Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

π. Δημήτριος Στανιλοάε,Η Εκκλησία ως όργανο διατήρησης της Αποκάλυψης

Η Παράδοση όμως δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς Εκκλησία. Αφού η Παράδοση είναι στην ουσία της επίκληση και έλευση του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους, και αποστολική κι αυθεντική εξήγηση του περιεχομένου της Γραφής, βάσει της εφαρμογής, της μυστηριακής και πνευματικής βίωσης του περιεχομένου της από τους πιστούς, δεν απορεί να υπάρχει χωρίς τους ανθρώπους που πιστεύουν στην Αποκάλυψη, που πιστεύουν δηλαδή στον Χριστό και στο έργο Του που συντελείται μέσα τους διά του Αγίου Πνεύματος. Όμως αυτοί δεν επικαλούνται και δεν δέχονται μεμονωμένοι τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Δεν πιστεύουν μεμονωμένοι στην έλευση και στο έργο του Χριστού μέσα τους. Δεν κάνουν μεμονωμένοι προσπάθειες να προετοιμαστούν με μια ηθική ζωή για την επίκληση και αποδοχή του Αγίου Πνεύματος και για τη διάπλασή τους κατ’ εικόνα του Χριστού. Όλα αυτά τα κάνουν και τα βιώνουν οι πιστοί στην κοινότητα, που είναι η Εκκλησία. Η κοινότητα αυτή έπρεπε να ιδρυθεί από την εποχή των Αποστόλων, για να έχουν οι Απόστολοι σε ποιούς να παραδώσουν την εξήγηση αυτή της Αποκάλυψης, σε ποιόν να την εφαρμόσουν, σε ποιόν να μεταδώσουν τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Αν δηλαδή το κήρυγμα και το αποστολικό έργο αποτελούν μέρος της Αποκάλυψης, η Αποκάλυψη εξακολουθεί να συμπληρώνεται στην Εκκλησία μετά τη συγκρότησή της. Γι’ αυτό η Εκκλησία είναι ο φορέας της Παράδοσης, ο φορέας που θέτει σε εφαρμογή την Αποκάλυψη. Η Εκκλησία αρχίζει με την Παράδοση και η Παράδοση αρχίζει με την Εκκλησία.
Ταυτόχρονα όμως ο «ενεργών» την Παράδοση είναι και ο Θεός. Εφόσον ο ενεργών την Παράδοση είναι ο Θεός, η Εκκλησία είναι ένας φορέας που υποστηρίζει την Παράδοση, ή το έργο του Πνεύματος που τελείται και μεταδίνεται στην Εκκλησία διά, και κατά την πορεία, της Παράδοσης. Η Εκκλησία όμως είναι και ενεργός φορέας της Παράδοσης, εφόσον επικαλείται και δέχεται κατ’ εξακολούθηση το έργο του Πνεύματος με τα δικά της μέσα στο όνομα των πιστών και για χάρη των πιστών, εφόσον προετοιμάζεται για την επίκληση και αποδοχή Του και κάνει προσπάθειες να διαμορφωθεί όλο και περισσότερο κατ’ εικόνα Χριστού διά του έργου του Πνεύματος.
Η Παράδοση, χωρίς την Εκκλησία, ως ενεργό φορέα της, δεν θα μπορούσε να υπάρχει και θα έπαυε να βιώνεται και να μεταδίδεται, θα έπαυε να υπάρχει πια. Με τη σειρά της η Εκκλησία δεν θα μπορούσε να υπάρχει και δεν θα υπήρχε χωρίς την Παράδοση. Η Παράδοση ως συνεχής εφαρμογή του περιεχομένου της Γραφής ή μάλλον της Αποκάλυψης, είναι ένα ιδίωμα της Εκκλησίας. Η Παράδοση, ως περιεχόμενο, αποτελεί τον τρόπο που μ’ αυτόν διατηρείται η πληρότητα της αποκάλυψης του Χριστού, ο Χριστός ως πληρότητα της συγκεκριμένης Αποκάλυψης· ενώ η Παράδοση, ως μετάδοση, εξασφαλίζει την επέκταση του περιεχομένου αυτού διά της πίστεως. Και οι δύο αυτές πλευρές της Παράδοσης εξασφαλίζονται διά της Εκκλησίας. Οι Προτεστάντες, απορρίπτοντας την Εκκλησία, έχασαν την Παράδοση τόσο ως μετάδοση, ως ζωντανή διαδοχή της πίστης — επειδή η πίστη του ενός γεννάται από την πίστη του άλλου — όσο και ως πληρότητα της Αποκάλυψης, επειδή δεν δέχονται πια την πλήρη κατανόηση της Γραφής, που την διατήρησε η Εκκλησία εξαρχής με την ακέραιη εφαρμογή της διά μέσου τής Παράδοσης.
Χωρίς τη βίωση όμως της Παράδοσης με πίστη ούτε το περιεχόμενο της Γραφής θα ήταν πια ζωντανό, λειτουργικό και πνευματικά κατανοητό. Η Γραφή διατηρείται ζωντανή και καρποφορούσα διά της Παραδόσεως, ενώ η Παράδοση υπάρχει βιούμενη από την Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι ο χώρος, όπου αποτυπώνεται το περιεχόμενο της Γραφής ή της Αποκάλυψης διά της Παραδόσεως. Η Γραφή, ή η Αποκάλυψη, έχουν ανάγκη την Παράδοση, ως μέσο ενεργοποίησης του περιεχομένου τους, και την Εκκλησία, ως αυθεντικό φορέα που βιώνει τήν Παράδοση και ως χώρο όπου αποτυπώνεται το περιεχόμενο της Γραφής ή της Αποκάλυψης. Αλλά και η Εκκλησία έχει ανάγκη από τη Γραφή, για να αναζωογονηθεί δι’ αυτής, για να προοδεύσει στη γνώση και στην εν Χριστώ βίωσή της, για να κάνει όλο και πιο πλούσια την εφαρμογή της Γραφής στη ζωή της διά της Παραδόσεως. Η Εκκλησία, η Γραφή και η Παράδοση είναι αδιάρρηκτα ενωμένες. Η Γραφή απορροφάται στη ζωή της Εκκλησίας διά της Παραδόσεως. Η Γραφή ενεργοποιείται και παίρνει τη μορφή της συγκεκριμένης βίωσης στην Εκκλησία με την Παράδοση. Η Γραφή όμως ενεργοποιείται στην Εκκλησία, εφόσον η Εκκλησία έχει διά του Αγίου Πνεύματος μία συνεχή πρωτοβουλία που μ’ αυτήν ενεργοποιεί τη Γραφή, και η πρωτοβουλία της αυτή εκφράζεται συγκεκριμένα στην Παράδοση. Ταυτόχρονα όμως η πρωτοβουλία διεκδικείται και από τη Γραφή. Το Άγιο Πνεύμα είναι ενεργό στην Παράδοση, εφόσον είναι ενεργό στην Εκκλησία, όπου η Παράδοση βιώνεται. Με το έργο Του στην Εκκλησία, που βιώνει την Παράδοση, το Άγιο Πνεύμα κάνει και τη Γραφή ενεργό ή κάνει τη Γραφή να έχει ανάγκη την Εκκλησία. Η Εκκλησία, η Παράδοση και η Γραφή περιπλέκονται σε ένα σύνολο και το έργο του Πνεύματος είναι η ψυχή αυτού του συνόλου. Στο σύνολο αυτό όμως το Πνεύμα δίνει περισσότερη πρωτοβουλία στην Εκκλησία. Η Εκκλησία κινείται από το Άγιο Πνεύμα και η κίνησή της πραγματοποιείται στην Παράδοση και με την Παράδοση και αναζωογονείται μέσα από τη σχέση της με τη Γραφή.
Η Εκκλησία εξηγεί και εφαρμόζει το αυθεντικό περιεχόμενο της Γραφής με την αποστολική Παράδοση που η ίδια η Γραφή διαφυλάττει, Παράδοση που έδωσε την αυθεντική ερμηνεία και εφαρμογή της Γραφής. Η Παράδοση αυτή όμως συγκρότησε και διατηρεί την Εκκλησία, ενώ η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να φυλάττει το περιεχόμενο της Γραφής στο αυθεντικό του νόημα, έτσι όπως της το μετέδωσε η αποστολική Παράδοση, από την οποία δεν μπορεί να παρεκκλίνει.
Η Γραφή υπάρχει και εφαρμόζεται διά μέσου της Εκκλησίας. Χωρίς την Εκκλησία δε θα υπήρχε η Γραφή. Ο κανόνας της Γραφής οφείλεται στην Εκκλησία, στη μαρτυρία της. Η Γραφή γράφτηκε στην Εκκλησία και η Εκκλησία έδωσε μαρτυρία για την αποστολική της αυθεντικότητα. Η Εκκλησία έχει την άμεση καταγωγή της στο έργο των Αποστόλων, που καθοδηγείται και εμψυχώνεται από το Άγιο Πνεύμα, όταν εφαρμόζεται για πρώτη φορά η Αποκάλυψη και η αποστολική Παράδοση. Η Εκκλησία δε γεννήθηκε με τη μεσολάβηση της Γραφής. Η Γραφή γεννήθηκε μέσα στους κόλπους και προς όφελος της Εκκλησίας, σαν καταγραφή ενός μέρους της αποστολικής Παράδοσης, ενός μέρους της Αποκάλυψης, για να τρέφει την Εκκλησία και να την διατηρεί στον αυθεντικό Χριστό που μεταδίδεται μέσα από όλη την Παράδοση.
Η αποστολική Παράδοση εμφανίζεται ταυτόχρονα με την Εκκλησία και η Εκκλησία ταυτόχρονα με την αποστολική Παράδοση ως εφαρμογή της Αποκάλυψης στην πράξη. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να πει κανείς ποιά από τις δύο κράτα την άλλη, αλλά μόνο θεωρητικά μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ τους. Η Γραφή δε γεννάται ταυτόχρονα με την Εκκλησία, αλλά αργότερα μέσα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία δίνει εγγύηση από την πρώτη στιγμή για τη Γραφή, ότι αποτελεί αυθεντικό μέρος της Παράδοσης. Επομένως την προστατεύει, όπως προστατεύει και την Παράδοση δίδοντας εγγύηση γι’ αύτη. Τελικά όμως η Εκκλησία τρέφεται από τη Γραφή, όπως τρέφεται από όλη την Παράδοσή της,
Η Εκκλησία εμφανίζεται ταυτόχρονα με την Παράδοση, επειδή η Παράδοση είναι η Αποκάλυψη ενσωματωμένη σε μία κοινότητα πιστών ανθρώπων. Η Αποκάλυψη δεν μπορεί να ενσωματωθεί παρά ταυτόχρονα με τη συγκρότηση μιας κοινότητας πιστών ανθρώπων που την αποδέχονται και την εφαρμόζουν στη ζωή τους. Δεν υπάρχει μια κοινότητα ανθρώπων που να δέχεται την εφαρμογή της Αποκάλυψης, πριν αρχίσει η εφαρμογή της ως Παράδοση. Η αυθεντική, θεμελιώδης και κανονική μορφή εφαρμογής της Αποκάλυψης ανήκει κι αυτή στην Αποκάλυψη, την Αποκάλυψη που οδηγήθηκε στο τέλος της, από όπου τίθεται επί το έργον η δύναμή της. Γι’ αυτό η Παράδοση δεν μπορεί να μεταποιηθεί ή να εγκαταλειφθεί, επειδή μία μεταποίηση ή μία εγκατάλειψη της θα ισοδυναμούσε με ακρωτηριασμό της Αποκάλυψης, με ακρωτηριασμό στην πληρότητα της εφαρμογής της και στην αυθεντικότητά της και αυτό θα σήμαινε ακρωτηριασμό της Εκκλησίας.
