Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικά Σχόλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικά Σχόλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2026

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

 

Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού

«Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε των θείων Αποστόλων και των ιερών Ευαγγελίων παραδεδώκασιν ημίν τέσσερά τινα εορτάζειν΄ τον ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον (δηλαδή την παράδοσιν των καθ’ ημάς  φρικτών Μυστηρίων), την υπερφυά Προσευχήν και την Προδοσίαν αυτήν».  

      Αυτό είναι το συναξάρι της Μεγάλης Πέμπτης. Η αγία μας Εκκλησία τιμά την  γία αυτή ημέρα όσα έλαβαν χώρα στο υπερώο της Ιερουσαλήμ και όσα ακολούθησαν μετά το Μυστικό Δείπνο. 

       Το Θείο Δράμα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Ο εκουσίως και αδίκως Παθών για τη δική μας σωτηρία Κύριος γνωρίζει ότι έφτασε το τέλος της επί γης παρουσίας Του. Η προδοσία του αγνώμονα μαθητή, η σύλληψη, οι εξευτελισμοί, το ψευδοδικαστήριο, η καταδίκη και ο σταυρικός θάνατος είναι θέμα ωρών. Ως άνθρωπος αισθανόταν το δια της θυσίας Του βαρύ φορτίο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους και γι’ αυτό αγωνιούσε υπερβαλλόντως. Δεν τον ενδιέφερε το δικό Του μαρτύριο και ο θάνατος, αλλά η συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του.

       Γι’ αυτό λοιπόν αφιέρωσε το βράδυ της προπαραμονής του επικείμενου ιουδαϊκού Πάσχα και παραμονή της δικής Του σταυρικής θανής στους αγαπημένους Του μαθητές. «Επιθυμία επεθύμησα τούτο το πάσχα φαγείν μεθ' υμών προ του με παθείν» (Λουκ. 22,15) τους είπε. Ήθελε να φάγει για τελευταία φορά μαζί τους. Μα το σπουδαιότερο να τους αφήσει τις τελευταίες παρακαταθήκες Του και πάνω απ’ όλα να τελέσει τον Μυστικό Δείπνο, να παραδώσει την υπερφυά Θεία Ευχαριστία, η οποία θα τελείται στο διηνεκές, ως η αέναη πραγματική παρουσία Του στην Εκκλησία.

        Στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μέσα σε ατμόσφαιρα έντονης συγκινήσεως και σε ένδειξη πραγματικής και άδολης αγάπης, έσκυψε ως δούλος ο Κύριος και έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Με την πράξη Του αυτή ήθελε να διδάξει έμπρακτα το πρωταρχικό χρέος της αλληλοδιακονίας των ανθρώπων. «Ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών» (Λουκ. 22:25), άφησε ως ύψιστη εντολή για τις κατοπινές ανθρώπινες γενεές.

       Κατόπιν κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου. Ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του φρικτού Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό. Λέγει λοιπόν «Είς εξ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ. 14,18, Ιωάν. 13,22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές. Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και  άρχισαν να διερωτώνται: ποιος άραγε είναι αυτός; Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε: «Εκείνος εστιν ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν. 13,26). Και βουτώντας τεμάχιο άρτου στο φαγητό το έδωσε στον Ιούδα. Αυτός το έφαγε και ταυτόχρονα «εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς» (Ιωάν. 13,27). Ο Ιησούς του είπε: «ό ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν. 13,27). Ο προδότης μαθητής έφυγε βιαστικά, απομακρυνθείς για πάντα από τη χορεία των μαθητών και από την κοινωνία του Θείου Διδασκάλου. «Ην δε νύξ» προσθέτει ο Ιωάννης. «Νυξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, αλλά και νυξ πνευματική εν τη ψυχή του Ιούδα, εν η το φως του θείου Πνεύματος δια παντός εσβέσθη»!

        Μετά από αυτό ο Κύριος προέβη στη σύσταση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Έλαβε άρτο και αφού ευχαρίστησε έκοψε αυτόν σε τεμάχια και έδωκε στους μαθητές του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το σώμα μου», το αληθινό το πραγματικό, «το υπέρ υμών διδόμενον» (Λουκ. 22,19). Ύστερα πήρε το ποτήριο της ευλογίας, που ήταν γεμάτο με οίνο, και αφού ανέπεμψε ευχαριστήριο δέηση στο Θεό Πατέρα έδωκε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες΄ τούτο γαρ εστι το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν  αμαρτιών» (Ματθ. 26,28, Μάρκ. 14,24).

      Αφού κοινώνησαν όλοι και έφαγαν, ο Κύριος μίλησε και απεύθυνε την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία Του στους μαθητές Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει στο Ευαγγέλιό Του ολόκληρη αυτή την εκτενή ομιλία στα κεφάλαια 13-16. Ο τρόπος της ομιλίας προδίδει στον Κύριο δραματική έκφραση. Ως άνθρωπος μπροστά στο μαρτύριο, το οποίο γνωρίζει ως Θεός αγωνιά και λυπάται. Αρχίζει με το «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιωάν. 13,31). Τα παθήματα που θα ακολουθήσουν και η ταπείνωση θα είναι η δόξα του Υιού και συνάμα αυτή θα είναι η δόξα του Πατέρα. Οι αλήθειες και οι ηθικές ιδέες της ομιλίας την καθιστούν πραγματικά μοναδική. Η τρυφερότητα προς τους μαθητές Του είναι έκδηλη, τους αποκαλεί «τεκνία». Κύριο χαρακτηριστικό της ομιλίας είναι η προτροπή για ενότητα και αγάπη μεταξύ των μαθητών και κατ’ επέκταση όλων των ανθρώπων. «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν. 13,3) και «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν. 14,27).

      Μετά ακολούθησε η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα για την ενότητα των μαθητών Του. Δεν εύχεται να τους άρει ο Θεός Πατέρας από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξει από τον πονηρό και τα έργα του.

       Αφού περατώθηκε και η προσευχή η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά. Ο Ιησούς πήρε τους μαθητές Του και πήγε στο Όρος των Ελαιών, σε ένα πραγματικά ειδυλλιακό και ήσυχο τόπο, λίγο έξω από τη μεγάλη πόλη.  Εκεί υπήρχε κήπος στον οποίο μπήκε με τους μαθητές Του για να προσευχηθεί (Ιωάν.18,1). Να μείνει μόνος «ενώπιος ενωπίω» με τον Ουράνιο Πατέρα και να αντλήσει δύναμη για τη μεγάλη δοκιμασία, που Τον περίμενε. Ο τρόπος της προσευχής ήταν δραματικός. Ως άνθρωπος αγωνιούσε για το επερχόμενο πάθος. «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθ. 26,38) είπε στους μαθητές Του. «Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» (Ματθ. 26,39) παρακαλούσε τον Πατέρα και «εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντος επί την γην» (Λουκ. 22:45). Μάταια προσπαθούσε να νικήσει τη νωθρότητα των μαθητών Του, οι οποίοι δε μπορούσαν να κατανοήσουν την κρισιμότητα των δραματικών εκείνων στιγμών, και έπεφταν σε βαθύ ύπνο.

      Κάποια στιγμή ακούστηκαν φωνές και θόρυβος πολύς. Έφτασαν οι στρατιώτες με οδηγό τον Ιούδα για να συλλάβουν τον Ιησού. Χαρακτηριστικό σύνθημα ο ασπασμός του Διδασκάλου από τον Προδότη (Λουκ. 22,48). Ο Πέτρος χρησιμοποιεί βία, κόβει το αφτί του στρατιώτη Μάλχου (Ιωάν. 18,11). Παρ’ όλα αυτά η σύλληψη πραγματοποιείται. Ο Κύριος δέσμιος οδηγείται σε ολονύκτιες ψεύτικες δίκες για να καταδικαστεί και να σταυρωθεί. 

       Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τη Μεγάλη Πέμπτη έχουν τεράστια σωτηριολογική σημασία για μας. Πρώτ’ απ’ όλα η εκούσια πορεία του Κυρίου προς το Πάθος φανερώνει την άμετρη θεία ευσπλαχνία και αγάπη για τον πεσόντα άνθρωπο. Η ολοκληρωτική νίκη της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τον σταυρικό θάνατο του αναμάρτητου Χριστού. Μόνο το τίμιο αίμα του Μεγάλου Αθώου μπορούσε να καθαρίσει κάθε ρύπο αμαρτίας σε όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. Μόνο αυτό μπορούσε να φέρει την καταλλαγή και την ισορροπία, που είχε διαταράξει σοβαρά το κακό και η αμαρτία.

      Υπέροχο πραγματικά είναι και το υμνολογικό περιεχόμενο της αγίας αυτής ημέρας. Δημοφιλές είναι το αρκτικό τροπάριο «Ότε οι ένδοξοι μαθηταί…», μέσω του οποίου παροτρύνονται οι πιστοί να αποφύγουν τα πάθη του προδότη Ιούδα. Επίσης ο κανόνας, ποίημα του  Κοσμά του  μοναχού αποτελεί ένα κορυφαίο ποίημα της Εκκλησίας μας. Στο κοντάκιο «Τον άρτον λαβών εις χείρας ο προδότης…» ποίημα του περιφήμου Ρωμανού, αποτυπώνεται με ακρίβεια η δολιότητα και η αθλιότητα του Ιούδα. Ο Οίκος, ποίημα του Συμεών του Υμνογράφου, καλεί τους πιστούς να μιμηθούν τους μαθητές του Χριστού και να προσέλθουν στην πνευματική τράπεζα «καθαραίς ταις ψυχαίς», να ζήσουν το μυστήριο της απολύτρωσης. Εκπληκτικά τροπάρια είναι τα στιχηρά των Αίνων «Συντρέχει λοιπόν το συνέδριον των Ιουδαίων…» ποίημα Κοσμά του μοναχού, «Ιούδας ο παράνομος ο βάψας εν τω δείπνω την χείρα…», «Ιούδας ο προδότης δόλιος ων…» κλπ., ποιήματα Ιωάννου του μοναχού, ιστορούν την προδοσία του αγνώμονα μαθητή. Υπέροχο είναι ακόμα και το δοξαστικό «Ον εκήρυξεν Αμνόν Ησαΐας έρχεται επί σφαγήν εκούσιον…».  Καταπληκτικά είναι επίσης και τα απόστιχα τροπάρια, ποιήματα του πατριάρχου Μεθοδίου, «Σήμερον το κατά του Χριστού πονηρόν συνήχθη συνέδριον…», «Σήμερον ο Ιούδας το της φιλοπτωχείας κρύπτει προσωπείον…», και «Μηδείς, ω πιστοί, του δεσποτικού δείπνου αμύητος…», παρουσιάζουν κατά τρόπο ποιητικότατο την σύλληψη και την ψευδοδίκη του Κυρίου. Θαυμαστό είναι ακόμα και το δοξαστικό των αποστίχων «Μυσταγωγών σου Κύριε…» με το οποίο καλούνται οι μαθητές Του από Αυτόν  να γίνουν διάκονοι των ανθρώπων, όπως Εκείνος.   

