kilikia.jpg
               Έ­να τα­ξί­δι στη Μι­κρά Α­σί­α εί­ναι πάν­το­τε μι­α συ­νάν­τη­ση με το πα­ρελ­θόν, την ι­στο­ρί­α και τους θρύ­λους της.  Η γη ε­κεί­νη, πέ­ρα α­πό τις α­να­μνή­σεις και μι­αν α­τέ­λει­ω­τη α­λυ­σί­δα γε­γο­νό­των, που κρύ­βει στην καρ­δι­ά της, έ­χει προι­κι­στεί με εν­τυ­πω­σι­α­κές φυ­σι­κές χά­ρες και ο­μορ­φι­ές. Εί­ναι οι τρεις θά­λασ­σες που την θω­πεύ­ουν α­πό τρεις με­ρι­ές, και της δί­νουν δρόμους και έ­ξο­δο σε τρεις η­πεί­ρους, τα πο­τά­μι­α που την δι­α­σχί­ζουν ευ­ερ­γε­τι­κά, πο­τί­ζον­τας τις εύ­φο­ρες κοι­λά­δες της, εί­ναι τα με­γά­λα δά­ση, οι πα­νύ­ψη­λες ο­ρο­σει­ρές, τα υ­ψί­πε­δα, οι πα­νέ­μορ­φες γλυ­κές και αλ­μυ­ρές  λί­μνες της, κι ε­κεί­νη η α­τέ­λει­ω­τη αλ­μυ­ρή έ­ρη­μός της. Εί­ναι α­κό­μη οι άν­θρω­ποι της, αυ­τοί που την κα­τοι­κούν, ε­κεί­νοι που την κα­τοι­κού­σαν άλ­λο­τε, και ξε­ρι­ζω­μέ­νοι στην προ­σφυ­γι­ά, τρεις γε­νι­ές τώ­ρα, δεν μπο­ρούν να την ξε­χά­σουν, αλ­λά κι ε­κεί­νοι που την δι­α­βαί­νουν πε­ρα­στι­κοί και νο­σταλ­γούν να την ξα­να­δούν. Εί­ναι, τέ­λος, οι α­να­ρίθ­μη­τοι λα­οί που κα­τα­γρά­φη­καν στο πα­ρελ­θόν ως οι­κι­στές της, και ά­φη­σαν στη γη της ι­κα­νά ση­μά­δι­α α­πό την πα­νάρ­χαι­α ι­στο­ρι­κή πα­ρου­σί­α και τον πο­λι­τι­σμό τους, ό­πως Προ­έλ­λη­νες, Χετ­ταί­οι, Λυ­δοί, Κά­ρες, Ά­ο­νες, Ασ­σύ­ρι­οι, Έλ­λη­νες, Ρω­μαί­οι, Σελ­ζού­κοι και Ο­θω­μα­νοί Τούρ­κοι.

                      Η Μι­κρά Α­σί­α στη δι­α­χρο­νι­κή της πο­ρεί­α υ­πήρ­ξε έ­να α­πό τα πι­ο πο­λυ­σύ­χνα­στα ε­θνο­λο­γι­κά σταυ­ρο­δρό­μι­α. Γνώ­ρι­σε α­να­ρίθ­μη­τους πο­λι­τι­σμούς και πα­ρα­δό­σεις. Εί­δε πλη­θώ­ρα φυ­λών και λα­ών να ε­πο­φθαλ­μι­ούν, να δι­εκ­δι­κούν, να μά­χον­ται, να κα­τα­κτούν και να εγ­κα­θί­σταν­ται στα ε­δά­φη της. Α­πό τη χα­ραυ­γή της ι­στο­ρί­ας της έ­γι­νε θέ­α­τρο των πι­ο φο­βε­ρών πο­λε­μι­κών συγ­κρού­σε­ων, με  σφα­γές α­μά­χων, α­νεί­πω­τες κα­τα­στρο­φές πο­λι­τι­στι­κών και οι­κο­γε­νει­α­κών α­γα­θών, ε­ξον­τω­τι­κές πλη­θυ­σμι­α­κές με­τα­κι­νή­σεις, α­νε­λέ­η­τους δι­ωγ­μούς κυρίως χρι­στι­α­νών και βέ­βαι­α αρ­πα­γές και λε­η­λα­σί­ες του πλού­του, των μνη­μεί­ων και των θη­σαυ­ρών της.

Στα νό­τι­α αυ­τής της Μι­κρα­σι­α­τι­κής Γης ε­κτεί­νε­ται η Κι­λι­κί­α. Εί­ναι η ε­παρ­χί­α Σε­ϋ­χάν, μι­α εν­τυ­πω­σι­α­κή πε­ρι­ο­χή στο νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ά­κρο της, που α­πο­τε­λεί τμή­μα του τουρ­κι­κού κρά­τους. Α­νή­κει δι­οι­κη­τι­κά στο "Βι­λα­έ­τι" (Νο­μαρ­χί­α) των Α­δά­νων. Έ­χει έ­κτα­ση 35.000  τ. χι­λι­ό­με­τρα και α­πό το βορ­ρά χω­ρί­ζε­ται α­πό την Λυ­κα­ο­νί­α και την Καπ­πα­δο­κί­α με την ο­ρο­σει­ρά του Ταύ­ρου, η ο­ποί­α στο ύ­ψος της Ταρ­σού κό­βε­ται α­πό το με­γά­λο φα­ράγ­γι, το Γκι­ου­λέκ Μπογ­κάζ (Κι­λί­κι­ες Πύ­λες). Στο νό­το βρέ­χε­ται α­πό τη Με­σό­γει­ο (Κι­λί­κι­ο Πέ­λα­γος) και βλέ­πει τα βό­ρει­α πα­ρά­λι­α της Κύ­πρου, α­πό το α­κρω­τή­ρι του α­γί­ου Αν­δρέ­α, τη μύ­τη του Ρι­ζο­κάρ­πα­σου, ώς την Κε­ρύ­νει­α και τον Κα­ρα­βά, κι α­πό ε­κεί ώς τον κόλ­πο της Πά­φου και τον άλ­λο της Χρυ­σο­χούς. Α­πό την α­να­το­λή συ­νο­ρεύ­ει με την Συ­ρί­α κι α­πό τη δύ­ση με την Παμ­φυ­λί­α και την Πι­σι­δί­α.

Α­φορ­μές γι' αυ­τό το  Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό  στά­θη­καν δύ­ο τα­ξί­δι­α, το πρώτο, πριν α­πό 46 χρό­νι­α και το δεύτερο, το περ­σι­νό κα­λο­καί­ρι. Τό­τε, το κα­λο­καί­ρι του '63 οι τε­λει­ό­φοι­τοι της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής της Θεσ­σα­λο­νί­κης ξε­κί­νη­σαν γι­α έ­να προ­σκή­νυ­μα στους Α­γί­ους Τό­πους. Το εγ­χεί­ρη­μα ήταν τολ­μη­ρό, α­φού έ­πρε­πε να δι­α­σχί­σου­με ο­δι­κώς την Μι­κρά Α­σί­α, τη Συ­ρί­α, τμή­μα του Λι­βά­νου και της Ι­ορ­δα­νί­ας για να φτά­σου­με στην Α­γί­α Γη. Με συ­νο­δούς όμως έ­ναν πο­λύ­πει­ρο κα­θη­γη­τή και έναν ακούραστο βοηθό της Σχολής μας, ό­λα ε­ξε­λί­χθη­καν κα­τά το πρό­γραμ­μα. Έ­να του­ρι­στι­κό λε­ω­φο­ρεί­ο με 48 ε­πι­βά­τες ξε­κί­νη­σε το πρω­ί μι­ας Πέ­μπτης  του Ι­ου­λί­ου, α­φού σχε­δί­α­στη­κε με κά­θε λε­πτο­μέ­ρει­α η πο­ρεί­α της δι­α­δρο­μής: Θεσ­σα­λο­νί­κη, Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη, Α­δρι­α­νού­πο­λη, Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, Ά­γκυ­ρα, A­k­s­a­r­ay,  G­u­l­ek, Ταρ­σός, Ά­δα­να, I­s­k­e­d­e­r­un (Α­λε­ξαν­δρέ­ττα).

 

 

Η γραμμή στο χάρτη ορίζει το περίγραμμα της Κιλικίας

 

Το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι ξε­κί­νη­σε α­πό μι­α ι­δέ­α φίλων δη­μο­σι­ο­γρά­φων των γαλ­λι­κών ε­φη­με­ρί­δων C­r­o­ix (Παρίσι) και C­r­o­ix du N­o­rd (Λίλλη) να ε­πι­σκε­φθούν κυ­ρί­ως τη βορειοδυ­τι­κή πε­ρι­ο­χή της Κι­λι­κί­ας, ό­που σύμ­φω­να με πλη­ρο­φο­ρί­ες υ­πάρ­χουν χω­ρι­ά με ση­μαν­τι­κό α­ριθ­μό κρυ­πτο­χρι­στι­α­νών. Οι δύ­ο ε­φη­με­ρί­δες εί­χαν συγ­κεν­τρώ­σει σο­βα­ρά στοι­χεί­α γι­α τις δι­ώ­ξεις των Ορ­θο­δό­ξων α­πό φα­να­τι­κούς μου­σουλ­μά­νους της πε­ρι­ο­χής και εν­δι­α­φέ­ρον­ταν να δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σουν τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση, αυ­τών που α­πό­μει­ναν. Το τα­ξί­δι συμ­φω­νή­θη­κε, και μέ­σω Ρό­δου η «συν­τρο­φι­ά» πέ­τα­ξε με την C­o­n­d­or στην Ατ­τά­λει­α (A­n­t­a­l­ya). Ή­ταν Δευ­τέ­ρα 20 Αυ­γού­στου του 2007.

Η Ατ­τά­λει­α εί­ναι μι­α πα­νέ­μορ­φη πό­λη, με πά­νω α­πό έ­να ε­κα­τομ­μύ­ρι­ο κα­τοί­κους. Πρω­τεύ­ου­σα της πα­λαι­άς Παμ­φυ­λί­ας, α­πο­τε­λεί μί­α α­πό τις πι­ο ορ­γα­νω­μέ­νες του­ρι­στι­κές πε­ρι­ο­χές της Μι­κράς Α­σί­ας. Η πό­λη κα­λο­σχε­δι­α­σμέ­νη α­πό την ελ­λη­νι­στι­κή ε­πο­χή, κα­τά το ιπ­πο­δά­μει­ο σύ­στη­μα, με το κέ­ντρο και τα γύ­ρω τε­τρά­γω­να, έ­χει το πε­ρί­φη­μο αμ­φι­θέ­α­τρό της στις πα­ρυ­φές των προς βορ­ράν υ­ψω­μά­των, στην α­γκα­λι­ά του βρά­χου. Τρεις μα­ρί­νες δέ­χο­νται ξένα σκά­φη και το αρ­χαι­ο­λο­γι­κό μου­σεί­ο της θε­ω­ρεί­ται α­πό τα πι­ο άρ­τι­α, πλού­σι­ο σε πο­λύ­τι­μα ευ­ρή­μα­τα α­πό κά­θε πο­λι­τι­σμό της Α­να­το­λί­ας. Ε­δώ ο Ελ­λη­νι­σμός έ­χει α­φή­σει α­νε­ξί­τη­λα τα ση­μά­δι­α της πα­ρου­σί­ας του ι­δι­αί­τε­ρα στη συ­νοι­κί­α K­a­l­e­i­ci, ό­που βρί­σκο­νται τα ελ­λη­νι­κά αρ­χο­ντι­κά, με ε­ξαι­ρε­τι­κή ε­ξω­τε­ρι­κή δι­α­κό­σμι­ση, που α­να­πα­λαι­ώ­θη­καν και λει­τουρ­γούν ως ξε­νώ­νες και μο­τέλ. Κά­νουν ε­ντύ­πω­ση τα πε­ντα­κά­θα­ρα πλα­κό­στρω­τα στε­νά δρο­μά­κι­α της ελ­λη­νι­κής συ­νοι­κί­ας, που μέ­νει έ­ρη­μη α­πό Έλ­λη­νες με­τά το '­22-23. Κά­ποι­οι λί­γοι «τούρ­κε­ψαν» και χά­θη­καν στα χω­ρι­ά των βου­νών γι­α να ξε­φύ­γουν αρ­γό­τε­ρα ή να πα­ρα­μεί­νουν ξε­χα­σμέ­νοι. Ο­ρι­σμέ­νοι «εν­σω­μα­τώ­θη­καν» στην τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α, αλ­λά τε­λι­κά έ­μει­ναν αυ­τοί που ή­ταν πριν, Έλ­λη­νες και Ορ­θό­δο­ξοι.
        
