Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Ρίζες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Ρίζες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

Η ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΑΛΩ



Θά ρθη καρός, που ο διάβολος θά μπή μέσα σ’ ένα κουτί και θά φωνάζη. Και τα κέρατά του θά’ ναι στα κεραμίδια.
Αγ. Κοσμάς ο Αιτωνός
                                    Θ. Σιμοπούλου σ.203
                                                Π.Β. Πάσχου σ.191

            Το σπίτι ήταν πάντα ένα ιερό καταφύγιο αγάπης, ησυχίας και σωφροσύνης και, γιά τους χριστιανούς, μια δεύτερη μικρή εκκλησία. Πρίν λίγα χρόνια όμως οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν και μπήκε μέσα ένας δούρειος ίππος, ένα πολύ διασκεδαστικό κουτί, που σε πάει όπου θέλει και σού δείχνει περισσότερα και μακρινότερα πράγματα απ΄ όσα οι μαγικοί καθρέφτες των παραμυθιών, δώρο ακριβό των Δαναών της Τεχνολογίας. Μέσα απ’  αυτό το κουτί, μπήκε στα σπίτια μας ο δρόμος, θορυβώδης και πολύφωτος, με όλα όσα έχουν οι δρόμοι, όχι μόνον οι δικοί μας αλλά του κόσμου ολόκληρου πιά. Μπήκαν μέσα στη μέχρι τότε ήσυχη γωνιά μας, οι φωνές των δρόμων, οι μηχανές τους, τα τραγούδια τους, οι γυναίκες του δρόμου, οι άνδρες του δρόμου, οι θεατρίνοι, οι πολιτικοί, τα σύγχρονα κολοσσαία, οι θηριώδεις φωνές των οπαδών, το αληθοφανές ψέμα, τα πυροτεχνήματα της πολυποίκιλης «γνώσης», όλα όσα γοητεύουν τις αισθήσεις του συνηθισμένου ανθρώπου και τεργιάζουν στη μέτρια νοημοσύνη του. Βάλαμε τη φωτοχυσία του δρόμου δίπλα στό ιλαρό φώς του καντηλιού, και ο συμπυκνωμένος κόσμος εκτόπισε τις αχνές μορφές των εικόνων, τις έσβησε μέσα στην ίδια μας την ψυχή. Από εκκλησία το σπίτι μας έγινε κόσμος, και ο κόσμος έδιωξε τον Θεό και την χάρη Του. Μαράθηκε η στοργή στην οικογένεια. Δεν κοιτάζει πιά η μάνα το παιδί, ο σύζυγος τη σύζυγο, ο αδελφός τον αδελφό, το εγγόνι τη γιαγιά, όλοι κοιτάζουν το κουτί. Αυτό είναι η εστία των σημερινών σπιτιών, το «εικονοστάσι» τους, το ιερό τους, το επίκεντρο της καθημερινής πολύωρης λατρείας τους. Το σπίτι έγινε κοιτώνας, εστιατόριο, αίθουσα κινηματογράφου. Η τηλεόραση έκανε και το σπίτι δρόμο, γιά να μην έχει πιά ο άνθρωπος που να επιστρέψει όταν κουραστεί απ’  τους δρόμους. Κάθονται οι άνθρωποι μαζί δίπλα-δίπλα και όμως πόσο ξένοι και αδιάφοροι γίνονται, μέρα με τη μέρα, ο ένας γιά τον άλλον! Δεν συνομιλούν πιά, μιλάει μόνο το κουτί και όλοι ακούν. Οι καρδιές κρυώνουν, οι ευκαιρίες επαφής των ψυχών λιγοστεύουν ακόμα και οι φίλοι που έρχονται να μας δούν και να μιλήσουν μαζί μας, πιάνονται όπως κι εμείς στην παγίδα. Η νέα γενιά βέβαια, που είναι και το μεγάλο θύμα, δεν καταλαβαίνει τι έχασαν οι άνθρωποι, γιατί δεν γνώρισε ποιές ήταν πρίν οι ανθρώπινες σχέσεις. Δέχεται την ψυχρή φωτοχυσία σαν το φυσιολογικό πεπρωμένο της. Τα βάζει με όλους, και με όλα χωρίς να ξέρει ότι αυτό που της λείπει, και τόσο βίαια αναζητά, είναι η θέρμη της αγάπης που ποτέ δεν γεύθηκε..
            Και οι χριστιανοί τι κάνουν μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση; Αυστηροί νηστευτές, ικανοί να κεραυνοβολήσουν όποιον τολμήσει να γευθεί λάδι σε νηστήσιμη μέρα, κάθονται μπροστά στην τηλεόραση και τρώνε με τα μάτια και τ’ αυτιά ότι τους προσφέρει χωρίς να τους περνάει από το μυαλό ότι αυτό είναι κατάλυση μιας άλλης νηστείας πολύ σπουδαιότερης και παντοτινής. Και το χειρότερο γίνεται όταν απαγορεύουν στα παιδιά τους να δούν αυτό που βλέπουν αυτοί. Τα παιδιά πονηρεύονται, εκνευρίζονται, αγανακτούν για την αδικία, δεν καταλαβαίνουν πώς είναι δυνατόν κάτι να είναι καλό γιά τους γονείς αλλά κακό γι’  αυτά, χάνουν λίγο-λίγο κάθε εκτίμηση πρός τους γονείς τους και φυσικά, αναζητούν το απαγορευμένο θέαμα στό κουτί της γιαγιάς ή του φίλου. Ύστερα απορούμε γιατί από τα παιδιά, χάθηκε ο σεβασμός, γιατί είναι εκνευρισμένα, ευέξαπτα, σκληρά, γιατί έχουν τη νύχτα εφιάλτες. Πώς ν’ αντέξει το νευρικό σύστημα των παιδιών σ’ αυτή τη δοκιμασία των θεαμάτων της βίας, της πονηρίας, της κακίας, της έντονης εντύπωσης και της δυνατής συγκίνησης; Μα, άραγε, κι μείς οι μεγάλοι έχουμε μήπως καλύτερον ύπνο με όλες αυτές τις εικόνες να στριφογυρίζουν στό μυαλό μας; Ή, παθαίνουμε λιγότερο αυτό που παρατηρούμε στα παιδιά μας; Κι άς μη μιλήσουμε γιά την ποιότητα της προσευχής μας, μόνον να συνεχίσουμε να διδάσκουμε τους άλλους περί νήψεως, φυλακής των αισθήσεων και καθαρότητος καρδίας..!

ΤΑ ΞΥΛΟΚΕΡΑΤΑ ΤΗΣ «ΓΝΩΣΗΣ»

            Διαβάζοντας ένα βιβλίο δημιουργούμε! Το μυαλό μας αποκρυπτογραφεί τα ψηφία σε λέξεις και νοήματα. Η φαντασία μας αναπαράγει εικόνες, τοπεία, πρόσωπα, χαρακτήρες, γεγονότα ιστορίες. Η σκέψη μας κάνει συνδυασμούς και συλλογισμούς. Ο νούς μας δουλεύει εντατικά και πλάθει έναν ολόκληρο κόσμο, έναν κόσμο που κτίζουμε, μέν πάνω σε σχέδια του συγγραφέα αλλά με δικά μας προσωπικά υλικά από τα μέχρι τώρα βιώματα, τις εμπειρίες και τις γνώσεις μας. Η ανάγνωση ενός βιβλίου δεν ειναι παθητική αποδοχή. Είναι πράξη, ελεύθερη, υπεύθυνη, ενεργητική. Δημιουργούμε κι εμείς μαζί με τον συγγραφέα έναν κόσμο που είναι μισός του συγγραφέα και μισός δικός μας. Στην τηλεόραση όμως την εικόνα δεν την δημιουργούμε εμείς. Μας δίνεται έτοιμη. Τα πρόσωπα εισβάλλουν στην συνείδησή μας ολοζώντανα. Η ιστορία είναι σειρά από γεγονότα που γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Το νόημα μας το επιβάλλουν τα πράγματα αυτόματα. Εμείς απλώς δεχόμαστε παθητικά και αφομοιώνουμε ανελεύθερα ότι μας προσφέρουν οι άλλοι, χωρίς να έχουμε τον χρόνο και την δυνατότητα να επεξεργασθούμε αυτά που μας δίνουν. Δεν κάνουμε προσπάθεια να κατακτήσουμε το προσφερόμενο, όπως στό βιβλίο, αντίθεται αυτό εισβάλλει και κατακτά την ψυχή μας. Οι διανοητικές σου δυνάμεις μένουν αργές, η υποβλητική μουσική παραλύει κάθε δύναμη αντίστασης. Δεν έχεις καμιά δυνατότητα άμυνας. Κάτω από την επήρεια ενός ναρκωτικού της ψυχής, υφίστασαι παθητικά έναν πνευματικό βιασμό. Κάποιοι άλλοι, υποβάλλουν στην αλυσοδεμένη ψυχή σου αυτό που θέλουν αυτοί, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδεχθείς την άλωση αδιαμαρτύρητα, ή ακόμη και ηδονικά. Αυτός ο πνευματικός βιασμός αφ’ ενός και το ψέμα, η υποκρισία της παράστασης και της σκηνοθεσίας αφ’ ετέρου ήταν, νομίζω, οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι χριστιανοί απέρριψαν, το θέατρο και δεν πίστεψαν στην δυνατότητα χριστιανικού θεάτρου. Η τηλεόραση τα έφερε όλα αυτά τα ειδωλολατρικά θεάματα, που απέκρουσε η Εκκλησία, μέσα στό ίδιο μας το σπίτι, θεάματα για κάθε γούστο και για κάθε διανοητικό επίπεδο: στάδια, ιπποδρόμια, θέατρα, ό,τι βγάζει το νού μας από το ενδότερο ταμείο της καρδιάς μας, όπου κατοικεί ο Θεός, και τον σκορπίζει στον μάταιο κόσμο, θεάματα που όταν είναι κακής ποιότητος διαφθείρουν και όταν είναι καλής αιχμαλωτίζουν. Όσο όμως καλή και αν είναι η ποιότητα του θεάματος, όση ποίηση και αν υποτεθεί ότι περιέχει, πράγμα εξ  άλλου τόσο σπάνιο, δεν τρέφει παρά μόνο με την επιφάνεια των πραγμάτων, με ό,τι μπορεί να πιάσει το μάτι και το αυτί σε μια γρήγορη κίνηση και αλληλουχία φωτογραφιών, που εντυπώνονται βαθιά χωρίς να αφήνουν δυνατότητα επεξεργασίας στην συνείδηση που τα δέχεται. Έτσι όμως η ουσία των πραγμάτων χάνεται και τα αόρατα νήματα που συνδέουν τα πράγματα και τις καταστάσεις μένουν ασύλληπτα από το νού μας, που παρασύρεται στό γρήγορο ρυθμό των εικόνων και των εντυπώσεων που, τον βομβαρδίζουν, αδυνατώντας να εισδύσει σε βάθος. Η ταχύτητα άλλωστε, η εξωστρέφεια και η έλλειψη βάθους χαρακτηρίζουν την εποχή μας. Οι έξω αισθήσεις υπερτροφούν και οι έσω ατροφούν. Γίναμε σαν τα είδωλα που «οφθαλμούς έχουσι και ου όψονται, ώτα έχουσε και ου ακούσονται». Βλέπουμε και ακούμε πάρα πολλά, αλλά είμαστε κουφοί και τυφλοί για την ουσία των πραγμάτων, για όσα έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να ζήσει αληθινά. Η τηλεόραση προσφέρει στους ανθρώπους πλήθος γνώσεων που, όμως, παίρνουν τη θέση και αντικαθιστούν την πραγματική γνώση, σαν τα ξυλοκέρατα που μας χορταίνουν χωρίς να μας τρέφουν κάνοντάς μας ανόρεχτους για αληθινή τροφή. Δίνει γνώσεις, μάταιες ή και παραπλανητικές εξ‘ αιτίας της μεγάλης αληθοφάνειας του σκηνοθετημένου ψεύδους. Ο αληθινός κόσμος ωχριά μπροστά στην φαντασμαγορία της οθόνης. Ένας άλλος κόσμος τεχνητός παίρνει τη θέση του, ένας κόσμος που μοιάζει με τον πραγματικό χωρίς να είναι, ένα σύμπαν ξαναπλασμένο από λίγους για τους πολλούς, με υλικά του πραγματικού κόσμου, αλλά θρυμματισμένα και ξανακολλημένα με εξωπραγματικό αποτέλεσμα που, όμως, δίνει την ψευδαίσθηση του πραγματικού γιατί αποτελείται από φωτογραφίες. Συνηθίζουμε σ’ αυτήν την εύκολη και εντυπωσιακή τροφή. Το μυαλό μας γίνεται όλο και πιο δυσκίνητο στην πραγματική και βαθιά σκέψη και όλο και πιο ευκίνητο στην επιφανειακή τη ρηχή. Τα βιβλία δεν μας συγκινούν πιά, εκτός από τα ελαφρά. Μας φαίνονται όλο και πιο βαριά, όλο και πιο κουραστικά. Γιατί να τυραννιόμαστε αφού «όλα» μπορούμε να τα ακούσουμε, και να τα δούμε στην τηλεόραση, εύκολα και ευχάριστα;.. Όλα.. εκτός από τα σπουδαιότερα, όλα.. εκτός από τον άρτο της ζωής.
            Όσο η οίησή μας μεγαλώνει, όσο η ιδέα που έχουμε για τις πολλές δήθεν γνώσεις μας φουσκώνει, τόσο η άγνοιά μας βαθαίνει. Η «γνώση» μας είναι η ημιμάθεια, η χειρότερη δηλαδή μορφή αμάθειας.

