Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιανουαρίου 05, 2014

Σχέση Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού κατά τους Κολλυβάδες και δει κατά τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο


Με τη ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων και της κατ' αυτήν τελέσεως του Μεγάλου Αγιασμού, επιθυμούμε ν' αναφερθούμε στη σχέση αυτή του Μεγάλου, ως λέγεται, Αγιασμού, προς τον αποκαλούμενο Μικρό Αγιασμό, ο οποίος τελείται σε κάθε άλλη περίπτωση π.χ. Πρωτομηνιά, εγκαινισμούς οίκων, καταστημάτων κ. ά., με σκοπό να συμβάλλουμε στη αποφυγή των πολλών παρανοήσεων, αλλά και στην εξάλειψη των λανθασμένων απόψεων και εθιμικών διατάξεων σχετικά με τη σύγκριση των δύο Αγιασμών και την χρήση τους.
Οδηγό σ' αυτήν την προσπάθεια θα έχομε έναν από τους κυριώτερους εκπροσώπους της Φιλοκαλικής αναγέννησης του 18ου αιώνος, του κινήματος δηλ. των Κολλυβάδων, των Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος είχε ασχοληθεί με το θέμα εκτενώς.
Στην "Έκθεσή" του ο Άγιος Αθανάσιος, τονίζει ότι ο Μεγάλος Αγιασμός έχει α) Δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και β) τελείται μία φορά το χρόνο, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ως συμβολική ανάμνηση της δωρεάς της Θείας αναγεννήσεως από τον Χριστό. (Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι και την παραμονή των Θεοφανείων επεκράτησε από πολύ νωρίς να τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός για πρακτικούς κυρίως λόγους, αλλά και αυτή η τέλεση εντάσσεται στην εορτή των Θεοφανείων και κατά συνέπεια δεν θεωρείται ως δεύτερη και ανεξάρτητη).
Από την άλλη πλευρά ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός: α) τελείται στις νουμηνίες (αρχή του μήνα), αλλά και κάθε φορά που κρίνεται απαραίτητο, χωρίς ιδιαίτερα αυστηρές ρυθμίσεις, β) παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική και γ) φαίνεται ότι αρχίζει να εξαπλώνεται, ως αγιασματική ακολουθία, από το θαύμα το οποίον συνέβη στο Ναό της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής, όπως ο Άγιος Αθανάσιος αναφέρει.
Επομένως, όπως γίνεται αντιληπτό, η διάκριση η οποία παρατηρείται, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν υπονοεί, αλλ' ούτε σε καμιά περίπτωση συνιστά ουσιαστική διάκριση η διαφοροποίησή τους. Αν επιχειρήσουμε μάλιστα μια ερευνητική μελέτη στις ακολουθίες του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού, θα διαπιστώσουμε, ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επιβεβαιώνονται πλήρως. Κατ' αρχήν πρέπει να σημειώσουμε, ότι υπάρχει εμφανής ομοιότητα στις δύο Ακολουθίες αφού και στις δύο τελείται Αγιασμός ύδατος.
Στον Μεγάλο Αγιασμό παρατηρούμε, πως τόσο τα τροπάρια, που τον συνοδεύουν ("Φωνή Κυρίου επί των υδάτων..." ), όσο και τα αναγνώσματα από τις Προφητείες του Ησαΐου, έχουν έντονο συμβολικό χαρακτήρα της τέλεσής του σε ανάμνηση του Βαπτίσματος του Χριστού και εξ' αυτού παρουσιάζουν έντονο τον χαρακτήρα της Δεσποτικής εορτής. Σε αντίθεση ο Μικρός Αγιασμός διαφέρει σ' αυτό το σημείο, αφού η συνοδευτική υμνογραφία, περιέχει τροπάρια αφιερωμένα στη Θεομήτορα.
Στην μεγάλη εκτενή Δέηση και των δύο ακολουθιών δίδεται η πνευματική έννοια του λουτρού της παλιγγενεσίας ("υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος ..., του καταφοιτήσαι εν τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργεια, ..., του δωρηθήναι αυτοίς την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου, ...., του γενηθήναι το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος και προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον..." κ. α.), αλλά από τη Ιστορία της λατρείας μας είναι γνωστό ότι ο Αγιασμός των Θεοφανείων επηρέασε μορφολογικά, την ακολουθία του Μικρού Αγιασμού και κατά συνέπειαν θεωρούμε αυτές τις ομοιότητες αυθεντικά στοιχεία της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, τα οποία συμπλήρωσαν, αργότερα την ακολουθία που επιβλήθηκε από την ανάγκη τελέσεως Αγιασμού εκτός της εορτής των Θεοφανείων.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαστε και από το περιεχόμενο των ευχών του καθαγιασμού του ύδατος, που ακολουθούν.
