Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Εορτάζει στις 30 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Εχθρόν αισχύνας τον πάλαι τρώσαντά σε,
Χριστού Γεδεών Οσιομάρτυς ώφθης.
Τριακοστή Γεδεών χείρας ηδέ πόδας χαλκώ τάμον.
Βιογραφία
Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της Δημητριάδος (Νομός Μαγνησίας) και κατά κόσμον ονομαζόταν Νικόλαος. Οι ευσεβείς γονείς του, ονομάζονταν Αυγερινός και Κυράτζα ενώ είχε άλλους τρεις αδελφούς και τέσσερις αδελφές.
Δώδεκα χρονών, με την οικογένειά του ήλθε στο χωριό Γιερμή και από ‘κει στο Βελεστίνο, όπου εργαζόταν κοντά στο θείο του. Τον άρπαξε όμως κάποιος Τούρκος και τον εξισλάμισε με το όνομα Ιμπραήμ. Μετά από δυο μήνες, ο Νικόλαος, κατόρθωσε και δραπέτευσε και επανήλθε στην οικογένειά του. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο χωριό Κεραμίδι, όπου κοντά σε κάποιους οικοδόμους πήγε στην Κρήτη. Εκεί εξομολογήθηκε σε κάποιο Ιερέα και βρήκε άσυλο στο εξωκλήσι του.
Μετά τον θάνατο του ιερέα, ο Νικόλαος έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί πάλι εξομολογήθηκε, έλαβε των αχράντων μυστηρίων και στη Μονή Καρακάλου, εκάρη μοναχός με το όνομα Γεδεών. Οι πατέρες της Μονής του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχου.
Την 6η Ιουνίου 1797 μ.Χ. ο Γεδεών με την ευλογία των Πατέρων διωρίσθηκε μετοχιάρης με τον προηγούμενο Γαβριήλ, στο Μετόχιο της Μεταμορφώσεως, στην περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης. Μετά από έξι έτη παραμονής στο μετόχι, επέστρεψεν στην μονή της μετανοίας του.
Με τον πόθο όμως του μαρτυρίου, ήλθε στο Βελεστίνο, στον τόπο που αρνήθηκε την πίστη του, όπου μέσα στην αγορά με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό.
Διωκόμενος από τους Τούρκους, ήλθε στην Αγιά, όπου συνελήφθηκε. Οι Τούρκοι, αφού τον διαπόμπευσαν στους δρόμους του Τιρνάβου, κατόπιν του έκοψαν τα πόδια και τα χέρια και στη συνέχεια τον έριξαν στα αποχωρητήρια. Εκεί, μέσα σε φρικτούς πόνους, παρέδωσε το πνεύμα του στις 30 Δεκεμβρίου 1818 μ.Χ.
Η τίμια κάρα του μάρτυρα, αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού του Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.
Απολυτίκιον
Ήχος α´. Της ερήμου πολίτης.
Εναθλήσας νομίμως τον εχθρόν καταβέβληκας, και Οσιομάρτυς εδείχθης, του Σωτήρος περίδοξος· χειρών γαρ και ποδών την εκτομήν, υπέστης Γεδεών καρτερικώς, δια τούτο θείαν χάριν νέμεις αεί, τοις πίστει εκβοώσί σοι· δόξα τω παρασχόντι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ιάματα.

Έτερον Απολυτίκιον
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
(Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου)
Ρείθροις έπνιξας των σων αιμάτων, και κατήσχυνας, του επαράτου, την ασέβειαν Βελή και το φρύαγμα, υπέρ Χριστού εναθλών γενναιότατα, οσιομάρτυς Γεδεών παναοίδιμε, πρέσβυν ακοίμητον, Χριστώ σε προσάγομεν, ρυσθήναι εκ κινδύνων τας ψυχάς ημών.

Έτερον Απολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οσίων ισότιμος, και Αθλητών κοινωνός, και θείον αγλάϊσμα, της Καρακάλλου Μονής, εδείχθης μακάριε· συ γαρ στερρώς αθλήσας, τον εχθρόν ετροπώσω· ένθεν Οσιομάρτυς, Γεδεών εδοξάσθης, πρεσβεύων υπέρ πάντων, ημών των ευφημούντων σε.

Κοντάκιον
Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Εν ασκήσει πρότερον, ενδιαπρέψας θεόφρον, τη αθλήσει ύστερον, θεοπρεπώς εδοξάσθης· πόνοις γαρ, εγκαρτερήσας τοις αφορήτοις, ήσχυνας, εχθρού εις τέλος τας μεθοδείας· δια τούτό σε τιμώμεν, Οσιομάρτυς Γεδεών ένδοξε.

Κάθισμα
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λογον.
Εν Οσίοις εκλάμψας εν όρει Άθωνος, μαρτυρίου υπήλθες το θείον στάδιον, και εδέξω προς Χριστού ζωής τον στέφανον, Οσιομάρτυς Γεδεών, και συνήφθης τοις χοροίς, κλεινών Οσιομαρτύρων, μεθ  ὧν δυσώπει απαύστως, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Ο Οίκος
Αποφυγών του δυσμενούς, τας πάγας και τους βρόχους, εν μετανοία αληθεί, και συντριβή καρδίας, προσέπεσας τω Λυτρωτή και Σωτήρι Χριστώ, ως ο Απόστολος Πέτρος Άγιε· και άρας τον Σταυρόν αυτού, ασκητική, πολιτεία διέπρεψας, προς αθλητικούς προγυμναζόμενος πόνους και καμάτους· και τοις ασεβέσι παραστάς, την καλήν ομολογίαν ευθαρσώς ωμολόγησας, ανακαλεσάμενος την ήτταν, και τροπωσάμενος τον σε πρώην πτερνίσαντα βύθιον δράκοντα· στερρώς γαρ υπέμεινας τας απειλάς των δυσσεβών, και τας τομάς των χειρών και των ποδών ως άλλου πάσχοντος, δι  ὧν των πάλαι Μαρτύρων ώφθης ισοστάσιος· μεθ  ὧν σε τιμώμεν Οσιομάρτυς Γεδεών ένδοξε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις των Οσίων ο μιμητής· χαίροις των Μαρτύρων, θιασώτης και ζηλωτής· εν γαρ αμφοτέροις, νομίμως διαπρέψας, Οσιομάρτυς ώφθης, Γεδεών ένθεος.

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
 Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Ο τάφος του Αγίου Γεδεών του Νέου Οσιομάρτυρα
Ο τάφος του Αγίου Γεδεών του Νέου Οσιομάρτυρα

Ὁ Ἅγιος Φιλέταιρος


Μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῆς Νικομήδειας, στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (286 μ.Χ.), διακρινόταν γιὰ τὸ μεγαλοπρεπὲς παράστημα καὶ τὴν ὡραιότητά του, νέος, ποὺ ὀνομαζόταν Φιλέταιρος (ἦταν γιὸς κάποιου ἔπαρχου Τατιανοῦ).
 
Καὶ αὐτὸς μέν, οὔτε πρόσεχε καθόλου στὰ ἐξωτερικά του αὐτὰ χαρίσματα. Μία μόνο προσοχὴ καὶ προσπάθεια εἶχε, πὼς νὰ γίνεται ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θεοσεβέστερος. Καὶ γι᾿ αὐτὸ πρόκοβε ὁλοένα στὴν ταπεινοφροσύνη, ξέροντας καλὰ ὅτι χωρὶς αὐτή, κάθε ἀρετὴ νοθεύεται καὶ ἐξαφανίζεται.
 
Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως, ποὺ πρόσεχαν τὰ σωματικά του προτερήματα, τὸν θαύμαζαν καὶ τὸν σύστησαν στὸν Διοκλητιανό. Αὐτὸς τὸν κάλεσε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε, ὅτι θὰ τὸν κάνει βασιλικὸ ἀκόλουθο ἂν ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Φιλέταιρος μὲ εὐγένεια ἀπάντησε, ὅτι ἦταν πρόθυμος νὰ ὑπηρετήσει τὸν βασιλιά, ἀλλὰ μὲ τὴν προύποθεση ὅτι θὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Διοκλητιανὸς δὲν κράτησε τὴν ὀργή του καὶ ἀφοῦ τὸν τιμώρησε τὸν ἄφησε ἐλεύθερο. 

Κατόπιν ὅταν ἀνέλαβε ὁ σκληρὸς Μαξιμιανός, ὁ Φιλέταιρος καταδιώχθηκε καὶ βασανίστηκε ποικιλοτρόπως. Διασώθηκε ὅμως καὶ πῆγε στὴ Νίκαια, ὅπου καὶ ἐκεῖ φανέρωσε τὴν πίστη του καὶ συνελήφθη. Ἀλλὰ τὰ λόγια του καὶ οἱ τρόποι του ἔκαναν χριστιανοὺς τοὺς φύλακες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἐλευθερώσουν καὶ νὰ τὸν συνοδέψουν μέχρι τὴν Μηδία. 

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα ὄρος ἐπάνω, στὰ μέρη τῆς Σιγριανῆς, συνάντησαν ἕνα ἅγιο ἄνθρωπο τὸν Εὐβίοτο. Καὶ ὅλοι μαζὶ ἔζησαν στὸ ὄρος αὐτὸ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, συμμελέτη καὶ συμπροσευχή.

