Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Μητρόπολις Δράμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Μητρόπολις Δράμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017

Ἡ Κυριακή τῆς Τυρινῆς

Σχετική εικόνα

Ἡ Κυριακή τῆς Τυρινῆς εἶναι ἡ πύλη πού μᾶς εἰσάγει στό στάδιο τῶν ἀρετῶν, στήν πνευματικότερη περίοδο τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἤ, καλύτερα, εἶναι ἡ πύλη πού μᾶς εἰσάγει στόν Παράδεισο. Διότι σκοπός τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάκτηση τοῦ Παραδείσου. Γι᾿ αὐτόν τό λόγο ἡ Κυριακή τῆς Τυρινῆς ἔχει ὡς περιεχόμενό της τήν ἀνάμνηση τῆς ἐξορίας τῶν Πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο.  Ἕνα περιεχόμενο θλιβερό! Στούς ὕμνους τῆς ἡμέρας ἀντηχεῖ ὁ θρῆνος τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας. «Ἐκάθισεν Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο». Ὁ Ἀδαμιαῖος θρῆνος εἶναι θρῆνος ὅλης τῆς κτίσεως. Μᾶς ὑπενθυμίζει τί εἴχαμε καί τί χάσαμε! Μᾶς παρακινεῖ νά χύσουμε δάκρυα πικρά καί νά πενθήσουμε. Νά πονέσουμε βαθιά πού προσβάλαμε τόν πολυεύσπλαχνο Κύριο καί νά τόν ἱκετεύσουμε λέγοντας: «Ἐλεήμων, ἐλέησόν με τόν παραπεσόντα»! 
Μέσα σ᾿ αὐτήν τήν προοπτική τῆς ἐπιστροφῆς στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τῆς ἀναβάσεως γιά τήν κατάκτηση τοῦ Παραδείσου τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα μᾶς ὑποδεικνύει τόν ἀνηφορικό δρόμο πού καλούμαστε μέ αὐταπάρνηση νά ἀκολουθήσουμε, τή θεία κλίμακα τῶν ἀρετῶν πού καλούμαστε μέ προθυμία νά ἀνεβοῦμε. Τρία σκαλοπάτια αὐτῆς τῆς κλίμακος προβάλλουν ἐνώπιόν μας: Ἡ συγχώρηση, ἡ νηστεία καί ὁ ἀληθινός θησαυρισμός τῆς ψυχῆς. 
            Ἡ συγχώρηση εἶναι τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀνόδου μας πρός τό Θεό, τό δυσκολότερο ἴσως, ἀλλά καί τό πιό ἀποφασιστικό.  Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι γιά νά εἰσέλθουμε στόν Παράδεισο εἶναι ἀναγκαῖο νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας. Πῶς, ὅμως, θά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας; Γιά νά μᾶς δοθεῖ ἡ συγχώρηση, εἶναι ἀπαραίτητο νά συγχωρήσουμε κι ἐμεῖς αὐτούς πού μᾶς ἔφταιξαν. Ὁ Κύριος δίνει τόσο μεγάλη σημασία στή συγχώρηση πού τήν θέτει ὡς ὅρο, γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας: «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Καί γιά νά δείξει πόσο ἀπόλυτη ἰσχύ ἔχει ὁ ὅρος αὐτός, τόν διατυπώνει καί ἀρνητικά:«Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν». Ἄν συγχωρεῖτε, μᾶς λέει, θά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες σας. Ἄν δέν συγχωρεῖτε, οὔτε οἱ δικές σας ἁμαρτίες θά συγχωρηθοῦν.
Νά συγχωροῦμε, λοιπόν, γιά νά μᾶς συγχωρήσει κι ἐμᾶς ὁ Θεός. Νά ἀγαποῦμε, γιά νά μᾶς ἀγαπήσει κι ἐμᾶς ὁ Θεός. Νά μακροθυμοῦμε, γιά νά μακροθυμήσει καί σέ μᾶς ὁ Θεός. Νά μήν ἐκδικούμαστε, γιά νά μήν τιμωρηθοῦμε ἀνάλογα μέ τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας.
 Τό δεύτερο σκαλοπάτι τῆς ἀνόδου μας πρός τό Θεό εἶναι ἡ νηστεία. Ὄχι, ὅμως, ὅπως τήν ἐννοοῦν οἱ πολλοί, νηστεία μόνο τῶν τροφῶν, ἀλλά καί τῶν παθῶν. Δέν νηστεύει μόνο τό στόμα, ἀλλά νηστεύουν καί τά μάτια, ὅταν δέν  περιεργάζονται τά ξένα κάλλη, καί τά πόδια, ὅταν μένουν μακριά ἀπό τούς δρόμους πού ὁδηγοῦν στήν ἁμαρτία, καί τά χέρια, ὅταν μένουν καθαρά ἀπό τήν ἁρπαγή καί τήν πλεονεξία, καί τά λοιπά μέλη τοῦ σώματός μας.
Ἐπίσης στόν ἀγώνα τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεώς μας ἀπό τά πάθη λαμβάνονται ὑπόψη καί τά ἐλατήρια μέ τά ὁποῖα ἀγωνιζόμαστε. Δέν νηστεύουμε, γιά νά φανοῦμε στούς ἀνθρώπους, ἀλλά γιά νά ξεριζώσουμε ἀπό τήν ψυχή μας «πᾶσαν κακίαν». Ὁ θεῖος Διδάσκαλος μᾶς διδάσκει νά ἀγωνιζόμαστε ταπεινά, νά ἐπιτελοῦμε ἀθόρυβα τά ἔργα μας τά πνευματικά. «Ἐν τῷ κρυπτῷ»! «Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ». Τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή καλούμαστε νά μετανοήσουμε βαθύτερα, νά νηστέψουμε, νά προσευχόμαστε θερμότερα, νά προσερχόμαστε συχνότερα στό Ποτήριο τῆς ζωῆς. Πολύ ὡραῖα αὐτά τά παλαίσματα! Ἀλλά δέν τά κάνουμε, «πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Νά ἀγαπήσουμε «τήν κρυπτήν τῶν ἀρετῶν ἐργασίαν καί Θεῷ φαινομένην μόνῳ», μᾶς προτρέπει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Πόσο πλανᾶται ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος πού θέλει νά φαίνεται! Ἡ ἁγιότητα ἀγαπᾶ νά κρύβεται. Καί ὁ Κύριος « ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ»  θά ἀποδώσει τήν ἀμοιβή Του «ἐν τῷ φανερῷ». 
 Τό τρίτο σκαλοπάτι τῆς ἀνόδου μας πρός τό Θεό εἶναι ὁ ἀληθινός θησαυρισμός τῆς ψυχῆς. Πολλοί ἀρέσκονται νά θησαυρίζουν «θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς». Δίνουν τήν ἀγάπη τους στόν πλοῦτο, λησμονώντας πόσο ἐπισφαλεῖς εἶναι οἱ ἐπίγειοι θησαυροί. Ἄλλοτε ὁ «σής», ὁ σκόρος, ἄλλοτε ἡ «βρῶσις», ἡ σκουριά τούς κατατρώγουν καί τούς ἀχρηστεύουν. Κι ἄλλοτε «κλέπται διορύσσουσι καί κλέπτουσι». Τούς κλέβουν καί τούς ἐξαφανίζουν ἐπιτήδειοι κλέφτες.
Τί κρίμα, νά δίνουμε τήν καρδιά μας γιά πράγματα πρόσκαιρα πού ἐξαφανίζονται, ὅπως ὁ ἀτμός! Τή στιγμή πού ὑπάρχουν θησαυροί ἄφθαρτοι, θησαυροί ἀσύλητοι, οὐράνιοι! Εἶναι ἡ γνωριμία μας μέ τόν Σωτήρα Χριστό, οἱ ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς, τά ἔργα τῆς ἀγάπης, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ χορτασμός τῆς ζωῆς τῆς μακαρίας καί αἰωνίου! Σ᾿ αὐτούς τούς θησαυρούς νά δίνουμε τήν ἀγάπη μας. Διότι «ὅπου ἐστίν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν», ἐπιλέγει ὁ Κύριος.  
Ὅσοι δέν γεύθηκαν τούς οὐράνιους θησαυρούς, αἰσθάνονται ἱκανοποίηση ἔχοντας κτήματα πολλά, περιουσία μεγάλη! Ἐνῶ ἀντίθετα ὅσοι γεύονται τούς οὐράνιους θησαυρούς, ἀπολαμβάνουν πνευματικές καὶ θεῖες ἀπολαύσεις, προγεύονται τὸν γλυκύτατο παράδεισο, ἀναπαύονται πλήρως στό θεϊκό πλοῦτο. Ἀδελφοί, ὅσοι παράδεισό τους ἔχουν ἀναδείξει τούς ἐπίγειους θησαυρούς καί τίς φθηνές χαρές τῆς γῆς, ματαίως κοπιάζουν, ματαίως ἐλπίζουν, ματαίως περιμένουν τή χαρά τοῦ Παραδείσου!  Ἐδῶ στή γῆ θά σβήσουν οἱ χαρές τους. Καί θά μείνουν γιά πάντα ἔξω «τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς». Μακριά ἀπό τή χαρά τῆς θείας Βασιλείας.
Ἐνῶ ἀντίθετα ὅσοι παράδεισό τους ἔχουν τούς οὐράνιους θησαυρούς, ἡ ψυχή τους ἑλκύεται ἀδιάκοπα πρός τά ἄνω! Ἀλλά γιά νά χαιρόμαστε τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ στήν ἀτελεύτητη μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, ὀφείλουμε νά ὑπερνικήσουμε τήν ἐμπαθῆ μνησικακία, τήν ἀπατηλή κενοδοξία καί τήν ἀκόρεστη φιλοπλουτία! Ἔτσι θά βιώσουμε τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς περίοδο πνευματικότερου ἀγῶνος, περίοδο ψυχικῆς ἀνατάσεως καί ὡς ἀνοδική πορεία πρός τήν εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2015

Κυριακή 12 Ἰουλίου 2015 (ΣΤ΄ Ματθαίου) «Θάρσει, τέ­κνον, ἀ­φέ­ω­νταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τί­αι σου» (Ματθ. θ' 2).

