Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2013

Ο Μητροπολίτης Νέων Πατρών Χρύσανθος Δαλλαπόρτας ή Δελλαπόρτας


ПЕТЕРСБУРГ
Η προσωπικότητα και η δράση του μητροπολίτη Νέων Πατρών Χρυσάνθου παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, αφενός εξαιτίας των συγκεχυμένων και αντιφατικών πληροφοριών που σώζονται για το πρόσωπό του, καθ’ ον χρόνο βρισκόταν στο θρόνο της μητροπόλεως, και αφετέρου λόγω της εμπλοκής του στα πολιτικά δρώμενα της ρωσικής αυτοκρατορίας και των αινιγματικών ταξιδιών του σε χώρες της Μέσης και Άπω Ανατολής μετά το τέλος της αρχιερατείας του.
Καταρχάς για το βίο του μάς είναι γνωστό ότι καταγόταν από το Ληξούρι της Κεφαλληνίας, είχε γεννηθεί το 1741 και έφερε το κοσμικό όνομα Χαρίσιος ή Ευθύμιος (Gaudenzio) Δαλλαπόρτας ή Δελλαπόρτας[1]. Ο ίδιος ήταν λόγιος κληρικός και πολιτικός και είχε λάβει τη μόρφωσή του στην Κωνσταντινούπολη και την Πάτρα. Στο θρόνο της μητροπόλεως Νέων Πατρών (Πατραντζικίου-Υπάτης)[2] ανήλθε μετά το θάνατο του μητροπολίτη Γερασίμου[3], οπότε έλαβε το όνομα Χρύσανθος, αλλά στη μητρόπολη παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, επειδή κατά μια εκδοχή, ως φίλα προσκείμενος στους Ρώσους απειλήθηκε από τους Οθωμανούς με θάνατο και για το λόγο αυτό μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπέβαλε την παραίτησή του από το θρόνο[4].
Από κώδικα της μητροπόλεως Νέων Πατρών ωστόσο, συνταχθέντα από τον Άνθιμο, αρχιδιάκονο του μητροπολίτη Πολυκάρπου (1792-1819), πληροφορούμεθα ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Χρύσανθος παραιτήθηκε από το θρόνο της μητροπόλεως ήταν διαφορετικοί. Σύμφωνα με τον Άνθιμο, ο Χρύσανθος ήταν περιορισμένης μορφώσεως και υψηλής οιήσεως άνθρωπος και εξαιτίας του χαρακτήρα του ήγειρε ταραχές μεταξύ των τοπικών αρχών. Έστρεψε τους προύχοντες κατά του ηγέτη των χριστιανών Χατζή-Χρήστου Αναγνώστου Οικονόμου και, όταν τελικά οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν και ηττήθηκαν όσοι ήταν με το μέρος του Χρυσάνθου, ο ίδιος, για να γλυτώσει, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Παρόλο που του ζητήθηκε να επιστρέψει στην έδρα του, έμεινε εκεί δύο χρόνια και τελικά παραιτήθηκε από το θρόνο του οικεία βουλήσει[5]. Έπειτα απεστάλη από τον Πατριάρχη στο Άγιον Όρος ως έξαρχος, αλλά και από εκεί, για βιοποριστικούς λόγους, μετέβη στη Σμύρνη και όντας νους επιχειρηματικός και επιτήδειος κατέληξε στην Κριμαία, όπου κατόρθωσε να διακριθεί για την οξύνοια του πνεύματος και τις διοικητικές του ικανότητες. Έπεισε τους κατοίκους της περιοχής να ζητήσουν την προστασία της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Μεγάλης Αικατερίνης και παρουσιάστηκε στην ίδια ως επίτροπός τους, δηλώνοντας υποταγή, με συνέπεια να λάβει από εκείνη εξαιρετικές τιμές και αξιώματα[6].
Οι πληροφορίες αυτές για τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία στη Ρωσία δεν έχει καταστεί δυνατόν να επιβεβαιωθούν, αλλά, ενώ φαίνονται υπερβολικές, δεν είναι παντελώς αβάσιμες. Πράγματι ο ίδιος συνέχισε τις δραστηριότητές του μετά το τέλος της αρχιερατείας του και επιδόθηκε σε περιηγητικές αναζητήσεις σε πολλές χώρες της Μέσης και Άπω Ανατολής, καθώς και περιοχές της ρωσικής επικράτειας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από ρωσικές πηγές που έχουμε πλέον στη διάθεσή μας και ανασυνθέτουν την προσωπικότητα του μητροπολίτη και φωτίζουν περαιτέρω την εκεί σταδιοδρομία του[7].
Σύμφωνα με τις πηγές αυτές, ο Χρύσανθος, ο οποίος ήταν πρώην μητροπολίτης Νέων Πατρών, βρέθηκε στο Αστραχάν της Ρωσίας τη 13η Μαΐου του έτους 1795 και, όταν ρωτήθηκε από το Κονσιστόριο του Αστραχάν για την καταγωγή του, εκείνος εξήγησε ότι ήταν Έλληνας το γένος και καταγόταν από Βενετούς ευγενείς, ονομαζόταν Χρύσανθος, ήταν πρώην μητροπολίτης Νέων Πατρών, περιοχής που βρίσκεται κοντά στην Αθήνα, και το επώνυμό του ήταν Κονταρίνι. Είχε χειροτονηθεί μητροπολίτης στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1774[8] από τον πατριάρχη Σαμουήλ τον Χατζερή (β’ πατριαρχεία 17 Νοεμβρίου 1773-24 Δεκεμβρίου 1774), αλλά στην οικεία του επαρχία έδρα σε μόλις δέκα χρόνια (1774-1784), καθώς εξαιτίας καταπιέσεων από τον τοπικό πασά αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Τότε ο πατριάρχης Γαβριήλ Δ’ (1780-1785) τον απάλλαξε γενικώς από τα μητροπολιτικά του καθήκοντα και ο ίδιος έπειτα κατευθύνθηκε από φιλομάθεια σε μονές του Λιβάνου και της Συρίας. Από εκεί βρέθηκε στην πόλη Αλέπ[9] και έπειτα με κάποιους Άγγλους εμπόρους πέρασε διά του ποταμού Ευφράτη στον Περσικό Κόλπο, τη Μασκάτ[10] και τη Σαουδική Αραβία. Στη συνέχεια μετέβη στο Σουράτ στην Ινδία και κατόπιν από τη Βεγγάλη στο Θιβέτ, όπου, παραδόξως για έναν ορθόδοξο μητροπολίτη, του επετράπη η είσοδος στη Λάσα και η γνωριμία με τον ενδεκαετή Δαλάι Λάμα. Το αίτημά του ωστόσο να επισκεφθεί την Κίνα δεν έγινε δεκτό και έτσι μέσω του Κασμίρ ο Χρύσανθος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μετέβη στην Καμπούλ και το Μπαλχ στο Αφγανιστάν, την Μπουχάρα και τη Χίβα στο Ουζμπεκιστάν, για να καταλήξει τελικά από το Μανκισλάκ και την Κασπία Θάλασσα στο Αστραχάν, όπου εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, αφού πρώτα επισκεπτόταν τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη. Έχοντας όμως λάβει γνώση των ανωτέρω, ο επίσκοπος του Αστραχάν Πλάτωνας, και σε συνάρτηση μάλιστα με προηγούμενα συνοδικά διατάγματα (1785 και 1794), έκρινε ότι η παραμονή του Χρυσάνθου στη Ρωσία δεν σχετιζόταν με πνευματική υπόθεση και τον παρέπεμψε στην αρμόδια τοπική διοίκηση του Καυκάσου. Εκεί ο στρατηγός-διοικητής του Ριαζάν, Ταμπώφ και Καυκάσου κόμης Gudovich τον έστειλε με ανώτατη διαταγή στην Πετρούπολη, στη Λαύρα του Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, με εντολή να συνοδεύεται από το σημαιοφόρο Tadishchev, ο οποίος θα ήταν και διερμηνέας του κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, ενώ με νέο διάταγμα του έτους 1797 χορηγήθηκε στον Χρύσανθο άδεια παραμονής στην επαρχία του Εκατερινοσλάβ και ετήσιο επίδομα 500 ρουβλίων. Εν τέλει ένα έτος αργότερα ο Χρύσανθος μετέβη στη Θεοδοσία της Κριμαίας, όπου και εγκαταβίωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η παραμονή του στην Κριμαία κατά τις αρχές του 19ου αιώνα επιβεβαιώνεται μάλιστα και από μια ελληνική πηγή, την αλληλογραφία της ιεράς μονής Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, όπου αναφέρεται ότι ο Χρύσανθος, πρώην μητροπολίτης Νέων Πατρών, περί το έτος 1808 βρισκόταν στη Σεβαστούπολη[11].
map7
Πέραν των ανωτέρω στοιχείων όμως έχουμε στη διάθεσή μας, έστω και σε ρωσική μετάφραση, τις λεπτομερείς σημειώσεις που κράτησε ο ίδιος ο μητροπολίτης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιοδείας του στη Μέση και Άπω Ανατολή. Οι σημειώσεις αυτές απευθύνονται στον πρίγκιπα Πλάτωνα Αλεξάνδροβιτς Zubov, ευνοούμενο της Μεγάλης Αικατερίνης, προς ενημέρωση του νεώτερου αδελφού του κόμη Βαλεριανού Zubov ενόψει της εκστρατείας του τελευταίου στην Περσία το έτος 1796[12], ενώ σώζονται και άλλες σημειώσεις προς το ρώσο υπουργό Εμπορίου N. P. Rumyantsev[13]. Οι πρώτες φέρουν χαρακτήρα στρατιωτικού οδηγού και εστιάζονται στην περιγραφή της ιστορίας και της πολιτικής καταστάσεως των περιοχών που βρίσκονταν στα νώτα της ρωσικής αυτοκρατορίας από την Περσία έως και τις Ινδίες. Βρίθουν από πληροφορίες για τοποθεσίες στρατηγικού ενδιαφέροντος για τη Ρωσία και για τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων ντόπιων φυλών και εθνοτήτων, ενώ είναι σαφές ότι έχουν συνταχθεί ως μία μορφή αναγνωρίσεως εδάφους για την εξυπηρέτηση των ρωσικών πολιτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή[14].
