Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Μαΐου 27, 2013

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ Ο Γ΄

πηγή
AYTOKRATVN MIXAHL G
Δαπέργολα Νεκτάριου
Φιλολόγου-Δρ. Βυζαντινῆς Ἰστορίας

Μιά παρεξηγημένη μορφή τῆς Βυζαντινῆς Ἰστορίας

     Εἶναι γνωστό ὅτι «τήν Ἱστορία τήν γράφουν οἱ νικητές» καί αὐτή ἡ φράση βρίσκει στήν περίπτωση τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ τήν πλέον ἐντυπωσιακή ἴσως ἐπαλήθευση. Ἡ ἱστορική ἀλήθεια ὅμως συχνά κρύβεται μέσα στά ἴδια τά κείμενα, ὅποιες καί ἄν εἶναι οἱ συνειδητές προθέσεις τῶν συγγραφέων τους. Ὁ ἐντοπισμός αὐτῆς τῆς ἀλήθειας εἶναι ἀκριβῶς ἡ δουλειά τῆς ἱστορικῆς ἐπιστήμης. Καί αὐτό εἶναι μία ὑπόθεση συνήθως πολύ δυσχερής, ἀλλά καί πάντοτε ἰδιαίτερα συναρπαστική.

      Ὁ Μιχαήλ Γ΄ ἦταν ἕνας αὐτοκράτορας πού ἡ βασιλεία του συνδέθηκε μέ μία εὐρύτερη περίοδο ἀκμῆς τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Ρωμανίας καί μέ σπουδαῖες ἐξελίξεις, ὅπως ἡ Ἀναστήλωση τῶν Εἰκόνων, ἡ δράση τοῦ πατριάρχη Φωτίου, τό ἔργο τῶν Κυρίλλου καί Μεθοδίου, ὁ ἐκχριστιανισμός τῶν Βουλγάρων, ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς Παιδείας, ἡ ἀπαλλαγή τῆς Μικρασίας ἀπό τόν θανάσιμο ἀραβικό κίνδυνο, κ.ἄ. Ὁ ἴδιος ὁ Μιχαήλ ὅμως ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς πιό κακοποιημένες ἱστορικές μορφές, καθώς οἱ βυζαντινές πηγές χρησιμοποίησαν τά μελανότερα χρώματα γιά νά σκιαγραφήσουν τήν προσωπικότητά του, μέ ἀποτέλεσμα ἀκόμη καί μέχρι σήμερα νά παραμένει γνωστός μέ τήν προσωνυμία «Μέθυσος».
      Ὁ Μιχαήλ ἀνέβηκε στόν θρόνο τό 842 μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα τοῦ Θεόφιλου. Ἐπειδή ἦταν ἀνήλικος, τήν ἐξουσία ἀνέλαβε προσωρινά ἡ μητέρα τοῦ Θεοδώρα, μαζί μέ τόν λογοθέτη Θεόκτιστο. Παρασυρόμενος ὅμως ἀπό τόν Βάρδα, τόν ἀδελφό τῆς  Θεοδώρας, ὁ Μιχαήλ ἀνέτρεψε τό 855 τόν Θεόκτιστο, ἀπομάκρυνε τή μητέρα του ἀπό τήν ἐξουσία καί βρέθηκε μόνος του πλέον στόν θρόνο, μέ οὐσιαστικό καθοδηγητή του τόν Βάρδα.
     Μεγαλώνοντας ὡστόσο ὁ Μιχαήλ ἄρχισε νά δυσανασχετεῖ μέ τήν κηδεμονία τοῦ θείου του, ἀλλά καί μέ τήν ἐπίφοβα μεγάλη ἰσχύ του. Προσπάθησε λοιπόν νά ἰσχυροποιήσει τή θέση του στό παλάτι, προωθώντας σέ καίριες θέσεις δικούς του ἐμπίστους, ὅπως ὁ Βασίλειος Μακεδών. Τό γεγονός θορύβησε τόν Βάρδα καί προκάλεσε ἔνταση, πού ἔληξε τελικά μέ τή δολοφονία τοῦ τό 866 (μέ φυσικό αὐτουργό τόν Βασίλειο). Αὐτή ὅμως ἡ σχέση τοῦ Μιχαήλ μέ τόν Μακεδόνα ἀποδείχτηκε τελικά μοιραία: ὁ Μιχαήλ ἔβλεπε σ’ αὐτόν ἕνα τυφλά ἀφοσιωμένο ὄργανο, τό ὁποῖο προσπάθησε νά περιθωριοποιήσει, ὅταν δέν τό εἶχε πλέον ἀνάγκη. Διέπραξε ὅμως τό μοιραῖο λάθος νά τόν ὑποτιμήσει καί αὐτό τό πλήρωσε τελικά μέ τή ζωή του. Ἡ δολοφονία του ( Σεπτέμβριος 867) ἔφερε στόν θρόνο τόν Βασίλειο καί τή λεγόμενη Μακεδονική Δυναστεία, ἡ ὁποία ἔμελλε νά κυβερνήσει τήν Αὐτοκρατορία γιά τά ἑπόμενα 200 περίπου χρόνια καί νά τήν ὁδηγήσει στό ἀποκορύφωμα τῆς δόξας της.
      Ὅπως προαναφέρθηκε, οἱ βυζαντινές πηγές περιγράφουν τόν Μιχαήλ μέ τά χειρότερα σχόλια. Σύμφωνα μέ αὐτές ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορος γιά τίς κρατικές ὑποθέσεις καί τόν ἀπασχολοῦσαν μόνο τά γλέντια καί οἱ ἀγῶνες τοῦ ἱπποδρόμου. Ἀλόγιστες καί οἱ οἰκονομικές σπατάλες του, πού εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τή διασκόρπιση τοῦ κρατικοῦ χρήματος σέ ἀσωτίες μαζί μέ μία τεράστια ὁμάδα πού εἶχε γύρω του ἀπό ἄτομα χαμηλῆς ἠθικῆς στάθμης. Ἰδιαίτερη ὅμως ἀναφορά γίνεται καί στήν ἀσέβειά του, καθώς κατηγορεῖται ὅτι συμμετεῖχε σέ μία βέβηλη ὁμάδα, τά μέλη τῆς ὁποίας μεταμφιέζονταν σέ ἀρχιερεῖς καί στή συνέχεια προέβαιναν στή διακωμώδηση τῆς Θ. Λειτουργίας καί τῶν Μυστηρίων.1
     Τά ἀρνητικά γιά τόν Μιχαήλ σχόλια κλιμακώνονται μάλιστα στό τελευταῖο ἔτος τῆς βασιλείας του, ὅταν περιγράφεται πλέον ὡς ἕνας παράφρων τύραννος («ὑπό τῆς κατακοροῦς μέθης καὶ τῶν ἀθέσμων καὶ ἀσελγῶν πράξεων ὅλως τῶν δεόντων ἐξεστηκώς καὶ φρενοπλήξ καὶ παράφορος», πού ὁλοκλήρωσε τήν κατασπατάληση τοῦ κρατικοῦ θησαυροῦ (ὁ ὁποίος «εἰς μίμους καὶ ἡνιόχους καὶ ὀρχηστάς καὶ κόλακας καὶ βδελυρίας ἁπάσης μεστούς ἀφρόνως διεσκορπίζετο»), πού γιά νά καλύψει μετά τίς ἀνάγκες τοῦ κράτους προέβαινε σέ συλήσεις ναῶν καί ἁρπαγές χρημάτων ἀπό εὐαγῆ ἱδρύματα καί πού πάνω στή μέθη τοῦ «πέρα δεινῶν ἐνεκελεύετο ἀφαιρέσεις ὤτων καὶ ῥινῶν καὶ κεφαλῶν ποιούμενος».2      
      Αὐτές εἶναι συνοπτικά οἱ κατηγορίες πού ἀπευθύνουν οἱ βυζαντινοί συγγραφεῖς στόν Μιχαήλ Γ΄, ἀναδεικνύοντας μία εἰκόνα στήν ὁποία συνοψίζονται ὅλα σχεδόν τά ἀνθρώπινα πάθη. Εἶναι ἀπολύτως ἐξακριβωμένο ὅμως τό τεράστιο πρόβλημα ἀντικειμενικότητας πού ἔχουν οἱ πηγές αὐτῆς τῆς περιόδου. Οἱ συγγραφεῖς τους, ἀνήκοντας στό περιβάλλον τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου (913-959), ἐγγονοῦ τοῦ Βασιλείου Α΄, κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιά νά ἐξιδανικεύσουν τόν ἱδρυτή τῆς Μακεδονικῆς Δυναστείας (ὡς τόν ἄνθρωπο πού ἀναμόρφωσε τό κράτος, παραλαμβάνοντας τό δῆθεν ἀπό τήν ἀπόλυτη παρακμή) καί ταυτόχρονα νά ἀμαυρώσουν τή μορφή τοῦ προκατόχου του, ὥστε μεταξύ ἄλλων νά δικαιολογήσουν καί τή δολοφονία του. Ὅλα αὐτά εἶναι σαφῶς ἐντεταγμένα στούς μηχανισμούς τῆς αὐτοκρατορικῆς προπαγάνδας τοῦ 10ου αἰ. καί φυσικά σχετίζονται μέ πρακτικές πού ἀνέκαθεν χρησιμοποιοῦν οἱ ἐξουσίες γιά νά ἑδραιώσουν τή θέση καί τήν ἰσχύ τους.3
     Ἡ μεροληψία ὡστόσο τῶν πηγῶν ἀποδεικνύεται ἐπίσης καί ἀπό τό ὅτι ἀποσιωποῦν ὅλα τά μεγάλα ἐπιτεύγματα τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαήλ. Π.χ. δέν ἀναφέρονται καθόλου στή δυναμική ἐκκλησιαστική πολιτική πού σέ συνεργασία μέ τό κράτος ἀκολούθησε ὁ πατριάρχης Φώτιος, προασπίζοντας τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία ἔναντι τῶν κοσμοκρατορικῶν διαθέσεων τοῦ Πάπα. Ὅ,τι γνωρίζουμε γι’ αὐτήν, προέρχεται σχεδόν ἀποκλειστικά ἀπό δυτικές πηγές. Ἀπό σλαβικά κείμενα γνωρίζουμε ἐπίσης τό κοσμοϊστορικῆς σημασίας γεγονός τῆς ἀποστολῆς τῶν Κυρίλλου καί Μεθοδίου στή Μοραβία, γιά τό ὁποῖο ἐπίσης οὐδείς λόγος γίνεται στά βυζαντινά χρονικά. Παρόμοια ἀπόκρυψη ἤ διαστρέβλωση τῆς ἀλήθειας παρατηρεῖται καί στόν τομέα τῶν σπουδαίων πολεμικῶν ἐπιτευγμάτων τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαήλ ἐναντίον τῶν Ἀράβων, ἐνῷ ἀκόμη καί τό γεγονός τοῦ πρώιμου ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Ρώσων, πού ἄρχισε λίγο μετά τό 860, μόνο ὁ Πορφυρογέννητος τό ἀναφέρει, ἀλλά καί αὐτός τό ἀποδίδει παραποιημένα στόν Βασίλειο Α΄, ἐντάσσοντάς το ἔτσι στό μετά τό 867 χρονικό διάστημα.
     Πέραν αὐτῶν ὅμως, ὑπάρχουν καί ἄλλα στοιχεῖα, πού προκύπτουν ἀπό ἀντιφάσεις τῶν ἴδιων κειμένων καί ἀποδεικνύουν ὅτι ὅλες σχεδόν οἱ κατηγορίες πού βαραίνουν τόν Μιχαήλ Γ΄ εἶναι ψευδεῖς. Αὐτό π.χ. ἰσχύει κατ’ ἀρχάς γιά τή δῆθεν διασκόρπιση τοῦ δημοσίου χρήματος, καθώς θά πρέπει νά θεωρεῖται δεδομένο ὅτι τή στιγμή τῆς δολοφονίας του τά οἰκονομικά τοῦ κράτους ἦταν σέ ἐξαιρετική κατάσταση. Γνωρίζουμε ἀκόμη ὅτι ὁ Μιχαήλ ὄχι μόνο δέν εἶχε τήν παραμικρή σχέση μέ τή διακωμώδηση τῆς θρησκείας, ἀλλά διατήρησε πάντα τή δημόσια εἰκόνα ἑνός εὐσεβοῦς ἡγεμόνα, πού ἔτρεφε ἐνδιαφέρον γιά τό ἱεραποστολικό ἔργο, τήν καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων καί τήν ἀνέγερση ναῶν.4 Ἐπίσης ὅμως καμία σχέση δέν ἔχει μέ τήν ἱστορική ἀλήθεια καί τό ὅτι ἦταν λαομίσητος (λόγῳ τοῦ ὑποτιθέμενου ἔκλυτου βίου καί τῆς τυραννικῆς του διακυβέρνησης): πάμπολλες ἀντιφάσεις τῶν ἴδιων τῶν πηγῶν ἀποδεικνύουν ὅτι στήν πραγματικότητα ἦταν πολύ δημοφιλής καί ἡ δολοφονία του ὄχι μόνο δέν χαιρετίστηκε ὡς σωτήριο γεγονός (ὅπως μᾶς…«διαβεβαιώνει» ὁ Πορφυρογέννητος), ἀλλά ἀντίθετα προκάλεσε πολλές ἀντιδράσεις, ἀπό τίς ὁποῖες ὁ δολοφόνος του, ὁ Βασίλειος Α΄, κινδύνευε μέχρι τό τέλος σχεδόν τῆς ζωῆς του. Τά στοιχεῖα αὐτά ἐναρμονίζονται πλήρως καί μέ κάποια ἀκόμη δεδομένα, ὅπως τό ἔμπρακτο ἐνδιαφέρον πού γνωρίζουμε ὅτι ἐπέδειξε ὁ Μιχαήλ γιά τήν ἐξουδετέρωση τοῦ ἀραβικοῦ κινδύνου, γιά τήν εὐημερία τῶν ὑπηκόων του, ἀλλά καί γιά τίς θρησκευτικές ἐξελίξεις τῆς ἐποχῆς του.
      Ὅλα αὐτά, σέ συνδυασμό ἀσφαλῶς μέ τήν εὐρύτερη κατάσταση εὐημερίας καί ἀκμῆς, πού ἐπικρατοῦσε στήν Αὐτοκρατορία λίγο μετά τά μέσα τοῦ 9ου αἰ., φαίνεται πώς δημιούργησαν στήν κοινή γνώμη τῆς ἐποχῆς μία ἰδιαίτερα θετική γιά τόν Μιχαήλ Γ΄ εἰκόνα, ἡ ὁποία διατηρήθηκε πολύ μετά τόν θάνατό του καί στιγμάτισε μάλιστα ἀνεπανόρθωτα τόν Βασίλειο Μακεδόνα, παρ’ὅλες τίς ἀναμφισβήτητες ἱκανότητες πού ὁ τελευταῖος ἐπέδειξε ὡς ἡγεμόνας καί παρ’ ὅλες τίς προσπάθειες στίς ὁποῖες προέβη, γιά νά κερδίσει τήν ἀγάπη τοῦ λαοῦ καί νά ἀσφαλίσει τήν ἐξουσία του. Παρότι ὅμως ἡ θετική εἰκόνα τοῦ Μιχαήλ φαίνεται πώς ὑπῆρξε τόσο ἰσχυρή, ὥστε πέρα ἀπό ὅλα αὐτά νά ἀφήσει μᾶλλον τά ἴχνη της ἀκόμη καί στή λαϊκή ἐποποιία (καθώς μ’ αὐτόν θά πρέπει πιθανότατα νά ταυτιστεῖ ὁ περίφημος Ἀρμούρης, κεντρικός ἥρωας τοῦ πρώτου μεγάλου βυζαντινοῦ λαϊκοῦ ἔπους),6 δέν πέρασε ὡστόσο ποτέ στήν ἐπίσημη ἱστοριογραφία τῆς ἐποχῆς, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ὁποίας – ὑπό τό βάρος πολιτικῶν σκοπιμοτήτων – δέν ἀλλοίωσαν ἁπλῶς, ἀλλά διαστρέβλωσαν τελείως τήν ἀλήθεια γύρω ἀπό τό πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορα.

   ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Συνεχιστής Θεοφάνους (ἔκδ. I.Bekker) 200.15 κ.ἑξ, 243.21 κέξ. – Ἰω.Σκυλίτζης (ἔκδ. I.Thurn) 96.29 κέξ. – Ψευδοσυμεῶν (ἔκδ. I.Bekker) 659.2 κέξ. – Βίος Πατριάρχου Ἰγνατίου (Patrologia Graeca 105) στ. 528.

2. Συνεχιστής Θεοφάνους, ὅ.π., 251.3, 254.8  – Ψευδοσυμεῶν, ὅ.π., 683.22.

3. Βλ. R.J.Ἡ.Jenkins, Constantine VII’ s Portrait of Michael III, Variorum Reprints, London 1970, σ. 71 κέξ.

4. Βλ. Ν.Adontz, L’ age et l’ origine de l’ empereur Basile I, Byzantion 9 (1934) 226. – Β.Λαούρδας, Φωτίου Ὁμιλίαι, Θεσσαλονίκη 1959, σ.  99 κέξ.

5. Ν.Δαπέργολας, Τό κίνημα τῶν στρατηγῶν Συμβατίου καί Γεωργίου Πηγάνη κατά τό θέρος τοῦ 866, Πρακτικά ΙΔ΄ Πανελληνίου Ἱστορικοῦ Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 13 κέξ. – Ὅλα τά παραπάνω ἐξετάζονται διεξοδικά στήν ὑπό ἔκδοση μελέτη μου «Ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαήλ Γ΄ καί οἱ πολιτικές ἐξελίξεις στή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία κατά τή διάρκεια τῆς βασιλείας του».

6. Βλ. Ἡ.Gregoire, Michel III et Basile le Macedonien dans les inscriptions d’ Ancyre, Byzantion 5 (1929-1930) 344 κέξ. – A.A.Vasiliev, The Russian Attack on Constantinople in 860, Cambridge 1946, σ. 155.
*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Γ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠΤ. 2010



Ἀπὸ ἐκεῖ μπῆκαν οἱ ἐχθροί: ἀπὸ τὴν κερκόπορτα τῆς ὑπεροψίας μας, πού στὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἔβαλε τὶς στοές, πού ἀντικατέστησε τὸν γάμο μὲ συμβολαιογραφικὴ πράξη, τὴ μάνα μὲ τὴν τηλεόραση, τὰ παιδιὰ μὲ τὰ σκυλιά...

Ἀπόσπασμα ἀπὸ  τὸ βιβλίο "Ἐν μέσω κρίσης" τῆς Μαρίας Μουρζά τῶν Ἐκδόσεων "Ἄθως" 
Διατελοῦμεν ἐν μέσω κρίσης! Ἐκεί πού πρὸς στιγμὴν μένουμε ἐνεοὶ καὶ ἀποσβολωμένοι. Ἐκεί πού κόβουμε ταχύτητα, χαμηλώνουμε τοὺς τόνους καὶ ρωτᾶμε: Γιατί; Πῶς ἔγινε καὶ φτάσαμε στοῦ γκρεμοῦ τὸ χεῖλος; Ποιὸς εὐθύνεται γιὰ τὴ στραβοτημονιά; Ποιὸς θὰ χρεωθεῖ τὸ ἀτύχημα; Ποιὸς θὰ χρεωθεῖ τὴν ἐθνικὴ συμφορά;  Κοιτᾶς καὶ λές: Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλλάδα μας; Ποῦ εἶναι οἱ Ἕλληνες; Ποῦ μᾶς πούλησαν; Ποιοὶ μᾶς ἀγόρασαν; Ποιοὶ θὰ δώσουν λόγο γιὰ τὴν ἀγοραπωλησία; Χιλιάδες ἀπελπισμένες κραυγὲς σὰ σεισμικὲς δονήσεις... Προεόρτια μεγάλου σεισμοῦ;
Διατελοῦμε ἐν μέσω κρίσης, βιώνοντας ἕνα σκληρὸ παιχνίδι, πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη μας καὶ πάντα σὲ βάρος μας. Εἰσπράττουμε τὴν προδοσία σὰ γεύση ἀπὸ χῶμα, σὰν ὀργὴ καὶ σὰν ἀπελπιστικὴ διαπίστωση: βρισκόμαστε ὑπὸ ζυγόν! Καὶ ὁ πόνος τοῦ ζυγοῦ εἶναι τόσο δυνατὸς ὥστε ἄλλος γρήγορα καὶ ἄλλος ἀργὰ ξυπνᾶμε! Ξυπνᾶμε σὰν ἀπὸ βαρὺ ὕπνο. Μᾶς ξυπνάει ὁ ἥλιος τῆς νύχτας... Τὸ φῶς ποὺ γεννιέται ἀμέσως μετὰ ἀπ' τὸ πυκνότερο σκοτάδι. Μᾶς ξυπνάει καὶ βλέπουμε πὼς δὲν εἴμαστε ἄμοιροί της τύχης μας, πὼς σαφῶς ἔχουμε κι ἐμεῖς, ὁ καθένας τὴ δική του εὐθύνη. Ἔχουμε κι ἐμεῖς, ὁ καθένας τὸ δικό του μερίδιο στὴ συμφορά.
Καὶ φωτίζεται ὁ νοῦς μας καὶ μᾶς γίνεται ὁρατὸ πὼς δὲν φταίνει μόνον οἱ ἐχθροὶ ποὺ μπῆκαν ἀπ' τὴν κερκόπορτα. Φταῖμε καὶ ἐμεῖς ποὺ ἀπαξιώσαμε τὴν κερκόπορτα καὶ ἐν γνώσει μας τὴν ἀφήσαμε ἀφύλαχτη. Φταῖμε ὅλοι... καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς Πολιτείας καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας καὶ...

 ὁ λαός. Διαπράξαμε ὅλοι τὸ ἴδιο λάθος τῆς ὕβρης: Καταργήσαμε τὸν Θεό!
Εἴτε θέλουμε νὰ τὸ παραδεχτοῦμε εἴτε δὲ θέλουμε, ἀπὸ κεῖ μπῆκαν οἱ ἐχθροί: ἀπὸ τὴν κερκόπορτα τῆς ὑπεροψίας μας..., πού στὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἔβαλε τὶς στοές, ποὺ ἀντικατέστησε τὸν γάμο μὲ συμβολαιογραφικὴ πράξη, ποὺ ἀντικατέστησε τὴ μάνα μὲ τὴν τηλεόραση, ποὺ ἀντικατέστησε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ σκυλιά.
Ἀπὸ κεῖ μπῆκαν οἱ ἐχθροί: ἀπὸ τὴν κερκόπορτα τῆς ὑπεροψίας μας, πού ἀντικατέστησε τὸν Πνευματικὸ μὲ τὰ μέντιουμ, ποὺ ἀντικατέστησε τὴν Λειτουργία μὲ κολυμβητήρια, μὲ φροντιστήρια καὶ ἐκδρομές, ποὺ ἀντικατέστησε τὴν προσευχὴ μὲ γιόγκα, τὴ νηστεία μὲ δίαιτες, καὶ τὸν Χριστὸ μὲ τὸν χρυσό!...
Ἀδελφοί μου, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ὀδυνηρὴ δὲν εἶναι ποὺ ἀδείασαν τὰ ταμεῖα μας. Εἶναι ποὺ ἀδείασε ἡ ψυχή μας! Ἀδείασαν τὰ σπίτια μας. Ξεκρεμάσαμε τὶς εἰκόνες, σβήσαμε τὸ καντήλι κι ἀνοίξαμε τὶς πόρτες. Τώρα μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ μπαινοβγαίνει ὅποιο θέλει, ὅ,τι ὥρα θέλει γιὰ ὅποια σχέση θέλει.
Ἀδελφοί μου, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἡ ὀδυνηρὴ εἶναι τὸ κλάμα τῶν παιδιῶν ποὺ δὲν ἀφήσαμε νὰ γεννηθοῦν!... καὶ τὸ κλάμα τῶν παιδιῶν ποὺ ἐγκαταλείψαμε.
Ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἡ ὀδυνηρὴ εἶναι ποὺ γεμίσαμε παιδιὰ ποὺ δὲν ἔχουν κατὰ ποὺ νὰ κοιτάξουν. Γεμίσαμε παιδιὰ-τορπίλες! Ἕτοιμα νὰ ἐκραγοῦν. Παιδιὰ γνωστῆς ἢ ἀγνώστου πατρότητας ποὺ δὲν τὰ θέλει κανείς, παρὰ μόνον αὐτοὶ ποὺ θὰ τὰ ἐμπορευτοῦν.  Ἀδελφοί μου, γεμίσαμε ἐμπόρους ποῦ μαζεύουν ἀργύρια τριάκοντα, ἀλίμονο γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὸν ἀγρὸ τοῦ Κεραμέως;
Κρύο... Τόσο πολὺ κρύο... Κι αὐτὴ ἡ κρίση... ἡ βαθιὰ καὶ ἐπώδυνή μας μαζεύει ἀπ' τοὺς δρόμους καὶ γυρίζουμε μέσα μας. Ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει νὰ πάλλεται ἡ καρδιά μας ἡ πέτρινη καὶ νὰ δίνει ξανὰ σημεῖα ζωῆς, ζωῆς ἄλλης, ζωῆς ἀληθινῆς. Ἐκεῖ ποὺ δυναμώνει λίγο-λίγο ἡ φωνὴ τῆς χαμένης συνείδησης κι ἀρχίζεις νὰ διακρίνεις ἀνάμεσα στὶς χιλιάδες φωνὲς τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Κι ἀρχίζει ἡ ψυχή μας νὰ ψάχνει τρόπους ἀποκατάστασης: ποιὰ "αὐθαίρετα" νὰ γκρεμίσουμε καὶ ποιὰ "νόμιμα" νὰ ξαναχτίσουμε...
Ἀρχίζει ἡ ψυχή μας καὶ διψάει τὴν ἄφεση. Ἀφήνει τὶς χῶρες τῶν ἀλλοφύλων τὶς ἀλλότριες συμπεριφορὲς καὶ ξαναπαίρνει ἡ πολύπαθη ψυχή μας τοὺς πατροπαράδοτους δρόμους... γιὰ τὸ πετραχήλι τὸ ἅγιο γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἀδελφοί μου, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἐπώδυνη εἶναι καὶ σωτήρια καὶ ἰαματική. Ἀρχίζεις καὶ νοιάζεσαι καὶ μοιράζεσαι τὸ τριμμένο παλτό σου μ' αὐτὸν ποὺ κρυώνει! Ἀρχίζεις καὶ πονᾶς καὶ συμπονᾶς... Καὶ ὁ ἄλλος ἄνθρωπος γίνεται συνάνθρωπος, ὁ κάτοικος συγκάτοικος, ὁ πατριώτης συμπατριώτης, καὶ ὁ ἄλλος Ἕλληνας γίνεται συνέλληνας, ἐγγενὴς καὶ συγγενὴς καὶ ὄμαιμος καὶ ἀδελφός!
Ἀδελφοί μου, ὁμοιοπαθεῖς καὶ συμπένητες, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἡ ὀδυνηρὴ εἶναι γι' αὐτοὺς ἡ ἀσωτία καὶ γι' ἄλλους ἡ ὑποκρισία. Ἡ στείρα θρησκευτικότητά μας. Ἡ ἠθική μας αὐτάρκεια.... Κανεὶς δὲν κλαίει... Καὶ ἡ κρίση ἐντείνεται καὶ κάνει κρύο, πολὺ κρύο!
Χωρὶς μετάνοια, πῶς νὰ τὸ διαχειριστεῖς; Χωρὶς ἐλπίδα στὸ ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ ἀγαπῶντος Θεοῦ, χωρὶς τὴν ἐμπειρία τῆς Παρουσίας Του, πῶς νὰ βγοῦν οἱ χειμῶνες; Πῶς νὰ βγοῦμε ἀπ' τ' ἀδιέξοδο χωρὶς θύρα ἐξόδου;
Ἀδελφοί μου, ὁμοιπαθεῖς καὶ συμπένητες, ἡ κρίση ἡ μεγάλη δὲν εἶναι ποὺ δὲν εὐημεροῦμε. Εἶναι ποὺ δὲν μετανοοῦμε. Ἡ κρίση ἡ μεγάλη δὲν εἶναι ποὺ ἀλώσαμε τὴν ψυχή μας. Εἶναι ποὺ τὴν παραδώσαμε μόνοι μας. Πρέπει νὰ περάσει καλὰ καὶ γιὰ πάντα στὸν πυρήνα τοῦ εἶναι μας: ἡ κρίση ἡ μεγάλη, ἡ μέγιστη τῶν συμφορῶν, δὲν εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν δανείων . Εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν δακρύων...
 Ἀδελφοί μου, ἔτσι παραγράφονται ὅλα τὰ χρεή: μὲ δάκρυα! 
Καὶ θὰ δοῦμε τὴν ἄνοιξη νὰ πετάγεται κάτω ἀπ' τὰ μάρμαρα... 
Καὶ τὰ δένδρα νὰ ἀνθίζουν... 
Καὶ θὰ 'ρθεῖ ἡ Ἀνάσταση!

ΝΕΑ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: Η Θρησκεία του Hanif του Προφήτη Αβραάμ.


(Σημ.Εγκόλπιου: Η οργάνωση είναι Τουρκική)
Εν Πειραιεί τη 27η Μαΐου 2013

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
ΝΕΑ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ:
Η Θρησκεία του Hanif του Προφήτη Αβραάμ.

