Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Απριλίου 17, 2011

17 Απριλίου Συναξαριστής.

Κυριακὴ τῶν Βαΐων, Συμεὼν Ἐπισκόπου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ, Ἀνικήτου Ἱερομάρτυρα, Ἀδριανοῦ τοῦ Νέου, Φουσὶκ καὶ τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ, Ἀζὰτ Εὐνούχου, Ἀγαπητοῦ πάπα Ρώμης, Ἀποστόλου καὶ Θεοχάρους αὐταδέλφων, Μετακομιδὴ τιμίων λειψάνων Ἀλεξάνδρου Ὁσίου, Μακαρίου Ἀρχιεπισκόπου Κορίνθου, Ζωσιμᾶ Ὁσίου, Παϊσίου διὰ Χριστὸν σαλοῦ, Ἐφραὶμ τοῦ Μεγάλου.


Κυριακὴ τῶν Βαΐων

Αναγράφει το «Ωρολόγιο»: «Πέντε μέρες προ του Νομικού Πάσχα, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα ονάριο και αφού κάθισε πάνω του εισερχόταν στη πόλη. Ο λαός μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Ιησούς (είχαν μάθει και τα περί αναστάσεως του Λαζάρου) έλαβαν στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και πήγαν να τον προϋπαντήσουν.
Άλλοι με τα ρούχα τους, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δένδρα και τα έστρωναν στο δρόμο όπου διερχόταν ο Κύριος και τον ακολουθούσαν. Ακόμα και τα νήπια τον προϋπάντησαν και όλοι μαζί φώναζαν: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωαν. ιε΄).
Αυτή τη λαμπρή και ένδοξο πανήγυρη της εισόδου στα Ιεροσόλυμα του Κυρίου εορτάζομε αυτή τη Κυριακή.
Σήμαιναν δε τα βάγια, οι κλάδοι των φοινίκων, τη κατά του διαβόλου και του θανάτου νίκη του Χριστού. Το δε Ωσαννά ερμηνεύεται σώσον παρακαλώ. Το δε πωλάριο της όνου και το κάθισμα του Ιησού πάνω του, ζώου ακάθαρτου κατά τον νόμο τους, σήμαινε τη πρώην ακαθαρσία και αγριότητα των εθνών και την μετά από λίγο υποταγή αυτών στο άγιο Ευαγγέλιο.
Η Εκκλησία μας ψάλλει:
Αφού ταφήκαμε μαζί με Σε, Χριστέ και Θεέ μας, δια του βαπτίσματός μας (το οποίο είναι τύπος του θανάτου Σου και της ταφής Σου), αξιωθήκαμε δια της αναστάσεώς Σου να εισέλθουμε στην αθάνατο ζωή της Βασιλείας Σου. Γι' αυτό υμνούντες Σε, κράζομε: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ, που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του Ουρανού. Ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.

Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ Βαπτίσματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ Ἀναστάσει σου, καὶ ἀνυμνοῦντες κράζομεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.



Ἡ Ὑπακοή. Ἦχος πλ. β’.
Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον, μετὰ ξύλων συνέλαβον ὕστερον, οἱ ἀγνώμονες Χριστόν, Ἰουδαῖοι τὸν Θεόν· ἡμεῖς δὲ πίστει ἀμεταθέτῳ, ἀεὶ τιμῶντες ὡς εὐεργέτην, διὰ παντὸς βοῶμεν αὐτῷ· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’.
Τῷ θρόνῳ ἐν οὐρανῷ, τῷ πώλῳ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐποχούμενος, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν Ἀγγέλων τὴν αἴνεσιν, καὶ τῶν παίδων ἀνύμνησιν, προσεδέξω βοώντων σοι· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

Μεγαλυνάριον.
Ἐπὶ πώλου ὄνου εἰς τὴν Σιών, εἰσῆλθες Σωτήρ μου, ὑπὸ παίδων καὶ τῶν βρεφῶν, αἰνούμενος Λόγε, τὸ Ὠσαννὰ βοώντων, εὐλογητὸς ὁ ἥκων, σῶσαι τὸν ἄνθρωπον.


 Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Περσίδος καὶ τῶν σὺν αὐτῶ Μαρτύρων
 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Συμεὼν ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Σαβωρίου καὶ ἦταν προϊστάμενος τῶν Ἐκκλησιῶν Κτησιφῶντος καὶ Σαλὴκ (στὴ Σελευκεία).
Ὅταν εἶδε τὰ παράνομα ἔργα τῶν Περσῶν καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπέφερε τὶς διαταγές τους, ἔγραψε στὸν βασιλέα Σαβώριο ὅτι «ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν ἀνεχόμαστε νὰ σᾶς ὑποφέρουμε. Κάνε λοιπὸν αὐτὸ ποὺ θέλεις». Τότε ὁ Σαβώριος, ἀφοῦ ἔστειλε στρατιῶτες, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ὁδήγησε δέσμιο στὴ φυλακή.
Ἐκεῖ, στὴ φυλακὴ ὄντας ὁ Ἅγιος, κατάφερε μὲ τὴν διδασκαλία του νὰ ἐπαναφέρει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τὸν πραιπόσιτο καὶ εὐνοῦχο τοῦ βασιλέως Γοθαζὰτ ἢ Γουζθαδάτ, ποὺ ἦταν μὲν Χριστιανὸς ἀλλὰ φοβόταν καὶ προσκυνοῦσε τὸν ἥλιο, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῶν Περσῶν. Καὶ πῶς ἔγινε αὐτό; Ὅταν ὁ Ἅγιος Συμεὼν κλείσθηκε στὴ φυλακή, τὸν εἶδε ὁ Γοθαζὰτ καὶ θέλησε νὰ τὸν ἀσπασθεῖ. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν δέχθηκε. Καὶ ἐπειδὴ δὲν δέχθηκε, εἶπε στὸν ἑαυτό του: «Ἂν ὁ Συμεών, ποῦ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποστράφηκε, πῶς ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖο ἀρνήθηκα, θὰ μὲ ἀγαπήσει;».
Ἡ εἴδηση ἔφθασε στὰ αὐτιὰ τοῦ βασιλέως Σαβωρίου. Ἡ ὀργή του στράφηκε κατὰ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν καὶ ἐπεκτάθηκε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Ἔδωσε ἐντολὴ νά ἀποκεφαλίσουν ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. Συνελήφθησαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Ἀβδελὰ χίλιοι ἑκατὸν πενήντα ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀποκεφαλίσθηκαν τὴν ἴδια μέρα μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ὑποφήτης τῶν ἐνθέων δογμάτων, Μαρτυρικὸν συνασπισμὸν ἐπαλείφεις, λόγοις ὁμοὺ καὶ πράξεσι πρὸς ἄθλους ἱερούς, μεθ' ὧν καὶ συνήθλησας, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Χριστῷ ἀνέδραμες, σὺν αὐτοὶς ἀνακράζων.  Ἰδοὺ ἠμεῖς ὡς πρόβατα σφαγῆς, τὴ σῆ ἀγάπη, Σωτὴρ ἐλογίσθημεν.




