Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Μακάριος Νοταράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Μακάριος Νοταράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Μαΐου 10, 2015

Iκεσία αμαρτωλού

Του Αγίου Μακαρίου 
Iκεσία αμαρτωλού
Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλόπου δεν έκανα κανένα καλό μπροστά Σου.
Γλύτωσέ με από τον πονηρό και αξίωσέ με ακατάκριτα ν’ανοίγω το ανάξιο στόμα μου και ν’ανυμνώ το Πανάγιο όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Συγχώρησέ μου, Κύριε, κάθε της καρδιάς μου άτοπη επιθυμία, συ που ξέρεις καλά τις καρδιές των ανθρώπων.
Συγχώρησέ με που έρχομαι ανάξια κοντά Σου, γιατί σε πόθησα και σε ποθώ. Συγχώρησέ με τον αμαρτωλό, τον πονηρό, τον ψεύτη, τον ανυπόμονο, τον λιγόψυχο, τον αμελή στις θείες εντολές Σου, εμένα που αμάρτησα στη γη και στη θάλασσα και σε κάθε τόπο. Μπροστά στα αλάθητα μάτια Σου δεν έπαψα να εργάζομαι το πονηρό γιατί ο πονηρός δεν έπαψε να με μπλέκει στα δίχτυα του με γαστριμαργίες και ηδονές και πονηρές επιθυμίες, με δόλους και κενοδοξίες και βλαστημίες.
Αλλά συ, Κύριε, που είσαι ο μόνος ελεήμων και πανάγαθος, βοήθησέ με και σώσε με όπως έσωσες τον άσωτο, τον τελώνη, την πόρνη και τον ληστή. Ναι, φιλάνθρωπε Δέσποτα, μη με αποστραφείς τον αμαρτωλό και αχρείο, με τις πρεσβείες της Παναγίας Δέσποινας, και όλων των αγίων, γιατί είσαι ευλογητός στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2013

«Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον». (Ἁγίου Μακαρίου Ἐπ. Κορίνθου, Ἑρμηνεία στό «Πάτερ Ἡμῶν»)


«Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον»
Ὁ ἄρτος λέγεται ἐπιούσιος μὲ τρεῖς ἔννοιες. Καὶ γιὰ νὰ ξέρουμε, ὅταν προσευχόμαστε, ποιὸν ἄρτο ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μας, ἂς δοῦμε τὴ σημασία τῆς κάθε μίας ἔννοιας.
Πρῶτα-πρῶτα ἄρτος ἐπιούσιος λέγεται ὁ κοινὸς ἄρτος, τὸ ψωμί, ἡ σωματικὴ τροφή, ἡ ὁποία ἀναμειγνύεται μὲ τὴν οὐσία τοῦ σώματος, γιὰ νὰ αὐξάνει καὶ νὰ δυναμώνει τὸ σῶμα, ὥστε νὰ μὴν ὁδηγηθεῖ στὸ θάνατο.
Ἑπομένως, ἂν πάρουμε τὸν ἄρτο μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητοῦμε ἐκεῖνα τὰ φαγητὰ ποὺ φέρνουν στὸ σῶμα μας τρυφὴ καὶ ἡδυπάθεια, γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος λέει: «Ζητᾶτε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν λαμβάνετε, διότι δὲν ζητᾶτε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ ἀπαραίτητα, ἀλλὰ ἐπιδιώκετε ἐκεῖνα ποὺ θὰ συντελέσουν στὴν αὔξηση τῆς ἡδονῆς».
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: «Ἐπιδοθήκατε στὶς τρυφὲς καὶ στὴ σπατάλη, ἐδῶ στὴ γῆ, καὶ καλοθρέψατε τὰ σώματά σας τόσο, σὰν νὰ σᾶς εἶχαν γιὰ σφαχτάρια». Ἀλλὰ ὁ Κύριός μας λέει: «Προσέχετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, μὴν τύχει καὶ βαρύνει ὁ νοῦς σας ἀπὸ τὴ μέθη καὶ τὶς κοσμικὲς μέριμνες καὶ σᾶς αἰφνιδιάσει ἐκείνη ἡ ἡμέρα ἡ ἔσχατη». Γι’ αὐτὸ λοιπόν, μόνο τὴν ἀναγκαία τροφὴ πρέπει νὰ ζητοῦμε, διότι ὁ Κύριος συγκαταβαίνει στὴν ἀνθρώπινη ἀσθένειά μας καὶ προστάζει νὰ ζητοῦμε μόνο τὸν ἐπιούσιο ἄρτο καὶ ὄχι τὰ περιττά. Ἂν ἦταν διαφορετικά, δὲν θὰ ἔβαζε στὴν Κυριακὴ προσευχὴ τὸ «δὸς ἡμῖν σήμερον». Τὸ «σήμερον» ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ ἐξηγεῖ ὡς «πάντοτε». Τὸ χωρίο λοιπὸν αὐτὸ ἔχει συνοπτικὸ χαρακτήρα.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὀνομάζει τὸ σῶμα φίλο της ψυχῆς. Ὁ δὲ Παροιμιαστὴς νουθετεῖ τὴν ψυχὴ νὰ μὴν περιποιεῖται τὸ σῶμα «μὲ τὰ δύο πόδια». Δηλαδὴ νὰ μὴν ἔχει πολλὴ φροντίδα γι’ αὐτό, ἀλλὰ νὰ τὸ φροντίζει μόνο «μὲ τὸ ἕνα πόδι». Κι αὐτὸ πάλι νὰ γίνεται λίγες φορές, γιὰ νὰ μὴν τύχει, λέει, καὶ χορτάσει τὸ σῶμα καὶ σηκωθεῖ καταπάνω τῆς ψυχῆς καὶ κάνει ἐκεῖνα τὰ ἴδια κακὰ ποὺ μᾶς κάνουν οἱ δαίμονες, οἱ ἐχθροί μας.
Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέει: «Ὅταν ἔχουμε τροφὲς καὶ ἐνδύματα, ἂς ἀρκεσθοῦμε σ’ αὐτά, διότι ὅσοι θέλουν νὰ πλουτίσουν, πέφτουν σὲ πειρασμό, σὲ παγίδα τοῦ διαβόλου καὶ σὲ πολλὲς ἐπιθυμίες ἀνόητες καὶ βλαβερές, ποὺ βυθίζουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς καὶ στὸ χαμό».