Χριστιανοί της Ιεράς Μητροπόλεώς μας μας κοινοποίησαν φυλλάδιο μιας ακόμα αιρετικής ομάδας, η οποία δραστηριοποιείται στην εκκλησιαστική μας περιφέρεια και γενικότερα  στη χώρα μας. Πρόκειται για την«Θρησκεία του Hanif του Προφήτη Αβραάμ»,την οποία προωθεί κάποιο ίδρυμα με την επωνυμία «Διεθνές Ίδρυμα M.I.H.R για την Ένωση στη Θρησκεία του  Hanif του Προφήτη Αβραάμ». 
      Σύμφωνα με τα λίγα στοιχεία που παραθέτει το φυλλάδιο για τη νέα αυτή αίρεση συμπεραίνουμε πως ανήκει στο Ισλάμ και είναι στρατευμένη να προωθήσει τον οικουμενισμό για λογαριασμό του. Αρχίζει με τη διαπίστωση ότι ο σημερινός κόσμος είναι χωρισμένος σε διάφορες θρησκείες και πίστεις σφόδρα εχθρικές μεταξύ τους, οι οποίες διεκδικούν η καθεμιά την σωστότερη θρησκεία και την αλήθεια. Πολλοί πιστοί αυτών των θρησκειών προωθούν την εχθρότητα προς τους πιστούς των άλλων θρησκειών, φτάνοντας σε πράξεις αιματοχυσίας και τρομοκρατικών ενεργειών. Η διάσπαση των ανθρώπων σε ομάδες και θρησκείες είναι έργο του διαβόλου «ο στόχος του διαβόλου είναι να προωθεί τις εχθρότητες μεταξύ των διαφόρων θρησκειών. Καθ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας η εχθρότητα είναι το πράγμα που σημείωσε την μεγαλύτερη επιτυχία ο διάβολος». Και συνεχίζει το φυλλάδιο, αποκαλύπτοντας την «ταυτότητα» της οργάνωσης: «Δεν υπάρχει άλλη θρησκεία εκτός από τη θρησκεία του Hanif. Σήμερα θα έπρεπε να ζούμε μέσα στην φιλία, την αλληλεγγύη και την ευτυχία όπως ακριβώς μας επιβάλλει (sic) η θρησκεία του Hanif. Το γεγονός ότι οι εχθρότητες απειλούν την παγκόσμια ειρήνη μας, αποδεικνύει ότι δεν ζούμε σωστά την θρησκεία, την οποία έχει διαλέξει ο Αλλάχ για μας». «Μοναδική λύση για την συμμαχία των πολιτισμών και την παγκόσμια ειρήνη (είναι) η ένωση στη Θρησκεία του Hanif. Το Ισλάμ δεν είναι τίποτα άλλο από τη θρησκεία του Hanif. Ο Χριστιανισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την θρησκεία του Hanif. Ο Ιουδαϊσμός δεν είναι τίποτε άλλο από τη θρησκεία του  Hanif. Και οι υπόλοιπες θρησκευτικές ομάδες δεν είναι τίποτε άλλο από τη θρησκεία του  Hanif. Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν θρησκείες αλλά μια και μοναδική θρησκεία, αυτή είναι η θρησκεία του Προφήτη Αβραάμ. Η θρησκεία αυτή είναι η θρησκεία του Νώε, του Προφήτη Μωυσή, του προφήτη Ιησού, και του Προφήτη Μωάμεθ. Είναι η θρησκεία όλης της ανθρωπότητας. Στην Παλαιά Διαθήκη, στην Καινή Διαθήκη και το Κοράνιο γίνεται αναφορά στη θρησκεία του Hanif, την οποία ασπάσθηκαν ο Μωυσής και οι πιστοί του, ο Ιησούς και οι απόστολοί του, ο Μωάμεθ και οι οπαδοί του». Τέλος δίνει επιγραμματικά και τις αρχές της αίρεσης «Αυτή η θρησκεία συμπεριλαμβάνει τρεις αρχές: 1) Η πίστη σε ένα μοναδικό Θεό (μονοθεϊσμός), 2) Η συγκρότηση μιας ομάδας από ανθρώπους, που θέλουν να ενωθούν με τον Θεό και 3) Η παράδοση της ψυχής, του φυσικού σώματος, του εγωισμού και της βούλησης στον Θεό».
Από τα παραπάνω δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κάποιος, ότι πρόκειται για νεοεποχίτικη ομάδα, η οποία είναι εντεταγμένη στην υλοποίηση των στόχων του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, τον οποίον, όπως είναι γνωστόν, προωθεί πυρετωδώς η «Νέα Εποχή» και η «Νέα Τάξη Πραγμάτων», για την εδραίωση της σχεδιαζόμενης εδώ και χρόνια εφιαλτικής Πανθρησκείας, η οποία θα λειτουργήσει ως φοβερή χοάνη όλων των θρησκειών του κόσμου και δυστυχώς και του Χριστιανισμού. Η εν λόγω ομάδα ειδικότερα φιλοδοξεί, να ενώση τους Χριστιανούς, Εβραίους και Μουσουλμάνους, έτσι ώστε να καταστή η κοινή συνιστώσα των μονοθεϊστικών θρησκειών.
Για μας δεν τίθεται θέμα θρησκείας και θρησκειών, διότι η Εκκλησία μας δεν είναι καν θρησκεία, τουλάχιστον με την έννοια που υπάρχουν και «λειτουργούν» οι θρησκείες του κόσμου. Η Αγία μας Εκκλησία δεν είναι θρησκεία, για να συζητάη και το χειρότερο να ενταχθη στη χοάνη των άλλων θρησκειών, αλλά «καινή κτίσις» (Β΄Κορ.5,17), ο νέος κόσμος του Θεού και η επί γης βασιλεία Του. Η οντολογική μεταμόρφωση εν Χριστώ του ανθρώπου και ολοκλήρου της δημιουργίας.   
    Όσο και αν φαίνεται «ακίνδυνη» η νέα αυτή αίρεση, πρέπει να μας προβληματίζει ως Ορθοδόξους Χριστιανούς, διότι, απ’ ότι φαίνεται, λειτουργεί στις πολυπληθείς μουσουλμανικές ομάδες των χιλιάδων νομίμων και παρανόμων μεταναστών στη χώρα μας. Θέλει προφανώς να παρουσιάση ένα άλλο προσωπείο του Ισλάμ, του «ειρηνικού», του «ανεκτικού», του «αγαπητικού». Ωστόσο αντίθετα από τα γραφόμενα του φυλλαδίου, το Ισλάμ διδάσκει και εφαρμόζει τον Ιερό Πόλεμο (Τζιχάντ) κατά των μη μουσουλμάνων, που θεωρούνται ως άπιστοι και ειδωλολάτρες. Παραθέτουμε ένα σχετικό μικρό απόσπασμα από το Κοράνιο:  «Και όταν οι απαγορευμένοι μήνες έχουν περάσει, τότε (πολεμάτε και) σκοτώνετε τους ειδωλολάτρες οπουδήποτε κι αν τους βρείτε, και συλλάβετέ τους και πολιορκείστε τους και στήστε τους παγίδες με κάθε (πολεμικό) στρατήγημα. Αν όμως μετανιώσουν και διατηρήσουν την τακτική προσευχή κι εφαρμόσουν (τακτική) ελεημοσύνη, τότε αφήστε τους ελεύθερους. Γιατί ο Αλλάχ είναι Πολυεύσπλαχνος, Πολυεπιεικής» (Κοράνιο, 9:5). Φρονούμε λοιπόν, πως η εν λόγω οργάνωση λειτουργεί ως παραπλανητική ομάδα για τη δημιουργία προφανώς ενός «προθαλάμου» του Ισλάμ, όπου θα εγκλωβίζει, όσους δεν ασπάζονται τα ακραία «δόγματά» του.
 Με την παρούσα εγκύκλιό μας εφιστούμε την προσοχή στους Ορθοδόξους πιστούς μας, να μην εμπιστεύονται φυλλάδια αγνώστου προελεύσεως και τα οποία έχουν στόχο να εξωραΐσουν διάφορες θρησκευτικές πίστεις και θρησκείες. Θα πρέπει να γίνει απόλυτο βίωμά μας η πίστη μας, πως μοναδικός και ανεπανάληπτος σωτήρας μας είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο ένσαρκος Λόγος του Θεού, ο Οποίος, μόνος Αυτός μας αποκάλυψε τον αληθινό Θεό και μας επανένωσε μαζί Του. «Ή μοναδική οδός σωτηρίας των ανθρώπων είναι ή πίστη στην Αγία Τριάδα, στο έργο και στη διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο ποίος συνεχίζει διά της Εκκλησίας, την παρουσία του εν τω κόσμω μέχρι της συντελείας των αιώνων. Ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό φως, δεν υπάρχουν άλλα φώτα, για να μας φωτίσουν, ούτε άλλα ονόματα, που μπορούν να μας σώσουν: «Ουκ εστίν εν άλλω ούδενί ή σωτηρία, ουδέ γάρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω  δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,14) Όλα τα άλλα πιστεύματα, όλες οι θρησκείες, που αγνοούν και δεν ομολογούν τον Χριστό «εν σαρκί έληλυθότα» (Α΄Ιωάν.4,2), είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και έργα του Διαβόλου, δεν οδηγούν στην αληθινή θεογνωσία και στην δια του θείου βαπτίσματος αναγέννηση, αλλά πλανούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην απώλεια. Οι Χριστιανοί, πιστεύοντες εις την Άγια Τριάδα, δεν έχουμε τον ίδιο Θεό με καμμία άλλη θρησκεία, ούτε με τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό, οι όποιες δεν πιστεύουν στην Αγία Τριάδα» (Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού Σύναξης Ορθοδόξων Κληρικών και Μοναχών, Απρίλιος 2009).

Εκ του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών.
Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος.

Ο Γραμματέας
Κ. Λάμπρος Σκόντζος

Εκ της Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ


πηγή

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΣΕ Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ;Αρθρο του + Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΣΕ Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ;

ΒΥΖΑΝΤ
Αρθρο του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Τίποτε, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε τυχαῖο στὸν κόσμο. Οὔτε μιὰ σταγόνα νεροῦ οὔτε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὰ δέντρα δὲν πέφτει χωρὶς κάποια αἰτία. Κάθε πρᾶγμα ἢ γεγονὸς ἔχει τὴν αἰτία του. 
Οἱ ἄνθρωποι ἐρευνοῦν γιὰ νὰ βροῦν τὰ βαθύτερα αἴτια. Ἀξιέπαινη ἡ ἔρευνα τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλ᾿ ὄχι σπάνια ἡ ἔρευνα γιὰ νὰ βρεθῇ ἡ αἰτία ἀποτυγχάνει· ὁ νοῦς τῶν ἐπιστημόνων πλανᾶται, λοξοδρομεῖ, πέφτει σὲ λαβύρινθο ἀμφιβολιῶν καὶ βγάζει σφαλερὰ συμπεράσματα, ποὺ δὲν δίνουν τὴν εἰκόνα τῆς πραγματικῆς αἰτίας τῶν γεγονότων. Ἔτσι καὶ προκειμένου γιὰ τὴν αἰτία τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου.

* * *

Ἀπὸ ὅσα μαρτυροῦν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι βγαίνει τὸ συμπέρασμα, ὅτι «ἡ ἀπερίγρα πτη ἐκείνη συμφορὰ δὲνἐπῆλθε μόνη της· ἦταν ἀποτέλεσμα μιᾶς γενικῆς ἐξαχρειώσεως τοῦ ἔθνους, ὅτι κυρία αἰτία δὲν ἦταν τόσο ἡ δύναμι τοῦ κατακτητοῦ ὅσο οἱ ἁμαρτίες ποὺ πλημμύρισαν τὸν πολιτικό, κοινωνικὸ καὶ ἰδιωτικὸ βίο»(Νικηφόρος Καλογερᾶς μτφρ.). 
Πράγματι ἡ Πόλις καὶ μαζί της ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἔπεσε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν κατοίκων της. Μπορεῖ ὁ μαθητὴς τῆς σχολῆς τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ(σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία μόνο ὁ οἰκονομικὸς παράγων εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ῥυθμίζει τὴν ἐξέλιξι τῶν κοινωνιῶν), νὰ μᾶς εἰρωνευθῇ γιὰ τὴν ἀφελῆ, κατ᾿ αὐτόν, ἑρμηνεία ποὺ δίνουμε. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποκλείει ἀ πὸ τὴν ἱστορία τὴν ὕπαρξι ἠθικοῦ καὶ πνευ μα τικοῦ παράγοντος καὶ ἀποδίδει τὰ πάντα στὴ συστολὴ ἢ διαστολὴ τοῦ στομάχου καὶ Θεὸ ἔχει τὴν ὕλη, αὐτὸς μυωπάζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δῇ τὰ ἀπώτερα αἴτια καὶ τοὺς παράγοντες ἐκείνους ποὺ ἡ ἐπίδρασί τους στὴν ἐξέλιξι τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν εἶνε τεραστία. Πίσω ἀπὸ τὴν ὕλη κρύβεται τὸ πνεῦμα. Πίσω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους ὑ πάρχουν οἱ ἠθικοὶ νόμοι, ποὺ ἡ μὲν αὐστηρὴ τήρησί τους ἐπιφέρει τὴν κοινωνικὴ ἀκμὴ καὶ πρόοδο, ἐνῷ ἡ ἀσύστολη παράβασί τους ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες καὶ τὸ λαὸ ἐπιφέρει τὴν ἐξασθένησι, τὸν ἐκφυλισμὸ καὶ τὸν ὁλοκληρωτικὸ ὄλεθρο τῶν ἐθνῶν. 
Ἕνα μικρὸ ἔθνος, ποὺ οἱ πολῖτες του ζοῦν μὲ φόβο Θεοῦ κ᾽ εἶνε πρόθυμοι νὰ ἀκοῦνε καὶ γρήγοροι καὶ δραστήριοι στὸ νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς ἠθικοὺς νόμους του, εἶνε ἀδύνατον νὰ νικηθῇ, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἐχθρὸς ποὺ τοῦ ἐπιτίθεται διαθέτῃ δεκαπλάσιες καὶ εἰ κοσαπλάσιες δυνάμεις· διότι ἕνας πιστὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ θὰ καταδιώξῃ χίλιους ἀπίστους καὶ ἀσεβεῖς(Δευτ. 32,30. Ἰησ. Ναυῆ 23,10). Ἔχει μαζί του σύμμαχο τὸν Κύριο! Ποιός ἄλλος μεγαλύτερος σύμμαχοςὑπάρχει ἀπὸ αὐτόν; Ἀντιθέτως ἕνα μεγάλο ἔθνος, ποὺ οἱ πολῖτες του εἶνε καθημερινοὶ παραβάτες τῶν ἠθικῶν νόμων καὶ φρικτοὶ ὑβρισταὶ τῆς θείας μεγαλωσύνης τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ζοῦν μιὰ ζωὴ ἁρπαγῆς καὶ ἀκολασίας, τὸ ἔθνος αὐτὸ θὰ καταρρεύσῃ. Τίποτε δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ τοῦ προσφέρῃ ὁ πιὸ ἰσχυρὸς ἐξοπλισμός, οἱ πλωτοὶ κολοσσοὶ στὴ θάλασσα, τὰ ὑπερφρούρια στὸν ἀέρα, τὰ τεχνητὰ τείχη στὴν ξηρά. Γιὰ ᾽κεῖνον ποὺ φοβᾶται τὸ Θεὸ ὁ ἱστὸς τῆς ἀράχνης γίνεται φρούριο ἀπόρθητο, ἐνῶ γιὰ τὸν ἀσεβῆ, τὸν ἀναιδῆ περιφρονητὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, θὰ ἔρθῃ στιγμὴ ποὺ καὶ τὰ χαλύβδινα τείχη ποὺ τὸν προστατεύουν θὰ γίνουν πιὸ ἀδύναμα κι ἀπὸ ἱστὸ ἀράχνης, ξερὴ καλαμιὰ ποὺ καίγεται μ᾽ ἕνα σπίρτο. Τίποτε δὲν πρόκειται νὰ σώσῃ τὸν ὑπερήφανο ἀσεβῆ, τὸν ἀμετανόητο λαό. Ὅπως λέει ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτου Ὀβδιού, «Ἐὰν μετεωρισθῇς ὡς ἀετὸς καὶ ἐὰν ἀνὰ μέσον τῶν ἄστρων θῇς νοσσιάν σου, ἐκεῖθεν κατάξω σε», δηλαδή· Ἂν ὑψωθῇς σὰν ἀετὸς κι ἂν στήσῃς τὴ φωλιά σου ἀνάμεσα στὰ ἄστρα, ἀπὸ ᾽κεῖ θὰ σὲ κατεβάσω(Ὀβδ. 4). 
Ὁ Θεὸς δὲν στέκεται σὰν ἕνας ἀπαθὴς θεατὴς τῆς ἱστορίας τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Εἶνε ὁ δίκαιος Κριτής.Φαίνονται τὰ ἴχνη του διὰ μέσου τῶν σελίδων τῆς ἱστορίας. Διαβαίνει ἀμείβοντας τὴν ἀρετή, τιμωρώντας τὴν κακία, καὶ ἀπ᾽ τὸ πικρὸ ἡ ἄπειρη Σοφία του ξέρει νὰ βγάζῃ τὸ γλυκύ· ἀπ᾽ τὴν κοπριὰ τὰ εὐωδιαστὰ ἄνθη τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καὶ ἱερᾶς κατανύξεως, κι ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ 1453 τὸ ἡρωικὸ 1821.

