Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα Ορθοδόξου Ηθικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα Ορθοδόξου Ηθικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιουνίου 27, 2020

Θεολογία καὶ Ἀνανέωση



Ἐπιλογὲς ἀπὸ σχετικὸ δοκίμιο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου σχετικὰ μὲ ποιὰ εἶναι ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία.

Σὲ ἕνα ἀφιέρωμα γιὰ τὴν παράδοση καὶ τὴν ἀνανέωση στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείψει ἡ ἀναφορὰ στὴ Θεολογία. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ Θεολογία ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ συντελεστὴ ἀνανέωσης. Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ σκέψη καὶ γραφὴ ἐπηρεάζει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δίνοντας κατευθύνσεις καὶ ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀλήθεια.

Ποιὰ εἶναι ὅμως ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ παρακάτω κείμενο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου. O συγγραφέας, λόγιος θεολόγος, εἶναι ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα «Παράδοση καὶ Ἀνανέωση» ὅσο λίγοι καὶ μάλιστα ἐδῶ καὶ δεκαετίες. Ἄλλωστε, τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει ἑτοιμαστεῖ τὸ 1962, στὰ πλαίσια τοῦ Θεολογικοῦ Συμποσίου ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ἡ Ζωὴ» μὲ γενικὸ θέμα «Θεολογία, ἀλήθεια καὶ ζωή». Τὸ κείμενο, μὲ τὸ νὰ εἶναι «σύγχρονο», ἀποδεικνύει εὔγλωττα ὅτι ἡ ἀληθινὴ Θεολογία εἶναι πάντοτε ζωντανὴ καὶ ἐπίκαιρη. Τὸ παραθέτουμε σὲ διασκευή.


ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ



Μερικὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας

OΡΘOΔOΞΗ:

Δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ εἶναι ἡ θεολογία μας ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια ἀρνητική, δηλαδὴ νὰ μὴν περιπίπτει σὲ αἵρεση ἢ πλάνη. Πρωτίστως, πρέπει νὰ εἶναι ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια θετική. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ προσέχουμε νὰ μὴν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ὀρθοδόξου γραμμῆς. Πρέπει ἡ πνοὴ καὶ ὁ παλμὸς τῆς θεολογίας νὰ εἶναι ὀρθόδοξοι, νὰ εἶναι ὅλη διαποτισμένη ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νὰ ἀντλεῖ ἀπ’ τὸν ἀστείρευτο ποταμὸ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Νὰ εἶναι βιβλικὴ καὶ πατερική, ὄχι τυπικῶς ἀλλ’ οὐσιαστικῶς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνοικεῖ σ’ αὐτὴν πλουσίως καὶ οἱ θεοφόροι Πατέρες νὰ εἶναι οἱ ζωντανοὶ ὁδηγοί της.


ΖΩΝΤΑΝΗ:

Ἡ θεολογία μας πρέπει νὰ μὴν εἶναι ξηρά, νοησιαρχικὴ καὶ σχολαστική, ἀλλὰ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστική, γραμμένη «ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις» (Β΄ Κορ., γ΄ 3). Νὰ εἶναι ἀπαύγασμα ζωῆς, προϊόν τῆς ψυχῆς, ἔκφραση τοῦ πιστεύοντος ἀνθρώπου. Νὰ ἀκούει τὸν σύγχρονον ἄνθρωπο καὶ νὰ ἔχει κάτι νὰ τοῦ πεῖ. Νὰ τὸν κατανοεῖ καὶ νὰ τὸν βοηθεῖ.

Ἡ ἀληθὴς θεολογία εἶναι ἀνθρωπιστικὴ καὶ καθοδηγητική, εἶναι θεανθρωπολογία. Τὸ ὅτι εἶναι παραδοσιακὴ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι στατικὴ καὶ ἐπαναληπτική. Ἡ πορεία της δὲν σταματᾶ. Ὁ λόγος της «οὐ δέδεται», διότι εἶναι ἔκφρασις τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος.


ΧΡΙΣΤOΒΙΩΜΑΤΙΚΗ:

Ὁ πράγματι ὀρθόδοξος θεολόγος εἶναι καὶ «θεοφόρος». Σκοπὸς του εἶναι ὄχι νὰ γνωρίσει τὸν Θεόν, ἀλλὰ πρωτίστως νὰ «μορφωθῆ Χριστὸς ἐν αὐτῷ» (Γαλ. δ’ 19). Μόνον «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται” (Ματθ ε΄,8). Ὅταν ἡ ψυχὴ καθαρθεῖ, τότε θὰ γίνει ὅλη ὀφθαλμός, κατὰ τὸν Ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Θεολόγος εἶναι ὁ ὁρῶν, ὁ βλέπων, ὅπως ἦταν ὁ προφήτης τῆς Π. Διαθήκης, ὁ «ἐπόπτης τῆς θείας μεγαλειότητος» (Β’ Πετρ., α΄ 16) ὁ «ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. β’14).

Μόνον σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «ἀπεκδύεται τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον καὶ ἐνδύεται τὸ νέον» (Κολ. γ΄ 9-10) ἀποκαλύπτεται ὁ Ἀπερίγραπτος. Μόνο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ὡς πρὸς τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ συσταυροῦται καὶ συνθάπτεται, αὐτὸς βλέπει τὸν ἀναστάντα. Μόνον ὅταν «κατοικήσῃ ὁ Χριστὸς ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, εἶναι δυνατὸν «καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ” (Ἐφεσ. γ΄ 17-19).


ΠΡOΣΕΥΧOΜΕΝΗ:

Μόνον μέσα στὴν θερμὴ ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸν μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ μία ἀληθινή, ζωντανὴ καὶ ὀρθόδοξη θεολογία. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀτομικὴ προσευχή, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ὁμαδικὴ λατρεία, ἡ συμμετοχὴ στὴν λειτουργικὴ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ τροφοδοτήσει καὶ θὰ ἐμπνεύσει τὴν θεολογία μας. Ἡ ἕδρα πρέπει νὰ πλησιάζει τὸ θυσιαστήριον, τονίζει καὶ ὁ σοφὸς θεολόγος π. Γ. Φλωρόφσκυ.


ΑΓΙΑ:

Ἀλλ’ ἡ θεολογία πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι ἁγία. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ὑπηρέτες της, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν ὅσιοι καὶ ἅγιοι. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν οἱ κατεξοχὴν θεολόγοι. Κάθε πιστὸς εὕρισκε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μία διαυγῆ ἔκθεση τῆς διδασκαλίας τους, ἕνα ζωντανὸ θεολογικὸ ὑπόμνημα.

Καὶ σήμερα, πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἅγιοι πρέπει νὰ γίνουν οἱ θεολόγοι, ἐὰν θέλουν νὰ δώσουν στὴ θεολογία τὴν ἀρχαία της αἴγλη καὶ τὴ θαυματουργική της δύναμη. Καὶ ἅγιος δὲν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἐκεῖνος ποὺ ἔχει φθάσει στὴν κορυφή, ἀλλὰ ὁ τείνων πρὸς τὴν ἁγιότητα, ὁ πράγματι ἀγωνιζόμενος, ὁ ἀσκητής. Χωρὶς αὐτὸν τὸν ἀπαραίτητον τόνον τῆς ἁγιότητας ἡ θεολογία εἶναι ἀναιμικὴ καὶ ἄψυχος, ἀδρανὴς καὶ ἀνενέργητος.


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ:


Ἡ θεολογία ἡ ὀρθόδοξη, δὲν εἶναι αὐτόνομη ἢ ὑποκειμενική, ὅπως τὰ προτεσταντικὰ κατασκευάσματα, ἀλλὰ εἶναι στόμα καὶ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας, λειτουργός τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Διακονεῖ τὸν Θεὸν καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸ μυστικὸ «πανδοχεῖον». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἁγιαστικὸ χῶρο καὶ ἀπὸ τὴν ζωογόνο ἀτμόσφαιρα τῆς μητρὸς Ἐκκλησίας. Μόνον «πεφυτευμένη ἐν τῷ Οἴκῳ Κυρίου» δύναται νὰ «φέρῃ καρπὸν πολὺν» (Ἰω, ιε’,5).


ΑΓΩΝΙΖOΜΕΝΗ:

Ἡ ἀληθινὴ θεολογία δὲν μένει κλεισμένη στὸ γραφεῖο της, δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «θεολογία τῶν καθηγητῶν», ἀλλὰ κατέρχεται καὶ στὸν στίβο, μετέχει τοῦ ἡρωισμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου, ὅταν χρειαστεῖ. Κατὰ ταῦτα, οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόστολοι καὶ προφῆτες, ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες, «ἵνα μαρτυρῶσι τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω, ιη΄ 37).


ΠΝΕΥΜΑΤOΦOΡOΣ:

Εἶναι τρομερὸ ὅτι πολλοὶ θεολόγοι λησμονοῦν τὴ ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ διαβεβαίωση τοῦ ἀψευδοῦς Κυρίου: “ὁ Παράκλητος…, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω, ιστ΄, 13). Τὸ Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καταυγάζει τὸν νοῦν, πυρώνει τὴν καρδιά. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ ἰδεολογικὴ καὶ νοητικὴ ἀνάπτυξη. Αὐτὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ συχνὰ ἐπικίνδυνη. Ἂν δὲν κατοικήσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεολογήσουμε. Ὁ θεολόγος πρέπει νὰ εἶναι δοχεῖο τοῦ Πνεύματος καὶ πλῆκτρο τοῦ Πνεύματος, πνευματοφόρος καὶ πνευματοκίνητος, «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. στ΄. 3).

Σύμφωνα μ’ αὐτά, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς οὐσιαστικῆς ἀλήθειας, τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ ἡ ὁποία εἶναι συγχρόνως ἡ OΔOΣ καὶ ἡ ΖΩΗ (Ἰω. ιδ΄, 6). Ἀναζήτηση ὄχι μόνον διὰ τῆς διανοίας, ἀλλὰ «ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ψυχῆς». Ἀναζήτηση εὐλαβικὴ καὶ ἱκετευτική, ταπεινὴ καὶ σεμνή. Μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ ζώσης πίστεως, μετ’ ἀγάπης καὶ πόθου, μετὰ ταπεινώσεως καὶ συντριβῆς καὶ κατανύξεως, μετὰ καθαρότητος ψυχῆς καὶ συνεχοῦς ἐξαγνισμοῦ, «κεκαθαρμέναις διανοίαις … καὶ ταῖς αἰσθήσεσι», μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα λατρείας καὶ ἀσκήσεως, μέσα στὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Μία τέτοια θεολογία εἶναι γονυκλισία πρὸ τοῦ θείου μυστηρίου, εἶναι γεύση Θεοῦ καὶ ψυχικὴ ἐμπειρία, εἶναι ἱερουργία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ. (Ρώμ. ιε΄ 16) καὶ κατεξοχὴν λειτουργία, εἶναι οἰκείωση, βίωση καὶ κοινωνία Θεοῦ, συγχρόνως δὲ «καταγγελία τῶν θαυμασίων Αὐτοῦ».