Ἀλλὰ ἴσως κάποιος θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ τὸ ἑξῆς: Ἐπειδὴ μᾶς προστάζει ὁ Κύριος νὰ ζητοῦμε τὴν ἀναγκαία τροφὴ ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἂς κάθομαι ἀμέριμνος καὶ ἀργός, περιμένοντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει νὰ φάω. Σ’ αὐτὸν θὰ ἀπαντήσουμε, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ μέριμνα καὶ τὸ ἄγχος καὶ ἄλλο ἡ ἐργασία. Μέριμνα εἶναι ὁ περισπασμὸς καὶ ἡ ταραχὴ τοῦ νοῦ γύρω ἀπὸ πολλὰ καὶ ὑπερβολικὰ πράγματα, ἐνῶ ἐργασία εἶναι τὸ νὰ ἐργάζεται κάποιος, τὸ νὰ σπέρνει δηλαδὴ ἢ τὸ νὰ ἐξασκεῖ μία ἄλλη τέχνη.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ διακατέχεται ἀπὸ ἄγχος καὶ μέριμνα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχεῖ καὶ νὰ σκοτίζει τὸ νοῦ του, ἀλλὰ νὰ ἔχει ὅλη του τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀναθέτει σ’ Αὐτὸν κάθε μέριμνα, καθὼς τὸ λέει καὶ ὁ προφήτης Δαβίδ «ἐπιρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει», Δηλαδή, «ἄφησε στὸν Κύριο τὴ φροντίδα τῆς διατροφῆς σου καὶ Ἐκεῖνος θὰ σὲ διαθρέψει».
Ἂν τώρα κάποιος βασίζει τὴν ἐλπίδα του πιὸ πολὺ στὰ ἔργα τῶν χεριῶν του καὶ στοὺς κόπους του ἢ στοὺς συνανθρώπους του, θὰ ἀκούσει ἀπὸ τὸν προφήτη Μωυσῆ νὰ λέει στὸ Δευτερονόμιο: « Ὅποιος βασίζεται καὶ ἐλπίζει στὰ ἔργα τῶν χεριῶν του, εἶναι ἀκάθαρτος καὶ ὅποιος πέφτει σὲ πολλὲς μέριμνες καὶ φροντίδες, εἶναι ἀκάθαρτος. Καὶ ὅποιος συνεχῶς περπατάει μὲ τὰ τέσσερα, καὶ αὐτὸς εἶναι ἀκάθαρτος».
Καὶ περπατάει πάνω στὰ χέρια του ἐκεῖνος ποὺ στηρίζει ὅλη τὴν ἐλπίδα του στὰ χέρια, δηλαδὴ στὰ ἔργα ποὺ κάνουν τὰ χέρια καὶ στὴν τέχνη του, κατὰ τὸν ἅγιο Νεῖλο: «Περπατάει δὲ μὲ τὰ τέσσερα ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἐλπίδα του στὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ προσηλωμένο τὸ νοῦ του στὴν φροντίδα τους. Ὁ ἄνθρωπος δὲ ποὺ ἔχει πολλὰ πόδια εἶναι αὐτὸς ποὺ βασίζεται στὰ σωματικὰ σὲ κάθε περίσταση καὶ τὰ ἐναγκαλίζεται καὶ μὲ τὰ δύο του χέρια καὶ μὲ ὅλη του τὴ δύναμη».
Ὁ δὲ προφήτης Ἱερεμίας λέει: «Ἂς εἶναι καταραμένος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἐλπίδα του σὲ ἄνθρωπο καὶ στηρίζει τὴ δύναμή του πάνω σ’ αὐτὸν καὶ ἔτσι ἀπομακρύνει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὸν Κύριο. Καὶ ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει τὴν πεποίθησή του στὸν Κύριο καὶ ὁ Κύριος εἶναι ἡ ἐλπίδα του».
Ἄνθρωποι, γιατί ταραζόμαστε μάταια; Ὁ δρόμος τῆς ζωῆς εἶναι λίγος, ὅπως τὸ λέει καὶ ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβὶδ πρὸς τὸν Θεό: «Ἰδού, Κύριε, ἔκανες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου νὰ εἶναι τόσο λίγες, μετρημένες στὴν παλάμη τοῦ χεριοῦ. Καὶ ἡ σύσταση τῆς φύσεώς μου δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὴ δική σου αἰωνιότητα. Ὅμως, ὄχι ἐγὼ μόνο, ἀλλὰ τὰ πάντα εἶναι μάταια. Μάταιος εἶναι καὶ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο. Βέβαια, ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος ζεῖ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὄχι ἀληθινά, ἀλλὰ μοιάζει ἡ ζωή του σὰν μία ζωγραφισμένη εἰκόνα. Γι’ αὐτὸ μάταια ταράσσεται καὶ ἀποθηκεύει θησαυρούς. Στὴν οὐσία δὲν γνωρίζει γιὰ ποιὸν τοὺς συγκεντρώνει αὐτοὺς τοὺς θησαυρούς».
Ἄνθρωπε, ἔλα στὰ σύγκαλά σου. Μὴν τρέχεις σὰν τρελλὸς ὅλη τὴν ἡμέρα μὲ χίλιες φροντίδες. Καὶ πάλι τὴ νύχτα μὴν κάθεσαι νὰ λογαριάζεις τοὺς διαβολικοὺς τόκους καὶ τὰ διάφορα, γιατί ὅλη σου ἡ ζωὴ τελικὰ διέρχεται μέσα στοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Μαμμωνᾶ, δηλαδὴ στὰ πλούτη ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀδικία. Καὶ ἔτσι δὲν βρίσκεις λίγη ὥρα νὰ συλλογισθεῖς τὶς ἁμαρτίες σου καὶ νὰ κλάψεις γι’ αὐτές. Δὲν ἀκοῦς τὸν Κύριό μας πού λέει ὅτι «κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σὲ δύο κυρίους»; «Δὲν μπορεῖτε», λέει, «νὰ δουλεύετε καὶ στὸν Θεὸ καὶ στὸν Μαμμωνά». Μ’ αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε σὲ δύο ἀφέντες. Νὰ εἶναι δηλαδὴ ἡ καρδιά σας καὶ στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλοῦτο τὸν ἄδικο.
Καὶ γιὰ τὸ σπόρο ποὺ ἔπεσε στὰ ἀγκάθια, δὲν ἀκοῦς ποὺ λέει ὅτι τὸν ἔπνιξαν καὶ δὲν ἔκανε κανένα καρπό; Δηλαδὴ θέλει νὰ πεῖ ὅτι ἔπεσε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σὲ ἄνθρωπο ποὺ ἦταν βουτηγμένος στὶς φροντίδες καὶ στὶς μέριμνες τοῦ πλούτου καὶ δὲν ἔφερε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος κανένα καρπὸ σωτηρίας. Δὲν βλέπεις τὸν τάδε καὶ τὸν τάδε πλούσιο, ποὺ ἔκαναν καὶ αὐτοὶ τὰ ὅμοια μὲ σένα, καὶ σύναξαν πλοῦτο πολύ, ἀλλὰ ἔπειτα τὸν φύσηξε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ τὸν ἔχασαν καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν ἔχασαν καὶ τὸ νοῦ τους καὶ τώρα γυρίζουν γύρω-γύρω, ἔξω φρενῶν σὰν δαιμονισμένοι; Δίκαια βέβαια τὰ ἔπαθαν, ἐπειδὴ εἶχαν κάνει Θεὸ τὸν πλοῦτο καὶ εἶχαν τὸ νοῦ τοὺς προσηλωμένο σ’ αὐτόν.