* * *

Κάθε χρόνο, ἀγαπητοί μου, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπέτειο τοῦ θλιβεροῦ γεγονότος τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἂς μελετοῦμε σοβαρὰ τὴν ἱστορία καί, βλέποντας ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῆς συμφορᾶς ἐκείνης ἦταν ἡ ἁμαρτία ποὺ ἐπλεόνασε, ἂς ἀν τλήσουμε πολύτιμα διδάγματα. Τὰ παθήματα τῶν προγόνων ἂς γί νουν μαθήματα γιὰ μᾶς. Τὸ ἕνα, ποὺ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ ἀμέριστη τὴν προσοχὴ κλήρου καὶ λαοῦ, εἶνε τοῦτο· ὅλοι ἐμεῖς ποὺ κατοικοῦμε τὴ μαρτυρικὴ αὐτὴ γωνιὰ τοῦ κόσμου, «ποὺ φτάσαμε στὰ τέλη τῶν αἰώνων»(Α΄ Κορ. 10,11), ἂν ἀγαποῦμε τὸν Κύριο, ἂς τηροῦμε τὶς ἐντολές του, ἂς «ἀποστυγῶμεν τὸ πονηρόν» ἂς ἀπεχθανώμαστε δηλαδὴ τὸ κακό(῾Ρωμ. 12,9) ὁπουδήποτε κι ἂν τὸ συναντήσουμε· συγκεκριμένα δηλαδή, νὰ μισοῦμε δυνατὰ τὴ θεομπαιξία, τὴ σιμωνία, τὴ βλασφημία, τοὺς ὅρκους, τὴ φιλοδοξία, τὴν ἁρπαγή, τὴν ἀκολασία, τὴν κακὴ ἐπιθυμία, τὴ φιλαργυρία, «τὴν πλεονεξίαν, ἥ τις ἐστὶνεἰδωλολατρία»(Κολ. 3,5). Αὐτὰ τὰ πάθη ἔ γι ναν οἱ νεκροθάφτες τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὰ στάθηκαν οἱ ἰσχυρότεροι σύμ μαχοι τοῦ κατακτητοῦ. Χωρὶς τὴ δική τους βο ήθεια ποτέ ὁ Μωάμεθ ὁ Β΄ δὲν θὰ ἔμπαινε στὴν Πόλι, ἡσημαία τοῦ σταυροῦ θὰ κυμάτιζε στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγίας Σοφίας, καὶ διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ ἐξέλιξι τῶν γεγονότων.

* * *

Ἀδελφοὶ Ἕλληνες! Μὲ πόνο ψυχῆς καὶ δάκρυα σᾶς προσφωνῶ κατὰ τὴ θλιβερὴ αὐτὴ ἐπέτειο. Ἂς βάλουμε τὸ χέρι στὴν καρδιὰ κι ἂς ρωτήσουμε καθένας τὸν ἑαυτό του κι ὁ ἕνας τὸν ἄλλο· Ζῇ μέσα μας ἡ ὀρθὴ πίστι, ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη στὸν Κύριο καὶ τὸν πλησίον; Ἂν εἶνε μαζί μας ὁ Κύριος, τότε ἡ πατρίδα μας θὰ εἶνε ἀπόρθητο φρούριο. Ἂν ὅμως πλήθυνε ἡ ἀνομία, πάγωσε ἡ ἁγνὴ ἀγάπη, νεκρώθηκε ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, ὑψώθηκαν ἀνάμεσά μας ξένοι βωμοί, νέα εἴδωλα τοῦ ψευτοπολιτισμοῦ, τότε νέα συμφορά, μεγαλύτερη σὲ βάθος καὶ ἔκτασι ἀπὸ τὴν ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ πέσῃ στὸ ταλαίπωρο ἔθνος μας. Ὁ «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται», δὲν ἐμπαίζεται (Γαλ. 6,7). Εἶνε «πῦρ καταναλίσκον», φωτιὰ ποὺ κατατρώει (Δευτ. 4,24· 9,3. Ἑβρ. 12,29). Κανένας ἔξυπνος οἰκονομικὸς συνδυασμός, καμμιά συμμαχία μὲ ξένα κράτη δὲ θὰ μᾶς σώσῃ, ἂν ἀπιστοῦμε καὶ νεοειδωλολατροῦμε καὶ βλασφημοῦμε καπηλικῶς τὰ θεῖα. Ἱστὸ ἀράχνης ὑφαίνουμε, ἕνα λεπτὸ καλάμι θὰ μᾶς διαλύσῃ. 
Ἀδελφοὶ Ἕλληνες! Ἀπὸ μᾶς, ὅσο ὑπάρχει ἀκόμη καιρός, ἐξαρτᾶται ἡ ἀποτροπὴ μιᾶς νέας συμφορᾶς. Ἐμπρός μας σήμερα βρίσκονται «ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος»(βλ. Δευτ. 30,19. Σ. Σειρ. 15,17)· ἡ ζωὴ μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, ὁ θάνατος μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό. Ἂς ἐκλέξουμε τὴ Ζωὴ τὴν ἀθάνατη. Ἂς γευθοῦμε τὴν ἀθάνατη Ζωή, τὸ Χριστό, κοινωνώντας μαζί του μὲ λόγια, μὲ ἔργα καὶ μὲ τὰ μυστήρια. Ὁ Χριστὸς νὰ πηγαίνῃ μπροστὰ καὶ νὰ ὁ δηγῇ. Ὁ Χριστὸς ἂς βασιλεύσῃ μέσα στὴν καρδιά μας. Αὐτὸς ἂς ῥυθμίζῃ τὴν ἀτομική, τὴν οἰκογενειακὴ καὶ τὴν ἐθνική μας ζωή. Αὐτὸς καὶ μόνο νὰ εἶνε ὁ Θεός μας· τὸ ὄ νομά του ἔχουμε ἐπικαλεσθῆ· ἐκτὸς ἀπὸ αὐ τὸν δὲν ξέρουμε ἄλλον. Ἂν προσπέσουμε ἐμπρός του μὲ μετάνοια νινευϊτικὴ ζητώντας τὸ ἄπειρο ἔλεός του, τότε ὑπάρχει ἐλπίδα, ἐλπίδα ὄχι ἀπατηλή, ὅτι ἡ πατρίδα μας ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι θὰ βγῇ σὲ νέο φῶς, θὰ δῇ καλύτερες ἡ μέρες, καὶ σὰν ὀρθρινὸ ἀστέρι θὰ λάμπῃ πάλι ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως!
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἀποσπάσματα ἄρθρου στὸ περιοδ. «Κιβωτός»,  τ. 17-18/Μάϊος 1953 του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» φ. 717/Μάϊος 2013)

Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς






Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν καὶ πότε ἄθλησε ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐτύχιος.  Ἀναδείχθηκε σὲ Ἐπίσκοπο Μελιτηνῆς, ὅμως λόγῳ τῆς Χριστιανικῆς δράσεώς του συνελήφθη, ἀρνήθηκε δὲ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ρίχθηκε στὸ νερό, ὅπου βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.Ὡς εὐτυχήσας ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκληρίας μετέσχες, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Εὐτυχές· σὺ γὰρ τῷ Θεῷ ἡμῶν, καθαρῶς ὑπουργήσας, αἵμασιν ἐφοίνιξας, τὴν ἁγίαν στολήν σου· μεθ’ ἧς Χριστῷ καὶ νῦν ἱερουργῶν, ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς αἱμάτων σου.Τῆς Ἐκκλησίας στερρῶς προϊστάμενος, ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ψυχὴν Πάτερ τέθεικας· ἣν νῦν ἀπαρέγκλιτον φύλαττε, τῆς εὐσεβείας τοῖς δόγμασιν Ὅσιε· αὐτῆς γὰρ Εὐτυχὲς ἑδραίωμα.

Μεγαλυνάριον.Κῆρυξ εὐτυχίας τῆς ἀληθοῦς, τοῖς ἐν ἀγνωσίᾳ, χρημάτισας ἱερουργέ, τῆς τοῦ μαρτυρίου, πλουτοποιοῦ εὐκλείας, ὦ Εὐτυχὲς ἐπέβης, ἀγωνισάμενος.

Μνήμη Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου





Λίγες μόλις δεκαετίες μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν οἱ πρῶτες παραχαράξεις τῆς πίστεως καὶ ἀργότερα οἱ μεγάλες χριστολογικὲς αἱρέσεις στὴν Ἐκκλησία Του, σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων. Ποιὸς εἶναι Αὐτός; Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση Του μὲ τὸν Θεό; Πῶς κατανοεῖται ἡ σχέση καὶ ἡ ἕνωση δηλαδὴ ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ ἀπὸ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ; Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως «Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου»; Μὲ ποιὸ τρόπο γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μητέρα Του, ἡ Παρθένος Μαρία νὰ ἀποκαλεῖται «Θεοτόκος»; Τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἐτίθεντο ἀφοροῦσαν ὄχι μόνο τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐνανθρώπησή Του.
Οἱ προβληματισμοὶ αὐτοὶ προξένησαν μακραίωνες δογματικὲς συζητήσεις. Ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ προφυλάξει τὰ πιστὰ μέλη της καὶ νὰ ἀπαντήσει στὶς ἀποκλίνουσες ἀπόψεις, διατύπωσε αυθεντικὰ τὴν πίστη της στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, οἱ ὁποῖες διατύπωσαν τὴν πίστη της καὶ καθόρισαν τὰ δόγματά της. Οἱ δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, γνωστὲς ὡς «Ὅροι», δηλαδή ὅρια - ὁριοθετήσεις, ἐμπεριέχουν σωτήριες ἀλήθειες. Συνεπῶς, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ σωτηριολογικὲς προτάσεις ζωῆς, ἀφοῦ καταγράφουν τὴν κοινὴ πίστη καὶ τὴν καθολικὴ συνείδηση καὶ διαχρονικὴ ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
Οἱ ἀμφισβητήσεις γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν πολὺ νωρίς, κατ’ ἀρχὴν μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Δοκητισμοῦ καὶ τοῦ Μοναρχιανισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν περίοδο τῶν μεγάλων Τριαδολογικῶν αἱρέσεων τέθηκε ἐκ νέου τὸ Χριστολογικὸ ζήτημα, γιατὶ τόσο οἱ Ἀρειανοὶ ὅσο καὶ οἱ Εὐνομιανοὶ εἶχαν δική τους«Χριστολογία», στὴν ὁποία, ἀσφαλῶς, ἀπάντησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τὸ ἐνδιαφέρον στρεφόταν πρωτίστως στὸ Τριαδολογικὸ δόγμα, ποὺ ἀφοροῦσε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν σχέση Του μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα Του. Μὲ αὐτὰ τὰ Χριστολογικὰ θέματα τῆς πίστεως, ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ - Λόγου, ἀσχολήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ συνῆλθε στὴν πόλη Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
Ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο ἐναντίον τοῦ αἱρεσιάρχου Ἀρείου, ἀπὸ τὶς 20 Μαΐου προκαταρκτικὰ καὶ ἀπὸ 14 Ἰουνίου ἐπίσημα μὲ τὴν παρουσία τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι τὶς 25 Αὐγούστου τοῦ 325 μ.Χ. Ἡ Σύνοδος ἀποτελέσθηκε, κατὰ μὲν τὴν ἐπικρατούσα παράδοση ἀπὸ 318 θεοφόρους Πατέρες, κατ’ ἄλλες δὲ ἱστορικὲς μαρτυρίες ἀπὸ τριακόσιους περίπου. Κύριος δὲ σκοπὸς αὐτῆς ἦταν ἡ καταδίκη τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἡ θετικὴ διατύπωση τῆς Ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας περὶ τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, διότι τὴ θεότητα Αὐτοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ ἀπὸ τὸ 318 μ.Χ. ὁ Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἄρειος.
Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μὲν τρία Πρόσωπα ἐνυπόστατα, ἀλλὰ διὰ τὸ συμφυές, τὸ συναΐδιον, τὸ ὁμόθρονον, τὸ ὁμοούσιον καὶ τὸ ἀπαράλλακτο τῆς οὐσίας Τους ἀποτελοῦν Μία Θεότητα, Μονάδα Τρίφωτο, τὴ Μοναρχία τῆς Τριάδος καὶ ὄχι τρεῖς θεοὺς, δηλαδὴ «τρεῖς ἀνομοίους τε καὶ ἐκφύλους οὐσίας», ὅπως ὁ Ἄρειος ἀφρόνως ἀποτόλμησε νὰ κηρύξει, «ὕλην πυρὸς τοῦ αἰωνίου ἑαυτῷ θησαυρίζων». Ἡ Μία καὶ Ἑνιαία Θεότητα διακρίνεται σὲ τρία Πρόσωπα (ὑποστάσεις ἢ χαρακτῆρες) ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα τῆς Θεότητας εἶναι τὸ ὁμοούσιον, τὸ ἀπαράλλακτον τῆς μορφῆς, ἡ ταυτότητα τῆς οὐσίας τῶν τριῶν Θείων Ὑποστάσεων, ἐνῶ ἐκεῖνο ποὺ διακρίνει τὰ Πρόσωπα εἶναι οἱ ἀσύγχυτες ἰδιότητες αὐτῶν.
Τὸ πρῶτο λοιπὸν καὶ κύριο ἔργο τῆς Συνόδου ἦταν ἀφ’ ἑνὸς ἡ καταδίκη τῶν αἱρετικῶν πλανῶν καὶ κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του, ἀφ’ ἑτέρου ἡ διακήρυξη τῆς πίστεως ἢ τοῦ «Συμβόλου τῆς Νικαίας», τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὸν πρῶτο σημαντικὸ σταθμὸ στὴν ἐργώδη προσπάθεια τῆς θεολογικῆς πατερικῆς σκέψεως.
Τὸ «Σύμβολον τῆς Νικαίας» ἢ τὸ «Πιστεύω», ὅπως ἀπαγγέλουμε στὸ ναὸ στὴ Θεία Λειτουργία ἢ σὲ ἄλλες Ἀκολουθίες, ἔχει τρεῖς χαρακτηριστικὲς φράσεις πρὸς καταπολέμηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀρείου: «Ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός»«Γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα»,«Ὁμοούσιον τῷ Πατρί». Στὸ τέλος τοῦ «Συμβόλου» τῆς Νικαίας τέθηκαν ἀναθεματισμοί, διὰ τῶν ὁποίων ἀναθεματίζονται οἱ σπουδαιότερες αἱρετικὲς ἐκφράσεις τοῦ Ἀρείου.
Ποιὸς προήδρευσε τῆς Συνόδου; Ἀναφέρονται τρία ὀνόματα: ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος καὶ ὁ Κορδούης Ὅσιος. Ἀλλὰ ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος κάνει λόγο περὶ προέδρων δύο ταγμάτων, δεξιοῦ καὶ ἀριστεροῦ. Ἀπὸ τὴν πληροφορία αὐτὴ ἐξάγεται ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἕνας πρόεδρος, δὲν ὑπῆρχε κοινὸς πρόεδρος. Κοινὸς πρόεδρος ἦταν ὁ αὐτοκράτορας.
Ἔτσι ἡ μὲν Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἄρειο, ὁ δὲ Μέγας Κωνσταντίνος ἐξόρισε τοὺς αἱρετικοὺς Ἄρειο, Σεκοῦνδο Πτολεμαΐδος καὶ Θεωνᾶ Μαρμαρικῆς στὴ Ἰλλυρία, ἀργότερα δὲ ἐξορίσθηκαν στὴ Γαλλία καὶ ὁ Νικομηδείας Εὐσέβιος καὶ ὁ Νικαίας Θεόγνις, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ δέχονταν τοὺς Ἀρειανούς.
Στὴ συνέχεια ἡ Σύνοδος διευθέτησε καὶ ἄλλα τρία ἐκκλησιαστικὰ σχίσματα, τὸ Νοβατιανό, τὸ Σαμοσατιανὸ καὶ τὸ Μελιτιανό, ὁμοίως δὲ τερμάτισε καὶ τὶς ἔριδες πρὶν τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ἀφοῦ ὅρισε αὐτὸ νὰ ἑορτάζεται τὴ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν πρώτη πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας.
Στὸ Μίλιον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κτίριο ἱστάμενο ἀντίκρυ τῆς μεσημβρινῆς πύλης τῆς Ἁγίας Σοφίας, σώζονται μέχρι τὸ 766 ἢ 767 μ.Χ. οἱ εἰκόνες τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν ἕξι Συνόδων, τὶς ὁποῖες τότε ἐξαφάνισε ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος ὁ Κοπρώνυμος, ἀφοῦ ζωγράφισε ἀντὶ αὐτῶν ἡνίοχους καὶ ἱπποδρομικὰ θέματα. Ἀλλὰ τὴν εἰκόνα τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξαφάνισε ὁ Φιλιππικός, ἴσως τὸ 712 μ.Χ., ζωγραφίζοντας ἀντὶ αὐτῆς τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κακόδοξο Πατριάρχη Ἰωάννη ΣΤ’.Ἡ Ἀρχαία Ἐκκλησία ὅρισε δύο ἑορτάσιμες ἡμέρες γιὰ τὴν προβολὴ τῆς διδασκαλίας τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὴν 28η Μαΐου καὶ τὴν Ζ’ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα. Ἡ Ἐκκλησία ἐνέταξε τὴν παρούσα ἑορτὴ στὸν κύκλο τῶν ἑορτῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὄχι γιὰ ἄλλη αἰτία, ἀλλὰ γιὰ τὴν μαρτυρία αὐτῆς ὑπὲρ τῆς Θεότητας τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁμοουσίου τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τῆς πραγματικότητος τῆς Σαρκώσεως Αὐτοῦ. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς Ἀναλήψεώς Του, ὁ Κύριος ἀποκάλυψε σὲ ὅλους ὅτι δὲν ἦταν ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεάνθρωπος καὶ ὁ Ἕνας τῆς Τριάδος. Στὴ μαρτυρία αὐτὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται νὰ προσθέσει καὶ τὴν δική της ἐμπειρία, τὴν κοινὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος αὐτῆς, ὅπως ἐκφράστηκε αὐτὴ στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀπὸ τοὺς Ἁγίους καὶ Θεοφόρους Πατέρες.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.Ὑπερδεδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς, τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι’ αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας, Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.Τῶς Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐσφράγισαν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.