Με έ­να νοι­κι­α­σμέ­νο με­γά­λο τζιπ, πρω­ί-πρω­ί, η ο­μά­δα μας, ε­πτά ά­το­μα, πή­ρε το δρό­μο γι­α τη M­a­n­a­v­g­at, με κα­τεύ­θυν­ση στα βου­νά προς το S­e­y­d­i­s­e­h­ir. Ε­κεί έ­γι­νε η πρώτη δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση γι­α να αρ­χί­σει την ε­πό­με­νη μέ­ρα η κά­θο­δος προς το νό­το, προς τα χω­ρι­ά της Κι­λι­κί­ας. Η Τρα­χεί­α Κι­λι­κί­α ή­ταν γι­α ό­λους μι­α σκλη­ρή ε­μπει­ρί­α. Πα­νύ­ψη­λα βου­νά που τρο­μά­ζουν τον ε­πι­σκέ­πτη, α­φού οι δρό­μοι ε­κεί ε­πά­νω εί­ναι σε κα­τά­στα­ση σχε­δόν πρω­τό­γο­νη. Το α­ραι­ό ο­ξυ­γό­νο σου φέρ­νει δύ­σπνοι­α, ό­ταν βρί­σκε­σαι κο­ντά στις κο­ρυ­φές του Μολ­κάρ (3240 μ.) και του Ά­λα­νταγ (3734 μ.­). Χρει­ά­στη­κε μι­α ο­λό­κλη­ρη μέ­ρα γι­α να κα­τε­βεί η ο­μά­δα στα χα­μη­λό­τε­ρα, σ' έ­να φα­ράγ­γι με μι­κρά χω­ρι­ά, που το καθένα είχε πε­ρί­που δι­α­κό­σι­ους ή τρι­α­κό­σι­ους κα­τοί­κους. Τα χω­ρι­ά αυ­τά, σε φαράγγια πίσω από οροσειρές, βλέ­πουν την α­να­το­λή του η­λί­ου με­τά τις 11 το πρω­ί. Οι Γάλ­λοι εί­χαν κά­ποι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κές με τον σκο­πό της «εκ­δρο­μής», αλ­λά δεν βι­ά­ζον­ταν να τις α­ξι­ο­ποι­ή­σουν. Προ­σπε­ρά­σα­με, σχε­δόν α­δι­ά­φο­ροι τα δύ­ο πρώ­τα χω­ρι­ά. Στο μο­να­δι­κό κα­φε­νεί­ο του τρί­του χω­ρι­ού, με έ­να πη­γά­δι στην μπρο­στι­νή αυ­λή στα­μά­τη­σε το τζιπ. Ο ι­δι­ο­κτή­της μας χαι­ρέ­τη­σε εγ­κάρ­δι­α και α­φού κα­θί­σα­με, πρό­σφε­ρε τσά­ι και σε λί­γο ζε­στό κατ­σι­κί­σι­ο γά­λα σε κού­πες, τυ­ρί, κρύ­ο χυ­λό α­πό ρε­βύ­θι­α και αν­τί γι­α ψω­μί, ζε­στές τις γνω­στές πί­τες της Α­να­το­λής. Αρ­γό­τε­ρα, προς το με­ση­μέ­ρι, έβ­γα­λε α­πό το πη­γά­δι και έ­κο­ψε πα­γω­μέ­νο καρ­πού­ζι και έ­φε­ρε μι­α πι­α­τέ­λα με ώ­ρι­μα δα­μά­σκη­να.

Α­πό τον πί­σω ε­ξώ­στη φαι­νό­ταν στο βά­θος έ­να πλά­τω­μα, στην ά­κρη του ο­ποί­ου ή­ταν το κοι­μη­τή­ρι­ο του χω­ρι­ού. Δύ­ο α­πό τη συ­ντρο­φι­ά αλ­λη­λο­κοι­τά­χτη­καν και με­τά ρώ­τη­σαν, α­πό πού θα μπο­ρού­σαν να κα­τε­βούν γι­α να το ε­πι­σκε­φτούν. Ο κα­φετ­ζής, α­φού τους κοί­τα­ξε πε­ρί­ερ­γος, τους έ­δει­ξε έ­να δρο­μά­κι δί­πλα σε μι­α συ­στά­δα με ο­ξι­ές, και οι δύ­ο σχε­δόν α­δι­ά­φο­ρα, κα­τη­φό­ρη­σαν. Έ­κα­ναν πά­νω α­πό ώ­ρα. Στο γυ­ρι­σμό μας κοίταξαν περίεργα. Κά­τι εί­δαν. Δεν μί­λη­σαν στο τρα­πέ­ζι. Ό­μως πλη­σί­α­σαν συ­νω­μο­τι­κά στο βά­θος της κου­ζί­νας τον κα­φετ­ζή κι ό­ταν βγή­καν, ε­κεί­νος στρά­φη­κε σ'­ε­μέ­να, με πλη­σί­α­σε, μου άρ­πα­ξε τα δυ­ό μου χέ­ρι­α και έ­δει­ξε συ­γκι­νη­μέ­νος μαζί και χαρούμενος.

Τι εί­χε προ­η­γη­θεί; Στο κοι­μη­τή­ρι­ο οι δύ­ο Γάλ­λοι εί­δαν με­ρι­κούς λευ­κούς ξύ­λι­νους σταυ­ρούς, χω­ρίς ο­νό­μα­τα ή άλ­λες α­να­γρα­φές. Η α­πο­ρί­α τους ή­ταν «ποι­οι εί­χαν τα­φεί και γι­α­τί δεν γρά­φτη­καν ο­νό­μα­τα;­». Η α­πά­ντη­ση που πή­ραν ή­ταν α­να­με­νό­με­νη. Ήταν χρι­στι­α­νοί, που θά­φτη­καν α­πό τους οι­κεί­ους τους νύ­χτα. Το πι­ο ση­μα­ντι­κό ό­μως ή­ταν ό­τι έ­νας α­πό τους τε­λευ­ταί­ους σταυ­ρούς ή­ταν του α­δελ­φού του κα­φετ­ζή. Ο ί­δι­ος φά­νη­κε να δα­κρύ­ζει. Ύ­ψω­σε το βλέμ­μα του, έ­κα­νε το σταυ­ρό του ορ­θό­δο­ξα, στρά­φη­κε προς το μέ­ρος μου και σε σπα­σμέ­να ελ­λη­νι­κά ψάλ­λι­σε: «Θε­ός σχω­ρέ­σ'­τον». Μά­θα­με τε­λι­κά ό­τι στο χω­ρι­ό δεν υ­πάρ­χει ι­ε­ρέ­ας. Ό­ταν υ­πάρ­χει πο­λύ με­γά­λη α­νά­γκη τον φέρ­νουν κρυ­φά α­πό έ­να μα­κρυ­νό με­γα­λο­χώ­ρι, με πολ­λές προ­φυ­λά­ξεις, γι­α­τί στο χω­ρι­ό τους υ­πάρ­χουν αρ­κε­τοί φα­να­τι­κοί. Λί­γοι χρι­στι­α­νοί α­πό­μει­ναν, ί­σως λι­γώ­τε­ροι α­πό εί­κο­σι, κι ό­λοι τους έ­χουν δι­πλά ο­νό­μα­τα. Κά­ποι­οι, τα τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α, έ­φυ­γαν γι­α την Ευ­ρώ­πη, μάλλον προς τη νότια Γαλλία, επειδή συμπάθησαν τους Γάλλους, όταν προ του '22 βρίσκονταν στην περιοχή ως «εγγυήτρια δύναμη» .

Η συ­ντρο­φι­ά μας α­να­χώ­ρη­σε σφι­γμέ­νη α­πό τη συ­γκί­νη­ση. Εί­χα­με ση­μει­ώ­σει στο χάρ­τη τα ε­πό­με­να χω­ρι­ά που έ­πρε­πε να ε­πι­σκε­φθού­με. Ο κα­φετ­ζής μας φόρ­τω­σε με φρού­τα, τυ­ρί και πί­τες και δεν δέ­χτη­κε να πλη­ρω­θεί γι­α τί­πο­τε. Έ­μει­νε στο δρό­μο να κοι­τά­ζει το αυ­το­κί­νη­το που α­πο­μα­κρυ­νό­ταν και να κι­νεί το χέ­ρι του. Ποι­ος ξέ­ρει αν ξα­να­περ­νού­σε χρι­στι­α­νός α­πό τα μέ­ρη του; έ­ναν τό­πο όπου κα­θέ­νας τους νοι­ώ­θει και ξέ­νος και μό­νος.

