Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΛΙΤΣΟΥ

1Είπε ο παπα-Διονύσιος της Κολιτσού, ο Ρουμάνος Πνευματικός:

«Όταν πήραμε τον Άγιο Γεώργιο στην Κολιτσού, ήταν ερείπιο. Πηγαίναμε και φέρναμε ξύλα από την Φιλοθέου με την βάρκα τραβώντας κουπί. Κάναμε δύο-τρία δρομολόγια την ημέρα. Είχαμε ειδικά σαμαράκια για την πλάτη, για να κουβαλάμε τις πέτρες. Ακολουθία ούτε μία μέρα δεν χάσαμε. Κάναμε 150 μετάνοιες και 12 εκατοστάρια σταυρωτά. Τότε, άμα έλεγες στον Πνευματικό ότι δεν έκανες τον κανόνα, δεν σε κοινωνούσε». 

«Κουραζόμασταν πολύ, αλλά είχαμε χαρά μέσα μας, πολλή χαρά. Η στέρηση και ο αγώνας που κάναμε μας έδινε χαρά. Τότε λίγα πράγματα είχαμε. Τώρα έχομε πολλές ευκολίες αλλά όχι χαρά. Εμείς οι μοναχοί γίναμε σαν τους παλαιούς ευλαβείς λαϊκούς, και οι λαϊκοί είναι κατ’ όνομα Χριστιανοί».

«Κάποτε πήγαμε με τα πόδια από την Κολιτσού στην πανήγυρη του αγίου Αθανασίου στην Λαύρα μετά την εργασία. Είχαμε χαρά που περπατούσαμε τη νύχτα στο Περιβόλι της Παναγίας, ξημερώματα φθάσαμε στο Αγίασμα και προλάβαμε την θεία Λειτουργία».

«Αυτά(σπίτια, κήποι, εργόχειρα) είναι γι’ αυτήν την ζωή. Αλλά και χωρίς αυτά δεν μπορούμε».

«Η καλύτερη προσευχή γίνεται τη νύχτα μετά τον ύπνο. Διότι τότε ο νους είναι ξεκούραστος και συγκεντρωμένος».

«Όταν ο κανόνας γίνεται πριν από την Εκκλησία (νυχτερινή ακολουθία), είναι χρυσός,μετά την ακολουθία αργυρός και την ημέρα μπακίρι».

«Οι δύο πτέρυγες του μοναχού είναι ο προσωπικός του κανόνας και η ακολουθία στην Εκκλησία.Και οι δύο πρέπει να είναι χωρίς ελλείψεις».

«Κάθε βράδυ να εξετάζης τους λογισμούς σου, τι έκανες την ημέρα, και κάθε δύο εβδομάδες το πολύ να εξομολογιέσαι ενώπιον Πνευματικού».

«Ο βασιλικός δρόμος για τον ύπνο είναι τέσσερις ώρες τη νύχτα και δύο την ημέρα.Την ημέρα δεν είναι απαραίτητο να κοιμηθής, παρά μόνο να ξαπλώσης, ανάλογα με τις δυνάμεις σου».

«Αν έχης μία εντολή σαν κανόνα και δεν μπορής για κάποιο λόγο να την εκπληρώσης κάποια μέρα, πρέπει να την κάνης άλλη μέρα».

«Αυτό που βλάπτει περισσότερο το νέο είναι ο πολύς ύπνος. Πιο πολύ και από το πολύ φαγητό».

«Ο μοναχός πρέπει να είναι σε όλη την ακολουθία στην Εκκλησία˙ να μη λείπη ποτέ ούτε να καθυστερή, αλλά ούτε και να φεύγη πιο νωρίς, πριν από το “δι’ευχών”».

«Όταν κάνης τον κανόνα σου, να μη δέχεσαι λογισμούς κατακρίσεως για τους αδελφούς, ότι είναι αμελείς, αλλά να αυτομέμφεσαι ότι εσύ είσαι ο πιο αμαρτωλός και κάνεις αυτό που έχεις χρέος να κάνης, ενώ οι άλλοι πατέρες έχουν αρετές που εσύ δεν τις βλέπεις».

«Όταν κάνης μικρές μετάνοιες, το χέρι πρέπει να φθάνη στο χώμα. Αν δεν μπορής,τουλάχιστον στα γόνατα. Αν κουραστής κατά τον κανόνα, μπορείς να κάνης διάλειμμα, προσευχόμενος όμως νοερώς. Αν δεν μπορής να κάνης μετάνοιες μεγάλες για κάποιο λόγο, να κάνης διπλάσιες μικρές».

«Είμαστε υποχρεωμένοι να προσευχώμαστε για τους ευεργέτες μας. Να μη μένουμε χρεωμένοι στους ευεργέτες μας, αλλά να ξεπληρώνουμε με προσευχή. Ένας μοναχός που δεν προσευχόταν για τους ευεργέτες του, όταν εκοιμήθη πήγε να περάση η ψυχή του τα τελώνια. Όμως αυτά που είχε κερδίσει από τα καλά του έργα, ο φύλακας Άγγελός του τα μοίρασε στους ευεργέτες του για να ξεπληρώση, και έτσι δεν κατώρθωσε να περάση τα τελώνια. Τότε ο Άγγελος του είπε να επιστρέψη στο σώμα του και μέχρι το τέλος της ζωής του έκλαιγε και έδινε ελεημοσύνη».

«Χωρίς να κάνουμε τον κανόνα μας δεν μπορούμε να είμαστε μοναχοί. Όταν ήρθα το 1924 στο Άγιον Όρος, στο Καρακάλλου σ’ ενα τοίχο είχε την εξής διήγηση: “Δύο καλοί ιερομόναχοι στα Ιεροσόλυμα βοηθούσαν και ωφελούσαν πολύ κόσμο, αλλά πολλές φορές άφηναν τον κανόνα τους. Όταν τους έκαναν την ανακομιδή βρέθηκαν άλυωτοι.Τότε ο Πατριάρχης έδωσε εντολή σε όλους τους μοναχούς να κάνουν αγρυπνία γι’αυτούς. Σ’ έναν αναχωρητή εμφανίστηκε Άγγελος και είπε ότι αυτοί οι δύο είναι καλοί, αλλά δεν έλυωσαν, γιατί άφηναν τον κανόνα τους. Ο Άγγελος είπε να κάνουν οι μοναχοί της περιοχής τον κανόνα των δύο ιερομονάχων για ένα χρόνο. Όταν έπειτα έκαναν την ανακομιδή, είχαν λυώσει”».

«Παλαιά στο Άγιον Όρος, για να γίνη κανείς μοναχός, έπρεπε να μάθη τους Χαιρετισμούς απ’έξω».

«Αν στην προσπάθεια για νοερά προσευχή εμφανιστούν πόνοι στην καρδιά σωματικοί και όχι πνευματικοί, αυτοί που λένε οι Πατέρες, τότε μπορεί να είναι κρύωμα η τα νεύρα.Πάντως μην αφήσης την ευχή και να σταυρώνης την καρδιά με λάδι από το καντήλι του Αγίου της Μονής».

«Αν στον κανόνα σου έρθη κατάνυξη και κατάσταση καλή, ακόμη και αν τελείωσης τα κομποσχοίνια, μη σταματήσης την ευχή μέχρι να φύγη από μόνη της αυτή η κατάσταση».

«Να μη λες την ευχή με βεβιασμένη εσωτερική κατάσταση, αλλά ο νους σου να είναι συγκεντρωμένος στην ευχή. Την αίσθηση της μετανοίας και την κατάνυξη να τις περιμένης από τον Κύριο».

«Όταν φιλοξενήσαι μαζί με άλλους στο ίδιο δωμάτιο και δεν μπορής να κάνης τον κανόνα σου, πρέπει να τον κάνης την άλλη μέρα. Καλά είναι να έχης κάνει μερικούς κανόνες από πρίν, και όταν δεν μπορής να κάνης κανόνα, να τον έχης εξασφαλισμένον από πρίν».

«Οι Παλαιοί πατέρες έλεγαν: “Όταν πας κάπου και σε φιλοξενήσουν, ύστερα, όταν φύγης,ακόμη και στον δρόμο, κάνε ενα κομποσχοίνι γι’ αυτούς, γιατί έκαναν κόπο˙και αν δεν προσευχηθής γι’ αυτούς μένεις με χρέος. Πάντοτε να ευχαριστής εκείνους που σε φιλοξένησαν, και να προσεύχεσαι γι’αυτούς”».

«Εδώ δεν ήρθαμε να κάνουμε καλά έργα, αλλά να κάνουμε υπακοή».

«Πρώτα από όλα να προσπαθής να απόκτησης ταπεινοφροσύνη. Αν κάποιος σου πη κάτι, εσύ πες”Ω, μόνο αυτό; Εγώ είμαι πολύ πιο αμαρτωλός, είμαι και τέτοιος και τέτοιος”. Όταν απόκτησης ταπεινοφροσύνη, τότε από τις βρισιές θα αισθάνεσαι χαρά. Όταν έχης ταπείνωση, τότε ο Θεός δίδει την χάρι Του. Στην καρδιά έρχεται ουράνια χαρά. Τότε ο Κύριος βοηθά σε όλα».

«Αν εχης ενυπνιασμό την Κυριακή, αντί πενήντα μετάνοιες μεγάλες, να κάνης εκατό μικρές μετάνοιες. Δεν είναι αμαρτία να κάνης μεγάλες μετάνοιες την Κυριακή, αλλά οι Πατέρες μας έκριναν έτσι προς δόξαν Θεού. Αλλά αν κάποια φορά αισθάνεσαι μετάνοια και η ψυχή σου θέλη να γονατίση, τότε μπορείς και δεν είναι αμαρτία».

«Όταν στην τράπεζα έχη πολλά φαγητά, καλύτερα να δοκιμάσης λίγο απ’ όλα και να μη χορτάσης εντελώς. Αν δεν τρως μερικά φαγητά, τότε θα υπερηφανευτής, χωρίς να το καταλάβης».

«Για να θυμάμαι αυτά που διάβασα σε κάποιο βιβλίο, όταν ξαπλώνω να κοιμηθώ, προσπαθώ να θυμηθώ τι διάβασα».

«Για να αποφυγής τον μετεωρισμό, αν εχης να κάνης πολλά πράγματα, εκ των προτέρων να ορίζης (να προγραμματίζης)· τώρα θα κάνω μία ώρα αυτά, μετά δύο ώρες το άλλο κ.ο.κ.».

«Καλύτερα να ξεκουράζεσαι και τη νύχτα και την ημέρα. Ακόμη και πέντε ώρες αν κοιμηθης την ημέρα, το σώμα πάλι θέλει ξεκούραση. Γι’ αυτό τη νύχτα να κοιμάσαι τρισήμισι-τέσσερις ώρες και την ημέρα να βρής μία ώρα η τουλάχιστον σαράντα-πενήντα λεπτά λίγο να ξεκουραστή το σώμα».

«Όταν προσευχώμαστε για τους άλλους, δείχνουμε αγάπη. Και “ο Θεός αγάπη εστί”. Άμα βλέπη ότι εγώ προσεύχομαι για σένα και συ για μένα, θα πει: “Ας τους βοηθήσω και τους δύο”. Και όταν προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους,πολύ βοηθάς τις ψυχές τους. Και αν κάποιος από αυτούς αξιώθηκε της Βασιλείας των ουρανών,τότε η αγάπη σου προς αυτόν επιστρέφει πάνω σου».

«Η υπομονή πάντοτε κερδίζει. Τίποτε καλό δεν γίνεται γρήγορα. Γι’ αυτό, πάντοτε υπομονή.Όταν έχης υπομονή, οπωσδήποτε κερδίζεις».

«Στην Εκκλησία οι Πατέρες μας ώρισαν να καθώμαστε στο Ψαλτήρι».

«Όταν δεν έχης πολλή δουλειά στο διακόνημα, πήγαινε στο κελλί σου και κάνε ένα κανόνα, για να τον έχης έτοιμο, όταν δεν θα μπορείς άλλη μέρα να τον κάνης».

«Ο Γέροντάς σου πρέπει να γνωρίζη τα πάντα για σένα και όλα να τα κάνης με την ευλογία του. Να έχης υπακοή σε όλους. Τους νεώτερους μοναχούς να τους βλέπης σαν δεκαπέντε χρόνια παλαιότερους από σένα. Αν σου πούνε να κάνης κάποια δουλειά την ώρα της θείας Λειτουργίας, να μην αντιλογήσης. Θα πας και θα λες την ευχή ο(μοναχός πάντοτε πρέπει να την λέη), και να ξέρης ότι Άγγελος Θεού θα σε γράψει πρώτον στην Λειτουργία. Έτσι θα φυλάξεις και την εσωτερική σου ειρήνη και την ειρήνη των άλλων. Δεν πρέπει να γίνωνται σκάνδαλα».

«Περισσότερο μας εμποδίζουν δύο πράγματα: Το «εγώ» και το «γιατί». Όταν τα έχουμε αυτά, τότε η προσευχή μας είναι άκαρπη και ειρήνη δεν έχουμε. Κάνε ο,τι σου πούνε. Αυτός που διατάζει έχει και την ευθύνη˙ ενώ εσύ θα αποκτήσεις ειρήνη και ουράνια στεφάνια, αν σε μαλώνουν άδικα».

«Αν σε πολεμούν λογισμοί εκδικήσεως για κάποιον αδελφό, να προσευχηθης γι’ αυτόν,να κάνης μερικές μετάνοιες γι’ αυτόν και να εύχεσαι ο Θεός να του δίνη μακροζωΐα και υγεία».

«Αν εχης ανάγκη να φας εκτός τραπέζης, πάντοτε να λες σε κάποιον αδελφό: “Ευλογείτε”.Όταν αυτός απαντήση “ο Κύριος”, τότε το φαγητό δεν βλάπτει. Αν δεν το κάνης αυτό, τότε μπαίνει ο διάβολος εξ αιτίας της λαθροφαγίας. Από εκεί έρχονται και κακοί λογισμοί για τους αδελφούς».

«Πάντοτε έχεις χρέος να προσεύχεσαι για τους πατέρες της Μονής˙ κάθε μέρα από ενα κομποσχοίνι».

«Να μη φύγης από το Μοναστήρι σου. Μετά από χρόνια θα λές: “Καλά που δεν έφυγα και έμεινα στην μετάνοιά μου”».

«Όταν κατακρίνης, να ξέρης ότι θα σου έρθει διπλάσιος σαρκικός πόλεμος. Και έτσι μας πολεμά σαρκικά, αλλά μέσα από την κατάκριση έρχεται διπλάσιο. Δεν έχουμε καμμία ωφέλεια από την κατάκριση».

«Το ρακί δεν απαγορεύεται. Μετά από μεγάλη σωματική κούραση η μετά από πολύ δρόμο μπορεί να πάρης λίγο και καλό κάνει στο σώμα».

«Όταν κάθεσαι στην ακολουθία και βλέπης ότι νυστάζεις, σήκω. Δεν είναι αμαρτία να κάθεσαι –γι’αυτό οι Πατέρες έβαλαν στασίδια στην Εκκλησία-, αλλά είναι αμαρτία να κοιμάσαι. Γι’ αυτό να κάθεσαι, να σηκώνεσαι, αλλά να μένης ξύπνιος και ν’ άκούς αυτά που διαβάζονται σαν να τα διαβάζης ο ίδιος».

«Αν ο νους σου είναι κουρασμένος, μπορείς να αντικαταστήσης αυτά που διαβάζεις, στο κελλί σου με κομποσχοίνι. Η παράκληση της Παναγίας ένα τριακοσάρι, οι Χαιρετισμοί ενα τριακοσάρι,Το κάθισμα του Ψαλτηρίου ενα τριακοσάρι, ο κανόνας του φύλακα Αγγέλου ενα τριακοσάρι, ο κανόνας του Αγίου της Μονής ενα τριακοσάρι. Αν θέλης να κοινωνήσης και δεν έχης μαζί σου την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως, να κάνης δέκα κομποσχοίνια εκατοστάρια. Αλλά είναι καλύτερα να διαβάζης τις ευχές».

«Όταν σηκωθής από τον ύπνο, πρώτα απ’ όλα να κάνης τρεις μετάνοιες στον Κύριο. Μετά μπορείς να πλυθής κ.λπ.».

«Πρόσεξε να πας στην ακολουθία πριν αρχίση, γιατί Άγγελος Κυρίου γράφει ποιος είναι εκεί από την αρχή. Όταν αργούμε, ζημιωνόμαστε».

«Μέσα στην ακολουθία, πότε ν’ ακούς την ανάγνωση, πότε να λες την ευχή. Το πιο σπουδαίο είναι η ακολουθία. Αλλά όταν κουραστή ο νους στο ν’ ακούη, τότε λέγε την ευχή. Όταν προσέχουμε τα τροπάρια, τότε δεν μας πιάνει ύπνος».

«Μην αφήνης τον αγώνα σου. Πρέπει κάτι να κάνης, να αγωνίζεσαι. Όλοι ήρθαμε στο Άγιον Όρος κάτι να κάνουμε. Όσο περισσότερο κόπο κάνουμε, τόσο πιο πολύ μισθό θα έχουμε».

«Αν μετά την εξομολόγηση και πριν από την θεία Κοινωνία σου συμβή κάτι και δεν είναι σοβαρό, κάνε τον σταυρό σου και πες: “Θεέ μου, συγχώρησόν με”, και κοινώνησε».

«Ποτέ να μην κατηγορής το Μοναστήρι σου μπροστά σε ξένους και ιδιαίτερα μπροστά σε κοσμικούς».

«Πριν κοινωνήσης, την προηγούμενη ημέρα να μην τρως ελιές. Εμείς παλαιότερα τρώγαμε μόνο μία φορά το βράδυ λίγο ψωμί με τσάι. Αν έχης πληγές και τρέχει αίμα, να μην κοινωνάς, η σκέπασε τις πληγές, ώστε να μην τρέχουν τουλάχιστον για ενα εικοσιτετράωρο».

«Όταν κάνης κομποσχοίνια περισσότερα απ’ τράς».

«Όταν σε κάνουν μοναχό, για οχτώ μέρες να πηγαίνης με τον μανδύα παντού· μην τον βγάλης καθόλου. Και αν μπορής, αυτές τις μέρες να μην κοιμάσαι στο κρεββάτι,αλλά σ’ ενα σκαμνάκι».

«Όταν δεν θα μπορώ να πηγαίνω στην ακολουθία,να ξέρετε ότι πλησιάζει ο θάνατος μου». (Όπως και συνέβη).  

πηγή

Περὶ Φιλοπτωχίας Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος




 


1. Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ συμπένητες, πτωχοὶ γὰρ ἅπαντες, καὶ τῆς θείας χάριτος ἐπιδεεῖς, κἂν ἄλλος ἄλλου προέχειν δοκῇ, μικροῖς μέτροις μετρούμενος, δέξασθε τὸν περὶ φιλοπτωχίας λόγον, μὴ πενιχρῶς, ἀλλὰ φιλοτίμως, ἵνα βασιλείαν πλουτήσητε· συνεύξασθε δὲ καὶ ἡμᾶς πλουσίως τοῦτον ὑμῖν χορηγῆσαι, καὶ θρέψαι τῷ λόγῳ τὰς ὑμετέρας ψυχὰς, καὶ διαθρύψαι πεινῶσι τὸν πνευματικὸν ἄρτον· εἴτε ἀπ᾿ οὐρανοῦ τροφὴν ὕοντας, καθάπερ Μωϋσῆς ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος, καὶ ἄρτον ἀγγέλων χαριζομένους· εἴτε ἄρτοις ὀλίγοις ἐν ἐρημίᾳ τρέφοντας μέχρι κόρου καὶ μυριάδας, καθάπερ Ἰησοῦς ὕστερον, ὁ ἀληθινὸς ἄρτος, καὶ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς αἴτιος. Ἔστι μὲν οὖν οὐ πάνυ τι ῥᾴδιον τῶν ἀρετῶν τὴν νικῶσαν εὑρεῖν, καὶ ταύτῃ δοῦναι τὰ πρεσβεῖα καὶ τὰ νικητήρια· ὥσπερ οὐδὲ ἐν λειμῶνι πολυανθεῖ καὶ εὐώδει, τῶν ἀνθέων τὸ κάλλιστον καὶ εὐωδέστατον, ἄλλοτε ἄλλου τὴν ὄσφρησιν καὶ τὴν ὄψιν πρὸς ἑαυτὸ μεθέλκοντος, καὶ πρῶτον δρέπεσθαι πείθοντος. Ὡς δ᾿ οὖν ἐμὲ, περὶ τούτων διελέσθαι σκεπτέον οὕτως.

2. Καλὸν πίστις, ἐλπὶς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· καὶ μάρτυς τῆς πίστεως Ἀβραὰμ, δικαιωθεὶς ἐκ πίστεως· τῆς ἐλπίδος, Ἐνὼς, ὃς πρῶτος ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸν Κύριον, καὶ πάντες οἱ δίκαιοι διὰ τὴν ἐλπίδα κακοπαθοῦντες· τῆς ἀγάπης, ὁ θεῖος Ἀπόστολος, τολμήσας τι καὶ καθ᾿ ἑαυτοῦ διὰ τὸν Ἰσραὴλ φθέγξασθαι· καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸς, ἀγάπη καλούμενος. Καλὸν ἡ φιλοξενία· καὶ μάρτυς ἐν μὲν δικαίοις, Λὼτ ὁ Σοδομίτης, καὶ οὐ Σοδομίτης τὸν τρόπον· ἐν δὲ ἁμαρτωλοῖς, Ῥαὰβ ἡ πόρνη, καὶ οὐ πόρνη τὴν προαίρεσιν, διὰ φιλοξενίαν ἐπαινεθεῖσά τε καὶ σωθεῖσα. Καλὸν ἡ φιλαδελφία, καὶ μάρτυς Ἰησοῦς, οὐκ ἀδελφὸς ἡμῶν κληθῆναι μόνον, ἀλλὰ καὶ παθεῖν ὑπὲρ ἡμῶν ἀνασχόμενος. Καλὸν ἡ φιλανθρωπία· καὶ μάρτυς ὁ αὐτὸς Ἰησοῦς, οὐ ποιήσας μόνον τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἔργοις ἀγαθοῖς, καὶ τὴν εἰκόνα τῷ χοῒ συζεύξας ὁδηγὸν τῶν καλλίστων, καὶ τῶν ἄνω πρόξενον, ἀλλὰ καὶ γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν ἄνθρωπος. Καλὸν ἡ μακροθυμία, καὶ ὁ αὐτὸς μάρτυς, οὐ τὰς λεγεῶνας μόνον τῶν ἀγγέλων παραιτησάμενος κατὰ τῶν ἐπανισταμένων καὶ τυραννούντων, οὐδὲ τῷ Πέτρῳ μόνον ἐπιτιμήσας αἰρομένῳ τὴν μάχαιραν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὠτίον ἀποκαταστήσας τῷ πεπληγότι. Τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ Στέφανος ὕστερον ὁ τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς, ὑπὲρ τῶν λιθαζόντων αὐτὸν προσευχόμενος. Καλὸν ἡ πραότης, καὶ μαρτυροῦσι Μωϋσῆς καὶ Δαβὶδ, τοῦτο πρὸ τῶν ἄλλων μαρτυρηθέντες, καὶ ὁ τούτων διδάσκαλος, οὐκ ἐρίζων, οὐδὲ κραυγάζων, οὐδὲ ἐν ταῖς πλατείαις φωνὴν προιέμενος, οὐδὲ ζυγομαχῶν πρὸς τοὺς ἄγοντας.

