Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Ζουμπουλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Ζουμπουλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2020

Ἑαυτὸν ἐκένωσε..

 




«Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος» ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, φράση πού, περνώντας ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση, ἐπαναλαμβάνεται ὥς σήμερα, κυρίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀναπαυτικότερο «πανδοχεῖο» τοῦ ἔτους. Κορυφαία ἑορτὴ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, λαμπρυνόμενη ἀπὸ τὸν αἰσιόδοξο συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, τὰ Χριστούγεννα, μὲ τὴν ἀτμόσφαιρά τους καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ αὐτὴ ὑποβάλλει, προκάλεσαν κλασικὲς σελίδες τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες καὶ ἑλληνικές. 

Μιὰ τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τὰ Χριστούγεννα νὰ εἶναι ἑορτὴ προσφιλὴς περισσότερο στὸν δυτικὸ Χριστιανισμό, ἐνῶ τὸ Πάσχα στὸν ἀνατολικό. Ἂν στὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, γιὰ τὴ χριστιανικὴ παράδοση πάντως, ἀνατολικὴ καὶ δυτική, ὑπάρχει μόνο ἡ ἑνότητα τῆς θείας οἰκονομίας. Μέσα σε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου του καὶ ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία τὴν τιμοῦμε εἶναι ἀληθινὰ «μητρόπολις πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). H Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει τὴν κατεξοχὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ ἐν γένει τὴν ἰδιαιτερότητα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ Δημιουργός του κόσμου, ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (Βαροὺχ 3, 38), γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη τῆς Παλαιστίνης, ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς σχολιάζοντας ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2, 6 -10) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα. (μτφρ. Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας)

Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οὐκ ἦν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι (Λκ, 2, 7).

Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἐαυτόν, δὲν κενώθηκε ἀλλὰ ὁ ἴδιος κένωσε τὸν ἑαυτό του, ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, ὅπως λέει ἀκόμη τολμηρότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ρωμαίους (8, 3), δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. H θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων καὶ «Χριστὸς ὁ Θεός, δυνάμεις λαθών, ὅσας ὑπερκοσμίους, ὅσας ἐν γῇ, καὶ ἐνανθρωπήσας» ψάλλει ἕνα ἄλλο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κατεξοχὴν Deus absconditus.

Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθὰ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο. H γέννησή του καὶ ὁ θάνατός του, ὡς ἔκφραση τῆς θείας κενώσεως, ὁρίζουν καὶ τὰ δυὸ μίαν ἀπώλεια γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀνενδεὴς πάσχει ὡς θνητὸς καὶ τὸ πρῶτο πάθος εἶναι ἡ ἴδια ἡ γέννησή του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Λόγος ἐκένωσε καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε (τὸν ἀνάστησε) καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα: Κύριος. «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψη ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός», συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολή, εὐθὺς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου τελειώνει τὸ ἀρχικὸ παράθεμά μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων ἐν τῇ κενώσει του, εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου μὲ θρόνο τὸν Σταυρό. Τὴν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου μπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει μόνο ὁ Πατέρας, καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Πατὴρ νὰ τὴν ἀποκαλύψει, σὲ ὅποιον δηλαδὴ ἔχει λάβει τὸ δώρημα τῆς πίστεως.

Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἦν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἐστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).

Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἠθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ: μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3).

Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.

Ἡ λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2016

Ἡ πρόταση τῆς ἀποηθικοποίησης τοῦ Χριστιανισμοῦ


Σταῦρος   Ζουμπουλάκης
[...]


Μιὰ ἀπό τίς μείζονες παραφθορές καί ἀλλοιώσεις τοῦ χριστιανισμοῦ ἀποτελεῖ, κατά τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, ἡ ἠθική.

«Ζοῦμε στίς μέρες μας ἕνα γεγονός προοδευτικῆς διαφθορᾶς τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Ἠθική, σέ φοβερή ἔκταση. Ἡ Ἠθική διαφθείρει τήν Ἐκκλησία, μεταβάλλει τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας σέ κριτήρια ἐγκόσμια καί συμβατικά, ἀλλοιώνει τό "μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον" σέ ὀρθολογική κοινωνική ἀναγκαιότητα· ἀλλοιώνει καί τήν ἴδια τή δομή τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἀποκλειστικά λειτουργική-εὐχαριστιακή, τήν μεταβάλλει σέ θεσμό προστασίας τῆς κοινωνικῆς εὐνομίας καί εὐταξίας» (ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Χ. Γιανναρᾶ).

Κεντρική ἰδέα λοιπόν, ἀντίστοιχα, τῆς θεολογικῆς πρότασης τοῦ Χρ. Γιανναρᾶ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τά δεσμά τῆς ἠθικῆς, ἡ ἀποηθικοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ, μιὰ ἰδέα πού γνωρίζει ἔκτοτε τεράστια ἀπήχηση καί υἱοθετεῖται χωρίς δεύτερη σκέψη ἀπό θεολογοῦντες καί μή.

Ἀντιλαμβανόμαστε ὅλοι τόν ἀντιρρητικό χαρακτήρα αὐτῆς τῆς ἰδέας, τόν πολεμικό στόχο της, πού δέν εἶναι ἄλλος βέβαια ἀπό τήν περιορισμένη καί περιοριστική ἠθική τῶν ὀργανώσεων, τήν ἀσφυκτική καί μνησίκακη. Ὁ ἀντιπαλος, ὅπως ξέρουμε, μᾶς δεσμεύει, ὁ ἐχθρός μᾶς καθορίζει: ὁ Γιανναρᾶς ἔχει τήν ἴδια ἄποψη γιά τήν ἠθική μέ αὐτήν πού ἔχουν οἱ ὀργανώσεις, ἀκριβέστερα μέ αὐτήν πού θεωρεῖ ὁ ἴδιος ὅτι ἔχουν οἱ ὀργανώσεις, ὅτι δηλαδή ἠθική εἶναι τελικά ἕνα σύστημα κανόνων κοινωνικῆς εὐπρέπειας — μέ τή διαφορά βέβαια ὅτι σέ αὐτήν τήν ἠθική οἱ ὀργανώσεις βάζουν θετικό πρόσημο, ἐνῶ ὁ Γιανναρᾶς ἀρνητικό.

Ἐνῶ τό προσωπικό τραυματικό βίωμα τῶν ὀργανώσεων ὁδηγεῖ τόν Γιανναρᾶ νά ἀναζητήσει ἕναν ἄλλο χριστιανισμό, μία ἄλλη Ἐκκλησία ἤ ἐκκλησιολογία, δέν τόν ὁδηγεῖ ὡστόσο νά ὑποψιαστεῖ ὅτι ὁ χριστιανισμός εἶναι πρωτίστως μία ἄλλη ἠθική, ὅτι δηλαδή ἡ ἠθική τῆς Βίβλου καί τῶν χριστιανῶν δέν ταυτίζεται μέ ἐνδυματολογικούς περιορισμούς, ἀλλά εἶναι ἡ ἠθική τῆς εὐθύνης ἔναντι τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, ἡ ἠθική πού ὁρίζει ὡς τόπο συνάντησης τοῦ Θεοῦ τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἡ ἠθική πού ἐπιτάσσει νά γίνω ὁ πλησίον, ἐγώ νά γίνω ὁ πλησίον κάθε ἄγνωστου ξένου, ἰδίως ὅταν αὐτός ἐμπίπτει εἰς τούς ληστάς, ἡ ἠθική τῆς ὀντολογικῆς ταύτισης τοῦ Χριστοῦ μέ κάθε ξένο καί ἄγνωστο συνάνθρωπο, σύμφωνα μέ τό Ματθ. 25, 31-46. Ὅταν βέβαια συγχέεις τή χριστιανική ἠθική μέ τίς κάθε λογῆς αὐθαίρετες, πειθαναγκαστικές συμβάσεις κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς, τότε ἡ ἀποηθικοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ ἀποκτᾶ πράγματι ἀπελευθερωτικό χαρακτήρα.

Ἡ κεντρική αὐτή ἰδέα τῆς θεολογικῆς πρότασης τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ θά διαμορφώσει καί τίς ἐπιμέρους ἰδέες του γιά μία σειρά ἄλλων κρίσιμων θεμάτων, ὅπως εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἄσκησης, τῶν μυστηρίων, τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἴδιας, τῆς σχέσης τῶν χριστιανῶν μέ τόν κόσμο, τήν κοινωνία καί τήν ἱστορία.

Πρώτη συνέπεια αὐτῆς τῆς ἀποηθικοποίησης τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ἀποηθικοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀπογύμνωσή της ἀπό κάθε ἠθικό περιεχόμενο. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἁπλῶς —πράγμα λίαν ἀνακουφιστικό γιά τόν καθένα μας— ἡ συνολική ὑπαρκτική ἀστοχία καί ἀποτυχία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἁμαρτία εἶναι

«ἡ ἀποτυχία τοῦ προσώπου νά ἀποκατασταθῆ στήν καθολικότητά του (νά συντονιστῆ, σέ ἕνα γεγονός κοινωνίας, μέ τήν ἑνιαία θέληση τῆς καθολικῆς φύσεως), ἡ ἔκπτωσή του σέ ἄτομο, [πού] τό ἀποκόβει καί τό ἀντιθέτει τόσο πρός τήν καθολική φύση ὅσο καί πρός τίς ἀτομικές φύσεις τῶν ἄλλων.