Ὁ Ἅγιος Ἀνίκητος ὁ Ἱερομάρτυρας πάπας Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀνίκητος καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἔμεσα τῆς Συρίας καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Ρώμης κατὰ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰῶνα μ.Χ. (155-166 μ.Χ.).
Πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀνίκητο ᾖλθε ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης (τιμᾶται 23 Φεβρουαρίου), γιὰ τὸν καθορισμοῦ τοῦ χρόνου τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσᾶν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν ἔπεφτε αὐτό.
Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸ ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴν ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα.
Ὁ Ἅγιος Ἀνίκητος μαρτύρησε τὸ ἔτος 166 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Μάρκου Αὐρηλίου (161-180 μ.Χ.)



Ὁ Ἅγιος Ἀδριανὸς ὁ Νέος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀδριανός, ἐπειδὴ ἀρνήθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ τὸν ὑπέβαλαν σὲ μύριες στερήσεις καὶ βασανισμοὺς γιὰ νὰ δαμάσουν τὸ φρόνημά του. Ὅταν νόμισαν ὅτι ἡ σταθερότητα τοῦ Ἁγίου θὰ εἶχε πλέον καμφθεῖ, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν διέταξαν νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνος ὅμως ὄχι μόνο δὲν πείσθηκε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ἐπίμονα τοῦ ζητοῦσαν, ἀλλὰ ὅρμησε στὸ βωμό, τὸν ἀνέτρεψε καὶ γκρέμισε τὸ πῦρ καὶ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ σφάγια.
Ἔξαλλος ὁ ἄρχοντας γιὰ τὴ στάση αὐτὴ τοῦ Ἀδριανοῦ, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν χτυπήσουν ἀνηλεῶς μὲ ραβδιὰ καὶ πέτρες. Τοῦ συνέτριψαν τὸ στόμα καὶ τὴν κεφαλὴ καί, τέλος, τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι, ὅπου τελείωσε τὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου.




Ὁ Ἅγιος Φουσὶκ ὁ Μάρτυρας καὶ ἡ θυγατέρα του ἀσκήτρια

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φουσίκ, ὅταν ἀποκεφαλίζονταν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Συμεών, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος. Παρατηρώντας τὰ γενόμενα εἶδε ἕνα πρεσβύτερο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἀποκεφαλισθεῖ νὰ εἶναι φοβισμένος καὶ τρομαγμένος καὶ εἶπε σὲ αὐτόν: «Μὴ φοβᾶσαι. Κλεῖσε τὰ μάτια σου καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σὲ φωτίσει». Ἐξαιτίας αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι ἔχει χριστιανικὸ φρόνημα, προσήχθη στὸν βασιλέα, ὅπου ὁμολόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μαρτύριό του ἄρχισε. Πρῶτα τοῦ ἔκοψαν τὴ γλῶσσα καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ἔγδαραν ἀνηλεῶς τὸ δέρμα ὅλου τοῦ σώματός του καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ψυχή του.
Εἶχε ὅμως ὁ Μάρτυς καὶ μία θυγατέρα Χριστιανή, ποὺ ἦταν ἀσκήτρια. Ὀδηγώντας την ἐνώπιόν του, ὁ βασιλέας, τὴν ἐξανάγκαζε μὲ βία νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὸν ἥλιο καὶ τὴ φωτιά. Ἐπειδὴ δὲν κατάφερε νὰ τὴν πείσει, πρῶτα τὴν γύμνωσε καὶ τὴν χτύπησε χωρὶς ἔλεος καὶ στὴν συνέχεια τὴν κατέκαψε μὲ ἀναμμένες δᾴδες. Καὶ ἀφοῦ τὴν κρέμασε, τὴν ἔγδαρε μὲ σιδερένια νύχια καὶ τὴν ἀποκεφάλισε διὰ ξίφους.




Ὁ Ἅγιος Ἀζὰτ ὁ Εὐνοῦχος (ἑορτὴ Ἀζάτ)

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Παρασκευῆς οἱ Χριστιανοὶ στὴν Περσία δοξολογοῦσαν καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν Χριστὸ ποὺ ὑπέμεινε τὰ σωτήρια Πάθη Του γιὰ ἐμᾶς. Ἀφοῦ συνελήφθη ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Ἐπίσκοπος καὶ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἐκεῖνον χίλιοι ἑκατὸν πενήντα Χριστιανοὶ (διότι ἀπὸ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ μέχρι τὴ δέκατη ἡμέρα κάθε Χριστιανὸς φυλακισμένος φονευόταν), συνελήφθη καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς ὑπέστη τὸ μαρτύριο ὁ Ἀζὰτ ὁ εὐνοῦχος, ποὺ ἦταν πλούσιος καὶ πρῶτος στὸ παλάτι, τὸν ἀγαποῦσε δὲ πολὺ καὶ τὸν τιμοῦσε ὁ Σαβώριος. Τόσο δὲ πολὺ λυπήθηκε καὶ μεταμελήθηκε ὁ βασιλέας γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀζάτ, ὥστε διέταξε νὰ πάψει πλέον ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν.




Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς πάπας Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (527-565 μ.Χ.). Ἦταν ἄνδρας ἀσκητικότατος, ἐνάρετος καὶ θαυματουργός, καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του ἀνυψώθηκε στὸ θρόνο τῆς Ρώμης τὸ ἔτος 535 μ.Χ.
Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἐκεῖνο τὸν καιρὸ διεξήγαγε πόλεμο πρὸς τὸν Ὀστρογότθο βασιλέα τῆς Ἰταλίας Θεοδάτο, ἀνέλαβε δὲ νὰ διαμεσολαβήσει μεταξὺ τους ὁ Ἅγιος Ἀγαπητός. Πρὸς ἐκτέλεση τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, τὸ ἴδιο ἔτος τῆς ἀναρρήσεώς του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ᾖλθε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται ὅτι καθ’ ὁδόν, ὅταν ἔφθασε στὴν Ἑλλάδα, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πάσχοντα ἀπὸ δυὸ ἀγιάτρευτες ἀσθένειες, δηλαδὴ δὲν μποροῦσε καθόλου οὔτε νὰ μιλήσει, οὔτε νὰ βαδίσει. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο ὁ Ἅγιος τὸν θεράπευσε.
Ἀλλὰ καὶ μόλις ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴ Χρυσὴ Πύλη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιτέλεσε κι ἄλλο θαῦμα. Συγκεκριμένα ἔθεσε τὸ χέρι του στὰ μάτια κάποιου τυφλοῦ ποὺ τὸν πλησίασε καὶ τοῦ χάρισε τὴν δυνατότητα τῆς ὁράσεως.
Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔτυχε πάνδημης ὑποδοχῆς ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό. Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ πέντε Ἐπισκόπους τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο Α’ τὸν ἀπὸ Τραπεζοῦντος, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸν αὐτοκράτορα, διότι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε ἀποδεχθεῖ τὴν διδασκαλία τοῦ αἱρετικοῦ μονοφυσίτου Σεβήρου. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς προκάλεσε ἐπίσημα ζήτημα Πατριάρχου. Ὁ Πατριάρχης Ἄνθιμος κατέθεσε τὸ ὠμοφόριό του στὰ χέρια τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐξελέγη ὁ Μηνὰς (536 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀγαπητό.
Τὸ ἴδιο ἔτος συνῆλθε Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Μηνᾷ, ἡ ὁποία καθαίρεσε καὶ ἀναθεμάτισε τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο γιὰ τὶς κακοδοξίες του.
Λίγο μετὰ τὴν διευθέτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 536 μ.Χ. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καὶ ἐτελεῖτο ἡ Σύναξή του.