Ἄκουσε, ἄνθρωπε, τὸν Κύριό μας ποὺ λέει: «Μὴ θησαυρίζετε γιὰ τὸν ἑαυτὸ σας θησαυροὺς στὴ γῆ, γιατί τοὺς ἀφανίζει ὁ σκῶρος καὶ οἱ κλέφτες ποὺ γκρεμίζουν καὶ τρυποῦν τοὺς τοίχους, γιὰ νὰ τοὺς συλήσουν». Καὶ δὲν πρέπει νὰ θησαυρίζεις ἐδῶ στὴ γῆ, γιὰ νὰ μὴν ἀκούσεις καὶ σὺ ἀπὸ τὸν Κύριο τὸν ἴδιο ἐκεῖνο φοβερὸ λόγο ποὺ εἶπε στὸν πλούσιο: «Ἀνόητε πλούσιε, αὐτὴ τὴ νύχτα σοῦ παίρνουν τὴν ψυχή, ὅσα θησαύρισες ποῦ θὰ τὰ ἀφήσεις»;
Ἂς ἔλθουμε στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μας καὶ ἂς ἀφήσουμε σ’ Αὐτὸν ὅλη τὴ φροντίδα τῆς ζωῆς μας καὶ Αὐτὸς θὰ φροντίσει, γιά μᾶς. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ἂς πλησιάσουμε τὸν Θεό, ὅπως μᾶς φωνάζει ὁ Προφήτης, λέγοντας : «Πλησιάστε τὸν Θεὸ καὶ θὰ φωτισθοῦν τὰ πρόσωπά σας καὶ δὲν θὰ ντροπιαστεῖτε, ὅτι μείνατε τἄχα ἀβοήθητοι».
Νὰ λοιπὸν ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ σᾶς ἐξηγήσαμε τὴν μία ἔννοια σχετικὰ μὲ τὸν ἐπιούσιο ἄρτο.
Δεύτερη ἔννοια:
Ἄρτος ἐπιούσιος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Δὲν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ τὸ ψωμί, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε λόγο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ».
Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ ὅλη ἡ Ἁγία Γραφή. Παλαιὰ καὶ Νέα. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἄντλησαν, σὰν ἀπὸ βρύση, ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ποτίζουν μὲ τὰ καθάρια νάματα τῆς θεόπνευστης διδασκαλίας τους. Γι’ αὐτὸ τὰ συγγράμματα καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν Πατέρων πρέπει νὰ τὶς δεχόμαστε ὡς ἄρτο ἐπιούσιο, γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὴν πείνα τοῦ λόγου τῆς ζωῆς, πρὶν νὰ πεθάνει τὸ σῶμα, καθὼς τὸ ἔπαθε καὶ ὁ Ἀδάμ, διότι παρέβηκε τὴ θεϊκὴ ἐντολή.
Ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμποδίζουν καὶ τοὺς ἄλλους, ἢ μὲ τὰ λόγια τους ἢ μὲ τὸ κακό τους παράδειγμα νὰ τὸ κάνουν, παρόμοια καὶ ὅσοι, ὄχι μόνο δὲν συνεργοῦν στὸ νὰ γίνονται σχολεῖα καὶ ἄλλα παρόμοια ἔργα, μὲ τὰ ὁποῖα προκόπτουν τὰ παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ ἐμποδίζουν ὅσους θέλουν νὰ βοηθήσουν, θὰ κληρονομήσουν τὸ «οὐαὶ» καὶ ἀλίμονο τῶν Φαρισαίων. Ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἱερεῖς ποὺ ἀμελοῦν καὶ δὲν διδάσκουν τοὺς ἐνορίτες τοὺς ὅσα χρειάζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς -ποὺ ὄχι μόνο δὲν διδάσκουν τὸ ποίμνιό τους τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ μὲ τὴν κακή τους ζωὴ γίνονται πρόσκομμα καὶ αἰτία ἀπώλειας στοὺς ἁπλοὺς Χριστιανοὺς- αὐτοὶ ὅλοι θὰ κληρονομήσουν τὸ «οὐαὶ» καὶ τὸ ἀλίμονο τῶν Φαρισαίων καὶ Γραμματέων, γιατί κλείνουν τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ οὔτε αὐτοὶ μπαίνουν μέσα σ’ αὐτὴν οὔτε αὐτοὺς ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ εἰσέλθουν τοὺς ἀφήνουν νὰ περάσουν. Γι’ αὐτὸ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, σὰν κακοὶ οἰκονόμοι, θὰ στερηθοῦν τὴν προστασία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ.
Πρέπει ἐπίσης καὶ οἱ δάσκαλοι, ὅσοι διδάσκουν τὰ παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν, νὰ τὰ παιδαγωγοῦν καὶ νὰ τὰ ὁδηγοῦν περισσότερο στὴ χρηστοήθεια, δηλαδὴ στὰ χρηστὰ ἤθη. Γιατί ποιὰ εἶναι ἡ ὠφέλεια, ἂν μάθει κάποιος γραμματικὴ καὶ ἄλλα φιλοσοφικὰ μαθήματα, ἀλλὰ παραμένει διεφθαρμένος στὰ ἤθη; Τί ὄφελος μποροῦν αὐτὰ νὰ τοῦ προξενήσουν; Ἢ ποιὰ προκοπὴ μπορεῖ νὰ κάνει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἴτε στὰ πνευματικὰ θέματα εἴτε στὰ κοσμικά; Καμία βέβαια.
Καὶ τὰ λέω αὐτά, γιὰ νὰ μὴν πεῖ καὶ σὲ μᾶς ὁ Θεὸς ἐκεῖνα τὰ λόγια ποὺ εἶπε στοὺς Ἑβραίους μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἀμῶς: «Ἔρχονται ἡμέρες, λέει ὁ Κύριος, ποὺ θὰ στείλω πείνα στὴ γῆ, πείνα ὄχι ἀπὸ ψωμί, οὔτε δίψα ἀπὸ νερό, ἀλλὰ πείνα καὶ δίψα ἀπὸ λόγο Κυρίου». Αὐτὸ τὸ ἔπαθαν οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ τὴ σκληρὴ καὶ ἀδιάλλακτη προαίρεσή τους.
Γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μὴν πεῖ καὶ σὲ μᾶς τέτοιου εἴδους λόγια ὁ Κύριος καὶ γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ καὶ σὲ μᾶς τέτοια φοβερὴ συμφορά, ἂς ξυπνήσουμε ὅλοι ἀπὸ τὸ βαρὺ ὕπνο τῆς ἀμέλειας καὶ ἂς τραφοῦμε μὲ τὸ λόγο καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Θεοῦ, ὁ καθένας ὅσο μπορεῖ, γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὸν πικρὸ καὶ αἰώνιο θάνατο.
Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη ἔννοια τοῦ ἐπιούσιου ἄρτου καὶ εἶναι τόσο σπουδαιότερη ἀπὸ τὴν πρώτη ἔννοια, ὅσο εἶναι σημαντικότερη καὶ πιὸ ἀπαραίτητη ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ σώματος.
Τρίτη ἑρμηνεία:
Ὁ ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὸ Ὁποῖο τόσο διαφέρει, ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ ἥλιος ἀπὸ τὴν ἀκτίνα. Κατὰ τὴ Θεία Μετάληψη, ὅλος ὁ Θεάνθρωπος ἥλιος εἰσέρχεται, ἑνώνεται καὶ ζυμώνεται μὲ ὅλο τὸν ἄνθρωπο. Φωτίζει, λαμπρύνει καὶ ἁγιάζει ὅλες τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς δυνάμεις καὶ αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, καὶ κυρίως, λέγεται ἄρτος ἐπιούσιος ἡ Θεία Κοινωνία τοῦ πανάχραντου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ συντηρεῖ καὶ συγκρατεῖ τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς καὶ τὴ δυναμώνει στὸ νὰ ἐκτελεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ τροφὴ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καθὼς τὸ λέει καὶ ὁ Κύριός μας: «Ἡ Σάρκα μου εἶναι ἀληθινὴ τροφὴ καὶ τὸ Αἷμα μου ἀληθινὸ ποτό» .
Ἂν κάποιος ἀμφιβάλλει ὅτι λέγεται ἄρτος ἐπιούσιος τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, ἂς ἀκούσει τί λένε γι’ αὐτὸ τὸ θέμα οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ πρῶτα-πρῶτα ὁ φωστήρας τῶν Νυσσαέων, ὁ θεῖος Γρηγόριος, λέει: «Ἂν ἴσως ἔλθει καμιὰ φορά εἰς ἑαυτὸν ὁ ἁμαρτωλός, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς, ἂν ἐπιθυμήσει τὴ θεία τροφὴ τοῦ Πατέρα του, ἂν ἐπιστρέψει στὴν πλούσια τράπεζά Του, θὰ ἀπολαύσει τὴν τράπεζα αὐτή, ὅπου ὑπάρχει πολὺς ἀπὸ τὸν ἐπιούσιο ἄρτο, ὁ Ὁποῖος τρέφει τοὺς μισθίους τοῦ Κυρίου. Μίσθιοι δὲ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δουλεύουν καὶ ἐργάζονται στὸν ἀμπελώνα Του, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ λάβουν τὴν πληρωμή τους στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Ὁ δὲ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης λέει: «Ἡ προσευχή, τὴν ὁποία ὁ Κύριος δίδαξε, δὲν περιέχει τίποτε τὸ γήινο, ἀλλὰ ὅλα ὅσα περιέχει εἶναι οὐράνια καὶ ἀποβλέπουν στὴν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς, ἀκόμα καὶ αὐτὸ ποὺ φαίνεται στὴν ψυχὴ πὼς εἶναι μικρὸ καὶ ἀνεπαίσθητο. Εἶναι γνώμη πολλῶν σοφῶν ἀνδρῶν ὅτι ὁ Κύριος θέλει, μὲ τὴν προσευχὴ αὐτή, νὰ μᾶς διδάξει τὴ σημασία τοῦ Θείου λόγου καὶ ἄρτου ποὺ τρέφει τὴν ἀσώματη ψυχὴ καὶ ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο εἰσέρχεται καὶ ἑνώνεται μὲ τὴν οὐσία της. Γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε καὶ ἐπιούσιος ἄρτος, γιατί ἡ ἔννοια τῆς οὐσίας περισσότερο ἁρμόζει στὴν ψυχὴ παρὰ στὸ σῶμα».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἐπίσης λέει: «Ὁ κοινὸς ἄρτος ποὺ τρῶμε, δὲν εἶναι ἐπιούσιος, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἄρτος θεωρεῖται ἐπιούσιος. Καὶ λέγεται ἐπιούσιος γιατί συγκροτεῖ ὅλη τὴ σύσταση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος».
Ὁ δὲ ἅγιος Μάξιμος λέει: «Ἂν διάγουμε τὴ ζωὴ μας σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τῆς Κυριακῆς προσευχῆς, ἂς δεχθοῦμε ὡς ἄρτο ἐπιούσιο, ζωτικὴ τροφὴ γιὰ τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ καὶ συντηρητὴ τῶν ὅσων μᾶς ἔχουν χαρισθεῖ, τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, διότι Ἐκεῖνος εἶπε: Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄρτος ποὺ κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ δίνω ζωὴ στὸν κόσμο». Αὐτὸ γίνεται μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καθενὸς ποὺ τὸν μεταλαμβάνει, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ γνώση καὶ τὴ σοφία ποὺ διαθέτει».
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐπίσης λέει: «Αὐτὸς ὁ ἄρτος εἶναι ἡ ἀπαρχὴ καὶ τὸ προοίμιο τοῦ μέλλοντα αἰώνα, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ λέγεται ἐπιούσιος. Ἡ ἔννοια «ἐπιούσιος» δηλώνει ἢ τὸν ἄρτο τοῦ μέλλοντα αἰώνα ἢ τὸν ἄρτο ποὺ τρώγεται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς οὐσίας μας. Ὅμως, εἴτε ἔτσι τὸ ἐννοήσεις εἴτε ἀλλιῶς, ὡς ἐπιούσιος ἄρτος προφανῶς πρέπει νὰ ὀνομασθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου».
Ἐπιπλέον καὶ ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος προσθέτει ὅτι «τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄρτος ἐπιούσιος, γιὰ τὸν Ὁποῖο προσευχόμαστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ Τὸν μεταλαμβάνουμε ἀκατακρίτως».
Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ Πατέρες θεωροῦν τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου ὡς ἄρτο ἐπιούσιο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀναιροῦν καὶ δὲν θεωροῦν καὶ τὸν κοινὸ ἄρτο ποὺ παρέχεται γιὰ τὴ σύσταση τοῦ σώματος ὡς ἐπιούσιο. Διότι καὶ αὐτὸς εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ καμιὰ τροφὴ δὲν θεωρεῖται καταφρονημένη ἢ ἀπορριπτέα, κατὰ τὸν Ἀπόστολο, ὅταν λαμβάνεται καὶ τρώγεται μὲ εὐχαριστία: «Τίποτε δὲν θεωρεῖται ἀπορριπτέο, ὅταν τὸ δεχόμαστε μὲ εὐχαριστία».