       Αυτή η Μεγάλη Θυσία μπορεί να έχει πρακτικά αποτελέσματα στην Εκκλησία, μέσω της Θείας Ευχαριστίας, την οποία παρέδωσε ο Κύριος τη σημερινή ημέρα στους μαθητές Του και μέσω αυτών στην Εκκλησία. Η απολυτρωτική Θυσία του Σταυρού συνεχίζεται στο διηνεκές στις άγιες Τράπεζες των ναών, ως την κυριότερη αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας. Ο Κύριος είναι παρών στην Εκκλησία Του μέσω του ιερού Μυστηρίου τη Θείας Ευχαριστίας. Εμείς γινόμαστε οργανικά, πραγματικά, μέλη του μυστικού Του Σώματος με την Κοινωνία του αγίου Σώματός Του. Έτσι συντελείται η σωτηρία μας.

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2026

Τί μετὰ νεκρῶν τὸν ζῶντα λογίζεσθε;

 Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἕνα ἀνάμεικτο συναίσθημα χαρμολύπης κυριαρχεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων. Ἀφενὸς μὲν λύπη, διότι «ἡ τῶν πάντων ζωή» ἐν τῷ τάφῳ κεῖται, ἀφετέρου δὲ χαρά, διότι ὁ τῶν ὅλων Κύριος «τάφῳ συνεσχέθη ἀλλ’ οὐ κατεσχέθη», «ἵνα ἀθανατίσας ζωώσῃ ἡμᾶς ὡς ἀθάνατος» (ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας).

Ἐξ ἄλλου, κατὰ τὸ πρωὶ τῆς ἡμέρας αὐτῆς, στὶς Ὧρες, τὰ ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα ποὺ διαβάζονται μετὰ ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὶς Προφητεῖες εἶναι ὅλα παρμένα ἀπ’ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου καὶ τονίζουν, ἀκριβῶς, τὴν λυτρωτικὴ καὶ ἀναγεννητικὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ἔτσι ὁ Σταυρός, στὴν Καινὴ Διαθήκη, δὲν ἀποτελεῖ πλέον ὄργανο τιμωρίας ἀλλὰ σύμβολο τῆς ἀπέραντης ἀγάπης τοῦ Ἐσταυρωμένου, διότι «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν». Συγχρόνως, ἀποτελεῖ ὄργανο σωτηρίας, ἀφοῦ «ἐν τ αἵματι αὐτοῦ ἡμεῖς σωθησόμεθα» (Ῥωμ. ε’ 10) καὶ ἐν τέλει «ἐν τ μώπωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν». Νὰ γιατί ὁ Παῦλος ἀναφωνεῖ: «ἐμοἰ δὲ μὴ γένοιτο καυχάσθω, εἰ μὴ ἐν τ Σταυρ τοῦ Κυρίου» καὶ «ἐν Χριστ Ἰησοῦ οὐκέτι περιτομή, ἀκροβυστία, (…) ζύμη παλαιά, ἀλλὰ καινὴ ζύμη καὶ καινὴ κτίσις» (Γαλ. στ’ 14-16, Κορ. Α’ ε’ 6-8).

Αὐτὸ τὸ φαινομενικὰ παράδοξο, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ νὰ σηματοδοτεῖ τὴν ζωοποίησή μας, πραγματικὰ μόνον δυνάμει τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθῇ.

Κοντολογίς, σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ λυρικώτερα τροπάρια τῶν Ἐγκωμίων ὁ Χριστός μας παρομοιάζεται μὲ τὸ φιλόστοργο πτηνό, τὸν πελεκᾶνο, ποὺ τιτρώσκει –τρυπάει- τὴν πλευρά του, ὥστε μὲ τὸ αἷμα ποὺ ἀναβλύζει νὰ ζωογονήσῃ τὰ μισοπεθαμένα ἀπὸ τὸ δάγκωμα τοῦ δηλητηριώδους ὄφεως παιδιά του, «ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς».

Ἐξ ἄλλου, σ’ ὅλα τὰ τροπάρια, μαζὶ μὲ τὸν θρῆνο γιὰ τὸν ἀκατανόητο, ἀνθρωπίνως, θάνατο τοῦ Εὐεργέτου Σωτῆρος καὶ γιὰ τὴν ἀνάρμοστη ταφή Του («τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια»), συμπλέκεται καὶ ἡ ἐλπίδα γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν συνακόλουθη σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: «Εἰρήνην Ἐκκλησίᾳ, λα σου σωτηρίαν δώρησαι σ ἐγέρσει» (Γ’ Στάση).

Τὰ Ἐγκώμια, ἑπομένως, ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος «ἑορταστικοῦ θρήνου», ἀπολύτως ἐναρμονισμένου μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς χαρμολύπης καὶ τῆς ὑπόλοιπης ἀκολουθίας τῆς ἡμέρας.

Χαρακτηριστικώτερο παράδειγμα ἀποτελοῦν τὰ Εὐλογητάρια, ποὺ ψάλλονται ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὰ Ἐγκώμια, σὲ ἦχο πλ. α’, δηλωτικὸ ἀκριβῶς τοῦ ἀνάμεικτου συναισθήματος τῆς χαρμολύπης ποὺ περιγράψαμε. Ἔτσι, ἡ ἐλπίδα γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος μετατρέπεται πλέον σὲ βεβαιότητα καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως παρουσιάζεται ὡς ἤδη συντελεσθέν! Ἰδού: «τῶν ἀγγέλων ὁ δῆμος κατεπλάγη ὁρῶν σε … τοῦ θανάτου τὴν ἰσχὺν καθελόντα (νὰ καταλύῃς) καὶ σὺν ἑαυτ τὸν ἀδάμ ἐγείραντα καὶ ἐξ ἅδου πάντας ἐλευθερώσαντα». Σὲ ἄλλο τροπάριο, ὁ Ἄγγελος λέει στὶς Μυροφόρες ὅτι «ὁ Σωτὴρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος»﮲ ἐπίσης ὅτι «θρήνου ὁ καιρὸς πέπαυται μή κλαίετε τὴν ἀνάστασιν δὲ ἀποστόλοις εἴπατε», καὶ τὸ κορυφαῖο: «τί μετὰ νεκρῶν τὸν ζῶντα λογίζεσθε; ὡς Θεὸς γὰρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος». Γι’ αὐτό, Εὐλογητάρια ψάλλονται κάθε Κυριακή, σὲ ἀνάμνηση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας!

Καὶ ὅλα αὐτά, ἐνῶ πρόκειται σὲ λίγο νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἔξοδος τοῦ Ἐπιταφίου. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ θρήνου ἔχει ἐπισκιαστῆ πλήρως ἀπὸ τὸ κυρίαρχο συναίσθημα τῆς χαρᾶς γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ θρηνουμένου Κυρίου!

Ἔτσι καὶ οἱ Αἴνοι ποὺ ἀκολουθοῦν, πρὶν ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν Δοξολογία, ἔχουν συντεθῆ στὸ ἴδιο ἑορταστικὸ ἀναστάσιμο πνεῦμα: «Δόξα τ σ οἰκονομίᾳ, δι’ ἧς (χάριν στὴν ἐπιτέλεση, δηλαδή, τοῦ σχεδίου τῆς θείας οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων) ἐδωρήσω ἡμῖν τὴν παναγίαν ἐκ νεκρῶν σου ἀνάστασιν». Σὲ ἄλλο τροπάριο τῶν Αἴνων ὀ ὑμνογράφος μᾶς καλεῖ: «αὐτ βοήσωμεν﮲ ἀνάστα ὁ Θεός, κρίνων τὴν γῆν, (…)», «ἀνάστηθι αὐτεξουσίως ὁ δοὺς σεαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἑκουσίως», «ὁ συντρίψας κράτος θανάτου καὶ ἀνοίξας πύλας Παραδείσου ἀνθρώποις, δόξα σοι».

Γίνεται, ἑπομένως, ἀπολύτως φανερὸ ὅτι τὰ Εὐλογητάρια καὶ οἱ Αἴνοι, κυρίως, εἰσάγουν στὸ ἑορταστικὸ πνεῦμα τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁπότε τὸ πρωΐ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ποὺ ἀκοῦμε τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀναστάσεως, μετὰ ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ψάλλεται πανηγυρικὰ τό: «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρίνων τὴν γῆν …»

Τέλος, κατὰ τὸ πέρας τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου (Μεγάλη Παρασκευὴ ἑσπέρας), διαβάζεται, στὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἀναστάσιμο πνεῦμα ποὺ περιγράψαμε παραπάνω, μιὰ καταπληκτικὴ προφητεία τοῦ Ἰεζεκιήλ. Ὁ Κύριος, λέει ὁ προφήτης, τὸν μεταφέρει «ἐν μέσῳ πεδίου μεστοῦ ὀστέων ἀνθρωπίνων», τὰ ὁποῖα, μὲ θαυμαστὸ τρόπο, ἀποκτοῦν πνεῦμα ζωῆς, νεῦρα καὶ σάρκες, «καὶ ἔζησαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν», ἔνδειξη ὅτι ὁ Κύριος, ὅπως λέει στὸν προφήτη, θὰ ἀνοίξῃ τοὺς τάφους καὶ θὰ ἀναγάγῃ ἐκ τῶν τάφων τὸν λαό Του!