Μεγαλυνάριον.Ὡς Υἱὸν καὶ Λόγον σε τοῦ Θεοῦ, Σύνοδος ἡ Πρώτη, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, ὀρθῶς σε κηρύττει, τὸν δι’ ἡμᾶς παθόντα, καὶ λύει τοῦ Ἀρείου, Σῶτερ τὸ φρύαγμα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον.Σύνοδος ἡ Πρώτη ἐν τῇ λαμπρᾷ, πόλει Νικαέων, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, σὲ Χριστὲ κηρύττει, καὶ λύει τοῦ Ἀρείου, τὴν ψυχοφθόρον πλάνην, ἐνθέοις δόγμασι.

Τυπικόν της 28ης Μαίου 2013

Τρίτη: Ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς τοῦ Παραλύτου. 
Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Εὐτυχοῦς, Ἐπισκόπου Μελιτινῆς.
 

Ἀπόστολος 
Τῆς ἡμέρας˙ Τρίτης δ΄ ἑβδομάδος Πράξεων (Πράξ. ι΄ 21-33).
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· Τρίτης δ΄ ἑβδομάδος Ἰωάννου (Ἰω. ζ΄ 1-13).
 

Περὶ τῆς Σαμαρείτιδος Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς


Καί ὅτι πρέπει νά καταφρονοῦμε τά παρόντα
 

Ὅλην αὐτήν τήν περίοδο πού διανύομε τώρα, ἐπεκτεινομένη σέ πενήντα ἡμέρες, ἑορτάζομε τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μέ αὐτή τήν παράτασι τήν ὑπεροχή της ἀπέναντι στίς ἄλλες ἑορτές. ῎Αν καί βέβαια αὐτή ἡ περίοδος τῶν ἡμερῶν περιλαμβάνει καί τήν ἐπέτειο μνήμη τῆς ἐπανόδου στούς οὐρανούς, ἀλλά καί αὐτή δεικνύει τή διαφορά τοῦ ἀναστάντος Δεσπότου πρός τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού κατά καιρούς ἔχουν ἀναβιώσει. Πραγματικά ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπό τούς νεκρούς ἀναστήθηκαν ἀπό ἄλλους καί, ἀφοῦ ἀπέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στή γῆ.ὁ δέ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπό τόν θάνατο.διότι μόνο αὐτός, ἀφοῦ ἀνέστησε τόν ἑαυτό του τήν τρίτη ἡμέρα, δέν ἐπέστρεψε πάλι στή γῆ, ἀλλά ἀνέβηκε στόν οὐρανό, καθιστώντας τό φύραμά μας πού εἶχε λάβει ὁμόθρονο μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Γι᾿ αὐτό εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀποθαίνουν στόν ᾿Αδάμ, ἔτσι στόν Χριστό θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀλλ᾿ ὁ καθένας στήν τάξι του.ἀπαρχή εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ κατά τήν παρουσία του, ἔπειτα οἱ τελευταῖοι, ὅταν καταργήση κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμι καί θέση ὅλους τούς ἐχθρούς του κάτω ἀπό τά πόδια του. Τελευταῖος ἐχθρός πού θά καταργηθῆ εἶναι ὁ θάνατος (Α´ Κορ. 15,22 ἑἑ), κατά τήν κοινή ἀνάστασι, μέ τήν ἐσχάτη σάλπιγγα.διότι πρέπει τό φθαρτό τοῦτο στοιχεῖο νά ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καί τό θνητό τοῦτο νά ἐνδυθῆ ἀθανασία (Α´ Κορ. 15,53).

Τέτοια δωρεά μᾶς προσφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, καί γι᾿ αὐτό μόνο αὐτήν ἑορτάζομε μέ τόση διάρκεια σάν ἀθάνατη καί ἀνώλεθρη καί ἀΐδια, προεικονίζοντας μέ αὐτά καί τήν μέλλουσα μακαριότητα τῶν ἁγίων, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός. ὑπάρχει δέ σ᾿ αὐτήν εὐφροσύνη καί πανήγυρις ἐνθουσιώδης καί ἀναλλοίωτη. διότι ἐκεῖ εἶναι πραγματικά ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων. Γι᾿ αὐτό ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος ἐνομοθέτησε πρίν ἀπό τίς ἡμέρες αὐτές νά τελοῦμε τήν ἱερά τεσσαρακοστή μέ νηστεία καί ἀγρυπνία καί μέ προσευχή καί κάθε εἶδος ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν. Μέ τήν τεσσαρακοντάδα τῶν ἡμερῶν δεικνύει ὅτι σ᾿ αὐτόν τόν αἰῶνα ἡ ζωή τῶν σωζομένων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μετάνοια καί θεοφιλής βίος.μέ τήν πεντηκοστή δέ αὐτή, πού διανύομε τώρα, ἐπιδεικνύει τήν ἄνεσι καί ἀπόλαυσι πού θά ὑποδεχθῆ αὐτούς πού ἔζησαν ἐδῶ ἐναγωνίως γιά τόν Θεό.

Γι᾿ αὐτό ἐκείνη μέν εἶναι τεσσαρακοστή, ἔχει συνακόλουθη τήν μνήμη τῶν σωτηρίων παθῶν καί μετά τήν ἑβδόμη ἑβδομάδα λαμβάνει τήν λύσι τῆς νηστείας.αὐτή δέ σάν πεντηκοστή συμπεριλαμβάνει καί τήν ἀπό τή γῆ μετάθεσι στόν οὐρανό καί τήν κατάβασι καί διάδοσι τοῦ θείου Πνεύματος. Διότι αὐτός ἐδῶ ὁ αἰών εἶναι ἑβδοματικός καί συνίσταται ἀπό τέσσερις ἐποχές καί μέρη καί στοιχεῖα καί γι᾿ αὐτούς πού σ᾿ αὐτόν καθιστοῦν τούς ἑαυτούς των κοινωνούς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, πού ἀρχίζει ἀπό τήν ὀγδόη καί καταλήγει στήν ὀγδόη καί ἀφοῦ ξεπεράση τήν ἑβδομάδα καί τήν τετρακτύ, διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς ἔπειτα ἀπό αὐτήν ἀναλήψεως παριστάνει τήν μέλλουσα ἀνάστασι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τήν κατ᾿ αὐτήν ἀνύψωσι τῶν ἀξίων στά σύννεφα πρός τήν θεία συνάντησι καί στήν συνέχεια τήν συνύπαρξι καί ἀνάπαυσι μέ τόν Θεό στούς αἰῶνες.

Αὐτή λοιπόν θά ἔλθη στόν καιρό της. ῾Ο δέ Κύριος κηρύττοντας τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρίν ἀπό τό πάθος καί δεικνύοντας στούς μαθητάς ὅτι δέν θά γίνη μόνο ἀνάμεσα στούς ᾿Ιουδαίους ἡ ἐκλογή τῶν ἀξίων τῆς πίστεως καί τῆς ἀπό αὐτόν προτεινομένης ἀΐδιας κληρονομίας ἀλλά καί ἀνάμεσα στούς ᾿Εθνικούς, κατά τήν σήμερα ἀναγινωσκομένη στήν ἐκκλησία περικοπή τοῦ εὐαγγελίου (᾿Ιω. 4,5-30) “ἔρχεται σέ μιά πόλι τῆς Σαμαρείας, πού λέγεται Σιχάρ, πλησίον τοῦ τόπου πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν υἱό του ᾿Ιωσήφ. ᾿Εκεῖ ἦταν ἡ πηγή τοῦ ᾿Ιακώβ”. Πηγή φυσικά ὀνομάζει τό φρέαρ, διότι εἶχε ὕδωρ πηγαῖο, ὅπως θά φανῆ ἀπό τήν συνέχεια τοῦ λόγου.ἦταν δέ τοῦ ᾿Ιακώβ, ἐπειδή ἐκεῖνος τό εἶχε ἀνοίξει. ῾Ο δέ τόπος πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν ᾿Ιωσήφ εἶναι τά Σίκημα. Διότι εἶπε πρός αὐτόν, ὅταν ἔπνεε τά ἔσχατα στήν Αἴγυπτο καί ἔκαμε διαθήκη. “᾿Ιδού ἐγώ πεθαίνω, ἐνῶ ἐσᾶς θά σᾶς ἐπαναφέρη ὁ Θεός ἀπό αὐτή τή γῆ στή γῆ τῶν πατέρων μας. ᾿Εγώ δίδω τά Σίκημα κατ᾿ ἐξαίρεσι ἀπό τούς ἀδελφούς σου σέ σένα, τά ὁποῖα ἔλαβα ἀπό τούς ᾿Αμορραίους μέ τό ξίφος καί τό τόξο μου”. Γι᾿ αὐτό τά μέν Σίκημα κατοικοῦνταν ὕστερα ἀπό τήν φυλή τοῦ ᾿Εφραίμ, ὁ ὁποῖος ἦταν πρωτότοκος υἱός τοῦ ᾿Ιωσήφ, τόν δέ τόπο γύρω ἀπό αὐτά κατοικοῦσαν οἱ δέκα φυλές τοῦ ᾿Ισραήλ, τίς ὁποῖες ἐκυβέρνησε ὁ ἀποστάτης ῾Ιερουβοάμ.

᾿Αφοῦ δέ αὐτοί προσέκρουσαν στόν Θεό πολλές φορές καί ἐγκαταλείφθηκαν ἀπό αὐτόν πολλές φορές, ὕστερα ἔγιναν ὅλο τό γένος αἰχμάλωτοι, ὁπότε ἀντί αὐτῶν ὁ ἡγέτης τῶν ᾿Ασσυρίων ἐγκατέστησε στόν τόπο ἔθνη πού συνάθροισε ἀπό διάφορα μέρη καί τούς ὠνόμασε Σαμαρεῖτες ἀπό τό ὄρος Σομόρ. ῞Οπως δέ ὁ ᾿Ιακώβ περνώντας ἀπό ἐκεῖ ὑπέταξε τά Σίκημα, καθώς λέγει ἡ ἱστορία, ἔτσι περνώντας ὁ Χριστός τώρα ὑπέταξε τή Σαμάρεια. ᾿Αλλά ἐκεῖνος μέν τό ἔκαμε, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, μέ τήν ρομφαία καί τό τόξο του, δηλαδή πρός ἐξολόθρευσι καί καταστροφή τῶν παλαιῶν κατοίκων, ὁ δέ Χριστός μέ λόγο καί διδασκαλία, δηλαδή γιά σωτηρία.“διότι ὁ ᾿Ιησοῦς”, λέγει, “κουρασμένος ἀπ᾿ τήν ὁδοιπορία, ἐκαθόταν ἔτσι δίπλα στό πηγάδι.ἡ ὥρα ἦταν περίπου ἕκτη”.

Καί ἡ ὥρα καί ὁ κόπος καί ὁ τόπος ἐπέβαλλαν νά καθήση καθένας πού ἔχει σῶμα σάν τό δικό μας. Θέλοντας λοιπόν νά ἐπιβεβαιώση τοῦτο καί προβλέποντας τό μελλοντικό κέρδος, ἐκαθόταν, λέγει, ἔτσι δίπλα στό πηγάδι, δηλαδή ἀφελῶς κάτω, μόνος του σάν ἕνας ὁδοιπόρος ἀπό τούς πολλούς, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στήν πόλι, γιά ν᾿ ἀγοράσουν τροφές. Καθώς λοιπόν ἐκαθόταν ἔτσι μόνος του δίπλα στό πηγάδι, ἔρχεται μιά γυναῖκα ἀπό τήν Σαμάρεια νά πάρη νερό. ῾Ο δέ Κύριος, ὡς ἄνθρωπος διψώντας καί βλέποντας νά ἔρχεται κάποια ἀνθρωπίνως διψῶσα, γιά νά σταματήση τή δίψα της, ὡς Θεός δέ βλέποντας καί τήν καρδιά της νά διψᾶ γιά σωτήριο ὕδωρ, χωρίς ὅμως νά γνωρίζη αὐτόν πού μπορεῖ νά τῆς τό προσφέρη, ἐπείγεται ν᾿ ἀποκαλύψη τόν ἑαυτό του στήν ποθοῦσα ψυχή, διότι ποθεῖ καί αὐτός τούς ποθοῦντας κατά τά γεγραμμένα, ἀρχίζει δέ ἀπό ἐκεῖ πού θά γίνη εὐπρόσδεκτος.καί τῆς λέγει, “δός μου νερό νά πιῶ”. Αὐτή δέ, καθώς ἦταν εὐφυής καί ἀντελήφθηκε καί ἀπό μόνο τή στολή καί τό σχῆμα καί τήν ἔκδηλη ἐξωτερική κοσμιότητα ὅτι εἶναι ᾿Ιουδαῖος καί φύλακας τοῦ νόμου, εἶπε, θαυμάζω πῶς ζητεῖς ἀπό Σαμαρείτιδα νερό, ἐνῶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι δέν ἐπικοινωνοῦν μέ τούς Σαμαρεῖτες ὡς ἐθνικούς. ῾Ο δέ Κύριος. παίρνοντας ἀπό αὐτό ἀφορμή, ἀρχίζει νά ἀποκαλύπτη τόν ἑαυτό του πρός αὐτήν λέγοντας.“ἄν ἐγνώριζες τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ λέγει, δός μου νά πιῶ νερό, ἐσύ θά τοῦ ἐζητοῦσες καί θα σοῦ ἔδινε ζωντανό ὕδωρ”.

