Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

Λόγος γιά τήν νηστεία. Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε


Λόγος γιά τήν νηστεία

Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε
Σέ κάθε καιρό ἡ νηστεία εἶναι ὠφέλιμη γι᾿ αὐτούς πού θέλουν νά τήν κρατήσουν, μᾶς λέγει τό Τριώδιο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει σέ λόγο του γιά τό Πάσχα: «Ἐπέρασε ὁ καιρός τῆς νηστείας, ἀλλά δέν ἐπέρασε καί ἡ ἀνάγκη τῆς νηστείας».
Πάντοτε συνεπῶς, ἀλλά ἰδιαίτερα τώρα πού ἡ νηστεία ἤδη στήν Ἐκκλησία μας ἐφαρμόζεται, εἶναι κατάλληλος ὁ καιρός νά σταματήσουμε ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν ἀρετή.
Ἐνθυμοῦμαι ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία μέ πόση εὐλάβεια κρατοῦσαν οἱ χριαστιανοί τότε τήν  νηστεία! Δέν ἐξαιρεῖτο κανείς ἀπό τήν  νηστεία, οὔτε ἀκόμη καί στήν περίπτωσι ἀσθενείας, οὔτε γιά τά μικρά παιδιά καί ὅλοι τήν κρατούσαμε μέ σοβαρότητα. Τήν Ἁγία καί Μεγάλη Νηστεία τήν ἐπερίμεναν οἱ ἄνθρωποι σάν ἕνα μεγάλο γεγονός. Ὑπῆρχαν συγκεκριμένα μαγειρικά σκεύη γιά τήν μεγάλη Νηστεία. Καί μέ πόση λαχτάρα περιμέναμε κατόπιν τό Ἅγιο Πάσχα! Ὁ Κύριός μας ἐνήστευσε στήν ἔρημο 40 ἡμέρες γιά τίς ἁμαρτίες μας κι ἐμεῖς νά μή νηστεύουμε; Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ἡ καταπάτησις τῆς νηστείας. Ἔτσι ἔλεγαν οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί παλαιότερα.

