Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Μητρόπολις Δράμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Μητρόπολις Δράμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2012

ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ- ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΑΜΑΣ




«…νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»
                     
            Ἡ ἔναρξη τῆς Θείας Λειτουργίας γίνεται μέ τήν ἐκφώνηση τοῦ ἱερουργοῦ γιά τή δοξολόγηση τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρός και τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τώρα καί πάντοτε  καί στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία τό τέλος τῆς ἐκφώνησης, πού προτρέπει ἡ δοξολόγηση νά πραγματοποιεῖται «νῦν καί ἀεί», τώρα καί πάντοτε. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χαρακτηρίζεται ἀπό πολλούς ὡς «παραδοσιακή» μέ τήν ἔννοια πώς εἶναι προσκολλημένη στό παρελθόν μ’ ἕνα στεῖρο καί ὀπισθοδρομικό τρόπο. Εἶναι δηλαδή προσηλωμένη σέ παλιές καί ξεπερασμένες ἀντιλήψεις καί πρακτικές καί ἔτσι στέκεται ἐμπόδιο στήν πρόοδο καί γενικῶς στό καινούργιο, πού ἔρχεται. Στήν κατηγορία αὐτή ὑπάρχει μία παρεξήγηση, πού ἀδικεῖ τήν ἀλήθεια.
            Βεβαίως ἡ Ἐκκλησία εἶναι «παραδοσιακή» καί τοῦτο, γιατί στό παρελθόν βρίσκονται οἱ «ρίζες» καί τά «θεμέλιά της». Ἐκεῖ γιά πρώτη φορά διατυπώθηκαν καί θεμελιώθηκαν οἱ ἀλήθειές της καί ἑπομένως δέν εἶναι δυνατόν νά τό ἀρνηθεῖ ἤ νά τό ὑποτιμήσει αὐτό τό παρελθόν της. Θεμελιωμένη σ’ αὐτό τό θησαυρό τοῦ παρελθόντος της ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀντιμετωπίζει τό «νῦν», δηλαδή τό παρόν καί πρσβλέπει στό «ἀεί», πού εἶναι καί ἡ ἐσχατολογική προοπτική της. Ἄλλωστε μέ τόν τρόπο αὐτό βιώνεται ἡ αἰώνια ἀλήθειά της καί ἐπαληθεύεται μέσα στήν καθημερινότητα πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ὁ Ἀρχηγός, ὁ Κυβερνήτης της, εἶναι: «Χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας». (1) Δηλαδή ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ ἴδιος χτές, σήμερα καί γιά πάντα.
            Κάμνει ἐντύπωση πώς ὁ λειτουργικός χρόνος, δηλαδή ὁ χρόνος στήν ἐκκλησιαστική λατρευτική πράξη, δέ λειτουργεῖ μέ τή συμβατική διάκριση σέ παρελθόν, παρόν καί μέλλον, ἀλλά ὡς «συμπεπυκνωμένος λειτουργικός χρόνος». Αὐτό ὑποβοηθᾶ τόν πιστό νά ζεῖ τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος ὡς παρόντα καί σημερινά καί νά προγεύεται τά ἐρχόμενα τοῦ μέλλοντος. Ἔτσι δίδεται ἡ αἴσθηση τῆς αἰωνιότητας, πού εἶναι τό συνεχές καί διαρκές παρόν. Ἐντυπωσιακές εἶναι σέ πολλά λατρευτικά κείμενα οἱ ἐνεστωτικές ἐκφράσεις μέ τή διατύπωση τοῦ «σήμερον». Στό ἐκκλησιαστικό  ἔτος τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος, κατά ἕνα τρόπο, τά ζοῦμε ὡς σημερινά. Ἐνδεικτικά στίς μεγάλες ἑορτές ἀκούγεται: «σήμερον ὁ Χριστός ἐν Βηθλεέμ γεννᾶται…..», «σήμερον τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται ἡ φύσις….», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου…» κ.