Η ίδια η Εκκλησία ως ενοποιημένη Αποκάλυψη βιωμένη από μια ανθρώπινη κοινότητα, είναι μέρος της Αποκάλυψης και συγκεκριμένα είναι το τέρμα στο οποίο ολοκληρώνεται και αρχίζει να καρποφορεί η Αποκάλυψη. Έπρεπε ο Υιός του Θεού να φτάσει στο τέρμα του λυτρωτικού, αποκαλυπτικού έργου Του, στην ανάσταση και την ανάληψή Του ως ανθρώπου, για να στείλει το Πνεύμα Του με το οποίο μεταβιβάζει στους ανθρώπους την υπαρκτική κατάστασή Του, την τελική αποκάλυψή Του, θεμελιώνοντας ταυτόχρονα, με την έλευση του Πνεύματος στους ανθρώπους, την Εκκλησία. Αν η έλευση του Πνεύματος του Χριστού — ως εκδήλωση του ακτινοβόλου δυναμισμού της τελείως λυτρωμένης εν Χριστώ ανθρώπινης φύσης — είναι η τελευταία ενέργεια της Αποκάλυψης του έργου του Χριστού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, η συγκεκριμένη γέννηση της Εκκλησίας, ως απαρχή της επέκτασης της δύναμης της τελείους λυτρωμένης εν Χριστώ ανθρωπότητας, ανήκει κι αυτή στην τελευταία ενέργεια φανέρωσης της έν Χριστώ σωτηρίας.
Η Αποκάλυψη γεννά την Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι ο συγκεκριμένος και συνεχής χώρος όπου επεκτείνεται λυτρωμένη η εν Χριστώ ανθρωπότητα. Με σκοπό την επέκταση αυτή η Εκκλησία δημιουργεί την όλη οργάνωση των ουσιαστικών της δομών, έργο που εκπληρώθηκε και εφαρμόστηκε με την αρχική Παράδοση, μέρος της οποίας μόνο καταγράφτηκε αργότερα στη Γραφή, στην Καινή Διαθήκη. Η Εκκλησία, διατηρώντας έτσι την αποστολική Παράδοση, διατήρησε και την ακεραιότητα της Αποκάλυψης, αν και η ίδια η Εκκλησία είναι έργο της Αποκάλυψης.
Η Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Χριστό, στο πρόσωπο του οποίου αποκορυφώθηκε και συγκεντρώθηκε η Αποκάλυψη ενεργειών και λόγων. Η Αποκάλυψη όμως συνεχίζει τη συμπλήρωσή της μέσα στην Εκκλησία, σε εκείνο το μέρος που αναφέρεται στη μορφή που μ’ αυτή μπορεί να αποκρυσταλλωθεί ως ένωση των πιστών με τον Χρίστο, στη μορφή, δηλαδή, των ουσιαστικών της δομών, οργανικά δεμένων με το περιεχόμενο της Αποκάλυψης, ως η πιό γνήσια εφαρμογή της. Η Εκκλησία παραμένει ο χώρος όπου εφαρμόζεται μέχρι το τέλος του κόσμου η Αποκάλυψη και όπου προσφέρεται η λυτρωτική δύναμη του Χριστού διά του Αγίου Πνεύματος. Παραμένει ως χώρος όπου ορισμένοι άνθρωποι επικαλούνται και δέχονται τον Χριστό και αυξάνουν «εν Αυτώ», και συμμορφώνονται έχοντάς Τον σαν πρότυπο. Μ’ αυτή την έννοια η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στο τέλος της εν Χριστώ εκπλήρωσης του λυτρωτικού σχεδίου, εγκαινιάζει και οδηγεί στην καινούργια φάση της εφαρμογής αυτού του σχεδίου της Αποκάλυψης, μέχρι το τέλος του κόσμου. Είναι η φάση της Αποκάλυψης που ενεργεί ως Παράδοση. Φορέας του δυναμισμού αυτού της Αποκάλυψης είναι το Άγιο Πνεύμα διά της Εκκλησίας, ή η Εκκλησία διά του Αγίου Πνεύματος. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα δε θα γεννιόταν και δε θα εξακολουθούσε να υπάρχει η Εκκλησία, με την ιδιότητα του χώρου όπου επεκτείνεται η δύναμη, και η επιρροή της Αποκάλυψης. Το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που οδήγησε την Αποκάλυψη στην ολοκλήρωσή της όσον άφορα το περιεχόμενο, δίνοντας ύπαρξη στην Εκκλησία με τις ουσιαστικές της δομές, ως σώμα του Χριστού· το Πνεύμα πάλι είναι που συνεχίζει να διατηρεί την Αποκάλυψη καρποφορούσα διά της Εκκλησίας. Μέχρι και την Ανάληψη του Χριστού, η Αποκάλυψη συγκεκριμενοποιήθηκε πλήρως εν Χριστώ. Με τη γέννηση της Εκκλησίας την Πεντηκοστή και στη συνέχεια, το Άγιο Πνεύμα μάς γνωρίζει τον Χριστό με όλα όσα έχει Αυτός να μας προσφέρει, και μας γνωρίζει επίσης το έργο Του για την επέκταση των αγαθών Του σε μας. Το γεγονός της συγκρότησης της Εκκλησίας διά του Αγίου Πνεύματος και του καθορισμού των δομών της διά των αποστόλων, διαφαίνεται από την Αποκάλυψη, ως η πλήρης αγαθότητα του Θεού που προσφέρεται σε μας «εν Χριστώ». Η συγκρότηση της Εκκλησίας και η οργάνωση των δομών της κάνει δυνατή για μας, τους πιστούς, τη μετάδοση των αγαθών του Χριστού.
Το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει, μ’ αυτή την έννοια, την Αποκάλυψη του Χριστού με την πράξη της συγκρότησης της Εκκλησίας και με την πρακτική οργάνωση των δομών της, ή με την αρχική εφαρμογή τους, έπειτα δε, διατηρώντας την Εκκλησία σαν μόνιμο χώρο δύναμης της Αποκάλυψης, ολοκληρώθηκε εν Χριστώ κατά τρόπο τέλειο ως περιεχόμενο και ως πρακτική εφαρμογή. Έτσι το Άγιο Πνεύμα διατηρεί την Εκκλησία πιστή απέναντι στην ολοκληρωμένη εν Χριστώ Αποκάλυψη, απέναντι στη Γραφή και στην Παράδοση, που φανερώνουν και μεταδίδουν τον Χριστό. Ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τη Γραφή και την Παράδοση σαν μέρη και σαν όψεις του ιδίου συνόλου.
Η Εκκλησία κινείται στο χώρο της Αποκάλυψης, ή της Γραφής και της Παράδοσης· η Γραφή αποκαλύπτει το περιεχόμενό της στο χώρο της Εκκλησίας και της Παράδοσης· η Παράδοση είναι ζωντανή στο χώρο της Εκκλησίας. Η ίδια η Αποκάλυψη καρποφορεί μέσα στην Εκκλησία και η Εκκλησία είναι ζωντανή στο χώρο της Αποκάλυψης. Η συνύφανση αυτή εξαρτάται από το έργο του ιδίου Αγίου Πνεύματος του Χριστού, που συνόδεψε τον Χριστό κατά τη διάρκεια της Αποκάλυψης ή κατά τη διάρκεια του λυτρωτικού έργου Του. Το Άγιο Πνεύμα ολοκλήρωσε αυτό το λυτρωτικό έργο συγκροτώντας την Εκκλησία, ενέπνευσε την καταγραφή ενός μέρους της Αποκάλυψης και συνεχίζει να πραγματοποιεί την ένωση του Χριστού με εκείνους που πιστεύουν και την ανάπτυξή τους εν Αυτώ. Συνεχίζει να διατηρεί την Εκκλησία ως σώμα Χριστού, να την αναζωογονεί όσον άφορα την εφαρμογή του αναλλοίωτου περιεχομένου της Αποκάλυψης ως Παράδοση και να την βοηθά να εμβαθύνει διά της γνώσεως και βιώσεως στο περιεχόμενο της Αποκάλυψης και της Γραφής.
Η Εκκλησία κατανοεί αλάθητα το νόημα της Αποκάλυψης επειδή αυτή η ίδια είναι έργο της Αποκάλυψης, έργο του Αγίου Πνεύματος, και επειδή κινείται στο χώρο της Αποκάλυψης όντας οργανικά ενωμένη μ’ αυτήν. Το Άγιο Πνεύμα, που μαζί με τον Χριστό ενεργεί την Αποκάλυψη, είναι εκείνο που συγκροτεί την Εκκλησία και εμπνέει τη Γραφή, εργάζεται μέσα της, βοηθώντάς την να κατανοεί και να αφομοιώνει αυθεντικά και πρακτικά το περιεχόμενο της Αποκάλυψης, τον Χριστό στην πληρότητα των δωρεών Του. Η Εκκλησία κατανοεί το αυθεντικό νόημα του περιεχομένου της Αποκάλυψης, επειδή το Πνεύμα διατηρεί μέσα της την επίγνωση της βιωμένης πληρότητας της Αποκάλυψης, που απόλυτα καθορίστηκε εν Χριστώ. Δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης Εκκλησία χωρίς τη φανέρωση της θεανθρώπινης τελειότητας του Χριστού που βρίσκεται σ’ αυτήν, και δεν μπορεί να εκδηλωθεί και να ενεργοποιηθεί η φανέρωση αυτής της τελειότητας παρά μόνο στην Εκκλησία. Και η θεανθρώπινη αυτή πληρότητα εκδηλώνεται και ενεργείται διά του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό το λόγο ο άγιος Είρηναίος είπε: «Ubi ecclesia, ibi Spiritus Sactus et ibi veritas» (seu Christus), ή «Ubi Spiritus, ibi ecclesia et veritas»,(όπου Εκκλησία, εκεί Πνεύμα Άγιο και αλήθεια του Χριστού, ή όπου Πνεύμα, εκεί Εκκλησία και αλήθεια).
Ο άγιος πατριάρχης Νικηφόρος ο Ομολογητής λέει: «Οίκος Θεού η του Θεού Εκκλησία δηλαδή καθά δοκεί και τω θείω Παύλω Τιμοθέω επιστέλλοντι, εν οις ειδέναι έφασκε, πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος (Α’ Τιμ. 3, 15)… Ούτω δη θεοειδής ων ο οίκος επ’ άκρων των ορέων των υψηλών και διαβεβηκότων εν θεωρία καθίδρυται, ων τα φρονήματα και νοήματα των επιγείων και ταπεινών υπερανεστήκεσαν, προφητών τε άγιων και αποστόλων, λαμπρώς δια­φαινόμενα, εφ’ ων ως θεμελίων της πίστεως η εκκλησία του Θεού οικοδομουμένη επεστήρικται». Ο ίδιος άγιος παρατηρεί ότι οι ίδιοι οι απόστολοι βρίσκονται στην Εκκλησία, όπου ενεργεί το Άγιο Πνεύμα, σταλμένοι εκ Χριστού από την Εκκλησία, εκ Χριστού που ενεργεί διά του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Ξεκινώντας από τον λόγο: «Εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ» (Ησ. ’2, 3) και εφαρμόζοντάς τον στην Εκκλησία σαν εικόνα της ουρανίου Ιερουσαλήμ λέει: «Εκ γαρ ταύτης της αισθητής, οία τύπου ούσης της άνω Ιερουσαλήμ, ο θείος λόγος εμφανώς εξελήλυθε, πάντα αναλαβών της οικουμένης τα πέρατα· ενταύθα γαρ άπαντα τα της σωτηρίας ημών επράχθη μυστήρια… Εντεύθεν και οι ιεροί απόστολοι, τα έθνη ως μαθητεύσοντες, εξεπέμφθησαν εκπορεύεσθαι, την λείαν εκείνην και ευθυτάτην και σωτήριον οδόν αυτοίς ανακαθαίροντες» .
(π. Δημήτριος Στανιλοάε, «Ο Θεός ο κόσμος και ο άνθρωπος». Εκδ. Αρμός, σ. 97-106)

Μερικά χωρία άπο το πνευματικώτατο έργο τοϋ Όσίου Παϊσίου Bελιτσκόφσκυ «Κρίνα τού Άγρού», αναφερόμενα στην Ευχή του Ίησού.


f_ico10b.jpg
***
α. Νά είσαι σταθερά προσηλωμένος στον Θεό, διότι Εκείνος θα σε καθοδήγηση στο κάθε τι και θά σου αποκάλυψη, διά του Αγίου Πνεύματος, όλα τά επουράνια καί τά επίγεια μυστήρια.
β. Ό νους μας δεν είναι δυνατόν νά είναι σταθερά καί απόλυτα προσηλωμένος στόν Θεό, άν δεν αποκτήσουμε τίς έξης τρείς αρετές: την αγάπη σε Αυτόν καί τους ανθρώπους, την εγκράτεια καί την αδιάλειπτη προσευχή.
γ. Ή αγάπη εξορίζει την όργή, ή εγκράτεια εξασθενίζει την σαρκική επιθυμία καί ή αδιάλειπτος προσευχή διώκει άπό τόν νου τους λογι­σμούς, φυγαδευουσα ταυτόχρονα την εχθρότητα καί την έπαρσι.
δ. Ή Έύχή τού Ίησού είναι εργασία κοινη των Αγγέλων καί των ανθρώπων με την προσευχη αυτη οί άνθρωποι πλησιάζουν σύντομα την ζωη των Αγγέλων.
ε. Ή Έύχή τού  Ίησού είναι ή πηγη όλων των καλων έργων καί αρετών καί εξορίζει μακρυά άπό τόν άνθρωπο τά σκοτεινά πάθη· απόκτησε αυτήν, καί πρίν νά άποθάνης θά άποκτήσης ψυχη αγγελική.
ζ. Ή Έύχή τού Ίησού είναι θεϊκη άγαλλίασις. Είναι πολύτιμη σάν ξίφος. Κανένα άλλο πνευματικό όπλο δεν δύναται νά άναχαιτίση τόσο άποτελεσματικά τους δαίμονας· κατακαίει αυτους, όπως ή φωτιά τά βάτα.
ζ. Αυτη ή προσευχη αναφλέγει ολόκληρο τόν εσωτερικό άνθρωπο καί του φέρνει ανέκφραστη χαρά καί ευφροσύνη· έτσι, άπό την [πνευματικη] ήδονη καί την γλυκύτητα, ό άνθρωπος άδιαφορεί γιά την ζωη αυτη καί θεωρεί κάθε τι γήινο σάν χωμα καί στάκτη.
η. "Οποιος με πόθο καί χωρίς διακοπή, σάν την άνάσα που βγαίνει άπό τά στήθη του, επαναλαμβάνει την Έύχή τού Ίησού, τό «Κυριε Ίησού Χριστέ, Υίε του Θεου, έλέησόν με!», σύντομα θά γίνη κατοικητήριο της Αγίας Τριάδος, του Πατρός καί του Υίου καί του Αγίου Πνεύματος, ή Όποία «μονην παρ' αυτώ ποιήσει» (πρβλ. Ίω. ιδ' 23).
θ. Τότε ή Έύχή τού Ίησού θά καταβροχθίζη την καρδιά καί ή καρδιά την Έύχή· τότε ό άνθρωπος, άσκώντας νυκτα καί ήμέρα την ευλογημένη αυτην εργασία, θά λυτρωθη άπό όλες τίς παγίδες του έχθρου.
ι. Είτε στέκεσαι είτε κάθεσαι είτε τρως είτε ταξιδεύεις είτε κάνεις ό,τιδήποτε άλλο, επαναλάμβανε επίμονα την
 Έύχή τού Ίησού, άσκώντας ισχυρη βία στόν έαυτό σου, διότι αυτη πλήττει τους άοράτους έχθρους σάν ένας πολεμιστης με φονικη λόγχη.
ια. Χάραξε την Έύχή τού Ίησού στόν νοϋ σου καί λέγε αυτην μυστικά, χωρίς δισταγμό ή συστολή, άκόμη καί στους χώρους της σωματικης άνάγκης!
ιβ. "Οταν ή γλωσσα καί τά χείλη σου κουραστουν, προσευχήσου μόνο με τόν νου· όταν πάλι ό νοϋς κουραστη άπό την επίμονη αυτοσυγκέντρωσι καί ή καρδιά πονέση, τότε κάνε μία διακοπη καί πιάσε την ψαλμωδία.
ιγ. 'Από την προσευχή, που άσκείται γιά πολυ καιρό με την γλωσσα, γεννιέται ή προσευχή τού νού, ή νοερά προσευχή· καί άπό την προσευχή του νουύ γεννιέται ή προσευχή τής καρδιάς, ή καρδιακή προσευχή.
ιδ. Νά μή λέγης την
 Έύχή τού Ίησού δυνατά μέ τό στόμα, άλλα όσο χρειάζεται γιά νά τήν άκους· και τήν ώρα της προσευχής νά μή στρέφης τήν σκέψι σου έδώ καί εκεί, σέ κοσμικά καί μάταια πράγματα, άλλά νά μένης, πολεμώντας τήν ραθυμία, στήν μνήμη τής Ευχής καί μόνο.
ιε. Ή προσευχή δέν είναι παρά ή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στόν ορατό καί τόν άόρατο κόσμο, γι' αυτό πρέπει νά άφοσιώνουμε τόν νοϋ μας σέ αυτήν. "Οπου στέκεται τό σώμα, έκεί πρέπει νά ευρίσκεται μαζί του καί ό νοϋς, μήν έχοντας κανένα λογισμό έκτός άπό τά λόγια τής Ευχής.
ιζ. Οί "Αγιοι Πατέρες λέγουν, ότι άν κανείς προσεύχεται μέ τά χείλη, ό νοϋς του όμως είναι απρόσεκτος, κοπιάζει μάταια, έπειδή ό Θεός προσέχει τόν νου καί όχι τά πολλά λόγια· ή νοερά προσευχή δέν ανέχεται νά έχη ό νους καμμία φαντασία ή ακάθαρτη σκέψι.
ιζ. "Αν δέν έθισθή κανείς στήν νοερά Ευχή τοϋ Ίησοϋ, δέν θά δυνηθή νά άποκτήση τήν αδιάλειπτη προσευχή.
ιη. "Αν ή Ευχή του γίνη συνήθεια καί περάση μέσα στήν καρδιά του, θά ξεχύνεται άπό αυτήν όπως αναβλύζει τό νερό άπό μία  πηγή.
ιθ. "Ο,τι καί άν κάνη τότε ό άνθρωπος, όλες τίς ώρες καί σέ όλους τους τόπους, είτε είναι ξύπνιος είτε κοιμάται, θά κινήται αυθόρ­μητα στήν έπανάληψι τής Ευχής- ναί, άκόμη καί όταν νυστάζη ή τόν παίρνη ό ύπνος, άκόμη καί τότε ή Ευχή θά τόν ξυπνάη, άναβλυζουσα άκατάπαυστα άπό τήν καρδιά του.
κ. Γιά τόν λόγο αυτό ή προσευχή αυτή είναι τόσο μεγάλη, όταν δέν έγκαταλείπεται ποτέ, διότι άν καί τά χείλη κουράζωνται καί τό σώμα ναρκώνεται, τό πνευμα όμως δέν κοιμάται ποτέ.
κα. "Οταν έκτελή κανείς μέ προσήλωσι κάποια άναγκαία έργασία ή όταν λογισμοί εισορμουν στόν νουυ του ή όταν ό ϋπνος τόν καταβάλλη, τότε πρέπει νά προσεύχεται ζωηρά μέ τά χείλη καί τήν γλώσσα, ώστε ό νοϋς του νά άκουη τήν φωνή· όταν πάλι ό νους είναι ειρηνικός καί ήρεμος άπό λογισμούς, τότε ό άνθρωπος άς προσευχεται μόνο νοερά.
κβ. Αυτός ό δρόμος τής προσευχής όδηγεί συντομώτερα στήν σωτηρία, άπ' ό,τι ό άλλος μέ τους ψαλμούς, τους άσματικους κανόνες καί τίς συνήθεις προσευχές, που χρησιμοποιούν οί έγγράμματοι.
κγ. "Οσον διαφέρει ό ώριμος άνθρωπος άπό ένα παιδί, άλλο τόσο καί ή νοερά αδιάλειπτος προσευχή άπό μίαν άλλη, που έχει συνταχθή τεχνητά.
κδ. Ή προσευχή του νου καί τής καρδιάς είναι γιά τους προχωρη­μένους. Ή ψαλμωδία, δηλαδή ή συνήθης έκκλησιαστική μελωδία, είναι γιά τους μεσαίους. Ή υπακοή καί ό κόπος είναι γιά τους άρχαρίους.