Ὁ ὑλιστικός πολιτισμός μας καί οἱ βιοτικές ἀπολαύσεις ἀποδυνάμωσαν αὐτή τήν ἔννοια. Ἐνθυμοῦμαι καί πάλι τόν διάλογο ἑνός τέτοιου ἀντιπροσωπευτικοῦ πνεύματος μέ ἕνα πνευματικό Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀπαριθμοῦσε τίς πολλές ὠφέλειες πού προέρχονται ἀπό τήν νηστεία στήν χριστιανική μας ζωή. Καί ἐκεῖνος ὁ νεωτεριστής τοῦ ἔλεγε: «Πανοσιώτατε πάτερ, ἐπέρασεν ἐκεῖνος ὁ καιρός, τώρα ἄλλαξαν τά πράγματα»!
Ἕνας ἄνθρωπος γιά νά ἔχη ἀπόδοσι στήν ἐργασία, ἔχει ἀνάγκη ἀπό τόσες θερμίδες τήν ἡμέρα ἀπό τροφές μέ πλούσιες βιταμίνες…». Θερμίδες καί βιταμίνες καθοδηγοῦν τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου σήμερα, ἐνῶ τά χριστιανικά παραδοσιακά ἔθιμα γιά τήν νηστεία εἶναι ἄγνωστα καί πεπαλαιωμένα!
Πράγματι, εἶναι ἕνα πολύ καλά γνωστό γεγονός ὅτι ὁ κόσμος σήμερα καί ἰδιαίτερα τῶν πόλεων, λόγῳ πλήθους αἰτιῶν, κρατοῦν πολύ ἐλάχιστα τίς ἐκκλησιαστικές νηστεῖες.
Τόσο λίγο, ὥστε ἡ ἡγεσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σκέπτεται μία ἀναπροσαρμογή τῆς νηστείας γενικά. Ἀνάμεσα στά θέματα τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου ἔχει εἰσαχθῆ καί τό θέμα τῆς νηστείας, γιατί θεωρεῖται ἕνα ἀπό τά δύσκολα προβλήματα τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ζωῆς καί  δέν ἀπουσιάζουν οὔτε θεολόγων φωνές πού ὑπερασπίζονται μία ἐλαχιστοποίησι τῶν μεγάλων νηστειῶν καί τῶν ἡμερῶν τῆς νηστείας καί μία αὔμβλυνσι τῶν σκοπῶν τῆς νηστείας.
Θά χαθῆ ἄραγε στίς ἡμέρες μας ἡ πνευματική ἀξία τῆς νηστείας καί ἡ δύναμις πού αἰσθάνεται ἡ ψυχή ἀπ᾿ αὐτήν;
Ἀπό τήν ἀρχή παρατηροῦμε ὅτι αὐτή ἡ ἀντίληψις, ὅσον ἀφορᾶ τήν νηστεία, προπαντός ὑπό τήν ὑλικήν της μορφή, ἐξωτερικά, εἶναι συνοπτικά: ἀλλαγή τοῦ εἴδους τῶν τροφῶν καί ἐπιστροφή στήν ποσότητα τῆς τροφῶν.
Ἀλλά αὐτή ἡ ἀντιληψις τῆς νηστείας δέν εἶναι ἡ ἀληθινή. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς λέγει τά πάντα ξεκάθαρα: «Ἐάν νηστεύης μόνο ἀπό τροφές, καί δέν ἐγκαταλείπης τήν ἁμαρτία, ὁμοιάζεις μέ τούς πονηρούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε τρώγουν».
Ἤ ἀλλοῦ γράφεται στό Τριώδιο: «Νά κάνουμε εὐάρεστη νηστεία στόν Κύριο». Ἡ ἀληθινή νηστεία εἶναι ἀποξένωσις ἀπό τήν κακία, τήν ἀκράτεια τῆς γλώσσης, τήν ἄρνησι τῆς ὀργῆς, τήν ἀπομάκρυνσι τῆς ἐπιθυμίας, τῆς κατακρίσεως, τοῦ ψεύδους καί τῆς συκοφαντίας. Ἡ ἔλλειψις ἀπ᾿ αὐτές τίς κακίες εἶναι ἡ ἀληθινή καί εὐπρόσδεκτη στόν Θεό νηστεία. Ἐνῶ ὁ μέγας Χρυσόστομος γράφει: «Νηστεύεις; Δεῖξε μου αὐτήν μέ τό καλό σου ἔργο; Πῶς;
Ἐάν εἶδες στοργικά ἕνα πτωχό καί τόν ἐλέησες, ἕναν ἐχθρό καί συμφιλιώθηκες μαζί του, ἕνα ἐνάρετο φίλον σου καί δέν τόν ἐζήλεψες. Ὄχι μόνο νά νηστεύη τό στόμα καί τό στομάχι, ἀλλά καί τά μάτια καί τ᾿ αὐτά καί τά πόδια καί τά χέρια μας νά παραμένουν καθαρά ἀπό τήν ἀρπαγή καί τήν λαιμαργία.
Τά πόδια μας νά μή πηγαίνουν στά ἐλεεινά θεάματα, τά μάτια νά μή ἀντικρύζουν τίς ξένες ὀμορφιές μέ λαγνεία, τό στόμα νά νηστεύη ἀπό κατακρίσεις καί ἀπό χυδαίους λόγους…».
Καί μόνον αὐτές αὐτές οἱ μαρτυρίες, θά μποροῦσα νά ἐκθέσω πλῆθος τέτοιες, εἶναι ἀρκετές γιά νά κατανοήσουμε ὅτι περιορισμός τῆς νηστείας ἀπό τροφές ἤ ἀλλαγή τροφῶν εἶναι ἀκατανόητη καί μονόπλευρη.
Νηστεία δέν εἶναι μόνον ἀλλαγή ἀπό τόν κατάλογο τῶν τροφῶν, ἀλλά εἶναι ἔργο πολυσύνθετο, ἔργο πιό βαθύ μέ σκοπό τήν ψυχική ἀναγέννησι ὁλοκλήρου τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ σώματος του.
Μᾶς ἐντυπωσιάζουν γι᾿ αὐτό τό ἔργο, ὅσα καλά ἔργα ἔκαμαν αὐτοί πού ἐνήστευσαν σέ ὅλη τους τήν ζωή καί ἔγιναν μεγάλοι νηστευτές καί ἅγιοι.
«Ἡ νηστεία, λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, εἶναι ἡ ἁγία ὁδός τοῦ Θεοῦ καί τό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν. Εἶναι τό στεφάνι γι᾿ αὐτούς πού ἐγκρατεύονται, ἡ ὡραιότης τῆς παρθενίας καί τῆς ἁγιότητος, ἡ μητέρα τῆς προσευχῆς, ὁ πρόδρομος ὅλων τῶν κακῶν ἔργων…» (Λόγος 85). «Ἡ νηστεία καί ἡ ἐγκράτεια, λέγουν οἱ Πατέρες τοῦ Γεροντικοῦ, εἶναι πλοῦτος τῆς ψυχῆς», ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει: «Ἡ νηστεία εἶναι ὁ λύχνος τῆς ψυχῆς, ἡ φυλακή τοῦ νοός, ἡ ὑγεία τοῦ σώματος, ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ θύρα καί ἡ εὐφροσύνη τοῦ παραδείσου (Βαθμίς 14).
Ὁ Ἴδιος ὁ Σωτήρας μας Χριστός μᾶς λέγει στό Ἱερό Εὐαγγέλιο ὅτι ἡ νηστεία εἶναι τό ἀνίκητο ὅπλο ἐναντίον τῶν δαιμόνων (Μάρκ.9,29). Καί πάλι ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ψαλμωδία τοῦ Τριωδίου ἀκοῦμε: «Τά στίφη τῶν δαιμόνων δέν τολμοῦν νά πειράξουν αὐτούς πού νηστεύουν, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι στέκονται πλησίον αὐτῶν πού καθαρίζονται μέ τήν νηστεία».
Ἔτσι, ἡ νηστεία μᾶς παρουσιάζεται σάν μία πνευματική τέχνη, ἡ ὁποία θεραπεύει καί ἀγκαλιάζει ὅλη τήν ὕπαρξίν μας: τήν σωματική ὑγεία, τήν ψυχική καί σωματική μας ἁγνότητα, τήν συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν μας, τήν κατεύθυνσιν τῆς πορείας μας πρός τόν οὐρανό, τό ἀνίκητο ὅπλο κατά τῶν δαιμόνων, ὅλα αὐτά καί ἀλλά περισσότερα μεσολαβεῖ καί μᾶς τά χαρίζει ἡ νηστεία. Ποιός χριστιανός θά θελήση ν᾿ ἀρνηθῆ τήν βοήθειά της;
Ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό νηστεία, ὅμως ἐνήστευσε γιά νά μᾶς διδάξη μέ τό παράδειγμά Του, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ὠφέλειά της. Γι᾿ αὐτό ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος προσθέτει: «Ἡ νηστεία εἶναι ὅπλο στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καί ἐάν ὁ Ἴδιος ὁ Νομοθέτης ἐνήστευσε, ποιός ἀπ᾿ αὐτούς πού θέλουν νά ἐφαρμόζουν τόν Νόμο Του, δέν θέλει νά νηστεύση; Καί ποιός ἀπ᾿ αὐτούς πού τήν περιφρονοῦν, δέν θά τιμωρηθῆ;
Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ νηστεία στήν χριστιανική μας ζωή γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία δέν ἐθέσπισε ἀναλόγως μέσα σέ ὁλόκληρο τόν χρόνο σέ νηστεία μιᾶς ἡμέρας ἤ καί περισσοτέρων, διότι μέ τήν συχνή ἤ ἀραιή νηστεία, ἀναλόγως γίνεται σ᾿ ἐμᾶς καλός καί εὐεργετικός  φίλος πρός τήν τελειότητα τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς. Ἐπίσης μᾶς διέταξε ὁ Χριστός ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί νά τήν τηροῦμε καί νά μή περιφρονοῦμε ὅ,τι δήποτε ἔχει θεσπίσει ἡ Ἐκκλησία.
Αὐτή ἡ σοβαρότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σχετικά μέ τήν νηστεία εἶναι πολύ δίκαιη, δεδομένου ὅτι δέν εἶναι δυνατή ἡ χριστιανική τελειότης, ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς τοῦ χριστιανοῦ, χωρίς τήν βοήθεια τῆς νηστείας. Μερικά παραδείγματα εἶναι διαφωτιστικά.
Ἡ προσευχή εἶναι τό ὀξυγόνο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὅπως τό σῶμα πεθαίνει χωρίς τό ὀξυγόνο, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ ψυχή δέν μπορεῖ νά ζήση χωρίς  τήν προσευχή. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν τήν προσευχή «ἀνάβασις τοῦ νοῦ πρός τόν Θεόν», καί «συνομιλία μέ τόν Θεόν».
Ἀλλά ποιός δέν γνωρίζει ὅτι ὁ βεβαρυμένος μέ πολλές τροφές καί ποτά ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἔχη νοῦν καθαρόν γιά ἀνάβασι στόν Θεό, οὔτε καί γιά ἐπίγειες ὑποθέσεις. Καί ἀντίθετα, ὁ ἀνάλαφρος νοῦς μέ τό φρένο τῆς νηστείας γίνεται διαυγής καί ἐλεύθερος καί ἀνυψώνεται μέ τίς πτέρυγες τῆς προσευχῆς.
Ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία εἶναι πολύ δεμένες μεταξύ τους καί ὅλοι οἱ ὅσιοι καί ἅγιοι, πού ἦταν μεγάλοι ἐραστές τῆς προσευχῆς, πρῶτα ἦταν μεγάλοι νηστευτές.
Ἡ νηστεία, λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπ᾿ὅλες τίς ἀρετές, τό μέσον γιά τήν συνέχισι τῆς πνευματικῆς τελειότητος τοῦ χριστιανοῦ, τό μόνιμο ἔργο τῆς ψυχῆς, πού περνᾶ μέσα ἀπό τήν θάλασσα τῆς ζωῆς πρός τόν αἰώνιο παράδεισο. Ἀλλά αὐτή εἶναι στενά δεμένη μέ τήν νηστεία, ὥστε νά συμβαδίζη καί νά βοηθεῖ ἡ μία τήν ἄλλη. Ἡ μετάνοια χωρίς την νηστεία εἶναι ἀδύνατος καί ἀκατανόητη.
Ἔτσι μποροῦμε νά εἰποῦμε καί γιά τήν ἐλεημοσύνη, γιά τήν ταπείνωσι, γιά τήν καθαρότητα ἀπ᾿ ὅλα τά πάθη, τά ὁποῖα σκλαβώνουν τόν ἄνθρωπο καί γιά ὅλες τίς ἀρετές, ἐάν δέν βάλουμε στήν κατάλληλη θέσι της τήν νηστεία, ἡ ὁποία ὅλες τίς στηρίζει. Ἀλήθεια, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος: «Ἡ νηστεία εἶναι τό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν».
Ἐάν εἶναι ἔτσι, τότε γιατί ὁ σημερινός χριστιανός δέν τήν τηρεῖ ἤ τήν τηρεῖ πολύ ὀλίγον;
 ***
Μετάφρασις ἀπό μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη.
Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης. 

Ο νους και οι ενέργειές του (Μ. Βασιλείου)


πηγή


α. Ο νους του ανθρώπου, όταν περιστρέφεται συνεχώς γύρω από τις κοσμικές μέριμνες, είναι ανίκανος να, διακρίνει καθαρά την αλήθεια.