3. Καλὸν ὁ ζῆλος, καὶ μαρτυρεῖ Φινεὲς, τὴν Μαδιανῖτιν τῷ Ἰσραηλίτῃ συνεκκεντήσας, ἵνα ἐξέλῃ ὄνειδος ἐξ υἱῶν Ἰσραὴλ, καὶ ὀνομασθεὶς ἐκ τῆς προαιρέσεως· καὶ μετ᾿ ἐκεῖνον, οἱ λέγοντες· Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ· καὶ, Ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς Θεοῦ ζήλῳ· καὶ, Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου καταφάγεταί με· καὶ οὐ λέγοντες τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ πάσχοντες. Καλὸν ὑποπιασμὸς σώματος· καὶ πειθέτω σε Παῦλος, ἑαυτὸν ἔτι παιδαγωγῶν, καὶ φοβῶν διὰ τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς ἑαυτοῖς θαῤῥοῦντας καὶ ἐφιέντας τῷ σώματι· καὶ Ἰησοῦς αὐτὸς νηστεύων, καὶ πειραζόμενος, καὶ νικῶν τὸν πειράζοντα. Καλὸν προσευχὴ καὶ ἀγρυπνία· καὶ πειθέτω σε Θεὸς ἀγρυπνῶν πρὸ τοῦ πάθους, καὶ προσευχόμενος. Καλὸν ἁγνεία, καὶ παρθενία· καὶ πειθέτω σε Παῦλος περὶ τούτων νομοθετῶν, καὶ βραβεύων δικαίως γάμῳ καὶ ἀγαμίᾳ, καὶ Ἰησοῦς αὐτὸς ἐκ Παρθένου γεννώμενος, ἵνα καὶ γέννησιν τιμήσῃ, καὶ προτιμήσῃ παρθενίαν. Καλὸν ἐγκράτεια· καὶ πειθέτω σε Δαβὶδ, ἡνίκα τοῦ ἐν Βηθλεὲμ ἐκράτησε φρέατος, μὴ πιὼν, ἀλλὰ σπείσας μόνον τοῦ ὕδατος, μηδὲ ἀνασχόμενος ἴδιον πληρῶσαι πάθος ἐν ἀλλοτρίῳ αἵματι.

4. Καλὸν ἐρημία καὶ ἡσυχία· καὶ διδάσκει με ὁ Κάρμηλος Ἡλίου, ἢ ἔρημος Ἰωάννου, Ἰησοῦ τὸ ὄρος, εἰς ὃ πολλάκις ἀναχωρῶν φαίνεται, καὶ καθ᾿ ἡσυχίαν ἑαυτῷ συγγινόμενος. Καλὸν ἡ εὐτέλεια· καὶ διδάσκει με Ἠλίας ἀναπαυόμενος παρὰ χήρᾳ, Ἰωάννης θριξὶ καμήλου σκεπόμενος, Πέτρος ἀσσαρίου θέρμοις τρεφόμενος. Καλὸν ἡ ταπεινοφροσύνη, καὶ πολλὰ ταύτης, καὶ πολλαχόθεν τὰ ὑποδείγματα, καὶ πρὸ τῶν ἄλλων, ὁ πάντων Σωτὴρ καὶ Δεσπότης, οὐ ταπεινώσας ἑαυτὸν μόνον μέχρι δούλου μορφῆς, οὐδὲ τὸ πρόσωπον αἰσχύνῃ ὑποθεὶς ἐμπτυσμάτων, καὶ μετὰ τῶν ἀνόμων λογισθεὶς, ὁ τὸν κόσμον καθαίρων τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν νίπτων τοὺς πόδας ἐν δουλικῷ τῷ σχήματι. Καλὸν ἡ ἀκτημοσύνη καὶ χρημάτων ὑπεροψία· καὶ μαρτυρεῖ Ζακχαῖος, καὶ Χριστὸς αὐτός· ὁ μὲν, τῇ εἰσόδῳ Χριστοῦ, μικροῦ πάντα καρποφορήσας· ὁ δὲ, τῷ πλουσίῳ τὸ τέλειον ἐν τούτῳ περιορίσας. Καὶ συντομώτερον ἔτι περὶ τούτων εἰπεῖν, καλὸν θεωρία, καὶ καλὸν πρᾶξις· ἡ μὲν, ἐντεῦθεν ἐπανιστᾶσα, καὶ εἰς τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων χωροῦσα, καὶ τὸν νοῦν ἡμῶν πρὸς τὸ συγγενὲς ἐπανάγουσα· ἡ δὲ, Χριστὸν ὑποδεχομένη, καὶ θεραπεύουσα, καὶ τοῖς ἔργοις τὸ φίλτρον ἐλέγχουσα.

5. Τούτων ἕκαστον μία τις σωτηρίας ὁδὸς, καὶ πρός τινα τῶν μονῶν πάντως φέρουσα τῶν αἰωνίων καὶ μακαρίων· ἐπειδὴ ὥσπερ διάφοροι βίων αἱρέσεις, οὕτω καὶ μοναὶ πολλαὶ παρὰ Θεῷ, κατὰ τὴν ἀξίαν ἑκάστῳ μεριζόμεναί τε καὶ διαιρούμεναι· καὶ ὁ μὲν τήνδε κατορθούτω τὴν ἀρετὴν, ὁ δὲ τήνδε, ὁ δὲ πλείους, ὁ δὲ τὰς πάσας, εἰ οἷόν τε· μόνον ὁδευέτω, καὶ ἐφιέσθω τοῦ πρόσω, καὶ κατὰ πόδας ἑπέσθω τῷ καλῶς ὁδηγοῦντι, καὶ κατευθύνοντι, καὶ διὰ τῆς στενῆς ὁδοῦ καὶ πύλης ἐπὶ τὸ πλάτος ἄγοντι τῆς ἐκεῖθεν μακαριότητος. Εἰ δὲ δεῖ Παύλῳ καὶ αὐτῷ Χριστῷ πειθόμενον, πρώτην τῶν ἐντολῶν καὶ μεγίστην, ὡς κεφάλαιον νόμου καὶ προφητῶν τὴν ἀγάπην ὑπολαμβάνειν, ταύτης τὸ κράτιστον εὑρίσκω φιλοπτωχίαν, καὶ τὴν περὶ τὸ συγγενὲς εὐσπλαγχνίαν τε καὶ συμπάθειαν. Οὐδενὶ γὰρ οὕτω τῶν πάντων, ὡς ἐλέῳ, Θεὸς θεραπεύεται, ὅτι μηδὲ οἰκειότερον ἄλλο τούτου Θεῷ, οὗ ἔλεος καὶ ἀλήθεια προπορεύονται, καὶ ᾧ προσοιστέον τὸν ἔλεον πρὸ τῆς κρίσεως· οὐδὲ ἄλλῳ τινὶ μᾶλλον, ἢ φιλανθρωπίᾳ τὸ φιλάνθρωπον ἀντιδίδοται παρὰ τοῦ δικαίως ἀντιμετροῦντος, καὶ τιθέντος ἐν ζυγῷ καὶ σταθμῷ τὸν ἔλεον.

6. Πᾶσι μὲν δὴ πτωχοῖς ἀνοικτέον τὰ σπλάγχνα, καὶ τοῖς καθ᾿ ἡντιναοῦν αἰτίαν κακοπαθοῦσι, κατὰ τὴν, χαίρειν μετὰ χαιρόντων, καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων, κελεύουσαν ἐντολήν· καὶ προεισενεκτέον ἀνθρώπους ὄντας ἀνθρώποις τὸν ἔρανον τῆς χρηστότητος, εἴτε διὰ χηρείαν χρῄζοιεν ταύτης, εἴτε δι᾿ ὀρφανίαν, εἴτε ἀποξένωσιν πατρίδος, εἴτε ὠμότητα δεσποτῶν, εἴτε ἀρχόντων θράσος, εἴτε φορολόγων ἀπανθρωπίαν, εἴτε λῃστῶν μιαιφονίαν, εἴτε κλεπτῶν ἀπληστίαν, εἴτε δήμευσιν, εἴτε ναυάγιον· πάντες γὰρ ὁμοίως ἐλεεινοὶ, καὶ οὕτω βλέποντες εἰς τὰς ἡμετέρας χεῖρας, ὡς ἡμεῖς εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ, περὶ ὧν ἂν δεώμεθα· καὶ τούτων αὐτῶν οἱ παρ᾿ ἀξίαν κακοπαθοῦντες, τῶν ἐν ἔθει τοῦ δυστυχεῖν ὄντων ἐλεεινότεροι· ἐξαιρέτως δὲ τοῖς ὑπὸ τῆς ἱερᾶς νόσου διεφθαρμένοις, καὶ μέχρι σαρκῶν, καὶ ὀστέων, καὶ μυελῶν, ὡς ἡ κατά τινων ἀπειλὴ, βεβρωμένοις, καὶ προδεδομένοις ὑπὸ τοῦ μοχθηροῦ, καὶ ταπεινοῦ, καὶ ἀπίστου τούτου σώματος· ᾧ πῶς συνεζύγην, οὐκ οἶδα· καὶ πῶς εἰκών τέ εἰμι Θεοῦ, καὶ τῷ πηλῷ συμφύρομαι· ὃ καὶ εὐεκτοῦν πολεμεῖ, καὶ ἀνιᾷ πολεμούμενον· ὃ καὶ ὡς σύνδουλον ἀγαπῶ, καὶ ὡς ἐχθρὸν ἀποστρέφομαι· ὃ καὶ ὡς δεσμὸν φεύγω, καὶ ὡς συγκληρονόμον αἰσχύνομαι· τῆξαι φιλονεικῶ, καὶ οὐκ ἔχω τίνι συνεργῷ πρὸς τὰ κάλλιστα χρήσωμαι, ὡς εἰδὼς εἰς ὃ γέγονα, καὶ ὅτι δεῖ με πρὸς Θεὸν ἀναβῆναι διὰ τῶν πράξεων.

7. Φείδομαι ὡς συνεργοῦ, καὶ οὐκ ἔχω πῶς φύγω τὴν ἐπανάστασιν, ἢ πῶς μὴ ἀπὸ Θεοῦ πέσω βαρηθεὶς ταῖς πέδαις κατασπώσαις, ἢ κατεχούσαις εἰς ἔδαφος. Ἐχθρός ἐστιν εὐμενὴς, καὶ φίλος ἐπίβουλος. Ὢ τῆς συζυγίας καὶ τῆς ἀλλοτριώσεω!ς Ὃ φοβοῦμαι περιέπω, καὶ ὃ στέργω δέδοικα· πρὶν πολεμῆσαι, καταλλάσσομαι· καὶ πρὶν εἰρηνεῦσαι, διίσταμαι. Τίς ἡ περὶ ἐμὲ σοφία; καὶ τί τὸ μέγα τοῦτο μυστήριον; Ἢ βούλεται μοῖραν ἡμᾶς ὄντας Θεοῦ, καὶ ἄνωθεν ῥεύσαντας, ἵνα μὴ διὰ τὴν ἀξίαν ἐπαιρόμενοι καὶ μετεωριζόμενοι καταφρονῶμεν τοῦ κτίσαντος, ἐν τῇ πρὸς τὸ σῶμα πάλῃ καὶ μάχῃ πρὸς αὐτὸν ἀεὶ βλέπειν, καὶ τὴν συνεζευγμένην ἀσθένειαν παιδαγωγίαν εἶναι τοῦ ἀξιώματος· ἵνα εἰδῶμεν οἱ αὐτοὶ μέγιστοί τε ὄντες καὶ ταπεινότατοι, ἐπίγειοι καὶ οὐράνιοι, πρόσκαιροι καὶ ἀθάνατοι, κληρονόμοι φωτὸς καὶ πυρὸς, εἴτ᾿ οὖν σκότους, ὁποτέρως ἂν νεύσωμεν; Τοιοῦτον τὸ κρᾶμα ἡμῶν, καὶ διὰ ταῦτα, ὡς γοῦν ἐμοὶ καταφαίνεται, ἵν᾿ ὅταν ἐπαιρώμεθα διὰ τὴν εἰκόνα, διὰ τὸν χοῦν συστελλώμεθα. Ταῦτα μὲν οὖν ὁ βουλόμενος φιλοσοφείτω, καὶ ἡμεῖς γε συμφιλοσοφήσομεν εὐκαιρότερον.

8. Νυνὶ δὲ, ὅ μοι λέγειν ὁ λόγος ὥρμησε, τῶν ἐμῶν περιαλγοῦντι σαρκῶν, καὶ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας ἐν ἀλλοτρίοις πάθεσι, θεραπευτέον, ἀδελφοὶ, τὸ συγγενὲς καὶ ὁμόδουλον. Εἰ γὰρ καὶ ὡς ἐχθροῦ κατηγόρησα διὰ τὸ πάθος, ἀλλὰ καὶ ὡς φίλου περιέχομαι διὰ τὸν συνδήσαντα· καὶ θεραπευτέον οὐχ ἧττον τὰ τῶν πλησίον, ἢ ἕκαστον τὸ ἑαυτοῦ, τῶν τε ὑγιαινόντων, καὶ τῶν ὑπὸ τῆς αὐτῆς νόσου δαπανωμένων. Πάντες γὰρ ἕν ἐσμεν ἐν Κυρίῳ, εἴτε πλούσιος, εἴτε πένης, εἴτε δοῦλος, εἴτε ἐλεύθερος, εἴτε ὑγιαίνων, εἴτε πονηρῶς ἔχων τοῦ σώματος· καὶ μία κεφαλὴ πάντων, ἐξ οὗ τὰ πάντα, Χριστός· καὶ ὅπερ ἐστὶν ἀλλήλοις τὰ μέλη, τοῦτο ἕκαστος ἑκάστῳ, καὶ πᾶσιν ἅπαντες· οὔκουν περιοπτέον, οὐδὲ ἀμελητέον τῶν προεμπεσόντων εἰς τὴν κοινὴν ἀσθένειαν· οὐδὲ ἀγαπητέον μᾶλλον, ὅτι εὖ ἡμῖν ἔχει τὰ σώματα, ἢ πενθητέον, ὅτι ἀθλίως τοῖς ἀδελφοῖς· καὶ ἡγεῖσθαι μίαν ἀσφάλειαν εἶναι τῶν ἡμετέρων σαρκῶν καὶ ψυχῶν, τὴν εἰς ἐκείνους φιλανθρωπίαν· σκοπῶμεν δὲ οὕτως.

9. Τοῖς μὲν ἄλλοις ἑν μόνον ἐλεεινὸν, τὸ τῆς ἀπορίας· ὃ τάχ᾿ ἂν ἢ χρόνος, ἢ πόνος, ἢ φίλος, ἢ συγγενὴς, ἢ καιροῦ μεταβολὴ λύσαιεν. Τοῖς δὲ τοῦτο μὲν οὐδενὸς ἧττον, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον, ὅσῳ τοῦ πονεῖν καὶ βοηθεῖν ἑαυτοῖς οὐκ ἔχουσιν, εἰς τὰ ἀναγκαῖα μετὰ τῶν σαρκῶν ἀφῄρηνται, καὶ μείζων ἀεὶ τῆς ἀσθενείας αὐτοῖς μᾶλλον ὁ φόβος, ἢ ἡ τῆς ὑγείας ἐλπίς· ὥστε μικρὸν γοῦν τι βοηθεῖσθαι παρὰ τῆς ἐλπίδος, ἣ μόνον τοῖς ἀτυχοῦσίν ἐστι φάρμακον. Πρὸς δὲ τῇ πενίᾳ, καὶ ἡ νόσος κακὸν δεύτερον, καὶ κακῶν τὸ ἀπευκτότατον, καὶ βαρύτατον, καὶ εἰς κατάραν τοῖς πολλοῖς προχειρότατον. Καὶ τρίτον, τὸ μὴ προσιτοὺς αὐτοὺς εἶναι, μηδὲ θεατοὺς τοῖς πλείοσιν, ἀλλὰ φευκτοὺς, καὶ βδελυκτοὺς, καὶ οἷον ἀποτροπαίους· ὃ καὶ τῆς νόσου τούτοις βαρύτερον, ὅταν αἴσθωνται διὰ τὴν συμφορὰν καὶ μισούμενοι. Ἐγὼ μὲν οὐδὲ ἀδακρυτὶ φέρω τὸ τούτων πάθος, καὶ τῇ μνήμῃ συγχέομαι· πάσχοιτε δὲ καὶ ὑμεῖς ταυτὸν, ἵνα τοῖς δάκρυσι τὰ δάκρυα φύγητε· καὶ πάσχουσί γε, οἶδ᾿ ὅτι, τῶν παρόντων ὅσοι φιλόχριστοι καὶ φιλόπτωχοι, καὶ Θεοῦ, καὶ παρὰ Θεοῦ τὸ ἐλεεῖν ἔχοντες· μάρτυρες δὲ καὶ ὑμεῖς τοῦ πάθους.

10. 
Πρόκειται τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν θέαμα δεινὸν καὶ ἐλεεινὸν, καὶ πᾶσι, πλὴν τῶν εἰδότων, ἄπιστον, ἄνθρωποι νεκροὶ καὶ ζῶντες, ἠκρωτηριασμένοι τοῖς πλείστοις τοῦ σώματος μέρεσι, μήθ᾿ οἵτινές ποτε ἦσαν, μηδὲ ὅθεν εἰσὶ μικροῦ γινωσκόμενοι· μᾶλλον δὲ τῶν ποτε ἀνθρώπων ἄθλια λείψανα· πατέρας, καὶ μητέρας, καὶ ἀδελφοὺς, καὶ τόπους, ἑαυτῶν γνωρίσματα λέγοντες· Ἐγὼ τοῦ δεῖνος, καὶ ἡ δεῖνά μοι μήτηρ, καὶ τόδε μοι ὄνομα, καὶ σύ μοι φίλος ποτὲ καὶ γνώριμος. Καὶ τοῦτο πράττουσιν, οὐ γὰρ ἔχουσι τῷ παλαιῷ χαρακτῆρι γινώσκεσθαι· ἄνθρωποι περικεκομμένοι, καὶ περιῃρημένοι χρήματα, συγγένειαν, φίλους, αὐτὰ τὰ σώματα· ἄνθρωποι μόνοι τῶν πάντων ἐλεοῦντές τε ἑαυτοὺς, καὶ μισοῦντες ὁμοίως· οὐκ ἔχοντες πότερα μᾶλλον θρηνήσωσι, τὰ μηκέτ᾿ ὄντα τοῦ σώματος, ἢ τὰ μένοντα· ὅσα προανάλωσεν ἡ νόσος, ἢ ὅσα τῇ νόσῳ λείπεται. Τὰ μὲν γὰρ ἀνήλωται δυστυχῶς, τὰ δὲ σώζεται δυστυχέστερον· τὰ μὲν οἴχεται πρὸ τῶν τάφων, τὰ δὲ οὐκ ἔστιν ὁ παραδώσων ταφῇ. Καὶ γὰρ ὁ λίαν χρηστὸς καὶ φιλάνθρωπος, τούτοις ἐστὶν ἀναλγητότατος· κἀνταῦθα μόνον ἐπελαθόμεθα σάρκες ὄντες, καὶ τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως περικείμενοι· καὶ τοσούτου δέομεν θεραπεύειν τὸ συγγενὲς, ὥστε καὶ τῶν ἡμετέρων σωμάτων ἀσφάλειαν τὴν τούτων φυγὴν νομίζομεν. Καὶ νεκρῷ μὲν ἤδη προσῆλθέ τις παλαιῷ, καὶ τούτῳ τυχὸν ὀδωδότι, καὶ ζώων ἀλόγων ἤνεγκεν ὀδωδότα σώματα, καὶ βορβόρου πλησθεὶς ἠνέσχετο· τούτους δὲ κατὰ κράτος φεύγομεν (ὢ τῆς ἀπανθρωπία!)ς, ὅτι καὶ τὸν αὐτὸν αὐτοῖς σπῶμεν ἀέρα, μικροῦ δυσχεραίνοντες.