Πιο αναλυτικά στις σημειώσεις αυτές ο Χρύσανθος προτείνει στον πρίγκιπα Zubov τη σύναψη συμμαχίας της Ρωσίας με την Περσία, βασίζοντας την πρότασή του αυτή αφενός στις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες που γνώρισε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στην περιοχή και αφετέρου στις παρατηρήσεις του πάνω στις διαμορφωθείσες σχέσεις μεταξύ των διαφόρων ντόπιων φυλών και εθνοτήτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η έκθεσή του ασχολείται κυρίως με την περιγραφή των περιοχών της Περσίας ως στρατηγικών σημείων για την πολιτική της Ρωσίας στην Ασία και παράλληλα την περιγραφή των φυλών που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή μαζί με τις εκτιμήσεις του για τις διαθέσεις τους έναντι της ρωσικής αυτοκρατορίας. Βάσει αυτών των στοιχείων οι Πέρσες, οι οποίοι ασφυκτιούσαν υπό την πίεση των Ουζμπέκων και των Αφγανών εξαιτίας της καταλήψεως από τους τελευταίους πολλών περσικών εδαφών, θα ήταν δυνατόν να αποτελέσουν ιδανικό σύμμαχο για τη ρωσική αυτοκρατορία, δεδομένου ότι η Ρωσία, παρουσιαζόμενη ως απελευθερώτρια δύναμη των εδαφών τους, θα αποκόμιζε πολλαπλά οφέλη, αφενός επειδή θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί και να αξιοποιήσει προς ίδιον όφελος τον ορυκτό πλούτο της περιοχής και αφετέρου θα καθίστατο εφικτό να χρησιμοποιήσει τα μέρη εκείνα ως ορμητήριο για την προώθησή της στα στρατηγικού ενδιαφέροντος ενδότερα της Ασίας. Συμφέρον σχέδιο, κατά το μητροπολίτη Χρύσανθο, θα ήταν η Ρωσία καταρχάς να χρησιμοποιήσει την πόλη Αστραμπάντ[15] ως ασφαλές καταφύγιο για τα στρατεύματά της και έπειτα το ενδιαφέρον της να στραφεί προς τη Χίβα[16], επειδή επρόκειτο για μια πόλη πλούσια σε φυσικούς πόρους, οι κάτοικοι της οποίας ήταν φίλα προσκείμενοι στη Ρωσία, δεδομένου μάλιστα ότι μεγάλο ποσοστό αυτών αποτελούνταν από Ρώσους αιχμαλώτους[17].
Αντίστοιχα με τους κατοίκους της Χίβα παρόμοια συμμαχία με τους Ρώσους, κατά τον Χρύσανθο, θα επιθυμούσαν και οι τοπικές φυλές του Μανγκισλάκ[18] που μεταξύ τους βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κατάλληλα από τη ρωσική διπλωματία παραμονές μιας επικείμενης ρωσικής πολεμικής επιχειρήσεως στην περιοχή, καθόσον το Μανγκισλάκ ήταν εξίσου πλούσιο σε μεταλλεύματα και κυρίως μαζί με το Αστραμπάντ αποτελούσε τη συντομότερη και ασφαλέστερη οδό για τη Χίβα[19].
Παράλληλα με αυτό το στρατηγικό σχέδιο η Ρωσία θα μπορούσε να στραφεί προς το χαγανάτο της Μπουχάρας, το οποίο αποτελούσε πρόσφορο και εξίσου πλούσιο σε ορυκτά και πολύτιμα μέταλλα έδαφος. Για το σκοπό αυτό ο Χρύσανθος συνεχίζει την περιγραφή του, παρουσιάζοντας με λεπτομέρειες στο ρώσο πρίγκιπα αρχικά το φυσικό κάλλος της περιοχής σε αντιδιαστολή με τα βάρβαρα έθη των κατοίκων της, και έπειτα προβαίνει σε λεπτομέρειες και ιστορικά στοιχεία σχετικά με τη διοίκηση του χαγανάτου και τη στρατιωτική του ισχύ. Εξαιρετικά ενδιαφέροντα και ενδεικτικά του ρόλου του μητροπολίτη Χρυσάνθου στην περιοχή είναι τα στοιχεία που παρέχονται αναφορικά με τις πολεμικές τακτικές των διαφόρων εθνοτήτων που κατοικούσαν στα εδάφη του χαγανάτου και κυρίως οι λεπτομέρειες για τα τρωτά τους σημεία στην άμυνα επιλεγμένων στρατηγικών στόχων, όπως για παράδειγμα το έως τότε απόρθητο φρούριο του Μπαλχ[20].
Κατ’ αντίστοιχο τρόπο ο Χρύσανθος περιγράφει στη συνέχεια τα εδάφη του σημερινού Αφγανιστάν, εστιάζοντας την προσοχή του ιδιαίτερα στη χαρτογράφηση της Καμπούλ, της πόλεως δηλαδή που ιστορικά αποτελούσε την έδρα του Αφγανού ηγεμόνα. Επιπλέον εκθέτει αναλυτικά τη σύνθεση και τις τακτικές του αφγανικού στρατού, σημειώνοντας με έμφαση τα ισχυρά και τα ευάλωτα σημεία του, ενώ προχωρεί ακόμα και σε υποθετικούς υπολογισμούς του μεγέθους των απαιτούμενων ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων για την υπερνίκησή του. Τέλος παρέχει πληροφορίες οικονομικής φύσεως για την περιοχή και περατώνει το κεφάλαιο για την Καμπούλ, παρέχοντας στοιχεία για την ποικιλόμορφη πληθυσμιακή σύνθεσή της[21].
Για τον επόμενο σταθμό του ταξιδιού του ο Χρύσανθος αρκείται κυρίως στην παράθεση των στρατιωτικών προτάσεων και προσωπικών εκτιμήσεων ενός άγγλου αξιωματούχου αναφορικά με τη δυνατότητα κατακτήσεως του Κασμίρ. Παράλληλα αναφέρεται στον πλούτο και το φυσικό κάλλος της περιοχής, την ιστορία και τους ανθρώπους της, ενώ δεν παραλείπει να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του σχετικά με τα ήθη και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των γηγενών κατοίκων. Αρκούμενος ωστόσο στις αναλυτικές περιγραφές του Κασμίρ από τους Άγγλους, που ήταν ήδη γνωστές στους ρώσους αξιωματούχους, ο μητροπολίτης Χρύσανθος προχωρεί σχεδόν αμέσως σε παρουσίαση του τελευταίου του σταθμού, της Σαμαρκάνδης, στην οποία αφιερώνει μόνο λίγες γραμμές. Ο μητροπολίτης ολοκληρώνει τις σημειώσεις του με γενικής φύσεως συμβουλές προς το ρώσο πρίγκιπα για το ενδεχόμενο νέας ανιχνευτικής ρωσικής αποστολής στην Ασία και τονίζει ιδιαίτερα τον τρόπο που αρμόζει να επιλεγούν οι νέοι ρώσοι απεσταλμένοι, ώστε να μην κινήσουν υποψίες ανάμεσα στους ντόπιους. Η ενδυμασία, η κόμμωση και η ιδιότητα, αλλά και η καταγωγή παράλληλα με τα ανόμοια προς τους ρώσους φυσικά χαρακτηριστικά τονίζονται ιδιαίτερα ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία των ρωσικών σχεδίων στην περιοχή[22].
Συνεπώς βάσει των σημειώσεων αυτών καθίσταται φανερό ότι ο ρόλος του Χρυσάνθου ήταν να περιγράψει ως αυτόπτης μάρτυρας, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια και πιστότητα, τα εδάφη, τα οποία θα μπορούσαν να καταστούν θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων της μεγάλης ρωσικής αυτοκρατορίας στους πολέμους που διεξήγαγε εκείνη την εποχή στο νότο με σκοπό τη μελλοντική προσάρτησή τους σε αυτήν. Η ανάληψη όμως ενός τέτοιου ρόλου από έναν έλληνα μητροπολίτη θα ήταν δυνατόν να σημαίνει ότι ο ίδιος δεν ενεργούσε αφ’ εαυτού, αλλά δρούσε βάσει επίσημων κρατικών εντολών και ως εκ τούτου βρισκόταν υπό την προστασία των ρωσικών αρχών. Επιπρόσθετα οι γενικής φύσεως συμβουλές προς το ρώσο πρίγκιπα στο τέλος των σημειώσεων για το ενδεδειγμένο παρουσιαστικό και την ιδανική συμπεριφορά των μελλοντικών απεσταλμένων της Ρωσίας στη συγκεκριμένη περιοχή, που θα είχαν αντίστοιχα με το μητροπολίτη καθήκοντα, αντικατοπτρίζουν τον ίδιο τον Χρύσανθο και θα μπορούσαν επίσης να εκληφθούν από τον αναγνώστη όχι μόνο ως αυτοδικαίωση του ίδιου για τη δράση του εκεί, αλλά και ερμηνεία της επιλογής του προσώπου του για το σκοπό αυτό από τη ρωσική κυβέρνηση. Επιπλέον η λεπτομερής περιγραφή ενδεδειγμένων στρατιωτικών στόχων και ο τονισμός γεωγραφικών σημείων στρατηγικού ενδιαφέροντος από το μητροπολίτη, καθώς και ο ιδιαίτερος ζήλος εκ μέρους του ως προς τον εκθειασμό του ασύγκριτου κάλλους των χωρών της Ασίας και του αμύθητου φυσικού τους πλούτου παράλληλα με την υποτίμηση των ηθών και της κουλτούρας των ντόπιων φυλών και λαών ενισχύουν την ανωτέρω άποψη. Φαίνεται ότι εκφραζόμενος με τον τρόπο αυτό σε πολλά σημεία των σημειώσεών του ο Χρύσανθος ουσιαστικά καλεί τη ρωσική αυτοκρατορία να επέμβει και να κυριαρχήσει με τον πολιτισμό της στα εδάφη που τα λυμαίνονται, σύμφωνα με τα λόγια του, βάρβαροι και απολίτιστοι λαοί. Τέλος η παράθεση από το μητροπολίτη στοιχείων στρατιωτικής και πολιτικής φύσεως για τις περιοχές που είχε επισκεφθεί και η παροχή λεπτομερειών εθνολογικού, κοινωνιολογικού και λαογραφικού χαρακτήρα, παράλληλα με την απόπειρα αποδόσεως του ακριβούς ιστορικού πλαισίου των εν λόγω περιοχών, αν και όχι πάντοτε επιτυχής, δηλώνουν ότι ο Χρύσανθος διέθετε, καθώς φαίνεται, και τις γνώσεις και τις ικανότητες, αλλά και την πείρα και τις διασυνδέσεις για μια τέτοια δύσκολη αποστολή. Εξάλλου οι σημειώσεις του έτους 1805 προς το ρώσο υπουργό Εμπορίου N. P. Rumyantsev που επικεντρώνονται στην περιγραφή των δυνατοτήτων της ρωσικής εμπορικής επεκτάσεως στην Άπω Ανατολή επιβεβαιώνουν τις παραπάνω παρατηρήσεις[23].
Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία και συνθέτοντας τις πληροφορίες γύρω από το πρόσωπο του μητροπολίτη Χρυσάνθου είναι δυνατόν συμπερασματικά να λεχθεί ότι ο μητροπολίτης Νέων Πατρών Χρύσανθος ήταν πράγματι πνεύμα ανήσυχο και φύση περιπετειώδης. Οι ιδιότητες αυτές του χαρακτήρα του ήταν αρκετές να γίνουν αφορμή, ώστε είτε να έρθει σε σύγκρουση με τις τοπικές αρχές και να αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη μητρόπολή του καταφεύγοντας στην Κωνσταντινούπολη, είτε να εγείρει την έχθρα των Οθωμανών, με συνέπεια και στις δύο περιπτώσεις να χάσει τελικά το θρόνο του. Ήταν επίσης τολμηρός και πολυμήχανος. Είχε την ικανότητα να επινοεί τρόπους κερδοφορίας και επιβίωσης σε αντίξοες συνθήκες, ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να εργαστεί μυστικά για τα συμφέροντα μιας ξένης αυτοκρατορίας ριψοκινδυνεύοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο τη ζωή του σε μέρη μακρινά και άγνωστα στα βάθη της Ασίας. Η ανάληψη εξάλλου μιας τόσο επικίνδυνης αποστολής για ένα μεμονωμένο πρόσωπο στις περιοχές εκείνες καθώς και η μετέπειτα εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα της Ρωσίας δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία ότι ο Χρύσανθος μετά την παραίτησή του από το θρόνο των Νέων Πατρών και για το υπόλοιπο της ζωής του εργάστηκε ως κατάσκοπος της μεγάλης ρωσικής αυτοκρατορίας. Πράγματι:
α) Οι πληροφορίες που συνέλεξε και κατέγραψε σε σημειώσεις ο μητροπολίτης Χρύσανθος είχαν ως σκοπό την αξιοποίησή τους από τις ρωσικές αρχές ενόψει των πολεμικών ρωσικών επιχειρήσεων στην Ασία, εφόσον γνωρίζουμε ότι παραδόθηκαν στον πρίγκιπα Πλάτωνα Αλεξάνδροβιτς Zubov, τον πανίσχυρο κατά την εποχή εκείνη ευνοούμενο της Αικατερίνης της Μεγάλης, προς ενημέρωση του νεώτερου αδελφού του κόμη Βαλεριανού Zubov πριν την εκστρατεία του τελευταίου στην Περσία το έτος 1796, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τελικά ο θάνατος της αυτοκράτειρας ανέτρεψε προς στιγμήν εκείνα τα πολεμικά σχέδια της Ρωσίας[24].
β) Το είδος των στοιχείων που συνέλεξε ο μητροπολίτης και ο τρόπος καταγραφής τους επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι ο Χρύσανθος είχε ως αποστολή τη συγκέντρωση αμιγώς στρατιωτικού ενδιαφέροντος πληροφοριών που θα διευκόλυναν τη μετάβαση των ρωσικών στρατευμάτων στην περιοχή για την τελική επικράτησή τους επί των τοπικών ηγεμόνων. Η ακριβής επιλογή και αναλυτική περιγραφή στρατηγικών σημείων και στόχων, ο υπολογισμός του απαιτούμενου χρόνου για την κατάληψη τους από τις ρωσικές δυνάμεις, καθώς και η επισήμανση των ευάλωτων και τρωτών σημείων των αντιπάλων δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας σχετικά με τον κατασκοπευτικό ρόλο του Χρυσάνθου στην περιοχή.
γ) Εξάλλου, όπως φαίνεται, για τη συλλογή των πληροφοριών αυτών ο Χρύσανθος είχε προηγουμένως έλθει σε συνεννόηση με τις ρωσικές αρχές και είχε λάβει άδεια να περιηγηθεί στα εδάφη της χώρας απρόσκοπτα, έχοντας επιπλέον λάβει μεγάλο χρηματικό ποσό για τη συντήρησή και την ασφάλειά του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Εάν τα ανωτέρω δεν είχαν προηγηθεί, θα ήταν αδύνατον για έναν πρώην έλληνα μητροπολίτη που είχε καταφύγει στη Μικρά Ασία για βιοποριστικούς λόγους να αναλάβει με δικά του μέσα ένα τόσο πολυέξοδο και περίπλοκο ταξίδι μόνο για λόγους περιέργειας και φιλομάθειας. Εξάλλου θα είχε καταστεί αδύνατη για εκείνον η πρόσβαση στις χώρες της Ασίας και της Άπω Ανατολής, εάν δεν είχε τίποτα ο ίδιος να προσφέρει στις τοπικές αρχές και σε άλλους παράγοντες των χωρών αυτών, για να επιτρέψουν την είσοδό του και να του εξασφαλίσουν την ομαλή περιήγησή του.
δ) Αδύνατη επιπρόσθετα θα ήταν η είσοδος ενός ορθόδοξου χριστιανού ιερωμένου στις χώρες εκείνες, εάν η ιδιότητά και ο σκοπός του ταξιδιού του, καθώς και η συνεργασία του με την εποφθαλμιούσα τα εδάφη τους ρωσική αυτοκρατορία γινόταν γνωστή. Είναι ενδεικτικό ότι ο Χρύσανθος δεν εισήλθε στη Μέση Ανατολή από τη Ρωσία, αλλά από την Κωνσταντινούπολη μετέβη αρχικά στο Λίβανο και στη Συρία, προφασιζόμενος επιθυμία να επισκεφτεί τις τοπικές μονές και έπειτα ξεκίνησε το καθεαυτό ταξίδι του προς την Περσία και την υπόλοιπη Ασία.
ε) Είναι επίσης ενδεικτικό ότι γύρω από την αποστολή του Χρυσάνθου επικρατούσε πλήρης μυστικότητα ακόμα και μέσα στη Ρωσία. Ούτε οι ρωσικές τοπικές αρχές δεν γνώριζαν επακριβώς το σκοπό της παρουσίας του Χρυσάνθου στη Ρωσία κατά την επιστροφή του από τις χώρες της Ασίας και, όταν τον οδήγησαν ενώπιον του Κονσιστορίου του Αστραχάν μετά το πέρας της αποστολής του, ο επίσκοπος του Αστραχάν Πλάτωνας, που ήταν ενήμερος, ομολόγησε ξεκάθαρα ότι η παραμονή του Χρυσάνθου στην περιοχή δεν σχετιζόταν με πνευματική υπόθεση, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μόνο οι ανώτατοι ρώσοι αξιωματούχοι γνώριζαν τη μυστική αποστολή του Χρυσάνθου. Για το λόγο αυτό έπειτα ο Χρύσανθος παραπέμφθηκε στην αρμόδια τοπική διοίκηση του Καυκάσου και από εκεί μεταφέρθηκε με ανώτατη διαταγή στην Πετρούπολη, όπου και διαλευκάνθηκε ο πραγματικός ρόλος του μητροπολίτη.
στ) Στην Πετρούπολη ο Χρύσανθος εγκαταστάθηκε στη Λαύρα του Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, μετέφρασε τις σημειώσεις στα ρωσικά, ίσως με τη βοήθεια του μόνιμου κατ΄ εντολή διερμηνέα του, ρώσου αξιωματικού Tadishchev, και έπειτα τις παρέδωσε στον πρίγκιπα Πλάτωνα Αλεξάνδροβιτς Zubov, περατώνοντας έτσι με επιτυχία την ανατεθείσα σε αυτόν αποστολή. Για το λόγο αυτό του χορηγήθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση τιμής ένεκεν ετήσιο επίδομα της τάξεως των 500 ρουβλίων και άδεια παραμονής στην επαρχία του Εκατερινοσλάβ. Φαίνεται συνεπώς ότι ο μητροπολίτης ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στη ρωσική αυτοκρατορία και κατέστη πράγματι, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, ενεργός παράγοντας των πολιτικών πραγμάτων της χώρας.
Εξάλλου δεν ήταν καθόλου σπάνιο κατά το 17ο αιώνα Έλληνες και κυρίως ιερωμένοι να χρησιμοποιούνται από το ρωσικό κράτος για την εξυπηρέτηση των πολιτικών του συμφερόντων[25]. Αυτοί παρουσιάζονταν ως περιηγητές ευγενούς καταγωγής[26]που ταξίδευαν με το προκάλυμμα της φιλομάθειας ή της περιέργειας[27], αλλά ουσιαστικά συνέλεγαν και παρείχαν πληροφορίες που διευκόλυναν την εξωτερική πολιτική της ρωσικής αυτοκρατορίας. Ορθόδοξοι ιερείς, που το παρουσιαστικό τους απείχε κατά πολύ από τα τυπικά φυσικά ρωσικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, για να μην κινούν υποψίες ανάμεσα στους ντόπιους, και μάλιστα Έλληνες που γίνονταν ευκολότερα δεκτοί από τους λαούς των περιοχών, στις οποίες ιστορικά είχε αφήσει τα ίχνη του ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν ενδεδειγμένοι για τέτοιου είδους αποστολές. Ορισμένοι από αυτούς μάλιστα ταξίδευαν μακριά από τη γενέτειρά τους και διέμεναν επί μακρόν στο εξωτερικό, προσφέροντας εκεί τις υπηρεσίες τους και καταλαμβάνοντας υψηλές θέσεις και σημαντικά οφφίκια άλλοτε από φιλοδοξία ή τυχοδιωκτισμό και άλλοτε έχοντας ως απώτερο σκοπό ένα ευγενή στόχο: την ευαισθητοποίηση των μεγάλων δυνάμεων και την εκμαίευση της αρωγής τους στην απελευθέρωση της υπόδουλης πατρίδας τους[28]. Μια τέτοια περίπτωση πρέπει να ήταν και αυτή του μητροπολίτη Νέων Πατρών Χρυσάνθου.