β. Είναι πολύτιμο αγαθό ο νους και σ’ αυτόν κατέχουμε το «κατ’ εικόνα» του Θεού, που μας δημιούργησε· καλή είναι βέβαια και η ενέργεια του νου. Επειδή όμως είναι αεικίνητος, πολλές φορές κυριεύεται από φαντασιώσεις, βλέποντας ως υπαρκτά πράγματα και αντικείμενα ανύπαρκτα· πολλές φορές όμως στρέφεται κατ’ ευθείαν προς την αλήθεια. Επειδή όμως, σύμφωνα με την  δική μας αντίληψη, πού πιστεύουμε στο Θεό, στο νου ενυπάρχουν (εκ φύσεως) δύο δυνάμεις, η μεν μία είναι πονηρή και δαιμονική και μας συμπαρασύρει προς την αποστασία από το «κατ’ εικόνα», η δε άλλη δύναμη είναι θεία και αγαθή και μας υψώνει, ώστε να μοιάσουμε με το Θεό. Όταν ο νους είναι συγκεντρωμένος στον εαυτό του, αντιλαμβάνεται τα πράγματα, που είναι μικρά και ανάλογα προς τον εαυτό του, όταν όμως παραδοθεί στους απατεώνες δαίμονες, χάνει την ορθή κρίση του και κυριεύεται από παράξενες φαντασιώσεις. Τότε ακόμη και το ξύλο πιστεύει ότι δεν είναι ξύλο, αλλά Θεός, και το χρυσάφι δεν το διακρίνει ότι είναι απλώς χρήσιμο αγαθό, αλλά αντικείμενο λατρείας. Αν όμως στραφεί προς τη θεία βουλή και σκέψη και δεχθεί τις δωρεές του Άγιου Πνεύματος, τότε γίνεται ικανός να κατανοεί το Θεό και τις ιδιότητές Του, όσο βέβαια αυτό είναι δυνατόν στην ανθρώπινη φύση. Τρεις, λοιπόν, τρόπον τινά είναι οι καταστάσεις του βίου και ισάριθμες με αυτές οι ενέργειες του νου μας. Είτε είναι δηλαδή πονηρά τα έργα μας, οπότε, φυσικά, είναι πονηρά και τα κινήματα του νου μας, όπως είναι οι μοιχείες, οι κλοπές, οι λατρείες των ειδώλων, οι συκοφαντίες, οι έριδες, οι θυμοί, οι ραδιουργίες, οι αλαζονείες και όσα άλλα απαρίθμησε ο Απ. Παύλος ανάμεσα στα έργα του σαρκικού ανθρώπου. Είτε πάλι η ενέργεια της ψυχής είναι κάπου στη μέση και δεν έχει τίποτε ούτε το αξιοκατάκριτο ούτε το αξιέπαινο, όπως είναι η απασχόληση με τις χειρωνακτικές εργασίες, τις οποίες γι’ αυτό ονομάζουμε μέσες και οι οποίες από τη φύση τους δεν αποκλίνουν καθόλου ούτε προς την αρετή ούτε προς την κακία. Γιατί πραγματικά ποιά κακία υπάρχει στην κυβερνητική τέχνη (στην πλοήγηση πλοίου) ή στην ιατρική; (Καμία). Ασφαλώς όμως ούτε αρετές είναι αυτές καθεαυτές, αλλά αποκλίνουν προς το μέρος της μίας καταστάσεως από τις δύο αντίθετες, ανάλογα με την προαίρεση εκείνων που τις ασκούν. Ο νους όμως που έχει ενωθεί με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, αυτός αντιλαμβάνεται υψηλές θεωρίες και βλέπει τα θεία κάλλη, τόσον όμως μόνον, όσο του επιτρέπει η Χάρη και όσο χωρεί η φυσική του κατάσταση.

γ. Αν ο νους έχει διαστραφεί από τους δαίμονες, θα λατρέψει τα είδωλα ή θα στραφεί προς κάποιο άλλο είδος ασέβειας. Αν όμως παραδώσει τον εαυτό του στη χειραγωγία του Άγιου Πνεύματος, θα γνωρίσει την αλήθεια και θα φθάσει στην επίγνωση του Θεού. Θα γνωρίσει όμως το Θεό, όπως είπε ο Απ. Παύλος, εν μέρει, τελειότερα δε στη μέλλουσα ζωή: «Όταν στη μέλλουσα ζωή θα έλθει το τέλειο και θα λάβουμε από το Θεό την τέλεια γνώση, τότε η μερική και ατελής γνώση, που έχουμε σ’ αυτή τη ζωή, θα καταργηθεί». Επομένως ο νους ως κριτικό όργανο και καλός είναι και για χρήσιμο σκοπό δόθηκε, για την κατανόηση δηλαδή του Θεού, αρκεί να ενεργεί τόσο μόνον, όσο η φύση του είναι δεκτική.

δ. Ο νους που δεν διασκορπίζεται προς τα έξω, ούτε διαχέεται προς τον κόσμο διά μέσου των αισθήσεων, συγκεντρώνεται στον εαυτό του και μόνος του ανεβαίνει στην έννοια του Θεού. Και αφού φωτισθεί ολόκληρος από το θείο εκείνο κάλλος, πλήρης θείας ελλάμψεως, λησμονεί ακόμη και την ίδια του τη φύση και δεν πιέζεται η ψυχή του από τη φροντίδα για την τροφή ούτε από τη μέριμνα για την ενδυμασία. Αντίθετα, ελεύθερος από τις γήινες φροντίδες, στρέφει όλο το ζήλο του στην απόκτηση των αιώνιων αγαθών, πως δηλαδή θα κατορθώσει να αποκτήσει τη σωφροσύνη και την ανδρεία, τη δικαιοσύνη και τη σύνεση, καθώς και τις υπόλοιπες αρετές, που αποτελούν υποδιαιρέσεις των γενικών αυτών αρετών και που υποδεικνύουν στον αγαθό άνδρα να επιτελεί όλα τα καθήκοντά του.

ε. Πρέπει λοιπόν ο νους, σαν κάποιος κυβερνήτης, που στέκεται πάνω από τα πάθη και σαν να κυβερνάει το πλοίο της σάρκας και σαν με τιμόνι να περιστρέφει με πείρα τους λογισμούς και να υπερπηδά τα κύματα με γενναιότητα, με το να στέκεται ψηλά και με το να είναι απλησίαστος από τα πάθη, να μη γεμίζει καθόλου από την πικρία τους, σαν από την αλμύρα, αλλά πάντοτε να λέει προσευχόμενος: «Σώσε με από τούς εχθρούς μου που με μισούν βγάλε με από τα βαθιά νερά των θλίψεων που με έχουν περικυκλώσει. Ας μη με καταποντίσει η νεροποντή, ας μη με καταπιεί ο βυθός».

(Μ. Βασιλείου, από τους τόμους Ε.Π.Ε 1 καί Ε.Π.Ε 7).

Ὁ π. Παΐσιος καὶ ἡ πολιτική Ἰσαάκ (+) (Ἁγιορείτης)





Βλέποντας τὸν ἀπὸ Ἀνατολὰς κίνδυνο γιὰ τὴν Θράκη, μετέβη στὴν Κομοτηνὴ γιὰ νὰ στηρίξη ἐκχριστιανισθέντες Μουσουλμάνους. Ἤθελε νὰ παραμείνη μαζί τους γιὰ ἕνα διάστημα γιὰ νὰ βοηθήση.

Στὰ θέματα τῆς Πατρίδος δὲν ἤθελε οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἶναι ἀδιάφοροι. Πολὺ λυπόταν ποὺ ἔβλεπε πνευματικοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπιζητοῦν νὰ βολευθοῦν οἱ ἴδιοι καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφέρωνται γιὰ τὴν Πατρίδα.