11. Τί πατρὸς γνησιώτερον; καὶ τί μητρὸς συμπαθέστερον; Ἀλλ᾿ ἀπεκλείσθη γε τούτοις καὶ ἡ φύσις· καὶ πατὴρ παῖδα τὸν ἑαυτοῦ, ὃν ἐγέννησεν, ὃν ἀνέθρεψεν, ὃν ὀφθαλμὸν βίου μόνον ἔχειν ἐνόμισεν, ὑπὲρ οὗ πολλὰ Θεῷ καὶ πολλάκις προσηύξατο, τοῦτον ὀδύρεται μὲν, ἀπελαύνει δὲ, τὸ μὲν ἑκὼν, τὸ δὲ τυραννούμενος. Καὶ μήτηρ μέμνηται μὲν τῶν ὠδίνων, καὶ τὰ σπλάγχνα σπαράσσεται, καὶ ἀνακαλεῖται λίαν ἐλεεινῶς, καὶ προθεῖσα θρηνεῖ, καθάπερ τεθνηκότα τὸν ζῶντα· Τέκνον, λέγουσα, δυστυχὲς καὶ ἀθλίας μητρὸς, ὅ μοι συνεμερίσατο πικρῶς ἡ νόσος· τέκνον ἐλεεινὸν, τέκνον οὐ γνωριζόμενον, τέκνον, ὃ κρημνοῖς καὶ ὄρεσι καὶ ἐρημίαις ἀνεθρεψάμην· μετὰ θηρίων οἰκήσεις, καὶ σκέπη σοι πέτρα, καὶ τῶν ἀνθρώπων μόνον ὄψονταί σε οἱ εὐσεβέστατοι· καὶ ταῦτα δὴ τὰ τοῦ Ἰὼβ ἐλεεινὰ ῥήματα ἐπιφθέγγεται· Ἵνα τί γὰρ ἐπλάσθης ἐν κοιλίᾳ μητρὸς, ἐκ γαστρὸς δὲ ἐξῆλθες, καὶ οὐκ εὐθὺς ἀπώλου, ὡς συνδραμεῖν τῇ γεννήσει τὸν θάνατον; ἵνα τί δὲ οὐκ ἀπῆλθες ἄωρος, πρὶν γεύσασθαι τῶν τοῦ βίου κακῶν; Ἵνα τί δέ σοι συνήντησε γόνατα; Τί δέ σοι τὸ θηλάσαι μαστοὺς, ἀθλίως ζήσεσθαι μέλλοντι, καὶ ζωὴν θανάτου χαλεπωτέραν; Καὶ ταῦτα λέγει, καὶ ἐπαφίησι πηγὰς δακρύων, καὶ περιπτύξασθαι βούλεται μὲν ἡ δυστυχὴς, φοβεῖται δὲ τὰς τοῦ παιδὸς σάρκας ὡς πολεμίας. Πάνδημοι δὲ καταβοήσεις τε καὶ διώξεις, οὐ κατὰ τῶν ἀδικούντων, ἀλλὰ κατὰ τῶν δυστυχούντων γίνονται. Καὶ φονέα μὲν ἤδη τις συνῳκίσατο, καὶ μοιχῷ μετέδωκεν, οὐ στέγης μόνον, ἀλλὰ καὶ τραπέζης, καὶ βίου κοινωνὸν τὸν ἱερόσυλον εἵλετο, καὶ τοῖς αὐτόν τι διατεθεικόσι κακὸν ἐσπείσατο· τοῦ δὲ τὸ πάθος, ὡς ἔγκλημα, μηδὲν λυπήσαντος ἀπεστράφη. Καὶ πλέον ἔχει νόσου κακία· καὶ τὸ μὲν ἀπάνθρωπον ὡς ἐλευθέριον ἠσπασάμεθα, τὸ δὲ συμπαθὲς ὡς αἰσχρὸν ἠτιμάσαμεν.

12. Ἀπελαύνονται πόλεων, ἀπελαύνονται οἰκιῶν, ἀγορᾶς, συλλόγων, ὁδῶν, πανηγύρεων, συμποσίων, (ὢ τοῦ πάθου!)ς αὐτοῦ τοῦ ὕδατος· οὔτε πηγαὶ ῥέουσαι, τούτοις κοιναὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, οὔτε ποταμοὶ πιστεύονται μηδὲν ἐφέλκεσθαι τοῦ μολύσματος· καὶ τὸ παραδοξότατον, ὡς ἄγη μὲν ἀπελαύνομεν, ὡς δὲ οὐδὲν λυποῦντας πάλιν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἐπιστρέφομεν, οὐκ οἴκησιν ἀπονέμοντες, οὐ τὰς ἀναγκαίας τροφὰς, οὐ θεραπείαν τοῖς τραύμασιν, οὐ σκέπῃ τὴν νόσον εἰς δύναμιν περιστέλλοντες. Διὰ τοῦτο περιπλανῶνται νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ἄποροι, καὶ γυμνοὶ, καὶ ἀνέστιοι, τὴν νόσον ἐπιδεικνύντες, τὰ ἀρχαῖα ἐκδιηγούμενοι, τὸν Πλάστην ἐπιβοώμενοι, χρώμενοι τοῖς ἀλλήλων μέλεσιν ἀντὶ τῶν λειπόντων, σοφισταὶ μελῶν ἑλκόντων ἕλεον, ἄρτου τι μικρὸν αἰτοῦντες, ἢ ὄψου τι βραχύτατον, ἢ ῥάκος τι τρύχινον, βοήθημα τῆς αἰσχύνης, ἢ παραμυθίαν τοῖς ἕλκεσι. Καὶ φιλάνθρωπος οὗτος αὐτοῖς, οὐχ ὃς πρὸς τὴν χρείαν ἤρκεσεν, ἀλλ᾿ ὅστις μὴ πικρῶς ἀπεπέμψατο. Οἱ πολλοὶ δὲ αὐτῶν οὐδὲ ὑπ᾿ αἰσχύνης τὰς πανηγύρεις φεύγουσιν, αὐτὸ μὲν οὖν τοὐναντίον εἰς ταύτας ὠθοῦνται διὰ τὴν χρείαν· ταύτας δὴ λέγω τὰς πανδήμους καὶ ἱερὰς, ἃς ἡμεῖς ἐπὶ θεραπείᾳ τῶν ψυχῶν ἐξεύρομεν, ἢ κατά τι μυστήριον συνιόντες, ἢ τοῖς μάρτυσι τῆς ἀληθείας πανηγυρίζοντες, ἵν᾿ ὧν τοὺς ἀγῶνας τιμῶμεν, μιμώμεθα καὶ τὴν εὐσέβειαν. Καὶ αἰσχύνονται μὲν τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὴν συμφορὰν, ὄντες ἄνθρωποι, καὶ βούλοιντ᾿ ἂν ὄρεσιν, ἢ κρημνοῖς, ἢ ὕλαις, ἢ τὸ τελευταῖον νυκτὶ καὶ σκότῳ περικαλύπτεσθαι· ῥιπτοῦνται δὲ ὅμως εἰς μέσον, φόρτος ἐλεεινὸς, καὶ δακρύων ἄξιος. Τοῦτο μὲν ἴσως καὶ κατὰ λόγον, ἵνα ἡμῖν ὦσι τῆς ἀσθενείας ἡμῶν ὑπομνήματα, καὶ πείθωσι μηδενὶ τῶν παρόντων καὶ ὁρωμένων, ὡς ἑστῶτι, προστίθεσθαι. Ῥιπτοῦνται δὲ, οἱ μὲν ἐπιθυμίᾳ φωνῆς ἀνθρωπίνης, οἱ δὲ προσόψεως, οἱ δὲ ἵνα βραχέα ζωῆς ἐφόδια παρὰ τῶν τρυφώντων συλλέξωνται, πάντες δὲ ἵνα τι πράους γεύωνται τοὺς ἑαυτῶν θρήνους δημοσιεύσαντες.

13. Τίς οὐ κατακλᾶται τούτων τοῖς ὀδυρμοῖς, οἰκτρὰν ξυναυλίαν ἁρμοζομένων; τίς ἀκοὴ φέρει τὸ ἄκουσμα; τίς ὄψις χωρεῖ τὸ θέαμα; Οἱ μὲν κεῖνται μετ᾿ ἀλλήλων, κακῶς ὑπὸ τῆς νόσου συνεζευγμένοι, καὶ ἄλλος ἄλλο τι τῆς συμφορᾶς πρὸς τὸ ἐλεεινὸν ἐρανίζοντες· καὶ εἰσὶν ἀλλήλοις προσθήκη τοῦ πάθους, ἐλεεινοὶ τῆς ἀῤῥωστίας, τῆς συμπαθείας ἐλεεινότεροι. Περιίσταται δὲ αὐτοὺς θέατρον συμμιγὲς, συναλγούντων μὲν, ἀλλὰ πρόσκαιρα. Οἱ δὲ κυλινδοῦνται πρὸς τοῖς ποσὶ τῶν ἀνθρώπων ἡλίῳ καὶ κόνει· ἔστι δὲ ὅτε καὶ κρυμοῖς ἀγρίοις, καὶ ὄμβροις, καὶ ταραχαῖς ἀνέμων ταλαιπωρούμενοι, παρὰ τοσοῦτον οὐ συμπατούμενοι, παρ᾿ ὅσον καὶ ψαύειν αὐτῶν βδελυσσόμεθα. Ἀντᾴδει δὲ τοῖς ἱεροῖς ἔνδον μέλεσιν ὁ τῶν αἰτήσεων ὀδυρμὸς, καὶ ταῖς μυστικαῖς φωναῖς θρῆνος ἐλεεινὸς ἀντεγείρεται. Τί δεῖ πᾶσαν αὐτῶν προτιθέναι τὴν συμφορὰν ἀνθρώποις πανηγυρίζουσιν; Ἴσως ἂν καὶ ὑμῖν κινήσαιμι θρῆνον, εἰ πάντα ἐκτραγῳδοίην ἐπιμελῶς, καὶ νικήσει τὴν ἑορτὴν τὸ πάθος. Λέγω γὰρ οὖν ταῦτα, ἐπεὶ μηδέπω δύναμαι πείθειν ὑμᾶς, ὡς ἔστι ποτὲ ἡδονῆς λύπη τιμιωτέρα, καὶ κατήφεια πανηγύρεως, καὶ γέλωτος οὐ καλοῦ δάκρυον ἐπαινούμενον.

14. Οὗτοι μὲν οὖν ταῦτα, καὶ πολλῷ γε ὧν εἶπον ἀθλιώτερα, οἱ κατὰ Θεὸν ἡμῶν ἀδελφοὶ, κἂν μὴ βούλησθε, οἱ τὴν αὐτὴν ἡμῖν λαχόντες φύσιν, οἱ ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦ διηρτισμένοι, ἐξ οὗ τὸ πρῶτον γεγόναμεν, οἱ νεύροις καὶ ὀστέοις ἐνειρμένοι παραπλησίως ἡμῖν, οἱ δέρμα καὶ κρέας ἐνδεδυμένοι πᾶσιν ὁμοίως, ὥς πού φησιν ὁ θεῖος Ἰὼβ ἐμφιλοσοφῶν τοῖς πάθεσι, καὶ διαπτύων ἡμῶν τὸ φαινόμενον· μᾶλλον δὲ, εἰ χρὴ τὸ μεῖζον εἰπεῖν, οἱ τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ λαχόντες ὁμοίως ἡμῖν, καὶ φυλάσσοντες ἴσως ὑπὲρ ἡμᾶς, εἰ καὶ τὰ σώματα διεφθάρησαν· οἱ τὸν αὐτὸν ἐνδεδυμένοι Χριστὸν κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, καὶ τὸν αὐτὸν ἡμῖν πιστευθέντες ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος· οἱ τῶν αὐτῶν ἡμῖν μετασχόντες νόμων, λογίων, διαθηκῶν, συνάξεων, μυστηρίων, ἐλπίδων· ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ὁμοίως ἀπέθανεν, ὁ παντὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου· οἱ συγκληρονόμοι τῆς ἄνω ζωῆς, καὶ εἰ παραπολὺ τῆς ἐνταῦθα διήμαρτον· οἱ συνθαπτόμενοι Χριστῷ, καὶ συνανιστάμενοι· εἴπερ συμπάσχουσιν, ἵνα καὶ συνδοξασθῶσιν.

15. Τί δὲ ἡμεῖς, οἱ τὸ μέγα καὶ καινὸν ὄνομα κεκληρωμένοι, τὸ καλεῖσθαι ἀπὸ Χριστοῦ, τὸ ἅγιον ἔθνος, τὸ βασίλειον ἱεράτευμα, ὁ περιούσιος λαὸς καὶ ἐξαίρετος, ὁ ζηλωτὴς καλῶν ἔργων καὶ σωτηρίων, οἱ Χριστοῦ μαθηταὶ τοῦ πράου καὶ φιλανθρώπου, καὶ τὰς ἀσθενείας ἡμῶν βαστάσαντος, τοῦ ταπεινώσαντος ἑαυτὸν μέχρι τοῦ ἡμετέρου φυράματος, τοῦ δι᾿ ἡμᾶς πτωχεύσαντος τὴν σάρκα ταύτην καὶ τὸ γεῶδες σκῆνος, καὶ ὀδυνηθέντος καὶ μαλακισθέντος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἡμεῖς πλουτήσωμεν τὴν θεότητα; Τί οὖν ἡμεῖς, οἱ τοσοῦτον εὐσπλαγχνίας καὶ συμπαθείας λαβόντες ὑπόδειγμα· τί διανοησόμεθα περὶ τούτων, καὶ τί ποιήσομεν; Περιοψόμεθα; παραδραμούμεθα; Καταλείψομεν ὡς νεκροὺς, ὡς ἐβδελυγμένους, ὡς ἑρπετῶν καὶ θηρίων τὰ πονηρότατα; Μηδαμῶς, ἀδελφοί· οὔτε πρὸς ἡμῶν ταῦτα, τοῦ Χριστοῦ θρεμμάτων, τοῦ ἀγαθοῦ Ποιμένος, τοῦ τὸ πλανώμενον ἐπιστρέφοντος, καὶ τὸ ἀπολωλὸς ἐκζητοῦντος, καὶ τὸ ἀσθενὲς ἐνισχύοντος· οὔτε πρὸς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἣ τὸ συμπαθὲς ἐνομοθέτησεν, ἐκ τῆς ἴσης ἀσθενείας μαθοῦσα τὸ εὐσεβὲς καὶ φιλάνθρωπον.

16. Ἀλλ᾿ οἱ μὲν ὕπαιθροι ταλαιπωρήσουσιν, ἡμεῖς δὲ οἰκήσομεν οἰκίας ὑπερλάμπρους, λίθοις παντοίοις διηνθισμένας, καὶ χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ καταστραπτούσας, καὶ ψηφῖδος λεπτῆς διαθέσει, καὶ ποικιλίᾳ γραφῆς, ὀφθαλμῶν ἀπατηλοῖς δελεάσμασι; Καὶ τὰς μὲν οἰκήσομεν, τὰς δὲ οἰκοδομήσομεν, τίσιν; Οὐδὲ κληρονόμοις ἴσως ἡμῶν, ἀλλὰ ξένοις καὶ ἀλλοτρίοις, καὶ τούτων ἴσως οὐδὲ τοῖς ἀγαπῶσιν ἡμᾶς, ἀλλὰ τοῖς ἀπεχθεστάτοις καὶ φθονερωτάτοις, ὃ κακῶν ἔσχατον. Καὶ οἱ μὲν ῥιγώσουσιν ἐν τρυχίνοις καὶ διεσπασμένοις ῥάκεσι, μᾶλλον δὲ οὐδὲ τούτων τυχὸν εὐπορήσουσιν· ἡμεῖς δὲ θρύψομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐσθῆτι μαλακῇ καὶ περιῤῥεούσῃ, καὶ τοῖς ἐκ λίνου καὶ σηρῶν ἀερίοις ὑφάσμασι, καὶ τοῖς μὲν ἐνασχημονήσομεν μᾶλλον, ἤπερ ἐμπρέψομεν (οὕτω γὰρ ἐγὼ καλῶ πᾶν τὸ περιττὸν καὶ περίεργον), τὰ δὲ ἔνδον ἡμῖν ἀποκείσεται φροντὶς ἄχρηστος καὶ ἀνόνητος, σητῶν δαπάνη καὶ χρόνου τοῦ τὰ πάντα καταναλίσκοντος· καὶ οἱ μὲν, οὐδὲ τῆς ἀναγκαίας τροφῆς εὐπορήσουσιν, (ὢ τῆς ἐμῆς τρυφῆς, καὶ τῆς ἐκείνων ταλαιπωρία!)ς ἀλλὰ κείσονται πρὸ τῶν ἡμετέρων θυρῶν, ἐκλυόμενοι καὶ λιμώττοντες, οὐδὲ τὰς πρὸς τὴν αἴτησιν ἀφορμὰς παρὰ τοῦ σώματος ἔχοντες, ἐστερημένοι φωνῶν μὲν, εἰς τὸ ὀδύρεσθαι, χειρῶν δὲ, εἰς τὸ προτείνειν ἐφ᾿ ἱκεσίᾳ, ποδῶν δὲ, εἰς τὸ προσιέναι τοῖς ἔχουσιν, ἀναπνοῶν δὲ, εἰς εὐτονίαν τῆς θρηνῳδίας, τὸ βαρύτατον τῶν κακῶν κουφότατον κρίνοντες, τοῖς ὀφθαλμοῖς μόνον εὐχαριστοῦντες, ὅτι μὴ τὴν ἑαυτῶν λώβην βλέπουσιν;

17. Καὶ οἱ μὲν οὕτως· ἡμεῖς δὲ ἀνακεισόμεθα λαμπροὶ λαμπρῶς ἐπὶ στιβάδος ὑψηλῆς τε καὶ μετεώρου, καὶ τῶν περιττῶν καὶ ἀψαύστων ἐπιβλημάτων, κἂν φωνῆς ἀκούσωμεν τῶν αἰτήσεων δυσχεραίνοντες. Δεῖ δὲ ἡμῖν τὸ μὲν ἔδαφος εὐωδεῖν ἄνθεσι, πολλάκις καὶ τῆς ὥρας ἔξω, τὴν δὲ τράπεζαν κατεῤῥάνθαι μύροις, καὶ μύρων τοῖς εὐωδεστάτοις τε καὶ πολυτελεστάτοις, ἵνα καὶ μᾶλλον ἐκθηλυνώμεθα· παῖδας δὲ παρεστάναι, τοὺς μὲν ἐν κόσμῳ καὶ ἐφεξῆς, ἀνέτους τὰς κόμας καὶ θηλυδρίας, καὶ τῇ κατὰ πρόσωπον κουρᾷ περιειργασμένους, πλεῖον ἢ ὅσον συμφέρει λίχνοις ὀφθαλμοῖς κεκοσμημένους· τοὺς δὲ τὰς κύλικας ἐπ᾿ ἄκρων δακτύλων ἔχοντας, ὡς οἷόν τε εὐπρεπέστατά τε ὁμοῦ καὶ ἀσφαλέστατα· τοὺς δὲ ὑπὲρ κεφαλῆς ἄνεμον ταῖς ῥιπῖσι σοφιζομένους, καὶ ταῖς ἐκ χειρῶν αὔραις τὸ πλῆθος τῶν σαρκῶν ἀναψύχοντας· καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις, πλήθειν μὲν κρεῶν τὴν τράπεζαν, πάντων χορηγούντων ἡμῖν τῶν στοιχείων πλουσίως, ἀέρος, γῆς, ὕδατος· καὶ στενοχωρεῖσθαι τοῖς μαγείρων καὶ ὀψοποιῶν μαγγανεύμασιν, ἀγῶνα δὲ εἶναι πᾶσιν, ὅστις ὡς μάλιστα τὴν λίχνην ἡμῖν καὶ ἀχάριστον κολακεύσει γαστέρα, τὸ βαρὺ φορτίον καὶ ἀρχέκακον, τὸ ἀπληστότατον θηρίον καὶ ἀπιστότατον, τὴν καταργουμένην αὐτίκα σὺν τοῖς καταργουμένοις βρώμασι. Καὶ τοῖς μὲν πολύ τι κόρος καὶ ὕδατος, ἡμῖν δὲ καὶ μέχρι μέθης οἱ τοῦ οἴνου κρατῆρες, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ τὴν μέθην, τοῖς γε ἀκολαστοτέροις· καὶ τὸν μὲν ἀποπεμψόμεθα τῶν οἴνων, τὸν δὲ ἐγκρινοῦμεν ὡς ἀνθοσμίαν, περὶ δὲ τοῦ φιλοσοφήσομεν, ζημία δὲ, εἰ μὴ προσέσται τῷ ἐγχωρίῳ καὶ τῶν ὀνομαζομένων ξένων τις, ὥσπερ τύραννος. Δεῖ γὰρ ἡμᾶς ἁβροὺς καὶ τῆς χρείας περιττοτέρους, ἢ εἶναι, ἢ νομίζεσθαι, ὥσπερ αἰσχυνομένους, εἰ μὴ κακοὶ νομιζοίμεθα, καὶ δοῦλοι γαστρὸς, καὶ τῶν ὑπὸ γαστέρα.

18. Τί ταῦτα, ὦ φίλοι καὶ ἀδελφοί; τί νοσοῦμεν καὶ αὐτοὶ τὰς ψυχὰς, νόσον πολὺ τῆς τῶν σωμάτων χαλεπωτέραν; Ὅσῳ τὴν μὲν ἀκούσιον οἶδα, τὴν δὲ ἐρχομένην ἐκ προαιρέσεως· καὶ τὴν μὲν τῇ ζωῇ ταύτῃ συγκαταλυομένην, τὴν δὲ συναπιοῦσαν ἡμῖν μεθισταμένοις· καὶ τὴν μὲν ἐλεουμένην, τὴν δὲ μισουμένην, τοῖς γε νοῦν ἔχουσιν. Τί μὴ βοηθοῦμεν τῇ φύσει καιρὸν ἔχοντες; τί μὴ περιστέλλομεν, σάρκες ὄντες, τῆς σαρκὸς τὴν ταπείνωσιν; τί τρυφῶμεν ἐν τοῖς τῶν ἀδελφῶν δυστυχήμασι; Μή μοι γένοιτο, μήτε πλουτεῖν, τούτων ἀπορουμένων· μήτε εὐεκτεῖν, εἰ μὴ βοηθοίην τοῖς τούτων τραύμασι· μὴ τροφῆς ἱκανῶς ἔχειν, μὴ σκέπης, μὴ ὑπὸ στέγην ἀναπαύεσθαι, εἰ μὴ καὶ ἄρτον ὀρέξαιμι, καὶ μεταδοίην ἐσθῆτος εἰς δύναμιν, καὶ ὑπὸ στέγην ἀναπαύσαιμι. Ἀλλ᾿ ἤτοι πάντα ἀποθετέον Χριστῷ, ἵνα γνησίως ἀκολουθήσωμεν αὐτῷ, τὸν σταυρὸν ἀράμενοι, καὶ ἀναπτῶμεν ὡς κοῦφοι πρὸς τὸν ἄνω κόσμον, καὶ εὐσταλεῖς ὑπὸ μηδενὸς καθελκόμενοι, καὶ κερδήσωμεν ἀντὶ πάντων Χριστὸν, διὰ ταπείνωσιν ὑψωθέντες, καὶ διὰ πενίαν πλουτήσαντες· ἢ Χριστῷ τὰ ὄντα συμμεριστέον, ἵνα πως καὶ τὸ ἔχειν, διὰ τοῦ καλῶς ἔχειν, ἁγιασθῇ, καὶ τοῦ κοινωνεῖν τοῖς μὴ ἔχουσιν. Εἰ δὲ καὶ σπείραιμι ἐμαυτῷ μόνῳ, σπείραιμι ἄρα, καὶ ἄλλοι φάγοιεν· καὶ ἵνα πάλιν εἴπω τὸ τοῦ Ἰώβ· Ἀντὶ πυροῦ ἐξέλθοι μοι κνίδη, ἀντὶ δὲ κριθῆς βάτος· καύσων δὲ ἄνεμος ὑπολάβοι, καὶ ὑφέλοιτο λαῖλαψ τοὺς ἐμοὺς πόνους, ἵνα εἰς κενὸν κοπιάσαιμι. Εἰ δὲ καὶ ἀποθήκας οἰκοδομήσαιμι ἐκ τῶν μαμωνᾶ θησαυρίζων, καὶ μαμωνᾷ, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν ἀπαιτηθείην, λόγον ὑφέξων, ὧν κακῶς ἐθησαύρισα.

