Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2012

Πέτρος, ο Αρνητής που Αγάπησε




Η άρνηση του Χριστού από τον απόστολο Πέτρο και η επιστροφή του σ' Αυτόν με συγκλονίζουν ιδιαίτερα, επειδή κι εγώ, Κύριε, σε αρνιέμαι καθημερινά.

Ο απόστολος Πέτρος, γέρος πια, στη φυλακή, γράφει τη δεύτερη επιστολή του (από εδώ)

Σε αρνιέμαι όταν σε βλαστημάω ή όταν ακούω να σε βλαστημάνε και δε μιλάω.
Σε αρνιέμαι όταν εξευτελίζω ή πληγώνω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Όταν ταπεινώνω τους υπαλλήλους μου. Όταν κάνω κακό (έστω και με τη σκέψη) στο συνάνθρωπό μου (δηλ. στην εικόνα σου), που τόσο αγαπάς.
Σε αρνιέμαι όταν απατάω τη γυναίκα μου. Όταν βλέπω έναν άνθρωπο (εικόνα σου) σαν αντικείμενο για εκμετάλλευση ή για εξαπάτηση ή κοροϊδία, όταν βλέπω μια γυναίκα σαν ένα κομμάτι κρέας που λαχταράω να το χρησιμοποιήσω για τηνηδονή μου...
Σε αρνιέμαι όταν γυρίζω την πλάτη μου στην Εκκλησία σου (που θεμέλιωσες πάνω στο αίμα Σου), όταν κοροϊδεύω ή απλά δεν εφαρμόζω όλα όσα μου προσφέρει για να σε πλησιάσω: δεν εξομολογούμαι, δε νηστεύω, δεν πάωεκκλησίαπαρά μόνο από υποχρέωση, δε μεταλαβαίνω, δεν προσεύχομαι, δενκάνω το σταυρό μου...
Ναι, σε αρνιέμαι, γιατί είμαι αδύναμος (δήθεν δυνατός, ψευτοεγωιστής), και με κάνει μπαλάκι ο εχθρός μου, ο διάβολος, που φυσικά κάνω πως δεν υπάρχει και λέω πως είναι παραμύθια των παπάδων & των γιαγιάδων - λες κι οι γιαγιάδες, τουλάχιστον (αλλά και μερικοί παπάδες), δεν έχουν σοφία, γνώση των πνευματικών θεμάτων και πολλές φορές μεγάλη αγιότητα. Όχι, αν δεν ξέρουν να χειρίζονται pc και να μπαίνουν στο Internet, για μένα δε μετράνε...
Έτσι, σήμερα που γιορτάζει ο Πέτρος σου, θυμήθηκα την άρνησή του και συγκινήθηκα (σα να είδα καθρέφτη), αλλά πρόσεξα και κάτι που δεν είχα προσέξει ώς τώρα στην επιστροφή του (είδες; δεν τολμάω να πω τη "σιχαμερή" λέξη "μετάνοια")...
06.jpg
Η άρνηση του Πέτρου (από εδώ)

Να η ιστορία της τριπλής άρνησής του, όπως τη διηγείται το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, στο τέλος του κεφ. 26 (τα καφέ είναι δικές μου επεξηγήσεις):
Ο Πέτρος καθόταν έξω, στην αυλή [του σπιτιού όπου δίκαζαν και έδερναν το Χριστό]. Και τον πλησίασε μια υπηρέτρια και είπε: "Και συ ήσουν μαζί με τον Ιησού το Γαλιλαίο". Εκείνος αρνήθηκε μπροστά σε όλους, λέγοντας: "Δεν ξέρω τι λες". Και βγαίνοντας έξω, στην πύλη, τον είδε μια άλλη και τους λέει: "Κι αυτός εκεί ήταν με τον Ιησού το Ναζωραίο". Και πάλι αρνήθηκε, με όρκο, λέγοντας: "Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο". Σε λίγο όμως, πλησίασαν αυτοί που στέκονταν εκεί [υπηρέτες και μπράβοι] και είπαν στον Πέτρο: "Αλήθεια, κι εσύ απ' αυτούς είσαι· σε φανερώνει και η ομιλία σου" [με προφορά από την περιοχή της Γαλιλαίας, απ' όπου ήταν ο Χριστός]. Τότε άρχισε να ορκίζεται και να καταριέται λέγοντας "δεν τον ξέρω". Και αμέσως φώναξε ο πετεινός. Και θυμήθηκε ο Πέτρος τα λόγια του Ιησού, που του είχε πει "πριν φωνάξει ο κόκορας θα με αρνηθείς τρεις φορές", και βγήκε έξω και έκλαψε πικρά.
Να και το αρχαίο κείμενο:
Ο δε Πέτρος έξω εκάθητο εν τη αυλή· και προσήλθεν αυτω μία παιδίσκη λέγουσα· και συ ήσθα μετά Ιησού του Γαλιλαίου. ο δε ηρνήσατο έμπροσθεν αυτών πάντων λέγων· ουκ οίδα τι λέγεις. εξελθόντα δε αυτόν εις τον πυλώνα είδεν αυτόν άλλη και λέγει αυτοίς· εκεί και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου. και πάλιν ηρνήσατο μεθ’ όρκου ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. μετά μικρόν δε προσελθόντες οι εστώτες είπον τω Πέτρω· αληθώς και συ εξ αυτών ει· και γαρ η λαλιά σου δήλόν σε ποιεί. τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον· και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε. και εμνήσθη ο Πέτρος του ρήματος Ιησού ειρηκότος αυτω ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρίς απαρνήση με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.

*****
Δες τώρα, ψυχή μου, πώς ο Χριστός ισοφάρισε τις τρεις αρνήσεις του Πέτρου, μετά την ανάστασή Του. Διαβάζω στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, κεφ. 21 (λίγους στίχους πριν το τέλος του ευαγγελίου):
Κι όταν έφαγαν, λέει ο Ιησούς στο Σίμωνα Πέτρο: "Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ' αγαπάς πιο πολύ απ' αυτούς;". Του λέει: "Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σ' αγαπώ". Του λέει: "Βόσκε τα αρνάκια μου". Και του ξαναλέει δεύτερη φορά: "Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ' αγαπάς;". Του λέει: "Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σ' αγαπώ". Του λέει: "Βόσκε τα πρόβατά μου". Και του λέει τρίτη φορά: "Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ' αγαπάς;". Λυπήθηκε ο Πέτρος που τον ρώτησε τρίτη φορά "μ' αγαπάς", και του λέει: "Κύριε, εσύ τα ξέρεις όλα, εσύ ξέρεις ότι σ' αγαπώ". Του λέει ο Ιησούς: "Βόσκε τα πρόβατά μου. Αλήθεια σου λέω, όταν ήσουν νεότερος ντυνόσουν μόνος σου και πήγαινες όπου ήθελες. Όταν γεράσεις όμως, θ' απλώσεις τα χέρια σου και θα σε ντύσει άλλος και θα σε πάει εκεί που δε θέλεις". Αυτό το είπε εννοώντας με τι θάνατο θα δοξάσει το Θεό [σταύρωση, όπως ο Χριστός, αλλά με το κεφάλι προς τα κάτω].
Το μαρτύριο του αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη (από εδώ)