Σημειώσεις:
[1] Η ιστορική οικογένεια Δαλλαπόρτα ή Δελλαπόρτα (De Laporte) ήταν γαλλικής καταγωγής και εγκαταστάθηκε στην καθ’ ημάς Ανατολή μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους (1204). Βλ. Ἠ. Ἀ. Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα. Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ λαογραφίαν τῆς νήσου Κεφαλληνίας εἰς τόμους τρεῖς, Τόμος πρῶτος: Βιογραφικά. Οἴκων ἱστορίαι. Δημοσιεύματα, Τύποις Παρασκευᾶ Λεώνη, ἐν Ἀθήναις 1904, σ. 91 (στο εξής: Τσιτσέλη, Σύμμικτα).
[2] Για τους καταλόγους επισκόπων-μητροπολιτών της μητροπόλεως Νέων Πατρών πλήρη βιβλιογραφία βλ. Δ. Β. Γόνη, «Ἐγγραφα για μητροπολίτες τῶν Νέων Πατρῶν (τέλος 16ου αιώνα-1662)», ΕΕΘΣΠΑ ΛΒ΄ (1997) 359-360, υποσημ. 1.
[3] Η ακριβής χρονολογία ανόδου του Χρυσάνθου στο θρόνο της μητροπόλεως Νέων Πατρών δεν έχει σαφώς διαλευκανθεί, δεδομένου ότι το έτος 1782 που αναφέρεται από κάποιες ελληνικές μελέτες [Τσιτσέλη, Σύμμικτα, σ. 93, και Ἰ. Βελούδου, Ἑλλήνων ὀρθοδόξων ἀποικία ἐν Βενετία. Ἱστορικὸν ὑπόμνημα, Βενετία 18032, σ. 199 (στο εξής: Βελούδου, Ἑλλήνων ὀρθοδόξων ἀποικία)] δεν επιβεβαιώνεται από το υπόλοιπο ελληνικό και ξενόγλωσσο πηγαίο υλικό και τη λοιπή σχετική με το θέμα βιβλιογραφία, όπου η έναρξη της αρχιερατείας του είτε παραμένει μυστήριο [Βλ. Κ. Σάθα, «Ἀνέκδοτος Κώδηξ τῆς μητροπόλεως Νέων Πατρῶν», Ἀττικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ ἔτους 1869 ὑπὸ Εἰρηναίου Ἀσωπίου Γ΄ (1868) 204 (στο εξής: Σάθα, «Ἀνέκδοτος Κώδηξ»), Ν. Ι. Γιαννόπουλου, «Ἐπισκοπικοὶ κατάλογοι Θεσσαλίας», Θεολογία 14 (1936) 149 και M. Pignatorre - N. Pignattore, Memorie storiche e critiche dell’ isola di Cefalonia dai tempieroici alla caduta della Republica Veneta, τ. 2, Corfu 1889, σ. 232, στο εξής: Pignatorre,Memorie)], είτε τοποθετείται στο έτος 1774 (Βλ. Βασιλείου Γ. Ἀτέση, Ἐπισκοπικοὶ κατάλογοι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλᾶδος ἀπ΄ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, ἐν Ἀθήναις 1975, σ. 278 και Svetlana Gorshenina, Explorateurs en Asie centralVoyageurs et aventuriers deMarco Polo à Ella Maillart, Olizane 2003, σ. 149), συμφωνώντας με την επίσημη μαρτυρία του ίδιου του μητροπολίτη, όπως θα δούμε στη συνέχεια [Βλ. V. V. Grigor’ev, «Hrisanfa mitropolita novopatrasskago o stranah” Sredney Azii poseshchennyh’’ im’’ v 1790 godah» (Χρυσάνθου, μητροπολίτου Νέων Πατρών, Περί των χωρών της Μέσης Ανατολής επισκεφθεισών υπ’ αυτού τη δεκαετία του 1790),Chteniya v’’ imperatorskogo obshchestve istorii i drevnostey rossiyskih’’ pri moskovskom’’ universitete. Povremennoe izdanie 1 (1861) II (στο εξής: Grigor’ev, «O stranah’’»)].
[4] Τσιτσέλη, Σύμμικτα, σ. 93, και Βελούδου, Ἑλλήνων ὀρθοδόξων ἀποικία, σ. 199.
[5] Σάθα, «Ἀνέκδοτος Κώδηξ»σ. 204.
[6] Τσιτσέλη, Σύμμικτα, σ. 93, Pignatorre, Memorie, σσ. 232-233 και Βελούδου,Ἑλλήνων ὀρθοδόξων ἀποικία, σ. 199. Ας σημειωθεί ότι οι Έλληνες στην αυτοκρατορική Ρωσία εμφανίστηκαν το 15ο αιώνα μετά την άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς, αλλά μετά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774 και την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή οι μεταναστεύσεις των Ελλήνων στη Ρωσία αυξήθηκαν. Το 1778 έλαβε χώρα μαζική μετοίκηση των Ελλήνων από το χαγανάτο της Κριμαίας στην περιοχή βορείως της Αζοφικής Θάλασσας, οπότε και ιδρύθηκαν οι πόλεις Μαριούπολη και Εκατερινοσλάβ. Ιδιαίτερα τον Ιούλιο του 1778 οι χριστιανοί κάτοικοι του χαγανάτου της Κριμαίας, υπό την ηγεσία του μητροπολίτη Γοτθίας και Καφφά Ιγνατίου, ζήτησαν τη μετοικεσία τους στη Ρωσία. Το αίτημά τους εγκρίθηκε από την αυτοκράτειρα της Ρωσίας Μεγάλη Αικατερίνη και υπό την καθοδήγηση του τότε υποστράτηγου A. V. Suvorov ο χριστιανικός πληθυσμός του ισλαμικού χαγανάτου της Κριμαίας μετανάστευσε στην περιοχή βορείως της Αζοφικής Θάλασσας. Το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς την αυτοκρατορική Ρωσία ωστόσο πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια των πολέμων των ετών 1828-1829, 1853-1856 και 1877-1878. Ασθενέστερα ήταν τα κύματα μεταναστεύσεως μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, αλλά αυξήθηκαν και πάλι κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όλες οι μεταναστεύσεις είχαν ως κύρια αιτία την αφόρητη ζωή των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Βλ. Κ. Κ. Παπουλίδης, Ανατόλιος Μέλες (1722/23- ;). Η ζωή και το έργο του. Συμβολή στο Ελληνικό Σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 121-126. Για την ιστορία της εγκαταστάσεως των Ελλήνων στη Ρωσία γενικότερα βλ. Ι. Κ. Χασιώτης, Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και Εκτοπισμοί. Οργάνωση και Ιδεολογία, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997 και Κ. Κ. Παπουλίδης, «Η ελληνική διασπορά στη Ρωσία το 15ο με 17ο αιώνα», Αρχειογραφικά και ιστοριογραφικά της Ρωσίας, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 29-37. Αναφορικά με τα εκκλησιαστικά πράγματα της περιοχής γνωρίζουμε ότι από τα μέσα του 17ου αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρούσε στην Κριμαία δύο μητροπόλεις, της Γοτθίας και του Καφφά (Καφατιανής), οι οποίες ενώθηκαν το 1678. Ο έλληνας μητροπολίτης Γοτθίας και Καφφά Ιγνάτιος (κατά κόσμον Ιάκωβος Κωνσταντίου Κοζαδινός, Gozadinov ή Hozadinov), ο οποίος γεννήθηκε στην Κύθνο πιθανότατα το 1714, κατείχε τον τίτλο στην Κριμαία από το 1771. Τον ίδιο τίτλο διατήρησε και στην Αυτοκρατορική Ρωσία, όταν η μητρόπολη με τον ίδιο τίτλο παρέμεινε ως προσωποπαγής υπό τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας από το 1779 έως το 1784 ή 1786, έως δηλαδή το θάνατό του. Εν συνεχεία η μητρόπολη καταργήθηκε. Ο Ιγνάτιος τάφηκε στον καθεδρικό ναό της Μαριουπόλεως. Βλ. Κ. Κ. Παπουλίδης, Ανατόλιος Μέλες (1722/23- ;). Η ζωή και το έργο του. Συμβολή στο Ελληνικό Σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 122, υποσημ. 6.
[7] Βλ. Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 2-4 και A. I. Andreev, «Russkie pis’mа iz arhiva Svena Gedina v Stokgol’me» (Ρωσικές επιστολές από το αρχείο του Σβεν Γκέντιν στη Στοκχόλμη), Ariavarta 1 (1997) 43-45 (στο εξής: Andreev, «Russkie pis’mа»).
[8] Έχοντας υπόψη ότι η υπάρχουσα έως τώρα βιβλιογραφία παρέχει, όπως είδαμε, αντιφατικές πληροφορίες ως προς το χρόνο ανόδου του Χρυσάνθου στο μητροπολιτικό θρόνο των Νέων Πατρών, η προσωπική μαρτυρία του ίδιου του μητροπολίτη έχει βαρύνουσα σημασία, καθώς επρόκειτο για επίσημη κατάθεση ενώπιον των ρωσικών αρχών. Πέραν τούτου η σαφής μνεία του ονόματος του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σαμουήλ (β’ πατριαρχεία 1773-1774) ενισχύει την άποψη ότι ο Χρύσανθος ανήλθε στο μητροπολιτικό θρόνο πράγματι το 1774 και όχι το 1782, όταν δηλαδή στον οικουμενικό θρόνο βρισκόταν πλέον ο Γαβριήλ Δ’ (1780-1785).
[9] Πρόκειται για το Χαλέπι της Συρίας.
[10] Πρόκειται για την πόλη Μουσκάτ στο Ομάν.
[11] Βλ. Στ. Α. Παπαδόπουλου-Χρ. Φλωρέντη, Κείμενα για την τεχνική και την τέχνη.Νεοελληνικό αρχείο Ι. Μονής Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου, εκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1990, σσ. 208-210.
[12] Isabel’ de Madariaga, Ekaterina Velikaya i ee epoha (Η μεγάλη Αικατερίνη και η εποχή της), εκδ. Omega, Moskva 2006, σσ. 285 και 339.
[13] Andreev, «Russkie pis’mа», σσ. 43-45.
[14] Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 1-28.
[15] Πρόκειται για το σημερινό Γκοργκάν που βρίσκεται στο βορειοδυτικό Ιράν.
[16] Πόλη στο σημερινό Ουζμπεκιστάν.
[17] Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 5-6.
[18] Χερσόνησος στο σημερινό Καζαχστάν.
[19] Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 6-7.
[20] Πρόκειται για την αρχαία πόλη Βάκτρα στα βόρεια του Αφγανιστάν. Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 7-10.
[21] Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 10-12.
[22] Grigor’ev, «O stranah’’», σσ. 12-14.
[23] Andreev, «Russkie pis’mа», σσ. 44-45.
[24] Isabel’ de Madariaga, Ekaterina Velikaya i ee epoha (Η μεγάλη Αικατερίνη και η εποχή της), εκδ. Omega, Moskva 2006, σ. 339.
[25] Κ. Παπουλίδης, Ανατόλιος Μέλες (1722/23- ;). Η ζωή και το έργο του. Συμβολή στο Ελληνικό Σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003.
[26] Δεν είναι τυχαίο ότι το επίθετο του Χρυσάνθου που παραδίδεται από τις ρωσικές πηγές είναι Κονταρίνι, το οποίο παραπέμπει στη γνωστή οικογένεια των ευγενών της Βενετίας. Αν και δεν έχει καταστεί δυνατόν να επιβεβαιωθεί, εάν ο Χρύσανθος, Έλληνας το γένος, είλκε την καταγωγή του από το γνωστό οίκο Κονταρίνι, δεδομένου ότι οι ελληνικές πηγές τον αναφέρουν μόνο ως Δαλλαπόρτα ή Δελλαπόρτα, είναι ενδιαφέρον ότι κάποιο άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, ο Αμβρόσιος Κονταρίνι, ταξίδεψε στα ίδια μέρη που επισκέφτηκε ο μητροπολίτης Χρύσανθος περίπου τρεις αιώνες νωρίτερα με διπλωματική αποστολή προς τον Ουζούν Χασάν και έμεινε γνωστός για τις σημειώσεις που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του αυτού. Βλ. Jo. Barbaro–A. Contarini, Travels to Tana and Persia. A narrative of Italian Travels in Persia in the 15th and 16th Centuries, μτφρ. W. Thomas– S. A. Roy, [Hakluyt Society 49], εκδ. Burt Franklin, Νέα Υόρκη 1963.
[27] Y. Slezkine, «Naturalists Versus Nations: Eighteenth-Century Russian Scholars Confront Ethnic Diversity», Representations 47 (1994) 170-195.
[28] Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου προσώπου αποτελεί ο ιερομόναχος Σεραφείμ ο Μυτιληναίος. Βλ. Κ. Παπουλίδης, Το πολιτικό και θρησκευτικό κίνημα του Ιεροεθνισμού και οι πρωτοπόροι του: Σεραφείμ ο Μυτιληναίος (ci. 1667- ci. 1735), εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2008.

