Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 25, 2020

Ἡ Γιορτὴ καὶ τὸ γιατί

 




Τὸ μέγα σκάνδαλο στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἦταν ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας σὲ μόνη τὴ βούληση, ὁ ἀποκλεισμός της ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς ὕπαρξης. O ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νὰ θέλει, νὰ ὀρέγεται, νὰ ἐπιθυμεῖ ἀκόμα καὶ τὸ ἀνέφικτο. Ὅμως τὸ νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ πῶς ὑπάρχει εἶναι δεδομένο, δὲν τὸ ἐπιλέγει, τὸ ὑφίσταται ὡς ἀναγκαιότητα. H ἐλευθερία γιὰ τοὺς Ἕλληνες τελείωνε στὰ ὅρια τῆς βούλησης, τῆς συμπεριφορᾶς – στὸ πεδίο τοῦ ἤθους. Ἀπέκλειε τὸ πεδίο τοῦ εἶναι.

H ὕπαρξη ἦταν μία νομοτέλεια, ἀνερμήνευτη ἀναγκαιότητα. Ποὺ θὰ πεῖ: ὅ,τι ὑπάρχει εἶναι προϊὸν ἑνὸς δεδομένου λόγου-τρόπου ποὺ πρὸ-καθορίζει τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί τῶν ὑπαρκτῶν. Ἕνας «ξυνὸς» (κοινὸς) λόγος προηγεῖται καὶ δίνει εἶδος, μορφικὴ καὶ τροπικὴ ἑτερότητα, σὲ κάθε ὑπαρκτό, ἐνῶ ταυτόχρονα συνιστᾶ καὶ τὸ πῶς (τὸν τρόπο) τῆς συνύπαρξης τῶν ὑπαρκτῶν. Ὁρίζει τὴν ποικιλότητα τῶν εἰδῶν-οὐσιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴ λογική τους συνύπαρξη, τὸν συσχετισμό τους. Ἡ «κατὰ λόγον», συνύπαρξη τῶν ἐπιμέρους λόγων-τρόπων καθιστᾶ τὸ σύμπαν «κόσμον», δηλαδὴ κόσμημα, ὁλοκληρία ἁρμονίας καὶ κάλλους.

Αὐτὴ ἡ ὀντολογικὴ ὀπτικὴ ἀναδείχνει τὸ κάλλος, τὸ μέτρο, τὴν ἁρμονία, τὴν κοσμιότητα ὡς τὸ μόνο αὐθύπαρκτο δεδομένο τῆς πραγματικότητας, τὸ μόνο πραγματικὰ ὑπαρκτὸ (τὸ «ὄντως ὄν»). Εἶναι ἡ ἀλήθεια: αὐτὸ ποὺ δὲν μεταβάλλεται, δὲν φθείρεται, δὲν πεθαίνει. Ἄρα καὶ τὸ «κριτήριον ἀληθείας», ποὺ ἀναζητᾶμε οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε τὸ σωστὸ ἀπὸ τὸ λάθος, δὲν εἶναι ἕνα «τί» (κάτι τί) ἀλλὰ ἕνα «πῶς»: ὁ τρόπος τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως. Ἂν θέλουμε λοιπὸν νὰ «ἀληθεύει» ὁ συλλογικός μας βίος, νὰ εἶναι «κατ’ ἀλήθειαν», δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ καταστήσουμε τὴ συλλογικότητα «κοινὸν ἄθλημα» μετοχῆς στὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς λογικότητας καὶ κοσμιότητας. Ἔτσι γεννιέται ἡ «πόλις» καὶ τὸ «πολιτικὸν ἄθλημα ἀληθείας».

Ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ ἐλευθερία παραμένει ἐγκλωβισμένη στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐπιλογῶν τοῦ πράττειν, ἐπίπεδο συμπεριφορᾶς, δὲν ἀφορᾶ στὴν ὕπαρξη τὴν κατ’ ἀναγκαιότητα δεδομένη. Προηγεῖται ὁ ἀνερμήνευτος λόγος ὁ καθοριστικός τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης κάθε ὑπαρκτοῦ, ἀκόμα καὶ τῶν θεῶν. Στὴν ὀντολογικὴ προοπτικὴ τῶν Ἑλλήνων, αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν Θεὸ νὰ εἶναι Θεός: τὸ «ἀκίνητον πρῶτον κινοῦν», καθαρὴ ἐνέργεια, ἐνέργεια νοῦ, εἶναι ὁ ἐπίσης δεδομένος λόγος-τρόπος (ἡ οὐσία) τῆς ὕπαρξής του – ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος, «ὡς ἐκ τοῦ λόγου τῆς οὐσίας» του, νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι ὑποταγμένος στὴν ἀνάγκη ποὺ τὸν καθορίζει ὑπαρκτικά.

Τὸ σκάνδαλο τῆς ἀνελεύθερης ὕπαρξης εἶναι τὸ κεντρικὸ συνήθως θέμα στὴν τραγωδία: Ὁ τραγικὸς ἥρως ἐπαναστατεῖ ἐνάντια στὸν τυφλὸ προκαθορισμὸ τῆς ὕπαρξής του, ἡ ἐπανάστασή του εἶναι «ὕβρις» ποὺ νομοτελειακὰ τιμωρεῖται, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀπονενοημένη ἀνταρσία του φωτίζεται ἡ δίψα τοῦ Ἕλληνα γιὰ ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία.
* * *

Αὐτὴ ἡ δίψα εἶναι τὸ μόνο δεδομένο ποὺ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὸν ραγδαῖο ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἑλλήνων – μέσα σὲ ἕναν μόλις αἰώνα καὶ μὲ συνθῆκες ἐφιαλτικοῦ διωγμοῦ τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία, τῆς ὁποίας ὑπονόμευε τὴ religio imperii, τὴ βάση τῆς πολιτικῆς της ἑνότητας.

Ἡ χριστιανικὴ «ἐκκλησία» κόμιζε στὸν Ἕλληνα (μὲ τὸν ἑλληνικὸ τρόπο τῆς ἐμπειρικῆς, κοινωνούμενης μετοχῆς καὶ ὄχι τῆς ἀτομικῆς κατα-νόησης) τὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐλευθερία ὡς καταγωγικὴ Αἰτία τοῦ ὑπάρχειν καὶ στόχο-σκοπὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Αὐτὴ τὴν Αἰτία δὲν μποροῦμε νὰ τὴ σημάνουμε μὲ τὴ λέξη «Θεός», γιατί προϋποθέτει δεδομένο τὸν λόγο-τρόπο (τὴν οὐσία) τῆς θεότητας ὡς ὑπαρκτικὸ προκαθορισμὸ τῆς Πρώτης Αἰτίας. Αἰτία τοῦ ὑπάρχειν εἶναι μία λογικὴ αὐτοσυνείδητη ἐλευθερία, ποὺ ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει, καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἀγαπάει. Ἡ ἀγάπη, γιὰ νὰ εἶναι ἀγάπη, προϋποθέτει τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα.

Δὲν εἶναι «ἰδιότητα» τῆς Αἰτιώδους Ἀρχῆς ἡ ἀγάπη, δὲν ὑπάρχει πρῶτα καὶ στὴ συνέχεια ἀγαπάει, δὲν εἶναι «ἀρετή», ἠθικὴ ποιότητα, εἶναι ὁ τρόπος της νὰ ὑπάρχει. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν σημαίνουμε, στὴ συμβατική μας γλώσσα, μὲ τοὺς ὅρους πατρότητα, υἱότητα, ἐκπόρευση. Ὁ πάντων Αἴτιος εἶναι ὁ Πατήρ, ποὺ πραγματοποιεῖ τὸ εἶναι του ὡς ἐλευθερία πατρότητας: «γεννᾶ» τὸν Υἱὸ καὶ «ἐκπορεύει» τὸ Πνεῦμα. Καὶ οἱ τρεῖς γλωσσικοὶ προσδιορισμοὶ παραπέμπουν ὄχι σὲ αὐτόνομες ἀτομικὲς ὀντότητες. (Δίας, Κρόνος, Ποσειδών) ἀλλὰ σὲ ὑπάρξεις ποὺ ὑπάρχουν μόνο ὡς πρός, μόνο ὡς σχέση: Δὲν ὑπάρχει πρῶτα ὁ Πατὴρ καὶ στὴ συνέχεια «γεννᾶ» τὸν Υἱὸ καὶ «ἐκπορεύει» τὸ Πνεῦμα, ὑπάρχει ἐπειδὴ «γεννᾶ» καὶ «ἐκπορεύει», δηλαδὴ ἐπειδὴ ἐλεύθερα ἀγαπάει. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Υἱὸς - Λόγος τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρός. Ὁ Θεὸς ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «ἀγάπη ἐστι», εἶναι (ὄχι ἔχει) ἀγάπη, ἀπόλυτη πληρωματικὴ ἐλευθερία.

Ὅλα τὰ παραπάνω θὰ ἦταν ἕνα εὐφυὲς καὶ εὐφραντικό, ἀφηρημένο φιλοσόφημα, ἂν δὲν συνιστοῦσε μαρτυρία μιᾶς πολὺ συγκεκριμένης ἱστορικῆς ἐμπειρίας: Μὲ ἀκριβέστατες ἱστορικὲς χρονολογήσεις («ἐν ἔτει πέντε καὶ δεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ἡγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς Ἰουδαίας, τετραρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας Ἡρώδου» κ.λπ., κ.λπ.) γεννιέται στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἕνα βρέφος, ποὺ τόσο ἡ γέννησή του ὅσο καὶ πολλὰ μεταγενέστερα «σημεῖα» (σημαδιακὰ γεγονότα) τῆς μαρτυρούμενης ἱστορικῆς του παρουσίας, δηλώνουν ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ὑπαρκτικὸ περιορισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξής του.

Στὸ πρόσωπό του ὅσοι συγκροτοῦν διαχρονικὰ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εἴκοσι αἰῶνες τώρα, ψηλαφοῦν τὴν ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ κάθε προκαθορισμὸ καὶ ἀναγκαιότητα. Ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ θεότητά του ὁ Θεός, «δι’ ὑπερβολὴν ἔρωτος», προσλαμβάνει στὸν τρόπο τῆς ἀπόλυτης ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας καὶ τὸν «κατ’ εἰκόνα» του ἄνθρωπο: Χαρίζει στὴ σχετικὴ ἀνθρώπινη ἐλευθερία τὴ δυναμική τῆς μετοχῆς στὴν ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία τοῦ Ἀκτίστου, ἐλευθερία ἐρωτικῆς αὐτοπραγμάτωσης σὲ συνεχῆ αὐτοπροσφορὰ «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν».