Ὁ Ἅγιος Ἀνύσιος, Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ μαθητής, καθὼς καὶ διάδοχος τοῦ Ἅ(σ)χολίου, Ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ἔπαιξε σημαντικὸ ῥόλο γιὰ τὴν δικαίωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ Ἀνύσιος τοποθετήθηκε στὸν θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, ὡς Βικάριος τοῦ Πάπα Δαμάσου, ὡς τὸ τέλος τοῦ θανάτου του τὸ 406 ἡ 407.

Συναξαριστής της 30ης Δεκεμβρίου

Ἡ Ἁγία Ἀνυσία, ἡ Ὁσιομάρτυς ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη

 
 


Ἡ Ἁγία Ἀνυσία ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (298 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἦταν θυγατέρα γονέων εὐσεβῶν καὶ πολὺ πλουσίων.

Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της, ἡ Ἀνυσία στάθηκε κυρία τοῦ ἑαυτοῦ της. Οὔτε τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε τὴν μέθυσαν, οὔτε ἡ ὀρφάνια της τὴν παρέσυρε. Ἀλλὰ μὲ φρόνηση καὶ ἐγκράτεια, προσπαθοῦσε πάντα νὰ μαθαίνει «τί ἐστὶν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ». Τί δηλαδή, εἶναι εὐχάριστο καὶ εὐπρόσδεκτο στὸν Κύριο. Ἡ εὐσέβειά της αὐτή, τὴν ἔκανε γνωστὴ στοὺς εἰδωλολάτρες.

Μία φορὰ λοιπόν, ἐνῷ πήγαινε στὴν ἐκκλησία, τὴν συνάντησε κάποιος εἰδωλολάτρης στρατιώτης. Ἀφοῦ τὴν ἔπιασε βίαια, τὴν ἔσυρε στοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων καὶ τὴν πίεζε νὰ θυσιάσει στοὺς Θεούς. Ἡ Ἀνυσία ὁμολόγησε ὅτι πιστεύει στὸν Ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ Αὐτὸν ἀγωνίζεται νὰ εὐχαριστεῖ κάθε μέρα. Ὁ στρατιώτης ἐξαγριωμένος, ἄρχισε νὰ βλασφημεῖ τὸ Θεὸ καὶ τότε ἡ Ἀνυσία τὸν ἔφτυσε στὸ πρόσωπο. Ντροπιασμένος αὐτός, ἔσυρε τὸ σπαθί του καὶ διαπέρασε τὰ πλευρά της. Ἔτσι ἡ Ἀνυσία, πῆρε τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

 


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως ἀνύσασα, τῶν ἀρετῶν τὴν ὁδόν, τῷ Λόγῳ νενύμφευσαι, ὢ Ἀνυσία σεμνή, καὶ χαίρουσα ἤθλησας, αἴγλη δὲ ἀπαθείας, λαμπρυνθεῖσα Μελάνη, ἤστραψας ἐν τῷ κόσμῳ, ἀρετῶν λαμπηδόνας, καὶ νῦν ἠμὶν ἰλεοῦσθε, Χριστὸν τὸν Κύριον.

 

 
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα «ἡ ἀπὸ Καισαρίδος»

Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Ἰσαύρου (717-741). Ἦταν ἀπὸ γένος λαμπρὸ καὶ ἐπίσημο, τὸν πατέρα της ἔλεγαν Θεόφιλο καὶ ἦταν πατρίκιος, τὴν δὲ μητέρα της Θεοδώρα.

Ἡ Θεοδώρα ἦταν στεῖρα καὶ κατόπιν μεγάλης προσευχῆς πρὸς τὸ Θεό, ἀπέκτησε τὴν Ὁσία. Ὅταν ἡ κόρη Θεοδώρα ἔφτασε σὲ κατάλληλη ἡλικία, ἀφιερώθηκε στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Ἄννας, τὴν ὀνομαζόμενη Ῥιγιδίου. Ἐκεῖ διέμενε ἀσκούμενη στὴν ἀρετή, μέχρι τὴν στιγμή, ποὺ ὁ βασιλιὰς Λέων τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὴν Μονὴ γιὰ νὰ τὴν δώσει γυναῖκα στὸν γιό του Χριστόφορο.

Τὴν ἡμέρα ὅμως τοῦ γάμου, ὁ Χριστοφόρος ἐξεστράτευσε μαζί με τὸν πατέρα του κατὰ τῶν Σκυθῶν καὶ στὴ συμπλοκὴ σκοτώθηκε. Ἔτσι ἡ Θεοδώρα, ἀφοῦ πῆρε ὅσα πολύτιμα πράγματα εἶχε, ἐπέστρεψε στὴ Μονή της, ὅπου ἐκάρη μοναχή. Ἐκεῖ ἔζησε μὲ μεγάλη ἐγκράτεια καὶ σκληραγωγία καὶ ἀπεβίωσε μὲ ὁσιακὸ τρόπο.

 

 
Ὁ Ἅγιος Φιλέταιρος

Μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῆς Νικομήδειας, στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (286 μ.Χ.), διακρινόταν γιὰ τὸ μεγαλοπρεπὲς παράστημα καὶ τὴν ὡραιότητά του, νέος, ποὺ ὀνομαζόταν Φιλέταιρος (ἦταν γιὸς κάποιου ἔπαρχου Τατιανοῦ).

Καὶ αὐτὸς μέν, οὔτε πρόσεχε καθόλου στὰ ἐξωτερικά του αὐτὰ χαρίσματα. Μία μόνο προσοχὴ καὶ προσπάθεια εἶχε, πὼς νὰ γίνεται ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θεοσεβέστερος. Καὶ γι᾿ αὐτὸ πρόκοβε ὁλοένα στὴν ταπεινοφροσύνη, ξέροντας καλὰ ὅτι χωρὶς αὐτή, κάθε ἀρετὴ νοθεύεται καὶ ἐξαφανίζεται.

Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως, ποὺ πρόσεχαν τὰ σωματικά του προτερήματα, τὸν θαύμαζαν καὶ τὸν σύστησαν στὸν Διοκλητιανό. Αὐτὸς τὸν κάλεσε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε, ὅτι θὰ τὸν κάνει βασιλικὸ ἀκόλουθο ἂν ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Φιλέταιρος μὲ εὐγένεια ἀπάντησε, ὅτι ἦταν πρόθυμος νὰ ὑπηρετήσει τὸν βασιλιά, ἀλλὰ μὲ τὴν προύποθεση ὅτι θὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Διοκλητιανὸς δὲν κράτησε τὴν ὀργή του καὶ ἀφοῦ τὸν τιμώρησε τὸν ἄφησε ἐλεύθερο.

Κατόπιν ὅταν ἀνέλαβε ὁ σκληρὸς Μαξιμιανός, ὁ Φιλέταιρος καταδιώχθηκε καὶ βασανίστηκε ποικιλοτρόπως. Διασώθηκε ὅμως καὶ πῆγε στὴ Νίκαια, ὅπου καὶ ἐκεῖ φανέρωσε τὴν πίστη του καὶ συνελήφθη. Ἀλλὰ τὰ λόγια του καὶ οἱ τρόποι του ἔκαναν χριστιανοὺς τοὺς φύλακες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἐλευθερώσουν καὶ νὰ τὸν συνοδέψουν μέχρι τὴν Μηδία.

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα ὄρος ἐπάνω, στὰ μέρη τῆς Σιγριανῆς, συνάντησαν ἕνα ἅγιο ἄνθρωπο τὸν Εὐβίοτο. Καὶ ὅλοι μαζὶ ἔζησαν στὸ ὄρος αὐτὸ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, συμμελέτη καὶ συμπροσευχή.

 

 
Μνήμη τοῦ κόμη καὶ ἕξι στρατιωτῶν

Αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστό, διὰ τοῦ Ἁγίου Φιλεταίρου καὶ ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

 

 
Ὁ Ὅσιος Λέων ὁ Ἀρχιμανδρίτης

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 

 
Ὁ Ἅγιος Γεδεών ὁ Νέος Ὁσιομάρτυρας

 
 


Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Κάπουρνα τῆς Δημητριάδος (Νομὸς Μαγνησίας). Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του ὀνομαζόταν Αὐγερινὸς καὶ Κυράτζα. Ὁ Γεδεὼν, κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Νικόλαος. Δώδεκα χρονῶν, μὲ τὴν οἰκογένειά του ἦλθε στὸ χωριὸ Γιερμὴ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Βελεστίνο, ὅπου ἐργαζόταν κοντὰ στὸ θεῖο του.

Τὸν ἅρπαξε ὅμως κάποιος Τοῦρκος καὶ τὸν ἐξισλάμισε μὲ τὸ ὄνομα Ἰμπραήμ. Ἀλλ᾿ ὁ Νικόλαος, κατόρθωσε καὶ δραπέτευσε καὶ ἐπανῆλθε στὴν οἰκογένειά του. Ὁ πατέρας του τὸν φυγάδευσε στὸ χωριὸ Κεραμίδι, ὅπου κοντὰ σὲ κάποιους οἰκοδόμους πῆγε στὴν Κρήτη. Ἐκεῖ ἐξομολογήθηκε σὲ κάποιο ἱερέα καὶ βρῆκε ἄσυλο στὸ ἐξωκλῆσι του.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἱερέα, ὁ Νικόλαος ἔφυγε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ πάλι ἐξομολογήθηκε, ἔλαβε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ στὴ Μονὴ Καρακάλου, ἐκάρη μοναχός με τὸ ὄνομα Γεδεὼν. Στὴ Μονὴ αὐτὴ ἔμεινε 35 χρόνια. Μὲ τὸν πόθο ὅμως τοῦ μαρτυρίου, ἦλθε στὸ Βελεστίνο, ὅπου μέσα στὴν ἀγορὰ μὲ θάῤῥος ὁμολόγησε τὸν Χριστό.