Ὁ κοινὸς ἄρτος, καταχρηστικὰ καὶ ὄχι μὲ τὴν κύρια σημασία του, λέγεται ἐπιούσιος, ἐπειδὴ δυναμώνει μόνο τὸ σῶμα καὶ ὄχι τὴν ψυχή. Κυρίως ὅμως καὶ κατὰ κοινὴ παραδοχή, ἄρτος ἐπιούσιος λέγεται τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, διότι δυναμώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Αὐτό μᾶς τὸ ἀποδεικνύουν μὲ τὴ ζωὴ τοὺς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους: Ὁ Μωυσῆς λ.χ. πού νήστεψε σαράντα ἡμέρες καὶ νύκτες, χωρὶς νὰ φάει τροφὴ σωματική. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας ποὺ νήστεψε σαράντα ἡμέρες. Ἐπίσης, μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου μας, πάρα πολλοὶ Ἅγιοι ἔζησαν γιὰ μεγάλα διαστήματα μόνο μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Ἁγία Κοινωνία, χωρὶς νὰ λάβουν τροφή.
Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς ποὺ ἀξιωθήκαμε νὰ ἀναγεννηθοῦμε πνευματικὰ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, εἶναι ἀνάγκη συνεχῶς νὰ λαμβάνουμε τὴν πνευματικὴ αὐτὴ τροφὴ μὲ θερμὴ ἀγάπη καὶ συντετριμμένη καρδιά, γιὰ νὰ ζοῦμε ζωὴ πνευματικὴ καὶ νὰ παραμένουμε ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὸ φαρμάκι τοῦ νοητοῦ ὄφεως, τοῦ διαβόλου. Διότι καὶ ὁ Ἀδάμ, ἂν ἔτρωγε ἀπ’ αὐτὴ τὴν τροφή, δὲν θὰ ὑφίστατο τὸν διπλὸ θάνατο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.
Αὐτὸ τὸν πνευματικὸ Ἄρτο πρέπει νὰ τὸν μεταλαμβάνουμε μὲ τὴν ἀνάλογη προετοιμασία, γιατί ὁ Θεὸς μας ὀνομάζεται Φωτιὰ ἡ ὁποία κατακαίει. Καὶ ἐκείνους βέβαια ποὺ τρῶνε τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ πίνουν τὸ ἄχραντο Αἷμα Του μὲ καθαρὴ συνείδηση καὶ ἀφοῦ πρῶτα κάνουν ἀληθινὴ ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν τους, αὐτὸς ὁ Ἄρτος τοὺς καθαρίζει, τοὺς λαμπρύνει καὶ τοὺς ἁγιάζει. Ἀλίμονο ὅμως σ’ ἐκείνους ποὺ κοινωνοῦν ἀναξίως καὶ χωρὶς νὰ ἐξομολογηθοῦν προηγουμένως στὸν ἱερέα τὶς ἁμαρτίες τους. Διότι ἡ Θεία Κοινωνία αὐτοὺς τοὺς κατακαίει καὶ φθείρει ἐντελῶς τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματά τους, ὅπως τὸ ἔπαθε ἐκεῖνος ποὺ εἰσῆλθε στοὺς γάμους, χωρὶς νὰ ἔχει τὸ ἀνάλογο ἔνδυμα, καθὼς ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο. Δηλαδὴ χωρὶς νὰ ἔχει ἔργα καὶ καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας.
Ἐκεῖνοι πάλι ποὺ ἀκοῦνε σατανικὰ τραγούδια, ἀνόητες συζητήσεις καὶ ἀνώφελες φλυαρίες ἢ ἄλλες παρόμοιες γελοιότητες, καθιστοῦν τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς ἀνάξιους νὰ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Παρόμοια καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν μέσα στὴν ἁμαρτία, δὲν μποροῦν νὰ μεταλάβουν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀθάνατη ζωή, στὴν ὁποία ὁδηγεῖ ἡ Θεία Κοινωνία, διότι θανατώνονται οἱ ψυχικές τους δυνάμεις ἀπὸ τὸ κεντρὶ τῆς ἁμαρτίας. Γιατί σαφῶς, ὅπως τὰ μέλη τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο εἶναι δεκτικά τῆς ζωτικῆς δυνάμεως, δέχονται καὶ τὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ψυχή, ἂν ὅμως σαπίσει ἢ παραμείνει ξερὸ κάποιο μέλος τοῦ σώματος δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ περάσει σ’ αὐτὸ ζωὴ -ἐπειδὴ ἡ ζωτικὴ δύναμη δὲν περνᾶ στὰ νεκρὰ μέλη- ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ζεῖ ἐφόσον δέχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ ζωτικὴ δύναμη. Ὅταν ὅμως ἁμαρτήσει καὶ γίνει ἀνεπίδεκτη τῆς ζωτικῆς δυνάμεως, τότε πεθαίνει ἡ ταλαίπωρη. Μετὰ δὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα πεθαίνει καὶ τὸ σῶμα. Καὶ ἔτσι χάνεται ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος στὴν αἰώνια κόλαση.
Μιλήσαμε λοιπὸν καὶ γιὰ τὴν τρίτη καὶ τελευταία ἔννοια τοῦ ἐπιούσιου ἄρτου, ὁ ὁποῖος εἶναι γιὰ μᾶς τόσο ἀναγκαῖος καὶ ὠφέλιμος, ὅσο εἶναι καὶ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προστρέχουμε συχνὰ στὰ Θεῖα Μυστήρια, νὰ μεταλαμβάνουμε μὲ φόβο καὶ ἀγάπη τὸν ἐπιούσιο Ἄρτο ποὺ ζητᾶμε στὴν Κυριακὴ προσευχὴ ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα μας, μέχρις ὅτου κρατάει τὸ «σήμερον».
Τὸ «σήμερον» ἔχει τρεῖς σημασίες: Πρῶτον, μπορεῖ νὰ σημαίνει τὴν κάθε ἡμέρα. Δεύτερον, ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἄνθρωπου. Καί τρίτον, τὴν παρούσα ζωὴ τῆς «ἑβδόμης ἡμέρας» ποὺ διανύουμε. Στὸν μέλλοντα αἰώνα δὲν ὑπάρχει «σήμερον» καὶ «αὔριον», ἀλλὰ ὅλος ὁ αἰώνας ἐκεῖνος εἶναι μία ἡμέρα αἰώνια.