Πηγή: Ειρήνη Κασάπη, «Ο μητροπολίτης Νέων Πατρών Χρύσανθος Δαλλαπόρτας ή Δελλαπόρτας», Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Υπάτη στην εκκλησιαστική ιστορία, την εκκλησιαστική τέχνη και τον ελλαδικό μοναχισμό», Αθήναι 2011, σσ. 223-234.

Όλος ο Χριστός σε κάθε πιστό!


Μυστήριο μυστηρίων!
Π
ώς υπό τα είδη του άρτου και του οίνου είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού;
Πώς γίνεται η υπερφυσική μεταβολή;
Πώς είναι παρών αοράτως ο Χριστός και αυτός προσφέρει τη θυσία της θείας Ευχαριστίας;
Όλα αυτά, παρά τις προσπάθειές μας να τα καταλάβουμε, παραμένουν απρόσιτα και ανεξήγητα. Μυστήρια!
Υπάρχουν όμως και άλλα αξιοπρόσεκτα στοιχεία της σχετικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας, που φανερώνουν ότι ενώπιόν μας έχουμε μυστήριο τρισμέγιστο και φοβερό. Προσερχόμαστε να κοινωνήσουνε τα άχραντα μυστήρια μυριάδες πιστοί διαμέσου των αιώνων, στα πολυπληθή θυσιαστήρια των ιερών ναών μας που βρίσκονταν επάνω σ’ όλο το πρόσωπο της γης. Και ο καθένας μας παίρνει με βαθιά ευλάβεια στο στόμα του ένα μόνο μαργαρίτη, όπως τον ονομάζουμε, ένα μικρό τεμάχιο του καθαγιασμένου άρτου, και μια μικρή ποσότητα, μια μόνο ίσως σταγόνα του καθαγιασμένου οίνου. Μεταλαμβάνουμε δηλαδή ένα ελάχιστο τμήμα των καθαγιασμένων ειδών. Και πιστεύουμε ότι, μεταλαμβάνοντας αυτό το ελάχιστο τμήμα, κοινωνούμε ολόκληρο τον Χριστό. Διότι τέμνεται και διαιρείται το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλά η τομή και η διαίρεση γίνεται μόνο στα είδη του άρτου και του οίνου υπό τα οποία έχουμε το άχραντο σώμα και το τίμιο αίμα. Το σώμα όμως και το αίμα του Κυρίου «καθ’ ευατά» παραμένουν «άτμητα πάντη και αδιαίρετα», και ως εκ τούτου σε κάθε μέρος και τμήμα των καθαγιασμένων ειδών δεν είναι μέρος του σώματος και του αίματος του Κυρίου, αλλά όλος ο δεσπότης Χριστός.
Τι σημαίνουν αυτά; Ότι και εγώ και εσύ και ο άλλος και ο άλλος, και όλοι, όλοι οι χριστιανοί, από τα πρώτα χρόνια της ζωής της Εκκλησίας μας μέχρι σήμερα και μέχρι το τέλος των αιώνων, ολόκληρο τον Χριστό κοινωνούμε. Και αυτό γίνεται χωρίς ο Χριστός να χωρίζεται σε πολλούς, αλλά παραμένοντας πάντοτε ένας!
Δεν είναι θαύμα αυτό; Δεν είναι μέγα μυστήριο; Πώς είναι δυνατόν, ρωτά ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, το ένα εκείνο σώμα, σ’ όλη την οικουμένη να χωρίζεται πάντοτε για τόσες μυριάδες των πιστών που το κοινωνούν, και το κάθε μικρό τεμάχιό του να ανήκει ολόκληρο στον καθένα και συγχρόνως να μένει το ίδιο ολόκληρο; «Όλον εν εκάστω δια του μέρους γενέσθαι και αυτό μένειν εφ’ εαυτού όλον»;
Κατατεμαχίζεται για τον καθένα, διδάσκει και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, και αγιάζει την ψυχή και το σώμα καθενός ο Χριστός «δια της ιδίας σαρκός», με το άχραντο σώμα Του, και, χωρίς να χωρίζεται, υπάρχει ολόκληρος σ’ όλους, ενώ είναι ένας παντού, «ολοκλήρως και αμερίστως εν όλοις εστίν εις υπάρχων πανταχή»!
Γι’ αυτό και ο λειτουργός κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας, κατά την οποία επάνω στο άγιο Δισκάριο τεμαχίζει τον «αμνό», το τμήμα δηλαδή του προσφόρου που έχει επάνω του τα γράμματα ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, και το οποίο έχει ήδη καθαγιασθεί και μεταβληθεί στο σώμα του Χριστού, λέξει τα εξής λόγια: «Μελίζεται καὶ διαμερίζεται ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».
Δηλαδή, τεμαχίζεται και διαχωρίζεται ο αμνός του Θεού, αυτός που, ενώ τεμαχίζεται, δεν διαιρείται, αυτός που πάντοτε τον τρώγουμε, όμως ποτέ δεν δαπανάται, δεν τελειώνει, αλλά αγιάζει αυτούς που τον μεταλαμβάνουν.
Έγιναν κάποιες προσπάθειες από μερικούς να εξηγήσουν με παραδείγματα την ταυτόχρονη παρουσία ολόκληρου του Χριστού σε κάθε τεμάχιο του θείου σώματος. Είπαν λοιπόν ότι, όταν ένας καθρέπτης σπάσει σε πολλά κομμάτια, στο κάθε κομμάτι του μπορεί να απεικονίζεται η μορφή ενός ανθρώπου, η ίδια που απεικονιζόταν στον καθρέπτη πριν αυτός σπάσει. Στα πολλά θραύσματα πολλαπλασιάζεται η ίδια μορφή, χωρίς να αλλοιώνεται. Μια σφραγίδα μπορεί να αφήνει τα ίδια αποτυπώματα σε διάφορα έγγραφα, χωρίς η ίδια να ελαττώνεται ή να υφίσταται κάποια αλλαγή, έστω και αν τα έγγραφα είναι πολλά. Τη φωνή κάποιου που μιλά μπορούν να την ακούν με τον ίδιο τρόπο πολλοί ακροατές, χωρίς η φωνή του να διαιρείται στον καθένα, αλλά παραμένοντας ολόκληρη, όσο και αν είναι το πλήθος αυτών που την ακούν.
Στα παραδείγματα όμως αυτά δεν γίνεται κάτι παρόμοιο μ’ αυτό που έχουμε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Στα θραύσματα του καθρέπτη έχουμε πολλές φορές την εικόνα αυτού που καθρεπτίζεται, όχι όμως ουσιαστικά και πραγματικά το ίδιο το πρόσωπό του. Σε πολλά έγγραφα μπορούν να υπάρχουν τα αποτυπώματα μιας σφραγίδας, έχουμε δηλαδή αυτό που ενεργεί επάνω τους η σφραγίδα, αλλά όχι την ίδια τη σφραγίδα. Και όταν όλοι ακούμε την ίδια φωνή κάποιου που μας μιλά, τη φωνή του δεχόμαστε ο καθένας, την ενέργεια που εκπέμπει ο ομιλητής και όχι τον ίδιο τον ομιλητή. Στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, όμως, δεν έχουμε απλώς την ενέργεια και τη χάρη του Κυρίου, αλλά τον ίδιο τον Κύριο «πραγματικώς και ουσιωδώς παρόντα». Και όσοι συμμετέχουμε στο μυστήριο αυτό, όλοι τον ίδιο τον Χριστό κοινωνούμε, όλοι ολόκληρο τον Χριστό, χωρίς αυτός να διαιρείται και χωρίς να δαπανάται. Και αυτό είναι ένα μοναδικό θαύμα, είναι τρισμέγιστο μυστήριο, και τίποτε παρόμοιο ή ανάλογό του δεν μπορούμε ποτέ και πουθενά να συναντήσουμε.
Παρά τα παραδείγματα λοιπόν που κατά καιρούς προτείνονται, με τα οποία προσπαθεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει σ’ ένα βαθμό το μυστήριο, το συμπέρασμα, όπως το διατυπώνει ο αείμνηστος καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, είναι ότι «το μυστήριον παραμένει πάντοτε μυστήριον πιστευτέον μάλλον και μετ’ ευλαβείας προσκυνούμενον παρα ερευνώμενον και υπό της ευολίσθου και ασθενούς του ανθρώπου διανοίας πολυπραγμονούμενον».

Απόσπασμα από το βιβλίο “Το μυστήριο της κοινωνίας του Θεού”
του Αρχιμ. Αστέριου Σ. Χατζηνικολάου