Εὐτυχισμένοι («μακάριοι» λέει ἡ Ἐκκλησία) ὅσοι στὸ κλαυθμηρίζον βρέφος τῆς Βηθλεὲμ μποροῦν νὰ δοῦν τὴ δυνατότητα τὴ χαρισμένη στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν πληρωματικὴ ἐλευθερία, ὅταν ἐπίπονα καταθέσει τὸ «ναὶ» τῆς χιλιοπεριορισμένης θέλησής του στὸν μανικὸ ἔρωτα τοῦ Θεοῦ Νυμφίου, τοῦ «διὰ τὴν ἐρωτικὴν αὐτοῦ ἀγαθότητα ἐνανθρωπήσαντος».

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2018

Ἡ Γιορτὴ καὶ τὸ γιατί

Γιανναρᾶς Χρῆστος



Τὸ μέγα σκάνδαλο στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἦταν ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας σὲ μόνη τὴ βούληση, ὁ ἀποκλεισμός της ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς ὕπαρξης. O ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νὰ θέλει, νὰ ὀρέγεται, νὰ ἐπιθυμεῖ ἀκόμα καὶ τὸ ἀνέφικτο. Ὅμως τὸ νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ πῶς ὑπάρχει εἶναι δεδομένο, δὲν τὸ ἐπιλέγει, τὸ ὑφίσταται ὡς ἀναγκαιότητα. H ἐλευθερία γιὰ τοὺς Ἕλληνες τελείωνε στὰ ὅρια τῆς βούλησης, τῆς συμπεριφορᾶς – στὸ πεδίο τοῦ ἤθους. Ἀπέκλειε τὸ πεδίο τοῦ εἶναι.

H ὕπαρξη ἦταν μία νομοτέλεια, ἀνερμήνευτη ἀναγκαιότητα. Ποὺ θὰ πεῖ: ὅ,τι ὑπάρχει εἶναι προϊὸν ἑνὸς δεδομένου λόγου-τρόπου ποὺ πρὸ-καθορίζει τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί τῶν ὑπαρκτῶν. Ἕνας «ξυνὸς» (κοινὸς) λόγος προηγεῖται καὶ δίνει εἶδος, μορφικὴ καὶ τροπικὴ ἑτερότητα, σὲ κάθε ὑπαρκτό, ἐνῶ ταυτόχρονα συνιστᾶ καὶ τὸ πῶς (τὸν τρόπο) τῆς συνύπαρξης τῶν ὑπαρκτῶν. Ὁρίζει τὴν ποικιλότητα τῶν εἰδῶν-οὐσιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴ λογική τους συνύπαρξη, τὸν συσχετισμό τους. Ἡ «κατὰ λόγον», συνύπαρξη τῶν ἐπιμέρους λόγων-τρόπων καθιστᾶ τὸ σύμπαν «κόσμον», δηλαδὴ κόσμημα, ὁλοκληρία ἁρμονίας καὶ κάλλους.

Αὐτὴ ἡ ὀντολογικὴ ὀπτικὴ ἀναδείχνει τὸ κάλλος, τὸ μέτρο, τὴν ἁρμονία, τὴν κοσμιότητα ὡς τὸ μόνο αὐθύπαρκτο δεδομένο τῆς πραγματικότητας, τὸ μόνο πραγματικὰ ὑπαρκτὸ (τὸ «ὄντως ὄν»). Εἶναι ἡ ἀλήθεια: αὐτὸ ποὺ δὲν μεταβάλλεται, δὲν φθείρεται, δὲν πεθαίνει. Ἄρα καὶ τὸ «κριτήριον ἀληθείας», ποὺ ἀναζητᾶμε οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε τὸ σωστὸ ἀπὸ τὸ λάθος, δὲν εἶναι ἕνα «τί» (κάτι τί) ἀλλὰ ἕνα «πῶς»: ὁ τρόπος τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως. Ἂν θέλουμε λοιπὸν νὰ «ἀληθεύει» ὁ συλλογικός μας βίος, νὰ εἶναι «κατ’ ἀλήθειαν», δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ καταστήσουμε τὴ συλλογικότητα «κοινὸν ἄθλημα» μετοχῆς στὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς λογικότητας καὶ κοσμιότητας. Ἔτσι γεννιέται ἡ «πόλις» καὶ τὸ «πολιτικὸν ἄθλημα ἀληθείας».

Ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ ἐλευθερία παραμένει ἐγκλωβισμένη στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐπιλογῶν τοῦ πράττειν, ἐπίπεδο συμπεριφορᾶς, δὲν ἀφορᾶ στὴν ὕπαρξη τὴν κατ’ ἀναγκαιότητα δεδομένη. Προηγεῖται ὁ ἀνερμήνευτος λόγος ὁ καθοριστικός τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης κάθε ὑπαρκτοῦ, ἀκόμα καὶ τῶν θεῶν. Στὴν ὀντολογικὴ προοπτικὴ τῶν Ἑλλήνων, αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν Θεὸ νὰ εἶναι Θεός: τὸ «ἀκίνητον πρῶτον κινοῦν», καθαρὴ ἐνέργεια, ἐνέργεια νοῦ, εἶναι ὁ ἐπίσης δεδομένος λόγος-τρόπος (ἡ οὐσία) τῆς ὕπαρξής του – ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος, «ὡς ἐκ τοῦ λόγου τῆς οὐσίας» του, νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι ὑποταγμένος στὴν ἀνάγκη ποὺ τὸν καθορίζει ὑπαρκτικά.

Τὸ σκάνδαλο τῆς ἀνελεύθερης ὕπαρξης εἶναι τὸ κεντρικὸ συνήθως θέμα στὴν τραγωδία: Ὁ τραγικὸς ἥρως ἐπαναστατεῖ ἐνάντια στὸν τυφλὸ προκαθορισμὸ τῆς ὕπαρξής του, ἡ ἐπανάστασή του εἶναι «ὕβρις» ποὺ νομοτελειακὰ τιμωρεῖται, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀπονενοημένη ἀνταρσία του φωτίζεται ἡ δίψα τοῦ Ἕλληνα γιὰ ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία.
* * *

Αὐτὴ ἡ δίψα εἶναι τὸ μόνο δεδομένο ποὺ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὸν ραγδαῖο ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἑλλήνων – μέσα σὲ ἕναν μόλις αἰώνα καὶ μὲ συνθῆκες ἐφιαλτικοῦ διωγμοῦ τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία, τῆς ὁποίας ὑπονόμευε τὴ religio imperii, τὴ βάση τῆς πολιτικῆς της ἑνότητας.

Ἡ χριστιανικὴ «ἐκκλησία» κόμιζε στὸν Ἕλληνα (μὲ τὸν ἑλληνικὸ τρόπο τῆς ἐμπειρικῆς, κοινωνούμενης μετοχῆς καὶ ὄχι τῆς ἀτομικῆς κατα-νόησης) τὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐλευθερία ὡς καταγωγικὴ Αἰτία τοῦ ὑπάρχειν καὶ στόχο-σκοπὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Αὐτὴ τὴν Αἰτία δὲν μποροῦμε νὰ τὴ σημάνουμε μὲ τὴ λέξη «Θεός», γιατί προϋποθέτει δεδομένο τὸν λόγο-τρόπο (τὴν οὐσία) τῆς θεότητας ὡς ὑπαρκτικὸ προκαθορισμὸ τῆς Πρώτης Αἰτίας. Αἰτία τοῦ ὑπάρχειν εἶναι μία λογικὴ αὐτοσυνείδητη ἐλευθερία, ποὺ ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει, καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἀγαπάει. Ἡ ἀγάπη, γιὰ νὰ εἶναι ἀγάπη, προϋποθέτει τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα.

Δὲν εἶναι «ἰδιότητα» τῆς Αἰτιώδους Ἀρχῆς ἡ ἀγάπη, δὲν ὑπάρχει πρῶτα καὶ στὴ συνέχεια ἀγαπάει, δὲν εἶναι «ἀρετή», ἠθικὴ ποιότητα, εἶναι ὁ τρόπος της νὰ ὑπάρχει. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν σημαίνουμε, στὴ συμβατική μας γλώσσα, μὲ τοὺς ὅρους πατρότητα, υἱότητα, ἐκπόρευση. Ὁ πάντων Αἴτιος εἶναι ὁ Πατήρ, ποὺ πραγματοποιεῖ τὸ εἶναι του ὡς ἐλευθερία πατρότητας: «γεννᾶ» τὸν Υἱὸ καὶ «ἐκπορεύει» τὸ Πνεῦμα. Καὶ οἱ τρεῖς γλωσσικοὶ προσδιορισμοὶ παραπέμπουν ὄχι σὲ αὐτόνομες ἀτομικὲς ὀντότητες. (Δίας, Κρόνος, Ποσειδών) ἀλλὰ σὲ ὑπάρξεις ποὺ ὑπάρχουν μόνο ὡς πρός, μόνο ὡς σχέση: Δὲν ὑπάρχει πρῶτα ὁ Πατὴρ καὶ στὴ συνέχεια «γεννᾶ» τὸν Υἱὸ καὶ «ἐκπορεύει» τὸ Πνεῦμα, ὑπάρχει ἐπειδὴ «γεννᾶ» καὶ «ἐκπορεύει», δηλαδὴ ἐπειδὴ ἐλεύθερα ἀγαπάει. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Υἱὸς - Λόγος τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρός. Ὁ Θεὸς ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «ἀγάπη ἐστι», εἶναι (ὄχι ἔχει) ἀγάπη, ἀπόλυτη πληρωματικὴ ἐλευθερία.

Ὅλα τὰ παραπάνω θὰ ἦταν ἕνα εὐφυὲς καὶ εὐφραντικό, ἀφηρημένο φιλοσόφημα, ἂν δὲν συνιστοῦσε μαρτυρία μιᾶς πολὺ συγκεκριμένης ἱστορικῆς ἐμπειρίας: Μὲ ἀκριβέστατες ἱστορικὲς χρονολογήσεις («ἐν ἔτει πέντε καὶ δεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ἡγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς Ἰουδαίας, τετραρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας Ἡρώδου» κ.λπ., κ.λπ.) γεννιέται στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἕνα βρέφος, ποὺ τόσο ἡ γέννησή του ὅσο καὶ πολλὰ μεταγενέστερα «σημεῖα» (σημαδιακὰ γεγονότα) τῆς μαρτυρούμενης ἱστορικῆς του παρουσίας, δηλώνουν ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ὑπαρκτικὸ περιορισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξής του.

Στὸ πρόσωπό του ὅσοι συγκροτοῦν διαχρονικὰ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εἴκοσι αἰῶνες τώρα, ψηλαφοῦν τὴν ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ κάθε προκαθορισμὸ καὶ ἀναγκαιότητα. Ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ θεότητά του ὁ Θεός, «δι’ ὑπερβολὴν ἔρωτος», προσλαμβάνει στὸν τρόπο τῆς ἀπόλυτης ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας καὶ τὸν «κατ’ εἰκόνα» του ἄνθρωπο: Χαρίζει στὴ σχετικὴ ἀνθρώπινη ἐλευθερία τὴ δυναμική τῆς μετοχῆς στὴν ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία τοῦ Ἀκτίστου, ἐλευθερία ἐρωτικῆς αὐτοπραγμάτωσης σὲ συνεχῆ αὐτοπροσφορὰ «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν».