Ξε­κι­νή­σα­με, γνω­ρί­ζο­ντας πού πη­γαί­να­με, αλ­λά ο χάρ­της δεν μας βο­ήθη­σε στον υ­πο­λο­γι­σμό της δι­α­δρο­μής. Εί­χα­με ση­μει­ώ­σει ως προ­ο­ρι­σμό έ­να με­γα­λο­χώ­ρι, που πρέ­πει να ή­ταν 100 - 120 χι­λι­ό­με­τρα μα­κρυ­ά, αλ­λά η τρα­χύ­τη­τα των δρό­μων τα έ­κα­νε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα. Στο S του δρό­μου χρει­ά­στη­κε να στα­μα­τή­σου­με σ' έ­να χω­ρι­ό γι­α α­νε­φο­δι­α­σμό και δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση. Μεί­να­με σ' έ­να μο­τέλ, μάλ­λον χά­νι, α­φού πα­ρά την ξε­χω­ρι­στή ευ­γέ­νει­α των ι­δι­ο­κτη­τών οι συν­θή­κες δι­α­βί­ω­σης ή­ταν μάλ­λον α­πό την προ­η­γού­με­νη πε­ντη­κο­ντα­ε­τί­α. Φύ­γα­με νω­ρίς το ε­πό­με­νο πρω­ί γι­α μι­α αρ­κε­τά δύ­σκο­λη δι­α­δρο­μή. Πε­ρά­σα­με α­πό έ­να α­τε­λεί­ω­το δά­σος, κα­τε­βή­κα­με μι­α ε­πι­κίν­δυ­νη πλα­γι­ά αρ­κε­τών χι­λι­ο­μέ­τρων, και να μπρο­στά μας έ­νας χεί­μα­ρος με κόκ­κι­νο θω­λό νε­ρό. Φαι­νό­ταν α­πό πού έ­πρε­πε να πε­ρά­σου­με, αλ­λά δύ­ο - τρεις χω­ρι­κοί, με τα κά­ρα τους, μας α­πέ­τρε­ψαν. Πε­ρί­με­ναν έ­να τρα­κτέρ γι­α να πε­ρά­σουν με τα κά­ρα. Πε­ρι­μέ­να­με κι ε­μείς. Με­τά α­πό ώ­ρες φά­νη­κε το τρα­κτέρ μ' έ­ναν ο­δη­γό γύ­ρω στα 30, που μας πέ­ρα­σε ό­λους. Α­πό ευ­γέ­νει­α προ­τεί­να­με να του δώ­σου­με με­ρι­κά ευ­ρώ. Αρ­νή­θη­κε χα­μο­γε­λώ­ντας. Με κά­ποι­α σπα­στά γαλ­λι­κά και ε­γκαρ­δι­ό­τη­τα μας εί­πε ό­τι συ­μπα­θεί τους Γάλ­λους γι­α­τί έ­χει θεί­ο που ερ­γά­ζε­ται στη Μασ­σα­λί­α. Κά­ποι­α στι­γμή του έ­δει­ξαν ε­μέ­να λέ­γο­ντας, «αυ­τός ε­κεί εί­ναι Έλ­λη­νας», κι ε­κεί­νος, α­φού έ­λαμ­ψε το πρό­σω­πό του, εν­θου­σι­α­σμέ­νος φώ­να­ξε στα ελληνικά: «αυ­τός εί­ναι α­δελ­φός μου. Ε­σείς δεν ξέ­ρε­τε τις ρί­ζες μας». Εγώ χαμογέλασα. Εκείνος α­νέ­βη­κε γρή­γο­ρα στο τρα­κτέρ και έ­φυ­γε βι­α­στι­κά, κι­νώ­ντας το δε­ξί του χέ­ρι, μέ­χρι που χά­θη­κε στον ο­ρί­ζο­ντα. Οι άλλοι σάστισαν. Τι να εν­νο­ού­σε; Τι σή­μαι­νε ε­κεί­νο το: «Ε­σείς δεν ξέ­ρε­τε τις ρί­ζες μας»;  Κα­νείς τους δεν έ­παιρ­νε όρ­κο.

Αρ­γά, λί­γο με­τά τη δύ­ση του η­λί­ου, μπή­κα­με στο κε­φα­λο­χώ­ρι που εί­χα­με προ­γραμ­μα­τί­σει. Οι Γάλ­λοι φαί­νε­ται πως ή­ξε­ραν πολ­λά. Ο ε­πι­κε­φα­λής δι­ά­βα­ζε τα χαρ­τι­ά του και μας ε­ξη­γού­σε. Πή­γα­με κα­τ' ευ­θεί­αν σ' έ­να μι­κρό ξε­νο­δο­χεί­ο που δεν ή­ταν χά­νι. Κα­θα­ρό, νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο, με ευ­γε­νι­κό προ­σω­πι­κό, που σί­γου­ρα εί­χε τε­λει­ώ­σει κά­ποι­α σχε­τι­κή με το ε­πάγ­γελ­μα σχο­λή, α­φού μι­λού­σαν γαλ­λι­κά ή αγ­γλι­κά και ή­ξε­ραν κα­λά τη δου­λει­ά τους. Με­τά την τα­κτο­ποί­η­ση μας στα δω­μά­τι­α, κα­τε­βή­κα­με γι­α φα­γη­τό και κα­τά τη δι­άρ­κει­α του σερ­βι­ρί­σμα­τος ο ε­πι­κε­φα­λής της συ­ντρο­φι­άς μας ρώ­τη­σε τον σερ­βι­τό­ρο α­πό πού θα μπο­ρού­σε να τη­λε­φω­νή­σει. Ο σερ­βι­τό­ρος έ­φε­ρε έ­να α­σύρ­μα­το τη­λέ­φω­νο στο τρα­πέ­ζι κι ο δι­κός μας ά­νοι­ξε το μπλο­κά­κι του και χτύ­πη­σε έ­ναν τοπικό α­ρι­θμό, λέ­γο­ντάς μας: «Παίρ­νω στο κινητό του τον πρώ­ην τα­χυ­δρό­μο της πε­ρι­ο­χής. Τώ­ρα εί­ναι συ­ντα­ξι­ού­χος. Αν εί­ναι κα­λά θα ε­πι­κοι­νω­νή­σει». Το τη­λέ­φω­νο στην άλ­λη ά­κρη φαί­νε­ται να χτύ­πη­σε αρ­κε­τές φο­ρές χω­ρίς α­πά­ντη­ση. Ο δι­κός μας ό­μως ε­πέ­με­νε. Κά­ποι­α στι­γμή φά­νη­κε να α­πα­ντά μι­α φω­νή. Α­ντάλ­λα­ξαν οι δυ­ο τους με­ρι­κές κου­βέ­ντες και το τη­λε­φώ­νη­μα τε­λεί­ω­σε. Με­τά πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ό­τι ο πρώ­ην τα­χυ­δρό­μος θα μας δε­χό­ταν στο σπί­τι του αρ­γά το ε­πό­με­νο βρά­δυ. Σε ε­ρώ­τη­σή μου, αν τον ή­ξε­ραν προ­σω­πι­κά α­πό πριν, η α­πά­ντη­ση ή­ταν αρ­νη­τι­κή. Κα­νείς α­πό τη συ­ντρο­φι­ά δεν τον ή­ξε­ρε. Κά­ποι­οι άλ­λοι εί­χαν πλη­ρο­φο­ρη­θεί αρ­κε­τά γι' αυ­τόν και έ­δω­σαν στους δη­μο­σι­ο­γρά­φους της C­r­o­ix τις πληροφορίες. 

Η ε­πό­με­νη μέ­ρα δεν περ­νού­σε. Ό­λοι πε­ρί­με­ναν να νυ­χτώ­σει. Οι ώ­ρες έ­φευ­γαν πο­λύ αρ­γά εί­τε με συ­ζή­τη­ση εί­τε με ο­ρι­σμέ­να σχό­λι­α γι­α την προ­η­γού­με­νη μέ­ρα εί­τε με με­ρι­κά α­να­πά­ντη­τα ε­ρω­τή­μα­τα πά­νω στα προ­η­γού­με­να συμ­βά­ντα. Δύ­ο - τρεις έ­κο­ψαν βόλ­τες στην πλα­τεί­α και στη γέ­φυ­ρα που συ­νέ­δε­ε τις δύ­ο ό­χθες στο το­πι­κό πο­τά­μι. Αυ­τά ή­ταν τα μό­να ση­μεί­α που συ­γκέ­ντρω­ναν εν­δι­α­φέ­ρον. Ό­λοι ρο­κα­νί­ζα­με τον χρό­νο. Φά­γα­με βρα­δυ­νό και κα­τά τις 10, μι­α η­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α μας ζή­τη­σε στη ρε­σε­ψι­όν. Ση­κω­θή­κα­με και πλη­σι­ά­σα­με. Μι­α γε­λα­στή κυ­ρί­α γύ­ρω στα 75 μας κα­λω­σό­ρι­σε στα γαλ­λι­κά και με­τά α­πό κά­ποι­ες ο­δη­γί­ες, μας εί­πε να την α­κο­λου­θή­σου­με με α­πο­στά­σεις σε τρεις ο­μά­δες. Ξε­κι­νή­σα­με με μι­α κα­τα­σκό­τει­νη νύ­χτα. Ε­λά­χι­στα φώ­τα στους δρό­μους κι ε­κτός α­πό δύ­ο - τρεις βι­α­στι­κούς πε­ρα­στι­κούς δεν συ­να­ντή­σα­με ψυ­χή. Με­τά α­πό με­ρι­κά λε­πτά στον μι­κρό δρό­μο πί­σω α­πό το δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο πε­ρά­σα­με μι­α αυ­λό­πορ­τα, κά­να­με τον γύ­ρω του σπι­τι­ού κι α­πό μι­α πί­σω πόρ­τα μπή­κα­με σε έ­να ευ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι που ο­δη­γού­σε α­πό ε­σω­τε­ρι­κή σκά­λα σε ε­πά­νω ό­ρο­φο. Κα­τά την το­πι­κή συ­νή­θει­α βγά­λα­με στο πλά­ι της σκά­λας τα πα­πού­τσι­α μας και αρ­χί­σα­με να α­νε­βαί­νου­με τα σκα­λι­ά.

Η κυ­ρί­α μπρο­στά, μας ο­δή­γη­σε σ' έ­να με­γά­λο δω­μά­τι­ο, στο βά­θος του ο­ποί­ου πά­νω στο κρε­βά­τι α­να­κα­θι­σμέ­νος έ­νας γέ­ρο­ντας πε­ρί­που 75 ε­τών μας χαι­ρέ­τη­σε στα γαλ­λι­κά πο­λύ ε­γκάρ­δι­α. Ή­ταν ο συ­ντα­ξι­ού­χος τα­χυ­δρό­μος. Στην αρ­χή μας σύ­στη­σε την κυ­ρί­α. Ή­ταν η δί­δυ­μη α­δελ­φή του η Ελ­πί­δα. Με­τά εί­χε έ­ναν σύ­ντο­μο χα­μη­λό­φω­νο δι­ά­λο­γο με τον ε­πι­κε­φα­λής της συ­ντρο­φι­άς, γι­α να βε­βαι­ω­θεί γι­α το ποι­οι εί­μα­στε,  και στη συ­νέ­χει­α ζή­τη­σε συ­στά­σεις γι­α τον κα­θέ­να.

 
Στον Έλ­λη­να στα­μά­τη­σε. Ρώ­τη­σε αν θρη­σκεύ­ει. Κι ό­ταν ε­κεί­νος του α­πά­ντη­σε ό­τι εί­ναι θε­ο­λό­γος, συ­γκι­νή­θη­κε. «Μή­πως εί­σαι και κλη­ρι­κός», ρώ­τη­σε. «Ό­χι» εί­πα, «εί­μαι λα­ϊ­κός,  δι­δά­σκω στην εκ­παί­δευ­ση». Η δι­κή του α­πά­ντη­ση μας ξά­φνι­α­σε. Δεν πε­ρι­μέ­να­με κά­τι τέ­τοι­ο. «Ε­γώ δεν εί­μαι θε­ο­λό­γος, εί­πε, αλ­λά εί­μαι κλη­ρι­κός. Το ορ­θό­δο­ξο ό­νο­μά μου εί­ναι π. Μω­ϋ­σής και το ό­νο­μα του τα­χυ­δρό­μου, που εί­ναι τουρ­κι­κό, εί­ναι E­m­in. C­e­y­da λεν την α­δελ­φή μου, την Ελ­πί­δα. Συ­ντα­ξι­ο­δο­τή­θη­κα ως τα­χυ­δρό­μος πριν πέ­ντε χρό­νι­α, α­φού ερ­γά­στη­κα συ­νε­χώς γι­α σα­ρά­ντα πέ­ντε χρό­νι­α σε πολ­λές πε­ρι­ο­χές ε­δώ στον νό­το. Ι­ε­ρέ­ας εί­μαι α­πό τα τρι­ά­ντα μου και συ­νε­χί­ζω να εί­μαι μέ­χρι να κλεί­σω τα μά­τι­α μου. Δεν σκέ­φτο­μαι το θά­να­το. Συλ­λο­γί­ζο­μαι μό­νο τι θα γί­νουν οι χρι­στι­α­νοί της πε­ρι­ο­χής». Μας μί­λη­σε πο­λύ ε­γκάρ­δι­α, λες και έ­βλε­πε γνω­στά του πρό­σω­πα.