Διωκόμενος ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἦλθε στὴν Ἀγυιά, ὅπου συνελήφθη. Οἱ Τοῦρκοι, ἀφοῦ τὸν διαπόμπευσαν στοὺς δρόμους τοῦ Τιρνάβου, κατόπιν τοῦ ἔκοψαν τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἔριξαν στὰ ἀποχωρητήρια. Ἐκεῖ, μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὶς 30 Δεκεμβρίου 1818. Ἡ τίμια κάρα τοῦ μάρτυρα ἀποθησαυρίστηκε στὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὅσιων ἰσότιμος, καὶ Ἀθλητῶν κοινωνός, καὶ θεῖον ἀγλάισμα, τῆς Καρακάλλου Μονῆς, ἐδείχθης μακάριε σὺ γὰρ στερρῶς ἀθλήσας, τὸν ἐχθρὸν ἐτροπώσω ἔνθεν Ὁσιομάρτυς, Γεδεῶν ἐδοξάσθης, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων, ἠμῶν τῶν εὐφημούντων σέ.

 

 
Ὁ Ἅγιος Ἀνύσιος, Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ μαθητής, καθὼς καὶ διάδοχος τοῦ Ἅ(σ)χολίου, Ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ἔπαιξε σημαντικὸ ῥόλο γιὰ τὴν δικαίωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ Ἀνύσιος τοποθετήθηκε στὸν θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, ὡς Βικάριος τοῦ Πάπα Δαμάσου, ὡς τὸ τέλος τοῦ θανάτου του τὸ 406 ἡ 407.
 

 
Ἅγιος Μακάριος Μητροπολίτης Μόσχας

 


 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου. 

Η πίστη δεν είναι θεωρίες, υποθέσεις και φιλοσοφίες...αλλά απτή, χειροπιαστή πραγματικότητα!



Προχωροῦσαν στό δρόμο καί καθώς σήκωσαν τό βλέμμα τους ἔπεσε σ’ ἕνα παράδοξο θέαμα. Μπροστά τους, στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἕνας τηλεφωνικός θάλαμος φωνάζει, ὁμολογεῖ καί διατυμπανίζει τό βίωμα κάποιου.
«Ἡ πίστη μας ἔχει προφητεῖες, λείψανα ἁγίων καί θαύματα ἁγίων. Δέν εἶναι παραμύθια».
Τή θαύμασαν αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια πού φανερωνόταν μπροστά τους, καί ἔπειτα σκέψεις προσωπικές καί ἀθόρυβες κυρίευσαν τό νοῦ τους.
Ἀλήθεια…
- Ὑπάρχει Θεός;
- Δέν τόν βλέπω. Μπορῶ νά τόν πιστεύω;
- Θεός. Εἶναι τελικά τό ὄπιο τοῦ λαοῦ;
- Παλαιολιθική λέξη!
- Ἀκόμα στό Μεσαίωνα ζοῦμε;
«Ἡ πίστη μας ἔχει προφητεῖες, λείψανα ἁγίων καί θαύματα ἁγίων. Δέν εἶναι παραμύθια».
Τούς ἦρθε ξανά στό νοῦ τό graffiti τοῦ τηλεφωνικοῦ θαλάμου.
Μήπως αὐτή ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι ἡ πιό κατατοπιστική καί ἡ πιό σαφής στά παραπάνω δυσεπίλυτα καί συχνά ἐρωτήματα;; Καί δέν προέρχεται ἀπό πνευματικά βιβλία, κηρύγματα, γνῶμες ἁγίων ἤ κάποιων πνευματικῶν πατέρων. Εἶναι μία πρόταση γραμμένη μέ μαρκαδόρο σέ… ἕνα τηλεφωνικό θάλαμο, στό κέντρο τῆς Ἀθήνας!
Ἡ πίστη μας εἶναι ζωντανή, εἶναι βαθιά ἕνωση μέ τόν Θεό, εἶναι βίωμα ψυχῶν, πού τό ζοῦν καθημερινά καί δέ διστάζουν νά τό διακηρύττουν δημόσια. Δέν εἶναι ἐξωτερική κατάσταση, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα καταναγκασμοῦ καί πιέσεων. Εἶναι ἡ ἐλεύθερη βούληση, πού ὁδηγεῖ στήν ἐλεύθερη καί ἀβίαστη ὁμολογία.
Ἡ πίστη δέν εἶναι θεωρίες, ὑποθέσεις καί φιλοσοφίες. Εἶναι ἁπτή, χειροπιαστή πραγματικότητα, πού ἐμπεριέχεται καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τίς προφητεῖες, τά λείψανα καί τά θαύματα τῶν Ἁγίων.
Ἀλήθεια, μπορεῖς νά πεῖς παραμύθι τίς προφητεῖες πού βλέπεις καθημερινά νά ἐπιβεβαιώνονται στίς μέρες μας; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός τό φώναζε: «θἀρθῇ καιρός πού ὁ διάβολος θά μπῇ σ᾽ ὅλα τά νοικοκυριά καί τά κέρατά του θά εἶναι ἐπάνω στίς στέγες τῶν σπιτιῶν», ἐννοώντας προφανῶς τήν τηλεόραση.
Ἤ μήπως θά ἔχεις τό θάρρος νά διαψεύσεις τήν ὕπαρξη τόσων λειψάνων ἁγίων, πού ὄχι μόνο ὑπάρχουν, ἀλλά συνεχίζουν νά φανερώνονται καί μέχρι σήμερα; Μέσα σέ λιγότερο ἀπό ἕνα χρόνο βρέθηκαν θαυματουργικά, μέ τρόπο καί σέ χρόνο πού κανείς δέν τό περίμενε, τά λείψανα δύο Νεομαρτύρων, τῶν Ἁγίων Κυράννης καί Ἀκυλίνας στά προάστια τῆς Θεσσαλονίκης…
Ὅ,τι καί νά σκεφτοῦν, ἡ περίεργη αὐτή ἐκδήλωση ὁμολογίας τούς αἰχμαλώτιζε. Τά ἐπιχειρήματά τους ἔσπαζαν μπροστά στήν Ἀλήθεια πού ὑποστήριζε τό ρητό.
Ἄς χτυπήσουν· αὐτοί θά ματώσουν. Ἄς φωνάξουν ὅσο θέλουν· αὐτοί θά βραχνιάσουν. Ἄς βρίσουν· αὐτοί θά ἀηδιάσουν. Ἄς πολεμήσουν ὅσο θέλουν· αὐτοί θά βγοῦν χαμένοι. Ἄς προσπαθοῦν νά τήν γκρεμίσουν· αὐτοί τελικά τήν ὑψώνουν.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωντανή 2.000 χρόνια τώρα. Καί θά μείνει ζωντανή στήν αἰωνιότητα! Αὐτή θά κερδίσει.
Ναί! Ἡ πίστη μας ζει καί θα ζει στόν αἰώνα τῶν αἰώνων, γιατί εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί δέν εἶναι παραμύθια. Γιατί τά θεμέλιά της τά πότισε τό Ἄχραντο Αἷμα Του καί στηρίζεται στά λείψανα τόσων Ἁγίων. Οἱ προφητεῖες της τήν καλύπτουν καί τά θαύματά της τήν ἐπιβεβαιώνουν.
Εἶναι ζώσα τώρα καί πάντοτε!
Φοιτήτριες Μ.Σ.Ν.
Από το Περιοδικό «Η Δράση μας»
Τεύχος Δεκεμβρίου 2012
xfd.gr

Ό,τι θέλετε να το ζητάτε από τον Θεό


Τον καιρό εκείνον ήταν ένας άνδρας και ελέγετο Ιωακείμ, είχε και μίαν γυναίκα και ελέγετο Άννα. Καλός και ο άνδρας, καλή και η γυναίκα, από βασιλικόν γένος και οι δύο, μα πλέον καλύτερα η γυναίκα. Ευρίσκονται πολλές γυναίκες οπού είναι καλύτερες και από τους άνδρες. Αν ίσως και θέλετε οι άνδρες να είσαστε καλύτεροι από τις γυναίκες, πρέπει να κάμνετε και έργα καλύτερα από εκείνες, ει δε και οι γυναίκες κάμνουν καλύτερα έργα καί πηγαίνουν στον παράδεισο και ημείς οι άνδρες κάνομε κακά έργα και πηγαίνομε στην κόλαση, τι μας ωφελεί οπού είμαστε άνδρες;Καλύτερα να μην είχαμε γεννηθεί στον κόσμο...

Ο Ιωακείμ και η Άννα άνοιξαν το σπίτι τους και το είχαν ξενοδοχείο και όπου πτωχός, κουτσός, τυφλός, στο σπίτι του Ιωακείμ καί της Άννας επήγαιναν και αναπαύονταν. Έτσι πρέπει και η ευγένειά σας να είσαστε φιλόξενοι, διατί με την φιλοξενία, οπού κάμνετε στους πτωχούς, μετ' εκείνην αγοράζετε τον παράδεισο. Δεν έκαμε παιδιά ο Ιωακείμ και η Άννα. Ως φρόνιμοι και γνωστικοί οπού ήταν, εκατάλαβαν πως ένας είναι ο Θεός, οπού δίνει παιδιά και παίρνει. Επαρακάλεσαν τον πανάγαθο Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί αρσενικό ή θηλυκό και να το αφιερωθούνε στον Θεό. Βλέποντας ο πανάγαθος Θεός την καλή τους γνώμη, τους ευλόγησε και εγέννησαν την Δέσποινα την Θεοτόκο και την έβγαλαν Μαρία.

Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα εζητούσαν παιδί από τον Θεό και όχι από άνθρωπο, έτσι και η ευγένειά σας ό,τι θέλετε να ζητήσετε, από τον Θεό να ζητάτε και όχι από άνθρωπο. Ο διάβολος έβγαλε πολλά τέκνα και θυγατέρας, και έρχεται ένας και σε λέγει: Δώσ' μου εμένα ένα γρόσι ή δύο καί εγώ να σου δώσω βότανα να κάμεις αρσενικά, να σε δώσω φυλακτά να μαντεύσεις, να γοητεύσεις, να ιδείς την τύχη σου, την μοίρα σου, το ριζικό σου καί άλλα τοιαύτα. Εκείνα οπού ενομοθέτησαν οι Άγιοι Πατέρες και όσα είναι της Εκκλησίας μας, είναι καλά και άγια, και ψυχικά και σωματικά και όσα γίνονται έξω της Εκκλησίας μας, είναι όλα του διαβόλου. Και ο διάβολος κάμνει πολλές φορές και θαύματα κατά φαντασίαν, διά να τον πιστεύετε. Και να φεύγετε αυτά, διατί βάνετε φωτιά και καίγεσθε καί ψυχικά και σωματικά. Και αν θέλεις να ιδείς την τύχη σου ή την μοίρα σου, σήκω κομμάτι αυγή καί πήγαινε στην εκκλησία και κοίταξε τους τάφους των αποθαμένων τι είναι. Στοχάσου και είπε: Δεν ήταν και εκείνοι οι άνθρωποι ωσάν και εμένα και απέθαναν; Έτσι μέλλω να πεθάνω και εγώ αύριο και να μην αποτολμήσω να κάμω αυτά τα διαβολικά καμώματα, διατί χάνομαι και αφανίζομαι, και λέγει ο νόμος πως όποιος κάμνει αυτά ή παρακινεί άλλους, είκοσι χρόνους να μην μεταλάβει.


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Ἐπίθεση κατὰ τοῦ οὐρανοῦ Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ





(Οἱ ἀντιδράσεις ἐξ ἀφορµῆς τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως τῆς µονῆς Βατοπαιδίου, τὸ κλίµα ποὺ ἔχει δηµιουργηθεῖ, οἱ τρόποι ἔκφρασης ποὺ χρησιµοποιοῦνται, δηµιουργοῦν στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ ἰδιαίτερα συναισθήµατα. Ἐν µέσῳ αὐτῶν τῶν συναισθηµάτων ἔπεσε στὰ χέρια µας τὸ θαυµάσιο βιβλίο τοῦ ἐπισκόπου Διοκλείας Κάλλιστου Ware «H ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Παραθέτουµε ἀπόσπασµα τοῦ βιβλίου ἀναφερόµενο στὸ τρόπο ποὺ ἔζησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τὴν περίοδο 1917-1988. Εὐκαιρία γιὰ ἐκτίµηση τῆς σχέσης µας µὲ τά µεγάλα καί καίρια τῆς ζωῆς.)


«Αὐτοί πού ἐπιθυµοῦν νά Μέ δοῦν, θά περάσουν µέσα ἀπό βάσανα καί ἀπελπισία»
Ἐπιστολή τοῦ Βαρνάβα vii, 11.


Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1917, ὅταν οἱ Μπολσεβίκοι κατέλαβαν τὴν ἐξουσία, µέχρι περίπου τὸ 1988, τὸ ἒτος ποὺ ὁ Ρωσικὸς Χριστιανισµὸς γιόρτασε τὴ χιλιετηρίδα του, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση ἔζησε σὲ µία κατάσταση πολιορκίας. Ἡ ἔνταση τοῦ διωγµοῦ διέφερε ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχὴ σ’ αὐτὰ τὰ ἑβδοµήντα χρόνια, ἀλλὰ ἡ βασικὴ στάση τῶν Κοµµουνιστικῶν Ἀρχῶν παρέµεινε ἡ ἴδια: ἡ θρησκευτικὴ πίστη, σὲ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις, εἶναι ἕνα λάθος ποὺ πρέπει νὰ καταπνιγεῖ καὶ νὰ ξερριζωθεῖ. Σύµφωνα µὲ τὰ λόγια τοῦ Στάλιν, «Τὸ Κόµµα δὲν µπορεῖ νὰ παραµείνει οὐδέτερο µπροστὰ στὴ θρησκεία. Διεξάγει ἕναν ἀντιθρησκευτικὸ ἀγώνα ἐναντίον κάθε θρησκευτικῆς προκατάληψης». Γιὰ νὰ κατανοήσουµε τὴν πλήρη σηµασία ποὺ ἔχουν αὐτὰ τὰ λόγια, θὰ πρέπει νὰ θυµηθοῦµε πὼς τὸ Κόµµα, ὑπὸ τὸν Σοβιετικὸ Κοµµουνισµό, ἦταν ἐντελῶς ταυτισµένο µὲ τὸ Κράτος.

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀπὸ τὸ 1917 καὶ ἐφεξῆς, οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ βρέθηκαν µπροστὰ σὲ µία κατάσταση, ποὺ ὅµοιά της δὲν ὑπῆρξε ἄλλη στὴν ἱστορία τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισµοῦ. Ἡ Ρωµαϊκὴ Αὐτοκρατορία, ἂν καὶ κατὰ καιροὺς καταδίωκε τοὺς χριστιανούς, ὅµως δὲν ἦταν κατὰ καµία ἔννοια ἀθειστικό κράτος, προσανατολισµένο στὴν καταπίεση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς θρησκείας. Οἱ Ὀθωµανοί Τοῦρκοι, πιστοὶ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, ἂν καὶ δὲν ἦσαν χριστιανοί, φάνηκαν ἀρκετὰ ἀνεκτικοὶ ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, καθὼς εἴδαµε. Ὁ Σοβιετικὸς ὅµως Κοµµουνισµός, λόγω τῶν βασικῶν του ἀρχῶν, ἦταν στραµµένος σὲ µιά ἐπιθετικὴ καὶ στρατευµένη ἀθεία. Δὲν τοῦ ἀρκοῦσε ἕνας οὐδέτερος χωρισµὸς µεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἀλλά ἐπεζήτησε µὲ ὅλα τὰ µέσα, εὐθέα καὶ πλάγια, νὰ ἀναποδογυρίσει ὅλη τὴν ὀργανωµένη ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καὶ νὰ ἐξαλείψει κάθε θρησκευτικὴ πίστη.

Οἱ Μπολσεβίκοι, µόλις κατέλαβαν τὴν ἐξουσία, ἔσπευσαν νὰ βάλουν σὲ ἐνέργεια τὸ πρόγραµµά τους. Ἡ Νοµοθεσία τοῦ 1918 ἀπέκλεισε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ κάθε συµµετοχὴ στὴν ἐκπαίδευση καὶ δήµευσε ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία. Ἡ Ἐκκλησία ἔπαυσε νὰ ἒχει ὁποιοδήποτε δικαίωµα ἁπλῶς δὲν διέθετε καµιὰ νοµικὴ ὑπόσταση. Τὰ ἄρθρα τοῦ Σοβιετικοῦ Συντάγµατος ἔγιναν ὅλο καὶ πιὸ σκληρά.

Τὸ Σύνταγµα τοῦ 1918 ἐπέτρεπε τὴν «ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας» (ἄρθρο 13), ἀλλά στὸν «Νόµο γιὰ τὶς θρησκευτικὲς Ἑνώσεις» ποὺ µπῆκε σ’ ἐφαρµογὴ τὸ 1929, αὐτὸ ἄλλαξε καὶ ἒγινε «ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς πίστης καὶ τῆς ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας». Εἶναι πολὺ σηµαντικὴ ἐδῶ ἡ διάκριση: στοὺς χριστιανοὺς ἐπιτρεπόταν -τουλάχιστον θεωρητικά- ἐλευθερία πίστης, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπιτρεπόταν καµιὰ ἐλευθερία προπαγάνδας.

Η Ἐκκλησία ἐθεωρεῖτο ἁπλῶς ὡς µία λατρευτικὴ Ἕνωση. Οὐσιαστικά τῆς ἐπετράπη νὰ τελεῖ τὶς θρησκευτικὲς ἀκολουθίες καὶ στὴν πράξη -µετὰ µάλιστα ἀπὸ τὸ 1943-ἀποδόθηκαν ὁρισµένες ἐκκλησίες στὴ λατρεία. Ἐπίσης µετὰ ἀπὸ τὸ 1943 ἐπετράπη στὴν Ἐκκλησία νὰ διατηρεῖ λίγες ἱερατικὲς σχολὲς καὶ νὰ ἔχει κάποια περιορισµένη ἐκδοτικὴ δραστηριότητα. Ἀλλά πέρα ἀπ’ αὐτὰ δὲν τῆς ἐπετράπη οὐσιαστικὰ τίποτε ἄλλο.