Οι καρποί της Θείας Κοινωνίας



Εάν ο πιστός συμμετέχει στην θεία Κοινωνία με την κατάλληλη προετοιμασία, με καθαρή εξομολόγηση, με νηστεία, με αγάπη προς τους αδελφούς, με πίστη και φόβο Θεού, τότε η συμμετοχή του είναι καρποφόρος πνευματικά. Ο άνθρωπος ενούται με τον Χριστό, ενούται με τους εν Χριστώ αδελφούς του. Δια της θείας Κοινωνίας ο πιστός γίνεται «σύσσωμος και σύναιμος» του Χριστού. Ο ίδιος ο Χριστός, όταν για πρώτη φορά μίλησε για το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, είπε: Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ.
Με την θεία Κοινωνία γινόμαστε ένα κράμα με το πανάγιον Αίμα του Χριστού, γινόμαστε ένα φύραμα με το πανάγιο Σώμα Του. «Δέχεσαι μέσα σου τον Χριστό, λέει ο ιερός Χρυσόστομος, αναμιγνύεσαι με το άγιο Σώμα Του, αναφύρεσαι με το Σώμα του Κυρίου που βρίσκεται στον ουρανό». Η αγάπη του Χριστού για μας, λέει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν αρκέστηκε στο γεγονός της σαρκώσεως, στα άχραντα πάθη και στην ταφή. Προχώρησε στην προσφορά της θείας Κοινωνίας: «Δεν ήρκεσε στον Χριστό το να γίνει άνθρωπος, να ραπισθεί και να σφαγεί για μας, αλλά και συμφύρει τον εαυτό Του με μας. Και όχι μόνο με την πίστη, αλλά και στην πραγματικότητα μας κάνει σώμα δικό Του… Σκέψου ποιας τιμής αξιώθηκες! Ποια τράπεζα απολαμβάνεις! Αυτό το οποίο οι άγιοι Άγγελοι όταν το βλέπουν φρίττουν και δεν τολμούν να το κοιτάξουν χωρίς δέος, εξαιτίας της λάμψεως που εκπέμπεται από εκεί, με αυτό εμείς τρεφόμαστε, με αυτό συμφυρόμαστε και έχουμε γίνει ένα σώμα Χριστού και μία σάρκα. Τις λαλήσει τας δυναστείας Κυρίου, ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις Αυτού;».
Σε άλλη πάλιν ομιλία του ο θεοφώτιστος Χρυσόστομος, τοποθετεί στο στόμα του Κυρίου τούτα τα λόγια: «Για σένα, άνθρωπε, εμπτύστηκα, ραπίστηκα, κενώθηκα από την δόξα, άφησα τον Πατέρα και ήλθα σε σένα που με μισείς και με αποστρέφεσαι και δεν θέλεις ούτε το όνομα μου να ακούσεις. Έτρεξα προς εσένα και σε κατεδίωξα, για να σε κάμω δικό μου. Σε ένωσα και σε συνέδεσα με τον εαυτό μου. Σου είπα: Φάγε το Σώμα μου και πιες το Αίμα μου. Και στον ουρανό σε έχω και κάτω στην γη είμαι ενωμένος μαζί σου… Όχι απλώς συνδέομαι μαζί σου, αλλά συμπλέκομαι, τρώγομαι, λεπτύνομαι λίγο-λίγο, για να γίνει μεγαλύτερη η ανάμειξη, η συμπλοκή και η ένωση. Γιατί εκείνα που ενώνονται διατηρούν τα όρια τους, εγώ όμως συνυφαίνομαι μαζί σου. Δεν θέλω δηλαδή να υπάρχει κάτι ανάμεσα μας. Θέλω να είναι ένα τα δύο, Εγώ και συ».Ανάμεσα στον Χριστό και στον πιστό που άξια κοινωνεί δεν παρεμβάλλεται πλέον τίποτε. Όλα λιώσανε μέσα στην φωτιά της αγάπης Του. «Ημείς και ο Χριστός εν εσμέν», λέει ο θεοφόρος Χρυσόστομος. Τόσο τολμηρά μόνον ένας Άγιος μπορεί να μιλήσει. Και πράγματι έτσι μίλησαν οι Άγιοι: Μέλη Χριστού γινόμεθα, μέλη Χριστός ημών δε και χειρ Χριστός και πους Χριστός εμού του παναθλίου και χειρ Χριστού και πους Χριστού ο άθλιος εγώ δε… Τις η άμετρος ευσπλαχνία σου Σώτερ;
Με την συμμετοχή μας στην θεία Κοινωνία ενούμεθα με τους αδελφούς μας και όλοι μαζί οικοδομούμε το Σώμα του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: Ότι είς άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν. Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν. Και ο άγιος Ιωάννης παρατηρεί ότι όπως ο άγιος Άρτος που κοινωνούμε είναι Σώμα Χριστού, έτσι και όσοι κοινωνούμε γινόμαστε Σώμα Χριστού. «Όχι πολλά σώματα, άλλα ένα σώμα. Διότι όπως ο άρτος, ενώ αποτελείται από πολλούς κόκκους, είναι ένας, ώστε πουθενά να μην φαίνονται οι κόκκοι, ενώ υπάρχουν,… έτσι ενούμεθα και μεταξύ μας και με τον Χριστό. Διότι δεν τρέφεσαι από άλλο σώμα εσύ και από άλλο εκείνος, αλλά όλοι από το ίδιο σώμα τρεφόμαστε. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος προσέθεσε Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετεχομεν».
Με το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος γίναμε, κατά Χάριν, παιδιά του Θεού και μέλη της αγίας οικογενείας Του, της Εκκλησίας. Με την θεία Κοινωνία τρεφόμαστε με το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Ο Χριστός, λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «αναμειγνύει τον εαυτόν Του με τον καθένα από τους πιστούς δια των αγίων Μυστηρίων, δηλαδή δια της θείας Κοινωνίας. Και εκείνους που γέννησε ο Χριστός δια του αγίου Βαπτίσματος τους τρέφει με τον εαυτόν Του». Δημιουργείται έτσι μεταξύ των πιστών ένας δεσμός πνευματικός, δεσμός αγάπης αληθινής. Αυτή η αγάπη πρέπει πάντα να διακρίνει τους πιστούς στις σχέσεις τους. Λέει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος: «Εγίναμε κοινωνοί της πνευματικής Τραπέζης. Ας γίνουμε κοινωνοί και της πνευματικής αγάπης. Διότι αν ληστές μοιράζοντας τα λάφυρα τους ξεχνούν τους ληστρικούς τρόπους τους, ποια δικαιολογία θα έχουμε εμείς που συνεχώς κοινωνούμε του αγίου Σώματος του Κυρίου και δεν μιμούμεθα ούτε των ληστών την ημερότητα; Αν και σε πολλούς ανθρώπους όχι μόνον η συμμετοχή στην κοινή τράπεζα, αλλά και το ότι κατάγονται από την ίδια πόλη, υπήρξε αρκετό για να συνάψουν φιλία. Εμείς όμως οι πιστοί όταν έχουμε την ίδια πόλη και το ίδιο σπίτι και την ίδια τράπεζα και οδό και θύρα και ρίζα και ζωή και κεφαλή και τον αυτό ποιμένα και βασιλέα και διδάσκαλο και κριτή και δημιουργό και πατέρα και όταν όλα τα έχουμε κοινά, ποιας συγχωρήσεως θα ήταν δυνατόν να τύχουμε, εάν διαιρούμεθα ο ένας από τον άλλο;». Για τους πιστούς που κοινωνούν το άγιο Σώμα του Χριστού τα πάντα τους ενώνουν, επειδή τους ενώνει ο Χριστός. Η αγία μας Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ο Ναός είναι ο πατρικός μας Οίκος. Όσοι έρχονται στην θεία Λειτουργία είναι αδελφοί μας εν Χριστώ και η αγάπη πρέπει να υπάρχει πάντα ανάμεσα μας. Εάν ο Χριστός δίνει για μας το πανάγιο Σώμα Του, οφείλουμε και μείς από καρδίας να αγαπούμε τους αδελφούς μας και να τους βοηθούμε σε κάθε τους ανάγκη. Σ’ εκείνους που παρέβλεπαν τους πεινώντας αδελφούς, ο ιερός Χρυσόστομος απηύθυνε τούτα τα λόγια: «Ο Χριστός έδωσε εξίσου σε όλους το άγιο Σώμα Του και συ ούτε κοινό ψωμί δεν δίνεις ελεημοσύνη εξίσου σε όλους;». Αυτό είναι πράξη ανάξια για όσους κοινωνούν τον Χριστό.Η θεία Λειτουργία είναι η φανέρωση του μυστηρίου της Εκκλησίας. Η κοινωνία των πιστών είμαστε ο ευλογημένος λαός του Θεού, ενωμένοι μέσα στην αγάπη του Χριστού. « Ένα είμαστε όλοι και μεταξύ μας και εν Χριστώ. Διότι ο Χριστός είναι ο σύνδεσμος της ενότητας, επειδή είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος», γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Δια της σαρκώσεως Του ο Χριστός «εκκλησίας σάρκα ανέλαβε» και «ήρθε στο δικό της σπίτι. Την βρήκε λερωμένη, λιγδωμένη, γυμνή, βουτηγμένη στα αίματα και την έλουσε (με το Βάπτισμα), την άλειψε με αρώματα (με το Χρίσμα), την έθρεψε (με την θεία Κοινωνία) και την έντυσε ιμάτιο που όμοιο του δεν είναι δυνατόν να βρεθεί: Αυτός ο Ίδιος έγινε στολή της και την πήρε από το χέρι και την ανεβάζει στα ύψη». Την οδηγεί στην ουράνιο Βασιλεία όπου ιερουργείται η θεία Λειτουργία.

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος: Στον κόσμο μέσα θα δοκιμάσετε θλίψη, αλλά μην απελπίζεστε!


Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός ευεργέτησε την ανθρωπότητα, και ιδιαιτέρως τους συμπατριώτες του Ιουδάιους, με ποικίλες και πολύτροπες ευεργεσίες. Όμως έλαβε ως αμοιβή από τους ευεργετηθέντες ονειδισμούς, εμπτυσμούς, κολαφισμούς, μαστιγώσεις, καταφρονήσεις΄ δέχτηκε στο κεφάλι του ένα  στεφάνι πλεγμένο με αγκάθια, ποτίστηκε ξίδι και χολή και στο τέλος καταδικάστηκε με το σταυρικό θάνατο, το θάνατο της πιο μεγάλης ντροπής. 
Αλλά και στους Μαθητές του λίγο πρίν από το σταυρικό του θάνατο  είπε:  Άν καταδίωξαν εμένα, και σας θα κυνηγήσουν.  Άν ετήρησαν το λόγο μου, και το δικό σας λόγο θα σεβαστούν και θα τηρήσουν… Επειδή δεν είστε ένα  κομμάτι απο τον αμαρτωλό κόσμο,  θα σας μισήσει ο κόσμος ο  αμαρτωλός.
Στον κόσμο μέσα θα δοκιμάσετε θλίψη, αλλά μην απελπίζεστε η θλίψη θα μεταβληθεί σε χαρά και αυτή τη χαρά κανείς δεν θα μπορεί να σας την αφαιρέσει, γιατί θα είναι διαρκής, παντοτινή.
 Λοιπόν μη λυπηθείτε. Μάλλον να χαρείτε, διότι με το που σας καταφρόνησαν οι άνθρωποι που ευεργετήσατε, περισσότερο σας τίμησαν. Σας ανέδειξαν συναθλητή και συναγωνιστή όλων εκείνων των μεγάλων και επιφανών ανδρών, που έπαθαν για την αγάπη, την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την καλοκαγαθία και που  ο Κύριος τους εμακάρισε λέγοντας:  Μακάριοι θα είστε, όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι και σας ονειδίσουν και σας καταδιώξουν. Να χαίρεστε τότε, γιατί  ο μισθός που θα πάρετε στους ουρανούς θα είναι μεγάλος.
Ο Κύριος,  σαν ήταν κρεμασμένος επάνω στο Σταυρό, προσευχόταν για τους σταυρωτές του κι έλεγε : «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσοι», που θα πει «Πατέρα, συγχώρεσε τους, γιατί δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν». Όπως ο Κύριος, έτσι και οι περισσότεροι Άγιοι και μεγάλοι σοφοί και σπουδαίοι άνθρωποι, προσεύχονταν για τους εχθρούς, για κείνους που τους μισήσαν και τους αδικούσαν. Αυτούς να μιμηθούμε κι εμείς, για να έχουμε μεγάλο μισθό στους ουρανούς.
Διδαχές πατρικές και Θαυμαστά γεγονότα 
του Γέροντος ΦΙΛΟΘΕΟΥ Ζερβάκου (1884-1980)

Σε ποιον οφείλουμε τις προφητείες του Πατροκοσμά;


προφητείες του Πατροκοσμά;

Από μικρό παιδάκι μου έμεινε αυτή η εικόνα που είχε ο μακαριστός Αυγουστίνος Καντιώτης στην κεντρική Εκκλησία του χωριού μου και σε όλες τις Εκκλησίες της Μητρόπολής του 
Σε ποιον οφείλουμε την πιο αξιόπιστη συλλογή προφητειών του Πατροκοσμά;
Μα στον μέγα Αυγουστίνο Καντιώτη!
Ιδού κάποια σχετικά άρθρα του :

Ομιλίες του μακαριστού μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ στο σπουδαίο και πλούσιο σε ομιλίες ιστότοπο "ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ" ο οποίος ήταν κι από τους σκαπανείς της εμφάνισης της ορθοδοξίας στο διαδίκτυο. 

Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανός


Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.). Ἀπὸ μικρὸς ποθοῦσε τὸν βίο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἡσυχίας. Σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν ἀποσύρθηκε στὸ ὄρος τοῦ Κιβωτοῦ καὶ ζοῦσε ἐκεῖ ἀσκούμενος στὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία. Κάποια γυναίκα ἁμαρτωλὴ ἐμφανίστηκε μὲ δολιότητα στὴ θύρα τοῦ κελιοῦ τοῦ Ἁγίου καὶ παρακαλοῦσε νὰ τὴν δεχθεῖ γιὰ διανυκτέρευση μέσα στὸ κελί, διότι ἔχασε, ὅπως ἔλεγε, τὸ δρόμο καὶ κινδύνευε νὰ κατασπαραχθεῖ ἀπὸ τὰ θηρία κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας.
Ὁ Ἅγιος ἐνεργώντας μὲ φιλανθρωπία τὴν φιλοξένησε στὸ ἐξωτερικὸ μέρος τοῦ ἐρημητηρίου του. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ὅμως ἀπέβαλε τὸ προσωπεῖο καὶ ποικιλοτρόπως προκαλοῦσε τὸν Ἅγιο. Ὁ γενναῖος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητὴς πρὸς κατανίκηση τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας, ἄναψε φωτιὰ καὶ ἔριξε τὸν ἑαυτό του ἐντὸς αὐτῆς. Μόλις ἡ γυναίκα εἶδε αὐτό, τὰ μάτια τοῦ πνεύματός της ποὺ ἔβλεπαν μόνο τὴν διαφθορά, ἀνέβλεψαν γιὰ πρώτη φορά. Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα μετανόησε καὶ ἀφοῦ ἔφυγε ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Παύλα καὶ σώθηκε ζώντας ὁσιακὰ στὴ Βηθλεέμ.
Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανὸς ἀναχώρησε ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο καὶ μετέβη σὲ ὕφαλο, μέσα στὴν θάλασσα, ἀσκούμενος ἐκεῖ ἐπὶ δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἐπειδὴ ἔφθασε στὸν ὕφαλο μία γυναίκα ναυαγός, ὁ Ὅσιος ἀπέφυγε τὸν πειρασμὸ καὶ ἀσκούμενος περιπλανιόταν σὲ διαφόρους τόπους. Ἔτσι ἔφθασε στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ βαθιὰ γεράματα περὶ τὰ τέλη τοῦ 5ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. Ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως καὶ τὸ λαό.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ὁσίου ἐτελεῖτο στὸ Ἀποστολεῖο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τὴν φλόγα τῶν πειρασμῶν, δακρύων τοῖς ὀχετοῖς, ἐναπέσβεσας μακάριε, καὶ τῆς θαλάσσης τὰ κύματα, καὶ τῶν θηρῶν τὰ ὁρμήματα, χαλινώσας, ἐκραύγαζες· Δεδοξασμένος εἶ Παντοδύναμε, πυρὸς καὶ ζάλης ὁ σώσας με

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀσκητήν, τῆς εὐσεβείας δόκιμον, καὶ ἀθλητήν, τῇ προαιρέσει τίμιον, καὶ ἐρήμου καρτερόψυχον, πολίτην ἅμα καὶ συνίστορα, ἐν ὕμνοις ἐπαξίως εὐφημήσωμεν, Μαρτινιανὸν τὸν ἀεισέβαστον· αὐτὸς γὰρ τὸν ὄφιν κατεπάτησε.

Μεγαλυνάριον.
Ὁ διὰ γυναίου ἐπιβαλών, πάλαι τῷ Γενάρχῃ, καὶ συλήσας αὐτὸν οἰκτρῶς, οὕτω καὶ σοὶ Πάτερ, ὑπούλως ἐπετέθη, ἀλλ’ ἥττηται εἰς τέλος, τῇ καρτερίᾳ σου.

Συναξαριστής της 13ης Φεβρουαρίου



Οἱ Ἅγιοι Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα οἱ Ἀπόστολοι



Ἦταν ζευγάρι Ἰουδαίων ἀπὸ τὸν Πόντο, σκηνοποιοὶ καὶ οἱ δυὸ στὸ ἐπάγγελμα. Κατοικοῦσαν στὴν Κόρινθο, ἐξασκοῦσαν τὸ ἐπάγγελμά τους καὶ εἶχαν ζωὴ εὐσεβέστατη. Ἡ θερμὴ φιλοξενία τους στὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν καὶ ὁμότεχνό τους Παῦλο, ὅταν αὐτὸς ἦλθε στὴν Κόρινθο, ἔμεινε παροιμιώδης.

Μάλιστα, τὸν ἀκολούθησαν καὶ σὲ διάφορες περιοδεῖες του, ὅπως στὴν Ἔφεσο, βοηθῶντας αὐτόν, ἀλλὰ συγχρόνως καταρτιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ διδασκαλία του. Τόσο πολὺ εἶχε ἐνθουσιάσει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ἡ φλογερὴ πίστη καὶ ἡ ἀκούραστη ἐργατικότητα τοῦ Ἀκύλα καὶ τῆς Πρίσκιλλας, ὥστε σὲ μία ἐπιστολή του ἐκφράζεται γι᾿ αὐτοὺς ὡς ἑξῆς: «Χαιρετῆστε ἐγκάρδια τὴν Πρίσκιλλα καὶ τὸν Ἀκύλα, ποὺ εἶναι συνεργάτες μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Αὐτοί, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ζωή μου, ἔβαλαν τὸν τράχηλό τους κάτω ἀπὸ τὸ μαχαῖρι καὶ κινδύνευσαν νὰ σφαγοῦν. Στοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι μόνο ἐγὼ εὐγνώμων, ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ Ἐκκλησίες τῶν ἐθνῶν».

Ἀλλὰ ἡ ἀφοσίωση καὶ ἡ φιλόξενη διάθεση τοῦ ζευγαριοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸ μεγάλο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, Παῦλο, μᾶς θυμίζει τὰ λόγια του Κυρίου μας: «Ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται». Δηλαδή, ἐκεῖνος ποὺ ὑποδέχεται τὸν δίκαιο, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι δίκαιος, θὰ πάρει τὴν ἴδια ἀνταμοιβὴ ποὺ θὰ πάρει καὶ ὁ δίκαιος. Καὶ πράγματι, ὁ Ἀκύλας καὶ ἡ Πρίσκιλλα ἐντάχθηκαν στοὺς Ἁγίους της Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα μὲ τὸν τίτλο τῶν ἀποστόλων.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστὸν ἀγαπήσαντες καὶ φωτισθέντες τὸν νοῦν, τῇ πίστει ἐνούμενοι καὶ συζυγίᾳ σεμνῇ, Ἀκύλας καὶ Πρισκίλλα ἦσαν μὲν προεστῶτες ἐκκλησίας κατ’ οἶκον, Παύλου δὲ τοῦ φωστῆρος συνεργοὶ καὶ προστᾶται. Διὸ αὐτοὺς τιμήσωμεν καὶ μιμησώμεθα.

Ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός



Ὁ Μαρτινιανὸς ἔζησε στὰ χρόνια του Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, στὶς ἀρχὲς τοῦ Ε´ μ.Χ. αἰῶνα. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἀπὸ μικρὸς ἔτρεφε στὴν ψυχή του, ἀκοίμητη τὴν φλόγα τῆς εὐσέβειας.

Θέλοντας δὲ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωή, ἔστησε τὴν σκήτη του στὰ ὅρια τοῦ ὄρους Κιβωτοῦ, ὅπου ἁπλωνόταν κατάλληλη ἔρημος γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ ἡσυχαστικοῦ βίου. Ἐκεῖ περνοῦσε τὸν καιρό του μὲ προσευχή, μελέτη, ἐργασία καὶ ἄσκηση. Ἡ φήμη τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς του, δὲν ἄργησε νὰ φθάσει σ᾿ ὅλη τὴν γύρω περιοχὴ καὶ νὰ φέρει στὸ κελλί του πλήθη μετανοούντων καὶ δυστυχισμένων, ποὺ ζητοῦσαν τὶς συμβουλὲς καὶ τὴν παρηγοριά του. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔρχονταν καὶ γυναῖκες καὶ κόρες, ζητῶντας στήριγμα κατὰ τῶν καταιγίδων καὶ ἀσπίδα κατὰ τῶν πειρασμῶν τῆς ζωῆς.

Ὁ Μαρτινιανός, κάνοντας τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ, πῆγε σὲ πολλὰ μέρη. Τελικὰ κατέληξε σ᾿ ἕνα ἡσυχαστήριο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Συχνὰ δὲ ἔλεγε τὰ λόγια τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου: ὅτι ὁ Διάβολος περιέρχεται σὰ θηρίο καὶ ζητᾷ ποιὸν νὰ καταπιεῖ.
Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ προφυλαγώμαστε ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις του, ἕτοιμοι πάντοτε γιὰ νὰ τὸν ἀποκρούσομε. Πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα στὸ ἐρημητήριό του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τὴν φλόγα τῶν πειρασμῶν, δακρύων τοῖς ὀχετοῖς, ἐναπέσβεσας μακάριε, καὶ τῆς θαλάσσης τὰ κύματα, καὶ τῶν θηρῶν τὰ ὁρμήματα, χαλινώσας, ἐκραύγαζες· Δεδοξασμένος εἶ Παντοδύναμε, πυρὸς καὶ ζάλης ὁ σώσας με

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀσκητήν, τῆς εὐσεβείας δόκιμον, καὶ ἀθλητήν, τῇ προαιρέσει τίμιον, καὶ ἐρήμου καρτερόψυχον, πολίτην ἅμα καὶ συνίστορα, ἐν ὕμνοις ἐπαξίως εὐφημήσωμεν, Μαρτινιανὸν τὸν ἀεισέβαστον· αὐτὸς γὰρ τὸν ὄφιν κατεπάτησε.