Ά­νοι­ξε την καρ­δι­ά του και μί­λη­σε γι­α ώ­ρες, λες και πε­ρί­με­νε α­πό και­ρό την ευ­και­ρί­α να με­τα­κε­νώ­σει τις ε­μπει­ρί­ες και την ι­στο­ρί­α της ζω­ής του σε αν­θρώ­πους που θα τον κα­τα­λά­βαι­ναν. Α­να­φέρ­θη­κε σε γε­γο­νό­τα, σε πρό­σω­πα, σε οι­κο­γέ­νει­ες, σε α­ρι­θμούς. Στα γύ­ρω χω­ρι­ά σε μι­α α­κτί­να 100-150 χι­λι­ο­μέ­τρων έ­χει κα­τα­με­τρή­σει πε­ρί­που 200 χρι­στι­α­νι­κές οι­κο­γέ­νει­ες και κά­που 50 με­μο­νω­μέ­νους χρι­στι­α­νούς. Οι τε­λευ­ταί­οι άν­δρες ή γυ­ναί­κες εί­τε εί­ναι μό­νοι τους, υ­πε­ρή­λι­κες, εί­τε ζουν σε μι­κτούς γά­μους. Στην πε­ρι­ο­χή του τα τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α υ­πάρ­χει μι­α σι­ω­πη­ρή α­νο­χή των μου­σουλ­μά­νων στην ύ­παρ­ξη των χρι­στι­α­νών. Φυ­σι­κά οι χρι­στι­α­νοί ζουν α­θό­ρυ­βα και α­πο­φεύ­γουν να προ­κα­λούν και να­ δη­μι­ουρ­γούν ε­ντά­σεις.

Έ­λε­γε, έ­λε­γε, έ­λε­γε κι ε­μείς α­κού­γα­με. Ή­ταν μι­α νύ­χτα φορ­τω­μέ­νη με ε­μπει­ρί­ες που άλ­λα­ζαν καρ­δι­ές. Σχε­δόν χα­ρά­μα­τα άρ­χι­σε ο π. Μω­ϋ­σής να κου­ρά­ζε­ται. Η α­δελ­φή του μας πα­ρα­κά­λε­σε να στα­μα­τή­σου­με. Ο παπ­πούς εί­χε πε­ρά­σει πρό­σφα­τα μι­α βρογ­χο­πνευ­μο­νί­α κι ή­ταν θαύ­μα πώς ά­ντε­ξε τό­σες ώ­ρες. Ή­ταν τέσ­σε­ρις τα ξη­με­ρώ­μα­τα. Ση­κω­θή­κα­με. Τον πλη­σί­α­σα και του ζή­τη­σα να φι­λή­σω το χέ­ρι του. Μου το έ­δω­σε και με ευ­λό­γη­σε με χα­μό­γε­λο. Το ί­δι­ο έ­κα­νε και στα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της συ­ντρο­φι­άς. Τον α­πο­χαι­ρε­τή­σα­με και κα­τε­βή­κα­με σι­ω­πη­λοί στο με­γά­λο σα­λό­νι. Δεν φύ­γα­με ό­μως. Η κυ­ρί­α Ελ­πί­δα μας κρά­τη­σε. Εί­χε ε­τοι­μά­σει πρω­ι­νό γι­α ό­λους και πα­ρα­κά­λε­σε να μεί­νου­με μέ­χρι να αρ­χί­σει κί­νη­ση στους δρό­μους. Μεί­να­με ώς τις 8 το πρω­ί α­μί­λη­τοι, κι ύ­στε­ρα πά­λι δύ­ο-δύ­ο, και με α­πό­στα­ση με­τα­ξύ μας, φύ­γα­με γι­α το ξε­νο­δο­χεί­ο.­ 

Σε δύ­ο ώ­ρες ε­γκα­τα­λεί­πα­με το ό­μορ­φο κε­φα­λο­χώ­ρι με κα­τεύ­θυν­ση έ­να άλ­λο χω­ρι­ό κο­ντά στον με­γά­λο χεί­μα­ρο. Ο π. Μω­ϋ­σής μας εί­πε να ε­πι­σκε­φθού­με τον κου­ρέ­α. Ή­ταν έ­νας Κύ­πρι­ος που πα­ντρεύ­τη­κε Τουρ­κά­λα και την έ­κα­νε χρι­στι­α­νή. Οι δι­κοί της τον κυ­νή­γη­σαν, τον έ­δει­ραν, αλ­λά αυ­τός το δι­κό του. Έ­χει αλ­λά­ξει τρεις φο­ρές δι­α­μο­νή σε δι­ά­φο­ρες πε­ρι­ο­χές και τε­λι­κά βρή­κε την η­συ­χί­α του στο χω­ρι­ό που πη­γαί­να­με. Η δι­α­δρο­μή ή­ταν σχε­τι­κά εύ­κο­λη αν ε­ξαι­ρέ­σει κα­νείς την πα­ρέμ­βα­ση ε­νός καρ­φι­ού. Περ­νού­σα­με α­πό έ­να χω­ρι­ό, ό­που δί­πλα σε σταυ­ρο­δρό­μι χτι­ζό­ταν μι­α δι­ό­ρο­φη οι­κο­δο­μή. Α­πό το ξε­κα­λού­πω­μα του μπε­τόν έ­να α­πεί­θαρ­χο καρ­φί πε­τά­χτη­κε στο δρό­μο κι ε­μείς α­πρό­σε­χτοι το πα­τή­σα­με. Η αλ­λα­γή της ρε­ζέρ­βας κρά­τη­σε λί­γο, αλ­λά ή­ταν ευ­και­ρί­α να πι­ού­με έ­ναν κα­λό κα­φέ στο α­πέ­να­ντι κα­φε­νεί­ο και να ρω­τή­σου­με α­πό πού θα πά­με στο χω­ρι­ό που μας εν­δι­έ­φε­ρε. Ο κα­φετ­ζής έ­βγα­λε έ­να ά­δει­ο κου­τί τσι­γά­ρων και στο πί­σω μέ­ρος μας σχε­δί­α­σε τη δι­α­δρο­μή. Ό­ταν φύ­γα­με και α­κο­λου­θή­σα­με τον «χάρ­τη», κα­τα­λά­βα­με πό­σο μας βο­ή­θη­σε το καρ­φί. Αν δε στε­κό­μα­σταν και δε ρω­τού­σα­με, σί­γου­ρα θα εί­χα­με μπερ­δευ­τεί.

Φτά­σα­με α­πό­γευ­μα και κα­τευ­θυν­θή­κα­με στο κέ­ντρο του χω­ρι­ού. Ή­ταν μι­α κυ­κλι­κή πλα­τεί­α με βρύ­ση, με­γά­λα δέν­δρα και πα­γκά­κι­α. Κά­ποι­οι γέ­ρο­ντες κου­βέ­ντι­α­ζαν α­μέ­ρι­μνα. Το τζιπ στα­μά­τη­σε σε μι­α ά­κρη. Κα­τε­βή­κα­με, και με τα μά­τι­α α­να­ζη­τού­σα­με το κου­ρεί­ο. Δεν φαι­νό­ταν που­θε­νά. Ο ε­πι­κε­φα­λής μας, πλη­σί­α­σε μι­α πα­ρέ­α γε­ρό­ντων που του χα­μο­γέ­λα­σαν και, στο ε­ρώ­τη­μά του γι­α τον κου­ρέ­α, του έ­δει­ξαν την κα­τεύ­θυν­ση σε έ­ναν πλά­γι­ο δρό­μο. Α­φή­σα­με το τζιπ και με τα πό­δι­α βα­δί­σα­με προς το ση­μεί­ο που μας έ­δει­ξαν. Στο πρώ­το στε­νό δε­ξι­ά φά­νη­κε το κου­ρεί­ο με τρεις καλλιγραφικές ε­πι­γρα­φές. Μί­α στα τουρ­κι­κά, μί­α στα αγ­γλι­κά και μί­α στα ελ­λη­νι­κά. Βρή­κα­με τον κου­ρέ­α. Ή­ταν έ­να πα­λη­κά­ρι γύ­ρω στα 40, που κα­θό­ταν έ­ξω α­πό το κου­ρεί­ο του και ά­κου­γε α­πό έ­να ρα­δι­ο­φω­νά­κι κυπριακά από το ΡΙΚ.

Πή­ρα την πρω­το­βου­λί­α να τον «δι­α­κό­ψω». «Έ­χεις χρό­νο γι­α συ­γκι­νή­σεις πα­τρι­ώ­τη;» του εί­πα. Πε­τά­χτη­κε όρ­θι­ος, μ' α­γκά­λι­α­σε και ρώ­τη­σε. «Έλ­λαδίτης ε­δώ, πώς βρέ­θη­κε;­». Αυ­τό ή­ταν. Έ­γι­νε άλ­λος άν­θρω­πος. Ο Κυ­ρι­ά­κος α­πό τη Λε­με­σό θυ­μή­θη­κε ποι­ος εί­ναι. Μπή­κα­με ό­λοι στο κου­ρεί­ο και άρ­χι­σαν οι συ­στά­σεις. Το πρώ­το πρά­γμα που δή­λω­σε ή­ταν γι­α το βρά­δυ. «Εί­στε φι­λο­ξε­νού­με­νοί μας. Η Δέ­σποι­να θα ε­τοι­μά­σει τα πά­ντα». Α­μέ­σως πή­ρε στο τη­λέ­φω­νο τη σύ­ζυ­γό του και με λί­γες κου­βέ­ντες έ­δω­σε τα νέ­α και τις ε­ντο­λές γι­α την ε­τοι­μα­σί­α. Προ­σπά­θη­σα να το α­πο­φύ­γω, αλ­λά ή­ταν α­δύ­να­το. Βι­ά­στη­κε να κλεί­σει το μα­γα­ζί. Μας πή­ρε γι­α να μας πά­ει στο ξε­νο­δο­χεί­ο που εί­χα­με κλεί­σει και στη συ­νέ­χει­α, μας πή­γε σ' έ­να κέ­ντρο δί­πλα σε νε­ρό­μυ­λους και μας κέ­ρα­σε ό,τι ε­πι­θυ­μού­σε ο κα­θέ­νας μας.

Το βρά­δυ στο σπί­τι του έ­γι­νε πα­νη­γύ­ρι. Η συ­ζυ­γός του, μι­α ευ­γε­νι­κή κο­πέ­λα γύ­ρω στα 30 και τα δύ­ο παι­δι­ά τους, ο Ά­ντρος και ο Χρή­στος γι­όρ­τα­ζαν πρα­γμα­τι­κά την ε­πί­σκε­ψή μας. Και το τρα­πέ­ζι, μι­α παν­δαι­σί­α γεύ­σε­ων, με τρί­α δι­α­φο­ρε­τι­κά πι­ά­τα, ζι­βα­νί­α (κυ­πρι­α­κό τσί­που­ρο) και κρα­σί του ΚΕ­ΟΣ. Μά­θα­με, και τι δε μά­θα­με; Ο Κυ­ρι­ά­κος μας εί­πε τις πε­ρι­πέ­τει­ές του. Δύ­ο φο­ρές πή­γε φυ­λα­κή γι­α θρη­σκευ­τι­κούς λό­γους, ε­νώ ξύ­λο δεν θυ­μά­ται πό­σες φο­ρές έ­φα­γε α­πό φα­να­τι­κούς, αλ­λά κι α­π' τα πε­θε­ρι­κά του. Τε­λι­κά την έ­κλε­ψε την E­s­ma, που ε­πι­θυ­μού­σε  να βα­πτι­στεί γρή­γο­ρα, και η ί­δι­α ζή­τη­σε να πά­ρει το ό­νο­μα της Πα­να­γί­ας. Έ­γι­νε Δέ­σποι­να κι εί­ναι το κα­μά­ρι της γει­το­νι­άς και του χω­ρι­ού. Αυ­τές οι τέσ­σε­ρις ψυ­χές α­να­κά­λυ­ψαν στο χω­ρι­ό ε­πτά α­κό­μη χρι­στι­α­νούς κι αυ­τοί μα­κρυ­νής ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής. Συ­να­ντώ­νται συ­χνά, ψάλ­λουν, δι­α­βά­ζουν θρη­σκευ­τι­κά βι­βλί­α και τις με­γά­λες γι­ορ­τές ή πη­γαί­νουν ή φέρ­νουν τον π. Μω­ϋ­σή και τους κοι­νω­νεί.

Φύ­γα­με πο­λύ αρ­γά. Ο Κυ­ρι­ά­κος μας πή­γε μέ­χρι το ξε­νο­δο­χεί­ο. Ε­κεί­νη τη νύ­χτα δεν κοι­μή­θη­κε κα­νείς μας. Ό­λοι σκε­φτό­μα­σταν ε­κεί­νη την ευ­λο­γη­μέ­νη οι­κο­γέ­νει­α σ' έ­να τό­πο που α­γά­πη­σαν, πα­ρό­τι αρ­χι­κά δεν τους α­γά­πη­σε. Ό­μως η πί­στη και η α­γά­πη τους έ­κα­ναν το θαύ­μα. Ο Κυ­ρι­ά­κος κι η οι­κο­γέ­νει­ά του ή­ταν «στο­λί­δι γι­α το χω­ρι­ό». Έ­τσι τους χα­ρα­κτή­ρη­σε αυ­θόρ­μη­τα η σύ­ζυ­γος του ξε­νο­δό­χου, ό­ταν το πρω­ί ε­τοι­μα­ζό­μα­σταν να α­να­χω­ρή­σου­με.

Η α­να­χώ­ρη­σή μας ή­ταν συγ­κι­νη­τι­κή. Τρεις Ρω­μι­οί και μι­α Τουρ­κά­λα που έ­γι­νε Δέ­σποι­να, μας ξε­προ­βό­δι­σαν δα­κρυ­σμέ­νοι μέ­χρι τα τε­λευ­ταί­α σπί­τι­α κι α­πό 'κει δε στα­μά­τη­σαν να χαι­ρε­τούν, με υ­ψω­μέ­να τα χέ­ρι­α, μέ­χρι που μας έ­χα­σαν στη στρο­φή του δρό­μου. Οι Γάλ­λοι α­πό­ρη­σαν. Με ρω­τού­σαν αν έτ­σι γί­νε­ται παν­τού, ό­ταν κι ό­που συ­ναν­τών­ται Έλ­λη­νες. Α­πάν­τη­σα με μι­σό­λο­γα κι έ­στρε­ψα τη συ­ζή­τη­ση στη μο­να­ξι­ά του ξε­νη­τε­μέ­νου, που ό­ταν βλέ­πει δι­κούς του ξε­χνά τις α­πο­στά­σεις, τα βά­σα­να, τη σκλη­ρό­τη­τα γύ­ρω του και θέ­λει να γι­ορ­τά­σει. Το τρα­πέ­ζι, ο δι­ά­λο­γος, η κοι­νω­νί­α των προ­σώ­πων κι ο α­πο­χαι­ρε­τι­σμός εί­ναι α­να­τά­σεις ψυ­χής και υ­πέρ­βα­ση κάθε πι­κρί­ας της ζωής.

Οι ε­πό­με­νοι προ­ο­ρι­σμοί δεν δι­έ­φε­ραν και πο­λύ α­πό τους προ­η­γού­με­νους. Ο ε­πι­κε­φα­λής της συν­τρο­φι­άς μας εί­χε ή­δη ε­πι­κοι­νω­νή­σει και έ­κλει­σε τις ε­πό­με­νες συ­ναν­τή­σεις μας. Σε μι­α μι­κρή κω­μό­πο­λη έ­πρε­πε να συ­ναν­τή­σου­με τον Δή­μαρ­χό της, κρυπτοχριστιανό, γυι­ό ορ­θό­δοξου ι­ε­ρέ­α, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Ο Δήμαρχος μας πε­ρί­με­νε και μας φι­λο­ξέ­νη­σε στο σπί­τι του. Μας μί­λη­σε γι­α δι­κά του πρό­βλή­μα­τα κι ά­φη­σε να δι­α­φα­νεί μι­α πί­στη α­νά­μει­κτη με συγ­κλο­νι­στι­κή υ­πο­μο­νή γι­α κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες. Στην μι­κρή πό­λη του κα­τοι­κού­σαν πολ­λές ψυ­χές και γι­α τα θρη­σκευ­τι­κά τους κα­θή­κον­τα έ­φερ­ναν τώρα ι­ε­ρέ­α α­πό αρκετά μα­κρυ­ά.

Κά­που αλ­λού, σ' έ­να χω­ρι­ό μέ­σα σε πυ­κνό δά­σος, που γι­α να το βρού­με, το ψά­χνα­με έ­να α­πό­γευ­μα, συ­ναν­τή­σα­με έ­ναν α­νά­πη­ρο ζω­γρά­φο, που τα δυ­ο του πό­δι­α «α­χρη­στεύ­τη­καν» στη φυ­λα­κή, ε­πει­δή έ­κρυ­βε δι­ω­κό­με­νους χρι­στι­α­νούς. «Τώ­ρα», μας εί­πε, «η­ρέ­μη­σαν τα πράγ­μα­τα. Άλ­λο­τε η ζω­ή μας ή­ταν μαρ­τύ­ρι­ο». Στο πρό­σω­πό του εί­δα­με έ­ναν  κα­λο­συ­νά­το άν­θρω­πο, διαρκώς γε­λα­στό, με αι­σι­ο­δο­ξί­α και χι­ού­μορ. Ό­ταν ση­κω­θή­κα­με λί­γο πριν α­πό τη  δύ­ση του η­λί­ου γι­α να φύ­γου­με, άρ­χι­σε να γε­λά. «Και πού να πά­τε;» μας λέ­ει. «Το δά­σος εί­ναι κα­τα­σκό­τει­νο, θα χα­θή­τε». Αναγκαστικά μεί­να­με ε­κεί, μα­ζί με την οι­κο­γέ­νει­ά του. Κι η έκ­πλη­ξη ήρ­θε ό­ταν σκο­τεί­νι­α­σε έ­ξω και χτύ­πη­σε η πόρ­τα. Εί­χε φρον­τί­σει να ει­δο­ποι­ή­σει -έχουν κι εκεί κινητά- ό­λους τους χρι­στι­α­νούς και σε μια ώ­ρα γέ­μι­σε το σπί­τι ψυ­χές. Ό­λοι ήρ­θαν με τα φα­γη­τά τους. Η νοι­κο­κυ­ρά έ­στρω­σε στο πά­τω­μα πο­λύ­χρω­μα κι­λί­μι­α, α­πό πά­νω λευ­κά τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα, α­ρα­δι­ά­στη­καν τα πι­ά­τα κι πι­α­τέ­λες, γέμισαν τα ποτήρια με σπιτικό κρασί, στρω­θή­κα­με γύ­ρω στους πε­νήν­τα σταυ­ρο­πό­δι, μου ζή­τη­σαν να κά­νω προ­σευ­χή και με­τά το «Χρι­στέ ο Θε­ός η­μών, ευ­λό­γη­σον την βρώ­σιν καί πό­σιν των δού­λων...» σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν ό­λοι κι έ­λαμ­ψαν τα πρό­σω­πά τους. Μεί­να­με ε­κεί ό­λη τη νύχ­τα. Οι πι­ο πολ­λοί κα­τα­λά­βαι­ναν τα ελ­λη­νι­κά. Τους μί­λη­σα κι α­πάν­τη­σα σε ε­ρω­τή­σεις τους. Εί­πα δυ­ο λό­γι­α γι­α την ελ­πί­δα, γι­α την ε­σω­τε­ρι­κή ει­ρή­νη και γι­α το νό­η­μα της ζω­ής. Ό­ταν το πρω­ί ε­τοι­μα­στή­κα­με ν' α­να­χω­ρή­σου­με μας αγ­κά­λι­α­σαν ό­λους και μας α­πο­χαι­ρέ­τη­σαν δα­κρυ­σμέ­νοι. Τρεις - τέσ­σε­ρις α­κό­μη συγ­κι­νή­σεις σε ε­πό­με­νες στά­σεις και το ο­δοι­πο­ρι­κό μας πή­γαι­νε να κλεί­σει.   

Ο σκο­πός του τα­ξι­δι­ού εί­χε ου­σι­α­στι­κά ε­πι­τευ­χθεί. Α­πό δω και πέ­ρα το τα­ξί­δι θα γι­νό­ταν λι­γά­κι του­ρι­στι­κό.

 

   
   
   

         
     

 

 Σελεύκεια: Πανοραμική άποψη                       Σελεύκεια: Η Αγία Σοφία έρημη

Έ­πρε­πε να α­φή­σου­με τα δυ­τι­κά της ο­ρο­σει­ράς του Ταύ­ρου, την Τρα­χεί­α Κι­λι­κί­α και να κα­τε­βού­με στα πα­ρά­λι­α. Ευ­τυ­χώς, ό­πως μας πλη­ρο­φό­ρη­σαν, οι δρό­μοι προς το νό­το ή­ταν πο­λύ κα­λοί. Αν φθά­να­με στη S­i­l­i­f­ke (Σε­λεύ­κει­α) θα τε­λεί­ω­νε η τα­λαι­πω­ρεί­α μας. Βέ­βαι­α η Σε­λεύ­κει­α ή­ταν αρ­κε­τά μα­κρυ­ά. Χρει­ά­στη­καν έ­ξι ώ­ρες τα­ξί­δι γι­α να δού­με τα τεί­χης της α­πό τα δυ­τι­κά και να μπού­με στο κέ­ντρο. Μι­α πό­λη πάνω στον Κα­λύ­καν­δο πο­τα­μό, τό­πο α­γί­ων και μαρ­τύ­ρων, με ελ­λη­νι­στι­κά και βυ­ζα­ντι­νά κά­στρα.                    

Α­πό ε­δώ μπαί­νου­με σε του­ρι­στι­κή πε­ρι­ο­χή, με σύγ­χρο­νους με­γά­λους δρό­μους και το τα­ξί­δι μας προς την Μερ­σί­να δεν θα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μι­α ώ­ρα. Ο πα­ρα­λι­α­κός δρό­μος συν­δυ­ά­ζει θέ­α­μα, ά­νε­ση και α­σφά­λει­α.

 

   
   
   

         
     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

       Μερσίνα: Άποψη της πόλης                           Μερσίνα: Άποψη του λιμένος

 

Δε­ξι­ά η θά­λασ­σα της Με­σο­γεί­ου και α­ρι­στε­ρά οι κα­τά­φυ­τοι λό­φοι και τα βου­νά προ­σφέ­ρουν μι­α ε­ντυ­πω­σι­α­κή ει­κό­να. Η πό­λη εί­ναι και­νούρ­γι­α. Ι­δρύ­θη­κε το 1832, αλ­λά α­πό τις α­να­σκα­φές που έ­γι­ναν το 1947 βρέ­θη­καν κτί­σμα­τα αρ­χαί­ας πό­λης που κα­λύ­πτουν μί­α με­γά­λη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο α­πό την 7η ώς τη 2η χι­λι­ε­τί­α π.Χ. Φθά­σα­με κα­τά τις 2.30΄ το με­ση­μέ­ρι, κα­τά­κο­ποι, αλ­λά χα­ρού­με­νοι γι­α­τί ε­πι­τέ­λους τε­λει­ώ­σε η τα­λαι­πω­ρί­α των βου­νών, με τους δύ­σκο­λους δρό­μους, το υ­ψό­με­τρο, την υ­γρα­σί­α και τους ε­πι­κίν­δυ­νους χει­μά­ρους. Η Μερ­σί­να τα τε­λευ­ταί­α εί­κο­σι χρό­νι­α έ­χει α­να­πτυ­χθεί του­ρι­στι­κά και α­ξι­ο­ποί­η­σε σε ε­ντυ­πω­σι­α­κό βα­θμό της φυ­σι­κές ο­μορ­φί­ες των πα­ρα­λί­ων της. Ο πλη­θυ­σμός της ξε­περ­νά σή­με­ρα τις 220.000 κα­τοί­κους.

Ξε­κου­ρα­στή­κα­με στη Μερ­σί­να μέ­χρι το α­πό­γευ­μα και λί­γο πριν α­πό τη δύ­ση του η­λί­ου ξε­κι­νή­σα­με γι­α τον ε­πό­με­νο προ­ο­ρι­σμό μας, την Ταρ­σό.

   
   
   

         
     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Ταρσός: Εμπορικός πεζόδρομος                  Ταρσός: Το πάρκο «Απόστολος Παύλος»

 

Η δι­α­δρο­μή εί­ναι πε­ρί­που 30΄ λε­πτά. Ε­δώ συ­να­ντού­με την ι­στο­ρί­α α­πό την ε­πο­χή του Στρά­βω­να, που την θε­ω­ρεί σπου­δαι­ό­τε­ρη α­πό την Α­θή­να και την Α­λε­ξάν­δρει­α. Κα­τά τους ι­στο­ρι­κούς πρέ­πει να χτί­στη­κε α­πό τον βα­σι­λι­ά των Ασ­συ­ρί­ων Σεν­να­χη­ρείμ γύ­ρω στο 680 π.Χ. με σκο­πό να την κα­τα­στή­σει φρού­ρι­ο του βα­σι­λεί­ου του στο νό­το. Στα χρό­νι­α του  Στρά­βω­να, η φι­λο­λο­γι­κή και φι­λο­σο­φι­κή της σχο­λή έ­γι­νε πε­ρι­ζή­τη­τη α­πό σπου­δα­στές τού τό­τε γνω­στού κό­σμου, α­φού πλή­θος δι­δα­σκά­λων ό­πως οι στω­ι­κοί φι­λό­σο­φοι Α­ντί­πα­τρος και Αρ­χέ­δη­μος, οι δύ­ο Α­θη­νό­δω­ροι, οι γραμ­μα­τι­κοί Αρ­τε­μί­δω­ρος και Δι­ό­δω­ρος, αλ­λά και ο τρα­γι­κός ποι­η­τής Δι­ο­νυ­σί­δης την προ­τί­μη­σαν γι­α να δι­δά­ξουν.

Εί­ναι ε­πί­σης γνω­στό ό­τι υ­πήρ­ξε πα­τρί­δα του Α­πο­στό­λου Παύ­λου, α­φού α­πό πο­λύ ε­νω­ρίς ε­γκα­τα­στά­θη­κε ε­δώ ι­ου­δα­ϊ­κή κοι­νό­τη­τα, που α­να­πτύ­χθη­κε και αυ­ξή­θη­κε τα­χύ­τα­τα. Έ­τσι ε­ξη­γεί­ται η πλού­σι­α ελ­λη­νι­κή παι­δεί­α που α­πέ­κτη­σε ο Σαύ­λος κα­τά τη νε­α­νι­κή του η­λι­κί­α και ε­πί­σης οι α­κρι­βείς γνώ­σεις του γι­α την ελ­λη­νι­κή κο­σμο­γο­νί­α, θε­ο­γο­νί­α και θε­ο­λο­γί­α.

Η Ταρ­σός, με­τά τις πρό­σφα­τες α­να­σκα­φές α­πό Γάλ­λους αρ­χαι­ο­λό­γους, α­πέ­κτη­σε ι­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, α­φού α­να­δεί­χθη­κε το πο­λύ­μορ­φο ι­στο­ρι­κό της πα­ρελ­θόν α­πό την ελ­λη­νι­κή, ελ­λη­νι­στι­κή, ρω­μα­ϊ­κή και βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δο. Σε συν­δυ­α­σμό με την πλού­σι­α σε α­γρο­τι­κά προ­ϊ­ό­ντα πε­ρι­ο­χή α­να­πτύ­χθη­κε τα­χύ­τα­τα. Η πό­λη ρυ­μο­το­μή­θη­κε ορ­θο­λο­γι­κά και οι με­γά­λες λε­ω­φό­ροι την προ­έ­βα­λαν με την πλέ­ον σύγ­χρο­νη ό­ψη. Σή­με­ρα εί­ναι κέ­ντρο ε­μπο­ρί­ου, σύγ­χρο­νων βι­ο­τε­χνι­ών και έ­ντο­νης του­ρι­στι­κής κί­νη­σης κα­θ' ό­λη τη δι­άρ­κει­α του έ­τους. Δύ­ο χι­ο­νο­δρο­μι­κά κέ­ντρα στον δι­πλα­νό Ταύ­ρο, λει­τουρ­γούν πε­ρί­που τέσ­σε­ρις μή­νες το χει­μώ­να. Ε­πι­πλέ­ον η εγ­γύ­τη­τα προς  τη θάλασ­σα δι­ευ­κο­λύ­νει την ε­πί­σκε­ψή της α­πό το ε­ξω­τε­ρι­κό και βέ­βαι­α την α­νά­πτυ­ξη του ε­ξα­γω­γι­κού ε­μπο­ρί­ου. Ο ση­με­ρι­νός πλη­θυ­σμός της Ταρ­σού, κα­τά κα­νό­να γε­ωρ­γο-κτη­νο­τρο­φι­κός και α­στι­κός, α­νέρ­χε­ται σε 216.382 κα­τοί­κους (α­πο­γρα­φή του 2000).

Ο ε­πό­με­νος προ­ο­ρι­σμός μας, με­τά την Ταρ­σό, ή­ταν τα Ά­δα­να (A­d­a­na). Η α­πό­στα­ση εί­ναι σχε­τι­κά μι­κρή, γύ­ρω στα 37 χι­λι­ό­με­τρα, με έ­ναν υ­πέ­ρο­χο δρό­μο, που μας ο­δή­γη­σε σύ­ντο­μα στην με­γά­λη πό­λη.         

                      Τα Ά­δα­να εί­ναι χτι­σμέ­να δί­πλα στον πο­τα­μό Σάρ­ρο (S­e­y­h­an). Κα­τά την πα­ρά­δο­ση πρώ­τος οι­κι­στής τους ή­ταν ο μυ­θι­κός Ά­δα­νος. Η πλη­θυ­σμι­α­κή α­νά­πτυ­ξή της πε­ρι­ο­χής συν­δέ­ε­ται αρ­χι­κά με τη δυ­να­στεί­α των Σε­λευ­κι­δών και αρ­γό­τε­ρα με την Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α. Στις αρ­χές του προ­η­γού­με­νου αι­ώ­να το 15% των κα­τοί­κων ή­ταν αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής. Με την ά­νο­δο ό­μως των Νε­ο­τούρ­κων και τις σφα­φές που α­κο­λού­θη­σαν (1909), στην πρώ­τη φά­ση ε­σφά­γη­σαν 70.000 Αρ­μέ­νι­οι και στη δεύ­τε­ρη άλ­λες 30.000 Αρ­μέ­νι­οι και άλ­λοι χρι­στι­α­νοί. Το 1918 την πό­λη και τα πε­ρί­χω­ρα κα­τέ­λα­βε γαλ­λι­κό εκ­στρα­τευ­τι­κό ά­γη­μα που έ­μει­νε στην πε­ρι­ο­χή μέ­χρι τη μι­κρα­σι­α­τι­κή κα­τα­στρο­φή.

             Η γε­ω­γρα­φι­κή θέ­ση των Α­δά­νων κά­νει την πό­λη ση­μα­ντι­κό κέ­ντρο ε­μπο­ρί­ου και βι­ο­μη­χα­νί­ας. Ο δρό­μος προς βορ­ρά μέ­σα α­πό τις Κι­λί­κι­ες Πύ­λες ο­δη­γεί στην Καπ­πα­δο­κί­α και α­πό ε­κεί στην Ά­γκυ­ρα. Ο δρό­μος πρός νό­το κα­τευ­θύ­νε­ται προς τη Συ­ρί­α και α­πό ε­κεί σ' ό­λη τη Μέ­ση Α­να­το­λή. Ε­δώ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε έ­να α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα υ­δρο­η­λε­κτρι­κά ερ­γο­στά­σι­α της Τουρ­κί­ας, γι­α να α­κο­λου­θή­σει στη συ­νέ­χει­α η ε­γκα­τά­στα­ση πλή­θους βι­ο­μη­χα­νι­κών μο­νά­δων πα­ρα­γω­γής υ­φα­σμά­των, τρο­φί­μων και οι­κο­δο­μι­κών υ­λι­κών.

   
   
   

   
     

     

 

      Άδανα: Πάρκο αναψυχής                       Άδανα: Κυκλοφοριακή συμφόρηση

 

                      Τα Ά­δα­να εί­ναι κέ­ντρο ε­μπο­ρί­ας, δι­α­κί­νη­σης και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας του βάμ­βα­κος και βέ­βαι­α, κέ­ντρο ε­ξα­γω­γι­κού ε­μπο­ρί­ου των προ­ϊ­ό­ντων του. Η πό­λη στο­λί­ζε­ται με λα­μπρά κτί­ρι­α και ε­ντυ­πω­σι­α­κούς κοι­νό­χρη­στους χώ­ρους, ό­πως πάρ­κα, γή­πε­δα και υ­παί­θρι­α θέ­α­τρα. Δι­α­θέ­τει σύγ­χρο­νο με­τρό γι­α τις κα­θη­με­ρι­νές με­τα­κι­νή­σεις του πλη­θυ­σμού της, α­ε­ρο­δρό­μι­ο με τα­κτι­κές πτή­σεις πρός ό­λα τα ση­μεί­α της ε­πι­κρά­τει­ας και α­ντα­πο­κρί­σεις που κα­τα­λή­γουν στην Α­θή­να και την Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σή­με­ρα εί­ναι η πέ­μπτη με­γα­λύ­τε­ρη πό­λη της Τουρ­κί­ας, με πλη­θυ­σμό 1.300.000 κα­τοί­κους.

Με­τά τα Ά­δα­να το τέ­λος του τα­ξι­δί­ου εί­ναι η Α­λε­ξαν­δρέτ­τα (I­s­k­e­n­d­e­r­un), πρω­τεύ­ου­σα του νο­μού Χα­τά­ι. Εί­ναι μι­α ό­μορ­φη πό­λη που ι­δρύ­θη­κε α­πό τον Μ. Α­λέ­ξαν­δρο ή κά­ποι­ον α­πό τους στρα­τη­γούς του, κο­ντά στα μέ­ρη, ό­που οι Μα­κε­δό­νες συ­νέ­τρι­ψαν τα περ­σι­κά στί­φη, το 333 π.Χ. στη μά­χη της Ισ­σού. Οι Έλ­λη­νες την ο­νό­μα­σαν «Μι­κρή Α­λε­ξάν­δρει­α», ο­νο­μα­σί­α α­πό την ο­ποί­α και προ­ήλ­θε το ό­νο­μα Α­λε­ξαν­δρέτ­τα. Η πό­λη α­νή­κε στη Συ­ρί­α και μά­λι­στα ως αυ­τό­νο­μη ε­παρ­χί­α της, την πε­ρί­ο­δο 1925-1938. Το 1939 προ­σαρ­τή­θη­κε στην Τουρ­κί­α α­πό την ε­πι­κυ­ρί­αρ­χη Γαλ­λί­α, αν και η πλει­ο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων της ή­ταν α­ρα­βι­κής κα­τα­γω­γής. Στη συ­νέ­χει­α η Τουρ­κί­α, με την τα­κτι­κή των πλη­θυ­σμι­α­κών με­τα­κι­νή­σε­ων, άλ­λα­ξε τη σύν­θε­ση του πλη­θυ­σμού και αλ­λοί­ω­σε την πρω­το­γε­νή της σύν­θε­ση. 

                      Στο πρώ­το μας τα­ξί­δι, πριν α­πό 45 χρό­νι­α, το κα­λο­καί­ρι του '­63, η Α­λε­ξαν­δρέτ­τα ή­ταν μι­α με­σο­α­στι­κή πό­λη με στε­νά δρο­μά­κι­α και α­ξι­ο­ποι­η­μέ­νο μό­νον έ­να μι­κρό τμή­μα της πα­ρα­λί­ας της. Τό­τε ο πλη­θυ­σμός της δεν ξε­περ­νού­σε τις 60.000 κα­τοί­κους. Στην εί­σο­δο της πό­λης ο Έλ­λη­νας ε­πι­σκέ­πτης, μπαί­νο­ντας α­πό το Βορ­ρά, συ­να­ντού­σε μά­ντρες με υ­λι­κά οι­κο­δο­μών, συ­νερ­γεί­α αυ­το­κι­νή­των και μι­κρά ε­λαι­ο­τρι­βεί­α. Η έκ­πλη­ξη του ό­μως ή­ταν τα ο­νό­μα­τα των ι­δι­ο­κτη­τών με ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα. Στο έ­να έ­γρα­φε «Μάρ­μα­ρα - πλα­κά­κι­α Γι­ου­σούφ Μυ­λω­νά­κης», πι­ο κά­τω «Συ­νερ­γεί­ο αυ­το­κι­νή­των - Ι­σμα­ήλ Ρα­σι­δά­κης» και δί­πλα «Ε­λαι­ο­τρι­βεί­α - Αρσ­λάν Γου­με­νά­κης». Με την ί­δι­α ει­κό­να α­κο­λου­θού­σε η συ­νέ­χει­α. Έ­νας ο­λό­κλη­ρος δρό­μος θύ­μι­ζε Κρή­τη, αλ­λά μό­νο στα ε­πώ­νυ­μα, α­φού τα μι­κρά ο­νό­μα­τα ή­ταν τουρ­κι­κά. Ί­σως αρ­γό­τε­ρα μα­θαί­να­με τι συ­νέ­βαι­νε. 

Ο κα­θη­γη­τής μας, με τη βοήθεια του τότε βοηθού και σήμερα Ομότιμου Καθηγητή Χρήστου Κρικώνη, εί­χαν προ­νο­ή­σει γι­α ό­λα. Έ­κα­ναν κρά­τη­ση σ' έ­να μι­κρό, κα­λό ξε­νο­δο­χεί­ο, και ο έ­μπει­ρος ο­δη­γός μας μας ο­δή­γη­σε κα­τ' ευ­θεί­αν στην πόρ­τα του. Έ­νας ευ­τρα­φής ψη­λός κύ­ρι­ος με έ­να α­τέ­λει­ω­το χα­μό­γε­λο μας πε­ρί­με­νε. Μό­λις ά­νοι­ξε η πόρ­τα του λε­ω­φο­ρεί­ου, πλη­σί­α­σε κο­ντά μας, μας χαι­ρέ­τη­σε σε ά­ψο­γα ελ­λη­νι­κά και φώ­να­ξε: «Κα­λώς ο­ρί­σα­τε». «Σας πε­ρι­μέ­νω α­πό το πρω­ί». «Ήρ­θα­τε ε­πι­τέ­λους». «Το ξε­νο­δο­χεί­ο μου εί­ναι δι­κό σας». Αυ­τή ή­ταν η με­γά­λη μας έκ­πλη­ξη. Το βρά­δυ τις ί­δι­ας μέ­ρας μας πε­ρί­με­νε και μι­α δεύ­τε­ρη. Στην τα­ρά­τσα του ξε­νο­δο­χεί­ου εί­χε ε­τοι­μα­στεί έ­να με­γά­λο τρα­πέ­ζι σε σχή­μα Π, γι­α έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό δεί­πνο που μας πρό­σφε­ρε ο ι­δι­ο­κτή­της του. Κα­θή­σα­με ε­λα­φρά σφι­γμέ­νοι. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε.

Στην κε­φα­λή του τρα­πε­ζι­ού κά­θη­σε ο κα­θη­γη­τής μας - Θε­ός σχω­ρέσ΄ τον.  Ένας αλησμόνητος δάσκαλος, με πλούσια καρδιά, ατέλειωτη καλοσύνη και κυρίως απλότητα και διακριτική ευγένεια. Ή­ταν ο Ι­ω­άν­νης Α­να­στα­σί­ου -  δί­πλα του έ­να κά­θι­σμα κε­νό, και δί­πλα του ο ξε­νο­δό­χος. Σε λί­γο μπή­κε μι­α κυ­ρί­α που κά­θη­σε α­νά­με­σα στον κα­θη­γη­τή και τον ξε­νο­δό­χο. Από τον τρόπο άνεσης κα­τα­λά­βα­με, ότι ή­ταν η σύ­ζυ­γός του ξε­νο­δό­χου. Ήρ­θαν οι σερ­βι­τό­ροι, γέ­μι­σε το τρα­πέ­ζι α­γα­θά, κά­τι εί­πε ψι­θυ­ρι­στά ο κα­θη­γη­τής και έ­κα­νε νό­η­μα να ση­κω­θού­με γι­α προ­σευ­χή. Ό­λοι κό­βα­με με το έ­να μά­τι το ζεύ­γος γι­α να δού­με αν θα κά­νουν «σταυ­ρό». Έ­κα­ναν και μά­λι­στα ορ­θό­δο­ξο. Κα­θή­σα­με. Η κυ­ρί­α όρ­θι­α, μας κα­λω­σό­ρι­σε το ί­δι­ο ελ­λη­νι­κά, με κρη­τι­κή προ­φο­ρά. Μας εί­πε γι­α τη συ­γκί­νη­ση και τη χα­ρά της και ρώ­τη­σε αν εί­χα­με μα­ζί μας Κρη­τι­κούς. Εί­χα­με τρεις, που ση­κώ­θη­καν και χαι­ρέ­τη­σαν, με φω­τι­σμέ­να τα πρό­σω­πά τους. Κά­θη­σε ε­κεί­νη και ση­κώ­θη­κε ο σύ­ζυ­γος, γι­α να λύ­σει α­πο­ρί­ες μας.

 

 

 Αλεξανδρέττα: Άποψη της παραλίας                   Αλεξανδρέττα: Το ξενοδοχείο του «Κρητικού»

                

    Μας εί­πε, λοι­πόν, πως η Α­λε­ξαν­δρέτ­τα έ­χει αρ­κε­τές χι­λιά­δες Έλ­λη­νες, που προ­έρ­χον­ται α­πό την Κρή­τη. Το ε­ρώ­τη­μα ή­ταν‡ τί συ­νέ­βη; Έ­τσι μά­θα­με ό­τι στην Κρή­τη στα δύ­σκο­λα χρό­νια των τουρ­κι­κών δι­ωγ­μών των χρι­στια­νών, πολ­λοί Κρή­τες εί­χαν βί­αι­α ε­ξισ­λα­μι­στεί και στην αν­ταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών, ε­πει­δή κα­κώς θε­ω­ρή­θη­καν Τούρ­κοι, προ­ω­θή­θη­καν πε­ρι­φρο­νη­τι­κά στα πα­ρά­λια της Μι­κράς Α­σί­ας, στην Α­λε­ξαν­δρέτ­τα, νο­τι­ό­τε­ρα, στο Χα­μι­δι­έ της Συ­ρί­ας και σε δύ­ο χω­ριά κον­τά στην Τρί­πο­λη της Λι­βύ­ης. Α­πό τό­τε τους έ­μει­νε η «ρε­τσι­νιά». Τους ο­νό­μα­σαν Τουρ­κο­κρη­τι­κούς. Τα χρό­νια ή­ταν δύ­σκο­λα γι­α τους πρώ­τους, τους πα­τε­ρά­δες τους. Έ­ζη­σαν πε­ρι­φρό­νη­ση και σκλη­ρή ζω­ή.

Με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμι­ο Πό­λε­μο, η νέ­α γε­νει­ά άρ­χι­σε να εν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­α τις ρί­ζες της. Πολ­λοί τα­ξί­δε­ψαν στην Κρή­τη. Βρή­καν παπ­πού­δες, θεί­ους και ε­ξα­δέλ­φι­α. Βα­πτί­στη­καν χρι­στι­α­νοί. Πα­ντρεύ­τη­καν Κρη­τι­κι­ές κι εί­τε έ­μει­ναν γι­α πά­ντα ε­κεί, εί­τε ήρ­θαν με τις γυ­ναί­κες τους ε­δώ γι­α να συ­νε­χί­σουν με δύ­ο ο­νό­μα­τα, έ­να ψεύ­τι­κο κι έ­να α­λη­θι­νό, ορ­θό­δο­ξο. «Κι ε­γώ σ' αυ­τούς τους δεύ­τε­ρους α­νή­κω. Το πρώ­το ό­νο­μά μου ήταν Τουρ­χάν και το χρι­στι­α­νι­κό μου εί­ναι Μα­νώ­λης. Η γυ­ναί­κα μου εί­ναι βέ­ρα Κρη­τι­κι­ά, α­τούρ­κευ­τη. Το ό­νο­μά της εί­ναι Βαγ­γε­λι­ώ και έ­χει κι έ­να ψεύ­τι­κο. Την «δη­λώ­σα­με» ως Αρ­ζού».

«Στην Α­λε­ξαν­δρέτ­τα οι Ρω­μι­οί κρα­τούν την οι­κο­νο­μί­α. Εί­ναι έ­μπο­ροι, εί­ναι ε­πι­στή­μο­νες, εί­ναι ναυ­τι­κοί. Έ­χουν ε­πτά κι­νη­μα­το­γρά­φους και φέρ­νου­με ται­νί­ες ελ­λη­νι­κές. Ο Πα­πα­μι­χα­ήλ, η Βου­γι­ου­κλά­κη, η Βούρ­τση, ο Ξαν­θό­που­λος, ο Ζερ­βός, ο Η­λι­ό­που­λος και ο Φω­τό­που­λος μα­ζεύ­ουν χι­λι­ά­δες κό­σμο. Κι οι τα­βέρ­νες μας εί­ναι ε­πί­σης γε­μά­τες, κά­θε βρά­δυ».  