Μὲ τὴν αἰσιόδοξη αὐτὴν προφητεία καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα στιχηρά «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ…», «ὡς ἐκλείπει καπνὸς ἐκλιπέτωσαν…», ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ ἐπίσης ἐλπιδοφόρο Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα (Κορ. Α’, ε’ 6-8, Γαλ. γ’ 13-14), ὁλοκληρώνεται ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, προετοιμάζοντάς μας ἔτσι, καταλλήλως, γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας.

Ἐναρμονιζόμενοι, λοιπόν, καὶ ἐμεῖς μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμερῶν, ἂς βιώσωμε μὲ κατάνυξη καὶ ἠρεμία τὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν γλυκιὰ προσμονὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι μέσα ἀπὸ τὴν κορύφωσή των θὰ φθάσωμε νὰ ἑορτάσωμε πανηγυρικὰ καὶ τὴν Ἁγία καὶ Ἔνδοξό Του Ἀνάσταση. Ἀμήν. Γένοιτο!

 πηγή

«Αναστάσεως Ημέρα και Λαμπρυνθώμεν τη Πανήγυρει»

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – καθηγητού

«Πάσχα το τερπνόν΄ Πάσχα Κυρίου Πάσχα΄ Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε». Με αυτούς τους υπέροχους και πανηγυρικούς στίχους ο θεσπέσιος υμνογράφος της Αναστάσεως αναγγέλλει στους πιστούς την έλευση της πλέον λαμπρής και ευφρόσυνης εορτής της Εκκλησίας μας. Σύμπας ο άγιος λαός του Θεού, ο «ευσεβής και φιλόθεος», όπως τον αποκαλεί ο ιερός Χρυσόστομος, «εν ενί στόματι και μια καρδία», με δάκρυα χαράς στα μάτια, υμνεί τον Αναστάντα εκ νεκρών και νικητή του θανάτου, Κύριο Ιησού Χριστό. Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης και απέραντης αγαλλίασης κατακλύζει τους λαμπροστόλιστους και ολόφωτους ναούς για να εορτάσει τη Θεία Έγερση και να απολαύσει τον ανείπωτο πλούτο της χρηστότητας του Κυρίου. Σπεύδει για να εορτάσει τον πιο σπουδαίο θρίαμβο, την πιο μεγάλη και απερίγραπτη νίκη της ανθρώπινης ιστορίας: Τον θάνατο του θανάτου μας!

Ύστερα από μια μακρά πνευματική και σωματική άσκηση και πορεία, κατά την οποία γίναμε κοινωνοί των σωτηριωδών Παθημάτων του Κυρίου και Λυτρωτή μας Χριστού. Ύστερα από μια οντολογική μετοχή «εις τον θάνατον αυτού» (Ρωμ.6,4) προσερχόμεθα «λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος» για να «συνεορτάσωμεν ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού το σωτήριον». Αφήνουμε πια την κατήφεια και την κατάνυξη της αγίας Εβδομάδος των Παθών και σπεύδουμε «αγαλλομένω ποδί» να συμμετάσχουμε της άφατης πασχαλινής πανδαισίας, να λαμπρυνθούμε και να πανηγυρίσουμε, να απολαύσουμε υπερβαλλόντως «του συμποσίου της πίστεως».

Πάσχα σημαίνει διάβαση, λύτρωση, σωτηρία. Όπως ο παλαιός λαός του Θεού, ο Ισραήλ, σώθηκε, χάρις στη θαυμαστή βοήθεια του Θεού, από την φαραωνική τυραννία, έτσι και ο νέος λαός του Θεού, οι πιστοί από όλες τις φυλές του κόσμου, σώθηκαν από τη νοητή φαραωνική τυραννία της αμαρτίας και πέρασαν στην εν Χριστώ πραγματική ελευθερία της χάριτος του Θεού. Το ιουδαϊκό Πάσχα υπήρξε τύπος του χριστιανικού Πάσχα. Εκείνο υπήρξε μια στενή εθνική και συνάμα θρησκευτική εορτή, ανάμνηση ενός εθνικοαπελευθερωτικού γεγονότος, ενός μικρού λαού. Το χριστιανικό Πάσχα είναι ο λαμπρότατος εορτασμός της πανανθρώπινης απελευθέρωσης από τον πιο τυραννικό και ανίκητο δυνάστη, τον άρχοντα του κόσμου τούτου, διάβολο και τον πικρό και αναπόφευκτο θάνατο.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δέχτηκε να γίνει ο Ίδιος, με τη θέλησή Του, απολυτρωτική θυσία. Να γίνει ο νοητός «ενιαύσιος αμνός», το «άμωμο ιερείο» του νέου Πάσχα, προκειμένου να νικηθεί ο νοητός Φαραώ, ο διάβολος, να καταργηθεί το κράτος του θανάτου και να γίνει η καταλλαγή του ανθρωπίνου γένους με το Θεό (Εφ.2,13). Δι’ αυτής της υπερτάτης θυσίας «εκ της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκεν».

Η λαμπροφόρος Ανάσταση του Κυρίου υπήρξε νομοτελειακή, αυτό που δε μπορούσε να προβλέψει ο παμφάγος Άδης, προσωποποιημένος στο έχθιστο πρόσωπο του Σατανά. Η πηγή της ζωής, η όντως ζωή, καθ’ ότι «εν αυτώ ζωή ην» (Ιωάν.1,4) ήταν αδύνατο να κρατηθεί δέσμια των αιωνίων νοητών δεσμών του Άδη. Έτσι η ψυχή του Κυρίου «σπαράττουσα άμφω γαρ δεσμούς του θανάτου και Άδου», και αφού ενώθηκε ξανά με το άχραντο σώμα Του, ανέστη θριαμβευτικά. Ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει πανηγυρικά: «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών, ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,9). «Σήμερον ο Κύριός μας Χριστός έσπασε τις χάλκινες πύλες και εξηφάνισε και αυτόν τον θάνατον» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Και συνεχίζει: «Διατί όμως λέγω τον θάνατον; Και αυτό το όνομά του ακόμη άλλαξε. Δεν ονομάζεται πλέον θάνατος, αλλά κοίμησις και ύπνος»!

Οι σωτήριες δωρεές που απορρέουν από την Ανάσταση του Κυρίου είναι ανεξάντλητες. Η Θεία Έγερση είναι η ακένωτη πηγή των δωρεών και των ευλογιών του Θεού. Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, το γεγονός της Αναστάσεως αποτελεί την πεμπτουσία ολοκλήρου του χριστιανικού οικοδομήματος. Στην αντίθετη περίπτωση «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται΄ ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται, ουδέ Χριστός εγήγερται. Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών΄ ότι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών. Άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο. Ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνον, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α΄Κορ.15,15-19). Με άλλα λόγια Χριστιανισμός, χωρίς το θεμέλιο της πίστεως στην Ανάσταση του Χριστού, είναι όχι μόνον ανωφελής στην ανθρωπότητα, αλλά ακόμη και επιζήμιος! Η σχολαστική και ορθολογιστική θεώρηση της χριστιανικής πίστεως στην Ανάσταση οδηγεί σε τραγικά αδιέξοδα, απογυμνώνει τον Χριστιανισμό από την απολυτρωτική του δύναμη και τον υποβιβάζει και εξισώνει με τις άλλες θρησκείες του κόσμου, οι οποίες ικανοποιούν μόνο το «θρησκευτικό συναίσθημα» των οπαδών τους. Οικτρή απόδειξη όλων αυτών όλα τα τραγικά αδιέξοδα του δυτικού νοησιαρχικού ανθρώπου, τα οποία οφείλονται κατά κύριο λόγο στην άρνηση της Αναστάσεως και εν γένει στην απόρριψη της εν Χριστώ απολυτρώσεως.

Εμείς οι ορθόδοξοι πιστοί, ακολουθώντας την βιβλική και αγιοπατερική θεολογία και παράδοση, στηρίζουμε την πίστη μας στο ασάλευτο βάθρο της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έχουμε ως εφαλτήριο στη ζωή μας την ελπιδοφόρα αρχή: «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο … εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄κορ.15,20,22). Ολόκληρη η βιωτή μας κινείται γύρω από το νοητό άξονα της Αναστάσεως. Η γέννησή μας, ο τρόπος της ζωής μας, η νοοτροπία μας, η λατρεία μας, ακόμα και θανή μας, που για μας είναι προσωρινή κοίμηση, προσδιορίζονται και επηρεάζονται άμεσα από το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου και τη μελλοντική εν Χριστώ προσωπική μας ανάσταση. Έτσι τίποτε πια δε μας φοβίζει, αφού νικήθηκε ο θάνατος, ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Όλα τα άλλα εμπόδια και οι δυσκολίες της ζωής μας προσπερνιούνται με αίσθημα αισιοδοξίας. Η απελπισία και η κατήφεια είναι ίδιον των απίστων, αυτών που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως, όλων εκείνων που αρνούνται την Ανάσταση του Λυτρωτή μας και φορτωμένοι εωσφορικό εσμό, περιχαρακώνονται στην υποκειμενική τους διανοητική αυτάρκεια.

Για όλους αυτούς τους λόγους σκιρτούμε από χαρά και ουράνια αγαλλίαση την αγία ημέρα της Εγέρσεως του Λυτρωτή μας Χριστού. Εορτάζουμε και δοξάζουμε την πανένδοξη Ανάσταση του Κυρίου μας και πανηγυρίζουμε προκαταβολικά για τη δική μας μελλοντική ανάσταση και την είσοδό μας στην ατέρμονη Βασιλεία του Θεού. Ομολογούμε, με τον πιο δυναμικό τρόπο, την πίστη μας στον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή μας Αναστάντα Κύριο και διαλαλούμε το μήνυμα της Αναστάσεως, για να φτάσει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά, ως τα πέρατα του κόσμου και τα έσχατα της ιστορίας. Ψάλλουμε, αναρίθμητες φορές, με δάκρυα χαράς στα μάτια και παλλόμενη από συγκίνηση καρδιά, τον νικηφόρο παιάνα του Πάσχα, τον πιο νικηφόρο και ενθουσιώδη παιάνα, που ακούστηκε ποτέ από ανθρώπινα χείλη: «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» !