Εὐτυχισμένοι («μακάριοι» λέει ἡ Ἐκκλησία) ὅσοι στὸ κλαυθμηρίζον βρέφος τῆς Βηθλεὲμ μποροῦν νὰ δοῦν τὴ δυνατότητα τὴ χαρισμένη στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν πληρωματικὴ ἐλευθερία, ὅταν ἐπίπονα καταθέσει τὸ «ναὶ» τῆς χιλιοπεριορισμένης θέλησής του στὸν μανικὸ ἔρωτα τοῦ Θεοῦ Νυμφίου, τοῦ «διὰ τὴν ἐρωτικὴν αὐτοῦ ἀγαθότητα ἐνανθρωπήσαντος».

Κυριακή, Αυγούστου 07, 2016

Δωσίλογος η πολιτική της αγλωσσίας

Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς 

Η ​​κοινή και κοινωνούμενη πείρα βεβαιώνει ότι η ανάπτυξη μιας χώρας, η ευζωία των πολιτών, είναι συνάρτηση όχι πρωτίστως του κατά κεφαλήν εισοδήματος αλλά πρωτίστως του επιπέδου ποιότητας της ζωής. Οτι η ποιότητα της ζωής είναι συνάρτηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, όχι της καταναλωτικής ευχέρειας. Και δείχτης της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, σε όσες χιλιάδες χρόνια διαρκεί η ανθρώπινη Ιστορία, είναι η γλώσσα: η διεύρυνση των δυνατοτήτων (πλούτος του λεξιλογίου και εύκαμπτη όσο και διαυγής συντακτική δομή) της γλωσσικής εκφραστικής.

Κοινότοπες διαπιστώσεις, τετριμμένες. Αυτονόητες όσους αιώνες το πολιτισμικό «παράδειγμα» (ο κοινός τρόπος του βίου και η νοηματοδότησή του) δεν ήταν στεγανά ιστορικο-υλιστικό. Οσο δεν είχε ακόμα «παγκοσμιοποιηθεί» ο θρίαμβος του διδύμου Ανταμ Σμιθ-Καρλ Μαρξ, δηλαδή ο ολοκληρωτισμός του «Διαφωτισμού», ο πρωτογονισμός του ατομοκεντρισμού. Οι κοινωνίες που γέννησαν το εφιαλτικό δίπολο (τη μεταποίηση της συλλογικότητας ή σε «κολεκτίβα» ή σε «αγορά») είχαν θητεύσει για αιώνες στον θρησκευτικό ατομοκεντρισμό: της ατομικής «πίστης», της ατομικής «ηθικής», της ατομικής «σωτηρίας». Γι’ αυτό και είχαν προλάβει να γεννήσουν και «αντισώματα» στην εγωτική ιδιοτέλεια: θεσμικά χαλινάρια και κατεστημένες «νοο-τροπίες» που να τιθασεύουν (κάπως) την ενορμητική φιλαυτία, τη βουλιμική αρχομανία, τον ακόρεστο ναρκισσισμό: Γέννησαν τον ρωμαιοκαθολικό νομικισμό, την προτεσταντική Ηθική και, αργότερα, τους κώδικες (μάλλον ευχετήριους) κατασφάλισης των «ατομικών δικαιωμάτων».

Η γλωσσική εκφραστική αυτών των κοινωνιών, καταγωγικά διαμορφωμένη για να εξυπηρετεί «την χρείαν» (όχι την «πολιτικήν κοινωνίαν»), ελάχιστα επηρεάστηκε από την παγκοσμιοποίηση του Ιστορικού Υλισμού – τη διεθνοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τον ολοκληρωτισμό των «Αγορών». Συρρικνώθηκε η γλωσσική εκφραστική σε μία και μόνη, λατινο-γερμανικού μείγματος λαλιά, την αγγλική, που κάθε λαός του πλανήτη παραμορφώνει κατά το κέφι του την προφορά της, σώζοντας (παραδόξως) τη χρηστική της δυναμική.

Η ελληνική ήταν μια διεθνοποιημένη γλώσσα, «κοινή» στην ελληνο-ρωμαϊκή «οικουμένη», για πολλούς αιώνες. Κοινή σε ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» κοινωνικοκεντρικό (τουλάχιστον στις στοχεύσεις του), στους αντίποδες του ατομοκεντρικού της μετα-ρωμαϊκής (βαρβαρικής τότε) Δύσης.

Το κοινωνιοκεντρικό «παράδειγμα» καταλύθηκε με τη συνδυασμένη δράση (το πάθος-μένος) Σταυροφόρων και Οθωμανών. Και, τέσσερις αιώνες μετά, η ελάχιστη χούφτα απελευθερωμένων Ελλήνων υποτάχθηκε στους όρους του «έθνους-κράτους» (που συμπύκνωνε τον τρόπο - πολιτισμό του ατομοκεντρικού «παραδείγματος»). Οι συνέπειες για την ελληνική γλώσσα ήταν μοιραίες: Για δυο ολόκληρους αιώνες οι Ελληνόφωνοι βιάζουμε τη γλώσσα μας να εξυπηρετήσει τις εντελώς αντίθετες ανάγκες, τις ατομοκεντρικές, από τις ανάγκες τις κοινωνιοκεντρικές που γέννησαν την ίδια και τον μοναδικό πραγματικά εκφραστικό της πλούτο.

Μιλάμε σήμερα για συντελεσμένη μακάβρια καταστροφή: Το νοηματικό περιεχόμενο (βιωματικό φορτίο) πολύτιμων λέξεων έχει αλλοιωθεί ή διαστραφεί. Λέμε «δημοκρατία» και εννοούμε την καλοστημένη απάτη διαχείρισης εντυπώσεων την επιλεγόμενη «αντιπροσωπευτικό σύστημα». Λέμε «αλήθεια» και εννοούμε την ορθότητα της πληροφορίας, όχι την προφάνεια της κοινωνούμενης εμπειρίας. Λέμε «πίστη» και εννοούμε ατομικές πεποιθήσεις, όχι αμοιβαιότητα εμπιστοσύνης. Λέμε «ελευθερία» και εννοούμε δικαίωμα εγωτικών επιλογών ή συνδικαλισμένης αυθαιρεσίας, όχι το (κορυφαίο για τον άνθρωπο) άθλημα απεξάρτησης από τυφλά ένστικτα και ενορμήσεις. Λέμε «διάλογο» και εννοούμε παράλληλους μονολόγους. Λέμε «πρόσωπο» και καταλαβαίνουμε απρόσωπο άτομο, λέμε «έρωτας» και καταλαβαίνουμε «σεξ» – απειράριθμα τα ανάλογα εκτρωματικά.

Η Ελλάδα χωρίς γλώσσα που να κομίζει την πολιτισμική διαφορά των Ελλήνων (να την κομίζει όχι σαν μουσειακό παρελθόν αλλά σαν επικαιρική πρόταση με πανανθρώπινη εμβέλεια – αντιπρόταση στον ιστορικο-υλιστικό εφιάλτη) είναι αναπότρεπτο να υποταχθεί στο «μοντέλο» Ταϋλάνδης, Μαλαισίας, Γεωργίας, Ρουμανίας: Το μεροκάματο, για όσους αρνηθούν την προσφυγιά, ισοδύναμο με φυσική εξόντωση. Και η αγγλωσία δοκιμασμένη συνταγή εξαθλίωσης των μαζών, υποταγή τους σε σωστικά «μνημόνια» – μαζί με κατάργηση βαθμολογίας και εξετάσεων, δηλαδή με την εκδοχή της αριστείας ως «ρετσινιάς». Οι πολιτικές του υπουργείου Παιδείας, τα τελευταία σαράντα χρόνια, υπηρέτησαν, χωρίς εξαίρεση, τη δρομολογημένη επιδίωξη (ας ελπίσουμε, ανεπίγνωστα).

Η καταστροφή της γλώσσας συνεχίζεται αδυσώπητη – κάθε μέρα υπάρχουν τρεις έως πέντε εκφωνητές ή ανταποκριτές ή σχολιαστές στα κανάλια που θα έπρεπε να απολυθούν αυθημερόν για την αγραμματοσύνη τους, και άλλοι τόσοι από πολιτικούς θώκους, γελοιωδέστεροι. Ακούμε φρικαλεότητες, όπως: «ο αναλογούν φόρος», «η πλήρη εφαρμογή», «τον επικεφαλήν» ή «του επικεφαλή», «αυτή τη στιγμή συνδράμουν στην κατάσβεση», «κάτι άλλο δεν παρατηρούμε μέχρι στιγμή», «τους υπαγάγει τώρα δωρεάν», «άνευ άδεια», «να μην εκτίθεται στον ήλιο υπέρ του δέοντος»…

Το πιο αδιάντροπο είναι η αυθαίρετη στρέβλωση της γλώσσας επειδή ο ρήτορας λογαριάζει κάποιους γραμματικούς τύπους σαν «καθαρευουσιάνικους» που μολύνουν την «προοδευτική» του εκφραστική. Ο κ. Τσίπρας, π.χ., υιοθετεί το ανύπαρκτο «έχει παράξει πλεόνασμα η κυβέρνηση» (το έχει παραγάγει του μοιάζει «συντηρητικό», ακατάλληλο για υπέρμαχους «της Αριστεράς και της προόδου». Για τον ίδιο λόγο, προφανώς, και ο κ. Σημίτης καταργούσε τη διάκριση «στιγμιαίου» και «διαρκούς»: έλεγε «η Ελλάδα πέρυσι παρήγε» – τον ενοχλούσε το «παρήγαγε».

Ενας φιλόλογος θα μπορούσε να εντοπίσει ευστοχότερες και πολυπληθέστερες ενδείξεις της καταστροφής που συντελείται, τα πολύ τελευταία χρόνια, στη γλώσσα των Ελλήνων. Με ιστορικές συνέπειες ασύγκριτα εφιαλτικότερες από αυτές της οικονομικής χρεοκοπίας, της χαμένης κρατικής ανεξαρτησίας, της διοικητικής διάλυσης, του κυρίαρχου κυνικού αμοραλισμού. Δύσκολο να πείσει κανείς γλωσσικά απαίδευτους κομματανθρώπους πού οδηγεί η σύγχυση οριστικού και υποτακτικού λόγου («θα υπάρξει επιδείνωση του καιρού», αντί, «θα επιδεινωθεί ο καιρός» – «να σε ευχαριστήσω, Ανδρέα», αντί, «σε ευχαριστώ Ανδρέα»).