Προσευχή στήν Ζωοποιό Αγία Τριάδα:
«Πάτερ Αγαθέ, και Πανάγιε Υιέ, και Θείον Πνεύμα, Τριάς Αγία, Θεέ αδιαίρετε, έλέησόν με τόν άμαρτωλόν!».
 

Πάτρα:Πέντε κρατούμενοι εβαπτίσθησαν Ορθόδοξοι


Μετά από έναν περίπου χρόνο κατηχήσεως, εβαπτίσθησαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί εις το ναϋδριο Άγιος Ελευθέριος του Σωφρονιστικού Καταστήματος στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, πέντε αλλοδαποί κρατούμενοι.
Πρόκειται για τρεις Νιγηριανούς, έναν Σομαλό και έναν Αλβανό. Η κατήχηση των νεοφωτίστων έγινε από τον υπεύθυνο ομάδος ιερέων των φυλακών π. Γεώργιο Χρονόπουλο, που τα τελευταία χρόνια προσφέρει τη διακονία του στους δοκιμαζόμενους εκεί αδελφούς μας, παράλληλα με τα εφημεριακά του καθήκοντα στην ενορία του Αγίου Νικολάου Κ. Συχαινών. 
Στο Μυστήριο της Βαπτίσεως συμμετείχε και ο π. Γρηγόριος Κόρδας, εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Ακταίου, του Δήμου Πατρέων. Τα ονόματα που έδωσαν οι Ανάδοχοι (κρατούμενοι) στους νέους Χριστιανούς είναι Άγγελος, Νικόλαος, Ανδρέας, Μιχαήλ και Γεώργιος. 
 Το Μυστήριο τελέσθηκε την Δευτέρα 8 Οκτωβρίου, με την παρουσία του Δ/ντού των Φυλακών κ. Λεωνίδα Γιαχαλή, του υποδ/ντού, του Αρχιφύλακος, των Κοινωνικών Λειτουργών κ.α. υπαλληλών του Καταστήματος Κρατήσεως.
 * Πρέπει να τονίσουμε, ότι όσοι κρατούμενοι βαπτίζονται Ορθόδοξοι, δεν απολαμβάνουν κανένα προνόμιο, όπως μας διαβεβαίωσε ο π. Γεώργιος, και είναι δική τους επιλογή. Επισήμανε δε, ότι από την πρώτη ημέρα της φυλακίσεως ο Αλβανός υπήκοος (έλαβε το όνομα Άγγελος και ήτο άθεος), ζήτησε από τους υπευθύνους να με συναντήσει. Τέλος, οι τρεις Νιγηριανοί ήσαν αβάπτιστοι Καθολικοί και ο Σομαλός υπερασπίζετο κάποια θρησκεία της φυλής του. 
Αλέξανδρος Κολλιόπουλος 

«Το πιο όμορφο πράγμα που μπορείς ν’ αντικρίσεις στον κόσμο είναι ο άνθρωπος που προσεύχεται»



Ρώτησε κάποτε ένας νέος 16 ετών:
-Πόση ώρα να προσεύχομαι;
-Αγαπάς, παιδί μου, το Θεό;
-Τον αγαπώ πολύ, πάτερ μου, μου απάντησε αυθόρμητα.
-Προσεύχεσαι σ’ Αυτόν τακτικά;
-Όχι! μου είπε με ειλικρίνεια.
Ο νέος αυτός δεν μπορούσε να συλλάβει την αντίθεση που υπήρχε μεταξύ των δύο απαντήσεών του. Γιατί είναι αδύνατον να αγαπά κανείς πραγματικά το Θεό και να μην προσεύχεται.



Αν έχεις ένα φίλο εξαιρετικά αγαπητό, δεν προσπαθείς να βρεις τρόπους να επικοινωνείς συχνά μαζί του και να συζητάς διάφορα ζητήματα; Έτσι δεν είναι;
Παρακολούθησε, παιδί μου, αυτούς τους αριθμούς που θα σου πω. Είναι εξακριβωμένοι. Ένας άνθρωπος που πέθανε 70 ετών διέθεσε τα χρόνια της ζωής του ως εξής: 15 χρόνια εργάσθηκε, 20 κοιμήθηκε, 2 έτρωγε, 1 ντυνότανε, 9 μήνες πλυνότανε, 7 μήνες ξυριζότανε, 4 μήνες καθάριζε τη μύτη του, 2 μήνες τα δόντια του κλπ.
Παρατήρησες κάτι; Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω αφορούν εξωτερικές ασχολίες. Φροντίδες και μέριμνες για το σώμα.
Όταν όμως, παιδί μου, παρουσιασθείς ενώπιον του Θεού πολύ διαφορετικός θα είναι ο λογαριασμός τον οποίο θα υποχρεωθείς να κάνεις. Θα σε ρωτήσει τότε ο δίκαιος Κριτής:
«Πόσα καλά έκανες; Πόσα κακά;»
«Πόσα καθήκοντα εκτέλεσες και πόσα όχι;»
«Πόσον καιρό προσευχόσουν;»
Μέσα σ’ ένα χρόνο η καρδιά σου χτύπησε 36.792.000 φορές. Απ’ το τεράστιο αυτό ποσό, πόσους παλμούς διέθεσες για το Θεό σου;

-Μα πόσο λοιπόν πρέπει να προσεύχομαι;
-Πρέπει να ξέρεις, παιδί μου, πως ο Θεός δεν υπολογίζει την προσευχή με τη χρονική της διάρκεια, αλλά με το ζήλο, με τη διάθεση, με την καρδιά. Μια μικρή, ζωντανή, ολόθερμη προσευχή αξίζει πολύ περισσότερο από μια άτονη, τυπική, ξερή, έστω και πολύωρη.
Εκείνο που προέχει είναι ο ζήλος και η θερμή διάθεση της καρδιάς. Κάνε την πρωινή και βραδινή σου προσευχή. Μην παραλείπεις όμως καθ’ όλη την ημέρα πολλές φορές να στρέφεις τη σκέψη και την καρδιά σου στο Θεό.
Θα ‘ναι, παιδί μου, ευλογημένη η μέρα σου, όταν τις πρώτες σου τις σκέψεις τις αφιερώνεις στο Θεό. Κι ο ύπνος σου θα είναι ήρεμος και γαλήνιος όταν, πριν παραδοθείς στα χέρια του, στρέψεις και πάλι σ’ Αυτόν τους λογισμούς σου.
Δε σου συνιστώ να προσεύχεσαι στο κρεβάτι! Αν όμως δεν πρόκειται καθόλου να προσευχηθείς αλλιώς, τότε μη σταματήσεις τη συνήθειά σου. Πιστεύω όμως ότι κι εσύ δε θα το βρίσκεις τόσο σωστό, να συνομιλείς με το Θεό και Κύριό σου, και να ‘σαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου! Αφήνω πως μπορείς να πάθεις, αυτό που πολλοί νέοι το παθαίνουν, να μην προλάβεις δηλαδή να τελειώσεις την προσευχή σου και… να σε πάρει ο ύπνος!
Σαν φρόνιμος λοιπόν νέος, κάνε την πρωινή σου προσευχή αφού ντυθείς και τη βραδινή σου πριν βγάλεις τα ρούχα σου. Κατόπιν δε, όταν θα πέσεις στο κρεβάτι, εξακολούθησε, αν θέλεις, τις ευσεβείς σου σκέψεις· θα κοιμηθείς έτσι πιο γαλήνια.

Ξέρεις εκείνο το σοφό γνωμικό που λέει «Τίποτε δεν μπορεί να επιτύχει, αν δεν το ευλογήσει ο Θεός»;
Εάν λοιπόν τις μέρες σου δεν τις αρχίζεις ζητώντας τη βοήθεια του Θεού, πώς περιμένεις την ευτυχία;

Κοίταξε γύρω σου, παιδί μου. Όλα τα πλάσματα με το δικό του το καθένα τρόπο, προσεύχονται κι υμνούν τον πάνσοφο Δημιουργό.
Τα φυτά ανοίγουν τ’ άνθη τους και στέλλουν το ζωογόνο άρωμά τους στο Θρόνο του Πλάστη.
Τα πουλιά με τις γλυκές μυριότονες φωνές τους, ποιον άλλον παρά τον Παντοδύναμο υμνούν;
Γι’ Αυτόν βομβίζει η μέλισσα.
Γι’ Αυτόν πετά χαρούμενη η πεταλούδα.
Αυτόν δοξάζουν με τη λάμψη τους οι αστραπές.
Αυτόν υμνολογούν και οι βροντές μ’ όλο το τρομερό τους μεγαλείο.
Ναι! ολόκληρη η φύση θερμά προσεύχεται σ’ Αυτόν, αν και δεν έχει τη συναίσθηση αυτού που κάνει. Κι εσύ, παιδί μου, άνθρωπος με θέληση ελεύθερη, θα αρνηθείς αυτό που πρόθυμα εκτελεί η άλογη φύση;

«Το πιο όμορφο πράγμα που μπορείς ν’ αντικρίσεις στον κόσμο είναι ο άνθρωπος που προσεύχεται».
Αυτή η πρόταση είναι πολύ σωστή. Εκείνος που προσεύχεται ζει σ’ έναν άλλο κόσμο. Άφθονη αναπνέει τη χάρη του Θεού και ξεδιψάει απ’ το γλυκύτατο νερό της θείας παρουσίας.

Σου είπα, παιδί μου, πιο πάνω, ότι η φύση ολόκληρη προσεύχεται. Θέλησα να σου κάνω ένα συμβολισμό, γιατί η προσευχή η αληθινή είναι προνόμιο του ανθρώπου. Μόνο αυτός μπορεί συνειδητά να ανυψώνει την ψυχή του στο Θεό, και να συνομιλεί μαζί Του.
Είναι αλήθεια τιμή μεγάλη για τον άνθρωπο η προσευχή· κι αυτή είναι ένα ακόμη στοιχείο που κάνει να ξεχωρίζει ο άνθρωπος απ’ τ’ άλλα τα δημιουργήματα.
Όταν προσεύχομαι, βρίσκεται σ’ έξαρση η ψυχή μου! Ουράνια αισθήματα με πλημμυρίζουν. Χαρά, ευγνωμοσύνη, αγάπη. Όλα τα νιώθω στον υπέρτατο βαθμό. Πώς λοιπόν να μη δοξολογήσω το Θεό μου για το υπέροχο αυτό δώρο Του;
Με τα φτερά της προσευχής, μπορούμε ν’ ανεβούμε σε ύψη δυσθεώρητα. Μπορούμε να πετάξουμε μέχρις αυτόν τον θρόνο του Θεού, μακριά από τον κόσμο με τις τόσες του μικρότητες.
Με τα φτερά της προσευχής φθάνουμε εκεί, όπου άπληστα χαιρόμαστε το ζωογόνο αέρα της θείας παρουσίας.
Η προσευχή είναι πηγή δυνάμεως για τον αγώνα το σκληρό που φέρνει εμπρός μας η κάθε μέρα.
Λες και αλλάζει ο εαυτός σου, όταν πετάς με τα φτερά της προσευχής.
Έλα λοιπόν, παιδί μου!