Στο μεγάλο Αγιασμό έχομε μια νοηματική συνέχεια με την εκτενή Δέηση, που προηγείται, αφού ο Ιερεύς αιτείται επευχόμενος τον καθαγιασμόν του ύδατος, ώστε αυτό να γίνει: "Αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσητον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. ΄Ινα απάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον". Και μετά τη δεύτερη επίκληση το αγιασμένο ύδωρ, θα παρέχει "τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσιν τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν".
Στις καθαγιαστικές ευχές του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρη δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος χορηγεί την ευλογία που αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος και καταπέμπεται σ' αυτό η ευλογία και η χάρη των ιαμάτων, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών πόνων.
Κατά συνέπειαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ενώ στο Μικρό Αγιασμό δίδεται έμφαση στην ίαση των ψυχικών και σωματικών ασθενειών, στον Μεγάλο Αγιασμό, καίτοι υπάρχει και αυτό το αίτημα με παρόμοια άλλα, κυριαρχεί πλήρως η ευλογία της φύσεως των υδάτων με το βάπτισμα του Κυρίου, με όλο το βάρος και τις συνέπειες που έχει αυτή η αναμνηστική λειτουργική παρουσία ενός τέτοιου πραγματικού και σωτηριώδους γεγονότος για τη ζωή του όλου σώματος της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε πιστού χωριστά. Αποτελεί την αναδημιουργία της ύλης και δι' αυτής του κόσμου εν Χριστώ. Γι' αυτό και επαξίως ονομάζεται λουτρόν παλιγγενεσίας. Γιατί το αγιασμένο ύδωρ των Θεοφανίων δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος, στο οποίο βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός σε αναπαράσταση του βαπτίσματος του Χριστού και το οποίο αντλούσαν οι πιστοί πριν το βάπτισμα των κατηχουμένων, ως ευλογία, λόγος για τον οποίον θεσπίστηκε η τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού. Μάλιστα ο Μεγάλος Αγιασμός διατήρησε την τέλεσή του μέσα στη Θεία λειτουργία, όπως τελούνταν τόσο το Βάπτισμα, όσο και τα άλλα μυστήρια στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες, ενώ ο Μικρός Αγιασμός τελείται καθ' οιανδήποτε στιγμή και περίσταση, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς.
Η σύντομη αυτή αναδρομή στο περιεχόμενο των δύο Ακολουθιών, κάνει εμφανή μια τιμητική και καθαρά και μόνον συμβολικήν υπεροχή του Μεγάλου Αγιασμού έναντι του Μικρού, αφού υπερέχει η συμβολική ανάμνηση του αγιασμού της υλικής κτίσεως από τον Κύριο και θεωρείται ως αφετηρία αγιασμού των πάντων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός του μεν ως Μεγάλου του δε ως Μικρού Αγιασμού. Εξ άλλου, όπως παρατηρήσαμε, η ακολουθία του Μικρού Αγιασμού είναι φανερά επηρεασμένη από την ακολουθία του Μεγάλου και ως μεταγενέστερη αυτής, χωρίς να υπονοείται σε καμία περίπτωση διαφοροποίηση της αγιαστικής χάριτος των δύο Αγιασμών ή της μετοχής τους από τους πιστούς.
Αρχιμανδρίτης
ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ν. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ιεροκήρυξ
------------------------------------------------------