Πού οδηγεί η κατάργηση των άρθρων (όπως σε γλώσσες υπανάπτυκτης εκφραστικής): «θα πάμε Μοναστηράκι», «μένω Αγρίνιο». Γιατί τα ρήματα εις -έω μεταποιούνται εις -άω: «ζητά», «παρακαλά», «προχωρά», «μιλά», «εξηγά», «οδηγά». Γιατί η «προοδευτική» εκδοχή απαιτεί να λέμε: «η μέθοδο», «η πρόοδο», «η λεωφόρο», «η ψήφο», «η είσοδο». Γιατί το ανατριχιαστικό, πασοκικό και συριζαίικο: «η πλήρη εφαρμογή», «η διεθνή εκτίμηση», «η επισφαλή λύση».

Αυτό που συμβαίνει με τη γλώσσα στην Ελλάδα θα είχε το ανάλογο αν η Σαουδική Αραβία αχρήστευε τις πετρελαιοπηγές της και η Νότια Αφρική τα αδαμαντωρυχεία της. Το πολιτικό μας προσωπικό αντιλαμβάνεται τη σύγκριση σαν εικόνα, συμβολικά. Δεν καταλαβαίνουν ότι η σύγκριση κυριολεκτεί.

Πηγή εφημ. "Καθημερινή"
πηγή   //  αντιγραφή

Δευτέρα, Μαΐου 30, 2016

Tο πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής

Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς 
Κ​​ανένα κόμμα από όσα κυβέρνησαν την Eλλάδα στα τελευταία σαράντα δύο χρόνια και καμιά κυβέρνηση συνεργασίας κομμάτων δεν απασχολήθηκε με το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής στη χώρα.

Tο θέμα αγνοήθηκε ολοκληρωτικά για μισό περίπου αιώνα, με αποτέλεσμα να απαιτούνται σήμερα στοιχειώδεις εξηγήσεις, τουλάχιστον για τη σημασία των λέξεων:

Tι θα πει «κοινωνική συνοχή»; H έκφραση ηχεί στις μέρες μας μάλλον σαν ηθικολογικό αιτούμενο ή σαν αμυντική της συλλογικότητας σκοπιμότητα: Aν χρειαστεί να αποτρέψουμε την εδαφική συρρίκνωση της κρατικής μας οντότητας, δηλαδή αν χρειαστεί να πολεμήσουμε ιταμούς εισβολείς, θα το κάνουμε γιατί; Για να διασώσουμε ένα κράτος που το ζούμε καθημερινά σαν εχθρό και μισητό αντίπαλο; Kράτος που χαρατσώνει ληστρικά το εξωφρενικά μεγαλύτερο ποσοστό των εισοδημάτων του μόχθου μας; Kράτος που κλέβει σαν κοινός λωποδύτης την αποταμιευμένη εγγύηση αξιοπρέπειας των γηρατειών ή της αρρώστιας μας; Θα θυσιάσουμε τη ζωή μας για ένα κράτος διεφθαρμένο και σάπιο ώς το μεδούλι, ταυτισμένο με τους αργόμισθους της κομματικής πελατείας, έρμαιο της εκμετάλλευσης μιας σπείρας «νταβατζήδων»;

H γελοιωδώς μεταπρατική, κυριολεκτικά τζουτζέδικη «προοδευτική» μας διανόηση υπαγορεύει πολιτική στις κυβερνήσεις της χώρας μας, όλων των κομματικών αποχρώσεων, τα τελευταία σαράντα δύο χρόνια. Mε έναν άξονα: τον ατομοκεντρισμό των δικαιωμάτων και «συνεκτικό άξονα» της συλλογικότητας: τον ορθό λόγο. Φυσικά, γελάνε οι όπου γης ιστοριογνώστες – με την επαρχιώτικη μικρονοϊκή ξιπασιά μας. Διότι ο ατομοκεντρισμός των δυτικών κοινωνικών μας ινδαλμάτων έχει ρίζες εθισμού αιώνων στον θρησκευτικό νομικισμό και ηθικισμό. Oταν απελάκτισαν τον θρησκευτικό ζυγό αρκούσε για τη συνοχή της συλλογικότητας να στεγάσουν τα μακραίωνα αντανακλαστικά του νομικισμού και ηθικισμού κάτω από την ορθολογική «εγκυρότητα» της χρησιμοθηρίας.

Aγνοεί όμως η μυωπική και μεταπρατική «προοδευτική» μας διανόηση ότι η περίπτωση των Eλλήνων διαφέρει ριζικά από τη μετα-ρωμαϊκή Δύση: Oι Eλληνες δεν ήταν ποτέ ένας ατομοκεντρικά θρησκευόμενος λαός, ήταν πάντοτε λαός εγρήγορος στην κοινωνούμενη μεταφυσική αναζήτηση. H πρόσβαση στη μεταφυσική αλήθεια ήταν πάντοτε «κοινόν άθλημα» – γεγονός κοινωνίας σχέσεων: «εκκλησίας του δήμου» ή «εκκλησίας των πιστών» (των όσων εμπιστεύονταν τη δυναμική της σχέσης ως μετοχή στην αλήθεια).

Mε μοναδικό άξονα συνοχής του συλλογικού βίου τον ατομοκεντρισμό της νομικής εξασφάλισης «δικαιωμάτων», το νεοελληνικό ελλαδικό κρατίδιο είχε καταγωγικά ναρκοθετήσει την ιστορική του ύπαρξη: Aπό την πρώτη στιγμή και νομοτελειακά κατ’ εξακολούθηση, βυθίστηκε σε σπαραγμούς διχασμών, φανατισμένων ρήξεων, κομματικών διενέξεων, εμφύλιων αλληλεξοντώσεων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ώς το 1974 (συμβατικό χρονικό οροθέσιο) λειτούργησε ως παράγων κάποιας κοινωνικής συνοχής μια ψυχολογικού - συναισθηματικού χαρακτήρα και κενόλογης ρητορικής «ελληνικότητα»: Kαύχηση για τη γλώσσα μας, για τους αρχαίους προγόνους μας, για τον ένδοθεν εξελληνισμό της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας, τον πολιτισμό της οικουμενικής Pωμιοσύνης.

Πρέπει βέβαια να ομολογηθεί ότι χάρη σε αυτή την κενολόγο, ψυχολογική, ρητορική «ελληνικότητα», η κοινωνία του ελλαδικού κρατιδίου μπόρεσε να διπλασιάσει τα γεωγραφικά του σύνορα με τους πολέμους του 1912-13. Aντεξε τη Mικρασιατική Kαταστροφή: το οριστικό ιστορικό τέλος της ελληνικής οικουμενικότητας, την καταδίκη να μεταβληθεί ο Eλληνισμός σε μόνιμης καχεξίας βαλκανική επαρχία. Aνέβηκε στα βουνά της Πίνδου και νίκησε την ιταλική αυτοκρατορία. Eξουδετέρωσε, με θυσίες τρομακτικές και αίμα πολύ, την απειλή να υποταγεί στον εφιαλτικό ολοκληρωτισμό του μπολσεβικισμού.

Oλα αυτά ώς το 1974. Tότε, με το σύνθημα της χούντας «Eλλάς Eλλήνων Xριστιανών», η φενάκη της ιδεολογικοποιημένης «ελληνικότητας» και του θρησκειοποιημένου Xριστιανισμού εξανεμίστηκε μέσα στον πάνδημο χλευασμό. Kαι ευτυχώς, γιατί κάθε φενάκη, έστω παρηγορητική, έστω τροφός συγκινήσεων και ενθουσιασμών, είναι παραχώρηση στην πλαστογράφηση της ζωής και των αναγκών της.

Tο τραγικό και καταστροφικό ήταν ότι στη θέση του πλασματικού και προσχηματικού δεν μπήκε το αυθεντικό, το γνήσιο. Aπό το ’74 ώς το ’81 κυβερνούσε την Eλλάδα ο «συντηρητικός» (υποτίθεται) «εθνάρχης» Kαραμανλής, αλλά, ώς την πιο ασήμαντη πολίχνη και το έσχατο ψαροχώρι, «κυρίαρχη ιδεολογία» ήταν ένας παλαιομοδίτικος μαρξισμός, που διαφημιζόταν σαν η πιο «μοδέρνα» έκφανση του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Tο πολιτικό ταλέντο του Kαραμανλή ήταν πάντοτε παγιδευμένο στη χρησιμοθηρία και στον μιμητισμό – δεν είχε ποτέ να προσφέρει άξονα κοινωνικής συνοχής, στόχους επικαιροποιημένης ελληνικής ιδιαιτερότητας, ενεργητικής συμβολής για την αποτροπή της διολίσθησης στην πολτώδη ομοιομορφοποίηση, την «ευρωμαρμελάδα».

Eτσι, εκ των πραγμάτων, νομοτελειακά, το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση της πλασματικής και προσχηματικής ελληνικότητας, ήρθε να το καλύψει, χάρη στο ηροστράτειο «ταλέντο» του Aνδρέα και στα γαλαντόμα «πακέτα» των Eυρωπαίων, η ελληνικότητα ως ατσιδοσύνη. Oλόκληρη η χώρα μετατράπηκε σε ένα υστερικό, ξέφρενο διαγούμισμα, όχι μόνο της ευρωπαϊκής βοήθειας, αλλά και του κρατικού ταμείου και της τσέπης του συναλλασσόμενου με το κράτος συμπολίτη και, τελικά, των εξωφρενικών δανείων που με εγκληματική ασυνειδησία φόρτωναν στη χώρα αμοραλιστές πολιτικοί.

Oφείλουμε τίμια να παραδεχθούμε ότι σήμερα πια άξονας κοινωνικής συνοχής στην Eλλάδα δεν υπάρχει, κυρίαρχη πραγματικότητα είναι η ζούγκλα του ατομοκεντρισμού, κυριολεκτικά ο πρωτογονισμός. Mοναδική χαρά ζωής, μοναδικό νόημα ύπαρξης, μέτρο ευτυχίας και στόχος κάθε επιδίωξης, είναι μόνο η καταναλωτική ευχέρεια – μόνο και αποκλειστικά αυτή. Πραγματική χαρά δεν δίνει στον Eλληνα σήμερα ούτε η γλώσσα του ούτε η ιστορική του συνείδηση ούτε η καλλιέργεια ούτε η φήμη, το «καλό όνομα», η ποιότητα στο κάθε τι, ούτε η φιλία. Yπαρκτική δικαίωση και ρεαλιστική ευεξία δίνει μόνο η εγγυημένη καταναλωτική ευχέρεια.

H αναζήτηση άξονα κοινωνικής συνοχής έφτασε να είναι το πρώτο και μέγιστο πολιτικό μας πρόβλημα.