Να το και στ' αρχαία:
Οτε ουν ηρίστησαν, λέγει τω Σίμωνι Πέτρω ο Ιησούς· Σίμων Ιωνά, αγαπάς με πλείον τούτων; λέγει αυτω· ναί, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτω· βόσκε τα αρνία μου. λέγει αυτω πάλιν δεύτερον· Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; λέγει αυτω· ναί, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτω· ποίμαινε τα πρόβατά μου. λέγει αυτω το τρίτον· Σίμων Ιωνά, φιλείς με; ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπεν αυτω το τρίτον, φιλείς με, και είπεν αυτω· Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε. λέγει αυτω ο Ιησούς· βόσκε τα πρόβατά μου. αμήν αμήν λέγω σοι, ότε ης νεώτερος, εζώννυες σεαυτόν και περιεπάτεις όπου ήθελες· όταν δε γηράσης, εκτενείς τας χείράς σου, και άλλος σε ζώσει, και οίσει όπου ου θέλεις. τούτο δε είπε σημαίνων ποίω θανάτω δοξάσει τον Θεόν...
Αυτό που με συγκίνησε σήμερα λοιπόν σ' αυτή την ιστορία, που την ήξερα κι από πριν, είναι πως ο Ιησούς, για να ισοφαρίσει την άρνηση του Πέτρου και να τη μετατρέψει σε αποδοχή (κι έτσι ο Πέτρος να ξαναγίνει και τυπικά πλέον απόστολος του Χριστού, αφού ποθούσε στ' αλήθεια να γυρίσει κοντά Του), δεν τον ρώτησε "με πιστεύεις;", αλλά τον ρώτησε: "Μ' αγαπάς;".
Αυτό λοιπόν, Χριστέ μου, θεωρείς αποδοχή: το να σ' αγαπάμε. Όχι απλά "να σε πιστεύουμε", αλλά να σ' αγαπάμε. Άλλωστε, στο Μυστικό Δείπνο, είπες: "Αν με αγαπάτε, εφαρμόστε τις εντολές μου" (κατά Ιωάννην, κεφ. 14, στίχος 15).
Λοιπόν, Χριστέ μου, σ' αγαπώ. Ναι, σ' αγαπώ. Αλλά ντρέπομαι να τ' ομολογήσω, γιατί είμαι δειλός και φοβάμαι πως θα με κοροϊδεύουν. Δώσ' μου, αν θέλεις, λίγη δύναμη να προσπαθήσω... Σ' αγαπώ! Κάνε με δικό σου και, όταν έρθει η Ώρα, πάρε με κοντά σου.
Ψυχή μου, κάνε τον αγώνα σου. Ας κοάζουν τα βατράχια - εσύ τη δουλειά σου. Να, βρες ένα ευαγγέλιο και διάβασε. Βρες βίους αγίων (ιδιαίτερα της εποχής μας) και δες πώς έζησαν αυτοί, ώστε να κάνεις έστω ένα βήμα κι όχι 100, όπως έκαναν εκείνοι... Βρες την Ιερά Σύνοψη και διάβασε την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως, με τις 10 προσευχές αγίων προς το Χριστό, να δεις τι θα πει αγώνας και αληθινή μετάνοια. Τότε θά 'χεις κάνει το 1ο βήμα - και τότε θα ελπίζεις...

Τυπικόν της 29ης Ἰουνίου 2012 Τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων καί Πρωτοκορυφαίων Πέτρου καί Παύλου.



Παρασκευή: Τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων
 Ἀποστόλων καί Πρωτοκορυφαίων Πέτρου καί Παύλου.
 
Τῇ Πέμπτῃ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκιον: 
«Τά θαύματα τῶν ἁγίων σου...».
Κοντάκιον: 
«Ἐκ τῆς θείας χάριτος...».
Ἀπόλυσις: 
Μικρά.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό· «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: Τό 1 Στιχηρόν Αὐτόμελον τῶν Ἀποστόλων·
 «Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασιν...» καί τά 2 Στιχηρά Προσόμοια· 
«Ποίοις ὑ­μνῳδιῶν κάλλεσιν... – Ποίοις πνευματικοῖς ᾄσμασιν...»
 εἰς 6, ἅπαντα ἐκ δευτέρου.
Δόξα:
 Τό Ἰδιόμελον τῶν Ἀποστόλων· «Τῷ τριττῷ τῆς ἐρωτήσεως...».
Καί νῦν:
 Τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· «Ὁ διά σέ Θεοπάτωρ...».
Εἴσοδος:
 «Φῶς ἱλαρόν...». Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί τά Ἀναγνώσματα, 
εἰς τό ὕφος τοῦ Ἀποστόλου.
Ἀπόστιχα: Τά 3 Στιχηρά Ἰδιόμελα τῶν Ἀποστόλων· 
«Τά κατά πόλιν δεσμά... – Τά κατά πόλιν δεσμά... 
– Τούς φωστῆρας τούς μεγάλους...», μετά τῶν πρό 
αὐτῶν στίχων εἰς τά δύο τελευταῖα: α΄.
 – «Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καί εἰς 
τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ῥήματα αὐτῶν».
 β΄.– «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ
 χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα».
Δόξα:
Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν· «Ἑορτή χαρμόσυνος...».
Καί νῦν:
 Τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Θεοτόκε, σύ εἶ ἡ ἄμπελος...».
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τῶν Ἀποστόλων· «Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι...» καί
 2. – Δόξα, Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· 
«Τό ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον...».
Ἀπόλυσις.
Τῇ Παρασκευῇ  πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν, τά διά τήν Λιτήν Στιχηρά
 Ἰδιόμελα τῶν Ἀποστόλων·«Δεῦρο δή μοι σήμερον...», κτλ. μετά 
τοῦ Δόξα, Καί νῦν αὐτῶν. Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον 
τῶν Ἀποστόλων· «Οἱ τῶν Ἀποστόλων...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τῶν Ἀποστόλων· «Οἱ τῶν Ἀποστόλων...». 
2.– Δόξα, τό αὐτό καί 
3.– Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Τό ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον...».
Καθίσματα:
 Τῶν Ἀποστόλων τῆς α΄ καί β΄ Στιχολογίας καί τό μετά τόν Πολυέλεον
 μετά τῶν Θεοτοκίων αὐτῶν, ὡς ἐν τῷ Μηναίῳ.
Ἀναβαθμοί:
 Τό α΄ Ἀντίφωνον τοῦ δ΄ ἤχου· «Ἐκ νεότητός μου...».
Προκείμενον:
 «Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καί εἰς τά πέρατα 
τῆς οἰκουμένης τά ῥήματα αὐτῶν».
Στίχος: 
«Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ
 ἀναγγέλλει τό στερέωμα».
Εὐαγγέλιον Ὄρθρου: 
Τῶν Ἀποστόλων· «Ἐφανέρωσεν ἑαυτόν ὁ Ἰησοῦς...», τό ΙΑ΄ Ἑωθινόν.
Ὁ Ν΄ Ψαλμός:
(Χῦμα). Δόξα· «Ταῖς τῶν Ἀποστόλων...». Καί νῦν· 
«Ταῖς τῆς Θεοτόκου...» καί τό Ἰδιόμελον· «Πέτρε Κορυφαῖε...»,
 ζήτει τοῦτο, εἰς τήν Λιτήν.
Κανόνες: 
Οἱ δύο τῶν Ἀποστόλων· «Τόν κορυφαιότατον...», μετά τῶν
 Εἱρμῶν αὐτοῦ καί· «Ὥσπερ ὄντα καλῶν...».
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Ὑπακοή:
 «Ποία φυλακή...».
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος: 
Τῶν Ἀποστόλων.
Συναξάριον: 
Τῆς ἡμέρας.
Καταβασίαι: 
«Ἀνοίξω τό στόμα μου...».
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς: 
«Ἅπας γηγενής...».
Ἐξαποστειλάρια:
 1.– Τῶν Ἀποστόλων· «Τῶν Ἀποστόλων ἅπαν­τες...» καί
 2. – Τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Τό μέγα καί παράδοξον...».
Αἶνοι:
 Τό 1 Στιχηρόν Αὐτόμελον τῶν Ἀποστόλων· «Ὁ ἐξ ὑψίστου κληθείς...»
 καί τά 3 Στιχηρά Προσόμοια· «Ὁ τοῦ Ἀνάρχου Πατρός...
– Σύ ἐπαξίως πέτρα προσηγορεύθης... 
– Ὁ Χριστοκῆρυξ Σταυροῦ καύχημα φέρων...».
Δόξα: Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν· «Ἡ πάνσεπτος τῶν Ἀποστόλων...».
Καί νῦν:
 Τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Θεοτόκε, σύ εἶ ἡ ἄμπελος... μετά τῶν Ἀποστόλων...».
Δοξολογία:
 Μεγάλη.
«Οἱ τῶν Ἀποστόλων...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
«Οἱ τῶν Ἀποστόλων...».
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν: 
«Δεῦτε προσκυνήσωμεν... ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστός...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τῶν Ἀποστόλων· «Οἱ τῶν Ἀποστόλων...» καί 
2.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
«Προστασία...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τοῦ Ἀποστόλου· «Ἐν ᾧ δ’ ἄν τις τολμᾷ...» (Β΄ Κορ. ια΄ 21-33, ιβ΄ 1- 9).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· «Ἐλθών ὁ Ἰησοῦς εἰς τά μέρη Καισαρείας...» (Ματθ. ις΄ 13-19).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως:
 «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν: 
«Εἰς πᾶσαν τήν γῆν...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις.
Ἐν τῇ τραπέζῃ κατάλυσις ἰχθύος.
 

π. Ανδρέας Κονάνος - Φώτιση μας χρειάζεται

Ο απόστολος Παύλος και οι γυναίκες.