»Ἡ ἐμμονή στήν ἀτομικότητα σημαίνει τήν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι αὐτό πού εἶναι, δηλαδή τήν ἔκπτωση ἀπό τό Εἶναι, ἀπό τήν "κατά φύσιν" ὕπαρξη στήν "παρά φύσιν" ἀτομικότητα, στόν τεμαχισμό τῆς φύσεως. Αὐτή ἡ ἔκπτωση εἶναι ἁμαρτία, δηλαδή ἀστοχία ὡς πρός τήν αὐθεντική, τήν "κατά φύσιν" ἀνθρώπινη ὕπαρξη» (σελ. 28, ὑπογραμμίζει ὁ συγγραφέας).

Ὁ χριστιανός, ὁ ἄνθρωπος τῆς Βίβλου γενικότερα, εἶναι ἐκεῖνος πού θέτει τόν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί κρίνει διαρκῶς ὅλες τίς σκέψεις καί τίς πράξεις του, μέ μοναδικό κριτήριο ἄν εἶναι σύμφωνες μέ τό λόγο, τίς ἐντολές καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὅμως ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι παρακοή καί ἀθέτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὀδυνηρή ἐκείνη προσωπική ἐμπειρία τῆς προδοσίας τῆς διαθήκης μέ τόν Θεό, δηλαδή τελικά τῆς φιλανθρωπίας του, μία ἐμπειρία πού χαράζει τήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ πιστοῦ, ἀλλά ἀποτελεῖ μία γενική ὑπαρκτική συνθήκη, τότε δέν ὑπάρχει πλέον κανένα περιθώριο γιά προσωπικό πνευματικό ἀγώνα, γιά ἠθική προσπάθεια, ὥστε νά καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος ἱκανός νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, νά μένει πιστός στό θέλημά του, δηλαδὴ νά ἀγαπάει μέχρι θυσίας, γιατί ἡ ἀγάπη ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τή συγκεφαλαίωση τῶν ἐντολῶν καί τήν ἐκπλήρωση τοῦ νόμου: «ὁ γάρ ἀγαπῶν τόν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε· τό γάρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καί εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ρωμ. 13, 8-9).

Ὁ Γιανναρᾶς ὡστόσο κάνει πολύ λόγο στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» γιά ἄσκηση, ἐπικαλεῖται τούς ἀσκητικούς πατέρες καί τά συγγράμματά τους. Ναί, ἀλλά ἡ ἄσκηση δέν εἶναι γιά αὐτόν ὁ πόλεμος κατά τῶν παθῶν, ὥστε νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος, νικώντας τόν ἐγωισμό του, νά ζήσει ὡς μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἐργαζόμενος τίς ἐντολές καί κυρίως τήν ἐντολή τῶν ἐντολῶν, τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης, ἀλλά εἶναι, γενικά καί ἀόριστα, ἄρνηση τῆς αὐτονομημένης φύσης τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἁμαρτία ὡς ὑπαρκτική ἀστοχία καί συνολική ἀνθρώπινη ἀποτυχία δικαιώνεται τελικά καί καταξιώνεται. Καταξιώνεται, ἀφοῦ μᾶς ἀνοίγει τίς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς καθιστᾶ μέλη της. Τί χαρά, τί εὐτυχία πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί μποροῦμε νά γίνουμε, ὡς ἐκ τούτου, μέλη τῆς σωστικῆς κιβωτοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει, θά ἔλεγα, στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» ἕνας μυκτηρισμός τῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ αὐτή ὁδηγεῖ μᾶλλον στίς ὀργανώσεις, καί ἕνας ναρκισσισμός, ἀπό τήν ἄλλη, τῆς ἁμαρτίας, ἀφοῦ ἐτούτη ὁδηγεῖ στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ, μέσα στήν Ἐκκλησία, θά ζήσει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀληθινή χριστιανική ἠθική, τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας:

«ἡ Ἠθική τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό γεγονός τῆς Εὐχαριστίας, μία συλλογικὴ πράξη ἑνότητας καί κοινωνίας» (σελ. 72).

Ἐδῶ ἡ Εὐχαριστία ὁρίζεται ὡς ἠθική, ταυτίζεται μέ τήν ἠθική, ἀποτελεῖ τή μόνη ἠθική τῶν χριστιανῶν. Λίγο παρακάτω ὡστόσο διαβάζουμε:

«Γιά νά πετύχη ὁ ἄνθρωπος τή σχέση καί κοινωνία μέ τόν Θεό δέν ἔχει πιά ἀνάγκη ἀπό κανένα Νόμο, ἀπό καμιά Ἠθική καί ἀπό καμιά θρησκεία, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό θυσίες ἄλλες καί ἐξιλεωτικές ἤ ἀξιόμισθες πράξεις. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι τό τέλος κάθε Θρησκείας καί κάθε Ἠθικῆς, εἶναι ἡ ἐπιστροφή στήν αὐθεντική ὕπαρξη, στήν "κατά φύσιν" ζωή» (σελ. 78).

Τώρα ἡ Εὐχαριστία ὁρίζει τό τέλος τῆς ἠθικῆς, ἐνῶ, λίγες ἀράδες παρακάτω, ἡ Εὐχαριστία συνδέεται ξανά μέ τήν ἠθική, ἀλλά μέ ἕναν διαφορετικό αὐτή τή φορά τρόπο:

«Ἡ προέκταση τῆς Εὐχαριστίας σέ κάθε φάση τῆς ζωῆς εἶναι τό προσωπικό ἔργο τοῦ πιστοῦ, ἡ ἠθική του προσπάθεια» (σελ. 79).

Παρά τήν ὅποια φραστική ταλάντευση, εἶναι βέβαιο πώς, ἄν ἡ ἠθική βρίσκει μέσα στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» ἕναν τόπο γιά νά ὑπάρξει, αὐτός ὁ τόπος εἶναι ἡ Εὐχαριστία καί τά μυστήρια ἐν γένει. Ἡ ἰδέα εἶναι καινοφανής καί ἀνήκουστη. Ἡ πατερική καί ἐκκλησιαστική σκέψη δέν θεώρησε ποτέ τά μυστήρια καί τήν Εὐχαριστία ὡς ἠθική πράξη, γι' αὐτό ἄλλωστε καί ὁ Γιανναρᾶς δέν προσκομίζει καμία πατερική μαρτυρία σχετικῶς. Μά πῶς γίνεται νά εἶναι τά μυστήρια ἠθική, ἀφοῦ δέν τά ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός; Ὁ ἄνθρωπος πάσχει τά μυστήρια. Τά μυστήρια τά ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί στόν ἄνθρωπο ἐνεργοῦνται ὑπό προϋποθέσεις. Ἡ Εὐχαριστία, τό κατεξοχήν μυστήριο στό ὁποῖο ὁ Γιανναρᾶς ἀναφέρεται ξεχωριστά, ἔρχεται νά ἐπισφραγίσει μία ζωή πού εἶναι ἤδη χριστιανική, γι' αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ μετοχή σέ αὐτήν δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Καί δέν ἐννοοῦμε μόνο τή νηστεία πού πρέπει νά προηγηθεῖ, ἀλλά ἐννοοῦμε προϋποθέσεις ἠθικές. Δέν ἀποτελεῖ κοινή συνείδηση τῶν πιστῶν ὅτι ἠθικά παραπτώματα, παραβάσεις τῶν θείων ἐντολῶν μᾶς στεροῦν τή δυνατότητα μετοχῆς στό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας; Δέν διαβάζουμε στό Εὐαγγέλιο, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ὅτι πρέπει νά πᾶς πρῶτα νά συμφιλιωθεῖς μέ τόν ἀδερφό σου καί μετά νά προσφέρεις τό δῶρο σου στό θυσιαστήριο (Ματθ. 5, 23-24), νά λειτουργήσεις ἤ νά λειτουργηθεῖς, ὅπως θά λέγαμε σήμερα (Βλ. ἀντί πολλῶν, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, «Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν»);

Τί εἶναι αὐτό ἄραγε ποῦ ὁδηγεῖ τόν Γιανναρά νά θεωρεῖ ὅτι τά μυστήρια εἶναι ἡ ἠθική τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ πολεμική του, θά ἀπαντοῦσα, κατά τῆς ἀτομικότητας, τό γεγονός ὅτι θεωρεῖ τήν ἀτομικότητα ταυτόσημη τῆς ἁμαρτίας, συνώνυμη τῆς πτώσης, αἵρεση. Μά ἡ ἀρετή εἶναι ἀτομική, δέν ὑπάρχει συλλογική ἀρετή, ὅπως δέν ὑπάρχει συλλογική ἁμαρτία, συλλογική εὐθύνη ἤ συλλογική ἐνοχή. Ἀτομική βέβαια διόλου δέν σημαίνει περίκλειστη σέ ἕνα ἐγώ καί ἀκοινώνητη. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ εὐθύνη εἶναι ἀτομική, ἀναλαμβάνεται σέ πρῶτο ἑνικό πρόσωπο ἀλλά ἀφορᾶ ὅλους, ἰσχύει ἔναντι ὅλων, τό ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται μέ τήν καλοσύνη καί τήν ἁμαρτία, τίς πράττει ἕνας ἀλλά ἀφοροῦν καί ἐπηρεάζουν ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Θά προσθέσω ἐδῶ παρενθετικά ὅτι ἡ διακριση ἀτόμου καί προσώπου, θεμέλιο ὅλης τῆς σκέψης τοῦ Γιανναρᾶ, εἶναι κατ' ἐμέ παιχνίδι μέ τίς λέξεις —ἕνα ἄτομο ποὺ ἀναλαμβάνει τήν εὐθύνη του ἔναντι τῶν ἄλλων δέν εἶναι πρόσωπο;— καί ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ περί προσώπου θεωρία στό ἔργο του ἀποτελεῖ τελικά ἕνα ταμπούρι γιά νά πολεμήσει τήν ἔννοια τῆς νεωτερικῆς ἀτομικότητας. Γράφει λοιπόν ὁ Γιανναρᾶς:

«Νά γιατί ἡ Ἠθική της Ἐκκλησίας βρίσκεται στούς ἀντίποδες κάθε φιλοσοφικής, κοινωνικῆς καί θρησκευτικῆς Ἠθικῆς: γιατί ἀρνεῖται τήν ἀτομική ἀρετή, τό ἰδιωτικό ἐπίτευγμα, τήν ἀτομική ἀξιολόγηση. Τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἦθος λειτουργικό, ἦθος κοινωνίας καί ἑνότητος, προσωπική μετοχή στό Σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου. [...] Ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι ἀποκόβει καί ἀποξενώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀρετή ὅ,τι τόν ἐπισυνάγει καί τόν ἐγκεντρίζει στήν "καλλιέλαιο" τῆς Χάρης» (σελ. 72, ὑπογραμμίζει ὁ συγγραφέας).

Ἡ ἁμαρτία ποὺ μέ ἀποκόβει ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ποιανοῦ εἶναι, ποιός τή διαπράττει, ποιός ἐνδίδει σέ αὐτήν; Δέν εἶναι ἡ δική μου ἁμαρτία; Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἀρετή, μέ τήν ἑξῆς διαφορά: σύμφωνα μέ τή βιβλική ἠθική ἡ ἀρετή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀποκλειστικά ἀνθρώπινο κατόρθωμα. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος τό κακό πού δέν θέλει νά κάνει αὐτό ἀκριβῶς κάνει, γιατί ὑπάρχει μέσα του, στά μέλη του, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας πού ἀντιστρατεύεται τόν νόμο τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 7, 15-23), χρειάζεται τό ἔλεος καί ἡ χάρη του. Στόν ἄνθρωπο ἀνήκει ἡ ἠθική προσπάθεια, ὁ ἐπίπονος ἀγώνας, ἡ πραγμάτωση τῆς ἀρετῆς ὅμως δέν μπορεῖ νά γίνει χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι τελικά δῶρο Θεοῦ. Ἡ δίδυμη ἐντολή, ἀξεχώριστα δίδυμη, ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου καί ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν (Ματθ. 22, 37-40), δέν μπορεῖ νά πραγματωθεῖ χωρίς τή θεϊκή συνδρομή. Ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἀγάπη εἶναι δῶρα τοῦ Χριστοῦ στόν ἄνθρωπο πού ἀγωνίζεται μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα μέσα στόν κόσμο γιά νά ζήσει ὡς μαθητής του. Γιά αὐτό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ παρακαλεῖ ὁ χριστιανός μέ τήν προσευχή, στήν καθημερινή πάλη του νά ἀγαπήσει τόν ἄλλο, νά γίνει ὁ πλησίον τοῦ ἐχθροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο βέβαια πού στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» δέν γίνεται πουθενά, σέ κανένα σημεῖο, ἀναφορά στήν προσευχή, ἐνῶ γίνεται πληθωρικά λόγος γιά λατρευτική σύναξη καί λειτουργία. Δέν ἔχω ἀμφιβολίες γιά τό λόγο: ἡ προσευχή εἶναι ὕποπτη ἀτομικότητας.

Αὐτή ἡ ἀπόρριψη κάθε ἔννοιας ἀτομικότητας θά ὁδηγήσει τόν Γιανναρᾶ καί ὅλο τό ἐν λόγῳ ρεῦμα σκέψης νά ἀναγάγει σέ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τόν λαό, τόν εὐλαβῆ λαό τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ φιλελευθερισμός τοῦ κοινωνικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως βιώθηκε στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, ἔγκειται σέ μία οὐσιαστική καταξίωση τῶν λαϊκῶν ἀξιῶν, ὡς κοινωνικῶν-λειτουργικῶν ἀξιῶν, στήν ἐφαρμογή μέσα στόν κοινωνικό βίο τῶν κριτηρίων τῆς λαϊκῆς παραδόσεως καί τῆς αὐθεντικῆς λαϊκῆς πνευματικότητος. Ὁ λαός γιά τήν Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς ἀλήθειας, καί κάτι περισσότερο: εἶναι τό σῶμα τῆς ἀλήθειας, ἡ ἐνσάρκωση τῆς ἀληθείας, δέν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπό τό λαό» (σελ. 163).

Κορυφαία ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καί τῆς εὐλάβειάς του ἀναγορεύεται τό πανηγύρι τοῦ χωριοῦ γύρω ἀπό τή μνήμη ἑνός ἁγίου. Ὁ Γιανναρᾶς μάλιστα θά φτάσει νά κάνει λόγο γιά «ἐορτολογικό σοσιαλισμό» (σελ. 164). Ἀφέλειες. Τήν ἐποχή πού γράφεται τό βιβλίο, ὁ χριστιανισμός τῶν ἀγροτικῶν κοινοτήτων, ἕνας χριστιανισμός στόν ὁποῖο πλεονάζουν τά παγανιστικά στοιχεῖα, ἡ δεισιδαιμονία, οἱ προλήψεις, ἡ συμβολική καί κοινωνική βία, εἶναι πρό πολλοῦ πεθαμένος στήν Ἑλλάδα. Ἐκεῖνο ὅμως πού δέν συνιστᾶ ἀφέλεια ἀλλά μπορεῖ νά γίνει ἐφιάλτης εἶναι ἡ ἰδέα, τήν ὁποία ὁ Γιανναρᾶς καί ἡ θεολογία τοῦ «Συνόρου» παραλαμβάνουν ἀπό τούς Ρώσους σλαβόφιλους, ὅτι ἡ ἀλήθεια ταυτίζεται μέ τό λαό. Ἡ ἀναγόρευση τοῦ λαοῦ σέ κριτήριο ἀλήθειας δέν εἶναι μόνο θεολογικά ἄκυρη ἀλλά εἶναι καί ἰδεολογικοπολιτικά ἐπικίνδυνη. Ἡ ἐξιδανίκευση τῆς λαϊκῆς εὐλάβειας, αὐτή ἡ Ὀρθοδοξία τοῦ πανηγυριοῦ, εἶναι ἕνα ἀκόμη παρεπόμενο τῆς ἀποηθικοποίησης τοῦ χριστιανισμοῦ πού πρότεινε ἡ θεολογία τοῦ «Συνόρου» καί ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς.

Αὐτός ὁ χριστιανισμός ἀπομακρύνεται ἀπό τόν βιβλικό ἄνθρωπο πού τοποθετεῖ διαρκῶς τόν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ἀναρωτιέται μέ ἀγωνία σέ κάθε του διάβημα ἄν ἀκολουθεῖ τήν ὁδό τοῦ Θεοῦ, πού προσεύχεται δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, πού ξέρει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ τηρητής τοῦ Νόμου, ὁ μόνος πού τήρησε τόν Νόμο στήν πληρότητά του (οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλά πληρῶσαι σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό: νά ἐκπληρώσω) καί πού ὁ ἴδιος, ὡς μαθητής τοῦ Χριστοῦ, προσπαθεῖ νά πορευτεῖ στά ἴχνη του. Ὁ Χρ. Γιανναρᾶς, ἕνας θεολόγος τοῦ προσώπου καί τῆς σχέσης, πού καταδικάζει τήν ἠθική ὡς ἀπρόσωπο νόμο, παραβλέπει ὅτι οἱ ἐντολές ἀπευθύνονται ὅλες σέ δεύτερο ἑνικό πρόσωπο, ὅτι ἀντηχεῖ μέσα τους, ἀνά τούς αἰῶνες, τό σύ τοῦ Θεοῦ πρός τόν καθέναν ἀπό μας, καί ἄρα συγκροτοῦν μέ αὐτή τήν κλήση τόν ἄνθρωπο ὡς ὑποκείμενο, ὑποκείμενο εὐθύνης. 

Ὅλη ἡ Βίβλος, ὅλος ὁ ἰουδαιο-χριστιανικός μονοθεϊσμός, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἠθικοποίηση τῆς θρησκείας. Μιλήσαμε ἀρκετά σέ αὐτό τό συνέδριο γιά σωτηρία, τήν ὁδό πάντως πού ὀδηγεῖ σέ αὐτήν τήν ὅρισε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καί ἡ Ἐκκλησία διαβάζει τά λόγια του στό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῦς Ἀπόκρεω (ἤ τῆς Κρίσεως): εἶναι ἡ ὁδός τοῦ «ἐπείνασα γάρ καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καί ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καί συνηγάγετέ με, γυμνός καί περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καί ἐπισκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25, 31-46). Τό πρόσωπο τοῦ ἐλάχίστου ἀδελφοῦ εἶναι ὁ τόπος συνάντησης τοῦ Χριστοῦ («ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» εἶναι ἡ ἀπάντησή του στήν ἔκπληκτη ἀπορία τῶν δικαίων), ὁ ἕνας καί μόνος Θεός, ὁ βασιλεύς τοῦ κόσμου, ταυτίζεται μέ τόν τελευταῖο ἀπό μᾶς, μέ κάθε ἀνθρώπινο κουρέλι. Αὐτή ἡ συγκλονιστική ἠθική καί πνευματική πρόταση, ἡ συμπύκνωση πραγματικά ὅλης τῆς Βίβλου, ὑποτιμᾶται ἀπό τή θεολογία γιά τήν ὁποία σᾶς μιλάω ὡς ἀλτρουισμός, φιλαλληλία ἤ προσκοπισμός.