πηγή

Ἐσταυρώθης δι᾽ ἐμέ, ἴνα ἐμοί πηγάσης τἠν ἄφεσιν

 Θεολογικό σχόλιο στο περιεχόμενο

και τα νοήματα της Μεγάλης Παρασκευής)

Λάμπρου Σκόντζου

 Θεολόγου – Καθηγητή

«Τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, α δι’ ημάς κατεδέξατο΄ έτι Δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν». Το ιερό συναξάρι της αγίας αυτής ημέρας αναφέρει με λεπτομέρεια τι τιμούμε και προσκυνάμε αυτή την αγία ημέρα.

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι για μας τους χριστιανούς η πλέον φρικτή, πένθιμη και λυπητερή ημέρα, αλλά και η πιο ιερή, η πιο αγία, η πολυσέβαστη και πλέον αγαπητή και προσκυνητή ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων, ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού κρέμεται καρφωμένος, γυμνός, άπνους, επάνω στο ξύλο του σταυρού, ως χείριστος κακούργος. Ο Εσταυρωμένος Χριστός μας πήρε επάνω Του όλες τις αμαρτίες του κόσμου και ανέβηκε εκών στο φρικτό Γολγοθά για να εξαγοράσει, μυστήριο πως, με το τίμιο Αίμα Του τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους.

Ποια καρδιά δεν λυγίζει την ημέρα αυτή μπροστά στη φρικτή και ανείπωτη θεοκτονία;. Ποια μάτια δε βουρκώνουν στο αντίκρισμα του γλυκύτατου Εσταυρωμένου; Ποια ψυχή δε μαλακώνει μπροστά στα άδικα παθήματα; Ποια γόνατα δεν κλείνουν κάτω από το Σταυρό για να προσκυνήσουν τα Θεία Πάθη; Εκατομμύρια πιστοί χριστιανοί πενθούν για τον οδυνηρό θάνατο του Χριστού μας. Κατακλύζουν τους ιερούς Ναούς με μπουκέτα άνθη στα χέρια για να τα εναποθέσουν στον ιερό Επιτάφιο. Να προσκυνήσουν το Λυτρωτή τους, Αυτόν, ο Οποίος «εξηγόρασεν ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω τιμίω Του αίματι».

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός αφού συνελήφθη στον κήπο του Όρους των Ελαιών, ύστερα από την προδοσία του Ιούδα, σύρθηκε δέσμιος σε  μια δραματική νυκτερινή δίκη. Η μανία των αρχόντων του ισραηλιτικού λαού ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να περιμένει για να ξημερώσει η αυριανή ημέρα. Οι ιεροί Ευαγγελιστές αναφέρουν λεπτομέρειες για την δίκη – παρωδία. Η καταδίκη ήταν ήδη προαποφασισμένη και μόνο έπρεπε να τηρηθούν κάποια νομιμοφανή προσχήματα. Τη λύση έδωκαν πληρωμένοι ψευδομάρτυρες, οι οποίοι, διαστρέφοντας τα λόγια του Χριστού στήριξαν την επιθυμητή κατηγορία: Ένοχος θανάτου!

Με το φως της ημέρας οδηγήθηκε στο Πραιτώριο, στην έδρα του Ρωμαίου διοικητή Πιλάτου. Η επίσημη καταδίκη έπρεπε να απαγγελθεί από τη «νόμιμη εξουσία». Επιστρατεύθηκε ο όχλος για να φωνασκεί και να απαιτεί την σταυρική Του καταδίκη. Είναι αυτός ο ίδιος ο όχλος που λίγες ημέρες πριν φώναζε «Ευλογημένος ο Ερχόμενος»! Ο διεφθαρμένος εκπρόσωπος της διεφθαρμένης ρωμαϊκής εξουσίας, ανταλλάσσει την καταδίκη του Μεγάλου Αθώου με την ελευθερία του μεγάλου κακούργου Βαραββά.  Τελικά  παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ο Πιλάτος παραδίδει το Χριστό «ίνα σταυρωθή» (Λουκ.19:16).

Φορτωμένος το βαρύ ξύλο του σταυρού πέρασε από τους δρόμους της αγίας πόλεως για διαπόμπευση, οδηγούμενος στον τόπο του μαρτυρίου, το λόφο του Γολγοθά. Το κουρασμένο σαρκίο Του δεν αντέχει το βάρος του ξύλου και πέφτει καταμεσής στο δρόμο. Αγγαρεύεται ο διερχόμενος Σίμων ο Κυρηναίος, ο οποίος τελικά ανεβάζει το φονικό όργανο στον τόπο της εκτελέσεως. Σκουριασμένα χοντρά καρφιά μπήγονται στα χέρια και τα πόδια Του. Το τίμιο Αίμα Του χύνεται άφθονο και βάφει τα άνομα χέρια των δημίων Του. Ως άνθρωπος πονά και υποφέρει, μα υπομένει το φοβερό μαρτύριο, το οποίο τον οδηγεί αργά και βασανιστικά στο θάνατο. Εκατέρωθέν Του σταυρώνονται δύο αδίστακτοι ληστές, από τους οποίους ο ένας μετανοεί και σώζεται (Λουκ.23:40). Είναι ο πρώτος που εισέρχεται στον Παράδεισο!

Μέσα σους αφόρητους πόνους και το χειρότερο κάτω από το αίσθημα της άδικης καταδίκης Του, όχι μόνο δεν οργίζεται και δεν καταριέται τους άνομους δημίους Του, αλλά παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα να τους συγχωρήσει, διότι «Ουκ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ.23:34).

Τελικά «ην δεν ωσεί ώρα έκτη» (Λουκ.23:44), ο Κύριος «κράξας φωνή μεγάλη αφήκε το πνεύμα» (Ματθ.27:50). Αμέσως συνέβησαν θαυμαστά φαινόμενα: «σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης, του ηλίου εκλείποντος» (Λουκ.23:44), «το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω, και η γη εσείσθη και αι πέτραι εσχίσθησαν, και τα μνημεία ανεώχθησαν και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη, και εξήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς» (Ματθ.27:51-52). Αν οι σκληρόκαρδοι Ιουδαίοι έμειναν απαθείς μπροστά στην φρικτή θεοκτονία, η άψυχη φύση συγκλονίστηκε συθέμελα, διαμαρτυρόμενη για τη μεγαλύτερη κακουργηματική πράξη όλων των εποχών.

Ο επί κεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος «εκατόνταρχος και οι μετ’ αυτού τηρτούντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γινόμενα εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες΄ αληθώς Θεού υιός ην ούτος» (Ματθ.27:54). Το ίδιο «και πάντες οι συμπαραγενόμενοι όχλοι επί την θεωρίαν ταύτην, θεωρούντες τα γενόμενα, τύπτοντες εαυτών τα στήθη υπέστρεφον» (Λουκ.23:48). Αντίθετα οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν από τα συγκλονιστικά γεγονότα, αλλά πήγαν στον Πιλάτο ζητώντας: «κέλευσον ασφαλισθήναι τον τάφον εως τρίτης ημέρας, μήποτε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός κλέψωσιν αυτόν και είπωσι τω λαώ, ηγέρθη από των νεκρών΄ και έσται η εσχάτη πκλάνη χείρων της πρώτης» (Ματθ.27:64).

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι όπως προαναφέραμε ημέρα θλίψεως και συντριβής για μας του πιστούς. Όμως για τη θεολογία της Εκκλησίας μας η Μεγάλη Παρασκευή είναι ήδη Πάσχα. Η ψυχή του Κυρίου, ως ψυχή αληθινού ανθρώπου έπρεπε να ακολουθήσει την προδιεγεγραμμένη πορεία της, να κατέβει στον παμφάγο Άδη, στον τόπο κατοικίας όλων των ψυχών όλων των εποχών. Όμως η ψυχή του Κυρίου, ως αναπόσπαστο μέρος της θεανδρικής υποστάσεως του Θεού Λόγου, δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί στον τόπο της βασάνου, δεν ήταν δυνατόν η ψυχή της πηγής της ζωής να γίνει βορρά του θανάτου και παραμείνει δέσμια του Άδη. Σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας μας η ψυχή του Κυρίου λειτούργησε ως δόλωμα στον Άδη. Ως παμφάγος κατάπιε το δόλωμα αυτό και πιάστηκε και αιχμαλωτίσθηκε από αυτό και νικήθηκε!

Το Θείο Πάθος έχει και μια άλλη σημαντική παράμετρο για μας τους ορθοδόξους πιστούς. Χωρίς αγώνα και παθήματα είναι αδύνατο να υπάρξει νίκη και θρίαμβος. Χωρίς θυσία είναι αδύνατον να υπάρξει λύτρωση. Χωρίς σταυρό δεν  μπορεί να υπάρξει ανάσταση. Το Θείο Πάθος δείχνει και σε μας την ανάγκη να ακολουθήσουμε πρόθυμα το δικό μας δρόμο του μαρτυρίου και ανεβούμε στο δικό μας σταυρό, που είναι η σταύρωση και ο θάνατος του παλαιού πτωτικού εαυτού μας, προκειμένου να έχουμε την μακάρια ελπίδα και της δικής μας ανάστασης.

Πηγή

Οι λόγοι του Σταυρού

 


Επτά μικρούς, μα συγκλονιστικούς λόγους είπε ο Χριστός επάνω στον Σταυρό, δίνοντας στους ανθρώπους κάθε εποχής τη δυνατότητα να κάνουν νέες αρχές στη ζωή τους, πιστεύοντας σ’ Αυτόν.

“Πάτερ, άφες αυτοίς. ου γαρ οίδασι τι ποιούσι” (Λουκ. 23,34). Ο λόγος της συγχώρεσης. Ο λόγος της αγκαλιάς στους ανθρώπους που Τον υβρίζουν, Τον βλασφημούν, που χαίρονται βλέποντάς Τον να υποφέρει. Ο λόγος της καρδιάς που νιώθει την άγνοια του καλού, που δεν κρατά κακία, που δεν κάνει επίδειξη δύναμης, διότι είναι Αγάπη και μόνο η αγάπη δίνει νόημα στην ύπαρξη.

“Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω” (Λουκ. 23, 43). Ο λόγος της αποδοχής της μετάνοιας του ευγνώμονος ληστού.  Ο ληστής ταπεινώνεται, αναγνωρίζει τις αποτυχίες και την αμαρτωλότητα, την ήττα του. Ζητά από τον Χριστό όχι αμνήστευση, αλλά να τον θυμηθεί στη βασιλεία Του.  Λαμβάνει “σήμερον” τον Παράδεισο, διότι η αγάπη του Θεού δεν περιμένει, αλλά δίδεται την ίδια στιγμή. 

“Γύναι, ίδε ο υιός σου. Είτα λέγει τω μαθητή . ιδού η μήτηρ σου” (Ιωάν. 19, 26-27). Ο τέλειος Θεός είναι και τέλειος άνθρωπος. Και δείχνει την ευγνωμοσύνη Του προς την γυναίκα που Τον έφερε στον κόσμο. Παράλληλα, μας δείχνει ότι, εκτός της συγγένειας της φύσης, υπάρχει και η συγγένεια της πίστης. Ο Ιωάννης γίνεται κατά χάριν αδελφός του Χριστού και αναλαμβάνει το έργο που δίνεται σε όλους τους χριστιανούς: να είμαστε κατά χάριν φίλοι, κατά χάριν αδέλφια με τον Χριστό και μεταξύ μας, εκ πίστεως. Όπως γίνεται στη θεία λειτουργία, όταν Τον κοινωνούμε.

“Διψώ” (Ιωάν. 19,28). Δεν είναι μόνο η εκπλήρωση του προφητικού λόγου, όπως αποτυπώνεται στον μεσσιανικό ψαλμό 21 του Δαυΐδ. Είναι και η υπόμνηση της δίψας για αγάπη, για ανθρωπιά, για συνάντηση με τον άνθρωπο που καλείται να ζητήσει την κοινωνία με τον Χριστό ως το αλλόμενον ύδωρ της παρουσίας Του που θα μας ξεδιψάσει για πάντα, δίνοντας χαρά, ελπίδα και ζωή. 

“Τετέλεσται” (Ιωάν. 19,30). Ο Χριστός ολοκλήρωσε το έργο τού να φέρει στον κόσμο τον Θεό ως υπέρβαση του μίσους, της κακίας, του θανάτου και να μας καλέσει στη χάρη της βασιλείας Του. Δέχθηκε τον θάνατο, όντας ένας από εμάς, πλην της αμαρτίας. Τώρα θα μας δώσει την ανάσταση. Κι έτσι η αποστολή Του ολοκληρώθηκε. 

“Εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου” (Λουκ. 23,46). Στον Θεό η ελπίδα. Στον Θεό η ζωή και ο θάνατος, η αρχή και το τέλος, στον Θεό το πέρασμα, το Πάσχα, στην οδό της Ανάστασης και της αγάπης. Σ’ Αυτόν η εμπιστοσύνη, ακόμη και στα δύσκολα.

Οι επτά αυτοί λόγοι μάς  υποδεικνύουν την νέα αρχή της συγχώρεσης για όποιον και όποια μας δυσκολεύει. Την οδό της αλλαγής από τον κακό εαυτό στον εαυτό που ταπεινώνεται, που δημιουργεί αγαπώντας. Την μετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας, που μας καθιστά συγγενείς εκ πίστεως.  Στην δίψα για αλήθεια και αγάπη, που μας κάνει να αντέχουμε το όξος της ζωής. Στο να μην απελπιζόμαστε, όταν ο Θεός σιωπά, αλλά να δεχόμαστε τους σταυρούς μας. Στο να έχουμε την αποστολή της αγάπης, της προσευχής, της θυσίας. Στο να επιλέγουμε το «γενηθήτω το θέλημά Σου», στο να ζούμε το αγιορείτικο «αν πεθάνεις, πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις»!

Ας είναι η Μεγάλη Εβδομάδα μια νέα αρχή για όλους μας!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια», στο φύλλο της Μεγάλης Τετάρτης 8 Απριλίου 2026 

πηγή

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2025

Φωτεινά Χριστούγεννα μέσα σε δυστοπικά ερέβη…

 

ΦΩΤΕΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΥΣΤΟΠΙΚΑ ΕΡΕΒΗ...

    Νεκτάριος Δαπέργολας

      Χριστούγεννα του 2025. Άλλοι καιροί πια. Καιροί χαλεποί και δύσβατοι. Και καθώς τα μαύρα σύννεφα πυκνώνουν όλο και περισσότερο πάνω από την καταρρέουσα πατρίδα, μόνο τους αφελείς μπορεί ακόμη να ξεγελάσει το εορταστικό κλίμα των ημερών. Μπορεί και πάλι να φωταγωγήθηκαν οι πόλεις, να στολίστηκαν τα σπίτια και τα μαγαζιά στὴν αγορά, να ετοιμαζόμαστε και εμείς να «εορτάσουμε», δίνοντας και παίρνοντας δώρα και ευχές. Στην πραγματικότητα όμως, εδώ και μερικά χρόνια τίποτε δεν είναι ίδιο σε σύγκριση με παλαιότερες εποχές. Άλλοι καιροί μάς κύκλωσαν πια - και άλλα ήθη.

      Θέλεις να γράψεις κάτι για τα Χριστούγεννα, μα μόνο πικρές σκέψεις σού έρχονται πλέον. Πικρές σκέψεις για το πραγματικό (και τόσο τραγικά ξεχασμένο) νόημα της μεγάλης εορτής μας. Πικρές σκέψεις για μια εορτή που εδώ και πολλά χρόνια κατάντησε πλέον ανέορτη. Νεκρή και άλογη, χωρίς τον Λόγο. Απάνθρωπη, χωρίς τον Ενανθρωπήσαντα. Κενή, δίχως τον Κενωθέντα. Βουλιάζουμε συνεχώς στον ζόφο της εξωστρέφειας και τὴς διασκόρπισης, περιφέροντας τις ζωές μας απρόσωποι και διασπασμένοι, δεσμώτες σ’ έναν ατελεύτητο φαύλο κύκλο, που ανακυκλώνουν τα αδιέξοδα της ύπαρξής τους και αναζητούν εις μάτην αντίδοτα και υποκατάστατα. Διαλυμένοι και ανίδεοι, σωρηδόν σκύβαλα καταπίοντες και ειδωλόθυτα κατεσθίοντες. Λαός εδώ και πολύ καιρό τὴς παραφροσύνης και τὴς αποστασίας. Και πάνω απ’ όλα βέβαια, λαός τὴς αμετανοησίας.

      Χριστούγεννα του 2025. Η Παρθένος σήμερον εν σπηλαίω έρχεται αποτεκείν απορρήτως τον προαιώνιον Λόγον. Και τὴν ίδια ώρα, ενώ το σκοτάδι πλανάται βαρύ πάνω από την ξεπουλημένη και καμμένη γη της ματωμένὴς πατρίδας, κάποιοι υιοί της Απωλείας εν αδύτοις συνευρίσκονται αποτεκείν (απορρήτως και αυτοί) τα δαιμονικά τους σχέδια για τὴν πνευματική και υλική εξόντωση των λαών, για την ποδηγέτηση του πλανήτη, για την ολοκλήρωση της νεοταξικής ισοπέδωσης του παντός, για τὴν επιβολή της Πανθρησκείας και της παγκόσμιας πολιτικής κυριαρχίας. Και τα όργανά τους είναι εδώ, ανάμεσά μας. Δουλικοί υπηρέτες, τυφλά υποχείρια, που φορούν ράσα, τηβέννους, κοστούμια και κάθε λογής ακόμη συστημικούς μανδύες εικονικής νομιμότητας και στα χέρια τους κραδαίνουν πρωτόφαντα όπλα καταστροφής: εξοντωτικά οικονομικά μέτρα, που καταλύουν το παρόν και το μέλλον ολόκληρων λαών, νεοταξίτικα νομοσχέδια που κυοφορούν πνευματικό θάνατο, δημογραφική εξόντωσὴ, εθνική διάλυση, κοινωνική κατάρρευση. Σχέδια που γεννούν πολέμους και ωθούν με λυσσασμένη απόνοια στον τρόμο ενός παγκόσμιου ολοκαυτώματος. Και ταυτόχρονα βεβαίως, σχέδια «ενωτικά», εκστρατείες αγαπολογίας, κείμενα και δράσεις που ετοιμάζουν την Νέα Εποχή. Όλα τους είναι όπλα εξουθένωσης, μέσα καταρράκωσης, όργανα καταισχύνης. Κι όλοι τους είναι εδώ ολόγυρα κι ακόμη μας παραπλανούν, ακόμη τους αποδεχόμαστε και τους ανεχόμαστε, ακόμη συνεχίζουμε να βουλιάζουμε στὴν απάθεια και τὴν ατονία. Κι ούτε μπορεί κανείς να πει πότε θα ξημερώσει επιτέλους η πολυπόθητη εκείνη μέρα τὴς ανάνηψης…

      Χριστούγεννα του 2025. Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει. Κι εσύ ν’ ακροβατείς ανάμεσα στην άρρητη ωραιότητα του Γλυκασμού των Αγγέλων και στον αποτροπιασμό για τις καταιγιστικές εξελίξεις ολόγυρα. Ν’ ακροβατείς ανάμεσα στὴ ζείδωρη γαλήνη του σπηλαίου, εν ω ανεκλίθη ο Αχώρητος, και στὴν οργή για τους πνευματικούς και πολιτικούς Εφιάλτες που κατάστρεψαν μεθοδικά εδώ και δεκαετίες τον τόπο σου και που τώρα πλέον τον αποτελειώνουν, έχοντας αποβάλει ξεδιάντροπα όλα τα προσχήματα κι έχοντας πετάξει όλα τα προσωπεία. Με όλη φυσικά τὴν δική μας συνέργεια, ανοχή και συνενοχή. Όποια κι αν ήταν άλλωστε τα ζοφερά σχέδια, όσο μεθοδικά και οργανωμένα βυσσοδομήθὴκαν κι εφαρμόστηκαν, πάνω απ’ όλα δική μας δεν είναι τελικά η ευθύνη, που τα αφήσαμε (και τα αφήνουμε) να συμβούν;

      Δική μας πράγματι η ευθύνη. Δικό μας το ότι επιλέξαμε να ζούμε μέσα στο βούρκο, να έχουμε ξεχάσει πλέον κάθε άλλο τρόπο ζωής, να αγνοούμε προκλητικά όλα τα σημεία των Oυρανών, να πετούμε στα σκουπίδια όλες τις ευκαιρίες (και ήταν πολλές) που μας έστειλε μέχρι τώρα ο Θεός για να συνέλθουμε. Δική μας ὴ προδοσία της πίστης των πατέρων μας και η άνευ όρων παράδοση σε κάθε είδους διαστροφή, κενότητα και ανοησία. Δική μας η πτώση, δική μας και η επίμονη άρνηση να ξανασηκωθούμε, δική μας η νευρωσική εμμονή στον ζόφο και την απόγνωση. Δικά μας θα είναι μοιραία και τα επίχειρα. Από τους πνευματικούς νόμους που πάντα λειτουργούν - κι ας αγνοούμε μυωπικά την ύπαρξή τους.

