Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Μαΐου 27, 2012

Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος (Αγίου Νεκταρίου)


Η αγία και οικουμενική πρώτη σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων. Τοιχογραφία από την Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.
Η αγία και οικουμενική πρώτη σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων. Τοιχογραφία από την Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.
(Επιλεγμένα αποσπάσματα για την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, εκδοθέν το πρώτον το 1892)
Ο Αρειος
Ο Αρειος εγεννήθη εν Λιβύη περί τα μέσα της γ´ μ.Χ. εκατονταετηρίδος, εσπούδασε δε εν Αλεξανδρεία και εγένετο οπαδός του Ωριγένους, του Μελετίου και του προϊσταμένου της Αντιοχειανής Σχολής Λουκιανού του πρεσβυτέρου. Η ευρεία αυτού παιδεία, η φιλοσοφική αυτού μόρφωσις, και η περί την επιστήμην των θείων Γραφών δεινότης, κατέστησαν αυτόν γνωστότατον, το δε εμβριθές αυτού σχήμα, οι οπωσούν αγέρωχοι τρόποι, το μεγαλοπρεπές ανάστημα, και η ευειδής αυτού όψις, ενέπνεον πάσι τον σεβασμόν και συμπάθειαν. Και κατ αρχάς μέν καταλιπών τον Μελέτιον προεχειρίσθη διάκονος της Εκκλησίας Αλεξανδρείας υπό του Επισκόπου αυτής Πέτρου. Από της εποχής δ αυτής παρουσιάζεται η του χαρακτήρος αυτού ισχύς και η εμμονή εις τάς πεποιθήσεις του. Είτα δέ, όταν ο Πέτρος Αλεξανδρείας απεκήρυξε τους συμμετόχους του Μελετίου, και δεν απεδέχετο το βάπτισμα αυτών, ο Αρειος εξανέστη το πρώτον, μεμφόμενος τα γενόμενα και διεμαρτύρετο κατά του μέτρου τούτου του Επισκόπου του. Και κατ ακολουθίαν τούτου απεπέμφθη από της Αλεξανδρείας. Ότε δε μετά ταύτα τον Πέτρον αποβιώσαντα διεδέξατο ο πραΰς τους τρόπους Αχιλλάς, ο Αρειος αιτήσας συγγνώμην εγένετο δεκτός εν τη Εκκλησία και τώ 312ω εχειροτονήθη Πρεσβύτερος. Το περί τριαδικού Θεού δόγμα του Χριστιανισμού, όπερ από της αυτού εμφανίσεως εσκανδάλισεν Ιουδαίους και Έλληνας, από δε των μέσων του β´ αιώνος παρουσίασε την αίρεσιν των Μοναρχιανών και προεκάλεσε πολλάς έριδας, παρέσυρε και το ακάθεκτον πνεύμα του Αρείου, το οποίον δυσφόρως έχον προς τον ανυπέρβλητον του δόγματος φραγμόν, και ζητούν την του πνεύματος φίλην ελευθερίαν την υπερπηδώσαν τα πάντα και τα πάντα υποτάσσουσαν τη ιδία εξουσία, διέσπασε του δόγματος τα δεσμά, ίνα εν τη ελευθερία αυτού εισδύση εις τα βασίλεια των μυστηρίων και ερευνήση αυτά καί, ει δυνατόν, ψηλαφήση και υπαγάγη αυτά υπό την ιδίαν αντίληψιν. Ο Αρειος μελετήσας καλώς τάς θεωρίας της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής Σχολής προσέλαβεν εξ αυτών τα προσφυή ταίς αρχαίς αυτού και διεμόρφωσεν ιδίαν θεωρίαν, λαβών παρά μέν του Ωριγένους την υπόταξιν του λόγου, παρά δε του Λουκιανού την άρνησιν της Ομοουσιότητος. Προς διάδοσιν δε της διδασκαλίας αυτού και επικράτησιν συνέταξε διάφορα άσματα και ποιήματα και διεμοίρασεν αυτά εις τον λαόν. Και η διδασκαλία αυτού εύρε πολλούς οπαδούς παρά τε τώ Κλήρω και τώ λαώ, εξ ών οι μέν ησπάζοντο αυτήν ως ορθήν, οι δε εθεώρουν αυτήν ως ακίνδυνον.
Ο Αθανάσιος
Μεταξύ των περί τον Αλεξανδρείας Επίσκοπον Κληρικών ηύξανε και εκραταιούτο νέος τις Διάκονος, μικρός μέν το δέμας και ευτελής το ανάστημα, αλλά περιλαμβάνων εντός σώματος μικρού και ασθενούς ψυχήν φλογεράν, αι λαμπηδόνες της οποίας εξήστραπτον από των ομμάτων αυτού. Ο εικοσιετής ούτος νέος ο μέλλων να πληρώση την Χριστιανικήν Οικουμένην διά των αρετών αυτού των σπανίων ήν ο Αθανάσιος. Νους βαθύς, λογική ισχυρά, επιστήμη ευρεία, ανθηρόν ύφος λόγου, και τέχνη ρητορική απαράμιλλος περιεκόσμουν αυτόν και κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά την προκειμένην σπουδαίαν έριν. Ο Αθανάσιος κεκτημένος οξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεύμα, ευφράδειαν αξιόζηλον, και τόλμην ακάθεκτον, εκ πρώτης αρχής ενόησε περί τίνος επρόκειτο και ευθύς κατενόησε το βάραθρον, εις ο διεκινδύνευεν η Πίστις ημών να πέση. Ο Αθανάσιος βλέπων το ασταθές του χαρακτήρος του αντιπάλου του, το ευμετάβολον και παλίμβουλον, επείσθη ότι ο Αρειος είτε μή τολμών να εξηγήση σαφώς, είτε μή έχων την συνείδησιν του τελικού συμπεράσματος των συλλογισμών αυτού, έτεινεν όμως εις το ν αρνηθή την θείαν του Σωτήρος φύσιν και καταβιβάση το κήρυγμά του εις την τάξιν ανθρωπίνου δόγματος, παραδίδων αυτό απογεγυμνωμένον της πανοπλίας της θείας αποκαλύψεως εις τάς προσβολάς του φιλοσοφικού πνεύματος. Διό ώρμησεν επί τον αγώνα μετά πολλής πεποιθήσεως και εξήλθεν απ αυτού επί τέλους νικητής εν θριάμβω, αφιερώσας ολόκληρον την ζωήν αυτού και όλας αυτού τάς πνευματικάς και σωματικάς δυνάμεις εις την άμυναν του ενσαρκωθέντος Λόγου μετά τοιούτου ατρομήτου θάρρους, ώστε δικαίως επεκλήθη κατόπιν «Μέγας, στύλος και υποστηρικτής της του Χριστού Εκκλησίας».
Ο Μέγας Κωνσταντίνος
Η Θεία Πρόνοια εν τη μερίμνη αυτής υπέρ της του Χριστού Εκκλησίας είχεν εμπιστευθή τα σκήπτρα του αχανούς τότε Ρωμαικού Κράτους εις τον αληθώς Μέγαν και Ισαπόστολον Κωνσταντίνον όπως σώση από του σάλου το κλυδωνιζόμενον σκάφος της Εκκλησίας. Ούτος δυσφορών επί τώ επαπειλουμένω τη Εκκλησία σχίσματι απέστειλεν εις Αλεξάνδρειαν πρώτον επιστολήν πρός τε Αλέξανδρον τον Επίσκοπον και προς τον Αρειον παραινών αυτούς να καταθέσωσι τα όπλα της συζητήσεως και συνδιαλλαγέντες να επανορθώσωσι την ειρήνην της Εκκλησίας. Αλλ η φωνή της συνέσεως και της μετριοπαθείας του Βασιλέως επέπρωτο να μή εισακουσθή. Διότι ο κομιστής της ειρηνοποιού ταύτης επιστολής Επίσκοπος Κορδούβης άμα ελθών εις Αλεξάνδρειαν, συνετάχθη μετά του Επισκόπου Αλεξάνδρου και κατεδίκασε τον Αρειον. Ο δε Αρειος έγραψε προς τον Βασιλέα επιστολήν οπωσούν αυθάδη, παραπονούμενος ότι του επεβλήθη υπό των ειρημένων αργία (Ευσεβ. βίον Κωντ. 2, 64.-καί Σωκρ. 1, 5.). Ο Κωνσταντίνος ως προς την ουσίαν του ζητήματος δεν είχε σχηματίσει ιδίαν γνώμην και πεποίθησιν κατ αρχάς δε μάλιστα επεδείξατο αδιαφορίαν τινά σχεδόν θίγουσαν τα όρια της περιφρονήσεως, ως εξάγεται εκ της ειρημένης επιστολής αυτού. Εκ τούτου δε ευλόγως δυναταί τις να συμπεράνη ότι ο Κωνσταντίνος διδούς μάλλον ευήκοον ούς εις τάς περί των δοξασιών του Αρείου πληροφορίας του Παμφίλου Ευσεβίου, όστις ην πιστός αυτού φίλος και φίλα φρονών τώ Αρείω, θεωρών την αίρεσιν του τελευταίου ασήμαντον, δεν εννόησεν εξ αρχής τον κίνδυνον, ον διέτρεχεν η Πίστις εκ των επιβούλων δοξασιών του Αρείου. Της απάτης όμως αυτής ταχέως εξήλθεν ο Κωνσταντίνος ευθύς, αφού επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ Αλεξανδρείας ο Όσιος Κορδούβης άπρακτος και συγχρόνως, αφού έμαθεν ότι εν Αλεξανδρεία συνέβαινον ταραχαί, καθ ας οι όχλoι ουδέ τάς εικόνας αυτού εσεβάσθησαν. Οργισθείς λοιπόν επί τούτοις ιδίως κατά των περί τον Αρειον εξαπέστειλε νέους επιτρόπους εις Αλεξάνδρειαν κομίζοντας επιστολήν προς τους αιρετικούς αυτούς απειλητικωτάτην, δι ής προσεκάλει τον Αρειον να προσέλθη και να εξηγήση ενώπιον αυτού όπερ επρέσβευε δόγμα. Ο Αρειος παρέστη αληθώς προ του Βασιλέως, αλλ εν τη συζητήσει, ην επεχείρησε, τοσούτον περιέπλεξε το πνεύμα του Κωνσταντίνου το περί τάς τοιαύτας λεπτολογίας ανεπιτήδειον, ώστε ενέβαλε τον ηγεμόνα εις πλείστας όσας αμφιβολίας. Και εν τούτοις εξηκολούθει η διχόνοια και η ταραχή των πνευμάτων, ουδέ εφαίνετο τρόπος θεραπείας, έως ο Βασιλεύς εν τη συνήθει αυτού μεγαλοφυία επενόησε το πρακτέον κατά την προκειμένην δυσχέρειαν και συνεκάλεσεν εν Νικαία της Βιθυνίας τους πανταχού Ιεράρχας της Χριστιανοσύνης εις Οικουμενικήν Σύνοδον, όπως εξετάσασα την του Αρείου διδασκαλίαν λύση οριστικώς την μεγάλην ταύτην διαφοράν και αποδώση τη Εκκλησία την ποθουμένην ειρήνην.
Η Α’ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος
Και αληθώς η ρύθμισις και εξασφάλισις του Χριστιανικού δόγματος ήν ζήτημα ζωής και θανάτου διά τον τότε κόσμον, από δε της διαρρυθμίσεως ταύτης εξηρτάτο η γενική του κόσμου ηθική ανακαίνισις. Διό προσκληθέντες συνήλθον εν Νικαία 318 Πατέρες της Εκκλησίας περί τα μέσα Ιουνίου του 325 μ.Χ. και συνεκρότησαν την Α’ εκκλησιαστικήν Οικουμενικήν Σύνοδον. Τούτων δε προΐστανo Αλέξανδρος o Κωνσταντινουπόλεως, ο γηραιός Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας υπό του νεαρού αυτού Συμβούλου και Διακόνου δορυφορούμενος, του Μ. Αθανασίου. Τον δε Πάπαν Ρώμης Σίλβεστρον και τον διάδοχον αυτού Ιούλιον αντεπροσώπευσαν οι παρ αυτού αποσταλέντες πληρεξούσιοι, ο Όσιος Κορδούβης Επίσκοπος της Ισπανίας και δύω πρεσβύτεροι, οι Βικέντιος και Βίτων. Παρ αυτοίς δε παρέστησαν οι Παφνούτιος, Σπυρίδων, Νικόλαος, Ιάκωβος, Μάξιμος και άλλοι κεκοσμημένοι πάντες δι αποστολικών χαρισμάτων. Ουχ ήτον προς τούτοις παρίστατο και πλήθος άλλο Κληρικών, Πρεσβυτέρων και Διακόνων. Κατά την πρώτην αυτών επίσημον συνεδρίαν την γενομένην την 5ην ή 6ην Ιουλίου ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεφώνησε τον εναρκτήριον λόγον εν τη λατινική γλώσση μεθερμηνευόμενον αυτοστιγμεί εις την ελληνικήν, δι ού έλεγεν ότι ο της ιεράς ταύτης θρησκείας νόμος εκ των κόλπων της Ανατολής προέκυψεν, αποκαλών τους λειτουργούς αυτής αρχηγούς της των εθνών σωτηρίας. Είτα δε κατά σειράν και εν τάξει εξετέθησαν υπό του Αρείου και των αυτού οπαδών αι γνώμαι και δοξασίαι, αλλά γενναίως και λογικώς επολεμήθησαν αύται υπό των Πατέρων της Εκκλησίας.
Σπουδαιότης της Α’ Οικουμενικής Συνόδου