Ὁ χριστιανισμός χωρίς τήν ἀκραία ἠθική ἀπαίτηση τοῦ Εὐαγγελίου πού φτάνει μέχρι τήν ἄρνηση τῆς ἴδιας τῆς αὐτοσυντήρησης («ὅστις σέ ραπίσει ἐπί τήν δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καί τήν ἄλλην», Ματθ. 5, 39) χάνει κάθε ἔνταση καί κάθε σημασία, δέν ἀξίζει τόν κόπο, γίνεται κάτι εὔκολο, θολό, συγκεχυμένο, μία ποιητικορητορεία. Τί σημαίνει, ἐπί παραδείγματι, ἡ προέκταση τῆς Εὐχαριστίας στήν καθημερινή ζωή πού προτείνει ὁ Γιανναρᾶς (σελ. 94); Πῶς γίνεται αὐτό; Δέν μπόρεσα ποτέ νά τό καταλάβω. Χωρίς τήν εὐαγγελική ἠθική τῆς ἀγάπης, πού δέν εἶναι ἕνα συναίσθημα ἀλλά ἔμπονη πράξη ὑπέρ τοῦ ἄλλου («μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ τῇ γλώσσῃ, ἀλλά ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ», Α' Ἰω. 3, 18), τότε μυστήρια, θεία Εὐχαριστία, λειτουργία, εἰκόνες, ἀρχιτεκτονικές καί τά πάντα γίνονται εἰδωλολατρία, καθαρή δεισιδαιμονία, ὁ δέ ἐπίσκοπος, γιά τόν ὁποῖο τόση θεολογία ἀναπτύξαμε τήν ἴδια δεκαετία, δέν εἶναι οὔτε τύπος οὔτε τόπος Χριστοῦ, ἀλλά ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς διαχείρισης μιᾶς δεισιδαιμονίας.

Ἡ θεολογία τήν ὁποία συζητᾶμε σέ αὐτό τό συνέδριο ἀναπτύσσεται ἀκριβῶς κατά τήν περίφημη παγκοσμίως δεκαετία τοῦ '60, τήν δεκαετία τῆς πολιτιστικῆς ἐπανάστασης, σέ ὅλο τόν κόσμο, ὅσο καί στήν Ἑλλάδα. Δίπλα στήν «Ἐπιθεώρηση τέχνης» καί τίς «Ἐποχές» ἔρχεται νά πάρει τή θέση τοῦ τό «Σύνορο». Ἡ «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» ἐκδίδεται τό 1970. Ἔχει προηγηθεῖ ὁ Μάης τοῦ '68. Τό βιβλίο μάλιστα στήν πρώτη μορφή του γράφεται στά γαλλικά τό 1969 καί ἐκδίδεται στή Γαλλία. Πνέει παντοῦ ἕνα πνεῦμα ἀμφισβήτησης, ἀντισυμβατικότητας, ἀπελευθέρωσης, ἀπαγόρευσης τῶν ἀπαγορεύσεων. Στό φιλοσοφικό πεδίο ἡ Ἠθική θεωρεῖται πρό πολλοῦ τελειωμένη ὑπόθεση καί ὅσοι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξακολουθοῦν νά διατυπώνουν ἕναν ἠθικό φιλοσοφικό λόγο (π.χ. Λεβινάς) δέν ἔχουν ἀκροατήριο. Μέσα σέ αὐτό τό σαρωτικό κλῖμα, ὁ Γιανναρᾶς προσπαθεῖ νά διατυπώσει τήν Ὀρθόδοξη θεολογική πρόταση μέ τρόπο ζωντανό, πειστικό, ἑλκυστικό καί κυρίως, πρός τιμήν του, νά τήν διατυπώσει σέ συνομιλία μέ τήν ἐποχή του. Ἡ «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» στήν πρώτη —καί καλύτερη, ὅπως προεῖπα— μορφή της, εἶναι ὁ Μάης τοῦ '68 στήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί ἠθική. Σήμερα τά πράγματα εἶναι ὁλότελα διαφορετικά, ὄχι μόνο στό κοινωνικοπολιτικό ἀλλά καί στό διανοητικό πεδίο. Ἡ Ἠθική ἔχει ἐπιστρέψει στό κέντρο τῆς φιλοσοφικῆς συζήτησης. Ἡ νέα θεολογική γενιά πρέπει νά θεολογήσει σέ συνομιλία μέ τή δική της ἐποχή. Τό '60 εἶναι πιά μακριά.



Ἀπόσπασμα Εἰσήγησης σέ θεολογικό συνέδριο μέ τίτλο «Ἀναταράξεις στή μεταπολεμική θεολογία – Ἡ “θεολογία” τοῦ ’60», 6-8 Μαΐου 2005, Ἐκδόσεις «Ἴνδικτος» 2009



(*) O Σταῦρος Ζουμπουλάκης γεννήθηκε τό 1953 στή Συκιά Λακωνίας. Σπούδασε νομική καί φιλολογία στήν Ἀθήνα καί φιλοσοφία στό Παρίσι. Δίδαξε πολλά χρόνια στή μέση ἐκπαίδευση. Ἀπό τό 1998 διευθύνει τό περιοδικό "Νέα Ἑστία".
πηγή

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2014

Ἑαυτὸν ἐκένωσε...

Ζουμπουλάκης Σταῦρος




«Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος» ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, φράση πού, περνώντας ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση, ἐπαναλαμβάνεται ὥς σήμερα, κυρίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀναπαυτικότερο «πανδοχεῖο» τοῦ ἔτους. Κορυφαία ἑορτὴ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, λαμπρυνόμενη ἀπὸ τὸν αἰσιόδοξο συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, τὰ Χριστούγεννα, μὲ τὴν ἀτμόσφαιρά τους καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ αὐτὴ ὑποβάλλει, προκάλεσαν κλασικὲς σελίδες τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες καὶ ἑλληνικές.

Μιὰ τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τὰ Χριστούγεννα νὰ εἶναι ἑορτὴ προσφιλὴς περισσότερο στὸν δυτικὸ Χριστιανισμό, ἐνῶ τὸ Πάσχα στὸν ἀνατολικό. Ἂν στὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, γιὰ τὴ χριστιανικὴ παράδοση πάντως, ἀνατολικὴ καὶ δυτική, ὑπάρχει μόνο ἡ ἑνότητα τῆς θείας οἰκονομίας. Μέσα σε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου του καὶ ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία τὴν τιμοῦμε εἶναι ἀληθινὰ «μητρόπολις πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). H Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει τὴν κατεξοχὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ ἐν γένει τὴν ἰδιαιτερότητα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ Δημιουργός του κόσμου, ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (Βαροὺχ 3, 38), γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη τῆς Παλαιστίνης, ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς σχολιάζοντας ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2, 6 -10) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα. (μτφρ. Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας)

Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οὐκ ἦν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι (Λκ, 2, 7).

Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἐαυτόν, δὲν κενώθηκε ἀλλὰ ὁ ἴδιος κένωσε τὸν ἑαυτό του, ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, ὅπως λέει ἀκόμη τολμηρότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ρωμαίους (8, 3), δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. H θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων καὶ «Χριστὸς ὁ Θεός, δυνάμεις λαθών, ὅσας ὑπερκοσμίους, ὅσας ἐν γῇ, καὶ ἐνανθρωπήσας» ψάλλει ἕνα ἄλλο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κατεξοχὴν Deus absconditus.

Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθὰ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο. H γέννησή του καὶ ὁ θάνατός του, ὡς ἔκφραση τῆς θείας κενώσεως, ὁρίζουν καὶ τὰ δυὸ μίαν ἀπώλεια γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀνενδεὴς πάσχει ὡς θνητὸς καὶ τὸ πρῶτο πάθος εἶναι ἡ ἴδια ἡ γέννησή του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Λόγος ἐκένωσε καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε (τὸν ἀνάστησε) καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα: Κύριος. «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψη ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός», συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολή, εὐθὺς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου τελειώνει τὸ ἀρχικὸ παράθεμά μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων ἐν τῇ κενώσει του, εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου μὲ θρόνο τὸν Σταυρό. Τὴν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου μπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει μόνο ὁ Πατέρας, καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Πατὴρ νὰ τὴν ἀποκαλύψει, σὲ ὅποιον δηλαδὴ ἔχει λάβει τὸ δώρημα τῆς πίστεως.

Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἦν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἐστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).

Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἠθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ: μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3).

Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.

Ἡ λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.
πηγή

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

Ἑαυτὸν ἐκένωσε...



«Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος» ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, φράση πού, περνώντας ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση, ἐπαναλαμβάνεται ὥς σήμερα, κυρίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀναπαυτικότερο «πανδοχεῖο» τοῦ ἔτους. Κορυφαία ἑορτὴ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, λαμπρυνόμενη ἀπὸ τὸν αἰσιόδοξο συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, τὰ Χριστούγεννα, μὲ τὴν ἀτμόσφαιρά τους καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ αὐτὴ ὑποβάλλει, προκάλεσαν κλασικὲς σελίδες τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες καὶ ἑλληνικές. 

Μιὰ τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τὰ Χριστούγεννα νὰ εἶναι ἑορτὴ προσφιλὴς περισσότερο στὸν δυτικὸ Χριστιανισμό, ἐνῶ τὸ Πάσχα στὸν ἀνατολικό. Ἂν στὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, γιὰ τὴ χριστιανικὴ παράδοση πάντως, ἀνατολικὴ καὶ δυτική, ὑπάρχει μόνο ἡ ἑνότητα τῆς θείας οἰκονομίας. Μέσα σε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου του καὶ ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία τὴν τιμοῦμε εἶναι ἀληθινὰ «μητρόπολις πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). H Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει τὴν κατεξοχὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ ἐν γένει τὴν ἰδιαιτερότητα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ Δημιουργός του κόσμου, ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (Βαροὺχ 3, 38), γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη τῆς Παλαιστίνης, ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς σχολιάζοντας ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2, 6 -10) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα. (μτφρ. Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας)

Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οὐκ ἦν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι (Λκ, 2, 7).

Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἐαυτόν, δὲν κενώθηκε ἀλλὰ ὁ ἴδιος κένωσε τὸν ἑαυτό του, ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, ὅπως λέει ἀκόμη τολμηρότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ρωμαίους (8, 3), δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. H θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων καὶ «Χριστὸς ὁ Θεός, δυνάμεις λαθών, ὅσας ὑπερκοσμίους, ὅσας ἐν γῇ, καὶ ἐνανθρωπήσας» ψάλλει ἕνα ἄλλο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κατεξοχὴν Deus absconditus.

Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθὰ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο. H γέννησή του καὶ ὁ θάνατός του, ὡς ἔκφραση τῆς θείας κενώσεως, ὁρίζουν καὶ τὰ δυὸ μίαν ἀπώλεια γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀνενδεὴς πάσχει ὡς θνητὸς καὶ τὸ πρῶτο πάθος εἶναι ἡ ἴδια ἡ γέννησή του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Λόγος ἐκένωσε καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε (τὸν ἀνάστησε) καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα: Κύριος. «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψη ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός», συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολή, εὐθὺς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου τελειώνει τὸ ἀρχικὸ παράθεμά μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων ἐν τῇ κενώσει του, εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου μὲ θρόνο τὸν Σταυρό. Τὴν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου μπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει μόνο ὁ Πατέρας, καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Πατὴρ νὰ τὴν ἀποκαλύψει, σὲ ὅποιον δηλαδὴ ἔχει λάβει τὸ δώρημα τῆς πίστεως.

Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἦν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἐστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).

Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἠθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ: μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3).

Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.

Ἡ λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

Σημειώσεις γιά τή χριστιανική στροφή τοῦ Θεοτοκᾶ



 


Ἡ στροφή τοῦ Γιώργου Θεοτοκᾶ πρός τόν χριστιανισμό εἶναι καρπός μιᾶς προσωπικῆς πνευματικῆς πορείας καί ἀναζήτησης. Ὁ Νίκος Κ. Ἀλιβιζάτος συνδέει, ἐρωτηματικά, τήν ἀπαρχή αὐτῆς τῆς στροφῆς μέ ἕνα δραματικό γεγονός τοῦ προσωπικοῦ βίου του, τήν ἐπώδυνη ἀρρώ­στια καί τό θάνατο τῆς πρώτης γυναίκας του (1956-1959)[1]. Ἀσφαλῶς κάθε προσωπική πνευματική ἀναζήτηση, στό βαθμό πού εἶναι γνήσια καί εἰλικρινής, δέν μπορεῖ παρά νά συνδέεται μέ κρίσιμα γεγονότα καί καταστάσεις τῆς ζωής μας, ποτέ ὅμως μέ σχέση ἀναγκαστικῆς αἰτιο­λογίας. Καί σέ πολλούς ἄλλους ἡ μοίρα ἐπιφύλαξε δραματικά γεγονό­τα, δέν στράφηκαν ὅλοι ὄμως στόν χριστιανισμό, στράφηκαν ἀλλοῦ ἤ δέν στράφηκαν πουθενά. Ἡ σχέση τοῦ Θεοτοκᾶ μέ τόν χριστιανισμό εἶναι μιά πορεία πρός. Μιά πορεία πού κράτησε λίγο, γιατί τή διέκοψε ὁ πρόωρος θάνατός του, σφράγισε ὅμως τήν τελευταία δεκαετία τῆς ζωῆς του[2]. Δέν πρόκειται πάντως γιά αἰφνίδια μεταστροφή, δέν κεραυ­νοβολεῖται ἀπό τή θεϊκή παρουσία στό δρόμο πρός τή Δαμασκό ἤ μέσα στή Νότρ Ντάμ τοῦ Παρισιοῦ, ὅπως ὁ προσφιλής του Κλωντέλ, τά Χριστούγεννα τοῦ 1886, παιδί δεκαοχτώ χρονῶν (στόν σημερινό ἐπι­σκέπτη τοῦ ναοῦ ὑποδεικνύεται τό σημεῖο τῆς μεταστροφῆς). Γι' αὐτό ἄλλωστε καί ἡ στροφή αὐτή δέν ἔχει τόν ἐνθουσιασμό, τούς ὑψηλούς τόνους, τήν ἀφέλεια ἤ τόν φανατισμό πού χαρακτηρίζουν συχνά τούς μεταστραφέντες ἤ νεοπροσήλυτους, ἀλλά ἐκφράζεται μέ τρόπο ζυγι­σμένο, διαυγή, ἐπιχειρηματολογημένο, εὐγενικό ἀλλά καί θαρραλέο — μέ τόν τρόπο τοῦ Θεοτοκᾶ δηλαδή.

Τί μέ συνδέει, ἀναρωτιοῦμαι, μέ τήν ἀτμόσφαιρα αὐτήν; Γιατί δέν ἀμφιβάλλω πώς μέ συνδέει κάτι ζωντανό. Ἡ Ἱστορία, ἀποκρίνομαι, τό δίχως ἄλλο· ἡ διαδοχή τῶν χριστιανικῶν αἰώνων πού γεμίζουν τήν ὁμαδική μας μνήμη, σ' αὐτά τά μέρη ὅπου μᾶς δόθηκε νά ζήσουμε. Μέ συνδέει ὅμως, πιστεύω σήμερα, καί κάτι βαθύτερο, μεγαλύτερο ἀπό κάθε ἐθνική καί γεωγραφική πραγματικότητα, κάτι πού ἀφορᾶ τόν ἄνθρωπο ἔξω ἀπό τόπους, μόνο, γυμνό μέ τά πεπρωμένα του: μιά ζέστη πού νικᾶ τή μοναξιά, μιά σκοτεινή, ἀνεξήγητη, φευγαλέα καί ἐπανερχόμενη δύνα­μη παρηγοριᾶς.

Ὅσοι αἰσθάνονται, καμιά φορά, αὐτήν τή δύναμη νά τούς πλησιάζει, δέν πρέπει νά δειλιάζουν καί ν' ἀπομακρύνονται, ὅπως συμβαίνει πολύ συχνά, ἀλλά νά στέκονται καί νά τή στοχάζονται. Νά μήν ἐπιτρέπουν στούς δισταγμούς νά παραλύουν τή θέλησή τους καί νά ἀποθαρρύνονται ἀπό ὁποιεσδήποτε ἀντιρρήσεις μπορεῖ νά προκαλεῖ ἡ στάση τους, τόσο σ' ἐκείνους πού εἶναι ἔξω ἀπό τό θέμα ὅσο καί σ' ἐκείνους πού εἶναι μέσα. Αὐτήν τή σύσταση θά ἔδινα σ' ὅποιο νέο μέ ρωτοῦσε καί θά σταματοῦσα ἐδῶ[3].

Οἱ προσωπικοί λόγοι, ἡ προσωπική πνευματική ἀναζήτηση, πού ὁδηγοῦν τόν Γ. Θεοτοκᾶ, νά μπεῖ στήν ἐκκλησία, καθορίζουν ταυτό­χρονα τόν τρόπο, ἀφενός, μέ τόν ὁποῖο ἐννοεῖ τόν χριστιανισμό, τό περιεχόμενο τοῦ χριστιανισμοῦ του, καί, ἀφετέρου, τόν ξεχωρίζουν ἀπό ὅλες ἐκεῖνες τίς θλιβερές, ἀπό πνευματική ἄποψη, περιπτώσεις, τοῦ καιροῦ του καί τοῦ καιροῦ μας, πού ἀναζήτησαν στήν Ὀρθοδοξία μιά ἰδεολογία γιά νά ἀντιπαρατεθοῦν στούς ἰδεολογικούς ἀντιπάλους, ἕνα ὁπλοστάσιο γιά νά πολεμήσουν τούς πολιτικούς ἐχθρούς, χωρίς καμιά πνευματική ἀγωνία, χωρίς κανενός εἴδους ἐσωτερική προσχώ­ρηση. Ὁ Θεοτοκᾶς δέν κάνει πολιτική μέ τήν Ὀρθοδοξία. Οὔτε αἰσθητική.