      Χριστούγεννα του 2025. Τα πράγματα δείχνουν εφιαλτικά, καθώς η πατρίδα βουλιάζει στην λαίλαπα του ανεξέλεγκτου λαθροεποικισμού, της κατάφωρης προδοσίας από τις πολιτικές και πνευματικές «ελίτ» του τόπου, της βιοτρομοκρατικής απάτης των ψευτοπανδημιών, του ψηφιακού ολοκληρωτισμού. Να ’ναι ωστόσο άραγε, λες, απ’ τὴν άλλη, η ευκαιρία γι’ αυτόν τον λαό τον αμνησιακό και εκμαυλισμένο; Η ευκαιρία για να ξανάβρει μέσα απ’ την βαθιά κατάπτωση και παρακμή το ίσο του, εκείνο το συνάμφω υψιπετές και χοϊκό ισοκράτημα του προαιώνιού του Τρόπου, εκείνη την επί πτερύγων ανέμων άναρχη περπατηξιά του, που του τὴν κολόβωσαν και τὴν ευνούχισαν μερικές δεκαετίες εκσυγχρονιστικής χυδαιότητας και υλόφρονης εξΗλιθίωσης; Να ’ναι θεόθεν δοκιμασία για τα χάλια μας, επιτίμιο άξιο και δίκαιο για τον εθελούσιο εκτροχιασμό μας προς τρόπους αλλότριους κι απατηλούς, κανόνας πνευματικός για τον εθελότρεπτο καλπασμό μας σε οδούς ειδωλολατρείας, σαρκολατρείας και πλάνης;

      Χαραυγή του 2026. Μακάρι να είναι πράγματι τέτοια δοκιμασία. Γιατί αυτό βέβαια από μόνο του κρύβει μέσα του ελπίδα καταφανή, ελπίδα απτή και βάσιμη ότι θα έρθουμε πάλι κάποια στιγμή εις εαυτόν και θα ανανήψουμε. Ως λαός ανθρωπίνως δείχνουμε φυσικά να βαδίζουμε ολοταχώς προς το ιστορικό μας Τέλος. Ας μην τρέφουμε άλλες αυταπάτες: είναι τέτοιος πλέον ο κατήφορος που καμιά υλική, εγκόσμια δύναμη δεν μπορεί να τον αποτρέψει. Ανθρωπίνως όμως πάντα. Η ελπίδα μας ωστόσο είναι αλλού.

      Χαραυγή του 2026. Νέοι καιροί έχουν φτάσει, άγριοι και δύσβατοι. Καιροί θλίψης και οδύνης. Αυτούς δεν πρόκειται να τους γλιτώσουμε. Μα υπάρχει και κάτι που φεγγίζει μες στο σκότος, κάτι παυσίλυπον. Δεν είναι άλλο από το φως του εκ Παρθένου τεχθέντος. Και δεν θα λάμψει μέσα μας καταναγκαστικά, αλλά μόνο αν το θελήσουμε ειλικρινά και το ζητήσουμε εμπράκτως. Είναι πάντως το μοναδικό που μπορεί να διασπάσει τα ερέβη και να καταυγάσει το ζοφερό τοπίο.

      Καλά Χριστούγεννα λοιπόν! Χριστούγεννα πνευματικά, με ανάνηψη και μετάνοια! Και με αφετηρία την Γέννησή Του, ας κρατήσουμε μόνιμα πια τα κουρασμένα και σκονισμένα μας βήματα σ’ αυτόν τον δρόμο της μετάνοιας. Αυτός είναι και ο μοναδικός δρόμος που μια μέρα θα μας ξαναβγάλει στο φως…

Πηγή

Η κατά Σάρκα Γέννησις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού- Υπομνηματισμός της Αποστολικής περικοπής από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη

 

Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ[:Γαλ.4,4-7] 

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ

   «Ὃτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν(: όταν όμως συμπληρώθηκε ο χρόνος που είχε ορίσει η πανσοφία του Θεού, απέστειλε ο Θεός στον κόσμο τον Υιό Του, ο οποίος έγινε άνθρωπος από γυναίκα και υποτάχθηκε στον μωσαϊκό νόμο, προκειμένου να εξαγοράσει εκείνους που ήταν υποδουλωμένοι στην κατάρα του μωσαϊκού νόμου, για να λάβουμε την υιοθεσία που ο Θεός μάς είχε υποσχεθεί)»[Γαλ.4,4-5].

……………………………………………………………………………………………………………

«τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου»:

     Ο Οικουμένιος ερμηνεύοντας τη φράση «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» λέγει: «Ποιου πλήρωμα χρόνου; Εκείνου κατά τον οποίο έπρεπε να έλθει ο Χριστός. Διότι είχε προφητευτεί ο χρόνος της ελεύσεως του Χριστού από τον προφήτη Δανιήλ, που συνέβη επί της βασιλείας Καίσαρος Αυγούστου, όταν έγινε και η ένσαρκος οικονομία του Χριστού». Βλέπε και την ερμηνεία του «νῦν δὲ ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας διὰ τῆς θυσίας αὐτοῦ πεφανέρωται (:Τώρα όμως μία φορά έγινε άνθρωπος, όταν τελείωσαν οι χρόνοι της Παλαιάς Διαθήκης, και φανερώθηκε στον κόσμο για να εξαλείψει την αμαρτία με τη θυσία Του)»[Εβρ.9,26]. Ο δε μακάριος Αυγουστίνος στα βιβλία περί Τριάδος ερμηνεύοντας το «Ὃτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» λέγει ότι όταν οι άνθρωποι έγιναν δεκτικοί και χωρητικοί της γνώσεως της αγίας Τριάδος και δεν βλάπτονταν από το κήρυγμα της τρισυποστάτου της Θεότητος, ώστε να πέσουν σε πολυθεΐατότε ήλθε ο Υιός του Θεού και αποκάλυψε στον κόσμο ότι έχει Πατέρα, και στη συνέχεια ότι είναι ο Θεός τρισυπόστατος. Αυτής της γνώσεως της αγίας Τριάδος δεν ήταν χωρητικοί οι Ιουδαίοι πριν από την ένσαρκο παρουσία του Υιού του Θεού. Βλέπε και την ερμηνεία του «ἧς ἐγενόμην ἐγὼ διάκονος κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι εἰς ὑμᾶς, πληρῶσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ(:Αυτός ο λόγος του Θεού είναι το Ευαγγέλιο, που διακηρύττει τη σωτήρια βουλή του Θεού να σωθούν όλοι οι άνθρωποι διαμέσου του Χριστού. Και το σωτήριο αυτό σχέδιο του Θεού ήταν ένα μυστήριο κρυμμένο από την αρχή της ύπαρξης του χρόνου σ’ όλους τους αιώνες και τις γενεές, φανερώθηκε όμως τώρα με το κήρυγμα στους αγίους του, τους Χριστιανούς)»[Κολ.1,25],  για να μάθεις ότι αυτό ήταν οικονομία Θεού, το να φανερωθεί το μυστήριο του ευαγγελίου, όταν οι άνθρωποι έγιναν δεκτικοί, για να το εννοήσουν.

«γενόμενον ὑπὸ νόμον»:

   Έτσι σύμφωνα με αυτούς ερμηνεύει το ρητό αυτό και ο Μέγας Βασίλειος λέγοντας: «Ο απόστολος προτίμησε την εμφαντικότερη φωνή, την  πρόθεση «ἐκ», δηλαδή, και όχι την «διά», λέγοντας «γενόμενον ἐκ γυναικός»· διότι το «διά τῆς γυναικός» επρόκειτο να δείχνει παροδική την έννοια της γεννήσεως, ενώ το «ἐκ τῆς γυναικός» θα έδειχνε αρκετά δυνατή την κοινωνία της φύσεως του Τικτομένου προς αυτήν που το γέννησε»[Κεφάλαιο ε΄περί του Αγίου Πνεύματος]. Γι'αυτό και ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος στον λόγο που παρομοιάζει με τον μαργαρίτη τη γέννηση του Θεού Λόγου από την Παρθένο γράφει ότι εκείνο που λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς πως είπε ο άγγελος προς τη Θεοτόκο όταν την ευαγγέλισε, δηλαδή το «διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ(:Γι’ αυτό και το απολύτως αναμάρτητο και άγιο βρέφος που θα γεννηθεί με τον υπερφυσικό αυτό τρόπο, θα αναγνωριστεί ότι είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού)»[Λουκά 1,35], αυτό, λέγω, το ρητό, λέγει ο άγιος Εφραίμ, ότι έτσι είναι γραμμένο«διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σου», σύμφωνα, δηλαδή, όπως λέγει εδώ ο Παύλος, «γενόμενον  ἐκ γυναικός». «Μερικά όμως αντίγραφα», λέγει, «δεν το έχουν αυτό, κάνοντας χάρη στους αιρετικούς». Γι΄αυτό σύμφωνα με τον άγιο αυτόν, πρέπει υποχρεωτικά να προστίθεται το «ἐκ σου», στο παραπάνω ευαγγελικό ρητό.