Βλέπεται ἐπιβεβαίωσι περί τοῦ ὅτι, ἄν ἐγνώριζε, θά ἐζητοῦσε ἀμέσως καί θά ἐγινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανοῦ ὕδατος, ὅπως ἔπραξε καί ἀπήλαυσε ὅταν ἔμαθε ὕστερα, ἐνῶ τό συνέδριο τῶν ᾿Ιουδαίων, πού ἐρώτησαν κι᾿ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τόν Κύριο τῆς δόξης (Α' Κορ 2,8); ᾿Αλλά ποιά εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ; “διότι”, λέγει, “ἄν ἐγνώριζες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ”. Γιά ν᾿ ἀφήσωμε τά ἄλλα, καί μόνο τοῦτο, τό ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός δέν βδελύσσεται τούς θεωρουμένους ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους βδελυκτούς καί ἀκοινωνήτους ἀκόμη καί γιά ἕνα ποτήρι νερό, πόσο μεγάλη δωρεά καί χάρις δέν εἶναι; Τό δέ νά τούς θεωρῆ τόσο ἀγαπητούς, ὥστε ὄχι μόνο νά δέχεται τά διδόμενα ἀπό αὐτούς, ἀλλά νά μεταδίδη σ᾿ ἐκείνους ἀπό τά ἴδια τά θεῖα χαρίσματά του (τί λέγω τά χαρίσματα; Διότι προσφέρει τόν ἑαυτό του καί καθιστᾶ τούς πιστούς σκεύη δεκτικά τῆς θεότητός του, ἀφοῦ, ὅπως προβλέποντας ἐπαγγέλλεται, δέν εἶναι δυνατό νά ἔχουν ἀλλιῶς μέσα τους πηγή, πού νά τρέχη στήν αἰώνια ζωή), ποιός νοῦς θά τό καταλάβη; Ποιός λόγος θά ἐκφράση τό ὑπερβάλλον τῆς δωρεᾶς;

῾Η Σαμαρεῖτις, ἐπειδή δέν κατάλαβε ἀκόμη τό μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος, πρῶτα μέν ἀπορεῖ, ἀπό πού θά εὕρη τό ὕδωρ πού ὑπόσχεται ὁ συνομιλητής, ἀφοῦ κουβᾶ δέν ἔχει καί τό πηγάδι εἶνα βαθύ. ῎Επειτα ἐπιχειρεῖ νά τόν συγκρίνη μέ τόν ᾿Ιακώβ, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ καί πατέρα, ἐξυμνώντας τό γένος ἀπό τόν τόπο, καί ἐξαίρει τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ, μέ τή σκέψι ὅτι δέν μπορεῖ νά εὑρεθῆ καλύτερο ἀπό αὐτό. ῞Οταν δέ ἄκουσε τόν Κύριο νά λέγει ὅτι “τό ὕδωρ πού θά σοῦ δώσω ἐγώ, θά γίνη γιά τόν δεχόμενο πηγή πού τρέχει πρός αἰώνια ζωή”, ἄφησε λόγο ψυχῆς πού ποθεῖ καί ὁδηγεῖται πρός τήν πίστι, ἀλλά δέν μπόρεσε ἀκόμη νά κυττάξη καθαρά πρός τό φῶς.“δός μου”, λέγει, “Κύριε, τό ὕδωρ τοῦτο, γιά νά μήν διψῶ κι᾿ οὔτε νά ἔρχωμαι ἐδῶ νά παίρνω”. ῾Ο δέ Κύριος, θέλοντας ἀκόμη νά ἀποκαλύπτεται λίγο λίγο, τήν προστάσσει νά φωνάξη καί τόν ἄνδρα της. Καθώς δέ ἐκείνη, κρύβοντας τή διαγωγή της καί συγχρόνως σπεύδοντας νά πάρη τό δῶρο, ἔλεγε, “δέν ἔχω ἄνδρα”, ἀκούει πόσους ἄνδρες εἶχε δικούς της ἀπό παιδί καί ἐλέγχεται ὅτι τώρα ἔχει ἄνδρα πού δέν εἶναι δικός της.δέν στενοχωρεῖται ὅμως ἀπό τόν ἔλεγχο, ἀλλά ἀμέσως, ἀντιληφθεῖσα ὅτι εἶναι προφήτης ὁ συνομιλητής, ἐπιλαμβάνεται ὑψηλοτέρων ζητημάτων.

Βλέπεται πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ φιλομάθεια τῆς γυναικός; Διότι, λέγει, “οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο καί σεῖς λέγετε ὅτι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νά προσκυνοῦμε εἶναι στά ᾿Ιεροσόλυμα”. Βλέπετε πόση συλλογή εἶχε στήν διάνοιά της καί πόση γνώσι τῆς Γραφῆς εἶχε; Πόσοι τώρα ἀπό τούς γεννημένους πιστούς καί τροφίμους τῆς ᾿Εκκλησίας ἀγνοοῦν ὅ,τι ἐγνώριζε ἡ Σαμαρεῖτις, ὅτι οἱ πατέρες μας, ὁ ᾿Ιακώβ δηλαδή καί οἱ ἀπό αὐτόν πατριάρχες, προσκύνησαν τόν Θεό στό ὄρος τοῦτο; Αὐτήν τή γνῶσι καί τήν βαθειά μελέτη τῆς θεόπνευστης Γραφῆς δεχόμενος ὁ Χριστός σάν ὀσμή εὐωδίας, ἐπέμεινε συζητώντας εὐχαρίστως μέ τή Σαμαρείτιδα. ῞Οπως δηλαδή, ἄν ἐπάνω στούς ἄνθρακες τοποθετήσης κάτι εὔοσμο, ἐπαναφέρεις καί συγκρατεῖς τούς πλησιάζοντας, ἄν ὅμως βάλης κάτι βαρύ καί δύσοσμο, τούς ἀπωθεῖς καί τούς ἀπομακρύνεις, ἔτσι καί στήν διάνοια.ἄν ἔχεις ἱερά μελέτη καί σπουδή, καθιστᾶς τόν ἑαυτόν σου ἄξιον θείας ἐπιστασίας, διότι αὐτή εἶναι ἡ ὀσμή εὐωδίας πού ὀσφραίνεται ὁ Κύριος.ἄν ὅμως τρέφης μέσα πονηρούς καί ρυπαρούς καί γηίνους λογισμούς, ἀπομακρύνεσαι ἀπό τήν θεία ἐπιστασία, καθιστώντας τόν ἑαυτό σου ἄξιον τῆς ἀποστροφῆς, ἀλλοίμονο, τοῦ Θεοῦ. Διότι “δέν θά παραμείνουν παράνομοι ἀπέναντι στούς ὀφθαλμούς σου”, λέγει πρός τόν Θεό ὁ ψαλμωδός προφήτης (Ψαλμ. 5,5). ᾿Αφοῦ ὁ νόμος διατάσσει “νά μνημονεύης διαπαντός τόν Κύριο τόν Θεό σου, ὅταν κάθεσαι καί ὅταν βαδίζης, ὅταν εἶσαι ξαπλωμένος καί ὅταν εἶσαι ὄρθιος”, τό δέ εὐαγγέλιο λέγει, “ἐρευνᾶτε τίς Γραφές”, διότι σ᾿αὐτές θά εὑρῆτε ζωή αἰώνια (᾿Ιω. 5,39), καί ὁ ἀπόστολος παραγγέλει, “νά προσεύχεσθε ἀδιαλείπτως” (Α´ Θεσσ. 5,17), αὐτός πού ἀσχολεῖται ἐπίμονα μέ γηίνους λογισμούς εἶναι ὁπωσδήποτε παράνομος, πολύ περισσότερο αὐτός πού ἀσχολεῖται μέ πονηρούς καί ρυπαρούς.

᾿Αλλά πότε προσκύνησαν τόν Θεό σ᾿ αὐτό τό ὄρος οἱ πατέρες μας; ῞Οταν ὁ πατριάρχης ᾿Ιακώβ, ἀποφεύγοντας τόν φοβερό ἀδελφό του ᾿Ησαῦ καί πειθαρχώντας στίς συμβουλές τοῦ πατρός ᾿Ισαάκ, ἀνεχώρησε πρός τή Μεσσοποταμία καί ὅταν ἐπανῆλθε ἀπό ἐκεῖ μέ γυναῖκες καί τέκνα. Κατά τήν ἐπάνοδο, ὅταν ὁ ᾿Ιακώβ ἔπηξε σκηνές σ᾿ αὐτόν περίπου τόν τόπο, ὅπου ὡμιλοῦσε ὁ Κύριος μέ τήν Σαμαρείτιδα, μετά τό ἐπεισόδιο τῆς Δείνας καί τήν ἅλωσι τῶν Σικήμων, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ὅπως γράφεται στή Γένεσι.“σήκω καί πήγαινε στήν Βαιθήλ καί κατασκεύασε ἐκεῖ θυσιαστήριο στόν Θεό πού σοῦ ἐμφανίσθηκε ὅταν ἀπέδρασες ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἀδελφοῦ σου ᾿Ησαῦ”. Μετά τά λόγια αὐτά ὁ ᾿Ιακώβ ἐσηκώθηκε καί ἀνέβηκε στό παρακείμενο ὄρος καί οἰκοδόμησε ἐκεῖ, λέγει, θυσιαστήριο καί ἐκάλεσε τό ὄνομα τοῦ τόπου Βαιθήλ. διότι ἐκεῖ τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό λέγει ἡ Σαμαρεῖτις ὅτι οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο, ἀκολουθώντας τούς ἀρχαίους ἐκείνους.διότι οἱ σχετικές διατάξεις γιά τόν ναό τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἐνομοθετήθηκαν ὕστερα. Καί ἐπειδή βέβαια ὁ τόπος ἐκεῖνος ὠνομάσθηκε ἀπό τόν ᾿Ιακώβ οἶκος Θεοῦ, διότι τοῦτο σημαίνει τό ὄνομα Βαιθήλ ἑρμηνευόμενο, αὐτή ἀπορεῖ ποθώντας νά μάθη, πῶς δέν λέγετε ὅτι ἐκεῖ εἶναι μᾶλλον ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά ᾿Ιεροσόλυμα, ὅπου νομίζετε ὅτι πρέπει νά θυσιάζετε καί νά προσκυνῆτε τόν Θεό. ῾Ο δέ Κύριος, ὁλοκληρώνοντας ἤδη τόν σκοπό τῶν λόγων του καί προφητεύοντας περί τῆς γυναικός, ὅτι θά εἶναι τέτοια καθώς τήν ζητεῖ καί τήν δέχεται ὁ Θεός, καί ἀποκρινόμενος πρός τούς λόγους της λέγει, “γυναῖκα, πίστευσέ με, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ὁπότε οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα”, καί ἔπειτα ἀπό λίγο, “τέτοιους ζητεῖ ὁ Θεός αὐτούς πού τόν προσκυνοῦν”.

Βλέπετε ὅτι καί γι᾿ αὐτήν βεβαιώνει ὅτι θά γίνη τέτοια, ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός, καί ὅτι θά προσκυνῆ τόν ῞Υψιστο Πατέρα, ὄχι τοπικῶς ἀλλά εὐαγγελικῶς, (διότι πρός αὐτήν ἀπευθύνεται ὁ λόγος ὅτι οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα), συγχρόνως δέ προαναγγέλλει σ᾿ αὐτήν φανερά καί τήν μετάθεσι τοῦ νόμου; Διότι, ἀφοῦ θά μετατεθῆ ἡ προσκύνησις, ἀναγκαίως θά γίνη μετάθεσις καί τοῦ νόμου.

᾿Αλλά καί τό ἐνδιάμεσο κείμενο “σεῖς προσκυνεῖτε ὅ,τι δέν γνωρίζετε, ἐμεῖς προσκυνοῦμε, ὅ,τι γνωρίζομε, ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους”, εἶναι ἀπόκρισις πρός τόν λόγο ἐκείνης, ἀλλά συγχρόνως ἀποτελεῖ συνέπεια τῶν λόγων του. Διότι λέγει ὅτι κατά τοῦτο ἐμεῖς οἱ ᾿Ιουδαῖοι (διότι τοποθετεῖ καί τόν ἑαυτό του μ᾿ ἐκείνους, ἀφοῦ κατά σάρκα εἶναι ἀπό ἐκείνους).ἐμεῖς λοιπόν, λέγει, πού δέν διαψεύδομε τό ὄνομα, ἀλλά γνωρίζομε τά ἰδικά μας, κατά τοῦτο διαφέρομε στήν προσκύνησι ἀπό σᾶς τούς Σαμαρεῖτες, ὅτι γνωρίζομε πώς ὁρίζεται νά τελῆται στήν ᾿Ιουδαία ἡ προσκύνησις γιά τόν λόγο ὅτι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους θά προέλθη ἡ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, δηλαδή θά ἔλθη ὁ Χριστός. ᾿Επειδή δέ δέν πρόκειται νά ἔλθη στό μέλλον, διότι ἦταν αὐτός ὁ ἴδιος, δέν εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία θά εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι. “᾿Αλλά ἔρχεται ὥρα”, λέγει, “καί εἶναι τώρα”. Καί αὐτά εἶναι προφητικά.τό ἔρχεται χρησιμοποιήθηκε διότι δέν ἐτελέσθηκε ἀκόμη, ἀλλά θά τελεσθῆ, τό δέ “τώρα εἶναι”, χρησιμοποιήθηκε ἐπειδή τήν ἔβλεπε ἔτοιμη νά πιστεύση σύντομα καί νά προσκυνῆ πνευματικῶς καί ἀληθῶς.“ἔρχεται λοιπόν”, λέγει, “ὥρα, καί τώρα ἀκριβῶς εἶναι, ὁπότε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί θά προσκυνοῦν τόν Πατέρα κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια”.διότι ὁ ὕψιστος καί προσκυνητός Πατήρ, εἶναι Πατήρ αὐτοαληθείας, δηλαδή τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ, καί ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν κατ᾿ αὐτούς, τό πράττουν διότι ἔτσι πιστεύουν καί διότι ἐνεργοῦνται δι᾿ αὐτῶν. Διότι, λέγει ὁ ἀπόστολος, τό Πνεῦμα εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε καί διά τοῦ ὁποίου προσευχόμαστε (Βλ. Ρωμ. 8,26), καί “κανείς δέν ἔρχεται πρός τόν Πατέρα παρά μόνο δι᾿ ἐμοῦ”, λέγει ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ (᾿Ιω. 14,6).