Μόνον μία τέτοια ὄντως ὀρθόδοξη θεολογία δύναται νὰ μᾶς προφυλάξει ἀπὸ τὶς ὀλισθηρὲς ἀτραποὺς τῆς «ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. στ΄ 10)., ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ὑπάρχει ὡς μία μεγάλη ἀπειλὴ σὲ κάθε ἐποχή.

Τὴν καλλιέργεια μιᾶς τέτοιας Θεολογίας περιμένει ὁ αἰώνιος Θεός, ἀλλὰ καὶ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς ἐποχῆς μας.

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2016

Ἡ πρόταση τῆς ἀποηθικοποίησης τοῦ Χριστιανισμοῦ


Σταῦρος   Ζουμπουλάκης
[...]


Μιὰ ἀπό τίς μείζονες παραφθορές καί ἀλλοιώσεις τοῦ χριστιανισμοῦ ἀποτελεῖ, κατά τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, ἡ ἠθική.

«Ζοῦμε στίς μέρες μας ἕνα γεγονός προοδευτικῆς διαφθορᾶς τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Ἠθική, σέ φοβερή ἔκταση. Ἡ Ἠθική διαφθείρει τήν Ἐκκλησία, μεταβάλλει τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας σέ κριτήρια ἐγκόσμια καί συμβατικά, ἀλλοιώνει τό "μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον" σέ ὀρθολογική κοινωνική ἀναγκαιότητα· ἀλλοιώνει καί τήν ἴδια τή δομή τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἀποκλειστικά λειτουργική-εὐχαριστιακή, τήν μεταβάλλει σέ θεσμό προστασίας τῆς κοινωνικῆς εὐνομίας καί εὐταξίας» (ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Χ. Γιανναρᾶ).

Κεντρική ἰδέα λοιπόν, ἀντίστοιχα, τῆς θεολογικῆς πρότασης τοῦ Χρ. Γιανναρᾶ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τά δεσμά τῆς ἠθικῆς, ἡ ἀποηθικοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ, μιὰ ἰδέα πού γνωρίζει ἔκτοτε τεράστια ἀπήχηση καί υἱοθετεῖται χωρίς δεύτερη σκέψη ἀπό θεολογοῦντες καί μή.

Ἀντιλαμβανόμαστε ὅλοι τόν ἀντιρρητικό χαρακτήρα αὐτῆς τῆς ἰδέας, τόν πολεμικό στόχο της, πού δέν εἶναι ἄλλος βέβαια ἀπό τήν περιορισμένη καί περιοριστική ἠθική τῶν ὀργανώσεων, τήν ἀσφυκτική καί μνησίκακη. Ὁ ἀντιπαλος, ὅπως ξέρουμε, μᾶς δεσμεύει, ὁ ἐχθρός μᾶς καθορίζει: ὁ Γιανναρᾶς ἔχει τήν ἴδια ἄποψη γιά τήν ἠθική μέ αὐτήν πού ἔχουν οἱ ὀργανώσεις, ἀκριβέστερα μέ αὐτήν πού θεωρεῖ ὁ ἴδιος ὅτι ἔχουν οἱ ὀργανώσεις, ὅτι δηλαδή ἠθική εἶναι τελικά ἕνα σύστημα κανόνων κοινωνικῆς εὐπρέπειας — μέ τή διαφορά βέβαια ὅτι σέ αὐτήν τήν ἠθική οἱ ὀργανώσεις βάζουν θετικό πρόσημο, ἐνῶ ὁ Γιανναρᾶς ἀρνητικό.

Ἐνῶ τό προσωπικό τραυματικό βίωμα τῶν ὀργανώσεων ὁδηγεῖ τόν Γιανναρᾶ νά ἀναζητήσει ἕναν ἄλλο χριστιανισμό, μία ἄλλη Ἐκκλησία ἤ ἐκκλησιολογία, δέν τόν ὁδηγεῖ ὡστόσο νά ὑποψιαστεῖ ὅτι ὁ χριστιανισμός εἶναι πρωτίστως μία ἄλλη ἠθική, ὅτι δηλαδή ἡ ἠθική τῆς Βίβλου καί τῶν χριστιανῶν δέν ταυτίζεται μέ ἐνδυματολογικούς περιορισμούς, ἀλλά εἶναι ἡ ἠθική τῆς εὐθύνης ἔναντι τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, ἡ ἠθική πού ὁρίζει ὡς τόπο συνάντησης τοῦ Θεοῦ τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἡ ἠθική πού ἐπιτάσσει νά γίνω ὁ πλησίον, ἐγώ νά γίνω ὁ πλησίον κάθε ἄγνωστου ξένου, ἰδίως ὅταν αὐτός ἐμπίπτει εἰς τούς ληστάς, ἡ ἠθική τῆς ὀντολογικῆς ταύτισης τοῦ Χριστοῦ μέ κάθε ξένο καί ἄγνωστο συνάνθρωπο, σύμφωνα μέ τό Ματθ. 25, 31-46. Ὅταν βέβαια συγχέεις τή χριστιανική ἠθική μέ τίς κάθε λογῆς αὐθαίρετες, πειθαναγκαστικές συμβάσεις κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς, τότε ἡ ἀποηθικοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ ἀποκτᾶ πράγματι ἀπελευθερωτικό χαρακτήρα.

Ἡ κεντρική αὐτή ἰδέα τῆς θεολογικῆς πρότασης τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ θά διαμορφώσει καί τίς ἐπιμέρους ἰδέες του γιά μία σειρά ἄλλων κρίσιμων θεμάτων, ὅπως εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἄσκησης, τῶν μυστηρίων, τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἴδιας, τῆς σχέσης τῶν χριστιανῶν μέ τόν κόσμο, τήν κοινωνία καί τήν ἱστορία.

Πρώτη συνέπεια αὐτῆς τῆς ἀποηθικοποίησης τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ἀποηθικοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀπογύμνωσή της ἀπό κάθε ἠθικό περιεχόμενο. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἁπλῶς —πράγμα λίαν ἀνακουφιστικό γιά τόν καθένα μας— ἡ συνολική ὑπαρκτική ἀστοχία καί ἀποτυχία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἁμαρτία εἶναι

«ἡ ἀποτυχία τοῦ προσώπου νά ἀποκατασταθῆ στήν καθολικότητά του (νά συντονιστῆ, σέ ἕνα γεγονός κοινωνίας, μέ τήν ἑνιαία θέληση τῆς καθολικῆς φύσεως), ἡ ἔκπτωσή του σέ ἄτομο, [πού] τό ἀποκόβει καί τό ἀντιθέτει τόσο πρός τήν καθολική φύση ὅσο καί πρός τίς ἀτομικές φύσεις τῶν ἄλλων.

»Ἡ ἐμμονή στήν ἀτομικότητα σημαίνει τήν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι αὐτό πού εἶναι, δηλαδή τήν ἔκπτωση ἀπό τό Εἶναι, ἀπό τήν "κατά φύσιν" ὕπαρξη στήν "παρά φύσιν" ἀτομικότητα, στόν τεμαχισμό τῆς φύσεως. Αὐτή ἡ ἔκπτωση εἶναι ἁμαρτία, δηλαδή ἀστοχία ὡς πρός τήν αὐθεντική, τήν "κατά φύσιν" ἀνθρώπινη ὕπαρξη» (σελ. 28, ὑπογραμμίζει ὁ συγγραφέας).

Ὁ χριστιανός, ὁ ἄνθρωπος τῆς Βίβλου γενικότερα, εἶναι ἐκεῖνος πού θέτει τόν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί κρίνει διαρκῶς ὅλες τίς σκέψεις καί τίς πράξεις του, μέ μοναδικό κριτήριο ἄν εἶναι σύμφωνες μέ τό λόγο, τίς ἐντολές καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὅμως ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι παρακοή καί ἀθέτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὀδυνηρή ἐκείνη προσωπική ἐμπειρία τῆς προδοσίας τῆς διαθήκης μέ τόν Θεό, δηλαδή τελικά τῆς φιλανθρωπίας του, μία ἐμπειρία πού χαράζει τήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ πιστοῦ, ἀλλά ἀποτελεῖ μία γενική ὑπαρκτική συνθήκη, τότε δέν ὑπάρχει πλέον κανένα περιθώριο γιά προσωπικό πνευματικό ἀγώνα, γιά ἠθική προσπάθεια, ὥστε νά καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος ἱκανός νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, νά μένει πιστός στό θέλημά του, δηλαδὴ νά ἀγαπάει μέχρι θυσίας, γιατί ἡ ἀγάπη ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τή συγκεφαλαίωση τῶν ἐντολῶν καί τήν ἐκπλήρωση τοῦ νόμου: «ὁ γάρ ἀγαπῶν τόν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε· τό γάρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καί εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ρωμ. 13, 8-9).

Ὁ Γιανναρᾶς ὡστόσο κάνει πολύ λόγο στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» γιά ἄσκηση, ἐπικαλεῖται τούς ἀσκητικούς πατέρες καί τά συγγράμματά τους. Ναί, ἀλλά ἡ ἄσκηση δέν εἶναι γιά αὐτόν ὁ πόλεμος κατά τῶν παθῶν, ὥστε νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος, νικώντας τόν ἐγωισμό του, νά ζήσει ὡς μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἐργαζόμενος τίς ἐντολές καί κυρίως τήν ἐντολή τῶν ἐντολῶν, τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης, ἀλλά εἶναι, γενικά καί ἀόριστα, ἄρνηση τῆς αὐτονομημένης φύσης τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἁμαρτία ὡς ὑπαρκτική ἀστοχία καί συνολική ἀνθρώπινη ἀποτυχία δικαιώνεται τελικά καί καταξιώνεται. Καταξιώνεται, ἀφοῦ μᾶς ἀνοίγει τίς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς καθιστᾶ μέλη της. Τί χαρά, τί εὐτυχία πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί μποροῦμε νά γίνουμε, ὡς ἐκ τούτου, μέλη τῆς σωστικῆς κιβωτοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει, θά ἔλεγα, στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» ἕνας μυκτηρισμός τῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ αὐτή ὁδηγεῖ μᾶλλον στίς ὀργανώσεις, καί ἕνας ναρκισσισμός, ἀπό τήν ἄλλη, τῆς ἁμαρτίας, ἀφοῦ ἐτούτη ὁδηγεῖ στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ, μέσα στήν Ἐκκλησία, θά ζήσει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀληθινή χριστιανική ἠθική, τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας:

«ἡ Ἠθική τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό γεγονός τῆς Εὐχαριστίας, μία συλλογικὴ πράξη ἑνότητας καί κοινωνίας» (σελ. 72).

Ἐδῶ ἡ Εὐχαριστία ὁρίζεται ὡς ἠθική, ταυτίζεται μέ τήν ἠθική, ἀποτελεῖ τή μόνη ἠθική τῶν χριστιανῶν. Λίγο παρακάτω ὡστόσο διαβάζουμε:

«Γιά νά πετύχη ὁ ἄνθρωπος τή σχέση καί κοινωνία μέ τόν Θεό δέν ἔχει πιά ἀνάγκη ἀπό κανένα Νόμο, ἀπό καμιά Ἠθική καί ἀπό καμιά θρησκεία, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό θυσίες ἄλλες καί ἐξιλεωτικές ἤ ἀξιόμισθες πράξεις. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι τό τέλος κάθε Θρησκείας καί κάθε Ἠθικῆς, εἶναι ἡ ἐπιστροφή στήν αὐθεντική ὕπαρξη, στήν "κατά φύσιν" ζωή» (σελ. 78).

Τώρα ἡ Εὐχαριστία ὁρίζει τό τέλος τῆς ἠθικῆς, ἐνῶ, λίγες ἀράδες παρακάτω, ἡ Εὐχαριστία συνδέεται ξανά μέ τήν ἠθική, ἀλλά μέ ἕναν διαφορετικό αὐτή τή φορά τρόπο:

«Ἡ προέκταση τῆς Εὐχαριστίας σέ κάθε φάση τῆς ζωῆς εἶναι τό προσωπικό ἔργο τοῦ πιστοῦ, ἡ ἠθική του προσπάθεια» (σελ. 79).

Παρά τήν ὅποια φραστική ταλάντευση, εἶναι βέβαιο πώς, ἄν ἡ ἠθική βρίσκει μέσα στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» ἕναν τόπο γιά νά ὑπάρξει, αὐτός ὁ τόπος εἶναι ἡ Εὐχαριστία καί τά μυστήρια ἐν γένει. Ἡ ἰδέα εἶναι καινοφανής καί ἀνήκουστη. Ἡ πατερική καί ἐκκλησιαστική σκέψη δέν θεώρησε ποτέ τά μυστήρια καί τήν Εὐχαριστία ὡς ἠθική πράξη, γι' αὐτό ἄλλωστε καί ὁ Γιανναρᾶς δέν προσκομίζει καμία πατερική μαρτυρία σχετικῶς. Μά πῶς γίνεται νά εἶναι τά μυστήρια ἠθική, ἀφοῦ δέν τά ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός; Ὁ ἄνθρωπος πάσχει τά μυστήρια. Τά μυστήρια τά ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί στόν ἄνθρωπο ἐνεργοῦνται ὑπό προϋποθέσεις. Ἡ Εὐχαριστία, τό κατεξοχήν μυστήριο στό ὁποῖο ὁ Γιανναρᾶς ἀναφέρεται ξεχωριστά, ἔρχεται νά ἐπισφραγίσει μία ζωή πού εἶναι ἤδη χριστιανική, γι' αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ μετοχή σέ αὐτήν δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Καί δέν ἐννοοῦμε μόνο τή νηστεία πού πρέπει νά προηγηθεῖ, ἀλλά ἐννοοῦμε προϋποθέσεις ἠθικές. Δέν ἀποτελεῖ κοινή συνείδηση τῶν πιστῶν ὅτι ἠθικά παραπτώματα, παραβάσεις τῶν θείων ἐντολῶν μᾶς στεροῦν τή δυνατότητα μετοχῆς στό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας; Δέν διαβάζουμε στό Εὐαγγέλιο, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ὅτι πρέπει νά πᾶς πρῶτα νά συμφιλιωθεῖς μέ τόν ἀδερφό σου καί μετά νά προσφέρεις τό δῶρο σου στό θυσιαστήριο (Ματθ. 5, 23-24), νά λειτουργήσεις ἤ νά λειτουργηθεῖς, ὅπως θά λέγαμε σήμερα (Βλ. ἀντί πολλῶν, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, «Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν»);

Τί εἶναι αὐτό ἄραγε ποῦ ὁδηγεῖ τόν Γιανναρά νά θεωρεῖ ὅτι τά μυστήρια εἶναι ἡ ἠθική τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ πολεμική του, θά ἀπαντοῦσα, κατά τῆς ἀτομικότητας, τό γεγονός ὅτι θεωρεῖ τήν ἀτομικότητα ταυτόσημη τῆς ἁμαρτίας, συνώνυμη τῆς πτώσης, αἵρεση. Μά ἡ ἀρετή εἶναι ἀτομική, δέν ὑπάρχει συλλογική ἀρετή, ὅπως δέν ὑπάρχει συλλογική ἁμαρτία, συλλογική εὐθύνη ἤ συλλογική ἐνοχή. Ἀτομική βέβαια διόλου δέν σημαίνει περίκλειστη σέ ἕνα ἐγώ καί ἀκοινώνητη. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ εὐθύνη εἶναι ἀτομική, ἀναλαμβάνεται σέ πρῶτο ἑνικό πρόσωπο ἀλλά ἀφορᾶ ὅλους, ἰσχύει ἔναντι ὅλων, τό ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται μέ τήν καλοσύνη καί τήν ἁμαρτία, τίς πράττει ἕνας ἀλλά ἀφοροῦν καί ἐπηρεάζουν ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Θά προσθέσω ἐδῶ παρενθετικά ὅτι ἡ διακριση ἀτόμου καί προσώπου, θεμέλιο ὅλης τῆς σκέψης τοῦ Γιανναρᾶ, εἶναι κατ' ἐμέ παιχνίδι μέ τίς λέξεις —ἕνα ἄτομο ποὺ ἀναλαμβάνει τήν εὐθύνη του ἔναντι τῶν ἄλλων δέν εἶναι πρόσωπο;— καί ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ περί προσώπου θεωρία στό ἔργο του ἀποτελεῖ τελικά ἕνα ταμπούρι γιά νά πολεμήσει τήν ἔννοια τῆς νεωτερικῆς ἀτομικότητας. Γράφει λοιπόν ὁ Γιανναρᾶς:

«Νά γιατί ἡ Ἠθική της Ἐκκλησίας βρίσκεται στούς ἀντίποδες κάθε φιλοσοφικής, κοινωνικῆς καί θρησκευτικῆς Ἠθικῆς: γιατί ἀρνεῖται τήν ἀτομική ἀρετή, τό ἰδιωτικό ἐπίτευγμα, τήν ἀτομική ἀξιολόγηση. Τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἦθος λειτουργικό, ἦθος κοινωνίας καί ἑνότητος, προσωπική μετοχή στό Σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου. [...] Ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι ἀποκόβει καί ἀποξενώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀρετή ὅ,τι τόν ἐπισυνάγει καί τόν ἐγκεντρίζει στήν "καλλιέλαιο" τῆς Χάρης» (σελ. 72, ὑπογραμμίζει ὁ συγγραφέας).

Ἡ ἁμαρτία ποὺ μέ ἀποκόβει ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ποιανοῦ εἶναι, ποιός τή διαπράττει, ποιός ἐνδίδει σέ αὐτήν; Δέν εἶναι ἡ δική μου ἁμαρτία; Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἀρετή, μέ τήν ἑξῆς διαφορά: σύμφωνα μέ τή βιβλική ἠθική ἡ ἀρετή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀποκλειστικά ἀνθρώπινο κατόρθωμα. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος τό κακό πού δέν θέλει νά κάνει αὐτό ἀκριβῶς κάνει, γιατί ὑπάρχει μέσα του, στά μέλη του, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας πού ἀντιστρατεύεται τόν νόμο τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 7, 15-23), χρειάζεται τό ἔλεος καί ἡ χάρη του. Στόν ἄνθρωπο ἀνήκει ἡ ἠθική προσπάθεια, ὁ ἐπίπονος ἀγώνας, ἡ πραγμάτωση τῆς ἀρετῆς ὅμως δέν μπορεῖ νά γίνει χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι τελικά δῶρο Θεοῦ. Ἡ δίδυμη ἐντολή, ἀξεχώριστα δίδυμη, ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου καί ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν (Ματθ. 22, 37-40), δέν μπορεῖ νά πραγματωθεῖ χωρίς τή θεϊκή συνδρομή. Ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἀγάπη εἶναι δῶρα τοῦ Χριστοῦ στόν ἄνθρωπο πού ἀγωνίζεται μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα μέσα στόν κόσμο γιά νά ζήσει ὡς μαθητής του. Γιά αὐτό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ παρακαλεῖ ὁ χριστιανός μέ τήν προσευχή, στήν καθημερινή πάλη του νά ἀγαπήσει τόν ἄλλο, νά γίνει ὁ πλησίον τοῦ ἐχθροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο βέβαια πού στήν «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» δέν γίνεται πουθενά, σέ κανένα σημεῖο, ἀναφορά στήν προσευχή, ἐνῶ γίνεται πληθωρικά λόγος γιά λατρευτική σύναξη καί λειτουργία. Δέν ἔχω ἀμφιβολίες γιά τό λόγο: ἡ προσευχή εἶναι ὕποπτη ἀτομικότητας.

Αὐτή ἡ ἀπόρριψη κάθε ἔννοιας ἀτομικότητας θά ὁδηγήσει τόν Γιανναρᾶ καί ὅλο τό ἐν λόγῳ ρεῦμα σκέψης νά ἀναγάγει σέ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τόν λαό, τόν εὐλαβῆ λαό τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ φιλελευθερισμός τοῦ κοινωνικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως βιώθηκε στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, ἔγκειται σέ μία οὐσιαστική καταξίωση τῶν λαϊκῶν ἀξιῶν, ὡς κοινωνικῶν-λειτουργικῶν ἀξιῶν, στήν ἐφαρμογή μέσα στόν κοινωνικό βίο τῶν κριτηρίων τῆς λαϊκῆς παραδόσεως καί τῆς αὐθεντικῆς λαϊκῆς πνευματικότητος. Ὁ λαός γιά τήν Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς ἀλήθειας, καί κάτι περισσότερο: εἶναι τό σῶμα τῆς ἀλήθειας, ἡ ἐνσάρκωση τῆς ἀληθείας, δέν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπό τό λαό» (σελ. 163).

Κορυφαία ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καί τῆς εὐλάβειάς του ἀναγορεύεται τό πανηγύρι τοῦ χωριοῦ γύρω ἀπό τή μνήμη ἑνός ἁγίου. Ὁ Γιανναρᾶς μάλιστα θά φτάσει νά κάνει λόγο γιά «ἐορτολογικό σοσιαλισμό» (σελ. 164). Ἀφέλειες. Τήν ἐποχή πού γράφεται τό βιβλίο, ὁ χριστιανισμός τῶν ἀγροτικῶν κοινοτήτων, ἕνας χριστιανισμός στόν ὁποῖο πλεονάζουν τά παγανιστικά στοιχεῖα, ἡ δεισιδαιμονία, οἱ προλήψεις, ἡ συμβολική καί κοινωνική βία, εἶναι πρό πολλοῦ πεθαμένος στήν Ἑλλάδα. Ἐκεῖνο ὅμως πού δέν συνιστᾶ ἀφέλεια ἀλλά μπορεῖ νά γίνει ἐφιάλτης εἶναι ἡ ἰδέα, τήν ὁποία ὁ Γιανναρᾶς καί ἡ θεολογία τοῦ «Συνόρου» παραλαμβάνουν ἀπό τούς Ρώσους σλαβόφιλους, ὅτι ἡ ἀλήθεια ταυτίζεται μέ τό λαό. Ἡ ἀναγόρευση τοῦ λαοῦ σέ κριτήριο ἀλήθειας δέν εἶναι μόνο θεολογικά ἄκυρη ἀλλά εἶναι καί ἰδεολογικοπολιτικά ἐπικίνδυνη. Ἡ ἐξιδανίκευση τῆς λαϊκῆς εὐλάβειας, αὐτή ἡ Ὀρθοδοξία τοῦ πανηγυριοῦ, εἶναι ἕνα ἀκόμη παρεπόμενο τῆς ἀποηθικοποίησης τοῦ χριστιανισμοῦ πού πρότεινε ἡ θεολογία τοῦ «Συνόρου» καί ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς.

Αὐτός ὁ χριστιανισμός ἀπομακρύνεται ἀπό τόν βιβλικό ἄνθρωπο πού τοποθετεῖ διαρκῶς τόν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ἀναρωτιέται μέ ἀγωνία σέ κάθε του διάβημα ἄν ἀκολουθεῖ τήν ὁδό τοῦ Θεοῦ, πού προσεύχεται δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, πού ξέρει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ τηρητής τοῦ Νόμου, ὁ μόνος πού τήρησε τόν Νόμο στήν πληρότητά του (οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλά πληρῶσαι σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό: νά ἐκπληρώσω) καί πού ὁ ἴδιος, ὡς μαθητής τοῦ Χριστοῦ, προσπαθεῖ νά πορευτεῖ στά ἴχνη του. Ὁ Χρ. Γιανναρᾶς, ἕνας θεολόγος τοῦ προσώπου καί τῆς σχέσης, πού καταδικάζει τήν ἠθική ὡς ἀπρόσωπο νόμο, παραβλέπει ὅτι οἱ ἐντολές ἀπευθύνονται ὅλες σέ δεύτερο ἑνικό πρόσωπο, ὅτι ἀντηχεῖ μέσα τους, ἀνά τούς αἰῶνες, τό σύ τοῦ Θεοῦ πρός τόν καθέναν ἀπό μας, καί ἄρα συγκροτοῦν μέ αὐτή τήν κλήση τόν ἄνθρωπο ὡς ὑποκείμενο, ὑποκείμενο εὐθύνης. 

Ὅλη ἡ Βίβλος, ὅλος ὁ ἰουδαιο-χριστιανικός μονοθεϊσμός, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἠθικοποίηση τῆς θρησκείας. Μιλήσαμε ἀρκετά σέ αὐτό τό συνέδριο γιά σωτηρία, τήν ὁδό πάντως πού ὀδηγεῖ σέ αὐτήν τήν ὅρισε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καί ἡ Ἐκκλησία διαβάζει τά λόγια του στό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῦς Ἀπόκρεω (ἤ τῆς Κρίσεως): εἶναι ἡ ὁδός τοῦ «ἐπείνασα γάρ καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καί ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καί συνηγάγετέ με, γυμνός καί περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καί ἐπισκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25, 31-46). Τό πρόσωπο τοῦ ἐλάχίστου ἀδελφοῦ εἶναι ὁ τόπος συνάντησης τοῦ Χριστοῦ («ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» εἶναι ἡ ἀπάντησή του στήν ἔκπληκτη ἀπορία τῶν δικαίων), ὁ ἕνας καί μόνος Θεός, ὁ βασιλεύς τοῦ κόσμου, ταυτίζεται μέ τόν τελευταῖο ἀπό μᾶς, μέ κάθε ἀνθρώπινο κουρέλι. Αὐτή ἡ συγκλονιστική ἠθική καί πνευματική πρόταση, ἡ συμπύκνωση πραγματικά ὅλης τῆς Βίβλου, ὑποτιμᾶται ἀπό τή θεολογία γιά τήν ὁποία σᾶς μιλάω ὡς ἀλτρουισμός, φιλαλληλία ἤ προσκοπισμός.

Ὁ χριστιανισμός χωρίς τήν ἀκραία ἠθική ἀπαίτηση τοῦ Εὐαγγελίου πού φτάνει μέχρι τήν ἄρνηση τῆς ἴδιας τῆς αὐτοσυντήρησης («ὅστις σέ ραπίσει ἐπί τήν δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καί τήν ἄλλην», Ματθ. 5, 39) χάνει κάθε ἔνταση καί κάθε σημασία, δέν ἀξίζει τόν κόπο, γίνεται κάτι εὔκολο, θολό, συγκεχυμένο, μία ποιητικορητορεία. Τί σημαίνει, ἐπί παραδείγματι, ἡ προέκταση τῆς Εὐχαριστίας στήν καθημερινή ζωή πού προτείνει ὁ Γιανναρᾶς (σελ. 94); Πῶς γίνεται αὐτό; Δέν μπόρεσα ποτέ νά τό καταλάβω. Χωρίς τήν εὐαγγελική ἠθική τῆς ἀγάπης, πού δέν εἶναι ἕνα συναίσθημα ἀλλά ἔμπονη πράξη ὑπέρ τοῦ ἄλλου («μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ τῇ γλώσσῃ, ἀλλά ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ», Α' Ἰω. 3, 18), τότε μυστήρια, θεία Εὐχαριστία, λειτουργία, εἰκόνες, ἀρχιτεκτονικές καί τά πάντα γίνονται εἰδωλολατρία, καθαρή δεισιδαιμονία, ὁ δέ ἐπίσκοπος, γιά τόν ὁποῖο τόση θεολογία ἀναπτύξαμε τήν ἴδια δεκαετία, δέν εἶναι οὔτε τύπος οὔτε τόπος Χριστοῦ, ἀλλά ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς διαχείρισης μιᾶς δεισιδαιμονίας.

Ἡ θεολογία τήν ὁποία συζητᾶμε σέ αὐτό τό συνέδριο ἀναπτύσσεται ἀκριβῶς κατά τήν περίφημη παγκοσμίως δεκαετία τοῦ '60, τήν δεκαετία τῆς πολιτιστικῆς ἐπανάστασης, σέ ὅλο τόν κόσμο, ὅσο καί στήν Ἑλλάδα. Δίπλα στήν «Ἐπιθεώρηση τέχνης» καί τίς «Ἐποχές» ἔρχεται νά πάρει τή θέση τοῦ τό «Σύνορο». Ἡ «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» ἐκδίδεται τό 1970. Ἔχει προηγηθεῖ ὁ Μάης τοῦ '68. Τό βιβλίο μάλιστα στήν πρώτη μορφή του γράφεται στά γαλλικά τό 1969 καί ἐκδίδεται στή Γαλλία. Πνέει παντοῦ ἕνα πνεῦμα ἀμφισβήτησης, ἀντισυμβατικότητας, ἀπελευθέρωσης, ἀπαγόρευσης τῶν ἀπαγορεύσεων. Στό φιλοσοφικό πεδίο ἡ Ἠθική θεωρεῖται πρό πολλοῦ τελειωμένη ὑπόθεση καί ὅσοι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξακολουθοῦν νά διατυπώνουν ἕναν ἠθικό φιλοσοφικό λόγο (π.χ. Λεβινάς) δέν ἔχουν ἀκροατήριο. Μέσα σέ αὐτό τό σαρωτικό κλῖμα, ὁ Γιανναρᾶς προσπαθεῖ νά διατυπώσει τήν Ὀρθόδοξη θεολογική πρόταση μέ τρόπο ζωντανό, πειστικό, ἑλκυστικό καί κυρίως, πρός τιμήν του, νά τήν διατυπώσει σέ συνομιλία μέ τήν ἐποχή του. Ἡ «Ἐλευθερία τοῦ ἤθους» στήν πρώτη —καί καλύτερη, ὅπως προεῖπα— μορφή της, εἶναι ὁ Μάης τοῦ '68 στήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί ἠθική. Σήμερα τά πράγματα εἶναι ὁλότελα διαφορετικά, ὄχι μόνο στό κοινωνικοπολιτικό ἀλλά καί στό διανοητικό πεδίο. Ἡ Ἠθική ἔχει ἐπιστρέψει στό κέντρο τῆς φιλοσοφικῆς συζήτησης. Ἡ νέα θεολογική γενιά πρέπει νά θεολογήσει σέ συνομιλία μέ τή δική της ἐποχή. Τό '60 εἶναι πιά μακριά.



Ἀπόσπασμα Εἰσήγησης σέ θεολογικό συνέδριο μέ τίτλο «Ἀναταράξεις στή μεταπολεμική θεολογία – Ἡ “θεολογία” τοῦ ’60», 6-8 Μαΐου 2005, Ἐκδόσεις «Ἴνδικτος» 2009



(*) O Σταῦρος Ζουμπουλάκης γεννήθηκε τό 1953 στή Συκιά Λακωνίας. Σπούδασε νομική καί φιλολογία στήν Ἀθήνα καί φιλοσοφία στό Παρίσι. Δίδαξε πολλά χρόνια στή μέση ἐκπαίδευση. Ἀπό τό 1998 διευθύνει τό περιοδικό "Νέα Ἑστία".
πηγή

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 17, 2016

Όταν τελούσαμε μέσα στην καθημερινότητα το μυστήριο της ''Θείας Ευχαριστίας''.


 Η προς μητρός μάμμη μου, αρχόντισσα κτηματίας στη Λοκρίδα, κάθε φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή, άνοιγε το μυστικό προσωπικό της σεντούκι, έβγαζε το νυφικό της και το σιδέρωνε. Ήταν αυτό που κατ’ επιθυμίαν της θα την κάλυπτε και νεκρή. Μέσα στο σεντούκι είχε και δύο μικρά μπουκαλάκια. Το ένα με λάδι, το άλλο με κρασί. Τα άδειαζε στο νεροχύτη και τα γέμιζε με προϊόντα της νέας σοδειάς. Ήταν οι μέλλουσες χοές της. Οι προσφορές κατά την ώρα της ταφής.

 Αυτή η ίδια μακάρια γριούλα μας είχε μάθει να μην πετάμε τη φέτα, το ψωμί με λάδι ή με ζάχαρη που μας έδινε, όταν βγαίναμε στο δρόμο για παιχνίδι. Έπρεπε, όταν χορταίναμε και δεν θέλαμε άλλο, να ανεβαίνουμε με προσοχή στη μάντρα ή στα κεραμίδια της αποθήκης και να αφήνουμε το κομμάτι το ψωμί για να το φάνε τα πετεινά του ουρανού. Πριν το ακουμπήσουμε στη μάντρα έπρεπε να το ασπαστούμε.

 Αυτές οι μικρές τελετές ευσέβειας με ακολουθούν έως σήμερα και με παρηγορούν μέσα στο χαώδη κόσμο, τον σκόρπιο, τον ανερμάτιστο που ζούμε.
Αυτές οι δύο συνταρακτικές στη σοφία τους και στην απλότητά τους τελετές ερμηνεύουν το ήθος μιας άλλης γενιάς, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν πρότυπα βίου στον απορφανεμένο κόσμο μας.

Ο κόσμος που ζούμε προσβάλλει τη δημιουργία, καταστρατηγεί τους βασικούς νόμους της ζωής και της φύσης και συνεχώς παρεμβαίνει ανατρέποντας την ισορροπία.
Κι αυτό γιατί έχει καταληφθεί από το δαίμονα της αδηφαγίας, της λαιμαργίας. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος ηδονής, χωρίς αγάπη. Ένας κόσμος λαγνείας, χωρίς έρωτα. Ένας κόσμος που εξαντλεί την ευφυΐα του για να φτιάνει μηχανές σπατάλης.
Έλειψε το λειτουργικό ήθος, η εκκλησιαστική ενοριακή αγαπητική σχέση, η μέθεξη, η συγγνώμη και η μετάνοια.

Δεν υπάρχει ευχαριστία.

Όταν ασπαζόμαστε το κομμάτι του ψωμιού και το αφήναμε στα πουλιά, αυτό κάναμε∙ τελούσαμε μέσα στην καθημερινότητα το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τιμούσαμε τον δημιουργό μέσα στα αγαθά που μας δώρισε.
Αισθανόμαστε πως η ύλη είναι δώρο ζωής και την ευλαβούμαστε.

Ο κόσμος σήμερα φοβάται το θάνατο. Τρέχει, ιδρώνει, διαγκωνίζεται, αλληλοϋπονομεύεται, σκοτώνει γιατί φοβάται το θάνατο. Θανατώνοντας τον άλλο, έστω και ψυχικά ή συμβολικά, έχει την ψευδαίσθηση ότι ξεφεύγει από το μοιραίο. Αισθάνεται το θάνατο ως τείχος, ως εμπόδιο αξεπέραστο. Θαρρεί πως ο θάνατος είναι το τέρμα.
Δεν μπορεί να συνηθίσει στην ιδέα του μηδενός, γιατί νομίζει πως η ζωή οδηγείται στο μηδέν και παλεύει να αποφύγει την εκμηδένιση.

Η μακάρια γριούλα ήξερε την αλήθεια. Είχε συμβιβαστεί με το θάνατο, γιατί πίστευε στην ανάσταση.Ετοιμαζόταν για την αποδημία γιορτάζοντας και προσέφερε ως θυσία αινέσεως την προκοπή του οίκου της.

Όταν ο κόσμος δεν σέβεται τη δημιουργία και τη σπαταλά, όταν δεν αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει για τη φύση που μας δωρήθηκε, όταν φοβάται το θάνατο και τον αποφεύγει λερώνοντας τη ζωή, εξαγοράζοντάς τη με φθηνά μέσα, η ανθρωπότητα ακυρώνει το λόγο υπάρξεώς της.

Ζούμε σε μιαν εποχή ματαιώσεων, ακυρώσεων, προδοσιών, συνωμοσιών, αχαριστίας και φόβου θανάτου.
Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα;
Όταν περισσεύει τόση απελπισία, τόσος υπαρξιακός πανικός, τόσος καταναλωτικός θάνατος, φαίνεται να απέλιπε η ελπίδα.
Αλλά δεν είναι αλήθεια. Η ελπίδα δεν είναι ούτε ο ορθολογισμός της αλαζονικής επιστήμης, ούτε τα κηρύγματα των ηθικολόγων, ούτε τα συστήματα της φιλοζοφίας.

Η ελπίδα είναι το ήθος της γριούλας μάμμης μου. Είναι η ορθόδοξη ευσέβεια, η αδογμάτιστη, η απέριττη, η ταπεινή, τα μικρά θαύματα της καθημερινότητας, τα τρυφερά αγγίγματα της ανοχής, οι ώρες της αγάπης, της πλησμονής, της ευχαριστίας.

Και ξέρουμε ότι υπάρχουν τέτοιες ανθρώπινες στιγμές όπου επικρατεί η χάρις και η χαρά, όπου ο θάνατος αποτάσσεται και μας πλημμυρίζει το χαροποιό πένθος. Όταν τιμάμε τη δημιουργία και προσδοκώμεν την άλλη ζωή ως αυτονόητο δώρο και έρωτα επιστροφής, ως νοσταλγία παραδείσου.

Άσωτοι είμαστε, πλάνητες και φυγάδες θεόθεν, η ατραπός της επιστροφής στο αιώνιο είναι εδώ στην άκρη της ματιάς μας. Εκζητούντες τον Κύριον ουκ έλαττωθησόμεθα παντός αγαθού.


Κώστας Γεωργουσόπουλος
(Ελλάδα και Πολιτισμός, Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, 1995)


Κυριακή, Αυγούστου 09, 2015

ΑΙΔΩΣ...

Hλιάδης Σάββας

Δάσκαλος
Κιλκίς, 26-7-2015


Καλοκαίρι. Βλέπω τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται πέρα στο δρόμο. Με την ελάχιστη παρατηρητικότητα, ανάμεσα στις άλλες προ των οφθαλμών ρέουσες εικόνες, προβάλλουν στην πλειονότητά τους  επαναλαμβανόμενες ως  ακριβές  αντίγραφο η μια κατόπιν της άλλης αυτές του θήλεος φύλου, πάσης ηλικίας,συνθέτοντας κατά ασχήμονα και απειρόκαλο τρόπο μια αισθησιακή, επιτηδευμένη, αφύσικη και εν πολλοίς απροκάλυπτη,  «αποκαλυπτική» και προκλητική παρέλαση,  έναν «ξενισμό»  παντελώς άγευστο της  «ευωδίας», που αναδύει μέσα από τους αιώνες η  ιστορία της  Ρωμιάς γυναίκας.
 Η κρατούσα νοοτροπία, με τον κατακερματισμό της συνολικής εικόνας του  θείου και χαριτωμένου πλάσματος,  με τη δημιουργία σύγχυσης στο πρότυπο της γυναίκας, που  είναι  η Παναγία μας,  με την επιχείρηση   διαγραφής  της ιδιαιτερότητας της αποστολής αυτού του φύλου και με την επίμονη προσπάθεια αποκάλυψης και προβολής σε δημόσια θέα των μελών του σώματος, που έχουν εκ φύσεως ιερή αποστολή -επινόηση δυτικής προέλευσης, αισθησιακού  χαρακτήρα  και ολότελα ξένης προς την ελληνορθόδοξη Παράδοσή μας - πέτυχε   να  επιβληθεί και να επικρατήσει. Ως μη ορθά δε αξιολογημένη για την καταλυτική της δύναμη επί του ορθόδοξου ήθους, «εισέβαλε» στη ζωή ακόμη και των λεγόμενων ηθικών ανθρώπων, αλλά και πολλών ενσυνείδητα αγωνιζόμενων χριστιανών.
Καθιερώθηκε  λοιπόν και στη δική μας  απροετοίμαστη κοινωνία, η οποία είναι πλέον πεπεισμένη,  πως  δε συμβαίνει τίποτε με όλον αυτόν  για  τη γυναικεία φύση και ύπαρξη  ξεπεσμό, που δίνει το στίγμα  της οριστικής  μετάλλαξης αυτής και της αποστολής της στη ζωή. Για τη γυναίκα κόρη. Για τη γυναίκα σύζυγο. Για τη γυναίκα μητέρα. Για τη γυναίκα γιαγιά. Για τη γυναίκα, σύμβολο της συστολής, της σεμνότητας, της αιδούς.
Ρεύμα ισχυρό πλέον στην πληγωμένη από τον εκδυτικισμό κοινωνία μας.
Κακέκτυπο  προδοτικό προς τους αρχαίους προγόνους μας:
«άμα δε και κιθώνι εκδυομένω συνεκδύεται και την αιδώ η γυνή». (Ηρόδοτος)Απ΄τη στιγμή που η γυναίκα θα βγάλει το ρούχο της, ταυτόχρονα πετάει και την ντροπή.
 Αλλά και προς τους Αγίους μας:
 «άνθος έν εστι γυναιξίν εράσμιον, εσθλόν έρευθος». (Γρηγ. Ο Θεολόγος) Το πιο θελκτικό και όμορφο λουλούδι στις γυναίκες, είναι το υπέροχο κοκκίνισμα της ντροπής.
Όλα αυτά  ακροθιγώς, σαν αφορμή  για  το θέμα «Αιδώς» και η συνέχεια σε ένα μικρό βιβλίο, το οποίο  κυκλοφόρησε πριν από μια εικοσαετία περίπου.
Τίτλος του: «ΑΙΔΩΣ» και συγγραφέας ο  αείμνηστος  Μιχαήλ Μιχαηλίδης. Εκεί μπορεί να  ενημερωθεί κάθε καλοπροαίρετος ανήσυχος νους και να προβληματιστεί περί του θέματος.
 Απλό και προσιτό στην κατανόησή του από τον καθένα και πάντα επίκαιρο, όπως επίκαιρη και διαχρονική παραμένει και η αιδώς ως έννοια  εφαρμοσμένη, αλλά και  εφαρμόσιμη και εφαρμοστέα.
Παραθέτω τον πρόλογο του βιβλίου, εκδόσεων «Άγιος Νικόλαος»:
«Στις αρχές του εικοστού αιώνα, το ναυάγιο του «Τιτανικού» υπήρξε το πιο τρομακτικό στην ιστορία της θάλασσας.
 «Αβύθιστο» το είπανε, μα στο παρθενικό του ταξίδι χτύπησε σε παγόβουνο και βούλιαξε στα βαθιά νερά του Ατλαντικού.
Λήγοντος του εικοστού αιώνα, ένα άλλο ναυάγιο-πολύ πιο τρομακτικό- βρίσκεται σε εξέλιξη. Πρόκειται για το ναυάγιο της Ευρώπης.
Μόνο της Ευρώπης; Όλης της ανθρωπότητας. Ένα χωρίς προηγούμενο ναυάγιο. Μια πρωτόγνωρη παρακμή των ηθικών αξιών και του πολιτισμού. Μια παρακμή που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο μαρασμό και τον πνευματικό θάνατο.
Τα «δρώμενα» σε όλα τα επίπεδα, το πιστοποιούν και το προσυπογράφουν. Ένας τεχνολογικός γιγαντισμός, που στηρίζεται σε καλαμένια πόδια. Μια παχυσαρκία, που δεν αφήνει το πνεύμα να ισχυροποιηθεί. Μια ποιότητα ζωής με τυρί και λουκάνικο, αλλά με ψυχή που λιμοκτονεί.
Όσο ξεψυχάει η αιδώς, πεθαίνει μαζί της η ομορφιά, ο πολιτισμός, ο άνθρωπος.
Σκοπός του βιβλίου: Να σημάνει συναγερμό για την περιφρούρηση των μεγάλων αξιών της ζωής, όπως είναι η Αιδώς, και το διαμάντι της σεμνότητας.
Με τη βοήθεια του Θεού, υπάρχει ελπίδα».
Στο πρώτο κεφάλαιο, μεταξύ άλλων γράφει:
«Ελάχιστες λέξεις στο ελληνικό λεξιλόγιο έχουν τόσο αμέτρητο βάθος και τόσον πλούτο εννοιών και συναισθημάτων, όσο η αιδώς. Είναι μια λέξη με απέραντο ηθικό περιεχόμενο. Με κάποια προέκταση, θα λέγαμε πως είναι μια σύνοψη της ηθικής ή μια έκφραση του όλου ηθικού νόμου. Συγκεφαλαιώνει όλες μαζί τις αρετές.Η Ιωάννα Τσάτσου στέκεται με θαυμασμό και αναφωνεί:

