Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Μουρατίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Μουρατίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 12, 2015

Το εύκολο και το δύσκολο.


dromosΟ Θεός βλέπει 
τον δρόμο 
και το τέρμα του. 
Εμείς βλέπουμε 
το σήμερα, 
το σημείο όπου βρισκόμαστε 
και ζητούμε 
να προχωρήσουμε 
λίγο πιο πέρα.


Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Οι άνθρωποι, όταν έχουμε ανάγκη τον Θεό στη ζωή μας, απευθυνόμαστε σ’ Αυτόν με την αίσθηση ότι επειδή είναι Παντοδύναμος, όλα για Εκείνον είναι εύκολα. Έτσι, με την ιδέα αυτή, Του ζητούμε να εκπληρώσει τα αιτήματά μας, τόσο για την πορεία της ζωής μας, για τις σχέσεις μας, για επιλογές που θέλουμε να γίνουν πραγματικότητα, όσο και για δύσκολες περιστάσεις που έχουν να κάνουν με την ασθένεια, τη δοκιμασία, την αποφυγή του θανάτου.
Όταν μάλιστα ο Θεός δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα αιτήματά μας, απογοητευόμαστε και δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αρνείται να μας δώσει ό,τι Του ζητούμε, γιατί δεν αξιοποιεί την εξουσία Του προς όφελός μας, καθιστώντας δύσκολη έως αδύνατη την εκπλήρωση των αιτημάτων μας. Τότε θεωρούμε ότι ο Θεός είναι άδικος απέναντί μας, σκληρός και αδυσώπητος, ενίοτε και χωρίς αγάπη για ό,τι του ζητούμε, αλλά και για ό,τι είμαστε έναντί Του.
                Στην πόλη Καπερναούμ ο Χριστός συναντά έναν παράλυτο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Βλέποντας την πίστη των ανθρώπων που φέρνουν τον άρρωστο συνάνθρωπό τους για να τον γιατρέψει, ο Κύριος του ζητά να έχει θάρρος, διότι οι αμαρτίες του έχουν συγχωρεθεί από τον ίδιο. Ο λόγος αυτός προκαλεί λογισμούς στο νου κάποιων  γραμματέων, διότι αυτοί πιστεύουν ότι μόνο ο Θεός έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να συγχωρέσει αμαρτίες. Και ο Χριστός, που καταλαβαίνει τις πονηρές τους σκέψεις, τους ρωτά: «Τι εστίν ευκοπώτερον, ειπείν, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και περιπάτει;» (Ματθ. 9,5). Τι είναι πιο εύκολο έργο για μένα: να πω «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες» ή να πω: «σήκω και περπάτα»; Και για να τους δείξει ότι ο Υιός του Θεού έχει εξουσία να κάνει και τα δύο, ζητά από τον παράλυτο να σηκωθεί, να πάρει το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του. Για τον Θεό όλα είναι εύκολα.Κριτήριο όμως άσκησης της εξουσίας Του είναι η πίστη των ανθρώπων. Και εδώ έγκειται το δύσκολο. Ότι η πίστη απουσιάζει από τον νου των ανθρώπων, οι οποίοι μετρούνε τον Θεό με τον δικό τους τρόπο ερμηνείας, με βάση τις γνώσεις τους, τη θρησκευτική τους θέση, αυτά που γνωρίζουν ή νομίζουν πως γνωρίζουν γι’ Αυτόν. Αντίθετα, όλα γίνονται εύκολα όταν η πίστη κάνει τον άνθρωπο να στέκεται ταπεινά και με εμπιστοσύνη έναντι του Θεού και να περιμένει το βλέμμα Του, χωρίς να ζητά τίποτε άλλο.
