Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Αυγούστου 16, 2013

Στο ντιβάνι της Διβάνη! Και της υποτιθέμενης... "διανόησης"...

Γράφει ο Κώστας Βαξεβάνης

Το πρόβλημα με την ελληνική διανόηση δεν είναι ότι σιωπά και κοιμάται. Είναι ότι χωνεύει ακόμη. Χορτάτη, φουσκωμένη, κάνει όπως ακριβώς αυτός που ανάμεσα στα απομεινάρια των όσων καταβρόχθισε, υπόσχεται ενοχικά πως δεν θα το ξανακάνει. Ρεύεται τα πλούσια εδέσματα, νιώθει, χορτάτος πια, την άσχημη γεύση στο στόμα και μετατρέπεται για λίγο σε νομιμόφρονα της καλής διατροφής. Όσο κρατά η χώνεψη.

Ποια είναι η διανόηση στη χώρα, θα ρωτήσει κάποιος. Ποια είναι πρέπει να απαντήσω κι εγώ γιατί υπάρχει κίνδυνος να αδικήσω πολλούς. Αναφέρομαι λοιπόν, στους ανθρώπους αυτούς, που είτε το άξιζαν είτε όχι, κυριάρχησαν σε αυτό που λέμε “γράμματα και τέχνες”. Το όνομά τους μπαίνει δίπλα στα τραγούδια, στα βιβλία, σε έργα δημιουργίας και βέβαια πανεπιστημιακές μελέτες. Σε αυτούς αναφέρομαι και εξαιρώ (δυστυχώς χωρίς την καταγραφή των ονομάτων) το κομμάτι από αυτούς που στάθηκε ουσιαστικά πνευματικό και είναι ίσως και άγνωστο.

“Πού είναι οι άνθρωποι της διανόησης;” ακούγεται συχνά τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Πώς βοηθάνε την Ελλάδα; Πώς βοηθάνε τους ανθρώπους της; Πώς στέκονται απέναντι στην κρίση;

Τον Ιούνιο του 2011, 32 “άνθρωποι του πνεύματος” υπέγραψαν ένα κείμενο για την εθνική σωτηρία, ζητώντας από τους Έλληνες να αντιπαλέψουν τον λαϊκισμό και να δείξουν υπευθυνότητα. Στους επόμενους μήνες, υπήρξαν επίσης φωνές από τον ίδιο χώρο σαν αυτή της Κικής Δημουλά που μίλησαν για το διεκδικούμενο παγκάκι της Κυψέλης, της Σώτης Τριανταφύλλου, της οποία η γνώση και ο κοσμοπολιτισμός οδηγούσαν με ασφάλεια στο συμπέρασμα πως μας χρειάζεται ένα “καθαρτήριο” και της Λένας Διβάνη, που τοποθετήθηκε όπως τοποθετήθηκε για κάποιον 18χρονο νεκρό “τζαμπατζή”.

Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του, πόσο μάλλον όταν ζει επί χρόνια πουλώντας απόψεις. Το πρόβλημα δεν είναι οι απόψεις όσων εκφράστηκαν, όπως εκφράστηκαν, αλλά η ρηχότητα. Το γεγονός πως άνθρωποι που γράφουν βιβλία και παράγουν σκέψη και πολιτισμό, φτάνουν στο σημείο να αντιμετωπίζουν μια σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα με όρους καφενείου .Αντί να αναλύσουν αυτό που συμβαίνει, αντί να πάρουν την πρωτοβουλία να το εξηγήσουν στον κόσμο, αντί να συγκρουστούν με τα αδιέξοδα, γίνονται οπαδοί ενός κοινωνικού μακαρθισμού, που προγράφει κατηγορίες ανθρώπων, που απαιτεί θυσιαστήρια, που θέλει κάποιον να φταίει αλλά προς θεού, όχι στο ύψος της εξουσίας.

Με την αυτάρκεια του τυχαίου ημιμαθή, έχει άποψη που κατακρίνει συμπεριφορές, τον κοινωνικό παρασιτισμό και φτάνει ακόμη παραπέρα. Σχεδόν αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως παράσιτο. Και αν βρεθεί κάποιος περισσότερο αφελής και λιγότερο διανοούμενος να ρωτήσει “και τι έκανε αυτή η διανόηση όταν όλα αυτά συνέβαιναν στην Ελλάδα;” σίγουρα οι οπαδοί του αυτομαστιγωτικού διανοουμενισμού, έχουν να δείξουν πολλές φωτογραφίες τους με υπουργούς, πρωθυπουργούς και επιχειρηματίες,σ τους οποίους έκαναν προσιτή την χαρισματική τους προσωπικότητα.

Μετά την Μεταπολίτευση, η ελληνική διανόηση, καβάλα στο όχημα της αμφισβήτησης που αυτόματα οδηγούσε στην κοινωνική καταξίωση, άγγιξε όνειρα, οραματικές πολιτικές, αγωνίες. Μετά τη δεκαετία του ’80 με μεγάλη ευκολία μετεπιβιβάστηκε σε BMW και τζιπ, τραγούδησε σε συναυλίες με μαύρο χρήμα, έγραψε κλεψίτυπα βιβλία, συνωμότησε στους διαδρόμους των Πανεπιστημίων για να εξασφαλίσει θέσεις καθηγητή που δεν άξιζε, προσκύνησε την ευνοιοκρατία, τον κομματικό καιροσκοπισμό, τους αγράμματους φαύλους που κυβερνούσαν.

Η μέγιστη διανοητική διαδικασία στην οποία μπήκε η διανόηση που σήμερα βρυχάται, είναι των αποδοτικών δημοσίων σχέσεων. Για μια θέση στο Φεστιβάλ, στο πανεπιστήμιο, στο Εθνικό Κέντρο Τάδε, στο Πολιτιστικό Κέντρο Δείνα. Διανόηση με απόδοση τίτλων, με εμφανίσεις στην τηλεόραση, ζαλισμένη από τα πάρτι, ταλαιπωρημένη από τους ψυχολόγους της.

Σήμερα, από το ντιβάνι της κυρίας Διβάνη, το τραπέζι του μεγάλου φαγοποτιού ή το κρεβάτι μιας αιμομικτικής πολιτιστικής Αθήνας, η διανόηση ανησυχεί. Δεν ανησυχεί για την Ελλάδα, αλλά για να μην χάσει προνόμια. Γι” αυτό σαν τις Κατίνες της γειτονιάς, σηκώνει το δάχτυλο και δείχνει το απέναντι σπίτι που ρίχτηκε στην ακολασία, που διέπραξε τη μοιχεία, που φταίει για τα κακά του χωριού. 

Με την ίδια ευκολία θεώρησε νομοτελειακό φαινόμενο και αποδέχθηκε, την ξεφτίλα της ελληνικής τηλεόρασης, τα σκάνδαλα Βενιζέλου στο Υπουργείο Πολιτισμού, τον κρατικοδίαιτο επιδοματικό πολιτισμό.

Είναι μια διανόηση που αποδέχθηκε ο κινηματογράφος να παράγει μόνο με κρατική επιδότηση, σαν να είναι βαμβάκι στον κάμπο της Λάρισας. Που θεωρούσε πως τα Φεστιβάλ, δηλαδή ο τρόπος ανάδειξης του πολιτισμού, ήταν τα ίδια πολιτισμός. Που στα Πανεπιστήμια ανέδειξε τους εξυπηρετικούς προσδοκώντας το ανταποδοτικό τέλος της δικής τους ανάδειξης.

Η διανόηση στην Ελλάδα, δεν υπήρξε μόνο εγωιστική και συμφεροντολόγος. Λειτούργησε με το δικό της star system, συνέτριψε όσους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο σύστημα των δημοσίων σχέσεων, καταδίκασε στην ανωνυμία όσους δεν φωτογραφήθηκαν με όλους τους μελλοντικούς τροφίμους του Κορυδαλλού. Οι κυρίες και οι κύριοι της διανόησης που βρίζουν ένα κομμάτι της κοινωνίας αντί να γίνονται παράδειγμα για όλη την κοινωνία, δεν υπήρξαν μόνο ομοτράπεζοι και ομοκρέβατοι της πολιτικής ελίτ, αλλά της παρείχαν και όλα τα άλλοθι της τέχνης και του πολιτισμού.

Οι εραστές του σκυλάδικου έγιναν άνθρωποι της τέχνης επειδή συναναστρέφονταν τον τάδε σκηνοθέτη και ο υπουργός πολιτισμού μετατρεπόταν σε τόσο περισσότερο άνθρωπο του πολιτισμού όσο μεγαλύτερες ήταν οι επιχορηγήσεις.