2.

Ἡ στροφή τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ πρός τόν χριστιανισμό πηγάζει ἀπό τό ρίγος πού τοῦ προκαλεῖ ὁ εὐρωπαϊκός μηδενισμός, ἡ κυρίαρχη ἰδεο­λογία τῆς ἐποχῆς, πού ὑπερκαλύπτει ὅλες τίς πολιτικοκοινωνικές διαφορές καί ὁρίζει τό πνευματικό καί ψυχικό στίγμα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Ὡς «ἔξοδος ἀπό τό μηδενισμό»[4] -τίτλος ἄρθρου του- προτείνεται ἡ ἐπιστροφή στόν χριστιανισμό, στή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, πού πρόσφερε καί προσφέρει:

τήν παρηγοριά τῆς ψυχῆς ἐμπρός στό χάος τοῦ θανάτου, τή λύτρωση ἀπό τήν ἀγωνία τῆς ματαιότητας καί τῆς ἐγκατάλειψης πού κατέχει ὁρμέμφυτα τόν ἄνθρωπο σάν ἀτενίζει τό ἄγνωστο τοῦ κόσμου καί, σέ συνάρτηση μέ αὐτά, ἕνα σταθερό ἠθικό κανόνα, ἔνα καθαρό ξεχώρισμα τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ.[5]

Γιά ἕναν ἄνθρωπο μέ τό βλέμμα σταθερά στραμμένο πρός τήν κοινω­νία, αὐτός ὁ χριστιανισμός δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλος ἀπό τήν Ὀρθο­δοξία. Ἕνας θεωρητικός χριστιανισμός, ἕνας χριστιανισμός ἰδεῶν δέν θά εἶχε κανένα ἀπολύτως νόημα γιά τόν Θεοτοκᾶ, γιατί δέν ἀποτελεῖ ἀκριβῶς ἀπάντηση στόν καθημερινό μηδενισμό.

Θά καταλήξω στό συμπέρασμα ὅτι ὅποιος ἔχει ἀληθινά τήν τάση νά πιστέψει ἐκεῖνο πού χαρακτήρισα παραπάνω ὡς Καλήν Εἴδηση, τό καλύτερο πού ἔχει νά κάμει εἶναι νά ζητήσει νά συνδεθεῖ ξανά μέ τή θρησκευτική παράδοση τοῦ τόπου του, ἡ ὁποῖα συνυφάνθηκε, πολλούς αἰῶνες, μέ τή ζωή τοῦ λαοῦ του, μέ τόν ἐθνικό του χαρακτήρα, μέ τή νοοτροπία του, τά ἤθη του, τή μνήμη τῶν πατέρων του. Ἐκεῖ, στό δικό του πνευματικό κλίμα, ὁ καθένας θά ἰσορροπήσει καλύτερα, θά βρεῖ πιό σταθερές, πιό πλήρεις λύσεις τῶν προβλημάτων πού τόν βασανίζουν, λύσεις δοκιμασμένες καί ταιριασμένες μέ τήν ψυχική του ζωή. Θά βγεῖ ἀπό τό πνευματικό χάος, θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τό ἄγχος τοῦ μηδενός, θά ἱεραρχήσει μέσα του τίς αξίες τοῦ κόσμου μέ τρόπο σταθερό καί, ἄν εἶναι ἄνθρωπος προικισμένος μέ δημιουργικήν ἱκανότητα, θά προσφέρει στήν κοινότητα ἕνα ἔργο ὑγιές καί ζωοποιό.[6]

Ὁ χριστιανισμός ὡστόσο πρός τόν ὁποῖο στρέφεται ἤ πορεύεται ὁ Θεοτοκᾶς δέν εἶναι ἕνας χριστιανισμός τῆς Ὀρθόδοξης ἰδιαιτερότη­τας, τῆς πολιτιστικῆς ἰδιοπροσωπιας, τῆς ὁμολογιακῆς ταυτότητας, πολύ περισσότερο, τοῦ ἐθνοκεντρισμοῦ. Οἱ λόγοι πού τόν ὁδηγοῦν στόν χριστιανισμό, ἐπειδή ἀκριβῶς συνδέονται ἀφετηριακά μέ τά αἰώνια ἐρωτήματα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τόν ὁδηγοῦν κατευθείαν στό Εὐαγγέλιο:

Οἱ ἀπαντήσεις, ὡστόσο, σ' αὐτά τά ἐρωτήματα ὑπάρχουν (ποῦ ἀλλοῦ;) στήν Καινή Διαθήκη, πού πρέπει ὅμως νά τήν ξαναδιαβάσουμε μέ καθαρό μυαλό καί μέ εἰλικρίνεια ἀπέναντι στόν ἑαυτό μας καί στούς ἄλλους. Ἐκεῖ θά συνειδητοποιήσουμε τόν καινούργιο προορισμό τῆς Ἐκκλησίας μας πού εἶναι ἄλλωστε ὁ προαιώνιος προορισμός της: νά εἶναι στόν κόσμο πηγή ὑψηλῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἐλευθερίας καί πα­νανθρώπινης ἀγάπης, συναδέλφωσης καί εἰρήνης, ἄρνηση τοῦ μίσους, τῆς κακίας καί τῆς ἀδικίας, συμπαραστάτισσα τῆς πάσχουσας ἀνθρω­πότητας στή βασανισμένη πορεία της. Ἔξω ἀπό τό πνεῦμα αὐτό, ὅ,τι μπορεῖ νά λέγεται γιά τόν «ἑλληνοχριστιανικό πολιτισμό» φοβοῦμαι πώς εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ.[7]

Ὅταν ἄλλοι, καί μάλιστα ἀπό τούς ἄμβωνες τῶν ἐκκλησιῶν, μιλᾶνε γιά τόν Κολοκοτρώνη ἤ τόν Παῦλο Μελᾶ, ὁ Θεοτοκᾶς μιλάει γιά τόν Χριστό:

Ὁ Ναζωραῖος ἄγγισε χορδές, ἀποκρίθηκε σέ ἐρωτήματα, θεράπευσε ψυχικές ἀνάγκες, πού συμμετέχουν στήν αἰωνιότητα τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Οἱ λαοί πού δοκίμασαν αὐτήν τήν ἀστείρευτη πηγή παρηγορίας καί ἐλέους δέν εἶναι πιθανό νά τήν ξεχάσουν ποτέ ὁριστικά.[8]

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοτοκᾶ στόν μηδενισμό εἶναι ὁ ὀρθόδοξος ἀνθρω­πισμός:

Τό ἰδανικό μου θά εἶταν, ἀπό ἐδώ καί πέρα, ἕνας ὀρθόδοξος ἀνθρωπισμός [ἀραιογραφεῖ ὁ συγγραφέας], ἄς ποῦμε ἀντίστοιχος πρός αὐτό πού ὀνόμασαν ἔξω Humanisme Chretien.[9]

Ὁ χριστιανισμός τοῦ Θεοτοκᾶ ὡστόσο δέν εἶναι μόνο ἕνας χριστιανισμός τῆς ἠθικῆς μέριμνας γιά τόν πάσχοντα ἄνθρωπο. Χωρίς νά εἶναι ἕνας χριστιανισμός τῆς μεταφυσικῆς ἀγωνίας, τοῦ τύπου, αἴφ­νης, τοῦ Κίρκεργκαρ ἤ τοῦ Οὐναμοῦνο, δέν εἶναι πάντως μεταφυσικά ἄνευρος, καθώς ἔρχεται προπάντων νά ἀπαντήσει στό φόβο τῶν φόβων καί τόν μηδενισμό τῶν μηδενισμῶν πού εἶναι ὁ θάνατος.



3.

Ὅσο ἀντίθετος καί ἄν εἶναι ὁ Θεοτοκᾶς σέ μιά ἐθνοπολιτιστική θεώ­ρηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, σέ μιά Ἐκκλησία ἐθνικό θεματοφύ­λακα, ἡ ὁποία δέν ἔχει νά πεῖ τίποτε πού νά ἀφορᾶ πραγματικά τούς ἀνθρώπους πού ζοῦν δίπλα της, δέν μποροῦσε ὅμως νά μή θέσει τό ἐρώτημα τῆς σχέσης τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό ἔθνος, ἐρώτημα ἄλλωστε ἀναπόφευκτο γιά κάθε χριστιανό ἤ μή χριστιανό τῆς σημερινῆς Ἑλλά­δος, ἀπό τίς τελευταίες δεκαετίες τουλάχιστον τοῦ 19ου αἰώνα μέχρι σήμερα. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοτοκᾶ εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ ἑξῆς:

α. Ὁ ἐθνικός ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀποστολή πού ἀνέλαβε τό 1453 -σύμφωνα μέ ἕνα συμβατικό ἱστορικό σχήμα πού υἱοθετεῖ καί ὁ Θεοτοκᾶς-, ὁλοκληρώθηκε, ἔκλεισε ὁριστικά τόν κύκλο του.