                Όλα είναι εύκολα για το Θεό. Δεν βρίσκεται εκεί η απάντηση στους προβληματισμούς μας. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο εν ελευθερία. Μάς έδωσε και μας δίνει την ευκαιρία μέσα από την ενανθρώπησή Του και την ζωή της Εκκλησίας να εγκαταστήσουμε στην καρδιά μας το δώρο της πίστης. Να Τον εμπιστευόμαστε δηλαδή, χωρίς να χρειάζεται να ζητάμε αυτά που Εκείνος γνωρίζει ότι χρειαζόμαστε. Να κάνουμε υπομονή στις δοκιμασίες μας. Να είμαστε παρόντες ενώπιόν Του, δηλαδή στη λειτουργική ζωή της πίστης και της Εκκλησίας, όπου ο Χριστός είναι παρών, ως ο Άρτος της ζωής. Και να προσδοκούμε το βλέμμα Του, έχοντας εμπιστοσύνη στην κρίση Του, η οποία πρωτίστως έχει να κάνει με την άφεση των αμαρτιών μας. Για όσους ζητούνε σημείο της εξουσίας του Θεού αυτό δεν είναι το σημαντικό. Όμως ο λόγος του Κυρίου είναι ξεκάθαρος. Ό,τι ευκολότερο και ό,τι αποδεικτικό της θεϊκής αγάπης είναι η άρνηση του Θεού να μας καταλογίσει τις αμαρτίες μας. Να τις κραδαίνει ως όπλο εναντίον μας. Να μας απορρίψει διότι αυτές είναι το σημείο της αδυναμίας μας να Τον αποδεχθούμε πληρωτικά στην καρδιά μας. Να βλέπει την ασχήμια που αυτές εγκαθιδρύουν στην ύπαρξή μας.
                Θεωρούμε εύκολο για τον Θεό να μας απαλλάξει από τις δοκιμασίες μας ή να μας δώσει ό,τι ζητούμε. Δεν μας ενδιαφέρει όμως το κυριότερο. Το να μας δώσει την αιώνια ζωή. Τη δυνατότητα να Τον κοινωνούμε πέρα από την κακή χρήση της ελευθερίας μας. Κι αυτό διότι η πίστη μας έχει την προοπτική του παρόντος. Της ικανοποίησης των αναγκών μας. Η πίστη όμως στην πραγματικότητα είναι ένα άνοιγμα στο μέλλον. Είναι η βεβαιότητα ότι Εκείνος είναι παρών στη ζωή μας και ήρθε για να μας δώσει ζωή και περίσσεια ζωής (Ιωάν. 10,10). Το δύσκολο είναι να αποδεχθούμε το Πρόσωπό Του,  να πιστέψουμε σ’ Αυτόν και την αγάπη Του, να Του δώσουμε χώρο στην καρδιά μας. Το εύκολο είναι η ικανοποίηση της ανάγκης μας, ακόμη κι αν, παραδόξως, αυτή δεν έρθει. Διότι, όταν εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας στο θέλημά Του, τότε μπορούμε να προσπεράσουμε ακόμη και αυτό που επιθυμούμε ή νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε. Εκείνος γνωρίζει καλύτερα. Και θα μας δώσει αυτό που αληθινά θα υπηρετήσει την σωτηρία μας.
                Η πίστη λείπει από τη ζωή μας. Παρασυρμένοι σε έναν κόσμο και από έναν τρόπο που αντιστρέφει τις αξίες, εμμένουμε στα σημεία, στα θαύματα, στο θέλημά μας. Για το Θεό και αυτά είναι εύκολο να ικανοποιηθούν. Δεν είναι όμως το κριτήριό Του να αποδείξει ότι έχει εξουσία, αλλά να μας βοηθήσει να έρθουμε σε κοινωνία μαζί Του. Όποιος πιστεύει ήδη έχει λάβει το μείζον. Την άφεση. Την κοινωνία. Την αιωνιότητα. Αν ο Θεός θέλει, θα λάβει και το έλασσον που είναι η χαρά των κατά άνθρωπον θελημάτων, αν αυτά συμβάλλουν στην πορεία για αιωνιότητα. Ο Θεός βλέπει τον δρόμο και το τέρμα του. Εμείς βλέπουμε το σήμερα, το σημείο όπου βρισκόμαστε και ζητούμε να προχωρήσουμε λίγο πιο πέρα. Ας Τον εμπιστευθούμε στη ζωή μας και ας Τον αφήσουμε να κάνει τα πάντα εύκολα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2013

ΑΝΗΚΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ;

















Εἶναι πανθομολογούμενο —ἀπὸ ὅσους πιστοὺς ἀποδέχονται ὅτι ἡ μοναδικὴ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία— ὅτι ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη καὶ ὕπουλη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, εἶναι ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Εἶναι ἕνα εἶδος χαμαιλέοντα, ποὺ προσαρμόζεται σὲ ὅλες τὶς καταστάσεις·  εἶναι μιὰ αἵρεση, οἱ ἐμπνευστὲς καὶ οἱ διακινητὲς τῆς ὁποίας εἶναι πλήρεις ὑποκρισίας καὶ δολιότητος· πρόκειται γιὰ ἕνα ἀλλόκοτο ἀνακάτεμα τῆς ἀλήθειας, τῆς θεολογίας, τοῦ ἀμοραλισμοῦ, τῆς ἀνοχῆς, τῆς ὑπακοῆς, τῆς δοκησισοφίας, τῆς ἐκκλησιολογίας, τῆς ἀγάπης, τῆς δολοπλοκίας, τῶν διώξεων, τῆς καταπάτησης τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τῆς ἐπικλήσεως καὶ καταστρατηγήσεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Κάτι σὰν ἐκεῖνο τὸν λόγο τοῦ Ξενοφῶντος: «ὥσπερ λίθους τε καὶ πλίνθους καὶ ξύλα καὶ κεράμους ἀτάκτως ἐρριμμένους», μὲ ἀποτέλεσμα, ὄχι μόνο ὅλα αὐτὰ «εἰς οὐδὲν χρήσιμά ἐστιν», ἀλλά, ὅπως χρησιμοποιῦνται,  νὰ εἶναι ἀναιρετικὰ τῆς Πίστεως.
Ὁ Οἰκουμενισμὸς συναντᾶται στὸν ἀντίποδα τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὸ πρώτιστο κριτήριο γιὰ τὸ «ποῦ εὑρίσκεται ἡ Ἐκκλησία»,  εἶναι  ἡ Πίστη,   ἡ  ἑνότητα  τῆς  Πίστεως.
Ποιά ἑνότητα ἔχουν, καὶ μὲ ποιοὺς εἶναι ἑνωμένοι οἱ Οἰκουμενιστές, καθόσον ἀποδέχονται καὶ ὁμολογοῦν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πίστιν εἰς «Μίαν Ἐκκλησίαν» καὶ εἰς «ἓν βάπτισμα» καί, ὅταν συμμετέχουν στοὺς θεολογικοὺς Διαλόγους, ἀποδέχονται πολλές Ἐκκλησίες, ἢ «διηρημένη Ἐκκλησία», καὶ πολλὰ βαπτίσματα; Δὲν ἀποτελεῖ ἡ κάθε ἄλλη «ἐκκλησία» καὶ ἄλλη πίστη, ἄλλο Εὐαγγέλιο, τὰ ὁποῖα βέβαια, δὲν κήρυξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δὲν ἀποδέχεται καὶ δὲν προσυπογράφει διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ Κύριος;
Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Μουρατίδης, γράφοντας περὶ Ἐκκλησίας, παρουσιάζει τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, γιὰ τὴνἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν κάποια σταθερὰ διαχρονικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὰ καθόρισε ὁ Κύριος, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιὰ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ διαίρεση, εἶναι χαρακτηριστικὸ σημάδι τῆς «ἐκκλησίας» τῆς ἐποχῆς μας, τῆς «ἐκκλησίας» τοῦ Βαρθολομαίου καὶ τοῦ Ζηζιούλα, οἱ ὁποῖοι (πέρα ἀπὸ τὰ προσωπικά τους ἁμαρτήματα, ποὺ ἐμεῖς δὲν ἐξετάζουμε) τολμοῦν καὶ τελοῦν τὴν Θείαν Εὐχαριστία, καὶ κοινωνοῦν, ἔχοντες ἄλλην πίστη.
Οἱ Οἰκουμενιστὲς μιλοῦν γιὰ ἑνότητα, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἡ ἑνότης τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Εἶναι ἑνότητα ἐλλειμματική. Καὶ ὅποιοι ἀποδέχονται αὐτὴν τὴν ἀντίχριστη ἐλλειμματικὴ ἑνότητα, ἀποδέχονται σιωπηρὰ τὴ δήλωση τοῦ Πάπα, ὅτι ἀνήκουν σὲ μιὰ «ἐλλειμματικὴ Ἐκκλησία», δίχως νὰ κάνουν καμιὰ προσπάθεια νὰ ἀναιρέσουν τὴν προσβολὴ αὐτὴ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατὶ ἤδη ἀνήκουν καὶ ἐργάζονται γιὰ τὴν «ἐκκλησία» τοῦ ἀντὶ «χριστοῦ»!
Τὸ μικρὸ ἀπόσπασμα ποὺ παρουσιάζουμε, εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἀείμνηστου καθηγητὴ Κανονικοῦ Δικαίου, Κωνσταντίνου Μουρατίδη, «Ἡ οὐσία καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας», σελ. 180-182.




Α) Ἑνότης ἐν τῇ πίστει (ἐν ἀντικειμενικῇ ἐννοίᾳ), ἤτοι ἡ παραδοχὴὑπὸ πάντων τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν τῶν αὐτῶν δογματικῶνἀληθειῶν. «Εἰς τὴν ἑνότητα, φησί, τῆς πίστεως. Τοὐτέστιν, ἕως ἂν δειχθῶμενἅπαντες μίαν πίστιν ἔχοντες. Τοῦτο γάρ ἐστιν ἑνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἓνὦμεν, ὅταν πάντες ὁμοίως τὸν σύνδεσμον ἐπιγινώσκωμεν»  (Χρυσοστόμου Ἰω., Εἰς Ἐφεσ. ὁμιλ. 11,3. P.G. 62, 83). “Διὰ τοῦτο καὶ τέκνα καὶ ἀδελφοὺς καλεῖ·ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς αὐτῆς πίστεως ἐτέχθησαν ἀδελφοί… Τῷ οὐν κατὰ κοινὴν εἰπεῖν πίστιν, τὴν ἀδελφότητα ᾐνίξατο» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὁμιλ. 1,2. P.G. 62, 667).
Τὸ περιεχόμενο τῆς κοινῆς πίστεως ἀναφέρεται εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀποστόλων, ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας συνενοῖ, ἅπαντας τοὺς πιστοὺς καὶτὰς ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίας. «Ἅπαντες γὰρ οἱ διὰ τῶν ἀποστόλων πιστεύοντεςἕν εἰσιν»  (Χρυσοστόμου Ἰω., Εἰς Ἰωάν. ὁμιλ. 82, 2. P.G. 59, 443).
Ἀντιθέτως πάλιν ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τῆς διδασκαλίας τῶν ἀποστόλωνὁδηγεῖ εἰς τὴν διαίρεσιν καὶ διάσπασιν τῆς Ἐκκλησίας. «Ἡ δὲ διχοστασία πόθεν. Ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν παρὰ τὴν διδαχὴν τῶν ἀποστόλων» (Χρυσοστόμου Ἰω., Ρωμ. ὁμιλ. 32, 1. P.G. 60, 675).