Πηγή "Καθημερινή"
το είδαμε εδώ

Δευτέρα, Μαΐου 23, 2016

Ὀρθοδοξία καὶ Δύση, ὁ ἱστορικὸς ὁρίζοντας Χρῆστος Γιανναρᾶς

Χρῆστος Γιανναρᾶς - Ὀρθοδοξία καὶ Δύση (ἀποσπάσματα)
Ὁ ἱστορικὸς ὁρίζοντας


  Σπουδάζουμε τὴν ἱστορία τοῦ «νεώτερου» Ἑλληνισμοῦ μὲ ἀφετηρία συνήθως, τὴν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης (1453). Ἦταν ἡ τελικὴ πράξη στὴν κατάρρευση τοῦ «βυζαντινοῦ» -ὅπως λέμε σήμερα- Ἑλληνισμοῦ, τὸ τέλος τῶν «μέσων» καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν νεώτερων χρόνων τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας.
Ἀπὸ τὴν σκοπιά, ὡστόσο τῆς ἐξέλιξης τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων, ὁρόσημο ἡ ἀφετηρία τῶν «νεώτερων» χρόνων δὲν εἶναι τὸ 1453. Εἶναι μᾶλλον τὸ 1354: ἡ χρονιὰ ποὺ ὁ Δημήτριος Κυδώνης, μὲ προτροπὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Κατακουζηνοῦ, μεταφράζει στὰ ἑλληνικὰ τὴ Summa Theologiae τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη. Ἐκστασιασμένος ὁ Κυδώνης ἀπὸ τὸ καινούργιο «φῶς» ποὺ ἔρχεται «ἐξ ἑσπερίας», ἀναλαμβάνει νὰ τὸ μεταδώσει στοὺς συμπατριῶτες του Ἕλληνες.
Τὸ γεγονὸς ὁριοθετεῖ μία καινούργια ἐποχὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, μιὰ νέα ἱστορικὴ περίοδο. Περίοδο ὅπου τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἑλλήνων μετατίθεται προοδευτικὰ ἀπὸ τὴ δική τους παράδοση καὶ τὸν δικό τους πολιτισμὸ σὲ κάποιο ἄλλο πρότυπο καὶ ὅραμα βίου.
Σίγουρα ὁ Ἑλληνισμὸς ἦταν πάντοτε ἕνα σταυροδρόμι πολιτισμῶν, ἀντιλήψεων καὶ ἰδεῶν, ἐπιστήμης καὶ φιλοσοφίας. Ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα κιόλας χρόνια οἱ Ἕλληνες ἐνδιαφέρονται μὲ πάθος γιὰ ἀλλότριες παραδόσεις, προσλαμβάνουν στοιχειὰ ἀπὸ ξένους πολιτισμούς. Ὅμως τὸ βασικὸ γνώρισμα τῶν Ἑλλήνων ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἱκανότητά τους νὰ ἀφομοιώνουν τὶς προσλήψεις καὶ τὰ δάνεια. Κάθε ξένο στοιχεῖο νὰ γίνεται ἀφορμὴ ἐμπλουτισμοῦ καὶ ἀνανεώσης τῆς ἑλληνικῆς αὐτοσυνειδησίας. Στὴν περίοδο ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὶς μεταφράσεις τοῦ Κυδώνη, αὑτὴ ἡ ἀφομοιωτικὴ ἱκανότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ μοιάζει ὑποτονικὴ ἢ ὁλότελα χαμένη. Τὰ δάνεια καὶ οἱ προσλήψεις δὲν ὑποτάσσονται πιὰ στὸν ἑλληνικὸ τρόπο τοῦ βίου, στὴν ἑλληνικὴ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ τοῦ βίου. Ἀντίθετα, ὑποτάσσουν οἱ προσλήψεις καὶ ἀμβλύνουν προοδευτικὰ τὴν πολιτιστικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ἑλλήνων, ἀλλοτριώνουν τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα. Εἴτε ὑποταγμένοι στὶς βαρβαρικὲς ὀρδὲς τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια, εἴτε συγκροτημένοι σὲ κράτος μὲ συμβατικὰ γεωγραφικὰ σύνορα, μετὰ τὸ 1827, οἱ Ἕλληνες ζοῦν πιὰ μὲ τὸ βλέμμα καὶ τὸ πνεῦμα τους στραμμένα στὰ «φῶτα» τῆς Δύσης.
Ὅσο κι ἂν λογαριάσει κανεὶς τὶς ἀντιστάσεις τοῦ λαϊκοῦ σώματος σὲ αὐτὴ τὴν προοδευτικὴ ἀλλοτρίωση, ἢ καὶ τὶς ἐπώνυμες ἀντιδράσεις κάποιων ἐλάχιστων λόγιων, τὸ στοιχεῖο ποὺ τελικὰ κυριαρχεῖ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἄγνοια τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν πολιτιστική τους παράδοση, οἱ παραποιημένες ἀντιλήψεις, συχνὰ ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ περιφρόνηση γιὰ τὴν ἑλληνικότητα. Αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ εἶναι ὁ θαυμασμὸς γιὰ τὸν πολιτισμὸ ποὺ διαμορφώνεται στὴ Δύση καὶ ποὺ μονοπωλεῖ στὶς συνειδήσεις τὴν ἔννοια τῆς προόδου. Ἀκόμα καὶ τὴν ὅποια πληροφορήση γιὰ τὴν πολιτιστική τους κληρονομία τὴν ἀντλοῦν πιὰ οἱ Ἑλληννες ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς μελετητὲς -τοὺς «οὐμανιστὲς» καὶ ἀρχαιολάτρες τῆς Εὐρώπης- ἀνυποψίαστοι γιὰ τυχὸν παρανοήσεις ἡ καὶ ἐσκεμμένες διαστρεβλώσεις.
Ὅμως ἐδῶ θὰ χρειαστεῖ μία πρώτη παρένθεση: ἕνα ἐρώτημα ποὺ δημιουργεῖ τὸ ὁρόσημο τοῦ 1354.
Εἶναι ἄραγε θεμιτὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ Ἑλληνισμὸ καὶ γιὰ ἑλληνικὸ πολιτισμὸ στὸν 14ο αἰώνα; Ἦταν λοιπὸν Ἕλληνες οἱ «Βυζαντινοί», οἱ κάτοικοι τῆς ἀνατολικῆς καὶ πολυεθνικῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας;
Ὁ τρόπος ποὺ σπουδάζουμε σήμερα τὴν Ἱστορία προϋποθέτει - σχεδὸν αὐτονόητα- κάποιες σχηματοποιήσεις: ἴσως ἀναπόφευκτες προκειμένου νὰ τιθασεύσουμε τὸ ἱστορικὸ ὑλικό. Διαιροῦμε σχηματικὰ τὸν ἱστορικὸ χρόνο σὲ περιόδους καὶ διαστέλλουμε, ἐπίσης σχηματικά, τοὺς πολιτισμοὺς ἢ τὶς ἐθνότητες. Καὶ ἡ λογικὴ τῶν ἱστορικῶν μας σχηματοποιήσεων, πολὺ συχνά, πειθαρχεῖ σὲ κριτήρια ποὺ ἔχουμε σήμερα γιὰ τὸν «πολιτισμὸ» ἢ τὴν «ἐθνότητα»- καὶ ποὺ δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε τὰ κριτήρια καὶ οἱ ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐξετάζουμε.
Ἔτσι καὶ στὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ κράτος, γιὰ πολλὲς δεκαετίες, οἱ Ἕλληνες διδάσκονταν στὰ σχολεῖα τὴν ἱστορία τους χωρισμένη σὲ τρεῖς μεγάλες καὶ μᾶλλον σχηματικὲς περιόδους: Τὴν περίοδο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας -ἀπὸ τὴν πρωτοελλαδικὴ καὶ πρωτομινωικὴ ἐποχὴ (2900 π.Χ.) ὡς τὴν κατάκτηση τῆς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους (146 π.Χ.) ἢ ὡς τὸ κλείσιμο τῶν τελευταίων φιλοσοφικῶν σχολῶν τῆς Ἀθηνᾶς (529 μ.Χ.). Τὴν περίοδο τῆς «βυζαντινῆς» ἡ μεσαιωνικῆς Ἑλλάδας -ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινούπολης (325 μ.Χ.) ὡς καὶ τὴν πτώση της (1453). Καὶ τὴν περίοδο τῆς νεώτερης Ἑλλάδας- ἀπὸ τὸ 1453 ὡς σήμερα.
