὶ ὄχι ἡ περιθωριοποίηση τῆς χριστιανικῆς πίστης, ἡ βίωση τῆς οὐσίας, τῆς δύναμης καὶ τοῦ κάλλους της θὰ βοηθήσουν τὶς εὐρωπαϊκὲς κοινωνίες νὰ διατηρήσουν τὴν ταυτότητά τους καὶ νὰ ἀναπτύξουν τὶς ἀξίες ποὺ ἀποτελοῦν τὸν πυρήνα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, καθὼς καὶ τὸν δημιουργικὸ δυναμισμό τους.

Γιὰ νὰ βρισκόμαστε οἱ χριστιανοὶ στὴν πνευματικὴ ἐμπροσθοφυλακὴ τῆς σύγχρονης Εὐρώπης, ὀφείλουμε νὰ δίνουμε μεγαλύτερη προσοχὴ καὶ σὲ μερικὰ γενικότερα κρίσιμα προβλήματα.

Ἐπιβάλλεται νὰ ἀντισταθοῦμε στὴ χρησιμοποίηση τῆς θρησκείας γιὰ πολεμικὲς συγκρούσεις, καθὼς καὶ γιὰ στήριξη καὶ τόνωση τῆς τρομοκρατίας. Στὴν ἐποχή μας, οἱ θρησκεῖες ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν ἐπιρροή, ἀλλὰ βεβαίως δὲν καθορίζουν τὶς ἀποφάσεις τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων. Οἱ τελευταῖες λαμβάνονται βάσει ἄλλων κριτηρίων καὶ συμφερόντων. Συγχρόνως ὅμως, ἡγετικὰ χείλη τῶν ἀντιμαχομένων χρησιμοποιοῦν τὴ θρησκευτικὴ ὁρολογία ἐπικαλούμενοι τὸ Θεό. H θρησκευτική, λοιπόν, συνείδηση καλεῖται νὰ ἀντισταθεῖ, ὥστε νὰ μείνει τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα στὸν ἱερὸ ρόλο του: τὴν εἰρήνευση, τὴν καταλλαγή, τὴ συγγνώμη, τὴν ἐπούλωση τῶν τραυμάτων.

Στὸν προηγούμενο αἰώνα, τὸ ρόλο τοῦ πρωταγωνιστῆ γιὰ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ τοῦ ὑπερασπιστῆ τῶν φτωχῶν εἶχε κατεξοχὴν ἀναλάβει τὸ κομμουνιστικὸ κίνημα βασισμένο σὲ ἀθεϊστικὲς προϋποθέσεις. Στὸν αἰώνα μας, βλέπουμε νὰ διεκδικοῦν ἕναν τέτοιο πρωταγωνιστικὸ ρόλο προστασίας καὶ ὑπεράσπισης τῶν φτωχῶν ὁρισμένες Ἰσλαμικὲς ὁμάδες. Θὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα σκάνδαλα νὰ ἐπιτρέψουμε καὶ στὸν αἰώνα μας ὁ χριστιανικὸς κόσμος νὰ σταθεῖ ἀδιάφορος στὸ θέμα τῆς φτώχειας καὶ οἱ χριστιανοὶ νὰ συμμαχοῦν κυρίως μὲ τὰ στρώματα τῶν πλουσίων καὶ τῶν κραταιῶν, ἀδιαφορώντας γιὰ τὰ ἑκατομμύρια τῶν συνανθρώπων μας, στὴν Εὐρώπη καὶ γενικότερα στὸν κόσμο ὅπου ζοῦν (ἀκριβέστερα ἀργοπεθαίνουν) κάτω ἀπὸ τὸ ὅριο τῆς φτώχειας. Ὅπως χαρακτηριστικὰ παρατήρησε πρόσφατα ὁ Μοχάμαντ Γιούνους (Νόμπελ Εἰρήνης τοῦ 2006), τὸ 60% τῶν κατοίκων τῆς γὴς ζεῖ μόνο μὲ τὸ 6% τῶν πόρων της. Ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει νὰ εἶναι ἀδιάκοπα προφητικὴ καὶ κριτικὴ στὰ διάφορα φαινόμενα ἀδικίας καὶ ἀναλγησίας ἀπέναντι στὴν ἐξαθλίωση. Μὲ θυσιαστικὴ ἄσκηση τῆς διακονίας της, δίνοντας τὸ παράδειγμα μὲ ζωὴ λιτότητας καὶ ἐγκρατείας.

