Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

1ο Κήρυγμα
«Οἱ Οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ»
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 31 Ἰανουαρίου 2016
1. Ἑρμηνεύοντας τό Ψαλτήριο, ἀδελφοί μου χριστιανοί, βρισκόμαστε στόν 18ο ψαλμό! Ὁ ψαλμός αὐτός δέν εἶναι ἑνιαῖος, δέν εἶναι ἕνας, ἀλλά εἶναι δύο ψαλμοί, μέ διαφορετικό θέμα ὁ καθένας, καί ἀργότερα ἑνώθηκαν σέ ἕνα ψαλμό. Δυστυχῶς ὅμως κατά τήν ἕνωση τῶν δύο ψαλμῶν ἐξέπεσαν μερικοί στίχοι καί μερικές λέξεις ἀπό τόν πρῶτο ψαλμό καί γι᾽ αὐτό φαίνεται ἐλλιπής. Στό σημερινό μας κήρυγμα θά ἑρμηνεύσουμε τόν πρῶτο αὐτό ψαλμό!
Ὁ ποιητής τοῦ ψαλμοῦ μας βλέπει τήν γύρω φύση, τήν ἀπολαμβάνει καί τήν θαυμάζει, καί τήν θεωρεῖ σάν ἕνα δυνατό κήρυκα, πού κηρύττει τήν μεγαλοπρέπεια καί τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο αὐτό εἴδαμε καί στόν 8ο ψαλμό καί θά τό δοῦμε ἀκόμη καί σέ ἄλλους ψαλμούς (τόν 103 καί 146). Ἔτσι εἶναι χριστιανοί μου. Ἡ γύρω μας φύση, πού γιά τήν ὀμορφιά της τήν λέμε «κόσμο», εἶναι ἕνα θαυμαστό βιβλίο, βιβλίο μέ ἀκαταμέτρητες σελίδες, πού μιλᾶνε γιά τό μεγαλεῖο τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ. Ἡ φύση λέγει καί φωνάζει ὅτι ὑπάρχει Θεός καί ὅτι αὐτός ὁ Θεός εἶναι πάνσοφος καί παντοδύναμος. Ναί! Ὁ ποιητής τοῦ ψαλμοῦ μας ἀτενίζοντας πρός τά ἐπάνω βλέπει τούς οὐρανούς καί λέγει ὅτι αὐτοί οἱ ἄφωνοι οὐρανοί «διηγοῦνται τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ» καί τό «στερέωμα» τοῦ οὐρανοῦ πάλιν «ἀναγγέλλει» τήν «ποίησιν τῶν χειρῶν» τοῦ Θεοῦ. Ὅτι, δηλαδή, οἱ οὐρανοί καί ὅλα εἶναι φτιαγμένα ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ: Ὁ Θεός βέβαια δέν ἔχει σῶμα, γιά νά μιλᾶμε γιά «χέρια» Θεοῦ, ἀλλά ἔτσι τό λέμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι γιά νά τό νοήσουμε καλύτερα.
2. Τό «κήρυγμα» αὐτό τῶν οὐρανῶν, ὅτι δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Θεό εἶναι ἀσταμάτητο, εἶναι παντοτεινό, καί θά διαρκεῖ ὅσο ὑπάρχουν οὐρανοί. Ἡ μία μέρα τό λέει στήν στήν ἄλλη μέρα καί ἡ μία νύκτα τό λέει στήν ἄλλη νύκτα: «Ἡ μέρα τῇ ἡμέρᾳ, ἐρεύγεται ρῆμα καί νύξ νυκτί ἀναγγέλει γνῶσιν» (στίχ. 3). Καί τί λέγουν οἱ μέρες καί οἱ νύκτες, ἡ μιά στήν ἄλλη; Λέγουν ὅτι οἱ οὐρανοί καί ὅλα εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ.
Οἱ «λόγοι» αὐτοί καί οἱ ἡμερονύκτιες αὐτές «λαλιές» τῶν οὐρανῶν δέν ἀκούγονται μέν (στίχ. 4), ἀλλά ὁ ἀντίλαλός τους γεμίζει ὅλη τήν γῆ καί τά λόγια τους φθάνουν μέχρι τά πέρατα τῆς οἱκουμένης. «Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτῶν» (στίχ. 5). Πραγματικά! Οἱ οὐρανοί, δέν μιλᾶνε μέν, γιά νά ἀκούσουμε μέ τά αὐτιά μας, ἀλλά μέ τήν μεγαλοπρέπειά τους, μέ τήν ἁρμονία τους καί τήν οὐράνια γαλήνη καί τάξη τους, κάνουν τό ἠχηρότερο κήρυγμα στούς ἀνθρώπους γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅλα εἶναι δικά Του δημιουργήματα.