Ίνα κατανοηθή δε η σπουδαιότης αυτής της Συνόδου, πρέπει να εκτεθή ενταύθα διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί καί, ει δυνατόν ψηλαφήση πάν ό,τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως. Τον Χριστιανισμόν αναφανέντα σκάνδαλον μέν τοίς Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοίς Έλλησιν, εζήτουν αμφότεροι, Ιουδαίοί τε και Έλληνες, διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ αποκαλύψεως, σύστημά τι φιλοσοφικόν μάλλον ικανοποιούν τάς απαιτήσεις της υπερηφάνου του ανθρώπου φιλοσοφίας, ή επαναπαύον το θρησκευτικόν αίσθημα του ανθρώπου. Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τάς απαιτήσεις της καρδίας της τερπομένης εν τώ μυστηρίω της θρησκείας εζήτουν να ικανοποιήσωσι τον νούν δι απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν. Αλλ ηγνόουν ότι υπάρχουσι και αλήθειαι, ανώτεραι, της νοητικής ημών αντιλήψεως, μή γινόμεναι καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου, ήτις λαμβάνει γνώσιν αυτών, πείθεται δε περί της πραγματικότητος αυτών, και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών. Ηγνόουν ότι ο άνθρωπος δεν εγεννήθη, ίνα αποβή μόνον φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικόν. Καίτοι φιλοσοφούντες εδείκνυντο το αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες, διότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνον νούς, αλλά και καρδία, αι δυνάμεις των δύο τούτων κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε διά μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο. Εάν ο νους είναι ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, του οποίου ίσως καθ ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ έκαστα ακριβώς, όταν διά της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου, φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ όλου, αλλά το κατά μέρος. Ενόσω δε δεν αναχθή εις το καθ όλου, ήτοι εις την καθ όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν ή περιέχεται ο τέ αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ όλου άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τώ υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ όλου. Υπό την μίαν ταύτην όψιν εξήτασεν ανέκαθεν τον χριστιανισμόν ο τέ Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία. Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντηθέντα εν Αιγύπτω εν κοινώ σταδίω και επωφεληθέντα αλλήλα εμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας και φιλοσοφικά συστήματα. Η Αλεξάνδρεια εν μεταιχμίω τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασιάς και Αφρικής κτισθείσα εν τώ κέντρω ούτως ειπείν του αρχαίου κόσμου, υπήρξεν η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων. Η Πυθαγόρειος φιλοσοφία, η προ ικανών χρόνων εν ταίς δε τοίς των εκλιπόντων φιλοσοφικών συστημάτων εγγραφείσα, ανεφάνη μετά τάς αρχάς της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφήν της Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Οι εν Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι διά της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ής ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωικών ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τώ ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τώ του Φίλωνος συγγράμματι, εις ού την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία. Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο το φιλοσοφικόν πνεύμα μή δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει, και τείνον μεσαίαν τινά να ανακαλύψη αρχήν συμβιβάζουσαν εκατέρωθεν την αλήθειαν, ευρίσκετο εν ζωηρώ φιλοσοφικώ οργασμώ. Εν τώ χρόνω τούτω ενεφανίσθη ο χριστιανισμός επαγγελλόμενος την πλήρη των απαιτήσεων ικανοποίησιν. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων ευρόντες εν αυτώ τον σύνδεσμον των μονομερών αληθειών των έν τε τώ Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ευρισκομένων προσωκειώθησαν αυτόν. Επειδή όμως ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ όλου τοίς μέτρω φιλοσοφικώς μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ όλου, αλλά κατά μέρος. Επειδή όμως το μέρος δεν ηδύνατο να ικανοποιήση τάς απαιτήσεις του φιλοσοφικού νοός, ούτος εμόρφου ίδιον σύστημα, εν ω εφρόνει ότι ευρίσκετο η όλη αλήθεια. Το σύστημα τούτο υπό της Εκκλησίας αποδοκιμαζόμενον εκαλείτο αίρεσις τοιούτω τρόπω εμoρφώθησαν αι διάφοροι αιρέσεις, αίτινες ουδέν άλλο ήσαν η φιλοσοφικά συστήματα φέροντα αντί του φιλοσoφικoύ τρίβωνος την χριστιανικήν αλουργίδα. Ο χριστιανικός αυτών χαρακτήρ ήν απλώς η εξωτερική αυτών χροιά ουσιαστικώς όμως ήσαν καθαρά προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η ανάπτυξις της διδασκαλίας του Αρείου ικανώς απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας των. Η χριστιανική άρα διδασκαλία, φανείσα εν εποχή πλήρει φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ απάντων πολεμουμένη, εξ άπαντος τελείως θα διεστρέφετo και θα ηλλοιούτο, εάν μή ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τάς ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μή απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μή συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής.
Η διδασκαλία του Αρείου
Ο Αρειος δογματίσας, ως ανωτέρω ερρήθη, ότι ο υιός και λόγος του Θεού είναι μέν προ παντός χρόνου, αλλ ουχί και υπάρχων, «ήν ότε ουκ ήν» και ότι δεν εγεννήθη εκ του πατρός, αλλά θελήματι του πατρός εκ του μηδενός εκτίσθη και επομένως ήτο κτίσμα εξ ουκ όντων ότι ο Θεός δεν ήτο πάντοτε πατήρ, ουδ ο υιός υπήρχε πριν γεννηθή, δηλ. κτισθή, αλλ ουδέ εκ της ουσίας του πατρός αλλά ξένος αυτού κατ ουσίαν, και επομένως ουδέ Θεός αληθινός, αλλά μετοχή θεοποιηθείς, ανέπτυξε το φιλοσοφικόν του σύστημα, ήτοι την αίρεσίν του, δι ού φρονεί ότι συμβιβάζει την Μοναρχίαν και Μονοθείΐαν προς την περί Τριαδικού Θεού του Χριστιανισμού διδασκαλίαν.
Κρίσεις επί της αιρέσεως του Αρείου
Ο κατά του Αρειανισμού αγών εν τη Εκκλησία εγένετο λίαν σφοδρός διότι η περί Θεού έννoια αυτού δεν είχεν απλώς Ιουδαϊκόν χαρακτήρα, αλλ ήτο ανάμιξις Ιουδαϊκών και Εθνικών στοιχείων, και κατά τούτο ο Αρειανισμός απέβαινε λίαν επικίνδυνος. Αντί της υψηλοτέρας ενότητος, ήτις συνάπτει εν εαυτή το εν ταίς προ Χριστού θρησκείαις περιεχόμενον αληθές, ο Αρειανισμός έθετο φαινομένην τινά ενότητα συνάπτουσαν το εν τώ Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ψευδές και αποκλείουσαν το εν αυταίς αληθές. Το μέν εν τώ Ιουδαϊσμώ αληθές είναι η μεταξύ Θεού και κόσμου διαφoρά το δε εν τώ Εθνισμώ αληθές είναι η εσωτερική ενότης μεταξύ θεότητος και ανθρωπότητος. Τάς αληθείας ταύτας αμφοτέρας περιέχει η ορθόδοξος χριστιανική Πίστις. Το εν τώ Ιουδαϊσμώ ψευδές είναι ο χωρισμός μεταξύ θεού και κόσμου, το δε εν τώ Εθνισμώ η ανάμιξις θεότητος και ανθρωπότητος. Ο Αρειανισμός αποκλείσας το εν αμφοτέροις αληθές απεδέξατο μόνον το εν αμφοτέροις ψευδές διότι αποδεχόμενος παρά του Εθνισμού την ανάμιξιν θεότητος και ανθρωπότητος αποδίδει εις την κτίσιν, εις ην κατατάσσει και τον Υιόν, ον θεωρεί ως κτίσμα, θείαν ιδιότητα και καθιστά δημιουργόν του κόσμου και αντικείμενον θείας προσκυνήσεως, παρά δε του Ιουδαϊσμού αποδεχόμενος τον χωρισμόν μεταξύ Θεού και κόσμου, ήτοι τον Δυϊσμόν, θεωρεί την γέννησιν του κόσμου ως όλως τυχαίαν και ούτω η μεταξύ θεού και κόσμου σχέσις στηρίζεται επί αυθαιρέτου λόγου.
Διδασκαλία του Αθανασίου και των επισήμων Πατέρων της Εκκλησίας
Τοιαύτη ήν η διδασκαλία του Αρείου, ην ώφειλoν να καταπολεμήσουν οι οπαδοί της Ορθοδόξου Πίστεως, και τοιούτος ο λόγος της συγκροτήσεως της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Οποία δε η διδασκαλία των Πατέρων και πόσον σοφώς συνδυάζει τάς δύο αληθείας τάς έν τε τώ Ιουδαϊσμώ και τώ Εθνισμώ ταύτην εκθέτομεν εν τοίς εφεξής. Εις την ανάμιξιν των εκ του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού ειλημμένων στοιχείων του ψεύδους, ην παριστά ο Αρειανισμός, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια, ήτις είναι η αληθής υψηλοτέρα ενότης των εν τώ Ιουδαϊσμώ και τώ Εθνισμώ περιεχομένων στοιχείων της αληθείας. Την γνησίαν ταύτην περί Θεού έννοιαν της Χριστιανικής θρησκείας ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού πρώτος ο Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι επίσημοι Πατέρες, ιδίως ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπερενίκησαν την πανθεϊστικήν και διϊστικήν αρχήν αναχθέντες εις εσωτερικάς εν τώ Θεώ διακρίσεις. Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής ότι ο Θεός, ως Θεός ζών, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού. Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον, προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού, δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν, εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τώ Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού ίνα δε ο Χριστός είναι πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας, ανάγκη να είναι ο εν τώ Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν επίσης τέλειος ως ο Πατήρ διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός, διότι ουχί μετά τινος κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ αμέσως μετ αυτού του Θεού. Ο Αθανάσιος και οι μετ αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να είναι εν εαυτώ ζών, όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού οκόσμος. Όθεν κατ αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον όν, διότι κατ αυτούς ο Θεός είναι αΐδιος ζωή και κίνησις. Αλλ ίνα είναι ο Θεός αΐδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ εξ εαυτού έχει ύπαρξιν. Κατ αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά, εις δε το φώς αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού, ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να είναι και ανενέργητος, και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση. Επειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή, είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού, κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν διότι ο Θεός είναι αΐδιος αιτιότης εαυτού, καθ όσον είναι αίτιον και αιτιατόν συγχρόνως δέ, καθ όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αΐδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον. Ταύτην την εν τώ Θεώ αιτιότητα εαυτού, ής ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τάς εν τώ Θεώ υποστατικάς διακρίσεις. Το μέν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας. Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον ο Θεός δεν είναι απλή μονάς διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα είναι κίνησις και ζωή. Εν τώ Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας. Κατά τον άγιον Αθανάσιον και τον Ιλάριον ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή ως Πατήρ ως αίτιον, ορά εαυτόν εν τώ αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι. Όθεν αι διακρινόμεναι εν τώ Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον άγιον Αθανάσιον. Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προϋποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τώ Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν διά της αγάπης εις τον κόσμον. Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν ότι η Μονάς ίνα νοηθή ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα διότι άλλως ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζών, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι, όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τώ αγώνι των Πατέρων της Εκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν.
Το Ιερόν Σύμβολον της Ορθοδόξου Πίστεως