Μ’ ἄλλα λόγια οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὁ κλῆρος δὲν µποροῦσαν ν’ ἀσχοληθοῦν µὲ τὸ φιλανθρωπικὸ ἤ τὸ κοινωνικὸ ἔργο.Ἡ ἐπίσκεψη τῶν ἀσθενῶν ἦταν πολὺ περιορισµένη. Ἦταν ἀδύνατο τὸ ποιµαντικὸ ἔργο στὶς φυλακές, στὰ νοσοκοµεῖα ἤ στὰ ψυχιατρεῖα. 0ἱ ἐνοριακοὶ ἱερεῖς δὲν µποροῦσαν νὰ ὀργανώσουν κανενὸς είδους νεανικὲς ὁµάδες ἤ κύκλους µελέτης. Δὲν µποροῦσαν νὰ ὀργανώσουν κατηχητικὰ γιὰ τὰ παιδιά. Ἡ µόνη κατήχηση ποὺ οὐσιαστικὰ µποροῦσαν νὰ προσφέρουν στὸ ποίµνιό τους ἦταν µέσω τοῦ κηρύγµατος κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. (Συχνὰ µάλιστα δὲν ἄφηναν ἀνεκµετάλλευτη µία τέτοια εὐκαιρία: θυµᾶµαι τὴ συµµετοχή µου στὴν τέλεση µιᾶς Λειτουργίας, στὴ δεκαετία τοῦ ‘70, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ἔγιναν τέσσερα ἤ πέντε διαφορετικὰ κηρύγµατα. Τὸ ἐκκλησίασµα τὰ παρακολούθησε µὲ µεγάλη προσοχὴ καὶ στὸ τέλος εὐχαρίστησε τὸν κήρυκα µὲ ἐκδηλώσεις µεγάλης εὐγνωµοσύνης - ἦταν µιά ἐµπειρία ποὺ δὲν τὴν ἒχω συνήθως ὅταν κηρύττω στὴ Δύση!)

Ὁ κλῆρος δὲν µποροῦσε νὰ ὀργανώσει κάποια ἐνοριακὴ βιβλιοθήκη, καθόσον τὰ µόνα βιβλία ποὺ ἐπιτρεπόταν νὰ ὑπάρχουν στὴν ἐκκλησία ἦσαν τὰ λειτουργικὰ βιβλία γιὰ λατρευτικὴ χρήση. Δὲν διέθεταν οὔτε φυλλάδια, οὔτε τὸ παραµικρότερο ἄλλο πληροφοριακὸ ὑλικό. Ἀκόµη καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἦταν σπάνιο εἶδος, ποὺ ἀνταλλασσόταν στὴ µαύρη ἀγορὰ σὲ τεράστιες τιµές. Τὸ χειρότερο δὲ ἀπ’ ὅλα ἦταν πὼς ὁ κάθε κληρικός, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο µέχρι τὸν ταπεινότερο ἐνοριακὸ ἱερέα, χρειαζόταν νὰ ἒχει ἄδεια ἀπὸ τὸ Κράτος γιὰ νὰ ἐξασκήσει τὸ λειτούργηµά του, καὶ βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴ στενὴ καὶ ἀνελέητη παρακολούθηση τῆς µυστικῆς ἀστυνοµίας. Κάθε λέξη ποὺ ἔλεγε ὁ ἱερέας στὰ κηρύγµατά του σηµειωνόταν προσεκτικά. Ὁλόκληρη τή µέρα, κάποια ἐχθρικὰ καὶ παρατηρητικὰ µάτια θὰ παρακολουθοῦσαν ποιὸς ἐπισκεπτόταν τὴν ἐκκλησία γιὰ βαπτίσεις ἤ γάµους, γιὰ ἐξοµολόγηση ἤ ἁπλὴ προσωπικὴ συζήτηση.

Τὸ ὁλοκληρωτικὸ κοµµουνιστικὸ καθεστὼς χρησιµοποίησε ὅλες τὶς δυνατὲς µορφὲς ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας, ἐνῶ εἶχε στερήσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κάθε δικαίωµα ἀνταπάντησης. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὑπῆρχε ἡ ἀθειστικὴ διδασκαλία ποὺ µεταδιδόταν συστηµατικὰ σὲ κάθε σχολεῖο. Οἱ δάσκαλοι ἔπαιρναν ἐντολές, σὰν αὐτή:

΄΄Ὁ Σοβιετικὸς δάσκαλος πρέπει νὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἐπιστηµονικοῦ πνεύµατος τοῦ Κόµµατος. Ὑποχρεοῦται ὄχι µόνον νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ἄπιστος, ἀλλά καὶ νὰ εἶναι ἕνας δραστήριος προπαγανδιστὴς τῆς Ἀθεΐας µεταξὺ τῶν ἄλλων, νὰ εἶναι φορέας τῶν ἰδεῶν τοῦ στρατευµένου προλεταριακοῦ ἀθεϊσµοῦ. Μὲ ἱκανότητα καὶ ἠρεµία, µὲ λεπτότητα καὶ ὑποµονὴ θὰ πρέπει ὁ Σοβιετικὸς δάσκαλος νὰ ἀποκαλύπτει καὶ νὰ ὑπερβαίνει τὶς θρησκευτικὲς προκαταλήψεις στὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας του στὸ σχολεῖο ἀλλά καί ἔξω ἀπ’ αὐτό, κάθε µέρα΄΄.

Ἔξω ἀπὸ τὸ σχολεῖο, µιά τεράστια ἀντιθρησκευτικὴ ἐκστρατεία διεξαγόταν ἀπὸ τὸν Σύνδεσµο Στρατευµένων Ἀθέων. Τὸν Σύνδεσµο αὐτὸν ἀντικατέστησε τὸ 1942 ἡ λιγότερο ἐπιθετικὴ «Πανενωσιακὴ Ἑταιρεία γιὰ τὴ διάδοση τῆς Ἐπιστηµονικῆς καὶ Πολιτικῆς Γνώσης». Ἡ ἀθεΐα καλλιεργεῖτο συστηµατικὰ µεταξὺ τῶν νέων ἀπὸ τὸν Σύνδεσµο Νέων Κοµµουνιστῶν. Δηµιουργήθηκαν Μουσεῖα Θρησκείας καὶ Ἀθεΐας, συχνὰ σὲ πρώην ἐκκλησίες, ὅπως στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Στὴ δεκαετία τοῦ ‘20 διοργανώνονταν στοὺς δρόµους ἀντιθρησκευτικὲς «λιτανεῖες» µὲ ὠµὸ καὶ προκλητικὸ χαρακτήρα, ἰδιαίτερα τὸ Πάσχα καὶ τὰ Χριστούγεννα. Ἐδῶ ἔχουµε µιά περιγραφὴ ἀπὸ κάποιον αὐτόπτη µάρτυρα: ΄΄Δὲν ὑπῆρχαν διαµαρτυρίες ἀπό τούς σιωπηλοὺς δρόµους -τὰ χρόνια τοῦ τρόµου, εἶχαν κάνει καλὰ τὴ δουλειά τους — καὶ ὅλοι προσπαθοῦσαν νὰ παρακάµψουν τὸν δρόµο ὅταν συναντοῦσαν αὐτὴ τὴν προκλητικὴ «λιτανεία». Ἐγώ, προσωπικά, ποὺ παραβρέθηκα στὸ Καρναβάλι τῆς Μόσχας, µπορῶ νὰ διαβεβαιώσω πὼς δὲν ὑπῆρχε οὔτε µιά σταγόνα λαϊκῆς εὐχαρίστησης σ’ αὐτό. Ἡ πορεία ἐκινεῖτο σὲ ἄδειους δρόµους καὶ ἡ προσπάθειά της νὰ δηµιουργήσει γέλιο ἤ πρόκληση συναντοῦσε τὴ βαθιὰ σιωπὴ τῶν τυχαίων περαστικῶν.΄΄

Ὄχι µόνο ἔκλεισε ἕνας µεγάλος ἀριθµὸς ἐκκλησιῶν στὶς δεκαετίες τοῦ ‘20 καὶ τοῦ ‘30, ἀλλά καὶ πάρα πολλοὶ ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, µοναχοί, µοναχὲς καὶ λαϊκοὶ κλείστηκαν σὲ φυλακὲς καὶ σὲ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δὲν µποροῦµε νὰ ὑπολογίσουµε πόσοι ἐκτελέστηκαν ἤ πέθαναν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια. Ὁ Νικήτας Στροῦβε µᾶς δίνει ἕναν κατάλογο µὲ 130 ὀνόµατα µαρτύρων ἐπισκόπων, ἀλλὰ ἀκόµη κι αὐτὸν τὸν ἀποκαλεῖ «προσωρινὸ καὶ ἀτελῆ». Ὁ συνολικὸς ἀριθµὸς τῶν ἱερέων ποὺ µαρτύρησαν πρέπει νὰ φτάνει σὲ δεκάδες χιλιάδες. Φυσικὰ οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἦσαν κατὰ κανένα τρόπο οἱ µόνοι ποὺ ὑπέφεραν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς τροµοκρατικῆς ἐξουσίας τοΰ Στάλιν, ἀλλ’ ὑπέφεραν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον. Τίποτε δὲν θὰ µποροῦσε νὰ συγκριθεῖ µὲ ὅ,τι συνέβαινε στοὺς διωγµοὺς κατὰ τὴ Ρωµαϊκὴ περίοδο. Τὰ λόγια τοῦ Πρωτόπαπα Ἀββακούµ, ποὺ ἒζησε τὸν δέκατο ἕβδοµο αἰώνα, βγῆκαν ἀληθινὰ στὴν περίοδο τοῦ κοµµουνιστικοῦ καθεστῶτος, τρεῖς αἰῶνες ἀργότερα: «Ὁ Σατανᾶς ἀπέσπασε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ φωτεινὴ Ρωσία µας, γιὰ νὰ γίνει κόκκινη ἀπὸ τὸ αἷµα τῶν µαρτύρων».