Αυτή η διανόηση πού και πού στραβομουτσούνιαζε υποκριτικά για την παρουσίαση της υποκριτικής τέχνης του Ρουβά στην Επίδαυρο, αλλά δεν είχε κανένα πρόβλημα να θεωρεί μέντορα πολιτισμού αυτόν που επέλεξε να πάει τον Σάκη στο Αρχαίο Θέατρο. Οι προσωπικές τους αντιπαραθέσεις δεν ήταν αντιπαραθέσεις ιδεών, αλλά ζήλια και φθόνος.

Η διανόηση έπαψε να έχει ως κινητήριο μοχλό τις κοινωνικές αντιθέσεις και την υπαρξιακή αναζήτηση και απέκτησε κινητικότητα μέσω της κυνικότητας ή της ψυχεδελικής εσωστρέφειας. Έλεγε στα βιβλία της όσα θα έπρεπε να πει στον ψυχίατρό της.

Η διανόηση, σιγά σιγά έγινε ανήμπορη να αναλύει και να εκφράζει και έγινε ρηχή όπως οι εκφραστές της, γύρω από το μεγάλο τραπέζι της εξουσίας. Άλλος έτρωγε χαβιάρι και άλλος τα ψίχουλα, ευελπιστώντας πως θα έρθει και η δική του ώρα.

Είναι λογικό, η διανόηση σήμερα να συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται. Διαφορετικά φοβάται πως θα χαθεί μαζί με την ψεύτικη εικόνα της.

Αδυνατεί να καταλάβει τι συμβαίνει στην κοινωνία γιατί απουσιάζει πολλά χρόνια απ” αυτή. Δεν έχει την ελάχιστη ικανότητα να ξεχωρίσει το δευτερεύον (παρασιτικά φαινόμενα, διαφθορά, γραφειοκρατία), από το πρωτεύον που είναι όσα δημιουργούν την κρίση και αυτά τα φαινόμενα, που είναι οι πολιτικές. Οι πολιτικές των φίλων της. Έτσι, αναμασά ευχολόγια και αγαπησιάρικες ενωτικές θεωρίες ευθύνης, επιδεικνύοντας πλήρη ανευθυνότητα. Με βουδιστική στωικότητα την ώρα του πολέμου, αυτή η διανόηση είναι έτοιμη να στηλιτεύσει το φαινόμενο του τζαμπατζή, του ταβερνιάρη που φοροδιαφεύγει, της συμπεριφοράς που μας κάνει ανεύθυνους. Δεν θα το επεκτείνει όμως ως την απόφαση του Βενιζέλου να χαρίσει 2 δις στη SIEMENS, ούτε ως την απόφαση του Σαμαρά να κάνει πιο πλούσιους τους Τραπεζίτες. Οι έλληνες διανοητές επιλέγουν το πεδίο της μικροκοσμικής ευθύνης του διπλανού. Όχι της ευθύνης συνολικά.

Η διανόηση είναι συνένοχη. Όχι μόνο πολιτικά, αλλά ποινικά. Ποιός καθηγητής Πανεπιστημίου να αντιταχθεί, ποιός μεγαλοσυνθέτης να κάνει αντίσταση, ποιός συγγραφέας να αποδώσει ευθύνη. Με το που θα το κάνει, θα βγουν στη δημοσιότητα τα πανεπιστημιακά κονδύλια που έπαιξε στο χρηματιστήριο, οι Μη κυβερνητικές Οργανώσεις του που έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, οι επιδοτήσεις που πήρε για ένα βιβλίο που διάβασαν 200 άτομα.


Η γενίκευση είναι φασισμός. Το να αποδίδεις αυτά τα χαρακτηριστικά σε όλη τη διανόηση είναι άδικο. Η υγιής διανόηση λοιπόν, ας αποφύγει τη γενίκευση. Ας αυτοεξαιρεθεί, βγαίνοντας μπροστά. Παράγοντας σκέψη, τέχνη, πολιτισμό.

ΥΓ: Συμμερίζομαι πραγματικά πως υπάρχει το φαινόμενο της ανθρωποφαγίας για κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους στο διαδίκτυο που δεν ελέγχεται όπως τα ΜΜΕ ώστε να αποφευχθούν ακρότητες ή να φτιαχτούν προφίλ. Ωστόσο υπάρχει και δική τους ευθύνη γιατί προτίμησαν την αρένα του θεάματος, αντί τον θρόνο του διανοητή.

 Πηγή

16 Αυγούστου 1943 – Κομμένο Άρτας: Το “άγνωστο” ολοκαύτωμα από τα γερμανικά στρατεύματα με 317 νεκρούς(97 παιδιά και 192 γυναίκες)

16d

Η σφαγή του Κομμένου Άρτας (Χρονικό – Ο τραγικός απολογισμός – Το έγκλημα πολέμου)