Β) Ἑνότης ἐν τοῖς μυστηρίοις-κοινωνία λατρείας.
Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ὡς θείου καὶ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦἐκδηλοῦνται κυρίως ἐν τῷ μυστηριακῷ βίω, καὶ δὴ ἐν τοῖς μυστηρίοις τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἐν τῇ λατρείᾳ καὶ τοῖς μυστηρίοις αὐτῆς ἐκφράζεται ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τόσον πρὸς τὰ ἄνω, ἤτοι μεταξὺ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῶν πιστῶν, ὅσον καὶ τῶν πιστῶν μετ’ ἀλλήλων. «Καὶ γὰρ ὡς μίαν οἰκίαν δεῖ τὴν Ἐκκλησίαν οἰκεῖν, ὡς σῶμα ἕν, οὕτω διακείσθαι  παντες· ὥσπερ οὖν καὶ βάπτισμα ἕν ἐστι καὶ τράπεζα μία»  (Χρυσοτόμου Ἰω., Εἰς Β΄ Κόρ. Ὁμιλ. 18, 3. PG. 61, 528).
«Οὐ γὰρ ἵνα διάφορα γένηται σώματα, ἀλλ΄ ἵνα πάντες τὴν ἑνὸς σώματος ἀκρίβειαν πρὸς ἀλλήλους διασώζομεν, ἐβαπτίσθημεν. Τουτέστινἵνα πάντες ἓν σῶμα ὦμεν, εἰς τοῦτο ἐβαπτίσθημεν»  (Χρυσοστόμου Ἰω., ΕἰςΑ΄ Κόρ. ὁμιλ. 30, 1. P.G. 61, 251).
Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεσιν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἅπαξἐπιτελεῖται, ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ κέντρον τῆς ἑνότητος τοῦἐκκλησιαστικοῦ Σώματος...· εἶναι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαθητῶν τῶν πιστῶν, ὅστις συνέχει καὶ συγκρατεῖ τὴν ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας· «Αὕτη γὰρ ἡ τράπεζα τῆς ψυχῆς ὑμῶν τὰ νεῦρα, τῆς διανοίας ὁ σύνδεσμος, τῆς παρρησίας ἡ ὑπόθεσις, ἡ ἐλπίς, ἡ σωτηρία, τὸ φῶς, ἡ ζωή» (Χρυσοστόμου Ἰω., Εἰς Α΄ Κορ. ὁμιλ. 24, 5. P.G. 61, 205).
«Τοῦτο τὸ αἷμα τὴν εἰκόνα ἡμῖν ἀνθηρὰν ἐργάζεται τὴν βασιλικήν, τοῦτο κάλλος ἀμήχανον τίκτει, τοῦτο ἀπομαρανθῆναι τῆς ψυχῆς τὴν εὐγένειαν οὐκ ἀφίησιν, ἄρδον αὐτὴν συνεχῶς καὶ τρέφον. Τὸ μὲν γὰρ ἀπὸτῶν σιτίων ἡμῖν αἷμα γινόμενον, οὐκ εὐθέως τοῦτο γίνεται, ἀλλ' ἕτερόν τι· τοῦτο δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ' εὐθέως τὴν ψυχὴν ἀρδεύει, καὶ μεγάλην τινὰδύναμιν ἐμποιεῖ.
Τοῦτο τὸ αἷμα ἀξίως λαμβανόμενον ἐλαύνει μὲν δαίμονας καὶπόρρωθεν ἡμῶν ποιεῖ, καλεῖ δὲ ἀγγέλους πρὸς ἡμᾶς, καὶ τὸν Δεσπότην τῶν ἀγγέλων. Ὅπου γὰρ ἂν ἴδωσι τὸ αἷμα τὸ Δεσποτικόν, φεύγουσι μὲν δαίμονες, συντρέχουσι δὲ ἄγγελοι.
Τοῦτο τὸ αἷμα ἐκχυθὲν πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐξέπλυνε... Τοῦτο ἡσωτηρία τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, τούτῳ λούεται ἡ ψυχή, τούτῳκαλλωπίζεται, τούτῳ πυροῦται, τοῦτο πυρὸς λαμπρότερον ἐργάζεται τὸν νοῦν τὸν ἡμέτερον, τοῦτο χρυσίου φαιδροτέραν τὴν ψυχὴν ποιεῖ, τοῦτοἐξεχύθη τὸ αἷμα, καὶ τὸν οὐρανὸν ἐποίησε βατόν...
Τοῦτο τὸ αἷμα ἄνωθεν προετυποῦτο ἀεί, ἐν θυσιαστηρίοις, ἐν δικαίων σφαγαῖς· τοῦτο ἡ τιμὴ τῆς οἰκουμένης, τούτῳ ἠγόρασε τὴν Ἐκκλησίαν ὁΧριστός, τούτῳ κατεκόσμησεν αὐτὴν ἅπασαν...

Ἀλλ' ὥσπερ ἐστὶ μέγα καὶ θαυμαστόν, οὕτως ἂν μὲν μετὰ καθαρότητος προσέλθῃς, εἰς σωτηρίαν προσῆλθες· ἂν δὲ μετὰ πονηροῦ συνειδότος, εἰς κόλασιν καὶ τιμωρίαν. Ὁ γὰρ ἐσθίων, φησί, καὶ πίνων ἀναξίως τοῦΚυρίου, κρῖμα» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὁμιλ. 47, 4. PG. 59, 261).

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...