25ΙΟΥΝ
Επιμέλεια: Θ. Ι. Ρηγινιώτης
Ο απόστολος Παύλος θεωρείται από κάποιους μισογύνης, δηλαδή άνθρωπος εχθρικός προς το γυναικείο φύλο. Αυτό οφείλεται σε δύο αποσπάσματα από επιστολές του, όπου, στο ένα, απαγορεύει στις γυναίκες να κάνουν κήρυγμα στη συγκέντρωση των χριστιανών και, στο άλλο, χαρακτηρίζει τον άντρα “κεφαλή της γυναικός” και συμβουλεύει τη γυναίκα να “φοβήται τον άνδρα”.
Όπως ανέφερα εξαρχής, διαφωνώ μ’ αυτή την άποψη˙ τη θεωρώ παρερμηνεία των απόψεων του αποστόλου και πιστεύω, αντίθετα, ότι ο Παύλος ήταν πολύ φιλικός, και τρυφερός ακόμη με τις γυναίκες, χωρίς όμως αυτή η τρυφερότητα να παίρνει ερωτικό περιεχόμενο, γιατί ο ίδιος ήταν αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στο Θεό (είχε “θεϊκό έρωτα”, αντανάκλαση του οποίου είναι ο ανθρώπινος έρωτας, όταν χαρακτηρίζεται από αγάπη).
Στηρίζω την άποψή μου στα εξής:
Α. Ο Παύλος, όπως και οι άλλοι απόστολοι, αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς, μίλησε στις γυναίκες όπως και στους άντρες. Υπήρξαν μάλιστα φορές που μίλησε μόνο σε γυναίκες (πράγμα αδιανόητο για τους ρήτορες και τους θρησκευτικούς δασκάλους της εποχής, είτε Ρωμαίους και Έλληνες είτε Ιουδαίους), όπως στους Φιλίππους της Μακεδονίας, όπου μάλιστα φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μια γυναίκας που έγινε χριστιανή, της αγίας Λυδίας της πορφυροπώλιδος, με πρωτοβουλία της ίδιας (βλ. Πράξεις των αποστόλων, 16, 13-15). Συνεργάστηκε επίσης με γυναίκες, όπως η αγία Φοίβη, διακόνισσα και επίσημο πρόσωπο στην Εκκλησία των Κεχραιών, η οποία μετέφερε στη Ρώμη την επιστολή του Παύλου προς Ρωμαίους, και για την οποία ο Παύλος μιλάει πολύ τιμητικά στο 16ο κεφ. αυτής της επιστολής («…δεχτείτε την όπως ταιριάζει στους χριστιανούς και στηρίξτε την σε ό,τι χρειαστεί, γιατί έχει προστατεύσει πολλούς και εμένα τον ίδιο», Ρωμ. 16, 1-2).
Β. Σ’ αυτό το κεφ. 16 της προς Ρωμαίους, όπου χαιρετά έναν προς έναν τους φίλους του [κατά κάποιους το κεφάλαιο δεν ανήκει στην προς Ρωμαίους, γιατί ο Παύλος φαίνεται να μην είχε ακόμη επισκεφτεί τη Ρώμη, αλλά έχει αποσπαστεί από την προς Εφεσίους (βλ. Σάββα Αγουρίδη, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1971, σελ. 273-276), μπορεί όμως να υπήρχαν στη Ρώμη γνωστοί του Παύλου χωρίς ο ίδιος να είχε πάει οπωσδήποτε εκεί], το 1/3 των ανθρώπων που αναφέρει είναι γυναίκες. Προσθέτει μάλιστα τι οφείλει (ο ίδιος ή η χριστιανική ιεραποστολή) σε καθέναν και καθεμιά απ’ αυτούς. Ο τρόπος που μιλάει για τις γυναίκες είναι πολύ τιμητικός και φανερώνει όχι μόνο μεγάλη αγάπη (π.χ.: «χαιρετίστε την Περσίδα, την αγαπητή…, χαιρετίστε τον Ρούφο, τον εκλεκτό εν Κυρίω, και τη μητέρα του και δική μου μητέρα» –εννοεί ότι την αγαπάει σα μητέρα του– «χαιρετίστε τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, τους συνεργάτες μου, που πρόταξαν το στήθος τους για να με προστατεύσουν» κ.λ.π.), αλλά και την ισότιμη θέση που είχαν άντρες και γυναίκες στην πρώτη Εκκλησία: «… χαιρετίστε τον Ανδρόνικο και την Ιουνία …, που είναι επίσημοι ανάμεσα στους αποστόλους και έγιναν χριστιανοί πριν από μένα…, χαιρετίστε την Τρύφαινα και την Τρυφώσα, που κοπιάζουν στην υπηρεσία του Κυρίου» κ.λ.π. Επίσης, στην επιστολή προς Φιλήμονα αναφέρει ως παραλήπτες ισότιμα το Φιλήμονα, τη γυναίκα του «Απφία την αγαπητή», τον Άρχιππο, που κατά κάποιους ήταν τοπικός επίσκοπος (μήπως όμως και γιος τους;) και ολόκληρη την «εκκλησία του σπιτιού του».
Γ. Στο κεφ. 7 της Α΄ προς Κορινθίους, ο Παύλος, αν και άγαμος, δίνει συμβουλές στα παντρεμένα ζευγάρια. Δεν το κάνει για να προκαθορίσει τη ζωή των χριστιανών και να την εξουσιάσει σε κάθε της πτυχή, ούτε για να… παραστήσει ότι τα ξέρει όλα, αλλά επειδή τού το ζήτησαν οι χριστιανοί της Κορίνθου με επιστολή τους. Εκεί ομολογεί ότι θα προτιμούσε οι χριστιανοί να έμεναν άγαμοι, σαν κι αυτόν, αλλά δηλώνει ότι θεωρεί εξίσου χαρίσματα τόσο την αφιέρωση στο Θεό όσο και το γάμο –«ο καθένας έχει το χάρισμά του» λέει (7, 7). Απλώς, η αφιερωμένη στο Θεό παρθενία, διευκρινίζει, υπερτερεί μόνο επειδή δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Η διαπίστωση αυτή ήταν εξαιρετικά σημαντική για τον ειδωλολατρικό αρχαίο κόσμο, όπου συχνά ο γάμος ήταν υποτιμημένος, επειδή το σώμα και γενικά η ύλη θεωρούνταν δημιουργήματα κατώτερου κακού θεού (δυαλισμός).
Στο κεφάλαιο αυτό λοιπόν φαίνεται η ισοτιμία άντρα και γυναίκας στο χριστιανισμό: ό,τι συμβουλεύει ο Παύλος τον άντρα, το ίδιο λέει και στη γυναίκα, και δηλώνει ότι ο άντρας μπορεί να σώσει τη γυναίκα του και η γυναίκα τον άντρα της (δηλαδή να την ή τον βάλει στη βασιλεία του Θεού, να του ή της προσφέρει την αγιότητα, μέσα απ’ το γάμο, με την αγάπη που θα υπάρχει ανάμεσά τους). Γράφει:
«…Ο άνδρας να προσφέρει στη γυναίκα την εύνοια που της οφείλει, το ίδιο και η γυναίκα στον άνδρα» (εύνοια, εδώ = συζυγική αγάπη). «Η γυναίκα δεν εξουσιάζει το σώμα της, αλλά ο άνδρας× ομοίως, και ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα. Μη στερείτε ο ένας τον άλλον» [ενν. από την ερωτική πράξη –επειδή συχνά τα μέλη θρησκευτικών ομάδων τηρούσαν υποχρεωτική ασκητική εγκράτεια μέσα στο γάμο, επειδή θεωρούσαν το σώμα κακό (άποψη που απορρίφθηκε αμέσως από το χριστιανισμό)], «εκτός αν το κάνετε με κοινή συμφωνία προσωρινά, για να αφοσιώνεστε στην προσευχή και τη νηστεία, και πάλι να σμίγετε, για να μη σας πειράζει ο διάβολος για τη μικρή αντοχή σας… Εάν ένας χριστιανός έχει γυναίκα άπιστη” (=ειδωλολάτρισσα) “και αυτή συμφωνεί να μείνει μαζί του, να μην τη χωρίσει× και γυναίκα εάν έχει άνδρα άπιστο και αυτός συμφωνεί να μείνει μαζί της, να μην τον χωρίσει. Γιατί ο άπιστος άνδρας έχει αγιαστεί μέσα από τη γυναίκα και η γυναίκα η άπιστη έχει αγιαστεί μέσα από τον άνδρα… Εάν ο άπιστος θέλει να χωρίσει, ας χωρίσει. Δεν είναι δεσμευμένος ο αδελφός ή η αδελφή σε κάτι τέτοιο. Ο Θεός μας έχει καλέσει εν ειρήνη. Γιατί, πού ξέρεις, γυναίκα, αν δε σώσεις τον άνδρα; Ή πού ξέρεις, άνδρα, αν δε σώσεις τη γυναίκα;…» (Α΄ Κορ. 7, 3-16).