Πῶς ἐπηρέασε τὴν Ἐκκλησία ἡ κοµµουνιστικὴ προπαγάνδα καὶ οἱ διωγµοί; Σὲ πολλὲς περιοχὲς ὑπῆρξε µιά καταπληκτικὴ ἀναζωογόνηση τῆς πνευµατικῆς ζωῆς. Οἱ ἀληθινοὶ Ὀρθόδοξοι πιστοί, καθαρισµένοι ἀπὸ τὰ κοσµικὰ στοιχεῖα, ἐλευθερωµένοι ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ψευδῶν µελῶν τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἁπλῶς συµµορφώνονταν µὲ τοὺς τύπους γιὰ κοινωνικοὺς λόγους, «κεκαθαρµένοι ὡς διὰ πυρός», συγκεντρώθηκαν καὶ ἀντιστάθηκαν µὲ ἡρωισµὸ καὶ ταπείνωση. Ἕνας Ρῶσος τῆς διασπορᾶς ἒχει γράψει: «Ἐκεῖ ὅπου δοκιµάστηκε ἡ πίστη, ἡ χάρις ξεχύθηκε ἄφθονη, καὶ συνέβησαν τὰ πιὸ καταπληκτικὰ θαύµατα: εἰκόνες ποὺ ἀνακαινίστηκαν µπροστὰ στὰ ἔκθαµβα µάτια τῶν πιστῶν(1), θόλοι τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ ἔλαµψαν µ’ ἕνα φῶς ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσµο αὐτό... Μολαταῦτα, πολὺ λίγοι τὰ πρόσεξαν αὐτά. Ἡ ἔνδοξη πλευρὰ ὅσων συνέβησαν στὴν Ρωσία δὲν ἐνδιέφερε σχεδὸν καθόλου τὸ σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας... Ὁ σταυρωµένος καὶ ἐνταφιασµένος Χριστὸς πάντοτε θὰ κρίνεται ἔτσι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι τυφλοὶ στὸ φῶς τῆς ἀναστάσεώς Του». Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲν εἶναι πὼς ἕνας τόσο µεγάλος ἀριθµὸς ἀνθρώπων ἐγκατέλειψε τὴν Ἐκκλησία στὴν ὥρα τοῦ διωγµοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸ ἀνέκαθεν συνέβαινε, καὶ χωρὶς ἀµφιβολία θὰ ξανασυµβεῖ. Ἐκπληκτικότερο εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς τόσοι πολλοὶ παρέµειναν πιστοί.



(1). Lossky, Ή Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας. Ἡ θαυµατουργή «ἀνακαίνιση τῶν εἰκόνων», στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Λόσσκυ, ἔλαβε χώρα σέ ἀρκετές περιοχές ὑπό τό κοµµουνιστικό καθεστώς. Εἰκόνες καί τοιχογραφίες, µαυρισµένες καί παραµορφωµένες ἀπό τόν καιρό, ξαφνικά, χωρίς καµιά ἀνθρώπινη ἐπέµβαση, ἀπόκτησαν ξανά τά λαµπρά καί φωτεινά χρώµατά τους.

Τοῦ ἁγίου ΚΟΣΜΑ τοῦ Αἰτωλοῦ Γιά τήν Ἐξομολόγηση


Εδῶ ὁποῦ ἦλθα, χριστιανοί μου, ἔλαβα μίαν χαράν μεγάλην, μά ἔλαβα καί μίαν λύπην μεγάλην. Χαράν μεγάλην ἔλαβα βλέποντας τήν καλήν σας γνώμην, τήν καλήν σας μετάνοιαν, λύπην ἔλαβα στοχαζόμενος τήν ἀναξιότητά μου, πώς δέν ἔχω καιρόν νά σᾶς ἐξομολογήσω ὅλους ἕνα πρός ἕνα, νά μοῦ εἰπῆ τό παράπονό του ὁ καθένας, νά τοῦ εἰπῶ καί ἐγώ ἐκεῖνο ὁποῦ μέ φωτίση ὁ Θεός. Θέλω καί ἀγαπῶ, ἀμά δέν ἠμπορῶ, παιδιά μου. Καθώς ἕνας πατέρας εἶναι ἄρρωστος, πηγαίνει τό παιδί του νά τό παρηγορήση, ἐκεῖνος μήν μπορώντας τό διώχνει, μά πῶς τό διώχνει; Μέ τήν καρδίαν καμμένην. Θέλει νά τό παρηγορήση, μά δέν ἠμπορεῖ. Πατέρας ἀνάξιος εἶμαι ἐγώ. Πνευματικά παιδιά μου εἴσαστε ἡ εὐγενεία σας. Τώρα ἔρχεται ἕνας νά ἐξομολογηθῆ εἰς τοῦ λόγου μου νά μοῦ εἰπῆ τό παράπονόν του, νά τοῦ εἰπῶ καί ἐγώ ἐκεῖνο ὁποῦ μέ φωτίση ὁ Θεός. Ἐγώ μήν ἠμπορώντας τόν διώχνω, μά πῶς τόν διώχνω; Τόν διώχνω καί καίεται ἡ καρδία μου καθώς ὁ πατέρας μέ τό παιδί του. Τί νά σᾶς κάμω; Μά πάλιν, νά μήν ὑστερηθῆτε παντελῶς, σᾶς λέγω ἐγώ παραμικρόν. Ὅταν θέλετε νά ἰατρεύσετε τήν ψυχή σας, τέσσαρα πράγματα σᾶς χρειάζονται. Κάνομέ τε ἕνα παζάρι; Ἀπό τόν καιρόν ὁποῦ ἐγεννηθήκετε ἕως τώρα ὅσα ἁμαρτήματα ἐκάμετε νά τά πάρω ὅλα εἰς τόν λαιμόν μου καί ἡ εὐγενεία σας νά μοῦ πάρετε τέσσαρες τρίχες. Βαρύ νά ἀσηκώσετε τέσσαρες τρίχες ἀπό αὐτά τά γένεια καί νά σᾶς πάρω ἐγώ ὅλα σας τά ἁμαρτήματα; Καί τί νά τά κάμω; Ὡστόσον ἔχω μίαν καταβόθρα καί τά ρίχνω ὅλα μέσα ὡσάν χωνευτήρι. Ποία εἶναι ἡ καταβόθρα; Εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Χριστοῦ μας.
Πρώτη τρίχα εἶναι ὅταν θέλετε νά ἐξομολογᾶσθε τό πρῶτον θεμέλιον εἶναι αὐτό ὁποῦ εἴπαμε, νά συγχωρᾶτε τόν ἐχθρόν σας. Τό κάμνετε;
‒ Τό κάμνομεν, ἅγιε τοῦ Θεοῦ.
Ἐπήρετε τήν πρώτην τρίχα. Δευτέρα τρίχα εἶναι νά εὑρίσκετε πνευματικόν καλόν, γραμματισμένον, σοφόν, ἐνάρετον, εὐλαβῆ νά ἐξομολογᾶσθε. Καί νά ἐξομολογᾶσαι καί νά εἰπῆς ὅλα σου τά ἁμαρτήματα. Νά ἔχης ἑκατό ἁμαρτίες καί εἰπῆς τίς ἐνενῆντα ἐννέα εἰς τόν πνευματικόν καί μίαν νά μή φανερώσης, ὅλες ἀσυγχώρητες μένουν. Καί ὅταν κάνης τήν ἁμαρτίαν, τότε πρέπει νά ἐντρέπεσαι, ἀλλά ὅταν ἐξομολογᾶσαι, νά μήν ἔχης καμμίαν ἐντροπήν.
Μία γυναῖκα ἐπῆγε νά ἐξομολογηθῆ εἰς ἕνα ἀσκητήν. Ὁ ἀσκητής εἶχεν ἕνα ὑποτακτικόν ἐνάρετον. Λέγει τοῦ ὑποτακτικοῦ του ὁ ἀσκητής: πήγαινε παρέκει νά ἐξομολογήσω τήν γυναῖκα. Ὁ ὑποτακτικός ἐμάκρυνεν ἕως ὁποῦ ἔβλεπε, μά δέν ἤκουε τίποτε. Ἐξομολόγησε τήν γυναῖκα, ἔφυγε. Ὕστερα ἔρχεται ὁ ὑποτακτικός καί λέγει: «Γέροντά μου, εἶδα ἕνα παράδοξον θαῦμα: ἐκεῖ πού ἐξομολογοῦσες τήν γυναῖκα ἔβλεπα ὁποῦ ἔβγαιναν μέσα ἀπό τό στόμα της ὀφίδια μικρά. Βλέπω καί κρεμιέται ἕνα μεγάλο. Ἔκανε νά ἔβγη καί πάλιν ἐτραβήχθη εἰς τά ὀπίσω.» Λέγει ὁ ἀσκητής: «Πήγαινε νά τήν κράξης νά ἔλθη ὀπίσω ὀγλήγορα.» Πηγαίνοντας ὁ ὑποτακτικός τήν εὗρεν ἀποθαμένην. Γυρίζει ὀπίσω καί τό λέγει τοῦ γέροντός του. Αὐτός μήν ἠμπορώντας νά καταλάβη τό θαῦμα ἐπαρακάλεσε τόν Θεόν νά τοῦ φανερώση ἡ γυναῖκα ἐσώθη ἤ ἐκολάσθη; Καί φαίνεται ἐμπρός του μία ἀρκούδα μαύρη καί λέγει τοῦ ἀσκητή: «Ἐγώ εἶμαι ἐκείνη ἡ ταλαίπωρος γυναῖκα, ὁποῦ ἐξομολογήθηκα καί δέν σοῦ ἐφανέρωσα ἕνα θανάσιμον ἁμάρτημα ὁποῦ εἶχα κάμει καί διά τοῦτο ὅλα μου τά ἁμαρτήματα ἔμειναν ἀσυγχώρητα καί μέ ἐπρόσταξεν ὁ Κύριος νά πηγαίνω εἰς τήν Κόλασιν νά καίωμαι πάντοτε.» Καί ἐνταυτῷ ἔγινε μία βρῶμα ὡσάν καπνός καί ἐχάθη ἀπ᾽ ἔμπροσθέν του.
Διά τοῦτο, χριστιανοί μου, ὅταν ἐξομολογᾶσθε, νά λέγετε ὅλα σας τά ἁμαρτήματα παστρικά καί καλά. Καί πρῶτον νά εἰπῆς τοῦ πνευματικοῦ σου: «Πνευματικέ μου, ἐγώ θέ νά κολαστῶ, διατί δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν καί τούς ἀδελφούς μου μέ ὅλην μου τήν καρδίαν καί μέ ὅλην μου τήν ψυχήν ὡσάν τόν ἑαυτόν μου.» Καί νά εἰπῆς ἐκεῖνο πού σέ τύπτει τό συνειδός σου ἤ ἐφόνευσες ἤ ἐπόρνευσες ἤ ἐμοίχευσες ἤ ὅρκον ἔκαμες ἤ εἶπες ψεύματα ἤ τόν πατέρα σου ἤ τήν μητέρα σου δέν ἐτίμησες ἤ ἀδελφός τόν ἀδελφόν ἤ γείτονας τόν γείτονα ἤ γυναῖκα τόν ἄνδρα ἤ ἄλλο κακόν ὁποῦ νά ἔκαμες. Βαρύ εἶναι νά τό κάμης αὐτό;
‒ Ὄχι, ἅγιε διδάσκαλε.
Ἰδού ἐπῆρες τήν δευτέραν τρίχα. Ἡ τρίχα ἡ τρίτη εἶναι φυσικά ὡσάν ἐξομολογηθῆς θέ νά σέ ἐρωτήση ὁ πνευματικός νά σοῦ εἰπῆ: «Διατί, παιδί μου, νά κάμης αὐτά τά ἁμαρτήματα;» Ἐσύ νά προσέχης νά μήν κατηγορήσης ἄλλον, ἀλλά τοῦ λόγου σου καί νά εἰπῆς: «Αὐτά τά ἔκαμα ἀπό τό κακόν μου κεφάλι, ἀπό τήν κακήν μου προαίρεσιν.» Βαρύ εἶναι νά κατηγορήσης τοῦ λόγου σου;
‒ Ὄχι.
Λοιπόν ἐπῆρες καί τήν τρίτην τρίχα. Ἔχομεν τήν τετάρτην. Ὅταν σέ δώση ἄδειαν ὁ πνευματικός σου καί ἀναχωρήσης, νά ἀποφασίσης μέ στερεάν γνώμην, μέ στερεάν ἀπόφασιν καλύτερα νά χύσης τό αἷμα σου, μά εἰς ἄλλην φοράν ἁμαρτίαν νά μή κάμης. Τό κάμνεις καί αὐτό;
‒ Μάλιστα.
Ἐπῆρες καί τήν τετάρτην τρίχα. Αὐτά τά τέσσαρα εἶναι τά ἰατρικά σου καθώς εἴπαμε καί ὄχι ἄλλα. Τό πρῶτον εἶναι νά συγχωρᾶτε τούς ἐχθρούς σας. Τό δεύτερο νά ἐξομολογᾶσθε παστρικά καί καλά. Τό τρίτο νά κατηγορᾶτε τοῦ λόγου σας. Τό τέταρτο νά ἀποφασίζετε νά μή κάμετε ἁμαρτίαν. Καί ἄν ἠμπορεῖτε νά ἐξομολογᾶσθε κάθε ἡμέραν, καλόν καί ἅγιον εἶναι. Εἰδέ καί δέν ἠμπορεῖτε καθ᾽ ἡμέραν, ἄς εἶναι μία φορά τήν ἑβδομάδα καί μία φορά τόν μῆνα ἤ τό ὀλιγώτερον τέσσαρες φορές τόν χρόνον. Καί νά συνηθίζετε τά παιδιά σας ἀπό μικρά, διά νά συνηθίζουν εἰς τόν καλόν δρόμον, νά ἐξομολογοῦνται.
Ἰδού ὁπού σᾶς ἐξομολόγησα ὅλους παρρησίᾳ, διά νά μήν ὑστερηθῆτε. Αὐτά ὁπού σᾶς εἶπα εἶναι τά ἰατρικά σας εἰδέ ἐκεῖνο ὁπού δίνουν οἱ πνευματικοί, σαρανταλείτουργα, μετάνοιες, νηστεῖες καί ἄλλα, δέν εἶναι ἰατρικά, ἀλλά διά νά μήν τύχη καί ξεπέσετε ἄλλην φοράν εἰς τήν ἁμαρτίαν σᾶς τά δίδουν καί ὅποιος τά βάλη μέσα εἰς τήν καρδίαν του αὐτά τά τέσσαρα, νά ἀποθάνη ἐκείνη τήν ὥραν, σώνεται. Εἰδέ χωρίς αὐτά τά τέσσαρα χίλιες χιλιάδες καλά νά κάμη ὁ ἄνθρωπος, ἄν ἀποθάνη, εἰς τήν Κόλασιν πηγαίνει.

πηγή


ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
ΔΙΔΑΧΕΣ
Ἰωάννου Β. Μενούνου
Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»

Ὁ Ἄνθρωπος κατὰ τὴν Παλαιάν Διαθήκην -Βασίλειος Βέλλας




Ὁ ἀγών τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν Παλαιάν Διαθήκην ἔγκειται ἐν αὐτῷ τῷ ἀνθρώπῳ καί φέρει καθαρῶς πνευματικόν χαρακτῆρα. Ὁ ἄνθρωπος δῆλον ὅτι, καίτοι ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθε καί διά θείων στοιχείων ἐπροικίσθη, δέν ἐπλάσθη κατά τήν Π.Δ. τέλειος ἀλλ' ἱκανός νά ἀποβῇ τοιοῦτο διά τῶν ἐν αὐτῷ δυνάμεων, ποιούμενος ὀρθήν χρῆσιν τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ βουλήσεως, δι' ἧς μόνος αὐτός ἐκ τῶν λοιπῶν δημιουργημάτων ἐτιμήθη. Τό τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας τοῦτο δῶρον, γνώρισμα μόνον τῶν πνευματικῶν προσωπικῶν ὄντων, δι' οὗ ταῦτα λαμβάνουσι γνῶσιν τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί καθίστανται ὑπεύθυνα τῶν πράξεων αὐτῶν, διαμορφούμενα εἰς ἀνάλογον προσωπικότητα, δέν ἦτο δυνατόν παρά καί ἡ Π.Δ. ὡς ἐγγενές τῷ ἀνθρώπῳ ὑπάρχον ἅμα τῇ δημιουργίᾳ τούτου νά ἀποδεχθῇ, διότι ἄλλως θά ἤρετο καί ἡ δυνατότης τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἀνθρώπου, μεταβαλλομένου εἰς παθητικόν τινα τύπον.