τλ. Τά παρελθόντα γίνονται παρόντα, ὡσάν νά τελοῦνται «νῦν» - τώρα. Ἀλλά καί ἐκεῖνα, πού θά συμβοῦν στό μέλλοντα αἰῶνα, στά ἔσχατα, ὁ λειτουργικός χρόνος τά προετοιμάζει καί δίδει μιά «πρόγευσή» τους. Ἰδιαίτερα ἡ μετοχή καί κοινωνία τοῦ πιστοῦ στό μυστήριο τῆς Θείας Μεταλήψεως, τοῦ προσφέρει τή δυνατότητα «τοῦ ἀρραβῶνος τῆς μελλούσης ζωῆς καί Βασιλείας», ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρεται στή σχετική ἀκολουθία. Ἔχει δηλαδή ὁ πιστός στό μυστήριο αὐτό μία «γεύση», ἐμπειρία, βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα ἄλλωστε καί μέ τή διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πώς εἶναι δυνατόν νά εἶναι καί «ἐντός ἡμὼν», μέσα μας καί γύρω μας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
            Τό «νῦν» καί τό «σήμερον» μέσα στή λατρευτική ζωή, ἐπειδή δέ δηλώνουν ἁπλῶς μόνο τό παρόν, ἀλλά ἐμπεριέχουν μέσα τους κάτι καί ἀπό τό παρελθόν καί κάτι ἀπό τό μέλλον, ἔχουν βαρύτητα ἀπό ἐκκλησιαστική ἄποψη. Κατά τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεώρηση τό «ἀεί», τό πάντοτε, κερδίζεται ἀπό τό κατά πόσον κάνουμε καλή χρήση καί ἀξιοποίηση τοῦ «νῦν», τοῦ ἐδῶ καί τώρα. Ἀπό τό «νῦν» χάνεται ἤ κερδίζεται τό «ἀεί», τό διαρκές παρόν, πού εἶναι ἡ αἰωνιότητα. Ἡ παροῦσα στιγμή, ὁ παρών χρόνος, ἡ παροῦσα ζωή καί ὁ παρών κόσμος δέν ὑποτιμῶνται ἀπό τούς πιστούς. Ἀντίθετα ἔχουν καθοριστική σημασία καί νοηματοδοτοῦν τήν ὅλη ἀνθρώπινη πορεία τους πάνω στή γῆ. Εἶναι ἐν προκειμένῳ χαρακτηριστικό τό αἴτημα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στόν Πατέρα Του γιά τούς μαθητές Του: «Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρης αὐτούς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἵνα τηρήσης αὐτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ».(2) Σέ παρακαλῶ, ὄχι νά τούς πάρεις ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά νά τούς προστατέψεις ἀπό τό διάβολο. Ἀλλά καί τά ἁγιογραφικά κείμενα εἶναι διαφωτιστικά γιά τή σημασία τοῦ «νῦν» καί τοῦ ἐδῶ καί τώρα : «Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρας σωτηρίας», νά τώρα εἶναι ὁ καιρός τῆς Χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας (3). Καί τό: «Νῦν γάρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἤ ὅτε ἐπιστεύσαμεν», γιατί τώρα ἡ τελική σωτηρία βρίσκεται πιό κοντά μας, παρά τότε πού πιστέψαμε (4).
            Εἶναι, λοιπόν, βασική ἀλήθεια τῆς πίστης μας, πώς «τό ἐδῶ» ὡς χῶρος καί τό «τώρα» ὡς χρόνος, συνθέτουν καί πλάθουν τήν ἱστορία τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά καί τήν προσωπική ζωή τοῦ καθενός. Τό «ἐδῶ» καί τό «τώρα» προδικάζουν ἀποφασιστικά τήν αἰώνια κατάληξή μας. Αὐτά τά δύο ἀποτελοῦν πολύτιμα κεφάλαια γιά τή ζωή, τήν πρόοδο καί τή σωτηρία τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Προσφέρονται ὡς ὕψιστα προσωπικά δῶρα τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἄνθρωπο, γιά νά μπορεῖ νά ἐπιτύχει καί τόν ἐπίγειο, ἀλλά καί τον οὐράνιο προορισμό του. Κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τό πρόσκαιρο καί τό αἰώνιο, τό «νῦν» καί τό «ἀεί» συνυπάρχουν καί ἀλληλοπεριχωροῦνται. Τό «νῦν» προετοιμάζει το «ἀεί» καί τό «ἀεί» νοηματοδοτεῖ τό «νῦν». Ὅλα τά τῆς ἐδῶ ζωῆς γιά τό πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ λειτουργοῦν ὑπό τό πρῖσμα τῆς αἰωνιότητας. (5)
                                  