Γνωρίζοντας λοιπὸν ὁ Κύριος ὅτι στὸν Ἅδη δὲν ὑπάρχει μετάνοια καὶ ὅτι, ὡς ἄνθρωποι μετὰ τὸ Βάπτισμα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σφάλλουμε, μᾶς προτρέπει νὰ λέμε στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μας: «Καὶ ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 11, 2013

«Γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». (Ἁγίου Μακαρίου Ἐπ. Κορίνθου, Ἑρμηνεία στό «Πάτερ Ἡμῶν»)



  «Γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς»
Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ μακάριο καὶ πιὸ εἰρηνικὸ πράγμα, οὔτε στὴ γῆ οὔτε στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸ νὰ κάνει κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἑωσφόρος ἦταν στὸν οὐρανό. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελε ὅμως νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γκρεμίστηκε στὸν Ἅδη. Ὁ Ἀδὰμ ἦταν μέσα στὸν Παράδεισο καὶ τὸν τιμοῦσε σὰν βασιλιὰ ὅλη ἡ κτίση. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν φύλαξε τὴ θεϊκὴ ἐντολή, ἔπεσε στὴν ἐσχάτη ταλαιπωρία. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δὲν θέλει νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καθολικὰ ὑπερήφανος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ μὲ τὸ δίκιο του, κατὰ κάποιο τρόπο, καταριέται αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ λέει: «Ἐπέπληξες, Κύριε, τοὺς ὑπερήφανους, ποὺ ἀρνοῦνται νὰ ὑπακούσουν στὸ νόμο Σου. Καταραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ παρεκκλίνουν ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν σου».
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει: «Οἱ ὑπερήφανοι κάνουν πολλὲς παρανομίες καὶ παραβάσεις».
Μὲ ὅλα αὐτὰ ὁ Προφήτης ἀποδεικνύει ὅτι αἰτία τῆς παρανομίας εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Καὶ τὸ ἀντίθετο, αἰτία τῆς ὑπερηφάνειας, εἶναι ἡ παρανομία. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ βρεῖ κανεὶς ἄνθρωπο ταπεινὸ ἀνάμεσα στοὺς παράνομους ἢ ἄνθρωπο νὰ φυλάττει τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσα στοὺς ὑπερήφανους, διότι ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἀρχὴ καὶ τέλος κάθε κακίας.
Θέλημα ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ νὰ κάνουμε τὰ καλά, καθὼς μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ προφήτης: «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν». Δηλαδὴ «παραμέρισε τὸ κακὸ καὶ κᾶνε τὸ καλό». Καλὰ δὲ εἶναι, ὅσα ἀναφέρονται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ὅσα μᾶς ἔχουν παραδώσει οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὄχι ὅσα ὁ καθένας μας ἀσύνετα διακηρύττει, τὰ ὁποῖα πολλὲς φορὲς εἶναι βλαβερὰ γιὰ τὶς ψυχὲς καὶ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια.
Ἂν ὅμως ἀκολουθοῦμε τὶς συνήθειες τοῦ κόσμου ἢ ἂν ὁ καθένας κινεῖται ἀνάλογα μὲ τὶς ἐπιθυμίες του, τότε, καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, δὲν θὰ ἔχουμε καμιὰ διαφορὰ ἀπὸ τοὺς ἄπιστους, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν οὔτε ἐφαρμόζουν τὶς Γραφές. Ἐπίσης δὲν θὰ διαφέρουμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ποὺ ζοῦσαν τὴν περίοδο ἐκείνη τῆς ἀναρχίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῶν Κριτῶν. Ἐκεῖ λοιπὸν λέει: «Ὁ καθένας ἔκανε ἐκεῖνο ποὺ ἔκρινε ὅτι εἶναι καλὸ γιὰ τὰ δικά του μάτια καὶ τὰ δικά του κριτήρια, διότι δὲν ὑπῆρχε βασιλιᾶς νὰ κυβερνήσει τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες».
Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο καὶ οἱ Ἑβραῖοι, ἤθελαν νὰ θανατώσουν τὸν Κύριό μας ἀπὸ τὸ φθόνο τους, ἐνῶ ὁ Πιλάτος ἤθελε νὰ τὸν ἀπολύσει, διότι δὲν ἔβρισκε σ’ Αὐτὸν αἰτία θανάτου. Ἐκεῖνοι ὅμως πῆραν τὸ λόγο καὶ εἶπαν: «Ἐμεῖς ἔχουμε νόμο, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο μας, πρέπει νὰ πεθάνει, ἐπειδὴ ὀνόμασε τὸν ἑαυτὸ του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ». Αὐτὰ ὅμως ἦταν ὅλα ψέματα. Γιατί ποῦ βρίσκεται στὸ νόμο ὅτι πρέπει νὰ πεθάνει ὅποιος θὰ ὀνομάσει τὸν ἑαυτὸ του υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον μάλιστα ἡ Ἁγία Γραφὴ ὀνομάζει τοὺς ἀνθρώπους θεοὺς καὶ υἱοὺς τοῦ Θεοῦ; «Ἐγὼ εἶπα ὅτι εἶσθε ὅλοι θεοὶ καὶ υἱοὶ τοῦ ὕψιστου Θεοῦ». Ὁπότε, λέγοντας οἱ Ἑβραῖοι «νόμο ἔχουμε», λένε ψέματα, διότι τέτοιος νόμος δὲν ὑπάρχει.
Βλέπεις, ἀγαπητέ, ὅτι ἔκαναν νόμο τὸ φθόνο καὶ τὴν κακία τους; Σ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀναφέρεται ὁ σοφὸς Σολομώντας, ὅταν λέει: «Ἂς κάνουμε νόμο τὴ δύναμή μας, γιὰ νὰ παγιδεύσουμε κρυφὰ τὸν δίκαιο». Ὁ νόμος βέβαια καὶ οἱ Προφῆτες ἔγραφαν ὅτι θὰ ἔλθει ὁ Χριστὸς καὶ θὰ σαρκωθεῖ καὶ θὰ πεθάνει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ὄχι ὅμως γιὰ τὸ σκοπὸ ποὺ ἔθεταν ἐκεῖνοι, οἱ παράνομοι.
Λοιπόν, ἂς προσπαθήσουμε νὰ μὴν πάθουμε κι ἐμεῖς ὅτι ἔπαθαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἂς φροντίσουμε νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μας καὶ ἂς μὴν πορευόμαστε ἔξω ἀπὸ ὅσα εἶναι γραμμένα στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ «οἱ ἐντολές Του δὲν εἶναι βαριές», καθὼς τὸ λέει καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του ἀνελλιπῶς στὴ γῆ, γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ Τὸν παρακαλοῦμε νὰ δίνει δύναμη καὶ σέ μᾶς καὶ νὰ μᾶς φωτίζει νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς τὸ ἅγιό Του θέλημα στὴ γῆ, καθὼς τὸ κάνουν οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι στὸν Οὐρανό. Διότι «χωρὶς τὴ δική Του συνέργεια, δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε». Καὶ ἔτσι ὅπως ὑποτάσσονται οἱ Ἄγγελοι χωρὶς ἀντιλογία σ’ ὅλα τὰ θεῖα προστάγματά Του, ἔτσι πρέπει νὰ ὑποτασσόμαστε κι ἐμεῖς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὸ θεῖο θέλημά Του, τὸ ὁποῖο περιέχεται μέσα στὶς Ἅγιες Γραφές, γιὰ νὰ ὑπάρχει εἰρήνη στὴ γῆ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὅπως καὶ στὸν Οὐρανὸ μεταξὺ τῶν Ἀγγέλων καὶ γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ λέμε μὲ παρρησία πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα μας: «Τὸν ἄρτον «ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον».

«Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου». (Ἁγίου Μακαρίου Ἐπ. Κορίνθου, Ἑρμηνεία στό «Πάτερ Ἡμῶν»)



Ἑρμηνεία στὸ «Πάτερ ἠμῶν»
 Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς
«Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου»
 Ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴ θέλησή της ὑποδουλώθηκε στὸν ἀνθρωποκτόνο διάβολο, γι’ αὐτὸ μᾶς προστάζει ὁ Κύριός μας νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μας νὰ μᾶς ἐλευθερώσει, ἀπὸ τὴν πικρὴ τυραννία τοῦ διαβόλου. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν γίνεται μὲ κανέναν ἄλλο τρόπο, παρὰ μόνο ἂν ἔλθει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, γιὰ νὰ διώξει ἀπὸ μᾶς τὸν τύραννο ἐχθρὸ καὶ νὰ μᾶς ἐξουσιάσει, καθότι στοὺς τέλειους ἁρμόζει νὰ ζητοῦν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἔχουν φθάσει στὴν τελειότητα τῆς πνευματικῆς ἡλικίας.Ὅσοι ὅμως ἔχουμε ἀκόμη τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως νὰ μᾶς βασανίζουν, ὅπως ἐγώ, δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ ἀνοίξουμε τὸ στόμα μας νὰ ζητήσουμε τέτοια πράγματα, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ στείλει τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς δυναμώσει στὸ θέλημά Του τὸ ἅγιο καὶ στὰ ἔργα τῆς μετάνοιας.
Διότι λέει ὁ Τίμιος Πρόδρομος: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασίλεια τῶν οὐρανῶν». Δηλαδή: «Μετανοεῖτε, γιατί ἔφθασε ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Σὰν νὰ λέει: Ἄνθρωποι, μετανοεῖτε γιὰ τὰ κακὰ ποὺ κάνετε καὶ ἑτοιμασθεῖτε γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖτε τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, δηλαδὴ Αὐτὸν τὸν Μονογενῆ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ ἐξουσιάσει καὶ νὰ σώσει ὅλον τὸν κόσμο.
Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ λέμε κι ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Ἂς ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ μᾶς καθαρίσει τελείως καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, ὥστε νὰ γίνουμε κατοικία ἄξια νὰ ὑποδεχθοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα, γιὰ νὰ βασιλεύσει στὸ ἑξῆς ὁ Θεὸς σέ μᾶς, δηλαδὴ μέσα στὶς καρδιές μας, καθὼς εἶναι γραμμένο: «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα στὴν καρδιά μας»». Καὶ σὲ ἄλλο χωρίο: « Ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ ἔλθουμε καὶ θὰ κατοικήσουμε σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπᾶ τὶς ἐντολές μου». Καὶ νὰ μὴν κατοικεῖ πιὰ στὴν καρδιά μας ἡ ἁμαρτία, καθὼς τὸ λέει, καὶ ὁ Ἀπόστολος: «Ἂς μὴ βασιλεύει πιὰ ἡ ἁμαρτία στὸ θνητὸ σῶμα σας, ὥστε νὰ ὑπακούετε σ’ αὐτὴν λόγῳ τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ σώματος».
Καὶ ἔτσι, παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπουράνιου Πατέρα μας καὶ νὰ λέμε χωρὶς ντροπὴ στὴν προσευχή μας: «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013

Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου». (Ἁγίου Μακαρίου Ἐπ. Κορίνθου, Ἑρμηνεία στό «Πάτερ Ἡμῶν»)




 
«Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»
Μήπως δὲν εἶναι τἄχα ἅγιο τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ παρακαλοῦμε νὰ ἁγιασθεῖ; Πῶς ἁρμόζει νὰ κάνουμε κάτι τέτοιο; Αὐτὸς δὲν εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἁγιότητας; Ἀπ’ Αὐτὸν δὲν ἁγιάζονται τὰ πάντα, ὅσα βρίσκονται στὸν Οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ; Πῶς λοιπὸν ἐδῶ μᾶς προτρέπει νὰ ἁγιάζουμε τὸ Ὄνομά Του;
Τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, εἶναι ἅγιο καὶ ὑπεράγιο καὶ πηγὴ ἁγιότητας. Καὶ μόλις τὸ ἀναφέρουμε ἁγιάζει ὅλα ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα τὸ ἀναφέρουμε. Δὲν ἐπιδέχεται δὲ καμμιὰ αὔξηση ἁγιότητας ἢ ἐλάττωση. Ὅμως ὁ Θεὸς θέλει καὶ ἀγαπᾶ νὰ δοξάζεται τὸ Ὄνομά Του καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματά Του, καθὼς τὸ λέει ὁ προφήτης καὶ ψαλμωδὸς Δαβίδ: «Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ». Δηλαδή:«Δοξάσατε τὸν Θεὸ ὅλα τὰ δημιουργήματά Του». Καὶ αὐτὸ τὸ ἀπαιτεῖ. Ὄχι τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅσο γιὰ νὰ ἁγιασθοῦν τὰ πλάσματά Του ἀπ’ Αὐτὸν καὶ νὰ δοξασθοῦν. Γι’ αὐτὸ πρέπει, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, νὰ τὸ κάνουμε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέει: «Εἴτε τρῶτε, εἴτε πίνετε, εἴτε κάνετε ὁ,τιδήποτε ἄλλο, νὰ τὸ κάνετε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἁγιάζεται τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπό μᾶς».
Καὶ τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἁγιάζεται, ὅταν κάνουμε ἔργα καλὰ καὶ ἅγια, ὅπως εἶναι καὶ ἡ πίστη μας ἁγία. Καὶ τότε, βλέποντας οἱ ἄνθρωποι τὴν καλή μας πολιτεία, οἱ μὲν πιστοὶ Χριστιανοὶ θὰ δοξάζουν τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς σοφίζει καὶ μᾶς ἐνδυναμώνει νὰ ἐργαζόμαστε τὸ καλό, οἱ δὲ ἄπιστοι θὰ ἔλθουν σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, βλέποντας ὅτι τὰ ἔργα μας, ἐπιβεβαιώνουν τὴν πίστη μας. Τὸ ἴδιο μᾶς παρακινεῖ καὶ ὁ Κύριος νὰ κάνουμε, λέγοντας: «Νὰ λάμπει μὲ τέτοιο τρόπο τὸ φῶς τῶν ἔργων σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ὥστε βλέποντας τὰ καλά σας ἔργα, νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας τὸν ἐπουράνιο».