Κάποτε τον παληό καιρό
Άγραφος ακόμα ο νόμος
ελεύθερος ο άνθρωπος
από το φόρτο της γνώσης
στην πρώτη διδαχή
μια λέξη

«Αιδώς»

Μια λέξη για τους άριστους
που κλείνει όλους τους νόμους
τη συστολή, το σεβασμό
και την ευγένεια.
Σχολιάζοντας το μικρό, αλλά συμπυκνωμένο από νοήματα, ποίημα, ο Σαράντος Καργάκος σημειώνει: «Η ποιήτρια τοποθετεί τη λέξη «αιδώ» στο κέντρο του ποιήματος, όπως τον παληό καιρό ήταν τοποθετημένη στο κέντρο της κοινωνικής ζωής και διαμόρφωνε το ήθος των παλαιών ανθρώπων. Έτσι απομονωμένη, μοιάζει με φωτιστική εστία που φωτίζει το υπόλοιπο λεκτικό στερέωμα».
Όσες καλοπροαίρετες ψυχές έχουν ενδιαφέρον, ανησυχίες και ερωτηματικά, μπορούν να καταφύγουν σ΄ αυτό το μικρό βιβλίο. Θα αποκτήσουν γνώσεις,  για τις οποίες μέχρι τώρα δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ενημερωθούν και να προβληματιστούν, προς ωφέλεια πνευματική.
Είναι κρίμα να κλείσουμε το άρθρο, χωρίς να καταφύγουμε  στην Καινή Διαθήκη, στην οποία η λέξη «αιδώς» αναφέρεται δύο φορές.
Στην προς Εβραίους επιστολή: «Διὸ βασιλείαν ἀσάλευτον παραλαμβάνοντες ἔχωμεν χάριν, δι' ἧς λατρεύωμεν εὐαρέστως τῷ Θεῷ μετὰ αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας». (Εβρ. 12, 28) Η αιδώς και η ευλάβεια αναφέρονται στη διάθεσή μας απέναντι στο Θεό. Από μόνη της η αιδώς έχει την έννοια του σεβασμού και του δέους. Να «ντραπούμε» το Θεό.
Στην Α΄ προς Τιμόθεον«Ὡσαύτως καὶ γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεί». (Α΄ Τιμ. 2,9) Εδώ αναφέρεται στο ντύσιμο και το στόλισμα των γυναικών κατά τη δημόσια λατρεία.
Ο Ζιγαβηνός ερμηνεύει: «Λέγοντας δε (ο απόστολος Παύλος) εν καταστολή κοσμίω, μετά αιδούς και σωφροσύνης, απαγόρευσε  όσα καλλυντικά επαλείφονται στα μάγουλα και τα βαψίματα  των ματιών και το λικνιστό βάδισμα και τη χαύνη, προκλητική φωνή».
Και συνεχίζει ο Χρυσόστομος: «και το φιλήδονο βλέμμα, που είναι πλήρες από κάθε πορνική διάθεση, το επιμελημένο ανασήκωμα της καλύπτρας του προσώπου, τη ζώνη την εντυπωσιακή, τα εξεζητημένα υποδήματα». (Π. Τρεμπέλα, Υπομνήματα)
Ο απόστολος Παύλος αναφέρεται παρακάτω και σε άλλου είδους καλλωπισμούς. Την επιτηδευμένη κόμμωση, τα χρυσά βραχιόλια και δαχτυλίδια, τα σκουλαρίκια, τα πολυτελή ρούχα. Και καταλήγει πως τα αγαθά έργα ενώπιον του Θεού είναι ο καλύτερος στολισμός.

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2015

Για το ψέμα και τη δολιότητα (Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης)

Αδελφοί μου Χριστιανοί, προσέχετε, όσο μπορείτε, να μη λέτε ψέματα, γιατί το ψέμα είναι, εφεύρεση του διαβόλου και ο διάβολος είναι ο πατέρας του ψεύδους. Επομένως, όσοι είναι ψεύτες, έχουν πατέρα τους το διάβολο και μοιάζουν μ’ αυτόν και τον έχουν πατέρα, καθώς το αναφέρει και ο Κύριός μας στην Αγία Γραφή, λέγοντας: «Ο πατέρας που έχετε εσείς είναι ο διάβολος, κι όσα επιθυμεί ο πατέρας σας, αυτά θέλετε να κάνετε. Εκείνος εξ αρχής ήταν ανθρωποκτόνος και δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει μέσα του τίποτε το αληθινό. Όταν λέει ψέματα, εκφράζει τον εαυτό του, γιατί είναι ψεύτης και είναι ο πατέρας του ψεύδους. Αντίθετα, όσοι λένε την αλήθεια, έχουν ως πατέρα τους την Αλήθεια, που είναι ο Θεός και ο Ιησούς Χριστός. Και είναι, γεννημένοι από την Αλήθεια, καθώς μας λέει ο «αγαπημένος» μαθητής Ιωάννης : «Παιδιά μου, ας μην αγαπάμε με λόγια και ωραίες φράσεις, αλλά με έργα και αγάπη αληθινή. Απ αυτό θα καταλάβουμε ότι είμαστε παιδιά της αλήθειας».
Εσείς είσθε Χριστιανοί και, με τη Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος, απογυμνωθήκατε από τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθήκατε τον Χριστό, που είναι η αλήθεια, όπως το λέει και ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Πώς τολμάτε λοιπόν να αφήνετε την αλήθεια και να προτιμάτε το ψεύδος; Δεν σκέπτεσθε ότι με τις ψευδολογίες σας αυτές ξεντύνεσθε τον Χριστό, το νέο άνθρωπο, και ενδύεσθε πάλι τον παλαιό που φθείρεται και χάνεται; Δεν ακούτε πως σας συμβουλεύει ο μακάριος απόστολος Παύλος, να μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον, αλλά να πετάξετε από πάνω σας τον παλαιό άνθρωπο, του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι το ψεύδος, και να ενδυθείτε το νέο, του οποίου ίδιο είναι η αλήθεια; «Μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον, αφού βγάλατε από πάνω σας τον παλαιό αμαρτωλό εαυτό σας με τις συνήθειες του, και ντυθήκατε τον καινούργιο άνθρωπο, που ανανεώνεται συνεχώς, σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού του, ώστε με τη νέα ζωή να φθάσει στην τέλεια γνώση του Θεού».
Ο ιερός Χρυσόστομος λέει: Αν κάποιος φοράει καινούργιο φόρεμα, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από όλους. Έτσι και σεις, λέει, είσθε Χριστιανοί, επειδή έχετε ενδυθεί, κατά το άγιο Βάπτισμα, τον Χριστό σαν ένα φόρεμα. Αυτό μόνο πρέπει να φροντίζετε να γίνεται φανερό στο περιβάλλον σας με τα έργα και τα λόγια σας και γενικά με όλη σας τη βιοτή. Να γίνεται αντιληπτό δηλαδή ότι το ένδυμα σας είναι ο Χριστός : «Ας ενδυθούμε τον Χριστό», λέει ο ιερός πατέρας, «και ας είμαστε μαζί Του. Διότι εκείνος που φοράει ένα καινούργιο ένδυμα, αυτό γίνεται καταφανές σε όλους τους γύρω του. Ας γίνεται λοιπόν καταφανής ανάμεσα μας με κάθε τρόπο ο Χριστός. Πώς όμως θα γίνει φανερός; Αν πράττουμε πάντοτε όσα Εκείνος επιθυμεί».


1. Κάθε είδους ψέμα είναι κακό. Όσοι λένε ψέματα στερούνται τη Βασιλεία του Θεού και δημιουργούν κόλαση για τον εαυτό τους.