   Λέγει ακόμη ο Φώτιος ότι το «γενόμενον  ἐκ γυναικός» πρέπει να γράφεται με ένα ν και όχι με δύο, όπως με ένα ν γράφεται και το ακόλουθο: «γενόμενον ὑπό νόμον», διότι «γεγέννηται» μεν ο Χριστός εκ Παρθένου, αλλά το «γεγέννηται» γράφεται με δύο ν, όμως και γεννάται, επειδή μία φορά από την Παρθένο «γεγέννηται». Εάν όμως και ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγει: «Χριστός γεννᾶται», αλλά το είπε αυτό, διότι τότε ήταν παρούσα η της Χριστού γεννήσεως ημέρα, και όχι διότι πάντοτε εκ Παρθένου γεννάται[Αμφιλόχ. Ζητήμ. πθ΄]. Αυτά λέγει ο σοφός Φώτιος, διότι εάν πούμε «γεννώμενον ἐκ γυναικός» με δύο ν, φανερώνουμε ότι τώρα και πάντοτε γεννάται ο Χριστός, που είναι ψευδές· διότι το «γεννώμενον» είναι χρόνου ενεστώτος και παρατατικού. Αλλά στον Θεοδώρητο και σε άλλους, υπάρχουν γραμμένες και οι δύο μορφές, δηλαδή και «γενόμενον ἐκ γυναικός» και «γεννώμενον».

    Σημείωσε ακόμη ότι δύο σημασίες έχει το όνομα της γυναικός. Το ένα όνομα είναι κύριο, το δε άλλο καταχρηστικό. Κυρίως λοιπόν «γυνή» σημαίνει όλη τη φύση των γυναικών, είτε παρθένων είτε παντρεμένων, όπως και το όνομα «ἀνήρ» δηλώνει τη φύση όλων των αντρών είτε αγάμων είτε υπό γάμο. Καταχρηστικά όμως και ειδικότερα «γυνή» είναι η παντρεμένη και όχι η παρθένος. Γι΄αυτό είπε ο Κύριος: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ(:Αληθινά σας λέω, δεν έχει αναφανεί μεταξύ των ανθρώπων που γεννήθηκαν μέχρι τώρα από γυναίκες άλλος μεγαλύτερος ως προς την αξία από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή)»[Ματθ.11,11], δηλαδή γυναικών παντρεμένων και όχι παρθένων, όπως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος. Αφού όμως λέχτηκαν αυτά, το όνομα της γυναικός αρμόζει ο Παύλος εδώ ως κατάλληλο μόνο στην αγία Παρθένο, σύμφωνα μόνο με την πρώτη του σημασία, όπως το είπε και ο ευαγγελιστής Ιωάννης γι' αυτήν(όταν ο Κύριος απευθυνόταν προς αυτήν): «Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι;(:Τι κοινό υπάρχει, γυναίκα, ανάμεσα σε Εμένα που ως Μεσσίας και Υιός του Θεού ενεργώ τώρα με τη θεϊκή μου δύναμη, και σε σένα που με γέννησες ως άνθρωπο;)»[Ιω.2,4] και «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου(:Γυναίκα, να ποιος από τώρα θα είναι ο γιος σου)»[Ιω.19,26]. Πιθανόν όμως το λέγει αυτό και ο Παύλος, διότι η αειπάρθενος Θεοτόκος- εθεωρείτο γυναίκα του τέκτονα Ιωσήφ, μολονότι δεν ήταν άντρας αυτής, αλλά μνηστήρας μόνο, μάλλον όμως φύλακας και προστάτης της.

   «῞Οτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ' υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ(:Ναι. Δεν είστε πλέον δούλοι, αλλά υιοί του Θεού. Και επειδή είστε υιοί του επουρανίου Πατρός, γι΄αυτό απέστειλε ο Θεός στις καρδιές σας το Πνεύμα του Υιού Του, το οποίο σας δίνει την πληροφορία και την παρρησία να απευθύνεστε στον Θεό με την κραυγή και την επίκληση: “Αββά”, δηλαδή “Πατέρα”. Άρα λοιπόν, σύμφωνα με όλα αυτά, εσύ που πίστεψες στον Χριστό δεν είσαι πλέον δούλος, αλλά είσαι κατά χάριν υιός του Θεού. Εάν λοιπόν είσαι υιός, είσαι συγχρόνως και κληρονόμος του Θεού. Και γίνεσαι κληρονόμος διαμέσου του Χριστού)»[Γαλ.4,6-7].

     Γι'αυτό ο Οικουμένιος λέγει: «Πώς δεν είναι άτοπο οι Γαλάτες, αυτοί που έγιναν του Θεού, διαμέσου του Χριστού και του Πνεύματος, να επιστρέφουν πάλι στον νόμο; Και πρόσεξε έμφαση της Αγίας Τριάδος. Ο Πατήρ απέστειλε, ο Υιός σαρκώθηκε και το Πνεύμα συνέργησε, το οποίο εισερχόμενο στις καρδιές μας διδάσκει να λέμε: “ἀββά ὁ Πατήρ”».

     Εβραϊκό όνομα έβαλε εδώ ο Παύλος και δεν είπε μόνο ο πατήρ, αλλά «ἀββά  ὁ πατήρ», για να δείξει με αυτό τη γνησιότητα και επιπλέον, για να δείξει ότι το όνομα αυτό έχουν συνήθεια να φωνάζουν προς τον πατέρα τους τα γνήσια τέκνα.

   Με ποιον τρόπο έδειξε ο Παύλος γνησιότητα λέγοντας εβραϊκά ἀββά, όπως λέγει ο Χρυσόστομος; Και πώς το όνομα αυτό ἀββά είναι γνώρισμα των γνησίων υιών, όπως λέγει ο Χρυσόστομος και ο Θεοφύλακτος; Απορώ. Μήπως λοιπόν έδειξε ο Παύλος με το εβραϊκό αυτό όνομα ἀββά τη γνησιότητα, που έχουν οι Χριστιανοί με τον Χριστό; Διότι, όπως Εκείνος, κατά φύση Υιός όντας του Πατρός, χρησιμοποίησε το εβραϊκό αυτό όνομα στην προσευχή λέγοντας: «ἀββᾶ ὁ πατήρ»[Μάρκ.14,36: «ἀββᾶ ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι(:Αββά, Πατέρα μου, όλα είναι δυνατά σε Σένα)»]· έτσι και εμείς οι Χριστιανοί, οι κατά χάριν υιοί του ίδιου Πατρός γεννηθέντες, το ίδιο εβραϊκό όνομα χρησιμοποιούμε φωνάζοντας εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν: «ἀββᾶ ὁ πατήρ». Είναι και το όνομα αυτό ἀββά γνώρισμα των γνησίων υιών, καθόσον όλα σχεδόν τα βρέφη, σαν να κινούνται από τη φύση, ονομάζουν τον Πατέρα τους «μπαμπά», που είναι το ίδιο με το ἀββᾶ. Και δεν αναφέρω ότι το ἀββά μυστικά περιέχει και το πρώτο στοιχείο των γραμμάτων του εβραϊκού και ελληνικού αλφαβήτου, που είναι το άλεφ ή το άλφα, το οποίο εκφωνείται με μεγάλο άνοιγμα του στόματος. Και γι΄αυτό πρώτα το άλφα φωνάζουν τα βρέφη, όταν πέσουν από την κοιλία της μητέρας τους, κλαυθμηρίζοντας και «α,α» κράζοντας.

   Επιπλέον το «ἀββά» περιέχει και την πρώτη συλλαβή, που αποτελείται από τα γράμματα, η οποία είναι το «βα»για να δειχτεί και από τα δύο αυτά ότι ο άνθρωπος αμέσως μόλις γεννηθεί και όταν αρχίζει να συλλαβίζει και να ψελλίζει, με μυστηριακό τρόπο επικαλείται το γλυκύτατο, και από ολόκληρη την κτίση επιποθητό όνομα του ουρανίου Πατρός. Γιατί όμως ο Χριστός δύο φορές είπε στην προσευχή το «Πατήρ»; Μερικοί λέγουν διότι όχι μόνο ως Θεός είχε τον Θεό Πατέρα Του, αλλά και ως άνθρωπος. Ή επειδή στην προσευχή Του, υπαινισσόμενος τους δύο λαούς, που επρόκειτο να πιστέψουν σε Αυτόν, οι οποίοι εβραϊκά και ελληνικά επρόκειτο να ονομάζουν Πατέρα τους τον Θεό. Πρώτο όμως τέθηκε το εβραϊκό, διότι οι Εβραίοι πρώτοι πίστεψαν στον Χριστό και δεύτερο τέθηκε το ελληνικό, διότι και οι Έλληνες δεύτεροι από τους Ιουδαίους πίστεψαν. Σκέψου όμως αγαπητέ, ότι την υιοθεσία μας χάρισε ο Υιός λέγοντάς μας να προσευχόμαστε ως εξής: «Πάτερ ἡμῶν» και τελείωσε το Πνεύμα το Άγιον, κράζοντας στις καρδιές μας: «Ἀββᾶ ὁ πατήρ». Από παλαιότερα όμως μας την υποσχέθηκε αυτήν την υιοθεσία ο Πατήρ λέγοντας: «ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας(:και θα γίνω πατέρας σας και εσείς θα είστε υιοί μου και θυγατέρες μου)»[Β΄Κορ.6,16]. Το ότι είναι σωστή η ανωτέρω ερμηνεία που κάναμε, μαρτυρεί και ο σοφός Θεοδώρητος λέγοντας: «Γνώρισμα των νηπίων είναι το να αποκαλούν ἀββά τους πατέρες. Νήπιοι όμως ως προς τον παρόντα βίο ήσαν όσοι αξιώθηκαν την υιότητα με το βάπτισμα, προσδοκώντας την αληθινή και τέλεια στον μέλλοντα αιώνα».