19. Οὐ σωφρονήσομεν ὀψὲ γοῦν; οὐ καταβαλοῦμεν τὴν ἀναλγησίαν, ἵνα μὴ λέγω μικρολογίαν; οὐ τὰ ἀνθρώπινα λογιούμεθα; οὐκ ἐν τοῖς ἑτέρων κακοῖς τὰ ἡμέτερα εὖ θησόμεθα; Φύσει μὲν γὰρ οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων βέβαιον, οὐδὲ ὁμαλὸν, οὐδὲ αὔταρκες, οὐδὲ ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἱστάμενον· ἀλλὰ κύκλος τις τῶν ἡμετέρων περιτρέχει πραγμάτων, ἄλλοτε ἄλλας ἐπὶ μιᾶς ἡμέρας πολλάκις, ἔστι δ᾿ ὅτε καὶ ὥρας, φέρων μεταβολάς· καὶ αὔραις μᾶλλον ἔστι πιστεύειν οὐχ ἱσταμέναις, καὶ νηὸς ποντοπορούσης ἴχνεσι, καὶ νυκτὸς ἀπατηλοῖς ὀνείρασιν, ὧν πρὸς ὀλίγον ἡ χάρις, καὶ ὅσα κατὰ ψαμάθων παῖδες τυποῦσι παίζοντες, ἢ ἀνθρώπων εὐημερίᾳ· σώφρονες δὲ, οἱ διὰ τὸ μὴ πιστεύειν τοῖς παροῦσι, τὸ μέλλον ἑαυτοῖς θησαυρίζοντες· καὶ διὰ τὸ τῆς ἀνθρωπίνης εὐπραγίας ἄστατον καὶ ἀνώμαλον, τὴν οὐ πίπτουσαν ἀγαπῶντες χρηστότητα, ἵνα τριῶν ἕν γέ τι πάντως κερδάνωσιν· ἢ τὸ μή ποτε πρᾶξαι κακῶς, ἐπεὶ καὶ τοῖς ἐντεῦθεν χρηστοῖς πολλάκις δεξιοῦται τὸ θεῖον τοὺς εὐσεβεῖς, χρηστότητι τὸ συμπαθὲς προκαλούμενον· ἢ τὸ παῤῥησίαν ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς πρὸς Θεὸν, ὡς οὐ διὰ κακίαν, ἀλλὰ διά τινα οἰκονομίαν κακοπαθήσαντες· ἢ, τὸ τελευταῖον, ὡς ὀφειλομένην ἀπαιτεῖν τὴν παρὰ τῶν εὖ πραττόντων φιλανθρωπίαν, ἣν τοῖς χρῄζουσι προεισήνεγκαν, δεξιῶς αὐτοὶ πράττοντες.

20. Μὴ καυχάσθω, φησὶν, ὁ σοφὸς ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, μηδὲ ὁ πλούσιος ἐν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ, μηδὲ ὁ δυνατὸς ἐν τῇ ἰσχύι αὐτοῦ· κἂν εἰς τὸ ἄκρον ὦσιν ἐληλακότες, ὁ μὲν σοφίας, ὁ δὲ περιουσίας, ὁ δὲ δυνάμεως. Ἐγὼ δὲ προσθήσω καὶ ἃ τούτοις ἕπεται· Μηδὲ ὁ περίβλεπτος ἐν τῇ δόξῃ, μηδὲ ὁ εὐεκτῶν ἐν τῇ ὑγιείᾳ, μηδὲ ὁ καλὸς ἐν τῇ ὥρᾳ, μηδὲ ὁ νέος ἐν τῇ νεότητι, μηδὲ ἐν ἄλλῳ μηδενὶ τῶν ἐνταῦθα ἐπαινουμένων, εἰ δεῖ συνελόντα εἰπεῖν, ὁ ὑπὸ τούτου φυσώμενος· ἀλλ᾿ ἢ ἐν τούτῳ καυχάσθω ὁ καυχώμενος μόνον, ἐν τῷ συνιεῖν καὶ ἐκζητεῖν τὸν Θεὸν, καὶ συναλγεῖν τοῖς πάσχουσι, καὶ πρὸς τὸ μέλλον ἑαυτῷ τι χρηστὸν ἀποτίθεσθαι. Τὰ μὲν γάρ ἐστι ῥευστὰ καὶ πρόσκαιρα, καὶ, ὥσπερ ἐν παιδιᾷ ψήφων, ἄλλοτε εἰς ἄλλους μεταῤῥιπτούμενα, καὶ μετατιθέμενα· καὶ οὐδὲν οὕτω τοῦ κατέχοντος ἴδιον, ὡς ἢ μὴ χρόνῳ παυθῆναι, ἢ φθόνῳ μετατεθῆναι· τὰ δὲ ἑστῶτα καὶ μένοντα, καὶ οὔποτε ὑποχωροῦντα, οὐδὲ μεταπίπτοντα, οὐδὲ σφάλλοντα τὰς τῶν πεπιστευκότων ἐλπίδας. Ἀλλ᾿ ἐμοὶ μὲν καὶ διὰ τοῦτο δοκεῖ, μηδὲν τῶν ἐνταῦθα ἀγαθῶν εἶναι πιστὸν τοῖς ἀνθρώποις, μηδὲ πολυχρόνιον· ἀλλ᾿ εἴπερ τι ἄλλο, καὶ τοῦτο καλῶς τῷ τεχνίτῃ Λόγῳ καὶ τῇ πάντα νοῦν ὑπερεχούσῃ Σοφίᾳ μεμηχανῆσθαι, παίζεσθαι ἡμᾶς ἐν τοῖς ὁρωμένοις, ἄλλοτε ἄλλως μεταβαλλομένοις καὶ μεταβάλλουσι, καὶ ἄνω καὶ κάτω φερομένοις τε καὶ περιτρεπομένοις, καὶ πρὶν ληφθῆναι ἀπιοῦσι καὶ φεύγουσιν· ἵνα τὸ ἐν τούτοις ἄστατον καὶ ἀνώμαλον θεωρήσαντες, πρὸς τὸ μέλλον μεθορμησώμεθα. Τί γὰρ ἂν ἐποιήσαμεν, ἑστῶτος τοῦ εὖ πράττειν ἡμῖν, ὁπότε, οὐ μένοντος, τοσοῦτον αὐτῷ προσδεδέμεθα, καὶ οὕτως ἡμᾶς ἡ περὶ τοῦτο ἡδονὴ καὶ ἀπάτη ἔχει δουλώσασα, ὥστε μηδὲν κρεῖττον, μηδὲ ὑψηλότερον τῶν παρόντων διανοεῖσθαι δύνασθαι, καὶ ταῦτα κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ γεγονέναι καὶ ἀκούοντας καὶ πιστεύοντας, τὴν ἄνω τε οὖσαν καὶ πρὸς ἑαυτὴν ἕλκουσαν;

21. Τίς σοφὸς, καὶ συνήσει ταῦτα; Τίς παραδραμεῖται τὰ παρατρέχοντα; τίς προσθήσεται τοῖς ἐπιμένουσι; τίς περὶ τῶν παρόντων, ὡς ἀπιόντων διανοηθήσεται; τίς περὶ τῶν ἐλπιζομένων, ὡς ἱσταμένων; τίς διαιρήσει τὰ ὄντα καὶ τὰ φαινόμενα, καὶ τοῖς μὲν ἕψεται, τῶν δὲ ὑπερόψεται; τίς γραφὴν καὶ ἀλήθειαν; τίς τὴν κάτω σκηνὴν, καὶ τὴν ἄνω πόλιν; τίς παροικίαν καὶ κατοικίαν; τίς σκότος ἀπὸ τοῦ φωτός; τίς ἰλὺν βυθοῦ καὶ ἁγίαν γῆν; τίς σάρκα καὶ πνεῦμα; τίς Θεὸν καὶ κοσμοκράτορα; τίς θανάτου σκιὰν, καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον; τίς τοῖς παροῦσι τὸ μέλλον ὠνήσεται; τίς τῷ ῥέοντι πλούτῳ τὸν μὴ λυόμενον; τίς τοῖς ὁρωμένοις τὰ μὴ βλεπόμενα; Μακάριος μὲν οὖν, ὅστις ταῦτα διακρίνων, καὶ διαιρῶν τῇ τομῇ τοῦ Λόγου, τῇ διαιρούσῃ τὸ κρεῖττον ἀπὸ τοῦ χείρονος, ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διατίθεται, ὥς πού φησιν ὁ θεῖος Δαβὶδ, καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος ταύτην φεύγων, ὁπόση δύναμις, τὰ ἄνω ζητεῖ, καὶ σταυρούμενος κόσμῳ μετὰ Χριστοῦ, Χριστῷ συνίσταται, καὶ Χριστῷ συνανέρχεται, τῆς οὐκέτι μεταπιπτούσης ζωῆς οὐδὲ ἀπατηλῆς κληρονόμος· οὗ μηκέτι δάκνων ὄφις ἐπὶ ὁδοῦ, οὐδὲ τηρῶν πτέρναν, καὶ κεφαλὴν τηρούμενος. Τοῖς δὲ λοιποῖς ἡμῖν καλῶς ὁ αὐτὸς ἐμβοᾷ Δαβὶδ, ὥσπερ τις μεγαλοφωνότατος κῆρυξ ἀπὸ ὑψηλοῦ καὶ πανδήμου κηρύγματος, βαρυκαρδίους τε ἀποκαλῶν, καὶ ἀγαπῶντας ψεῦδος, μὴ σφόδρα περιέχεσθαι τῶν ὁρωμένων, μηδὲ ἄλλο τι ἢ κόρον σίτου καὶ οἴνου τῶν φθειρομένων, πᾶσαν τὴν ἐντεῦθεν εὐδαιμονίαν ὑπολαμβάνειν. Καὶ τάχα που τοῦτο καὶ ὁ μακάριος ἐννοῶν Μιχαίας, καὶ τῶν χαμαὶ ἐρχομένων καὶ δοκούντων ἀγαθῶν κατεξανιστάμενος, Ἐγγίσατε, φησὶν, ὄρεσιν αἰωνίοις· ἀνάστα καὶ πορεύου, ὅτι οὐκ ἔστι σοι αὕτη ἀνάπαυσις· τοῦτο μὲν οὖν ἤδη καὶ τοῖς ῥήμασιν αὐτοῖς μικροῦ σύμφωνον, οἷς ὁ Κύριος καὶ Σωτὴρ ἡμῶν διακελεύεται, τί λέγων; Ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν· οὐ τοὺς τότε μαθητὰς μόνον ἐξ ἐκείνου μόνου τοῦ τόπου μετατιθεὶς, ὡς ἂν οἰηθείη τις, ἀλλ᾿ ἀεὶ καὶ πάντας τοὺς ἑαυτοῦ μαθητὰς ἀπὸ γῆς καὶ τῶν περὶ γῆν εἰς οὐρανοὺς ἕλκων καὶ τὰ οὐράνια.

22. Τοιγαροῦν, ἀκολουθήσωμεν ἤδη τῷ Λόγῳ, ζητήσωμεν τὴν ἐκεῖθεν ἀνάπαυσιν, ῥίψωμεν τὴν ἐντεῦθεν περιουσίαν· ὃ καλόν ἐστι ταύτης, τοῦτο μόνον κερδάνωμεν, κτησώμεθα τὰς ἑαυτῶν ψυχὰς ἐν ἐλεημοσύναις, μεταδῶμεν τῶν ὄντων τοῖς πένησιν, ἵνα τὰ ἐκεῖθεν πλουτήσωμεν. Δὸς μερίδα καὶ τῇ ψυχῇ, μὴ τῇ σαρκὶ μόνον· δὸς μερίδα καὶ τῷ Θεῷ, μὴ τῷ κόσμῳ μόνον· ὕφελέ τι τῆς γαστρὸς, τῷ πνεύματι καθιέρωσον· ἅρπασόν τι τοῦ πυρὸς, ἀπόθου μακρὰν ἀπὸ τῆς κάτω νεμομένης φλογός· ἅρπασον τοῦ τυράννου, καταπίστευσον τῷ Δεσπότῃ. Δὸς μερίδα τοῖς ἑπτὰ, τῷ βίῳ τούτῳ, καί γε τοῖς ὀκτὼ, τῷ μετὰ τοῦτον ἡμᾶς ἐκδεξομένῳ· δὸς ὀλίγον, παρ᾿ οὗ τὸ πλεῖον ἔχεις· δὸς καὶ τὸ πᾶν, τῷ τὰ πάντα χαρισαμένῳ. Οὐδέποτε νικήσεις μεγαλοδωρεὰν Θεοῦ, κἂν πάντα πρόῃ τὰ ὄντα, κἂν τοῖς οὖσι σεαυτὸν προσθῇς. Καὶ τοῦτο γάρ ἐστι λαβεῖν, τὸ τῷ Θεῷ δοθῆναι· ὅσον ἐὰν εἰσενέγκῃς, πλεῖον ἀεὶ τὸ λειπόμενον· καὶ οὐδὲν δώσεις ἴδιον, ὅτι τὰ πάντα παρὰ Θεοῦ. Καὶ ὥσπερ οὐκ ἔστιν ὑπερβῆναι τὴν ἑαυτοῦ σκιὰν ὑποχωροῦσαν καθόσον πρόιμεν, καὶ τὸ ἴσον ἀεὶ προέχουσαν· οὐδὲ ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν γενέσθαι σώματος μέγεθος ὑπερκειμένην ἀεὶ τοῦ σώματος· οὕτως οὐδὲ οἷς δίδομεν νικῆσαι Θεόν. Οὐ γὰρ ἔξω τι τῶν αὐτοῦ δίδομεν, οὐδὲ ὑπὲρ τὴν ἐκείνου φιλοτιμίαν.

23. Γνῶθι πόθεν σοι τὸ εἶναι, τὸ ἀναπνεῖν, τὸ φρονεῖν, αὐτὸ τὸ μέγιστον, τὸ γινώσκειν Θεόν, βασιλείαν οὐρανῶν ἐλπίζειν, ἀγγέλων ἰσοτιμίαν, δόξης θεωρίαν, νῦν μὲν τὴν ἐν ἐσόπτροις τε καὶ αἰνίγμασι, τότε δὲ τὴν τελεωτέραν τε καὶ καθαρωτέραν· υἱὸν γενέσθαι Θεοῦ, συγκληρονόμον Χριστοῦ, τολμήσας εἴπω, καὶ θεὸν αὐτόν; Πόθεν σοι ταῦτα πάντα, καὶ παρὰ τίνος; Ἢ, ἵνα τὰ μικρὰ λέγω καὶ τὰ ὁρώμενα, τίς ἔδωκέ σοι κάλλος οὐρανοῦ βλέπειν, ἡλίου δρόμον, σελήνης κύκλον, ἀστέρων πλῆθος, καὶ τὴν ἐν τούτοις πᾶσιν, ὥσπερ ἐν λύρᾳ, εὐαρμοστίαν καὶ τάξιν ὡσαύτως ἔχουσαν, ὡρῶν ἀλλαγὰς, μεταβολὰς καιρῶν, ἐνιαυτῶν περιόδους, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἰσομοιρίαν, γῆς ἐκφύσεις, ἀέρος χύσιν, πλάτη θαλάττης λελυμένης καὶ ἱσταμένης, βάθη ποταμῶν, ἀνέμων ῥεύματα; Τίς ὑετοὺς, γεωργίαν, τροφὰς, τέχνας, οἰκήσεις, νόμους, πολιτείας, βίον ἥμερον, οἰκείωσιν πρὸς τὸ συγγενές; Πόθεν σοι τῶν ζώων τὰ μὲν ἡμέρωται καὶ ὑπέζευκται, τὰ δὲ τροφῇ παραδέδοται; Τίς σε κύριον καὶ βασιλέα πάντων κατέστησε τῶν ἐπὶ τῆς γῆς; Τίς, ἵνα μὴ καθ᾿ ἕκαστον λέγω, πάντα, οἷς προέχει τῶν ἄλλων ἄνθρωπος, ἐδωρήσατο; Οὐχ οὗτος, ὃς νῦν πρὸ πάντων καὶ ἀντὶ πάντων αἰτεῖ παρὰ σοῦ τὸ φιλάνθρωπον; Εἶτα οὐκ αἰσχυνόμεθα, εἰ τοσαῦτα παρ᾿ αὐτοῦ, τὰ μὲν λαβόντες, τὰ δὲ ἐλπίζοντες, μηδὲ ἑν τοῦτο εἰσοίσομεν τῷ Θεῷ, τὸ φιλάνθρωπον; Ἀλλ᾿ ὁ μὲν τῶν θηρίων ἡμᾶς ἐχώρισε, καὶ λόγῳ μόνους τῶν ἐπὶ γῆς ἐτίμησεν· ἡμεῖς δὲ ἡμᾶς αὐτοὺς θηριώσομεν, καὶ τοσοῦτον ὑπὸ τῆς τρυφῆς διεφθάρμεθα, ἢ μεμήναμεν, ἢ, οὐκ ἔχω τί λέγειν, ὥστε ὁμοῦ τῇ μάζῃ καὶ τοῖς πιτύροις, ἃ κακῶς ἴσως ἐπορισάμεθα, καὶ τὴν φύσιν εἶναι βελτίους αὐτῶν οἰησόμεθα; Καὶ ὥςπερ ἦν τι τὸ παλαιὸν, ὅσον ἐπὶ τοῖς μύθοις, γένος γιγάντων καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων· οὕτω καὶ ἡμεῖς τούτοις ἐσόμεθα ὑψηλοί τε καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον, οἷον Νεβρὼδ ἐκεῖνος, ἢ τὸ τοῦ Ἐνὰκ γένος, ἐκθλίβον πάλαι τὸν Ἰσραὴλ, ἢ δι᾿ οὓς ὁ κατακλυσμὸς τὴν γῆν ἐκάθηρεν; Καὶ ὁ μὲν οὐκ αἰσχύνεται Πατὴρ ἡμῶν καλεῖσθαι, Θεὸς ὢν καὶ Δεσπότης· ἡμεῖς δὲ καὶ τὸ συγγενὲς ἀρνησόμεθα;

24. Μηδαμῶς, ὦ φίλοι καὶ ἀδελφοὶ, μὴ γενώμεθα κακοὶ τῶν δοθέντων ἡμῖν οἰκονόμοι, ἵνα μὴ ἀκούωμεν Πέτρου λέγοντος· Αἰσχύνθητε, οἱ κατέχοντες τὰ ἀλλότρια, καὶ μιμήσασθε ἰσότητα Θεοῦ, καὶ οὐδεὶς ἔσται πένης. Μὴ κάμνωμεν θησαυρίζοντες καὶ φυλάσσοντες, ἄλλων πενίᾳ καμνόντων, μὴ ὀνειδίσῃ καὶ ἀπειλήσῃ πικρῶς ἡμῖν, ἔνθεν μὲν ὁ θεῖος Ἀμὼς ἐν τούτοις τοῖς ῥήμασιν· Ἄγε νῦν, οἱ λέγοντες· Πότε διελεύσεται ὁ μὴν, καὶ ἐμπωλήσωμεν· καὶ τὰ Σάββατα, καὶ ἀνοίξωμεν θησαυρούς; καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις, δι᾿ ὧν τοῖς μέγα καὶ μικρὸν στάθμιον κτωμένοις, τὴν τοῦ Θεοῦ μῆνιν ἐπανατείνεται· ἔνθεν δὲ ὁ μακάριος Μιχαίας, τάχα μὲν καὶ αὐτὴν τὴν τρυφὴν ἐπικόπτων, ὡς τοῦ κόρου τὴν ὕβριν τίκτοντος, καὶ τὸ κατασπαταλᾷν ἐπὶ κλινῶν ἐλεφαντίνων, καὶ τοῖς πρώτοις τῶν μύρων θρύπτεσθαι, μόσχοις τε ἁπαλοῖς ἐκ βουκολίων καὶ ἐρίφοις ἐκ ποιμνίων πιαίνεσθαι, καὶ πρὸς τὴν φωνὴν τῶν ὀργάνων ἐπικροτεῖν, καὶ ἔτι μᾶλλον τὸ οἴεσθαι στάσιμόν τι τούτων εἶναι καὶ μόνιμον· τάχα δὲ οὐχ οὕτω ταῦτα δεινὰ νομίζων, ὡς τὸ μηδὲν πάσχειν ἐπὶ τῇ συντριβῇ τοῦ Ἰωσὴφ αὐτοὺς τρυφῶντας· τοῦτο γὰρ τῇ τῆς πλησμονῆς κατηγορίᾳ προστίθησιν· ὃ μὴ πάθωμεν νῦν ἡμεῖς, μηδὲ τοσοῦτον τρυφήσωμεν, ὥστε καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας καταφρονεῖν τούτοις δυσχεραίνοντος, κἂν μὴ παρὰ πόδας, μηδὲ ὁμοῦ τῇ κακίᾳ τὴν ὀργὴν ἐπάγῃ τοῖς ἁμαρτάνουσιν.