Φύ­γα­με τό­τε, το '­63 γε­μά­τοι σκέ­ψεις και συ­γκι­νή­σεις. Ο Κρη­τι­κός εί­χε πε­ρά­σει μη­νύ­μα­τα στις καρ­δι­ές ό­λων μας. Το ό­νο­μά του έ­μει­νε στη μνή­μη μας, α­κό­μη και το ξε­νο­δο­χεί­ο του με το ελ­λη­νι­κό ό­νο­μα «ΜΕ­ΣΟ­ΓΕΙ­ΟΣ», που ο ί­δι­ος το έ­λε­γε· «Το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού». «Μη ξε­χά­σε­τε» μας εί­πε, ό­ταν τον α­πο­χαι­ρε­τού­σα­με «ό­τι το Ξε­νο­δο­χεί­ο μου εί­ναι δι­κό σας».

Στο προπερ­συ­νό τα­ξί­δι εί­χα­με άλ­λες εκ­πλή­ξεις. Μπαί­νο­ντας στην Α­λε­ξαν­δρέτ­τα τα πά­ντα εί­χαν αλ­λά­ξει. Ού­τε μά­ντρες με οι­κο­δο­μι­κά υ­λι­κά, ού­τε ε­λαι­ο­τρι­βεί­α, ού­τε βέ­βαι­α κι­νη­μα­το­γρά­φοι. Μι­α σύγ­χρο­νη πό­λη, α­πό­λυ­τα του­ρι­στι­κή, με έ­να ε­ντυ­πω­σι­α­κό λι­μά­νι και δύ­ο μα­ρί­νες γε­μά­τες με θα­λα­μη­γούς. Προ­σπά­θη­σα να θυ­μη­θώ πού πε­ρί­που πρέ­πει να ή­ταν «το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού». Ή­ταν α­δύ­να­το. Γι­α σχε­δόν μι­α ώ­ρα κό­βα­με κύ­κλους και βρι­σκό­μα­σταν πά­ντα στο ί­δι­ο ση­μεί­ο. Τε­λι­κά σκέ­φτη­κα να ρω­τή­σω. Στα­μά­τη­σε το αυ­το­κί­νη­το μπρο­στά σ' έ­να ξε­νο­δο­χεί­ο. Μπή­κα στη ρε­σε­ψι­όν και α­πευ­θύν­θη­κα στα γαλ­λι­κά στον υ­πάλ­λη­λο. «Μή­πως ξέ­ρε­ται πού εί­ναι το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού»; Ο υ­πάλ­λη­λος γέ­λα­σε και με ρώ­τη­σε σε σπα­στά ελ­λη­νι­κά. «Εί­στε Κρη­τι­κός»; Κού­νη­σα αρ­νη­τι­κά το κε­φά­λι μου και ε­κεί­νος πο­λύ ευ­γε­νι­κά μου εί­πε ό­τι εί­ναι το τρί­το ξε­νο­δο­χεί­ο στην ί­δι­α σει­ρά με­τά το δι­κό τους, που ή­ταν ε­πί­σης Κρη­τι­κού.

Πλη­σι­ά­σα­με, αλ­λά το πα­ρά­δο­ξο ή­ταν ό­τι το κτή­ρι­ο δεν ή­ταν αυ­τό που γνώ­ρι­σα το 1963. Εί­μα­σταν έ­τοι­μοι να φύ­γου­με, ό­ταν εί­δα στην πρό­σο­ψη την ελ­λη­νι­κή ε­πι­γρα­φή· «ΜΕ­ΣΟ­ΓΕΙ­ΟΣ». «Ε­δώ εί­μα­στε» εί­πα στους δι­κούς μου, και το τζιπ πλη­σί­α­σε και έ­σβη­σε τη μη­χα­νή. Α­μέ­σως κα­τευ­θύν­θη­κα στη ρε­σε­ψι­όν, ό­που στε­κό­ταν μι­α νε­α­ρή κο­πέ­λα. Ευ­γε­νι­κά ζή­τη­σα να δω το ι­δι­ο­κτή­τη. Μου έ­δει­ξε έ­ναν κύ­ρι­ο γύ­ρω στα 55 σε μι­α πο­λυ­θρό­να που έ­πι­νε το τσά­ι του. Πλη­σί­α­σα, χαι­ρέ­τη­σα και δι­α­κιν­δυ­νεύ­ο­ντας γκά­φα, τον ρώ­τη­σα στα ελ­λη­νι­κά· «Μή­πως εί­στε ο γυι­ός του Μα­νώ­λη»; Στο ε­ρώ­τη­μά μου πε­τά­χτη­κε όρ­θι­ος. «Γνω­ρί­ζα­τε τον πα­τέ­ρα μου»; ρώ­τη­σε. Με­τά την α­πά­ντη­σή μου, άλ­λα­ξε η α­τμό­σφαι­ρα. Φώ­να­ξα μέ­σα τη συ­ντρο­φί­α μας. Τους σύ­στη­σα κι άρ­χι­σε μι­α α­να­δρο­μή στο πα­ρελ­θόν γι­α να μά­θω κά­ποι­α πρά­γμα­τα που δεν ή­ξε­ρα. Ο Μα­νώ­λης εί­χε πε­θά­νει πριν α­πό ε­πτά χρό­νι­α. Η μη­τέ­ρα του η κυ­ρί­α Ευ­αγ­γε­λί­α ζού­σε, κα­λά στην υ­γεί­α της, κι αυ­τός, ο Σί­φης, με την α­δελ­φή του την Α­ση­μί­να, λί­γο μι­κρό­τε­ρή του, κρα­τού­σαν το ξε­νο­δο­χεί­ο. Η «ΜΕ­ΣΟ­ΓΕΙ­ΟΣ» που ή­ξε­ρα γκρε­μί­στη­κε πριν εν­νέ­α χρό­νι­α και χτί­στη­κε το νέ­ο δε­κα­ό­ρο­φο ξε­νο­δο­χεί­ο που έ­χει το ί­δι­ο ό­νο­μα και σε ο­λό­κλη­ρη την Α­λε­ξαν­δρέτ­τα οι ντό­πι­οι το ξέ­ρουν ως «Το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού». Οι ί­δι­οι τα­ξι­δεύ­ουν χρό­νο πα­ρά χρό­νο στην Κρή­τη. Ο Σί­φης πα­ντρεύ­τη­κε Κρη­τι­κι­ά κι έ­χει δύ­ο γυι­ούς κι η Α­ση­μί­να πα­ντρεύ­τη­κε ντό­πι­ο που τον πή­γε πρώ­τα στην Κρή­τη και τον βά­φτη­σε. Σή­με­ρα έ­χει μί­α κό­ρη κι έ­ναν γυι­ό. Μεί­να­με ε­κεί το βρά­δυ. Μας έ­κα­ναν έ­να εν­τυ­πω­σια­κό τρα­πέ­ζι, ό­που εί­μα­σταν η συν­τρο­φιά των ε­πτά κι ο­λό­κλη­ρη η οι­κο­γέ­νεια με ε­πι­κε­φα­λής της κυ­ρί­α Ευ­αγ­γε­λί­α. Στο τρα­πέ­ζι η οι­κο­δέ­σποι­να πρό­στα­ξε γι­α προ­σευ­χή και τα παι­διά εί­παν το «Πά­τερ η­μών» και το «Δι΄ ευ­χών». Η κυ­ρί­α Ευ­αγ­γε­λί­α ζή­τη­σε να ξα­να­θυ­μή­σω τη συ­νάν­τη­ση στο τρα­πέ­ζι του '­63. Θύ­μη­σα αρ­γά-αρ­γά ό­σα κράτησα α­πό τα λό­για του μα­κα­ρι­στού συ­ζύ­γου της και κυ­ρί­ως ε­κεί­να που σφρά­γι­σαν την μνή­μη μου. Ε­κεί­νη θυ­μή­θη­κε και βούρ­κω­σε. Έ­κα­νε το σταυ­ρό της και χα­μο­γέ­λα­σε. Σε μια στιγ­μή έ­γνε­ψε το με­γά­λο εγ­γο­νό της, τον Μα­νω­λιό, κι ε­κεί­νος ση­κώ­θη­κε, βγή­κε και σε λί­γο ε­πέ­στρε­ψε με μια κρη­τι­κιά λύ­ρα. Τρά­βη­ξε λί­γο πιο πί­σω το κά­θι­σμά του, έ­βα­λε το έ­να πό­δι πά­νω στο άλ­λο, α­κούμ­πη­σε τη λύ­ρα του στο γόνατο, και σε λί­γο ο α­έ­ρας της Α­λε­ξαν­δρέτ­τας μυρώ­θη­κε με ρι­ζί­τι­κα και νο­σταλ­γι­κές μαν­τι­νά­δες. Το τρα­πέ­ζι έ­κλει­σε με ξε­ρο­τή­γα­να. Αυ­τοί οι Κρη­τι­κοί εί­ναι πα­ρά­ξε­νοι. Ό­που κι αν πά­νε κου­βα­λούν μα­ζί τους και τις γλύ­κες τους.

  Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, α­πό το πα­ρά­θυ­ρο του δω­μα­τί­ου μου, έ­βλε­πα την φω­τι­σμέ­νη Α­λε­ξαν­δρέτ­τα, ο­λό­τε­λα αλ­λα­γμέ­νη, με σχε­δόν δι­πλά­σι­ο πλη­θυ­σμό α­πό τό­τε που την πρω­το­α­ντί­κρυ­σα. Μι­α συριακή πόλη εκεί στην ά­κρη της Με­σο­γεί­ου, που έγινε τούρ­κι­κη. Σ' αυτή την πόλη ζουν αρ­κε­τοί Κρήτες, πι­στοί χρι­στι­α­νοί που δίνουν νό­η­μα στη ζω­ή και τη σύγχρονη ι­στο­ρί­α της. Το πρω­ί ε­τοι­μα­ζό­μα­σταν γι­α α­να­χώ­ρη­ση. Ο ε­πι­κε­φα­λής μας με τη βο­ή­θει­α του Σί­φη πή­γαν και πα­ρέ­δω­σαν το αυτοκίνητό μας στο το­πι­κό γρα­φεί­ο της ε­ται­ρεί­ας που μας νοί­κι­α­σε το τζιπ στην Ατ­τά­λει­α. Στις 10 π.μ. με δύ­ο αυ­το­κί­νη­τα ξε­κι­νή­σα­με γι­α το α­ε­ρο­δρό­μι­ο, α­πό ό­που σε μί­α πε­ρί­που ώ­ρα πε­τά­ξα­με γι­α την Ατ­τά­λει­α.

Το τα­ξί­δι εί­χε τε­λει­ώ­σει. Έ­να πλή­θος ε­μπει­ρι­ών σφρά­γι­σε τις καρ­δι­ές ό­λων. Οι ξέ­νοι έ­μει­ναν ά­φω­νοι μπρο­στά στις πε­ρι­πέ­τει­ες των δι­κών μας σ' αυ­τή τη μα­τω­μέ­νη γη. Φύ­γα­με με πλήθος ατελείωτων σκέψεων. Η Μι­κρά Α­σί­α πίσω μας ...; πο­ρεύ­ε­ται στο παρόν και θυ­μά­ται το παρελθόν της. Θυ­μά­ται και νο­σταλ­γεί. Νο­σταλ­γεί και πι­στεύ­ει. Πι­στεύ­ει και ελ­πί­ζει σε κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, ό­ταν οι κρυ­πτο­χρι­στι­α­νοί θα α­πο­τι­νά­ξουν το «κρυ­πτο» και θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ροι να δο­ξο­λο­γούν τον Θε­όν τους.

Βα­σί­λει­ος Τ. Γι­ούλ­τσης Ο­μό­τι­μος Κα­θη­γη­τής Θε­ο­λο­γι­κής­ Σχο­λής ΑΠΘ