ΗΛΘΟΝ ΒΑΛΕΙΝ ΜΑΧΑΙΡΑΝ

            Ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα της ανθρωπότητος είναι ότι αφέθηκε να δουλωθεί στην Τεχνολογία. Ό,τι είναι ο δουλωμένος στό χρήμα το ίδιο είναι και ο δουλωμένος στη μηχανή. Εξ’ άλλου αυτές οι δύο δουλείες είναι αλληλένδετες. Προέρχονται από την επιδίωξη της καλοπέρασης, που είναι παγίδα, γιατί η χαρά, δεν βρίσκεται στον εύκολο αλλά στον δύσκολο δρόμο, στον κόπο, στη στέρηση, στη σκληρή ζωή, στην ολιγάρκεια, την αυτάρκεια και την αμεριμνησία. Ξεγελασθήκαμε από τις υπηρεσίες της μηχανής και τώρα θυσιάζουμε καθημερινά στό βωμό της κόπους, χρήματα, χρόνο, ζωές, την ίδια τη γη μας που, σιγά-σιγά, δηλητηριάζουμε. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Επειδή ο άνθρωπος ρέπει πρός το πονηρό και δέχεται πολύ πιο εύκολα την επίδραση του κακού παρά την επίδραση του καλού, γι΄ αυτό ο Θεός χώρισε τα έθνη και τις γλώσσες δημιουργώντας έτσι στεγανά διαμερίσματα και αντιπυρικές ζώνες που το κακό δεν μπορεί εύκολα να διαπεράσει. Η μηχανή κατέστρεψε τα εμπόδια αυτά, κατάργησε τα σύνορα και τις αποστάσεις και τώρα, το κακό που γεννήθηκε στην άκρη της γης έρχεται στην άλλη άκρη γρήγορα και αποτελεσματικά. Όλοι είμαστε θύματα, αυτής της κατάστασης. Και ο μεν κόσμος, αόμματος καθώς είναι πνευματικά, την χαίρεται και την επικροτεί. Οι χριστιανοί όμως, που θάπρεπε να είναι το άλας της γής, τι κάνουν; Έβαλαν τις μηχανές να βουϊζουν και μέσα στο ίδιο το περιβόλι της Παναγίας στον πάλαι ποτέ παράδεισο της ησυχίας. Όταν το άλας μωραίνεται τι καλό να περιμένεις για τον κόσμο;
            Η κοινή συμβουλή των Πατέρων, για να γλυτώσουμε από τα πάθη της ψυχής μας, είναι να σταματήσουμε να τα τροφοδοτούμε με την ύλη που τα τρέφει. Αν θέλεις να σβύσει μια φωτιά πάψε να της ρίχνεις ξύλα. Οι αγώνες οι πνευματικοί δεν γίνονται με ημίμετρα και με συμβιβασμούς. «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνη επί την γην^ ούκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. Ι΄34). Όμως, στην τρισάθλια εποχή μας, στόμωσαν τα «μαχαίρια» των χριστιανών, αυτά ακριβώς που τους έδωσε ο ίδιος ο Χριστός γιά να πολεμήσουν. Οι χριστιανοί, στις μέρες μας, συνθηκολογούν σε όλους τους τομείς. Ο πόλεμος που μας κάνει ο διάβολος είναι  πολυμέτωπος, πονηρός, κρυφός και ύπουλος. Δεν θα επιβιώσουν πνευματικά παρά μόνον όσοι έχουν την αποφασιστικότητα να κόβουν: σχέσεις κοινωνικές, σχέσεις συγγενικές, σχέσεις με όσους έχουν κοινωνία εκκλησιαστική με την αίρεση, την εξάρτησή τους απ’  τις μηχανές (απ’ όσες είναι δυνατό φυσικά, μια και η ζωή μας έχει ζυμωθεί πιά μ’ αυτές) κι απ’ τις ευκολίες του πολιτισμού, κάθε συμπαράταξη με κόμματα και πολιτικούς και κάθε συμπάθεια προς την οποιαδήποτε κρατική εξουσία, την οπωσδήποτε αντίχριστη, οποιαδήποτε κι αν είναι η επιφανειακή ιδεολογία της, μ’ ένα λόγο τη φιλία τους με τον κόσμο. Ο κόσμος θα ακολουθήσει τον δρόμο του και οι μαθητές του Χριστού τον δικό τους όσο λίγοι και αν μείνουν. Αν θέλουμε να είμαστε με τους τελευταίους πρέπει να ξαναγίνουμε πολεμιστές. Έχουμε να κόψουμε πολλά έτσι κι αρχίσουμε. Είμαστε δεμένοι με τα σχοινιά και τα καλώδια του δυτικού «πολιτισμού» και της καταναλωτικής μανίας, που γέμισαν τη ζωή μας ψεύτικες ανάγκες και περιττές μέριμνες, και ένα συνεχή μόχθο για να τα προφθάσουμε όλα, ώστε να μη μας μένει καιρός να επιστρέψουμε στον εαυτό μας και να βρούμε τον Θεό. Η μηχανή μας έδωσε μια ψεύτικη ανάπαυση, που μας κούρασε, όσο ποτέ δεν κουράστηκε ο άνθρωπος στό παρελθόν. Το άγχος έγινε η μόνιμη κατάστασή μας και τα ηρεμιστικά δηλητήρια το καθημερινό ψωμί μας. Και ενώ γνωμίζουμε και θρηνούμε την πνευματική αυτή δουλεία, δε μας έμεινε δύναμη να την αποτινάξουμε. Έχουμε παραλύσει και ναρκωνόμαστε όλο και περισσότερο. Ο κόσμος, βέβαια, είναι καταδικασμένος, γι’ αυτόν δεν υπάρχει επιστροφή. Οι Χριστιανοί όμως έχουν την δύναμη, φθάνει να επικαλεσθούν τον Ελευθερωτή, και να πάρουν στα χέρια τους το ξίφος Του. Έχουμε να κόψουμε πολλά αλλά, το πρώτο που έχει σειρά, είναι αυτό που μας ήθρε τελευταίο. Άς μη ξεγελιόμαστε. Δεν υπάρχουν «καλά προγράμματα» στην τηλεόραση, ούτε καλές κυβερνήσεις για να τα δώσουν. Όλα είναι ζυμωμένα με το ίδιο κοσμικό πνεύμα και την ίδια αντίχριστη νοοτροπία, καπιταλιστική ή μαρξιστική, αδιάφορο. Και, όσο πιο άοσμο και άγευστο είναι το δηλητήριο, τόσο πιο επικίνδυνο. Οι λίγοι που κατευθύνουν τις τύχες του κόσμου ακολουθούν μια, δοκιμασμένης αποτελεσματικότητας, μέθοδο: δίνουν ένα και παίρνουν πίσω δύο, μια δόση ζάχαρη, δύο δόσεις φαρμάκι. Έτσι κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτε, ενώ η ηθική και νοητική αντίστασή μας μειώνεται προοδευτικά. Γινόμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε και μεταβαλλόμαστε, σιγά και ανεπαίσθητα, από ελεύθερα πρόσωπα σε υπηκόους.
            Δεν χωρούν ημίμετρα. Ο Χριστός μας κάλεσε στην ελευθερία. Η λύση είναι μία και μόνη: να κόψουμε τα «καλώδια» της συνήθειας και να πετάξουμε το χαζοκούτι στα σκουπίδια. Αυτή ας γίνει η κήρυξη της επανάστασης, η αρχή του πολέμου καταπάνω στον Άρχοντα του Κόσμου τούτου. Αυτός είναι αγώνας για την πραγματική ελευθερία και την αληθινή Ειρήνη, την εντός. Άς αφήσουμε πιά τα ποτά του θανάτου κι’ άς τρέξουμε στό Νερό της Αιώνιας Ζωής. Είναι καιρός.
          ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΙ ΡΙΖΕΣ
Χειμώνας 1985-1986  Τεύχος 16

Copyright ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2012

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμου (Β μέρος)



ΤΟ ΡΗΓΜΑ

            Τον ΙΗ΄ αιώνα η πνευματική αποσύνθεση της Δύσης είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις ορθόδοξες χώρες της Ανατολής. Ο ουμανισμός και η κοσμικοφροσύνη άρχισαν να έρπουν παντού και να κρυφοδαγκάνουν τις ψυχές. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα άρχισε να λάμπει στις αληθινά χριστιανικές χώρες της Ανατολής σαν «άγγελοι φωτός». Η ψεύτικη γνώση έκανε να χάσουν οι άνθρωποι σιγά - σιγά τη γλυκύτητα του αληθινού φωτός. Αγνοώντας την όντως Ζωή και συνεπαρμένοι από τα κεράτια της δυτικής σοφίας έχασαν την ευαισθησία που χαρακτήριζε τους πατέρες τους και τους έκανε ικανούς να διακρίνουν το γνήσιο από το κάλπικο. Το λεπτότατο πνεύμα της εκκοσμίκευσης εκθήλυνε ύπουλα τον τόνο της ψυχής, άμβλυνε τις πνευματικές αισθήσεις, παρέλυσε τις αντιδράσεις. Χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε απ’ έξω άλλαξε κάτι μέσα στις ψυχές. Και τότε άρχισαν τα: «Τι πειράζει αυτό;, «σε τι βλάπτει εκείνο;». Η κάθοδος στον κατήφορο έγινε στην αρχή ανεπαίσθητα. Αν ένα φράγμα ραγίσει δε θα γίνει βέβαια κατακλυσμός. Θ’ αρχίσει όμως να περνάει λίγο νερό από τη ρωγμή. Το λίγο αυτό νερό θα διευρύνει σιγά - σιγά το ρήγμα ώσπου θα έρθει κάποτε η ώρα που το φράγμα θα σπάσει και θα πλημμυρίσουν τα πάντα.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

            Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έφθασε στο σημερινό οικουμενισμό ξαφνικά. Το πρώτο ρήγμα ήταν μια «μικρή» υποχώρηση στους πλούσιους και δυνατούς της Πόλης, που είχαν την απαίτηση να γίνονται τα μνημόσυνα των νεκρών ημέρα Κυριακή, για να τα παρακολουθεί πολύς κόσμος. Έτσι, όταν άρχισε στο Άγιον Όρος η περί μνημοσύνων έρις, το Πατριαρχείο ήταν ήδη εκτεθειμένο από τη δική του παρανομία. Γι’ αυτό πήρε στην αρχή αμφίρροπη στάση: «Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ αν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι..» Αλλά και προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράβαση της εκκλησιαστικής παραδόσεως με την συνήθεια που επικράτησε: «.. όπερ και είθισται εν τοις κατά πόλεις εκκλησίαις εν Κυριακή δηλαδή τελείν τα μνημόσυνα διά τας εν ταύταις συναθροίσεις των Χριστιανών...» (Πρώτη επιστολή του Πατριαρχείου προς τους Αγιορείτες, Ιούλιος 1772). Συνέπεια της στάσεως αυτής, που αποφεύγει να υπερασπιστεί την αλήθεια είναι να ζητήσει το Πατριαρχείο από τους Αγιορείτες τον επόμενο χρόνο να εφαρμόσουν στο επίμαχο θέμα συγκρητισμό: «Νουθετούμεν άπαντας τους περί τοιούτων διαφερομένους, όπως από του νυν και εις το εξής να παύσωσι από τοιαύτας ταραχώδεις και ακαίρους διενέξεις, τας μηδόλως αυτάς ανηκούσας, και ούτε και οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν, αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι και να συναναστρέφονται εν αγάπη και ομονοία...» (Δεύτερη επιστολή του Πατριαρχείου από 10 Ιουνίου 1773). Δηλαδή: «ειρήνη» και «αγάπη» και εκκλησιαστική κοινωνία σε βάρος της αλήθειας, η πεμπτουσία του Οικουμενισμού.
            Τα ίδια συνεχίζει να γράφει το Πατριαρχείο στους Αγιορείτες και στην τρίτη επιστολή του, γύρω στα 1774, παρά την αλλαγή του Πατριάρχου και την άνοδο στο θρόνο του Σαμουήλ Χατζερή: «Να παύσωσιν από τας τοιαύτας φιλονεικίας και ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθνος, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς να τους ονομάζουν αιρετικούς ή καινοτόμους ή άλλα δύσφημα ονόματα, να λέγωσιν αδίκως κατ’ αυτών...
            Οι σύγχρονοι συγκρητιστές προσπαθούν να δικαιολογήσουν το Πατριαρχείο λέγοντας ότι αγωνιζόταν για την ειρήνη και την ομόνοια των πιστών εφαρμόζοντας εκκλησιαστική οικονομία. Ακριβώς δηλαδή ό,τι λένε και σήμερα οι Οικουμενιστές για να δικαιολογήσουν τον αδιάντροπο οικουμενισμό των ημερών μας. Ταλαίπωρη έννοια η εκκλησιαστική οικονομία! Χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει του κόσμου τις εκκλησιαστικές παρανομίες. Όμως στην πραγματικότητα, η οικονομία που δίδαξαν οι Πατέρες είναι ποιμαντική διάκριση και ευλυγισία μέσα στα όρια του νόμιμου και του αληθινού. Σε καμία περίπτωση δε δίνει άδεια στους ποιμένες να παρανομούν. Και στην περίπτωση των μνημοσύνων της Κυριακής υπήρχε σαφής παρανομία, αθέτηση της Παραδόσεως και του αναστάσιμου χαρακτήρα της Κυριακής. Το Πατριαρχείο απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια ότι δεν επιτρέπονται μνημόσυνα την Κυριακή, γιατί την Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Αλλά όχι μόνον απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια. Έβαλε τους Αγιορείτες - ουσιαστικά μόνον τους ορθόδοξους Κολλυβάδες - μπροστά στο δίλημμα να διαλέξουν ή την ειρήνη και την αγάπη ή την αλήθεια. Κι αυτό είναι μεγάλη αμαρτία κατά της ίδιας της ειρήνης, της αγάπης και της αλήθειας, που δε χωρίζονται ούτε διασπώνται ποτέ σε αντίθετα στρατόπεδα, αφού ειρήνη, αγάπη και αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός που ποτέ δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό Του. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ειρήνη και αγάπη χωρίς αλήθεια; Χωρίς αλήθεια αυτή η «ειρήνη» κι αυτή η «αγάπη» είναι κάτι το επίπλαστο, κάτι το ψεύτικο, και απατηλό, κοσμική συνύπαρξη με εγκόσμιες κοινωνικές σκοπιμότητες ξένες προς την πραγματικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Αυτό το τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στην αγάπη και την αλήθεια είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της αίρεσης του Οικουμενισμού που, όπως βλέπουμε, τα σπέρματά του έχουν τουλάχιστον δύο αιώνων ηλικία.
            Όμως οι Κολλυβάδες έμειναν στην αλήθεια, και μαζί με την αλήθεια κράτησαν και την αγάπη και την ειρήνη. Αποσύρθηκαν στα ησυχαστήριά τους και εν αληθεία αγάπησαν το Θεό και εν ειρήνη κοινώνησαν μαζί Του. Και επειδή κοινώνησαν εν αγάπη με το Θεό γι’ αυτό αγάπησαν και αγαπήθηκαν από τους Χριστιανούς των τόπων της εξορίας τους και γι’ αυτό έδωσαν καρπούς πνευματικούς, τέκνα και τέκνα τέκνων, τον καιρό που το Όρος έπεφτε σε μια χωρίς προηγούμενο προοδευτική παρακμή και συρρίκνωση. Το ψέμα τα κάνει όλα ψεύτικα και φθαρτά. Η αλήθεια τα κάνει όλα αληθινά, φωτεινά και άφθαρτα, και δημιουργεί μια κοινωνία ανθρώπων, πεσμένων μεν και αμαρτωλών και μετανοημένων και αγίων μέσα στο φως του Χριστού, «ασπρισμένη όλη», «ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου».

ΑΠΟ ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΠΤΩΣΗ

            Η πατριαρχική αμαρτία όμως δε σταμάτησε στο συγκρητισμό. Έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της εμπάθειας και του μίσους κατά της αλήθειας και προχώρησε στο κακούργημα. Ενώ το Φανάρι στην αρχή παραδεχόταν ότι οι Κολλυβάδες «καλώς ποιούσιν» κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος», και μάλωνε τους Αγιορείτες που τους ονόμαζαν «αιρετικούς» και «καινοτόμους», τώρα κάνει αυτό που πρώτα θεωρούσε απρεπές και άδικο και χαρακτηρίζει τους υπερασπιστές της Παραδόσεως «κακόδοξους», «δοκησίσοφους», «δοκόφρονες», «καινοτόμους», «ανταρσίαν νοσούντας». Ισχυρίζεται τώρα το Πατριαρχείο, αντίθετα προς ό,τι έλεγε πριν, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η «ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις» και «αποστολική Παράδοσις»! Και όλα αυτά τα πρωτάκουστα, ψευδή και άδικα λόγια δεν τα γράφει ένας Πατριάρχης μόνον αλλά ολόκληρη Σύνοδος, συγκληθείσα το έτος 1776 ακριβώς για να καταδικάσει τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμαζαν Κολλυβάδες, και να τους αφορίσει. Ο κατάπτιστος αυτός και εμπαθής αφορισμός (βλέπε «Ρίζες» 23) δεν αφορά μόνον τους Κολλυβάδες της εποχής εκείνης αλλά καταδικάζει όλους τους Ορθοδόξους, όλους τους υπερασπιστές της Ιεράς Παραδόσεως όλων των εποχών, διότι εξαιρεί του αφορισμού και συγχωρεί μόνον όσους παρανομούν κατά της Παραδόσεως και τελούν μνημόσυνα την Κυριακή. Αλλά και κάτι πιο φοβερό ακόμη^ ο αφορισμός δεν αναφέρεται μόνο στην πράξη αλλά και στο φρόνημα. Συγχωρεί όσους φρονούν κακόδοξα και αφορίζει όσους φρονούν ορθόδοξα στον αιώνα, ρίχνοντας επάνω τους «άλυτο αφορισμό»! Ο συνοδικός αυτός αφορισμός, που όπως όλοι οι άδικοι αφορισμοί επέστρεψε στα κεφάλια αυτών που τον πρόφεραν, είναι ποιμαντική αμαρτία που δεν ξεπλύθηκε ποτέ, γιατί ποτέ το Πατριαρχείο δεν μετάνοιωσε γι’ αυτήν αλλά, αντίθετα, όπως θα δούμε, την επικύρωσε αργότερα επανειλημμένα και με τον ίδιο φανατισμό. Η αθώωση του Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781 δεν αφορούσε τους Κολλυβάδες γενικά αλλά μόνον το πρόσωπο του Αθανασίου, το οποίο απάλλαξε αυθαίρετα από τις κατά των Κολλυβάδων κατηγορίες, ενώ ο Αθανάσιος ποτέ δεν έπαψε να είναι Κολλυβάς. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει την ασυναρτησία και ασυνέπεια του Πατριαρχείου και την κακή του συνείδηση που ποτέ δεν μπόρεσε να φθάσει στη μετάνοια.
            Οι Κολλυβάδες και όσοι φρονούν όπως αυτοί, έμειναν αφορισμένοι, μισημένοι και χλευασμένοι, γιατί διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους συνασκητές τους και έμειναν αλύγιστοι και ανυποχώρητοι για ένα τόσο «ασήμαντο» πράγμα όπως είναι τα κόλλυβα την Κυριακή. Τους έλεγαν στενοκέφαλους και φανατικούς, μισαλλόδοξους και ανθρώπους των άκρων, όπως γίνεται πάντοτε με όλους τους Ορθοδόξους που δεν υποκύπτουν στο ψεύδος. Τους μισούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες τους στο όνομα μιας εξωτερικής εκκλησιαστικής ενότητας που, όταν δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια, καταστρέφει την εσωτερική μυστική ενότητα της Εκκλησίας. Οι Κολλυβάδες έμειναν ενωμένοι εκκλησιαστικά με τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους, και αυτή η ενότητα με την θριαμβεύουσα Εκκλησία τους ήταν υπέρ αρκετή, έστω και εάν επρόκειτο να μείνουν μόνοι τους επί της γης.
            Το έτος 1807 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ θεώρησε υποχρέωσή του να υπομνήσει με συνοδικό γράμμα προς όλους τους υποκείμενους στη Μ. Εκκλησία, μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων «προς τελείαν εξάλειψιν, όπως έγραφε, της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως» . Έγραφε μεταξύ άλλων: «Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος». (Βλέπε Μ. Γεδεών, «Διατάξεις τ. Β΄ σ. 125) Ένα χρόνο αργότερα άλλος Πατριάρχης, ο Καλλίνικος Ε΄ γράφει προς τους Αγιορείτες τα παρακάτω: «Επειδή έφθασε και διωρίσθη παρά του προκατόχου της Αυτού Σεβασμιωτάτης Παναγιότητος εκ της συμμορίας των κολλυβιστών είς Ιερομόναχος Πνευματικός της Κοινότητος του Όρους τούνομα Ιερόθεος και ανακαινεί την αναφυείσαν ποτέ δολοφροσύνην και αλληλομαχίαν περί τε των κολλύβων και της Ιεράς Μεταλήψεως, και διά Συνοδικών Τόμων καταργηθείσαν... διά τούτο, ως εναντίον όντα τοις Αποστολικοίς και Συνοδικοίς κανόσι και τοις εκδοθείσιν Εκκλησιαστικοίς Τόμοις, να αποβάλωσι της πνευματικής διαγωγής και να εκλέξωσιν έτερον..» (Βλέπε Μ. Γεδεών «Ο Άθως» 1885 σ. 150).
            Επισφράγισμα της κατά των Κολλυβάδων μήνης του Πατριαρχείου ήταν η επιστολή του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ προς τους Αγιορείτες, κατά την τρίτη Πατριαρχεία του, τον Αύγουστο του 1819. Στο γράμμα αυτό ο Γρηγόριος Ε΄ περιέγραφε την αδαμάντινη Ορθοδοξία των Κολλυβάδων σαν «ευρωτιώσα εκείνη και πεπαλαιωμένη σαθρά ιδέα», και βεβαίωνε ότι είναι «έθος αρχαίον της Εκκλησίας τα μεν κόλλυβα να προφέρονται εις τον θείον και ιερόν ναόν και να εκτελώνται μνημόσυνα... κατά Κυριακήν», και ότι «το τοιούτον, κοντά όπου παντελώς δεν κωλύεται είναι και ακαταιτίατον και πάντη ανέγκλητον, καθώς περί τούτου τρανώς απεφήνατο η Εκκλησία εν τω προεκδοθέντι Πατριαρχικώ ημών και συνοδικώ τόμω». (Παρά Μ. Γεδεών «Διατάξεις» τ. Β΄ σ. 152-155).
            Ύστερα απ’ αυτά δεν πρέπει, να απορεί κανείς γιατί ο Θεός εγκατέλειψε τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, και την άφησε να τη συρρικνώσουν οι αμαρτίες της και επέτρεψε να χάσει συν τω χρόνω το ποίμνιό της, που είχε μείνει ακμαίο κατά τη διάρκεια τόσων αιώνων οθωμανικής τυραννίας, και να καταντήσει σήμερα, χωρίς ποίμνιο, στη χειρότερη αίρεση της Ιστορίας. Το Πατριαρχείο έχασε πρώτα την Εκκλησία της Ελλάδος, με το «αυτοκέφαλο» του Φαρμακίδη. Έχασε ύστερα την Εκκλησία της Βουλγαρίας με το περίφημα «σχίσμα». Έχασε αργότερα τις «Νέες Χώρες» με τους βαλκανικούς πολέμους, όλη τη Βόρειο Ελλάδα και την Ήπειρο. Και, μετά την ανοικτή διακήρυξη του Οικουμενισμού με την εγκύκλιο του 1920, έχασε και την καρδιά της Ορθοδοξίας, όλο το ποίμνιο της Μικράς Ασίας. Τέλος, το 1955, όσο βυθιζόταν στην αίρεση, έχασε και το μόνο ποίμνιο που της είχε μείνει, τους Χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως.
            Όπως έγραψε ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Η εν ολίγω της αληθείας παρατροπή τη ασεβεία την πάροδον δέδωκεν». (P.G. 44, 1249) Και η ασέβεια σιγά - σιγά, όσο μένει αμετανόητη, υψώνει τείχος και κλείνει έξω τη Χάρη και την Ευλογία του Θεού. Ό,τι γίνεται με τα πρόσωπα γίνεται και με τις τοπικές Εκκλησίες. Αυτό παθαίνουμε όταν τα του Θεού χάσουν για μας την ιερότητά τους και συμπεριφερθούμε προς αυτά σα να ήσαν πράγματα ανθρώπινα. Όποιος ξεχωρίζει μικρά και μεγάλα στα του Θεού δεν ξέρει με ποιόν έχει να κάνει και δεν έχει πραγματική ευσέβεια, και τότε οι συνέπειες είναι φοβερές. «Ου μικρόν εν τοις περί Θεού το παραμικρόν» (Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Συγγρ. Α΄, σ. 24).
 Πηγή Περιοδικό Οι Ρίζες
Φθινόπωρο 1988
Τεύχος 24
Copyright Εκδόσεις Ζέφυρος