25. Μιμησώμεθα νόμον Θεοῦ τὸν ἀνωτάτω καὶ πρῶτον, ὃς βρέχει μὲν ἐπὶ δικαίους καὶ ἁμαρτωλοὺς, ἀνατέλλει δὲ πᾶσιν ὁμοίως τὸν ἥλιον· γῆν δὲ χερσαίοις πᾶσιν ἥπλωσεν ἄνετον, καὶ κρήνας, καὶ ποταμοὺς, καὶ ὕλας· ἀέρα δὲ πτηναῖς φύσεσι, καὶ ὕδωρ ὅσοις ὁ βίος ἔνυδρος, καὶ τὰς πρώτας τοῦ ζῇν ἀφορμὰς ἀφθόνους ἅπασιν ἐχαρίσατο, οὐ δυναστείᾳ κρατουμένας, οὐ νόμῳ περιγραφομένας, οὐχ ὁρίοις διειργομένας· ἀλλὰ καὶ κοινὰς τὰς αὐτὰς καὶ πλουσίας, καὶ οὐδὲν παρὰ τοῦτο ἐνδεεστέρας προέθηκεν· τό τε τῆς φύσεως ὁμότιμον ἰσότητι τῆς δωρεᾶς τιμῶν, καὶ δεικνὺς τὸν πλοῦτον τῆς ἑαυτοῦ χρηστότητος. Ἄνθρωποι δὲ χρυσὸν, καὶ ἄργυρον, καὶ τῆς ἐσθῆτος ὅση μαλακὴ, καὶ ὑπὲρ τὴν χρείαν, καὶ τῶν λίθων τοὺς διαυγεῖς κατορύξαντες, εἴτε τι ἄλλο τοιοῦτον, ἃ πολέμου, καὶ στάσεως, καὶ τῆς πρώτης τυραννίδος ἐστὶ γνωρίσματα, ἔπειτα αἴρουσι τὴν ὀφρὺν ὑπὸ ἀνοίας, καὶ τοῖς ἀτυχοῦσι τῶν συγγενῶν τὸν ἔλεον ἀποκλείουσιν, οὐδὲ τοῖς περιττοῖς εἰς τὰ ἀναγκαῖα βοηθεῖν θέλοντες, (ὢ τῆς ἀπαιδευσία!ς ὢ τῆς σκαιότητο!)ς οὐδ᾿ εἰ μή τι ἄλλο, ἐκεῖνό γε ἐνθυμούμενοι, ὅτι πενία καὶ πλοῦτος, ἐλευθερία τε, ἥν φαμεν, καὶ δουλεία, καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ὀνομάτων, ὕστερον ἐπεισῆλθε τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, ὥσπερ ἀῤῥωστήματα κοινά τινα τῇ κακίᾳ συνεισπεσόντα, κἀκείνης ὄντα ἐπινοήματα. Ἀπ᾿ ἀρχῆς δὲ, φησὶν, οὐ γέγονεν οὕτως· ἀλλ᾿ ὁ πλάσας ἀπ᾿ ἀρχῆς τὸν ἄνθρωπον, ἐλεύθερον ἀφῆκε καὶ αὐτεξούσιον, νόμῳ τῷ τῆς ἐντολῆς μόνῳ κρατούμενον, καὶ πλούσιον ἐν παραδείσου τρυφῇ· τοῦτο καὶ τῷ λοιπῷ γένει τῶν ἀνθρώπων βουληθείς τε καὶ χαρισάμενος δι᾿ ἑνὸς τοῦ πρώτου σπέρματος. Ἐλευθερία δὲ καὶ πλοῦτος, ἡ τῆς ἐντολῆς μόνη τήρησις ἦν· πενία δὲ ἀληθὴς καὶ δουλεία, ἡ ταύτης παράβασις.

26. Ἀφ᾿ οὗ δὲ καὶ φθόνοι, καὶ ἔριδες, καὶ ἡ δολερὰ τοῦ ὄφεως τυραννὶς, ἀεὶ τῷ λίχνῳ τῆς ἡδονῆς ὑποσύρουσα, καὶ ἐπανιστῶσα τοῖς ἀσθενεστέροις τοὺς θρασυτέρους, ἐῤῥάγη τὸ συγγενὲς εἰς ὀνομάτων ἀλλοτριότητας, καὶ τὸ τῆς φύσεως εὐγενὲς πλεονεξία κατέτεμε, προσλαβοῦσα καὶ νόμον, τῆς δυναστείας ἐπίκουρον. Ἀλλὰ σὺ βλέπε μοι τὴν πρώτην ἰσονομίαν, μὴ τὴν τελευταίαν διαίρεσιν· μὴ τὸν τοῦ κρατήσαντος νόμον, ἀλλὰ τὸν τοῦ κτίσαντος. Βοήθησον κατὰ δύναμιν τῇ φύσει, τὴν ἀρχαίαν ἐλευθερίαν τίμησον, αἰδέσθητι σαυτὸν, συγκάλυψον τῷ γένει τὴν ἀτιμίαν, ἐπάρκεσον τῇ νόσῳ, τὴν ἔνδειαν παραμύθησαι· ὁ εὐρωστῶν, ὁ πλουτῶν, τὴν τοῦ νοσοῦντος, τὴν τοῦ πενομένου· ὁ μὴ προσπταίσας, τὴν τοῦ πεσόντος καὶ συντριβέντος· ὁ εὐθυμῶν, τὴν τοῦ ἀθυμοῦντος· ὁ τοῖς δεξιοῖς εὐθηνούμενος, τοῦ τοῖς ἀριστέροις κάμνοντος. Δός τι τῷ Θεῷ χαριστήριον, ὅτι τῶν εὖ ποιεῖν δυναμένων ἐγένου, ἀλλ᾿ οὐ τῶν εὖ παθεῖν δεομένων· ὅτι μὴ βλέπεις εἰς ἀλλοτρίας χεῖρας, ἀλλ᾿ εἰς τὰς σὰς ἕτεροι. Πλούτησον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν· μὴ τὸ χρυσίον μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρετὴν, μᾶλλον δὲ ταύτην μόνον. Γενοῦ τοῦ πλησίον τιμιώτερος, ἐκ τοῦ φανῆναι χρηστότερος· γενοῦ τῷ ἀτυχοῦντι θεὸς, τὸν ἔλεον Θεοῦ μιμησάμενος.

27. Οὐδὲν γὰρ οὕτως, ὡς τὸ εὖ ποιεῖν, ἄνθρωπος ἔχει Θεοῦ· κἂν ὁ μὲν μείζω, καὶ ὁ δὲ ἐλάττω εὐεργετῇ, ἑκάτερος, οἶμαι, κατὰ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν. Ὁ μὲν ἐποίησε, καὶ λύσας συνάγει πάλιν· σὺ δὲ πεσόντα μὴ παρίδῃς. Ὁ μὲν ἠλέησεν εἰς τὰ μέγιστα, δοὺς ἐπὶ πᾶσι νόμον, προφήτας, καὶ πρὸ τούτων, τὸν φυσικὸν νόμον ἄγραφον, τῶν παραττομένων ἐξεταστὴν, ἐλέγξας, νουθετήσας, παιδαγωγήσας· τὸ τελευταῖον, λύτρον ἑαυτὸν παραδοὺς ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς· χαρισάμενος ἀποστόλους, εὐαγγελιστὰς, διδασκάλους, ποιμένας, ἰάσεις, τέρατα, ἐπάνοδον πρὸς ζωὴν, θανάτου κατάλυσιν, τρόπαιον κατὰ τοῦ νικήσαντος, διαθήκην τὴν ἐν σκιᾷ, διαθήκην τὴν ἐν ἀληθείᾳ, Πνεύματος ἁγίου μερισμοὺς, τὸ τῆς καινῆς σωτηρίας μυστήριον. Σὺ δὲ, εἰ μὲν καὶ τὰ μείζω δυνατὸς εἶ, καὶ οἷς εὐεργετεῖται ψυχὴ (πεποίηκε γάρ σε καὶ ταῦτα πλούσιον ὁ Θεὸς, εἰ θελήσειας), μηδὲ ταῦτα εὖ ποιεῖν ἀπόσχῃ τὸν ἐνδεῆ· μᾶλλον δὲ πρῶτα καὶ μάλιστα τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ πρὶν αἰτηθῆναι, ὅλην τὴν ἡμέραν ἐλεῶν καὶ δανείζων τὸν λόγον, καὶ ἀπαιτῶν φιλοπόνως τὸ δάνειον μετὰ τόκου τῆς τοῦ ὠφελημένου προσθήκης. ἣν ἀεὶ τῷ λόγῳ προστίθησιν, αὔξων ἑαυτῷ κατὰ μικρὸν τὰ τῆς εὐσεβείας σπέρματα. Εἰ δὲ μὴ, τά γε δεύτερα καὶ μικρότερα, καὶ ὅσα εἰς δύναμιν ἥκει τὴν σήν· ἐπικούρησον, ὄρεξον τροφὴν, ὄρεξον ῥάκος, προσένεγκε φάρμακον, κατάδησον τραύματα, ἐρώτησόν τι περὶ τῆς συμφορᾶς, περὶ καρτερίας φιλοσόφησον, θάρσησον, πρόςελθε· οὐ μὴ χεῖρόν τι σεαυτοῦ παρὰ τοῦτο γένῃ· οὐ μὴ μεταλάβοις τοῦ πάθους, κἂν οἱ λίαν ἁβροὶ τοῦτο νομίζωσι λόγοις ματαίοις ἠπατημένοι· μᾶλλον δὲ ταύτην προβάλλονται τῆς ἑαυτῶν εἴτε εὐλαβείας, εἴτε ἀσεβείας ἀπολογίαν, ἐπὶ τὴν δειλίαν, ὡς δή τι μέγα καὶ σοφὸν καταφεύγοντες. Τοῦτο πειθέτωσάν σε καὶ οἱ λόγοι, καὶ ἰατρῶν παῖδες, καὶ σύνοικοι τούτων θεραπευταὶ, ὧν οὐδείς πω τοῖς τοιούτοις προσιὼν ἐκινδύνευσε. Σὺ τοίνυν, εἰ καὶ τὸ πρᾶγμα φοβερὸν καὶ ὑπονοίας ἄξιον, ὦ δοῦλε Χριστοῦ, καὶ φιλόθεε, καὶ φιλάνθρωπε, μὴ πάθῃς μηδὲν ἀγεννές· τῇ πίστει θάρσησον· νικησάτω τὴν δειλίαν ὁ οἶκτος, ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος τὴν ἁπαλότητα· στήτω πρὸ τῶν φιλοσάρκων λογισμῶν ἡ εὐσέβεια· μὴ παρίδῃς, μὴ παραδράμῃς τὸν ἀδελφὸν, μὴ ἀποστραφῇς ὡς ἄγος, ὡς μίασμα, ὡς ἄλλο τι τῶν φευκτῶν καὶ ἀπειρημένων· σόν ἐστι μέλος, καὶ εἰ τῇ συμφορᾷ κάμπτεται· Σοὶ ἐγκαταλέλειπται ὁ πτωχὸς, ὡς Θεῷ, καὶ εἰ λίαν παρατρέχεις μεγαλοψύχως, τάχα γάρ σε τούτοις δυσωπήσω τοῖς ῥήμασι. Σοὶ πρόκειται φιλανθρωπίας ὑπόθεσις, καὶ εἰ ἀλλοτριοῖ σε τοῦ εὖ παθεῖν ὁ ἀλλότριος.

28. Πᾶς ὁ πλέων ἐγγύς ἐστι τοῦ ναυαγίου, καὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳπερ ἂν τολμηρότερον πλέῃ· καὶ πᾶς ὁ σῶμα περικείμενος ἐγγύς ἐστι τῶν τοῦ σώματος κακῶν, καὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳπερ ἂν ὀρθῶς βαδίζῃ, καὶ μὴ βλέπῃ τοὺς πρὸ αὐτοῦ κειμένους. Ἕως πλῇς ἐξ οὐρίας, τῷ ναυαγοῦντι δὸς χεῖρα· ἕως εὐεκτῇς καὶ πλουτῇς, τῷ κακοπαθοῦντι βοήθησον. Μὴ ἀναμείνῃς ἐπὶ σεαυτοῦ μαθεῖν, ὅσον ἐστὶ κακὸν ἀπανθρωπία, καὶ οἷον ἀγαθὸν σπλάγχνα τοῖς χρῄζουσιν ἀνοιγόμενα. Μὴ βουληθῇς ἐπᾶραι χεῖρα Θεὸν κατὰ τῶν ὑψαυχενούντων, καὶ παρατρεχόντων τοὺς πένητας. Ἐν ἀλλοτρίαις συμφοραῖς ταῦτα παιδεύθητι· δός τι καὶ μικρὸν τῷ δεομένῳ· οὐ γὰρ μικρὸν τῷ πάντων ἐπιδεεῖ, ἀλλ᾿ οὐδὲ τῷ Θεῷ, ἂν ᾖ κατὰ δύναμιν. Δὸς ἀντὶ μεγάλου τὴν προθυμίαν· εἰ μηδὲν ἔχῃς, δάκρυσον· μέγα τῷ ἀτυχοῦντι φάρμακον, ἔλεος ἀπὸ ψυχῆς εἰσφερόμενος· καὶ τὸ συναλγεῖν γνησίως, πολύ τι κουφίζει τῆς συμφορᾶς. Οὐκ ἔστιν ἀτιμώτερός σοι τοῦ κτήνους ὁ ἄνθρωπος, ὦ ἄνθρωπε, ὃ πεσὸν εἰς βόθρον, ἢ πλανηθὲν, ἀνεγείρειν σοι καὶ ἐπανάγειν ὁ νόμος διακελεύεται· εἰ μέν τι καὶ ἄλλο κρύπτων ἀποῤῥητότερον καὶ βαθύτερον, οἷα τὰ πολλὰ τοῦ νομικοῦ βάθους καὶ τῆς διπλόης, οὐκ ἐμὸν τοῦτο εἰδέναι, ἀλλὰ τοῦ πάντα ἐρευνῶντος καὶ γινώσκοντος Πνεύματος· ὃ δ᾿ οὖν ἐγὼ καταλαμβάνω, καὶ ὅσον εἰς τὸν ἐμὸν ἥκει λόγον, γυμνάζων ἡμᾶς ἀπὸ τῆς εἰς τὰ μικρὰ φιλανθρωπίας, ἐπὶ τὴν τελειοτέραν καὶ μείζονα. Πόση γὰρ ὀφείλεται τοῖς ὁμοφύλοις καὶ ὁμοτίμοις ἡ καὶ μέχρι τῶν ἀλόγων ἀπαιτουμένη;

29. Ταῦτα μὲν οὖν ὁ λόγος, καὶ ὁ νόμος, καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ μετριώτατοι, παρ᾿ οἷς τὸ εὖ ποιεῖν τοῦ πάσχειν τιμιώτερον, καὶ περισπουδαστότερος κέρδους ἔλεος. Τί δ᾿ ἂν εἴποις περὶ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς σοφῶν; Ἐῶ γὰρ λέγειν τοὺς ἔξωθεν, οἳ συνηγόρους τοῖς πάθεσι θεοὺς εὑρίσκοντες, καὶ τῷ Κερδώῳ, ᾧ τὰ πρῶτα νέμουσιν· ἤδη δὲ, καὶ ὃ τούτου χεῖρόν ἐστι, καὶ ἀνθρωποκτονεῖν νομίζουσιν ἔστιν οἷς δαιμόνων, καὶ παρ᾿ οἷς ἔθνεσι, καὶ μέρος εὐσεβείας αὐτοῖς ἡ ἀπανθρωπία, καὶ ταῖς τοιαύταις θυσίαις αὐτοί τε χαίρουσι, καὶ τοὺς θεοὺς αὐτῶν οἴονται, πονηροὶ πονηρῶν ἱερεῖς καὶ μύσται γινόμενοι. Ἀλλ᾿ εἰσὶ τῶν ἡμετέρων τινὲς, ὃ καὶ δακρύειν ἄξιον, οἳ τοσοῦτον ἀπέχουσι συναλγεῖν καὶ βοηθεῖν τοῖς κάμνουσιν, ὥςτε καὶ προσονειδίζουσι πικρῶς, καὶ προσεπεμβαίνουσι, καὶ φιλοσοφοῦσι κενὰ καὶ μάταια, καὶ φωνοῦσιν ὄντως ἐκ γῆς, καὶ εἰς ἀέρα λαλοῦσιν, καὶ οὐκ εἰς ἀκοὰς εὐσυνέτους, καὶ θείοις συνειθισμένας δόγμασι, καὶ τολμῶσι λέγειν· Παρὰ Θεοῦ τὸ ταλαιπωρεῖν ἐκείνοις, παρὰ Θεοῦ τὸ εὖ πράττειν ἡμῖν· καὶ τίς εἰμι ἐγὼ δόγμα λύειν Θεοῦ, καὶ Θεοῦ φανῆναι χρηστότερος; Καμνέτωσαν, ταλαιπωρείτωσαν, δυστυχείτωσαν· οὕτως ἔδοξεν. Κἀνταῦθα μόνον εἰσὶ φιλόθεοι, οὗ δεῖ φυλάττειν τοὺς ὀβολοὺς, καὶ κατὰ τῶν ἀθλίων νεανιεύεσθαι. Ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἐκ τοῦ Θεοῦ τὸ εὖ πράττειν αὐτοῖς εἶναι νομίζουσι, δηλοῦσι σαφῶς ἐξ ὧν λέγουσι. Τίς γὰρ ἂν οὕτω διανοηθείη περὶ τῶν δεομένων, Θεὸν εἰδὼς χωρηγὸν ὧν κέκτηται; Τῶν γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἔχειν τέ τι παρὰ Θεοῦ, καὶ κεχρῆσθαι κατὰ Θεὸν οἷςπερ ἔχουσιν.

30.
 Εἰ δὲ καὶ παρὰ Θεοῦ τὸ κακοπαθεῖν ἐκείνοις, οὔπω δῆλον, ἕως ἂν καὶ παρ᾿ ἑαυτῆς ἡ ὕλη φέρῃ τὸ ἄτακτον, ὥσπερ ἐν ῥεύματι. Καὶ τίς οἶδεν, εἰ ὁ μὲν διὰ κακίαν κολάζεται, ὁ δὲ ὡς ἐπαινούμενος αἴρεται· ἀλλὰ μὴ τοὐναντίον, ὁ μὲν διὰ πονηρίαν ὑψοῦται, ὁ δὲ δι᾿ ἀρετὴν δοκιμάζεται; ὁ μὲν πλεῖον ἐπαιρόμενος, ἵνα καὶ πέσῃ χαλεπώτερον, ὅλην ἐώμενος πρότερον, ὥσπερ τινὰ νόσον, ἐκρῆξαι τὴν ἑαυτοῦ κακίαν, ἵνα καὶ κολασθῇ δικαιότερον· ὁ δὲ καὶ παρὰ δόξαν πιεζόμενος, ἵνα ὥσπερ χρυσὸς ἐν καμίνῳ δοκιμασθεὶς, τῆς κακίας, εἴ τι καὶ μικρὸν ἔχει, τοῦτο ἐκτήξῃ· καθαρὸς γὰρ ἀπὸ ῥύπου παντελῶς οὐδεὶς, οὐκ οὖν ἐν γεννητῇ φύσει, ὥςπερ ἠκούσαμεν, εἰ καὶ φανῇ δοκιμώτερος. Εὑρίσκω γάρ τι καὶ τοιοῦτο ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ μυστήριον· καὶ μακρὸν ἂν εἴη πάσας ἀπαριθμεῖν τοῦ Πνεύματος τὰς φωνὰς, αἵ με πρὸς τοῦτο φέρουσιν. Ἀλλὰ τίς ἂν ψάμμον θαλασσῶν, καὶ σταγόνας ὑετοῦ, καὶ βυθοῦ μῆκος ἀναμετρήσαιτο; τίς δ᾿ ἂν τοῦ Θεοῦ τῆς περὶ πάντα σοφίας τὸ βάθος ἐξιχνιάσειεν, ὑφ᾿ ἧς καὶ πεποίηκε τὰ πάντα, καὶ διοικεῖ τρόπον, ὂν αὐτὸς καὶ βούλεται καὶ ἐπίσταται; Ἀρκεῖ γὰρ, κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον, θαυμάσαντας μόνον τὸ ταύτης δυστέκμαρτον καὶ δυσθεώρητον παρελθεῖν· Ὦ βάθος πλούτου, καὶ σοφίας, καὶ γνώσεως Θεο!ῦ ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ, καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτο!ῦ καὶ, Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου; Εἰς δὲ τὰ ἔσχατα τῆς σοφίας αὐτοῦ τίς ἀφίκετο; φησὶν ὁ Ἰώβ. Τίς σοφὸς, καὶ συνήσει ταῦτα, καὶ οὐχὶ τῷ ἀνεφίκτῳ μετρήσει τὸ ὑπὲρ μέτρησιν;

31. Ἄλλος μὲν οὖν εἴη περὶ ταῦτα τολμηρὸς καὶ γεννάδας, μᾶλλον δὲ εἴη μηδείς· ἐγὼ δὲ ὀκνῶ κακίᾳ δοῦναι πάντως τὴν ἐντεῦθεν κόλασιν, ἢ εὐσεβείᾳ τὴν ἄνεσιν· ἀλλ᾿ ἔστι μὲν ὅτε καὶ πρός τι χρήσιμον, ἢ κακίας ἐγκοπτομένης δυσπαθείᾳ τῶν πονηρῶν, ἢ ἀρετῆς ὁδοποιουμένης εὐπαθείᾳ τῶν βελτιόνων· οὐκ ἀεὶ δὲ, οὐδὲ πάντως, ἀλλ᾿ εἶναι τοῦτο μόνον καιροῦ τοῦ μέλλοντος, καθ᾿ ὃν οἱ μὲν τὰ τῆς ἀρετῆς ἆθλα, οἱ δὲ τὰ τῆς κακίας ἐπιτίμια δέξονται. Ἀναστήσονται γὰρ οὗτοι, φησὶν, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, καὶ οὗτοι εἰς ἀνάστασιν κρίσεως· τὰ δὲ ἐντεῦθεν ἑτέρου τύπου εἶναι, καὶ ἀγωγῆς ἑτέρας, πάντα ἐκεῖσε φέροντα, ἐχούσης ὁμαλόν τι παρὰ Θεῷ πάντως καὶ τῆς δοκούσης ἡμῖν ἀνωμαλίας· ὥσπερ ἐν σώματι τὰς ἐξοχάς τε καὶ εἰσοχὰς, μεγέθη τε καὶ μικρότητας, καὶ γῆς ἐπαναστάσεις τε καὶ ὑφέσεις ἐξ ὧν τὸ κάλλος τῇ πρὸς ἄλληλα σχέσει συνιστάμενόν τε καὶ θεωρούμενον· ἐπεὶ καὶ τεχνίτου τὸ περὶ τὴν ὕλην τέως ἄτακτον καὶ ἀνώμαλον, λίαν ἔντεχνον ἦν, ἂν πρός τινος ἔργου κατασκευὴν εὐτρεπίσαιτο· τότε καὶ ἡμῖν καταλαμβανόμενόν τε καὶ ὁμολογούμενον, ὅταν τὸ ἀποτελεσθὲν κάλλος τοῦ δημιουργήματος θεωρήσωμεν. Ἀλλ᾿ οὔτε ἐκεῖνος ἄτεχνος ᾖ ὡς ἡμεῖς, οὔτε ταῦτα διοικεῖται ἀτάκτως, ὅτι μὴ καὶ ἡμῖν ὁ λόγος γνώριμος.