Εκτός των άλλων, φαίνεται εδώ ότι και η γυναίκα μπορούσε να χωρίσει τον άντρα της με τη δική της θέληση, όπως και ο άντρας τη γυναίκα.
Υπενθυμίζω για την ιστορία ότι κατά τον Αριστοτέλη «το άρρεν και το θήλυ, φύσει το μεν κρείττον, το δε χείρον, το μεν άρχον το δε αρχόμενον» (Πολιτικά Α΄, Γ΄, Η΄), ενώ κατά τον Πλάτωνα «η θηλεία φύσις ως προς αρετήν χείρων της των αρρένων» (Νόμοι, Στ΄, 781). Στη Ρώμη ζούσαν στην αυστηρή κηδεμονία του συζύγου τους ή του κοντινότερου άντρα συγγενή, ενώ ακόμη και οι νόμοι του Σόλωνα όριζαν πως η μάνα δεν έχει γνώμη για τη ζωή του παιδιού της! Αν ο πατέρας έπαιρνε στα χέρια του το νεογέννητο, σήμαινε πως «το λυπήθηκε και το κρατούσε», ενώ, αν απέστρεφε το πρόσωπό του, το πετούσαν στα όρνια ή το σκότωναν! Γι’ αυτό η επιστολή προς Διόγνητον γράφει πως οι χριστιανοί (η «ψυχή της κοινωνίας») «γεννάνε παιδιά, αλλά δεν τα πετάνε».
Ήταν το πλαίσιο της εποχής. Το ερώτημα ήταν: η γυναίκα είναι άνθρωπος; Ούτε στη Γαλλική Επανάσταση της δόθηκε δικαίωμα ψήφου, παρά μόνο στην Αγγλία το 1917 και μόνο στις παντρεμένες και τις πτυχιούχους, ενώ στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου μόλις το 1871 είχαν γίνει δεκτές φοιτήτριες.
Αιτίες παρανοήσεων
Τότε γιατί υπάρχουν σε επιστολές του Παύλου τα αποσπάσματα που δίνουν αφορμή να θεωρείται μισογύνης;
Ας δούμε αυτά τα σημεία.
1. Στην προς Εφεσίους 5, 22-33, που διαβάζεται κατά τη σημερινή τελετή του γάμου, ο Παύλος προσπαθεί να πείσει τους άντρες να αγαπούν και να προστατεύουν τις γυναίκες τους. Το παράδειγμα της κεφαλής («ο άνδρας είναι κεφαλή της γυναίκας, όπως ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας») έχει στόχο να καταλήξει στο ότι καμιά κεφαλή δε μίσησε ποτέ το σώμα της, άρα ο άντρας πρέπει να φέρεται στη γυναίκα του όπως ο Χριστός φέρεται στην Εκκλησία: να την αγαπάει και να θυσιάζεται γι’ αυτήν («οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής», 5, 25).
Το απόσπασμα τελειώνει με τη γνωστή κατακλείδα «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» –«να υποτάσσεται» στον άντρα, λέει στην αρχή, ενώ όμως έχει ήδη πει, απευθυνόμενος σε όλους τους χριστιανούς, το παράδοξο και διαφωτιστικό «να υποτάσσεσθε ο ένας στον άλλο» («υποτασσόμενοι αλλήλοις», 5, 21), χωρίς να ξεχωρίζει άντρες και γυναίκες: αυτή η αμοιβαία «υποταγή» δηλώνει την αμοιβαία υποχωρητικότητα, αναγκαία για την ανθρώπινη συνύπαρξη.
Η κατακλείδα αυτή («ίνα φοβήται τον άνδρα») δεν είναι εντολή: είναι η κατάληξη της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του άντρα προς τη σύζυγό του –ο άντρας πρέπει να αγαπά και να προστατεύει τη γυναίκα του, εάν θέλει η γυναίκα του «να τον φοβάται»: «ίνα» φοβήται, γράφει, όχι «φοβού» (ενώ «οι άνδρες αγαπάτε»)
Ότι το φοβήται έχει την έννοια του σεβασμού είναι γνωστό (μπορεί να έχει και μια άλλη έννοια: η γυναίκα να ανησυχεί για τον άντρα, να «φοβάται» μήπως, με τη συμπεριφορά της, γίνει ανάξια της εκτίμησής του, κλονίζοντας έτσι και τα θεμέλια της οικογένειάς της). Αν η ερμηνεία περί σεβασμού είναι σωστή, τότε ο Παύλος εδώ απαντά σε συγκεκριμένα προβλήματα οικογενειών, όπου οι γυναίκες, επειδή είχαν χάσει αυτό το «φόβο» (=σεβασμό), αντιμετώπιζαν προβλήματα συμβίωσης με τους άντρες τους.
2. Στην Έφεσο προφανώς υπήρχαν έντονα προβλήματα τέτοιου είδους, γι’ αυτό και στην Α΄ επιστολή προς Τιμόθεον (μαθητή του Παύλου, επισκόπου στην Έφεσο της Μικράς Ασίας), κεφ. 2, 11-15, απαγορεύει στις γυναίκες, και μάλιστα πολύ αυστηρά, να μιλούν κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών συγκεντρώσεων. Λέει μάλιστα ότι η γυναίκα σώζεται «διά της τεκνογονίας» και με τη σταθερότητά της στην πίστη και την αγάπη. Το τελευταίο δεν υποτιμά τη γυναίκα, αλλά τιμά τη γέννηση του παιδιού και την υψώνει σε ύψιστο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας και της (καθ’ έκαστον) ανθρώπινης ζωής, ισοδύναμο με όλες τις φιλοσοφίες, τις ιεραποστολές, τους αγώνες και τις προσπάθειες που καταβάλλει ο άντρας για τη δική του «σωτηρία».
Στο τέλος του κεφ. 14 της Α΄ προς Κορινθίους (14, 34-40), η απαγόρευση αυτή επανέρχεται, με την πληροφορία ότι ισχύει σε όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες και μάλιστα με τη σκανδαλώδη συμπλήρωση ότι, αν η γυναίκα θέλει να μάθει κάτι που δεν το κατάλαβε, πρέπει να περιμένει να γυρίσουν σπίτι και να ρωτήσει τον άντρα της, γιατί «είναι αισχρό να μιλάει μια γυναίκα στη συγκέντρωση των πιστών»! Λίγο νωρίτερα (11, 2-16) έχει πει και ότι οι γυναίκες πρέπει να καλύπτουν την κεφαλή τους κατά τη διάρκεια της λατρείας, για να δείχνουν ότι «έχουν κεφαλή» (τον άντρα τους), όπως και ο άντρας έχει κεφαλή: το Χριστό. «Ο άντρας είναι εικόνα και δόξα του Θεού και η γυναίκα είναι δόξα του άντρα”. “Η γυναίκα έγινε από τον άντρα και για τον άντρα και όχι ο άντρας από τη γυναίκα και για τη γυναίκα» λέει (δηλαδή η Εύα από την πλευρά του Αδάμ)!
Προσθέτει όμως αμέσως το ερμηνευτικό κλειδί, που προστατεύει από παρανοήσεις σε βάρος της γυναίκας: ναι, αυτό ορίζει ο νόμος και αυτό επιβάλλουν οι ατυχείς κοινωνικές περιστάσεις, αλλά προσοχή: «όμως, ούτε άνδρας χωρίς γυναίκα ούτε γυναίκα χωρίς άνδρα εν Κυρίω. Γιατί, όπως υπάρχει η γυναίκα από τον άντρα» (η Εύα από τον Αδάμ), «έτσι και ο άντρας από τη γυναίκα και όλα από το Θεό». Εδώ είτε εννοεί τη γέννηση κάθε άντρα από τη μητέρα του είτε τη γέννηση του 2ου Αδάμ, του Χριστού, από τη «νέα Εύα», την Παναγία.