Ὁ καημός του καὶ ἡ ἀπορία του ἦταν πῶς οἱ ὑπεύθυνοι δὲν ἀντιλαμβάνονται ποῦ ὁδηγούμαστε. Ὁ ἴδιος ἀπὸ παλαιὰ διέβλεπε τὴν σημερινὴ κατάσταση καὶ ἀνησυχοῦσε, ἀλλὰ δὲν διέσπειρε τὶς ἀνησυχίες του στὸν κόσμο. Ἔλεγε: «Ἀπὸ τὸ κακὸ ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα θὰ βγεῖ μεγάλο καλό».

Λυπόταν γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάπτωση τῶν πολιτῶν. Μιλοῦσε αὐστηρὰ γι΄ αὐτοὺς ποὺ ψήφιζαν ἀντιχριστιανικοὺς νόμους. Λυπήθηκε γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς γλώσσας καὶ εἶπε: «Ἡ ἑπόμενη γενεὰ θὰ φέρει Γερμανοὺς νὰ μᾶς μάθουν τὴν γλώσσα μας, καὶ τὰ παιδιά μας θὰ μᾶς φτύνουν».

Ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του: «Αὐτοὶ ποὺ κατάργησαν τὰ Ἀρχαῖα πάλι θὰ τὰ ξαναφέρουν».Δημοσίευσε ἕνα σύντομο κείμενο ὑποστηρίζοντας τὸν ἁγνότατο πατριώτη καὶ εὐλαβέστατο ἥρωα Μακρυγιάννη ἀπὸ τὶς ἐναντίον του ἄδικες καὶ ψευδεῖς κατηγορίες.

Πέρα ἀπὸ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἀληθείας, ὑπῆρχε τότε, ὅπως καὶ σήμερα, ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη προβολῆς ἑνὸς ἰδανικοῦ προτύπου πρὸς μίμηση γιὰ τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτες, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὑποβοήθηση τοῦ λαοῦ νὰ ἀπόκτηση ὀρθὰ πολιτικὰ κριτήρια στὴν ἐπιλογὴ τῶν κυβερνητῶν τοῦ Ἔθνους μας.

Κάποιος Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου κατέκρινε δημοσίως ἐνέργειες ἐπιζήμιες γιὰ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Ἐκκλησία, ζήτησε νὰ τὸν συνάντηση στὴν Σουρωτή. Ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Ἂς ἔρθη, θὰ τοῦ τὰ ψάλω καὶ μπροστά του». Εἶχε τὸ ψυχικὸ σθένος αὐτὸς ὁ πτωχὸς καλυβίτης νὰ ὑψώνη τὴν φωνὴ του ἄφοβα μπροστὰ στοὺς ἰσχυρούς τῆς ἡμέρας.

Ὅταν κάποιος πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐπισκέφθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ Γέροντας συνέστησε στὰ μοναστήρια νὰ μὴν τὸν δεχθοῦν, γιατί εἶχε ὑπογράψει τὸν νόμο περὶ τῶν ἀμβλώσεων.

Ἀπὸ Ὑπουργὸ ποὺ θέλησε νὰ βοηθήση γνωστό του Μοναστήρι δὲν δέχθηκε τίποτε, γιατί ἀνῆκε σὲ κόμμα ποὺ εἶχε ὑπογράψει ἀντιχριστιανικοὺς νόμους. Ὁ Γέροντας ἦταν ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἑνότητος. Δὲν ἀνῆκε σὲ κανένα κόμμα. Ἦταν ὑπεράνω κομμάτων.

Ἀπέρριπτε ἄθεα πολιτικὰ κόμματα καὶ πολιτικοὺς ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὴν Μασωνία, γιὰ τὴν ἀθεΐα τους καὶ τὴν πολεμική τους πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Ἔλεγε: «Τί νὰ τὸ κάνω τὸ δεξὶ ἢ τὸ ἀριστερὸ χέρι, ἂν δὲν κάνη σταυρό;», ἀπορρίπτοντας ἔτσι τοὺς ἄθεους πολιτικοὺς ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τους τοποθέτηση. Κάποια κόμματα, γνωρίζοντας τὴν ἐπιρροή του στὸν λαό, ζήτησαν νὰ τὸν προσεταιρισθοῦν χάριν ψηφοθηρίας, ἀλλὰ ματαίως.

Τὸν ἐπισκέπτονταν πολιτικὰ πρόσωπα, βουλευτές, ὑπουργοί, γερουσιαστὲς ἀπὸ τὶς Η.Π.Α. καὶ ὁ βασιλιὰς Κωνσταντῖνος τοῦ ἔστελνε κάρτες. Ἀπὸ κανέναν ὅμως δὲν ζήτησε τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ γνωστά του μοναστήρια. Μόνο ζητοῦσε νὰ ἐνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀκόμη βοήθησε πολλοὺς κρατικοὺς ὑπαλλήλους μὲ τὶς συμβουλές του νὰ εἶναι τίμιοι καὶ εὐσυνείδητοι στὴν ἐργασία τους. Ἐκτιμοῦσε τοὺς καλοὺς παιδαγωγοὺς γιὰ τὸ οὐσιαστικὸ ἔργο ποὺ προσφέρουν, καὶ τοὺς εὐλαβεῖς στρατιωτικούς, ποὺ ἔχουν ἰδανικά.

Πολλοὺς νέους ἀναρχικούς τοὺς ἔπεισε νὰ ὑπηρετήσουν στρατιῶτες. Γενικῶς συμβούλευε ὅλους νὰ ἔχουν σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα, νὰ ἐνεργοῦν γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ εὐσυνείδητα καὶ νὰ μὴν παρασύρωνται ἀπὸ τὸ γενικὸ πνεῦμα τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἰσοπεδώσεως τῶν πάντων, τοῦ βολέματος καὶ τῆς καταχρήσεως. Κυρίως ὅμως ὁ Γέροντας βοήθησε τὴν Πατρίδα ἀφανῶς μὲ τὴν προσευχή του. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ τυπικὸ ποὺ ἀναφέρθηκε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ποίημα ποὺ ἔστειλε στὴν μητέρα του. Στὸ τέλος γράφει ὅτι γίνεται καλόγηρος, γιὰ νὰ προσεύχεται «καὶ γιὰ ὅλη τὴν Πολιτεία».

Ἔδινε πρῶτος τὸ παράδειγμα καὶ παρακινοῦσε, λέγοντας: «Νὰ κάνουμε προσευχὴ ὁ Θεὸς νὰ φωτίζη τοὺς ὑπευθύνους ποὺ ἔχουν θέσεις μεγάλες στὴν Πολιτεία, γιατί αὐτοὶ μποροῦν νὰ κάνουν μεγάλο καλό». Ὅταν ὑπῆρχε ἔνταση στὶς Ἑλληνοτουρκικὲς σχέσεις, ἔλεγε: «Πολλὰ σύννεφα μαζεύτηκαν. Ἂν μπορέσουμε νὰ τὰ διώξουμε» (μὲ τὴν προσευχή). 

Σὲ παρόμοια περίπτωση ἔκανε Θεία Λειτουργία στὸ Καλύβι του. Στοὺς Μακαρισμοὺς δὲν ἔψαλλε ὅ,τι προέβλεπε τὸ τυπικό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦ ὁσίου Νικολάου τοῦ Κατασκεπηνοῦ, γιατί ἦταν κατάλληλο γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή: «Ἀθέων Ἀγαρηνῶν τὰ βέλη σύντριψον Δέσποινα, καὶ πᾶσαν ἐπιβουλὴν δαιμόνων ματαίωσον, λαὸν χριστεπώνυμον σκέπων καὶ φυλάττων, ἵνα πόθῳ σὲ δοξάζωμεν».
πηγή

ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Του Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ηγουμένου Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

«Στους αγίους μοναχούς οφείλεται ο πλούτος της εμπειρίας και της θεολογίας του Ακτίστου Φωτός. Από τους λόγους αγίων μοναχών, παλαιών και νέων, οι οποίοι διαπραγματεύονται την περί Ακτίστου Φωτός πίστι της Εκκλησίας, διαπιστούται ότι στον χώρο του Ορθοδόξου Μοναχισμού εβιώθη η εμπειρία του Ακτίστου Φωτός και διετυπώθη η περί αυτού θεολογία.