Μεγαλυνάριον.Ὁ διὰ γυναίου ἐπιβαλών, πάλαι τῷ Γενάρχῃ, καὶ συλήσας αὐτὸν οἰκτρῶς, οὕτω καὶ σοὶ Πάτερ, ὑπούλως ἐπετέθη, ἀλλ’ ἥττηται εἰς τέλος, τῇ καρτερίᾳ σου.


Ὁ Ὅσιος Ἀβραάμης

Αὐτὸς ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (395-408) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου, στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ἀσκητικά. Ἔμαθε, ὅτι σὲ κάποιο χωριό του Λιβάνου, οἱ κάτοικοί του ἦταν ὅλοι εἰδωλολάτρες. Πῆγε λοιπόν, ἐκεῖ, νοίκιασε ἕνα δωμάτιο καὶ κάθισε τρεῖς μέρες, ἐνῷ τὴν τέταρτη τὸν κατάλαβαν ὅτι ἦταν χριστιανὸς καὶ μὲ τὴν βία θέλησαν νὰ τὸν διώξουν μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τους.

Ἀλλ᾿ ἐκείνη τὴν ἐποχή, πίεζαν τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ ἐκείνου οἱ φοροεισπράκτορες νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους τους. Τότε ὁ Ἀβραάμης τοὺς ἀπάλλαξε, πληρώνοντας αὐτὸς τοὺς φόρους. Οἱ κάτοικοι ἐκτίμησαν πολὺ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Ἀβραάμη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνουν ὅλοι χριστιανοί, νὰ κτίσουν Ναὸ στὸ χωριό τους καὶ εἶχαν σὰν ἱερέα τὸν Ὅσιο.

Μετὰ ἀπὸ τριετῆ θεάρεστη δράση, ἐπέστρεψε στὸ ἀσκητικό του κελλί, καὶ ἔπειτα ἔγινε ἐπίσκοπος στὴν πόλη τῶν Κάρων στὴν Παλαιστίνη, ἀφοῦ τὴν καθάρισε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του, ἔφτασε μέχρι καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν βασιλέα Θεοδόσιο, ποὺ τὸν κάλεσε καὶ τὸν εἶδε αὐτοπροσώπως στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὅταν ἀπεβίωσε, μὲ βασιλικὴ διαταγή, ἐτάφηκε μὲ μεγάλες τιμὲς στὴν πόλη τῶν Κάρων. Τὴν ζωή του ἔγραψε ὁ Κύρου Θεοδώρητος.

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας



Ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Μαυρικίου (582-602) καὶ ἔκανε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πρὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, στὰ χρόνια 579-607. Ἔζησε ζωὴ ἁγία, ἔκανε καὶ πολλὰ θαύματα, ἕνα ἀπὸ τὰ ὅποια εἶναι καὶ αὐτό.

Ὅταν ὁ Ἅγιος Λέων, ἐπίσκοπος Ῥώμης, ἔγραψε τὴν πολυθρύλητη ἐκείνη ἐπιστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ἔστειλε στὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Χαλκηδόνα, τὴν διάβασε ὁ Ὅσιος αὐτὸς Εὐλόγιος καὶ ὄχι μόνο τὴν ἐπαίνεσε ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλους τὴν διακήρυξε.

Ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ χαροποιήσει καὶ τοὺς δυὸ Ἁγίους ἄνδρες, ἔστειλε Ἄγγελο στὸν Εὐλόγιο, μὲ σχῆμα Ἀρχιδιακόνου τοῦ Λέοντα, ποὺ τὸν εὐχαριστοῦσε διότι ἀποδέχτηκε τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Λέοντα. Ὁ Εὐλόγιος συνομιλοῦσε μὲ τὸν Ἄγγελο, νομίζοντας ὅτι συνομιλοῦσε μὲ τὸν Ἀρχιδιάκονο τοῦ Πάπα Λέοντα. Ὅταν ὅμως ἔγινε ἄφαντος ὁ Ἄγγελος ἀπὸ μπροστά του, τότε κατάλαβε ὅτι ἦταν Ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Θεό, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια Του.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν χαρίτων τὴν αἴγλην οὐρανόθεν δεξάμενος, τῆς Ἀλεξανδρείας προέστης, Ἱεράρχα Εὐλόγιε, θυσίας ἀναιμάκτους τῷ Θεῷ, προσάγων αἰς ἀνάπλασιν ψυχῶν, καὶ οἰκείωσιν θεόφρον τῷ Λυτρωτῇ, τῶν πίστει προσιόντων σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ σταφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποιμάνας καλῶς, λαὸν τὸν περιόσιον, ὡς μύστης Χριστοῦ, καὶ μιμητὴς πανάριστος, οὐρανίου λήξεως, κληρονόμος ἐδείχθης Εὐλόγιε, λειτουργῶν τῇ Τριάδι ἀεί, ἐν ἀδύτῳ φωτί.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος φωστήρ, καὶ Ἀλεξανδρείας, ὁ σοφώτατος ὁδηγός· χαίροις μυροθήκη, τῶν θείων χαρισμάτων, Εὐλόγιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν κτήτορας τῆς Μονῆς Χιλιανταρίου Ἁγίου Ὄρους



Ὁ Ἅγιος Συμεών, κατὰ κόσμο Στέφανος Α’ Νεμάνια (στὶς Βυζαντινὲς πηγὲς Νεεμᾶν), ἦταν ἡγεμόνας τῆς Σερβίας.

Ἡ ἵδρυση καὶ ἡ ὀργάνωση τοῦ πρώτου Σερβικοῦ κράτους ἀπὸ τὸν Στέφανο (1167 – 1169) εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ συνένωση ὅλων σχεδὸν τῶν Σέρβων σὲ ἑνιαῖο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ κυριαρχία κράτος μὲ ἐπίκεντρο τὴ Ρασκία. Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἰσαάκιος Β’ Ἄγγελος (1185 – 1195) σύνηψε, τὸ ἔτος 1190, εἰρήνη μὲ τὸν ζουπάνο τῶν Σέρβων. Ἡ ἵδρυση τοῦ κράτους ἀνέδειξε τὴν ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη δράση τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων. Ὁ υἱὸς τοῦ ζουπάνου τῶν Σέρβων Στέφανου ἀποσύρθηκε σὲ ἡλικία μόλις δέκα ἕξι ἐτῶν στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σάββας. Ἀργότερα, περὶ τὸ 1195, ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του Στέφανο, ποὺ ἔγινε μοναχὸς καὶ ὀνομάσθηκε Συμεών, τὴ Μονὴ τοῦ Χιλανδαρίου μὲ χρυσόβουλλο τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ’ τοῦ Ἀγγέλου (1195 – 1203).

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1200 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου. Κατὰ τὸ ἔτος 1208, ὁ Ὅσιος Σάββας ἀποφασίζει νὰ προβεῖ στὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ πατέρα του καὶ τὴ μετακομιδὴ αὐτῶν στὴν πατρίδα του. Τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς ἐκχύθηκε ἀπὸ τὰ ἱερὰ λείψανα ἄφθονο καὶ εὐῶδες μύρο, συνέχισε δὲ νὰ ρέει καὶ γιὰ λίγες ἀκόμη ἡμέρες μετὰ τὴν ἀνακομιδή, ἀπὸ τὸν κενὸ πλέον τάφο. Ἦταν καὶ αὐτὸ τρανὸ δεῖγμα τῆς ἁγιότητας τοῦ Ὁσίου Συμεών, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε ἐπονομάζεται «Μυροβλήτης». Ὁ Ἅγιος Σάββας ἐναπέθεσε τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ μονὴ τῆς μετανοίας τοῦ πατρός του, τὴ μονὴ Στουντένιτσα, ὅπου καὶ φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Μυροβλήτου, φέρει σήμερα ἀργυρὸ ἐπικάλυμμα μὲ ἀνάγλυφες παραστάσεις. Ἀπὸ τὸν τάφο, μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων, φύτρωσε μόνο του μὲ θαυματουργικὸ τρόπο, ἄνευ σπορᾶς, ἕνα κλῆμα γιὰ παρηγοριὰ τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς. Τὰ σταφύλια τοῦ κλήματος αὐτοῦ θεραπεύουν θαυματουργικὰ τὴν στείρωση τῶν ἀτέκνων γυναικῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν, ἐπιποθήσας, τὴν βασίλειον, ἔλιπες δόξαν, Συμεὼν καὶ ἰσαγγέλως ἐβίωσας, τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ Ὁσίων ὡράϊσμα, καὶ τῆς Σερβίας κλεινὸν σεμνολόγημα. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Βασιλείαν πρόσκαιρον, λιπὼν ἐμφρόνως, Συμεὼν ὡς ἄγγελος, ἐπολιτεύσω ἐπὶ γῆς· διὸ καὶ βλύζειν ἠξίωσαι, ἀπὸ τοῦ τάφου σου μύρα πανεύοσμα.

Μεγαλυνάριον.Μυροβλύτα Ὅσιε Συμεών, σκέπε τὴν Μονήν σου, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς, καὶ τοῖς ἐν Σερβίᾳ, Χριστιανοῖς βοήθει, παρέχων αὐτοῖς Πάτερ, τὴν εὐλογίαν σου.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρας καὶ Γιός

Μαρτύρησαν μὲ σταυρικὸ θάνατο.

Ὁ Ὅσιος Μαϊουμᾶς

(Βλέπε βιογραφικό του σημείωμα τὴν 23η Ἰανουαρίου σὰν Ἁγ. Μαυσιμᾶς).

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Ἀρχιεπίσκοπος Λευκορωσίας

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, κατὰ κόσμο Γρηγόριος Ἰωσήφοβιτς Κονίσκϊυ, καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε στὶς 20 Νοεμβρίου 1717 στὴν πόλη Νεζίν. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου. Ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Λευκορωσίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1795.

Ἡ Ὁσία Σεραφείμα ἐκ Ρωσίας

Ἡ Ὁσία Σεραφείμα, κατὰ κόσμο Εὐθυμία Ἐφίμοβα Μοργκατσέβα, γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1806 στὸ χωριὸ Νίνζε – Λομὼφ τῆς ἐπαρχίας Ριαζὰν καὶ ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τοῦ Σεζένοβο τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1877.

Μνήμη ἐγκαινίων ἱεροῦ ναοῦ Θεοτόκου καὶ τῆς ἁγίας ἰσαποστόλου Θέκλης, ἐν τῷ ὄρει Ποσαλέως

Τὴ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 13ην τοῦ παρόντος μηνὸς ἑορτάζεται ἐν Ἀρχαίᾳ Κορίνθῳ, ἡ μνήμη τῶν συνεργατῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου Τιτίου, Ἰούστου, Χλόης καὶ Κρίσπου.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...