Πού οφείλεται όμως αυτή η απαγόρευση;
Στο σημείο που σχολιάσαμε λίγο πριν, στην αρχή του κεφ. 11, ο Παύλος αναφέρει ρητά ότι η γυναίκα μιλούσε, και μάλιστα προφήτευε, στην «εκκλησία» (δηλαδή στη συγκέντρωση των χριστιανών) και θεωρεί το φαινόμενο απόλυτα αποδεκτό: «κάθε γυναίκα που προσεύχεται ή προφητεύει…» κ.τ.λ. Όμως η προφητεία και κάθε θείο χάρισμα για τον Παύλο είναι κάτι, που, για να προστατεύεται η αυθεντικότητά του, πρέπει να αποφέρει την πνευματική ωφέλεια των ακροατών και να συνοδεύεται από το μέγιστο χάρισμα, την αγάπη˙ οι αναφορές του στα κεφάλαια 13 και 14 ξεκαθαρίζουν τη θέση του απέναντι στα «χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος» και γενικά τα «θαύματα».
Έτσι, ζητάει από κάθε άντρα που προσεύχεται ή προφητεύει να έχει το κεφάλι ακάλυπτο κι από κάθε γυναίκα που προσεύχεται ή προφητεύει να το καλύπτει, γιατί η καλυμμένη ή ακάλυπτη κεφαλή, αντίστοιχα, είχε συνδηλώσεις εγωισμού, υποταγής ή κυριαρχίας αθέμιτης του ενός επί του άλλου φύλου. Τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα μπορεί να εκτραπεί. Έχουμε κι εδώ την ισότιμη διατύπωση˙ ό,τι γράφεται για τον ένα γράφεται αντίστοιχα αμέσως μετά, με το ίδιο σχήμα, και για τον άλλο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ομόφωνα είδαν στον Παύλο την υπεράσπιση της ισοτιμίας των δύο φύλων. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται αμέτρητες φορές στον Παύλο για να υποστηρίξει τη γυναίκα. Και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στις Αποκρίσεις προς Θαλάσσιον, ερμηνεύει αλληγορικά αυτό το σημείο, θεωρώντας ότι ο άντρας υπονοεί το νου και η γυναίκα την αίσθηση, ενώ η προσευχή την καλλιέργεια των αρετών και η προφητεία την εμβάθυνση στη θεολογία˙ ο μεν νους, όταν «προσεύχεται ή προφητεύει», πρέπει να είναι «γυμνός», ελεύθερος από ανθρώπινες μεθόδους ή από περιττές έγνοιες και σκέψεις, η αίσθηση όμως πρέπει να εξουσιάζεται από το νου, γιατί μόνη της δεν επαρκεί για να καθοδηγήσει τον άνθρωπο: μόνο τα ζώα λειτουργούν με άλογες αισθήσεις.
Ακόμα κι αν θεωρήσουμε υπερερμηνεία αυτή την προσέγγιση, πιστεύοντας πως ο Παύλος δεν είχε στο νου του τόσο εξεζητημένες αλληγορίες, είναι ενδεικτικό για την πατερική νοοτροπία, εκφραστής της οποίας είναι ο άγιος Μάξιμος: σε καμία περίπτωση από τους ορθόδοξους Πατέρες δε γίνεται δεκτή ανισότητα των δύο φύλων.
Επίσης γνωρίζουμε από τις Πράξεις των αποστόλων (21, 8-9) ότι στην Καισάρεια της Παλαιστίνης οι τέσσερις θυγατέρες του αγίου διακόνου Φιλίππου προφήτευαν (μία από αυτές ήταν η γιατρός αγία Ερμιόνη)˙ ο Παύλος φιλοξενήθηκε στο σπίτι τους και καμιά κακή εντύπωση δεν του προκάλεσε το γεγονός, ούτε αντέδρασε, ούτε καν εξεπλάγη. Ομοίως, το κεφ. 16 της προς Ρωμαίους, που αναφέραμε πιο πριν, αποδεικνύει ότι η γυναίκα στην Εκκλησία γινόταν και διάκονος και «επίσημη μεταξύ των αποστόλων». Για τις διακόνισσες ο Παύλος μιλάει πολύ τιμητικά στην Α΄ Τιμόθ. 3, 11: οι σωστές διακόνισσες (πρέπει να) είναι «σεμνές, όχι ραδιούργες, νηφάλιες και έμπιστες σε όλα».
Στην πεντηκοστή, την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την έλαβαν και οι γυναίκες, όπως αναφέρεται ρητά στις Πράξεις, 1, 14. Ονόματα γυναικών αποστόλων («ισαποστόλων», δηλαδή ισότιμων με τους αποστόλους) διασώζει η παράδοση: την αγία Θέκλα (συνεργάτιδα μάλιστα του Παύλου), την αγία Φωτεινή (τη γνωστή Σαμαρείτισσα του κατά Ιωάννην 4, 1-42), την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, την αγία Μαριάμνα, αδερφή του αποστόλου Φιλίππου, μεταγενέστερα την αγία Νίνα, που μετέδωσε το χριστιανισμό στη Γεωργία, κ.ά. Η γυναίκα επίσης είχε το σπουδαίο λειτούργημα της φιλανθρωπίας (συγκεκριμένη υπεύθυνη εκκλησιαστική θέση), όπως φαίνεται από το Α΄ Τιμόθ. 5, 2-16, αλλά και από την ιστορία της αγ. Ταβιθάς, της χριστιανής αρχόντισσας που συντηρούσε τους φτωχούς στην Ιόππη, η οποία πέθανε και την ανάστησε ο Πέτρος (Πράξ. 9, 36-42).
Ο Παύλος γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι έτσι τα πράγματα και θεμελιώνει ο ίδιος, πρώτος στην αρχαιότητα, την ισοτιμία των δύο φύλων: «δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας ούτε δούλος και ελεύθερος ούτε αρσενικό και θηλυκό, όλοι είστε ένας εν Χριστώ Ιησού» (προς Γαλάτας 3, 28). Αντιμετωπίζει όμως με τις επιστολές του συγκεκριμένα προβλήματα που προκύπτουν στις διάφορες τοπικές Εκκλησίες, για τα οποία οι ίδιοι οι χριστιανοί, με δικές τους επιστολές, του ζητούν να παρέμβει (μία τουλάχιστον απ’ αυτές τις ενέργειες την έκανε γυναίκα, η Χλόη, που έστειλε και ζήτησαν από τον Παύλο να παρέμβει για τις διχόνοιες στην Εκκλησία της Κορίνθου, Α΄ Κορ. 1, 11)!
Η ύπαρξη γυναικών που προσπαθούσαν να διδάξουν από εγωισμό και όχι από αγάπη (γι’ αυτό και δεν τα κατάφερναν, αλλά επέμεναν), προκαλώντας προβλήματα στην Εκκλησία, είναι φανερή από το γεγονός ότι, μόλις κατά το 2ο αιώνα μ.Χ., στη Μικρά Ασία (υπενθυμίζω ότι η προς Τιμόθεον απευθύνεται στον πρώτο επίσκοπο Εφέσου της Μ. Ασίας) εμφανίστηκε το αιρετικό κίνημα του Μοντανισμού (ακραίοι ηθικιστές, που θεωρούσαν ότι όποιος αμαρτάνει πρέπει να φεύγει από την Εκκλησία έστω κι αν μετανοεί), με χαρακτηριστικό του τις γυναίκες προφήτισσες, όπως τη Μαξιμίλλα και την Πρίσκιλλα (όχι την ομώνυμη συνεργάτιδα του Παύλου, που είναι από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές στην πρώτη Εκκλησία). Σε τέτοιες περιπτώσεις προφανώς οφείλεται η «απαγόρευση» στη γυναίκα να διδάσκει στη συγκέντρωση των πιστών, ενώ η γυναίκα ήταν σε θέση να προφητεύει, αν είχε το χάρισμα, όπως οι θυγατέρες του Φιλίππου, ακόμη και να διδάσκει, όπως η αγία Πρίσκιλα, οι ισαπόστολοι και πιθανόν η Φοίβη.