Αὐτὴ ἡ ἐκπαιδευτικὰ παγιωμένη διαίρεση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀπηχοῦσε μίαν ἀντίληψη διαχρονικῆς ἑνότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ-καὶ μάλιστα μὲ βάση τὴν ἐθνοφυλετικὴ ὁμοιογένεια. Ἑνὸς Ἑλληνισμοῦ φυλετικὰ ἑνιαίου μέσα στὴ διαδρομὴ τῶν γενεῶν: μὲ συνέχη βιολογικὴ διαδοχὴ ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα χρόνια ὡς σήμερα.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν πολὺ ἔγκαιρα, στὸν 19ο αἰώνα, κάποιος ἀσήμαντος γερμανὸς ἱστορικός, ὁ Φαλλμεράυερ, ἀμφισβήτησε τὴν ἀπευθείας καταγωγὴ τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ἡ ταραχὴ ποὺ προκλήθηκε στὸ ἑλλαδικὸ κρατίδιο ἦταν ἀποκαλυπτικὴ μιᾶς βαθύτερης συγχύσης. Οἱ Νεοέλληνες δὲν ἤξεραν πῶς νὰ ὁρίσουν τὴν ἑλληνικότητά τους. Καὶ τὸ μεγαλύτερο σκάνδαλο ἦταν ἡ βυζαντινὴ ἡ μεσαιωνικὴ περίοδος τῆς ἱστορίας τους: Μὲ ποιὸ κριτήριο νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς Ἕλληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς πανσπερμίας τῶν φυλῶν ποὺ συγκροτοῦσαν τὴν Ἀνατολικὴ Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία -μίαν αὐτοκρατορία ὡστόσο μὲ κυρίαρχη γλῶσσα τὴν ἑλληνική, μὲ φιλοσοφία καὶ τέχνη ποὺ συνέχιζε ὀργανικὰ καὶ ἀνέπλαθε δημιουργικὰ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ κληρονομία. Σίγουρα οἱ βυζαντινοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας -κάποιοι μὲ σπουδὲς στὴν Ἀθήνα- συνέχιζαν τὸν προβληματισμὸ καὶ τὸν λόγο τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη, τῆς Στοᾶς καὶ τῶν Νεοπλατωνικῶν, ὅμως παράλληλα ἔγραφαν λόγους «κατὰ Ἑλλήνων», ἀφοῦ στὴν ἐποχή τους ἡ λέξη Ἕλληνας σημαῖνε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο εἰδωλολάτρης. Ἀλλὰ καὶ ὁ συνολος πληθυσμὸς πρέπει νὰ γνώριζε ἀρκετὰ καλὰ τὰ κείμενα τῶν εἰδωλολατρῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἐπὶ χίλια περίπου χρόνια ἀλφαβητάρι γιὰ τὴν ἐκμάθηση ἀνάγνωσης καὶ γραφῆς ἦταν ὁ Ὅμηρος.
Τὸ δυσεπίλυτο πρόβλημα ὁρισμοῦ τῆς ἑλληνικότητας διαιωνίζεται στὸ νεοελληνικὸ κρατίδιο ὡς σήμερα.
Ὑπάρχουν πάντα κάποιοι «προοδευτικοὶ» διανοούμενοι, ποὺ θεωροῦν ὑποτιμητικὴ κάθε ἐπιμειξία τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἀμφισβητοῦν πεισματικὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς «Βυζαντινῆς» Αὐτοκρατορίας. Ὅπως ὑπάρχουν καὶ κάποιοι χριστιανοὶ διανοούμενοι, μὲ ἰδεολογικὰ ἐπεξεργασμένη πίστη, ποὺ προτιμᾶνε τὸ ὄνομα τοῦ «Ῥωμιοῦ» καὶ τῆς «Ῥωμιοσύνης» στὴ θέση τοῦ Ἕλληνα καὶ τῆς ἑλληνικότητας. Ὑπῆρξε καὶ νεοέλληνας Πρωθυπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ποὺ δὲν δίσταζε νὰ μιλάει γιὰ τὶς πολλαπλὲς ὑποδουλώσεις ποὺ γνώρισαν οἱ Ἕλληνες: πρῶτα στοὺς Ῥωμαίους, ὕστερα στοὺς Βυζαντινοὺς καὶ μετὰ στοὺς Τούρκους!...
Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προσεγγίσουμε τὴ σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὴ Δύση στὰ νεώτερα χρόνια, χωρὶς νὰ διατυπώσουμε καταρχὴν μιὰ πρόταση ἐξόδου ἀπὸ τὴν πελώρια αὐτὴ συγχύση-πρόταση κάποιου ὁρισμοῦ τῆς ἑλληνικότητας. Ἡ πρόταση εἶναι νὰ δοῦμε τὴν Ἑλλάδα ὄχι καταρχὴν ὡς ΤΟΠΟ, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει κανεὶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπέκτησε γεωγραφικὰ σύνορα γιὰ πρώτη φορὰ στὸν 19ο αἰώνα -μόλις πρὶν ἀπὸ ἑκατὸν ἑξήντα χρόνια. Καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ σύνορα- τοῦ συμβατικοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση ἐνάντια στοὺς Τούρκους- ἄφηναν ἀπέξω τὰ τρία τέταρτα τῶν ἑλληνόφωνων πληθυσμῶν τῆς τότε Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν εἶχε ἑνιαία κρατικὴ ὑπόσταση, οὔτε καὶ σύνορα. Ἦταν τὸ σύνολο τῶν «ἑλληνίδων πόλεων» -ἀνεξάρτητες πόλεις- κράτη, ποὺ ἁπλωνόταν ἀπὸ τὴν Μακεδονία ὡς τὴν Κρήτη καὶ ἀπὸ τὴν Ἰωνία ὡς τὴν Σικελια, τὴν κάτω καὶ κεντρικὴ Ἰταλία. Οἱ πόλεις αὐτὲς ἀναγνωρίζονταν ὡς «ἑλληνίδες» ὄχι μόνο γιὰ τὴν κοινή τους ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κοινὸ τρόπο τοῦ βίου, δηλαδὴ τὸν κοινὸ πολιτισμό τους [Ἡ κοινὴ ἑλληνικὴ συνείδηση γίνεται χαρακτηριστικὰ ἔκδηλη στὶς περιπτώσεις τῶν κοινῶν ἑορτῶν καὶ ἀγώνων (στὴν Ὀλυμπία, στὴν Νεμέα, στὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου καὶ στοὺς Δελφούς), ὅπου μόνο Ἕλληνες μποροῦσαν νὰ συμμετάσχουν, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πόλη καταγωγῆς τους]. Θὰ ἀπαιτοῦσε μία ἐκτενῆ ἀναπτύξη τὸ περιεχόμενο τῆς λέξης ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ἀλλὰ καὶ μόνο ἡ ταύτιση μὲ τὸν ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας καταρχὴν ὁρισμός.
Στὸν 4ο π.Χ. αἰώνα ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἑνώνει κάτω ἀπὸ τὴ στρατιωτική του ἰσχὺ τὶς περισσότερες ἑλληνίδες πόλεις, προκειμένου νὰ ἐπιχειρήσει μία μεγαλεπίβολη ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσῶν. Κατατροπώνει τοὺς Περσες, ἀλλὰ συνεχίζει τὴν ἐκσταρατεία του ὡς τὴν Βακτριανὴ καὶ τὶς Ἰνδίες. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀλέξανδρος ἀντιλαμβάνεται τὴν κατάκτηση αὐτῶν τῶν ἀπέραντων περιοχῶν -ἀπὸ τὶς νότιες ἀκτὲς τῆς Κασπίας ὡς τὴν Παλαιστίνη, Βαβυλώνα, Αἴγυπτο καὶ ὡς τὸν Ἰνδικὸ ὠκεανό- εἶναι νὰ ἱδρύει παντοῦ καινούργιες ἑλληνίδες πόλεις, ποὺ μεταφέρουν τὸν ἑλληνικὸ ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου σὲ κάθε γωνιὰ τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Ἔτσι γεννιέται ὁ «μέγας κόσμος» τῆς ἑλληνικῆς οἰκούμενης- ἕνα ἐκπληκτικὸ φαινόμενο πολιτισμικῆς ἔκρηξης ποὺ δὲν ἔχει τὸ ὅμοιο στὴν Ἱστορία.
Ὅταν ἀργότερα ἡ Ῥώμη, ἀκολούθωντας τὸ ὅραμα τοῦ Ἀλεξάνδρου, θὰ ἑνοποιήσει μὲ τὶς δικές της κατακτήσεις καὶ κάτω ἀπὸ τὸ δικό της διοικητικὸ σύστημα ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐξελληνισμένων ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο περιοχῶν, τὸ κοινὸ καὶ συνεκτικὸ στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας της θὰ παραμείνει ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός. Συνειδητοποιοῦμε ὄχι μόνο τὴν ἔκταση, ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος ἡ τὴν ποιότητα ἐξελληνισμοῦ τῆς ῥωμαϊκῆς «οἰκούμενης», ὅταν διαβάζουμε τὰ ἑλληνικὰ κείμενα ἑνὸς φανατικὰ συντηρητικοῦ Ἑβραίου: τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ Ἑβραῖοι ἦταν λαὸς ποὺ ἀντιστάθηκε σθεναρὰ καὶ μὲ αἱματηρὸ τίμημα στὸν ἐξλληνισμό του, καὶ ὁ Παῦλος ἀνῆκε στὴν πιὸ συντηρητικὴ κοινωνικὴ ὁμάδα τῶν Ἑβραίων, στοὺς Φαρισαίους. Κι ὅμως ὁ ἐθνοφυλετικὸς συντηρητισμός του δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ χειρίζεται τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὶς ἑλληνικὲς φιλοσοφικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ καὶ κάποιους ἕλληνες συγγραφεῖς, μὲ μίαν εὐχέρεια ποὺ δύσκολα θὰ τὴν συναγωνιζόταν ὁποιοσδήποτε Ἀλεξανδρινὸς ἢ καὶ Ἀθηναῖος της ἐποχῆς του.