Επί είκοσι περίπου ημέρας [(1) κατ άλλους η Σύνοδος αύτη διήρκεσε 3½ έτη, κατά δε τον Γελάσιον παρά Φωτίω 6½ έτη αποτελουμένη εκ 256 Πατέρων] ενασχοληθείσα η Α’ εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος εις τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα έλυσεν εντός του βραχυτάτου τούτου χρονικού διαστήματος πλην άλλων δευτερευόντων το δυσχερέστατον ζήτημα, όπερ προ μικρού είχε διαταράξη την Εκκλησίαν, καθιερώσασα την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, ην παρεδέξατο έκτοτε η Ορθόδοξος Πίστις διά του τοίς πάσι γνωστού θείου και ιερού Συμβόλου, εν ω τον Υιόν του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν ομοούσιον τώ Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τώ Πατρί, επομένως την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αϊδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα έχει δε επιλέξει ούτω· «Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φώς εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τώ Πατρί, δι ού τα πάντα εγένετο τα εν τώ Ουρανώ και τα εν τη Γή, τον δι ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα, και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς και εις το Πνεύμα το Άγιον τους δε λέγοντας ότι ήν πότε, ότε ουκ ήν, και πριν γεννηθήναι ουκ ήν, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, ή τρεπτόν ή αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού, τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Τούτο το Σύμβολον ο μέν Ιεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ορθήν ομολογίαν ωνόμασεν, ο δε Ρώμης Δάμασος τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου και απλώς παρά πάσης της Εκκλησίας καλείται η χαρακτηριστική σημαία των Ορθοδόξων, η διακρίνουσα αυτούς των ψευδαδέλφων και κακοδόξων. H λέξις Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων διότι σύμβολον παρ αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων. Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ´, και τον Α´ της εν Αντιοχεία και Συνγτμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας. Τα πρακτικά όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται ούτε Ελληνιστί ούτε Λατινιστί. Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν επί Ζήνωνος τώ 476. Την του Γελασίου συγγραφήν ο μέν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Κυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108).
Το αποτέλεσμα της A´ Οικουμενικής Συνόδου
Διά της οριστικής λοιπόν λύσεως του ακανθωδεστάτου και σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικού προβλήματος, του από πολλού ήδη διχοτομήσαντος την Εκκλησίαν εις δύω αντίπαλα στρατόπεδα και την Πολιτείαν εκ τούτου διαταράξαντος, η μέν Ορθοδοξία εδέξατο το Ιερόν Σύμβολον της εν Νικαία Α΄ αγίας Οικoυμενικής Συνόδου, οι δε αντιδοξούντες αvεθεματίσθησαν και ο αιρεσιάρχης Αρειος μετά των πεισματωδεστέρων ομοφρόνων αυτού εξωρίσθησαν εις Γαλατίαν της Μικράς Ασίας. Οι δύω Ευσέβιοι επί μικρόν διστάσαντες να υπογράψωσι την ομολογίαν της Πίστεως ενέδωκαν τέλος εις την μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθόσον μάλιστα ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απέδειξεν ότι έχει αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Ιεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικής αυτού χειρός επικυρωθέντα, εκδούς συγχρόνως και ίδιον κατά των αντιδοξούντων Βασιλ. διάταγμα, εν ω ρητώς ωνόμαζε τον Αρειον μαθητήν του Πορφυρίου, ενός των οπαδών της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, διέτασσε να καώσι τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε ποινήν θανάτου κατά παντός, όστις έμελλε να φωραθή ότι κρύπτει τι τούτων των αιρετικών συγγραμμάτων. Ούτω δε απεδόθη δικαίως δόξα τώ εν Υψίστοις θεώ και επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.
Η εκ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ωφέλεια
Η πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος αποκηρύξασα την διδακαλίαν του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμόν από προφανεστάτης διαστροφής. Εάν δε η Οικ. αύτη Σύνοδος δεν απεκήρυττε τον Αρειον ως κακόδοξον και αιρετικόν, η διδασκαλία αυτού, ως κατά το φαινόμενον ορθολογιστική, ήθελεν αποβή ταχέως διδασκαλία της Εκκλησίας, όπερ ολίγου δείν και μετά ταύτα εγένετο επί της βασιλείας του Αρειανού Ουάλεντος, εάν μή η Οικουμενική Α’ Σύνοδος ίστατο ως προπύργιον διά των αποφάνσεων της κατά των Αρειανικών προσβολών και μή περιεχάραττε τον χώρον της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως. Εάν δε εις τον Σωτήρα Χριστόν οφείλωμεν την αληθή γνώσιν του Θεού, εις την Αγίαν Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον οφείλομεν την υποστήριξιν αυτής διότι, εάν αύτη μή συνεκροτείτο, τολμώ να είπω ότι η αληθής Ορθόδοξος Πίστις θα εξηφανίζετο, το δε έργον της Σωτηρίας θα έμενεν ημιτελές. Η συγκρότησις λοιπόν της Α’ Οικουμ. Συνόδου ήτο κατά νεύσιν της Θείας Βουλής, ίνα το έργον της Σωτηρίας διαφυλάξη τέλειον, και ως ασφαλής θεματοφύλαξ παραδώση αυτό ταίς κατόπιν γενεαίς. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες οι αναλαβόντες τον αγώνα κατά του Αρείου, ο δε Μέγας Αυτοκράτωρ άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευσιν προέβη εις την συγκρότησιν της Αγίας Οικουμ. Συνόδου το Πνεύμα το θείον ήτο το δίδον τοίς Αγίοις Πατράσι στόμα και σοφίαν, ή ουκ ηδυνήθησαν αντιστήναι, ουδ αντειπείν πάντες οι αντικείμενοι αυτής. Αυτό εδίδαξεν αυτούς αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν.
Η προς την Α’ εν Νικαία Οικουμενικήν Σύνοδον οφειλομένη ευγνωμοσύνη των Χριστιανών και ιδία των Ελλήνων
Προ της Ιεράς μνήμης της Ιεράς ταύτης Οικουμ. Συνόδου οφείλομεν οι την Πίστιν αυτής ομολογούντες να αποκαλυπτώμεθα και μετά σεβασμού το όνομα αυτής να εορτάζωμεν ετησίως, όπως έργω εκδηλώμεν ό,τι λόγω παραδεχόμεθα να εκχέωμεν δε τάς καρδίας ημών προς τον Θεόν εξ αισθήματος ευγνωμοσύνης και να δοξάζωμεν τους Αγίους Πατέρας, τους αηττήτους προμάχους της ορθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες εναρμονίως όσα αυτοί καλώς εδογμάτισαν και εμελώδησαν. Και μεταξύ μέν των θεσπεσίων ανδρών, οίτινες διέλαμψαν κατά την μεγάλην εκείνην εποχήν της κρίσεως και της ακμής της θρησκείας, εν τη οφειλομένη ευγνωμοσύνη ημών πρέπει πάντως να κατέχη την εξαιρετικήν θέσιν ο πρώτος απάντων και καθηγούμενος Μέγας Αθανάσιος διότι ούτος θεσπίσας ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τάς υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες», απεσκυβάλισεν εις τους απίστους πάντα, όστις δεν απεδέχετο ολόκληρον την σειράν των αρρήτων τούτων αληθειών, διήνοιξεν ανυπέρβλητον χάσμα μεταξύ Αρείου και Εκκλησίας οχυρώσας την Χριστιανικήν ενότητα διά πανοπλίας, ήτις επήρκεσεν αυτή επί πεντεκαίδεκα όλους αιώνας, και διά της ασφαλείας, δι ής περιέβαλε την Πίστιν, εμφυσήσας θάρρος και πειθώ ακαταγώνιστον εις άπαντας τους Κήρυκας του θείου Λόγου από των χρόνων αυτού μέχρι σήμερον. Αλλά και οι μετά του Αγίου Αθανασίου ευθαρσώς και γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες παρά πάντων μέν των Χριστιανών δέον να ώσι σεβαστοί, κατ εξοχήν όμως παρά των Ελλήνων διότι ούτοι πλην του θρησκευτικού λόγου, δι ον οφείλουσιν ευγνωμοσύνην προς αυτήν, έχουσι και λόγους πολιτικούς, λόγους εθνικούς, δι ους οφείλουσι να τιμώσι και γεραίρωσι την μνήμην αυτής. Και τώ όντι εν τη Ιερά ταύτη Συνόδω ο διασπαρείς Ελληνισμός από του Μεγάλου Αλεξάνδρου του προπαρασκευάσαντος την οδόν του Χριστιανισμού υπό Αυτοκράτορα τον Μέγαν Κωνσταντίνον, Ρωμαίον μέν το γένος και την αρχήν, αλλ Έλληνα την διάθεσιν διά την επίδρασιν της θρησκείας της Ελληνικώς αναπτυχθείσης, συναθροίζεται από των περάτων του Ρωμαικού κράτους εν Νικαία, ίνα κανονίση την πίστιν των Ρωμαίων υπηκόων αυτού, αυθεντικώς αποφανθή κατά της παλαιάς πλάνης, και ανακηρύξη την ορθήν διδασκαλίαν, ην ώφειλεν η Οικουμένη άπασα να ασπασθή, ως τον κανόνα και οδηγόν της αληθείας της κανονιζούσης τα ευγενέστερα του ανθρώπου αισθήματα. Εν ταύτη ο Ελληνισμός ενίκησεν ουχί μόνον την αίρεσιν, αλλά και την εθνικήν πλάνην της παλαιάς λατρείας και την Ρωμαϊκήν εξουσίαν· εν ταύτη εξεδηλώθη η ισχύς του Ελληνικού στοιχείου, αύτη δε υπήρξεν ο πρώτος σπινθήρ του αναλάμψαντος μετά ταύτα Ελληνισμού, αύτη ήτο η πρώτη ζύμη η συγκεντρώσασα περί εαυτήν και ζυμώσασα όλον τον Ρωμαϊσμόν, ον εντός ολίγου ανέδειξεν Ελληνισμόν, και αύτη ήν το χωνευτήριον το καθαρίσαντα στοιχεία του κράτους και αναχωνεύσαν το Βυζαντινόν Ελληνικόν βασίλειον. H Ελληνική φιλοσοφία εν αυτή διέλαμψεν, ο δε Πλάτων και ο Αριστοτέλης ήσαν οι επίκουροι της αληθείας πρόμαχοι. Πάντως λοιπόν η θεία Πρόνοια παρουσίασεν αυτούς προ του Χριστιανισμού, όπως βοηθήσωσιν αυτόν εν τη πάλη κατά του ψεύδους. Εν τη Συνόδω ταύτη έστη το τρόπαιον του Ελληνισμού εν ταύτη ο Ελληνισμός, ως άλλη Αθηνά ανέθορεν εκ της κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους, όπως διευθύνη διά της σοφίας αυτής τάς συνειδήσεις των ανθρώπων και συμβουλεύση τα άριστα. H Νίκαια, η Ελληνικωτάτη αύτη πόλις, ήτο ο θρίαμβος των Αθηνών κατά της Ρώμης, ήτο η πτώσις αυτής και η ανόρθωσις της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας πρωτευούσης του Ελληνισμoύ εν ταύτη ανεφάνη η ισχύς αυτού, ανεδείχθη το κράτος αυτού και διέλαμψεν η περιφάνεια του πνεύματος αυτού. Ιδού εν αυτή τα πάντα Ελληνικά, τα Μέλη της Συνόδου, η Γλώσσα, αι συζητήσεις, τα Πρακτικά, τα Βουλεύματα και εν γένει πάντα τα χαρακτηρίζοντα Ελληνικήν Βουλήν. H Σύνοδος αύτη είναι τιμητικόν παράσημον, το οποίον ετίμησε, τιμά και θα τιμά το στήθος παντός Έλληνος εν αυτή εδείχθη ότι ο Ελληνισμός δεν θνήσκει, αλλ ότι πίπτων εγείρεται ισχυρότερος, ότι έχει το μυστήριον να κατακτά πνευματικώς τους κατακτώντας τάς χώρας του, και ότι προώρισται να ζή, όπως ζωογονή. Η Α’ Οικουμενική αύτη Σύνοδος δέον να διδάξη τα έθνη και τους λαούς ότι οφείλουσι να σέβωνται και τιμώσι τον Ελληνισμόν διά τε τάς μεγάλας εκδουλεύσεις, ας παρέσχε τη ανθρωπότητι εν γένει, και διά τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα αυτού, δι ών δύναται να φαίνηται αείποτε ωφέλιμος τη ανθρωπότητι. Τοιαύτη η πρώτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, και τοιαύται αι αρεταί και αι υπηρεσίαι αυτής πρός τε την ανθρωπότητα και ιδίως προς τον Ελληνισμόν διό πάντες μέν οφείλουσι να τιμώσιν αυτήν, ιδίως όμως ο Ελληνισμός διότι αύτη υπήρξε δι αυτόν ναύς περισώσασα και αναδείξασα θρησκείαν και εθνικότητα.
Πηγή

Οι άγιοι αναρχικοί






Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην αιγυπτιακή έρημο άρχισε τη ζωή της η μακροβιότερη αναρχική κοινωνία όλων των εποχών: οι χριστιανοί αναχωρητές. Ήταν άνθρωποι που ζούσαν εκεί, για να βρουν την ησυχία που τους ήταν απαραίτητη για την προσευχή τους. Όπως, όταν θέλεις ν’ ακούσεις έναν δίσκο με πολύ λεπτή μουσική, κλείνεις πόρτες και παράθυρα και απομονώνεσαι στην πιο ήσυχη γωνιά σου (λέει ο π. Σωφρόνιος του Essex), έτσι κι όταν θέλεις ν’ ακούσεις τη φωνή του Θεού απομονώνεσαι στο πιο ήσυχο μέρος που μπορείς να βρεις. Δεν το κάνεις από μίσος ή αποστροφή προς τον κόσμο ή προς το σώμα σου ή προς τις χαρές της ζωής κ.τ.λ. Αυτό έχει ξεκαθαριστεί πολλές φορές στην ιστορία του χριστιανισμού. Απλώς, το πιο ήσυχο μέρος για ν’ ακούσεις είναι η έρημος.
Η εκπληκτική αυτή κοινωνία της «πανερήμου», όπως την ονόμαζαν, αν και περιελάμβανε μερικά μοναστήρια (που ήταν οργανωμένες και ιεραρχημένες κοινότητες), στο σύνολό της ήταν «αναρχική», γιατί δεν περιείχε καμιά απολύτως εξουσιαστική δομή, εκτός από την άτυπη –αλλά πολύ ουσιαστική– σχέση δασκάλου και μαθητή, δηλαδή «γέροντα» και «υποτακτικού». Με τη σχέση αυτή κάθε καινούργιος κάτοικος της ερήμου εισαγόταν στις πνευματικές επιστήμες, όπως στην ταπείνωση και τη διάκριση (την ικανότητα αξιολόγησης των πνευματικών εμπειριών). Η σχέση ήταν ελεύθερη: έπρεπε να υπακούς απόλυτα στο γέροντά σου (να του εμπιστευτείς τη ζωή σου, για να απελευθερωθείς από την εξάρτηση στις επιθυμίες σου), αλλά μπορούσες να φύγεις από αυτόν, να πας σ’ έναν άλλο ή και να μείνεις χωρίς γέροντα. Κανείς δε σε υποχρέωνε να κάνεις τίποτα.
Σ’ αυτή την κοινωνία, που ήταν γεμάτη αγάπη πολύ περισσότερο από τις δικές μας συμβατικές κοινωνίες, πολλοί έχασαν το δρόμο, αλλά και χιλιάδες αγίασαν. Στο Γεροντικό αναφέρεται ότι ο άγιος Ιάκωβος της Πανεφώ, όταν ρωτήθηκε, από κάποιον αδύναμο μοναχό, ώς πού μπορεί να φτάσει ο κάτοικος της πανερήμου, ύψωσε τα χέρια σε προσευχή και φλόγες πετάχτηκαν από τα δάχτυλά του. «Αν θέλεις, γίνε όλος σαν φωτιά» απάντησε.
Φυσικά η κοινωνία της πανερήμου δεν ήταν αποκομμένη από την παγκόσμια Εκκλησία, ούτε επιθετική απέναντι σε άλλες εκφάνσεις της χριστιανικής ζωής. Και, πολύ περισσότερο, δεν αρνιόταν την ιεροσύνη και τα άγια μυστήρια, που μας παραδόθηκαν από το Θεό για να μας βοηθήσουν στην ένωσή μας μ’ Εκείνον και μεταξύ μας. Γι’ αυτό μοναστήρια και αναχωρητές συνυπήρχαν αρμονικότατα, ενώ κάποιοι αναχωρητές κατέληξαν επίσκοποι και Πατέρες της Εκκλησίας, χωρίς να θεωρήσουν ότι αυτό αντιστρατεύεται στον «δικό τους τρόπο» προσέγγισης του Θεού. Επισκέπτονταν (ή είχαν ανάμεσά τους) ιερείς κανονικά χειροτονημένους από επίσκοπο, λειτουργούσαν και κοινωνούσαν το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού. Όμως η ιεροσύνη στην αρχαία και στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «εξουσιαστικός θεσμός», αλλά χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, και ο ιερέας δεν είναι κάποιος «αντιπρόσωπος του Θεού», αλλά ο φορέας του χαρίσματος (και της ευθύνης) να τελεί τη θεία λειτουργία, την εξομολόγηση και τις άλλες θεμελιώδεις εκκλησιαστικές πράξεις και να φέρνει τα άχραντα μυστήρια στους χριστιανούς. Ο ίδιος, ως άνθρωπος, μπορεί να υποτάσσεται ως μαθητής σε έναν άγιο διδάσκαλο, που να μην είναι ιερέας.
Το ότι κοινωνούσαν ακόμη και οι πιο προοδευμένοι πνευματικά αναχωρητές, φαίνεται από περιπτώσεις όπως της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που, αν και ζούσε στα βάθη της παλαιστινιακής ερήμου και ήταν η ίδια μια μεγάλη διδασκάλισσα της αγιότητας, ο Θεός έστειλε τον άγιο Ζωσιμά, να την κοινωνήσει πριν την κοίμησή της (φωτο στην αρχή του post).

Έσβησε η πανέρημος;

Θα έλεγα πως η κοινωνία αυτή διατηρήθηκε μέχρι τη μουσουλμανική κατάκτηση της βόρειας Αφρικής, αν και δεν είμαι βέβαιος πως έπαψε ποτέ εντελώς να υπάρχει. Όμως το σπουδαίο είναι πως γρήγορα ξεπήδησαν κι άλλες παρόμοιες «πανέρημοι», στην έρημο της Παλαιστίνης, στη χερσόνησο του Άθωνα, στα δάση της Ρωσίας, αλλά και στα δάση της Γαλλίας, στα νησιά γύρω από τη Βρετανία και σε πολλά άλλα μέρη της Ευρώπης, όταν ολόκληρη η Ευρώπη γνώριζε μόνον ένα χριστιανισμό, τον ορθόδοξο.
Ας σημειωθεί ότι κάθε αναρχική κοινωνία, για να πραγματωθεί, χρειάζεται υψηλή πνευματική καλλιέργεια των μελών της. Η καλλιέργεια αυτή ήταν η επιδίωξη των χριστιανών αναχωρητών, η πνευματική πρόοδος, που πρώτο βήμα είχε την κάθαρση της καρδιάς και τελευταίο –μιας μακράς και δύσκολης πορείας– την ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού, τη θέωση, που ταυτίζεται με την αγαπητική ένωση προς όλα τα πλάσματα του κόσμου. Το τελευταίο φανερώνει και ότι η κοινωνία της πανερήμου δεν ήταν «ιδιόρρυθμη» και «θνησιγενής», παρόλο που όλοι οι κάτοικοί της ήταν άγαμοι. Ήταν άγαμοι, αλλά δεν ήταν στείροι –η κατάστασή τους υπερέβαινε το γάμο, γιατί ο γάμος ξεκινά ως ένωση με έναν άνθρωπο, ενώ εκείνοι επιδίωκαν, και πετύχαιναν στο βαθμό που προόδευαν, ένωση με όλους και με όλα. Ο μοναχός είναι «ο πάντων κεχωρισμένος και πάσι συνηρμοσμένος» (χωρισμένος απ’ όλους και ενωμένος με όλους) κατά τον ασκητικό συγγραφέα του 4ου αι. Ευάγριο Ποντικό. Φυσικά ήταν άνθρωποι και των δύο φύλων.
Μια ακόμη διευκρίνιση: οι αναχωρητές δεν ζούσαν απομονωμένοι, παρά μόνον κάποιοι που έφταναν στο ανώτατο στάδιο πνευματικής προόδου (αγιότητας) και μπορούσαν να είναι τέλεια ενωμένοι με όλους χωρίς να βλέπουν κανέναν (μα και ένας μεγάλος επιστήμονας μπορεί να ζει εντελώς απομονωμένος, γιατί θέλει να ασχολείται απερίσπαστος με την επιστήμη του). Οι μεγάλοι αυτοί δάσκαλοι (που ταυτίζονταν τόσο με τους συνανθρώπους τους, ώστε ένιωθαν τη χαρά και τον πόνο των άλλων ως δικά τους) είχαν υπερβεί και τις φυσικές ανθρώπινες ανάγκες –τον ύπνο, το φαγητό, τη θερμότητα– ή μάλλον είχαν τόσο γεμίσει από τη χάρη του Τριαδικού Θεού, έχοντας παραδώσει ολόκληρο τον εαυτό τους στα χέρια Του, ώστε ζούσαν ήδη τα ύψη του παραδείσου και οι ανάγκες τους αυτές είχαν ξεπεραστεί από μόνες τους. Ο μεγάλος τους ασκητικός αγώνας (οι νηστείες, οι αγρυπνίες, οι χαμαικοιτίες [=το να κοιμούνται στο έδαφος]) συνέβαλλε σ’ αυτή την ένωση με το Θεό, αλλά δεν την προκαλούσε αυτόματα, γιατί «υπάρχει ακραία άσκηση και εκ του πονηρού», για να θυμηθούμε το λόγο της μεγάλης Μητέρας της ερήμου, της αγίας Συγκλητικής. Ο ασκητικός αγώνας στον αρχαίο –και τον ορθόδοξο– χριστιανισμό συμβάλλει στο απόλυτο άνοιγμα της καρδιάς μας προς το Θεό, δεν είναι μια «πνευματική και σωματική εξάσκηση» που ενεργοποιεί «δικές μας δυνάμεις» κάνοντάς μας «συνειδητούς και δυνατούς», όπως στις θρησκείες της κεντρικής και ανατολικής Ασίας.
Ο κανόνας για τους ερημίτες ήταν να ζουν σε συστάδες καλυβιών, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, ώστε να υπάρχει η οριακή ανθρώπινη σχέση που επιτρέπει την άσκηση της έμπρακτης αγάπης, παρηγορεί στη μοναξιά της ερήμου και προστατεύει από τους πειρασμούς – και ιδίως το μεγαλύτερο πειρασμό, την ψευδαίσθηση της αγιότητας, που ονομάζεται, στη γλώσσα της ερήμου, «πλάνη». Γι’ αυτό στους βίους τους υπάρχουν τόσοι σοφοί διάλογοι μεταξύ τους, αλλά και τόσες περιπτώσεις ζεστής και βαθιάς συμπεριφοράς. Η έρημος δεν είναι απομόνωση.