Βλ. Ι Μ. Φουντούλη,, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ.200
Του ιδίου Κείμενα Λειτουργικής, τ. Β΄Θέματα Ευχολογίου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 92, 105-106.
Του ιδίου, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ. 203

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2013

Η Πατερική παράδοση στα συγγράματα του Αγίου Αθανασίου Πάριου




Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΡΙΟΥ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΟΝΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι συνεχιστές του έργου των Αποστόλων είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι με το βίο τους και τα συγγράμματα τους αφήνουν στις επόμενες γενιές πνευματική παρακαταθήκη. Αυτοί εμφορούνται από το Άγιο Πνεύμα αφού με την ανιδιοτελή αγάπη προς τον άνθρωπο και το Θεό έφτασαν σε υψηλές βαθμίδες εμπειρίας της θεοποιού ακτίστου Χάριτος.
Η ιερά Παράδοσή της Ορθοδόξου Εκκλησίας βασίζεται τόσο στις αυθεντικές δογματικές αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, όσο και στα συγγράμματα των Πατέρων. Φύλακας της Ιεράς Παράδοσης είναι η Εκκλησία. Σκοπός της Ιεράς Παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι η θεραπεία και η ανακαίνιση της αμαρτωλής ψυχής του εκπεσόντα ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό, τα Μυστήρια έχουν τον ιαματικό χαρακτήρα που χρειάζεται. Η Εκκλησία, είναι ο θεανθρώπινος οργανισμός που δημιούργησε την Πατερική Παράδοση, η οποία έχει διαχρονικό και δυναμικό χαρακτήρα και η οποία συνεχίζεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος έως την συντέλεια των αιώνων.

Η Παράδοση, είναι εξαρχής μία, ολοκληρωμένη και πλήρης, επειδή παραδίδεται από τον Κύριο στους αποστόλους και από αυτούς στους Πατέρες, οι οποίοι την διαφυλάττουν εν Αγίω Πνεύματι και όταν υφίσταται ανάγκη, την εκθέτουν προς οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας. Η βίωση αυτή παραπέμπει στην εμπειρία των ίδιων των αποστόλων οι οποίοι ψηλάφισαν, άκουσαν, είδαν, γεύτηκαν την πραγματικότητα του εναθρωπήσαντος Υιού του Θεού στους ανθρώπους. Έτσι παραδίνεται από γενιά σε γενιά το γεγονός, το οποίο παραμένει ζωντανό και ισχύον.
Κατά τον Αθανάσιο τον Πάριο, στο έργο του «Περί Παραδόσεως», το οποίο εκδόθηκε από τον Π. Πάσχο, η Παράδοση «ἰδιάζει μόνῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ», δηλ. περιορίζεται στήν «ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν». Επιδίωξη του Παρίου είναι να διδάξει την αλήθεια, στηριζόμενος κυρίως στα πατερικά κείμενα, ότι αυτήν την άγραφη Παράδοση «ἴσα τῆς γεγραμμένης ὀφείλομεν φυλάττειν». Ο Πάριος στο «Περί Παραδόσεως» έργο επικεντρώνεται σε δύο μεγάλα θέματα του 18ου αι., στο «Περί της συχνής θείας Μεταλήψεως» και στο «Περί των Κολλυβαδικών ερίδων», ενώ στο έργο του Επιτομή σημειώνει άλλα δύο Κολλυβαδικά θέματα,
«τό μή νεκρολογεῖν ἐν Κυριακῇ» και «τό μή κλίνειν γόνυ ἐν Κυριακῇ».

Η περίοδος της μακρόχρονης δουλειας που περνούσε το Γένος ήταν μια επώδυνη κοινωνική, ηθική και πνευματική δοκιμασία. Το δεύτερο μισό του 18ου αι. αρχίζει να εμφανίζεται το Κολλυβαδικό κίνημα, το οποίο διέθετε μια πρωτοφανή δυναμική με κύριους εκφραστές τους˙ Μακάριο Νοταρά, Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, Χριστόφορο Προδρομίτη, Ιάκωβο Πελοποννήσιο, Παΐσιο Καλλιγράφο, κ.ά.
Ο Αθανάσιος Πάριος με τον βίο και τα συγγράμματα του αποτελεί άξιο συνεχιστή της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης. Υπερασπίζεται διακαώς τα ιερά δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας και αντιτίθεται στα δυτικά ρεύματα του Υλισμού και του Διαφωτισμού. Εργάζεται διαρκώς για την πνευματική του προκοπή έχοντας στην ζωή του αναπόσπαστα ενωμένα μεταξύ τους το ορθόδοξο δόγμα και το ορθόδοξο ήθος˙ «εἰ οὖν κατά τόν Ἀπόστολον ἀναγκαῖοι εἰσι τῇ ἐκκλησίᾳ οἱ διδάσκαλοι, ἵνα τά πρός οἰκοδομήν διδάσκωσι τούς πιστούς, ἄρα ἀναγκαία ἁπλῶς ἡ θεολογία τῇ ἐκκλησίᾳ˙ τί γάρ ἄλλο ἡ τῶν έναντι των νεοτεριστικών θέσεων των Διαφωτιστών με τις αθεϊστικές ιδέες και τον «ευσεβισμό», τα οποία καταπολέμησε με παρρησία, ώστε να προφυλάξει τους Ορθοδόξους από τον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση. Ο Πάριος επιχειρεί να αναχαιτίσει την ροή των νέων ιδεών από την αποχριστιανισμένη Δύση στην χριστιανική Ανατολή, ιδιαίτερα με τα έργα του α). Χριστιανική Απολογία, το οποίο το έγραψε και το εξέδωσε ύστερα από παράκληση του πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, στο οποίο και διαβάζουμε «Ζείλῳ θείῳ κινούμενος διά νά προξενήσω κάποιαν ὠφέλειαν εἰς τούς ἀδελφούς μου Χριστιανούς σύνθεσα τό βραχύ τοῦτο βιβλιάριον κατά τῶν ἀθεωτάτων Λιβερτίνων (Φιλελευθέρων) τρόπον τινά ὡσάν ἕνα προφυλακτικόν ἰατρικόν, εἰς ἐκείνους πού θείῳ ἐλέει ἀκόμα δέν ἔσχον τό βολταιρικόν φαρμάκι» καί β) Ἀντιφώνησις, το οποίο έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ἀντιφώνησις πρός τόν παράλογο ζῆλον τῶν ἀπό τῆς Εὐρώπης ἐρχομένων φιλοσόφων δεικνύουσα ποία εἶναι ἡ ὄντως καί ἀληθινή Φιλοσοφία. Τούτοις προσετέθει καί παραίνεσις ὠφελιμωτάτη πρός τούς ἀδεώς πέμποντας τους υἱούς των εἰς τήν Εὐρώπην χάριν πραγματείας».
Γενικά το συγγραφικό έργο του Αθανάσιου Πάριου είναι μια θεολογική προσφορά στα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής Θεόδωρος Ζήσης το κατατάσσει σε τρεις θεολογικούς τομείς .
α)Στον Απολογητικό τομέα στον οποίο ο άγιος αποκρούει τις κατηγορίες και τις αμφισβητήσεις κατά της Θεότητας του Χριστού. Επιπλέον τα συγγράμματα του κατά του Διαφωτισμού αντικρούουν τις κατηγορίες των άθεων εναντίον του κλήρου, των μοναχών και της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης.
β)Στον Δογματικό και Αντιαιρετικό τομέα ο Αθανάσιος Πάριος αντιτίθεται στον Πάπα και την αιρετική διδασκαλία του προβάλλοντας τους αγώνες και τη διδασκαλία των Αγίων Γρηγορίου Παλαμά και Μάρκου Ευγενικού.
γ) Στον Αγιολογικό και Λειτουργικό τομέα προβάλλει βίους αγίων και συνθέτει ακολουθίες. Εξηγεί και ερμηνεύει λειτουργικά και κανονικά ζητήματα.

Η εργασία χωρίζεται σε τρία κεφάλαια.

Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΣΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΡΙΟΥ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Τομέας Αγίας Γραφής και Πατερικής Γραμματείας

Σύμβουλος Καθηγήτρια
Άννα Καραμανίδου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011


Διαβάστε όλη την διατριβή στον σύνδεσμο:

SCRIBD PATERIKI


πηγή  / μεταφορά

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος : η Παπική εκκλησία είναι εκκλησία των πονηρευομένων




Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος :

"Η Δυτική εκκλησία είναι κακόδοξος και αιρετική. 
Αν δεν ήτο τοιαύτη, διατί ο Άγ. Σπυρίδων διώχνει από την 
εκκλησίαν του το αλτάριόν της, όχι με κανέναν άλλον 
μετριώτερον τρόπον, αλλά με τον πλέον φοβερώτερον, 
με έναν τρόπον, με τον οποίον εφανέρωσε, πόσην αποστροφήν
 και οργήν έχει εις εκείνην την εκκλησίαν των πονηρευομένων, 
δίδωντας εις όλεθρον και αφανισμόν, ως δυσεβείς και αλαζόνας,
 όλους εκείνους οπού με αυθάδειαν εφέροντο εις την αυτού 
αγιότητα;... Όντως, εκείνο όπου υπερβαίνει όλα του τα άλλα, 
και στεφανώνει τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνος, και όπου
 δικαίως, δεν πρέπει να ονομάζεται απλώς θαύμα, αλλά θαύμα
 θαυμάτων, ή να ειπώ ορθότερα, πρέπει να ονομάζεται,
 "Κρίσις του Ουρανού", είναι η παραδοξοτάτη καταστροφή των
 μιαρωτάτων Λατίνων, με την οποίαν τους απεδίωξεν από τον 
θείον του Ναόν όταν εμελέτησαν να τον μολύνουν... 
Λατίνοι, γνωρίσατε και καταλάβετε, ότι μεθ' ημών ο Θεός, 
μεθ' ημών η αλήθεια ο Χριστός, μεθ' ημών το Πνεύμα της 
αληθείας, μεθ' ημών των ταπεινών, των αείποτε μυριοτρόπως 
από εσάς πολεμουμένων και επιβουλευομένων..." 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2012