Ἀλλά ἡ Ἱστορία ἄλλαξε πορεία καί ἡ πατροπαράδοτη ἀποστολή τῶν πέντε αἰώνων δέν ἔχει πιά νόημα γιά τήν Ἐκκλησία, μές στά ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Κανείς δέν ζητᾶ ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς ταγούς μας νά κυβερνοῦν ὅπως ὁ Ἰωακείμ Γ', νά πολεμοῦν ὅπως ὁ Παπαφλέσσας ἤ νά πέφτουν στή φωτιά ὅπως ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης.[10]

Δέν θά διστάσει νά κρίνει αὐστηρά ἱερά ὀνόματα τοῦ νεοελληνικοῦ ἐθνικοθρησκευτικοῦ στερεώματος, ὅπως τόν Γερμανό Καραβαγγέλη, τόν ὁποῖον θεωρεῖ «καθαρόαιμο πολιτικοστρατιωτικό ἡγέτη, χωρίς θρησκευτικές ἀνησυχίες καί μέριμνες»[11]. Ὁ Θεοτοκᾶς πιστεύει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά συνειδητοποιήσει, χωρίς ἀμφιθυμίες καί δισταγ­μούς, τό τέλος τοῦ ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ ρόλου της, καί ἀποδίδει τίς ὅποιες δυσκολίες προσαρμογῆς της στή σύγχρονη ἐποχή, στήν ἀδυναμία της ἀκριβῶς νά συνειδητοποιήσει αὐτό τό τέλος.

β. Ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητα θεμελιακή συνιστώσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μαζί μέ τήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί τό Εἰκοσιένα (πρόκειται οὐσιαστικά γιά τό ἀειθαλές τριμερές σχήμα τοῦ Παπαρρηγόπουλου).

Ὁ Ἑλληνισμός, ὡς κοινωνικοπολιτική ἑνότητα, ἀνήκει στήν κοινότητα τῶν ἐθνῶν τοῦ σύγχρονου εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτή εἶναι μιά διαπί­στωση ἱστορική, ἀπό τήν ὁποία δέν μποροῦμε νά ξεφύγουμε. Μές στήν Εὐρώπη, ἔχουμε τήν ἰδιοτυπία μας καί τίς πνευματικές μας παραδόσεις, πού δίνουν ἀξία καί βάθος στήν ἐθνική ὕπαρξή μας. Οἱ παραδόσεις αὐτές εἶναι ἡ κλασική ἑλληνική παιδεία, ἡ Ὀρθοδοξία, τό φιλελεύθερο καί δημοκρατικό πνεῦμα τοῦ Εἰκοσιένα. Δέν μᾶς χρειάζονται νεολογισμοί θολοί καί ἀμφισβητούμενοι γιά νά προσδιορίσουμε τίς κατευθύνσεις τῆς ἀγωγῆς μας.

Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ἡ γνησιότερη καί θερμότερη ἔκφραση τοῦ χριστια­νικοῦ πνεύματος, ἡ πλησιέστερη στίς πρῶτες πηγές, συνυφάνθηκε τόσο πολύ μέ τή γλώσσα μας, μέ τήν κλασική ἑλληνική παιδεία καί μέ τήν ὅλη ἐθνική μας πορεία, ὥστε, ἄν τή χάναμε ποτέ, θά χάναμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας.[12]

Ἀνάμεσα στό α) καί τό β) ὑπάρχει ἀντίφαση; Ἤ, ἔστω, ὑποχώρηση τοῦ Θεοτοκᾶ πρός μιά ἐθνοκεντρική θεώρηση τῆς Ὀρθοδοξίας; Δέν νομίζω. Τό α) εἶναι προσωπική θέση: ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά πεισθεῖ πώς τέλειωσε ὁριστικά ὁ ἐθνικός ρόλος της καί νά ἐπαναπροσδιορίσει τήν ἀποστολή της, ἤγουν νά ἐπιστρέψει στό Εὐαγγέλιο καί νά κατα­στήσει ἐκ νέου ἐνεργό τό λόγο του στόν σύγχρονο ἄνθρωπο. Τό β) εἶναι ἱστορική διαπίστωση, νηφάλια καί δίκαιη, ἡ ἴδια πού κάνει κάθε ἀπρο­κατάληπτος ἄνθρωπος, καί ἄς μήν ἔχει τήν παραμικρή σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Δέν θά ἦταν ὑποχρεωμένος ὅμως, αὐτός ὁ ὑποθετικός ἀπροκατάληπτος, νά συναγάγει ὅτι «ἄν τή χάναμε ποτέ [τήν Ὀρθο­δοξία], θά χάναμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας». Οὔτε ὁ Θεοτοκᾶς πάντως θά ἔβγαζε αὐτό τό συμπέρασμα, ἄν δέν πίστευε στήν πνευματική σημασία τῆς Ὀρθόδοξης διδασκαλίας γιά τούς ἀνθρώπους γύρω του. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά ἐθνικά κειμήλια ἀλλά γιά ἰσχυρή πρόταση ζωῆς. Στό σημεῖο αὐτό τό α) καί τό β) διασταυρώνονται.

Τήν ἐποχή τοῦ Θεοτοκᾶ, δέν τίθεται τό ζήτημα τοῦ χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καί Κράτους. Δέν τό θέτει, ὅπως εἶναι φυσικό, οὔτε ὁ ἴδιος, πού φτάνει μάλιστα νά πιστεύει ὅτι «δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ στήν Ἑλλάδα χωρισμός Εκκλησίας καί Πολιτείας»[13]. Τό γεγονός αὐτό τόν ὁδηγεῖ ἐνίοτε ἐκ τῶν πραγμάτων σέ σύγχυση τῶν πεδίων. Ἡ ἐκκλησιαστική κρίση πού ξεσπάει τόν Ἰανουάριο τοῦ 1962 μέ τήν ἐκλογή τοῦ Ἰακώβου στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, κατά τόν Θεοτοκᾶ, δέν πλήττει ἁπλῶς τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, δέν βλάπτει μόνο τήν κοινωνία, ἀλλά «ζημιώνει σοβαρά τό ἔθνος», «προκαλεῖ ρήγματα στά θεμέλια τῆς ἐθνικῆς ζωῆς», γι' αὐτό καί τελικά, προκειμένου νά βγεῖ ὁ τόπος ἀπό τήν περιπέτεια, προτείνει «τό ἐθνικό συμφέρον [νά] εἶναι τό κριτήριο τῶν πράξεών μας»[14].



4.

Ὁ Γ. Θεοτοκᾶς πιστεύει σέ μιά Ὀρθοδοξία εὐαγγελική, κοινωνικά εὐαίσθητη, ἀνοιχτή στήν Εὐρώπη καί τόν κόσμο, οἰκουμενική. Πράγ­ματα σημαντικά, τότε καί τώρα. Ἡ κύρια ὡστόσο συμβολή του στή θεώρηση τῆς Ὀρθοδοξίας βρίσκεται ἀλλοῦ: στή βαθιά πεποίθηση του ὅτι ὁ μόνος δρόμος σήμερα γιά μιά Ὀρθοδοξία πού νά εἶναι ἀληθινή καί ζωντανή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ περνάει μέσα ἀπό τόν πολιτικό πολιτισμό τῆς Ευρώπης. Μέ τά κείμενά του καί μέ τή στάση του, λέει τό ἁπλούστατο ἀλλά, φεῦ, διόλου αὐτονόητο γιά τήν ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅτι μπορεῖς δηλαδή νά πιστεύεις στόν Χριστό καί νά εἶσαι ταυτόχρονα ὑποστηρικτής τῆς δημοκρατίας καί τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Κάνει ἕνα βῆμα παραπέρα: ὑποστηρίζει οὐ­σιαστικά ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά εἶναι κανείς σήμερα χρι­στιανός ἔξω ἀπό τό νά εἶναι ταυτόχρονα καί δημοκρατικός πολίτης:

Δέν ζητοῦμε, πρός Θεοῦ, ἀπό τήν Ἐκκλησία μας νά κάνει πολιτική. Τῆς ζητοῦμε νά συναντήσει κι αὐτή κάπου τόν Κύριό της — ἤ τουλά­χιστο νά τό προσπαθήσει[15].

Σέ μιά Ἐκκλησία πού ζοῦσε καί ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ μέ τή νοσταλγία τοῦ Βυζαντίου -μέχρι πρό τίνος καί μέ τό χιλιαστικό ὅραμα τῆς ἀνασύστασης τῆς Αὐτοκρατορίας-, σέ μιά Ἐκκλησία ἀκραία ἐθνικι­στική, μισαλλόδοξη, ἀντιδημοκρατική, ἐχθρική πρός τή Δύση καί τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, τό δίδαγμα τοῦ Θεοτοκᾶ δέν ἀκούστηκε, τό σκέπασαν ἄλλες φωνές. Ὅταν τά ἔγραφε ὅλα αὐτά, γύρω στό '60, λίγο πρίν καί λίγο μετά, ἀπευθυνόταν ἀποκλειστικά στήν ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τή μόνη πού λειτουργοῦσε σέ δημοκρατικό καθεστώς. Σήμερα θά τά ἀπηύθυνε πάλι, τά ἴδια ἀκριβῶς, σέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, στίς σλαβικές πολύ περισσότερο. Ἡ πρό­τασή του ἰσχύει στό ἀκέραιο, ἐπίκαιρη ὄσο ποτέ.



5.