Πέρασαν 70 χρόνια από τη μαζική σφαγή των κατοίκων του Κομμένου Άρτας από τους χιτλερικούς καταχτητές. Το φρικτό αυτό έγκλημα ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο που στόχο είχε να καμφθεί η αντίσταση του ελληνικού λαού, τη στιγμή που ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των γερμανών και ιταλών καταχτητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του.
Συγκεκριμένα, αφού το γερμανικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και άρχισαν να διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα. Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το Κομμένο, για το οποίο οι φασίστες είχαν πληροφορίες ότι αποτελούσε κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων. Ακολουθεί η περιγραφή της φριχτής ιστορίας του μαρτυρικού χωριού, όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του χωριού.
Η «επίσκεψη Ζάλμινγκερ»
Στις 12 Αυγούστου, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών. Η «επίσκεψη» Ζάλμινγκερ στο Κομμένο αποτελούσε μέρος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του 98ου Συντάγματος στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την εξόντωση των ανταρτών και το κάψιμο των χωριών εκείνων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι τους τροφοδοτούν και τους ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.
Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού οι αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. (σημ. Οικ.: που λίγο πιο πριν «διαφωνούσαν»  για το πώς  θα τροφοδοτούνταν με προμήθειες από τους κατοίκους του χωριού) είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν ο Γερμανός Διοικητής βρέθηκε μπροστά στην εικόνα αυτή, διέταξε τον οδηγό του και έκανε αμέσως στροφή αφήνοντας πίσω τους το χωριό, με την απόλυτη πλέον βεβαιότητα πως οι πληροφορίες του ήταν βάσιμες και δε χωρούσαν την παραμικρή αμφιβολία. Μερικές γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς.
Από τη στιγμή εκείνη που φεύγουν οι Γερμανοί, αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα ’κρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ μια επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κοινότητας Λάμπρο Ζορμπά, μετέβη την επόμενη κιόλας μέρα στην Άρτα και ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ελληνικές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές, μάλλον με κάποια αδιαφορία, ίσως διαβεβαίωσαν την επιτροπή πως το χωριό δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και η ίδια η επιτροπή να μην είδε με τη δέουσα σοβαρότητα το γεγονός και να μην έδωσε την πρέπουσα σημασία στην τακτική των αντιποίνων που εφάρμοζαν οι Γερμανοί.
Έτσι στις 15 Αυγούστου, ημέρα που κοιμήθηκε η Παναγία Θεοτόκος, γιόρταζαν όπως είχαν συνήθεια το πανηγύρι τους. Και ο Θόδωρος Μάλλιος τέλεσε το γάμο της κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από το χωριό Παχυκάλαμος.
Η εξόντωση
Τα χαράματα, ωστόσο, της 16ης Αυγούστου 120 άντρες του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Άρτας, επιβιβάζονται πάνοπλοι στα φορτηγά και σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών.
Ήδη όμως από την Πέμπτη 12 Αυγούστου ο Διοικητής του 98ου Συντάγματος συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ σημείωνε στην αναφορά του σχετικά με την επίσκεψή του στο Κομμένο: «Προσωπική αναγνωριστική επιχείρηση διαπίστωσε ότι το Κομμένο (12 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Άρτας) βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών, 25 – 30 άντρες με στολές ερήμου. Προς το παρόν δεν έχουν σχεδιαστεί αντίποινα» (Χ. Φ. Μάγερ, 59) και το Σάββατο 14 Αυγούστου έλαβε διαταγή «να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 60)
 16d
Την Κυριακή 15 Αυγούστου συγκέντρωσε τη μονάδα του, για να της ανακοινώσει πως Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως με σκληρά αντίποινα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους. Οι στρατιώτες δε δέχτηκαν με ιδιαίτερη προθυμία τη διαταγή να συμμετάσχουν εθελοντικά στην επιχείρηση. «Τουλάχιστον δώδεκα–δεκαπέντε άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για την επιχείρηση». (Mark Mazower, 226) Έτσι η διαταγή άλλαξε και η επιχείρηση ανατέθηκε στο 12ο λόχο του 98ου Συντάγματος. Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός ναζί και αποκαλούμενος Νέρων από κάποιους στρατιώτες. Οι στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.
Οι άντρες του 12ου λόχου του 98ου Συντάγματος Πεζικού συγκεντρώθηκαν στις 5.00 το πρωί πάνοπλοι με οβιδοβόλα, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες και καραμπίνες, και επιβιβάστηκαν στα στρατιωτικά αυτοκίνητα, για να διανύσουν μια διαδρομή μιάμισης περίπου ώρας από την κοιλάδα του ποταμού Λούρου ως το Κομμένο
Αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και τη ρητή διαταγή «κανείς δεν πρέπει να επιζήσει, όλοι στο χωριό πρέπει να εκτελεστούν» (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 67),περικύκλωσαν το χωριό από τρεις πλευρές, αφήνοντας αφύλαχτη τη δυτική πλευρά όπου κυλούσε ο Άραχθος ποταμός, ο οποίος, κατά τη γνώμη του Ρέζερ, αποτελούσε φυσικό εμπόδιο διαφυγής. Όλα οργανώθηκαν με κανονικό σχέδιο μάχης, καθώς για τους Γερμανούς το χωριό ήταν κέντρο ανταρτών, οι οποίοι την ώρα εκείνη βρίσκονταν στον ύπνο μαζί με τους άλλους κατοίκους. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν κανέναν και τίποτε πριν δοθεί το σύνθημα της μάχης.
«Είδαμε τους Γερμανούς, μια μικρή ομάδα, την ώρα που βγαίναμε απ’ το χωριό», αφηγείται η Ιφιγένεια Παππά – Κοντογιάννη, κορίτσι 18 χρονών τότε.«Είχαμε ακούσει τα αυτοκίνητα που έρχονταν, αλλά δεν ξέραμε ούτε τι κουβαλούσαν ούτε τι έρχονταν να κάνουν. Μας σήκωσε ο πατέρας μου και μας έδιωξε απ’ το σπίτι, φοβόταν ο άνθρωπος μη μας κάνουν κακό. Φύγετε, να περάσετε το ποτάμι και να πάτε να κρυφτείτε στα χωράφια, μας είπε. Σηκωθήκαμε. Μόλις είχε σκάσει ο ήλιος. Στο χωριό ακούγονταν αμάξια, θόρυβος, φασαρία. Φτάσαμε στα τελευταία σπίτια. Σχεδόν πέσαμε απάνω τους. Δε μας πείραξαν. Κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Νιώσαμε το κορμί μας να τρέμει. Εκείνοι, κάτι όμορφα παιδιά, μας κοίταξαν και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους χαμογελώντας. Ήταν παιδιά. Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε στα εκατό μέτρα κι άρχισε το μακελειό».
Θα πρέπει να ήταν 6.30 το πρωί όταν δόθηκε το σύνθημα της «επίθεσης εναντίον των ανταρτών» με δυο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν στον αέρα. Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Στόχος τους η εξαφάνιση από γης ολόκληρου του χωριού, χωρίς κανένα έλεος. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Οι στρατιώτες, κρατώντας μια χειροβομβίδα στα χέρια τους, έσπρωχναν βίαια τις πόρτες των σπιτιών και, ρίχνοντάς την μέσα, τα έκαναν κάρβουνο.
Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα έγιναν κομμάτια ή διαλύθηκαν εντελώς και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Το Κομμένο σβήνει και χάνεται τυλιγμένο στις φλόγες και βουβό κάτω απ’ τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι άντρες του 12ου λόχου.
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με σαράντα άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, δεκατριών και δέκα χρόνων, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.
 16f
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Σώθηκαν περνώντας στην άλλη όχθη του Αράχθου ή κρυμμένοι στους θάμνους, στα καλαμπόκια και στα λαγκάδια τριακόσιοι πενήντα (350) περίπου.Κι έκαναν μερικοί μέρες πολλές να γυρίσουν στα σπίτια τους και τους νεκρούς να μετρήσο υν. Γιατί φώλιασε στην ψυχή τους ο φόβος μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί, για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Όταν πια δε γινόταν αλλιώς, βρήκαν τη δύναμη και το πήραν απόφαση. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρ ούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Τρία χρόνια έζησαν με τους τάφους των αγαπημένων προσώπων τους στις αυλές τους. Ύστερα μάζεψαν ό,τι είχε απομείνει από αυτούς και το μετέφεραν στο κοιμητήριο του χωριού. Εκείνοι που σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.
Η σφαγή τελειώνει
Όταν το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα για να δώσει το μήνυμα στους Γερμανούς στρατιώτες ότι η μάχη τελείωσε, ελάχιστοι από αυτούς μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε. Αλλά ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί και με τους κατοίκους του Κομμένου που κατόρθωσαν να σωθούν και να επιζήσουν. Το τοπίο έμοιαζε απερίγραπτο και απίστευτο. Κάποιοι από αυτούς που άκουσαν το θόρυβο των αυτοκινήτων, σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία για να δουν ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν και τι ήθελαν. Άλλοι, αντί να φύγουν για να σωθούν, βγήκαν στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει, ακόμη κι όταν άρχισε η «μάχη» και το χωριό μεταβαλλόταν σε κόλαση. Κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, είχαν την πλάνη στο νου τους, ίσως γιατί έτσι μπορεί να διαδόθηκε την προηγούμενη μέρα, πως οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια που θα βρουν άδεια και δε θα πειράξουν τα σπίτια που θα βρουν μέσα ανθρώπους.
«Ήμουν στο γάμο του Μάλλιου, μέχρι το πρωί», αφηγείται ο Χρήστος Χαραλάμπους, 24 χρονών τότε. «Γυρίζω στο σπίτι μου, έπαιρνε να χαράξει. Είχε ξυπνήσει ο πατέρας μου. Ακούμε θόρυβο από αυτοκίνητα. Έρχονται Ιταλοί, είπε ο πατέρας μου. Ξύπνα και τον αδερφό σου το Σπύρο και φύγετε, με συμβούλεψε. Έρχονται να μαζέψουν την ηλικία σας. Εμάς δε θα μας πειράξουν. Ξύπνησα το Σπύρο, ένα θηρίο παλικάρι μέχρι εκεί πάνω. Μόλις βγήκαμε έξω απ’ το χωριό, ακούμε εδώ πέρα να γίνεται χαλασμός. Τρέχαμε σαν παλαβοί. Χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν στ’ αφτιά μας κι έπεφταν δίπλα στα πόδια μας. Μέχρι το μεσημέρι το ’καναν το χωριό κάρβουνο. Γυρίσαμε σπίτι μας την άλλη μέρα. Τι να ιδούμε! Μια αυλή γεμάτη πτώματα. Η δική μας οικογένεια και ολόκληρη η οικογένεια του προέδρου Λαμπράκη Ζορμπά. Τι να κάνουμε; Ανοίγουμε ένα λάκκο και τους τραβάγαμε με μια τριχιά και τους ρίχναμε μέσα. Δεκαπέντε – είκοσι νοματαίοι».
Ο Νάσος Βλαχοπάνος έμεινε στο σπίτι για να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην το κάψουν, γιατί είχε μέσα φυλαγμένα τα προικιά της κόρης του Γιαννούλας, την οποία θα πάντρευε ύστερα από λίγες μέρες. Δεκατρείς σφαίρες τρύπησαν το κορμί του και η φωτιά έκαψε και το σπίτι και τα προικιά. Ο Βασίλης Σκουραβέληςέμεινε με ολόκληρη την οικογένειά του μέσα στο σπίτι, για να μην το βρουν άδειο οι Γερμανοί και το κάψουν. Μαζί με το σπίτι έκαψαν και ολόκληρη την οικογένεια του Βασίλη Σκουραβέλη, εννιά άτομα.
Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί στρατιώτες πίστευαν πως λάβαιναν μέρος σε μια μάχη με τους αντάρτες. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και δε συναντούσαν πουθενά αντίσταση, όπλα, πυρομαχικά και αντάρτες, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη σκοπιμότητα της επιχείρησης και να περιορίζουν την πολεμική τους δράση, αποφεύγοντας να σκοτώνουν άμαχους και αθώα γυναικόπαιδα, με κίνδυνο μάλιστα να τιμωρηθούν με στρατοδικείο για άρνηση εκτέλεσης διαταγών. Για έξι ώρες οι Γερμανοί πολεμούσαν με φαντάσματα ανταρτών και σκότωναν ανελέητα ανυπεράσπιστους αμάχους.
Όταν δόθηκε το σύνθημα της αναχώρησης του 12ου λόχου απ’ το Κομμένο, ο νεαρός διοικητής του, υπολοχαγός Ρέζερ, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος γιατί η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία, καθώς δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια από τις δυνάμεις του, ενώ οι «εχθροί» κατατροπώθηκαν και άφησαν στο πεδίο της «μάχης» εκατοντάδες θύματα και το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες. Αρκετοί, ωστόσο, από τους στρατιώτες του θα πρέπει να έφευγαν βαθιά μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, γιατί τους εξαπάτησαν και τους υποχρέωσαν να σκοτώνουν αθώους. Ο στρατιώτης Άλμπερτ Ζένγκερ θυμάται πως μετά την επιχείρηση κάθισαν κάτω από τις πορτοκαλιές για να προφυλαχτούν από την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου. «Μετά από τη φασαρία των όπλων κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν στενοχωρημένοι και σχεδόν κανείς δεν ήταν σύμφωνος με την επιχείρηση. Ως αυτό το γεγονός δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας υπήρχαν και σαδιστές που συμπεριφέρθηκαν σαν άγρια ζώα. Είδα μα τα μάτια μου στρατιώτες οι οποίοι γελούσαν κι έκαναν αστεία εις βάρος των πτωμάτων. Οι περισσότεροι όμως βρίσκονταν σε μια κατάσταση σοκ και ήταν βαθιά θλιμμένοι. Όλοι είχαν ήδη τύψεις συνείδησης με μερικές μόνο εξαιρέσεις. Στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι εκτελούσαμε απλώς διαταγές ανωτέρων. Η οποιαδήποτε ανυπακοή απέναντι σε επίσημες διαταγές τιμωρούνταν σκληρά». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 81)
 16d
Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειπαν το Κομμένο μέσα σε μια κόλαση φωτιάς και σε έναν τρομερό εφιάλτη, που κάποιοι από αυτούς μπορεί να τον κουβαλούσαν μαζί τους και να τον έφερναν με πολύ τρόμο στο νου τους, όταν ο πόλεμος τέλειωσε και η ζωή ξαναμπήκε στον κανονικό της δρόμο. Για πολλά χρόνια. Νικητές; Σε τι είδους μάχη; Ηττημένοι; Ίσως.
«Ο ανθυπολοχαγός ή αρχηγός της ομάδας μου έδωσε τη διαταγή να πυροβολήσω τους Έλληνες. Αρνήθηκα. Ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά και νομίζω μια από τις γυναίκες κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ετοιμαζόμουν να διαπράξω ένα έγκλημα. Αυτή η μέρα ανήκει στις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από όλο τον πόλεμο. Ο ανθυπολοχαγός ή ομαδάρχης είχε στηθεί πίσω μου και απειλούσε να με πυροβολήσει με το οπλοπολυβόλο του σε περίπτωση που θ’ αρνιόμουν να εκτελέσω τη διαταγή του. Αυτή την απειλή την πήρα πολύ σοβαρά. Όλοι μας είχαμε αναγκαστεί να λάβουμε μέρος στην επιχείρηση. Ίσως να με απείλησε και με στρατοδικείο. Αμέσως άρχισα να πυροβολώ προς τη μεριά των Ελλήνων, οι οποίοι προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από τα κασόνια», θυμάται αρκετά χρόνια μετά ο στρατιώτης Άλμπερτ Τσάντερ. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 76).