Ἀπὸ τὸν 2ο κιόλας π.Χ. αἰώνα, ἡ ἴδια λατινικὴ ἀριστοκρατία τῆς Ῥώμης προτιμάει στὶς κοινωνικὲς ἀναστροφὲς τὴ χρήση τῆς ἐλληνικῆς γλώσσας, καὶ ὅταν τὸν 1ο μ.Χ. αἰώνα ὁ Παῦλος καὶ πάλι γράφει τὴν ἐπιστολή του πρὸς Ρωμαίους, δὲν διανοεῖται νὰ χρησιμοποιήσει τὰ λατινικά. Δυόμισι αἰῶνες ἀργότερα, ἡ πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα τοῦ Διοκλητιανοῦ θὰ διακρίνει ὅτι τὸ κέντρο τῶν ἱστορικῶν ἐξλιξεων ἔχει ὁριστικὰ μετατεθεῖ στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολή, γι' αὐτὸ καὶ θὰ περάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βασιλείας του στὴν Νικομήδεια. Ἔτσι ἔχει προετοιμασθεῖ καὶ τὸ τολμηρὸ ἐγχείρημα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου νὰ μεταθέσει τὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας σὲ μιὰ καινούργια ἑλληνικὴ πρωτεύουσα, τὴ Νέα Ῥώμη, ποὺ ὁ λαὸς θὰ τὴν ἀποκαλέσει Κωνσταντινούπολη.
Μὲ κέντρο πιὰ τὴν Νέα Ῥώμη, ἡ Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία θὰ διανύσει μία θαυμαστὴ σὲ κάθε φάση τῆς ἱστορικὴ διαδρομὴ ὁλόκληρης χιλιετηρίδας. Σίγουρα, ἡ πολιτισμική της ταυτότητα δὲν εἶναι οὔτε ἀμιγῶς ῥωμαϊκή, οὔτε ἀμιγῶς ἑλληνική. Εἶναι τὸ χριστιανικὸ στοιχεῖο ποὺ πρωτεύει, καὶ μάλιστα ἡ ἐμμονὴ καὶ πιστότητα στὴν ὀρθόδοξη πρωτοχριστιανικὴ παράδοση. Μὲ ἄξονα βίου τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ νοηματοδότηση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας, ἡ Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία θὰ ἀναχωνεύσει ὀργανικὰ καὶ δημιουργικὰ τὴ ῥωμαϊκὴ παράδοση τοῦ δίκαιου καὶ τῆς διοίκησης, καὶ παράλληλα τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τέχνη. Μετὰ τὸν 6ο αἰώνα θὰ εἶναι καὶ ἐπίσημα μία ἑλληνόφωνη αὐτοκρατορία, καὶ μετὰ τὸν 10ο αἰώνα θὰ υἱοθετήσει καὶ τοὺς ὅρους Ἕλληνας καὶ ἑλληνικός, φορτισμένους πιὰ μὲ ἀξιολογικὸ περιεχόμενο, γιὰ νὰ ἀντιπαρατάξει τὴ δίκη τῆς πολιτισμικὴ ταυτότητα στὸν καινούργιο πολιτισμὸ ποὺ γεννιέται στὴν κατακτημένη ἀπὸ βάρβαρα φύλα καὶ φυλὲς Δύση.
Αὐτοὶ οἱ καινούργιοι κάτοικοι τῆς δυτικῆς καὶ κεντρικῆς Εὐρώπης, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔχουν ὑποτάξει καὶ ἐξουθενώσει τοὺς λατινόφωνους Ῥωμαίους, φιλοδοξοῦν νὰ σφετερισθοῦν, μὲ τὴ λογικὴ τῆς γεωγραφικῆς ὁριοθετήσης, τὸν τίτλο καὶ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀρνοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Ῥωμαίου στοὺς πολίτες τῆς ἀνατολικῆς καὶ ἐξελληνισμένης αὐτοκρατορίας. Τοὺς ἀποκαλοῦν χλευαστικὰ «Γραικούς», καὶ ἀπὸ τὸν 17ο αἰώνα ἡ ἱστοριογραφία τους θὰ ἐπινοήσει τὸ πρωτοφανὲς ὄνομα Βυζάντιο καὶ «Βυζαντινός». Βέβαια τὸ Βυζαντιο ὑπῆρξε ἱστορικά: ἦταν ἡ πολίχνη στὶς ἀκτὲς τοῦ Βοσπόρου -ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀποικία- ποὺ στὴν θέση της ὁ Κωνσταντῖνος ἔχτισε τὴ Νέα Ῥώμη. Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἀνάκληση τοῦ παλαιοῦ τοπωνυμίου ἐνδιέφερε τοὺς Δυτικοὺς μόνο γιὰ νὰ ὑποκατασταθεῖ τὸ ὄνομα τῆς Νέας Ῥώμης. Γιὰ τοὺς ἐλληνοφώνους Ῥωμαίους, ἀκόμα ὡς τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τὸ ὄνομα «Βυζαντινὸς» θὰ ἦταν μᾶλλον ἀκατανόητο -θὰ ἠχοῦσε τόσο παράλογα, ὡς ἂν ἀποκαλοῦσε κάποιος τὸν σημερινὸ κάτοικο τῆς Ἑλλάδας «Πλακιώτη» (ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς παλιᾶς συνοικίας ποὺ γύρω χτίστηκε ἡ καινούργια πόλη τῶν Ἀθηνῶν). Κι ὅμως τὸ αὐθαίρετο ἐπινόημα τῶν Δυτικῶν κυριάρχησε τελικά, καὶ εἶναι σήμερα καθιερωμένο στὴν κοινὴ συνείδηση καὶ στὴν ἱστορικὴ ἐπιστήμη.
Στὸ μεταξύ, στὸν 2ο π.Χ. αἰώνα ὡς τὸν 19ο, ἡ γεωγραφικὴ περιοχὴ ὅπου ἄνθισαν οἱ ἀρχαῖες ἑλληνίδες πόλεις, γνώρισε διαδοχικὰ περίπου δεκαεπτὰ ἐπιδρομὲς βάρβαρων φύλων καὶ φυλῶν. Ἀπὸ τὶς παραδουνάβιες περιοχὲς ὡς τὴν Κρήτη, καὶ ἀπὸ τὴν νότια Ἰταλία ὡς τὰ βάθη τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τὸν Πόντο, οἱ ἑλληνόφωνοι πληθυσμοὶ δοκιμάστηκαν σκληρὰ ἐπὶ αἰῶνες ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν κατακτήσεων, ποὺ σήμαιναν, κάθε φορά, κάποιες ἐπιμειξίες μὲ τοὺς γηγενεῖς Ἕλληνες. Ἔτσι, ὁποιοσδήποτε ἰσχυρισμὸς γιὰ φυλετικὴ ὁμοιογενεια καὶ «καθαρότητα αἵματος» τῶν νεώτερων Ἑλλήνων θὰ εἶχε ἐρείσματα μᾶλλον περιορισμένα ἡ συγκεχυμένα, καὶ σὲ μεγάλο ποσοστὸ θὰ ἦταν μόνο ῥομαντικὴ αὐθαιρεσία. Ἀλλὰ τὸ ἱστορικὸ παράδοξο εἶναι αὐτὸ ποὺ μὲ τὴν ποιητική του γλώσσα διαπίστωνε ὁ στρατηγὸς Μακρυγιαννης στὸν 19ο αἰώνα: «ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλιόθεν καὶ ὡς τώρα, ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε τοὺς Ἕλληνες καὶ δὲν μποροῦνε· τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά». Αὕτη ἡ «μαγιὰ» τῶν ἑλληνίδων πόλεων καὶ ἀργότερα τῶν κοινοτήτων, μέσα ἀπὸ τὶς κατακτήσεις καὶ ἐπιμειξίες, ἔσῳζε τελικὰ τὴν ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα: τὴ γλώσσα, τὴ νοοτροπία, τὴν ἑλληνικὴ νοηματοδοτήση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς· ἀπὸ κάποια ἐποχὴ καὶ μετὰ ἑνωμένα ὅλα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὀρθοδοξία.
Βέβαια μία τέτοια «μαγιὰ» δυναμικῆς καὶ ἀδιάκοπα ἀνανεουμενης ἑλληνικότητας δὲν ἀνιχνεύεται μὲ ἀναφορὰ σὲ γενεαλογικὰ δέντρα - στὴ συνεχῆ ἱστορικὴ διαδοχὴ οἰκογενειῶν καὶ ὀνομάτων. Ἀνιχνεύεται στὴ λαϊκὴ ποίηση, στὸ λαϊκὸ ἦθος, στὸν τρόπο ποὺ ἔχτιζαν καὶ εἰκονογραφοῦσαν τὶς ἐκκλησιὲς ὡς τὴν πιὸ ἀπομακρυσμένη ἑλληνικὴ κοινότητα, ἀνιχνεύεται στὴ μουσική, στὶς λαϊκὲς φορεσιές, στὰ προικοσύμφωνα καὶ στὰ συνεταιρικὰ συμβόλαια. Κυρίως στοὺς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας, ἦταν ἡ ΠΡΑΞΗ τῆς ζωῆς, ἐκφράση τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης (ὄχι ἰδεολογικὰ ἢ φυλετικὰ κριτήρια), ποὺ ξεχώριζαν τὸν ὀρθόδοξο Ἕλληνα ἀπὸ τὸν ἀλλόθρησκο Τοῦρκο ἡ τὸν ἑτερόδοξο «Φράγκο»: Ἦταν ἡ νηστεία, ἡ γιορτή, ὁ χορὸς στὸ πανήγυρι, τὸ ἀναμμένο καντήλι στὸ οἰκογενειακὸ εἰκονοστάσι, τὸ ζύμωμα τοῦ προσφόρου, ὁ ἁγιασμὸς κάθε μήνα.
Ἔτσι, ὅταν τὸν δεύτερο χρόνο τῆς ἐξέγερσής τους ἐνάντια στὴν τουρκικὴ τυραννία (1822) οἱ Ἕλληνες συγκροτοῦν τὴν πρώτη καὶ ἱδρυτικὴ τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους Ἐθνικὴ Συνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου, δὲν ἔχουν ἄλλο τρόπο νὰ ὁρίσουν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα, παρὰ μόνο καταφεύγοντας στὴν θρησκευτική του πίστη. Στὸ τμῆμα Β´ #β τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐπιδαύρου διαβάζουμε: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικράτειας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσιν Ἕλληνες».
Εἶναι μᾶλλον ἡ πιὸ ἀπερίφραστη δικαίωση τῆς πρότασης νὰ ὁρίζουμε τὴν Ἑλλάδα ὄχι καταρχὴν ὡς ΤΟΠΟ, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς ΤΡΟΠΟ βίου.