(1) Ἑβραίους 13, 8
(2) Ἰωάννου 17, 15
(3) Β᾿ Κορινθίους  6 , 2
  (4) Ρωμαίους 13, 11
(5) Ἐπιλεκτικές περικοπές ἀπό τά βιβλία:
(α) «Ἡ θεολογική μαρτυρία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς λατρείας» τοῦ π. Γ. Μεταλληνου

Σάββατο, Δεκεμβρίου 10, 2011

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ - ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΑΜΑΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
«Οἱ Ἅγιοι, οἱ ἔμψυχες εἰκόνες»
(Ὁ Μέγας Βασίλειος)

Μέ τήν ἔναρξη τῆς Θείας Λειτουργίας, δέν ξεχνᾶμε νά καλέσουμε, γιά νά μᾶς βοηθήσουν καί νά πρεσβεύουν στήν προσευχή μας, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί ὅλους τούς Ἁγίους. «Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καί ἀειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τῶν Ἁγίων μνημονεύσαντες…». Ἀνοίγει ἀμέσως ἐμπρός μας ὁ φωτεινός καί ζωντανός κόσμος τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιατί ξεχωριστό γνώρισμα τῆς Ὀρθόδοξης λατρείας μας εἶναι ἡ τιμή στούς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Πρῶτα βέβαια - ὅπως σημειώναμε στό προηγούμενο κήρυγμά μας – στην Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού εἶναι ἡ «ἁγία ἁγίων μείζων». Ἡ θέση τῆς Παρθένου Μαρίας στήν πίστη μας καί τό ὄνομά της «Θεοτόκος» εἶναι γιά νά ποῦμε ἔτσι, τό θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας: Εἶναι Θεοτόκος, ἐπειδή ὁ Θεός Λόγος Σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος. Τό «Θεοτόκος» ἀνοίγει τή θύρα, γιά νά μποῦμε στόν ἅγιο Ναό, πού εἶναι τό μυστήριο τῆς Θείας Ἐνανθρώπησης.
Σ’ ἕνα ἀρχαῖο βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας, πού γράφτηκε ἀμέσως ὕστερα ἀπό τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, διαβάζουμε ἀπό μετάφραση τά ἑξῆς γιά τούς Ἁγίους: «Τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, τόν προσκυνοῦμε, καί τούς μάρτυρες τῆς πίστεως τούς ἀγαπᾶμε καθώς τούς ἀξίζει, γιά τήν ἀξεπέραστη ἀγάπη τους στόν Βασιλέα καί Διδάσκαλο. Μακάρι καί ἐμεῖς νά εἴμαστε μαζί τους καί συμμαθητές τους». Ἡ γλυκύτερη παρηγοριά, πού μᾶς δίνει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ὅτι μᾶς κρατάει ἑνωμένους μέ τήν ἀγάπη ὅλους τούς οἰκείους τῆς πίστεως ἀπό τήν ἀρχή μέχρι σήμερα, ὄχι μόνο τούς ὕστερα ἀπό τον Χριστό, ἀλλά καί τούς πρίν.