Οἱ πνευματικὲς ἀρχές, στὶς ὁποῖες θεμελιώθηκε ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός, ἔχουν πανανθρώπινη ἐμβέλεια. Ἡ νέα Εὐρώπη δὲν δικαιοῦται νὰ κλεισθεῖ στὸν ἑαυτό της καὶ νὰ ἐνεργεῖ μὲ βάση τὰ ἑκάστοτε δικά της συμφέροντα. Εἶχε καὶ ἔχει οἰκουμενικὴ εὐθύνη. Τὸ οἰκουμενικὸ αὐτὸ ὅραμα, ἄμεση συνέπεια τῆς χριστιανικῆς συνείδησης, ἀποτελεῖ μία ἀναμφισβήτητη πνευματικὴ εὐρωπαϊκὴ ἀξία. Ἡ Εὐρώπη, ποὺ στὸν προηγούμενο αἰώνα ἀντιμετώπισε ὑπεροπτικὰ καὶ ὠφελιμιστικά τους λαοὺς ἄλλων ἠπείρων, εἶναι καιρὸς νὰ συγκροτήσει τὴν οἰκουμενικὴ συνείδηση καὶ σκέψη της γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὸ χρέος της στὴν ἀνθρωπότητα, ἰδίως σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν ἐξασφάλιση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης καὶ δικαιοσύνης. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ὀφείλουν νὰ λαμβάνουν πρωτοποριακὲς πρωτοβουλίες σὲ παγκόσμια προβλήματα καὶ νὰ πρωτοστατοῦν στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, γιὰ τὴν εἰρήνη ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Ὁραματιζόμαστε μία Εὐρώπη, ἡ ὁποία ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ ἰδανικὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης θὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ὀρθὴ ἐξέλιξη τῆς παγκοσμιοποίησης, ἔτσι ὥστε ἀντὶ μιᾶς διαδικασίας ποὺ μετατρέπει λαοὺς καὶ ἀνθρώπους σὲ ἄψυχο ὑλικό, χρήσιμο γιὰ τὴν οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ἐκμετάλλευση μιᾶς ἀνώνυμης ὀλιγαρχίας, νὰ προχωρήσουμε σὲ μία παγκοσμιοποίηση δικαιοσύνης καὶ ἀλληλεγγύης.

Κύκλοι οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ ὑποτιμήσουν τὴ συμβολὴ τῆς χριστιανικῆς πίστης στὴν Εὐρώπη ἐπικαλοῦνται συχνὰ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς Τεχνολογίας. Ὁρισμένοι μάλιστα ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτὲς συγκρούονται μὲ τὴν πίστη. Ἡ χριστιανικὴ πίστη, μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ γενικοῦ σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἀποδέχεται καὶ τὴν ἐλευθερία γιὰ αὐθεντικότερη γνώση. Εἰδικότερα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἀποφύγει νὰ ἐπιζητεῖ νὰ κηδεμονεύσει τὴν ἐξέλιξη τῆς ἐπιστημονικῆς προσπάθειας, νὰ σπεύδει νὰ λαμβάνει θέση γιὰ κάθε ἐμφανιζόμενο νέο ἐπιστημονικὸ ἐρώτημα, ὅπως εἶχαν τὴν τάση νὰ κάνουν ὁρισμένες Ἐκκλησίες στὴ Δύση. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συνείδηση, ἡ ἐλευθερία τῆς ἔρευνας ἀποτελεῖ θεοσδοτο δῶρο στὸν ἄνθρωπο.