Φεύγετε την Ευρώπην



 Αγίου Αθανασίου Παρίου
Δεν δύναμαι, ούτε να ακούω ούτε να αναγινώσκω με υπομονήν τους ταλανισμούς του ημετέρου γένους, με το να πάσχη αμάθειαν της έξω φιλοσοφίας. Όλοι σχεδόν, όσοι εις τας ακαδημίας της Ευρώπης υπάγουσι και εκεί βλέπουσι τόσα πλήθη φιλοσόφων, άλλοι δια ζώσης φωνής και άλλοι εν τοις προλεγομένοις των βιβλίων, οπού εκδίδουσι εις το κοινόν φως, τόσους ταλανισμούς και τόσας θρηνολογίας κάνουσι του γένους μας δια την στέρησιν της έξω σοφίας, ώστε οπού και τυφλόν και σκοτεινόν και ελεεινόν και μυρίων δακρύων άξιον το ονομάζουσι, τόσος φαίνεται να είναι ο ζήλος των. Αλλά τάχα ο ζήλος αυτών ούτος, είναι ένας ζήλος επαινετός ή όχι;
Αδόκιμος κρίνεται ο ζήλος ούτος. Διατί; Επειδή του λείπει η επίγνωσις. Ήγουν διατί δεν αισθάνονται, ούτε διακρίνουσι τί θέλει να ειπή γη, και τί θέλει να ειπή ουρανός· τί θέλει να ειπή σώμα και τί θέλει να ειπή ψυχή· τί θέλει να ειπή κόσμος, και τί θέλει να ειπή Εκκλησία· τί θέλει να ειπή φιλοσοφία, και τί θέλει να ειπή Αγία Γραφή.
Ηξεύρω βέβαια πως ο λόγος ούτος ούτος θέλει φανή απαράδεκτος, και πολλούς έχει να λυπήση από εκείνους οπού μάλιστα και σεμνύνονται εις αυτήν (την φιλοσοφίαν) παρά εις την λογικήν τους ψυχήν. Όμως εγώ βάνοντας σκοπόν να ωφελήσω κοινώς, καθ’ όσον δυνηθώ, τους απλούς αδελφούς μου, δεν ψηφώ των ολίγων την ματαίαν λύπην και οργήν. Το παρόν μου εγχειρίδιον λοιπόν θέλει εξετάσει πρώτον, τί πράγμα είναι τούτη η φιλοσοφία, εις την οποίαν ούτως ακράτως οι ημέτεροι φέρονται και την οποίαν τόσον πολλά εκθειάζουσι και υπερυψώνουσι.
Μέγα τίποτας και εξαίσιον χάρισμα παρά Θεού εδόθη εις τον άνθρωπον ο νους. Τέχνας επινοεί, επιστήμας ευρίσκει διαφόρους [...] Και επειδή όλα αυτά οπού εξετάζει ο νους είναι ποιήματα Θεού, διά τούτο η φιλοσοφία, οπού είναι γνώσις τούτων απάντων, ονομάζεται από τους παλαιούς  γνώσις θείων πραγμάτων. Και η γνώσις αύτη λέγεται το θεωρητικόν μέρος της φιλοσοφίας. Διατί ονομάζεται πρακτικόν το άλλο μέρος, εκείνο οπού καταγίνεται εις την εξέτασιν των ανθρωπίνων πράξεων. Ανθρώπινα δε πράγματα λέγουσι τας αρετάς και τας κακίας. Τούτο είναι το μέρος εκείνο, οπού δείχνει εις τον άνθρωπον ποία είναι εκείνα οπού πρέπει να κάνη ως λογικός οπού είναι [...]
Η λογική ταύτη παιδεία δεν είναι διά τον ουρανόν, είναι διά την γην, διά τας πόλεις, διά τα βασίλεια, αυτή είναι ένα από τα οργανικά αγαθά, καθώς είναι δηλαδή τα χρήματα, τα κάλλη, η ρώμη του σώματος, τα αξιώματα και τα τοιαύτα, με ταύτην την διαφοράν, ότι αυτή είναι το πρώτον και τιμιώτατον των οργανικών καλών. Διατί όλα τα αλλά είναι και λέγονται υλικά και σωματικά, η δε μάθηση είναι λογική, δηλαδή της λογικής ψυχής γέννημα και καρπός εξαίρετος. Πλην και αυτή δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν, γίνεται ή καλή ή κακή. Λοιπόν η κατάχρηση της έξω σοφίας δίδει εις αυτήν το όνομα να λέγεται κακή. Δεν είναι όμως η κατάχρηση αυτή απλή και μονοειδής, αλλά πολλών λογιών. Πρώτη κατάχρηση ευρίσκεται εκείνη, οπού πολλοί την κρατούν εις μίαν υπόληψιν υπερτάτην, φρονούντες και λέγοντες πως αυτή μόνη, ήγουν η φιλοσοφία, είναι φως. Και όσοι την έχουν, εκείνοι μόνοι ιλλουμινάτοι και είναι και λέγονται, ήγουν φωτισμένοι. Οι δε άλλοι είναι σκοτεινοί και τυφλοί. Τέτοια ήτον η δόξα του παράφρονος