Σαν έρχονται οι θλίψεις και σε χτυπούν σα μανιασμένες θύελλες, πέσε στα γόνατα κι άνοιξε την καρδιά σου στον Πατέρα σου.
Μετά την προσευχή θα δεις πόσο θα είσαι αλλαγμένος! Γαλάζιο θα τον βλέπεις τώρα τον ουρανό κι η θάλασσα θα έχει γαληνέψει.

Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου,
ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται.
Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου,
καὶ ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν,
ὅτι αὐτὸς ρύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν
καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους.
ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι,
καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐλπιεῖς·
ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.
Οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ,
ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας,
ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου,
ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ.
Πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου,
πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ·
Πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις
καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει.
Ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου·
τὸν ῞Υψιστον ἔθου καταφυγήν σου.
Οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά,
καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου.
Ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται
περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου.
[Από τον 90ο Ψαλμό]

Αυτές οι σκέψεις που γεμίζουν παρηγοριά την ψυχή σου γράφτηκαν απ’ τον μεγάλο εκείνο εστεμμένο Ψαλμωδό, κι είναι ένα άριστο βοήθημα γι’ αυτούς που θέλουν να βαδίζουν στη ζωή τους ίσια και τίμια.
Και εσύ, παιδί μου, είσαι ασφαλώς ένας από αυτούς. Γι’ αυτό έχεις μεγάλη ανἀγκη από τη χάρη του Θεού, που ένας μόνο τρόπος υπάρχει να την κερδίσεις. Η προσευχή.

Μη στερείς λοιπόν, παιδί μου, την ατίμητη ψυχή σου απ’ τη ζωογόνα αναπνοή της, αλλά προσεύχου, προσεύχου με ζήλο, ώστε να έλθει η μυριοπόθητη μέρα που θα στεφανωθείς με το στεφάνι της δόξης.

Αντιμετώποι με την κατάθλιψιν




    Ἡ κατάθλιψη εἶναι μιά πάθηση, πού ταλαιπωρεῖ πολλούς ἀνθρώπους στήν ἐποχή μας. Ἀνθρώπους πού εἴτε πάσχουν οἱ ἴδιοι ἀπό κατάθλιψη, εἴτε ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν τήν κατάθλιψη κάποιου ἀγαπημένου τους προσώπου, πού ἐπίμονα ἀρνεῖται ἤ ἀδυνατεῖ νά κάνει κάτι, προκειμένου νά βοηθήσει τόν ἑαυτό του.

    Ἄλλοι ζητοῦν τή βοήθεια κάποιου εἰδικοῦ τῆς ψυχικῆς ὑγείας, καί καταφεύγουν εἴτε σέ θεραπεία μέ ἀντικαταθλιπτικά φάρμακα, εἴτε σέ ψυχοθεραπεία, εἴτε σέ συνδυασμό τῶν δύο.

    Ἡ θεραπεία μέ φάρμακα τίς πιό πολλές φορές βοηθάει στήν ἀντιμετώπιση τῶν συμπτωμάτων τῆς κατάθλιψης, τουλάχιστον προσωρινά, καί εἰδικά, ὅταν πρόκειται γιά σοβαρό καταθλιπτικό ἐπεισόδιο, εἶναι συχνά ἀπαραίτητη προκειμένου νά ἀποφύγει κανείς μοιραῖες αὐτοκαταστροφικές πράξεις.

    Ἀπό τίς διάφορες ὑπάρχουσες μορφές ψυχοθεραπείας οἱ σύγχρονες ἔρευνες δείχνουν ὅτι ἡ γνωσιακή θεραπεία ἐπιφέρει καλύτερα ἀποτελέσματα, καί σέ σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, γι’ αὐτό θά περιοριστῶ ἐδῶ ν’ ἀναφερθῶ μόνο σ’ αὐτήν.

    Ἡ γνωσιακή θεραπεία βασίζεται στή θεωρία ὅτι τό ἄγχος μας ἤ ἡ κατάθλιψή μας ὀφείλονται σέ λανθασμένες, ἀρνητικές ἀντιλήψεις σχετικά μέ τόν ἑαυτό μας, τό περιβάλλον μας καί τό μέλλον μας, οἱ ὁποῖες ἐπηρεάζουν καί τή συναισθηματική μας κατάσταση (Κλεφτάρας, 1998). Ὁποιοδήποτε σημαντικό ἤ καί ἀσήμαντο γεγονός, μπορεῖ νά εἶναι ἀφορμή γιά κάποιες «αὐτόματες σκέψεις», οἱ ὁποῖες ἐνεργοποιοῦν αὐτές τίς ἀρνητικές ἀντιλήψεις (Beck, 2004). Τέτοιες σκέψεις μπορεῖ νά εἶναι π.χ. ὅτι «κανείς δέν μ’ ἀγαπάει» ἤ «ποτέ δέν καταφέρνω τίποτα». Ὅταν δεχθεῖ κανείς μιά τέτοιου εἴδους «αὐτόματη σκέψη», ἀρχίζει νά τόν «παίρνει ἀπό κάτω» καί νά τόν φέρνει σέ κατάσταση ἀπελπισίας καί κατάθλιψης.

    Ἡ γνωσιακή θεραπεία ἀποσκοπεῖ στό νά βοηθήσει τό ἄτομο σέ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο νά μάθει νά ἀναγνωρίζει ἄμεσα τίς «αὐτόματες σκέψεις» του καί νά μή τίς ἀποδέχεται σάν ἀληθινές, καί σέ ἕνα πιό προχωρημένο ἐπίπεδο νά καταλάβει ὅτι οἱ ἀντιλήψεις του αὐτές εἶναι ἐσφαλμένες, ὅτι δέν τόν ἐξυπηρετοῦν, καί νά μπορέσει ἔτσι νά τίς ἀλλάξει καί νά τίς ἀντικαταστήσει μέ ἄλλες πιό «ὑγιεῖς», πού θά τόν ὁδηγήσουν σέ μεγαλύτερη αὐτοεκτίμηση καί αὐτοαποδοχή.

    Ἡ θεραπεία μέ ἀντικαταθλιπτικά ἔχει ἕνα ἀποτέλεσμα παρόμοιο μέ τήν ψυχοθεραπεία, ἄν καί λιγότερο μόνιμο. Μάλιστα νευροεπιστημονικές ἔρευνες ἔχουν δείξει ὅτι ἡ θεραπεία μέ φάρμακα καί ἡ ψυχοθεραπεία ἐπιφέρουν παρόμοιες ἀλλαγές στήν ἐγκεφαλική λειτουργία.

    Μέ αὐτές ὅμως τίς μεθόδους τό ἄτομο παραμένει τό ἐπίκεντρο τοῦ κόσμου του. Ἰδιαίτερα ἡ γνωσιακή θεραπεία «διδάσκει», θά λέγαμε, τό ἄτομο πῶς νά καλλιεργήσει τήν ἀνεξαρτησία του καί τήν αὐτονομία του, πῶς νά μή ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀποδοχή καί τήν ἀγάπη τῶν ἄλλων, καί πῶς ἐπίσης νά μή ἐξαρτᾶ τήν ἀξία του ἀπό τίς προσωπικές καί ἐπαγγελματικές του ἐπιτυχίες.

    Ἡ φιλοσοφία πίσω ἀπό τίς σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους εἶναι ὅτι ναί μέν δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει κανείς δυσάρεστα καί θλιβερά γεγονότα στή ζωή του, μπορεῖ ὅμως νά μάθει νά στηρίζεται στόν ἑαυτό του καί νά τά ἀντιμετωπίζει μέ αὐτοπεποίθηση, μέ ἠρεμία καί αἰσιοδοξία.

    Ὅμως παρ’ ὅλη τήν αἰσιόδοξη ἄποψη ψυχιάτρων καί ψυχοθεραπευτῶν ὅτι ἡ κατάθλιψη εἶναι μιά ἀρρώστια πού ἀντιμετωπίζεται ἀποτελεσματικά, ὑπάρχει ἕνα μεγάλο ποσοστό καταθλιπτικῶν, πού εἴτε ἀρνοῦνται νά περάσουν τό κατώφλι τοῦ γραφείου ἑνός «εἰδικοῦ», εἴτε τό ἔχουν περάσει καί ἔχουν φύγει ἀπογοητευμένοι.

* * *

    Ἔχοντας αὐτά τά προηγούμενα ὑπόψη μου, σέ μιά συζήτηση σχετικά μέ τά ἀντικαταθλιπτικά ἄκουσα μέ ἔκπληξη μιά μοναχή νά λέει μεταξύ ἀστείου καί σοβαροῦ : «Ἄς ποῦνε γιά μισή ὥρα τήν εὐχή, καί νά δοῦνε γιά πότε τούς περνάει ἡ κατάθλιψη». Ἡ πρώτη μου σκέψη ἦταν ὅτι μᾶλλον δέν ξέρει τί λέει. Προφανῶς, σκέφτηκα, δέν ἔχει βιώσει ποτέ κατάθλιψη, καί τῆς εὔχομαι ποτέ νά μή βιώσει, ἀλλά εἶναι πολύ ἀμφίβολο, ἄν ἕνα καταθλιπτικό ἄτομο μπορεῖ νά ἑστιάσει γιά μισή ὥρα τό νοῦ του στήν εὐχή. Μπορεῖ νά ἐπαναλαμβάνει μηχανικά ἐπί μισή ὥρα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἀλλά ὁ νοῦς του θά εἶναι μᾶλλον στήν κατάθλιψή του. Ἴσως νά σκέφτεται: «μᾶλλον σέ μισή ὥρα δέν θά μοῦ ἔχει περάσει, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς, τίποτα δέν μέ βοηθάει ἐμένα».