Εὐτυχῶς, στὴν Ἀνατολικὴ παράδοση ἔχει ἀποφευχθεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν κάθε σύγκρουση μεταξὺ ἐπιστήμης καὶ θεολογίας, λόγω τῆς διπλῆς μεθοδολογίας τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων, ἡ ὁποία θεμελιοῦται στὴν ὀντολογικὴ διάκριση μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἄκτιστου. Συγχρόνως ὅμως μὲ αὐτὴ τὴν κατάφαση, ἡ χριστιανικὴ σκέψη ἐπισημαίνει πρῶτον, τοὺς κινδύνους ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ ὁρισμένα ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα, δεύτερον, τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης γνώσης καὶ τρίτον, τὴν ὕπαρξη μίας ἄλλης «γνώσης». Ἂν ὑπογραμμίζουμε τὸ σεβασμὸ στὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξία τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας, στὴν ἑπόμενη φάση τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς χρησιμοποίησης τῆς νέας γνώσης, μὲ τὸν ἴδιο καὶ μεγαλύτερο ἐνθουσιασμὸ τονίζουμε τὴ σημασία καὶ τὴν ἀξία μιᾶς ἄλλης κατηγορίας ὑπαρκτικῆς, τῆς Ἀγάπης. Αὐτὴ δὲν ὑπάγεται ἄμεσα στὸ ἐπιστημονικὸ πεδίο, ἀποδεικνύεται ὅμως πολλαπλὰ ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ὀρθὴ ὁριοθέτηση τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἀξιοποίηση τῶν καρπῶν τῆς ἐπιστήμης μὲ τὸν περιορισμὸ τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καὶ τὴν οὐσιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸ συνάνθρωπο, τὴν τελικὴ ἑνότητα ἀλήθειας, κάλλους καὶ ἀγάπης.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ὁ Oswald Spengler ὑποστήριξε ὅτι ὑπάρχει μία φυσικὴ ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῶν μεγάλων πολιτισμῶν: γέννηση, ἀνάπτυξη, ἀνθοφορία, καρποφορία καὶ γήρανση, μὲ κατάληξη τὸν θάνατο. Ἡ ἄποψη τοῦ ἦταν ὅτι ὁ Δυτικὸς πολιτισμὸς ἔχει φθάσει στὴν τελικὴ αὐτὴ φάση. Ἀντίθετα πρὸς αὐτὴ τὴν ἄποψη ὀρθώθηκαν πολλὲς φωνές, μεταξὺ τῶν ὁποίων διακρίνεται αὐτὴ τοῦ Arnold Toynbee. Ὁ τελευταῖος ἐπισημαίνει τὴ διαφορὰ μεταξὺ ὑλικῆς καὶ τεχνολογικῆς προόδου ἀφενός, καὶ τῆς γνήσιας προόδου ἀφετέρου, τὴν ὁποία ὀνομάζει spiritualisation (πνευματοποίηση). Βλέπει τὶς ρίζες τῆς κρίσης τοῦ Δυτικοῦ κόσμου στὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ βίωμα καὶ στὴν υἱοθέτηση μίας λατρείας τῆς τεχνολογίας, τοῦ ἔθνους, τῆς στρατοκρατίας. Καὶ ταυτίζει τὴν κρίση μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση. Ὡς θεραπευτικὴ ἀγωγὴ θεωρεῖται ἡ ἐπανενδυνάμωση τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου. Στὴν ἀντίληψη περὶ βιολογικῆς παρακμῆς ἀντιτάσσει τὴ βουλητικὴ θέση ποὺ βασίζεται στὸ σφρίγος καὶ τὴ ζωτικότητα τῶν δημιουργικῶν μειονοτήτων καὶ τῶν διακεκριμένων προσωπικοτήτων.

Τέτοιες προσωπικότητες καλοῦνται νὰ προσφέρουν στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὶς τάξεις τοὺς οἱ χριστιανοί: ἀνθρώπους πίστης, ἀκέραιους, ὑπεύθυνους, ἐλεύθερους ἀπὸ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ὑποκρισία, ἐλεύθερους ἀπὸ τὶς συμβατικότητες καὶ τὶς φοβίες τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀνιδιοτελεῖς, μὲ πνεῦμα θυσίας, ποὺ πιστεύουν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πανευρωπαϊκὴ καὶ παγκόσμια εἰρήνη, δικαιοσύνη, ἀλληλεγγύη καὶ πρόοδο.

Ἔτσι, διαμορφώνονται οἱ δημιουργικὲς μειονότητες ποὺ θὰ βοηθήσουν τὴν Εὐρώπη νὰ ἀνακαλύψει καὶ νὰ ἀναπτύξει τὰ καλύτερα στοιχεῖα τῆς κληρονομιᾶς της καὶ νὰ προχωρήσει σὲ μία νέα πνευματικὴ ἀκμή.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...