Η κηδεία του μεγάλου ασκητή του 4ου αι. αγίου Εφραίμ του Σύρου (=Σύριου). Ερημίτες όλων των ειδών & ηλικιών μαζεύονται από κάθε γωνιά, ενώ στις άκρες φαίνονται και οι εργασίες των ερημιτών (μελετούν, πλέκουν καλάθια κ.τ.λ.).

Ο κοσμικός αναρχισμός και η έρημος
 
Οι νεότεροι επαναστατημένοι στοχαστές, που αποκαθήλωσαν το Θεό από την καρδιά τους, χωρίς να Τον έχουν γνωρίσει ποτέ, ανακάλυψαν τον αναρχισμό, αλλά δεν έμαθαν για την ύπαρξη αυτής της αναρχικής κοινωνίας, παρόλο που, όταν εκείνοι έγραφαν ή αγωνίζονταν ποικιλότροπα, τουλάχιστον η ρωσική και η αθωνική πανέρημος υπήρχαν στην ακμή τους. Η τελευταία (το Άγιο Όρος) ακμάζει και σήμερα, μέσα από τις δυσκολίες και τις περιπέτειες της ανθρώπινης ιστορίας φυσικά.
Βέβαια, άγιοι αναδείχθηκαν και συνεχίζουν ν’ αναδεικνύονται και στις πόλεις, αθόρυβα και ταπεινά, όπως αρμόζει στον ταπεινό Θεό μας, που καμία σχέση δεν έχει με το μπαμπούλα του γνωστού σε σας ηθικισμού. Όμως κάθε άγιος ή αγία –ακόμη και σε μια πολυκατοικία ή σε μια πλινθοπαράγκα, όπου μπορεί να μεγαλώνει δέκα παιδιά– έχει λίγη έρημο στην καρδιά του. Τη χρειάζεται, για ν’ αποσύρεται εκεί και ν’ αφουγκράζεται την πιο λεπτή μουσική του κόσμου, την προσευχή.
Μ’ αυτή την ενατένιση της αγιοτόκου πανερήμου, μέσα από επιτόπιες επισκέψεις ή από βιβλία σαν το Γεροντικό, το Μητερικό, το Λειμωνάριο, τηΘηβαΐδα του Βορρά, το Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα (του γέροντα Παΐσιου) κ.π.ά., θαρρώ πως είναι κατάλληλο να ξεκινήσει την πορεία του όποιος θέλει να γνωρίσει αληθινά το χριστιανισμό. Μπορεί συχνά οι εμπειρίες του να γίνουν σκανδαλιστικές, μπορεί κάποτε, άθελά του, να περάσει κι από λάθος δρόμο. Όμως η ευχή των αγίων της ερήμου –της αμμώδους ερήμου της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης, της δασώδους ερήμου του Άθωνα, της δασώδους, βαλτώδους ή παγωμένης ερήμου της Ρωσίας, των δασών της Ρουμανίας ή της Σερβίας, ακόμη και της παγωμένης ερήμου της Αλάσκας, όπου αγίασαν ο άγιος Γερμανός της Αλάσκας, ο άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ, ο άγιος Ιάκωβος Νετσέτωφ κ.ά., αλλά και της τσιμεντένιας ερήμου της Ομόνοιας των Αθηνών, όπου αγίασε ο γέροντας Πορφύριος– η ευχή όλων αυτών των δασκάλων ως πολύτιμος σύντροφος και πολικός αστέρας θα τον συνοδεύει. Καλό ταξίδι.

Ο κρυφός γελαστός άγιος του Αιγάλεω Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: ο άγιος φίλος των λεπρών




Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης και ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής & πιστής οικογένειας. Έγινε μοναχός σε ηλικία 17 χρονών, αγωνίστηκε για την καλλιέγεια της ψυχής του με αγάπη και προσευχή και δοκιμάστηκε σκληρά και από την ασθένεια της λέπρας, αλλά και αργότερα, ενώ ήταν ήδη ιερέας, από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχοσωματικά και ελευθερώθηκε μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης, όπως στις μονές Κουδουμά και Παναγίας Καλυβιανής (δες παρακάτω).
Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά, βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο, αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει όσο μπορούσε την ανακούφιση των συνανθρώπων του! Εκεί λοιπόν "θα αρχίσει το ποιμαντικό του έργο, που μπροστά του γονατίζουν οι έχοντες θεολογικά πτυχία και εκκλησιαστικά αξιώματα".
Η αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ' αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός ιερέας (λειτουργούσε στο ναό των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά & Δαμιανού, μέσα στο Λοιμωδών) έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας -το οποίο διατηρούσε κρυφό όσο μπορούσε- και αξιώθηκε να λάβει το προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και οράματα και να βοηθήσει πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του. 
Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, κάθε άνθρωπο προσωπικά, και ήταν ένας ιδιαίτερα γελαστός άγιος - το τρανταχτό γέλιο του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του - όπως και πολλές φορές έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας και είχε προφανώς και το χάρισμα των δακρύων.
Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας.
Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων[παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία - δες πολλά δείγματα εδώ)].
[...] «Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας [παραξενεύοντας] τους άλλους.
Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.
Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ώς την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]» (βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010, 2η έκδ., σελ. 137-146).

Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».
Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχόΝικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.
Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).

H προσευχή του Γέροντα ("Και εχάρη ο Θεός")
Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (=οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά [=θαυματουργικά] χαρίσματά του), στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134[για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ]. Διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.
«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".
"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε.
"Και μετά είπα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.
"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.
Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.
Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".
Του λέω: "Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;". "Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".
"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβεες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;". Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".
Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου; Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».
[Χάρις: η αγαθή ενέργεια του Θεού, που εκπέμπεται σε όλα τα πλάσματα και που ανάλογα με το βαθμό, που ο άνθρωπος ανοίγεται σ' αυτήν (=την επιθυμεί και γίνεται κατάλληλος για να μπει μέσα του, καλλιεργώντας την ταπεινή αγάπη), σώζεται και γίνεται άγιος. Κατά τους αγίους Πατέρες, η Χάρις είναι "άκτιστη", δηλ. αδημιούργητη: εκπέμπεται απευθείας από το Θεό, δεν είναι δημιούργημά Του - κι έτσι, όποιος ανοίγεται και μπαίνει μέσα του η θεία Χάρις, έχει μέσα του τον Ίδιο το Θεό αυτοπροσώπως και όχι ένα δημιούργημα, ενώνεται δηλαδή με το Θεό (θέωση). Σχετικά δες εδώ & εδώ].

Αναφορά σε άλλη προσευχή του Γέροντα, με το ίδιο πνεύμα, δες και στο postμας περί αυτοκτονίας.
 
Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)

Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.
Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή. 
Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.
Σημειωτέον ότι η μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ δες σχετικό βιβλίο].


Ένα ποίημα αφιερωμένο στο όσιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη

Δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.
Με τους αριθμούς άλλωστε δεν τα πάω καλά.
Έχουν πολύ λογική και με κουράζουν.
Μα εκείνο που σίγουρα θυμάμαι
είναι ότι σαν ήρθε το μακάριο λείψανο στο νησί μας
μετά από διήμερο προσκύνημα στην πρωτεύουσα,
ανέβηκα στο χωριό να δω έναν Άγιο.
Δεν είναι δα και τόσο συχνό το φαινόμενο!!!
Όταν πλησίασα κοντά του,
μια λάμψη που έκαιγε κάθε δισταγμό και λογοκρατούσα συνήθεια
φάνηκε ηχηρά στο πρόσωπό του.
Όχι !!!! Δε την έβλεπα μονάχα εγώ.
Ήταν πολλοί εκεί με αναμμένα τα κεριά
και πληγωμένη την καρδιά.
Έλαμπε!!!!!!
Μα η λάμψη αυτή δεν είχε κάτι από αυτή εδώ την κτίση.
Δεν ήταν φως σε δικό μας ουρανό.
Μήτε μορφή από εκείνες που στολίζουν τους τοίχους του χώρου και του χρόνου μας.
Δεν ήταν κορνίζα, για να ξυπνάει την λήθη και την μοναξιά του χωρισμένου.
Ήταν φως εκ φωτός. Λάμψη λαμπρής κοσμημένης.
Μα πιο πολύ από όλα, εκείνο που σταμάτησε της λογικής τους ήχους,
σώπασε και ηρέμησε,
εσώτερες φωνές των απειθών λογισμών μου,
…..τα πόδια τα κουρασμένα του Αγίου.
Ήταν ζεστά και μαλακά σαν την καρδιά του,
κι όμως είχαν περάσει τρεις μέρες που είχε κοιμηθεί !!!



IN ENGLISH 

Βίντεο από ΕΔΩ, όπου και πιο αναλυτικό βιογραφικό του Γέροντα, καθώς και μερικές διηγήσεις θαυμάτων του:

Στα ίχνη του αρχαίου (ορθόδοξου) κέλτικου μοναχισμού






"Η Εκκλησία στις Βρετανικές Νήσους θ' αρχίσει να αυξάνεται, όταν  αρχίσει να προσκυνά τους δικούς τους Αγίους" (άγιος Αρσένιος της Πάρου, † 1877)

Η μονή του αγ. Κέβιν, Γλένταλοχα

Μια άλλη ομάδα φίλων του Συλλόγου μας βρέθηκε στις αρχές του Ιουλίου του 2009 στο μακρινό νησί τής Ιρλανδίας. Για να αναπαύσομε το λογισμό εκείνων των αδελφών μας, που αναρωτιούνται τι έφερε τα βήματά μας στη μακρινή εκείνη χώρα της Δύσεως, λέμε μόνο τούτο: η Ιρλανδία γνώρισε την αληθινή πίστη, την Ορθοδοξία, από τις αρχές του 5ου μ. Χ. αιώνος και σ' αυτήν άκμασε για πολλούς αιώνες ο κελτικός ορθόδοξος μοναχισμός. Ιρλανδοί μοναχοί εκχριστιάνισαν τους ειδωλολάτρες Άγγλους τον 6ο αιώνα και κράτησαν την Ορθοδοξία ανόθευτη από αιρετικές προσμίξεις μέχρι το 1171 μ. Χ. όταν οι Αγγλονορμανδοί εισβολείς επέβαλαν στους Ιρλανδούς με την βία των όπλων τον Παπισμό. Έτσι πλήθος αγίων εξαγίασαν με την παρουσία τους την καταπράσινη Νήσο της Εσπερίας [=της Δύσης].