32. Ἀλλ᾿ εἴ τινα δεῖ καὶ εἰκόνα λαβεῖν τοῦ ἡμετέρου πάθους, οὐ πόῤῥω τῶν ναυτιώντων ἐσμὲν καὶ ἰλιγγιώντων, οἳ στρέφεσθαι τὰ πάντα δοκοῦσιν, αὐτοὶ στρεφόμενοι· ὡς δὲ καὶ οὗτοι, περὶ ὧν ὁ λόγος. Οὐ γὰρ ἀνέχονται σοφώτερον αὐτῶν εἶναι τὸν Θεὸν, ἂν πρός τι τῶν συμβαινόντων ἰλιγγιάσωσιν· ἢ καμεῖν περὶ τὸν λόγον δέον, ὡς τάχ᾿ ἂν τῇ φιλοπονίᾳ δοθησομένης τῆς ἀληθείας, ἢ σοφωτέροις ἑαυτῶν ταῦτα συμφιλοσοφεῖν καὶ πνευματικωτέροις, ἐπειδὴ καὶ τοῦτο χάρισμα ἑν, καὶ οὐχὶ πάντων ἡ γνῶσις, ἢ καθάρσει βίου ταύτην θηρεύειν, καὶ παρὰ τῆς ὄντως Σοφίας σοφίαν ἐπιζητεῖν. Οἱ δὲ (ὢ τῆς ἀπαιδευσία!)ς ἐπὶ τὸ ἑτοιμότερον τρέπονται, καὶ ἀλογίαν τοῦ παντὸς καταψεύδονται, αὐτοὶ τὸν λόγον οὐκ ἐπιστάμενοι· καὶ εἰσὶ δι᾿ ἀπαιδευσίαν σοφοὶ, ἢ διὰ σοφίαν, ἵνα οὕτως εἴπω, τὴν περιττὴν, ἄσοφοι καὶ ἀσύνετοι. Ἐντεῦθεν οἱ μὲν τύχην καὶ τὸ αὐτόματον ἐδογμάτισαν, ὄντως αὐτόματα καὶ ὡς ἔτυχεν ἀναπλασθέντα ἐπινοήματα· οἱ δὲ ἀστέρων τινὰ δυναστείαν ἄλογόν τε καὶ ἄλυτον πλεκόντων, ὡς ἂν βούλωνται, τὰ ἡμέτερα, μᾶλλον δὲ καὶ αὐτὸ τὸ πλέκειν συνηναγκασμένων· καὶ πλανητῶν δή τινων καὶ ἀπλανῶν συνόδους καὶ ὑποχωρήσεις, καὶ κυρίαν τοῦ παντὸς κίνησιν. Οἱ δὲ, ὅ τι ἂν ἕκαστος ἐφαντάσθησαν, τῷ ταλαιπώρῳ γένει τῶν ἀνθρώπων φέροντες, ἐπεισήγαγον, ὅσον αὐτοῖς τῆς Προνοίας ἀνέφικτόν τε καὶ ἀθεώρητον, εἰς διαφόρους δόξας καὶ προσηγορίας καταμερίσαντες. Εἰσὶ δὲ οἳ καὶ πενίαν πολλὴν τῆς Προνοίας κατέγνωσαν, τὰ μὲν ὑπὲρ ἡμᾶς ταύτῃ διοικεῖσθαι νομίσαντες, ἄχρι δ᾿ ἡμῶν τῶν καὶ μάλιστα δεομένων κατάγειν αὐτὴν ἀποκνήσαντες, ὥςπερ δεδοικότες, μὴ τῷ πλείονας εὐεργετεῖσθαι, ἀγαθώτερον ἀποφήνωσι τὸν εὐεργέτην, ἢ ἀποκάμνοι αὐτοῖς ὁ Θεὸς εὖ ποιῶν πλείονας.

33. Ἀλλ᾿ οὗτοι μὲν, ὅπερ εἶπον, ἐῤῥίφθων, ἐπεὶ καὶ καλῶς αὐτοὺς προλαβὼν ὁ λόγος ἠμύνατο· Ἐματαιώθη γὰρ, φησὶν, ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ἐμωράνθησαν, καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ, μύθοις τισὶ καὶ σκιαῖς τὴν διὰ πάντων Πρόνοιαν καθυβρίσαντες. Ἡμεῖς δὲ μήτε αὐτοὶ ταῦτα τερατευώμεθα, εἴπερ τι μέλει τοῦ λόγου λογικοῖς οὖσιν ἡμῖν, καὶ λόγου θεραπευταῖς· μήτε τοὺς οἰομένους ἀποδεχώμεθα, κἂν εὐδρομῶσι τὴν γλῶτταν ἐν τοῖς ἀτόποις λόγοις καὶ δόγμασι, καὶ τῷ καινῷ τέρπωσιν. Ἀλλὰ καὶ Θεὸν εἶναι τὸν πάντων ποιητὴν καὶ δημιουργὸν πιστεύωμεν· πῶς γὰρ ἂν ὑπέστη τὸ πᾶν, μή τινος οὐσιώσαντός τε καὶ συναρμόσαντος; Καὶ Πρόνοιαν συνεισάγωμεν, τὴν τοῦδε τοῦ παντὸς συνεκτικήν τε καὶ συνδετικήν· ἐπεὶ καὶ προνοητὴν εἶναι τούτων, ὧν ποιητὴν εἶναι ἀναγκαῖον· εἰ μὴ μέλλοι τὸ πᾶν τῷ αὐτομάτῳ φερόμενον, ὥσπερ ὑπὸ λαίλαπος ναῦς, αὐτίκα λυθήσεσθαί τε καὶ διασπασθήσεσθαι διὰ τὴν ἀταξίαν τῆς ὕλης, καὶ πρὸς τὴν ἀρχαίαν σύγχυσίν τε καὶ ἀκοσμίαν ἐπαναχθήσεσθαι. Καὶ τοῖς ἡμετέροις μάλιστα ἐπιστατεῖν δεξώμεθα τὸν ἡμέτερον, εἴτε ποιητὴν, εἴτε πλάστην βούλει καλεῖν· κἂν διὰ τῶν ἐναντίων ὁ βίος ἡμῖν διεξάγηται, διὰ τοῦτο τυχὸν καὶ ἀγνοουμένων, ἵνα τῷ δυσθεωρήτῳ τὸν ὑπὲρ πάντα λόγον θαυμάζωμεν. Ἐπειδὴ τὸ μὲν ῥᾳδίως ληπτὸν, ἅπαν εὐκαταφρόνητον· τὸ δὲ ὑπὲρ ἡμᾶς, ὅσῳ δυσεφικτότερον, τοσούτῳ θαυμασιώτερον· καὶ γυμνάζει τὸν πόθον ἅπαν τὸ διαφεῦγον τὴν ἔφεσιν.

34.
 Διὰ τοῦτο μήτε ὑγίειαν πᾶσαν θαυμάζωμεν, μήτε νόσον διαπτύωμεν, μήτε πλούτῳ ῥέοντι προστιθώμεθα καρδίᾳ, πλέον ἢ καλῶς ἔχει, τῇ ῥοῇ προσκείμενοι, καὶ οἷον τῆς ψυχῆς τι ταύτῃ προσαναλίσκοντες· μήτε πενίας κατεξανιστώμεθα, ὡς ἀποπτύστου πάντη καὶ κατακρίτου, καὶ τῆς μισουμένης μερίδος· ἀλλ᾿ εἰδῶμεν καὶ ὑγίειαν περιφρονεῖν ἀσύνετον, ἧς καρπὸς ἁμαρτία, καὶ νόσον τιμᾷν ὁσίαν, αἰδούμενοι τοὺς διὰ πάθους νικήσαντας, μή πού τις καὶ Ἰὼβ τοῖς νοσοῦσιν ἐγκέκρυπται, πολύ τι τῶν ὑγιαινόντων αἰδεσιμώτερος, κἂν τὸν ἰχῶρα ξέῃ, κἂν ταλαιπωρῇ νυκτὸς καὶ ἡμέρας αἴθριος, καὶ πληγῇ, καὶ γυναικὶ, καὶ φίλοις στενοχωρούμενος· ὡς δὲ καὶ πλοῦτον ἄδικον ἀποπέμπεσθαι, δι᾿ ὃν κάμνει δικαίως ὁ ἐν τῇ φλογὶ πλούσιος, καὶ προσαιτεῖ ῥανίδα μικρὰν ἀναψύξεως, καὶ πενίαν ἐπαινεῖν εὐχάριστον καὶ φιλόσοφον, μεθ᾿ ἧς Λάζαρος σώζεται, καὶ πλουτεῖ τὴν ἐν κόλποις Ἀβραὰμ ἀνάπαυσιν.

35. Ἀλλ᾿ ἐμοὶ μὲν καὶ διὰ τοῦτο δοκεῖ ἀναγκαία τυγχάνειν ἡ φιλανθρωπία, καὶ τὸ πρὸς τοὺς δεομένους εὔσπλαγχνον, ἵνα τοὺς οὕτως ἔχοντας περὶ τούτων ἐπιστομίζωμεν, καὶ μὴ λόγοις ματαίοις παραχωρῶμεν, νομοθετοῦντες καθ᾿ ἡμῶν αὐτῶν τὴν ὠμότητα· πάντων δὲ τὴν ἐντολὴν αἰδώμεθα πλέον, καὶ τὸ ὑπόδειγμα. Τίς ἡ ἐντολή; καὶ σκοπεῖτε τὸ ἐπίμονον αὐτῆς, καὶ τὸ γνήσιον. Οὐ γὰρ ἅπαξ, οὐδὲ δὶς εἰπόντες τι περὶ τῶν δεομένων, οἱ τοῦ Πνεύματος ἀπηλλάγησαν· οὐδὲ οἱ μὲν, οἱ δὲ οὒ, ἢ μᾶλλόν τινες, οἱ δὲ ἧττον, ὡς ἂν μὴ περὶ μεγάλου τινὸς, μηδὲ τῶν σφόδρα κατεπειγόντων, ἀλλὰ καὶ πάντες, καὶ μετὰ σπουδῆς ἕκαστος, ἢ πρῶτον, ἢ ἐν πρώτοις, τοῦτο διακελευόμενοι, καὶ ποτὲ μὲν προτρέποντες, ποτὲ δὲ ἀπειλοῦντες, ποτὲ δὲ ὀνειδίζοντες· ἔστι δὲ ὅτε καὶ τοὺς κατορθοῦντας ἀποδεχόμενοι, ὡς ἂν τῷ συνεχεῖ τῆς ὑπομνήσεως τὴν ἐντολὴν ἐνεργήσωσιν. Ἕνεκεν μὲν τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν, καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων νῦν ἀναστήσομαι, φησὶ, λέγει Κύριος. Τίς οὐ δέδοικεν ἀνιστάμενον Κύριον; Καὶ, Ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός μου, ὑψωθήτω ἡ χείρ σου· μὴ ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων. Ἀπευξώμεθα τὴν τοιαύτην ὕψωσιν, καὶ μὴ βουληθῶμεν ἰδεῖν ἐπαιρομένην χεῖρα κατὰ τῶν ἀπειθούντων, ἔτι δὲ μᾶλλον ἐπαφιεμένην τοῖς σκληροτέροις. Καὶ οὐκ ἐπελάθετο τῆς κραυγῆς τῶν πενήτων· Καὶ, Οὐκ εἰς τέλος ἐπιλησθήσεται ὁ πτωχός· καὶ, Ὀφθαλμοὶ μὲν αὐτοῦ ἐπὶ τὸν πένητα ἐπιβλέπουσιν (ὃ τοῦ βλεφάρου κρεῖττον καὶ κυριώτερον), τὰ βλέφαρα δὲ αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἡ ἐλάσσων, ὡς ἂν εἴποι τις, ἐπισκοπὴ καὶ δευτέρα.

36. Τάχα ἂν εἴποι τις· Ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων ταῦτα πτωχῶν καὶ πενήτων. Οὐ διαφέρομαι· ἀλλὰ σέ γε κεντριζέτω καὶ τοῦτο πρὸς τὸ φιλάνθρωπον. Ὧν γὰρ ἀδικουμένων τοσοῦτος ὁ λόγος, τούτων καὶ εὖ πασχόντων δηλαδὴ πλείων ἡ χάρις. Εἰ γὰρ ὁ ἀτιμάζων πένητα, παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτὸν, τιμᾷ τὸν ποιητὴν ὁ περιέπων τὸ ποίημα. Πάλιν δὲ ὅταν ἀκούῃς· Πένης καὶ πλούσιος συνήντησαν ἀλλήλοις, ἀμφοτέρους δὲ ὁ Κύριος ἐποίησεν· μὴ τὸν μὲν πένητα, τὸν δὲ πλούσιον ὑπολάβῃς, ἵνα καὶ μᾶλλον κατεξαναστῇς τοῦ πένητος· οὐ γὰρ δῆλον, εἰ θεόθεν ἡ τοιαύτη διαίρεσις· πλάσμα δὲ Θεοῦ, φησὶν, ὁμοίως ἀμφότεροι, καὶ εἰ τὰ ἔξωθεν ἄνισα. Τοῦτό σε δυσωπείτω πρὸς τὸ συμπαθὲς καὶ φιλάδελφον, ἵνα ὅταν ὑπ᾿ ἐκείνων ἐπαρθῇς, ὑπὸ τούτου συσταλῇς, καὶ γένῃ σεαυτοῦ μετριώτερος. Τί ἔτι; Ὁ ἐλεῶν πτωχὸν, Θεῷ δανείζει, φησίν. Τίς οὐ δέχεται τοιοῦτον χρεώστην, ἀποδώσοντα ἐν καιρῷ μετὰ τῆς ἐπικαρπίας τὸ δάνειον; Καὶ πάλιν· Ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσιν ἀποκαθαίρονται ἁμαρτίαι.

37. Καθαρθῶμεν οὖν ἐλεήσαντες, ῥύψωμεν τῇ καλῇ πόᾳ τὰ τῶν ψυχῶν ῥύπη τε καὶ μολύσματα· καὶ λευκανθῶμεν, οἱ μὲν ὡς ἔριον, οἱ δὲ ὡς χιὼν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς εὐσπλαγχνίας. Εἴπω τι καὶ φοβερώτερον· Εἰ μὲν οὐδέν ἔστι σοι σύντριμμα, οὐδὲ μώλωψ, οὐδὲ πληγὴ φλεγμαίνουσα, οὐδὲ λέπρα τις ψυχῆς, ἢ ἁφὴ σημασίας, ἢ τηλαυγὴς, ἃ μικρῶς μὲν ὁ νόμος ἐκάθηρεν, δεῖται δὲ Χριστοῦ θεραπεύσοντος· ἀλλὰ σύ γε τὸν ὑπὲρ ἡμῶν τραυματισθέντα καὶ μαλακισθέντα αἰδέσθητι· αἰδεσθήσῃ δὲ, ἂν φαίνῃ τῷ Χριστοῦ μέλει χρηστὸς καὶ φιλάνθρωπος. Εἰ δὲ τοσοῦτόν σε κατετραυμάτισε τυχὸν ὁ τῶν ἡμετέρων ψυχῶν λῃστὴς καὶ τύραννος, ἢ ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχὼ καταβαίνοντα, ἢ καὶ ἄλλοθί που λαβὼν ἄοπλόν τε καὶ ἀπαράσκευον, ὥστ᾿ ἂν εἰκότως εἰπεῖν ἐκεῖνα· Προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· εἰ μὲν οὕτως ἔχῃς, ὡς μηδὲ τὴν θεραπείαν ἐπιζητεῖν, μηδὲ τὸν τρόπον εἰδέναι τῆς σῆς ἰάσεως, φεῦ τῆς πληγῆς ὄντως, καὶ τῆς εἰς βάθος ταλαιπωρίας! Εἰ δὲ μή πω παντελῶς ἀπέγνωσαι, μηδὲ ἀνιάτως ἔχῃς, πρόσελθε τῷ θεραπευτῇ, δεήθητι, θεράπευσον τὰ τραύματα διὰ τῶν τραυμάτων, κτῆσαι τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον, μᾶλλον δὲ, τοῖς ἐλάττοσι τὰ μείζονα θεραπεύθητι. Ἐρεῖ τῇ ψυχῇ σου· Σωτηρία σου εἰμὶ ἐγώ· καὶ, Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· καὶ, Ἰδοὺ ὑγιὴς γέγονας· καὶ πάντα τὰ τῆς φιλανθρωπίας ῥήματα, μόνον ἂν ἴδῃ σε τοῖς ἀλγοῦσι φιλάνθρωπον.

38. Μακάριοι, φησὶν, οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. Οὐ πολλοστὸς ἐν τοῖς μακαρισμοῖς ὁ ἔλεος. Καὶ, Μακάριος ὁ συνιὼν, ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα· καὶ, Χρηστὸς ἀνὴρ ὁ οἰκτείρων καὶ κιχρῶν· καὶ, Ὅλην τὴν ἡμέραν ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ δίκαιος. Ἁρπάσωμεν τὸν μακαρισμὸν, συνιέντες κληθῶμεν, χρηστοὶ γενώμεθα. Μὴ διακοψάτω σου μηδὲ νὺξ τὸν ἔλεον. Μὴ εἴπῃς· Ἐπανελθὼν ἐπάνηκε, καὶ αὔριον δώσω σοι· μή τι μέσον γένηται τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς εὐεργεσίας· τοῦτο μόνον, οὐ δέχεται ἀναβολὴν ἡ φιλανθρωπία. Διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἰσάγαγε εἰς τὸν οἶκόν σου, καὶ ταῦτα μετὰ προθυμίας. Ὁ γὰρ ἐλεῶν, φησὶν, ἐν ἱλαρότητι· καὶ διπλασιάζεταί σοι τὸ ἀγαθὸν τῇ ἑτοιμότητι. Τὸ γὰρ ἐκ λύπης, ἢ ἐξ ἀνάγκης, ἄχαρί τε καὶ ἀκαλλώπιστον. Πανηγυριστέον δὲ, οὐ θρηνητέον τὴν εὐποιίαν. Ἐὰν ἀνέλῃς σύνδεσμον, φησὶ, καὶ χειροτονίαν, μικρολογίαν δὴ λέγω τοῦτο καὶ δοκιμασίαν, εἶτ᾿ οὖν ἀμφιβολίαν, καὶ ῥῆμα γογγυσμοῦ, τί γενήσεται; Ὡς μέγα τι καὶ θαυμάσιον! οἷον καὶ ὅσος ὁ τούτου μισθό!ς Ῥαγήσεται πρώιμον τὸ φῶς σου, καὶ τὰ ἰάματά σου ταχὺ ἀνατελεῖ. Τίς οὖν οὐκ ἐφίεται φωτὸς καὶ ἰάσεως;

39. Αἰδοῦμαι δὲ καὶ τὸ Χριστοῦ γλωσσόκομον, ὃ πρὸς πτωχοτροφίαν ἡμᾶς παρακαλεῖ· καὶ τὴν Παύλου καὶ Πέτρου συμφωνίαν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον διελόμενοι, τοὺς πτωχοὺς κοινωνοὺς ἐποιήσαντο· καὶ τὴν τοῦ νέου τελείωσιν ἐν τῷ τὰ ὄντα δοῦναι πτωχοῖς ὁρισθεῖσάν τε καὶ νομοθετηθεῖσαν. Οἴει μὴ ἀνάγκην εἶναί σοι τῆς φιλανθρωπίας, ἀλλ᾿ αἵρεσιν; μηδὲ νόμον, ἀλλὰ παραίνεσιν; Σφόδρα καὶ αὐτὸς ἐβουλόμην τοῦτο, καὶ ὑπελάμβανον· ἀλλὰ φοβεῖ με ἡ ἀριστερὰ χεὶρ, καὶ οἱ ἔριφοι, καὶ ἂ παρὰ τοῦ στήσαντος ὀνειδίζονται· οὐχ ὅτι διηρπάκασιν, οὐθ᾿ ὅτι σεσυλήκασιν, ἢ μεμοιχεύκασιν, ἢ ἄλλο τι τῶν ἀπηγορευμένων πεποιήκασιν, ταύτην τὴν τάξιν κατακριθέντες, ἀλλ᾿ ὅτι μὴ Χριστὸν διὰ τῶν δεομένων τεθεραπεύκασιν.