Οἱ Ὅσιοι Ἀπόστολος καὶ Θεοχάρης οἱ αὐτάδελφοι

Οἱ Ὅσιοι Θεοχάρης καὶ Ἀπόστολος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἄρτα καὶ ἔζησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν τέκνα τοῦ ἱερέως Ντούια, ὁ ὁποῖος τὰ ἀνέθρεψε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ὁ Ὅσιος Θεοχάρης χρημάτισε διδάσκαλος τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Νικολάου Σκουφᾶ, ἀπὸ τὴν Ἄρτα. Καὶ οἱ δυὸ Ὅσιοι διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν φιλανθρωπία. Συνεχῶς μελετοῦσαν τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ προσεύχονταν.
Ὁ Ὅσιος Θεοχάρης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ Μεγάλο Σάββατο τοῦ ἔτους 1829 καὶ προέβλεψε τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ἀδελφό του νὰ τὸν ἐνταφιάσει στὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ νὰ μὴν γίνει ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του. Τὸ ἅγιο λείψανό του εὐωδίαζε, σημεῖο τῆς ἀγάπης του Κυρίου πρὸς τὸν ὅσιο.
Ὁ Ὅσιος Ἀπόστολος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1846. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ ἐνταφίασαν στὸ κοιμητήριο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας μὲ πολλὲς τιμές. Τὸν βίο τους συνέγραψε ὁ Μητροπολίτης Ἄρτης, Σεραφεὶμ ὁ Βυζάντιος καὶ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Κάτω Παναγιᾶς Ἄρτης Κωνστάντιος ὁ ἐξ Ἄρτης.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴ μνήμη τους, ἐπίσης, τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων.



Μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου τοῦ ἐκ Ρωσίας

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβίρσκιυ (τιμᾶται 30 Αὐγούστου) βρέθηκαν καὶ μετακομίσθηκαν τὸ ἔτος 1641.













Ὁ Ἅγιος Μακάριος Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου

Ὁ Ἅγιος Μακάριος, κατὰ κόσμο Μιχαὴλ Νοταρᾶς, ἦταν ὁ πέμπτος κατὰ σειρὰ υἱὸς τοῦ Γεωργαντᾶ καὶ τῆς Ἀναστασίας καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐννέα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας αὐτῆς. Γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας τὸ 1731. Ὁ βιογράφος του Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, σημειώνει: «Κόρινθος εἶναι πόλις τῆς Πελοποννήσου, εἰς τὸ λεγόμενον Ἐξαμίλιον εὑρισκόμενη. Πόλις ἀρχαιότατη κι ὀνομαστή… Ἀπὸ αὐτὴν κατάγεται καὶ ταύτης ἐστάθη γέννημα καὶ θρέμμα ὁ θεῖος οὗτος Μακάριος… Ἐκ τούτων λοιπὸν (ἐνν. τῶν γονέων) γεννᾶται ὁ θεῖος οὗτος… κατὰ τὸ 1731».
Ἀνάδοχος τοῦ νεαροῦ Μιχαὴλ ἦταν ὁ τότε Μητροπολίτης καὶ πρόεδρος Κορίνθου Παρθένιος, ὁ ὁποῖος ὀνόμασε αὐτὸν Μιχαήλ. Ὁ Παρθένιος διατηροῦσε οἰκογενειακὲς σχέσεις μὲ τὸν Γεωργαντά. Ἔτσι, ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ ἀναπτυσσόταν μέσα στὴ θεοσεβῆ καὶ εὐλογημένη οἰκογένειά του, μὲ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν μεγάλη πολιτική της δύναμη καὶ μὲ τὴν ἀκοίμητη φροντίδα τῶν γονέων του. Ὁ Μιχαὴλ εἶχε κάτι ἰδιαίτερο σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἄλλα του ἀδέλφια. Ἀκτινοβολοῦσε καλοσύνη καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς συμπολῖτες του, ἔδειχνε ταπεινοφροσύνη καὶ ἔμφυτη σεμνότητα καὶ ἦταν πολὺ ἀγαπητὸς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Τρικάλων.
Ὅταν ᾖλθε ὁ κατάλληλος χρόνος, διδάχθηκε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ἀπὸ τὸν ἀκμάζοντα τότε Κεφαλλήνιο διδάσκαλο Εὐστάθιο. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του, ὁ Μιχαήλ, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ πατέρα του, ὁρίστηκε ἐπιστάτης μερικῶν χωριῶν τῆς περιοχῆς πρὸς εἴσπραξη χρημάτων, «ἀλλ’ οὗτος ὁ ἀοίδιμος μὴ ἔχοντας κλίσι εἰς τοιαύτας ματαιότητας ὄχι μόνον δὲν ἐσύναξε χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε διεσκόρπισε καὶ ζημίαν ἐπροξένησεν εἰς τὸν πατέρα του». Οὔτε ὁ πλοῦτος οὔτε τὰ ἀξιώματα οὔτε ἡ πολιτικὴ δύναμη τοῦ πατέρα του ἄσκησαν ἐπιρροὴ ἢ ἕλξη ἐπάνω του. Ἀντίθετα τὰ ἀποστρεφόταν. Ἤδη «ἀπὸ τᾶς πρώτας ἀρχὰς τῆς νεότητός του» ἔγινε σαφὴς ἡ κλίση του πρὸς τὰ πνευματικὰ θέματα, ἀφοῦ ζοῦσε μὲ ταπείνωση, μεταβαίνοντας συχνὰ στὴν ἐκκλησία καὶ συμμετέχοντας μὲ κατάνυξη στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἀποστρεφόμενος τὶς συναναστροφὲς τῶν συνομηλίκων του και γενικὰ τὴν ἐγκόσμια ματαιότητα.
Ἐγκαταλείπει κρυφά, λοιπόν, μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῆς μητέρας του ὅλα αὐτὰ καὶ μεταβαίνει μὲ θεῖο ζῆλο στὸ Μέγα Σπήλαιο, στὴ μέγιστη καὶ ἱστορικὴ καὶ παλαιότατη αὐτὴ μονὴ τῆς Πελοποννήσου, γιὰ νὰ καθαίρει καθημερινὰ τὴν ψυχή του καὶ νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς ἀλλότριες καὶ ἐφάμαρτες προσμείξεις τῆς ἐγκοσμίου βιοτῆς. Ἦταν μία ἐπαινετὴ καὶ θεάρεστη ἀπόφαση καὶ προσπάθεια νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν προηγούμενη ζωή του στὴν Κόρινθο καὶ ἀπὸ τὶς παντὸς εἴδους ἀπασχολήσεις του, γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος τῆς χάριτος ἀκολουθώντας τὸν μοναχικὸ βίο.
Δυστυχῶς ὅμως γιὰ τὸν ἐνάρετο Μιχαὴλ ἡ ἀπόφασή του ἐκείνη δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ. Οἱ θερμὲς παρακλήσεις δὲν εἰσακούσθηκαν ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς μονῆς, διότι τὸ αἴτημά του δὲν εἶχε τὴν συγκατάθεση τοῦ πατέρα τοῦ Ἁγίου. Ὁ Μιχαὴλ ἦταν τότε περίπου εἴκοσι ἐτῶν.
Μετὰ τὴν ἀποτυχία του νὰ περιβληθεῖ τὸ ἰσαγγελικὸ σχῆμα, ὁ ἐνάρετος Μιχαὴλ ἐπέστρεψε στὴν πατρική του οἰκία. Ἀρχικὰ παρέμενε σὲ αὐτὴν ἀσχολούμενος μὲ τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διαφόρων πατερικῶν κειμένων, βίων Ἁγίων καὶ ἄλλων ψυχωφελῶν βιβλίων. Ἡ μελέτη αὐτὴ τὸν βοήθησε νὰ ἰσχυροποιήσει ἀκόμη περισσότερο τὴν πίστη του καὶ νὰ εἰσχωρήσει βαθύτερα στὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη πέθανε ὁ Εὐστάθιος καὶ ἡ σχολὴ τῆς Κορίνθου στερεῖτο διδασκάλου. Ὅλοι στράφηκαν νοερῶς πρὸς τὸ νεαρὸ Μιχαὴλ καὶ ἐνδόμυχα εὔχονταν καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπέβλεπαν, πιστεύοντας ὅτι ἦταν ἱκανὸς νὰ διαδεχθεῖ τὸν διδάσκαλό του.
Ὁ ἐνάρετος Μιχαὴλ Νοταρᾶς προσέφερε ἐπὶ ἕξι ἔτη τὶς ὑπηρεσίες του ὡς διδάσκαλος τῆς Σχολῆς τῆς Κορίνθου χωρὶς μισθό, διαπαιδαγωγώντας μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὸ ὑψηλό του ἦθος, κυρίως τοὺς νεαροὺς μαθητές. Παράλληλα μὲ πολὺ ὑπομονὴ ἀναζητοῦσε κατάλληλο διδάσκαλο γιὰ τὴν Σχολή. Ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», εἶχε ἤδη ἐπιλέξει τὸν Μιχαὴλ ὡς σκεῦος τῆς θείας χάριτος καὶ τὸν εἶχε ἤδη προορίσει γιὰ ὑψηλότερο καὶ ἁγιότερο ἔργο. Θεία λοιπὸν εὐδοκία ὁ νεαρὸς καὶ ἐνάρετος Μιχαὴλ καθίσταται ποιμενάρχης τῆς Κορίνθου κατὰ τρόπο ἐντυπωσιακό.
Ἡ θεία εὐδοκία ἐκδηλώνεται σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Τὸ ἔτος 1764 κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ γέροντας Μητροπολίτης Κορινθίας Παρθένιος, ποὺ εἶχε ἀναδεχθεῖ τὸν Μιχαὴλ ἀπὸ τὴν ἱερὰ κολυμβήθρα καὶ ὁ θρόνος χήρευσε. Ἡ θεόσδοτη αὐτὴ εὐκαιρία διάνοιξε γιὰ τὸν ἐνάρετο καὶ εὐσεβῆ διδάσκαλο Μιχαὴλ τὴν εὐλογημένη λεωφόρο γιὰ τὸ εὐρὺ καὶ ἐπίπονο στάδιο τῆς θεαρέστου διαποιμάνσεως ψυχῶν καὶ ποικίλης προσφορᾶς.
Μετὰ τὴν κοίμηση λοιπὸν τοῦ Παρθενίου σύμπας ὁ Χριστεπώνυμος λαὸς τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ οἱ λοιποὶ τῆς Κορινθίας Ἐπίσκοποι, μὲ μία φωνὴ καὶ γνώμη, σὰν νὰ κινήθηκαν ἀπὸ θεία προτροπὴ καὶ προσταγὴ θεώρησαν τὸ νεαρὸ Μιχαὴλ Νοταρὰ κατὰ πάντα ἄξιο νὰ ἐκλεγεῖ Μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας τους καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τῶν πιστῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Ὁ Πατριάρχης, ἔχοντας ἐνώπιόν του τὸ καθολικὸ αἴτημα κλήρου καὶ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, ἀποδέχθηκε τὴν πρόταση. Ὁ λαϊκὸς ἀκόμη Μιχαὴλ Νοταρᾶς, ἔλαβε διαδοχικὰ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης, ὀνομασθεῖς Μακάριος καὶ τὸν Ἰανουάριο τοῦ ἔτους 1765 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κορίνθου σὲ ἡλικία τριάντα τεσσάρων ἐτῶν.
Καθημερινὰ ὁ ἁγιότατος πατὴρ βίωνε τὴν παραβολὴ τοῦ Κυρίου περὶ τῶν δεσποτικῶν ταλάντων καὶ μὲ ἀγάπη πολὺ ἐνεργώντας ἤθελε κατὰ τὸν χρόνο τῆς θείας εὐδοκίας νὰ «συναίρῃ λόγον» μὲ τὸ λαό του γιὰ πολλαπλασιασμὸ τῶν καρπῶν καὶ καλλικαρπία τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν ἐναρέτων πράξεων. Ἔθεσε λοιπὸν σὲ πλήρη ἐφαρμογὴ τὸ σχέδιό του πρὸς ἀνακαίνιση καὶ ἀναμόρφωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐπαρχίας του, τὴν ὁποία ὅπως λέγει ὁ βιογράφος του, «εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐξ ἀπαιδευσίας εἴτε καὶ διὰ τὰ δυὸ ὀνόματα τῶν προκατόχων του ποιμένων ἐξηχρειωμένη ηὖρε τὴν Ἐκκλησίαν ὅλην, τουτέστι τὴν ἐπαρχίαν, καὶ γεμάτη ἀπὸ ἀταξίαν καὶ παρανομίας σπουδὴν μεγάλην καὶ ἐπιμέλειαν ἔβαλε… νὰ τὴν ἀνακαινίση καὶ εἰς τὸ κρεῖττον νὰ τὴν ἀναμορφώση».
Ἐπιδοτήθηκε σὲ ἕναν ἐπίπονο ἀγῶνα διδασκαλίας τοῦ θείου λόγου στὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας του. Μὲ τὰ συχνὰ κηρύγματά του σὲ ὅλη τὴν ἐπαρχία παρεῖχε τὴν πνευματικὴ αὐτὴ τροφὴ πλούσια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολὺ ταπείνωση καὶ ἠθικότητα βίου, γιὰ κάθε ἡλικία καὶ τάξη ἀνθρώπων.
Ἐπιδιώκοντας τὴν ἐπιμόρφωση τῶν ὑπηρετούντων κληρικῶν διένειμε σὲ ὅλους τοῦ ἱερεῖς, Ἱερὲς Κατηχήσεις, γιὰ νὰ ἐνδιατρίψουν βαθύτερα τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ βάθος τους.
Τέλος, ἐπεδίωκε μὲ πολὺ πόθο τὴν ἵδρυση σχολείων κοινῶν καὶ ἑλληνικῶν μαθημάτων στὴν ἐπαρχία του, γιατί γνώριζε πολὺ καλὰ τὴν σημασία τῶν σχολείων γιὰ τὴν ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀναγέννηση.
Μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο, τὸ ἔτος 1770, ἀποφεύγοντας ὁ Ἅγιος τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἐκδίκηση τῶν Τούρκων καὶ τῶν Ἀλβανῶν, πέρασε μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Ζάκυνθο.
Ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο μετέβη στὰ Ὁμαλὰ τῆς Κεφαλληνίας γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ τίμιο λείψανο τοῦ συγγενοῦς του Ἁγίου Γερασίμου. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μετὰ παραμονὴ μερικῶν μηνῶν, ἐπέστρεψε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου παρέμεινε γιὰ τρία περίπου ἔτη. Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Ὕδρα, ὅπου ὡς φιλοξενούμενος ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου.
Κατὰ τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς του στὴν Ὕδρα συναντήθηκε μὲ τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Πρέπει ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ ὅτι κατὰ τὸν Ἀνδρέα Μάμουκα ὁ κλεινὸς Μακάριος χειροτόνησε ἀργότερα ἱερέα τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο.
Ἡ Πύλη, ἐπιθυμώντας τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως καὶ τῆς ἠρεμίας, τὴν ἐπανάκαμψη τῶν κατοίκων στὶς ἑστίες τους καὶ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ κανονικοῦ ρυθμοῦ ζωῆς στὴν ἐξεγερθεῖσα περιοχή, διέταξε τὸν Πατριάρχη Θεοδόσιο Β’ (1769-1773) νὰ ἐκλέξει νέους Μητροπολῖτες στὶς ἐπαρχίες τῆς Πελοποννήσου.
Ὁ Πατριάρχης προέβη στὴν πλήρωση τῶν κενῶν μητροπολιτικῶν θέσεων τῆς Πελοποννήσου διὰ χειροτονίας κληρικῶν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, «ἀπέστειλε δὲ καὶ ἄλλους διὰ βασιλικῶν γραμμάτων συνιστῶν εἰς περιποίησιν τοῦ ὑπολειφθέντος εὐσεβοῦς λαοῦ». Μητροπολίτης Κορίνθου χειροτονήθηκε ὁ Γαβριήλ, μέχρι τότε πρωτοσύγκελος τῆς Μητροπόλεως Νικαίας, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1771.
Στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο Β’ (1174-1780) μὲ ἡμερομηνία 6 Μαΐου 1771, προφανῶς ἀπὸ τὴ Χῖο, ὁ Ἅγιος Μακάριος μὲ βαθύτατο σεβασμὸ δηλώνει ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλει τὴν παραίτηση ποὺ τοῦ ζητήθηκε, διότι τὸν ἐμποδίζουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ἀφοῦ κατ’ αὐτοὺς θὰ «συναποβάλῃ» καὶ τὴν ἀρχιερωσύνη. Ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλα συναφῆ ζητήματα καὶ τέλος ζητᾷ ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία νὰ τοῦ παράσχει τὴν συγγνώμη της καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Διαβεβαιώνει ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὴν ἐνοχλήσει ἢ νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ζητᾷ μόνο τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες της.
Μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς Μητροπόλεώς του διανοίγεται γιὰ τὸν πάνσεπτο Ἱεράρχη ἕνα εὐρύτερο στάδιο χριστιανικῆς προσφορᾶς γιὰ τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὡς φλογερὸς ἀπόστολος τοῦ Κυρίου δὲν περιόριζε πλέον τὴ δράση του μέσα στὰ ὅρια μιᾶς ἐπισκοπικῆς ἐπαρχίας ἢ μιᾶς περιοχῆς, ὅπως ἔπραττε ὡς Μητροπολίτης Κορίνθου. Τώρα πλέον ἐπεκτείνει τὴ θεάρεστη ποιμαντική του δραστηριότητα σὲ εὐρύτερους ὁρίζοντες. Ξεχύνεται λοιπὸν στὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων καὶ τοῦ εὐρύτερου Αἰγαίου, σὲ πόλεις τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ ἦθος του διαπότιζε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν κηρύσσοντας τὰ σωτηριώδη διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἐπισκέπτεται τὴν Ὕδρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὴ Χῖο. Ἀπὸ τὴ Χῖο ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐκπληρώνοντας τὴν διακαῆ του ἐπιθυμία νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἀθωνικὴ πολιτεία καὶ νὰ βιώσει ὅσα καλὰ περὶ αὐτῆς εἶχε ἀκούσει καὶ μελετήσει.
Ὅταν ὁ θεῖος Μακάριος ἔφθασε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1777, ἐγκαταστάθηκε στὸ κελλίο «Ἅγιος Ἀντώνιος» τοῦ συμπατριώτου του Γέροντος Δαβίδ. Ἐκεῖ συναντήθηκε καὶ πάλι μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Ἀθωνικὴ πολιτεία σπαρασσόταν ἀπὸ ἔριδες καὶ διαμάχες σχετικὰ μὲ τὰ μνημόσυνα καὶ τὰ κόλλυβα. Αἰτία τῆς ἔριδος ἦταν ἡ ἡμέρα τελέσεως τῶν μνημοσύνων. Οἱ μὲν ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὑποστήριζαν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση μνημοσύνων κατὰ τὴν Κυριακή, οἱ δὲ δέχονταν τὸ ἀντίθετο. Ἐξ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διαφωνίας προέκυψαν σφοδρὲς ἔριδες καὶ ἀντιθέσεις, οἱ ὁποῖες ἐπεκτάθηκαν καὶ σὲ ἄλλα θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἐκεῖ κατάσταση ἀπογοήτευσε τὸ θεῖο Ἱεράρχη.
Λόγω τῶν ταραχῶν καὶ τῶν ἐκτροπῶν ποὺ σημειώθηκαν ἐκεῖ, φοβούμενος γιὰ τὴν ἴδια του τὴ ζωή, ἐπέστρεψε στὴ Χῖο. Καὶ μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ ἐκεῖ, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Πάτμο. Ὁ Ἅγιος κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Πάτμο, ἀποσκοπώντας σὲ μόνιμη διαμονὴ καὶ ἔχοντας δελεασθεῖ προφανῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἵδρυσε τὸ Κάθισμα τῶν Ἁγίων Πάντων.
Μετὰ τὴ διανομὴ τῆς πατρικῆς περιουσίας ὁ εὐκλεὴς Ἱεράρχης ἐπανῆλθε στὴ Χῖο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴ Σμύρνη πρὸς συνάντηση τοῦ Ἰ. Μαυροκορδάτου, ἀφοῦ εἶχε ἤδη ἐφοδιασθεῖ μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τοὺς Χίους προύχοντες πρὸς αὐτόν. Ἀπὸ τὴ Σμύρνη ὁ ἁγιότατος πατὴρ ἐπέστρεψε στὴ Χῖο, ὅπου διῆλθε τὰ τελευταία 10-12 ἔτη τῆς ζωῆς του, πιθανῶς ἀπὸ τὸ 1793-1805. Ἐπέλεξε ὡς τόπο κατοικίας του τὸ ναΐσκο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὶς βόρειες – βορειοδυτικὲς παρυφὲς τοῦ Βροντάδου, στὶς ὑπώρειες τοῦ Αἴπους. Ἐκεῖ διέμεινε ἐπὶ δώδεκα περίπου ἔτη, μέχρι τὴ θεία κοίμηση, τὸ ἔτος 1805.
Στὸ ἀσκητήριό του καὶ στὸ ναό, μακριὰ ἀπὸ τοὺς θορύβους τῆς πόλεως, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν πολύμορφη, πολύαθλη καὶ ἐπίπονη πνευματική του ἄθληση. Κατὰ τὸν ὑποτακτικό του Ἰάκωβο, γράφει ὁ βιογράφος του, συνήθιζε νὰ τελεῖ «τεσσαρακοστᾶς μεγάλας τὸν χρόνον, ἤγουν μὲ ὅλα τὰ συνακόλουθα, μὲ ὅλη τὴν ἀκρότατην ἐπίτασιν, μὲ ὅλην τὴν ἀπαιτούμενην ἀκρίβειαν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς». Φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα μὲ τοὺς ἀτελεύτητους καὶ ἐξαντλητικοὺς ἀγῶνες του ἀνερχόταν συνεχῶς καὶ ὑψηλότερα τὴ θεάρεστη κλίμακα τῶν θεοφιλῶν ἀρετῶν καὶ ἀναδεικνυόταν καθημερινὰ θεοειδής.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐργώδη προσπάθεια, σὲ περίοδο πλήρους ἐκδαπανήσεώς του χάριν τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν, προσβλήθηκε ἀπὸ ἡμιπληγία τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς. Ἡ ἡμιπληγία ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο Μακάριο νὰ παραμείνει στὸ κρεβάτι ἐπὶ ὀκτὼ μῆνες μέχρι τῆς κοιμήσεώς του. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, «ὀδυνώμενος καὶ πάσχων καὶ τὸν στέφανον ἐαυτῶ πλέκων τὸν διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ εὐχαριστίας πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Δεσπότην καὶ Κύριον», παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ δεχθεῖ τὶς «πηγὲς τῶν δακρύων» του. Συχνὰ ἔλεγε ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του τὸν «παιδεύει» ὁ Θεὸς καὶ ὅτι παρὰ ταῦτα αὐτὸς δὲν μετανοεῖ: «καὶ πολλάκις τοῦτο ἔλεγε μὲ ροᾶς δακρύων. Δὲν μετανοῶ».
Ἡ εἴδηση περὶ τῆς ἀσθένειας τοῦ Ἁγίου ἁπλώθηκε ταχύτατα στὴ Χιακὴ κοινωνία, βαθιὰ δὲ λύπη καὶ ἀγωνία κατακυρίευσε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἰδιαίτερα τότε κατὰ τὸ ὀκτάμηνο διάστημα τῆς κλινήρους ζωῆς του οἱ πιστοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες κάθε τάξεως καὶ ἡλικίας, φίλοι καὶ γνωστοὶ τοῦ Ἁγίου, ἀκόμη οἱ λιγότερο συνδεδεμένοι μὲ αὐτὸν ἢ καὶ μέχρι τότε ἀδιάφοροι, ἔσπευδαν στὸ ἀσκητήριό του γιὰ νὰ λάβουν «τᾶς ἁγίας του εὐχᾶς καὶ εὐλογίας».
Ὁ Ἅγιος ἐξομολογοῦνταν συχνὰ καὶ μεταλάμβανε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων «πρώτον ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, ὕστερον πρὸς τὸ τέλος καθ’ ἑκάστην».
Ὁ Ἅγιος Μακάριος κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 1805. Τὸ τίμιο σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὴ νότια πλευρά του.
Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του ἔγινε τὸ ἔτος 1808.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν Κορίνθου ποιμένα τὸν τῷ ὄντι Μακάριον, τὸν Θεοῦ πρόνοια τῆς Χίου, ἀναφανέντα κοσμήτορα, ἐν πράξεσιν ὁμοὺ καὶ διδαχαίς, τιμῶμεν σε ἐν ὕμνοις καὶ ὠδαίς, θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ ἀπελαύνεις ἀκάθαρτα πνεύματα. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ τὰ ὀστᾶ σου πηγὴν θαυμάτων ἀναδείξαντι.



Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τοῦ Ρωσικοῦ Βορρᾶ, ὑπῆρξε ἡγούμενος καὶ ἱδρυτὴς τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ στὸ νησὶ Σολόφκι. Γεννήθηκε στὴν ἐπαρχία τοῦ Νόβγκοροντ, στὸ χωριὸ Τολβούι κοντὰ στὴ λίμνη Ὀνέγκα. Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια καὶ μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, Γαβριὴλ καὶ Βαρβάρας, μοίρασε τὴν περιουσία του καὶ ἐκάρη μοναχός.
Ὁ πόθος του νὰ βρεῖ ἕνα ἐρημικὸ μέρος γιὰ νὰ μονάσει, τὸν ὁδήγησε στὶς ἀκτὲς τῆς Λευκῆς Θάλασσας καὶ στὸ Δέλτα τοῦ ποταμοῦ Σούμ. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν Ἅγιο Γερμανὸ (τιμᾶται 30 Ἰουλίου), ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε γιὰ ἕνα ἐρημικὸ νησί, ὅπου εἶχε περάσει ἕξι χρόνια μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Σαββάτιο (τιμᾶται 27 Σεπτεμβρίου).
Περὶ τὸ ἔτος 1436, οἱ Ὅσιοι Ζωσιμᾶς καὶ Γερμανὸς διέσχισαν τὴ θάλασσα καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὰ νησιὰ Σολόφκι. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς εἶδε ἕνα ὅραμα: εἶδε μία ὄμορφη ἐκκλησία στὸν οὐρανό. Μὲ τὰ χέρια τους οἱ μοναχοὶ ἔχτισαν κελλιὰ καὶ παράλληλα ἄρχισαν νὰ καλλιεργοῦν καὶ νὰ σπέρνουν τὴ γῆ.
Κάποτε, στὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου, ὁ Ἅγιος Γερμανὸς πῆγε στὴ στεριὰ γιὰ προμήθειες. Ἐξαιτίας τοῦ φθινοπωρινοῦ καιροῦ δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς παρέμεινε μόνος στὸ νησὶ ὅλο τὸν χειμῶνα. Ὑπέφερε πολλοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὴν πάλη τοῦ ἀγῶνος ἐναντίων τῶν δαιμόνων. Τὸν ἀπείλησε ἀκόμα καὶ ὁ θάνατος, λόγω τῆς πείνας, ἀλλὰ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἐμφανίσθηκαν δυὸ ξένοι καὶ τὸν προμήθευσαν ψωμί, ἀλεῦρι καὶ λάδι. Τὴν ἄνοιξη ὁ Ἅγιος Γερμανὸς ἐπέστρεψε στὸ Σολόφκι μαζὶ μὲ τὸν Μᾶρκο τὸν ψαρὰ καὶ ἔφερε προμήθειες φαγητοῦ καὶ ξάρτια γιὰ δίχτυα ψαρέματος.
Ὅταν εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοὶ ἐρημῖτες στὸ νησί, ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς οἰκοδόμησε μία ξύλινη ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, καθὼς καὶ μία τράπεζα γιὰ τὶς ὧρες τοῦ κοινοῦ φαγητοῦ. Μὲ ἀπαίτηση τοῦ Ὁσίου Ζωσιμᾶ στάλθηκε ἕνας ἡγούμενος ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Νόβγκοροντ στὴ νεοϊδρυθεῖσα μονὴ μαζὶ μὲ ἕνα ἀντιμήνσιο γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ἔτσι τὸ νέο μοναστῆρι τοῦ Σολόφκι εἶχε τὴν ἀρχή του.
Στὶς δύσκολες συνθῆκες τοῦ ἀπομονωμένου νησιοῦ, οἱ μοναχοὶ ἤξεραν πῶς νὰ οἰκονομοῦν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ οἱ ἡγούμενοι ποὺ ἀποστέλλονταν ἀπὸ τὸ Νόβγκοροντ στὸ Σολόφκι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σὲ τέτοιες δυσάρεστες συνθῆκες καί, ἔτσι, οἱ ἀδελφοὶ τῆς μονῆς διάλεξαν γιὰ ἡγούμενο τὸν Ὅσιο Ζωσιμά.
Ὁ Ὅσιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τοῦ μοναστηριοῦ καὶ εἰσήγαγε ἕναν αὐστηρὸ κοινοβιακὸ τρόπο ζωῆς. Τὸ ἔτος 1465, μετέφερε τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Σαββατίου στὸ Σολόφκι ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βίγκ.
Τὸ μοναστῆρι ὑπέφερε ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς τοῦ Νόβγκοροντ, οἱ ὁποῖοι δήμευαν τὶς ψαριὲς τῶν μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος ἦταν ἀναγκασμένος νὰ πάει στὸ Νόβγκοροντ καὶ νὰ ζητήσει τὴν προστασία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Μὲ τὴν συμβολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπισκέφθηκε τὰ σπίτια τῶν εὐγενῶν καὶ τοὺς ζήτησε νὰ μὴν ἐπιτρέψουν τὴν καταστροφὴ τῆς μονῆς. Ἡ Μάρθα Μπορέτσκαγια, ἡ ὁποία ἦταν πλούσια καὶ εἶχε ἐπιρροή, συμπεριφερόμενη μὲ ἀσέβεια ἔδωσε ἐντολὲς νὰ πετάξουν ἔξω τὸν Ὅσιο Ζωσιμά. Μετάνιωσε ὅμως ἀργότερα καὶ τὸν προσκάλεσε σὲ δεῖπνο. Σὲ αὐτὸ τὸ δεῖπνο εἶδε ξαφνικὰ σὲ ὅραμα ὁ Ὅσιος ὅτι ἕξι ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς εὐγενεῖς κάθισαν στὸ τραπέζι χωρὶς τὰ κεφάλια τους. Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς εἶπε γιὰ τὸ ὅραμά του στὸν ὑποτακτικό του, τὸν Δανιήλ, καὶ προέβλεψε ἕνα τρομερὸ θάνατο γιὰ τοὺς εὐγενεῖς. Ἡ πρόβλεψη ἐκπληρώθηκε τὸ ἔτος 1478, ὅταν οἱ Βογιάροι ἐκτελέσθηκαν κατὰ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Νόβγκοροντ ἀπὸ τὸν Ἰβᾶν τὸν Γ’ (1462-1505).
Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς προετοίμασε τὸν τάφο του κάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1478.
Τὰ ἱερὰ λείψανά του καὶ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Σαββατίου μεταφέρθηκαν στὸ παρεκκλῆσι ποὺ ἀφιερώθηκε σὲ αὐτούς, στὸ καθεδρικὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1566.
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς θεωρεῖται προστάτης τῶν κυψελῶν καὶ φύλακας τῶν μελισσῶν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσθενεῖς ἐπικαλοῦνται τὴ χάρη τοῦ Ὁσίου γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Οἱ πολλοὶ νοσοκομειακοὶ ναοί, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι σὲ αὐτόν, ἐπιβεβαιώνουν τὴ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.




Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος, κατὰ κόσμον Προκόπιος Γκρηγκόρεβιτς-Ζαρόσκιυ, γεννήθηκε στὶς 8 Ἰουλίου 1821 στὴν πόλη Λούμπνα τῆς ἐπαρχίας Πολτάβα. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σχολεῖο τοῦ Κίεβο-Ποντόλσκιυ καὶ ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπὸ νωρὶς στὴν καρδιά του καλλιεργήθηκε ὁ πόθος γιὰ τὴ  μοναχικὴ πολιτεία. Ἔτσι εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου καὶ ἐκάρη μοναχός, παίρνοντας τὸ ὄνομα Παΐσιος. Ἀγωνίσθηκε τὸν καλὸ ἀγῶνα ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς σαλότητος καὶ φθάνοντας τὰ ὑψηλὰ ἀσκητικὰ κατορθώματα.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1893.




Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Μεγάλος

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἦταν υἱὸς τοῦ πρίγκιπα τῆς πόλεως Κάρτλη καὶ μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Χαντζτέλι (τιμᾶται 6 Ὀκτωβρίου). Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀζκουρίας (τῆς ἀνατολικῆς Γεωργίας) κατὰ τὰ ἔτη 845-885 μ.Χ. καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη

Ομιλία για την Κυριακή των Βαΐων από το Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό


Περισσότερο στον άνθρωπο χρειάζεται η καλή τοποθέτηση των πραγμάτων στις δύσκολες αυτές μέρες πού βρισκόμαστε· με περισσότερη σύνεση να ανταποκριθή, γιατί, όπως ακούσαμε και στην ανάγνωση της τράπεζας «διά το πληθυνθήναι την ανομία», κατά τον λόγο του Κυρίου, «ψυγήσεται η αγάπη των πολλών».