Ο Αδάμ, προ της παρακοής, μετείχε της θείας ελλάμψεως και λαμπρότητας. Μετά την πτώση, η ανθρωπίνη φύση είναι γυμνή του θείου Φωτός. 0ι πρωτόπλαστοι αισθάνονται την γύμνωση τους και εντρέπονται. 
Την γυμνή από το θείο Φως ανθρωπίνη φύση ελέησε ο Χριστός, προσλαβών αυτήν και ενώσας με την θεία του φύσι στην υπόσταση του Θεού Λόγου. Κατά την θεία Μεταμόρφωση στο Θαβώρ απεκαλύφθη ότι ο Κύριος ενέδυσε πάλι την ανθρωπίνη φύση με το ένδυμα του θείου Φωτός και της θείας δόξης και την εθέωσε.
πηγή
Είναι γνωστό ότι, τόσο η Ιερά υμνολογία της Εκκλησίας μας, όσο και οι άγιοι Πατέρες, τονίζουν ότι το λάμψαν εις το Θαβώριον Φως δεν είναι η ουσία του Θεού, ούτε κτιστόν φως, ούτε φάντασμα φωτός, αλλά το άκτιστον Φως του Θεού, άκτιστος καί θεία και θεοποιός ενέργεια.

Ο άνθρωπος ελλαμπόμενος από το θείο και άκτιστο Φως απολαμβάνει πολλών θείων και υπερφυών δωρεών. Οι συνέπειες της ελλάμψεως του Φωτός δεν είναι μόνον ηθικές, αλλά πρωτίστως είναι οντολογικές. Η παρουσία του θείου Φωτός γίνεται πηγή υπερφυών πνευματικών χαρισμάτων.

Πολλοί μοναχοί διά μέσου των αγώνων έπαθαν την θέωση και αξιώθηκαν της θέας του Ακτίστου Φωτός. Ολίγοι όμως ωμίλησαν γι' αυτήν, όπως ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι λοιποί Πατέρες της Φιλοκαλίας, και στις ημέρες μας ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ.

Οι θεόπται Πατέρες διευκρινίζουν ότι κάθε ορώμενον φως δεν είναι ’κτιστον Φως. Υπάρχουν και άλλα φώτα, που δεν πρέπει να συγχέωνται με αυτό. Υπάρχει το φως του νοός και το δαιμονικόν φως.

Η νήψη, η μετάνοια, η αυτομεμψία είναι κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο προϋποθέσεις της ελλάμψεως του θείου Φωτός. Βασική προϋπόθεσις θεώσεως και θεωρίας είναι η αδιάλειπτος νοερά καρδιακή προσευχή.

Προς παρηγορίαν ημών των μη θεασαμένων το ’κτιστον Φως, οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι ο Φιλάνθρωπος Κύριος παρακαλεί τις πιστές ψυχές και με άλλες μικρότερες εμπειρίες της Ακτίστου Χάριτός του.

Από τις εμπειρίες των Αγίων περί του θείου Φωτός γίνεται φανερός ο στενός δεσμός μοναχισμού και θέας του Ακτίστου Φωτός. Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι τα εύοσμα άνθη της θεώσεως άνθησαν κυρίως στον χώρο του Μοναχισμού, χώρο διαρκούς μετανοίας, νήψεως, καθάρσεως από τα πάθη, αδιαλείπτου προσευχής, αποκτήσεως των ευαγγελικών αρετών, εκδημίας του κόσμου και ενδημίας στον Κύριο».

Ἡ θέα τοῦ Χριστοῦ Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov




 


Θέλεις νά δεῖς τόν Ἰησοῦ Χριστό; «Ἔλα καί δές», λέει ὁ ἀπόστολός Του.

Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε στούς μαθητές Του ὅτι θά εἶναι μαζί τους παντοτινά «ὥς τή συντέλεια τοῦ κόσμου». Καί, πραγματικά, εἶναι μαζί τους μέσα στό ἅγιο Εὐαγγέλιο καί στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Τόν Χριστό δέν Τόν βλέπουν ὅσοι δέν πιστεύουν στό Εὐαγγέλιο. Αὐτοί δέν Τόν βλέπουν, γιατί εἶναι τυφλωμένοι ἀπό τήν ἀπιστία.

Θέλεις ν’ ἀκούσεις τόν Χριστό; Σοῦ μιλάει μέ τό Εὐαγγέλιο. Μήν περιφρονεῖς τή σωτήρια φωνή Του. Φύγε μακριά ἀπό τήν ἁμαρτωλή ζωή καί ἄκου μέ προσοχή τή διδασκαλία Του, πού εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.

Θέλεις νά σοῦ φανερωθεῖ ὁ Χριστός; Ὁ Ἴδιος σέ διδάσκει πῶς θά τό πετύχεις: «Ὅποιος κρατᾶ τίς ἐντολές μου καί τίς ἐκτελεῖ, αὐτός μέ ἀγαπᾶ• κι αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ, θά ἀγαπηθεῖ ἀπό τόν Πατέρα μου, κι ἐγώ θά τόν ἀγαπήσω καί θά τοῦ φανερώσω τόν ἑαυτό μου».

Φυλάξου ἀπό τή φαντασία σου, πού μπορεῖ νά σοῦ δημιουργήσει τήν ἐντύπωση ὅτι βλέπεις τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὅτι Τόν ἀγγίζεις, ὅτι Τόν ἀγκαλιάζεις. Δέν πρόκειται παρά γιά μιὰ ὀλέθρια αὐταπάτη, ἕνα μάταιο παιχνίδι ὑπερηφάνειας, ἐπάρσεως, ἀλαζονείας ἤ, ὅπως ὀνομάζεται ἀπό τούς ἀσκητικούς συγγραφεῖς, οἰήσεως.

Ἄν τηρεῖς τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, μέ τρόπο θαυμαστό θά δεῖς τόν Κύριο μέσα σου, ὅπως Τόν ἔβλεπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ὅπως ζητοῦσε νά Τόν βλέπουν καί οἱ ἄλλοι χριστιανοί, θεωρώντας πώς ὅσοι δέν τό εἶχαν κατορθώσει, δέν εἶχαν φτάσει στήν κατάσταση πού ἔπρεπε ὡς χριστιανοί.

Ἄν ζεῖς ζωή ἁμαρτωλή, ἄν ἱκανοποιεῖσαι μέ τά πάθη σου καί συνάμα νομίζεις ὅτι ἀγαπᾶς τόν Χριστό, ὁ αἰώνιος μαθητής τοῦ Κυρίου, αὐτός πού στό Μυστικό Δεῖπνο ἔγειρε στό στῆθος Του, θά σοῦ καταλογίσει πλάνη καί θά σέ διαψεύσει. Γράφει: ´Ὅποιος λέει, “Τόν γνώρισα”, δέν τηρεῖ ὅμως τίς ἐντολές Του, εἶναι ψεύτης- δέν λέει τήν ἀλήθεια. Ὅποιος, ἀπεναντίας, ὑπακούει στόν λόγο Του, αὐτός ἀσφαλῶς ἀγαπᾶ τόν Θεό μ’ ὅλη του τήν καρδιά».

Ἄν κάνεις τό ἁμαρτωλό σου θέλημα, καταπατώντας ἔτσι τίς εὐαγγελικές ἐντολές, τότε ὁ Κύριος θά σέ συναριθμήσει ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού δέν Τόν ἀγαποῦν. «Αὐτός πού δέν μέ ἀγαπᾶ», λέει, «δέν ἀκολουθεῖ τά λόγια μου».