Η πέτρα της πίστεως, ο Απόστολος Πέτρος και το πρωτείο εξουσίας




Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Πρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι.Ν. Παναγίας Μυριδιωτίσσης Νέου Φαλήρου Πειραιώς
Εν Πειραιεί 27-6-2012
Όταν ο Κύριος και οι Μαθητές Του έφθαναν «εις τα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου»[1], ρώτησε, κατά τον Ευ. Ματθαίο, τους Αποστόλους, να Του αποκριθούν ποιά γνώμη είχαν οι άνθρωποι γι’ Αυτόν. Εκείνοι Του αποκρίθηκαν : «Οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν ή ένα των προφητών»[2]. «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;»[3] τους ξαναρώτησε ο Κύριος. Στην ερώτηση αυτή αποκρίθηκε τότε ο Απ. Πέτρος και είπε: «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος»[4]. Από την απάντηση αυτή χάρηκε τότε ο Κύριος και, στρεφόμενος προς το μέρος του, είπε: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής»[5].
Από τα πιο πάνω λόγια φαίνεται καθαρά ότι ο Απ. Πέτρος μίλησε εξ ονόματος όλων των Μαθητών και εξ αιτίας της πρωτοβουλίας του αυτής και άλλων παρομοίων χαρακτηρίσθηκε από τους αγίους Πατέρες ως «πρόκριτος των Αποστόλων», «έξαρχος», «κορυφαίος» κ.ο.κ.
Το ότι με τη λέξη «πέτρα» ο Κύριος εννοούσε την ομολογία της θεότητός Του, γίνεται φανερό και από το θηλυκό γένος της λέξεως αυτής. Δεν είπε, δηλ., ο Κύριος «και σε σένα, τον Πέτρο, θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», αλλά «στην «πέτρα» αυτή, που προ ολίγου ομολόγησες για την θεότητά μου, θα οικοδομηθεί η Εκκλησία, που για τον λόγο αυτό θα είναι ασάλευτος στους αιώνες»[6]. Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι η «πέτρα», για την οποία έκανε λόγο ο Κύριος, ήταν η πίστη στα θεϊκά Του λόγια και γενικότερα στη θεία Του φύση.
Οι άγιοι Πατέρες στη λέξη «πέτρα» είδαν την ομολογία της θεότητος του Κυρίου, επάνω στην οποία στηρίχθηκε η Εκκλησία, που για τον λόγο αυτό ακριβώς είναι ακατάλυτη και ακατανίκητη μέσα στους αιώνες[7].
Ο άγιος Κύριλλος λέει: «Φρονώ ότι με την λέξη «πέτρα» πρέπει να εννοήσουμε την ακλόνητη πίστη των Αποστόλων»[8]. Ο άγιος Ιλάριος, επίσκοπος Πουατιέ, λέει: « ‘Πέτρα’ είναι η ευλογημένη και μοναδική πέτρα της πίστεως, που ομολογήθηκε από το στόμα του Αγίου Πέτρου˙ πάνω σ’ αυτή την πέτρα ομολογίας πίστεως θεμελιώθηκε η Εκκλησία»[9]. «Ο Θεός» , όπως λέει ο άγιος Ιερώνυμος, «ίδρυσε την Εκκλησία Του πάνω σ’ αυτή την πέτρα, κι απ’ αυτή την πέτρα ο Απ. Πέτρος πήρε την ονομασία του»[10]. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: ««Επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν», δηλ. πάνω στην πίστη της ομολογίας». Ποιά ήταν η ομολογία του Αποστόλου; «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεου του ζώντος»[11]. Ο άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων[12], ο άγιος Βασίλειος Σελευκείας και οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικ. Συν. της Χαλκηδόνος τα ίδια ακριβώς διδάσκουν. Ο άγιος Αυγουστίνος, ο μεγαλύτερος λατίνος θεολόγος, γράφει: «Τί σημαίνουν οι λόγοι «επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν»; Σημαίνουν ότι πάνω σ ’αυτή την πίστη, πάνω σ’ αυτά τα λόγια: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος»[13]. «Πάνω σ’ αυτή την πέτρα της ομολογίας σου θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου. Η δε πέτρα ήταν ο Χριστός»[14]. Η γνώμη του αγίου Αυγουστίνου πάνω σ’ αυτό το περίφημο χωρίο ήταν και γνώμη ολόκληρης της Χριστιανοσύνης στην εποχή του[15].
Γιατί τα αναφέραμε όλ’ αυτά; Επειδή, δυστυχώς, το χωρίο αυτό περί της πέτρας έχει υποστεί κατάφωρη παρερμηνεία εκ μέρους των αιρετικών παπικών και λατίνων.
Μία από τις καινοτομίες, κακοδοξίες και αιρέσεις του Παπισμού είναι και το περιβόητο πρωτείο εξουσίας του πάπα. Κατά την επίσημη διδασκαλία του Παπισμού, ο επίσκοπος Ρώμης κατέχει την ύψιστη και καθολική εξουσία εφ’ όλης της Εκκλησίας, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, υπερέχει όλων των άλλων επισκόπων, τους οποίους εγκρίνει, εκλέγει, ελέγχει και διοικεί. Θεωρεί τον εαυτό του κεφαλή της Εκκλησίας, λίθο ακρογωνιαίο και άμεσο διάδοχο του Απ. Πέτρου, πρωτεύοντα μεταξύ των Αποστόλων, όχι ως προς την τιμή, αλλά ενδεδυμένο με υπέρτατες εξουσίες επί της Εκκλησίας. Αυτό αποτελεί δόγμα για τον Παπισμό, το οποίο έλαβε άκαμπτο περιεχόμενο κατά την Α΄ Βατικάνειο Σύνοδο το 1870.
Για να στηρίξουν και να δικαιολογήσουν την ασυναρτησία, την κακοδοξία, την αίρεση του παπικού πρωτείου, ανάμεσα στα άλλα (ψευδοκωνσταντίνειες-ψευδοϊσιδώρειες δωρεές), επικαλούνται και το ανωτέρω χωρίο[16], που αναλύσαμε. Κατά τους παπικούς, ο Κύριος χαρακτήρισε ως «πέτρα» τον Απ. Πέτρο, κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομά του, ο οποίος είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, ο κλειδούχος των ουρανών και ο ταμιούχος της Χάριτος. Και αφού ο πάπας είναι διάδοχος του Απ. Πέτρου, κληρονομεί, θείω δικαίω, όλα τα του Πέτρου. Ο Απ. Πέτρος διαχειρίζεται ως μονάρχης τα πάντα στην Εκκλησία, επομένως μονάρχης και κυρίαρχος της Εκκλησίας είναι και ο διάδοχός του, ο πάπας.
Πού, όμως, υπονοείται ότι ο Απ. Πέτρος είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, ο μόνος ταμιούχος της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος; Πουθενά. Όπως προαναφέραμε, τόσο ο Ίδιος ο Κύριος, όσο και η Κ.Δ., αλλά και η συμφωνία των αγίων πατέρων (consensus partum), λένε ότι πέτρα και λίθος ακρογωνιαίος είναι ο Χριστός[17].
Το ανίσχυρο και ανυπόστατο της απόψεως περί πρωτείου εξουσίας του Απ. Πέτρου καταδεικνύεται και από τα εξής γεγονότα :
1. Στην Αποστολική Σύνοδο, που συνεκλήθη στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., πρόεδρος ήταν ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, η γνώμη του οποίου περί του θέματος της περιτομής των εθνικών έγινε αποδεκτή από όλους τους Αποστόλους. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε αυτός θα ήταν πρόεδρος της Αποστολικής Συνόδου και όχι ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, και αυτού (του Απ. Πέτρου) τη γνώμη θα ασπάζονταν οι Απόστολοι και όχι του αγίου Ιακώβου. Όμως, δεν έγινε έτσι.
2. Στο επεισόδιο του διαπληκτισμού μεταξύ των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου περί του θέματος της περιτομής των εθνικών, επεκράτησε τελικά η θέση του Απ. Παύλου, υποχωρούντος του Απ. Πέτρου. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα επέβαλε μοναρχικά τη γνώμη του και δεν θα υποχωρούσε. Όμως, δεν έγινε έτσι.
3. Κατά την Πεντηκοστή, βλέπουμε ότι το Άγιον Πνεύμα εκάθισε με τη μορφή πυρίνων γλωσσών σε καθένα από τα κεφάλια των Αποστόλων ισομερώς και ισόποσα. Όλοι οι Απόστολοι διαμοιράστηκαν την ίδια γλώσσα. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα έπρεπε ή το Άγιον Πνεύμα να καθίσει αποκλειστικά και μόνον στον Απ. Πέτρο χωρίς να φωτίσει τους υπολοίπους ένδεκα, ή κάποια γλώσσα μεγαλύτερη και ανισότερη από τις υπόλοιπες να καθίσει στο κεφάλι του Απ. Πέτρου. Όμως, δεν έγινε έτσι.
4. Όταν ο Χριστός ομιλούσε στους Μαθητές Του για το Πάθος Του, τον Σταυρικό θάνατο, την ταφή και την Ανάσταση, τότε ο Απ. Πέτρος, ανθρωποπρεπώς και κοσμικώς σκεπτόμενος, άρχισε να Τον επιτιμά και προσπάθησε να μεταπείσει, να αποδιώξει και να αποτρέψει τον Κύριο από το πικρό ποτήριον του Σταυρού και του θανάτου. Τότε, όμως, εισέπραξε από τον Κύριό μας ένα πολύ αυστηρό και σκληρό χαρακτηρισμό : «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά˙ σκάνδαλόν μου ει˙ ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων»[18]. Ο ίδιος ο Κύριος αποκαλεί τον Απ. Πέτρο σατανά και σκάνδαλο! Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε δεν θα τον χαρακτήριζε έτσι ο Κύριος, αλλά θα έπρεπε να ακούσει τον Απ. Πέτρο και να αποφύγει τον Σταυρικό θάνατο. Όμως, δεν έγινε έτσι.
5. Είναι γνωστή η τριπλή άρνηση του Απ. Πέτρου, αλλά και η μετά δακρύων μετάνοιά του και η αποκατάστασή του στο Αποστολικό αξίωμα από τον ίδιο τον Κύριο. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε δεν θα χρειαζόταν να μετανοήσει και να επαναποκατασταθεί στο αξίωμά του. Θα παρέμενε αμετανόητος, όπως ο Ιούδας, και εκτός Χριστού. Όμως, δεν έγινε έτσι.
6. Η παράδοση της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι Μήτηρ των (Ορθοδόξων) Εκκλησιών είναι η Σιών, τα Ιεροσόλυμα και όχι η Ρώμη, λόγω της δράσεως του Ιησού Χριστού. «Χαίρε Σιών αγία, Μήτηρ των Εκκλησιών»[19]. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα έπρεπε Μήτηρ των Εκκλησιών να είναι η Ρώμη. Όμως, δεν συμβαίνει έτσι.  
Η διαφορετική ερμηνεία των λόγων αυτών από τους παπικούς οφείλεται στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν εσκεμμένα την πτώση των παπών στο λάκκο της κενοδοξίας, της αλαζονίας, της δαιμονικής υπερηφανείας και του εωσφορικού εγωισμού, που είναι τόσο μεγάλη, ώστε να χαρακτηρίζεται από τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως τέταρτη μέσα στην ιστορία, ύστερα από τις πτώσεις του Σατανά, του Αδάμ και του Ιούδα[20].  
Εν κατακλείδι, οι ορθόδοξες θέσεις, που αποδέχεται η Εκκλησία μας περί του θέματος, είναι οι εξής :
1. Ο Ιησούς Χριστός έδωσε στους Αποστόλους Του την ίδια ακριβώς εξουσία, που έδωσε και στον άγιο Πέτρο.
2. Οι Απόστολοι ουδέποτε αναγνώριζαν στο πρόσωπο του αγίου Πέτρου τον τοποτηρητή του Ιησού Χριστού και τον αλάθητο διδάσκαλο της Εκκλησίας.
3. Ο άγιος Πέτρος ουδέποτε θεωρούσε πως ήταν πάπας και ουδέποτε ενεργούσε κατά τον τρόπο, με τον οποίο ενεργούν οι πάπες.
4. Οι Σύνοδοι των πρώτων τεσσάρων αιώνων, αναγνωρίζοντας την υψηλή θέση, που οι επίσκοποι Ρώμης κατείχαν στην Εκκλησία, χάρη στη σπουδαιότητα της Ρώμης, απέδιδαν στον επίσκοπο Ρώμης μονάχα πρωτείο τιμής, αλλά ουδέποτε πρωτείο εξουσίας ή δικαιοδοσίας.
5. Οι άγιοι Πατέρες, στο περίφημο χωρίο «συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν», ουδέποτε θεωρούσαν ότι εύρισκαν το νόημα ότι η Εκκλησία οικοδομήθηκε πάνω στον Απ. Πέτρο (super Petrum)˙ θεωρούσαν ωστόσο ότι εύρισκαν σ’ αυτό το χωρίο το νόημα ότι η Εκκλησία οικοδομήθηκε πάνω στην πέτρα (επί τη πέτρα – super petram), δηλ. πάνω στην ομολογία πίστεως του Αποστόλου[21].
Παρ’ όλη την ξεκάθαρη και κρυστάλλινη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί του θέματος του πρωτείου, ο μεν Πάπας παραμένει αμετανόητος, διεκδικώντας παγκόσμια εξουσία, προτείνει και επιβάλλει την «ένωση των Εκκλησιών» υπό το μοντέλο και τον τύπο της Ουνίας. Να γίνει δηλ. μια «ουνιτική ένωση των Εκκλησιών», όπου η κάθε «Εκκλησία» θα διατηρήσει μεν και δεν θα αλλάξει τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά της (ασχέτως αν αυτά είναι σύμφωνα με την Παράδοση, την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο, τις Οικ. Συνόδους, τους Ιερούς Κανόνες, τους αγίους Πατέρες και τα συγγράμματά τους), αλλά θα αναγνωρίζει δε το πρωτείο εξουσίας του Πάπα εφ’ όλης της οικουμένης, θα τον μνημονεύει στις ακολουθίες και τα δίπτυχα και θα εξαρτάται απ’αυτόν. Ο Πάπας όλα μπορεί να τα αλλάξει και να τα αποποιηθεί. Μόνο δύο πράγματα δεν μπορεί να αποχωριστεί˙ το πρωτείο και το αλάθητο. Οι δε Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, μέσω του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Παπικών, προωθούν την αναγνώριση του παπικού πρωτείου εξουσίας, προσπαθούν να κάνουν μία άμικτη μίξη μεταξύ συνοδικού θεσμού και παπικού πρωτείου και ομιλούν για μετασυνοδικότητα[22]. Στόχος είναι η προβολή του αντιχρίστου Πάπα ως παγκοσμίου πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτου, ο οποίος με τη σειρά του θα παραδώσει την εξουσία του κόσμου στον Αντίχριστο. Ποιόν θα ακολουθήσουμε, λοιπόν, και με ποιόν θα πάμε; Με τον Πάπα, τους Οικουμενιστές και τον Αντίχριστο ή με τον Απ. Πέτρο και τον Χριστό; Με το θηρίον ή με το Αρνίον; Η τελική έκβαση της ιστορίας και η νίκη ανήκει στο Εσφαγμένο Αρνίο.    


[1] Ματθ. 16,13.
[2] Ματθ. 16,14.
[3] Ματθ. 16,15.
[4] Ματθ. 16,16.
[5] Ματθ. 16,17.
[6] ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Αθήναι 1979, σ. 304.
[7] ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΙΤΣΙΛΚΑΣ, Η αληθινή «πέτρα» της πίστεως και της ζωής˙ η πίστη στη θεία φύση του Κυρίου, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη,  σσ. 10-13.
[8] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ, Περί  Αγίας Τριάδος, βιβλίο 4ο.
[9] ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΟΣ,  Περί  Αγίας Τριάδος, βιβλίο 2ο, 6ο. 
[10] ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, βιβλίο 6ο.
[11] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία 53η.
[12] ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ, Εις την προς Εφεσίους επιστολή του  Απ. Παύλου, Β΄ κεφ.
[13] ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ,  Εις την Α΄ επιστολήν του Αγ. Ιωάννου, Β΄ πραγματεία.
[14] Του ιδίου,  Εις το κατά  Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία 124η.
[15] Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του παπισμού; Γνωρίζετε ότι ο παπισμός είναι αίρεση; εκδ.  Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, σσ. 28-29.
[16] Ματθ. 16,18-19.
[17] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΚΟΡΗΣ, Παπικές πλάνες˙ σύντομος έλεγχος και ανασκευή, Αθήναι 1996, σσ. 29,30,35.
[18] Ματθ. 16,23.
[19] 3ο κεκραγάριο τροπάριο του πλ.δ’ ήχου του Μεγάλου Εσπερινού του Σαββάτου. 
[20] ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σ. 152.
[21] Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του παπισμού; Γνωρίζετε ότι ο παπισμός είναι αίρεση;  εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, σ. 30.
[22] Σχ. βλ. Η ευχαριστιακὴ εκκλησιολογία, την οποία κηρύσσει ο Μητρ. Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας. Χαρακτηρίζεται η «ευχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» ως ο Δούρειος ίππος, μέσω του οποίου θα ενωθει το μεγαλύτερο τμήμα των μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Βατικανό. (Η αίρεση της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας συνδέεται με το Πρωτείο του Πάπα). Ο Σεβ. Περγάμου αναπτύσσει την θεωρία της ιερότητος του πρωτείου του Πάπα, το οποίο η εκκοσμικευμένη Ορθοδοξία δεν ηδύνατο να  κατανοήσει. Ο ίδιος ο Περγάμου έχει πει : «Κοσμικοί παράγοντες, οι οποίοι κυριαρχούσαν τότε στην εκκοσμικευμένη Ορθοδοξία δεν της επέτρεψαν να δει την Ιερότητα του πρωτείου» και «Η Εκκλησία έχει ανάγκη το παπικό πρωτείο».
(«Βαρύταται κατηγορίαι επί αιρέσει εναντίον του φιλοπαπικού Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου», Ορθόδοξος Τύπος  (13-4-2012) 1,7 και Bose Ιταλίας, Ορθόδοξος Τύπος (16-7-1999) και  Ορθόδοξος Χριστιανικός Αγωνιστικός Σύλλογος «ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ» και Φιλορθόδοξος Ένωσις «ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»,  «Οι βασικές κακοδοξίες του αιρετικού επισκόπου κ. Ζηζιούλα», Κοσμάς Φλαμιάτος 10 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2011) 15).
Επίσης, ο Μητρ. Προύσης Ελπιδοφόρος Λαμπρινιάδης (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ηγούμενος Ι.Μ. Χάλκης και Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.) έχει αναπτύξει την λατινογενή «μετασυνοδική» εκκλησιολογία. Ο ίδιος ισχυρίζεται : «Η άρνηση αναγνωρίσεως πρωτείου τινός στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενός πρωτείου το οποίο δεν μπορεί να ενσαρκώσει παρά κάποιος Πρώτος - τουτέστι κάποιος Επίσκοπος, ο οποίος έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος μεταξύ των αδελφών του Επισκόπων - συνιστά αίρεση. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνήθως λέγεται ότι η ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων διασφαλίζεται είτε υπό μιάς κοινής πίστεως και λατρείας είτε υπό του θεσμού της Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο αυτοί παράγοντες είναι απρόσωποι, ενώ στην ορθόδοξη θεολογία μας η αρχή της ενότητάς μας είναι πάντοτε ένα πρόσωπο. Πράγματι, όπως στο επίπεδο της Αγίας Τριάδος η αρχή της ενότητας δεν είναι η θεία ουσία, αλλά το πρόσωπο του Πατρός (η «μοναρχία» του Πατρός), έτσι και στο εκκλησιολογικό επίπεδο, στην τοπική εκκλησία, το σημείο της ενότητας δεν είναι το πρεσβυτέριο ή η κοινή λατρεία των χριστιανών, αλλά το πρόσωπο του Επισκόπου. Επομένως, επί πανορθοδόξου επιπέδου η αρχή της ενότητας δεν μπορεί να στηρίζεται επί μίας ιδέας η ενός θεσμού, αλλά πρέπει να είναι κάποιο πρόσωπο, αν βέβαια θέλουμε να παραμείνουμε συνεπείς στη θεολογία μας».
(Επίσκεψις  698 [31-03-2009], Σύναξη Κληρικών και Μοναχών, ««Ουκ εσμέν των Πατέρων σοφώτεροι»˙ αναίρεση της επιχειρηματολογίας του Οικουμενισμού με αφορμή την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στη Μεγίστη Λαύρα», Φώτης Κόντογλου, έκδ. Σύναξη Ορθοδόξων Ρωμηών, Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2011, σ. 82 και Ορθόδοξος Τύπος (2-12-2011) 6 και Θεοδρομία ΙΓ΄ (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 635-6).