Συμβαίνει βέβαια καὶ τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ νὰ βλασφημεῖται ἐξαιτίας μας τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς ἄπιστους, κατὰ τὸν Ἀπόστολο: «Τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ διασύρεται ἐξαιτίας σας ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες». Κάτι τέτοιο βέβαια δημιουργεῖ μεγάλη σύγχυση καὶ φοβερὸ κίνδυνο, διότι νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα οἱ ἄπιστοι, ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς προστάζει νὰ ἔχουμε μία τέτοια συμπεριφορά.
Γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μὴν ὑβρίζεται καὶ ἀτιμάζεται ὁ Θεὸς καὶ γιὰ νὰ μὴν κινδυνεύουμε κι ἐμεῖς νὰ δημιουργήσουμε γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας αἰώνια κόλαση, πρέπει νὰ φροντίζουμε, μαζὶ μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν εὐσέβεια, νὰ ἔχουμε ἐνάρετη ζωὴ καὶ πολιτεία.
Ἐνάρετη ζωή, ὅταν λέμε, ἐννοοῦμε νὰ ἐκτελοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ ὁ Ἴδιος μας τὸ ζητᾶ λέγοντας: «Ἂν μὲ ἀγαπᾶτε, θὰ πρέπει νὰ τηρήσετε τὶς ἐντολές μου». Καὶ θὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του, γιὰ νὰ φανερώσουμε τὴν ἀγάπη ποὺ τρέφουμε σ’ Αὐτόν. Γιατί ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του στερεώνεται καὶ ἡ πίστη μας πρὸς Αὐτόν.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει:
« Ἂν κάποιος δὲν μπορεῖ νὰ ἀναφέρει τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, παρὰ μόνο μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πολὺ περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὴν πίστη του ἀσάλευτη καὶ ριζωμένη, χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πῶς ὅμως θὰ μπορέσουμε νὰ ἑλκύσουμε τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γίνουμε ἄξιοι νὰ τὴ διατηρήσουμε πάντοτε στὴν ὕπαρξή μας; Μὲ τὰ καλὰ ἔργα καὶ τὴν ἄριστη βιοτή μας. Γιατί ὅπως τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ ἀνάβει μὲ τὸ λάδι καί, ὅταν ἐκεῖνο καεῖ σβήνει καὶ τὸ φῶς του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκχέεται πρὸς ἐμᾶς καὶ μᾶς φωτίζει. Ὅταν ἔχουμε ἔργα καλὰ καὶ ὅταν κατακλύζει τὴν ψυχὴ μας πολλὴ εὐσπλαχνία καὶ ἐλεημοσύνη γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἂν ὅμως ἡ ψυχὴ δὲν τὰ ἔχει ἐγκολπωθεῖ ὅλα αὐτά, τότε ἀναχωρεῖ ἡ Χάρη καὶ ἀπομακρύνεται ἀπό μᾶς.
Ἂς κρατήσουμε λοιπὸν μέσα μας τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὴν πλούσια φιλανθρωπία μας καὶ τὴν ἀνεξάντλητη ἐλεημοσύνη μας πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Διαφορετικά, θὰ ναυαγήσουμε καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη μας. Διότι καὶ ἡ πίστη χρειάζεται κυρίως τὴ βοήθεια καὶ τὴν παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ παραμείνει ἀδιάσειστη. Ἀλλὰ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνηθίζει νὰ κρατεῖται καὶ νὰ παραμένει μέσα μας, ἂν διαθέτουμε καθαρὴ ζωὴ καὶ ἐνάρετο βίο. Ἂν λοιπὸν θέλουμε νὰ ἔχουμε συνεχῶς ἑδραιωμένη τὴν πίστη μας, πρέπει νὰ διαθέτουμε ἅγια καὶ λαμπρὴ βιοτή, ἡ ὁποία θὰ πείθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ παραμένει καὶ νὰ συνέχει τὴν πίστη μας. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχει κάποιος ζωὴ ἀκάθαρτη καὶ διεφθαρμένη καὶ νὰ μὴν ἔχει διασαλευθεῖ ἡ πίστη του.
Καὶ γιὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀλήθεια αὐτοῦ ποὺ σᾶς λέω καὶ ὅτι οἱ πονηρὲς πράξεις λυμαίνονται τὴ σταθερότητα τῆς πίστεως, ἀκοῦστε τί γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τὸν Τιμόθεο: «Γιὰ νὰ πορεύεσαι», τοῦ λέει. «καὶ νὰ πολεμᾶς ἔχοντας αὐτὰ τὰ ὅπλα στὸν ὡραῖο σου ἀγώνα, δηλαδὴ νὰ ἔχεις πίστη καὶ καλὴ συνείδηση (ἡ ὁποία γεννιέται ἀπὸ τὴ σωστὴ ζωὴ καὶ τὰ καλὰ ἔργα). Αὐτὴ τὴ συνείδηση, κάποιοι ποὺ τὴν ἀπέρριψαν, στὸ τέλος ναυάγησαν καὶ στὴν πίστη τους».
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο πάλι λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία. Αὐτήν, ἐπειδὴ κάποιοι τὴν ἀγάπησαν, ἔχασαν τὴν πίστη τους καὶ πλανήθηκαν». Βλέπεις ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ἀγαθὴ συνείδηση καὶ αὐτοὶ πού ἀγάπησαν τὴ φιλαργυρία ἔχασαν τὴν πίστη τους;
Ὅλα αὐτὰ πρέπει, ἀδελφοί μου, νὰ τὰ συλλογισθοῦμε καλὰ καὶ νὰ φροντίσουμε νὰ εἶναι ἄριστη ἡ βιοτή μας, γιὰ νὰ εἶναι διπλοὺς καὶ ὁ μισθός μας. Ὁ ἕνας θὰ εἶναι γιὰ τὰ καλὰ καὶ θεάρεστά μας ἔργα καὶ ὁ ἄλλος γιὰ τὴ στερέωση τῆς πίστεώς μας. Διότι ὅ,τι εἶναι ἡ τροφὴ γιὰ τὸ σῶμα, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ ἡ ἐνάρετη πολιτεία γιὰ τὴν πίστη. Καὶ ὅπως ἡ φύση τοῦ σώματος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὴν ὑλικὴ τροφή, τὸ ἴδιο καὶ «ἡ πίστη χωρὶς τὰ ἔργα εἶναι νεκρή»».
Πράγματι, πολλοὶ εἶχαν πίστη καὶ ἦταν Χριστιανοί, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ἀγαθὰ ἔργα, ἔχασαν τὴ σωτηρία. Ἐμεῖς ὅμως ἂς φροντίσουμε καὶ γιὰ τὰ δύο, καὶ γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὰ καλὰ ἔργα, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ συνεχίσουμε ἄφοβα νὰ λέμε τὴν Κυριακὴ Προσευχή.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...