Αὐτοί λοιπόν πού προσκυνοῦν ἔτσι κατά τό Πνεῦμα καί τήν ἀλήθεια τόν ὕψιστο Πατέρα, αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί. ᾿Αφοῦ δέ ἐξέβαλε καί τά ᾿Ιεροσόλυμα καί τήν Σαμάρεια, γιά νά μή νομίση κανείς ὅτι πρόκειται νά εἰσαχθῆ ἀντί γι᾿ αὐτά ἄλλος τόπος, στήν συνέχεια ἀπομακρύνει πάλι τόν ἀκροατή ἀπό κάθε σωματική ἔννοια καί τόπο καί προσκύνησι, λέγοντας, “Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά προσκυνοῦν κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια”, δηλαδή ἐννοώντας τόν ἀσώματο ἐντελῶς ἔξω ἀπό σώματα.διότι ἔτσι θά τόν ἰδοῦν καί ἀληθινῶς παντοῦ μέσα στό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του. ῾Ως πνεῦμα δηλαδή πού εἶναι ὁ Θεός εἶναι ἀσώματος, τό δέ ἀσώματο δέν εὑρίσκεται σέ τόπο οὔτε περιγράφεται μέ τοπικά ὅρια. ῾Επομένως αὐτός πού λέγει ὅτι ὁ Θεός πρέπει νά προσκυνῆται μόνο στά ὅρια τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἤ τοῦ ὄρους τῆς Σαμαρείας ἤ σέ κάποιον ἄλλο ἀπό τούς πανταχοῦ στή γῆ καί τόν οὐρανό τόπους, δέν ὁμιλεῖ ἀληθῶς οὔτε προσκυνεῖ ἀληθῶς. ᾿Αλλά ὡς ἀσώματος ὁ Θεός δέν εἶναι πουθενά, ὡς Θεός δέ εἶναι πανταχοῦ.ἐάν ὑπάρχη ὄρος ἤ τόπος ἤ κτιστό πρᾶγμα, ὅπου δέν ὑπάρχει ὁ Θεός, πάλι θά εὑρεθῆ νά περιγράφεται σέ κάτι.εἶναι λοιπόν πανταχοῦ καί σέ ὅλα ὁ Θεός. Πῶς λοιπόν πανταχοῦ καί σέ ὅλα; ῾Ως περιεχόμενος ὄχι ἀπό μέρος ἀλλά ἀπό τό σύμπαν; ῎Οχι βέβαια, διότι πάλι θά εἶναι σῶμα. ῾Επομένως, ὡς συνέχων καί περιέχων τό πᾶν, αὐτός εἶναι στόν ἑαυτό του, πανταχοῦ καί ἐπάνω ἀπό τό σύμπαν, προσκυνούμενος ἀπό τούς ἀληθινούς προσκυνητάς κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του.

Πανταχοῦ λοιπόν, ὄχι μόνο τῆς γῆς ἀλλά καί τῶν ὑπεράνω τῆς γῆς, θά προσκυνηθῆ ὁ Θεός ἀπό τούς ἔτσι πιστεύοντας ἀληθῶς καί θεοπρεπῶς, Πατήρ ἀσώματος καί κατά τόν χρόνο καί τόπο ἀόριστος, στό ἅγιο καί ἀΐδιο Πνεῦμα καί στόν συνάναρχο Υἱό καί Λόγο, πού εἶναι ἡ ἐνυπόστατη ἀλήθεια τοῦ Πατρός. Βέβαια καί ἡ ψυχή καί ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δέν εἶναι σέ τόπο, ἀλλά δέν εἶναι πανταχοῦ, διότι δέν συνέχουν τό σύμπαν ἀλλά ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος, ἑπομένως καί αὐτά εἶναι στόν συνέχοντα καί περιέχοντα τό σύμπαν, ὁριζόμενα ἀπό αὐτόν καταλλήλως. ῾Η ψυχή ὅμως, συνέχοντας τό σῶμα μέ τό ὁποῖο ἐκτίσθηκε μαζί, εἶναι πανταχοῦ τοῦ σώματος, ὄχι ὡς εὑρισκομένη σέ τόπο οὔτε περιεχομένη σέ σῶμα, ἀλλά ὡς συνέχουσα καί περιέχουσα αὐτό, ἀφοῦ ἔχει καί τοῦτο κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ.

῾Η δέ Σαμαρεῖτις, καθώς ἄκουσε ἀπό τόν Χριστό αὐτά τά ἐξαίσια καί θεοπρεπῆ λόγια, ὅτι ὁ Θεός πουθενά δέν πρέπει νά προσκυνῆται ἀληθινά, παρά μόνο κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του, ὅπως ἡ στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων ψυχή πού νυμφεύεται τόν Θεό, ἀναπτερωμένη ἀπό τή φωνή τοῦ νυμφίου τῆς ἀφθαρσίας, μνημονεύει τόν προσδοκώμενο καί ποθούμενο καί, κρυφά ἀκόμη, παρόντα νυμφίο, λέγοντας. “γνωρίζω ὅτι ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός, ἔρχεται.ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα”. Βλέπετε πώς ἦταν ἑτοιμοτάτη γιά τήν πίστι, ὅτι πλησιάζει ἤδη ὁ προσδοκώμενος, καί γεμάτη ἐλπίδα; ῏Αρα δέν ἐταίριαζε νά εἰπῆ καί αὐτή κατά τόν Δαβίδ, “ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, θά τραγουδήσω καί θά ψάλω κατά τήν δόξα μου” (Ψαλμ. 56,8).

᾿Από πού θά ἐγνώριζε τοῦτο μέ τόση βεβαιότητα καί ἀσφάλεια καί θά εἶχε τήν ψυχική διάθεσι γι᾿ αὐτό, ἄν δέν εἶχε μελετήσει τά προφητικά βιβλία μέ ἄκρα σύνεσι; Γι᾿ αὐτό εἶχε καί τόν νοῦ τόσο μετάρσιο, ἀφοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό τήν θεία κατοχή.ὥστε ἐμένα, καθώς βλέπω τώρα μέ χαρά τόν σφοδρό πνευματικό πόθο τῆς Σαμαρείτιδος αὐτῆς πρός τόν Χριστό, μοῦ ἔρχεται νά εἰπῶ πάλι γι᾿ αὐτήν τά λόγια τοῦ Ἄσματος ἐκείνου, “ποιά εἶναι αὐτή πού προβάλλει σάν ἡ αὐγή, ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐκλεκτή σάν ὁ ἥλιος;” (῏Ασμα 6,10). Διότι, ἀφοῦ ἐξαγγέλλει ὅτι σέ λίγο θά φανῆ ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός καί ὑποδηλώνει ὅτι δι᾿ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἐθνῶν, σάν νά ἀνεβαίνη ἀπό ἱερά κολυμβήθρα, τήν πηγή ἐπάνω στήν ὁποία ἐστεκόταν, καθώς κατηχεῖτο ἀπό τόν Σωτῆρα, τήν βλέπω νά προβάλλη σάν πολυέραστος ὄρθρος. Εἶναι δέ ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐπείδη φέγγει, ἄν καί ἐπικρατεῖ ἡ νύκτα τῆς ἀσεβείας ἀκόμη.ἐκλεκτή δέ σάν ὁ ἥλιος, γι᾿ αὐτό ὠνομάσθηκε Φωτεινή ἀπό τόν Σωτῆρα καί καταγράφηκε καί αὐτή στόν κατάλογο τῶν μελλόντων νά λάμψουν σάν ὁ ἥλιος κατά τό εὐαγγέλιο, ἐπειδή ἐπεσφράγισε τόν ὑπόλοιπο φωτοειδῆ βίο της μέ μακάριο καί μαρτυρικό τέλος, καί τώρα δέ ἀνεγνώρισε τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τόν ἐξύμνησε τελείως ὡς Θεό, καί ὅ,τι εἶπε αὐτός ὕστερα στούς μαθητάς περί τοῦ συμφυοῦς καί ὁμοτίμου Πνεύματος, ὅτι, θά ἔλθη ἐκεῖνος, θά διδάξη ὅλη τήν ἀλήθεια, τοῦτο λέγει προλαβαίνοντας καί αὐτή περί αὐτοῦ, “ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα” (᾿Ιω. 15,26).

᾿Αλλά μόλις τήν εἶδε νά εἶναι τέτοιας λογῆς ὁ νοητός νυμφίος Χριστός, λέγει πρός αὐτήν ἀπροκαλύπτως, “ἐγώ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ”. ᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια καί ἀφήνοντας τήν ὑδρία καί τρέχοντας πρός τήν πόλι τούς πείθει μέ τά λόγια καί τούς ὁδηγεῖ πρός τήν πίστι τοῦ φανέντος, λέγοντας “ἔλθετε νά ἰδῆτε ἄνθρωπο, πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα.μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;”. ῾Ομιλεῖ δέ ἔτσι ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ἀμφιβολία, ἀλλά διότι πιστεύει ὅτι καί οἱ ἄλλοι θά πληροφορηθοῦν καλύτερα μέ τή θέα καί θά πεισθοῦν εὐχερέστερα διά τῆς συνομιλίας πρός τόν Κύριο, ὅπως καί στήν πρᾶξι συνέβηκε.

᾿Εγώ καί τά προηγούμενα ἀνέπτυξα συνοπτικῶς, ἀλλά καί τή συνέχεια τῶν εὐαγγελικῶν λόγων θά παραλείψω τώρα, διότι βλέπω ὅτι ἡ ὥρα σᾶς βιάζει πρός τίς ἀνάγκες τοῦ βίου καί τά ἔργα τοῦ βίου. ᾿Αλλά σεῖς προσέξατε αὐτήν τήν Σαμαρείτιδα. μόλις ἄκουσε τά εὐαγγελικά λόγια, πού ἀνακοινώνομε κι᾿ ἐμεῖς πρός τήν ἀγάπη σας, ἀμέσως κατεφρόνησε ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ σώματος. ῎Αφησε ἀμέσως καί τή στάμνα καί τήν οἰκία, καί, τρέχοντας στήν πόλι καί παρασύροντας τούς Σαμαρεῖτες, ἐπανῆλθε πάλι μαζί μέ αὐτούς πρός τόν Χριστό.διότι τό, “ἔλθετε νά ἰδῆτε”, τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει, “ἀκολουθήσατέ με καί θά σᾶς ὁδηγήσω καί θά σᾶς δείξω τόν ἀπό τούς οὐρανούς Σωτῆρα πού ἦλθε στόν κόσμο”.

῎Ετσι προέτρεψε τότε ἐκείνους καί τούς παρουσίασε στόν Χριστό. ἐμᾶς δέ τώρα μέ τήν ἐγκατάλειψι τῆς οἰκίας καί τῆς στάμνας διδάσκει νά θεωροῦμε προτιμότερη ἀπό τίς βιοτικές ἀνάγκες τήν ὠφέλεια ἀπό τή διδασκαλία, τήν ὁποία ὁ Κύριος ὠνόμασε ἀγαθή μερίδα πρός τήν Μάρθα τοῦ εὐαγγελίου, ὑπερασπίζοντας τήν Μαρία πού παρακολουθοῦσε τόν λόγο (Λουκ. 10,42). ᾿Εάν δέ πρέπει νά περιφρονοῦμε τά ἀναγκαῖα, πόσο περισσότερο τά ἄλλα; ῎Αλλωστε τί σέ βιάζει πρός τά ἐκεῖ καί σέ ἀπομακρύνει ἀπό τά ὠφέλιμα ἀκούσματα; ᾿Επιμέλεια οἴκου καί παιδιῶν καί γυναίκας; Οἰκεῖο ἤ συγγενικό πένθος ἤ χαρά; ᾿Αγορά κτημάτων ἤ πώλησις; Χρῆσις ὅλων τῶν ὑπαρχόντων σου ἤ μᾶλλον κατάχρησις; ᾿Αλλ᾿ ἄκουσε μέ σύνεσι τά ἀποστολικά διδάγματα. “῾Ο καιρός, ἀδελφοί εἶναι συνεσταλμένος στό ἑξῆς, ὥστε καί ὅσοι ἔχουν γυναῖκες νά εἶναι σάν νά μή ἔχουν καί ὅσοι κλαίουν σάν νά μή κλαίουν καί ὅσοι χαίρονται σάν νά μή χαίρωνται καί ὅσοι ἀγοράζουν σάν νά μή κατέχουν καί ὅσοι χρησιμοποιοῦν τόν κόσμο τοῦτο σάν νά μήν τόν παραχρησιμοποιοῦν.διότι τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται” (Α´ Κορ. 7,29).

Τί σημαίνει ὅτι “ὁ καιρός εἶναι συνεσταλμένος”; Σύντομος ὁ βίος, πλησίον ὁ θάνατος, φθαρτός ὁ κόσμος αὐτός, ἄλλος εἶναι ἐκεῖνος πού μένει παντοτινά.ἐμᾶς δέ μᾶς παραπέμπει πρός ἐκεῖνον μέ ἀσφάλεια ἡ καταφρόνησις τοῦ παρόντος κόσμου, ἡ ἑτοιμασία γιά ἐκεῖνον τόν μέλλοντα, ἡ κατά τό δυνατό διαβίωσις ἀπό ἐδῶ σύμφωνα μ᾿ ἐκείνη τή διαγωγή καί ἡ κατά δύναμι ἀποφυγή τῶν ἐπιβλαβῶν τοῦ παρόντος βίου. ῞Οπως δέ ὅταν γίνεται πυκνά ἐπιδρομή ἐχθρῶν στά ἐκτός τῆς πόλεως, ἔχομε τούς ἀγρούς σάν νά μή τούς ἔχωμε καί τόν περισσότερο καιρό, φεύγοντας ἀπό ἐκείνους, καθόμαστε μέσα σέ ἀσφάλεια, κι᾿ ἄν οἱ ἐχθροί ἀναχωρήσουν γιά λίγο, χρησιμοποιοῦμε σύντομα τούς περιπάτους ἐμπρός ἀπό τό ἄστυ, χωρίς κατάχρησι, διότι βλέπουμε τόν καιρό τῆς χρήσεως συνεσταλμένο.ἔτσι καί αὐτόν τόν κόσμο παραινεῖ ὁ ἀπόστολος νά τόν χρησιμοποιοῦμε ἀλλά νά μήν τόν παραχρησιμοποιοῦμε.διότι βλέπει τούς ἀοράτους ἐχθρούς νά ἐπεμβαίνουν δεινῶς καί τήν ἀπειλή τῆς φθορᾶς. “παρέρχεται”, λέγει, “τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου”. ᾿Αλλ᾿ ὅμως, ἐπειδή τά παρόντα δέν ὑφίστανται οὐσιωδῶς ἀλλ᾿ ἀποτελοῦν σχηματισμό, καί γίνονται μέν ἀλλά δέν εἶναι, φαινόμενα γιά λίγο καί παρερχόμενα, κι᾿ ἄν θελήση κανείς νά τά κατέχη, δέν θά μπορέση ποτέ, σάν σκιά θερινῆς ἄγονης νεφέλης πού διώκεται ἀπό ἄνεμο καί παρέρχεται γρήγορα, ἡ παραίνεσις παρέρχεται γιά νά γίνη φανερά ἡ πρόθεσις τοῦ καθενός καί γιά νά δώση σημεῖο τῆς ἐπιγνώσεως τῶν ἀπό τόν Θεό διαταγμάτων.διότι κι᾿ ἄν θελήση κανείς νά τά κατέχη, ὅπως εἶπα, τά παρόντα δέν εἶναι καθεκτά, κι᾿ αὐτό διττῶς.ὄχι μόνο ὁ κόσμος αὐτός παρέρχεται, ἀλλά κι᾿ ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς, πού χρησιμοποιοῦμε αὐτόν τόν κόσμο, μερικές φορές παρέρχεται καί πρίν ἀπό τά ἐγκόσμια πού ἔχει στή διάθεσί του. Κάθε ἄνθρωπος παρέρχεται σάν νά βαδίζη ὁδόν, πού κι᾿ αὐτή κινεῖται πολυειδῶς καί παρέρχεται ἀπό αὐτόν, καί συμβαίνει ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ τόν προφθάνει ἡ ὁδός καί ὅσα κατεῖχε δέν μπορεῖ πλέον νά τά κατέχη ἤ αὐτός προφθάνει καί δέν μπορεῖ πλέον νά κατέχη τά τοῦ βίου.διότι, ἀφοῦ εἶναι θνητός ὁ ἄνθρωπος, εἶναι συνημμένος μέ τά τοῦ βίου, πού εἶναι καί αὐτά τρεπτά. ῎Η λοιπόν ὡς συνημμένος μέ τά τρεπτά τρέπεται πολυτρόπως κι᾿ ἔχασε ὅσα κατεῖχε, πλοῦτο ἴσως, λαμπρότητα, εὐθυμία, ἤ πεθαίνοντας προφθάνει νά ἐπιφέρη στόν ἑαυτό του κεφαλαιωδέστερη τροπή καί ἀναχωρεῖ γυμνός, ἐγκαταλείποντας τά τωρινά ἀγαθά του καί τίς ἐλπίδες γι᾿ αὐτά. ῎Ισως σέ παιδιά, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ εὐχαρίστησι καί ἀπ᾿ αὐτό; Αὐτός μέν δέν ἔχει πλέον καμμιά αἴσθησι τῶν ἐδῶ πραγμάτων, τά δέ παιδιά θά πέσουν μέ τόν ἴδιο ἤ ἄλλον τρόπο.