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμου (Α μέρος)


Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ

            Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό. Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα. Οι Χριστιανοί έστειλαν από παντού βοήθεια εις μνημόσυνον γονέων και συγγενών. Τα μνημόσυνα όμως που έπρεπε να γίνουν στη σκήτη, και που εντάσσονταν σε αγρυπνίες, κούραζαν τους μοναχούς και δεν μπορούσαν να δουλέψουν την επομένη. Για το λόγο αυτόν, ύστερα από συμβουλή του κοινού τους πνευματικού παπά - Φιλοθέου του Πελοποννησίου, άρχισαν να κάνουν τα μνημόσυνα τις Κυριακές που, λόγω της αργίας, δεν επρόκειτο έτσι και αλλιώς να δουλέψουν.
            Η καινοτομία μαθεύτηκε στο υπόλοιπο Όρος και προκάλεσε αντιδράσεις. Οι Αγιαννανίτες όπου πήγαιναν γίνονταν αντικείμενο ελέγχων γιατί μνημόσυνο νεκρών την Κυριακή ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αντέβαινε στο αναστάσιμο της Κυριακής. Τότε μερικοί από τους μοναχούς της Σκήτης εξομολογήθηκαν στον πνευματικό ότι έχουν πρόβλημα συνειδήσεως. Ο πνευματικός τους επέτρεψε να αποχωρούν από τον ναό μόλις άρχιζε το μνημόσυνο. Η αποχώρηση όμως αυτή αναστάτωσε όσους έμεναν, εφ’ όσον ήταν έμπρακτος έλεγχος. Έτσι άρχισε στο Άγιο Όρος η περίφημη «περί μνημοσύνων έρις» που έμεινε στην Ιστορία.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

            Στην Αγία Άννα εκείνο τον καιρό έμενε ο πρώην Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος. Όταν άκουσε για την αποχώρηση ορισμένων από τα μνημόσυνα της Κυριακής είπε: «Εγώ όταν ήμουν στον θρόνο, συνεχώς έδινα άδεια και έψαλλαν την Κυριακή μνημόσυνα νεκρών» Τα λόγια αυτά του πρώην Πατριάρχου ενίσχυσαν τους καινοτόμους που, με το επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολις κάνει μνημόσυνα τις Κυριακές, εξασκούσαν ηθική βία στους διστάζοντας. Το πείσμα των καινοτόμων δεν άργησε να μεταβληθεί σε μίσος, και το μίσος σε διωγμό αυτών που δε δέχθηκαν τελικά να υποκείψουν.
            Η Σκήτη της Αγίας Άννης υπάγεται στη Μεγίστη Λαύρα. Κατήγγειλαν λοιπόν στη Λαύρα οι καινοτόμοι τους διαφωνούντες σαν ταραχοποιούς. Οι Λαυριώτες, χωρίς να καλέσουν τους κατηγορουμένους σε απολογία, έβγαλαν αμέσως αφορισμό εναντίον τους και διέταξαν τους Αγιαννανίτες να μη τους δέχονται ούτε στην εκκλησία, ούτε στα κελλιά, ούτε στο μύλο. Ο μύλος ήταν μοναδικός στην περιοχή και η απαγόρευση να τον χρησιμοποιήσουν ήταν καίριο πλήγμα για τη διατροφή τους. Οι υπερασπιστές της Παραδόσεως έδωσαν τόπο στην οργή και έφυγαν από την Αγία Άννα, αφήνοντας τα κελλιά τους, μερικοί σε προχωρημένη ηλικία, «μάλλον ελόμενοι κακουχείσθαι διά την εκκλησιαστικήν αλήθειαν ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν». Αλλά, όπου και αν βρήκε καταφύγιο ο καθένας, οι Αγιαννανίτες δεν τους άφηναν ήσυχους. Κοινοποιούσαν τον Λαυρεωτικό αφορισμό σε όλες τις Σκήτες και τις Μονές επισυνάπτοντας και ονομαστικό κατάλογο, όλων αυτών που είχαν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους προς την Παράδοση, έστω και αν δεν υπήρξαν ποτέ κάτοικοι της Αγίας Άννας. Και απαιτούσαν να εκδιωχθούν αμέσως! Στο διωγμό αυτόν πρωτοστάτησαν δύο Επίσκοποι που συνέπεσε να βρίσκονται τον καιρό εκείνο στο Όρος: ο προαναφερθείς πρώην Κων/λεως Κύριλλος (που είχε και την ιδέα για τον μύλο), και ο Μητροπολίτης πρώην Χαλεπίου Γεννάδιος. Οι ορθόδοξοι διώχνονταν σαν αφορισμένοι και αιρετικοί. Τους ονόμασαν χλευαστικά «Κολλυβάδες» και διέδωσαν εμπιστευτικά ότι ήσαν δήθεν μασόνοι. Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός έκανε μεγάλη εντύπωση στους απλούστερους μοναχούς, που ήσαν και η πλειονότης, και οι οποίοι μόλις τον άκουσαν, χωρίς να ερευνούν περισσότερο, αποστρέφονταν τους συκοφαντούμενους με όλη τους την ψυχή. Ακόμη και ο λαϊκός καραβοκύρης, που έκανε την συγκοινωνία, δεν δεχόταν Κολλυβά στο πλοίο του!