Ἐξέτασε μέ ἐπιμέλεια τά ἐνδύματά σου. Μή βιάζεσαι νά πᾶς στό γάμο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ φορώντας σάν ἀσύνετος βρωμερά παλιοκούρελα, μολονότι εἶσαι καλεσμένος σ’ αὐτό τό γάμο ὅπως κάθε χριστιανός. Ὁ Βασιλιάς τοῦ οὐρανοῦ ἔχει ὑπηρέτες, πού θά σοῦ δέσουν τά πόδια καί τά χέρια καί θά σέ πετάξουν ἔξω, στό σκοτάδι, μακριά ἀπό τό Θεό. Οἱ δαίμονες εἶναι οἱ ὑπηρέτες στούς ὁποίους θά παραδοθεῖ ὁ ἀδιάντροπος ἀναζητητής τῆς ἀγάπης καί ἄλλων ὑψηλῶν πνευματικῶν καταστάσεων, πού δέν καθαρίστηκε μέ τή μετάνοια, ἀλλά φούσκωσε ἀπό οἴηση καί ὑψηλοφροσύνη. Σκοτάδι εἶναι ἡ τύφλωση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐμπάθεια καί τή σαρκικότητα. Ὅποιος βρίσκεται σ’ αὐτή τήν κατάσταση, ἔχει χάσει τήν πνευματική του ἐλευθερία, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καί τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Τό δέσιμο τῶν ποδιῶν καί τῶν χεριῶν σημαίνει τήν ἀπώλεια τῆς ἱκανότητας γιά θεάρεστη ζωή καί πνευματική προκοπή. Ἀπ’ αὐτή τήν τραγική κατάσταση ἀπελευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος, ἄv, ἀφοῦ παραδεχθεῖ καί ἀπορρίψει τήν πλάνη του, μπεῖ στό σωτήριο στάδιο τῆς μετάνοιας.

Δύσκολη εἶναι ἡ ἔξοδος ἀπό τήν πλάνη. Φρουρά στέκεται στήν πόρτα, πόρτα ἀσφαλισμένη μέ μεγάλη κλειδαριά κι ἀμπάρες, πόρτα σφραγισμένη μέ τή σφραγίδα τήν ἄσπαστη τοῦ ἅδη. Κλειδαριά κι ἀμπάρες εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, πού βρίσκεται βαθιά κρυμμένη στή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ κενοδοξία, πού ἀποτελεῖ τό κίνητρο κάθε δραστηριότητάς του, ἡ ὑποκρισία καί ἡ πονηρία, μέ τίς ὁποῖες κατορθώνει νά βάλει τή μάσκα τῶν καλῶν προθέσεων, τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἁγιότητας, σκεπάζοντας τήν ὑπερηφάνεια καί τήν κενοδοξία του. Σφραγίδα ἄσπαστη, πάλι, εἶναι ἡ ἀποδοχή τῶν ἐνεργειῶν τῆς πλάνης ὡς ἐνεργειῶν θείων καί εὐλογημένων.

Μπορεῖ, ἄραγε, ὁ ἄνθρωπος πού βρίσκεται σέ πλάνη, στήν περιοχή τοῦ ψεύδους καί τῆς ἀπάτης, νά γίνει τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἀπό τήν Ἀλήθεια; Ὅποιος δέχεται τό ψεῦδος, ὅποιος εὐχαριστιέται μέ τό ψεῦδος, ὅποιος ταυτίζεται μέ τό ψεῦδος, ὅποιος ἑνώνεται μέ τό πνεῦμα τοῦ ψεύδους, μπορεῖ νά ἀγαπήσει τήν ἀλήθεια; Ὄχι, θά τή μισήσει, θά γίνει φανατικός ἐχθρός καί διώκτης της.

Τί θά κάνετε ἐσεῖς, δύστυχοι ὀνειροπόλοι, ποὺ νομίζατε ὅτι περάσατε ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή σας στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, ὅταν κεραυνόπληκτοι θ’ ἀκούσετε τήν ἀπόφαση τοῦ Σωτήρα, «Ποτέ δέν σᾶς ἤξερα• φύγετε μακριά μου, ἐσεῖς ποὺ ἀντιστρατεύεστε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ»;

Φίλε μου ἀληθινέ, πήγαινε στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Πλησίασέ Τον ἀπό τόν δρόμο τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Γνώρισέ Τον μέσα σ’ αὐτές. Μέ τήν τήρησή τους φανέρωσε καί ἀπόδειξε τήν ἀγάπη σου σ’ Ἐκεῖνον. Ὁ Ἴδιος τότε θά σοῦ ἀποκαλύψει τόν ἑαυτό Του καί θά πλημμυρίσει τήν καρδιά σου ἀπό ἀνέκφραστη ἀγάπη, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη αὐτή δέν προέρχεται ἀπό σένα, τόν πεσμένο ἄνθρωπο, ἀλλά ἀποτελεῖ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό δίνει ὁ μοναδικός ἀληθινός Θεός στά ´δοχεῖαª πού καθαρίστηκαν μέ τή μετάνοια καί στολίστηκαν μέ τήν ταπείνωση καί τή σωφροσύνη.

Νά ἐμπιστεύεσαι τή ζωή σου καί τήν ψυχή σου στό Κύριο, τόν παντοδύναμο καί πανάγαθο. Ὄχι στόν ἑαυτό σου, τόν ἀδύναμο καί ἁμαρτωλό. Ἔτσι θά εἶσαι ἀσφαλής. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ δημιουργός σου. Μετά τή θλιβερή πτώση σου, Ἐκεῖνος ἐνανθρώπησε γιά σένα, καταδικάστηκε γιά σένα, ἔχυσε τό αἷμα Του γιά σένα. Μά καί τί δέν θά κάνει ἀκόμα γιά σένα! Ἑτοιμάσου νά δεχθεῖς τά δῶρα Του, καθαρίζοντας τήν ψυχή σου. Αὐτό εἶναι τό δικό σου ἔργο. Ἀμήν.