3. Μετά ἀπό τήν γενική αύτή θεώρηση τῶν οὐρανῶν ὁ ποιητής μας, ἔρχεται τώρα γιά νά μιλήσει γιά κάθε ἕνα ἀπό τά οὐράνια σώματα. Καί ἀρχίζει ἀπό τόν μεγαλοπρεπέστατο ἥλιο.«Ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τό σκήνωμα αὐτοῦ», λέγει (στίχ. 5). Δυστυχῶς ὅμως ὁ λόγος αὐτός τοῦ ποιητοῦ μας εἶναι ἀκατανόητος, γιατί λείπει τό ὑποκείμενο. Ποιός ἔχει τό «σκήνωμά του», δηλαδή τήν σκηνή του, τήν κατοικία του, στόν ἥλιο; Ὁ Θεός; Ἀλλά πουθενά στήν Παλαιά Διαθήκη δέν φαίνεται ὅτι ὁ Θεός κατοικεῖ στόν ἥλιο. Δύσκολο τό χωρίο στήν ἑρμηνεία του. Καί ὁ Ζιγαβηνός λέγει ὅτι εἶναι «ἀσύντακτον» (Migne 128,253). Ἐδῶ ζητᾶμε τήν βοήθεια τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου πού λέγει ὅτι «ὁ ἥλιος ἔχει τό σκήνωμά του σ᾽ αὐτούς», δηλαδή στούς οὐρανούς. Ἔτσι λοιπόν τήν δύσκολη στήν ἑρμηνεία της φράση τοῦ ψαλμωδοῦ «ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τό σκήνωμα αὐτοῦ» θά νοήσουμε ὅτι ὁ ἥλιος ἔχει τήν σκηνή του στούς οὐρανούς. Εἶναι ἡ λαϊκή ἀντίληψη πού πίστευαν τότε, ὅτι ὁ ἥλιος ἀνατέλλοντας βγαίνει ἀπό τήν σκηνή του καί δύοντας ξαναμπαίνει σ᾽ αὐτήν, γιά νά ἀναπαυθεῖ. Τό στοιχεῖο αὐτό εἶναι λαϊκή ἀντίληψη, ἀλλά πρέπει νά μᾶς κάνει ἐντύπωση ὅτι ὁ ποιητής μας ἄφοβα τήν χρησιμοποιεῖ, γιατί καί αὐτή ἐξυπηρετεῖ τόν σκοπό του, τήν δόξα καί μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ, πού θέλει νά ὑμνήσει. Ἀξίζει νά παρατηρήσουμε ὅτι ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ὁμιλοῦν γιά ἀνάκτορο τοῦ ἡλίου, ὁ Ἰσραηλίτης πού ἔζησε σέ σκηνές στήν ἔρημο, ὁμιλεῖ γιά «σκήνωμα», γιά σκηνή τοῦ ἡλίου.
Στόν καταγάλανο οὐρανό τῆς Ἀνατολῆς ὁ ἥλιος ἀνατέλλοντας παρουσιάζεται μέ λαμπρή μεγαλοπρέπεια. Θαυμάζοντας τήν μεγαλοπρέπεια αὐτή τοῦ ἡλίου ὁ ποιητής μας παριστάνει ἐδῶ τόν ἥλιο ὡς νυμφίο πού ἐξέρχεται από τήν νυμφική παστάδα στολισμένος καί ἀπαστράπτοντας μέ τήν λαμπρότητα τῶν ἱματίων του. Λέγει λοιπόν ὁ ποιητής μας: «Καί αὐτός (δηλαδή ὁ ἥλιος) ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ» (στίχ. 6α).
Μετά τήν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου ὁ ποιητής μας θαυμάζει τό ὅτι, ὁ ἥλιος πάλι ἀκολουθεῖ πιστά τήν τροχιά του καί μάλιστα τήν τρέχει γρήγορα («δραμεῖν»), σάν γίγαντας, σάν ἥρωας:«Ἀγαλλιάσεται ὡς γίγας δραμεῖν τήν ὁδόν αὐτοῦ» (στίχ. 6β). Ὅπως ὁ γίγαντας, ὁ ἥρωας χαρούμενος καί μέ ταχύτητα τρέχει στόν ἀγώνα, ἔτσι καί ὁ ἥλιος ζωηρός πάντοτε («ἀγαλλιάσεται»), χωρίς νά κουράζεται, τρέχει τόν δρόμο του.
Ἀνατέλλοντας ὁ ἥλιος, κυριαρχεῖ στήν γῆ ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον, δίνοντας σ᾽ αὐτήν τό φῶς καί τήν θερμότητα. Γι᾽ αὐτό καί λέγει στό τέλος ὁ ποιητής μας γιά τόν μεγαλοπρεπῆ ἥλιο: «Ἀπ᾽ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ καί τό κατάντημα αὐτοῦ ἕως ἄκρον τοῦ οὐρανοῦ κάι οὐκ ἔστιν ὅς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ» (στίχ. 7). Ὁ ποιητής μας, ζῶντας στήν Παλαιστίνη μέ τό ξηρό καί θερμό της κλῖμα, μιλάει ἰδιαίτερα γιά τήν θερμότητα, τήν καύση τοῦ ἡλίου.
Τελείωσε ἐδῶ ὁ ψαλμός μας τόν λόγο του γιά τόν ἥλιο. Γιά ἄλλα οὐράνια σώματα δέν λέγει. Θά πρέπει ὅμως νά ὑποθέσουμε ὅτι ὑπῆρχαν στίχοι πού ἔκαναν λόγο καί γιά ἄλλα οὐράνια σώματα, ἀλλά κατά τήν συνένωση τοῦ ψαλμοῦ μας μέ τόν ἄλλο ψαλμό ἐξέπεσαν οἱ στίχοι αὐτοί.
Ἀς δοξάσουμε, χριστιανοί μου, τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ μας ἀπό τόν ὄμορφο κόσμο πού ζοῦμε καί ἄς λέμε πάντα: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφία ἐποίησας»!
Μέ πολλές εὐχές
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου