Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Απριλίου 17, 2014

ΣΥΣΤΑΥΡΟΥΜΕΝΟΙ ή ΑΝΑΣΤΑΥΡΟΥΝΤΕΣ ;



ΣΥΣΤΑΥΡΟΥΜΕΝΟΙ  ή  ΑΝΑΣΤΑΥΡΟΥΝΤΕΣ ;
π. Β. Σπηλιόπουλος
 
    Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας είναι αυτή που εκφράζει και υποστασιοποιεί την πίστη και το βίωμα Της.  Στη Λειτουργική ζωή ζει κανείς αυτό που διδάσκει η Εκκλησία, ζει τα ελπιζόμενα και επηγγελθέντα, ζει την ίδια την Βασιλεία του Θεού.  Ακριβώς για τον λόγο αυτό οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Θείοι Πατέρες, οι οποίοι ζούσαν το αυθεντικό Ορθόδοξο βίωμα, «έχτισαν» κατά τέτοιο τρόπο όλη την Λειτουργική Ζωή ώστε οι δυνάμενοι και βουλόμενοι να διδάσκονται, βιωματικά, το βίωμα αυτό.  Είναι, λοιπόν, θρασύ τόλμημα που αγγίζει τα όρια της βλασφημίας η οποιαδήποτε αυθαίρετη αλλαγή και επέμβαση συμβεί στις λειτουργικές διατάξεις.  Οποιαδήποτε αλλαγή δεν αλλοιώνει απλώς το τυπικό - τον τύπο αλλά αλλοιώνει το φρόνημα, το βίωμα, την πίστη, αυτό το ίδιο το Ευαγγέλιο.
«Εἰ γάρ ἐπιχειρήσαιμεν τά ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μή μεγάλην ἔχοντα τήν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἄν εἰς αὐτά τά καίρια ζημιοῦντες τό Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δέ εἰς ὄνομα ψιλόν περιϊστῶντες τό κήρυγμα» λέει ο Μ. Βασίλειος και ποιος μπορεί να τον αμφισβητήσει;
Δυστυχώς, όμως, μέσα στη λειτουργική ζωή παρεισφρέουν πολλές φορές στοιχεία τα οποία όχι μόνο είναι καινοφανή και καινοτόμα αλλά, πράγματι, αποδεικνύουν ότι η παραμικρή αλλαγή αλλοιώνει το Ορθόδοξο βίωμα.  Βέβαια μερικά από αυτά έχουν τόσο πολύ εδραιωθεί που η απομάκρυνσή τους θα δημιουργούσε μεγάλη αναστάτωση και αντιδράσεις καλό είναι όμως να τα γνωρίζουμε ούτως ώστε αφενός μεν να μην τα επεκτείνουμε, να μην τα διογκώνουμε ακόμα περισσότερο και αφετέρου, όπου και όποτε είναι δυνατόν, να τα απομακρύνουμε με διάκριση, κατήχηση και υπομονή.
Όσο κι αν ακουστεί περίεργο ένα από αυτά τα στοιχεία είναι η συνηθισμένη έξοδος του Εσταυρωμένου Κυρίου κατά τον Όρθρο της Μ. Παρασκευής που είθισται να τελείται στους ενοριακούς ναούς, κατ’ άκραν οικονομίαν και κατά παράβαση της τάξεως, το βράδυ της Μ. Πέμπτης. 
Η έξοδος αυτή και περιφορά του Εσταυρωμένου, που γίνεται μετά το πέμπτο ευαγγελικό ανάγνωσμα τελέσθηκε για πρώτη φορά το 1864 στον πατριαρχικό ναό και, όσο κι αν σήμερα θεωρείται δεδομένη, ασφαλώς χρειάστηκε πολλά χρόνια για να γενικευθεί ενώ στις περισσότερες Ιερές Μονές δεν τελείται μέχρι και σήμερα. 
Το πρώτο βασικό της πρόβλημα είναι αυτός ο ίδιος ο Εσταυρωμένος ο οποίος περισσότερο θυμίζει άγαλμα και πολύ λιγότερο εικόνα οπότε, όπως είναι ευνόητο, ήδη παραβιάζει και διδάσκει λανθασμένα περί των ιερών εικόνων, περί ζητήματος δηλαδή δογματικού. Είναι εντελώς νέο εφεύρημα που ήλθε να αντικαταστήσει τον Σταυρό, με τον ζωγραφισμένο όμως και όχι αποσπώμενο Σώμα του Κυρίου, που βρισκόταν στην κορυφή του εικονοστασίου-τέμπλου.  Είναι καλό να τα γνωρίζουμε αυτά, ακόμη κι αν δεν έχουμε την τόλμη να τα διορθώσουμε, ακριβώς διότι εσχάτως τον Εσταυρωμένο Κύριο ακολούθησε το άγαλμα του Νυμφίου, ή της Θεοτόκου και άλλων αγίων αποδεικνύοντας ότι το ένα λάθος πατά πάνω στο προηγούμενο.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι με την έξοδο αυτή έχουμε πιστή αναπαράσταση γεγονότων εν είδει θεάτρου γεγονός που απάδει προς την ορθόδοξη παράδοσηΚαι φυσικά και εδώ δεν λείπει η φαντασία ώστε την έξοδο του Εσταυρωμένου να ακολουθήσει η τελετή της Αποκαθηλώσεως, την οποία ακολούθησε ο ενταφιασμός του Σώματος, πολλές δε φορές με χέρια που κλείνουν προς τα μέσα, στον επιτάφιο αντί του κεντητού υφάσματος, που ακολούθησε η τέλεση της αποκαθήλωσης σε Όρη και σε βουνά ως παράσταση, που ακολούθησε ακόμη και η αναπαράσταση των παθών στις στάσεις της λιτανείας του επιταφίου.  Όλα τα παραπάνω, και άλλα που δεν γνωρίζουμε ή που αύριο θα εφεύρουν «ευρηματικοί» ιερείς προς συγκέντρωση πλήθους, γίνονται σε ορθόδοξους Ναούς, ακόμη και μονές, από Ορθοδόξους ιερείς που διδάσκουν μη ορθόδοξα τους πιστούς.
Ας δούμε όμως μερικές διατάξεις τυπικών και γνώμες σοβαρών λειτουργών επί του θέματος:
Στο ισχύον τυπικό του Βιολάκη, ένα από τα πιο καινοτόμα και λιγότερα αυστηρά, αναφέρεται ασφαλώς το τυπικό της εξόδου του Εσταυρωμένου αλλά σε υποσημείωση αναφέρονται τα παρακάτω:
«Ἐν τῶ πατιαρχικῶ ναῶ (ὡς καί ἐν Ἁγίω Ὅρει μέχρι τοῦδε) ἡ ἔξοδος αὕτη τοῦ Ἐσταυρωμένου οὐκ ἐγίνετο μέχρι τῆς πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας (1864), καθόσον οὔτε τό Τριώδιον σημειοῖ τοιαύτην τινά τάξιν, οὔτε τό ἀρχαῖον Τυπικόν ἤδη ὅμως καθιερώθη, οὕτως είπεῖν, καί ὁ λαός φαίνεται ποθῶν ἵνα εὐλαβῶς προσκυνήση τῆ ὥρα ταύτη τόν διά τάς ἡμετέρας ἁμαρτίας ἀναρτηθέντα ἐπί ξύλου τοῦ Σταυροῦ Θεάνθρωπον» (τυπικόν της του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Γεωργίο Βιολάκη, σελ. 404, ὑποσημείωση 1). 
Ας σημειωθεί εδώ ότι τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρει η υποσημείωση είναι αναμφισβήτητα ας μας επιτραπεί όμως να αμφισβητήσουμε το κατά πόσον είναι αδύνατη η επαναφορά στην κανονική τάξη και το κατά πόσο ο πιστός λαός επιθυμεί «ἵνα εύλαβῶς» προσκυνήσει. Δάκρυα συναισθηματικά που διαρκούν μερικά λεπτά και δεν οδηγούν στη μετάνοια και σε αλλαγή του βίου είναι πλάνη.  Ας σημειωθεί επίσης ότι, όπως είναι ευνόητο, παλαιότερες εκδόσεις του ιδίου τυπικού δεν αναφέρουν τίποτα απολύτως για την καινοφανή αυτή τελετή.
Ευνόητο, όμως, τυγχάνει και το γεγονός ότι κανένα παλιό τυπικό δεν αναφέρει το παραμικρό για την έξοδο του Εσταυρωμένου και κανένα παλαιό λειτουργικό βιβλίο.  Ειδικότερα το πρώτο τυπικό του αγίου Σάββα δε θα μπορούσε να γνωρίζει την λιτανεία αυτή.  Ας δούμε όμως τον υπέροχο σχολιασμό του π. Δοσιθέου, ηγουμένου της μονής Τατάρνης και ακραιφνή γνώστη του τυπικού αλλά και τηρητού , σχετικώς με το θέμα:
«…Εἰς τάς ἱερᾶς Μονάς δέον ὅπως παραφυλάττητται ἡ ἀρχαία τάξις.  Μία ἱερά εἰκών τῆς Σταυρώσεως εἰς τό προσκυνητάριον ἤ εἰς τό μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ.  Ἐξ’ ἄλλου εἰς τάς ἱεράς Μονάς δεν πρέπει ἵνα ὑπάρχη Ἐσταυρωμένος ὄπισθεν τῆς ἁγίας Τραπέζης, εἰ μή μόνον λιτανευτικός Σταυρό. Σημείωσαι δ’ ὅτι ἡ κοπή τοῦ Σώματος εἰς τό περίγραμμα αὐτοῦ δεν ἀντέχει εἰς ὀρθόδοξον κριτικήν, διότι ὀλίγον ἀπέχει τοῦ ἀγάλματος, ἐγγίζον τό εἴδωλον.  Ἄφες, σύ ὁ τυπικάρης, διά τούς τοῦ κόσμου ἐνοριακούς Ναούς τούς ἐξ’ ἀνθέων (πολλάκις πλαστικῶν) στεφάνους, τήν ὀχλοβοήν τῶν ἀνασταυρούντων καί τούς ψευδεῖς καί ἐπίπλαστους συναισθηματισμούς, τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα τῶν γυναικαρίων τῶν ἀεί ποτέ μανθανόντων καί οὐδέποτε εἰς εὐσέβειαν ἐλθεῖν δυναμένων.  Ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς τήν θεολογίαν τῶν τροπαρίων, εἰς τήν χαρμολύπην τῶν κανόνων καί εἰς τάς ἑεμηνείας τῶν ἀναγνωσεων» (Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, ἔκδοσις Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, σελ. 402).
Φρονούμε ότι ο πανοσιολογιότατος δεν θα μπορούσε να περιγράψει τόσο καλά και τόσο σύντομα την κατάσταση που προκαλεί και την αλλοίωση που εισάγει η καινοφανής αυτή λιτάνευση.  Φρονούμε επίσης, όσο κι αν ο πατήρ διακριτικά μόνον το δήλωσε και εμμέσως, ότι ασφαλώς ούτε σε ενοριακό Ναό αρμόζουν τα στεφάνια, οι βοές, τα ψεύτικα δάκρυα και τα συνακόλουθα και ευχόμαστε κάποτε να εκλείψουν.
Τέλος ας δούμε τι αναφέρει σχετικώς το Αγιορείτικο Τυπικόν της εκκλησιαστικής ακολουθίας, που εξέδωσαν για λογαριασμό του Ιερού Κελλίου Ευαγγελισμού Καρυών Αγίου Όρους οι εκδόσεις «Καστανιώτη». 
«Ἐκ τοῦ 1864 ἔτους τῆς Πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας, εἰσήχθη ἡ ἔξοδος „Ἐσταυρωμένου” εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καί εἰς τάς κατά τόπους Ἐκκλησίας - κατά μίμησιν ἴσως τῶν Δυτικῶν Λιτανειῶν Ἐσταυρωμένων ἀγαλμάτων.  Αὕτη ἡ τάξις ἐπικρατεῖ ἐσχάτως εἰς πολλάς μονάς, ὡς εἰς τό Πρωτάτον.  Πλην ὅμως ἡ συνήθεια αὕτη τῆς ἐξαιρετικῶς πομπώδους καί δραματικῆς ἐξόδου τοῦ Ἐσταυρωμένου σώματος, ἰδιαίτατα ὡς γίνεται σήμερον εἰς τάς ἐνορίας, ἀπάδει πρός τήν λιτότητα καί ἡγιασμένην ἁπλότητα τῆς Ὀρθοδοξίας». (σελ.216, υποσημείωση 32).  Καί βέβαια το ίδιο τυπικό τονίζει ότι, τουλάχιστον, σε όποιες μονές τελείται – κακώς - η  έξοδος του Εσταυρωμένου τελείται με σεβασμό και λιτότητα και δεν τελείται, ή δεν θα έπρεπε να τελείται, η αποκαθήλωση και τα υπόλοιπα δρώμενα.
Ας έχουμε λοιπόν υπόψιν το πόσο ξένα προς την ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και την εν γένει ορθόδοξη πνευματικότητα είναι όλα αυτά και ας προσπαθήσουμε αν όχι να διορθώσουμε τουλάχιστον να μην τα  αναπαράγουμε, προσθέτοντας και άλλα, μεγαλώνοντας  την απόσταση από γνήσιο ορθόδοξο λειτουργικό βίωμα.  Ας τελούνται απλά και αθόρυβα.
 
Πηγές φωτογραφιών:        1 2 3 4 5 6


 πηγή

Πέμπτη, Απριλίου 10, 2014

ΣΥΣΤΑΥΡΟΥΜΕΝΟΙ ή ΑΝΑΣΤΑΥΡΟΥΝΤΕΣ ;



π. Β. Σπηλιόπουλος

    Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας είναι αυτή που εκφράζει και υποστασιοποιεί την πίστη και το βίωμα Της.  Στη Λειτουργική ζωή ζει κανείς αυτό που διδάσκει η Εκκλησία, ζει τα ελπιζόμενα και επηγγελθέντα, ζει την ίδια την Βασιλεία του Θεού.  Ακριβώς για τον λόγο αυτό οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Θείοι Πατέρες, οι οποίοι ζούσαν το αυθεντικό Ορθόδοξο βίωμα, «έχτισαν» κατά τέτοιο τρόπο όλη την Λειτουργική Ζωή ώστε οι δυνάμενοι και βουλόμενοι να διδάσκονται, βιωματικά, το βίωμα αυτό.  Είναι, λοιπόν, θρασύ τόλμημα που αγγίζει τα όρια της βλασφημίας η οποιαδήποτε αυθαίρετη αλλαγή και επέμβαση συμβεί στις λειτουργικές διατάξεις.  Οποιαδήποτε αλλαγή δεν αλλοιώνει απλώς το τυπικό - τον τύπο αλλά αλλοιώνει το φρόνημα, το βίωμα, την πίστη, αυτό το ίδιο το Ευαγγέλιο.
«Εἰ γάρ ἐπιχειρήσαιμεν τά ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μή μεγάλην ἔχοντα τήν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἄν εἰς αὐτά τά καίρια ζημιοῦντες τό Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δέ εἰς ὄνομα ψιλόν περιϊστῶντες τό κήρυγμα» λέει ο Μ. Βασίλειος και ποιος μπορεί να τον αμφισβητήσει;
Δυστυχώς, όμως, μέσα στη λειτουργική ζωή παρεισφρέουν πολλές φορές στοιχεία τα οποία όχι μόνο είναι καινοφανή και καινοτόμα αλλά, πράγματι, αποδεικνύουν ότι η παραμικρή αλλαγή αλλοιώνει το Ορθόδοξο βίωμα.  Βέβαια μερικά από αυτά έχουν τόσο πολύ εδραιωθεί που η απομάκρυνσή τους θα δημιουργούσε μεγάλη αναστάτωση και αντιδράσεις καλό είναι όμως να τα γνωρίζουμε ούτως ώστε αφενός μεν να μην τα επεκτείνουμε, να μην τα διογκώνουμε ακόμα περισσότερο και αφετέρου, όπου και όποτε είναι δυνατόν, να τα απομακρύνουμε με διάκριση, κατήχηση και υπομονή.
Όσο κι αν ακουστεί περίεργο ένα από αυτά τα στοιχεία είναι η συνηθισμένη έξοδος του Εσταυρωμένου Κυρίου κατά τον Όρθρο της Μ. Παρασκευής που είθισται να τελείται στους ενοριακούς ναούς, κατ’ άκραν οικονομίαν και κατά παράβαση της τάξεως, το βράδυ της Μ. Πέμπτης. 
Η έξοδος αυτή και περιφορά του Εσταυρωμένου, που γίνεται μετά το πέμπτο ευαγγελικό ανάγνωσμα τελέσθηκε για πρώτη φορά το 1864 στον πατριαρχικό ναό και, όσο κι αν σήμερα θεωρείται δεδομένη, ασφαλώς χρειάστηκε πολλά χρόνια για να γενικευθεί ενώ στις περισσότερες Ιερές Μονές δεν τελείται μέχρι και σήμερα. 
Το πρώτο βασικό της πρόβλημα είναι αυτός ο ίδιος ο Εσταυρωμένος ο οποίος περισσότερο θυμίζει άγαλμα και πολύ λιγότερο εικόνα οπότε, όπως είναι ευνόητο, ήδη παραβιάζει και διδάσκει λανθασμένα περί των ιερών εικόνων, περί ζητήματος δηλαδή δογματικού. Είναι εντελώς νέο εφεύρημα που ήλθε να αντικαταστήσει τον Σταυρό, με τον ζωγραφισμένο όμως και όχι αποσπώμενο Σώμα του Κυρίου, που βρισκόταν στην κορυφή του εικονοστασίου-τέμπλου.  Είναι καλό να τα γνωρίζουμε αυτά, ακόμη κι αν δεν έχουμε την τόλμη να τα διορθώσουμε, ακριβώς διότι εσχάτως τον Εσταυρωμένο Κύριο ακολούθησε το άγαλμα του Νυμφίου, ή της Θεοτόκου και άλλων αγίων αποδεικνύοντας ότι το ένα λάθος πατά πάνω στο προηγούμενο.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι με την έξοδο αυτή έχουμε πιστή αναπαράσταση γεγονότων εν είδει θεάτρου γεγονός που απάδει προς την ορθόδοξη παράδοσηΚαι φυσικά και εδώ δεν λείπει η φαντασία ώστε την έξοδο του Εσταυρωμένου να ακολουθήσει η τελετή της Αποκαθηλώσεως, την οποία ακολούθησε ο ενταφιασμός του Σώματος, πολλές δε φορές με χέρια που κλείνουν προς τα μέσα, στον επιτάφιο αντί του κεντητού υφάσματος, που ακολούθησε η τέλεση της αποκαθήλωσης σε Όρη και σε βουνά ως παράσταση, που ακολούθησε ακόμη και η αναπαράσταση των παθών στις στάσεις της λιτανείας του επιταφίου.  Όλα τα παραπάνω, και άλλα που δεν γνωρίζουμε ή που αύριο θα εφεύρουν «ευρηματικοί» ιερείς προς συγκέντρωση πλήθους, γίνονται σε ορθόδοξους Ναούς, ακόμη και μονές, από Ορθοδόξους ιερείς που διδάσκουν μη ορθόδοξα τους πιστούς.
Ας δούμε όμως μερικές διατάξεις τυπικών και γνώμες σοβαρών λειτουργών επί του θέματος:
Στο ισχύον τυπικό του Βιολάκη, ένα από τα πιο καινοτόμα και λιγότερα αυστηρά, αναφέρεται ασφαλώς το τυπικό της εξόδου του Εσταυρωμένου αλλά σε υποσημείωση αναφέρονται τα παρακάτω:
«Ἐν τῶ πατιαρχικῶ ναῶ (ὡς καί ἐν Ἁγίω Ὅρει μέχρι τοῦδε) ἡ ἔξοδος αὕτη τοῦ Ἐσταυρωμένου οὐκ ἐγίνετο μέχρι τῆς πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας (1864), καθόσον οὔτε τό Τριώδιον σημειοῖ τοιαύτην τινά τάξιν, οὔτε τό ἀρχαῖον Τυπικόν ἤδη ὅμως καθιερώθη, οὕτως είπεῖν, καί ὁ λαός φαίνεται ποθῶν ἵνα εὐλαβῶς προσκυνήση τῆ ὥρα ταύτη τόν διά τάς ἡμετέρας ἁμαρτίας ἀναρτηθέντα ἐπί ξύλου τοῦ Σταυροῦ Θεάνθρωπον» (τυπικόν της του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Γεωργίο Βιολάκη, σελ. 404, ὑποσημείωση 1). 
Ας σημειωθεί εδώ ότι τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρει η υποσημείωση είναι αναμφισβήτητα ας μας επιτραπεί όμως να αμφισβητήσουμε το κατά πόσον είναι αδύνατη η επαναφορά στην κανονική τάξη και το κατά πόσο ο πιστός λαός επιθυμεί «ἵνα εύλαβῶς» προσκυνήσει. Δάκρυα συναισθηματικά που διαρκούν μερικά λεπτά και δεν οδηγούν στη μετάνοια και σε αλλαγή του βίου είναι πλάνη.  Ας σημειωθεί επίσης ότι, όπως είναι ευνόητο, παλαιότερες εκδόσεις του ιδίου τυπικού δεν αναφέρουν τίποτα απολύτως για την καινοφανή αυτή τελετή.
Ευνόητο, όμως, τυγχάνει και το γεγονός ότι κανένα παλιό τυπικό δεν αναφέρει το παραμικρό για την έξοδο του Εσταυρωμένου και κανένα παλαιό λειτουργικό βιβλίο.  Ειδικότερα το πρώτο τυπικό του αγίου Σάββα δε θα μπορούσε να γνωρίζει την λιτανεία αυτή.  Ας δούμε όμως τον υπέροχο σχολιασμό του π. Δοσιθέου, ηγουμένου της μονής Τατάρνης και ακραιφνή γνώστη του τυπικού αλλά και τηρητού , σχετικώς με το θέμα:
«…Εἰς τάς ἱερᾶς Μονάς δέον ὅπως παραφυλάττητται ἡ ἀρχαία τάξις.  Μία ἱερά εἰκών τῆς Σταυρώσεως εἰς τό προσκυνητάριον ἤ εἰς τό μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ.  Ἐξ’ ἄλλου εἰς τάς ἱεράς Μονάς δεν πρέπει ἵνα ὑπάρχη Ἐσταυρωμένος ὄπισθεν τῆς ἁγίας Τραπέζης, εἰ μή μόνον λιτανευτικός Σταυρό. Σημείωσαι δ’ ὅτι ἡ κοπή τοῦ Σώματος εἰς τό περίγραμμα αὐτοῦ δεν ἀντέχει εἰς ὀρθόδοξον κριτικήν, διότι ὀλίγον ἀπέχει τοῦ ἀγάλματος, ἐγγίζον τό εἴδωλον.  Ἄφες, σύ ὁ τυπικάρης, διά τούς τοῦ κόσμου ἐνοριακούς Ναούς τούς ἐξ’ ἀνθέων (πολλάκις πλαστικῶν) στεφάνους, τήν ὀχλοβοήν τῶν ἀνασταυρούντων καί τούς ψευδεῖς καί ἐπίπλαστους συναισθηματισμούς, τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα τῶν γυναικαρίων τῶν ἀεί ποτέ μανθανόντων καί οὐδέποτε εἰς εὐσέβειαν ἐλθεῖν δυναμένων.  Ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς τήν θεολογίαν τῶν τροπαρίων, εἰς τήν χαρμολύπην τῶν κανόνων καί εἰς τάς ἑεμηνείας τῶν ἀναγνωσεων» (Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, ἔκδοσις Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, σελ. 402).
Φρονούμε ότι ο πανοσιολογιότατος δεν θα μπορούσε να περιγράψει τόσο καλά και τόσο σύντομα την κατάσταση που προκαλεί και την αλλοίωση που εισάγει η καινοφανής αυτή λιτάνευση.  Φρονούμε επίσης, όσο κι αν ο πατήρ διακριτικά μόνον το δήλωσε και εμμέσως, ότι ασφαλώς ούτε σε ενοριακό Ναό αρμόζουν τα στεφάνια, οι βοές, τα ψεύτικα δάκρυα και τα συνακόλουθα και ευχόμαστε κάποτε να εκλείψουν.
Τέλος ας δούμε τι αναφέρει σχετικώς το Αγιορείτικο Τυπικόν της εκκλησιαστικής ακολουθίας, που εξέδωσαν για λογαριασμό του Ιερού Κελλίου Ευαγγελισμού Καρυών Αγίου Όρους οι εκδόσεις «Καστανιώτη». 
«Ἐκ τοῦ 1864 ἔτους τῆς Πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας, εἰσήχθη ἡ ἔξοδος „Ἐσταυρωμένου” εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καί εἰς τάς κατά τόπους Ἐκκλησίας - κατά μίμησιν ἴσως τῶν Δυτικῶν Λιτανειῶν Ἐσταυρωμένων ἀγαλμάτων.  Αὕτη ἡ τάξις ἐπικρατεῖ ἐσχάτως εἰς πολλάς μονάς, ὡς εἰς τό Πρωτάτον.  Πλην ὅμως ἡ συνήθεια αὕτη τῆς ἐξαιρετικῶς πομπώδους καί δραματικῆς ἐξόδου τοῦ Ἐσταυρωμένου σώματος, ἰδιαίτατα ὡς γίνεται σήμερον εἰς τάς ἐνορίας, ἀπάδει πρός τήν λιτότητα καί ἡγιασμένην ἁπλότητα τῆς Ὀρθοδοξίας». (σελ.216, υποσημείωση 32).  Καί βέβαια το ίδιο τυπικό τονίζει ότι, τουλάχιστον, σε όποιες μονές τελείται – κακώς - η  έξοδος του Εσταυρωμένου τελείται με σεβασμό και λιτότητα και δεν τελείται, ή δεν θα έπρεπε να τελείται, η αποκαθήλωση και τα υπόλοιπα δρώμενα.
Ας έχουμε λοιπόν υπόψιν το πόσο ξένα προς την ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και την εν γένει ορθόδοξη πνευματικότητα είναι όλα αυτά και ας προσπαθήσουμε αν όχι να διορθώσουμε τουλάχιστον να μην τα  αναπαράγουμε, προσθέτοντας και άλλα, μεγαλώνοντας  την απόσταση από γνήσιο ορθόδοξο λειτουργικό βίωμα.  Ας τελούνται απλά και αθόρυβα.
πηγή το είδαμε εδώ

Κυριακή, Δεκεμβρίου 29, 2013

Οἱ "Δούρειοι ἵπποι" πλήθυναν, αλλά κάποιοι μιλάνε ΑΚΟΜΑ για αναμονὴ "ἄχρι καιροῦ". Ξέχασαν το "Γρηγορείτε" του Κυρίου!


Πρεσβυτέρου Βασιλείου Σπηλιοπούλου




Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ:
Ο Δούρειος ίππος της Λειτουργικής Αναγεννήσεως;

Τά τελευταῖα χρόνια ὅλο καί συχνότερα, ὅλο καί ἀπό περισσότερους ἱερεῖς τελεῖται ἡ λεγομένη Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.  

 Ἡ τέλεση τῆς Λειτουργίας αὐτῆς καί ἡ ξαφνική της ἐμφάνιση στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας ἀφ’ ἑνός μέν καταδεικνύει τό ἐκκοσμικευμένο πνεῦμα πού διακατέχει πολλούς κληρικούς καί ἀφ’ ἑτέρου ἐξυπηρετεῖ κατά τόν καλύτερο τρόπο, τά σχέδια τῶν «ἀνανεωτῶν» τῆς Λειτουργικῆς μας ζωῆς, τῶν αὐτοκλήτων σωτήρων τῆς Ἐκκλησίας.  

Τό σχέδιο εἶναι ἁπλό:  ἡ Λειτουργία αὐτή «βαπτίζεται» ἀπό τούς ἀνανεωτές ὡς «ἀρχαιοπρεπής».  

Ὅταν ὅμως τελεῖται, τελεῖται μέ τόν τρόπο πού ὁραματίζονται οἱ «ἀνανεωτές», ὁπότε ὁ πιστός λαός, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐνθουσιάζεται μέ τήν πρωτοτυπία καί τά ἐφέ, συμπεραίνει, ἐντελῶς ἐσφαλμένα, ὅτι ὁ συγκεκριμένος τρόπος τελέσεως εἶναι ὁ «ἀρχαιοπρεπής» καί ἄρα ὁ παραδοσιακός.  Αὐτό ἔχει ὡς συνέπεια νά ζητᾶ ἀπό τούς Ἱερεῖς νά λειτουργοῦν ἔτσι καί ὅταν τελοῦν τίς Λειτουργίες τῶν ἁγίων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Βασιλείου.  

Εἶναι, ὅμως, ὄντως ἔτσι τά πράγματα;  
Μπορεῖ ὁ καθένας νά τελεῖ ὅποια Λειτουργία θέλει καί ὅπως θέλει;  

Ἄς τό δοῦμε ἀναλυτικά.

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στήν ὑποσημείωσή του στόν 32ο κανόνα τῆς ΣΤ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μᾶς παρέχει μιά πολύ ἐνδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά μέ τό πόσο «κανονική», πόσο σύμφωνη δηλαδή μέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί ἄρα πόσο δεκτή ἤ ὄχι, εἶναι ἡ Λειτουργία αὐτή.  Μολονότι, λοιπόν, ὁ ἅγιος λέει ὅτι ἡ Λειτουργία αὐτή «εἶναι δεκτή», λέει ὅμως ἐπίσης ὅτι «ἠπράκτησε».  Λίγο μάλιστα πιό κάτω ὁμολογεῖ ὅτι κατά τόν Μανουήλ Μαλαξό ἡ Λειτουργία αὐτή ἠπράκτησε ἀπό τούς καιρούς τοῦ Μ. Βασιλείου.  Γιατί, λοιπόν, ἡ ξαφνική προσπάθεια ἐπαναφορᾶς μιᾶς Λειτουργίας τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἀπέρριψε;
Προφανῶς γιά ὑπόπτους λόγους.  Ἄς σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι στή χώρα μας ἡ Λειτουργία αὐτή τελέστηκε γιά πρώτη φορά τό 1894 ἀπό τόν Μητροπολίτη Ζακύνθου Διονύσιο Λάτα, στήν τελετή ἐνηλικιώσεως τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου.  Τελέστηκε συνεπῶς ὡς ἕνα ἐκκλησιαστικό ὑπερθέαμα ἐνώπιον τῶν παρευρισκομένων «γαλαζοαίματων».  Γιά τούς ἴδιους ὅμως λόγους, γιά τόν ἐντυπωσιασμό δηλαδή τῶν πιστῶν, τελεῖται καί σήμερα καί γι’ αὐτό ὁσάκις τελεῖται διαφημίζεται καί δεόντως.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος χρησιμοποιεῖ καί τή μαρτυρία τοῦ Βαλσαμῶνος, στόν ὁποῖο βασίστηκε γιά τήν συγγραφή τοῦ «Πηδαλίου».  Ἄς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος ὁ Βαλσαμών γιά τή Λειτουργία αὐτή, ὅταν ἐρωτᾶται ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μάρκο ἄν οἱ Λειτουργίες πού λέγεται ὅτι εγράφησαν ἀπό τους Ἀποστόλους Μάρκο καί Ἰάκωβο εἶναι δεκτές:
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπαντᾶ ὁ Βαλσαμών, γράφοντας προς τούς Κορινθίους λέει «ἀδελφοί παρακαλῶ ὑμᾶς, δι’ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες, καί μή ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῶ αὐτῷ νοΐ, καί ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ».  Λέμε ,λοιπόν, πώς οὔτε ἀπό συνοδικό κανόνα μάθαμε γιά Λειτουργία τοῦ Μάρκου, μόνο δε ὁ 32ος τῆς ἐν Τρούλῳ λέει πώς ἔχει συντεθεῖ Λειτουργία ὑπό τοῦ ἁγίου Ἰακώβου.  Ὅμως, ὁ 85ος τῶν ἁγίωνἈποστόλων καί ὁ 39ος  τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, ἀπαριθμῶντας τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί τά ἀποστολικά, δέν ἀναφέρουν Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἤ τοῦ ἁγίου Μάρκου.  Ἀλλά καί ἡ Καθολική Ἐκκλησία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου δέν τίς γνωρίζει καθόλου.  Νομίζουμε λοιπόν, καταλήγει ὁ Βαλσαμών, ὅτι δέν εἶναι δεκτές διότι καί ἄν ἀκόμαἔχουν γραφεῖ, περιέπεσαν σέ πλήρη ἀπραξία ὅπως κι ἄλλα πολλά.  Αὐτό φαίνεται ἀπό τον 85ο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τόν 2ο  τῆς ἐν Τρούλῳ.  Ὁ μέν ἀποστολικός ὁρίζει γιά τίς δύο ἐπιστολές τοῦ Κλήμεντος καί τίς διαταγές τῶν ὀκτώ βιβλίων αὐτοῦ νά ἀναγινώσκονται ἀλλά νά μή δημοσιεύονται, γιά τά μυστικά πού περιέχουν, ὁ δέ  2ος τῆς ἐν Τρούλῳ θέλει οὔτε νάἀναγινώσκονται ἐξ αἰτίας τῶν νοθεύσεων ἀπό τούς ἑτεροδόξους.  Γι’  αὐτό ὀφείλουν ὅλες οἱ τοπικές Ἐκκλησίες νάἀκολουθοῦν τό παράδειγμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί νά ἱερουργοῦν κατά τίς παραδόσεις τῶν ΠατέρωνἸωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Βασιλείου τοῦ Μεγάλου.  Διότι λέει τό 51ο κεφάλαιο το 1ου τίτλου, το 2ου βιβλίου τν βασιλικν[1] τι γιά σα θέματα δέν πάρχει νόμος νά κολουθεται  παράδοση τς Νέας Ρώμης»[2]. (ἐλεύθερη ἀπόδοση)
Γεννᾶται λοιπόν τό ἐρώτημα: ἄν ἡ Λειτουργία αὐτή δέν ἔγινε δεκτή, λόγῳ νοθεύσεώς της ἀπό χέρια ἑτεροδόξων, τό 12ο αἰῶνα – τότε ἔζησε ὁ Βαλσαμών – πόσο πιό ἄδεκτη καθίσταται σήμερα καί πόσο πιό νοθευμένη πρέπει νά θεωρεῖται;  Ἐξ ἄλλου ὁ Βαλσαμών μᾶς παρέχει καί μιά ἄλλη σχετική πληροφορία στήν ἑρμηνεία του στόν 32ο κανόνα τῆς ἐν Τρούλῳ ὅπου λέει :  «σημείωσαι, ὅτι ἀπό μόνο τοῦ παρόντος κανόνος φαίνεται τήν θεία ἱεροτελεστίαν παραδοθῆναι καί ὑπό τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, πρώτως ἐπισκοπεύσαντος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ἥτις τέως παρ’ ἡμῖν οὐδέ εὐρίσκεται, οὐδέ γιγνώσκεται ὡς ἀπρακτήσασα»[3]   (ἡ ὑπογράμμιση δική μας).  Στή συνέχεια μάλιστα μᾶς δίνει τήν πολυτιμότατη πληροφορία πώς ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας βρέθηκε στήν Πόλη καί ζήτησε νά τελέσει τήν Λειτουργία τοῦ Μάρκου δέν τό ἔπραξε «ἀρκεσθέντων πάντων τῆ καταθέσει καί μόνῃ τοῦ Πατριάρχου, εἰπόντος μηκέτι τοῦτο ποιῆσαι[4]».  Ἰδού ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἰδού ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες.  Ὁ ἕνας Πατριάρχης ἀρνεῖται τήν «ἀνανέωση» χωρίς τό κόμπλεξ νά χαρακτηριστεῖ φανατικός καί χωρίς νά ὑποχωρήσει γιά λόγους ψευδοευγένειας καί ψευδοταπείνωσης καί ὁ ἄλλος ὑπακούει ταπεινά χωρίς ἀμφισβητήσεις καί ψευτοεπιχειρηματολογία, χωρίς δεύτερη κουβέντα.  Ἀξιοσημείωτη πάντως εἶναι ἡ ἀμφιβολία πού ὑπάρχει καί στα δύο παραπάνω κείμενα σχετικά μέ τους συγγραφεῖς τῶν Λειτουργιῶν Μάρκου – Ἰακώβου. Ποιά εἶναι, ὅμως, τά «ἐκσυγχρονιστικά» ἤ «ἀρχαιοπρεπῆ» σημεῖα τῆς Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου;


ΘΕΣΗ  ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

Τή Λειτουργία αὐτή συνηθίζουν νά τελοῦν ὄχι πάνω στήν καθιερωμένη καί καθαγιασμένη ἁγία Τράπεζα, ἀλλά σέ ἕνα τραπέζι πού τοποθετεῖται στή μέση τοῦ Ναοῦ.  Ἡ πράξη αὐτή εἶναι ἀντίθετη ἀσφαλῶς μέ τήν Ἱερά Παράδοσή μας καί τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.  Εἶναι ὅμως μακροχρόνιο αἴτημα μερικῶν δυτικοσπουδασμένων «καθηγητῶν», κληρικῶν καί λαϊκῶν (π.Βασίλειος Θερμός[5], π.Δημήτριος Τζέρπος[6], κος Πέτρος Βασιλειάδης[7] κ.α), πού ἐπίμονα ζητοῦν τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου καί συνεπῶς τήν διάκριση τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.
Ὁ 69ος ὅμως Κανόνας τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ξεκαθαρίζει ὅτι τό ἅγιο Βῆμα εἶναι προορισμένο μόνο γιά τούς κληρικούς.  Ὁ ἅγιος Νικόδημος, μάλιστα, στή 1η του ὑποσημείωση στόν παραπάνω Κανόνα προτρέπει: «ἐντεῦθεν ἄς παρακινηθοῦν οἱ  ἱερεῖς καί πνευματικοί νά ἀποκόψουν τήν παράνομον συνήθειαν, ὅπου ἐπικρατεῖ εἰς πολλούς τόπους, τό νά εἰσέρχωνται λέγω, λαϊκοί μέσα εἰς τό ἅγιον βῆμα, ἥτις [συνήθεια] μή διακρίνουσα ἱερεῖς ἀπό λαϊκούς, κάμνει νά πίπτουν οἱ λαϊκοί ὑποκάτω εἰς τήν ποινήν τοῦ βασιλέως Ἄχαζ…»[8].  Ἄν μέ τήν εἴσοδο τῶν λαϊκῶν στό ἅγιο Βῆμα καταργεῖται ἡ διάκριση τῶν χαρισμάτων, πόσο πιό εὔκολα μπορεῖ νά πεῖ κανείς ὅτι καταργεῖται μέ τήν ὁλοκληρωτική ἐξαφάνιση τῆς διάκρισης τοῦ Βήματος, τήν ἰσοπέδωση τοῦ τριμεροῦς Ναοῦ, πού ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὑφίσταται, καί τήν παροχή δυνατότητος σέ ὅλους, ἄνδρες, παιδιά καί γυναῖκες, νά βλέπουν ἀπό ἀπόσταση ἀναπνοῆς ὅσα ὁ Θεός ἔδωσε στούς ἱερεῖς νά τελοῦν;

Κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης «τό μέν ἅγιο βῆμα τά ἅγια τῶν ἁγίων εἰκονίζει, τά ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν καί αὐτόν τόν οὐρανόν,۠ ἡ δε ἁγία τράπεζα τόν θρόνον τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τό σεβάσμιον μνῆμα…»[9].  Καί συνεχίζει «ὅταν δέ ἱεροτελῶμεν ἔσωθεν τοῦ ναοῦ καί μάλιστα τήν φρικτήν ἱερουργίαν, τότε τό μέν θυσιαστήριον τύπον ἔχει οὐρανοῦ, ὁ δε ναός τά περίγεια σημαίνει…»[10].  Τό τέμπλο ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τήν σημερινή μορφή ἀπό τον 5ο κιόλας αἰῶνα, ἐνῶ πολύ νωρίτερα ὑπῆρχε ὡς χαμηλό τέμπλο.  Σκοπός του δέν εἶναι ἁπλῶς νά κρύψει ἀλλά ἔχει πολύ βαθύ θεολογικό χαρακτήρα ἀφοῦ διδάσκει τούς πιστούς ὅτι ὁ Χριστός δέν ἐπιδεικνύεται ἀλλά μετέχεται, ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία δέν εἶναι θέαμα  ἀλλά μετοχή.
Εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικό νά ἀναφέρουμε, γιά νά φανεῖ πόσο ἀπομακρυσμένη ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση καί πόσο ἀθεολόγητη εἶναι ἡ κατάργηση τοῦ Βήματος, ὅτι ἀπό πολύ νωρίς ὄχι μόνο ὑπῆρχε τό τέμπλο, ἀλλά καί ὅτι μετά τήν Μεγάλη Εἴσοδο ἔκλειναν τά Βημόθυρα, παράδοση πού τηρεῖται μέχρι καί σήμερα στό Ἅγιον Ὅρος, σέ ἄλλες μονές, καί σέ μερικές ἐνορίες.  Τηρεῖται ἐπίσης σέ ὅλες τίς ἐνορίες κατά τήν τέλεση τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας τή Μ. Τεσσαρακοστή.  Kλείονται δέ τά βημόθυρα ὥστε, κατά τον ἅγιο Χρυσόστομο, «ὄταν ἴδῃς ἀνελκόμενα τά ἀμφίθυρα, τότε νόμισον διαστέλλεσθαι τόν οὐρανόν ἄνωθεν, καί κατιέναι τούς ἀγγέλους»[11].  Οἱ πιστοί, λοιπόν, προετοιμάζονται γιά τήν ὥρα τῆς Ἀποκαλύψεως, γιά τήν ὥρα πού θά ἐμφανισθεῖ ὁ Χριστός στήν Πύλη καί θά τούς  καλέσει σέ κοινωνία.
Δυστυχῶς ὅμως, καί ἄν ἀκόμα ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τελεσθεῖ ἐπί τῆς κανονικῆς Ἁγίας Τραπέζης ἡ θέση της δέν παραμένει ἡ ὀρθή καί παραδεδομένη ἀλλά ἀντιστρέφεται, ὥστε ὁ λειτουργός ἱερεύς νά κοιτᾶ προς τόν λαό, ὅπως γίνεται καί στούς παπικούς.  Ἡ πράξη αὐτή μᾶς ἀνάγει ἀπ’ εὐθείας στήν πρό τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος τέλεση τῶν ἐξορκισμῶν, ὅπου ὁ ἀνάδοχος ἀποτάσσεται τό Σατανᾶ καί ὅλες του τίς ἐνέργειες στρεφόμενος πρός την Δύση καί συντάσσεται μέ τό Χριστό, ἐκπροσωπώντας τό νήπιο, στρεφόμενος πρός τήν Ἀνατολή.  Ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ τόν Διάβολο στή Δύση.  Δυστυχῶς πρός τή Δύση στρέφεται καί ὁ καινοτόμος Λειτουργός τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου, καί ὄχι πρός τόν Χριστό.  Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ΗΛΙΟΣ τῆς Δικαιοσύνης πού ἔρχεται γιά νά φωτίσει καί θερμάνει, «τοποθετεῖται» στήν Ἀνατολή καί αὐτό εἶναι παράδοση ἀποστολική, ὄπως φαίνεται ἀπό τόν λόγο τοῦ Μ. Βασιλείου «Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ὅπου λέει ὅτι «τούτου χάριν πάντες μέν ὁρῶμεν κατά ἀνατολάς ἐπί τῶν προσευχῶν, ὀλίγοι δέ ἴσμεν ὅτι τήν ἀρχαία ἐπιζητοῦμεν πατρίδα, τόν παράδεισον, ὅν ἐφύτευσεν ὁ Θεός ἐν Ἐδέμ, κατά ἀνατολάς»[12].  Ὅταν, βέβαια, καταπατοῦμε τόσο μακραίωνες παραδόσεις γιά νά «καταξιωθοῦμε» στα μάτια τοῦ κόσμου, ὅταν τό μόνο πού μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ αὐτοπροβολή, τότε σίγουρα πρέπει πρός τή Δύση νά στρεφόμεθα, διότι μόνον ὁ ἄρχοντας αὐτῆς μπορεῖ νά ἰκανοποιήσει τέτοιες ἀνάγκες.  Ὁ Χριστός μᾶς ἔχει ξεκαθαρίσει ὅτι «εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ γινώσκεται ὅτι ἐμέ πρῶτον μεμίσηκε.  Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἄν τό ἴδιον ἐφίλει»(Ἰωάν. ΙΕ, 18)

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΥΧΩΝ[13]

Μιά ἄλλη καινοτομία, ζητούμενη ἀπό τους ἀνανεωτές, πού εἰσάγεται μέ τήν «ἀρχαιοπρεπή» Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εἶναι ἡ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας.  Ἀκόμα καί κληρικοί πού διαβάζουν μυστικῶς τίς εὐχές στή Θ. Λειτουργία, κατά τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου παρασύρονται ἀπό τήν πρωτοτυπία καί ἀπαγγέλουν τίς εὐχές γιά νά συγκινηθεῖ καί ἐντυπωσιαστεῖ περισσότερο ὁ κόσμος.  Οἱ εὐχές ὅμως τῆς Λειτουργίας διαβάζονταν μυστικῶς ἀπό τον πρῶτο αἰῶνα μέχρι καί σήμερα.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος στή μελέτη του «Περί τῶν ἱερῶν μνημοσύνων» φανερώνει τή μυστική ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν παραπέμποντας στόν ἅγιο Διονύσιο, μαθητή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Τάς μυστικάς εὐχάς καί εὐλογίας, τάς ἐπικλήσεις τάς ἁγιαστικάς καί τελειωτικάς τῶν μυστηρίων ἐξ ἀγράφου παραδόσεως ἐν τῶ Ζ΄ Κεφαλαίῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας λέγει εἶναι – τάς δε τελεστικάς ἐπικλήσεις οὐ θεμιτόν ἐν γραφαῖς ἐφερμηνεύειν, οὔτε τό μυστικόν αὐτῶν, ἤ τάς ἐνεργουμένας ἐκ Θεοῦ δυνάμεις, ἐκ τοῦ κρυφίου προς τό κοινόν ἐξάγειν, ἀλλ’ ὡς ἡ καθ’ ἡμᾶς ἱερά παράδοσις ἔχει, ταῖς ἀνεκπομπεύτοις μυήσεσιν αὐτάς ἐκμαθών»[14].  Ἀπό τόν ἀρχαιότατο ἅγιο Διονύσιο μέχρι τον σύγχρονο ἅγιο Νεκτάριο ἡ Ἐκκλησία δέν συζητοῦσε τό θέμα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, διότι ἡ μυστική ἀνάγνωση ἦταν αὐτονόητη, ἀφοῦ ὅλοι σέβονταν αὐτό πού παρέλαβαν ἀπό τούς προηγουμένους μέ ἁπλότητα καί ταπείνωση χωρίς νά τό κρίνουν καί νά πολυπραγμονοῦν.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, στό Πηδάλιο λέει ἀκριβῶς τά ἴδια παραπέμποντας καί αὐτός στόν ἅγιο Διονύσιο καί συμπεραίνει ὅτι «…ὅθεν ἡ πράξις τῆς Ἐκκλησίας ἀείποτε μυστικῶς, καί οὐχ ἐκφώνως, ὡς τά κυριακά λόγια, ἀναγινώσκουσα τάς εὐχάς ταύτας, τήν σιωπημένην καί ἄγραφον καί μυστικήν ταύτην παράδοσιν αἰνίττεται»[15].  Ἀκόμα καί ὁ  ἅγιος Νικόλαος  ὁ Καβάσιλας, στήν ἑρμηνεία του στή Θεία Λειτουργία, λέει ὅτι  «ὁ ἱερεύς ἔνδον εὐχήν ποιεῖται ἡσυχῆ καί καθ’ ἑαυτόν»[16], «ὑποχρεώνοντας» τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης νά θαυμάσει τήν ἀρτιότητα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί νά πεῖ: «βλέπεις πόσο θαυμαστή εἶναι ἡ τάξις καί ὅτι ὡς διά μεσίτου τοῦ ἱερέως, ὅστις εὔχεται ἔνδον μυστικῶς, ἀναφέρονται αἱ δεήσεις τοῦ λαοῦ πρός τόν Θεόν»[17];.
Ὁ ἅγιος Συμεών, βέβαια, ἀναφέρει καί ἕνα ἄλλο ἀμέτρητο πλῆθος μαρτυριῶν γιά τίς μυστικές εὐχές ὄχι μόνο στή Θεία Λειτουργία ἀλλά σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες καί τά μυστήρια ὅπως γιά τήν πρώτη εὐχή τοῦ Βαπτίσματος (ὁ ἀρχιερεύς τότε καθ’ ἑαυτόν προσευχόμενος»[18]), γιά τήν δεύτερη εὐχή τοῦ εὐχελαίου (« Μετ’ αὐτήν καί ἄλλη δευτέρα μυστικῶς»[19]), γιά τήν εὐχή τῆς κεφαλοκλισίας ( «κλίνωμεν τάς κεφαλάς, εἰς σχῆμα δουλείας καί ἱκεσίας…Διά τοῦτο καί ἐπεύχεται μετ’ εὐλαβείας καί σιωπῆς συστελλόμενος καί φοβούμενος, ἐν ᾧ ὁμιλεῖ καί μεσιτεύει προς τον Θεόν…»[20] ), γιά τήν ἀκολουθία τῆς Τριθέκτης, ἡ ὁποία «τύπον ἀποσώζει τῆς  καθολικῆς μεγάλης ἱερᾶς λειτουργίας ἕως τήν μεγάλην εἴσοδον»[21] ( στό σχεδιάγραμμά της συνεχῶς ἐπαναλαμβάνει τήν φράση «ὁ ἱερεύς μυστικῶς»).
Τέλος, ὁ Μ. Βασίλειος, στόν Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λόγο του, ὑπεραμυνόμενος τῶν ἀγράφων, ἀποστολικῶν παραδόσεων, καταρρίπτει τόν ἀνόητο ἰσχυρισμό ὅτι τό «μυστικῶς» ἀναφέρεται στήν «μυστική βίωση» καί ὄχι στόν τρόπο ἀναγνώσεως.   Ἀπαντώντας, λοιπόν, στό  ὑπό πολλῶν τεθέν ἐρώτημα ἀπό ποῦ παραλάβαμε μερικές ἀποστολικές παραδόσεις ἀπαντᾶ ἀναρωτόμενος «οὐκ ἐκ τῆς ἀδημοσιεύτου ταύτης καί ἀπορρήτου διδασκαλίας, ἥν ἐν ἀπολυπραγμονήτῳ καί ἀπεριεργάστῳ σιγῇ οἱ πατέρες ἡμῶν ἐφύλαξαν, καλῶς ἐκεῖνοι διδαγμένοι, τῶν μυστηρίων τά σεμνά σιωπῇ διασώζεσθαι;  Ἅ γάρ οὐδ’ ἐποπτεύειν ἔξεστι τοῖς ἀμυήτοις, τούτων πῶς ἄν εἰκός τήν διδασκαλίαν ἐκθριαμβεύειν ἐν γράμμασιν;  Οὗτος ὁ λόγος τῆς τῶν ἀγράφων παραδόσεως, ὡς μή καταμεληθεῖσαν τῶν δογμάτων τήν γνῶσιν εὐκαταφρόνητον γενέσθαι τοῖς πολλοῖς διά συνήθειαν»[22].  Ἕνας Μέγας Βασίλειος, αἰσθάνεται τή συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἀνάγκη νά ὑπακούσει καί νά σεβασθεῖ ὅσα παρέλαβε, σέ ἀντίθεση μέ τούς σημερινούς πολύ μικρούς «βασιλείους», σέ ἀντίθεση μέ τούς ἐπιδόξους «ἀνανεωτές» τῆς Λατρείας μας, οἱ ὁποῖοι ὅλα τά περιεργάζονται, ὅλα τά ἀμφισβητοῦν, τίποτα δέν τους ἀναπαύει καί τίποτα δέν υἱοθετοῦν.
Τέλος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καταρρίπτει τό περί «μυστικῆς βιώσεως» φέροντας ὡς ὑπόδειγμα προσευχῆς τήν προφήτιδα Ἄννα, μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, λέγοντας ὅτι «τοῦτο γάρ ἐστι μάλιστα εὐχή ὅταν ἔνδον αἱ βοαί ἀναφέρονται.  Τοῦτο μάλιστα ψυχῆς πεπονημένης, μή τῶ τόνῳ τῆς φωνῆς, ἀλλά τῆ προθυμία τῆς διανοίας τήν εὐχήν ἐπιδείκνυσθαι.  Οὔτω καί Μωϋσῆς ηὔχετο, διό καί μηδέν αὐτοῦ φθεγγομένου, φησίν ὁ Θεός τί βοᾶς προς με;  Ὁ δέ Θεός πρό ταύτης τῶν ἔνδοθεν κραζόντων ἀκούει»[23].  Μάταια φωνάζουν, λοιπόν τίς εὐχές μερικοί ἱερεῖς καί μάλιστα τόσο δυνατά ὥστε, καί μέ τή χρήση τῆς τεχνολογίας, νά ἀκοῦν τίς εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας ὄχι μόνον οἱ λαϊκοί πού μετέχουν στήν Λειτουργία ἀλλά καί ἀλλόπιστοι, καί ἄνθρωποι πού κοιμοῦνται ἤ βρίσκονται σέ καθημερινές ἀνάρμοστες πρός τήν ἱερότητα τῆς Θ. Λειτουργίας ἀσχολίες, μέσῳ τοῦ Ραδιοφώνου καί τῶν μεγαφώνων.  «Ὁ Θεός τῶν ἔνδοθεν κραζόντων ἀκούει».
Οἱ πιστοί ἑκατοντάδες χρόνια τώρα βιώνουν τό Θαῦμα τῆς Θείας Λειτουργίας, διδαγμένοι ἀπό τίς Ἀσώματες δυνάμεις, σιωπηλά, «καθώς καί οἱ Ἄγγελοι ἀσωμάτως μεταδίδονται ἀλλήλοις τήν Θείαν γνῶσιν καί ὁμιλοῦσιν ἐπίσης νοερῶς χωρίς γλώσσης[24]», βιώνουν δηλαδή ὡς Σῶμα Χριστοῦ τήν Λειτουργία, ὡς πρόσωπα καί ὄχι ὡς ἄτομα πού προσπαθοῦν καθένας μόνος του νά κατανοήσει μέ τό μυαλό τά τελούμενα.  Δέν μένουν ἀποσπασμένοι ἀπό τό Σῶμα, ἀφοσιωμένοι στό βιβλιαράκι τους καί «παρακολουθώντας», ὅπως διδάσκουν οἱ χριστιανικές ὀργανώσεις, ἀλλά ἀφήνονται καλύτερα στήν συμμετοχή ἐκ βάθους καρδίας.
Ὁ ἅγιος Μάρκος Ἐφέσου ἀναφέρει γιά τίς ἐκφωνήσεις τῶν ἱερέων κάποια στοιχεῖα πού δέν ἀφήνουν τό παραμικρό περιθώριο σέ ὅσους θέλουν νά ὑποτιμήσουν τήν συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή Λατρεία.  «Εἰκονίζει, λοιπόν, ἡ φωνή τοῦ ἱερέως εἰς τούς δεομένους μιάν ἀπόκρισιν θείαν καί προξενεῖ πληροφορίαν βεβαίας ἐλπίδος εἰς τήν ψυχήν τῶν νοούντων.  Κοινωνεῖ δέ τρόπον τινά εἰς τόν ἴδιον καιρόν ὁ ἱερεύς τῶν ὠδῶν καί δεήσεων ἡμῶν διά τῆς ἐκφωνήσεως, καί ἡμεῖς ὁμοίως κοινωνοῦμεν τῶν εὐχῶν αὐτοῦ δίδοντες ἀκρόασιν μέ σιγήν εἰς τάς ἐκφωνήσεις καί προσεπιφωνοῦντες καί ἡμεῖς κἄν τό ἀμήν»[25].
Συνοψίζοντας, λοιπόν, συνοψίζουμε τό τοῦ Μ. Βασιλείου ὅτι «οὐδέ γάρ ὅλως μυστήριον τό εἰς δημώδη καί εἰκαῖαν ἀκοήν ἔκφορον»[26] καί τό «μανιφέστο» τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «δέχομαι τά εἰρημένα, οὐ πολυπραγμονῶ τά σεσιγημένα, κατανοῶ τά ἀποκαλυφθέντα, οὐ περιεργάζομαι τά συγκεκαλυμμένα,۬ διά τοῦτο γάρ συγκεκάλυπται»[27].


ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Ἀγνοώντας ὅμως οἱ ἐπίδοξοι «ἀνανεωτές» ὅλα τά παραπάνω ἰσχυρίζονται ἀκριβῶς ὅτι στήν Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου ὁ λαός μετέχει καλύτερα ἐπειδή ἀκριβῶς βλέπει καί ἀκούει τά πάντα.  Ἐξυπηρετεῖ συνεπῶς καί σ’ αὐτό τό σημεῖο τούς τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», οἱ ὁποῖοι ἐκτός τῶν ἄλλων ζητοῦν καί τήν μεγαλύτερη συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή Λειτουργία ἐννοώντας, μαζί μέ την ἀκρόαση καί ἐποπτεία τῶν πάντων, τήν συμψαλμωδία.  Ἄλλη μιά προτεσταντικογενής παρανόηση!
Τό παραμύθι τῆς μή συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ προσβάλλει τόν ἴδιο τόν εὐλογημένο λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ δέν ἐκλαμβάνεται ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες ὡς συλλειτουργία καί συμψαλμωδία πού συμβαδίζει μέν μέ τήν προτεσταντίζουσα «γενική ἱερωσύνη», ἀλλά ὡς ἑκούσια μετοχή ἑκάστου μέλους τοῦ Σώματος, ὡς ἀνάπτυξη καί καλλιέργεια τοῦ εἰδικοῦ χαρίσματός του. Καί αὐτό εἶναι τό ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπό τήν συμψαλμωδία.
«Οἱ μέν ἱερεῖς, ἅμα ἀρχίσωσι τούς Θείους ὕμνους ἔσωθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος, τά περί τόν Θεόν πρώτας τάξεις τῶν Ἀγγέλων εἰκονίζουσιν, οἱ δέ διάκονοι μέ τούς ἀναγνώστας καί ὑμνωδούς, οἱ ὁποῖοι κατά τήν τάξιν διαδέχονται τούς Θείους ψαλμούς καί τάς ἱεράς Γραφάς  τήν μέσην χορείαν τῶν οὐρανίων ταγμάτων ἐμφαίνουσι.  ὅλος δέ ὁ λαός, εὐσεβής ὤν καί ὀρθός κατά τήν πίστιν ἑνώνεται ἐξ ἰδίας προαιρέσεως ψυχῆς μέ τούς μελωδοῦντας καί ζητᾶ ἀπό τοῦ Θεοῦ ἔλεος»[28].  Ἰδού τό κριτήριο γιά τή συμμετοχή ἤ μή τοῦ λαοῦ:  Ἡ προαίρεση γιά συμμετοχή σ’ αὐτό πού ὁ ψάλτης ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ ζητεῖ, καί ὄχι ἡ συμψαλμωδία.  Ἡ τράπεζα τῆς Θείας Λειτουργία «γέμει» καί ὅποιος θέλει ἀπολαμβάνει τῆς πνευματικῆς τροφῆς στό μέτρο πού θέλει καί βιώνει κατά τό μέτρο τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως καί τήν ἐπιθυμία του.  Ἀπόλυτο πνεῦμα ἐλευθερίας!
Ὁ ἅγιος Συμεών ὅμως καί πάλι μᾶς ἐξηγεῖ γιατί ἡ συμψαλμωδία ἀντίκειται στήν λειτουργία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί στή διάκριση τῶν χαρισμάτων τοῦ Σώματος.  «Ἐπειδή μιμεῖται ἡ Ἐκκλησία τῶν ἄνω ἀγγέλων τήν εὐταξίαν, διά τοῦτο καθώς καί ἐκείνοις εἶναι διάφορος ἡ τάξις καί ὁ βαθμός, καί οἱ πρῶτοι μέν τῆ τάξει ἀμέσως μετέχουσι τοῦ Θείου Φωτός, οἱ δεύτεροι δέ διά τῶν πρώτων καί οἱ τελευταῖοι διά τῶν μέσων, καθώς ἑρμηνεύει ὁ σοφός εἰς τά Θεία Διονύσιος. ὁμοίως καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν ὁ μέν ἱεράρχης ἀμέσως εἰς ἱεράν προσεγγίζει τράπεζαν, οἱ δε ἱερεῖς καί οἱ λειτουργοί διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ἀρχιερέως, διά δε τῶν ἱερέων καί λειτουργῶν μετέχουσι καί οἱ λαϊκοίτῆς φρικτῆς κοινωνίας καί τῶν ἱερῶν ὕμνων[29]» (δική μας ὑπογράμμιση).  Καί διδάσκει ὁ ἅγιος Συμεών ὅτι «διά τοῦτο καί ἕκαστος πρέπει νά φυλάξη τήν τάξιν, καθώς καί ὁ Παῦλος παραγγέλει λέγων, ἕκαστος ἐν ᾗ ἐκλήθη τάξει ἐν αὐτῇ μενέτω, διά νά εὑρίσκεται περισσότερον εἰς αὐτόν τό θεμέλιον τῶν ἀρετῶν, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὁποία καί εἰς τους ἀγγέλους εἶναι καί ἐν τῶ μέλλοντι θέλει εἶναι»[30].  Τί κάνουν, λοιπόν, ὅσοι προπαγανδίζουν μιά ὑποτιθέμενη ἐνεργώτερη συμμετοχή τοῦ λαοῦ;  Ὅ,τι ἔκαναν καί οἱ φεμινίστριες: ξεσηκώνοντας τόν λαό νά διεκδικήσει ἀνύπαρκτα δικαιώματα τόν ὁδηγοῦν στήν ὑπερηφάνεια καί ἔτσι ἡ Λατρεία ἀντί γιά σωτήρια καταντᾶ μοιραία.  Ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους σέ μιά ἐωσφορική πτώση καί τίποτα ἄλλο.


ΤΡΟΠΟΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

Ὡς προέκταση τῆς δῆθεν ἐνεργότερης συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἔγινε συνήθεια οἱ πιστοί νά κοινωνοῦν ὅπως οἱ ἱερεῖς, νά λαμβάνουν δηλαδή ξεχωριστά τό Σῶμα καί ξεχωριστά τό Αἷμα τοῦ Κυρίου.  Πολλές δε φορές οἱ πιστοί λαμβάνουν καί μέ τό χέρι τόν ἅγιο Ἄρτο.  Ὁ τρόπος ὅμως αὐτός μεταδόσεως, ἐκτός τοῦ ὅτι ἀποκλείει φυσικά τά μικρά παιδιά ἀπό τήν Θεία Κοινωνία, ἐκτός τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ καινοτομία ἀνεπίτρεπτη, εἶναι καί ἰδιαιτέρως ἐπικίνδυνος ἀφοῦ ὁ λαός μας δέν ἔχει συνηθίσει, καί καλῶς δέν ἔχει συνηθίσει, νά κοινωνᾶ ἔτσι.  Πειραματιζόμαστε καί «παίζουμε» ἐν οὐ παικτοῖς.
Ὁ ἅγιος Συμεών λέει σχετικά ὅτι « ὁ δέ ἀρχιερεύς δίδει εἰς τούς προσελθόντας διά τῆς λαβίδος τήν Μετάληψιν, κατά τήν ὁπτασίαν καί τοῦτο τοῦ Ἡσαΐου.  Ἐπειδή δέν πρέπει ὅλοι νά μετέχωσι, ὡς εἴπομεν, ἀμέσως τῶν Θείων καί φρικτῶν, ἀλλά πρέπει εἰς τά θεῖα νά εὐλαβώμεθα καί νά συστελώμεθα…»[31] καί ὅτι «οἱ λοιποί δέ ἔξω τοῦ βήματος κοινωνοῦσιν, οὔτε εἰς τάς χεῖρας τόν Θεῖον ἄρτον λαμβάνουσι ὡς ὑποκείμενοι εἰς τήν τάξιν, ἐπειδή εἶναι τοῦ ἐσχάτου βαθμοῦ καί ἄν ἤθελον τούς ὑπερέχει κατά τήν ἀρετήν»[32] μιλώντας γιά τούς ὑποδιακόνους, ἀναγνῶστες καί λαϊκούς.
Ἡ ἐξήγηση ὅμως τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ καινοφανοῦς τρόπου μεταλήψεως ἔρχεται ἀπό τό στόμα τοῦ π. Δημητρίου Τζέρπου, λειτουργιολόγου, ὑπερμάχου τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως» καί συνεπῶς καί τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου.  Ὁ π. Δημήτριος ἀναφερόμενος στήν ξεχωριστή μετάληψη λέει ὅτι «πρόκειται ἴσως γιά τήν πιό πολύτιμη ἐμπειρία ἀπό τήν εὐχαριστιακή ζωή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, πού μᾶς διασώζει ζωντανή ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου καί ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἀποτελέσει τή βάση γιά τήν ἀντιμετώπιση ἀναλόγων  συγχρόνων προβλημάτων»[33].  Κατ’ ἀρχήν καί μόνο ὁ ὅρος «ἀρχαία ἐκκλησία», ἀλλά καί ἡ ἐμμονή σ’ αὐτό πού ὀνομάζεται ἔτσι, δείχνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί στήν πραγματικότητα δέν πιστεύουν σέ μιά ζωντανή Ἐκκλησία ὅπου τό Ἄγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ καί Τήν κατευθύνει ἀλλά κατά ἕνα φονταμεταλιστικό τρόπο πιστεύουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία πέθανε καί μόνο ἡ Ἐκκλησία τῶν πρώτων χρόνων ἦταν ζωντανή καί αὐθεντική.  Ἐξάλλου  δέν εἶναι ἀνόητο νά λέμε ὅτι κάτι ἐντελῶς πρακτικό εἶναι «ἡ πιο πολύτιμη ἐμπειρία»;  Ἄν ἦταν ἔτσι ἡ Ἐκκλησία δέν θά εἶχε εἰσάγει τήν λαβίδα ἀπορρίπτοντας τόν ξεχωριστό τρόπο μεταδόσεως.  Γιατί λοιπόν τόση σημασία σέ κάτι τόσο πρακτικό;
Τήν ἀπάντηση μᾶς τήν δίνει ὁ ἴδιος ἱερεύς ἀποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τούς λόγους βίαιης ἐπαναφορᾶς τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου πού εἶναι καί οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους κάποιοι θέλουν ὅλα νά ἀλλάξουν.  Γράφει ὁ π.Δημήτριος ὅτι «θέμα μετάδοσης ἀσθενειῶν διά μέσου τῆς Θ. Κοινωνίας δέν τίθεται γιά τήν Ἐκκλησία… Τό μόνο πού τίθεται στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ψυχολογική διευκόλυνση τῶν ὀλιγοπίστων χριστιανῶν κατά τήν προσέλευσή τους στή Θ. Κοινωνία»[34].
Ἔχουμε δικαίωμα νά ἐνισχύουμε τήν ὀλιγοπιστία τῶν πιστῶν (μάλλον ἀπίστων);  Ἄν  ἔχει κανείς τέτοιους λογισμούς ἤ δέν πιστεύει στή Θεότητα τοῦ Κυρίου, ἤ δέν πιστεύει ὅτι ἡ Θ. Κοινωνία εἶναι Αὐτός ὁ Κύριος, καί στίς δυό περιπτώσεις, δέν μπορεί νά κοινωνήσει, δέν ἔχει νόημα νά κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.  Ποιοί εἶναι αὐτοί ὅμως πού παρότι δέν πιστεύουν ἔρχονται νά κοινωνήσουν;  Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔρχονται τίς παραμονές τῶν μεγάλων ἐορτῶν, ἐντελῶς ἀπροετοίμαστοι, χωρίς νά ἔχουν ἐξομολογηθεῖ, χωρίς νά ἔχουν συναίσθηση, ἔχοντας, ἴσως, πάρει πρωτύτερα καί το πρωϊνό τους ἁπλά γιά τό καλό, ἤ γιατί τούς ἔστειλε ἡ «εὐσεβής» γιαγιά ἤ ἀκόμα καί γιά νά ὑπάρχει στίς ἑορτές τους καί λίγος Χριστούλης Αὐτούς, λοιπόν, τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονται γιά τό ἐτήσιο καθῆκον τους τίς περισσότερες, μάλιστα, φορές ἀρκετή ὥρα μετά τήν ἀπόλυση τῆς Θ. Λειτουργίας πρέπει νά τούς διευκολύνουμε ἀκόμη περισσότερο; Σέ τί θά τούς βοηθήσει αὐτό παρά στήν ἐνίσχυση τῆς ἀπιστίας τους;  Μήπως ὀφείλουμε, ὡς σωστοί πατέρες, ἀπό ἀγάπη νά τούς ἐμποδίσουμε ἀπό τή Θεία Κοινωνία πού μπορεῖ ἀκόμα καί νά τους θανατώσει καί κατά τήν ψυχή ἀλλά καί κατά τό σῶμα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες;

ΑΜΦΙΑ

Μία ἀκόμα ἀπό τίς καινοτομίες πού εἰσάγει ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εἶναι καί ἡ πρωτοτυπία τῶν ἀμφίων.  Οἱ «ἀνανεωτές» πολλές φορές ἔχουν ζητήσει ἐκτός ἀπό τήν κατάργηση τοῦ ράσου καί τήν ἀλλαγή στα ἱερά ἄμφια.  Ἐκεῖνο πού οὐσιαστικά θέλουν νά πετύχουν εἶναι ἡ κατά τό δυνατόν ἐξομοίωση μέ τά ἄμφια τῶν παπικῶν ὥστε τά βήματα πρός τήν ἕνωση νά φαίνονται λιγότερα.  Μέ τή Λειτουργία λοιπόν αὐτή τό ζητούμενο ἔρχεται πιό κοντά ἀφοῦ, κατ’  αὐτήν, πολλοί λειτουργοί καί μάλιστα ἀρχιερεῖς, φροντίζουν νά φοροῦν διαφορετικά ἄμφια.  Γιά παράδειγμα ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν πολλές φορές τελεῖ τήν Λειτουργία ὄχι μέ τόν καθιερωμένο ἀρχιερατικό σάκκο ἀλλά μέ τό ἱερατικό φαιλόνιο καί ὠμοφόριο σάν αὐτό πού βλέπουμε στίς ἁγιογραφίες, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι αὐτά ἦταν τά ἄμφια τῆς ἐποχῆς.  Ἐκεῖνο βέβαια πού ξεχνοῦν ὅσοι χρησιμοποιοῦν τό ἐπιχείρημα αὐτό εἶναι ὅτι οἱ ἱερείς τῆς ἐποχῆς δέν πήγαιναν νά λειτουργήσουν μέ πανάκριβα αὐτοκίνητα.  Μιμούμαστε τήν ἐποχή καί τους ἁγίους μόνο στήν ἐνδυμασία ἀντί νά τούς μιμηθοῦμε στή ζωή καί τά ἔργα.
Πάντως ἡ καθιέρωση τῆς αὐθαιρεσίας αὐτῆς βολεύει τούς ἀνανεωτές πού εὔκολα μποροῦν νά τήν μιμηθοῦν γιά νά ἐπιβάλλουν τελικῶς τήν ὁμοιομορφία μέ τους παπικούς πού θέλουν.  Ὁ π. Δημήτριος Τζέρπος χαρακτηριστικά μᾶς λέει γιά τά ἄμφια πού χρησιμοποιοῦνται στη Λειτουργία αὐτή : «ἄμφια λιτά, τελετουργικές κινήσεις μέ φυσική ἐκφραστικότητα, ἀπαλλαγμένες ἀπό τό φόρτο τῶν μεταγενέστερων περίπλοκων συμβολισμῶν»[35].   Ἔτσι αἰσθάνονται οἱ «ἀνανεωτές» ὅταν λειτουργοῦν ἤ μετέχουν στη Θεία Λειτουργία; Φορτωμένοι ἀπό συμβολισμούς;  Καί μποροῦν ὅταν στήν κυριολεξία τρώγονται μέ τά ροῦχα τους (γράφε ἄμφια) νά βιώσουν τό θαῦμα τῆς Θ.Λειτουργίας καί νά μιλήσουν γιά την ἄνωθεν εἰρήνη;  Ἀπορίας ἄξιο!
Τί λένε οἱ πατέρες γιά τον «φόρτο» τῶν συμβολισμῶν;  Ὅλοι ἀναφέρουν ἑρμηνεύοντας τήν Θεία Λειτουργία ὅλους τούς ὑπάρχοντες σ’ αὐτήν ἁγίους συμβολισμούς πού βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο ὅ,τι βλέπει μέ τά σωματικά μάτια νά τό ἀναγάγει σέ πολύ ὑψηλότερες ἔννοιες, ὅ,τι ἀντιλαμβάνεται μέ τίς σωματικές αἰσθήσεις νά τόν ὁδηγεῖ σέ μνήμη Θεοῦ, ὅπως διδάσκουν οἱ νηπτικοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.  Ὁ ἅγιος Συμεών ὅμως δέν ἀρκεῖται νά μᾶς δώσει τούς συμβολισμούς ἀλλά προσθέτει ὅτι «αὐτά τά τοιαῦτα σημαίνουσι καί ἀκόμη μεγαλύτερα ὅ,τι δύναται τις νά ἐννοήση διά τά Θεῖα»[36].  Διαβάζοντας ἐξάλλου τήν περιγραφή τῶν ἀρχιερατικῶν ἀμφίων, τῶν κατασκευασμένων μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Θεοῦ, στήν Παλαιά Διαθήκη, θά διαπιστώσει ὅτι ἡ βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, πού τόσο ἐνοχλεῖ τούς «ἀνανεωτές», μοιάζει μέ κουρέλι μπροστά στήν μεγαλοπρέπεια πού ζητᾶ ὁ Θεός.  Τέλος οἱ ἀπόψεις τῶν ἀνανεωτῶν ὅτι τά ἄμφια πρέπει νά εἶναι ὅλα λευκά, καί μάλιστα τό στιχάρι,  ἔρχεται σέ ἀντίθεση καί μέ τήν πολύχρωμη στολή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί μέ τίς στολές συγχρόνων ἁγίων, οἱ ὁποῖοι καί πολύχρωμα στιχάρια καί στολές φοροῦσαν καί μεγαλοπρεπῶς λειτουργοῦσαν.

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ἡ τελευταῖα καινοτομία πού εἰσάγει στή λειτουργική ζωή ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εἶναι τό παλαιοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα πού ἀναγινώσκεται κατά τήν τελεσή της καί πού ἀποτελεῖ καί αὐτό πάγιο αἴτημα τῶν «ἀνανεωτῶν» καί γιά τίς ἄλλες Λειτουργίες. «Γίνεται εὐρύτατα λόγος καί γιά την ἐπαναφορά τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ ἀναγνώσματος στή Θεία Λειτουργία», μᾶς λέει ὁ π. Δημήτριος Τζέρπος, ὁ ὁποῖος ταυτόχρονα μᾶς ἐνημερώνει ὅτι τό θέμα ἔχει συμπεριληφθεῖ γιά νά συζητηθεῖ στη μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο[37].
Δέν εἶναι ὑποκρισία ὅμως νά συζητᾶμε κάτι τέτοιο ὅταν ἔχουμε περικόψει τά ἀναγνώσματα τῶν πανηγυρικῶν ἑσπερινῶν γιά νά μπορέσει ὁ ἱεροκήρυκας νά μιλήσει ἀκόμα περισσότερο παίζοντας μέ τά νεῦρα μας κολακεύοντας τόν ἐπίσκοπό του, ὅταν ἔχουμε περικόψει τά παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα τῶν παραμονῶν τῶν μεγάλων ἑορτῶν καί διαβάζουμε μόνον τρία ἀπό τά 10 καί πλέον, ὅταν ἔχουμε καταργήσει τό Ψαλτήρι, ὅταν ἔχουμε καταργήσει τήν στιχολογία τῶν βιβλικῶν ὠδῶν στούς κανόνες τοῦ ὄρθρου, ἀλλά καί τίς στιχολογίες τῶν αἴνων καί τοῦ ἑσπερινοῦ, ὅταν δέν ψάλλουμε τούς κανόνες πού ἔχουν συχνές ἀναφορές στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἔχουμε καταργήσει τά Τυπικά τῆς Θείας Λειτουργίας καί τό παλαιοδιαθηκικό Κοινωνικό πού τό ἀντικαταστήσαμε μέ τραγουδάκια βάλς σάν τό «ἁγνή Παρθένε» πού ναί μέν συνέγραψε ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὄχι ὅμως γιά νά ἀντικαταστήσει τό κοινωνικό.  Ἄς ἐπαναφέρουμε ΟΛΑ τά παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα τῆς Λατρείας καί τότε ἄς συζητήσουμε καί γιά ἄλλα.
Ἐν κατακλεῖδι ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου περιέχει ὅλα ὅσα ζητοῦν οἱ «ἀνανεωτές» κρυμμένα πίσω ἀπό τόν δούρειο ἵππο τῆς «ἀρχαιοπρέπειας».  Ὅμως κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά πειράζει τήν Λατρεία καί νά μεταίρει ὅρια αἰώνια ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες.  Τέλος πρέπει νά ἀπαντήσουμε σέ ὅσους ὑποστηρίζουν ὅτι μόνο τά δόγματα δέν ἀλλάζουν ἐνῷ ὅλα τά ἄλλα ἐπιδέχονται ἀλλαγῶν, μέ τά λόγια τοῦ Μ. Βασιλείου «εἰ γάρ ἐπιχειρήσαιμεν τά ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μή μεγάλην ἔχοντα τήν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἄν εἰς αὐτά τά καίρια ζημιοῦντες τό Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δέ εἰς ὄνομα ψιλόν περιϊστῶντες τό κήρυγμα»[38] καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «Παράδοσις ἐστίν μηδέ πλέον ζήτει»[39].


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στις ἐπόμενες σελίδες ἀποδεικνύονται στήν πράξη τά ὅσα ὑποστηρίξαμε στό κείμενο περί τῆς λεγομένης Θ. Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου.  Ἀποδεικνύεται μέ τόν πιό αδιάψευστο τρόπο τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπαναφορά τῆς Λειτουργίας αὐτῆς δέν ἔχει ἄλλο σκοπό παρά νά φέρει μιά βίαιη  ἀνανέωση στή Λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνανέωση πού μέ τή σειρά της ἔχει ὡς μοναδικό σκοπό νά ἀρθοῦν οἱ Λειτουργικές διαφορές μέ τους παπικούς καί νά ἐπέλθει γρηγορότερα καί μέ ὅσο τό δυνατόν λιγότερες ἀντιδράσεις ἀπό τους Πιστούς ἡ ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν».  Ἡ Μία, ὄμως, Ἁγία καί Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι ὀργανισμός, ἑταιρεία ἤ θρησκεία γιά νά συζητᾶ γιά ἕνωση ἀλλά εἶναι τό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἴδια ἡ Ἀλήθεια.  Ἡ δέ λειτουργική ζωή τῆς Ἐκλησίας μας εἶναι τόσο τέλεια πού δέν χρειάζεται τήν παραμικρή ἀλλαγή, ἀλλά ἀρκεῖ κανείς νά τή ζήσει, ἀρκεῖ κανείς νά ἀφεθεῖ σ’ αὐτήν γιά νά καταλάβει τό πόσο εὔκολα σέ φέρνει σέ Κοινωνία μέ τόν ἴδιο τό Θεό.

Ἐκεῖνο, λοιπόν, πού χρειάζεται, ἄν δέν βιώνουμε τήν τελειότητα τῆς Λατρείας μας ἔτσι, δέν εἶναι νά ἀλλάξουμε τή Λατρεία ἀλλά τόν ἑαυτό μας.  Τόσοι καί τόσοι ἅγιοι ἔχουν γίνει οἱ κρίκοι τῆς Παράδοσης αὐτῆς τῆς Λατρείας καί ὁμολόγησαν τήν τελειότητά της.  Τόσοι καί τόσοι θνητοί ἄνθρωποι βίωσαν αὐτήν τήν τελειότητα καί κέρδισαν τήν ἀθανασία, ἔγιναν μέσα ἀπό αὐτήν Θεοί κατά Χάριν.  Οὔτε ἔνας ἅγιος δέν τόλμησε νά πειράξει ἤ νά γκρινιάξει ἔστω γιά τήν Θεοπατροπαράδοτη Λατρεία μας.  Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού θέλουν ἀλλαγές καλό θά ἦταν νά φτάσουν πρῶτα στά μέτρα τῶν ἁγίων καί ἔπειτα νά μᾶς ξαναποῦν τή γνώμη τους, ἄν βέβαια, πρᾶγμα διόλου ἀπίθανον, δέν θεωροῦν ὅτι ἔχουν κατά πολύ ξεπεράσει τά μέτρα αὐτά.

[1] Συλλογή βυζαντινῶν νόμων
[2] P.G 138, σελ. 953
[3] P.G 137,σελ.  621
[4] Αὐτόθι
[5] Βλπ «Τά Ἱερά Ἄμφια καί ἡ ἐξωτερική περιβολή τοῦ Ὀρθοδόξου κλήρου» τοῦ Κλάδου ἐκδόσεων τῆς ἐπικοινωνιακῆς καί μορφωτικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος, Ἀθῆναι 2005, σελ. 134
[6] Περιοδικό «Ἐκκλησία», Μάϊος 2000, ἀριθμ. 5, σελ. 426
[7] Περιοδικό «Σύναξη»τεῦχος 72, σελ. 38
[8] Πηδάλιον  Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἐκδόσεις Ρηγοπούλου, σελ. 281
[9] Συμεων Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τά ἅπαντα» ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου 1985, σελ. 123
[10] Αὐτόθι σελ. 319
[11] P.G 62, σελ.. 69
[12] P.G 138, σελ. 839 – 841
[13]  Γιά την μυστική ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας βλέπε τά πρακτικά τοῦ Α΄ Λειτουργικοῦ Συνεδρίου πού ὀργάνωσε ἡ Ἑταιρεία Ὀρθοδόξων Σπουδῶν στη Θεσσαλονική καί ἐξέδωσε τό περιοδικό Θεοδρομία: «Θεοδρομία» ἔτος Δ, Τεύχη 1 – 3 Ἰανουάριος –Σεπτέμβριος 2002 σελ. 156 κ.ε  ὅπου ἡ εἰσήγηση πάνω στό θέμα τοῦ Ἀρχιμ,῏ Νικοδήμου Μπαρούση.  Βλέπε ἐπίσης  τή συνοπτική ἐργασία τοῦ π.Εὐθυμίου Μουζακίτη πού βρίσκεται στην ιστοσελίδα μας.
[14] Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως «Μελέτη περί ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καί περί τῶν ἱερῶν μνημοσύνων» ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 105.
[15] Πηδάλιο σελ. 645, ὐπος. 3
[16] Ἀγίου Νικολάου Καβάσιλα 16ος καί 24ος λόγοι στη Θεία Λειτουργία.
[17] Συμεων Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τά ἅπαντα» ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου 1985, σελ. 297.
[18] Αὐτόθι σελ. 91
[19] Αὐτόθι σελ. 231
[20] Αὐτόθι σελ. 273
[21] Αὐτοθί σελ. 292
[22] Πηδάλιον σελ.
[23]P.G 54, σελ. 646
[24] Συμεων Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τά ἅπαντα» ἐκδόσεις Βας. Ρηγοπούλου 1985, σελ.349
[25] Αὐτόθι σελ. 459
[26] P.G 32, σελ. 189
[27] P.G 56 σελ. 136
[28] Συμεων Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τά ἅπαντα» ἐκδόσεις Βας. Ρηγοπούλου 1985, σελ. 319 -320
[29] Αὐτόθι σελ. 330
[30] Αὐτόθι σελ. 128
[31] Αὐτόθι σελ. 128
[32] Αὐτόθι σελ. 128
[33] Περιοδικό «Ἐκκλησία», Μάιος 2000, ἀριθμ. 5, σελ. 426
[34] Αὐτόθι σελ. 431
[35] Περιοδικό «Ἐκκλησία», Μάιος 2000, ἀριθμ. 5, σελ. 429
[36] Συμεων Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τά ἅπαντα» ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου 1985, σελ. 107
[37] Περιοδικό «Ἐκκλησία», Μάιος 2000, ἀριθμ. 5, σελ. 428 καί 431 ὑποσημείωση 23
[38] Πηδάλιον σελ. 643
[39] P.G 32,σελ. 188

Το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 26, 2013

ΠΟΤΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΚΟ;


15Σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας η αμαρτία δεν είναι πάντα η ίδια αλλά έχει βαθμούς και στάδια. Τα στάδια της αμαρτίας, όπως μας λέει ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στο εξομολογητάριό του, είναι 12. Πρώτος βαθμός της αμαρτίας είναι το να κάνει κανείς το καλό, όχι όμως και με το σωστό τρόπο, αλλά σμίγοντας το καλό με το κακό. Όταν για παράδειγμα δίνει κανείς ελεημοσύνη όχι όμως από αγάπη και συμπάθεια προς το πρόσωπο του συνανθρώπου αλλά από ανθρωπαρέσκεια.

Η διδασκαλία αυτή (περί του αμαρτωλού «καλού») του αγίου Νικοδήμου είναι φυσικά κοινή σε όλους τους Πατέρες, ο άγιος Νικόδημος όμως την... έχει δανειστεί και παραπέμπει στο Μέγα Βασίλειο ο οποίος στην Β ομιλία του για το βάπτισμα (στην ερώτηση Η) ασχολείται ακριβώς με το θέμα αυτό, με τον πρώτο βαθμό της αμαρτίας.

Το καλό, λοιπόν, μεταβάλλεται σε κακό, κατά τον Μέγα Βασίλειο, όταν «το έργον της εντολής, μη ακολούθως κατ' εντολήν του Θεού» γίνεται. Προς αποφυγήν, όμως, της συγκεκριμένης αμαρτίας η Αγία Γραφή περιέχει σε πλείστα σημεία προειδοποιήσεις όπως «εάν ορθώς μεν προσενέγκης, ορθώς δε μη διέλης, ήμαρτες» (Γεν. Δ, 7), «καν αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση» (Β Τιμ Β,5). Και ο ίδιος όμως ο Κύριος σαφέστατα έχει πει ότι «μακάριος ο δούλος εκείνος, ον ελθών ο Κύριος ευρήσει ποιούντα ούτως (Ματθ. ΚΔ, 46)» και συνεπώς «ο μη ούτως ποιών του μακαρισμού εκπέπτωκεν», όπως ο άγιος Βασίλειος λέει.

Και πως μπορεί κανείς να κάνει το καλό και να τηρεί τις εντολές «μη ούτως»; Αυτό γίνεται, πάντα κατά τον Μ. Βασίλειο, κατά επτά τρόπους. Γίνεται δηλαδή ή παρά τόπον - σε μη κατάλληλο τόπο δηλαδή -, ή παρά καιρόν, ή παρά πρόσωπον, ή παρά πράγμα, ή παρά μέτρον, ή παρά τάξη, ή παρά διάθεση.

Και πως γίνεται το καλόν παρά τόπον;
Ο Θεός π.χ είχε στην Παλαιά Διαθήκη ορίσει λεπτομερώς ποιές εορτές και γενικώς ποιές εκδηλώσεις θα μπορούσαν να τελούνται εντός της Ιερουσαλήμ και όσοι παραβίαζαν το νόμο αυτό κινδύνευαν, πολύ δε περισσότερο είχε ορίσει ο Θεός τι ακριβώς θα τελείται μέσα στο ναό και φυσικά ούτε τα ορισμένα για την Ιερουσαλήμ ετελούντο σε άλλους τόπους, ούτε όμως τα ορισμένα για το ναό ετελούντο στην Ιερουσαλήμ. Εμείς δε, κινδυνεύουμε να καταπατήσουμε την εντολή του Θεού, παρά τόπον, λέγει ο Μέγας Πατήρ της Εκκλησίας, «εάν τα της ιερωσύνης μυστήρια επιτελώμεν εν βεβήλοις τόποις». Μάλιστα η πράξη αυτή δηλώνει και καταφρόνηση του ιερουργού προς τα μυστήρια αλλά και σκανδαλίζει τους πιστούς.

Ας μας επιτραπεί να θαυμάσουμε την επικαιρότητα και τη διαχρονικότητα που έχει ο λόγος του Μεγάλου Βασιλείου και, κατ’ επέκτασιν, γενικώς ο λόγος των Πατέρων που είναι λόγος Αγιοπνευματικός. Είναι πολύ δύσκολο να μην έρθει στο νου μας, διαβάζοντας τα λόγια του αγίου, ο απαράδεκτος τρόπος με τον οποίο οι ορθόδοξοι τελούσαν τα μυστήρια στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια των ολυμπιακών και παρολυμπιακών αγώνων, σε χώρους δηλαδή βεβηλωμένους από την προηγούμενη τέλεση της λατρείας των αιρετικών.

Είναι εξίσου δύσκολο, όμως, να μη φέρουμε στη μνήμη μας και την τέλεση των μυστηρίων (ιδιαιτέρως του γάμου) εκτός του καθιερωμένου τόπου, ακόμη και αυτής της Θείας Λειτουργίας, εκτός του Ιερού Βήματος που είναι ο χώρος τελέσεώς της, π.χ. στην ύπαιθρο, χωρίς καμία μάλιστα ανάγκη, ή ακόμα και σε στάδια. Αν η Θεία Λειτουργία είναι - και είναι πράγματι - το μυστήριο των μυστηρίων και αυτό που συγκρατεί τελικά τον κόσμο όλο, οι παρά τόπον, εν τούτοις, ιερουργούντες αμαρτάνουν και σκανδαλίζουν.

Υπάρχει εξάλλου στην ορθόδοξη Εκκλησία και η λεγομένη διάκριση των χαρισμάτων η οποία - στηριζομένη στο γεγονός ότι όλοι οι Βαπτισμένοι και Μυρωμένοι Χριστιανοί αποτελούμε το Ένα και Μοναδικό Σώμα της Αγίας Εκκλησίας, κεφαλή της οποίας είναι ο Χριστός - διδάσκει ότι για να λειτουργεί το Σώμα υγιώς έκαστο μέλος πρέπει να μένει στο χάρισμα και στη διακονία του. Η Εκκλησία μάλιστα συνοδικώς έχει λάβει αποφάσεις (π.χ της Πενθέκτης που αφορίζει τους κληρικούς που διδάσκουν «παρρησία») ακριβώς για να προστατεύσει τα μέλη από «υπερβάσεις» που οδηγούν σε δυσλειτουργία ολοκλήρου του Σώματος.

Οι αποφάσεις αυτές βασίζονται, ασφαλώς, στη διδασκαλία των αγίων Γραφών όπως της επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς τους Ρωμαίους όπου αναφέρει ότι «καθάπερ γαρ εν ενί σώματι μέλη πολλά έχομεν, τα δε μέλη ου την αυτήν έχει πράξιν, ούτως οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ' εις αλλήλων μέλη. έχοντες δε χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα...» Ρωμ.ΙΒ, 4-6). Και αναρωτιέται ο άγιος Βασίλειος αφού απαγορεύεται στον καθένα από μας να υπερβαίνει τον «τόπο» του και το χάρισμά του, πόσο περισσότερο πρέπει να διακρίνουμε τους κοινούς τόπους από τους χώρους όπου λατρεύεται ο Θεός.

Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο το καλό μεταβάλλεται σε κακό, είναι όταν γίνεται παρά καιρόν.
Εδώ η μαρτυρία είναι η παραβολή των δέκα παρθένων. Οι πέντε μωρές παρθένες γύρισαν στο γάμο αφού αγόρασαν λάδι, η πόρτα όμως είχε κλείσει και ο γάμος είχε αρχίσει, και έτσι έμειναν έξω. Πρέπει, λοιπόν και εμείς να μην αναβάλουμε για κανένα λόγο τη μετάνοια και την άσκηση της ελεημοσύνης και όλων των αρετών διότι μετά το θάνατο δεν υπάρχει μετάνοια και επιστροφή.

Οι μαρτυρίες της Γραφής και για το θέμα αυτό είναι πολλές όπως του Σολομώντος «Πάντα καλά εν καιρώ αυτών» (Εκκλ.Γ, 11), του Δαβίδ «υπέρ ταύτης προσεύξεται προς σε πας όσιος εν καιρώ ευθέτω» (Ψαλμ ΛΑ, 6) και άλλες. Πρέπει, λοιπόν, κάθε πράγμα να γίνεται στον καιρό του χωρίς αναβολή και καθυστέρηση, εξαιρέτως δε τα έργα της αρετής για να μη μείνουμε έξω από το Γάμο, έξω από τη Βασιλεία του Θεού.

Τρίτος τρόπος, το παρά πρόσωπον γενόμενο «καλό».
Εδώ μαρτυρεί η περίπτωση του Κορέ ο οποίος τόλμησε να εκτελέσει έργο ιερατικό χωρίς να έχει ιερατική εξουσία και τον κατάπιε η γη μαζί με όλους τους δικούς του. Το έργο, λοιπόν, που θέλησε να εκτελέσει ήταν ασφαλώς καλό, όμως, επειδή οι τελούντες δεν ήταν τα κατάλληλα πρόσωπα, τιμωρήθηκαν αυστηρώς. Παρά πρόσωπον, επομένως, κάνει το «καλό» και αμαρτάνει όποιος σφετερίζεται εξουσίες και χαρίσματα που δεν του έχουν δοθεί. Στην αμαρτία αυτή θέλουμε να ρίξουμε τον πιστό λαό του Θεού, μολονότι εκείνος δεν το ζήτησε, όταν εκφωνούμε τις μυστικές ευχές της Θ. Λειτουργίας, όταν του δείχνουμε τα πάντα τελώντας αυτήν εκτός του Βήματος, όταν οι λαϊκοί κηρύττουν επ'άμβωνος ή ξεματιάζουν ή καθοδηγούν άλλους, όταν οι καθηγητές πανεπιστημίου γίνονται ειδικοί επί της Θείας Λατρείας και άλλα παρόμοια.

Τέταρτός τρόπος είναι όταν το «καλό» γίνεται παρά πράγμα
Και γίνεται παρά πράγμα το καλό όταν π.χ ο Θεός, στην Παλαιά Διαθήκη, ζητά να θυσιάζονται ζώα καθαρά και αυτό δεν τηρείται. Όταν προσφέρουμε στη Θ. Λειτουργία εκτός από άρτο και κρασί άλλα προϊόντα. Όταν προσφέρουμε στο ναό και στη Θεία Λατρεία όχι καλής ποιότητος προσφορές (λάδι, κερί, πρόσφορο, εικόνες ακαλαίσθητες και αντιπαραδοσιακές). Όταν ζητούμε από τους ιερείς πράγματα ιερά ως μαγικά, όπως φυτίλια από τις λαμπάδες του γάμου, αγία ζέση, όταν δίνουμε στους ιερείς εσώρουχα για να «ευλογηθούν» κάτω από την αγία τράπεζα και ένα σωρό τέτοια πράγματα. Παρά πράγμα, τέλος, αμαρτάνουμε όταν κηρύττουμε δικές μας διδασκαλίες που δε συμφωνούν με τις διδαχές της Εκκλησίας, όταν δεν σεβόμεθα τις Παραδόσεις και όταν εξευτελίζουμε και μιαίνουμε ιερά αντικείμενα και σκεύη.

Πέμπτος τρόπος, η παρά μέτρον άσκηση του καλού
Αρκεί, λέει ο Μ. Βασίλειος, για να έχουμε το μέτρο, ο λόγος του Κυρίου «εάν μη περισσεύη η δικαιοσύνη υμών πλέον των γραμματέων και Φαρισαίων, ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των ουρανών». Αυτό, βεβαίως, μπορεί να χαρακτηριστεί ως το κατώτατο μέτρο. Υπάρχει όμως μέτρο και προς τα πάνω. Για παράδειγμα η υπερβολική άσκηση, χωρίς μάλιστα ευλογία του πνευματικού, που εμπνέει η υπερηφάνια, όχι μόνο λογίζεται ως αμαρτία αλλά μπορεί να οδηγήσει στην πλάνη και σε άλλες επικίνδυνες καταστάσεις. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, γράφει στην Κλίμακα ότι «είδον ασθενείς ψυχάς και σωμάτων καταστάσεις δια πλήθος πταισμάτων εν τοις υπέρ εαυτάς αγώσιν επιχειρήσας και μη υπενεγκούσας» δηλαδή «είδα ανθρώπους που εξ' αιτίας των πολλών αμαρτιών επιδόθηκαν, παρά την αδυναμία τους στην ψυχή και στο σώμα, σε υπερβολική άσκηση και δεν τα κατάφεραν» (Περί Διακρίσεως Β, 9).

Έκτος τρόπος της «καλής αμαρτίας», είναι το «παρά τάξιν» καλό
Όταν δηλαδή κάνουμε έργα καλά αλλά με λανθασμένη σειρά. Όταν για παράδειγμα ακούμε το λόγο του Κυρίου προς τον πλούσιο, ο οποίος είχε τηρήσει όλες τις εντολές, «Πώλησον σου τα υπάρχοντα, και δος πτωχοίς, και άρον τον σταυρόν σου, και δεύρο ακολούθει μοι (Ματθ. ΙΘ, 20, 21)» και θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Κύριο, να αφοσιωθούμε προς Αυτόν, να ακολουθήσουμε τη μοναχική ζωή ίσως, προτού όμως να έχουμε τηρήσει ούτε μια εντολή και προτού απαλλαγούμε από την αγάπη των υλικών. Πρέπει, λοιπόν, όλα να τα κάνουμε «ευσχημόνως και κατά τάξιν» (Α Κορ. ΙΔ, 40), όλα δηλαδή με μία ασφαλή σειρά. Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε ξανά στην Κλίμακα η οποία με πολύ σοφία μας δίνει ακριβώς την σειρά των αρετών και το πως κατακτώντας τη μία πηγαίνεις στην επομένη.

Τέλος, ο τελευταίος τρόπος που μεταλλάσσει το καλό σε κακό είναι όταν κάνουμε το καλό παρά διάθεσιν, όταν, δηλαδή, ελεούμε, ή νηστεύουμε, ή προσευχόμαστε για «το θεαθήναι τοις ανθρώποις». Ο λόγος του Κυρίου στη περίπτωση αυτή ακούγεται σκληρός και φοβερός «απέχουσι τον μισθόν αυτών» (Ματθ. ΣΤ, 5) η και αλλού «αποχωρείτε απ' εμού, ουκ οίδα υμάς πόθεν εστέ, εργάται ανομίας» (Ματθ. Ζ, 22,23). Επομένως όλα πρέπει να τα κάνουμε προς δόξαν θεού και όχι προς δόξαν του εαυτού μας διότι «ου μόνον μισθού εκπίπτει, αλλά και τιμωρίας άξιος ο ποιών εντολήν μη κατά θεοσέβειαν, αλλά κατά ανθρωπαρέσκειαν, ή τινος άλλης ηδονής ένεκεν...».

Στο σημείο αυτό, περί της διαθέσεως, κατατοπιστικός είναι και ο ύμνος της αγάπης του Αποστόλου Παύλου (Α Κορ. ΙΓ, 1 -3) ή και ο λόγος του ο συγκεφαλαιωτικός «ει γαρ ανθρώποις ήρεσκον Χριστού δούλος ουκ αν ήμην» ( Γαλ. Α, 10). Στο παρά διάθεσιν καλό πίπτουν όλοι βεβαίως οι πιστοί, πίπτουμε, όμως ιδιαιτέρως πολλάκις και εμείς οι κληρικοί όταν τηρούμε σχεδόν όλες τις εντολές και εργαζόμαστε όλες τις αρετές για να «εγκλωβίζουμε» τους ανθρώπους στο πετραχήλι μας, όταν χρησιμοποιούμε διάφορα εξωτερικά σχήματα ευλαβείας κατά την τέλεση των ακολουθιών και των μυστηρίων, όταν κηρύττουμε όχι για να οικονομήσουμε τις ψυχές αλλά για να εντυπωσιάσουμε, όταν καταπατούμε την τάξη της Εκκλησίας για να φαινόμαστε επιεικείς η καλοί,και ό,τι άλλο κάνουμε επιτηδευμένα για να κερδίσουμε τις εντυπώσεις και τη δόξα των ανθρώπων..

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν όσοι νηστεύουν, όχι όμως προς απαλλαγήν από τα πάθη αλλά για λόγους που στηρίζονται σε κοσμοθεωρίες ανατολικών θρησκειών (π.χ η χορτοφαγία των γκουρού) η και για λόγους διαίτης. Όσοι, ακόμα προσεύχονται για πράγματα υλικά και μάταια η για πράγματα που δεν ωφελούν την ψυχή αλλά ικανοποιούν τα πάθη και γενικώς όσοι κάνουν το καλό με διάθεση να υπηρετήσουν ιδιοτελείς σκοπούς και στόχους.

Ας ευχόμαστε, λοιπόν, με τις πρεσβείες του Μ. Βασιλείου, του αγίου Νικοδήμου, του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου και όλων των αγίων να μας διαφυλάξει ο Θεός από το βαθμό αυτό της αμαρτίας διότι, όπως λέει και ο άγιος Βασίλειος, «εάν τις το κακόν εν προσχήματι του αγαθού ποιή, διπλασίονος τιμωρίας εστίν άξιος» (P.G. τόμ. 32, σελ. 397). Ας ευχόμαστε να αποφύγουμε την τιμωρία αυτή και να κατορθώσουμε, με τη Χάρη του Θεού, τις αρετές για να απολαύσουμε τη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. ΑΜΗΝ.

Λόγος Β του Μ. Βασιλείου εις το άγιον Βάπτισμα, ερώτηση Η ("ει ευπρόσδεκτον εστί τω Θεώ το έργον της εντολής, μη ακολούθως κατ' εντολήν του Θεού γινόμενον") P.G, τόμ 31, σελ. 1600

Του Πρεσβ. Βασιλείου Σπηλιοπούλου
πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...