    Ὅμως, καθώς εἶχα ἕνα ἔντονο ἐνδιαφέρον νά δῶ ἄν καί πῶς καί μέ ποιές προϋποθέσεις ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικός δρόμος μπορεῖ νά λειτουργήσει ψυχοθεραπευτικά, δέν ξέχασα τήν κουβέντα ἐκείνης τῆς μοναχῆς, ἀλλά ξεκίνησα νά διερευνῶ πῶς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει τήν κατάθλιψη. Ὡς πολύ ἀρχάρια στόν ὀρθόδοξο δρόμο, ζητῶ νά μέ συγχωρέσετε γιά τό θράσος μου νά ἀναλάβω ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα. Γιά τή διερεύνησή μου αὐτή βασίστηκα σέ κάποια βιβλία πού ἔτυχε νά «πέσουν στά χέρια μου», σ΄ ἕνα CD μέ μιά ὁμιλία τοῦ γέροντος Πορφυρίου γιά τήν κατάθλιψη, καθώς καί σέ συνομιλίες μέ τόν πνευματικό μου.

    Δέν ἄργησα νά καταλάβω ὅτι διερωτώμενη, πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ἀντιμετωπίζει τήν κατάθλιψη, δέν ἔθετα σωστά τό ἐρώτημα. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν ἀντιμετωπίζει κλινικά μιά ὁρισμένη νόσο. Ἀντιλαμβάνεται τόν ἄνθρωπο σάν μιά ἑνότητα σώματος, ψυχῆς καί πνεύματος. Γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἕνα σαφές νόημα: Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί στοχεύει στό καθ’ὁμοίωσιν. Ἡ πορεία τοῦ ἐκπεσμένου ἀνθρώπου πρός τό καθ’ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ εἶναι μιά θεραπευτική διαδικασία. Πρόκειται γιά μιά πραγματικά ὁλιστική θεραπεία, πού ἔχει σάν πρῶτο στάδιο τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη.

    Μέ αὐτή τήν ἔννοια ἡ κατάθλιψη εἶναι ἕνα πάθος ἀπό τό ὁποῖο ἡ ψυχή πρέπει νά ἀπαλλαγεῖ. Αὐτό τό πάθος οἱ νηπτικοί πατέρες τό ὀνόμαζαν «ἀκηδία». Κατά τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεο, «Ἡ ἀκηδία, πού εἶναι ἕνας μεγάλος δαίμων, παραλύει τόσο τό σῶμα ὅσο καί τήν πνευματική ζωή» (σ. 187).

    Ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη ἀπαιτεῖ ἕναν πνευματικό ἀγώνα γιά ἀλλαγή τοῦ νοῦ. Αὐτή εἶναι ἐξ ἄλλου καί ἡ ἐτυμολογική ἔννοια τῆς λέξης μετάνοια (μετα-νοῶ = ἀλλάζω νοῦ). Δέν πρόκειται ὅμως γιά ἕναν ἀγώνα, πού κάνει κανείς μόνος του, στηριζόμενος στίς δικές του δυνάμεις. Ξεκινώντας κανείς ἕναν τέτοιο ἀγώνα μόνος του, πέφτει ξανά καί ξανά στά ἴδια λάθη, ἤ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ὅ μισῶ, τοῦτο ποιῶ1», καί συνειδητοποιεῖ σιγά-σιγά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν2». Ἡ μετάνοια σημαίνει μιά συνολική ἀλλαγή στάση ζωῆς, πού συντελεῖται μέ τήν ἐπενέργεια τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ πάνω στόν ἄνθρωπο.

    Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀλλαγή στή στάση ζωῆς; Εἶναι ἡ ἀλλαγή ἀπό τή ζωή τοῦ ἀτόμου, τοῦ περιχαρακωμένου πίσω ἀπό τά τείχη πού τό περιβάλλουν ἤ πού αὐτό τό ἴδιο τό ἄτομο ἔχει χτίσει γιά τόν ἑαυτό του, πρός τή ζωή τοῦ προσώπου, πού βρίσκεται σέ μιά διαρκή σχέση, σέ μιά κοινωνία μέ τόν Χριστό καί μέ τόν πλησίον του˙ πρός μιά ζωή στραμμένη πρός τόν Χριστό, ἀναφερόμενη σ’ Αὐτόν. Μέ αὐτή τήν ἔννοια πάθος ἤ ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι μᾶς χωρίζει ἀπό αὐτή τήν κοινωνία καί μᾶς ἀπομονώνει, κάθαρση ἤ μετάνοια εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐπανασυνδέει.

    Ὅταν προσπαθοῦμε νά ἀνέλθουμε βασιζόμενοι στίς δικές μας δυνάμεις, στόν ἐγωϊσμό μας καί τήν κενοδοξία μας, τότε κινδυνεύουμε ἡ κάθε ἀποτυχία νά μᾶς ρίξει σέ κατάθλιψη. Ὅταν συνειδητοποιοῦμε τή δική μας ἀναξιότητα μπροστά στή μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ καί, χωρίς νά παραιτούμαστε ἀπό τό δικό μας ἀγώνα, προσβλέπουμε μέ πίστη, δηλαδή μέ ἐμπιστοσύνη, στό ἔλεος καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε δέν χάνουμε τήν ἐλπίδα μας. Παραδόξως, ὅσο ταπεινώνουμε τόν ἑαυτό μας, ἀποκτᾶμε ἕνα βαθύτερο, γνήσιο αὐτοσεβασμό καί αὐτοεκτίμηση. Συνειδητοποιοῦμε τήν πραγματική μας ἀξία ὡς εἰκόνες καί ναοί τοῦ Θεοῦ.

    Ἄν ἔχει κανείς μιά τέτοια ἐσωτερική στάση, τότε εἶχε δίκιο ἐκείνη ἡ μοναχή: ἀρκεῖ νά λέει τήν εὐχή γιά μισή ὥρα καί ἡ κατάθλιψη διαλύεται μέσα στά δάκρυα τῆς χαρμολύπης. Γιατί οἱ δαίμονες εἶναι ἀνίσχυροι μπροστά σέ μιά γνήσια ταπείνωση.

    Τότε τό ἐπίκεντρο δέν εἶναι πιά ὁ ἑαυτός, ἀλλά ὁ Χριστός. Τό ἐνδιαφέρον μετατίθεται ἀπό τό Ἐγώ πρός τό Ἐσύ, ἀπό τόν ἑαυτό πρός τόν ἄλλο, πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλησίον. Ἀντί νά μεριμνᾶ κανείς γιά τό πῶς θά κερδίσει τό ἐνδιαφέρον, τό σεβασμό, τήν ἐκτίμηση καί τήν ἀγάπη τῶν ἄλλων, ἀρχίζει νά ἐνδιαφέρεται ὁ ἴδιος γιά τούς ἄλλους, νά τούς σέβεται, νά τούς ἐκτιμᾶ καί νά τούς ἀγαπᾶ.

    Ὁ γέρων Πορφύριος ἔδινε πολύ ἁπλές καί συγκεκριμένες ὁδηγίες γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς κατάθλιψης:

    «Οἱ ἅγιοί μας εἶχαν βρεῖ τόν τρόπο νά μεταβάλλουν τήν κατάθλιψη σέ χαρά. Καί αὐτός ὁ τρόπος ἦταν ἔτσι: ξέρανε πῶς νά δοθοῦν στόν Θεό: μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, μέ τήν προσευχή… Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα πού ‘αἰχμαλωτίζει’ τήν ψυχή, διότι δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς πρός τόν Θεό, ἀλλά τό σημαντικό εἶναι ὅτι εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού γεμίζει ἔπειτα τήν ψυχή καί τήν κάνει ‘ἄλλο’…. Λοιπόν, αὐτό εἶναι τό μυστικό. Πῶς θα μπορέσει κανείς νά γυρίσει, ἐκεῖ πού τόν ἔχει καταλάβει κάτι κακό, νά σκεφτεῖ κάτι ἄλλο».

    Σέ ἀνθρώπους πού ζητοῦσαν τίς συμβουλές του, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν κατάθλιψη, τούς συνιστοῦσε νά ἀσχοληθοῦν μέ κάτι ἐνδιαφέρον καί δημιουργικό:

    «Ἡ ἐργασία, τό ἐνδιαφέρον γιά τή ζωή. Ἡ τέχνη, ὁ κῆπος, τά λουλούδια… πολύ σπουδαῖα πράγματα. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τό ἐνδιαφέρον πρός τή θρησκεία, πρός τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ».

    Πολλούς αἰῶνες πρίν οἱ γνωσιακοί θεραπευτές κάνουν λόγο γιά ἀρνητικές «αὐτόματες σκέψεις» καί ἀντίστοιχα συναισθήματα, οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχαν μελετήσει αὐτά τά φαινόμενα, τά ὁποῖα ὀνόμαζαν «λογισμούς». Ὅπως γιά τή σύγχρονη γνωσιακή θεραπεία εἶναι σημαντικό σάν πρῶτο στάδιο νά ἀναγνωρίζει κανείς τίς αὐτόματες σκέψεις καί νά μή τίς ἀποδέχεται σάν ἀληθινές, οἱ νηπτικοί πατέρες μιλοῦσαν γιά ἐπαγρύπνηση, ὥστε μόλις ἔρχεται στό νοῦ ἕνας κακός λογισμός νά μή «συγκατατεθοῦμε» πρός αὐτόν, νά μή ὑποκύψουμε σ’ αὐτόν μέ τό θέλημά μας, γιατί στή συνέχεια μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει, χωρίς ἐμεῖς νά μποροῦμε νά ἐλέγξουμε τήν κατάσταση. Τότε καταλαμβανόμαστε ἀπό τό ἀντίστοιχο «πάθος».

    Ὁ γέρων Πορφύριος τό ἐκφράζει αὐτό μέ πολύ ἁπλά λόγια:

    «Τό μυστικό εἶναι νά τό προλαβαίνεις. Ἅμα τό ἀφήσεις καί σέ πιάσει, πάει, σ’ ἔπιασε».

    Σάν καλός ἀνατόμος τῆς ψυχῆς, ἀναγνωρίζει τά δευτερογενῆ ὀφέλη ἀπό τήν κατάθλιψη, πού μπαίνουν ἐμπόδιο στή θεραπεία καί δημιουργοῦν ἀντιδραστικότητα (ἀντίσταση στή θεραπεία θα ἔλεγε κάποιος ψυχοθεραπευτής).

    «Οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν αὐτά τά ἀντιδραστικά, τούς ἀνθρώπους πού γνωρίζουν ἐννοοῦν νά τούς παιδεύουν μέ διάφορα καμώματα».

    Μέ αὐτά τά «διάφορα καμώματα» πετυχαίνουν νά ἑλκύουν τήν προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τῶν γύρω τους. Καί τίς περισσότερες φορές τό κάνουν αὐτό ἀσυνείδητα.

    «Γίνεται χωρίς νά τό καταλαβαίνουν», λέει ὁ γέρων Πορφύριος «ὁ διάβολος τό ἐνεργεῖ… δηλαδή αὐτά γίνονται μ΄ ἕναν τρόπο μυστηριώδη».