Κάθε ψέμα, ό,τι λογής κι αν είναι, με όποιο τρόπο κι αν λέγεται, είναι κακό και ολέθριο. Το ψέμα δεν πρέπει να το φέρνουν στο στόμα τους οι Χριστιανοί, διότι τους γίνεται εύκολα κακή συνήθεια, όπως λέει ο σοφός Σειράχ: «Απόφευγε να λες οποιοδήποτε ψέμα, γιατί αυτή η συνήθεια δεν βγάζει σε καλό». Και σε άλλο σημείο λέει ο ίδιος ο Σειράχ, ότι «ο κλέφτης είναι προτιμότερος από τον επαγγελματία ψεύτη, αλλά και οι δυο βαδίζουν στην καταστροφή και στην απώλεια».
Αν έχει έτσι το πράγμα, πόσο πρέπει να προσέχουν οι Χριστιανοί, ώστε να μη λένε ψέματα, με σκοπό να ξεγελάσουν τον αδελφό τους με δόλο και κακία, όπως το κάνουν συνήθως οι διάφοροι επιστήμονες, οι τεχνίτες και οι επαγγελματίες;
Να, λ.χ. οι γιατροί, πολλές φορές, ιδίως μάλιστα οι άπειροι, οι χειρουργοί ή όσοι παριστάνουν τους γιατρούς, οι κομπογιαννίτες. Όταν υποψιασθούν ότι ο άρρωστος είναι πλούσιος και έχει το πορτοφόλι του γεμάτο, ή ότι είναι απλόχερης και δίνει το χρήμα πλουσιοπάροχα, μεταχειρίζονται το ψέμα σαν βάση και αφορμή κέρδους και πορισμού, λέγοντας στον άρρωστο χίλια ψέματα: «Δεν έχεις τίποτε, αδελφέ, μικρά προβλήματα έχει η υγεία σου, σε λίγο θα είσαι καλά και θα απολαύσεις μια αταλάντευτη κατάσταση υγείας».
… Και μετά, όταν πια, του ταλαίπωρου αυτού αρρώστου, του καταφάνε όλα τα χρήματα και την περιουσία και σταματήσει να τους παρέχει τα μετρητά, τότε αλλάζουν στάση οι σπουδαίοι εκείνοι γιατροί, γίνονται φιλαλήθεις και του λένε τα εντελώς αντίθετα: «Αδελφέ, η αρρώστια σου είναι ανίατη. Η κατάστασή σου δεν έχει γιατρειά. Η θεραπεία σου είναι πάνω από τις δυνατότητες της ιατρικής επιστήμης. Μόνο ο Θεός μπορεί να σε κάνει καλά, στον Οποίο είναι όλα δυνατά και εύκολα, όσα σε μας τους ανθρώπους είναι αδύνατα και δυσκατόρθωτα».
Το ίδιο ψεύδονται και κάποιοι γιατροί στο θέμα των φαρμάκων. Διότι πολλές φορές δίνουν στον άρρωστο ένα ευτελέστατο γιατρικό, φθηνό, και υποστηρίζουν ψευδώς ότι είναι πολύτιμο και αναντικατάστατο. Και στη συνέχεια, ζητούν από το δυστυχή άρρωστο να το πληρώσει πανάκριβα. Μάλιστα, συχνά, για να επιβεβαιώσουν το ψέμα τους, ορκίζονται και γίνονται επίορκοι, χωρίς να έχουν ίχνος φόβου Θεού.
Φοβηθείτε λοιπόν τον Θεό και πάψετε να χρησιμοποιείτε το ψέμα στις σχέσεις σας με τους συνανθρώπους σας, διότι ο Θεός επιτρέπει να αφανίζονται όσοι λένε ψέματα, όπως μας το λέει και ο προφήτης Δαβίδ: «Θα επιτρέψεις να εξολοθρευθούν όσοι λένε ψέματα».
Πράγματι, ο Θεός παραχωρεί να πέσουν σε μεγάλα δεινά και σε διάφορες δυστυχίες όσοι ψεύδονται. Και μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς φθάνουν στο σημείο να γίνουν τόσο ταλαίπωροι, ώστε καταντάνε να φοράνε ράκη και κουρέλια από τη φτώχεια τους, όπως βρίσκουμε να αναφέρεται κάτι παρόμοιο και στον προφήτη Ζαχαρία: «Εκείνη την εποχή δεν θα υπερηφανεύονται πια οι προφήτες για τα οράματά τους· θα φοβούνται και θα φορούν τρίχινο και ευτελή μανδύα, επειδή έγιναν ψευδοπροφήτες και εξαπάτησαν τον κόσμο».
Και θα γίνει αυτό, γιατί ο Θεός αποστρέφεται και σιχαίνεται αυτόν που λέει ψέματα, καθώς το αναφέρει και ο Σολομώντας: «Βδέλυγμα είναι στον Κύριο τα χείλη που λένε ψέματα». Και διότι, τέλος πάντων, δεν έχουν θέση στη Βασιλεία Του όλοι εκείνοι που αρέσκονται στο να λένε ψέματα, όπως το μαρτυρεί το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως και το μερίδιο τους θα είναι η λίμνη του πυρός: «Οι δειλοί», λέει, «οι άπιστοι, οι βδελυροί, οι φονιάδες, οι πόρνοι, οι μάγοι, οι ειδωλολάτρες κι όσοι αντιστρατεύονται την αλήθεια και λένε ψέματα, θα έχουν το μερίδιο τους στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος».

2. Όσοι λένε ψέματα στις επαγγελματικές τους συναλλαγές, φέρνουν το διάβολο μέσα στην εργασία τους.

Αδελφοί μου, εσείς, από το ένα μέρος παρακαλείτε τον Θεό να είναι παρών και με τη Χάρη Του να ευοδώνει τις εργασίες σας και να ευλογεί τους κόπους των χεριών σας και να αυξάνει τα υπάρχοντα σας και από το άλλο, φέρνετε το διάβολο με τις ψευδολογίες σας μέσα στις εργασίες σας και διώχνετε τον Θεό. Διότι, όπου το ψέμα επικρατεί και λέγεται ασύστολα, από εκεί φεύγει ο Θεός, ο Οποίος μισεί το ψεύδος και έρχεται ο διάβολος, ο πατέρας του ψεύδους. Στην εργασία όμως και στο επάγγελμα, από το όποιο αποδιώκεται ο Θεός και διαφεντεύει ο διάβολος, τι ευλογία ή τι καλό μπορεί να ακολουθήσει; Οπωσδήποτε κανένα. Καί όχι μόνο δεν μπορεί να επέλθει εκεί κανένα καλό, αλλά κατάρα και δυστυχία και κάθε μορφή κακού θα επικρατήσει.
Έπειτα συλλογισθείτε και τούτο: Αν μια φορά φανείτε ψεύτες στις συναλλαγές σας, μετά, και αλήθεια να λέτε, κανείς πια δεν θα σας πιστεύει, καθώς το λέει και ο ιερός Χρυσόστομος : «Μην αποδείξεις στο φίλο σου πως δεν είσαι άξιος της εμπιστοσύνης του, με το να του λες ψέματα, γιατί και όταν θα λες την αλήθεια δεν θα σε πιστεύει. Διότι αυτός που θα πιαστεί να λέει ψέματα σε μια υπόθεση, δεν θα τον πιστέψουν ποτέ, έστω κι αν χρησιμοποιεί κατά κόρον την αλήθεια».
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, για να μη λέτε ψέματα, όταν λ.χ. έρχονται πολλοί ενδιαφερόμενοι και σας ζητούν να αναλάβετε να τους εξυπηρετήσετε, μη δίνετε σε όλους υποσχέσεις που θα αποδειχθούν σε λίγο ψεύτικες, αλλά φερθείτε με ειλικρίνεια και στείλτε όσους δεν προλαβαίνετε να τους εξυπηρετήσετε σε άλλους συντεχνίτες σας. Διότι, επειδή δεν έχετε τη δυνατότητα να φυλάξετε τις υποσχέσεις που δίνετε, αποδεικνύεσθε ψεύτες και σκανδαλίζετε τους ανθρώπους που σας εμπιστεύονται. Κι αν σας ενοχλεί ο λογισμός σας και σας λέει ότι έτσι χάνετε τον πελάτη σας, μην τον ακούτε αυτό το λογισμό, αλλά να επιρρίπτετε την ελπίδα σας στον Θεό και Εκείνος θα σας στείλει άλλους πελάτες, όταν θα τους έχετε ανάγκη.

3. Πόσο κακό πράγμα είναι η δόλια συμπεριφορά και ότι δεν είναι σωστό οι διάφοροι επαγγελματίες να χρησιμοποιούν το δόλο στις συναλλαγές τους, διότι η δολιότητα είναι μισητή στον Θεό.