Πέτρου και Παύλου. Anthony (Bloom), Metropolitan of Sourozh


„Ο απόστολος Παύλος ήταν διώκτης, αλλά και  μάρτυρας για τον Χριστό και, μάλιστα, μάρτυρας  για κάτι πολύ σημαντικό: για το γεγονός, ότι ένας άνθρωπος που πρώτα δεν πίστευε στο Χριστό, που Τον μισούσε, Τον καταδίωκε, μπορεί να βρεθεί ξαφνικά, πρόσωπο με πρόσωπο, μπροστά στον αναστημένο Χριστό!“ – από μια ομιλία του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούροζ (Μπλουμ) για τη γιορτή του Πέτρου και Παύλου
Σήμερα γιορτάζουμε τους αγίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Η διαφορά μεταξύ τους είναι τεράστια. Ο απόστολος Πέτρος ήταν από την αρχή πιστός μαθητής του Χριστού. Ήταν μάρτυρας σε όλα όσα είχαν συμβεί γύρω από τον Χριστό, από την πρώτη στιγμή του κηρύγματός Του.

Αντίθετο, ο απόστολος Παύλος ήταν πρώτα εχθρός του Χριστού, ήταν ένος αντίπαλος που δεν πίστευε σ΄ Αυτόν ως Μεσσία. Τον θεωρούσε ψευδοπροφήτη. Δεν βγήκε να διακηρύξει το Ευαγγέλιο, αλλά να καταδιώξει τους χριστιανούς. Λοιπόν, τί έγινε με το έναν και τί με τον άλλον?

Οι απόστολοι, και οι δώδεκα, ήταν άνθρωποι που γνώριζαν τον Χριστό από την αρχή. Θα έλεγα, μάλλον όχι μόνο από τότε που Εκείνος άρχισε να κηρύττει τη Βασιλεία του Θεού και να υπηρετεί τους ανθρώπους, αλλά πιο πριν. Ξέρουμε για παράδειγμα, ότι ο Ναθαναήλ ζούσε στην Κανά της Γαλιλαίας, πολύ κοντά στην πόλη όπου μεγάλωσε ο Χριστός. Και οι άλλοι απόστολοι περνούσαν όλα τα παιδικά τους χρόνια και τα νιάτα τους σε ένα χωριό δίπλα.  Ο Πέτρος ξεχώρισε από τους άλλους γιατί έχει πρώτος διακηρύξει τον Χριστό ως Υιό του Θεού, ως Θεό, ο οποίος ενσαρκώθηκε στη γή για να παραδώσει, ως ενσαρκωμένη αγάπη του Θεού, τη ζωή Του για τη σωτηρία του κόσμου.

Ο απόστολος Παύλος ήταν διώκτης, αλλά και  μάρτυρας για τον Χριστό και, μάλιστα, μάρτυρας  για κάτι πολύ σημαντικό: για το γεγονός, ότι ένας άνθρωπος που πρώτα δεν πίστευε στο Χριστό, που Τον μισούσε, Τον καταδίωκε, μπορεί να βρεθεί ξαφνικά, πρόσωπο με πρόσωπο, μπροστά στον αναστημένο Χριστό! Όλοι οι απόστολοι ήτανε μάρτυρες της ζωής, της σταύρωσης, του θανάτου του Χριστού και Τον συνάντησαν αμέσως μετά την Ανάστασή Του. Ο απόστολος Παύλος Τον συνάντησε αρκετό καιρό μετά και έγινε εντελώς διαφορετικός άνθρωπος, ύστερα από εκείνη τη συνάντηση. Όλη τη ζωή του αφοσίωσε για να διακηρύξει, όπως το είπε ο ίδιος, τον σταυρωμένο και αναστημένο Χριστό. Την Ανάσταση του Χριστού την πέρασε όχι μόνο σαν γεγονός της δικής του ζωής αλλά της ζωής όλου του κόσμου. Είπε, ότι αν ο Χριστός δεν είχε αναστηθεί, τότε το κήρυγμά μας ειναι χωρίς νόημα, το ίδιο και η πίστη μας, και τότε είμαστε οι πιο αξιοθρήνητοι από όλους τους ανθρώπους.  Αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς πολύ εύκολα. Επειδή, αν ο Χριστός δεν ανασταινόταν, τότε θα ζούσαμε μέσα σε ψέματα, στις φαντασίες μας, σε ένα κόσμο ψευδαίσθησης και παραληρήματος.

Λοιπόν, αυτούς τους δυο αποστόλους θυμόμαστε σήμερα. Ο απόστολος Πέτρος δεν ήτανε άψογος άνθρωπος στη ζωή του, όπως και ο απόστολος Παύλος. Όλοι οι απόστολοι ήτανε γνήσιοι, απλοί άνθρωποι, και όταν πιάστηκε ο Χριστός στον κήπο της Γεθσημανής και καταδικάστηκε, φοβήθηκαν εκείνοι και έφυγαν. Ο Πέτρος μάλιστα αρνήθηκε όταν τον ρώτησαν, αν γνωρίζει το Χριστό. Αλλά μετά, όταν οι απόστολοι διακηρύξανε τον Χριστό, δεν φοβήθηκαν τίποτα πια: ούτε βάσανο ούτε σταυρό ούτε φυλακή. Τίποτα πια δεν μπορούσε να τους χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Και διακηρύττανε, και το κήρυγμά τους είναι πραγματικά η πίστη μας, η οποία, όπως το είπε ο απόστολος Παύλος, νίκησε τον κόσμο. Ας τους γιορτάσουμε και ας χαρούμε για το γεγονός, ότι ένας πρώην αμείλικτος  διώκτης και ένας εξ αρχής πιστός συναντήθηκαν σε μια και μόνη πίστη, στη νίκη του Χριστού – μέσα από το Σταυρό και την Ανάσταση. 

Αμήν

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...