     Λέγει επίσης ο Θεοδώρητος τα εξής στην ερμηνεία στο χωρίο εκείνο: «Το “ἀββά” πρόσθεσε την παρρησία εκείνων που καλούν διδάσκοντες· διότι τα παιδιά, έχοντας μεγαλύτερο θάρρος προς τους πατέρες, και επειδή δεν έχουν ακόμη τέλεια τη διάκριση, αυτή τη φράση χρησιμοποιούν συχνότερα. Έτσι και εμείς για την ανέκφραστη φιλανθρωπία Του και την αμέτρητη αγαθότητα ονομάζουμε «Πατέρα», όπως διαταχθήκαμε, των όλων τον Ποιητή, αγνοούμε όμως πόσο μεγάλη είναι η μεταξύ μας διαφορά, μη γνωρίζοντας καλά ούτε τους εαυτούς μας και αγνοώντας εντελώς τη φύση Του».

                        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

                         επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Βενεδίκτου ιερομονάχου αγιορείτου, Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Ερμηνεία των δεκατεσσάρων επιστολών του αποστόλου Παύλου, τόμος πρώτος, σελ. 161-162[υποσημείωση αγίου Νικοδήμου στο Ρωμ.8,15] και 865-868, Έκδοση συνοδίας Σπυρίδωνος ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2020.
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
  • πηγή

«ΠΗΡΑΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ!»

 

 «Έτυχε λίγο πριν από τον θάνατο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, να βρεθώ παρέα με τον Αναστάσιο και μου λέει:

 “Πάρε τηλέφωνο τον Χρήστο (Γιανναρά)”.

Τον παίρνω και του λέω: “κ. Χρήστο, είναι στο τηλέφωνο ο μακαριώτατος και θέλει να σας μιλήσει”.

Βουτάει το τηλέφωνο και λέει: “Χρήστο, δεν είμαι ο μακαριώτατος, είμαι ο Τάσος”.

 Και είπανε δυο λόγια. Και στο τέλος λέει:

“Τουλάχιστον, Χρήστο μου, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά”.

 Και νομίζω η καθημερινότητα του μακαριστού Αναστασίου κάπως έτσι ήτανε». 

(π. Σπυρίδων Τσιμούρης, πρωτοπρεσβύτερος, θεολόγος – σε εκπομπή «Ενορία εν δράσει», αφιέρωμα στον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Τυράννων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, 21-12-2025).

 Για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κυρό Αναστάσιο (Γιαννουλάτο) έχουν πει, λέγονται και θα λέγονται πάρα πολλά, τόσο για το μεγάλο επιστημονικό έργο του, όσο βεβαίως και για την ιεραποστολική και ποιμαντική διακονία του όπου βρέθηκε και εργάστηκε είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε τέλος στην Αλβανία. Άνθρωπος διεθνούς εμβέλειας, καταξιωμένος από κάθε είδους επίσημο φορέα: επιστημονικό, εκκλησιαστικό, διαθρησκειακό, μία προσωπικότητα πράγματι χαρισματική, κι όχι μόνο με την έννοια την πνευματικά ορθόδοξη, που «ανάγκασε» και ανθρώπους που τον γνώρισαν αλλά δεν ήταν της ίδιας «συχνότητας» με αυτόν να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο του και να ομολογήσουν την ανυπέρβλητη ανθρωπίνως μεγαλοσύνη του. Και δεν θα ήθελα να προσθέσω κι εγώ κάτι άλλο, μολονότι ευλογήθηκα, όπως και πάμπολλοι μαζί με εμένα, να τον έχω καθηγητή στο Πανεπιστήμιο επί διετία, να βρεθώ κοντά του στο σπίτι του παρέα με μικρή ομάδα συμφοιτητών μου, να συμφάγουμε, να συζητήσουμε, να μας μοιράσει έπειτα στις στάσεις των λεωφορείων για την επιστροφή στο σπίτι μας με το δικό του παλιό αυτοκίνητο – μία μικρή μετοχή στην ακτινοβολία της χάρης που εξέπεμπε το φωτεινό του πρόσωπο και ο εμπνευσμένος κατά πάντα λόγος του.

Δεν θα ήθελα λοιπόν να προσθέσω κάτι άλλο, άλλωστε καθένας που τον γνώρισε και τον έζησε, θα είχε πολλά να πει και να διηγηθεί. Ακόμα και για τις περιπτώσεις που δεχόταν την αρνητική κριτική, την εμπαθή δυστυχώς τις περισσότερες φορές, (γιατί κατανοεί κανείς ότι δεν είναι εύκολο να μην αναπτυχθεί η ζήλεια, το τόσο περιεκτικό αυτό πάθος, όταν γίνεται σύγκριση με τέτοιου είδους προσωπικότητα – νιώθεις τόσο νάνος μπροστά σ’ έναν γίγαντα), θα άκουγες την απάντηση: «Δεν πειράζει, είναι αναμενόμενο. Ο Θεός να τους ελεήσει. Εμείς θα κάνουμε αυτό που νομίζουμε σωστό». Θυμίζει – ας επιτραπεί η παρέκβαση – το περιστατικό όπου μία ομάδα προσκυνητών, προ αρκετών ετών, είχαμε βρεθεί στο Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης μάς κράτησε για φαγητό στη δική του τράπεζα. Και σε κάποια στιγμή κάποιος από τους συνδαιτυμόνες του έθεσε το ερώτημα: «Παναγιώτατε, κάποιοι σας αμφισβητούν και λένε διάφορα εναντίον σας. Τι λέτε γι’ αυτό;». Και θαυμάσαμε όλοι τη στάση και την απάντηση του Πατριάρχη μας. Χωρίς καμία έκπληξη, χωρίς να χάσει την ηρεμία του, με γαλήνιο τρόπο απάντησε: «Δουλειά τους αυτοί, δουλειά μας εμείς». Η απάντηση δηλαδή του ανθρώπου που έχει πλήρη αυτοσυνειδησία για το τι είναι και τι κάνει και η πορεία του καθορίζεται από το όραμα που τρέφεται από τον Ουρανό!

Στο προκείμενο τώρα, τη συνομιλία του μακαριστού Αναστασίου με τον εξίσου μακαριστό Χρήστο Γιανναρά. Έχουμε την εντύπωση πως αυτό που απεκάλυψε ο γνωστός, συμπαθής και λίαν αξιόλογος και αξιοσέβαστος πρωτοπρεσβύτερος π. Σπυρίδων για το περιεχόμενο της συνομιλίας των δύο σπουδαίων αυτών ανδρών, αποτελεί το «στίγμα» της ζωής και της όλης βιοτής του μακαριστού αρχιεπισκόπου. Αν δηλαδή ήθελε κανείς με έναν λόγο να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο, τον μεγάλο κατά πάντα Αναστάσιο, και να ερμηνεύσει την όλη πορεία του, είναι ακριβώς η φράση του – μία ομολογία πίστεως και αυτοσυνειδησίας: «Τουλάχιστον, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»

Τον Χριστό δηλαδή πίστευε ο μακαριστός, Αυτόν εμπιστευότανε σε κάθε επιμέρους διάσταση της ζωής του, Αυτός ήταν το κέντρο της ύπαρξής του, κάτω από το βλέμμα Του λειτουργούσε και δραστηριοποιείτο πάντοτε, Εκείνος νοηματοδοτούσε το οτιδήποτε, μικρό ή μεγάλο, έκανε. Ο Χριστός δεν ήταν το «περιθώριο» της ζωής του, δεν ήταν το διακοσμητικό στοιχείο του, έτσι να λέει ότι είναι χριστιανός – η πιο βροντερή φανέρωση της εκκοσμίκευσης ενός θεωρούμενου χριστιανού, δηλαδή της πρακτικής αθεΐας του! Η ομολογία του αυτή: «πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»  συνιστά υπομνηματισμό της προτροπής του αποστόλου Παύλου «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι η προτεραιότητά του δεν ήταν απλώς να κάνει έργα, δεν ήταν να κηρύσσει κατά περίπτωση το Ευαγγέλιο, δεν ήταν να κτίζει Εκκλησιές, δεν ήταν να οικοδομεί φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν ήταν να πηγαίνει από δω κι από κει κάνοντας τον ιεραπόστολο˙ αλλά να βρίσκεται στο πιο οριακό σημείο που υπάρχει στον κόσμο: εκεί που είναι το θέλημα του Χριστού προκειμένου Αυτόν να διακρατεί στη ζωή του. «Εμοί το ζην Χριστός» δηλαδή θα έλεγε κανείς και για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο. Τον Χριστό «αεί ανέπνεε» κατά το πατερικό λόγιο, Εκείνον ήθελε στη ζωή του, γι’ αυτό και με το «κυνηγητό» αυτό «μετανάστευε» όπου έβλεπε ότι Τον καλεί Εκείνος – είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε στην Αλβανία. Οπότε χωρίς την επισήμανση αυτή, την πιο καίρια και σημαντική όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του θα έμεναν μετέωρα. Γιατί έργο μπορεί να αφήσει κανείς, το ζητούμενο όμως πάντα είναι το κίνητρο, το ποιητικό αίτιο της κάθε ενέργειάς του – αυτό που θα ζητηθεί από τον Κύριο την ημέρα της κρίσεως.

Ο μακαριστός Αναστάσιος – το πιστεύουμε βαθύτατα – επειδή τον Χριστό είχε κέντρο της ζωής του, όπως είπαμε, είναι από εκείνους που αγάλλονται τώρα στη Βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος που ήταν ο έρωτας της ζωής του όσο βρισκόταν στον κόσμο τούτο, ο Ίδιος πολλαπλασίως πιστεύουμε ότι είναι και τώρα και πάντα. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, βεβαιωμένα από τα στοιχεία της ζωής του, ζούσε έχοντας ξεπεράσει και τον ίδιο τον θάνατο. Θα ήταν παντελώς ακατανόητη η ζωή και η δράση του χωρίς την παράμετρο αυτή, η οποία συνιστά το πιο δομικό στοιχείο της ύπαρξης ενός χριστιανού. Διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Και «εις τον θάνατον Αυτού εβαπτίσθημεν». Ο Αναστάσιος ήταν και είναι ένας από τους «συγγενείς» του Κυρίου μας. 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...