40. Εἴ τι οὖν ἐμοὶ πείθεσθε, δοῦλοι Χριστοῦ, καὶ ἀδελφοὶ, καὶ συγκληρονόμοι, ἕως ἐστὶ καιρὸς, Χριστὸν ἐπισκεψώμεθα, Χριστὸν θεραπεύσωμεν, Χριστὸν θρέψωμεν, Χριστὸν ἐνδύσωμεν, Χριστὸν συναγάγωμεν, Χριστὸν τιμήσωμεν· μὴ τραπέζῃ μόνον, ὥς τινες· μηδὲ μύροις, ὡς ἡ Μαρία· μηδὲ τάφῳ μόνον, ὡς Ἰωσὴφ ὁ Ἀριμαθαῖος· μηδὲ τοῖς πρὸς τὴν ταφὴν, ὡς Νικόδημος ὁ ἐξ ἡμισείας φιλόχριστος· μηδὲ χρυσῷ καὶ λιβάνῳ καὶ σμύρνῃ, ὡς οἱ μάγοι πρὸ τῶν εἰρημένων· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἔλεον θέλει καὶ οὐ θυσίαν ὁ πάντων Δεσπότης, καὶ ὑπὲρ μυριάδας ἀρνῶν πιόνων ἡ εὐσπλαγχνία, ταύτην εἰσφέρωμεν αὐτῷ διὰ τῶν δεομένων, καὶ χαμαὶ σήμερον ἐῤῥιμμένων, ἵνα, ὅταν ἐνθένδε ἀπαλλαγῶμεν, δέξωνται ἡμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνὰς, ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Ὁμιλία περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας Ἅγιος Νεκτάριος (Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως)

Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος γιὰ νὰ εἰκονίζη μικρογραφικῶς ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ἀπειρομεγέθη εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ, ἦταν ἀπαραίτητο νὰ εἶναι προικισμένος μὲ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἔχη τὴν ἀναφορὰ του σ’ Αὐτόν. Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ εἶναι ὂν αὐτοσυνείδητον, ἐλεύθερον, καὶ αὐτεξούσιον, διότι ὂν χωρὶς συνείδησι τῆς ὑπάρξεώς του, χωρὶς ἐλευθερία, χωρὶς ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἀνάξιο τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς κλήσεως, τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ ποὺ τοῦ ἐπεφύλαξε ἡ μεγάλη βουλὴ τοῦ Θείου Δημιουργοῦ. Ἡ ἐλευθερία ἄρα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του, τῆς διαπλάσεώς του καὶ τῆς παρουσίας του μέσα στὸν κόσμο, καὶ ἑπομένως προσὸν ἀναγκαῖον καὶ σεβαστόν. Χωρὶς τὴν ἐλευθερίαν ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦταν ἰσότιμος μὲ τὰ λοιπὰ ζῶα· ἡ δουλεία θὰ ὑπέτασσε τὶς ἐνέργειές του καὶ θὰ ὡδηγοῦσε τὶς σκέψεις του μέσα σὲ ἕνα περιωρισμένο κύκλο, ὅπου θὰ περιεστρέφετο· οἱ ἰδέες τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, θὰ ἦσαν ἄγνωστοι σ’ αὐτόν• θὰ ἀγνοοῦσε τί εἶναι αἰσχρόν, τί κακόν, τί ψευδὲς καὶ δὲν θὰ εἶχε ἐξουσία αὐτενεργείας, δυνατότητα νὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὸν περιωρισμένο κύκλο τῶν ἐμφύτων ὁρμῶν. Ἡ ἄγνοια τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ θὰ καταστοῦσε τὸν ἄνθρωπον ἕνα ὂν ἀνήθικον, θὰ διέγραφε τὴν ἠθικὴν ὡς λέξιν ἐστερημένην νοήματος, ἀφοῦ οἱ πράξεις του θὰ ἦσαν ἠθικῶς ἀδιάφοροι καὶ γι’ αὐτὸ ἀχαρακτήριστοι.

Ἡ ἀδιαφορία αὐτὴ καὶ ὁμοιότης τοῦ χαρακτῆρος τῶν πράξεων δὲν θὰ διήγειρε καμμίαν αἴσθησιν ἢ ἐντύπωσι στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου• ἡ ἔλλειψις αὐτὴ θὰ καθιστοῦσε τὴν μὲν καρδίαν ἀσυνείδητον, τὸν δὲ νοῦ νωθρὸ καὶ ἀδρανῆ• ἡ ἀσυνειδησία καὶ ἡ νωθρότης θὰ ἐπέπιπταν ὡς σκιερὰ νέφη καὶ θὰ ἐκάλυπταν τὴν θαυμαστὴν εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ, ποὺ τόσο λαμπρῶς καὶ θαυμασίως ἐκαλλιτεχνήθη ἀπὸ τὸ δημιουργικόν του χέρι, στὴν ὁποία διαλάμπει ἡ ἀγαθότης, ἡ σοφία καὶ ἡ δύναμίς του καὶ θὰ ἠμπόδιζαν νὰ ἰδῆ καὶ νὰ γνωρίση τὸν Πλάστην του καὶ Δημιουργόν τοῦ σύμπαντος. Θὰ ἀγνοοῦσε τὸν Θεὸν καὶ τὰ θεία ἰδιώματά του καὶ ἔτσι ἡ δημιουργία οὐδέποτε θὰ ἐδόξαζε, θὰ ὑμνοῦσε, θὰ ἔψαλλε καὶ θὰ εὐχαριστοῦσε μὲ ἐπίγνωσι καὶ συνείδησι τὸν Θεόν.

Ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη γιὰ νὰ εἰκονίζη τὸν Θεὸν ἐπὶ τῆς γῆς• ὁ Θεὸς τὸν ἔκαμεν ὂν νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον γιὰ νὰ πράττη τὸ θέλημα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔγραψε μέσα στὴν καρδία του καὶ τὸ κατέστησε καὶ ἰδικὸν του θέλημα. Σκοπὸς τῆς διαπλάσεώς του ἦταν νὰ γνωρίση ἡ δημιουργία τὸν Θεόν• ἐπλάσθη λοιπὸν γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Πλάστην καὶ Δημιουργόν του• ἐπλάσθη γιὰ νὰ ὑψοῦται πρὸς τὸν Θεόν• ἐπλάσθη γιὰ νὰ δοξάζη τὸν Θεόν• ἐπλάσθη μὲ σκοπὸν ἡ δημιουργηθεῖσα κτίσις νὰ αἰνῆ ἐνσυνειδήτως τὸν θεῖον Δημιουργόν της. Τὸ αὐτεξούσιον λοιπὸν αὐτοῦ, τὸ νοερὸν καὶ τὸ ἠθικῶς ἐλεύθερον τοῦ ἐδόθησαν γιὰ νὰ ἐκπληρώνη τὸν μέγα προορισμόν του, τὴν μεγάλην ἀποστολή του, νὰ συνδέη τὴν γῆ μὲ τὸν Οὐρανὸ καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη δεξιὰ ἢ ἀριστερά• ἀλλὰ νὰ βαδίζη τὴν εὐθείαν ὁδό, πράττοντας μόνο τὸ ἀγαθόν, τὸ ἐγγεγραμμένον στὴν καρδία του, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ὀρμεμφύτως ἀγαπᾶ• διότι ἀλλιῶς, ἐὰν ἀποκλίνη ἀπὸ τὸν προορισμό του, γίνεται ἀνελεύθερος καὶ «ἐξομοιοῦται τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος πρὶν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἐνόσῳ συνταυτίζει τὴν θέλησί του πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ• ὅμως εὐθὺς ὡς ἀποκλίνη ἀπὸ τὴν εὐθείαν, ἀποβαίνει ὄντως ἀνελεύθερος, ἡ ἐλευθερία του πλέον εἶναι ψευδὴς ἐπίδειξις ψευδοῦς ἐλευθερίας.

Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὑποτάσσεται στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, δὲν περιορίζεται, διότι αὐτὸς ὡς θεῖος εἶναι ἄπειρος, τὸ δὲ ἄπειρον ὄχι μόνον δὲν περιορίζει τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ τὴν συνεκτείνει καὶ τὴν συναυξάνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὸν ἀκολουθή. Αἰτιολογώντας τὸ καθῆκον ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀκολουθῆ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς Ἰουστῖνος μᾶς συμβουλεύει• «Ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ἐλεύθερον καὶ αὐτεξούσιον, ὥστε αὐτὸ ποὺ ἀπὸ ἰδικὴν του ὑπαιτιότητα ἔχασε μὲ τὴν ἀμέλεια καὶ τὴν παρακοήν του, νὰ τοῦ τὸ δωρήση πάλιν ὁ Θεὸς διὰ φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ὑπακούση σ’ αὐτόν. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος παρήκουσε καὶ ἐπέφερε στὸν ἑαυτὸν του τὸν θάνατον, ἔτσι καὶ ἐὰν ὑπακούση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἠμπορεῖ νὰ κερδίση τὴν αἰώνιο ζωή. Διότι ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε ἐντολὲς ἅγιες τὶς ὁποῖες ὅποιος τηρήση ἠμπορεῖ νὰ σωθῆ καὶ ἐπιτυγχάνοντας τὴν ἀνάστασι νὰ κληρονομίση τὴν ἀφθαρσίαν». Γι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ φυλάττη μὲ εὐλάβεια τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πράττη τὸ θέλημα αὐτοῦ, διότι ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκπληρώνη τὸν σκοπὸν τῆς ἐπὶ γῆς ἀποστολῆς του• ἀλλιῶς μέλλει νὰ κατακριθῆ ὡς παραβάτης τῶν καθηκόντων του, ἐπειδὴ ἐλησμόνησε τὴν ἀποστολή του καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀμελείας του ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τοῦ αὐτεξουσίου καὶ παρεδόθη στὰ πάθη καὶ στὶς ἐπιθυμίες.

Τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βεβαίως ἀνεπηρέαστον• ὁ βαθμὸς τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ καταδεικνύεται ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος τὸν προσκαλεῖ: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν...». Ὁ Σωτὴρ καλεῖ τὸν ἄνθρωπον ὀπίσω του καὶ τὸν ἀφήνει ἐλεύθερον νὰ ἀποφασίση περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, νὰ τὸν ἀκολουθήση ἢ νὰ πάρη τὸν ἰδικὸν του δρόμο. Ἦλθε γιὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅμως δὲν παραβιάζει τὸ αὐτεξούσιον αὐτοῦ. Τὸν προσκαλεῖ νὰ λάβη ἐνεργὸν μέρος στὴν σωτηρίαν του καὶ ὅμως δὲν ἐπηρεάζει καθόλου τὸ αὐτεξούσιον αὐτοῦ.

Ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς ἱστορίας τῆς ἀπολυτρώσεως βλέπουμε τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ γινόμενον ἄνθρωπον ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, πορευόμενον πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος μὲ σκοπὸν νὰ «ἄρῃ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», νὰ βαστάση τοὺς μώλωπες τοὺς ἰδικούς μας, νὰ ἐκπληρώσει τὸ μέγα μυστήριον τῆς Οἰκονομίας καὶ νὰ συμφιλιώση τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, καὶ ἐν τούτοις δὲν παραβιάζει καθόλου τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου. Ἰδοὺ ἡ κεκλεισμένη πύλη τοῦ Παραδείσου ἀνοίγεται καὶ ἡ πυρίνη ρομφαία, ἡ ὁποία φυλάττει τὴν εἴσοδον αὐτοῦ, ἀπομακρύνεται καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου προσκαλεῖ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἦταν πρὶν ἀποκλεισμένος, νὰ εἰσέλθη διὰ μέσου αὐτῆς στὸν τόπο τῆς καταπαύσεως• αὐτὸς ὅμως ἀφήνεται ἐλεύθερος, ἂν θέλη νὰ εἰσέλθη ἢ ὄχι.

Ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς ἐλευθερίας μας ἐκ μέρους τοῦ Σωτῆρος μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ σωτηρία μας δὲν πραγματοῦται μόνον ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσι καὶ τὴν σύγχρονον ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Περὶ τῆς ἀναγκαιότητος αὐτῆς ἰδοὺ τί λέγουν οἱ σοφοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας• ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει• «ἡ χάρις μολονότι εἶναι χάρις, σώζει ὅσους τὸ θέλουν» καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει• «Ἡ σωτηρία πρέπει νὰ προέλθη ἀπὸ τὴν συνεργασία τὴν ἰδική μας μὲ τὸν Θεόν». Ὁ δὲ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς λέγει• «Ὅταν οἱ ψυχὲς τὸ θέλουν ἀποστέλλει καὶ ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα, ἂν ὅμως λείψη ἡ προθυμία, συστέλλεται καὶ τὸ ἐκ Θεοῦ Πνεῦμα». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος λέγει• «Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο χωρὶς τὸν ἄνθρωπον, ἀδυνατεῖ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ θέληση». Ἄρα διδασκόμεθα ρητῶς καὶ σαφῶς ὅτι οἱ παράγοντες τῆς σωτηρίας εἶναι δύο• πρῶτον ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καὶ δεύτερον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν ὑλοπνευματικόν, μέσα του ἐμφανίζονται δύο θελήσεις μὲ τὴν ἰδίαν μορφήν, ὡς ἐνδόμυχος ἔκφρασις τοῦ ἑνιαίου προσώπου τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀπολαύση κάποιο πρᾶγμα. Καὶ μολονότι ὡς πρὸς τὴν μορφὴν οἱ δύο θελήσεις του δὲν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν ὅμως πολὺ ἐξ αἰτίας τῆς διαφορᾶς τῶν ὑποστάσεων ἀπὸ τὶς ὁποῖες λαμβάνουν τὴν ἀρχή• διότι τὸ πνεῦμα ἐπιθυμεῖ τὰ τοῦ πνεύματος, ἡ δὲ σὰρξ τὰ τῆς σαρκός. Γι’ αὐτὸ ἡ μία θέλησις ἐκφράζει τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἄλλη τὸ φρόνημα τῆς σαρκός. Ἡ ἀντίθεσις τῶν φρονημάτων γεννᾶ ἀμοιβαίαν ἀντίστασι καὶ σφοδρὰν διαπάλη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κάθε μία ζητεῖ νὰ ὑπερισχύση καὶ νὰ ἐπιβάλη τὴν ἰδικὴν της ἐξουσία. Στὸν ἀγώνα αὐτὸν ὁ μὲν ἔσω ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὴν νίκη τοῦ πνεύματος, διότι ἐκ φύσεως συμπαθεῖ τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος• καὶ τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος εἶναι ζωὴ καὶ εἰρήνη. Ὁ δὲ ἔξω ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὴν νίκη τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός, τὸ ὁποῖον εἶναι θάνατος• γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει• «τὸ μὲν φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη». Ὅθεν σὰρξ καὶ πνεῦμα πολεμοῦν μεταξύ τους• γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει• «ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος καὶ τὸ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός»• καὶ «τὸ μὲν φρόνημα τῆς σαρκὸς» εἶναι «ἔχθρα πρὸς τὸν Θεόν• τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται• οὐδὲ γὰρ δύναται... τὸ δὲ φρόνημα τοῦ Πνεύματος κατὰ Θεὸν ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἁγίων (μεσιτεύει ὑπὲρ τῶν χριστιανῶν)».

Γιὰ τὴν συνύπαρξιν αὐτὴ τῶν δύο φρονημάτων καὶ τὴν φυσικὴν συμπάθεια τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος, ἰδοὺ τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος• «συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον (μὲ εὐχαριστεῖ πάρα πολύ)• βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου». Ἄρα ὁ ἄνθρωπος ἐκ φύσεως δέχεται τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, διότι μὲ αὐτὸν τὸν νόμον εὐχαριστεῖται ὁ ἔσω ἄνθρωπος, ἐπειδὴ εἶναι ὁ νόμος ὁ ἰδικός του, ὁ νόμος τοῦ νοός του• ἡ δὲ θέλησις ποὺ ἐκφράζει τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος, εἶναι ἡ ἀληθὴς θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμο τοῦ νοός του, τὸν σύμμορφον πρὸς τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εὐχαριστεῖ τὸν ἔσω ἄνθρωπον. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει: «τὸ ἀγαθὸν εἶναι ἐκ φύσεως ἐραστὸν καὶ ἐπιθυμητόν, φυσικῶς πάντοτε αὐτὸ ἐπιθυμοῦμε• κακὸν δὲ εἶναι ἡ παρὰ φύσιν ἐπιθυμία, ὅταν ἐπιθυμοῦμε κάτι διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ ἐκ φύσεως ἐπιθυμητόν».

Ἀλλὰ μολονότι ἡ ἀληθὴς θέλησις εἶναι ἡ θέλησις τοῦ πνεύματος, ἡ ἐπιθυμία δηλαδὴ τοῦ ἀγαθοῦ, ποὺ εἶναι τὸ φύσει ἐπιθυμητόν, παραταῦτα πολλὲς φορὲς ἀδυνατεῖ νὰ ὑπερισχύση τῆς ἀντιστάσεως τῆς θελήσεως τῆς σαρκὸς γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος• διὰ «τὸν νόμον τῆς σαρκός, τὸν αἰχμαλωτίζοντα τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας». Γιὰ τὴν ἐπίδρασιν αὐτὴν τοῦ νόμου τῆς σαρκὸς ὁ Ἀπόστολος λέγει• «τὸ θέλειν παράκειταί μοι (εἶναι στὸ χέρι μου), τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω• οὐ γὰρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω». Διότι ὁ ἔσω ἄνθρωπος θέλει μὲν καὶ ἐπιθυμεῖ τὸ ἀγαθὸν ὡς οἰκεῖον, ἐπιθυμητόν, ὡς συμφυὲς ἀγαθόν, ὡς ἰδικὸν του νόμον, ἀλλ’ ὁ νόμος τῆς σαρκός, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας ἀντιστρατεύεται πρὸς τὶς ἐνέργειες τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας μας καὶ παρεμποδίζει τὴν ἐμφάνισι τοῦ ἀγαθοῦ καὶ μᾶς ὑπαγορεύει τὴν ἐργασία τοῦ κακοῦ• γι’ αὐτὸ στὴν συνέχεια λέγει ὁ Ἀπόστολος• «εἰ δὲ ὅ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκ ἔτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ’ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία». Ὥστε ὄντως τὸ μὲν ἀγαθὸν εἶναι νόμος συμφυὴς καὶ ἀληθὴς θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δὲ κακὸν εἶναι νόμος ἑτεροφυής, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δημιουργηθῆ καὶ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὴν ἀληθῆ θέλησι τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τὸ ἀγαθόν, ἐργάζεται ἐλευθέρως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν θέλησι τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καὶ εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος• ὅταν ὅμως ἐργάζεται τὸ κακόν, ἐργάζεται ἀνελευθέρως, διότι ἔχει ὑποταγὴ στὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶναι ἀνελεύθερος καὶ δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος πράττει τὸ ἀγαθόν, δοῦλος δὲ ὅποιος πράττει τὸ κακόν• καὶ ἀληθὴς μὲν ἐλευθερία εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ φρονήματος τοῦ πνεύματος ἡ ἐργαζομένη τὸ ἀγαθόν, ψευδὴς δὲ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἐπικράτησις τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός, τῆς κατεργαζομένης τὰ πονηρά.

Χαρακτηριστικόν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, δηλαδὴ τῆς ἀληθοῦς ἐλευθέρας θελήσεώς μας, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀληθοῦς, καὶ ἡ ἐπίμονος παραμονὴ σ’ αὐτὴν τὴν ἀγάπη. Ὁ ἔρως πρὸς τὸ ἀγαθὸν εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐξωτερίκευσις τοῦ αἰσθήματος ποὺ τὸν πλημμυρίζει. Ὁ ἔρως αὐτὸς γεννᾶται ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς καρδίας μὲ τὶς ὑπαγορεύσεις τοῦ θείου νόμου ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγγραφῆ μέσα στὶς καρδιές μας• αὐτὸ ὑπαινίσσεται καὶ ἡ Ἁγία Γραφή, ὅταν λέγη ὅτι ὁ θεῖος νόμος ἐδόθη γραπτὸς μέσα στὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ὁ Θεὸς διέπλασε τὴν καρδίαν ὡς ἕδραν τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγαθοῦ• γι’ αὐτὸ καὶ ἐκ φύσεως ἀγαπᾶ, ποθεῖ καὶ ζητεῖ τὸ ἀγαθόν• καὶ πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ γίνη διαφορετικά, ἀφοῦ ἡ πρώτη ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἦταν ἡ ὄψις τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ; Ναί• ἦταν ἀδύνατον νὰ γίνη διαφορετικά, διότι τὸ ἀγαθὸν ἄφησε στὴν καρδία τὶς πρῶτες ἐντυπώσεις, τὶς ὁποῖες ἐχάραξε βαθύτατα μέσα της καὶ γι’ αὐτὸ θὰ εἶναι αἰώνιοι. Ἡ ἀγάπη αὐτή, ἡ ἐπιπόθησις καὶ ἡ ἐπιζήτησις τοῦ θείου νόμου εἶναι ποὺ κάνει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ ὀνομάζη τὸν νόμο ποὺ εἶναι γραμμένος μέσα στὴν καρδία νόμο τοῦ νοός του καὶ νὰ τὸν ταυτίζει μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ γνῶσις αὐτὴ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀληθοῦς μας θελήσεως μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ διαφυλάξωμε ἀνεπηρέαστον τὴν ἐσωτερικήν μας ἐλευθερία καὶ νὰ ζήσωμε ἀληθῶς ἐλεύθεροι• καὶ ἀληθῶς ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος διανοεῖται, θέλει καὶ πράττει ἐλευθέρως. Χαρακτηριστικά τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἠθικὴ ἀνεξαρτησία, ἡ ἀγαθότης, ἡ ἁγνεία, ἡ σεμνοπρέπεια, ἡ ἀνδρεία, ἡ ἰσχύς, τὸ ἀήττητον, τὸ ἀνένδοτον, τὸ αὐτοκρατορικὸν καὶ τὸ αὐτεξούσιον. Ὁ ἐσωτερικῶς ἐλεύθερος ἄνθρωπος κοσμεῖται μὲ ὅλες τὶς ἀρετές• ἡ εὐσέβεια, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ σύνεσις τὸν καταστέφουν μὲ στεφάνους πλεγμένους μὲ ἄνθη ἀμάραντα• ζώντας ἐπάνω στὴν γῆν εἰκονίζει τὴν εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ του, τὸ κάλλος τῆς ὁποίας φέρει μέσα του• ἡ πορεία του εἶναι εὐθεία, τὸ πολίτευμά του στὸν οὐρανό• ἀνυψώνεται ἀπὸ τὰ γήινα καὶ γίνεται αἰθέριος καὶ οὐρανοβάμων καί, συνενούμενος μὲ τὸν χορὸν τῶν ἀγγέλων ὑμνεῖ τὸν Θεόν, τὸν ποιητὴν καὶ πλάστην του.