Αὐτή ἡ τιμή πρός τούς Ἁγίους, ὡς γνώρισμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔχει μιά πολύ βαθειά σημασία γιά τήν πίστη μας καί γιά τόν βίο μας. Διαρκῶς λέγεται καί γράφεται ὅτι αὐτό πού λέμε ἦθος, ἀρετή, ἁγιωσύνη δέν διδάκεται στούς Ὀρθοδόξους λαούς σάν θεωρητικός κανόνας, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον θά ζήσει ὁ πιστός. Ἀλλά ἡ ἀρετή καί ἡ ἁγιωσύνη εἶναι κάθε φορά ἕνα γεγονός καί ἕνα ζωντανό παράδειγμα στά Πρόσωπα τῶν Ἁγίων. Ὄχι ἡ δικαιοσύνη, ἀλλά ὁ δίκαιος. Ὄχι ἡ πραότητα, ἀλλά ὁ πρᾶος. Ὄχι ἡ ἁγιότητα, ἀλλά ὁ ἅγιος. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐπάνω στήν ὁποία βλέπουμε τήν ἀρετή καί τήν ἁγιωσύνη. Γι’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅπως ἀκούσατε στήν ἀρχή μᾶς εἶπε πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι «εἰκόνες ἔμψυχοι», δηλαδή εἰκόνες ζωντανές τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιωσύνης. (1)
Ὁ σεβασμός προς τούς ἁγίους συνδέεται στενά μέ τήν τιμή πρός τίς εἰκόνες. Οἱ εἰκόνες τοποθετοῦνται ὄχι μόνο στίς Ἐκκλησίες, ἀλλά καί στά σπίτια μας, ἀκόμα καί στά αὐτοκίνητά μας καί τά λεωφορεῖα. Αὐτές οἱ πανταχοῦ παροῦσες εἰκόνες ἐνεργοῦν ὡς σημεῖα συνάντησης τῶν ζώντων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας στούς Οὐρανούς. Οἱ εικόνες μᾶς βοηθούν νά βλέπουμε τούς ἁγίους ὄχι ὡς κάποιες ἀπόμακρες καί μυθικές φιγοῦρες τοῦ παρελθόντος, ἀλλά ὡς σύγχρονους καί προσωπικούς μας φίλους.(2) Ἀλλά ἀναλυτικό λόγο γιά τίς ἅγιες εἰκόνες θά ἔχουμε σέ ἑπόμενο κήρυγμά μας.
Ἡ Ὀρθόδοξη χριστιανική μας ζωή, εἶναι ζωή ἁγιότητας. Καί ἡ μίμηση τῶν Ἁγίων εἶναι μίμηση τῆς ἁγιότητάς τους, πού καλλιεργήθηκε κατά μίμηση καί μετοχή τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἅγιοι δέν εἶναι οἱ ἠθικῶς ἄμεμπτοι, δέν εἶναι οἱ ἀναμάρτυτοι, ἀλλά οἱ φορεῖς τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἅγιοι δέν εἶναι ἥρωες, ἀλλά ταπεινοί δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἤ οἱ εἰκόνες Του μέσα στήν ἱστορία. Οἱ ἅγιοι δέν προβάλλουν τήν ἀτομικότητά τους, ἀλλά την ἀφανίζουν, γιά νά φανερωθεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κενώνουν τό χῶρο τῆς ἀτομικῆς τους παρουσίας καί τόν προσφέρουν ὡς χῶρο φανερώσεως τοῦ Χριστοῦ. Τό ἦθος τῶν ἁγίων εἶναι ἦθος τοῦ Χριστοῦ. εἶναι ἦθος τοῦ ἀδιαίρετου Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἡ μίμησή τους εἶναι μίμηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι συμμόρφωση πρός τή ζωή Του. Ἐγκωμιάζοντας τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων καί κοσμῶντας τίς ἡμέρες τοῦ ἔτους μέ τίς μνῆμες τους, προτρεπόμεθα καί χειραγωγούμεθα στήν ἀρετή. Βέβαια τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων εἶναι πολλά καί γιά τούς πολλούς δυσπρόσιτα ἤ καί ἀπρόσιτα. Ἐπειδή ὅμως ἀρχίζουν μέ τήν ταπείνωση καί τή μετάνοια, ὅποιος αἰσθάνεται ἀδύνατος νά τούς μιμηθεῖ στά μεγάλα, μπορεί νά τούς μιμηθεῖ στήν ταπείνωσή τους καί τή μετάνοιά τους. (3)