«Θάρσει, τέ­κνον, ἀ­φέ­ω­νταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τί­αι σου» (Ματθ. θ' 2).
  Ἀ­δελ­φοί, ὁ Πα­ρά­λυ­τος τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς βρι­σκό­ταν στό κρεβ­ά­τι τοῦ πό­νου ἐξ αἰ­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του, γι᾿ αὐτό φοβόταν ὅτι δέν θά τόν θεραπεύσει ὁ Χριστός. Ἀλλά ὁ Κύ­ρι­ος δέν τόν παρατηρεῖ, δέν τόν προσβάλλει, δέν τόν ἐκθέτει δημοσίως. Ἀλλά τί κάνει; Τόν σπλαχνί­ζε­ται στήν κατάσταση τῆς ἀσθένειας πού βρισκόταν καί τοῦ ἀ­πευ­θύ­νει τρυ­φε­ρότατη προ­σφώ­νη­ση.  – Ἔχε θάρρος, παι­δί μου, ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου. Τοῦ φέρεται μέ ἀπέραντη ἀγάπη καί φιλανθρωπία, διότι εἶναι Θεός ἐλέους καί οἰκτιρμῶν!
   Θά ἐ­ξε­τά­σου­με, λοιπόν, σήμερα πῶς ἐκ­δη­λώ­νε­ται ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θεοῦ στίς ἀ­σθέ­νει­ές μας, στή με­τά­νοι­ά μας καί στίς ποι­κί­λες ἀ­νά­γκες μας.
   Πρωτίστως ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται στίς ἀσθένειές μας. Πα­ρ᾿ ὅ­λο πού προ­ό­δευ­σε τόσο πολύ ἡ ἰ­α­τρι­κή ἐ­πι­στή­μη, πλήθη ἀσθενῶν ὑποφέρουν ἀπό ποικίλες ἀσθένειες! Πολ­λές ἀ­πό τίς ἀ­σθέ­νει­ες αὐ­τές πα­ρα­χω­ροῦ­νται ὡς πι­κρός καρ­πός τῆς πα­ρα­κο­ῆς, ἐ­πει­δή εἴ­μαστε ἀ­πό­γο­νοι τοῦ Ἀ­δάμ καί τῆς Εὔας. Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χουν καί ἀ­σθέ­νει­ες πού προ­έρ­χο­νται ἀ­πό δι­κή μας ὑ­παι­τιό­τη­τα. Ἰ­δί­ως ὅ­σες ὀ­φεί­λο­νται σέ ἠ­θι­κές πα­ρε­κτρο­πές ἔρ­χο­νται ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς με­γά­λης ἀ­πο­στα­σί­ας πού πα­ρα­τη­ρεῖ­ται στήν ἐ­πο­χή μας.
   Ἀλ­λά ἀ­πό τή στι­γμή πού θά ἀρ­ρω­στή­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι, στή δύσκολη κατάσταση πού βρίσκονται ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἐνίσχυση, παρηγοριά καί ἐλπίδα!  Ὅ­λους αὐ­τούς τούς ἀ­σθε­νεῖς ποι­ός θά τούς ἐνισχύσει; Ποι­ός ἄλ­λος ἀ­πό τόν πο­λυ­εύ­σπλα­χνο Κύ­ρι­ο; Αὐ­τός συμπαρίσταται στόν πό­νο τοῦ κά­θε πο­νε­μέ­νου· στή θλίψη τοῦ κά­θε θλιμ­μέ­νου· στά βά­σα­να τοῦ κά­θε βα­σα­νι­σμέ­νου. Δέν θέ­λει νά μᾶς ἀ­φή­σει ὀρ­φα­νούς.  Δέν θέ­λει νά μᾶς ἀ­φή­σει χω­ρίς προ­στα­σί­α. Θέ­λει νά εἶ­ναι γι­ά πά­ντα μα­ζί μας.
   Ὁ πιστός χριστιανός δέν νοιώθει μοναχός, αἰ­σθά­νε­ται νά τόν ἐνισχύει ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. «Προ­ω­ρώ­μην τόν Κύ­ρι­ον ἐ­νώ­πι­όν μου δι­ά πα­ντός, ὅ­τι ἐκ δε­ξι­ῶν μού ἐ­στιν, ἵ­να μή σα­λευ­θῶ»!  Ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι εἶ­ναι   «ὁ πα­τήρ τῶν οἰ­κτιρ­μῶν καί Θε­ός πά­σης πα­ρα­κλή­σε­ως» καί με­τα­δί­δει μυ­στι­κά τή θεί­α Του Χά­ρη στίς πο­νε­μέ­νες ψυ­χές! Χύ­νει βάλ­σα­μο πα­ρη­γο­ρί­ας στίς καρδιές! Μᾶς ὁδη­γεῖ στή σω­τη­ρί­α καί τή λύ­τρω­ση!
   Δεύ­τε­ρον, ἡ εὐ­σπλαχνί­α τοῦ Θε­οῦ ἐκ­δη­λώ­νε­ται στή με­τά­νοι­ά μας. Ἐ­μεῖς ἁ­μαρ­τά­νου­με καθημερινῶς, ἀ­σω­τεύουμε, ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα! Ἀλ­λά ὁ φι­λάν­θρω­πος Κύριος πε­ρι­μέ­νει τήν ἐ­πι­στρο­φή μας. Προ­σέ­ξα­τε μέ πό­ση στορ­γή μί­λη­σε στόν Πα­ρά­λυ­το; - Παι­δί μου, τοῦ εἶ­πε, ἔ­χε θάρ­ρος. Ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μα­ρτί­ες σου. Γύ­ρι­σε στό σπί­τι σου, τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεῖ θά ἀ­πο­λαμ­βά­νεις εἰ­ρή­νη καί γα­λή­νη. Κο­ντά μου θά βρεῖς τήν ὑ­γεί­α τῆς ψυ­χῆς σου καί τήν ὑ­γεί­α τοῦ σώ­μα­τός σου.
  Καί δέν εἶ­ναι ὁ Πα­ρά­λυ­τος ὁ μό­νος στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­δει­ξε στορ­γή ὁ Κύ­ρι­ος. Μέ τήν ἴ­δι­α ἀ­γά­πη καί κα­λο­σύ­νη δέ­χε­ται ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἁ­μαρ­τω­λό ἐ­πι­στρέ­φει με­τα­νο­η­μέ­νος κο­ντά Του. Δέν τόν διώχνει, δέν ἀποστρέφει τό πρόσωπό Του, δέν τοῦ κλείνει τήν πόρτα, ἀλλά τόν σπλαχνίζεται καί τόν συγχωρεῖ. Φορτώνεται στούς ὤμους Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Μᾶς ἠρεμεῖ ἀπό τίς τύψεις τῆς συνειδήσεως. Μᾶς ἀναπαύει ψυχικά. Μᾶς χαρίζει τό θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης. Τό μόνο πού μᾶς ζητεῖ εἶναι νά ἐπιστρέψουμε στήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα! Νά ποῦμε τό ἥμαρτον. Νά ἐξομολογηθοῦμε μέ εἰλικρίνεια τά κρίματά μας στόν Πνευματικό. Τότε Ἐκεῖνος χαρίζει τήν ἄφεση. Παρέχει συγχώρηση. «Δι­α­νοί­γει ἀ­γκά­λας πα­τρι­κάς» καί μᾶς δέχεται πάλι κοντά Του.
Τρίτον, ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται στίς ποικίλες ἀνάγκες μας. Στήν ἐποχή μας μέ τήν ἀνεργία καί τό ὑψηλό κόστος τῆς ζωῆς, μέ τήν οἰκονομική κρίση πού ξέσπασε πάρα πολλές οἰκογένειες ἄρχισαν νά δυσκολεύονται οἰκονομικῶς καί χρειάζονται στήριγμα. Ποιός θά προστατεύσει τίς χῆρες, τά ὀρφανά, τόν ἐμπερίστατο ἀδελφό; Ποιός ἄλλος ἀπό τόν πολυεύσπλαχνο Κύριο; Ἡ εὐσπλαχνία Του εἶναι «ἀμέτρητος», πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα. Εἶναι ἄφατος, πέρα ἀπό τόν ἀνθρώπινο λόγο. Ἡ ἀγαθή Πρόνοια Του ἐπεκτείνεται μέχρι λεπτομερειῶν γιά ὅλες τίς ἀνάγκες μας. Καί εἶναι πολύ φυσικό νά συμβαίνει αὐτό, διότι ἐάν ὁ Κύριος προνοεῖ γιά ὅλα τά δημιουργήματά Του, πολύ περισσότερο προνοεῖ γιά τόν ἄνθρωπο, πού τόν ἔπλασε μέ τά θεϊκά χέρια Του καί τόν ἀνασταίνει μέ τό Αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του.
Χειροπιαστή ἀπόδειξη ὁ Παράλυτος τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Δέν τοῦ συγχωρεῖ μόνο τίς ἁμαρτίες, ἀλλά τοῦ χαρίζει καί τή θεραπεία τοῦ σώματος. Δέν ἀρκεῖται ἁπλῶς νά τοῦ πεῖ «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», ἀλλά προσθέτει «ἔγειρε, ἆρον τόν κράββατόν σου καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκον σου».
Ἀδελφοί, πλέουμε στό «ἄπειρον πέλαγος» τῆς θείας εὐσπλαχνίας. Δέν στηριζόμαστε στή δικαιοσύνη μας. «Οὐ γάρ ἐποιήσαμέν τι ἀγαθόν ἐπί τῆς γῆς». Στηριζόμαστε στά ἐλέη Του καί τούς οἰκτιρμούς Του, στήν ἄπειρη εὐσπλαχνία Του.
Νά μάθουμε, λοιπόν, νά ἐπικαλούμαστε τό μέγα ἔλεος Του στίς ἀσθένειές μας, στή μετάνοιά μας καί στίς ποικίλες ἀνάγκες μας καί θά νιώθουμε νά μᾶς θωπεύει τό ἁπαλό χάδι τῆς θείας εὐσπλαχνίας Του. Θά αἰσθανόμαστε τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά θερμαίνει τίς καρδιές μας, νά δημιουργεῖ στό ἐσωτερικό μας αἰσθήματα βαθυτάτης εὐχαριστίας καί εὐγνώμονος δοξολογίας καί νά κινεῖ τά χείλη μας σέ αἶνο δοξολογίας πρός τόν Θεό, γιά νά δοξάζεται καί ἀπό μᾶς τό ὑπερένδοξο καί ὑπερύμνητο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Σάββατο, Ιουνίου 20, 2015

Κυριακή 21 Ἰουνίου 2015 (Γ΄ Ματθαίου) «Ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά» (Ματθ. στ' 26)