Προσέχετε, αδελφοί μου, να μη μεταχειρίζεσθε το δόλο στις εργασίες σας και στις τέχνες σας, γιατί ο Θεός αποστρέφεται και απεχθάνεται τον δόλιο άνθρωπο, κατά τον Δαβίδ, ο οποίος λέει: «Όλους τους ψεύτες, Κύριε, τους εξόντωσες· αιμοχαρείς και ύπουλους ο Κύριος τους απεχθάνεται».
Δολιότητα είναι το να βάζει λ.χ. ο γεωργός σιτάρι ή αλεύρι καλό και καθαρό στο πάνω μέρος του σακιού, για να εξαπατήσει τους αγοραστές, ενώ στο κάτω μέρος έχει βάλει άμμο, άχυρα, κεχρί και άλλα παρόμοια.
Δολιότητα είναι το να στολίζει τα υποδεέστερα υφάσματα ο υφαντουργός και το να στιλβώνει τα κακής ποιότητας δέρματα ο υποδηματοποιός, για να ξεγελάσει τους ανθρώπους να τα αγοράσουν.
Δολιότητα είναι το να έχει ο πραγματευτής και ο έμπορος ζυγαριά δόλια και δυο λογιών μέτρα· μικρότερα όταν πουλάει και μεγαλύτερα όταν αγοράζει.
Δολιότητα είναι το να βάζετε εξωτερικά και επιφανειακά σε κάθε πράγμα που πρόκειται να πουληθεί μόστρα καλή και μέσα το πράγμα να μην είναι καλό. Το να βρέχετε το σιτάρι, για να είναι πιο βαρύ στο ζύγι και να το ανακατεύετε με ρύζι και αλάτι.
Δολιότητα είναι το να έχουν λ.χ. οι σαράφηδες (αργυραμοιβοί) κρυμμένο μικρό μασούρι στο στόμα τους και μ’ αυτό να φυσάνε το ένα μέρος της ζυγαριάς, για να βαρύνει, όταν ζυγίζουν τα νομίσματα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο νοικοκύρης που είναι παρών και βλέπει.
Δολιότητα είναι το να ανακατεύουν οι οινοπώλες, οι κάπηλοι και οι μπακάληδες το κρασί και το μέλι με το νερό. Το λάδι με το κολοκύθι. Το καθαρό κερί και το βούτυρο με το ξύγγι. Και γενικά σε όλα τα είδη που εμπορεύονται να σμίγουν τα καλά με τα κακά, τα ακριβά με τα τιποτένια.
Αλλά που μπορώ εγώ να απαριθμήσω τις τόσες και τόσες δολιότητες που μεταχειρίζεται ο κάθε επαγγελματίας, για να ξεγελάσει τον άλλον; Ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να επινοήσει αυτού του είδους τις δολιότητες που επινοούν οι ειδικοί για το κάθε επάγγελμα.
Τούτο μόνο θα πω σαν γενικό συμπέρασμα : Δολιότητα είναι κάθε εργασία ψευδής και κάθε υποκριτική και ψεύτικη συμπεριφορά που μεταχειρίζονται -ποιοι άλλοι;- οι κάθε είδους επαγγελματίες για να ξεγελάσουν τους προμηθευτές και να πάρουν τα χρήματά τους.
Τα χρήματα όμως αυτά είναι μισητά και σιχαμερά και ακάθαρτα μπροστά στον Θεό. Παρόμοια είναι ακάθαρτοι και βδελυκτοί και όσοι κάνουν αυτές τις δολιότητες. Γι’ αυτό ο Σολομώντας λέει: «Τη ζυγαριά που κλέβει τη μισεί ο Κύριος, ενώ το ζύγι το σωστό Τον ευχαριστεί».
Και σε άλλο σημείο επίσης λέει: «Τα λειψά τα ζύγια ο Κύριος τα απεχθάνεται κι η πλάστιγγα η ψεύτικη πράγμα καλό δεν είναι». Και σε άλλο χωρίο: «Ζύγια λειψά και ψεύτικα μέτρα, είναι και τα δυο στον Κύριο μισητά».
Γι’ αυτό προστάζει ο Κύριος στο Λευιτικό να είναι ο καθένας ακριβοδίκαιος στα ζύγια του και στις συναλλαγές του:. «Μην αδικείτε κανέναν στις δίκες· μην εξαπατάτε τους άλλους, χρησιμοποιώντας λειψά μέτρα βάρους και όγκου». Και στο Δευτερονόμιο: «Στο σακί σου δεν θα έχεις δύο ειδών σταθμά, ένα μεγάλο για να αγοράζεις κι ένα μικρό, για να πουλάς. Θα έχεις σωστά και ακριβή σταθμά, για να ζήσεις πολλά χρόνια στη χώρα που σε τοποθέτησε ο Κύριος, ο Θεός σου».
Τι κάνετε δύστυχοι, αδελφοί μου, τεχνίτες, κάπηλοι και έμποροι; Χρησιμοποιείτε το δόλο για να εξαπατήσετε τον αδελφό σας; Και δεν ακούσατε πως ο Θεός προστάζει στην Παλαιά Διαθήκη να μη δολιεύεται κανείς τους συνανθρώπους του; «Μην τριγυρνάς», λέει, «και σκορπάς ψευτιές και συκοφαντίες στους συμπατριώτες σου, ούτε να σηκώνεσαι στη δίκη να μιλάς εναντίον του συμπολίτη σου, όταν κινδυνεύει να καταδικασθεί σε θάνατο. Εγώ είμαι ο Κύριος».
Κι αν ο Θεός εμπόδισε τους Εβραίους -που ήταν αρχάριοι πνευματικά σαν νήπια-να μεταχειρίζονται δολιότητες στις σχέσεις τους με τους αδελφούς τους, πόσο μάλλον εμποδίζει εσάς, τους Χριστιανούς να πέφτετε σε δόλο; Εσάς τους Χριστιανούς που είσθε τέκνα του Ευαγγελίου και έχετε φθάσει σε πιο ώριμη πνευματική κατάσταση «στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός»; Περιπλέκεσθε σε δολιότητες και δεν ακούτε τον προφήτη Δαβίδ που λέει ότι ο Θεός παραχωρεί να περιπέσουν σε πολλά κακά και σε απίστευτες δυστυχίες εκείνοι που δολιεύονται τον πλησίον τους: «Ευτυχούν τώρα», λέει ο Ψαλμωδός, «αλλά για τις δολιότητές τους θα παραχωρήσεις να πέσουν σε πολλά βάσανα».
Δεν ακούτε πως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι «όπως είναι το φαρμάκι στο φίδι, είναι στον άνθρωπο ο δόλος»; Δεν ακούτε πως εξολοθρεύει ο Κύριος τα χείλη εκείνα που ξεστομίζουν δολιότητες; «Ας καταστρέψει», λέει ο Ψαλμωδός, «ο Κύριος κάθε στόμα που απατά, με δόλια συμπεριφορά και απατηλά λόγια, τις γλώσσες των διπρόσωπων ανθρώπων».
Αχ, και πως το βαστάει η καρδιά σας, αδελφοί, να δολιεύεσθε τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους! Πως το υπομένει η ψυχή σας να γελάτε τις χήρες και τα ορφανά και να τους παίρνετε τα χρήματα τους και το ψωμί τους, αυτό το λιγοστό που έχουν για να ζήσουν; Και αυτοί μεν έρχονται οι ταλαίπωροι να αγοράσουν από σας με εμπιστοσύνη, νομίζοντας πως είσθε έμπιστοι αδελφοί τους, πως είσθε άδολοι και Χριστιανοί που ευλαβούνται και σέβονται τον Θεό. Εσείς όμως, το αντίθετο, αποδεικνύεσθε γι’ αυτούς άπιστοι και ανάξιοι της εμπιστοσύνης τους. Δόλιοι και όχι άδολοι. Εχθροί και όχι αδελφοί. Τους μιλάτε με φιλικό τρόπο και κρύβετε μέσα σας δόλια καρδιά, σύμφωνα με το λόγιο της Αγίας Γραφής: «Δοχείο πήλινο, επιχρισμένο με ασημένιο κράμα, είναι τα λόγια τα θερμά από κακή καρδιά». Στη φωνή είσθε Ιακώβ και στα χέρια είσθε δασύς και τριχωτός, όπως ο Ησαύ. Άλλοι φαίνεσθε στην όψη και άλλοι είσθε στην ουσία. Είσθε σαν τις πέτρες που είναι κρυμμένες στη θάλασσα, οι όποιες με την πρώτη εντύπωση φαίνονται πως δεν είναι επικίνδυνες, όταν όμως πλησιάσουν τα πλοία, προσκρούουν, συντρίβονται και καταποντίζονται.

4. Ο Θεός επιτρέπει να παιδεύονται οι δόλιοι.


Και είναι, αδελφοί μου, πράγματα αυτά να τα κάνουν οι Χριστιανοί; Οι Χριστιανοί, οι μαθητές του Ιησού Χριστού, του πιστού, του άδολου, του αναμάρτητου, «στου Οποίου το στόμα δεν βρέθηκε δόλος»; Ω ψυχή μου φρίξε για την αμαρτία αυτή! Γι’ αυτό είναι πρέπον να ονομάσει κανείς αυτούς τους τεχνίτες, ψευδοτεχνίτες και δόλιους επαγγελματιές, καθώς ονομάζει, ο απόστολος Παύλος τους απατεώνες εκείνους, που παρίσταναν τους αποστόλους, ψευδοαποστόλους: «Αυτοί στην πραγματικότητα», λέει, «είναι ψευδαπόστολοι, απατεώνες, που μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού».
Θα ήταν, πράγματι, πολύ σωστό και επιτυχημένο, να παρομοιάσει κανείς τους σημερινούς επαγγελματίες, τεχνίτες κλπ. με τους παλαιούς προσκυνητές των ειδώλων. Διότι, καθώς εκείνοι ήταν γεμάτοι δόλο και κλεψιά, όπως λέει ο Σολομώντας – «όλα είναι ανακατεμένα· αιματοχυσίες και φόνοι, κλεψιές και απάτες, διαφθορές, απιστίες, αναταραχές, ψευδορκίες, διωγμός των φιλήσυχων ανθρώπων, αχαριστία, μολυσμός των ψυχών, γενετήσιες διαστροφές, διαλύσεις γάμων, μοιχείες, ακολασία» -έτσι και όλοι οι τωρινοί επαγγελματίες είναι γεμάτοι δολιότητες.

Γι’ αυτό, τέλος πάντων, είναι δίκαιο και ο Θεός να μη μακροθυμήσει πια για πολύν καιρό, ούτε να υπομείνει άλλο τους δόλιους ανθρώπους, αλλά να αποσύρει τη Χάρη Του, για να παιδευθούν, καθώς το λέει ο Ίδιος με το στόμα του προφήτη Ιερεμία: «Συνήθισαν τη γλώσσα τους στο ψέμα και έχουν τόσο πολύ αναμειχθεί με το κακό, ώστε είναι ανήμποροι πια να ξεφύγουν. Η μια καταπίεση διαδέχεται την άλλη, κι η μια άπατη ακολουθεί την άλλη και αρνούνται να με γνωρίσουν. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος του Σύμπαντος: Στο χωνευτήρι θα τους βάλω, σαν το μέταλλο, και θα τους δοκιμάσω. Ο λαός μου έχει πράξει το κακό. Τι άλλο μπορώ γι’ αυτούς να κάνω; Είναι η γλώσσα τους θανατηφόρο βέλος· το στόμα τους λέει ψέματα. Καθένας λέει στον διπλανό του λόγια φιλικά και μέσα στην καρδιά του, μυστικά, παγίδα του ετοιμάζει. Για όλα αυτά δεν θα τους τιμωρήσω; λέει ο Κύριος· δεν θα εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος;».


5. Όσοι δεν χρησιμοποιούν το δόλο στις συναλλαγές τους, θα συναριθμηθούν με τους δίκαιους.


Γι’ αυτό, αδελφοί μου, για να μην παραδοθείτε κι εσείς στη δίκαιη παιδεία του Θεού, παραιτηθείτε από κάθε κακία και κάθε είδους υποκρισία. Και ούτε λόγια δόλια και απατηλά να λαλείτε, για να προσελκύσετε στην εργασία σας τους διάφορους προμηθευτές και αγοραστές, ούτε στην πράξη να μεταχειρίζεστε τη δολιότητα. Αλλά, σαν άκακα βρέφη και ως αληθινοί Χριστιανοί, να ποθήσετε το άδολο και λογικό γάλα. Να συμπεριφέρεσθε με απλότητα, να εργάζεσθε με απλότητα, να πουλάτε και να αγοράζετε με απλότητα και καθαρή καρδιά το εμπόρευμά σας. Έτσι σας προτρέπει να κάνετε και ο κορυφαίος απόστολος Πέτρος στην Επιστολή του: «Πετάξτε από πάνω σας», λέει, «κάθε είδους κακία, κάθε δολιότητα, υποκρισία, φθόνο και κάθε είδους κακογλωσσιά. Σαν τα νεογέννητα βρέφη, να λαχταράτε το λογικό γάλα, για να αυξηθείτε πνευματικά και να ολοκληρώσετε τη σωτηρία σας».


Αν συμπεριφέρεσθε με αυτό τον τρόπο, όχι μόνο εδώ θα έχετε την ευλογία του Θεού σε ό,τι επαγγέλλεσθε, αλλά και εκεί, στην αιώνια ζωή, θα συναριθμηθείτε με τους δίκαιους εκείνους, στων οποίων το στόμα δεν βρέθηκε δολιότητα, όπως γράφει και η Αποκάλυψη: «Είναι εκείνοι που ακολουθούν το Αρνίο, όπου κι αν πάει. Απ’ όλη την ανθρωπότητα αυτοί έχουν λυτρωθεί ως πρώτη προσφορά στον Θεό και στο Αρνίο. Δεν ακούστηκε από το στόμα τους κανένα ψέμα ούτε κατηγορούνται για κάποιο δόλο, είναι αψεγάδιαστοι ». Έτσι, θα βρείτε παρρησία ενώπιον του Θεού, μπροστά στον Οποίο δεν μπορεί να σταθεί κανένας άνθρωπος που διακατέχεται από δόλο, όπως λέει ο Ιώβ: «Κανένας άνομος και δόλιος άνθρωπος δεν τολμά να παρασταθεί ενώπιον Αυτού».


("Χρηστοήθεια", σελ. 150 κ. εξ. Εκδ. Σωτ. Σχοινά, εν Βόλω 1957, Λόγος προς τους ιατρούς, τεχνίτες, εμπόρους, κλπ. επαγγελματίες)


("Το ψέμα και η δολιότητα", Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» , Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2007 σ. 37-55)

πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...