Το πλησίασμα του Θεού


Είναι θεολογικά ακριβές να λέγεται ότι οι καρδιές των χριστιανών γίνονται κατοικητήριο  της Αγίας Τριάδας;
Αυτό είναι ακριβές μόνο, εάν  εννοείται ορθόδοξα  το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Όπως είναι γνωστό, με την  ενανθρώπησή Του ο Υιός και Λόγος του Θεού, δηλαδή το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας,  έχει όχι μόνο τη θεία φύση αλλά και την ανθρώπινη.  Έτσι, εάν αυτός που λέει ότι οι καρδιές  των  χριστιανών γίνονται   κατοικητήριο  της Αγίας Τριάδας παραβλέπει την ανθρώπινη  φύση του Κυρίου και εννοεί μόνο τη θεία, αυτό δεν είναι ακριβές.
Είναι λάθος, γιατί το πλήρωμα της Θεότητας κατοικεί αποκλειστικά και μόνο μέσα στο Χριστό, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Απόστολος Παύλος, « ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος  σωματικώς, » (Κολ.β’,9).  Άλλωστε ο Ίδιος ο Κύριος είπε,  « Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεν» (Ιω.ιδ’,23). Όταν λέει,   « προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεν», εννοεί προφανώς  και τον Εαυτό Του. Ο Εαυτός Του όμως δεν είναι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος.
Το απολύτως ακριβές λοιπόν  είναι ότι  οι καρδιές των χριστιανών γίνονται κατοικητήριο του Χριστού, όπως πάλι λέει και ο Απόστολος Παύλος, «  κατοικήσαι τον Χριστόν διά της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών,» (Εφ. γ’, 17). Επειδή όμως, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, « εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος    σωματικώς »,  δεν είναι λάθος να λέγεται ότι  οι καρδιές των χριστιανών γίνονται κατοικητήριο  της Αγίας Τριάδας, αρκεί να εννοεί  το  Χριστό  ως  Θεάνθρωπο.  Δε μπορεί  κανείς να έχει το Θεό μέσα του, αν δεν έχει το Χριστό, γιατί δε χωρίζεται ο Θεός από το Χριστό. Αυτόν το χωρισμό τον θέλουν μόνο οι εχθροί του Χριστού, όπως αναφέρεται και στο  δεύτερο Ψαλμό, « Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ᾿ ημών τον ζυγόν αυτών ». ( Ψ. 2, 3).  Όμως «ο  κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς, και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς  ». ( Ψ. 2,4). Δεν είναι   δυνατό  να έχει κανείς στην καρδιά του το Θεό, αν δεν αγαπάει το Χριστό, γιατί « ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ήτω ανάθεμα » (Α’ Κορ. ιστ’, 22  ). Ποιος όμως θα βιαστεί να δηλώσει  επιπόλαια  ότι αγαπάει το Χριστό, όταν ο Χριστός λέει, « ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν»( Ιω. ιδ’, 21); Αλλά, και όταν ο λόγος αυτός του Κυρίου, « εμφανίσω αυτώ εμαυτόν», γίνεται πραγματικότητα στην καρδιά κάποιου, είναι δυνατό αυτός να μη θέλει αυτή την εμφάνιση του Κυρίου, αλλά την εμφάνιση της Αγίας Τριάδας, και να μη καταλαβαίνει ότι η Αγία Τριάδα βρίσκεται μέσα στο Χριστό;
Είναι δυνατό να αγνοεί  τι απάντησε   ο Χριστός στο Φίλιππο, όταν αυτός του είπε, « Κύριε, δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν » (Ιω. ιδ’, 8 ); Του απάντησε, «Τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμι, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα· και πώς συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα; ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστι;  τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λαλώ· ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα.  πιστεύετέ μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί » ( Ιω. ιδ’, 9-11 ).  Αν λέει    λοιπόν ο πιστός, «ναι έρχου, Κύρε Ιησού » (  Απ. κβ’,   20),  τότε, εφόσον θα βρίσκεται ο Χριστός στην καρδιά του,  θα  είναι αυτή κατοικητήριο  της Αγίας Τριάδας. Αν όμως θέλει  να έχει την καρδιά του κατοικητήριο της  Αγίας Τριάδας  χωρίς το Χριστό,  τότε χτυπάει λάθος πόρτα,  γιατί ο Κύριος είπε,  « εγώ ειμι η θύρα· δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει » (  Ιω. ι’, 9).
από την ιστοσελίδα του: www.sostikalogia.com

Πηγή: zoiforos.gr

Νικολαΐται: Γνωστικοί καί Δυαρχισταί. Μανιχαῖοι – Νικολαΐται. Π. Ἀθανάσιος Μυτιληναίος


 Νικολαΐται: Γνωστικοί καί Δυαρχισταί

π. Ἀθανάσιος  Μυτιληναίος
Οἱ Νικολαΐται ἦσαν Γνωστικοί. Ὅλοι οἱ Γνωστικοί εἴχανε μίαν βασικήν ἀρχήν: τόν δυϊσμόν, τήν δυαρχίαν, ὅπου ἔχομε δύο θεούς: τόν θεόν τοῦ καλοῦ καί τόν θεόν τοῦ κακοῦ. Ἀκόμη τήν δυαρχία τήν ἐπεξέτειναν καί στό θέμα τοῦ οὐρανοῦ καί τοῦ πνεύματος, καί τῆς γῆς καί τῆς ὕλης· ὅτι ὁ οὐρανός καί τό πνεῦμα εἶναι δημιούργημα αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ θεοῦ, ἐνῶ ἡ ὕλη καί ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα αὐτοῦ τοῦ κακοῦ θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα καί τῶν δύο θεῶν· τό μέν πνεῦμα του εἶναι δημιούργημα τοῦ ἀγαθοῦ θεοῦ, τό δέ σῶμα του εἶναι δημιούργημα τοῦ κακοῦ θεοῦ –ἔτσι λέγεται ὁ Θεός Δημιουργός: ὁ κακός θεός !
Περιττόν νά σᾶς πῶ, τό καταλαβαίνετε καί μόνοι σας, πόσο αἱρετικά πράγματα εἶναι αὐτά. Καί μόνο διότι εἰσάγουν δύο ἀρχές, δύο θεούς, ἔ, τό καταλαβαίνετε πέρα γιά πέρα. Ὁ Θεός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν πάντων, ἀγαπητοί μου. Δέν ὑπάρχει θεός τοῦ κακοῦ καί θεός τοῦ καλοῦ · οὔτε ἀκόμη ἔχουμε δυαρχία· οὔτε εἶναι συναιώνιος καί συνάναρχος ἡ ὕλη, ὅπως θά ἤθελαν αὐτοί ὅλοι οἱ δυϊσταί νά πιστεύουν καί νά ὑποστηρίζουν.

Ὁπότε τό σῶμα ἐθεωρεῖτο πηγή κακοῦ· γι’ αὐτό ἔπρεπε νά ἀπαλλαχθῶ ἀπό τό σῶμα.
Μανιχαῖοι – Νικολαΐται

Ὑπῆρχαν δύο τρόποι ἀπαλλαγῆς ἀπό τό σῶμα διά νά γλυτώση ἡ ψυχή. Ὁ ἕνας τρόπος ἦταν μία καταπίεσι τῆς σαρκός, σέ βαθμό πού νά φθάσω νά πεθάνω γρήγορα. Αὐτόν τόν τρόπον τόν μετήρχοντο οἱ Μανιχαῖοι· ἀπό τόν Μάνεντα –ὁ Μάνης, τοῦ Μάνεντος. Πέρσης αὐτός, πού εἶχε ἀνακατέψει πολλά πράγματα· εἶχε ἀνακατέψει καί Βουδδισμό καί Περσισμό, εἶχε ἀνακατέψει καί Χριστιανισμό καί Ἰουδαϊσμό καί λοιπά. Ὁ Μάνης. Ὑπῆρχε ὅμως καί ἡ ἄλλη ὄψις. Μπορῶ νά καταστρέψω τό σῶμα μου, χωρίς νά τό ὑποβάλλω σέ καταπίεσι. Γιατί νά τό κάνω αὐτό; τό σῶμα μου δύναμαι νά τό καταστρέψω καί μέ τήν ἀσωτία, δηλαδή μέ τίς ἡδονές. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, τρώγω πολύ, πίνω πολύ καί μεθῶ, καπνίζω ἀρειμανίως, πίνω καί ναρκωτικά, ἔ, θά ζήσω πολλά χρόνια; προφανῶς θά πεθάνω. Προφανῶς. Συνεπῶς γιατί νά μήν καταστρέψω τό σῶμα μέ τόν τρόπον αὐτόν, γλεντῶντας τή ζωή μου; Αὐτό ἔκαναν οἱ Νικολαΐται.
  arnion.gr

Προφήτης Ωσηέ

Προφήτης Ωσηέ


Θεὸν τυποῖς μνηστῆρα γῆς πορνευτρίας,
Πόρνῃ συναφθείς, ὃν Προφήτα νῦν βλέπεις.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ὡσηὲ νέκυν κτερέϊξαν.
Βιογραφία
Ο Προφήτης Ωσηέ ήταν γιος του Βεηρεί (ή Bενιή) από τη Γαλεμώθ (ή Bαλεθώμ) της φυλής Ισάχαρ και έζησε τον όγδοο αιώνα προ Χριστού, επί βασιλέων του Ιούδα, Οζίου, Ιωάθαμ, Άχαζ, Έζεκία και του Ισραήλ Ιεροβοάμ Β'. Στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ο πρώτος από τους δώδεκα μικρούς λεγόμενους προφήτες.