     Ἀδελφοί, οἱ ἄνθρωποι συχνά στενοχωριόμαστε, ἀνησυχοῦμε, κατα-λαμβανόμαστε ἀπό ἀγωνιώδη μέριμνα γιά τό τί θά φᾶμε, τί θά πιοῦμε, τί θά φορέσουμε! Ἀγωνιοῦμε γιά τή μόνιμη καί θερινή κατοικία μας, γιά τήν ἐπαγγελματική καί οἰκογενειακή ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν μας.
            Γιατί, ὅμως, ἀγωνιοῦμε; Διότι λησμονοῦμε ὅτι ὑπάρχει Οὐράνιος Πατέρας, γεμάτος ἀγάπη καί στοργή γιά τά πλάσματά του. Λησμονοῦμε τήν ἀγαθή Πρόνοιά Του. Σήμερα θά ἐμβαθύνουμε, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν, στό μέγα κεφάλαιο τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ.
            Ὁ Πανάγαθος Θεός δέν εἶναι μόνον ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, ἀλλά καί ὁ Προνοητής καί ὁ Κυβερνήτης του. Δέν ἔπλασε τόν κόσμο καί κατόπιν τόν ἐγκατέλειψε, ὅπως ὑποστηρίζουν μερικοί, ἀλλά συνεχίζει νά προνοεῖ γιά τήν συντήρηση καί τήν αὔξησή του.
            Προνοεῖ γιά τά μεγάλα καί καταπληκτικά δημιουργήματα τοῦ σύμπαντος, τούς φωτεινούς καί σκοτεινούς γαλαξίες, τά δισεκατομμύρια τῶν ἀστέρων τῆς ὑλικῆς δημιουργίας Του. Ἁπλώνει τή στοργική Πρόνοιά Του στή γῆ μας καί τή συντηρεῖ μέχρι λεπτομερειῶν. Αὐτός κανονίζει τίς ἐποχές τοῦ χρόνου, γιά νά δημιουργηθοῦν κατάλληλες συνθῆκες γιά καρποφορία. Ἐνδιαφέρεται γιά τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ καί τά ντύνει μέ τόση ὀμορφιά πού δέν μποροῦσε οὔτε ὁ Σολομών μέ ὅλη τή δόξα του νά ντυθεῖ σάν ἕνα ἀπ᾿ αὐτά. Φροντίζει γιά τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, τά ὁποῖα δέν καλλιεργοῦν τή γῆ, οὔτε σπέρνουν, οὔτε θερίζουν, οὔτε συγκεντρώνουν καρπούς στίς ἀποθῆκες. Καί ὅμως· δέν στεροῦνται τά πρός τό «ζῆν», διότι «ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά».
             Ἀλλά ἄν ἐνδιαφέρεται ὁ ἅγιος Θεός γιά τό πῶς θά ἀναπτυχθοῦν τά λουλούδια ἤ πῶς θά συντηρηθοῦν τά πουλιά, πολύ περισσότερο ἐνδιαφέρεται γιά τήν κορωνίδα τῶν δημιουργημάτων του, τόν ἄνθρωπο, πού τόν ἔπλασε μέ τά θεϊκά χέρια Του καί τόν ἀνασταίνει μέ τό Αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του.  Εἶναι πλούσιος Πατέρας καί χαίρεται νά μοιράζει σέ ὅλους τά ἀγαθά Του. «Ἀνατέλλει τόν ἥλιον αὐτοῦ ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους»! Πολύ περισσότερο ἐκδηλώνει τήν ἀγάπη καί τή στοργή Του στά ἀφοσιωμένα παιδιά Του, πού τόν ἀναγνωρίζουν Πατέρα τους καί τόν ἐπικαλοῦνται στήν προσευχή τους. Ὁ πολύπαθος Δαβίδ τό καταθέτει αὐτό ἀπό τή μεγάλη πείρα του: «Νεώτερος ἤμην καί γάρ ἐγήρασα, καί οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον οὐδέ τό σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους».
              Νά θυμηθοῦμε πῶς προνόησε γιά τή συντήρηση τῆς πατριαρχικῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰακώβ στά ἑπτά χρόνια τοῦ λιμοῦ! Γιά νά προλειάνει τό ἔδαφος, ἔστειλε πολύ νωρίτερα στήν Αἴγυπτο τόν πάγκαλο Ἰωσήφ καί τόν ἀνέδειξε ἀντιβασιλέα της. Ἐπίσης νά θυμηθοῦμε μέ τί θαυμαστό τρόπο ἔτρεφε τούς Ἰσραηλίτες 40 χρόνια στήν ἔρημο! Δέν τούς ἔλειψαν οὔτε τό «μάννα», οὔτε τά ὀρτύκια, οὔτε τό ἄφθονο δροσιστικό νερό, οὔτε ἡ σκιά τήν ἡμέρα, οὔτε ἡ φωτεινή νεφέλη τή νύκτα! Νά θυμηθοῦμε τόν προφήτη Ἠλία! Τόν κυνηγοῦσαν νά τόν φονεύσουν οἱ ἄνδρες τοῦ Ἀχαάβ. Αὐτός, γιά νά σωθεῖ, κρύφτηκε στόν ξεροπόταμο Χορράθ. Κι ὁ ἅγιος Θεός τοῦ ἔστελνε τό φαγητό τῆς ἡμέρας μέ κόρακες. Σέ ἄλλη περίπτωση εὐλόγησε τό ἀλεύρι καί τό λάδι τῆς χήρας στά Σάρεπτα καί μ᾿ αὐτό τό ἐλάχιστο ἀλεύρι καί τό ἐλάχιστο λάδι μπόρεσαν νά ζήσουν κι αὐτή καί τό παιδί της καί ὁ προφήτης Ἠλίας μεγάλο χρονικό διάστημα. Σέ ἄλλη περίπτωση χόρτασε στήν ἔρημο τούς πεντακισχιλίους μαζί μέ τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους καί περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα μέ τρόφιμα.
            Ἐπίσης ὁ Θεός Πατέρας ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀθάνατη ψυχή μας. Προνοεῖ γιά τή σωτηρία μας. Ἔστειλε τόν Μονογενῆ Υἱό Του, ὁ ὁποῖος γιά χάρη μας θυσιάστηκε ἐπάνω στό σταυρό. Σέ κάθε θεία Λειτουργία μᾶς παραθέτει ξενία δεσποτική! Μᾶς τρέφει μέ τό ἄχραντο Σῶμα Του καί μέ τό τίμιο Αἷμα Του. Μᾶς στέλνει τόν φύλακα ἄγγελό μας καί ἄλλους πολλούς ἀγγέλους καί ἀνθρώπους βοηθούς καί ἀντιλήπτορας. Μᾶς σκεπάζει μέ τήν ἄμαχη προστασία  τῆς Παναγίας Μητέρας Του καί ὅλων τῶν ἁγίων Του.
            Κι ἀκόμη μᾶς ἑτοιμάζει Βασιλείαν οὐρανῶν, «τά ἄρρητα καί ἀθέατα κάλλη τοῦ Παραδείσου», «ἅ ὀφθαλμός οὐκ οἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε».
            Μετά ἀπό ὅλα αὐτά ἐμεῖς τί ὀφείλουμε νά κάνουμε; Ὀφείλουμε νά ἐμπιστευόμαστε τή ζωή καί τήν ἐλπίδα μας στό Θεό. Νά λέμε στήν προσευχή μας: «Σοί παρακατατιθέμεθα τήν ζωήν ἡμῶν ἅπασαν καί τήν ἐλπίδα, Δέσποτα Φιλάνθρωπε». Ὀφείλουμε νά ἀφηνόμαστε σάν τά μικρά παιδιά στή στοργική ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Καί νά εἴμαστε ἀπολύτως σίγουροι ὅτι δέν θά μᾶς ἀφήσει χωρίς προστασία.
            «Ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά».
            Ἀδελφοί, ἡ πίστη στήν ἀγαθή Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀστείρευτη πηγή  δυνάμεως. «Μακάριοι οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον». Εἶναι τρισμακάριοι οἱ ἄνθρωποι πού ἐλπίζουν στόν Θεό. Σ᾿ αὐτούς νά ἀνήκουμε κι ἐμεῖς.

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Κυριακή 7 Ἰουνίου 2015 (Ἁγ.Πάντων) «Ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος»(Ματθ. ι΄38). εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας

Κυριακή 7 Ἰουνίου 2015 (Ἁγ.Πάντων)
«Ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος»(Ματθ. ι΄38).