Ἡ ἠθική ὅμως ἐλευθερία αὕτη, ἡ προϋποθέτουσα γνῶσιν τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, ἀποβαίνει παράγων διαμορφώσεως ἀληθοῦς προσωπικότητος, ὅταν ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πλούσιος. Ὅσον ζωηρότερος ἐν τῷ ἀνθρώπῳ διατηρεῖται ὁ θεῖος σπινθήρ τόσον καλλιτέρα καί βεβαιοτέρα γίνεται χρῆσις τῆς ἐλευθερίας, ἕως οὖ τό θεῖον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ λάβῃ τήν πλήρη τελείωσιν, ὁπότε ἡ ἐλευθερία λαμβάνει πλέον τήν μόνιμον πρός τό καλόν ροπήν. Ἀλλά μέ τοιαύτην τελειότητα ὁ ἄνθρωπος τῆς Π.Δ. δέν ἐπλάσθη. Ἡ ἠθική ἀτέλεια, ἡ περιέχουσα τήν δυνατότητα καί τήν κλίσιν ἀκόμη πρός τό κακόν, εἶναι τό πλέον σπουδαῖον ἐμπόδιον τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅπερ οὗτος ὀφείλει νά καταπολεμήσῃ. Ἡ ἠθική αὕτη ἀνεπάρκεια, ἥτις ἐν τοῖς πρωτοπλάστοις κατά τήν πρό τῆς πτώσεως αὐτῶν περίοδον ἀρνητικόν μᾶλλον χαρακτῆρα ἠδύνατο νά ἔχῃ, ἐκδηλωθεῖσα κατά τά πρῶτα βήματα τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς Π.Δ., κατά τήν γνωστήν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου, ἀπέβη μετ' αὐτήν κατά τήν Π.Δ. δύναμις θετική, ἕλκουσα τόν ἄνθρωπον πρός τό κακόν. Ἡ πρός τό κακόν κλίσις αὕτη, "ἡ πονηρά ἐπιθυμία", κατά φράσιν τινά τῆς Γενέσεως, "τό ἐννόημα", "τό πονηρόν ἐνθύμημα", κατ' ἄλλην ἔκφρασιν τοῦ Σειράχ ἀποτελοῦσι τήν πηγήν τῆς ἁμαρτίας, ἥτις ἐκδηλοῦται ἀρνητικῶς μέν ὡς παραμέλησις τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θείου ἐν τῷ ἀνθρώπῳ σπινθῆρος, θετικῶς δέ ὡς παράβασις τῶν ἐμφύτων ἤ τῶν γραπτῶν θείων νόμων. Οὕτω ὁ Ἰσραηλίτης, μή ἀποβλέψας εἰς τάς διαφόρους τῆς ἁμαρτίας ἐκφάνσεις ἀλλ' εἰς τήν ὀργανικήν αὐτῆς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ὑφήν, βαθέως εἰσεχώρησεν εἰς τήν φύσιν τῆς ἁμαρτίας, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἠθικῆς διαστροφῆς, ἧς ὑπεύθυνος εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος.



Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος κατά τοὺς προφήτας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

Μεγίστην δέ σημασίαν ἀποδίδουν οἱ Προφῆται εἰς τήν πνευματικήν ἡγεσίαν, ᾗς τήν ὕπαρξιν θεωροῦν ἀναγκαιοτάτην διά τήν Κοινωνίαν, τονίζοντες ὅτι ἡ ἔλλειψις πνευματικῆς ἡγεσίας ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερον κακόν δι' ἕνα λαόν, διότι οὕτω ἐπέρχεται ἀναγκαίως ἡ κοινωνική, πολιτική καί πνευματική ἐξάρθρωσις καί ἀναστάτωσις. Ἤδη ὁ ἀρχαιότερος τῶν Προφητῶν, ὁ Ἀμώς, ἐπισείει κατά τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ τόν κίνδυνον τῆς ἐκλείψεως τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας, τόν πνευματικόν λιμόν καί τήν πνευματικήν δίψαν, ὡς ὁ ἴδιος λέγει, ὡς τό μεγαλύτερον κακόν, τό ὁποῖον δύναται νά πλήξῃ τόν λαόν, ὅστις κατ' ἔκφρασιν τοῦ Μαλαχίου "τά χείλη τοῦ ἱερέως - ὡς πνευματικοῦ ἡγέτου - προσέχει, γνῶσιν καί διδασκαλίαν ζητεῖ ἀπό τό στόμα του". Ὁ δέ Ἡσαΐας ἀναφερόμενος εἰς τήν πρό τοῦ Μεσσίου ἐποχήν, ὑπογραμμίζει ὡς ἕν τῶν πλέον σκιερῶν σημείων αὐτῆς τήν ἔλλειψιν ἐν τῷ κόσμῳ πνευματικῆς ἡγεσίας, διότι, ὡς ἴδιος ἐξηγεῖ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέν ὑπάρχει κοινή κατεύθυνσις καί καθοδήγησις ἀλλ' ἕκαστος ἀφιέμενος πλέον εἰς τάς ἰδίας του δυνάμεις τρέπεται τήν ἰδίαν αὐτοῦ ὁδόν. Ἀσθενής δέ κατά τάς δυνάμεις πλανᾶται ὡς πρόβατον ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἀναζητῶν τήν εὐθεῖαν ὁδόν. Ἀλλά καί ἡ κοινωνική συνοχή οὕτῳ διασπᾶται ἑκάστου τρεπομένου ἰδίαν ὁδόν, αἱ δέ κοινωνικαί, πολιτικαί καί θρησκευτικαί ἀναστατώσεις εἶναι ὁ ὥριμος πλέον καρπός τούτου.

Ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ἐρχόμενος ὁ πνευματικός ἄνθρωπος νά ἐργασθῇ μέ τόν ἁγνόν του καί πλήρη ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπον ἐνθουσιασμόν καί μέ τόν ἁγνότερον ἀκόμη κόσμον, τόν ὁποῖον ἔχει μέσα του δημιουργήσει, εὑρίσκεται πρό ἑνός τελείως διαφόρου καί ἐν πολλοῖς ἀντιθέτου κόσμου πρός τόν ἰδικόν του. Ἡ ἐπαφή αὕτη μετά τῆς πραγματικότητος τοῦ καθιστᾶ συνειδητήν τήν ἀπόστασιν τῶν δύο τούτων κόσμων, ἥτις τοῦ γεννᾶ ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς ἐσωτερικήν ταραχήν. Εἶναι ἡ πρώτη κρίσις, τήν ὁποίαν ὑφίσταται. Τήν κρίσιν ταύτην ζωηρότατα εἰκονίζει ὁ Ἱερεμίας, ὅταν εἰς μίαν στιγμήν τῆς νεαρᾶς του ἡλικίας, ἀντικρύζων τήν τόσον ἀντίθετον πρός τόν ἰδικόν του πεπλασμένον κόσμον κατάστασιν τῆς ἐποχῆς του, λέγη:

"Ἡ καρδιά μου σπαράσσεται μέσα μου,

ὅλα τά κόκκαλά μου τρέμουν.

Εἶμαι ὡς ἕνας μεθυσμένος,

ἀπό τό κρασί κυριευμένος

πρό τοῦ Θεοῦ, πρό τῶν ἁγίων λόγων.

Ἡ χώρα εἶναι γεμάτη ἀπό μοιχούς

προσπάθειά των εἶναι τό κακόν

καί δύναμίς των ἡ κακία".

Παρά τήν ταραχήν ταύτην ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δέν φεύγει ἀλλ' εἶναι ὑποχρεωμένος νά συνεχίσῃ τό ἔργον, τοῦ ὁποίου αἱ δυσχέρειαι ἐμφανίζονται ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς.



 

Γονείς! Δίδετε Χριστιανικά Ονόματα εις τα Παιδιά σας (Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός)




Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα δεν επροτίμησαν το αρσενικόν από το θηλυκόν, έτσι και η ευγενία σας να μην προτιμάτε τα αρσενικά παιδιά σας από τα θηλυκά, διατί όλα τα πλάσματα του Θεού είνε. Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα έβγαλαν την Θεοτόκον το όνομα με νόημα Μαρία, ομοίως και η ευγενία σας, όταν βαπτίζετε τα παιδιά σας, να τα εβγάνετε εις το όνομα των Αγίω ,οπού έχουμε νόημα. Μαρία θέλει να ειπή Κυρία, ωσάν οπού έμελλεν η Θεοτόκος να γίνη βασίλισσα του ουρανού και της γης και πάσσης νοητής και αισθητής κτίσεως, να παρακαλή δια τας αμαρτίας μας. Νικόλαος το όνομα λέγεται εκείνος οπού ενίκησε τούς λαούς, τούς δαίμονας, τα πάθη. Γεώργιος λέγεται γεωργημένον φυτόν, στολισμένον με καρπούς, με αρετάς χριστιανικάς. Παρασκευή λέγεται εκείνη που ετοιμάσθη δια τον Χριστόν.
Και εκείνην την ημέραν, οπού είνε ο άγιος του παιδιού σου, αν θέλης να κάμης κούρμπανο  να εορτάσης τον άγιον, πως πρέπει να κάμης , εγώ σε λέγω. Γινεται το κούρμπανο θεϊκόν, γίνεται και διαβολικόν.
Θεϊκόν κούρμοπανον είνε· τώρα θέλεις να δώσης τρία γρόσια να πάρης ένα πρόβατο· δόσε το ένα γρόσι του παπά σου να σου διαβάση τόσες Λειτουργίες, το άλλο γρόσι πάρε κερί , λιβάνι και λάδι και σύρ’ τα εις την εκκλησίαν να τα κάψουν εμπρός εις τον άγιον και το άλλο γρόσι μοίρασέ το με το χέρι σου κρυφά ελεημοσύνην, να μη σε ξ0οεύρη κανένας. Αυτό είνε το θεϊκό κούρμπανο. Και να διαβάσης το συναξάρι του αγίου  να ακούη το παιδί σου. Και να του ειπής: Ακούεις , παιδί μου, τι έκαμνεν ο άγιός σου; Έτσι να κάμης και συ. Ακούοντας το παιδίον τέτοια θαύματα ζηλεύει και λέγει; Αχ , πότε να γίνω και εγώ ωσάν τον άγιόν μου!
Διαβολικόν κούρμπανο είνε να πάρης ένα πρόβατο , να το μαγειρέψης και να κράξης τούς φίλους σου , τούς συγγενείς σου, να τρώγετε , να πίνετε , να μεθάτε , να ξερνάτε ωσάν τούς σκύλους. Αυτό είνε το διαβολικόν κούρμπανο.

Από τις διδαχές του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού

πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...