ΘΕΛΕΙΣ ΜΗΛΟΝ ΕΠΑΡΕ, ΘΕΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΝ ΛΑΒΕ»
           
            Μπροστά στην κατάσταση αυτήν οι παραδοσιακοί μοναχοί αποφάσισαν να καταφύγουν για τη δικαίωση και προστασία τους στο Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό μαζεύτηκαν στο κελλί του παπα - Παρθενίου του Ζωγράφου του Σκούρτου. Εκεί έγραψαν ομολογία πίστεως που την υπέγραψαν όλοι οι παρόντες, και αργότερα και πολλοί άλλοι, και την έστειλαν στο Πατριαρχείο μαζί με αναφορά για τα γεγονότα. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Θεοδόσιος Β΄ ο Κρής, μεγάλη δε επιρροή στη Σύνοδο είχε ο Νικομηδείας Μελέτιος και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Το Πατριαρχείο απάντησε τον Ιούνιο του 1772. Έγραφε: «... Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ άν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι...»
            Μετά ένα έτος, τον Ιούνιο του 1773, το Πατριαρχείο ξαναέγραψε: «... Ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων να μέμφονται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι...»
            Σε μια τρίτη επιστολή, λίγο μετά την προηγούμενη ξαναγράφει το Πατριαρχείο ότι «οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος» δεν πρέπει «να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας» και ότι «όλοι οι εν σκήταις ασκούμενοι... να έπωνται και να ακολουθώσιν απαρασαλεύτως εις την φυλαττομένοιν εν τοις Μοναστηρίοις τάξιν και συνήθειαν περί των μνημοσύνων...».
            Ήταν φανερό ότι το Πατριαρχείο δεν ήθελε να πει την αλήθεια καθαρά, ότι οι Κολλυβάδες έχουν δίκαιο και να σταματήσει η παρανομία, γιατί από καιρό ήδη το ίδιο παρανομούσε κάνοντας μνημόσυνα τις Κυριακές, για να ευχαριστήσει την κοσμικοφροσύνη των αρχόντων. Εφαρμόζοντας όμως Φαναριωτική πολιτική δίνει μια λύση που αν την εφήρμοζαν οι καινοτόμοι θα σταματούσε η παρανομία και κάθε έρις, γιατί κανένα Μοναστήρι δεν έκανε μνημόσυνα Κυριακή.

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΪΣΙΟΥ

            Μόλις οι διώκτες των Κολλυβάδων πήραν στα χέρια τους την διακήρυξη του Πατριαρχείου ότι «ουκ υποκείνται κρίματι» έγιναν αχαλίνωτοι. Λησμόνησαν όχι μόνον το σχήμα του μοναχού που έφεραν αλλά και το χριστιανικό τους βάπτισμα, και ακολούθησαν την οδό του Κάϊν. Στην αρχή επιχείρησαν δυο φορές να δολοφονήσουν τον ασκητικό και ενάρετο Καππαδόκη μοναχό Σίλβεστρο. Την πρώτη φορά του έριξαν πέτρα καθώς περνούσε έξω από την Αγία Άννα. Την δεύτερη φορά, όταν μπήκε σε πλοίο για να φύγει από το Όρος, έπεισαν τον πλοίαρχο να τον σκοτώσει καθ’ οδόν. Όμως ο πλοίαρχος μετάνοιωσε και έτσι ο γέρο Σίλβεστρος γλίτωσε και έφθασε στην Πάρο. Για να γίνουν αποτελεσματικοί οι αββάδες της Αγίας Άννας και της Νέας Σκήτης, προσκάλεσαν τον αρχιληστή καπετάν - Μάρκο, του έδωσαν 700 αργυρά νομίσματα και τα ονόματα ένδεκα μοναχών Κολλυβάδων, που παρέμεναν ακόμη στα όρια των δύο Σκήτεων. «Οι μοναχοί αυτοί, του είπαν, είναι μάγοι και μασόνοι και κάνουν μεγάλο κακό στο Όρος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γλιτώσει ο τόπος παρά μόνον αν φονευθούν».
            Τα παλικάρια του καπετάν - Μάρκου έφθασαν στο Κυριακό της Άγίας Άννης Σάββατο βράδυ, παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του έτους 1773, ενώ είχε αρχίσει η αγρυπνία. Μπήκαν στο ναό και ζήτησαν οδηγό να τους δείξει τις καλύβες των μελλοθάνατων. Οι αββάδες υπέδειξαν κάποιον Τιμόθεον αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τον έπεισαν λέγοντας ότι πρέπει να κάνει υπακοή. Όταν έφυγαν οι ληστές με τον Τιμόθεο αυτοί συνέχισαν τον Προοιμιακό. Ο Τιμόθεος έδειξε στους ληστές την πόρτα του Παϊσίου και έφυγε. Ο ιερομόναχος Παϊσιος κατοικούσε στην καλύβη του προφήτη Ηλιού, πάνω από το Κυριακό της Αγίας Άννης και ήταν καλλιγράφος. Οι αντικολλυβάδες τον μισούσαν πολύ γιατί τους αποστόμωνε σε κάθε συζήτηση. Οι ληστές εισέβαλαν στην καλύβη του παπα - Παϊσίου, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια, γιατί δεν πίστευαν ότι δεν είχε κρυμμένα χρήματα. Τέλος ζήτησαν φαγητό και, αφού έφαγαν, φόρτωσαν στον παπά - Παϊσιο και τον γέροντά του Θεοφάνη τα κλοπιμαία και τους ζήτησαν να τους οδηγήσουν στον παπα - Αγάπιο, που ήταν τρίτος στη λίστα. Οι Πατέρες όμως δε μαρτύρησαν τις καλύβες των άλλων, παρά τους δαρμούς και τις ύβρεις. Η θλιβερή συνοδεία, έφθασε στο Κυριακό την ώρα που έψαλλαν την εβδόμη ωδή. Οι εξαντλημένοι από τους δαρμούς και τα βάρη πατέρες ακούμπησαν πίσω από το άγιο βήμα, και οι ληστές μπήκαν στην εκκλησία και φώναξαν έξω τους συνασκητές των μελλοθανάτων, για να τους δείξουν «το καλό κυνήγι». Αυτοί έβγαιναν λίγοι - λίγοι και, όπως γράφει ο Αθανάσιος Πάριος «στοχαζόμενοι συνομίλουν. Και ην να εκπλαγή τινας δια την τόσην απανθρωπίαν εκείνων των ασκητών... Καθ’ ότι ενώ έβλεπον τους αδελφούς αυτών εις τοσαύτην αθλίαν κατάστασιν, ουδείς ευρέθη ίνα είπη, τι τούτο εις αυτούς;... ουδείς ηκούσθη ίνα εκβάλη λόγον συμπαθείας εκ του στόματος.. τινάς δεν δείχνει έλεος εις εκείνους όπου κάθηνται δεδεμένοι οπίσω εις το βήμα, εκδεχόμενοι τον θάνατον». Αφού οι ληστές λεηλάτησαν και το κελλί του παπα - Γαβριήλ χωρίς να βρούν τον ίδιο, φόρτωσαν τα νέα κλοπιμαία σε κάτι λαϊκούς κτίστες που βρέθηκαν εκεί, και πήγαν στη Νέα Σκήτη την ώρα που οι εκεί πατέρες, έβγαιναν από τη λειτουργία. Ούτε αυτοί δεν έδειξαν την ελάχιστη χριστιανική συμπάθεια προς τους δύο καταδίκους, μόνον παρατηρούσαν το μαρτύριο από μακριά. Οι ληστές κατέβασαν τον παπα - Παϊσιο και τον γέροντα Θεοφάνη στο γιαλό, όπου είχαν το πλοίο τους, έδεσαν πέτρες στο λαιμό τους, ανοίχθηκαν λίγο και, λέγοντάς τους: «Σκυλιά, γιατί δεν θέλετε να κάνετε κόλλυβα τις Κυριακές, όπως λέγουν οι Πατριάρχες και οι πνευματικοί του Όρους;» τους έριξαν από το πλοίο στη θάλασσα, μπροστά στα μάτια όλου του πλήθους των μοναχών της Νέας Σκήτης, προσθέτοντας στους Αγίους Πάντες, που γιόρταζαν εκείνη την ημέρα, άλλους δύο οσιομάρτυρες.

Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

            Το ισχυρότερο πλήγμα κατά των Κολλυβάδων το έδωσε το Πατριαρχείο Κων/λεως το έτος 1776, πατριαρχεύοντος του Κων/λεως Σωφρονίου Β΄. Μεγάλη κληρικολαϊκή Σύνοδος, αποτελούμενη απ’ όλους τους ενδημούντας στην Πόλη αρχιερείς και από πολλούς άρχοντες, καταδίκασε και αφόρισε όλους τους Κολλυβάδες και όλους όσους μαζί μ’ εκείνους και μετά από εκείνους φρονούν ότι μνημόσυνα νεκρών δεν επιτρέπει η Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού να γίνονται ημέρα Κυριακή. Διακήρυξε η Σύνοδος αυτή ότι ανέκαθεν η ιερά της Εκκλησίας τάξη και κανονική διατύπωση ήταν να γίνονται τα μνημόσυνα και Σάββατο και Κυριακή και οποιαδήποτε άλλη μέρα της εβδομάδος αδιακρίτως και ότι αυτό δήθεν είναι Αποστολική Παράδοσις, και όσοι δεν την δέχονται και δεν τελούν Κυριακή μνημόσυνα είναι αντάρτες, καινοτόμοι και κακόδοξοι. Ως αντιπροσώπους όλων των Κολλυβάδων, προταίτιους και αρχηγούς η Σύνοδος καθήρεσε και αφόρισε τέσσαρες ιερομονάχους αναφέροντάς τους ονομαστικά.
            Το «θέσπισμα» αυτό της Συνόδου του 1776 το οποίο έκτοτε ακυρώθηκε, γράφει κατά λέξη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σωφρόνιος ελέω Θεού... επειδή ταραχή και σύγχυσις κατέλαβε την Εκκλησίαν... δια τινων δοκησισόφων και δοκοφρόνων.. ασέβειαν και ανταρσίαν νοσούντων... της ούν καινοτομίας ταύτης και κακοδοξίας καταδήλου γενομένης... διορίζοντες δια τούτο και αποφαινόμενοι κατά την ανέκαθεν ιεράν της Εκκλησίας τάξιν και κανονικήν διατύπωσιν απαρατηρήτως τελείσθαι και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα κατά την Παράδοσιν των Αποστολικών Διατάξεων... Όσοι μεν ουν συνωδή τη Εκκλησία και τω παρόντι Συνοδικώ θεσπίσματι και φρονούσι και πράττουσι, τελούντες απαρατηρήτως και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα, οι τοιούτοι είησαν συγκεχωρημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος». Αυτό φυσικά σημαίνει ότι όσοι μέχρι σήμερα, δεν φρονούσι και πράττουσι συνωδά τω παρόντι θεσπίσματι είησαν ως και οι πρωταίτιοι και αρχηγοί και συνίστορες της τοιαύτης δόξης... καθηρημένοι.. και γεγυμνωμένοι πάσης Θείας Χάριτος και ιεροπραξίας... και πάντη ανίεροι εν βάρει αργίας και αλύτου αφορισμού... Εξ αποφάσεως... 9ης Ιουνίου 1776» (Το πλήρες κείμενο βλέπε εν Ph. Meyer: «Die Haupturkϋnden fϋr die geschichte der Athos Kloster», Leipjig 1894 σ. 236-241 όπου και τα προαναφερθέντα κείμενα).

«ΑΥΤΟΙ ΚΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥ ΕΥΛΟΓΗΣΕΙΣ»

            Καταδικασμένοι από το Πατριαρχείο και κυνηγημένοι από τους συνασκητές τους, όσοι ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας, έφυγαν από το Όρος και βρήκαν καταφύγιο στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί, αγκαλιασμένοι από ένα λαό που διψούσε για αλήθεια και παράδειγμα, οι Κολλυβάδες έσπειραν τον λόγο του Χριστού, και η σπορά εκαρποφόρησε «εις εκατόν». Αυτή η καρποφορία ονομάσθηκε από την Ιστορία: «η πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνος». Σ’ αυτήν οφείλουμε την «Φιλοκαλία», τον «Ευεργετινό», τα «Ευρισκόμενα του Συμεών του Νέου Θεολόγου», τα δύο βιβλία «περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως», τον «Αντίπαπα», το «Πηδάλιο», τον «Συναξαριστή», το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», και πλήθος άλλα. Οι Κολλυβάδες ίδρυσαν στα νησιά ονομαστά μοναστήρια, πηγές αγιασμού, που πότιζαν τον λαό του Θεού θεία νάματα έναν ολόκληρο αιώνα, στην Πάτμο, στην Ικαρία, στην Πάρο, στη Σκιάθο, στη Χίο. Οι «αφορισμένοι» Κολλυβάδες αποδείχθηκαν άγιοι και πολλών από αυτούς τα οστά ευωδίασαν και θαυματούργησαν: ο Νήφων ο κοινοβιάρχης της Σκιάθου, ο Παρθένιος ο ζωγράφος ο Σκούρτος, ο Μακάριος Κορίνθου ο Νοταράς, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Αρσένιος ο Νέος ο εν Πάρω ο θαυματουργός. Στους Κολλυβάδες χρωστούμε πνευματικά αναστήματα σαν τον Νεομάρτυρα Πολύδωρο, τον Όσιο Παρθένιο της Χίου, τον Γέροντα Διονύσιο ιδρυτή της Ι. Μονής Παναγίας της Κονιστρίας της Σκιάθου και συνεργάτη του αναγεννητού της Πελοποννήσου Παπουλάκου, τον Μωραϊτίδη και τον Παπαδιαμάντη. Μ’ ένα λόγο σ’ αυτούς χρωστούμε το ότι υπάρχει ακόμη Ορθοδοξία στην Ελλάδα παρά την θύελλα του Φαρμακίδη και των Βαυαρών. Αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα. Η Ρουμανία δέχθηκε γρήγορα την επίδραση Κολλυβάδων που εξωρίσθηκαν σ’ αυτήν. Η Ρωσία, τσακισμένη από το νεοειδωλολατρικό, δυτικόπληκτο και αντιμοναστικό πνεύμα του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β΄, κείτονταν, παρά το πολιτικό μεγαλείο και την δύναμη της, σε πνευματικά ερείπια. Από αυτά την σήκωσε ο Μολδαβός στάρετς Όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκι φέρνοντάς της, από το Άγιον Όρος, τον κολλυβαδικό ησυχασμό και την «Φιλοκαλία». Οι Αρχιερείς καταδίκασαν και αφόρισαν αυτούς που αγάπησαν την αλήθεια και αγωνίστηκαν γι’ αυτήν. Ο Θεός όμως τους ευλόγησε και τους δόξασε στον αιώνα.
 πηγή 
Αλέξανδρος Καλόμοιρος
 περιοδικό ΟΙ ΡΙΖΕΣ
Τεύχος 23 Καλοκαίρι 1988
Copyright ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2012

ΣΥΓΧΥΣΗ - Αλέξανδρος Καλόμοιρος



Ζούμε σε καιρούς αποκαλυπτικούς. Η πίστη στέγνωσε. Η ελπίδα χάθηκε. Η αγάπη είναι σαν το δυσεύρετο νερό σε καλοκαιριάτικο χείμαρο. Η οικογένεια διαλύεται. Η ιδέα του Έθνους ξεθώριασε. Δεν απομένουν ούτε αξίες ούτε ιδανικά. Μα στό κέντρο όλων αυτών των εξελίξεων, και άμεσα δεμένο μ’ αυτές βρίσκεται το δράμα της Εκκλησίας, της οποίας οι ιστορικές από αιώνων δομές κατέρευσαν, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πιστών, σε διαστημα λίγων χρόνων. Οι φωτισμένοι και ενημερωνένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, που μπορούν και βλέπουν τα ερείπια πίσω από την απατηλή πρόσοψη, νοιώθουν σήμερα παγιδευμενοι με παράλυτη την θέληση για οποιαδήποτε αντίδραση.
Οι κρατικές Εκκλησίες έχουν προδώσει την πίστη, αλλάζοντας την με την αίρεση του Οικουμενισμού. Άρνηση της μοναδικότητας, της θείας προελεύσεως και της αγιότητας της Εκκλησίας, καθώς και του απόλυτου και αναλλίωτου της πίστης. Άρση αναιθεμάτων, που σημαίνει κήρυξη της Εκκλησίας σε πλάνη. Υποκριτικοί “διάλογοι αγάπης”που υποδηλώνουν ότι, δήθεν, η Εκκλησία του Χριστού, η γνήσια και Ορθόδοξη, δεν είχε μέχρι σήμερα αγάπη. Πατριάρχες μασόνοι, Πατριάρχες κομουνιστές, αγαπημένοι και σύμφωνοι στην “ευγενή” άμιλλα της αθεΐας. Νεοτερισμοί, κοσμικότητες. Επίσκοποι δούλοι του αντίχριστου κράτους. Ιερείς δημόσιοι υπάλληλοι, αλυσοδεμένοι με τις παροχές, ”μισθωτοί ποιμένες”. Με την διαίρεση να υποβόσκει κάτω από μια απατηλή επιφάνεια ενότητας, που εξασφαλίζουν οι νόμοι και το κοινό συμφέρον. Και ακούγεται επιτακτική στις καθαρές συνειδήσεις η εκ βαθέων κραυγή της σωτηρίας. ”Να φύγουμε. Ναί να φύγουμε απ’ αυτόν τον θίασο των πονηρευομένων, για να σωθούμε”.
Όμως το αγγελικό τούτο σκίρτημα το παγώνει αμέσως ο λογισμός της πονηρίας, που έρχεται σύμμαχος της φυσικής αδράνειας της ψυχής και της δειλίας, να μας πείσει να κλείσουμε τα μάτια στη φωτιά που καίει το σπίτι μας, με τη δικαιολογία ότι δεν έχουμε άλλο σπίτι για να πάμε, και έξω μαίνεται η βαρυχειμωνιά και είναι τσουχτερό το κρύο. Λέγει ο λογισμός:”Να φύγουμε, αλλά πού να πάμε; Στους Γ. Ο. Χ; Μίση, διαιρέσεις, ανηθικότητες, αρχομανία, ζήλος επισκοποίησης με πρόφαση την κάθαρση των ακάθαρτων από “καθαρούς”, λαός απαίδευτος, φανατισμένος, χωρίς αγάπη, με μοχθηρό ζήλο για παραδόσεις ανθρώπων παλαιοπιστικού τύπου με πεισματική γνωσημαχία και θεληματική άγνοια της διδαχής των Αποστόλων και των Πατέρων. Παρατάξεις επί παρατάξεων “αλλήλους δάκνουσαι και αλλήλους αναλίσκουσαι”, χωρίς πειστικότητα στις εξηγήσεις, χωρίς εκκλησιολογία, με “Ορθοσοξία” αγνώριστη και μερικές φορές πραγματικά κακόδοξη”... Φρίκη και απόγνωση. Κρύο και απελπισία. Μουδιασμένες οι ψυχές παραμένουν εκεί που βρέθηκαν με την μάταιη ελπίδα ότι θα περάσει η θύελλα. Όμως η θύελλα αντί να περάσει διαρκώς αγριεύει και δεν βρίσκει αντίσταση από κανέναν -εκτός μόνον στα λόγια, όταν υπάρχουν κι’ αυτά- σωρεύοντας παντού ερείπια.
Πουθενά δεν φαίνεται φώς για τις καλοπροαίρετες συνειδήσεις των πιστών Ορθοδόξων. Ο αρχαίος φοίβος εκδικείται. Τώρα είναι η Εκκλησία του Χριστού που δεν έχει “καλύβην”, ούτε “δάφνην”, “ου παγάν λαλέουσαν^ απέσβετο και λάλον ύδωρ”. Η Εκκλησία με τη μορφή που γνωρίσαμε μέσα στην Ιστορία, η Εκκλησία όπως την ζήσαμε στα παιδικά μας χρόνια, η Εκκλησία των Πατριαρχείων και των Συνόδων έπαψε να υπάρχει. Υπάρχει μόνον το ψεύτικο υποκατάστατό της, το οικουμενιστικό. Και αν στην απώτερη Δύση παραμένει ακόμη εξόριστο ένα απομεινάρι της παλιάς εκκλησιαστικής δόξας της Ανατολής, άς μη ξεγελιόμαστε πώς θα μπορέσει, για πολύ ακόμη, ν’ αντισταθεί στην τρικυμία των καιρών μας, που διαλύει τα μεγαλα πλοία. Η τελική, η ολοκληρωτική καταστροφή των εκκλησιαστικών δομών που γνώρισε η ιστορία, δεν είναι παρά ζήτημα ελάχιστου χρόνου.
Εν τούτοις, το γλυκύτατο στόμα του Κυρίου μας, που τα προείπε όλα αυτά, μας δίνει κουράγιο. ”Εγώ μεθ’ υμών ειμι πασας τάς ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος”. ”Και πύλαι άδου ού κατισχύσουσι της Εκκλησίας”. Θα χαθούν οι εξωτερικοί εκκλησιαστικοί όργανισμοί που ξέραμε, αλλά η Εκκλησία δεν θα χαθεί. Και δεν θα χαθούμε ούτε εμείς, οι ελαχιστοι πιστοί, ”το μικρόν ποίμνιον”, αν μείνουμε ενωμένοι με την Αλήθεια, που είναι Εκείνος, και με την Αγάπη που μας ενώνει με τον Θεό και μεταξύ μας.
“Θαρρήσατε χείρες ανημέναι και γόνατα παραλελυμενα, ο Κύριος εγγύς. ”Όσο κρατιόμαστε απ’ το χέρι του, με πίστη και αγάπη, ας μη φοβόμαστε τα κύματα της τρομερής τρικυμίας που μαίνεται και απειλεί να μας καταποντίσει. Κι άς ξέρομε και κάτι άλλο: όσοι κρατιόμαστε απ’ το χέρι του είμαστε, δι’ Εκείνου, ενωμένοι και μεταξύ μας, κι άς μη βλεπόμαστε, κι άς μη μπορούμε ν’ ακούσουμε ο ένας τη φωνή του άλλου μέσα στην κοσμοχαλασιά, κι’ ας υποψιαζόμαστε πολλές φορές οι μεν τους δε μέσα στη σύγχυση που επικρατεί. Ο Κύριος ξέρει την καρδιά μας, και την πίστη μας σ’ αυτόν, και τις ατέλειες της γνώσης μας και της αρετής μας, και δίδει κατά την καρδία μας. Φθάνει η καρδιά μας πραγματικά να τον αγαπά περισσότερο από τον κόσμο και τα του κόσμου, ώστε να μη κάνει συμβιβασμούς και να μη δουλεύει σε δυό κυρίους. Απ’ αυτό κρέμονται όλα.
Η καθαρή καρδιά, που αγαπά τον Χριστό γνήσια, είναι αδύνατον να ζήσει σε κατάσταση συμβιβασμού με τον κόσμο και τον Άρχοντα του κόσμου τούτου, έστω και μια στιγμή. Είναι αδύνατο να ανεχθεί τον “εκκλησιαστικό” θίασο των πονηρευομένων, όποιο όνομα και αν έχει αυτός. Απ αποπηδά και φεύγει σαν ελάφι που το κυνηγούν, χωρίς να αναρωτηθεί αν έχει άλλους συντρόφους στη φυγή του, και αν θα βρεί πουθενά καταφύγιο. Διψάει για καθαρό νερό, και πιστεύει ότι αυτός που τα έχει όλα θα του δώσει, αφού γι’ αυτόν τρέχει. Και ο Χριστός, πράγματι, δεν αργεί να του δώσει. Του δίνει τη χάρη του και τη Δύναμή του πρώτα, αδελφούς εν Χριστώ ύστερα, απ’ τον τόπο, το χωριό ή την πόλη του, ή και πιο μακρυνούς. Και όταν ή εν Χριστώ σύναξή τους ωριμάσει με τον πόνο και την αγάπη, τους δίνει και ναό και ιερέα ορθόδοξο.
Σ’ αυτές τις μικρές ενορίες, ή τις μικρές μοναστικές συνοδίες βρίσκεται το άμεσο μέλλον της Εκκλησίας μέχρι τη συντέλεια του αιώνος. Οι δεσμοί που τις ενώνουν και τις κάνουν Μία Εκκλησία του Χριστού δεν είναι διοικητικοί. Είναι η μία ορθόδοξη πίστη και το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Αυτή η σύναξη των πιστών στην Αλήθεια, μέσα στο Αίμα του Χριστού, υπήρξε εξ άλλου πάντοτε η ουσία της Εκκλησίας και το μυστήριό της. Αυτή θα είναι μέχρι το τέλος.

 ΠΗΓΗ  

Περιοδικο ΟΙ ΡΙΖΕΣ
Σεπτέμβριος 1982
Τεύχος 1
Copyright
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...