Βαρλαάμ του Καλαβρού, και τέτοια είναι η των Γάλλων και των ομοίων τους. Δευτέρα κατάχρηση είναι εκείνη, οπού μερικοί καταγηράσκουσι και φθείρονται επάνω εις πράγματα πάντη άχρηστα, διά να επαινούνται πως είναι πνεύματα υψηλά και περίεργα. Τρίτη κατάχρηση είναι, οπού πολλοί ιερωμένοι, αφήνοντες την τάξιν τους και την ευσχημοσύνην του επαγγέλματός των, υπάγουν και κυλίονται εις τους βορβωρώδεις τόπους των αθεωτάτων γενών της Ευρώπης, διά να παραλάβουν μαθήματα πάντη ανοίκεια και αλλότρια του ιδίου των επαγγέλματος. Τετάρτη και τελευταία και χειρίστη απασών κατάχρηση είναι εκείνη, οπού τολμά να κρίνη και να ανακρίνή τας θείας γραφάς, και να μεταχειρίζεται την αντίθεον γλώσσαν της εναντίον εις την θείαν πρόνοιαν.
Ούτω γίνεται και κακή και ολεθρία και ψυχοβλαβεστάτη, και μίσους αξία και αποφυγής η έξω μάθηση. Λοιπόν δια να βάλλωμεν όρια εις εκείνους οπού θέλουν και καταδέχονται να μας ακούσουν, λέγομεν και συμβουλεύομεν να παύσουν και να λείψουν από μιας από την Ευρώπην, αν θέλουν να είναι και να μένουν Χριστιανοί…
Άξιον είναι να απορήση τινάς διά τον μυθολογικόν πίνακα του Κέβητος, ότι εκείνος ονομάζει εκεί ψευδοπαιδείαν όλα ομού τα είδη της φιλοσοφίας, και δεν είναι κανένας χριστιανός δεισιδαίμων εκείνος οπού τους δίδει αυτήν την επωνυμίαν. Είναι έλλην παλαιός, μάλιστα και από την καρδίαν της Ελλάδος, ήτοι από τας Θήβας της Βοιωτίας. Ιδού επί λέξεως, ούτοι δε, φησί, οι άνθρωποι οι έσω των περιβόλων ανακάμπτοντες τίνες εισίν; οι τας ψευδοπαιδείας, έφη, ερασταί  ηπατημένοι, οιόμενοι μετά της αληθινής παιδείας συνομιλείν. Τίνες ουν καλούνται ούτοι; Οι μεν ποιηταί, έφη, οι δε ρήτορες, οι δε διαλεκτικοί, οι δε μουσικοί, οι δε αριθμητικοί, οι δε γεωμέτραι, οι δε αστρονόμοι, οι δε ηδονικοί, οι δε περιπατητικοί, οι δε κριτικοί και όσοι άλλοι τούτοι εισί παραπλήσιοι.
Τώρα να ονομάση ψευδοπαιδείαν την ποιητικήν και την ρητορικήν και την διαλεκτικήν και αλλά τοιαύτα είδη μαθήσεως, και η ύλη το δέχεται και το είδος το συγχωρεί. Αλλά να λέγη ψευδοπαιδείαν την γεωμετρίαν και τα σύστοιχα αυτή μαθήματα, τούτο βέβαια είναι παράξενον και μεγάλης απορίας άξιον. Αλλά δεν ονομάζει ο Κέβης ούτε την γεωμετρίαν ούτε καμμίαν άλλην επιστήμην ψευδοπαιδείαν, ότι τάχα σφάλλει και δεν ορθοποδεί εις τας αποδείξεις της, όχι λέγω κατά τούτο. Αλλ’ επειδή παιδεία θέλει να ειπή αγωγή ωφέλιμος της ψυχής, επιμόνως πολλάκις των από κακίας κυλίδων αυτήν εκκαθαίρουσα. Και πάλιν παιδεία, ηθών κατόρθωσα επί το κρείττον φέρουσα.   Και   απλώς ειπείν, παιδεία εστίν η αρετή. Επειδή, λέγω, τούτο θέλει να ειπή παιδεία, και έπειτα καμμία από αυτάς,
έξω από την εδικήν τους παρουσίαν ήτοι έξω από την εδικήν τους γνώσιν, καμμίαν βελτίωσιν δεν κάνουσι της ψυχής, ούτε του θυμού, ούτε της επιθυμίας, αλλά και είναι και γνωρίζονται οι περισσότεροι από αυτούς εμπαθέστατοι, φαυλοβιότατοι, ανδράποδα των ηδονών, δούλοι των ιδίων τους παθών, και μηδέν κατά τα ήθη διαφέροντες των πάντη απαίδευτων και αμαθών, διά ταύτα ονομάζει ο Κέβης, αλλά και προ του Κέβητος ο Σωκράτης, ψευδοπαιδείαν την λογικήν, ήτοι την διά λόγων περαινομένην και ποριζομένην φιλοσοφίαν. Αληθινήν παιδείαν καλούνε την των αλόγων παθών κάθαρσιν και των αρετών πασών κατόρθωσιν, ήγουν την ανδρείαν, την δικαιοσύνην, την σωφροσύνην, την