Το ταξίδι της επιστροφής τους στη βάση της μονάδας τους θα ήταν ασφαλώς πιο δύσκολο από τον πρωινό τους περίπατο τόσο μέχρι να φτάσουν στο Κομμένο όσο και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στους άδειους από εχθρούς δρόμους του. Και ήταν πολύ φυσικό για κληρωτούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που μέσα σε λίγες ώρες μετέτρεψαν σε κόλαση ένα παραδεισένιο χωριό που δεν τους έφταιξε σε τίποτε και δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στην επιχείρησή τους. «Οι αντιδράσεις των κληρωτών ήταν κι αυτές ταραγμένες. Στα φορτηγά που πήγαιναν πίσω στη Φιλιππιάδα, συζητούσαν γι’ αυτό που είχαν κάνει. Πολλοί απ’ αυτούς έδειχναν μελαγχολικοί και συγκλονισμένοι. Ο Καρλ Ντ. θυμόταν ότι “στον 12ο λόχο η ενέργεια αυτή συζητήθηκε πολύ. Σύντομα όλοι οι στρατιώτες έμαθαν γι’ αυτή. Λίγοι την έβρισκαν σωστή. Εγώ ήμουν τόσο επηρεασμένος απ’ αυτές τις ωμότητες που για εβδομάδες είχα χάσει την ψυχική μου ισορροπία”.Την ώρα των τουφεκισμών αναφέρεται πως ένας υπαξιωματικός πέταξε το πηλήκιο στα πόδια του Ρέζερ και φώναξε: “Herr Oberleutnant, απλώς να θυμάστε ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι μια Schweinerei (αθλιότητα) που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον πόλεμο”» (Mark Mazower, σελ. 226, και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 82)
Οι Γερμανοί φεύγουν
Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 95 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 126 γυναίκες.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τους γραφειοκράτες της γερμανικής πολεμικής μηχανής να αναφέρουν την ίδια ημέρα του ολοκαυτώματος με υπερβολική δόση ανανδρίας και ανεντιμότητας, διαστρεβλώνοντας βάναυσα την αλήθεια, πως στο Κομμένο έγινε μάχη με τους αντάρτες: «Σήμερα το πρωί, κατά την περικύκλωση του Κομμένου που έγινε από τρεις πλευρές, ο 12ος Λόχος δέχτηκε πολύ πυκνά πυρά απ’ όλα τα σπίτια. Τότε ο Λόχος άνοιξε πυρ με όλα του τα όπλα, επέδραμε στον οικισμό και τον πυρπόλησε. Φαίνεται πως κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης μερικοί από τους ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προς τα νοτιοανατολικά. Υπολογίζεται ότι σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν 150 άμαχοι. Τα σπίτια δέχτηκαν έφοδο με χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πάρουν φωτιά. Όλα τα βοοειδή και το μαλλί έγιναν λάφυρα. Θα ακολουθήσει χωριστή αναφορά λαφύρων. Κατά την πυρπόληση των σπιτιών μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών εξερράγησαν και κρυμμένα όπλα είναι επίσης πιθανόν να κάηκαν μαζί τους». (Mark Mazower, σελ. 223 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 83)
 16h
Μπορεί στη συνείδηση πολλών Γερμανών στρατιωτών να έμεινε χαραγμένη η εικόνα του πλιάτσικου, «με την πρόφαση ότι πρόκειται για αντίποινα ύστερα από την επίθεση κατά κάποιου στρατηγού», οι Γερμανικές, ωστόσο, αρχές δε δυσκολεύτηκαν στα επίσημα έγγραφά τους να κάνουν λόγο για ληστές, συμμορίτες, αποβράσματα και να χρησιμοποιήσουν ανακρίβειες που μπορούσαν να εμφανίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον ανυπεράσπιστων και αμάχων ως πραγματική μάχη με τον εχθρό που τους επιτέθηκε.
Έτσι την επόμενη ημέρα νέα αναφορά σημειώνει, μετατρέποντας τους 150 άμαχους σε 150 νεκρούς από την πλευρά του εχθρού: «Αποτέλεσμα εκκαθαριστικής επιχείρησης στο Κομμένο: 150 νεκροί από την πλευρά του εχθρού, μερικά βοοειδή, όπλα ιταλικής προέλευσης. Η φωτιά στο χωριό ανατίναξε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης επιβεβαίωσε την υποψία και την αναφορά της μεραρχίας ότι η ανατολική πλευρά του κόλπου της Άρτας αποτελεί κέντρο συμμοριτών με ισχυρές ενεργούς ληστοσυμμορίες». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 93, και Mark Mazower, σελ. 224) Ενώ ο τότε υπολοχαγός και μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος υπηρετούσε στο γραφείο συντονισμού του γερμανικού γενικού επιτελείου στην Αθήνα, σημείωνε στις 17 Αυγούστου στο Ημερολόγιο Πολέμου της μονάδας του:«17 Αυγούστου: Αυξανόμενη αεροπορική δραστηριότητα του εχθρού με επιδρομές εναντίον της δυτικής ελληνικής ακτής και των Ιόνιων νησιών. Στην περιφέρεια της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, η κωμόπολη του Κομμένου (βόρεια του κόλπου της Άρτας) καταλαμβάνεται ύστερα από έντονη εχθρική αντίσταση. Απώλειες του εχθρού». (Mark Mazower, σελ. 224 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 96)
Τόσο απλά, λοιπόν, και τόσο σαθρά. Ένα χωριό παραδομένο στις φλόγες των ναζί και 317 άμαχοι και ανυπεράσπιστοι νεκροί, εκτελεσμένοι στα σπίτια τους, στις αυλές και τους δρόμους, δεν ήταν παρά οι εχθροί που πρόβαλαν έντονη αντίσταση στους πάνοπλους Γερμανούς του 12ου Λόχου! Η Γερμανία διέτρεχε κίνδυνο από τα γυναικόπαιδα, τα μωρά και τους άοπλους του Κομμένου!
Μεσημέρι 1.30΄, σημειώνει ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς, οι Γερμανοί φεύγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα ολοκαύτωμα, ένα απέραντο νεκροταφείο. Και παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά. (Στέφανου Παππά, σελ. 29) Η επίσημη έκθεση, ωστόσο, της Βέρμαχτ αναφέρει: «16 κεφάλια βοοειδή, 1 γεμάτο φορτηγό σακιά με μαλλί, 5 ιταλικές καραμπίνες, 1 ιταλικό αυτόματο πιστόλι». (Mark Mazower, σελ. 224)
Ο τραγικός επίλογος
Οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχτηκαν το πρωινό της ματωμένης εκείνης Δευτέρας στο Κομμένο και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη συνείδηση εκείνων που κρύφτηκαν και είδαν με τα μάτια τους όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας, συνθέτουν ένα πένθιμο εμβατήριο, που ηχεί τυραννικά μέσα μας και μας ελέγχει και μας ανακρίνει και ζητά εξηγήσεις με απόγνωση, μα παίρνει απαντήσεις θολές και μισές, που χάνονται μέσα στον άνεμο.
Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 80 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Το Κομμένο είναι μια διαρκής καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας. Είναι ένας ασίγαστος πόνος και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού. Απ’ τα χείλη και την ψυχή των λίγων πλέον επιζώντων βγαίνει αβίαστα ένα σύνθημα: «όχι άλλη βία κι όχι άλλη αγριότητα στον πλανήτη».
Γιατί το Κομμένο αποθήκευσε κι έκλεισε μέσα στη μικρή του ιστορία όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας που σπέρνουν αλόγιστα η καθαρότητα της φυλής και η αίσθηση της υπεροχής απέναντι στον άοπλο και τον ανίσχυρο να προστατεύσει τον εαυτό του. Γιατί τούτη η ματωμένη σελίδα του, τα δάκρυα κι η ορφάνια, η φυγή κι η απόγνωση των δικών του παιδιών είναι το πρώτο του μάθημα που μας ανεβάζει ψηλά και μας πάει στην ευπρέπεια της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της απέραντης αγάπης.
Αν κατορθώσουμε κάποτε να διαβούμε τα στενά σύνορά μας και τολμήσουμε να περάσουμε στην απέναντι όχθη, έτσι που τον πόνο του ανθρώπου να τον κάνουμε πόνο δικό μας, τότε είναι βέβαιο πως η πρώτη μας έγνοια κι η πρώτη μας πράξη θα σταθούν στο Κομμένο και τον άγιο του τόπο θα τον κάνουν πάρκο ανθρωπιάς και μουσείο της ειρήνης και της συναδέλφωσης των ανθρώπων και των λαών.