O άγιος Πατρίκιος, Φωτιστής της Ιρλανδίας
Ας ξεδιπλώσουμε όμως ενώπιον των φίλων αναγνωστών το οδοιπορικό μας. Κατ' αρχάς, επειδή δεν υπάρχει απ' ευθείας σύνδεση με την Ιρλανδία, αναγκαστήκαμε την Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009 να πετάξουμε προς το Μάντσεστερ της Αγγλίας. Από εκεί, αφού διασχίσαμε το δυτικό τμήμα της Αγγλίας, μπήκαμε στην Ουαλία και από το ουαλικό νησί Χόλυ Χέντ πήραμε
το βράδυ το πορθμείο για την Ιρλανδία, διασχίζοντας την θάλασσα της Ιρλανδίας.
Σαν ξημέρωσε το Σάββατο ήμασταν έτοιμοι ν' αρχίσουμε την εξερεύνηση της ιρλανδικής πρωτεύουσας. Ο καιρός έδειχνε μουντός και λίγο ψυχρός. Το Δουβλίνο μας θυμίζει τυπική επαρχιακή αγγλική πόλη. Η κίνηση στους δρόμους αραιή. Πότε - πότε ψιλοβρέχει. Πρώτος μας σταθμός ο αγγλικανικός καθεδρικός ναός του αγίου Πατρικίου (του Φωτιστού τής Ιρλανδίας - 17 Μαρτίου). Κτισμένος σε αγγλονορμανδικό ρυθμό (γοτθικό) συγκεντρώνει πλήθος εκθεμάτων. Εμάς μας ενδιαφέρει ότι 70 μέτρα από εκεί βρίσκεται το ιερό φρέαρ [πηγάδι] όπου, κατά την παράδοση, ο άγιος Πατρίκιος βάφτιζε τους ειδωλολάτρες. Στη συνέχεια ο ξεναγός μάς οδηγεί στο τεράστιο κτίριο τής εταιρείας Γκίνες.
Εκείνο πού κάνει εντύπωση στον επισκέπτη είναι ένα έγγραφο του

1759 με ιό όποιο ό Αρθουρ Γκίνες νοίκιασε ιό χώρο για 2000 χρόνια (!!!) με ενοίκιο 45 λίρες ιό χρόνο. Στο πολυώροφο κτίσμα υπάρχει, συν τοις άλλοις, έκθεση παλαιών μηχανημάτων κατασκευής μπύρας ενώ από τον 6ο όροφο μπορεί να θαυμάσει ό επισκέπτης το πανόραμα της πόλης, το ποτάμι, το λιμάνι και τα χαμηλά βουνά στο νότο. Διασχίζοντας το κέντρο του Δουβλίνου φτάσαμε, υπό βροχήν, στο Τρίνιτυ Κόλλεητς, πανεπιστήμιο κτισμένο την εποχή της βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ Α' το 16ο αιώνα. Εκεί φυλάσσεται το περίφημο χειρ όγραφο του Κέλτ του 8ου αιώνα.



Το κάστρο του Δουβλίνου πού επισκεφθήκαμε στη συνέχεια αποτελεί ένα πολυποίκιλο σύνολο κτισμάτων πού αρχίζουν από την εποχή των Βίκινγκς και των Νορμανδών και συνεχίζουν μέχρι την αποχώρηση της Αγγλίας από την χώρα.
Σαν έφτασε η Κυριακή, αφού ψάλλαμε τον Όρθρο σε ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα του ξενοδοχείου μας, αναχωρήσαμε από τον Δουβλίνο με νότια κατεύθυνση. Στα βουνά του Ουίκλοου, σε μια στενή δασωμένη κοιλάδα, συναντάμε τον πρώτο ιρλανδικό μοναστήρι που μας μεταφέρει στο ορθόδοξο παρελθόν της χώρας. Λέγεται Γκλένταλοχα (φαράγγι με τις δύο λίμνες) και μας θυμίζει ότι στα μέρη αυτά έζησε κατά τον 6ο αιώνα ένας ερημίτης, ο άγιος Κέβιν (3 Ιουνίου). Μεταξύ των δύο λιμνών σώζεται τον σπήλαιο όπου ασκήτεψε. Μετά από μια κατατοπιστική ταινία
για τον αρχαίο ιρλανδικό μοναχισμό προχωράμε προς τα ερείπια της Μονής.
Ο άγιος Κέβιν της Ιρλανδίας (από αυτή τη σπουδαία καταχώριση εικόνων και μερικών βίων Βρετανών αγίων)
Μόλις περνάμε τα προπύλαια αντικρίζουμε τον πανύψηλο στρογγυλό πύργο. Κτισμένος με γκρίζα ντόπια πέτρα είναι σχεδόν 30 μέτρα κι αποτελείται από έξι ορόφους. Χρησίμευε για καμπαναριό, παρατηρητήριο, καταφύγιο σε περίπτωση επιδρομών, κρυψώνα για τα αγία λείψανα και τα χειρόγραφα τής Μονής. [βλ. τη μονή στη 2η φωτο στην κορυφή του post].
Σε κοντινή απόσταση ορθώνεται το ερειπωμένο καθολικό τής Μονής, του 10ου αιώνα. Τα παλαιότερα κτίσματα ήταν από ξύλο και καταστράφηκαν. Εκεί κοντά διασώζεται ανέπαφη η λεγόμενη κουζίνα του αγίου Κέβιν, δηλαδή μια εκκλησία μικρών διαστάσεων με ενσωματωμένο μικρό στρογγυλό κωδωνοστάσιο, κτισμένη εξ ολοκλήρου από πέτρα (με πέτρινα κεραμίδια). Ψάλλουμε το απολυτίκιο του αγίου (το ασκητικό: «ταις των δακρύων σου ροαίς») και κατηφορίζουμε προς τη λίμνη.
Ο τάφος του λέγεται πως βρίσκεται στη μισοερειπωμένη εκκλησία τής Θεοτόκου στον περίβολο τής Μονής. Η δυνατή βροχή μάς υπογραμμίζει τελειώνοντας ότι είμαστε στη Δύση.
Διασχίζουμε τώρα τα γυμνά, αλλά γεμάτα πράσινη χλόη και λιγοστά δέντρα, βουνά του Ουίκλοου. Παντού χωριουδάκια με καλοφτιαγμένα σπίτια και ανθισμένους κήπους. Αμέσως μετά βρεθήκαμε στον απέραντο ιρλανδικό κάμπο. Καταπράσινοι βοσκότοποι γεμάτοι γελάδια και πρόβατα και χωριά, πού και πού. Αλλού βλέπουμε να βόσκουν τα ονομαστά άλογα, που, όπως μάς πληροφορεί ο συμπαθής οδηγός μας Τζων Ντικ, τρέχουν στον ιππόδρομο.
Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν προσεγγίσαμε τη μικρή πόλη
Κάσελ, που είναι κουρνιασμένη στα πόδια του πιο διάσημου βράχου της χώρας, που υψώνεται επιβλητικός πάνω από την πεδιάδα. Ανεβαίνοντας στον βράχο η συμπαθητική ξεναγός μας οδηγεί στον αναπαλαιωμένο κτίριο της χορωδίας.
Ακολούθως μεταβαίνουμε στον χωρίς στέγη καθεδρικό ναό του αγίου Πατρικίου, τον στρογγυλό πύργο και τον ρωμανικό παρεκκλήσι του βασιλιά Κόρμακ, όπου υπάρχουν ίχνη τοιχογραφιών. Όλ' αυτά ενώ η βροχή κι ο άνεμος μάς συνοδεύουν ακατάπαυστα. Στο μέρος αυτό είχε βαφτίσει τον 5ο αιώνα ο άγιος Πατρίκιος τον ντόπιο βασιλιά Άνγκους και θεωρείται τον ιερότερο σημείο της χώρας. Φεύγοντας δεν παραλείπουμε να ρίξουμε μια ματιά στο μουσείο, όπου υπάρχουν όπλα, σκεύη κι άλλα εκθέματα.

Καταλύουμε κουρασμένοι και υπό βροχήν στο Κλόνμελ.
Δευτέρα 6 Ιουλίου. Αναχώρηση για την πόλη Γουώτερφορντ, ένα ποτάμιο λιμάνι που ιδρύθηκε την εποχή των Βίκινγκς. Δεν έχει να επιδείξει τίποτε το ιδιαίτερο. Τυπική πόλη του νότιου τμήματος της χώρας. Σταματάμε για λίγο σ' ένα μεγάλο εργοστάσιο υαλουργίας και συνεχίζουμε ακολούθως την πορεία μας με δυτική τώρα κατεύθυνση.
Ταξιδεύουμε δίπλα στην Κελτική θάλασσα (τον τμήμα του Ωκεανού που βρέχει τον νότιο μέρος τής Ιρλανδίας). Προορισμός μας το παραθαλάσσιο χωριό Άρντμορ. Ένας φιδωτός και στενός δρόμος στη χαμηλή λοφώδη περιοχή μάς φέρνει μέχρι το ξεχασμένο αυτό χωριό. Από μεγάλη απόσταση διακρίνεται, στην πλαγιά του λόφου, ένας πανύψηλος στρογγυλός πύργος, πού δεσπόζει τής περιοχής. Μπαίνοντας στο Άρντμορ ακλουθήσαμε την ανηφορική οδό που οδηγούσε μέχρι τον στρογγυλό πύργο.
Φτάνοντας εκεί αντικρίσαμε δίπλα του τον ερειπωμένο καθεδρικό ναό, από τον όποιο απόμειναν μόνο οι γυμνοί τοίχοι. Στον δυτικό του τοίχο 13 ανάγλυφα από ντόπιο γρανίτη απεικονίζουν θέματα παρμένα από την Αγία Γραφή. Στο κατώτερο διάζωμα οι βιβλικές σκηνές είναι πιο ευδιάκριτες και μεγαλύτερες. Διακρίνονται η κρίση του Σολομώντος και η πτώση των πρωτοπλάστων. Εντός του ναού υπάρχουν πολλές ταφόπετρες κι ένα όγκαμ, δηλαδή στήλη με επιγραφή στα αρχαία ιρλανδικά. Ο στρογγυλός πύργος που βρίσκεται στα νότια του καθεδρικού ναού, είναι φτιαγμένος από ντόπια πέτρα πρασινισμένη από τη βροχή και την υγρασία και φέρει σταυρό στην κορυφή.
Αποτελείται από 4 πατώματα και το ύψος του ξεπερνά τα 29 μέτρα. Έχει μια μικρή κλίση προς νότον και είναι ο καλύτερα διατηρημένος απ' όσους είδαμε.

Νοτιοανατολικά του καθεδρικού ναού υπάρχει τον αναπαλαιωμένο παρεκκλήσι του αγίου Ντέκλαν (27 Ιουλίου - δες εικόνα στην κορυφή του post) και λέγεται ότι εκεί βρίσκεται και ο τάφος του αγίου, που έζησε τον 4ο αιώνα και κήρυξε το ευαγγέλιο στην περιοχή πριν από τον άγιο Πατρίκιο.