Ἀκούστηκε καί στό συνέδριο αὐτό, καί ἔχει γραφτεῖ κατ' ἐπανά-ληψιν πώς ὁ Θεοτοκᾶς προσχώρησε, στό τέλος τῆς ζωῆς του, στόν θρη­σκευτικό μυστικισμό. Ὅσοι λένε ἤ γράφουν κάτι τέτοιο ἔχουν παχυ­λή ἄγνοια γιά τό τί σημαίνει ὁ ὅρος «μυστικισμός» στή θρησκεία καί, ἐπειδή ἀγνοοῦν, ὡς συνήθως, ὅτι ἀγνοοῦν, δέν μπαίνουν καί στόν κόπο νά ἀνοίξουν μιά ἐγκυκλοπαίδεια. Ὁ Θεοτοκᾶς μυστικιστής! — πρόκει­ται γιά ἀνέκδοτο. Ξέρετε καί ἄλλους μυστικιστές πού θά ἔγραφαν, ἐπί παραδείγματι, ἀπανωτά πολιτικά ἄρθρα στόν ἡμερήσιο Τύπο γιά τά Ἰουλιανά;


6.

Δέν θά ἤθελα νά ἀποφύγω, τελειώνοντας, νά θέσω ὁρισμένα ἐρωτή­ματα, ἀπό αὐτά πού εἶναι προορισμένα νά μένουν ἀναπάντητα, γιατί ἀφοροῦν περιοχές ἀψηλάφητες.

Μέχρι ποῦ ἔφτασε αὐτή ἡ πορεία τοῦ Θεοτοκᾶ πρός τόν χριστια­νισμό; Τί θά ἀπαντοῦσε ὁ ἴδιος στήν εὐθεία ἐρώτηση ἄν εἶναι χριστια­νός; (Πουθενά στά γραπτά του δέν λέει ρητά ὅτι εἶναι). Ἔκανε τελικά τό ἅλμα τῆς πίστης; Πίστευε στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν; Ἤ μήπως ἔμεινε κυρίως στά ὅρια τοῦ χριστιανικοῦ ἀνθρωπισμοῦ;

Ἀντιγράφω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό Ταξίδι στή Μέση Ἀνατολή καί στό Ἅγιον Ὄρος —τό κείμενο μέ τόν προσωπικότερο τόνο γιά ὅσα συζητᾶμε ἐδῶ—, ὅπου κάνει λόγο γιά τήν προετοιμασία πού χρειάζεται, προκειμένου νά ἐπισκεφτεῖ κανείς τούς Ἁγίους Τόπους, καί τή σημασία πού μπορεῖ νά ἔχει ἕνα τέτοιο ταξίδι:

Χρειάζεται κάποια ψυχολογική προετοιμασία. Δέν μιλῶ γιά πίστη, γιατί ξέρω πόσο βαρύς εἶναι αὐτός ὁ λόγος καί μέ πόση προσοχή ὀφείλουμε νά τόν χρησιμοποιοῦμε. Τουλάχιστο ὅμως πρέπει νά πηγαίνει κανείς στήν Ἅγια Πόλη μέ εὐλάβεια πρός ὅ,τι θεώρησαν ἀμέτρητες γενεές προγό­νων μας ὡς ἱερό. Τήν ἀληθινή, μυστική πίστη δέν μπορεῖ νά τήν ἔχει κανείς κατά παραγγελία, ὅ,τι ὥρα τοῦ κάνει ὄρεξη. Αὐτή ἔρχεται μόνη της, σέ ὅποιον θέλει καί ὅταν θέλει. Τήν εὐλαβική ὅμως διάθεση τή διατηροῦμε μέσα μας ἀπό αἰῶνες καί θά τή βροῦμε, σίγουρα, μέ λίγη προσπάθεια, ἄν δέν εἴμαστε πολύ χαλασμένοι ἀπό τή σύγχρονη ζωή.

[...]

Δέν ὑπόσχομαι ὅτι θά γίνουμε ἔτσι εὔκολα γνήσιοι Χριστιανοί. Κάπως ὅμως θά πλησιάσουμε τό ἀληθινό νόημα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. θά ἀρχίσουμε νά διαισθανόμαστε τό μέγεθος καί τήν ἐκρηκτικότητα τῆς πνευματικῆς δύναμης πού βρέθηκε κάποτε συμπυκνομένη ἐδῶ καί πού ἔμελλε νά ἀλλάξει —καί νά ἀλλάζει ὁλοένα, μέ τίς ἀνεξάντλητες ἀλυσωτές ἀντιδράσεις της— τήν καρδιά καί τή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων. (σ. 63-64)

Δέν ἔχουμε σκοπό, βέβαια, μέ τούτη τήν τελευταία, ἔκτη, σημείωση νά μετρήσουμε ἤ νά βαθμολογήσουμε τήν πίστη τοῦ Θεοτοκᾶ. Μακριά ἀπό μᾶς αὐτός ὁ δαιμονικός πειρασμός. Ἄν θέτουμε αὐτά τά ἐρωτή­ματα, εἶναι ἐπειδή ἡ προσωπική στάση του τέμνεται μέ τή στάση πολλῶν ἄλλων ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς μας, ὅπου ἡ πίστη δέν εἶναι δυνατή ἤ, ἔστω, εύκολη, ἀκόμη καί σέ ἐκείνους στούς ὁποίους εἶναι ἐπιθυμητή ἤ καί ἀναγκαία. Ἄν θά δοκίμαζα νά «ἀπαντήσω», θά ἔλεγα ὅτι ὁ Θεοτοκᾶς, πρῶτον, ἔνιωθε βαθιά τήν ἀνάγκη, τόν πόθο καί τή θέληση νά πιστέψει καί, δεύτερον, ἤξερε καλά τί εἶναι αὐτό πού ἤθελε, τόσο καλά πού εἶχε ἐπίγνωση πώς δέν εἶναι ἀνθρώπινο κατόρ­θωμα ἀλλά δῶρο τοῦ Θεοῦ: «Αὐτή ἔρχεται μόνη της, σέ ὅποιον θέλει καί ὅταν θέλει». Τόσο μόνο μποροῦμε νά ποῦμε καί τίποτε περισσότερο.



-----------------------------------------------------------------------------

Ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης γεννήθηκε τό 1953 στή Συκιά Λακωνίας. Ἀπό τίς ἐκδό­σεις τοῦ Βιβλιοπωλείου τῆς «Ἑστίας» (2002) κυκλοφορεῖ τό βιβλίο του Ὁ Θεός στήν πόλη. Δοκίμια γιά τή θρησκεία καί τήν πολιτική.

[1] Στόν Πρόλογό του (σ. 81) στό Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί καί θέσεις. Πολι­τικά κείμενα 1925-1966, 2 τόμοι, ἐπιμ. Νίκος Κ. Ἀλιβιζάτος, Μιχάλης Τσαπόγας, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1996.

[2] Στά ἡμερολόγιά του δέν ἀποτυπώνονται κινήματα ψυχῆς Θρησκευτικῆς. Ὑπάρχει ὡστόσο μιά ἐγγραφή τῆς 29.4.1940 (Τετράδια ἡμερολογίου, 1939-1953, πρόλ. Μάρκ Μαζάουερ, ἐπιμ.-εἰσαγ. Δημήτρης Τζιόβας, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας» 32005, σ. 133-134) πού φανερώνει, πιστεύουμε, τήν ψυχική καί πνευματική διαθεσιμότητα τοῦ Θεοτοκᾶ γιά μιά χριστιανική στροφή. Βλ. ἀκόμη τίς ἐγγραφές τῆς 30.11.1942 καί τῆς 23.10.1941 (διαφωνία του μέ τόν Παναγιώτη Κανελλόπουλο γιά τό Βυζάντιο καί τή βυζαντινή τέχνη), στό ἴδιο, ὅ.π., σ. 373 καί 299 ἀντιστοίχως.

[3] Γιώργου Θεοτοκᾶ, Ταξίδι στή Μέση Ἀνατολή καί στό Ἅγιον Ὄρος, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», 2η ἔκδοση, Ἀθήνα χ.χ., σ. 175, (1η ἔκδοση Φέξης 1961).

[4] «Ή ἔξοδος ἀπό τό μηδενισμό», ἐφ. Τό Βῆμα, 10.1.1960, καί Γιώργου Θεοτοκᾶ, Πνευματική Πορεία, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», 2η ἔκδοση, Ἀθήνα, χ.χ., σ. 129-133.

[5] Γ. Θεοτοκᾶ, Πνευματική πορεία, ὅ.π., σ. 121.

[6] Γ. Θεοτοκᾶ, Πνευματική πορεία,ὅ.π., σ. 132-133.

[7] Γιώργου Θεοτοκᾶ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, Οί ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 1975, σ. 28-29• βλ. στό ἴδιο καί σ. 24-25.

[8] Γ. Θεοτοκᾶ, Πνευματική πορεία,ὅ.π., σ. 123.

[9] Γ. Θεοτοκᾶ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, ὅ.π., σ. 34.

[10] Γ. Θεοτοκᾶ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, ὅ.π., σ. 27.

[11] Γ. Θεοτοκᾶ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας,ὅ.π., σ. 20.

[12] Γ. Θεοτοκᾶ, Ή Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, ὅ.π., σ. 32-33. Οἱ «θολοί νεολογι­σμοί» ἀναφέρονται στόν ὅρο «Ἑλληνοχριστιανικός πολιτισμός» τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952. Βλ. στό ἴδιο σ. 36 καί 57.

[13] Γ. Θεοτοκᾶ, Πνευματική πορεία, ὅ.π., σ. 134.

[14] Γ. Θεοτοκᾶ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, ὅ.π., σ. 41, 42 καί 43 ἀντιστοίχως.

[15] Γ. Θεοτοκᾶ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, ὅ.π., σ. 12.
πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...