Ὁ ἐσωτερικῶς ἀνελεύθερος ὅμως ἄνθρωπος εἶναι πράγματι ἀνελεύθερος• διότι ἐὰν ἡ ἠθικὴ ἐξάρτησις εἶναι ἠθικὴ δουλεία, ἡ δὲ ἠθικὴ δουλεία εἶναι ἀνελευθερία, ἕπεται ὅτι ὁ ἠθικά, ὁ ἐσωτερικὰ δηλαδὴ ἀνελεύθερος ἄνθρωπος εἶναι πράγματι ἀνελεύθερος καὶ δοῦλος τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, ἀδύνατος νὰ δραστηριοποιηθῆ πρὸς κάποιο ἀγαθόν, ὑπαγορευόμενον ἀπὸ τὴν ἀληθῆ ἐσωτερικήν του θέλησι. Αὐτὸ ποὺ πράττει εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν θέλησι καὶ τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς καὶ ὄχι πρὸς τὴν ἀληθῆ, ἐσωτερικήν του θέλησι. Ἡ ψευδὴς αὐτὴ ἐλευθέρα θέλησις ἠμπορεῖ νὰ ἐξαπατήση καὶ νὰ παραπλανήση πολλοὺς ἐπιπολαίους ἐρευνητὰς καὶ νὰ τοὺς φέρη στὴν ἀπώλεια. Τοὺς πείθει πολλὲς φορὲς νὰ δέχωνται τὶς προσταγές της, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, ὡς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀληθοῦς ἐλευθέρας θελήσεώς των καὶ ὡς ἐκφράσσεις τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τῆς πνευματικῆς δηλαδὴ φύσεως. Ὁ ἀνελεύθερος ἐσωτερικὰ ἄνθρωπος μολύνει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ «ἄνθρωπος ὤν ἐν τιμῇ, ἐξομοιοῦται τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις», ἀτιμάζεται, ταπεινώνεται καὶ διαφθείρεται.

Χαρακτηριστικόν τῆς ψευδοῦς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἠθικὴ ἐξάρτησις, ἡ ἠθικὴ αἰχμαλωσία, ἡ κακία, ἡ ἐνοχή, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀναίδεια, ἡ δειλία, τὸ θράσος, ἡ ἀνανδρία, ἡ ἥττα, ἡ ἐξαχρείωσις, ἡ ἀσέβεια, ἡ ἀδικία, τὸ ψεῦδος, ἡ ἀσυνεσία καὶ οἱ λοιπὲς κακίες, οἱ ὁποῖες κατακηλιδώνουν καὶ ἐξευτελίζουν τὸν ἄνθρωπον.

Τὸν τρόπο κατὰ τὸν ὁποῖον ἠμποροῦμε νὰ διατηρήσωμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀληθῶς ἐλευθέρους μᾶς τὸν ὑπέδειξεν ὁ ἴδιος ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ὅταν εἶπε: «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν• ὃς δ΄ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν». Δηλαδὴ ἐδίδαξε ὅτι μόνο μὲ τὴν αὐταπάρνησιν ἠμποροῦμε νὰ σωθοῦμε• καὶ ἀληθῶς, γιὰ νὰ γίνωμε ἀληθῶς ἐλεύθεροι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαρνηθοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ νὰ σηκώσουμε στοὺς ὤμους τὸν σταυρὸν καὶ νὰ ἀκολουθήσωμε τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση• «Ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ἐλευθερώσῃ ὑμᾶς, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» λέγει ὁ Σωτὴρ καὶ ἐλευθερωτής μας, καὶ πάλιν• «ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ ἀληθῶς μαθηταί μου ἐστέ, καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἄρα ἀποβαίνουμε ἐλεύθεροι ὅταν ἀκοῦμε μὲ προσοχὴν τὸ κήρυγμα τοῦ Σωτῆρος, μένουμε σ΄ αὐτό, σηκώνουμε στοὺς ὤμους τὸν σταυρὸν καὶ τὸν ἀκολουθοῦμε• καὶ ἀπαρνούμεθα τοὺς ἑαυτούς μας ὅταν ἀποτασσόμεθα τὸν νόμον τῆς σαρκὸς μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες καὶ σηκώνουμε τὸν σταυρόν, ὑπομένοντας κάθε κακοπάθεια ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος, δηλαδή, νὰ διαμείνωμε ἐλεύθεροι εἶναι: κατάπαυσις τοῦ θελήματος τῆς σαρκός, ἐνέργεια τοῦ θελήματος τοῦ πνεύματος καὶ ὑποταγὴ τοῦ κατωτέρου στὸ ἀνώτερον.

Κατὰ ταῦτα ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νὰ φροντίση καὶ νὰ ἐργασθῆ γιὰ τὴν σωτηρία του• διότι διαφορετικὰ διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον τῆς ἀπωλείας• ἐπειδὴ τίποτε κοινὸν δὲν ὑπάρχει μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, μεταξὺ ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ. Ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἔχει διαφθείρει τὸν ἄνθρωπον, εἶναι σκότος καὶ κακὸν μέγιστον, ὡς ἀντιστρατευομένη πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐλευθερία του καταλογίζει κάθε παρεκτροπὴν ὡς ἁμαρτία, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἡ ἐλευθερία ὅσο μέγα ἀγαθὸν εἶναι, τόσο μεγάλες ἐπιβάλλει καὶ τὶς εὐθύνες.

Ὁ ἐσωτερικῶς ἐλεύθερος ὀφείλει νὰ ἀποβῆ ἅγιος• γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς καὶ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Νέα Διαθήκη ἐντέλλεται λέγοντας: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιος εἰμί»• διότι πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀνόσιος νὰ κοινωνήση πρὸς τὸ Θεῖον; Καὶ ὁ Σωτὴρ ἐπίσης ἐντέλλεται λέγοντας: «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν οὐρανοῖς τέλειός ἐστι»• διότι ὅπως εἶναι ὁ Πατήρ, τὸν ὁποῖον ἐπικαλούμεθα, τοιαῦτα κατ΄ ἀνάγκην πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὰ τέκνα. Ἁγίους λοιπὸν καὶ τελείους μᾶς θέλει ὁ Θεός, διότι μόνον οἱ ἅγιοι καὶ τέλειοι εἶναι υἱοὶ τοῦ Πατρὸς τοῦ ἐν οὐρανοῖς, καὶ μόνον αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλοῦνται μὲ υἱϊκὴν στοργὴ τὶς χάριτες αὐτοῦ καὶ αὐτοὶ μόνοι κληρονομοῦν τὴν οὐράνιον Βασιλείαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε πρὸς τοὺς Κορινθίους• «ἢ οὐκ οἴδατε (δὲν γνωρίζετε) ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; Μὴ πλανᾶσθε• οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε κλέπται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὔτε λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι».

Γι’ αὐτὸ ὁ Σωτὴρ μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀπαρνηθοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ νὰ σηκώσουμε στὸν ὦμο τὸν σταυρὸν καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσωμε• «Εἰ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι•» ἀναγνωρίζει μὲν τὴν ἐλευθερία μας καὶ τὸ αὐτεξούσιον, ἀλλὰ καὶ ἀφήνει σ΄ αὐτὰ τὴν σωτηρία μας. Ὥστε, ὅποιος θέλει τὴν σωτηρία του, ὀφείλει νὰ ἐργασθῆ πρὸς ἀπόκτησιν αὐτῆς, ἀλλιῶς καὶ αὐτὴν θὰ στερηθῆ καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς αἰωνίου ζωῆς διὰ τῆς ἀμελείας καὶ τῆς ἀκηδίας θὰ παρασκευάση γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν αἰώνιον κόλασι θὰ κληρονομήση, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυτρώση ὅλους.

Εἶναι ἄρα ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ ἀκολουθήσωμε τὸν Κύριον• διότι ἂν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐλευθερώση, τότε θὰ εἴμεθα ἀληθῶς ἐλεύθεροι. Ναί, ἀληθῶς, μόνον ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐλευθερώση• διότι αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλευθερία. «Ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμα ἐστιν• οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος• μόνον ἐὰν ἀκολουθοῦμε τὸν Σωτῆρα ἠμποροῦμε νὰ μείνωμε ἐλεύθεροι καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας• «πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας». Ἐὰν λοιπὸν θέλωμε νὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Σωτῆρα Χριστόν.

πηγή

Συναξαριστής της 22ας Φεβρουαρίου


Εὕρεσις τῶν ἐν τοῖς Εὐγενίου Ἁγίων Λειψάνων Μαρτύρων καὶ Ἀποστόλων Ἀνδρονίκου καὶ Ἰουνίας

 


Ὅταν ὁ ἁγιότατος Πατριάρχης Θωμᾶς ἦταν στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (607-610), βρέθηκαν τὰ τίμια λείψανα μερικῶν ἁγίων μαρτύρων, κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὴν γῆ. Ἀμέσως ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τους μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμό, καὶ μὲ συνοδεία πολὺ λαοῦ. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνακομιδῆς, πολλὲς καὶ διάφορες ἀσθένειες θεραπεύτηκαν.

Ἀφοῦ δὲ πέρασαν πολλὰ χρόνια, ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε σ᾿ ἕνα ἄνθρωπο κληρικὸ καὶ καλλιγράφο, τὸ Νικόλαο, ὅτι στὸν ἴδιο τόπο ἐκεῖνο τὸν καλούμενο Εὐγενίου, βρίσκονται κρυμμένα καὶ τὰ ἁγία λείψανα τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρονίκου καὶ Ἰουνίας, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολή του, ὡς ἑξῆς: «Ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τους συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις, οἱ καὶ πρὸ ἐμοῦ γεγόνασιν ἐν Χριστῷ» (Ρωμ. ιστ´ 7).

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς ῥόδα νοητά, καὶ χαρίτων ταμεῖα, ἐφάνησαν ἐκ γῆς, τὰ σεπτὰ ὑμῶν σκηνή, πανένδοξοι Μάρτυρες, Ἐκκλησίας ἑδραίωμα, διαπνέοντα, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, καὶ παρέχοντα, ὀσμὴν ζωῆς τοῖς ἐκ πόθου, ὑμᾶς μακαρίζουσι.

Κοντάκιον. 
Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἀθλοφορικήν, ἐκφαίνοντα εὐκληρίαν, καὶ πνευματικήν, ἐκπνέοντα εὐωδίαν, ἀνεφάνησαν γῆθεν ὑμῶν νῦν τὰ λείψανα, Ἀθλοφόροι παναοίδιμοι, τῶν Ἀγγέλων ὁμοδίαιτοι, καὶ Χριστοῦ κήρυκες ἔνθεοι· ὃν δυσωπεῖτε θερμῶς, τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς.

Μεγαλυνάριον.

Ἤνθησαν ὡς κρίνα μυροβαφῆ, τὰ λείψανα ἤδη, ἐν τῷ κόσμῳ ὑμῶν σεπτῶς, καὶ τῆς ἀφθαρσίας, τῇ νοητῇ εὐπνοίᾳ, Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, ἡμᾶς εὐφραίνουσι.

 
Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ὁμολογητὴς τῆς Μονῆς Παυλοπετρίου

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς Πατέρας, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ εὐλαβεῖς καὶ πολὺ πλούσιους γονεῖς. Ἐπειδὴ ὅμως, ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ὑπῆρξε εὐλαβής, θέλησε νὰ ντυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Πῆγε λοιπὸν στὴ Μονὴ Παυλοπετρίου, ποὺ βρίσκεται στὸν κόλπο τῆς Νικομήδειας, καὶ ἐκεῖ ἔγινε Μοναχός. Τόσο δὲ προόδευσε στὶς ἀρετὲς καὶ τόσο διαδόθηκε ἡ φήμη του, ὥστε ἔγινε γνωστὸς καὶ στοὺς βασιλεῖς.

Συνδέθηκε μάλιστα καὶ μὲ τοὺς ὁσίους Θεόδωρο τὸν Στουδίτη καὶ Ἰωάννη τῆς Μονῆς Καθαρῶν, μὲ τοὺς ὁποίους συνεργάστηκε γιὰ τὴν ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων. Στὰ χρόνια ὅμως τοῦ Λέοντα τοῦ Εἰκονομάχου (Ἀρμενίου) (813-820), κατηγορήθηκε ὅτι σέβεται τὶς σεπτὲς Εἰκόνες καὶ ἔτσι ὑπέστη διάφορα βασανιστήρια, καὶ δοκίμασε πικρὲς ἐξορίες καὶ βαρεῖες θλίψεις. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔμεινε σταθερὸς στὰ Ὀρθόδοξα φρονήματά του, ἀπῆλθε πρὸς τὸν Κύριο.

 
Ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα καὶ οἱ δώδεκα ὑπηρέτες της

 


Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

 
Ὁ Ἅγιος Συνετός

 


Μαρτύρησε διὰ ξίφους. (Ἴσως εἶναι αὐτὸς ποὺ γιορτάζουμε στὶς 12 Δεκεμβρίου).

 
Οἱ Ὅσιοι Θαλάσσιος καὶ Λιμναῖος

Ὁ Ὅσιος Θαλάσσιος εἶχε ἀσκητήριο ἐπάνω σ᾿ ἕνα μικρὸ βουνὸ ἑνὸς χωρίου τῆς Κύπρου. Ἐκεῖ προσευχόταν, μελετοῦσε καὶ καλλιεργοῦσε ἕνα μικρό, εὔφορο ἀγροτεμάχιο. Ἐπίσης, κατέβαινε στὰ κοντινὰ χωριὰ καὶ δίδασκε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Λιμναῖος, νεώτερος ἀπὸ τὸ Θαλάσσιο, ὅταν ἄκουσε γι᾿ αὐτόν, ἦλθε κοντά του καὶ πῆρε ἀπὸ τὸν καλὸ αὐτὸ διδάσκαλο ὑπόδειγμα γνήσιας καὶ ἀληθινῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ὅμως, ἡ μεγαλύτερη δόξα τοῦ Λιμναίου εἶναι ἡ ἐργασία ποὺ κατέβαλε γιὰ τοὺς τυφλούς. Ἔκτισε κοντὰ στὸ κελλί του καὶ ἄλλα κελλιά, ποὺ ἀνέδειξε ἄσυλα γιὰ τυφλούς. Καὶ δὲν τοὺς ἔδινε μόνο στέγη, ἀλλὰ καὶ τροφὴ ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες ποὺ τοῦ ἔκαναν εὐσεβεῖς χριστιανοί.

Ἀκόμα, φρόντιζε καὶ γιὰ τὶς ψυχές τους. «Τί σημαίνει, ἔλεγε, νὰ φροντίζουμε μόνο γιὰ τὰ σώματα τῶν δυστυχῶν; Περιορίζοντας ὡς ἐδῶ τὴν φιλανθρωπία, εἶναι σὰν νὰ τὴν κάνουμε ἀπέναντι σὲ ζῷα. Τὸ σπουδαῖο εἶναι νὰ συμπληρώσουμε τὸ καλὸ φροντίζοντας καὶ γιὰ τὸ φωτισμό του πνεύματος».

Ἔτσι, οἱ προστατευόμενοί του τυφλοὶ ἦταν εὐτυχεῖς. Διότι, ἂν καὶ δὲν εἶχαν σωματικὰ μάτια, ἔπαιρναν ὅμως πνευματικὰ καὶ ἀπολάμβαναν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, Αὐτὸς «ἢν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» Δηλαδὴ ὁ Κύριος ἦταν πάντοτε τὸ τέλειο φῶς, ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο.
Ὁ Ὅσιος Λιμναῖος πέθανε θρηνούμενος ἀπὸ τὰ τυφλὰ τέκνα του, ποὺ ἀποτέλεσαν τὴν μεγάλη μέριμνα καὶ στοργὴ τῆς ζωῆς του.

 
Ὁ Ὅσιος Βαραδάτης

 


Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ διάλεξε τὴν ἐρημικὴ ζωή. Τὴν ἀγάπη του στὴν ἐγκράτεια δὲν ἐλάττωσε τὸ φιλάσθενο σῶμα του. Ὁ Πατριάρχης τῆς Ἀντιοχείας Θεόδοτος ἄκουσε γιὰ τὸν Βαραδάτη καὶ φρόντισε νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν φιλέρημο ἀποκλειστικότητα καὶ νὰ τὸν χρησιμοποιήσει γιὰ τὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ὅσιος Βαραδάτης δέχτηκε τὸν συνδυασμὸ αὐτὸ τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἐνέργειας. Πρὸ πάντων, στὶς περιόδους τῶν νηστειῶν, καὶ σὲ ὦρες θλίψεων καὶ συμφορῶν, πήγαινε στὶς πόλεις καὶ καλλιεργοῦσε τὸν φόβο καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὸν Θεό, προκαλοῦσε τὴν μετάνοια καὶ στήριζε τὸ θάῤῥος τῶν Χριστιανῶν. Ἐπίσης καλλιεργοῦσε καὶ ἐνίσχυε στὶς ψυχές τους τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐλπίδα.

Κατὰ τὸν Θεοδώρητο, ὁ Ὅσιος Βαραδάτης διακρινόταν γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ σύνεσή του καὶ τὴν λογικότητα στὶς ἐρωτήσεις καὶ τὶς ἀπαντήσεις του.

 
Ὁ Ἅγιος Τελεσφόρος ἐπίσκοπος Ῥώμης

Ὁ Εἰρηναῖος λέει ὅτι μαρτύρησε στὸ πρῶτο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἀντωνίνου Πίου (138-161). Στοὺς καταλόγους τῶν Ἐπισκόπων καὶ Παπῶν Ῥώμης ὁ Τελεσφόρος φαίνεται ὅτι διαδέχτηκε τὸν Σῆξτο τὸ 125 καὶ πέθανε τὸ 136.

 
Ὁ Ἅγιος Βλάσιος Ἐπίσκοπος

Ὁ ἅγιος Νικόδημος τὸν τιτλοφορεῖ σὰν ἐπίσκοπο Ῥώμης, ἀλλὰ πουθενὰ δὲν βρήκαμε Βλάσιο ἐπίσκοπο Ῥώμης. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ μνήμη του δὲν ἀναφέρεται σ᾿ ὅλους τοὺς Συναξαριστές, ἀλλὰ καὶ στοὺς λίγους ποὺ μνημονεύεται, μνημονεύεται ἁπλὰ σὰν ἐπίσκοπος καὶ ὄχι Ῥώμης, ἴσως κάποιας ἄλλης ἐπισκοπῆς.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων (ἢ Ἄριστος ἢ Ἀριστίων)

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Πρόκειται γιὰ Ἅγιο τῆς Κύπρου καὶ ὑπῆρξε δεύτερος ἐπίσκοπος αὐτῆς μετὰ τὸν Βαρνάβα κατὰ τὸν Le Quien (σ. 103-4). Σαφῆ βιογραφικά του στοιχεῖα δὲν ὑπάρχουν, μόνο παραδόσεις ἀτεκμηρίωτες.

 
Ἡ Ἁγία Θεοκτίστη τοῦ Βορονέζ, ἡ νεομάρτυς (Ρωσίδα)

Διὰ Χριστὸν σαλή.
 

 
Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες τῆς Κολὰ ἐν Γεωργίᾳ
 



Τὸ μαρτύριο τῶν ἐννέα παιδομαρτύρων ἔγινε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ Γεωργία.

Σὲ ἕνα μεγάλο χωριὸ τῆς νοτιοδυτικῆς Γεωργίας, στὴν πεδιάδα Κολά, ὅπου βρίσκονται οἱ πηγὲς τοῦ ποταμοῦ Κύρου, ζοῦσαν ἐλάχιστοι Χριστιανοί. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρες. Τὰ παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν ἔπαιζαν μὲ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ μόλις ὁ ἱερεὺς κτυποῦσε τὴν καμπάνα γιὰ τὸν Ἑσπερινό, ἄφηναν τὸ παιχνίδι καὶ ἔτρεχαν στὴν Ἐκκλησία. Τὰ ἀκολουθοῦσαν ὅμως πάντοτε ἐννέα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν: ὁ Γουαράμ, ὁ Μπακάρ, ὁ Βάτσε, ὁ Μπατζίμι, ὁ Τάτσι, ὁ Τζουανσέρι, ὁ Ραμάζι καὶ ὁ Παρσμάν. Μὰ σὰν ἔφθασαν στὴν πύλη τοῦ ναοῦ, οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἐπέτρεπαν σὲ αὐτὰ νὰ εἰσέλθουν στὸ ναό. Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορές. Τὰ παιδιὰ ἐπέμεναν καὶ ἀποφάσισαν νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοί.

Ὁ ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, ἕνας σεβάσμιος καὶ ἅγιος λευΐτης, τὰ κατήχησε καὶ τὰ δίδαξε τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Δὲν τολμοῦσε ὅμως νὰ τὰ βαπτίσει τὴν ἡμέρα, διότι φοβόταν τοὺς εἰδωλολάτρες. Μία νύχτα, λοιπόν, τὰ πῆρε μαζί του καὶ τὰ ὁδήγησε στὸν ποταμό. Πολλοὶ Χριστιανοὶ τὸν ἀκολούθησαν. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ ποτάμι ἦταν παγωμένο. Μὰ μόλις τὰ παιδιὰ μπῆκαν μέσα, γιὰ νὰ βαπτισθοῦν, τὸ νερό, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ζεστό. Τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ θαῦμα τὸ ἀκολούθησε ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ γεγονός: Ἄγγελοι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατέβηκαν καὶ νὰ ἔνδυσαν μὲ λευκοὺς χιτῶνες.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ εἰδωλολάτρες γονεῖς ἀναζήτησαν τὰ παιδιά τους. Τὰ βρῆκαν στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν καὶ πληροφορήθηκαν τί εἶχε συμβεῖ. Ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ ὀργίσθηκαν. Ἄρχισαν νὰ τὰ κτυποῦν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὰ πείσουν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνα ὅμως ὁμολογοῦσαν μὲ ἀθῳότητα καὶ ἀνδρεία τὴν πίστη τους στὸν Κύριο.
Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ τὰ φονεύσουν, πρὸς παραδειγματισμὸ καὶ τῶν ὑπολοίπων συγχωριανῶν τους. Μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν ἡγεμόνα πῆγαν κοντὰ στὸν ποταμὸ καὶ ἔσκαψαν ἕνα βαθὺ λάκκο, ὅπου ἔριξαν μέσα τοὺς μικροὺς Ἁγίους. Ἤσαν ὅλοι ἀπὸ ἑπτὰ μέχρι ἐννέα χρόνων.

 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...