Στὶς βασικὲς θέσεις αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου συγκλίνουν συμπερασματικὲς μαρτυρίες ἀπὸ διαφοροποιημένες θεωρητικὲς προοπτικές. Πρβλ. ἐνδεικτικά:

Κ.Θ. Δημαρᾶς: «Ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δυὸ μεγάλους πολιτισμικοὺς ὄγκους, ποὺ ξεχωρίζουν πάντα, ὅσο κι ἂν οἱ τροπὲς τῆς ἱστορίας τυχαίνει νὰ προκαλέσουν μετατοπίσεις. Ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση σμίγουν ἐπάνω στὰ ἑλληνικὰ ἐδάφη, ποὺ γίνονται ἔτσι ἕνα σταυροδρόμι ὅπου ἀδιάκοπα συγκρούονται δυὸ πρωταρχικὲς μορφὲς πολιτισμοῦ. Προγεφύρωμα καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ στὶς ἀντίθετες διευθύνσεις τους, ὁ ἑλληνικὸς χῶρος δοκιμάσθηκε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν κατάκτηση. Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ δράμα τῆς φυλῆς μας, εἶναι καὶ μία ἀπὸ τὶς δόξες της ἀπὸ τὴν ἄποψη τὴν πολιτισμική: ὁ ἑλληνισμὸς δέχθηκε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν πλούσιες καὶ ποίκιλες ἐπιδράσεις, ποὺ προκάλεσαν τὴν ἰδιοτυπία του. Ἡ θέση του ἀνάμεσα σὲ πολιτισμοὺς ποὺ τὸν ἐπηρεάζουν, τοῦ ἐπέτρεψε ἀνέκαθεν νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὶς ἰδιότητές του, νὰ ἀσκήσει τὴν ἀφομοιωτική του δύναμη. Ἐξ ἄλλου ἡ γεωγραφικὴ θέση τοῦ ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ ἐπέφερε κι ἕνα ἄλλο σταθερὸ χαρακτηριστικό της φυλῆς. Θυμίζω τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀριστοτέλη: οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης τοῦ φαίνονται δραστήριοι, ἀλλὰ χωρὶς ὀξύτητα τοῦ νοῦ; οἱ Ἀσιάτες τὸ ἀντίθετο. Κι ὁ Ἀριστοτέλης, ἔτσι, καταλήγει νὰ θεωρεῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες, ζῶντας σ᾿ ἕνα κλίμα ποὺ μετέχει καὶ ἀπὸ τὴν Ἀσία καὶ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη, συνδυάζουν καὶ τῶν δυὸ ὁμάδων τὰ προτερήματα. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, λοιπόν, ἐκφράζεται μέσα στὴν ἀδιάκοπη ἀνανέωση τὴν ὁποία προκαλοῦν οἱ ἐπαφὲς μὲ τοὺς ξένους πολιτισμούς, καὶ στὴν ἀδιάκοπη ἀκτινοβολία ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἰδιοτυπίας του καὶ τᾶν ἐπαφῶν του... Οἱ λαοί, ὅπως κάθε ὀργανισμός, ἀφομοιώνουν ὅσο εἶναι ζωντανοί, καὶ ἀφομοιώνουν τόσο περισσότερο καὶ τόσο καλύτερα ὅσο πιὸ ζωντανοὶ εἶναι. Ἡ ἐλάττωση τῆς ἀφομοίωσης ἐκφράζει βιολογικὴ πτώση τοῦ ὀργανισμοῦ; μόνο οἱ νεκροὶ ὀργανισμοὶ παύουν νὰ ἀφομοιώνουν... Ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι ἡ ἱκανότητα γιὰ πραγματικὴ ἀφομοίωση, γιὰ δημιουργία δηλαδὴ νέου στοιχειοῦ, ἰδοτυπου, ἀπὸ τὸ ξένο.» (Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἀθήνα 1968, Πρόλογος, σελ. ιγ-ιδ).
Νίκος Σβορῶνος: «Θεωρῶ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ ὡς ἕνα δυναμικὸ φαινόμενο μὲ διαφορετικὲς φάσεις. Δὲν πιστεύω βέβαια στὴ φυλετικὴ συνέχεια. Δὲν κάνω ζωολογία, κάνω ἱστορία. Δὲν ξέρω τί εἶναι ἀνθρωπολογικὰ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἢ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἢ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Εἶναι ἀνακατεμένα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τους ἱστορικοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου. Γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει, ὅμως, ἀπὸ παλιά, πολὺ παλιά, ἕνας ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς διαφορᾶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἔχει συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς του καὶ τῆς πολιτισμικῆς του συνέχειας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία... Καὶ ἐδῶ μπορῶ νὰ ἐπαναλάβω, σύντομα καὶ ἁπλουστευτικά, ὁρισμένες προτάσεις ποὺ ἔχω διατυπώσει: Τὴν ὕπαρξη -ἕως τὴν ἐπικράτηση τῆς ῥωμαϊκῆς ἰδέας, ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς Ῥώμης καὶ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ- ἑνὸς ἑλληνικοῦ λαοῦ, φυλετικὰ ἀνάμεικτου, ὅπως ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ λαοί, μὲ κοινὰ πολιτισμικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ μὲ συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς συνέχειάς του. Τὴ βαθμιαία ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ περιεχόμενο τῆς ἑλληνικότητας, μὲ τὴν ἐπικράτηση δυὸ πλατύτερων ἰδεῶν, τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς ῥωμαϊκότητας, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἰδεολογία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδεολογία συνεκτικὴ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους- πράγμα ποὺ δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη, συγχρόνως, καὶ μιᾶς ἰδιαίτερης συνείδησης τῆς ἰδιαιτερότητας σὲ κάθε λαό, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ πολυεθνικὸ αὐτὸ πολιτικὸ καὶ πολιτισμικὸ συγκρότημα. Τέλος, τὴ σταδιακὴ πολιτισμικὴ ἐπανασυνδέση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἰδέα καὶ τὸ παλιὸ ἑλληνικό του παρελθόν, ὅπως κατὰ τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τὴν κατάκτηση μιᾶς καθαρὰ ἑλληνικῆς συνείδησης, ποὺ συντελεῖται κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια του Βυζαντιου, καὶ καταλήγει μὲ τὴν διαμόρφωση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ ἔθνους, μέσα στὴν Τουρκοκρατία, καὶ τὴν διακήρυξη τῆς βούλησής του νὰ δημιουργήσει ἀνεξάρτητο ἑλληνικὸ κράτος μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση... Ὁ ἑλληνισμὸς βρέθηκε σὲ τέτοιες ἀντικειμενικὲς καταστάσεις, ὥστε νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους λαοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπόκτησαν ἐθνικὴ συνείδηση ἀκριβῶς μέσα σε εὐρύτερα σύνολα καὶ σὲ ἀντιπαραθέση μὲ αὐτά. Κυρίως σὰν κατακτημένος λαός. Καὶ τὸ ὅτι διατήρησε τὴ γλώσσα του, τὴν ἐθνική του συνείδηση, γιὰ μενα τοῦτο εἶναι ἀντιστασιακὸ φαινόμενο... Δὲν θεωρῶ ἀντίσταση ἁπλῶς καὶ μόνο νὰ πάρεις τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἀνέβεις στὰ βουνά. Αὐτὸ εἶναι εὔκολο πράγμα, σχετικὰ εὔκολο. Τὸ πρόβλημα εἶναι νὰ μείνεις αὐτὸ ποὺ εἶσαι, καὶ αὐτὸ βέβαια συνδυάζεται μὲ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ. Μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν κατακτήθηκε ὁ ἑλληνικὸς λαός, εἴτε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ἀρχικὰ εἴτε ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους, εἶχε ἐθνικὴ ἑνότητα καὶ συνείδηση τῆς ἑνότητας αὐτῆς. Ὑπῆρχε μία λαϊκὴ ἑνότητα μὲ τὴ γλῶσσα, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, καὶ εἶχε συνείδηση τῆς ταυτότητάς του αὐτῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ἀπορρόφηση ἀπὸ ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ κατακτητές του.» (Συνέντευξη στὸ περιοδικὸ Σύγχρονα θέματα, τεῦχος 35-37, Δεκέμβριος 1988).
Εὐάγγελος Παπανοῦτσος: «Ἀφαιρέσαμε ἀπὸ τὴν παιδεία τοῦ Ἔθνους τὸ στοιχεῖο ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ὁ καλύτερος ἄξονάς της καὶ ποὺ δικαιολογημένα πρέπει νὰ εἶναι τὸ καμάρι μας:τὴν ἰδέα τῆς ἀκατάλυτης διάρκειας, τῆς ἀδιάσπαστης συνέχειας ποὺ παρουσιάζει αὐτὸς ὁ μικρὸς καὶ βασανισμένος λαὸς στὴ μακρὰ καὶ γεμάτη ἀπὸ ὡραῖες σελίδες πνευματική του ἱστορία. Καὶ ἀλήθεια ἀναμφισβητη καὶ χρέος ἐθνικὸ ἀπὸ τὰ πρῶτα εἶναι νὰ τονίζουμε στὶς γενεὲς ποὺ ἔρχονται, γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τοὺς μέσα στὸν ἐθνικὸ στίβο, ὅτι ποτὲ δὲν ἔπαψε αὐτὴ ἡ φυλὴ νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ἐκδηλώνεται πνευματικὰ μὲ πρόσωπα καὶ ἔργα ἀξιόλογα. Ὅτι σὲ ὅλες τὶς φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ βίου της τραγούδησε, ἐρεύνησε καὶ στοχάστηκε, ἔγραψε καὶ φιλοσόφησε, ζωγράφισε ἔπλασε κ᾿ ἔχτισε, δηλαδὴ ἔζησε καὶ πνευματικὰ καταξίωσε τὴ ζωή της, ὅπως ζοῦν καὶ πνευματικὰ καταξιώνουν τὴ ζωὴ τοὺς οἱ λαοὶ ποὺ ἔχουν καὶ δημιουργοῦν παράδοση... Τὸ ἄμεσο ἐθνικὸ παρελθὸν στὴν πνευματική μας ἱστορία διαγράφεται μὲ μία φοβερὴ γιὰ τὶς συνέπειές της μονοκοντυλιά. Ἀφήνοντας τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα διασκελίζουμε βιαστικὰ καὶ μὲ συγκατάβαση δέκα αἰῶνες βυζαντινῆς ἱστορίας καὶ ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο μὲ συναίσθημα πικρίας ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας, προσπαθοῦμε νὰ ξαναβροῦμε τὸν μετὰ τὸ Εἰκοσιένα ἐλεύθερο ἑαυτό μας μέσα ἀπὸ τὴν ἰταλική, τὴν ἀγγλική, τὴ γαλλικὴ καὶ τὴ γερμανικὴ Ἐπιστήμη καὶ Φιλοσοφία τῶν τετρακοσίων τελευταίων ἐτῶν. Νὰ ξανακολλήσομε στὴν Εὐρώπη γίνεται ἡ ἔγνοια μας καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πληγωμένο μας ἐθνικὸ ἐγωισμὸ μὲ τὴν προσπάθεια νὰ ἀποδείξομε, ὅτι οἱ προχωρημένοι στὸν πολιτισμὸ Εὐρωπαῖοι ὀφείλουν τὰ φῶτα τους στοὺς ἀρχαίους μας προγόνους. Πῶς δημιουργήθηκε, καὶ ἰδίως πῶς διαδόθηκε καὶ ἔπιασε αὐτὸς ὁ μύθος; πῶς ἡ ἐλεύθερη μετὰ τὴν ἐθνικὴ ἀποκατάσταση πατρίδα ἔπεσε σ᾿ αὐτὴ τὴ θανάσιμη πλάνη καὶ ἔκανε τὴν ἀσύγγνωστη ἀδικία νὰ σκίσει μὲ τὰ ἴδια της τὰ χεριὰ τόσες ἑκατοντάδες λαμπρῶν σελίδων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀκρωτηριάσει τὴν πνευματική της ἱστορία. Ἕνα πάντως εἶναι βέβαιο: ὅτι τὸ κακὸ ἔγινε, ὅτι ἡ πλάνη ἐξακολουθεῖ σὲ πολλοὺς νὰ ὑπάρχει.» (Νεοελληνικὴ Φιλοσοφία, Ἀθῆναι-Βασικὴ Βιβλιοθήκη τόμος 35- Εἰσαγωγή, σελ. 7 καὶ 8).
Ζήσιμος Λορεντζᾶτος: «συνεχίζουμε τὸ ὄνομα ἑνὸς ἄνισου τόπου, ποὺ ὑπάρχει πολὺ περισσότερο στὸ χρόνο παρὰ στὸ χῶρο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ μοίρα μας δὲν καταλαβαίνει τὴ μοίρα τῶν λαῶν τοῦ χώρου, ἀλλὰ κλώθεται ὁλοένα τριγύρω στὸ ἄλυτο πρόβλημα τῶν δυὸ διαστάσεων. Εἴμαστε οἱ μνηστῆρες τοῦ χρόνου καὶ οἱ καταδικασμένοι τοῦ χώρου. Σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ θὰ πρέπει νὰ συλλογιστοῦμε μήπως μέσα στὴν ἐποχὴ ποὺ μπαίνουμε δὲ μᾶς ἀπομένει ἄλλο ἐμπόρευμα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπίδοσή μας... Ἡ δική μας ὀρθόδοξη παράδοση τῆς Ἀνατολῆς -ἄμεσα ἢ ἔμμεσα- ἔδωσε στὴ Δύση ὅ,τι βαθύτερο ἀκριβῶς ἔχει νὰ παρουσιάσει ἐκείνη πνευματικά. Καὶ ὅταν λέμε δική μας δὲν ἐννοοῦμε πὼς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες δώσαμε στοὺς ἄλλους τίποτα ἢ πὼς ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀνήκει σὲ μᾶς, εἶναι ἐθνικὴ ἡ φυλετική, ἀλλὰ πὼς ἐμεῖς ἀνήκουμε σὲ αὐτὴ κατὰ τὸ ποσοστὸ ποὺ γινόμαστε ἡμεῖς, λαὸς ἅγιος Χριστοῦ, καθὼς ἔγραφε ὁ Φώτιος ἀπὸ τὴν ἐξορία (Ἐπιστολὴ 126), καὶ μόνο κατὰ τὸ ποσοστὸ αὐτό, ὅσο τὴν ἔχουμε ἢ τὴν ἀκολουθοῦμε, μποροῦμε τὴν ὀρθόδοξη παράδοση νὰ τὴ λεμὲ δική μας; ποτὲ ἐθνικὰ ἢ φυλετικά.» (Μελέτες, Ἀθήνα, Ἐκδ. Γαλαξίας, 1967, σελ. 17 καὶ 160).


  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...