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοι πάντες            Ἀδελφοί, σήμερα «τῶν ἁγίων Πάντων τήν ἔνδοξον καί σεβασμίαν μνήμην εὐσεβῶς πανηγυρίζομεν». Ἅγιοι Πάντες εἶναι «οἱ τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ ἀράμενοι καί καλῶς ἀκολουθήσαντες ἐν βίῳ»! Οἱ χριστιανοί πού σηκώνουν μέ αὐταπάρνηση τόν σταυρό τους καί ἀκολουθοῦν πιστά τόν Χριστό σ᾿ ὅλη τους τή ζωή! Οἱ πιστοί πού βαδίζουν μέ συνέπεια τήν ὁδό τοῦ ἁγιασμοῦ, οἱ ἀγωνιστές τοῦ καλοῦ ἀγώνα πού ἀνηφορίζουν τήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό, ἡ ὁποία τούς ὁδηγεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τή μακαριότητα τοῦ Παραδείσου.
Μερικοί νομίζουν ὅτι οἱ ἅγιοι Πάντες δέν εἶναι σάν τούς κοινούς ἀνθρώπους. Ἄνθρωποι σάν κι ἐμᾶς ἦταν οἱ ἅγιοι Πάντες ἀπ᾿ ὅλα τά ἐπαγγέλματα, ἀπ᾿ ὅλες τίς τάξεις, ἀπ᾿ ὅλες τίς ἡλικίες, ἄνδρες καί γυναῖκες, βασιλεῖς καί βασιλευόμενοι, ἐπώνυμοι καί ἀνώνυμοι, γραμματισμένοι καί ἀγράμματοι, πλούσιοι καί πτωχοί! Ἀλλά εἶχαν ὅλοι τους ἕνα κοινό χαρακτηριστικό. Ἔλαμπαν ἀπό ἀρετή. Ἄστραφταν ἀπό ἁγιότητα. Ἡ ψυχή τους ἦταν καθαρή σάν τό κρύσταλλο. Ζοῦσαν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί εὐαρέστησαν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Τώρα ἀπολαμβάνουν τά ἄρρητα κάλλη τοῦ Παραδείσου!
Ἐλᾶτε, λοιπόν, νά ἐξετάσουμε σήμερα τί σταυρό σηκώνουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ καί ποιά ἀνταπόδοση τούς περιμένει;
            «Ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος».
            Ἡ φράση «τόν σταυρόν αὐτοῦ» ὑπονοεῖ ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος σηκώνει τόν δικό του σταυρό. Ὁ ἅγιος Θεός ἀνάλογα μέ τήν ἀντοχή μας, δίνει στόν καθένα μας τόν σταυρό πού μποροῦμε νά σηκώσουμε. Προτοῦ μᾶς τόν δώσει, τόν ζυγίζει καλά νά εἶναι στά μέτρα μας. Τόσο βαρύς πού νά τόν ἀντέχουν οἱ ὧμοι μας. Οὔτε ἐλαφρύτερος, γιά νά μήν πάρουμε μικρότερο στεφάνι, ἀλλά οὔτε καί βαρύτερος, γιά νά μποροῦμε νά τόν σηκώνουμε. Ὅσοι λαμβάνουν τόν σταυρό τους καί τόν βαστάζουν μέχρι τήν τελευταία τους ἀναπνοή, αὐτοί κατατάσσονται στό χορό τῶν ἁγίων Πάντων.
            Ὁ ἕνας πιστός σηκώνει σταυρό μακροχρόνιας ἀσθενείας. Ἀλλά ὑπομένει μέ καρτερία τήν ἀσθένειά του καί λαμβάνει τό στεφάνι τῆς ὑπομονῆς πού εἶναι τό πιό ἀκριβό, τό πιό πολύτιμο! Ὁ ἄλλος σηκώνει σταυρό σφοδρότατων πειρασμῶν. Ἀνεμοδέρνεται ἀπό ποικίλες δυσκολίες, ἀλλά δέν λυγίζει. Στέκεται ὄρθιος σάν κυπαρίσσι καί λαμβάνει ἀπό τόν ἀγωνοθέτη Χριστό τό στεφάνι τῆς νίκης. Κάποιος ἄλλος πιστός σηκώνει σταυρό πτωχείας. Ἀντιμετωπίζει ὀξύτατο οἰκονομικό πρόβλημα καί ζεῖ μέ πολλές στερήσεις! Ἀλλά σηκώνει ἀγόγγυστα τόν σταυρό του καί λαμβάνει στό τέλος τήν παρηγορία πού ἔλαβε ὁ φτωχός Λάζαρος τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Ἄλλος πιστός σηκώνει σταυρό συκοφαντίας. Πληγώνεται ἀπό συκοφαντικά βέλη συνανθρώπων του. Ἔφόσον, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι ἀμαυρώνουν ἀναίτια τό κύρος του, ὁ ἅγιος Θεός θά τόν λαμπρύνει στή Βασιλεία Του. Ἄλλος πιστός σηκώνει σταυρό ἀδικίας. Σύρεται στά δικαστήρια καί φυλακίζεται, χωρίς νά φταίει σέ τίποτε! Ὁ δίκαιος Κριτής τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά ἀποκαταστήσει τήν ἀδικία πού ἔγινε σέ βάρος του. Ἄλλος πιστός σηκώνει σταυρό συζυγίας. Ἀλλά δέν φθάνει στά ἄκρα τοῦ διαζυγίου. Σηκώνει ἀγόγγυστα τό σταυρό του καί κατορθώνει κι ὁ ἴδιος νά σωθεῖ, καί τά ὑπόλοιπα μέλη τῆς οἰκογενείας του νά τά ἑλκύσει στή σωτηρία. Ἄλλος πιστός σηκώνει σταυρό χηρείας. Ἀλλά σηκώνει μέ καρτερία καί μέ ἁγνότητα τό σταυρό του καί στεφανώνεται ἀπό τόν ἀγωνοθέτη Κύριο. Ἄλλος πιστός ὑφίσταται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ποικίλες ταπεινώσεις καί παθήματα! Ἀλλά πίνει σάν μέλι καί γάλα τούς ὀνειδισμούς τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι θά μεταβληθοῦν τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως σέ παράσημα καί ἀλουργίδα δόξης. Ἄλλος πιστός ὁδηγεῖται στό μαρτύριο καί χύνει τό αἷμα του ὑπέρ Χριστοῦ. Αὐτός θά στεφανωθεῖ μέ τό στεφάνι τοῦ μάρτυρος.
            «Ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος».
            Ἀδελφοί, σαλπίζουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Καί ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος παρατηρεῖ ὅτι «οὐδείς ἀνῆλθεν εἰς τόν οὐρανόν μετ᾿ ἀνέσεως». Κανένας δέν κερδίζει τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ χωρίς νά κοπιάσει. Ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου μέχρι σήμερα «ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ διά σταυροῦ καί θανάτου περιπατεῖται». Ὅσοι σηκώνουν μέ αὐταπάρνηση τόν σταυρό τους καί ἀκολουθοῦν πιστά τόν Χριστό, αὐτοί εἶναι οἱ ἄξιοι. Ἀπό τέτοιους ἀνθρώπους ἔχει ἀνάγκη ἡ κοινωνία μας. Ἔχει ἀνάγκη ὄχι ἀπό ἀνθρώπους πού θέλουν νά ξεγελάσουν τούς συνανθρώπους τους, γιά νά περνοῦν αὐτοί καλά, ἀλλά ἀπό ἀνθρώπους πού θυσιάζονται ἀπό ἀγάπη γιά τούς ἄλλους. Ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἁγίους ποιμένες, ἀπό ἁγίους διδασκάλους, ἀπό ἁγίους ἐπιστήμονες, ἀπό ἁγίους οἰκογενειάρχες, ἀπό ἁγίους ἐπαγγελματίες. Ἔχει ἀνάγκη ἀπό μιμητές τῶν ἁγίων Πάντων.
Εἴθε νά βαδίζουμε κι ἐμεῖς στά ἴχνη τῶν ἁγίων Πάντων. Νά ζοῦμε μέσα στόν κόσμο, ἀλλά νά μή μᾶς ἀγγίζουν ἡ λάσπη καί οἱ ἀναθυμιάσεις τοῦ κόσμου. Νά ζοῦμε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι»! Νά «φερώμεθα ἐπί τήν τελειότητα»! Νά πολιτευόμαστε ὡς πολίτες τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.



Σάββατο, Απριλίου 04, 2015

Κυριακή Τῶν Βαΐων «Ἰ­δού, ὁ Βα­σι­λεύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου» (Ἰ­ωαν. ι­β' 15)


Αποτέλεσμα εικόνας για βαίων

 «Ἰ­δού, ὁ Βα­σι­λεύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου» (Ἰ­ωαν. ι­β' 15)
            Κυ­ρι­α­κή τῶν Βαΐ­ων σή­με­ρα. Ἡ­μέ­ρα χα­ρᾶς καί ἱ­ε­ροῦ ἐν­θου­σι­α­σμοῦ! Ἀλλά καί ἡμέρα συγκρατημένου πόνου, διότι στό βάθος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος διακρίνουμε οἱ πι­στοί τόν Γολ­γο­θᾶ.
            Σάν σή­με­ρα ἀναρίθμητα πλή­θη Ἰ­ου­δαί­ων «ἔ­λα­βον τά βαΐ­α τῶν φοι­νί­κων καί ἐ­ξῆλ­θον εἰς ἀ­πά­ντη­σιν τοῦ Κυρίου Ἰ­η­σοῦ». Ξέσπασαν σέ ἀσυγκράτητο παραλήρημα ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ. Ἄλλοι ἔστρωναν «τά ἱμάτιά» τους «ἐν τῇ ὁδῷ». Ἄλλοι ἔκοβαν ἀπό τά δένδρα κλαδιά μέ πλούσιο φύλλωμα, καί τά ἔστρωναν στό δρόμο. Καί φώναζαν ὅλοι μυριόστομη ἰαχή: «Ὡσαν­νά, εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, βα­σι­λεύς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ». Ἀ­π᾿ ὅ­λους πι­ό πο­λύ χαίρονταν καί πα­νη­γύ­ρι­ζαν τά μι­κρά παι­διά, δι­ό­τι εἶ­χαν ἁγνά χείλη καί κα­θα­ρή καρ­δι­ά. Στό με­τα­ξύ ὁ Κύριος πλη­σί­α­ζε «κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου».  Ἔ­τσι ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἡ προ­φη­τεί­α τοῦ προ­φή­του Ζα­χα­ρί­ου πού ἔ­λε­γε: «Μή φο­βοῦ, θύ­γα­τερ Σι­ών. Ἰ­δού ὁ βα­σι­λεύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου».
            Ἄς ἐξετάσουμε, ὅμως, τί βα­σι­λεύς εἶ­ναι ὁ κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου, ποιά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ ἀποδίδει ἡ προφητεία τοῦ προφήτου Ζαχαρίου καί ἄν τόν ἔ­χου­με κι ἐ­μεῖς βα­σι­λέα μας!
             «Ἰ­δού, ὁ Βα­σι­λεύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου».
            Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, μο­λο­νό­τι ὡς βα­σι­λέα ὑ­πο­δέ­χθη­καν τόν Κύριο, δέν κα­τανό­η­σαν τό πνευ­μα­τι­κό νό­η­μα τῆς θρι­αμ­βευ­τι­κῆς εἰ­σό­δου Του στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Οὔ­τε οἱ μα­θη­τές Του συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν πλή­ρως τί ἀ­κρι­βῶς ἐ­πρα­γμα­το­ποι­εῖ­το τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη.   Ἐ­μεῖς ὅ­μως πού ζοῦ­με στήν ἐ­πο­χή τῆς Χά­ρι­τος γνω­ρί­ζου­με πο­λύ κα­λά ποι­ό εἶ­ναι τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς ση­με­ρι­νῆς ἑορ­τῆς. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ὁ Βασιλεύς Χριστός δέν εἶναι ἐπίγειος βασιλιάς, ἀλλά Οὐράνιος. Ἀ­να­λαμ­βά­νει τήν Βα­σι­λεί­α Του «ἄ­νω­θεν», ἀ­πό τόν Οὐ­ρά­νι­ο Πα­τέ­ρα Του. Τό διεκήρυξε ὁ Ἴδιος στόν Πιλάτο: «Ἡ Βα­σι­λεί­α ἡ ἐμή οὐκ ἔ­στιν ἐκ τοῦ κό­σμου τού­του». Ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δέν χα­ράσ­σε­ται ἀ­πό σύ­νο­ρα, δέν ἔ­χει ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. «Καί τῆς βα­σι­λεί­ας αὐ­τοῦ οὐκ ἔ­σται τέ­λος». Ὁ Βα­σι­λεύς Χρι­στός δέν ἐ­πι­βάλ­λε­ται μέ τά ὅ­πλα, δέν καταπιέζει τούς λαούς, δέν ἐ­ξου­σι­ά­ζει τυ­ραν­νι­κά, ἀλ­λά κα­λεῖ ἐ­θε­λο­ντι­κά. «Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Βασιλεύς τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν. Σ᾿ αὐτές κυριαρχεῖ καί βασιλεύει. «Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν», μᾶς λέει. Ὅ­ποι­οι τοῦ δίνουν τήν καρδιά τους μέ τήν ἐλεύθερη θέλησή τους, αὐ­τοί εἶναι ὑ­πή­κο­οι τῆς Βα­σι­λεί­ας Του.
             Ἡ ἐξαίρετη προφητεία τοῦ προφήτου Ζαχαρίου, ἡ ὁποία ἐλέχθη 550 καί πλέον ἔτη νωρίτερα ἀπό τήν θριαμβευτική εἴσοδο τοῦ Κυρίου στά Ἱεροσόλυμα, τοῦ ἀποδίδει μέ καταπληκτική ἐνάργεια τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ἀναφέρει ὅτι ὁ Βασιλεύς Χριστός εἶναι «δίκαιος». Δέν κάνει διακρίσεις, δέν εἶναι προσωπολήπτης, ἀλλά ἀποδίδει σέ ὅλους τό δίκαιο.  Ὁ Βα­σι­λεύς Χρι­στός εἶναι ὁ «σώζων», «ὁ Θεός τῆς σωτηρίας» πού ἔχει τή δύναμη νά σώζει καί νά λυτρώνει τούς ὑπηκόους Του. Ἔρχεται νά κηρύξει «αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καί τυφλοῖς ἀνάβλεψιν», νά εὐεργετήσει τούς πάντας, νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο, νά μᾶς ἀνοίξει καί πάλι τόν Παράδεισο. Ἑ­τοι­μά­ζει γι­ά τούς πιστούς πού ἀ­γα­ποῦν «τήν ἐπιφάνειαν τῆς δόξης αὐτοῦ» «Βα­σι­λεί­αν Οὐ­ρα­νῶν», πού εἶναι Βασιλεία ἀγάπης, Βασιλεία εἰρήνης, Βασιλεία ἐλευθερίας, δόξης καί μακαριότητος! Τέλος, ὁ Βα­σι­λεύς Χρι­στός εἶναι πρᾶος καί ταπεινός, ἁπλός καί καταδεκτικός πρός ὅλους. Βρίσκεται μακριά ἀπό κάθε κοσμική προβολή καί ἐπίδειξη. Δέν ἔχει τό ἀλαζονικό καί ὑπερήφανο πού ἔχουν οἱ βασιλεῖς τοῦ κόσμου τούτου. Τό διακριτικό γνώρισμά Του εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἑκούσια πτωχεία, ἡ ἁπλότητα! Γι­᾿ αὐτό εἰ­σέρ­χε­ται στά  Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα «κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου»! Γιατί θέ­λει νά κα­τα­στή­σει σέ ὅ­λους σαφές ὅ­τι ἡ Βα­σι­λεί­α Του εἶ­ναι θε­με­λι­ω­μέ­νη ἐ­πά­νω στήν τα­πεί­νω­ση.
               Στόν Βασιλέα Χριστό ἔδωσαν τήν καρδιά τους ὁ Λάζαρος καί οἱ ἀδελφές του, ἡ Μάρθα καί ἡ Μαρία, ἡ ὁποία «ἔλαβε λύτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου καί ἤλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ», καί κατόπιν τούς σπόγγισε μέ τά μαλλιά της, δείχνοντας ἔτσι τόν ἀπεριόριστο σεβασμό της, τήν βαθύτατη εὐλάβειά της, τήν πλήρη καί τελεία ἀφοσίωσή της. Στόν Βασιλέα Χριστό ἔδωσε τήν καρδιά του ὁ ληστής πού  τοῦ εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»! Στόν Βασιλέα Χριστό διά μέσου τῶν αἰώνων ἔδωσαν καί δίνουν τήν καρδιά τους μυριάδες, ἑκατομμύρια θεοφιλῶν ψυχῶν, πού θά βροντοφωνάξουν καί σήμερα μ᾿ ὅλη τή θέρμη τῆς ἀγάπης τους: «Ὡ­σαν­νά, εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου».
            Μόνο πού θά πρέπει τό «ὡ­σαν­νά» νά μήν τό λέμε μόνο μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ τή θεάρεστη ζωή μας. Νά χτυπάει ἡ καρδιά μας ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό, νά μήν μπορεῖ τίποτε νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ἀγαποῦμε τόν κόσμο περισσότερο ἀπό τόν Χριστό, δέν ἔρχεται ὁ Βασιλεύς καί Κύριος νά στήσει τόν θρόνο Του στίς καρδιές μας. Ἄν ἀγαποῦμε τά χρήματα, τίς ἡδονές καί τήν ἐφήμερη δόξα περισσότερο ἀπό τόν Χριστό, οἱ καρδιές μας βρίσκονται κάτω ἀπό ἐχθρική κυριαρχία. Ἄν ἀφήνουμε τόν φθόνο, τά μίση καί τίς ἀντιπάθειες νά δηλητηριάζουν τήν ψυχή μας, δέν δουλεύουμε στόν Χριστό, ἀλλά σέ ἄλλον κύριο. Ἄν ἐξετάσουμε τόν ἑαυτό μας σέ ὅλα αὐτά καί σέ ἄλλα παραπλήσια, ἀσφαλῶς θά βροῦμε ἐκδηλώσεις καί συμπεριφορά πού δέν ταιριάζουν στήν τιμητική ἰδιότητα νά εἴμαστε ὑπήκοοι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ.  Ἄν θέλουμε νά ἔχουμε Βασιλέα μας τόν Χριστό, καλούμαστε ὅλες αὐτές τίς παρεκκλίσεις νά τίς διορθώσουμε. Καί τό σπουδαιότερο ἀπ᾿ ὅλα, νά δώσουμε ὄχι ἕνα μέρος, ἀλλά ὁλόκληρη τήν καρδιά μας στόν Κύριο. Νά ἀγαποῦμε τόν ἅγιο Θεό «ἐν ὅλῃ καρδίᾳ, ψυχῇ καί διανοίᾳ»!
            «Ἰ­δού, ὁ Βα­σι­λεύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου».