επιείκειαν, την πραότητα, την συμπάθειαν και τας λοιπάς εννοίας. Αι οποίαι με έναν λόγον, ηθική φιλοσοφία ονομάζονται και εις την μητέρα, ήτοι εις την ευδαιμονίαν, αυταί φέρουσι τον άνθρωπον. Και τοιούτοι φιλόσοφοι ήσαν και ωνομάζοντο οι αναχωρηταί και ασκηταί λεγόμενοι. Λοιπόν όταν και οι έλληνες ακόμη ονομάζουσι ψευδοπαιδείαν την γεωμετρίαν και τας άλλας λογικάς επιστήμας, ωσάν οπού καμμίαν ηθικήν ωφέλειαν δεν προξενούν εις την ψυχήν, μάλιστα και την γεμίζουν από φαντασίαν και δαιμονικήν υψηλοφροσύνην [...]
Με εσάς αδελφοί ομιλώ οπού έτι εδώ ευρίσκεσθε, και όλον ένα διανοείσθε και βουλεύεσθε, να κινήσητε ή να μη κινήσητε. Δεν ομιλώ με εκείνους οπού ήδη απήλθον. Ότι είναι περιττός διά  εκείνους κάθε λόγος, όχι μόνον διατί απήλθον, αλλ’ ότι και καλώς έπραξαν κομπάζουσι, και επήγαν και ήνοιξαν τα ομμάτιά τους.
Φεύγετε όσον δύνασθε την Εύρώπην. Και ακόμη και εκείνοι οπού έρχονται από την Ευρώπην. Ότι οι λόγοι τους ρέουσι από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλοίμονον, αυτοί απαραλλάκτως είναι εκείνοι διά τους οποίους ο προφήτης λέγει τάδε: ότι ουκ έστιν εν τω στόματι αυτών αλήθεια, η καρδία αυτών ματαία.
Εγώ κατά αλήθειαν φρίττω και αμηχανώ, όταν από το ένα μέρος στοχάζομαι την σημερινήν κατάστασιν της Ευρώπης, και από το άλλο μέρος βλέπω τούτους τους ημετέρους, οπού έτσι ακράτως φέρονται εις την απόλαυσιν των δήθεν καλών αυτής. Οι μεν γαρ εμπορίας χάριν, οι δε φιλοσοφίας, εκεί τρέχουσι. Φρίττω λέγω και απορώ. Διατί ένα καιρόν ημείς οι ανατολικοί είχαμεν φόβον διά εκείνους οπού επήγαιναν εις την Ευρώπην, μη τύχη και πάθουν ένα από τα δύο, ή την σωφροσύνην να χάσουν, ή να πέσουν εις λατινισμόν. Την σήμερον αυτά και τα δύο λογίζονται παραμικρά και σχεδόν το ουδέν ως προς το έσχατον και ακρότατον των κακών, την αθεΐαν. Οι γάλλοι την επαρρησίασαν, αποβάλλοντες κοινώς τον Χριστιανισμόν, από τον οποίον και προ τούτου χριστιανοί ονομαζόμενοι, δεν είχαν καμμίαν ωφέλειαν. Τα άλλα μέρη της Ευρώπης ακόμα γελούν τον εαυτό τους τάχα πως είναι χριστιανοί, ουδέ μόρφωσιν καν έχοντες, ει μη μόνους τους ναούς και πολλάς και μεγάλας καμπάνας και τας πυκνάς λιτανείας και τα ποικίλα και διάφορα σχήματα και τα βδελυκτά και θεοστυγή τάγματα και τα λεγόμενα μοναστήρια. Τα δε αλλά πάντα γάλλοι αυτόχρημα. Αυτοί οι ίδιοι οι φιλόσοφοι εις τους οποίους τρέχουσι ούτοι διά να λάβωσι το μέγα φως, ότι είναι φιλόσοφοι και το κομπάζουσι, χριστιανοί δε και να τους υπολαμβάνουν πως είναι αισχύνονται και το αναγουλιάζουσι.
Λοιπόν αυτοί οπού τόσον ακρατώς εκείσε τρέχουσι, τάχα δεν μανθάνουσι από άλλους πως η Ευρώπη είναι το χάος της απωλείας; Οι περισσότεροι όμως και ακούουσι και μανθάνουσι, αλλά δεν ψηφούσι τίποτας την τοιαύτην βροντήν. Μα διατί; Διατί πιστεύουσι εις τους λογισμούς των, ότι αυτοί δεν έχουν να πάθουν τίποτες. Έπειτα αφού υπάγουν και πάθουν, μάλιστα και καυχώνται εις την ελεεινήν τους  διαστροφήν. Λέγοντες πώς επήγαν και απέβαλον τας δεισιδαιμονίας, δεισιδαιμονίας ονομάζοντες οι κακοδαίμονες τας νενομισμένας νηστείας, τας προσευχάς τας ευλαβείας, σημεία και χρέη αχώριστα των ευσεβούντων Χριστιανών.
 πηγή: Επιμέλεια κειμένου· Παναγιώτης Νέλλας, Περιοδικό «Σύναξη», τεύχος 5, Χειμώνας 1983.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...