Τρέχουμε προς το λεωφορείο, γιατί ξανάρχισε η βροχή. Συνεχίζοντας την προς δυσμάς πορεία μας κι ακλουθώντας τη νότια ακτή της Ιρλανδίας προχωράμε προς την πόλη του Κορκ. Καθ' οδόν, ακριβώς δίπλα στο δρόμο, ένα κοπάδι πανέμορφοι άσπροι
κύκνοι, που κολυμπούν αμέριμνοι στη Λίμνη, ελκύουν την προσοχή μας. Η πόλη του Κορκ είναι κι αυτή ποτάμιο λιμάνι στον ποταμό Λή, στον όποιο βλέπουμε αραγμένα και ποντοπόρα πλοία. Αφήνοντας πίσω μας την πόλη καταλήγουμε στην περιοχή του κάστρου Μπλάρνυ, κάπου στα περίχωρά της. Κτισμένο σ' ένα καταπληκτικό τοπίο με γρασίδι, σκιερά δέντρα, ανθισμένα λουλούδια και δύο ποτάμια να ρέουν ήρεμα ανάμεσα στις φυλλωσιές, το κάστρο υψώνεται επιβλητικό στην άκρη ενός βράχου.
Ανεβαίνουμε στην κορυφή του από μια ελικοειδή και στενή πέτρινη σκάλα. Από εκεί το θέαμα είναι πέραν πάσης περιγραφής. Μια πέτρα στην άκρη της οροφής προκαλεί τούς ριψοκίνδυνους ταξιδιώτες να τη φιλήσουν για ν' αποκτήσουν τον χάρισμα τής ευγλωττίας!
Ακολουθώντας τώρα τον επαρχιακό δρόμο και συναντώντας πανδοχεία, χωριουδάκια, μικρά ποτάμια και λουλουδιασμένους φράκτες κατά μήκος του δρόμου, κατευθυνόμαστε προς τον δυτικό μέρος της Ιρλανδίας, την περιοχή του Κέρρυ. Αφήνουμε στα αριστερά μας την πόλης Κιλάρνυ και φτάνουμε, υπό δυνατή βροχή, στη μικρή πόλη Κάσελ Άιλαντ. Το βράδυ, μετά από πρόταση του ιρλανδού οδηγού μας, ταξιδεύουμε στο Τραλύ, πόλη που βρίσκεται στη δυτική ακτή της χώρας, για να παρακολουθήσουμε φολκλορική παράσταση του κρατικού θεάτρου στην κελτική γλώσσα. Ήταν έντεκα τον βράδυ όταν τελειώσαμε, αλλά μόλις είχε πέσει το σούρουπο.
Δύσκολη μέρα ή Τρίτη 7 Ιουλίου. Έπρεπε να κάνουμε τον γύρο τής χερσονήσου του Κέρρυ και να βρεθούμε τον βράδυ στο νοτιοανατολικό άκρο της χώρας!
Στο βάθος, στα αριστερά μας, υψώνονται βουνά σκεπασμένα με σύννεφα. Ο καιρός είναι ψυχρός. Στον χωριό Κίλλοργκλιν ένα άγαλμα εστεμμένου τράγου δίπλα στον γεφύρι θυμίζει ένα κωμικοτραγικό επεισόδιο τής εποχής του Κρόμγουελ.


Εντυπωσιακό τον τοπίο, ορεινό από τη μια και θαλασσινό από τη δεξιά μεριά. Στον χωριό Καχερσιβίν βλέπουμε το άγαλμα του γνωστού Ιρλανδού επαναστάτηΝτάνιελ Ο' Κόννελ. Στον Γουώτερβιλλ, παράλιο θέρετρο που αγαπούσε υπερβολικά ο Τσάρλυ Τσάπλιν, οι ψυχρές αέριες μάζες από τον Ατλαντικό κόβουν την ανάσα. Σε μια απότομη στροφή κατεβαίνουμε.
Μπροστά μας ο αχανής Ωκεανός και κάτι μικρά βραχώδη νησάκια ξεπροβάλλουν. Είναι τα Σκέλιγκ, το Μεγάλο Σκέλιγκ ή Σκέλιγκ Μίχαελ (όπου τον 7ο αιώνα ο άγιοςΦίνιαν - 10 Σεπτεμβρίου - ίδρυσε μοναστήρι που ύφίστατο για 600 χρόνια [σημ. του blog μας: κατά το παραπάνω link, ο άγιος έζησε τον 6ο αι.]) και το Μικρό Σκέλιγκ. Εκεί έζησαν με πολλή κακοπάθεια Ιρλανδοί μοναχοί για αιώνες πολλούς. Τα καταλύματα τους σώζονται στις απότομες πλαγιές των νησιών.

Η Σύναξη των αγίων Βρετανίας & Ιρλανδίας (των βρετανικών νήσων γενικά), από ΕΔΩ (μπείτε να εντυπωσιαστείτε).
Τρυπώνουμε στο λεωφορείο βιαστικά, γιατί ο παγωμένος άνεμος λυσσομανά, και συνεχίζουμε την πορεία μας. Τώρα το τοπίο είναι ορεινό και τα βουνά που διασχίζουμε είναι άλλα δασωμένα κι άλλα καλυμμένα με πράσινη χλόη. Φτάνουμε κάποτε στην περιοχή των ονομαστών λιμνών του Κιλάρνυ. Στο διάβα μας προβάλλει πρώτη η Άνω Λίμνη με τα βαθυγάλανα της νερά. Κατεβαίνουμε στη συνέχεια στην περιοχή τής λίμνης Μάκρος. Ένα απέραντο πάρκο απλώνεται στις όχθες της με παλαιά κτίρια και πελώρια δέντρα σε πυκνές συστάδες. Πολυκοσμία, γρασίδι παντού, άμαξες που τις σέρνουν ιρλανδικά άλογα, ενώ λουλούδια παντός είδους στολίζουν το πανέμορφο τοπίο.
Αφήνοντας πίσω μας το Κιλάρνυ με τη μεγάλη του λίμνη ταξιδεύουμε με ανατολική κατεύθυνση. Βροχές εναλλάσσονται με άνεμο και λιακάδα ενώ ταξιδεύουμε προς το Γουέξφορντ. Αφήνουμε διαδοχικά πίσω μας το Κορκ και το Γουώτερφορντ και, κατά το απόγευμα, έχουμε φτάσει στο σημερινό μας κατάλυμα, κάπου στα περίχωρα του Γουέξφορντ.
Ξημερώματα Τετάρτης προχωράμε προς τον λιμάνι του Ρόσλαρ, όπου μας αναμένει το πορθμείο. Πρέπει να περάσουμε ξανά στην Ουαλία, με προορισμό, τη φορά αυτή, το λιμάνι του Πέμπροουκ, στο νότιο τμήμα της χώρας. Αποχαιρετάμε τον καλό μας οδηγό και αναχωρούμε. Στον πορθμό του Αγίου Γεωργίου η θάλασσα είναι λάδι. Είχε περάσει τον μεσημέρι όταν τον πορθμείο αγκυροβόλησε.
Ο Άγγλος οδηγός μάς περίμενε και χωρίς καθυστέρηση ταξιδεύουμε τώρα στην Ουαλία. Όλα πνιγμένα στον πράσινο, χαμηλά τα βουνά με κάστρα εδώ κι εκεί και ο άνετος δρόμος μάς έφερε γρήγορα στο Κάρντιφ. Πολύβουη ή πρωτεύουσα τής περιοχής και οι διπλές επιγραφές (πρώτα ουαλικά και μετά αγγλικά) μας θυμίζουν ακατάπαυστα πως βρισκόμαστε στην Ουαλία.
Το κάστρο του Κάρντιφ υψώνεται επιβλητικό στον κέντρο τής πόλης, με την ουαλική σημαία με τον κόκκινο δράκο να κυματίζει στον πιο ψηλό του σημείο. Τεράστια η εσωτερική του αυλή κι εντυπωσιακός ο πύργος του ρολογιού. Πολυώροφα διαμερίσματα με περίτεχνα διακοσμημένα δωμάτια υψώνονται στη μια του πλευρά. Στο δυτικό τμήμα ένας τεχνητός χωμάτινος λόφος, έργο των Νορμανδών, στέφεται από ένα πανύψηλο πύργο.
Εγκαταλείποντας την Ουαλία κατευθυνόμαστε ανατολικά, προς την Αγγλία. Διασχίζουμε την τεράστια γέφυρα του ποταμού Έηβον και καταλήγουμε για διανυκτέρευση σε μια δασωμένη περιοχή λίγο έξω απ' το Μπρίστολ.
Σαν ξημέρωσε η επομένη, αναχωρήσαμε για την πόλη του Μπάθ με τις ονομαστές ρωμαϊκές αρχαιότητες. Τα πολυδαίδαλα αυτά υπόγεια περιλαμβάνουν τις εγκαταστάσεις των ρωμαϊκών λουτρών. Στο πέρασμά μας συναντάμε ρωμαϊκά αγάλματα, τις εγκαταστάσεις των λουτρών, ψηφιδωτά, σπαράγματα ρωμαϊκών ναών, όπως και νομίσματα, δεξαμενές, καθώς και την θερμή πηγή, που αναβλύζει ακόμα. Υπό την πίεση του χρόνου αφήνουμε πίσω μας σύντομα το Μπάθ και ταξιδεύουμε προς ανατολάς.
Κοντά στο μεσημέρι είχαμε φτάσει στο Γουίντσορ, στα περίχωρα του Λονδίνου. Το ομώνυμο κάστρο υψώνεται μεγαλόπρεπο στην πλαγιά του λόφου, απόγευμα τα χρόνια του Γουλιέλμου του Κατακτητή. Άψογα συντηρημένο το τεράστιο κτιριακό συγκρότημα, που είναι το μεγαλύτερο κάστρο τής χώρας, υποδιαιρείται σε δύο τμήματα. Το άνω τμήμα αποτελεί κατοικία τής αγγλικής βασιλικής οικογένειας και είναι απροσπέλαστο στο κοινό. Το κατώτερο τμήμα είναι ανοικτό στους πάντες. Εκεί βρίσκεται και το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου, όπου βρίσκονται πλείστα ταφικά μνημεία των Άγγλων βασιλιάδων.
Ήταν απόγευμα της Πέμπτης όταν εγκαταλείψαμε την περιοχή με στόχο να φτάσουμε στο Λονδίνο. Η πολύβουη μεγαλούπολη με τα πολλά εκατομμύρια, την μεγάλη κίνηση και το πολυεθνικό πλήθος πού πλημμυρίζει τούς δρόμους της είναι τώρα ενώπιων μας. Κατευθυνόμαστε προς το κέντρο καταλύοντας στην περιοχή του Βρετανικού Μουσείου. Μερικοί σπεύδουν να πραγματοποιήσουν ένα πρώτο περίπατο κι άλλοι αναμένουν συγγενικά πρόσωπα.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009. Τελευταία μέρα της εκδρομής μας. Ο Κύπριος ξεναγός με πολύ μεράκι κι επιμέλεια μάς γνωρίζει την απέραντη πόλη. Τις αριστοκρατικές συνοικίες, την πλατεία Τραφάλγκαρ, το Σίτυ, την Γέφυρα του πύργου. Στο πολεμικό μουσείο Ιμπήριαλ μάς καθηλώνει το κυπριακό τμήμα Ένα σύνθημα της ΕΟΚΑ, χειροποίητα όπλα της Οργάνωσης, μια επιστολή του Χάρντιγκ, μια σημαία της ΕΟΚΑ και τέλος μια φωτογραφία του θρυλικούΑυξεντίου.
Περνώντας τον Τάμεση εμφανίζεται μπροστά μας το κοινοβούλιο, το Μπίγκ Μπέν, το Γουεστμίνστερ Άμπεϋ, τα Υπουργεία και το πρωθυπουργικό γραφείο στην οδό Ντάουνιγκ. Διασχίζοντας το Τσιάρινγκ Κρος καταλήξαμε στο Βρετανικό Μουσείο. Μένουμε κυρίως στο ελληνικό τμήμα. Σε αγάλματα απόγευμα διάφορα ελληνικά μέρη, αλλά χρονοτριβούμε στα μάρμαρα του Παρθενώνα, που οι Άγγλοι αρνούνται κυνικά να επιστρέψουν.
Τις τελευταίες ώρες τις αφιερώσαμε σε προσκύνημα στην μονή του Τιμίου Προδρόμου του Έσσεξ. Στο τέλος κατορθώσαμε να προσεγγίσουμε το Μοναστήρι παρά την κίνηση στους δρόμους και τις ποικίλες δυσκολίες που ανεφύησαν. Επιτέλους βρεθήκαμε στην φιλόξενη αυλή του, δίνοντας τέρμα στην αγωνία του π. Ζαχαρία που μας περίμενε. Η φιλοξενία αβραμιαία, αλλά η επίσκεψη στο καθολικό, την κρύπτη όπου βρίσκεται ο τάφος του Γέροντος Σωφρονίου και το ύπερθεν αυτής παρεκκλήσι γίνεται αναγκαστικά αστραπιαία.
Με τις ευλογίες των μοναχών ανά χείρας τρέξαμε προς το λεωφορείο. Έπρεπε να βιαστούμε, διότι το αεροδρόμιο του Χήθροου ήταν μακριά, η τροχαία πυκνή κι απρόβλεπτη και κάθε λεπτό που περνούσε ανέβαζε την αδρεναλίνη. Με την χάρη του Τιμίου Προδρόμου ήμασταν εκεί στην ώρα μας. Σε λίγο το μεταλλικό πουλί διέσχιζε το νυκτερινό ουρανό με κατεύθυνση την Κύπρο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 92