            Ἀ­δελ­φοί, τήν Μεγάλη Παρασκευή θά ἀ­τε­νί­σου­με στό μέ­σον τοῦ ἱ­ε­ροῦ να­οῦ τόν Βα­σι­λέ­α Χρι­στό Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἡ σταυρική θυσία Του ἐπιβεβαιώνει τό βασιλικό ἀξίωμά Του. Οἱ Ἰουδαῖοι τόν ὑποδέχθηκαν στά Ἱεροσόλυμα κρατώντας στά χέρια τους τά βαΐ­α τῶν φοι­νί­κων. Ἐμεῖς ἄς τόν ὑποδεχθοῦμε ἀποβάλλοντας κάθε τι ἁμαρτωλό, μέ κα­θα­ρές καρ­δι­ές, μέ ἁγνά χείλη, μέ ἔνδυμα γάμου, ὡς Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄς τοῦ ποῦμε μέ καιομένη καρδία: - Κύριε, θέλουμε νά εἴμαστε γιά πάντα δικοί Σου. Νά βασιλεύεις γιά πάντα στίς καρδιές μας. Νά εἶσαι θρονιασμένος στίς ψυχές μας, ὁ Βασιλεύς μας καί ὁ Θεός μας. Ἀμήν.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2015

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015 (Τυροφάγου) «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος» (Ματθ. στ' 14).Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας

Ἀδελφοί, εἰσερχόμαστε στήν πνευματικότερη περίοδο τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους· τήν ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νά μαθητεύσουμε στό σχολεῖο τῆς μετανοίας. Οἱ πιστοί θά προσπέσουμε στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί θά ζητήσουμε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας στό φιλάνθρωπο μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος θά δεχθεῖ τή μετάνοιά μας καί θά συγχωρήσει τά ἁμαρτήματά μας, ἄν ὅμως συγχωρήσουμε κι ἐμεῖς ὅσους μᾶς ἔφταιξαν. Ἄς ἐξετάσουμε, λοιπόν, πῶς θά ἑλκύσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μέ τή συγχωρητικότητα.
            Ὅπως εἶναι γνωστό, μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων «ἠσθένησεν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις» καί εἰσόρμησαν μέσα μας τά πάθη. Ἡ διάνοιά μας εἶναι σκοτισμένη, ἡ θέλησή μας ἐξασθενημένη. «Φερόμεθα ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος ἡμῶν». Δέν κάνουμε τό καλό πού θέλουμε, ἀλλά τό κακό πού δέν θέλουμε αὐτό πράττουμε. Ἁμαρτάνουμε καθημερινῶς «ἐν λόγῳ καί ἔργῳ, ἐν πράξει καί διανοίᾳ, ἐν γνώσει καί ἀγνοίᾳ, ἑκουσίως καί ἀκουσίως, ἐκ συναρπαγῆς καί μελέτης, ἐμφανῶς καί ἀφανῶς». Καί εἶναι τόση ἡ πλήμμυρα καί ἡ ποικιλία τῶν σφαλμάτων μας, πού θά ἦταν πάρα πολύ δύσκολο ἀκόμη καί μιᾶς ἡμέρας ἤ ἔστω μιᾶς ὥρας τά ἁμαρτήματα νά ἀπαριθμήσουμε.
            Εἴμαστε ἁμαρτωλοί ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη κι ἄν εἶναι μιά μέρα ἡ ζωή μας ἐπάνω στή γῆ. Πλανόμαστε, ἄν ἰσχυριζόμαστε τό ἀντίθετο. Τή στιγμή πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βεβαιώνει ὅτι εἴμαστε ὀφειλέτες μυρίων ταλάντων καί ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος προσυπογράφει ὅτι «πολλά πταίομεν ἅπαντες. Ἴσως δέν φοβηθήκαμε ὅσο πρέπει τήν ἁμαρτία, οὔτε συνειδητοποιήσαμε ὅτι ἁμαρτάνοντας προσβάλλουμε τόν ἅγιο Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὕβρις καί ἀσέβεια στό Θεό μας · ἀχαριστία καί ἀγνωμοσύνη · ἀποστασία καί ἀνταρσία στό ἅγιο θέλημά Του· καταπάτηση τῆς θείας ἐντολῆς Του· περιφρόνηση τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Υἱοῦ Του. Ἡ ἁμαρτία εἶναι δουλεία στόν ἀνθρωποκτόνο διάβολο· Ὅπου εἰσχωρήσει μολύνει, φθείρει καί καταστρέφει. Τυφλώνει τήν ψυχή, σκληρύνει τήν καρδιά, παραλύει τή θέληση, ὁδηγεῖ στόν θάνατο.
            Τό κυριότερο ἀπ' ὅλα· ἡ ἁμαρτία εἶναι χωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ πιό ἐπώδυνη συνέπειά της. Ὅσοι παραμένουν ἀμετανόητοι, δέν ἀντιλαμβάνονται πόσο χαμηλά πέφτουν μετά τή διάπραξη τῆς ἁμαρτίας.  Ἀλλά ὅσοι ζοῦν πνευματική ζωή, ἀντιλαμβάνονται ἀμέσως τή διαφορά, γιατί μειώνεται μέσα τους ἡ θεία Χάρη. Θλίβονται βαθύτατα καί νά ἀναλύονται σέ δάκρυα, γιατί λύπησαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
            Ἐπειδή κι ἐμεῖς εἴμαστε πληγωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία, καλούμαστε, ἰδιαίτερα σήμερα πού εἶναι Κυριακή τῆς ἐξώσεως τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο, νά ἀναλογισθοῦμε τί εἴχαμε καί τί χάσαμε! Νά πονέσουμε βαθιά πού προσβάλαμε τόν πολυεύσπλαχνο Κύριο.
            Ἄν μέ τέτοια αἰσθήματα εἰλικρινοῦς μετανοίας προσπέσουμε στόν πανοικτίρμονα Κύριο, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θά γίνει ἵλεως καί θά μᾶς δωρίσει τήν ἄφεση. Ὡστόσο ὑπάρχει περίπτωση νά ἀνακαλέσει τήν ἀθωωτική Του ἀπόφαση, ἐάν ἐμεῖς δέν συγχωρήσουμε ὅσους μᾶς ἔφταιξαν. Ὁ Κύριος δίνει τόσο μεγάλη σημασία στή συγχωρητικότητα, πού τή θέτει ὡς ὅρο γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας. «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος». Καί γιά νά δείξει πόσο ἀπόλυτη ἰσχύ ἔχει ὁ ὅρος αὐτός, τόν διατυπώνει καί ἀρνητικά: «Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».
            Γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας, νά μάθουμε κι ἐμεῖς νά συγχωροῦμε ὅσους μᾶς ἔφταιξαν. Νά μήν κρατοῦμε στήν ψυχή μας κακία σ' ὅσους τυχόν μᾶς ἔβλαψαν, μᾶς λύπησαν, εἴτε μέ λόγια πικρά μᾶς πίκραναν εἴτε μέ συκοφαντίες τραυμάτισαν τήν ὑπόληψή μας εἴτε μέ ἀδικίες ἔγιναν ἀφορμή νά κλάψουμε πολύ καί νά πονέσουμε εἴτε καί τή ζωή μας ἀκόμη ἐπιβουλεύτηκαν. Ἔχουμε καθῆκον καί ὑποχρέωση νά συγχωροῦμε.  Ὅλους καί ὅλα νά τά συγχωροῦμε.
            Ἡ συγχωρητικότητα εἶναι δεῖγμα ἀνωτερότητος, ἀπόδειξη πνευματικῆς καλλιεργείας, σημάδι ψυχικῆς ὑγείας, ἔκφραση τῆς γνησίας ἀγάπης, μίμηση τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης.  Ὅπως ὁ Κύριος συγχώρησε τούς σταυρωτές Του, ἔτσι κι ἐμεῖς νά δίνουμε τόπο στήν ὀργή καί νά συγχωροῦμε ὅσους μᾶς ἔφταιξαν.
            «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος».
            Ἀδελφοί, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέει σέ μιά ἀπό τίς διδαχές του: «Ἄν θέλετε νά συγχωρήσῃ ὁ Θεός ὅλα τά ἁμαρτήματά σας, εἰπέτε καί ἡ εὐγένειά σας διά τούς ἐχθρούς σας τρεῖς φοράς· ὁ Θεός συγχωρήσοι καί ἐλεήσοι αὐτούς. Εἰ δέ καί δέν συγχωρήσωμεν τούς ἐχθρούς μας, καί τό αἷμα μας νά χύσωμεν διά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, εἰς τήν κόλασιν πηγαίνομεν».
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας

Σάββατο, Απριλίου 19, 2014

Η ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ «Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται»




                                                              Η ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
 
              «Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται»
 (Ἀπό τόν κατηχητικό λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου)
                     
            Στό συναξάρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας ἀναφέρεται πώς: «Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα αὐτήν τήν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἐντύπωση προκαλεῖ ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου ὡς «Ζωηφόρου». Τό σύνθετο αὐτό ἐπίθετο ἐκφράζει αὐτόν, πού φέρει καί μεταδίδει ζωή, τόν ζωοδότη. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ μεταξύ τῶν ἄλλων μηνυμάτων, ἰδιαίτερα ἔρχεται νά τονίσει τόν θρίαμβο τῆς ζωῆς κατά τοῦ θανάτου. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος στόν κατηχητικό του λόγο, πού ἀναγινώσκεται στό τέλος τῆς βραδινῆς ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας σημειώνει πώς: «Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται». Δηλαδή μέ τήν Ἀνάστασή Του κυριαρχεῖ καί βασιλεύει ἡ ζωή. Στόν πολύ γνωστό καί περιεκτικό ἀναστάσιμο ὕμνο, πού ψάλλεται πολλές φορές σ’ ὅλη τήν περίοδο τοῦ πεντηκοσταρίου μέχρι τῆς Ἀνάληψης τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρεται: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, ἀφοῦ μέ τόν θάνατό Του συνέτριψε τόν θάνατο, καί χάρισε ζωή στούς νεκρούς, πού βρίσκονταν στά μνήματα.
            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσδίδει κεντρική θέση στήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ καί ὑποστηρίζει πώς: «εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν ἄρα τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή δέ καί ἡ πίστις ὑμῶν» (1). Ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε τό κήρυγμά μας εἶναι χωρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη σας. Δέχεται ἀκόμη μέ ἀκράδαντη καί ἀκλόνητη πεποίθηση πώς «ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται». (2) Χάρη στό Χριστό, ὅλοι θά ξαναπάρουν ζωή καί βεβαίως  ἐδῶ, ἀναφέρεται σ’ ὅλους τούς νεκρούς.
            Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πού συνέταξαν καί διατύπωσαν τό «σύμβολον τῆς Πίστεως», στό γεγονός τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου στηρίχθηκαν γιά νά τελειώσουν «το σύμβολον» μέ τή φράση: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν, καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Δηλαδή άναμένουμε καί ἐλπίζουμε στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί στή μελλοντική αἰώνια ζωή, πού θά εἶναι ἀτελεύτητη καί θά ἔλθει μετά τή συντέλεια τοῦ παρόντος κόσμου.
            Τό πιό βασικό καί δυσεπίλυτο ὑπαρξιακό μας πρόβλημα, ἀσφαλῶς, εἶναι γιά τούς περισσοτέρους μας ὁ προσωπικός μας θάνατος. Στήν ἀκολουθία τῶν κεκοιμημένων ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζοντας τήν πεποίθηση τῶν πολλῶν ὁμολογεῖ πώς: «ὄντως φοβερώτατον τό τοῦ θανάτου μυστήριον», καί ἀκόμη σέ πρῶτο πρόσωπο ὁμολογεῖ: «θρηνῶ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον, καί ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τήν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μή ἔχουσαν εἶδος». Ὁ πιστός ὅμως πού ἔχει γνωρίσει τό γνήσιο φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί διατηρεῖ τή «μνήμη τοῦ θανάτου», τόν ἀναμένει, ὡς μία φυσική κατάσταση. Γιά τήν Ἐκκλησία ὁ θάνατος δέν μπορεῖ νά καταστρέψει τόν δεσμό ἀμοιβαίας ἀγάπης, πού συνδέει τούς ζῶντας μέ τούς τεθνεῶτας. Καί οἱ πρῶτοι καί οἱ δεύτεροι βρίσκονται μέσα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος νεκρώνει τά σώματα, ὅμως οἱ ψυχές εἶναι ὑπαρκτές. Εἴτε ζοῦμε εἴτε πεθαίνουμε, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθοῦμε νά ἀνήκουμε στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί νά ἔχουμε σχέση καί ἐπικοινωνία μεταξύ μας. Ὅπως ἀκριβῶς οἱ πιστοί προσεύχονται ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο πάνω στή γῆ καί ζητοῦν τίς προσευχές τῶν ἄλλων, μέ τόν ἴδιο τρόπο προσεύχονται γιά τούς κεκοιμημένους πιστούς καί ζητοῦν ἀπό τούς κεκοιμημένους νά προσεύχονται ἐπίσης γι’ αὐτούς. Ὁ θάνατος δέν μπορεῖ νά καταστρέψει τόν δεσμό ἀμοιβαίας ἀγάπης πού συνδέει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.(3)
            Ὁ δεσμός καί αὐτή ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη μεταξύ ζώντων καί τεθνεώτων θεμελιώνονται στήν προσδοκία, στήν ἀναμονή καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν καί τῆς μελλοντικῆς αἰώνιας ζωής. Ἡ ἀνάσταση δέν ἀναφέρεται στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά στά νεκρά σώματα. Ἡ ψυχή ὡς πνευματική οὐσία καί ἄϋλη, δέν πεθαίνει. Τό πνεύμα ἀπό τή φύση του εἶναι ἄφθαρτο καί αἰώνιο. Μετά τό θάνατο, σύμφωνα μέ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, ἡ ψυχή συνεχίζει τή ζωή της στή μέση κατάσταση, ὅπου διατηρεῖ τήν αὐτοσυνειδησία της καί τίς ἄλλες πνευματικές λειτουργίες της. Ἀντίθετα τό σῶμα στερημένο τῆς ζωτικῆς του πνοῆς, νεκρώνεται τοποθετούμενο στόν τάφο, ὅπου ὑφίσταται τή φυσική διεργασία τῆς φθορᾶς. Ἐκεῖνο, λοιπόν, πού μέλλει νά ἀναστηθεῖ δέν εἶναι ἡ ἀθάνατη ψυχή, ἀλλά τό νεκρωμένο σῶμα. Καί ἐδῶ βρίσκεται τό «παράδοξον» καί «ἀνεξήγητον». Ἰσχυρίζονται πολλοί πῶς εἶναι δυνατόν  τό νεκρό σῶμα μετά τήν ἀποσύνθεση καί τόν ἀφανισμό του στό πέρασμα τοῦ χρόνου, νά ἀναστηθεῖ καί νά ἐπανέλθει στη ζωή. Ἀσφαλῶς μέ τά δεδομένα τῆς παρούσης ἀνθρώπινης κατάστασής μας καί μέ μόνη τήν ὀρθολογιστική σκέψη μας, ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων ξεπερνᾶ τό «παράδοξον» καί τό «ἀνεξήγητον» καί περνᾶ στήν ἀπόρριψη καί στήν ἄρνηση.
            Οἱ Ἀθηναῖοι, ὅταν ἄκουσαν τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά τούς ὁμιλεῖ γιά τήν ἀνάσταση νεκρῶν: «οἱ μέν ἐχλεύαζον, οἱ δέ εἶπον. ἀκουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (4). Χωρίς τήν πίστη στή Θεία Παντοδυναμία καί στή βεβαιότητα τῆς ζωηφόρου Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἶναι ἀδύνατη καί ἀπραγματοποίητη. Ὅσοι ὅμως ἔχουν ἐμπιστοσύνη ἀκλόνητη καί βεβαιότητα στήν παντοδυναμία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί στή ζωηφόρο Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν προσδοκία, ἀναμονή καί ἐλπίδα στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί στή «ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν». 
 

(1) Α.΄ Κορινθίους 15, 14
  (2) Α.΄ Κορινθίους 15, 22
  (3) «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» Ἐπισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ σελ. 402- 403
  (4) Πράξεις Ἀποστόλων 17, 32

Σάββατο, Μαρτίου 02, 2013

Κυριακή του Ασώτου «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου» (Λουκ. ιε΄, 21) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας



Ὑπῆρχε, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἕνας καλός πατέρας. Τέτοιος  πατέρας δέν ὑπῆρχε ἄλλος. Ἦταν γεμάτος ἀγάπη καί στοργή στά δυό του παιδιά. Φρόντιζε νά τά ἔχουν ὅλα. Ζοῦσαν εὐτυχισμένα. Ζοῦσαν σάν βασιλόπουλα.
Ἀλλά μιά μέρα ἕνας φθονερός ἄνθρωπος πλησίασε τό μικρότερο παιδί. Σάν νά τόν ἀκοῦμε νά λέει στό νεότερο παιδί τοῦ καλοῦ πατέρα: -Νέε μου, νομίζεις ὅτι στό πατρικό σου σπίτι ὑπάρχει εὐτυχία; Ἀπατᾶσαι. Ὑπάρχει μία πολιτεία , ὅπου οἱ ἄνθρωποι ζοῦν τόσο εὐτυχισμένοι πού οὔτε νά τό φαντασθεῖς δέν μπορεῖς. Ἐδῶ ζεῖς πολύ περιορισμένα. Ἐκεῖ θά ζεῖς ἐλεύθερα. Δέν θά ἔχεις κανένα πάνω ἀπό τό κεφάλι σου. Θά κάνεις ὅ,τι θέλεις.Ὅ,τι ἐπιθυμεῖς θά τό ἔχεις. Ἄφησε τό πατρικό σου σπίτι κι ἔλα νά πᾶμε μαζί στά ξένα...
Μ’ αὐτά τά λόγια ξεγέλασε ὁ πονηρός ἄνθρωπος τό νεότερο γιό. Τίποτε πιά δέν τόν εὐχαριστεῖ. Ὅλα τοῦ φαίνονται μαῦρα καί σκοτεινά. Ὁ στοργικός πατέρας τοῦ φαίνεται ἐχθρός. Τό πατρικό σπίτι τό αἰσθάνεται σάν φυλακή. Θέλει νά φύγει. Νά φύγει ὅσο γίνεται πιό γρήγορα.
- Πατέρα, θά φύγω, τοῦ λέει. Δέν μπορῶ νά ζήσω κοντά σου. Δός μου αὐτό πού μοῦ ἀναλογεῖ ἀπό τήν περιουσία.
 Ὁ καλός πατέρα, στεναχωρήθηκε, λυπήθηκε ἀλλά ὁ γιός ἀνένδοτος. Τοῦ ἔδωσε τό μερίδιό του καί τόν ἄφησε ἐλεύθερο. Κι ὁ γιός ἔφυγε...
Ἔφτασε στήν «παραδεισένια πολιτεία»! Δυστυχῶς, ὅμως, ἡ ζωή του ἐκεῖ ἦταν κόλαση! Ἔμπλεξε μέ κακές παρέες καί ἔπεσε μέ τά μοῦτρα στή διαφθορά. Χρήματα εἶχε πολλά. Φαγοπότια, κρασί, ξενύχτια, ἀνήθικη καί ἄσωτη ζωή. Ἔτσι περνοῦσε ἡ ζωή του, μέχρι πού τέλειωσαν τά χρήματα. Οἱ φίλοι του, διεφθαρμένοι καί αὐτοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ὅταν εἶδαν ὅτι δέν ἔχει πιά λεφτά, τόν ἐγκατέλειψαν. Τί νά τόν κάνουν;  Δέν ἀγαποῦσαν αὐτόν, ἀλλά τά χρήματά του. Τά ἔφαγαν καί τώρα φεύγουν, γιά νά βροῦν ἄλλον σάν κι αὐτόν.
Ὁ γιός ἔμεινε χωρίς χρήματα. Ἡ πείνα τόν θέριζε. Κανένας  δέν τοῦ ἔδινε σημασία. Ἀναγκάστηκε  νά πάει νά γίνει χοιροβοσκός. Χοιροβοσκός! Αὐτός πού ζοῦσε σάν βασιλιάς μέσα στό πατρικό του σπίτι, πού εἶχε τούς ὑπηρέτες του! Τώρα κατάντησε ὁ ἴδιος ἕνας ἐλεεινός ὑπηρέτης. Αὐτός πού ἦταν  πάντοτε ντυμένος μέ καθαρά ροῦχα, τώρα φοράει βρώμικα κουρέλια. Αὐτός πού εἶχε τά καλύτερα φαγητά, τώρα προσπαθεῖ νά χορτάσει ἀπό τά ξυλοκέρατα πού τρῶνε τά γουρούνια. Ἀντί γιά τόν στοργικό του πατέρα τώρα ἔχει στό κεφάλι του ἕνα ἀπάνθρωπο ἀφεντικό, πού τόν ἐκμεταλλεύεται ἄγρια.
Στήν κατάσταση πού βρίσκεται ξυπνᾶ ἡ συνείδησή του καί βλέπει τό κατάντημά του. Βλέπει τήν κόλαση στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ἡ ἀμυαλοσύνη του. Θυμᾶται τόν πατέρα του, τό πατρικό του σπίτι καί κλαίει. Ὅλα τά ἔχασε. Ἕνα μόνο τοῦ ἕμεινε· ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐλπίδα ὅτι ὁ πατέρας του ἐξακολουθεῖ νά τόν ἀγαπᾶ καί νά τόν περιμένει. Παίρνει τήν ἀπόφαση. - Θά ἐπιστρέψω, λέει, στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ:- Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγομαι παιδί σου. Κάνε με ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες σου. Πατέρα, συγχώρεσέ με...
Ξεκινᾶ. Καί ὁ πατέρας  τόν περιμένει καί μόλις τόν  βλέπει τρέχει καί τόν ἀγκαλιάζει, τόν φιλᾶ. –Παιδί μου! –Πατέρα μου, συγχώρεσέ με!...
Ὅλοι χαίρονται καί  εὐφραίνονται γιά τήν ἐπιστροφή  τοῦ παιδιοῦ, ἐκτός ἀπό τόν μεγαλύτερο ἀδελφό.
Αὐτή, ἀδελφοί μου, εἶναι ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου, πού ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο. Ἡ παραβολή αὐτή εἶναι ἕνας καθρέφτης. Μέσα σ’ αὐτόν βλέπουμε τόν ἑαυτό μας. Ὅποιος διαβάζει τήν παραβολή αὐτή μέ προσοχή καί μέ ταπείνωση, καί βλέπει τήν εἰκόνα τοῦ ἀσώτου, ὅπως τή ζωγράφισε ὁ Χριστός, δέν δυσκολεύεται νά φωνάξει:- Χριστέ μου, ἐγώ εἶμαι ὁ ἄσωτος.
Κάθε ἄνθρωπος, ἀδελφοί μου, εἶναι ἕνας ἄσωτος. Ὅλοι πέφτουμε σέ ἁμαρτίες. Ἁμαρτάνουμε μέ τίς κακές μας σκέψεις, μέ τά μάτια, μέ τά αὐτιά. Ἁμαρτάνουμε μέ τή γλώσσα, πού κουτσομπολεύει, πού λέει ψέματα, πού διαβάλλει, συκοφαντεῖ, αἰσχρολογεῖ, βλαστημάει. Ἁμαρτάνουμε ἡμέρα καί νύκτα. Ἁμαρτάνουμε ἀκόμη καί στήν ἐκκλησία. Μᾶς φαίνονται βαριές οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Θέλουμε νά κάνουμε ὅ,τι μᾶς ἀρέσει, χωρίς νά ὑπακοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Φεύγουμε ἀπό τό σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί ἀκοῦμε τή φωνή τοῦ διαβόλου πού μᾶς λέει νά ζήσουμε ὅπως θέλουμε, ἐλεύθεροι, χωρίς ἐντολές καί δεσμεύσεις. Τί πρέπει, λοιπόν, νά κάνουμε;Ὅ,τι ἔκανε καί ὁ ἄσωτος. Νά ποῦμε- ὄχι ψεύτικα μά ἀληθινά- μέ ὅλη μας τήν καρδιά:-Πάτερ, ἥμαρτον. Θεέ μου, ἁμάρτησα, συγχώρεσέ με.
 Ὁ Χριστός μᾶς περιμένει  νά ποῦμε τό «ἥμαρτον», γιά νά μᾶς συγχωρέσει. Ἄς τό τολμήσουμε. Ἄς τοῦ τό ποῦμε  καί ἄς ἀλλάξουμε ζωή. Ἄς συμμορφωθοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα μας.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2012

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Χριστουγέννων 2012 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΑΜΑΣ


 ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Χριστουγέννων 2012

Π Α  Υ Λ Ο Σ
Ἐλέῳ Θεοῦ Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας
πρός
τόν εὐαγῆ Ἱερόν Κλῆρον καί τούς εὐσεβεῖς καί εὐλογημένους χριστιανούς τῆς μαρτυρικῆς Ἐπαρχίας ταύτης, εὐχήν καί εὐλογίαν παρά τοῦ τεχθέντος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν».

Σ’ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη ἀντηχεῖ σήμερα ἡ χαρμόσυνη εἴδηση τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.
Μιά τέτοια ἐπίσκεψη χρειάζεται καί ἀνάλογη προετοιμασία. Δέν εἶναι τυχαῖος ὁ ἐπισκέπτης. Εἶναι τό Φῶς, εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτό σκιρτᾶ ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη καί ὁ ὑμνογράφος προτρέπει ὅλη τή δημιουργία ἔμψυχη καί ἄψυχη νά πανηγυρίσει : «Εὐφραίνεσθε δίκαιοιοὐρανοί ἀγαλλιᾶσθε, σκιρτήσατε τά ὄρη Χριστοῦ γεννηθέντος...».
Αὐτή τήν πάμφωτη ἡμέρα ὅπου ἡ πνευματική εὐφροσύνη φωτίζει τόν κόσμο ἀπό τό φῶς τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης, ἔχουν πυκνώσει τά σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας, τά μίση, οἱ μικρότητες, τά πάθη τῶν ψυχικῶν διαστροφῶν. Χρόνια τώρα τό σκοτάδι πολεμᾶ τό φῶς. Προσπαθεῖ διά τῶν ὀργάνων του νά καταπνίξει τό ἱλαρό φῶς τῆς Πίστεως, νά σβήσει τό γιά αἰῶνες στόν τόπο αὐτό ἀκοίμητο καντῆλι τῆς οἰκογένειας, νά συνθλίψει ἁγνές καί ἀθῶες παιδικές καρδιές.
Μαίνονται στρατιές κολάσεως, μέ ναρκωτικά, μέ κραυγές «ἀπελευθέρωσης», δηλαδή ὑποδούλωσης σέ κτηνώδη ἔνστικτα, μέ θεάματα καί ἀκούσματα βλάσφημα, μέ κατάργηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, μέ τό κήρυγμα τῆς ἀθεΐας στά σχολικά τεμένη καί τῆς ἐκτόξευσης ὕβρεων στό ὄνομα δῆθεν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἔκφρασης κατά τῶν παναγίων ὀνομάτων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας Μητρός Του καί τῶν ἁγίων Του, μέ ἀσυδοσία καί ἐπιβράβευση τῶν ἐνόχων πού ἐνῶ δολοφονοῦν ψυχές, δηλητηριάζουν συνειδήσεις, καταλύουν τό οἰκογενειακό ἄδυτο, ἐπιβραβεύονται ἡ φαυλότητα καί τά ἐπαίσχυντα κατορθώματά τους.      
Καί τό χειρότερο, προβάλλονται ὡς πρότυπα προόδου καί μιμήσεως. Καί τό σκοτάδι καλύπτεται ἀπό ἄλλο βαθύτερο ὥστε πρός στιγμήν νά φαίνεται ὅτι καλύπτει τό Βηθλεεμικό ἀστέρι. Στήν πραγματικότητα ὅμως τό σκοτάδι τονίζει τήν ἀντίθεση. Τονίζει τή μάχη τοῦ ψεύδους πρός τήν ἀλήθεια, τῆς σκλαβιᾶς τῶν παθῶν πρός τήν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος. Τῆς ζωῆς τοῦ εὐαγγελίου πρός τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας. Τοῦ φωτός πρός τό σκοτάδι. Τοῦ διαβόλου πρός τόν ἐν τῷ σπηλαίῳ τεχθέντα Ἰησοῦν Χριστόν, τόν λυτρωτήν τοῦ κόσμου.
     Ὅμως ὁ μεγάλος ἐπισκέπτης, ὁ νοητός Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, φωτίζει τό θέατρο τῆς παγκοσμίου σκηνῆς, ἀποκαλύπτει τίς τραγωδίες σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς γῆς, καθιστᾶ κραυγαλέα τά ἀδικήματα πού συντελοῦνται ἀπό τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς στά μικρά κράτη ὅπως τό δικό μας καί διαλύει μέ τό μήνυμα πού ἀπευθύνει τά σκοτάδια τῆς ἀδικίας καί καλεῖ ὅλους νά ὑπηρετήσουν καί νά ἐνστερνισθοῦν τήν Δικαιοσύνη.
Πῶς λοιπόν ἐμεῖς σήμερα θά ὑποδεχθοῦμε στίς καρδιές καί  στήν πατρίδα μας, πού μαστίζεται ἀπό μία ἐπιδρομή ἀδικίας πρωτοφανῆ, τόν μεγάλο ἐπισκέπτη ;
Μαζί μέ τούς ὑπέροχους δοξολογικούς ὕμνους, τά παραδοσιακά μας τραγούδια καί τά ὑπέροχα ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας μέ μιά καρδιακή, οὐσιαστική ὁμολογία πίστεως : 
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν σαρκωθείς ἐκ πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, ἐνανθρωπήσας Θεός ἡμῶν, ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀπηρνήθημεν τοῦ ὀνόματός Σου, ὅτι περιφρονήσαμε τά προστάγματά Σου. 
Ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν. Σέ ἱκετεύουμε ὅμως καί Σέ παρακαλοῦμε. Ἅπλωσε τό παντοδύναμό Σου χέρι καί εὐλόγησέ μας. Συγχώρεσέ μας. Ἀπόστρεψον τόν θυμόν Σου ἀφ’ ἡμῶν. Πρόσδεξαι τίς δεήσεις καί προσευχές τῶν δούλων Σου, πού ὁμολογοῦν μαζί μέ τόν ἱερό ὑμνογράφο ὅτι : «... οἱ ἐν σκότει καί σκιᾷ, εὕρομεν τήν ἀλήθειαν ̇ καί γάρ ἐκ τῆς Παρθένου ἐτέχθη ὁ Κύριος». ΑΜΗΝ.          
Διάπυρος πρός τόν ἐν τῷ Θεοδέγμονι Σπηλαίῳ
τεχθέντα Κύριον εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΔΡΑΜΑΣ ΠΑΥΛΟΣ