Ο Ωσηέ ήταν ψυχή γεμάτη από ζήλο για το θείο Νόμο, γι' αυτό και στο προφητικό του βιβλίο καταγγέλλει ευθέως το λαό του Ισραήλ, που είχε μολυνθεί από την ειδωλολατρία. Οι συμβολισμοί του θεωρούνται δυσεξήγητοι, αλλά σαφέστατα εκδηλώνει την πίστη του στο Σωτήρα Χριστό. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κύριός μας χρησιμοποίησε μια σπουδαία φράση του Ωσηέ, προς τους Φαρισαίους (Ματθ. θ’ 3), η οποία λέει: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα» (Ωσηέ, στ' 6). Δηλαδή, λέει ο Θεός μέσω του Ωσηέ: «Προτιμώ την ειρηνική αγάπη σας προς εμένα και όχι τις τυπικές θυσίες, και θέλω να έχετε επίγνωση του θείου θελήματος περισσότερο, παρά τα χωρίς νόημα και ουσία ολοκαυτώματα πού προσφέρετε». Επίσης, φράσεις του Ωσηέ χρησιμοποίησαν και οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος στις επιστολές τους.

Ο Ωσηέ λέγεται ότι έζησε 75 χρόνια, και μετά παρέδωσε στο Θεό τη δίκαια ψυχή του.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ὡσηὲ τὴν μνήμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι' αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔσοπτρον, τοῦ Παρακλήτου, ἐχρημάτισας, σοφὲ Προφῆτα, τᾶς σεπτᾶς ἐκφαντορίας δεχόμενος, ὅθεν ἐν κόσμῳ μελλόντων τὴν πρόγνωσιν, ὥσπερ φωτὸς λαμπηδόνας ἐξήστραψας. Ὠσηὲ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑπέκλινας τὸ οὖς, τῷ λαλοῦντι Προφήτα, καὶ πάντων μυηθείς, τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, Χριστοῦ προεσήμανας, παρουσίαν τὴν ἔνθεον· ὅθεν σήμερον, τὴν Παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, τὸν Λυτρωτὴν ἀνυμνοῦμεν, τὸν σὲ μεγαλύναντα.

Άγιος Ανδρέας ο Οσιομάρτυρας «Ὁ ἐν τὴ Κρίσει»

Ἀμφοῖν ποδῶν σῶν Ἀνδρέα τμηθεὶς ἕνα,
Ἀθλήσεως σῆς ἐκπεραίνεις τὸν δρόμον.
Βιογραφία
Ο τολμηρός και ελεύθερος στο φρόνημα και το λόγο Οσιομάρτυρας Ανδρέας, καταγόταν από την Κρήτη και έζησε τον 8ο αιώνα μ.Χ. επί αυτοκράτορας Κωνσταντίνου Ε' του Κοπρώνυμου.

Όταν αυτός ξεκίνησε διωγμό κατά των αγίων εικόνων, ο Ανδρέας πληροφορήθηκε τα έκτροπα που γίνονταν εναντίον εκείνων που τις προσκυνούσαν, γι' αυτό άφησε την Κρήτη και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Και όταν είδε από κοντά τη βία κατά των ορθοδόξων, αισθάνθηκε την ανάγκη από Ιερή αγανάκτηση να ελέγξει τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Και η ευκαιρία του δόθηκε όταν ο Κωνσταντίνος ο Ε' βγήκε από το παλάτι, στην επιστροφή ο Ανδρέας παραφύλαξε και με θάρρος τον πλησίασε και τον ρώτησε: «ἄρα χριστιανὸς εἰ, βασιλεῦ;». Ο Κωνσταντίνος έμεινε εμβρόντητος στην αρχή. Αλλά έπειτα εξοργισμένος διέταξε να τον συλλάβουν. Η διαταγή εκτελέστηκε και μάλιστα ένας από τους υπασπιστές κτύπησε τον Ανδρέα και συγχρόνως τον ρώτησε: «οὕτως ἐδιδάχθης ἀτιμάζειν τὸν βασιλέα;». Και ο Ανδρέας του απάντησε με τον εξής αθάνατο λόγο: «οὐδεὶς ἁμαρτάνει βασιλέα ἐλέγχων παρανομοῦντα». Θυμωμένος τότε ακόμα περισσότερο ο βασιλιάς, διέταξε και μαστίγωσαν άγρια τον Ανδρέα. Έπειτα τον παρέδωσαν σε όχλο εικονομάχων, που τον έσυραν επάνω σε κοφτερές πέτρες. Κατόπιν κάποιος αγροίκος ψαράς με κοφτερό τσεκούρι, έκοψε το πόδι του αγίου και έτσι μετά από λίγο πέθανε.

Το λείψανό του το έριξαν σε ακάθαρτο τόπο, αλλά ορθόδοξα χέρια το πήραν νύκτα και το έθαψαν ευλαβικά σε τόπο ονομαζόμενο «τῆς Κρίσεως».

Η μνήμη του Αγίου Ανδρέα επαναλαμβάνεται και την 21η Οκτωβρίου, μετά των Άγιων Στεφάνου, Παύλου και Πέτρου.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς προγυμνασθεῖς ἐν τῷ ὄρει, τᾶς νοητᾶς τῶν δυσμενῶν παρατάξεις, τὴ πανοπλία ὤλεσας παμμάκαρ τοῦ Σταυροῦ, αὔθις δὲ πρὸς ἄθλησιν, ἀνδρικῶς ἀπεδύσω, κτείνας τὸν Κοπρώνυμον, τῷ τῆς πίστεως ξίφει, καὶ δι' ἀμφοὶν ἐστέφθης ἐκ Θεοῦ, Ὁσιομάρτυς, Ἀνδρέα ἀοίδιμε.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’ . Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ Βασιλεύουσα πόλις, ἑορτὴν ὑπέρλαμπρον, τῆς φωτοφόρου σου Μνήμης, ἅπασαν προσκαλουμένη πόλιν καὶ χώραν· χαίρει γάρ, ὡς κτησαμένη θησαυρόν μέγαν, τὸ πολύαθλόν σου σῶμα, Ἀνδρέα Μάρτυς, ὀρθοδοξίας φωστήρ.

Ὁ Οἶκος
Ἀντὶ ὅπλων, σταυρὸν ἀράμενος πανένδοξε, ἀντὶ θώρακος δέ, τὴν πίστιν ἐνδυσάμενος, πρὸς πάλην ἐξῆλθες ἐχθρῶν ἀοράτων καὶ ὁρωμένων, Μάρτυς, αὐτόκλητος, καὶ τούτων κατέβαλες τὰς παρατάξεις σθένει τοῦ Πνεύματος· οὗ ἐμφορηθεὶς πλουσίως Ὅσιε, κἀμοὶ παράσχου βραχεῖαν χάριν, φωταγωγοῦσάν μου τὸν νοῦν, ἀξίως τοῦ ὑμνῆσαί σου τοὺς γενναίους ἀγῶνας, ὀρθοδοξίας φωστήρ.

Ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου του Αγίου και Δικαίου Λαζάρου

Αἴρουσα Χριστοῦ τῷ φίλῳ Πόλις πύλας,
«Λάζαρε δεῦρο» χριστομιμήτως λέγει.
Βιογραφία
Όπως γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη ήταν ο φίλος του Χριστού και τον οποίο ανάστησε.

Αυτός λοιπόν πήγε στην Κύπρο, όπου χειροτονήθηκε από τους Αγίους Αποστόλους, επίσκοπος Κιτίου και δίδασκε το λόγο του Θεού. Αφού επί πολλά χρόνια ποίμανε θεάρεστα το ποίμνιο του Χριστού, απεβίωσε ειρηνικά, κάνοντας πολλά θαύματα.

Μετά από πολλά χρόνια, το 890 μ.Χ., ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ο ΣΤ', αφού έκτισε μεγαλόπρεπο Ναό και Μοναστήρι στο όνομα του Αγίου και Δικαίου Λαζάρου, έδωσε διαταγή και ανακομίστηκε το Ιερό λείψανο του Αγίου, από την πόλη των Κιτιαίων, στον προαναφερθέντα Ναό στην Κωνσταντινούπολη.

Βλέπε επίσης και στις 4 Μαΐου όπου συνεορτάζεται η ανακομιδή αύτη του δικαίου Λαζάρου, με την ανακομιδή του λειψάνου της Aγίας Mαρίας της Mαγδαληνής.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...