Ένας άγιος για το Γκάντι - Χριστιανικά πολιτικά "όπλα"



Ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1880-1956) είναι ένας σύγχρονος Σέρβος Πατέρας της Εκκλησίας, επίσκοπος Αχρίδος (στα σημερινά Σκόπια, εκεί όπου ο τωρινός επίσκοπος Ιωάννης διώκεται και φυλακίζεται από το κράτος των Σκοπίων, γιατί δεν αναγνωρίζει τη σχισματική εκκλησία τους!!). Τρομερά μορφωμένος, μεγάλος ποιητής και συγγραφέας, διετέλεσε και αιχμάλωτος στο Νταχάου, όπου συνέγραψε ένα εκπληκτικό κείμενο, απευθυνόμενο στους λαούς της Ευρώπης και συγκρίνοντας το νεώτερο ορθολογιστικό πολιτισμό με την ορθόδοξη σοφία (το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στο βιβλίο του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός - δείτε το εδώ).
Ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς λοιπόν γράφει για το Μαχάτμα Γκάντι κι εμείς παίρνουμε το κείμενό του από το blog του Misha.

H Νηστεία, η προσευχή και η σιωπή στην πολιτική

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ως πιστός άνθρωπος , είστε προβληματισμένος από την σκέψη-τι θα κάνει η Θεία Πρόνοια με τον  Γκάντι;  Και ποια είναι η έννοια της  εμφάνισης  αυτής της περίεργης προσωπικότητας ανάμεσα  στους κυβερνήτες  και τους πολιτικούς της εποχής μας; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι μια προειδοποίηση από το Θεό. Αυτό είναι, σίγουρα, το νόημα  του ηγέτη του μεγάλου  Ινδικού έθνους.Μέσα από αυτό το πρόσωπο, η Θεία Πρόνοια παρουσιάζει στους πολιτικούς και κυβερνήτες του κόσμου, ακόμη και σε όσους από αυτούς είναι Χριστιανοί, ότι υπάρχουν και άλλες μέθοδοι για την πολιτική εκτός από τις μηχανορραφίες, την  πανουργία και τη βία. Η πολιτική μέθοδος του Γκάντι είναι πολύ απλή και προφανής: δεν απαιτεί  τίποτε άλλο εκτός από τον άνθρωπο που φωνάζει και τον Θεό που ανταποκρίνεται. Ενάντια στα όπλα, τα πυρομαχικά και τον στρατό, ο Γκάντι θέτει την νηστεία. Απέναντι στις δεξιότητες, την πανουργία και την βία, την προσευχή. Και κατά των πολιτικών φιλονικιών, την σιωπή. 
Πόσο  μικρό και θλιβερό φαίνεται αυτό  στα μάτια των σύγχρονων ανδρών, έτσι δεν είναι;  Στα σύγχρονα πολιτικά εγχειρίδια, αυτές οι τρεις μέθοδοι δεν αναφέρονται ούτε καν στις υποσημειώσεις.
Νηστεία, προσευχή και σιωπή! Δύσκολα θα βρεθεί ένας πολιτικός στην Ευρώπη ή την Αμερική που δεν θα έβλεπε αυτά τα τρία μυστικά των ινδών πολιτικών σαν τρία ξερά κλαδιά στραμμένα στο πεδίο της μάχης ενάντια σε ένα σωρό χάλυβα, μολυβιού, φωτιάς και δηλητηρίου.
Ωστόσο, ο Γκάντι τα καταφέρνει με αυτά τα τρία «ξόρκια του»!
gandhi fasting.jpg
Ο ασκητικός Γκάντι, σε περίοδο νηστείας και σιωπής
Και είτε το θέλουν είτε όχι, οι πολιτικοί νομοθέτες στην Αγγλία και άλλες χώρες θα πρέπει να προσθέσουν ένα κεφάλαιο στα σχολικά βιβλία τους: "Η νηστεία, η  προσευχή και η  σιωπή ως ισχυρά όπλα στην πολιτική." Φανταστείτε, δεν θα ήταν για το καλό  όλης της ανθρωπότητας αν αυτές οι μέθοδοι του  αβάπτιστου Γκάντι αντικαθιστούσαν  τις μεθόδους του βαφτισμένου Μακιαβέλι στην πολιτική επιστήμη;

  Αλλά δεν είναι τόσο η μέθοδος της Ινδίας από μόνη της έκπληξη για τον κόσμο, όσο  είναι το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τη μέθοδο.  Η μέθοδος είναι χριστιανική, τόσο παλιά όσο και η χριστιανική πίστη, αλλά ακόμα νέα και σε αυτή την  εποχή. Το παράδειγμα τής  νηστείας, προσευχής και η σιωπής παρουσιάστηκε από τον Χριστό στους μαθητές του.  Αυτοί το παρέδωσαν στην Εκκλησία, μαζί με όλο το παράδειγμά τους, και η Εκκλησία το παραδίδει στους πιστούς από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα. Η νηστεία είναι μια θυσία, η σιωπή είναι προς τα μέσα εξέταση του εαυτού μας, η προσευχή είναι η φωνή βοώντος προς τον  Θεό. Αυτές είναι οι τρεις πηγές μεγάλης πνευματικής δύναμης που κάνει τον άνθρωπος νικηφόρο στη μάχη και άριστο στη ζωή.
Υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν μπορεί  να οπλίσει τον εαυτό του  με αυτά τα όπλα;  Και ποια  βίαιη δύναμη σε αυτόν τον κόσμο μπορεί ούν να νικήσει αυτά τα όπλα; Φυσικά, αυτά τα τρία πράγματα δεν περιλαμβάνουν το σύνολο της χριστιανικής πίστης, αλλά είναι μόνο ένα μέρος των κανόνων της, των υπερφυσικών μυστηρίων της.
  Δυστυχώς, στην εποχή μας, μεταξύ των Χριστιανών, πολλές από τις αρχές αυτές δε λαμβάνονται υπόψη, και πολλά θαυματουργά μυστήρια λησμονιούνται. 
  Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να σκέφτονται ότι  κερδίζει κανείς μόνο με τη χρήση του ατσαλιού, ότι οι ασθένειες θεραπεύονται μόνο με χάπια και ότι τα πάντα στον κόσμο μπορούν να εξηγηθούν απλώς με  την ηλεκτρική ενέργεια... Οι πνευματικές  και ηθικές ενέργειες    εκλαμβάνονται ως σχεδόν μαγικές εργασίες.
    Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διαρκώς ενεργός  Θεία Πρόνοια επέλεξε τον Γκάντι, έναν άνθρωπο αβάπτιστο, για να χρησιμεύσει ως μια προειδοποίηση προς τους βαφτισμένους, ιδίως προς εκείνους τους βαφτισμένους  ανθρώπους που συσσωρεύουν τη  μία κακοτυχία πάνω στην στην άλλη, για τον εαυτό τους και τους λαούς τους, χρησιμοποιώντας σκληρά και αδίστακτα μέσα. Το Ευαγγέλιο μας λέει επίσης ότι η Πρόνοια του Θεού χρησιμοποιεί μερικές φορές τέτοιες προειδοποιήσεις για το καλό του λαού.
Η Χάρη σας αμέσως θα συνειδητοποιήσει ότι υπαινίσσομαι τονΡωμαίο εκατόνταρχο  από την Καπερναούμ (κατά Ματθαίον, 8, 5-13).
Από τη μία πλευρά, θα δείτε τους σοφούς  του Ισραήλ, οι οποίοι, ως διαλεγμένοι μονοθεϊστές της εποχής εκείνης, καυχόνταν για την πίστη τους απορρίπτοντας εν τω μεταξύ τον Χριστό, και, από την άλλη πλευρά, θα δείτε τον περιφρονημένο Ρωμαίο ειδωλολάτρη   που ήρθε στο Χριστό με μεγάλη πίστη και ταπεινοφροσύνη, ζητώντας του να θεραπεύσει τον υπηρέτη του.
 Και, όταν ο Ιησούς το άκουσε, έμεινε έκπληκτος και είπε σε αυτούς που τον ακολούθησαν: "Αληθινά σας λέγω, ούτε ακόμη και στο Ισραήλ δεν βρήκα τέτοια πίστη." Ο χριστιανικός κόσμος είναι το νέο, βαπτισμένο Ισραήλ. Δεν λέει ο Χριστός την ίδια φράση σήμερα στις συνειδήσεις των χριστιανών σοφών δείχνοντας τον τωρινό κυβερνήτη της Ινδίας;

Να σάς χαρίζει ο Κύριος ειρήνη και  υγεία! 
Η επιστολή συγκαταλέγεται στις ιεραποστολικές επιστολές του αγίου Νικολάου. Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά

Επίλογος του blog μας: Ασφαλώς και οι Έλληνες πολιτικοί θα πρέπει να βάλουν στο νου τους αυτά τα λόγια του μεγάλου πνευματικού Πατέρα του σερβικού λαού. Και σ' αυτούς φαίνονται άγνωστα αυτά τα ευλογημένα μέσα, παρόλο που ανήκουν στη δική τους (δική μας) πνευματική παράδοση. Παρότι είδαμε τον πρωθυπουργό να κρατάει το κερί σε μια αγρυπνία, δε μοιάζει και πολύ χριστιανική η γενικότερη στάση των πολιτικών μας, ίσως πλην ελαχίστων, απέναντι στο λαό, την πατρίδα και την Ορθοδοξία... Χριστιανική στάση λέγοντας έχω στο νου μου τέτοιες ιδέες...
Για να μην παρεξηγηθώ, ότι κάνω διαφήμιση στον Ινδουισμό, προσκαλώ τους αναγνώστες να διαβάσουν και το άρθρο Μπαγκαβάντ Γκιτά και Χριστιανισμός, καθώς και το Οι Γκουρού, ο Νέος και ο Γέροντας Παΐσιος, του πρώην ινδουιστή Διονύσιου Φαρασιώτη (υπάρχει και στα αγγλικά) .
Τέλος, ένα μικρό σχόλιο: αν τα παραπάνω τα έλεγε η Γερόντισσα Γαβριηλία, θα είχε προσφέρει ένα ακόμη θριαμβευτικό post σε κάποιους που πολεμούν τη βιογραφία της... Ας είναι. Ο Θεός να μας φωτίζει όλους.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...