    Γιά νά παραιτηθεῖ κάποιος ἀπό τά δευτερογενῆ ὀφέλη τῆς κατάθλιψης, χρειάζεται νά ἀφήσει κατά μέρος τόν ἐγωϊσμό του καί νά ταπεινωθεῖ, ὥστε νά πάψει νά παιδεύει τούς γύρω του μέ διάφορα καμώματα. Ὁ γέρων Πορφύριος τόνιζε ξανά καί ξανά τή σημασία τῆς ταπείνωσης.

    «Τό μεγάλο μυστικό εἶναι ἡ ταπείνωση», ἔλεγε.

    Τό ἄτομο, πού λειτουργεῖ ἐγωϊστικά, ἐμμένει πεισματικά νά χρησιμοποιεῖ τήν κατάθλιψή του, μέ τήν ἔννοια τῆς κλινικῆς νόσου, ὡς πρόσχημα, γιά νά μή κάνει τίποτα. «Ὅταν τοῦ πεῖς κάτι, γιά νά κόψει τό θέλημά του, ἀντιδρᾶ…’ Δέν μπορῶ, τό λέει ἡ ἐπιστήμη.’» Σέ αὐτό ὁ γέρων Πορφύριος ἀπαντᾶ: «Πές: ‘ἄς τό λέει ἡ ἐπιστήμη, ἐγώ θά κάνω ὑπακοή στό γέροντα’».

    Μιά τέτοια στάση θά δήλωνε μιά μεταβολή ἀπό τό ἄτομο στό πρόσωπο, γιατί ἡ ὑπακοή προϋποθέτει μιά προσωπική σχέση μέ τό γέροντα.

    «Δέν εἶναι εὔκολο πρᾶγμα: πρέπει νά ἔχεις καί τή δύναμη, νά ἀποσπάσεις καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ. … Τό πιό μεγάλο εἶναι νά δοθεῖς στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στή λατρεία τοῦ Θεοῦ, στήν προσευχή, ἀλλά ὅ,τι κι ἄν κάνεις, ἄν δέν κατορθώσεις νά ἀποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δέν κάνεις».

    Τό νά ἀσχοληθεῖ κανείς εἴτε μέ κάτι εὐχάριστο καί δημιουργικό, εἴτε μέ τήν προσευχή, ἔπειτα ἀπό συμβουλή τοῦ γέροντα, εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό μιά ἁπλή τεχνική τοῦ τύπου «νά τό ρίξει κανείς ἔξω» ἤ νά «σκέφτεται θετικά».

    Εἶναι κάτι, πού προϋποθέτει μιά σχέση ἐμπιστοσύνης πρός τόν γέροντα, καί κατ΄ἐπέκταση μιά σχέση πίστης καί ἀγάπης πρός τόν Θεό. Συνδέεται στενά μέ τήν ταπείνωση, τήν ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος καί τήν ὑπακοή στό γέροντα, μέ τά ἱερά μυστήρια τῆς ἐξομολόγησης καί τῆς θείας μετάληψης, καί γενικώτερα μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού δίνει ἕνα νέο νόημα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

    Ἡ συμμετοχή στό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀμοιβαία συγ–χώρεση καί κατανόηση, εἶναι ὅ,τι γκρεμίζει τά τείχη, πού μᾶς περιχαρακώνουν καί κτίζει γέφυρες ἐπικοινωνίας μεταξύ μας. Ἔτσι ὁ πόνος μας γίνεται πιό ἐλαφρύς καί ἡ χαρά μας μεγαλύτερη, γιατί τά μοιραζόμαστε μεταξύ μας.

    Αὐτά συνοψίζονται στίς δύο κύριες ἐντολές, πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός: ἀγάπη πρός τόν Θεό, καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον3. Αὐτή ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλησίον, εἶναι αὐτό πού κάνει τήν καρδιά νά μαλακώνει καί διαλύει τό ἀσήκωτο βάρος τῆς κατάθλιψης. 



Παραπομπές:
1) Ρωμ. (7,15)
2) Ἰωαν. (15,5)
3) Ματθ. (22, 37-39)

Βιβλιογραφία:
Beck, Judith: Εἰσαγωγή στή Γνωστική Θεραπεία. Ἀθήνα, Πατάκης, 2004.
Βιγγοπούλου Μυρσίνης: ᾽Από τήν ᾽Εγώπολη στήν ᾽Εσύπολη. Ἀθήνα, Ἀκρίτας, Στ΄ ἔκδοση, 2007.
Γέροντος Πορφυρίου, ἱερομονάχου: Συνομιλία γιά τήν κατάθλιψη. Ἐκδόσεις «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος», Μήλεσι.
Κλεφτάρα Ἰ.: Ἡ κατάθλιψη σήμερα. Ἀθήνα, Ἑλληνικά Γράμματα, 1998.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου: “Θεραπευτική Ἀγωγή. Προεκτάσεις στήν «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»”.
Λειβαδιά, Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) Ε´ ἔκδοση, 2003.
Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου: Ἀνθρωπολογίας Σιτομέτριον. Ἐπιμέλεια ὕλης καί ἐκδόσεως Ἀρχιμ. Χρυσόστομος, Καθηγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Παρασκευῆς Μαζίου Μεγάρων. Μέγαρα, Εὐεργέτις (ὑπό ἔκδοση).
Μπλούμφιλντ, Χάρολντ Χ. καί Μάκ Γουίλλιαμς, Πῆτερ: Θεραπεύοντας τήν κατάθλιψη. Ἐπιμέλεια: Νέστορος Ἰωάννη. Ἀθήνα, Θυμάρι, 2003.
π. Ἰωάννη Ρωμανίδη: Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη, Παρακαταθήκη, 2004.



ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ
Αρ. Φυλ. 1804 και 1805,
2009
πηγή

Οἱ πειρασμοὶ δόθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ ὠφέλειά μας. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου


Οἱ πειρασμοὶ δόθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ ὠφέλειά μας
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Καὶ γενικά, γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι ὅλοι οἱ πειρασμοί μας δόθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ συμφέρον μας (118), πρέπει νὰ σκεφθοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς κλίσεως τῆς διεφθαρμένης του φύσεως, εἶναι ὑπερήφανος, φιλόδοξος, στὸ ἔπακρο δοκησίσοφος καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς ἰδικῆς του γνώμης, καὶ θέλει πάντοτε νὰ τὸν ὑπολογίζουν ὅλοι, περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα.
Αὐτὴ ὅμως ἡ ὑπόληψις εἶναι τόσο ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν πνευματική του πρόοδο, ὥστε καὶ αὐτὴ μόνον ἡ ὀσμή της νὰ εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἄνθρωπο ὥστε νὰ φθάση στὴν ἀληθινὴ τελειότητα.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεός, ὡς φιλόστοργος Πατέρας, ποὺ ἔχει ἕνα ἀγαπητικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν καθένα καὶ μάλιστα γιὰ ἐκείνους ποὺ δόθηκαν στὴν ὑπηρεσία του, φροντίζει πάντοτε μὲ τοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συμβαίνουν, ὥστε νὰ μᾶς βάλῃ σὲ μία τέτοια θέσι, ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν φοβερὸ αὐτὸν κίνδυνο τῆς παρόμοιας ὑπολήψεως, καὶ σχεδὸν μὲ τὴν βία νὰ ἐρχόμαστε στὴν ἀληθινὴ ταπεινὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅπως ἔκανε μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, στὸν ὁποῖον ἐπέτρεψε νὰ τὸν ἀρνηθῆ τρεῖς φορές, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀδυναμία του καὶ νὰ μὴν ἔχῃ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του: ὅπως ἔκανε καὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, τὸν ὁποῖο ἀφοῦ τὸν ἀνέβασε μέχρι τὸν τρίτο οὐρανὸ καὶ τοῦ ἀπεκάλυψε τὰ θεϊκὰ καὶ ἀπόκρυφα μυστήρια, τοῦ ἔδωσε ἕναν φυσικὸ πειρασμὸ γιὰ νὰ γνωρίσῃ τὴν φυσικὴ χαυνότητα καὶ ἀσθένειά του, νὰ ταπεινώνεται καυχώμενος στὶς ἀσθένειές του καὶ ἔτσι τὸ μέγεθος τῶν ἀποκαλύψεων ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴ τὸν κάνῃ νὰ ὑπερηφανεύεται, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἴδιος, «μοῦ δόθηκε σκόλοπας στὴ σάρκα, Ἄγγελος τοῦ Σατανᾶ, νὰ χτυπάῃ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύωμαι» (Β´ Κορ. 12,7).