Τό τέλος λοιπόν τῶν προσκολλημένων σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο εἶναι πάντοτε συμφορά, ἀφοῦ τελικῶς ἐκφέρονται γυμνοί καί ἐγκαταλείπουν ὅλα τά ἐδῶ ἀγαπητά πράγματα. Σέ ὅσους δέ περιφρονοῦν τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου καί ζητοῦν νά μάθουν περί τοῦ μέλλοντος κόσμου καί σπεύδουν νά πράττουν αὐτά πού θά συντελέσουν γιά ἐκεῖνον, ὁ θάνατος, ὅταν ἔρχεται δέν ἐπιφέρει ζημία, ἀλλά μᾶλλον τούς μεταφέρει ἀπό τοῦτα τά μάταια καί ρευστά, πρός ἀνέσπερη ἡμέρα, πρός ἄφθαρτη τρυφή, πρός ἀΐδια δόξα, πρός τά πραγματικά ὑπάρχοντα καί ἀναλλοιώτως διαμένοντα.

Αὐτά εἴθε νά ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν χάρι καί φιλανθρωπία αὐτοῦ πού ἔκλινε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε ὑπέρ ἡμῶν, ὄχι ἕως ἐμᾶς, ἀλλά καί ἕως τίς ἔγκλειστες στά καταχθόνια ψυχές.καί πού ἀπό ἐκεῖ ξανανέβηκε δι᾿ ἀναστάσεως καί ἀναβιώσεως καί προσέφερε σ᾿ ἐμᾶς τόν φωτισμό καί τή γνῶσι καί τήν ἐλπίδα τῶν οὐρανίων καί ἀϊδίων, στά ὁποῖα εἶναι δεδοξασμένος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Κυριακή της Σαμαρείτιδος Ἀληθινοὶ Προσκυνητὲς τοῦ Θεοῦ (Ἰω. δ, 5-42) Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ

«Προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»

Ὑπῆρχε μία διαμάχη μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν. Δὲν ἦταν συγγενεῖς λαοί. Ἡ Σαμάρεια ἦταν ἐξ’ ὁλοκλήρου ξένη περιοχὴ μὲ τὸν ἐθνικὸ βίο τοῦ Ἰσραήλ. Οἱ Σαμαρεῖτες πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸ ὄρος Σομόρ. Τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τὸν θεωροῦσαν τοπικὸ θεό, ἐνῶ παράλληλα πίστευαν καὶ σὲ ἄλλους εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Οἱ Ἰσραηλίτες ἀπέφευγαν μὲ ἀποστροφὴ τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ ραββινικὲς ἐντολὲς ἦταν νὰ μὴν ἔχουν οἱ Ἰουδαῖοι οὐδεμία σχέση μὲ τοὺς κατοίκους τῆς Σαμάρειας. Στὴν περιοχὴ αὐτὴ σταμάτησε ὁ Χριστὸς νὰ ξεκουρασθεῖ καὶ πιὸ εἰδικὰ στὴν πόλη Συχὰρ κοντὰ στὴν πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Στὸ χῶρο ἔκανε διάλογο μὲ μία γυναίκα Σαμαρείτιδα.



Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα

Ἡ Σαμαρείτιδα ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις καὶ τὴν ἔκπληξη ποὺ δοκίμασε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται πὼς ἦταν μία ἁπλοικὴ γυναίκα, ἀγράμματη καὶ ἀμαθής. Ἀκόμη φαίνεται πὼς δὲν εἶχε καὶ καλὴ βιοτή. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ μάθει τὴν τελειότερη γνώση γιὰ τὸ θεό. Μεταξὺ ἄλλων ὁ Κύριος ἔθιξε τὸ θέμα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Βέβαια τόνισε πὼς ὁ Σαμαρειτικὸς τρόπος λατρείας τοῦ θεοῦ εἶναι σφαλερός, ἐνῶ ὁ Ἰουδαϊκὸς ὁ ὀρθός. Οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Σαμαρεῖτες νόμιζαν πὼς μὲ τὰ θυμιάματα, τὶς θυσίες, τὶς περιτομές, τὸ Ναὸ ἢ τὸ ὄρος Γαρειζίν, τοὺς σωματικοὺς καθαρμοὺς κ. ἄ. εὐαρεστοῦν τὸ θεό. Ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ λέγει πὼς ὁ θεὸς εἶναι Πνεῦμα, δηλαδὴ ἄϋλος καὶ οἱ προσκυνητὲς πρέπει νὰ Τὸν λατρεύουν πνευματικά. Ὁ θεὸς δὲν θεραπεύεται μὲ τὴν ὕλη, γι’ αὐτὸ καὶ ἀνάλογη εἶναι καὶ ἡ λατρεία στὸ πρόσωπό Του. Ὅλοι οἱ καθαρμοὶ καὶ οἱ περιτομὲς εἶναι σκιές, ἐνῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ πνευματικὴ λατρεία. Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς γράφει πὼς πνευματικὴ λατρεία εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἄλλος ἑρμηνευτὴς θὰ πεῖ πὼς ἀληθινὴ λατρεία εἶναι ἡ ὀρθότητα τῶν δογμάτων καὶ τὰ κατορθώματα τῆς ἀρετῆς.



Ποῦ βρίσκεται ὁ Θεός;

Ποῦ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ποῦ πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦμε; Ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ καὶ μέσα μας. Ὁ θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ τὸ πνεῦμα «ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰωάν. 3,8). Ὅλος ὁ κόσμος πλέει μέσα στὶς ἐνέργειες τοῦ θεοῦ. Ἄλλωστε τὸ Πνεῦμα τοῦ θεοῦ «ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος» (Γέν. 1,2) καὶ τῆς ἀβύσσου. Ὁ θεὸς εἶναι «πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεὺς σημειώνει πὼς τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴ Σαμαρείτιδα γιὰ τὴν ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, σημαίνουν πὼς θὰ ἔλθει καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον «οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ οὐκ ἐν ἀφωρισμένῳ τόπῳ, ἀλλὰ πανταχόθεν προσοίσουσιν τὴν προσκύνησιν τῷ πανταχοῦ παρόντι θεῷ», δηλαδὴ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς ὄχι σὲ κάποιον εἰδικὸ τόπο, ἀλλὰ παντοῦ καὶ σ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς θὰ προσφέρουν τὴν προσκύνηση στὸν πανταχοῦ παρόντα θεό. Μέσα στὰ δύο τελειωτικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι ἡ πράξη καὶ ἡ θεωρία, θὰ λατρεύεται ὁ Θεός.



Ἡ Σαμαρείτιδα εἶναι ἔλεγχος τῶν ραθύμων

Ἐὰν μιὰ γυναίκα Σαμαρείτιδα δείχνει τόση σπουδὴ καὶ τόση ἐπιμέλεια καὶ προθυμία γιὰ νὰ μάθει κάτι χρήσιμο γιὰ τὴν πνευματική της ζωὴ καὶ παραμένει πλησίον τοῦ Κυρίου, ἂν καὶ ἀγνοοῦσε ποιὸς εἶναι, καταλαβαίνουμε τί πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς γνωρίζουμε ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ποὺ βρίσκεται, ποὺ προσφέρει τὸν ἑαυτὸ Του κ.λ.π. Πάντοτε νὰ Τὸν ἀναζητοῦμε χωρὶς ὀκνηρία. Στοιχειώδη πράγματα ἀγνοοῦμε γύρω ἀπὸ τὴν πνευματική μας ζωή. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲ γνωρίζουμε ποιὸ θεὸ λατρεύουμε. Τί εἶναι Ἐκκλησία; Πῶς θὰ σωθοῦμε; Ἡ μετάνοια τί χαρακτηριστικὰ ἔχει καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἡ γυναίκα αὐτή, ἂν καὶ ἁμαρτωλή, εἶχε ἐπιθυμία νὰ μάθει τὴν ἀληθινὴ λατρεία τοῦ θεοῦ. Ἐμεῖς ἔχουμε τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον νὰ μάθουμε τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὸ Εὐαγγέλιο;



Ἀδελφοί μου,

Ἐὰν ἐνδιαφερόμαστε νὰ μάθουμε κάτι, θὰ γνωρίζαμε πὼς ἡ ἀληθινὴ λατρεία εἶναι πνευματική. «Τιμήσατε τὸν Θεὸν πλέον τῆς συνηθείας», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος. Δὲ μᾶς σώζουν τὰ εὐλαβῆ ἔθιμα, ἀλλὰ ἡ ὁλόψυχη καὶ μὲ ἐπίγνωση πνευματικὴ λατρεία τοῦ θεοῦ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ Πνεῦμα ὁ Θεός (Ἰω. δ, 5-42) Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης

«Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Εἶναι πανθομολογούμενο ὅτι ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαραρείτιδα εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ βαρυσήμαντους ποὺ διαβάζουμε στὰ Εὐαγγέλια. Ἐδῶ ἐπικεντρώνεται τὸ βάθος καὶ ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς λατρείας.



Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Σαμαρείτιδα

Ὁ Χριστὸς πηγαίνει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴ Γαλιλαία. Ἀλλὰ «ἔδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας» (Ἰω. 4,4), ἔπρεπε ὅμως νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Σαμάρεια, μᾶς λέει τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ αὐτό, ὄχι γιατί ἦταν ὁ μόνος δρόμος ποὺ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσει, θὰ μποροῦσε νὰ πάει καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη. Ὅμως ἔπρεπε ὁπωσδήποτε o Χριστὸς νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Συχάρ, γιὰ νὰ συναντήσει τὴ Σαμαρείτιδα. Αὐτὸ τὸ «ἔδει», δηλαδὴ αὐτὸ τὸ «ἔπρεπε» τῆς ἀνεξιχνίαστης βουλῆς τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ ἂν σὲ μᾶς φαίνεται τυχαῖο, ἀπροσδόκητο καὶ ἀπρόοπτο, στὶς ποικίλες περιστάσεις καὶ τὰ γεγονότα τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς εἶναι ἡ «μυστικὴ μέθοδος» ποὺ ὁ Θεὸς ἀκολουθεῖ, γιὰ νὰ μᾶς συναντήσει.

Ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ συναντήσει τὴ Σαμαρείτιδα «πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰω. 4,5), κοντὰ στὸ χωράφι ποὺ εἶχε δώσει ὁ Ἰακὼβ στὸ γιὸ του Ἰωσήφ. Οἱ Σαμαρεῖτες, μέσα στὶς αἱρετικὲς θρησκευτικές τους προτιμήσεις, ἦταν προσκολλημένοι στὶς δύο αὐτὲς βιβλικὲς μορφές, τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἰωσήφ. Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες βρίσκονταν σὲ μία διαρκῆ διαμάχη καὶ ἀντιπάθεια λόγῳ τῶν θρησκευτικῶν τους διαφορῶν. Αὐτὸ δὲν ἐμπόδισε τὸν Χριστό, κουρασμένο ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία, νὰ καθίσει στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ καὶ νὰ περιμένει, γιὰ νὰ συναντήσει τὴ Σαμαρείτιδα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πράγματι ὁ Θεὸς μᾶς ἀναζητᾶ, ἔρχεται πάντοτε καὶ μᾶς περιμένει στὸ δικό μας χῶρο, στὶς συνθῆκες τῆς δικῆς μας ζωῆς, στὶς ἀσχολίες καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά μας, στὰ γεγονότα, στὶς ἐμπειρίες καὶ τὰ βιώματα τῆς καθημερινότητάς μας.



Πνευματικὴ λατρεία

Ἄραγε, ποῦ βρίσκεται ὁ Θεὸς καὶ ποῦ πρέπει νὰ Τὸν προσκυνοῦμε; Αὐτό, οὐσιαστικά, εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει ἡ Σαμαρείτιδα στὸν Χριστό. Μία γυναίκα ἡ ὁποία μέσα στὴν ἁπλότητά τnς καὶ τὴν ἠθική της ἀταξία ἐκφράζει τὴ διαχρονικὴ πανανθρώπινη ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Σ' αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐπαναστατική. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ τὸ «πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3,8). Ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ, μέσα μας καὶ γύρω μας. Ὁ κόσμος ποὺ ζοῦμε εἶναι διάχυτος ἀπὸ τὶς ἐνέργειές Του καὶ ἡ πραγματικότητά μας διαποτισμένη ἀπὸ τὴν παρουσία Του. Τὸ μυστήριό Του εἶναι μία ἀλήθεια ποὺ μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸ νόμο καὶ τὶς σκιές, τὰ σύμβολα καὶ τὶς τυπικὲς διατάξεις. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκρίνεται στὴν ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ νὰ λατρεύει τὸν Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθειᾳ», γκρεμίζει μέσα του ὅλα τὰ εἴδωλα τῆς θρησκείας καὶ κάθε ἰδεολογίας ποὺ δημιουργεῖ μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή του ζωή. Συνειδητοποιεῖ ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστη καὶ λατρεία εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μία ἀκόμη «ἀνακάλυψη» τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία θρησκεία δίπλα στὶς ἄλλες, ἔστω καὶ ἡ καλύτερη. Γιατί ὅπου θρησκεία, κάθε εἰκασία, δοξασία καὶ πεποίθηση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν θεό. Καθετὶ ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος μέσα του γιὰ τὸν θεό. Γιὰ ἕναν θεὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται, φαντάζεται καὶ ἐπινοεῖ μέσα στὶς φοβίες καὶ τὶς ἀνασφάλειές του. Ὅπου ὅμως Ἐκκλησία, ἡ φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐκδήλωση τῆς θυσιαστικῆς καὶ λυτρωτικῆς Του ἀγάπης γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς παρουσίας τῆς δύναμης καὶ τῆς σώζουσας χάριτός Του. Ἡ ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἡ καθημερινὴ πράξη μαρτυρεῖ πάντοτε τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Τὴν ἀποτυχία νὰ λατρεύουμε τὸν Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὸ διαρκῆ ἀγώνα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς συχνὰ παραμορφώνουμε καὶ ἀλλοιώνουμε τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ λατρείας. Ἐγκλωβισμένοι, περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὴ θρησκευτικότητά μας σὲ ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ κανόνες. Ὑποτασσόμαστε τυφλὰ στὸ «γράμμα» διατάξεων καὶ νόμων. Ἀδιαφοροῦμε καὶ προδίδουμε τὸ «πνεῦμα» ὅλων αὐτῶν ποὺ ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε, γιὰ νὰ μᾶς βοηθοῦν καὶ ὄχι νὰ μᾶς αἰχμαλωτίζουν. Ἡ πληθώρα τῶν τυπικῶν διατάξεων καὶ κανόνων μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι δομημένη ἡ χριστιανική μας ζωὴ ἀπαιτοῦν διάκριση, σύνεση καὶ φωτισμό, γιὰ νὰ μὴν ἐκφυλίζονται σὲ τυπολατρία, ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν ἀλήθεια ποὺ γεμίζει καὶ σώζει τὰ πάντα. Ἀμήν.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...