Και μπορεί από τούτα τα πάρκα της φιλίας και της ανθρωπιάς να ξεχυθεί το μεγάλο ποτάμι σε μια παγκόσμια διαδήλωση, που στις πιο ψηλές κορφές των βουνών θα στήσει τα λάβαρα και στο κέντρο της γης θα θέσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του: Να τελειώνουμε τώρα με τους πολέμους. Να τελειώνουμε τώρα με τους αποικιοκράτες και τους ιμπεριαλιστές. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των πυρπολημένων και πλημμυρισμένων στο δάκρυ και στο αίμα χωριών μας. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των φούρνων και των κρεματορίων. Το απαιτεί το Κομμένο με τα 317 θύματά του και τ’ απερίγραπτο ολοκαύτωμά του.
Ο τραγικός απολογισμός και το έγκλημα πολέμου
«Την οργή των νεκρών να φοβάστε».
Οδυσσέας Ελύτης
Ότι στο Κομμένο διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Ανεξάρτητα από το τι έχει αποφασιστεί στη δίκη της Νυρεμβέργης και τι εκκρεμότητες έχουν απομείνει στα διεθνή δικαστήρια και στα επίσημα εθνικά και διεθνή έγγραφα, στη συνείδηση όλων των ανθρώπων, η σφαγή των αμάχων και η ισοπέδωση του χωριού μόνο ως έγκλημα πολέμου έχει καταγραφεί. Το ολοκαύτωμα του Κομμένου ανήκει στις ελάχιστες εκείνες φρικιαστικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι ανυπεράσπιστοι και κατά κύριο λόγο ανυποψίαστοι μετατρέπονται αιφνίδια σε τραγικά θύματα μιας οργανωμένης επίθεσης τακτικού στρατού με στόχο δήθεν την εξόντωση ανταρτών.
Στο Κομμένο οι ναζιστικές δυνάμεις δεν έδωσαν μάχη. Δε συγκέντρωσαν τους κατοίκους του για να επιλέξουν θύματα προς εκτέλεση. Δεν εφάρμοσαν τα γνωστά αντίποινα. Τέτοιος λόγος, ασφαλώς, δεν υπήρχε, αφού κανείς Γερμανός αξιωματικός ή στρατιώτης ούτε εκτελέστηκε ούτε τραυματίστηκε ούτε, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίστηκε με βαναυσότητα από τους κατοίκους του ή από τους αντάρτες που υποτίθεται ότι έδρευαν σ’ αυτό. Ακόμη και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ, που έφτασε σ’ αυτό στις 12 Αυγούστου, διευκολύνθηκε να το εγκαταλείψει ανενόχλητος. «Όχι μόνο δεν πείραξαν τους Γερμανούς οι αντάρτες, αλλά βοηθήσαμε το αυτοκίνητο να βγη από το χαντάκι, που είχε ανατραπή, και να φύγη ανενόχλητο. Κάναμε περισσότερο από ό,τι επέβαλε η εθνική μας τιμή, ενώ μπορούσαμε όλους να τους σκοτώσουμε», αναφέρει ο Στέφανος Παππάςκαταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης (Στέφανου Παππά, σελ. 132)
Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου.«Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται» ανέφερε η διαταγή του στρατηγού Βάλτερ φον Στέτνερ, διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν έπεσαν πυροβολισμοί ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. «Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας», αναφέρει ο δεκανέας Κουρτ Ντρέερ. Παρά ταύτα εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.
«Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη», θυμάται ο Γιοχάνες Ραλ. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια», εκμυστηρεύεται χωρίς να μπορεί να κρύψει την αηδία του ο Άλμπερτ Σένγκερ.
«Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία… ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών… Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων… έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο», περιγράφει ο Όσκαρ Γκούντμαν, ο οποίος σημειώνει πως ο Τσάντερ άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά κι ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ ομολογεί χαρακτηριστικά: «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ’ αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό». (Βλ. Χ. Φ. Μάγερ σελ. 76 – 82)
Για το ίδιο γεγονός καταθέτει στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς: Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα». (Στέφανου Παππά, σελ. 126)
Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό,τι έμεινε στη μέση. «Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται ο δεκαεννιάχρονος στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 80)
Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. «Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλοςδεκαεννιάχρονος στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ. (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 80) Ενώ οΡέζερ «διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα». (Mark Mazower, σελ. 223)
Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητα γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε, που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ’ αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ, όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του: «αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή». (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 90 και Mark Mazower, σελ. 226)
Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συνταρακτικά. Εξοντώθηκαν και αφανίστηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες. Δολοφονήθηκαν μαζικά και αποτρόπαια 71 παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια κάηκαν ζωντανοί γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Ούτε ένα τουφέκι δε στράφηκε εναντίον των γερμανών. Οι απώλειες του Κομμένου 317 νεκροί. Σπίτια καμένα, αγαθά λεηλατημένα, κτίρια πυρπολημένα. Οι απώλειες των επιδρομέων ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και απερίγραπτο μηδέν, που στρέφεται, εντέλει, εναντίον τους και τους εξευτελίζει.
“Σήκω αδερφέ μ’ από τη γη” – Γρηγόρης Καψάλης
Στο Κομμένο, στις 16 Αυγούστου 1943, γράφτηκε μια από τις πιο τραγικές σελίδες, από εκείνες που αδυνατεί να τις αντέξει ο νους του ανθρώπου και αρνείται να τη συγχωρήσει η παγκόσμια ιστορία. Η μαζική εκτέλεση και ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών συνιστά μια γενοκτονία, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγωδίες.
Ο Θεόδωρος Αντωνίου εκτελέστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ηλικίας 4, 3 και 2 ετών. Ο Χρήστου Αποστόλουσφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τα δύο παιδιά του, ηλικίας 11 και 3 ετών. Ο Αθανάσιος Διαμαντής εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, ηλικίας 30, 10, 16, 8 και 5 ετών. Ο Κων/νος Κριτσιμάς σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, ηλικίας 8, 6, 3 και 1 έτους. Η Αικατερίνη Μαράγγου εκτελέστηκε μαζί με το παιδί της, ηλικίας 40 ετών, και τα πέντε εγγόνια της, ηλικίας 14, 11, 8, 6 και 4 ετών. Ο Θεόδωρος Μάλλιοςσφαγιάστηκε στο γάμο της κόρης του, μαζί με τη γυναίκα του, τα εφτά από τα εννιά παιδιά του, ηλικίας 25, 24, 22, 21, 16, 11, και 6 ετών, και τη νύφη του, ηλικίας 24 ετών. Στο ματωμένο γάμο δολοφονήθηκαν η νύφη Αλεξάνδρα και ο γαμπρός Θεοχάρης.
Από το γένος Κοντογιάννη εκτελέστηκαν 29 άτομα, από το γένος Κριτσιμά 24, από το γένος Κολιοκώτση 16, από το γένος Διαμαντή 15, από το γένος Αντωνίου 13. Από τους ξένους που εκείνη την ημέρα βρέθηκαν στο Κομμένο λόγω του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου και του γάμου εκτελέστηκαν περίπου 35 άτομα. Εκτελέστηκαν επίσης 3 Ισραηλίτες, οι οποίοι έμεναν στο Κομμένο.
Από το βιβλίο «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης» του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου, «Εντύπωσις», 2η έκδοση 2009
Βασική βιβλιογραφία
1. Στέφανου Παππά: Η σφαγή του Κομμένου
2. Χ.Φ. Μάγερ: Η φρίκη του Κομμένου (Καλέντης)
3. Mark Mazower: Στην Ελλάδα του Χίτλερ (Αλεξάνδρεια)
4. Ζωντανές μαρτυρίες
ΠΗΓΗ.ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ-ΑΕΤΟΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ

Άγιος Γεράσιμος, ο πολύτιμος θησαυρός της Κεφαλλονιάς.

agios_gerasimos_kefalonias_210

Πάτερ Γεράσιμε τα σα, θεία κατορθώματα, ανθρώπων γένος εξέστησαν, και κατεπλάγησαν, άπαντα Αγγέλων, τα σεπτά στρατεύματα.Αγαπητοί αναγνώστες της ιστοσελίδας μας με αυτό το τροπάριο ξεκινά ό εσπερινός της εορτής του Αγίου Γερασίμου και μέσα στο τροπάριο αυτό συμπυκνώνεται όλη η ζωή του Αγίου Γερασίμου. Ας ξεκινήσω και εγώ να πω λίγα λόγια στην αγάπη σας για τον νεοφανή αστέρα, των Τρικάλων τον γόνο, των Κεφαλλήνων το κλέϊσμα.
Ο Άγιος Γεράσιμος γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας το έτος το 1506, 54 χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας του ονομάζονταν Δημήτριος και η μητέρα του Καλή. Η οικογένεια του έφερε το επώνυμο των Νοταράδων και είχε στενή συγγένεια με τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το βαφτιστικό του όνομα πρέπει να ήταν Γεώργιος δεν είμαστε όμως απολύτως βέβαιοι. Η αγωγή του όμως ήταν γνήσια Ελληνοπρεπής και βαθιά ορθόδοξη χριστιανική. Η αγία γραφή, το ψαλτήρι και η οκτώηχος ήταν τα πρώτα αναγνωστικά για κάθε Έλληνα σκλάβο έτσι και για τον Άγιο την εποχή αυτή. Στην ψυχή όμως του Γεράσιμου έχουν φυτευτεί αγαθά χριστιανικά και αποδίδουν καρπούς εκατονταπλασίονας. Δίψα του ο ισάγγελος βίος, το μοναχικό σχήμα και η ουράνια προσευχή. Γύρω στα 20 του χρόνια όπως μας πληροφορού οι βιογράφοι του αποφασίζει να αφήσει το σπίτι του και την ιδιαίτερη του Πατρίδα και να πάει στη Ζάκυνθο. Ο βασικός λόγος της μετάβασης του στο νησί της Ζακύνθου πρέπει να ήταν η μελέτη και σπουδή των γραμμάτων μιας και τα Επτάνησα την εποχή αυτή απολάμβαναν κατά κάποιο τρόπο μια ανετότερη σκλαβιά.
Στο μυαλό και στη Καρδιά όμως του Γεράσιμου βλασταίνει ο πόθος της ασκήσεως και η μαθητεία της αγγελικής ζωής. Γι αυτό εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο για να επισκεφθεί πνευματικά κέντρα. Την εποχή που μιλάμε η Ελλάδα καίτοι υπόδουλη διαθέτει σπουδαία μοναστήρια, όπως για παράδειγμα την Αγία Λαύρα το Μέγα Σπήλαιο, τα Μετέωρα, το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο, το μοναστήρι του οσίου Λουκά στη Βοιωτία, το Άγιον Όρος κ.α. Κάθε όμως χριστιανική ελληνική φλέγεται από το πόθο να επισκεφθεί και να προσκυνήσει τη Βασιλεύουσα και κυρίως το ναό της του Θεού Σοφίας. Πολύ δε περισσότερο η ψυχή του Αγίου Γερασίμου. Πραγματικά ο άγιος πηγαίνει στην Πόλη με πρώτο του σταθμό το Οικουμενικό Πατριαρχείο από όπου πήρε και την πατριαρχική ευλογία και έπειτα στην Αγία Σοφία και στον τάφο του ηρωικού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Περιδιαβαίνοντας την Χαλκηδόνα και την Προποντίδα Αφήνει την Κωνσταντινούπολη και οδηγεί τα βήματα του στο Περιβόλι τηα Παναγίας μας το Αγιον Όρος. Δεν γνωρίζουμε αν έμεινε και αν γράφτηκε στα μοναχολόγια κάποιου μοναστηριού το βέβαιο όμως είναι ότι θα διάβηκε από όλες τις μονές του Άθωνα. Στο Άγιον Όρος ο όσιος εκάρει μοναχός άγνωστο βέβαια που. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η μονή της μετανοίας του πρέπει να υπήρξε το μοναστήρι των Ιβήρων επειδή ο Άγιος έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για την Παναγία και στο μοναστήρι των Ιβήρων υπάρχει η εικόνα της Παναγίας Της Πορταΐτισσας. Επιπλέον στο μοναστήρι των Ιβήρων υπάρχει και η Πατριαρχική Πράξη της ανακήρυξης της αγιότητας του.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι ασκήτεψε και στο κελί του Αγ. Βασιλείου στην περιοχή της Καψάλας και τούτο συνδιάζεται με το γεγονός ότι οι δαιμονισμένοι τον ονομάζουν Καψάλη
…. Ο άγιος Γεράσιμος και σύμφωνα με τον βιογράφο του διέτρεψε χρόνον ικανό στο Αγιώνυμον Όρος μαθαίνοντας από γεροντάδες την προσευχή και το λόγο του Θεού.
Το Περιβόλι Της Παναγίας ο Άγιος θα το αφήσει για να ικανοποιήσει έναν άλλο μεγάλο του πόθο, πόθο ευσεβή κάθε χριστιανού, τη μετάβαση και προσκύνηση των αγίων τόπων όπου έστησαν οι πόδες Κυρίου.
Στα Ιεροσόλυμα πρέπει να έφθασε γύρω στο 1538 γιατί τότε Πατριάρχης της Αγίας Πόλεως ήταν ο Γερμανός από την Αράχωβα της Αιγειαλείας. Ο βιογράφος του αναφέρει ότι εκτός από τους Αγίου τόπους επισκέφτηκε τη Συρία, τη Δαμασκό, το Σινά, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την έρημο Της Θηβαίδας. Ο πατριάρχης στα Ιεροσόλυμα εκτιμά την προσωπικότητα του Γερασίμου και τον περιβάλλει με αμέριστη αγάπη. Έτσι τον πείθει να μείνει κοντά του βοηθός στα δύσκολα προβλήματα και από τότε αρχίζει ένα νέο στάδιο αγώνος ασκήσεως προσφοράς και εξωτερικής αγάπης. Έτσι αγαπητοί ακροατές ο Άγιος αναλαμβάνει κανδηλανάπτης στον Πανάγιο Τάφο κλεισμένος μέσα επειδή την εποχή αυτή οι Τούρκοι έχουν επιβάλλει βαριά φορολογία στους προσκυνητές η οποία δίνονταν στην τουρκική φρουρά κατά την είσοδο. Έτσι ο άγιος κλεισμένος για πολλές μέρες στο Πανάγιο τάφο διακονούσε, τελούσε τις ακολουθίες και αγωνίστηκε εντατικότερα και αφοσιωμένα στην προσευχή. Στα Ιεροσόλυμα ο Άγιος Γεράσιμος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Γερμανό. Να σταθώ στο σημείο αυτό και να αναφέρω στην αγάπη σας ότι οι βιογράφοι του υποστηρίζουν πως το όνομα Γεράσιμος το έλαβε κατά την χειροτονία του από τον Πατριάρχη Γερμανό προς τιμήν του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτου. Έτσι ο άγιος Γεράσιμος είναι Ιερομόναχος και τούτο το διαπιστώνει ο κάθε προσκυνητής όταν αντικρίζει το σώμα του στη Λάρνακα να φορά κουκούλι μοναχικό και άμφια ιερατικά τα οποία μάλιστα είναι και τα εντάφια. Στα Ιεροσόλυμα ο άγιος θέλησε να μιμηθεί τον Χριστό κατά το ανθρώπινο και κατά δύναμιν. Έτσι λαβαίνει άδεια από τον Πατριάρχη να αποσυρθεί στο Σαραντάριο Όρος να παλέψει και να ασκηθεί μιμούμενος τον κύριο της Δόξης. Και νήστεψε και επάλεψε ο Άγιος στο Σαραντάριο Όρος και νίκησε τους πειρασμούς διότι και μέχρι σήμερα οι πειρασμοί μόνο στο άκουσμα του ονόματος του τρέμουν και φρίττουν.
Το έτος όμως 1548 ο Άγιος αφήνει τα Ιεροσόλυμα για να μεταβεί στην Κρήτη με την άδεια του πατριάρχη.
Ο βιογράφος του δεν αναφέρει ακριβώς σε ποια μέρη πήγε όμως στο νέο χωριό Αποκορώνου υπάρχει σπήλαιο που διαμορφώθηκε σε ναό και κατά παράδοση ο Άγιος έμεινε εκεί. Άλλο σπήλαιο βρίσκεται στην περιφέρεια Βρυσών Μοδίου Κηδωνίας. Στην Κρήτη ο Άγιος πρέπει να έμεινε γύρω στα 2 χρόνια.
Ύστερα από είκοσι χρόνια ό Άγιος Γεράσιμος επιστρέφει στη Ζάκυνθο. Σκοπός του είναι η τελειότητα, η πλήρης αφοσίωση του στο Θεό. Γι αυτό αποσύρρεται σε μια μικρή σπηλιά στον Άγιο Νικόλα Γερακαρίου όπου μέχρι σήμερα οι Ζακυνθινοί το ονομάζουν του Αγίου Γερασίμου. Κατά παράδοση λέγεται ότι ο Άγιος εφημέρευσε στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου καθόλου απίθανο διότι και στα Ιεροσόλυμα είχε επισκεφτεί τον πρώτο τάφο του Λαζάρου στη Βιθανία. Την εποχή αυτή έχει γεννηθεί στη Ζάκυνθο και ο άγιος Διονύσιος και κάποια άλλη άγραφη παράδοση θέλει να έχει βαφτίσει ο άγιος Γεράσιμος τον Άγιο Διονύσιο βέβαια αυτό δεν είναι αποδεδειγμένο άλλα και καθόλου απίθανο λόγω της φήμης τότε του Αγίου στο νησί της Ζακύνθου. Άλλη δραστηριότητα δεν αναφέρεται στη Ζάκυνθο το σίγουρο όμως είναι ότι ο άγιος ατένιζε από τη Ζάκυνθο το μεγάλο βουνό της Κεφαλλονιάς και εκεί περίμενε και προσδοκούσε να συνεχίσει τον αγώνα του και να τον τελειώσει. Το 1554 ο άγιος φθάνει με καΐκι από τη Ζάκυνθο στη Κεφαλλονιά και όπως αναφέραμε και πριν οι Ενετοί ήταν κυρίαρχοι του νησιού και φρόντιζαν με κάθε τρόπο να υποτάξουν τους δύστροπους Κεφαλλήνες. Γι αυτό η πολιτική τους ήταν συγκαταβατική και απαλή. Όμως η σταθερά πίστη των Κεφαλλήνων ερέθιζε τους παπικούς οι οποίοι ήθελαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους ορθοδόξους στο καθολικισμό.