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

«Ὑπέρ… τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΑΜΑΣ


              
                   Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Ὑπέρ… τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»
                     
            Ἡ φράση «κλῆρος καί λαός», ὅταν ἀκούγεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, δίδεται ἡ ἐντύπωση πώς ἔχουμε μία «ταξική» διάκριση. Μάλιστα συχνά ἡ διάκριση αὐτή μπορεῖ νά ὁδηγεῖ καί σέ ἀντιπαραθέσεις, ὡσάν νά ἔχουμε δύο ἀντιμαχόμενες πλευρές. Ἀσφαλῶς  ὁ κλῆρος μέ τήν εἰδική μυστηριακή ἱερωσύνη του ἔχει μία ἰδιαιτερότητα σέ σύγκριση μέ τά λαϊκά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Τό ἱερατικό λειτούργημα σέ καμία περίπτωση δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά κάμνουμε κοσμικές διαφοροποιήσεις καί ποιοτικές διακρίσεις ἀνάμεσα σέ ἐκείνους πού φέρουν τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης καί στά πολυπληθῆ μέλη – λαϊκά τῆς Ἐκκλησίας. Στόν Ὀρθόδοξο χῶρο μας ὑπάρχει σταθερή ἀποστολική καί πατερική παράδοση πώς, ἄν ὑπάρχει διάκριση, αὐτή εἶναι καθαρά λειτουργική καί δέν ἀποβλέπει στό νά δημιουργήσει διαφορετικές ἀξιολογικές ὁμάδες μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
            Τό δυστύχημα εἶναι πώς ἔχει ἐπικρατήσει μία ἀντι – παράδοση καί σφαλερά ἐντύπωση, γιά δῆθεν μία τάξη ἀρχόντων στήν Ἐκκλησία καί μία ἀρχομένων. Στήν  καλύτερη περίπτωση μία ὁμάδα δρώντων καί μίαν ἄλλη παθητικά μετεχόντων στή Λατρεία τῆς ἐνορίας τυπικά «παρακολουθούντων» τά δρώμενα καί τελούμενα.Κληρικοί καί λαϊκοί ὅμως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἰσότιμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ σωτηρία τους δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τό εἶδος τοῦ λειτουργικοῦ χαρίσματος πού φέρουν. Τό ἱερατικό λειτούργημα εἶναι διακονία καί προσφορά. Ὁ κληρικός ὄντως εἶναι «ὑπηρέτης Χριστοῦ καί οἰκονόμος μυστηρίων Θεοῦ» (1), δηλαδή εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ καί διαχειριστής τῶν μυστικῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ. Τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα εἶναι πώς δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν «τελοῦντες» καί παθητικά «παρακολουθοῦντες», ἀλλά μόνο συνεπιτελοῦντες – συμπροσευχόμενοι καί συμπροσφέροντες τή λατρεία καί εὐχαριστία, κληρικοί καί λαϊκοί. Ὅταν οἱ πιστοί «συνέρχονται ἐπί τό αὐτό» μέ προεστῶτα τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας τους, αὐτός δέν λειτουργεῖ μόνος του, οὔτε μπορεῖ νά θεωρεῖ τό λαϊκό στοιχεῖο ὡς ἕνα παθητικό δέκτη, πού ἁπλῶς «παρακολουθεῖ».Μέσα στήν ἁγιοπατερική παράδοση δέν γίνεται διάκριση «ταξική» κληρικῶν και λαϊκῶν, ἀφοῦ ὅλα τά μέλη συναποτελοῦν τή Λειτουργία καί ἀλληλοσυμπληρώνονται μέ τή διακονία τους μέσα στό ἕνα Σῶμα, ὅπως ἀκριβῶς καί τά μέλη τοῦ φυσικοῦ σώματός μας. Στήν κυριολεξία μάλιστα ὁ ὅρος «λαϊκός» σημαίνει αὐτόν, πού ἀνήκει στό «λαό τοῦ Θεοῦ», καί κατά συνέπεια περιλαμβάνει ὅλα τά μέλη, κληρικούς καί λαϊκούς χωρίς διάκριση. (2)
            Ἡ Ὀρθόδοξη, λοιπόν, θεώρηση εἶναι πώς κληρικοί και λαϊκοί ἀνήκουμε στό «λαό τοῦ Θεοῦ». Ὅταν «συνερχόμεθα ἐπί τό αὐτό» γιά νά τελέσουμε τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας συγκροτοῦμε καί φανερώνουμε τό «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ», πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του. Ἀπό σωτηριολογικῆς πλευρᾶς, πού εἶναι καί ἡ οὐσιοδέστερη καί σπουδαιότερη, δέν ὑπάρχει καμιά διάκριση ἀνάμεσα στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Σ’ ὅλους προσφέρονται οἱ ἴδιες δυνατότητες σωτηρίας, τά ἴδια μέσα τῆς Θείας Χάρης. Αὐτή ὅμως ἡ ἰσοτιμία καί ὁμοτιμία στήν προσφερόμενη χάρη και εὐλογία καί σωτηρία δέν ἀποκλείει τή διαφορετικότητα στά λειτουργικά χαρίσματα καί τήν ἱεραρχική δομή καί ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «διαιρέσεις χαρισμάτων….διαιρέσεις διακονιῶν….διαιρέσεις ἐνεργημάτων». (3) Αὐτά τά διάφορα χαρίσματα, τά διάφορα διακονήματα καί τά διάφορα εἴδη δραστηριοτήτων, δέν ἐμποδίζουν ὅλα τά μέλη, κληρικούς καί λαϊκούς, νά εἶναι ἰσότιμα καί ὁμότιμα ἐνώπιον τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς.
            Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, καί ἑπομένως ἡ Θεία Λειτουργία, ὡς δημόσιο ἔργο, γίνεται γιά τό λαό τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ἴδιο τό λαό. Γιατί δέν λειτουργοῦν μόνοι τους, ούτε μυστικά οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά κάθε φορά ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἱερεῖς του τελοῦν τή Θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαός τοῦ Θεοῦ, δεν ἐννοοῦμε χωριστά τούς λαϊκούς ἀπό τούς κληρικούς, ἀλλά καί τούς λαϊκούς καί τούς κληρικούς, ὅλοι μαζί καί λαϊκοί καί κληρικοί εἴμαστε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι εὔκολο νά ποῦμε τί εἶναι Ἐκκλησία, τήν καταλαβαίνουμε ὅμως καί τή ζοῦμε αὐτή τήν ἀλήθεια, ὅταν τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία. Ὅταν εἴμαστε μέσα στό ναό καί γίνεται ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐμεῖς δέν παρακολουθοῦμε ἁπλῶς σάν θεατές ὅ,τι γίνεται, ἀλλά εἴμαστε ἐμεῖς ὅλοι πού λειτουργοῦμε. Ἐμεῖς εἴμαστε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, καί ἐμεῖς τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία, μέ τούς λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας, πού μέ τή χειροτονία ἔχουν τή χάρη τῆς ἱερωσύνης.
            Ὅλες οἱ εὐχές καί ὅλοι οἱ ὕμνοι τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι γραμμένοι ἔτσι, πού νά φαίνεται πώς δέν λειτουργεῖ μόνος ὁ ἱερέας, ἀλλα ὅλοι οἱ χριστιανοί πού εἶναι στο ναό. «Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» λέει ὁ ἱερέας καί «πρόσχωμεν», καί τό λέει γιά ὅλο τό λαό, γιατί ὅλοι εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία καί ὅλοι μαζί τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία. Ἡ Θεία Λειτουργία δέν εἶναι μία νεκρή, ἀλλά ζωντανή πράξη τῆς Ἐκκλησίας, πού τόσο καλύτερα τήν καταλαβαίνουμε, ὅσο πιό ζωντανά μετέχουμε σ’ αὐτήν. Ὄχι ὅταν παρακολουθοῦμε σάν θεατές ὅσα γίνονται μέσα στό ναό, ἀλλά ὅταν εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πού ζωντανά τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία. Νά τό ἐπαναλάβουμε καί νά τό ἐπαναλαμβάνουμε συχνά, πώς βασική ἀλήθεια καί εἶναι Θεία πραγματικότητα. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κάτι ξένο καί ἔξω ἀπό μᾶς, πού λειτουργεῖ, καί ἐμεῖς πηγαίνουμε στή Θεία Λειτουργία, μά ἐμεῖς, κληρικοί καί λαϊκοί, πού ἀποτελούμε τό λαό τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία, πού κάθε φορά τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία. (4)



(1) Α.’ Κορινθίους  4, 1
  (2) «Ἐνορία: Ὁ Χριστός ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» π. Γ. Μεταλληνοῦ σελ. 21-23
  (3) Α.’ Κορινθίους 12, 4-11 
(4) «Ἡ Θεία Λειτουργία» Μακαριστοῦ Διονυσίου Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης σελ. 2-7 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...