Οἱ Ἅγιοι εἶναι μέτοχοι τῆς «Θείας δόξης». Μετά τήν Παναγία, εἶναι αὐτοί πού ἔχουν ἐνθεωθεῖ, δηλαδή αὐτοί πού ἔχουν πραγματοποιήσει αὐτό πού ὅλοι ζητᾶμε νά ἐπιτευχθεῖ γιά τόν καθένα μας. Ἔχουν ἐπιτύχει τό ἔσχατο. Ἔχουν διαποτιστεῖ άπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς Θεότητας. Εἶναι ἐνθεωμένοι. Εἶναι μετά τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦνε μετά τοῦ Χριστοῦ. Τό «ἐνθεωμένοι» σημαίνει πώς κατέχονται καί ζοῦν τήν Παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐσωτερικά μέσα τους, ἀλλά καί σ’ ὅλη τή βιοτή τους. Οἱ Ἅγιοι, ὅμως εἶναι «φίλοι τοῦ Θεοῦ», ἀλλά συγχρόνως εἶναι καί «φίλοι τῶν ἀνθρώπων». Zoῦνε σέ μιά μεσότητα αὐτῆς τῆς φιλίας. Τρόπον τινά, ὄντας αὐτοί τελειωμένοι, εἶναι σύνδεσμοι τῶν μή τελειωμένων μετά τοῦ Τελείου. Ὑπάρχουν αὐτοί, ἐνθεωμένοι, ὑπάρχουμε ἐμεῖς, πού δέν ἔχουμε φτάσει ἀκόμα σέ αὐτή τήν ἐνθέωση καί ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἀνάμεσα στόν Θεό καί σ’ ἐμᾶς ὑπάρχουν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτοί πρεσβεύουν ὑπέρ ἡμῶν. Μεσιτεύουν ὑπέρ ἡμῶν…. Ἡ διαφορά μας μέ τούς ἐπώνυμους Ἁγίους εἶναι ὅτι σέ μᾶς ἡ ἁγιότητα μᾶς χαρίζεται, μᾶς δωρίζεται, μᾶς προσφέρεται, ὅπως σ’ αὐτήν τή σημερινή σύναξή μας. Καί μετά τή χάνουμε καί πᾶμε νά τήν ξαναβροῦμε. Εἴμαστε σ’ ἕναν τραγικό διάλογο μ’ αὐτήν τήν ἁγιότητα. Ἐνῶ οἱ Ἅγιοι βρίσκονται εἰς τό διενεκές μέσα σ’ αὐτήν τήν ἁγιότητα. Καί αὐτή εἶναι ἡ διαφορά μας. Γι’ αὐτό ὅμως μποροῦν νά πρεσβεύουν ὑπέρ ἡμῶν καί νά μεσιτεύουν. (4)
Γιά τό ὑψηλό τους ὅμως αὐτό ἔργο, δέ σημαίνει νά τούς ἀποδίδουμε λατρευτική τιμή, πού ἀποκλειστικά ἀνήκει στόν Τριαδικό Θεό, τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεύμα. Τούς ἀνήκει μόνον ἡ τιμητική προσκύνηση. Αὐτό ἐπιβάλλεται νά τό συνειδητοποιοῦμε. Διαφορετικά μπορεῖ εὔκολα νά ἐκτραποῦμε ἀπό τήν αὐθεντική Ὀρθόδοξη στάση.


(1) «Ἡ Θεία Λειτουργία» τοῦ Μητροπολίτου Σερβίων καί Κοζάνης κυρός Διονυσίου Ψαριανού σελ. 99-100
(2) «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» Καλλίστου Γουέαρ Ἐπισκόπου Διοκλείας σελ. 406
(3) «Χριστιανική ἠθική» Γ. Μαντζαρίδη σελ. 271
(4) «Διερχόμενοι διά τοῦ Ναοῦ» Δ. Μαυροπούλου Θεολόγου σελ. 160 καί 169

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...