Σε αυτή τη στιγμή λοιπόν ο Θεός στέλνει στη Κεφαλλονιά τον Άγιο Γεράσιμο ο οποίος εγκαθίσταται αρχικά νοτιοδυτικά του Αργοστολίου στα Σπήλια επί αρχιερέως Αθανασίου Λοβέρδου. Τόπος ιδανικός. Στα δυτικά αντίκριζε την Παλλική, στα νότια την Ζάκυνθο και στα Ανατολικά είχε το Αργοστόλι. Πρωτεύουσα τότε του νησιού δεν ήταν το Αργοστόλι αλλά το Κάστρο του αγίου Γεωργίου. Στο σπήλαιο έμεινε ο άγιος 5 χρόνια και 11 μήνες και αποφασίζει να φύγει. Άλλωστε η φήμη του είχε εξαπλωθεί πολλοί συνέρρεαν για να ακούσουν τη διδαχή του και ο άγιος ήταν εραστής της ασκήσεως και της ησυχίας. Τελευταίος και σημαντικότερος σταθμός του Αγίου Γερασίμου υπήρξε η περιοχή των Ομαλών στους πρόποδες του Αίνου. Εκεί θα γίνονταν το επίγειο οικητήριο του και εκεί θα χτυπά η καρδιά της Κεφαλλονιάς έως της συντελείας τους αιώνος. Στη περιοχή των Ομαλών υπήρχε ερημοκλήσι αφιερωμένο στην κοίμηση της Θεοτόκου και ονομαζόμενο από τους κατοίκους της περιοχής Αγία Ιερουσαλήμ υπόλλειμα πιθανόν κάποιας μονής του 1200. Εκεί αναπαύθηκε η ψυχή του αγίου και ο ιερέας της περιοχής Γεώργιος Βάλσαμος παραχωρεί στον άγιο το ξωκλήσι και τα γύρω κτήματα. Το παραχωρητήριο σώζεται μέχρι σήμερα. Όπως είπαμε και πριν ο Άγιος φθάνει στα Ομαλά το 1560 και ένα χρόνο μετά συντάσσεται το παραχωρητήριο. Σκοπός είναι η ίδρυση μοναστηριού προς δόξαν θεού. Ο Άγιος αγαπητοί αναγνώστες κτίζει μοναστήρι συγκεντρώνει ψυχές και το ονομάζει Νέα Ιερουσαλήμ. Η μονή της Νέας ιερουσαλήν ανοίγει τις πύλες της το 1561 και από τότε μέχρι σήμερα δείχνει το δρόμο προς τη σωτηρία στους χριστιανούς. Επισκέπτεται τον Επίσκοπο του νησιού Παχώμιο Μακρή και λαμβάνει τη σχετική άδεια και ευλογία. Στη συνέχεια ζητά από τον Πατριάρχη άδεια και θέτει υπό την υψηλή του προστασία την νέα μονή και ζητεί να γίνει Σταυροπήγιο ώστε να το προφύλαξη από τις επεμβάσεις των Παπικών και Βενετσιάνων. Στο μοναστήρι ο Άγιος συνεχίζει την άσκηση. Εντός της εκκλησίας ο προσκυνητής έχει τη δυνατότητα να κατέβει και να δει το ασκητήριο του Άγιου το χωρίζεται σε 2 χώρους. Το παράδοξο είναι και μάλιστα κατ εμέ ένα συνεχές θαύμα πως για να περάσεις στο δεύτερο χώρο πρέπει να διαβείς συρόμενος από ένα άνοιγμα πολύ μικρό και από το οποίο περνούν όλοι οι προσκυνητές από τους πιο αδύνατους μέχρι τους πιο εύσωμους που μπορεί κανείς να φανταστεί. Επιπλέον ο Άγιος ανοίγει τα 40 πηγάδια και φυτεύει τους πλατάνους που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο ένας μάλιστα λέγεται ότι φέρει και το σχήμα παλάμης αυτός που βρίσκεται μαζί με το πηγάδι πριν από το μοναστήρι και στο οποίο καταλήγουν οι Λιτανείες του Αγίου.
Στο μοναστήρι τελούνταν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να τελούνται καθημερινώς Θείες Λειτουργίες. Ψυχές τρέφονται τον ουράνιο άρτο και η φήμη του Αγίου εξαπλώνεται. Όμως όπως για κάθε άνθρωπο έτσι και για τον Άγιο Γεράσιμο η κοίμηση είναι αναπόφευκτη άλλωστε αυτό είναι και το εισιτήριο για την βασιλεία των ουρανών. Πολλοί Άγιοι έλαβαν το χάρισμα να γνωρίζουν την ώρα της κοιμήσεως τους, έτσι και ο άγιος δέχθηκε αυτή την πληροφορία. Και η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτήν του 15αυγούστου, στο Πάσχα του καλοκαιριού. Ίδια μέρα με την κοίμηση της Παναγίας για την οποία έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Και όπως αναφέρει το συναξάρι ο π. Ιωαννίκιος, ο π. Γερμανός και η ηγουμένη Λαυρεντία βρίσκονταν κοντά του, όταν ο άγιος άρχισε την τελευταία του επί γης προσευχή. Κύριε Ιησού Χριστέ δέξαι το πνεύμα μου ήταν τα τελευταία του λόγια και ο θεός παρέλαβε την ψυχή του. Θλιβερή είδηση η κοίμηση του Αγίου τόσο για τα Ομαλά όσο και για την Κεφαλλονιά. Οι ιερείς ντύνουν τον άγιο με τα άμφια τα οποία φέρει μέχρι σήμερα και μετά από κατανυχτική εξόδιο ακολουθία στη οποία χοροστάτησε ο Επίσκοπος Κεφαλληνίας Φιλόθεος ο Λοβέρδος ενταφιάζουν το σώμα του αγίου δίπλα και μέσα στον νότιο τοίχο του Ναού. Ο τάφος υπάρχει και σήμερα κάτω από την μεγάλη ασημένια λάρνακα του Αγίου.Το πρακτικό Ταφής δε να σας πω ότι σώζεται μέχρι σήμερα και συνετάγει στις 20/8/1579. η αγιότητα ήταν έκδηλη και φανερή ακόμη και όταν ζούσε ο Άγιος έτσι μετά από πληθώρα θαυμάτων το πιο χαρακτηριστικό που παριστάνεται στις παλαιές αγιογραφίες του είναι αυτό με την δαιμονισμένη που έπεσε το πηγάδι και θεραπεύτηκε αποφασίζεται παρουσία πατριαρχικού εξάρχου η Α΄ ανακομιδή του σώματος του αγίου 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του στις 20 Οκτωβρίου του 1581. Όπως είπαμε και πριν οι παπικοί φθόνησαν την αφθαρσία και την αγιότητα και ζήτησαν να ταφεί ξανά το σώμα ώστε να συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος χρόνος δηλαδή τα 3 χρόνια. Και πάλι γίνεται μετά πό 6 μήνες ανακομιδή και θριαμβεύει η ορθοδοξία νικήθηκαν της φύσεως οι όροι και στην περίπτωση του αγίου Γερασίμου όπως χαρακτηριστικά είχε πει το 2002 ο τότε μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος στο λόγο του κατά τη Θεία Λειτουργία. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που θεσπίστηκε η κυριώνυμος εορτή του Αγίου στις 20 Οκτωβρίου κάθε χρόνο και όχι στις 15 Αυγούστου. Αργότερα όμως οι χριστιανοί γιόρταζαν και συνεχίζουμε εμείς να πανηγυρίζουμε την κοίμηση όχι όμως στις 15 για να μην επισκιαστεί η κοίμηση της Παναγίας μας αλλά στις 16 Αυγούστου. Και έκτοτε λοιπόν η Ενετική εξουσία άρχισε να σέβεται το μοναστήρι της Νέας Ιερουσαλήμ και τον άγιο Γεράσιμο μέχρις σημείου να επιχορηγήσει με τριάντα δουκάτα ετησίως το μοναστήρι. Η ανακήρυξη της αγιότητας του οσίου Γερασίμου έγινε το έτος 1622 μήνα Ιούλιο. Και για την ιστορία να σας αναφέρω ότι την εποχή εκείνη βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ο Νικόδημος ο Β ο Μεταξάς μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας ο οποίος ήταν φίλος του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη και πιθανόν να ενήργησε και να εισηγήθηκε κατάλληλα για το θέμα της ανακήρυξης στον Πατριάρχη. Ο Άγιος Γεράσιμος ονομάστηκε νέος ασκητής προς διάκριση από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη.
Τελειώνοντας θα ήθελα να σας διηγηθώ 3 θαύματα του Αγίου τα 2 από τα οποία τα έζησα μπροστά μου και εγώ ο ίδιος. Το πρώτο θαύμα πιθανόν να το έχουν ακούσει αρκετοί από εσάς γιατί συνέβαινε παλιά. Όταν λοιπόν ο Άγιος λιτανεύεται και φθάνει στο πλάτανο τοποθετείται πάνω στο πηγάδι που βρίσκεται εκεί. Χρόνια λοιπόν πριν και αναφέρομαι γύρω στο 1930 περίπου έτυχε να βρεθεί και η γιαγιά μου εκεί, η οποία είχε ακούσει για το θαύμα ότι όταν τοποθετούσαν τον Άγιο πάνω στο πηγάδι αυτό, ξεχείλιζε το νερό, εκείνη όμως δυσπιστούσε λέγοντας ότι ίσως να είναι υπερβολή. Όμως μου είπε, και δεν θα το ξεχάσω όσο ζω «Εγώ Γεράσιμε το είδα να ξεχειλίζει και κανείς δεν μπορεί να με διαψεύσει» Βέβαια τότε αγαπητοί αναγνώστες υπήρχε πίστη πραγματική και για να πάει κανείς να προσκυνήσει στα Ομαλά νήστευε προηγουμένως για μέρες. Το ταξίδι το οποίο γίνονταν τότε με τα πόδια ήταν πραγματικά απόφαση ζωής.
Το δεύτερο θαύμα αφορά ένα κοριτσάκι, το οποίο όταν το κυοφορούσε η μητέρα του, παρουσίασε επιπλοκές και οι γιατροί την συμβούλευσαν να κάνει έκτρωση γιατί μετά βεβαιότητας διαπίστωναν ότι αν γεννηθεί ζωντανό θα έχει πολλά προβλήματα. Οι γονείς ευσεβείς καθώς είναι ούτε να ακούσουν για έκτρωση και μην έχοντας άλλον γιατρό κατέφυγαν στον Άγιο και προσευχήθηκαν και γεννήθηκε το κοριτσάκι το οποίο σήμερα χαίρει άκρας υγείας.
Και το τρίτο θαύμα έχει σχέση με μια γυναίκα η οποία είχε δαιμόνιο και τα δαιμόνια τρέμουν και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του Αγίου. Η γυναίκα έμεινε για καιρό στο μοναστήρι φιλοξενούμενη από τις μοναχές και σε μια Θεία Λειτουργία το δαιμόνιο δεν άντεξε και όπως αργότερα η ίδια διηγήθηκε ένοιωσε να φεύγει από το σώμα της κάτι με δύναμη. Να σας πω δε ότι λίγες μέρες πριν είχα βρεθεί και εγώ ενώ ο εφημέριος τελούσε το Άγιο Ευχέλαιο και όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να χρήσει ο ιερέας την γυναίκα αυτή το δαιμόνιο επαναστάτησε και έλεγε θυμάμαι τη φράση χαρακτηριστικά «Δεν φθάνει παλιοπαπά ετούτος που μένει εδώ και δεν με αφήνει σε ησυχία μέρα νύχτα έχω σήμερα και σένα με τούτο το λάδι, να με καίτε και οι δυο» και μόλις βέβαια την έχρησε το δαιμόνιο τόσο ταράχτηκε που η γυναίκα έπεσε κάτω λιπόθυμη και μετά από λίγες μέρες με την χάρη του Αγίου ελευθερώθηκε.
Αυτά τα λίγα αγαπητοί αναγνώστες, γιατί πραγματικά είναι λίγα για τον Άγιο Γεράσιμο, άλλωστε η σημερινή ηγουμένη μοναχή Κασσιανή και η συνοδεία της έχουν ζήσει τόσα θαύματα που είναι αμέτρητα.
Κλείνοντας να ευχηθώ και εγώ σε όλους να έχετε την χάρη και την ευλογία του Αγίου και ο Άγιος Γεράσιμος να είναι προστάτης και αρωγός όλων εμάς των Ορθοδόξων Χριστιανών.
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΗ ΠΝΟΗ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...