Ὁ Θεὸς λοιπὸν συμπαθώντας τὴν ταλαίπωρη καὶ παράνομη κλίσι μας, ἐπιτρέπει νὰ μᾶς ἐπισκέπτωνται οἱ πειρασμοὶ ποὺ μερικὲς φορὲς νὰ εἶναι τόσο φρικτοὶ καὶ φοβεροὶ μὲ διάφορους τρόπους, ὥστε νὰ ταπεινωνόμαστε καὶ νὰ γνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας, μολονότι μᾶς φαίνωνται ὅτι εἶναι χωρὶς ὤφελος.
Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ συγχρόνως δείχνει καὶ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν σοφία του, ἐπειδὴ μὲ ἐκεῖνο ποὺ τὸ θεωροῦμε ἐμεῖς περισσότερο βλαπτικό, μὲ ἐκεῖνο μας ὠφελεῖ, ἐπειδὴ ταπεινωνόμαστε περισσότερο, πράγμα τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ πιὸ ἀπαραίτητο ἀπὸ ὅλα στὴν ψυχή μας.
Ἔτσι, ἂν γενικὰ ὅλοι οἱ πειρασμοὶ προξενοῦν ταπείνωσι, πρέπει νὰ ταπεινώνεται καὶ ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ποὺ αἰσθάνεται στὴν καρδιά του τοὺς πειρασμοὺς καὶ λογισμοὺς ποὺ προαναφέραμε καὶ τὴν τόση ἀνευλάβεια τῆς πνευματικῆς χαρᾶς καὶ γλυκύτητος καὶ νὰ σκέπτεται ὅτι αὐτὰ συμβαίνουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη κάποιος ποὺ νὰ ἔχῃ τόσο ἠλαττωμένη τὴν ψυχὴ καὶ νὰ ὑπηρετῇ τὸν Θεὸ μὲ τόση χλιαρότητα, ὅπως εἶναι ἡ δική του ψυχή, καὶ ὅτι τέτοιοι λογισμοὶ δὲν συμβαίνουν σὲ ἄλλους, παρὰ σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἐγκαταλειμμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἄξιος ἐγκαταλείψεως.
Νὰ τί κέρδος προέρχεται κατόπιν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ταπεινοὺς λογισμούς: Ἐκεῖνος ποὺ προηγουμένως δὲν νόμιζε ὅτι ἔχει κάποιο κακό, τώρα νομίζει ὅτι εἶναι ὁ πιὸ παράνομος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου καὶ ὅτι εἶναι ἀνάξιος ἀκόμη καὶ αὐτοῦ τοῦ χριστιανικοῦ ὀνόματος. Βέβαια ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ τόσο χαμηλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του (εὐτελῆ ἔννοιαν), οὔτε νὰ ἔλθη σὲ τόση βαθειὰ ταπείνωσι, ἂν δὲν τὸν ἀνάγκαζαν ἡ μεγάλη θλῖψις καὶ οἱ ξεχωριστοὶ ἐκεῖνοι πειρασμοὶ καὶ πικρότητες τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶναι μία εὐεργεσία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὴν ζωὴ αὐτὴ στὴν ψυχὴ ἐκείνη ποὺ ἀφιερώνεται σ᾿ αὐτὸν ταπεινωμένη, γιὰ νὰ τὴν ἰατρεύσῃ μὲ ἐκεῖνα τὰ φάρμακα, μὲ τὰ ὁποῖα αὐτὸς μόνος γνωρίζει καλὰ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ὑγεία καὶ τὴν καλή της κατάστασι.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς καρποὺς αὐτοὺς ποὺ προξενοῦν στὴν ψυχή μας οἱ παρόμοιοι πειρασμοὶ καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς εὐλαβείας, ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ ἄλλοι πολλοὶ καρποί. Γιατὶ ὅποιος εἶναι στενοχωρημένος ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐσωτερικοὺς πειρασμούς, σχεδὸν ἀναγκάζεται νὰ πλησιάση τὸν Θεό, καὶ προσπαθεῖ νὰ κάνῃ ὅ,τι εἶναι σωστὸ γιὰ τὴν θεραπεία τῆς θλίψεως καὶ τῆς καρδιακῆς πικρίας καὶ γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἐλευθερωθῆ γρήγορα ἀπὸ τέτοιο νοητὸ μαρτύριο. 
Πηγαίνει ἐξετάζοντας τὴν καρδιά του, ἀποφεύγοντας κάθε ἁμαρτία καὶ κάθε ἄλλο παραμικρὸ ἐλάττωμα ποὺ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο. Καὶ ἔτσι ἐκείνη ἡ θλῖψις, τὴν ὁποία αὐτὸς νόμιζε τόσο ἀντίθετη καὶ ζημιογόνα, κατόπιν αὐτὴ ἡ θλῖψις, τοῦ γίνεται σὰν ἕνα κέντρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκινᾷ καὶ ἀναζητεῖ τὸν Θεὸ μὲ περισσότερη θερμότητα, καὶ ἀπομακρύνεται ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ νομίζει ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω ἐν συντομίᾳ, ὅλες οἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑποφέρει ἡ ψυχὴ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἐσωτερικοὺς πειρασμοὺς καὶ ἐλλείψεις τῶν πνευματικῶν τρυφῶν καὶ εὐχαριστήσεων, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα φιλικὸ καθαρτήριο μὲ τὸ ὁποῖο τὴν καθαρίζει ὁ Θεός, ἂν τὰ ὑπομένῃ μὲ ταπείνωσι καὶ ὑπομονή: καὶ αὐτὰ μποροῦν νὰ μᾶς κάνουν νὰ λάβουμε στὸν οὐρανὸ ἐκεῖνο τὸ στεφάνι ποὺ ἀποκτᾶται μόνον μὲ τὸ μέσο αὐτῶν. Καὶ ὅσο μεγαλύτερα εἶναι τὰ βάσανα, τόσο πιὸ ἔνδοξος εἶναι καὶ ὁ οὐρανός.
Ἀπὸ αὐτὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ συγχιζώμαστε καὶ νὰ λυπούμαστε τόσο γιὰ τοὺς ἄλλους ἐξωτερικοὺς πειρασμοὺς ποὺ μᾶς ἔρχονται, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς προλεχθέντας ἐσωτερικούς, ὅπως κάνουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν λίγη πείρα στὰ παρόμοια καὶ ὅ,τι τοὺς συμβαίνει τὸ ἀποδίδουν ὅτι τοὺς ἔρχεται ἢ ἀπὸ τὸν διάβολο ἢ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ ἀτέλειές τους, καὶ τὰ σημεῖα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τὰ νομίζουν ὡς σημεῖα μίσους, καὶ τὶς εὐεργεσίες καὶ τὶς δωρεές του τὶς θεωροῦν ὅτι εἶναι δοκιμασίες καὶ κτυπήματα, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ μία ὀργισμένη καρδιὰ καὶ ὅ,τι κάνουν εἶναι χαμένο καὶ χωρὶς μισθὸ καὶ ὅτι ἡ ζημία αὐτὴ δὲν θεραπεύεται. 
Διότι ἂν πίστευαν ὅτι ἀπὸ τοὺς παρόμοιους πειρασμοὺς δὲν προκύπτει καμμία ζημία, ἀλλὰ μεγάλη ἀπόκτησις ἀρετῶν, ἂν ἡ ψυχή τους τοὺς μεταχειρισθῆ καὶ τοὺς δεχθῆ μὲ εὐχαρίστησι, καὶ ἂν πίστευαν ὅτι αὐτοὶ εἶναι μόνο μία ἐνθύμησι τῆς στοργικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ταράσσωνται καὶ νὰ χάνουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς τους, γιατὶ θλίβονται ἀπὸ πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ λογισμοὺς παράξενους καὶ βλάσφημους καὶ βρίσκονται σὰν ξηροὶ καὶ χλιαροὶ καὶ χωρὶς εὐλάβεια στὴν προσευχὴ καὶ στὶς ἄλλες πνευματικὲς ἀσκήσεις ποὺ κάνουν.
Μάλιστα τότε μὲ μία νέα ἐπιμονὴ θὰ ἤθελαν νὰ ταπεινώσουν τὶς ψυχές τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀποφασίζουν σὲ κάθε περίπτωσι νὰ ἐκπληρώσουν τὸ θεῖο θέλημα μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο θέλει ὁ Θεὸς καὶ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν στὸν κόσμο αὐτὸν καὶ νὰ φροντίζουν νὰ φαίνονται εἰρηνικοὶ καὶ ἥσυχοι, νομίζοντας ὅτι δέχονται κάθε πρᾶγμα ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ οὐράνιου Πατέρα, στὸ χέρι τοῦ ὁποίου βρίσκεται αὐτὸ τὸ πικρὸ ποτῆρι ποὺ τοὺς δίνεται. 
Διότι εἴτε ἀπὸ τὸν διάβολο εἶναι ἡ ἐνόχλησις αὐτὴ καὶ ὁ πειρασμὸς ποὺ ὑποφέρουν, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, εἴτε γιὰ κάθε ἄλλο λόγο, πάντοτε καὶ σὲ ὅλα ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ τὰ παραχωρεῖ μὲ διάφορα μέσα, ὅπως κρίνει σωστό, γιὰ νὰ μὴν φθάσης σὲ ἄλλο κακό, παρὰ σὲ ἐκεῖνο μόνο τῆς ποινῆς καὶ τιμωρίας, τὸ ὁποῖο πάντοτε αὐτὸς ἐπιτρέπει νὰ ἔρχεται γιὰ ὠφέλειά σου.
Καὶ ἂν τὸ κακὸ τοῦ πταίσματος, δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία ποὺ γίνεται, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ τὸν πλησίον, εἶναι ἀντίθετη στὸ θέλημά του, αὐτὸς ὅμως καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν μεταχειρίζεται γιὰ τὴν δική σου ὠφέλεια καὶ σωτηρία, ἂν ἐσὺ τὴν ὑπομένῃς χωρὶς ταραχή.
Ἔτσι ἀντὶ νὰ λυπῆσαι καὶ νὰ ἀνησυχῇς, πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστῇς μὲ ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι, κάνοντας ὅ,τι μπορεῖς μὲ ἐπιμονὴ καὶ καρτερία, χωρὶς νὰ χάνῃς τὸν καιρὸ καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ νὰ χάνῃς καὶ πολλοὺς καὶ μεγάλους μισθούς, ποὺ θέλει ὁ Θεὸς νὰ ἀποκτᾷς μὲ τὴν ἀφορμὴ ποὺ ἐπιτρέπει νὰ ἔρχεται.
____________________________________________________________________________
 118. Πολλὲς καὶ διάφορες εἶναι οἱ αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς σύμφωνα μὲ τὴν ἄβυσσο τῶν ἀκατάληπτων κριμάτων του, νὰ συμβαίνουν οἱ πειρασμοὶ τόσο στοὺς ἁμαρτωλούς, ὅσο καὶ στοὺς ἁγίους καὶ ἐναρέτους. Ὁ θεῖος Χρυσόστομος, στὴν ὁμιλία ποὺ κάνει στὸ ἀποστολικὸ ρητὸ «οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας», ἀπαριθμεῖ ἕνδεκα αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ πειράζωνται οἱ ἅγιοι. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἀναφέρει πολλὲς ἄλλες αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες πειράζονται οἱ ἄνθρωποι τόσο στὸν ε´ του λόγο, ὅσο καὶ στὸν μη´. Ἀναφέρει ὅμως ὁ ἴδιος στὸ μη´ λόγο γενικά, ὅτι «ὁ πειρασμὸς ὠφελεῖ κάθε ἄνθρωπο… οἱ ἀγωνιστὲς πειράζονται γιὰ νὰ προσθέσουν πλοῦτο στὸν πλοῦτο.
Οἱ χαῦνοι γιὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοὺς βλάπτουν, αὐτοὶ ποὺ κοιμοῦνται γιὰ νὰ ξυπνήσουν καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶναι μακριὰ γιὰ νὰ πλησιάσουν τὸν Θεό· οἱ δὲ φίλοι του γιὰ νὰ ἔχουν μεγαλύτερη παρρησία». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἄγος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στό με´ κεφάλαιο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἀφοῦ εἶπε ὅτι οἱ πειρασμοὶ ἔρχονται στοὺς δικαίους καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς κατὰ συγχώρεσι ἢ παραχώρησι ἢ ἀπὸ ἐγκατάλειψι οἰκονομικὴ καὶ πνευματική, στὸ τέλος συμπληρώνει: «Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅλα τὰ δυσάρεστα σὲ ὅσους τὰ δέχονται μὲ εὐχαρίστησι, ὁπωσδήποτε προξενοῦν ὠφέλεια».

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...