Η αγάπη είναι απόρροια του Θεού, ο οποίος αρέσκεται να καλήται ΑΓΑΠΗ ο ίδιος· «ο Θεός αγάπη εστί». Όταν φεύγει ο Θεός, οι άνθρωποι τότε μακράν της παρουσίας Του δυστυχούν. Απόδειξη ότι σήμερα «διά το πληθυνθήναι την ανομίαν» εψύγη η αγάπη και οι άνθρωποι είναι δυστυχείς. Ποιος τους κάνει δυστυχείς;

Αν έρμηνεύσωμε την ευτυχία βάσει των υλιστικών θεωριών, ότι δηλαδή αυτή βρίσκεται στην πλησμονή των υλικών αγαθών, τότε γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο δυστυχείς, αφού ουδέποτε στην παγκόσμια ιστορία υπήρχαν τόσα πολλά αγαθά, όπως στην σημερινή εποχή;

Ουδέποτε στο παρελθόν ο άνθρωπος επέτυχε την συνάθροιση τόσων υλικών αγαθών όσων στις μέρες μας.Ουδέποτε μπόρεσε να το κάνη αυτό σε όλη την ροή της ιστορίας του. Και ενώ σήμερα πραγματικά υπάρχουν τόσα πολλά αγαθά και τρόποι πού διατίθενται, εν τούτοις οι άνθρωποι είναι δυστυχέστεροι παρά σ’ όλες τις άλλες εποχές.

Άρα, δεν έγκειται η ευτυχία στα υλικά αγαθά για τον έξης λόγο: Επειδή ο άνθρωπος είναι πνευματικό ον, δεν μπορεί η ύλη να τον κάνη ευτυχή, να τον ολοκλήρωση. Αυτό πού του λείπει, σαν πνευματικό ον, είναι η πνευματικότης, η οποία δεν πηγάζει ποτέ από την ύλη.

Ο Θεός Λόγος διά της παρουσίας Του συνεμείχθη μετά του ανθρώπου και, διά του ανθρώπου, στην υπόλοιπη κτίση και επανέφερε την ισορροπία. Τώρα ο άνθρωπος ανθίσταται και επαναστατεί κατά του Θεού. Αυτός είναι ο λεγόμενος ουμανισμός, είναι η θεωρία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και γενικά των σημερινών εθνών. Ότι «πάντων μέτρον άνθρωπος» και η ανθρώπινη γνώση κορύφωμα του ορθολογισμού. Εφ΄ όσον λοιπόν μέτρον πάντων είναι ο άνθρωπος, τίποτε άλλο δεν χρειάζεται. Αυτή είναι η αρχή και το τέλος του ουμανισμού.

Αυτό σήμερα κάνουν οι άνθρωποι. Όσο αυτή η θεωρία αυξάνει και εφαρμόζεται, τόσο «εκσαρκώνεται», διώχνεται ο Θεος Λόγος από την γη· δεν τον χρειάζονται πλέον οι άνθρωποι. Μαζί με την θεωρία, παρουσίασαν κι εθεοποίησαν διάφορα άλλα στοιχεία. Αν το πάρωμε στην θρησκευτική μορφή, ιδού η δυτική εκκλησία, διά του πάπα ίδρυσε δικό της πάνθεο, ίδρυσε τον Δία της, την θεότητά της πού είναι ο πάπας. Αρχή των πάντων είναι ο πάπας.

Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο· εκπροσωπεί τον Θεό και τα πάντα και συνεπλήρωσε την θρησκευτική θεωρία. Αν το γυρίσωμε στην πνευματική θεωρία, είναι σήμερα θεότης των πάντων η γνώση και η επιστήμη. Τα πάντα ερμηνεύονται απ΄ αυτήν. Ότι πιάσει η ανθρώπινη γνώση είναι σωστό, ότι δεν το πιάσει, αυτό δεν υφίσταται. Αυτή είναι η υπόλοιπη υλιστική θεωρία. Και οι δύο θεωρίες μαζί εκπροσωπούν το σύνολο του ουμανισμού.

Ο ουμανισμός είναι η σύγχρονος θεότης. Παρούσης της θεότητος αυτής, φεύγει ο Θεός Λόγος· δεν τον χρειάζονται. Αυτό, για να το πούμε στη θρησκευτική γλώσσα, είναι η εκ-σάρκωση του Θεού Λόγου. Όπως η σάρκωση Του έγινε διά της συγκαταβάσεώς Του, πού φόρεσε την ανθρώπινη φύση και διά της ανθρωπινής Του φύσεως κοινώνησε με την υπόλοιπη κτίση και προκάλεσε την ισορροπία την οποία εκλόνισε η πτώση, τώρα, με αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι απωθούν τον Λόγο του Θεού, τον «εκ-σαρκώνουν». Φεύγοντας Αυτός, ο άνθρωπος γίνεται δυστυχής, αφού Εκείνος είναι «η ειρήνη ημών». Όταν μας επλησίασε τί είπε; «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν».

Αφού Αυτός είναι «η ειρήνη ημών», Αυτός θεοπρεπώς δίδει σε μας την ειρήνη Του και μας κάνει μετόχους μιάς αληθινά ειρηνικής ζωής. Διά της παρουσίας των θεοτήτων πού προαναφέραμε, Αυτός φεύγει, εκ-σαρκώνεται. Όταν φεύγει Αυτός πού αποτελεί την πραγματική ευτυχία, ο άνθρωπος γίνεται δυστυχής. Δεν τον ικανοποιούν τα υλικά. Ο άνθρωπος δεν είναι κύριος μόνον της υλικής αλλά και της νοητής κτίσεως. Εφ΄ όσον στην νοητή κτίση, διά της γνώσεως, μπορεί να είσδυση και διά της Χάριτος να την κατάκτηση, άρα είναι κύριος πάντων. Ο άνθρωπος, ο όποιος σήμερα μπήκε στον γνόφο της θεώσεως και γίνεται κατά Χάριν Θεός, μπορεί να γίνη ευτυχής διά της ύλης;

Αυτές είναι οι σημερινές πλάνες της υλιστικής κοσμοθεωρίας πού παρασύρουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Γι΄ αυτό σ΄ αυτές τις δύσκολες ημέρες έχομε μεγάλη ανάγκη αγωνιστικότητος για να ανταποκριθούμε στις πονηρίες του σατανά πού αποπλανά τους δικούς του οπαδούς και τους προσβάλλει. Και αυτό δεν θα λείψη, πάντοτε θα υπάρχη· δεν μας ξενίζει. Και θα υπάρχει, εφ΄ όσον οι Πατέρες διά της Χάριτος μας ερμήνευσαν ότι στις έσχατες μέρες θα πληθυνθή αυτό το κακό και «ει δυνατόν πλανηθήσονται και οι εκλεκτοί».

Σκεφθήτε «ποταπούς; δει ημάς είναι εν αγίαις αναστροφαίς» όπως λέει ο Απόστολος Πέτρος, για να μην παρασυρθούμε. Μας προείπαν ήδη οι Πατέρες και το βλέπομε πρακτικά στη ζωή μας, ότι τόσο θα είναι εξαπλωμένη και εκτεταμένη η πλάνη, ούτως ώστε και οι εκλεκτοί θα παρασύρονται· δεν θα μπορούν να διαγνώσουν. Χρειά¬ζεται σήμερα προσοχή στην εντέλεια για να μην παρασυρθούμε. Και σαν συνετοί πού είμεθα, «εν σοφία προς τους έξω περιπατούντες», να μην μας παρασύρη καμμιά μορφή πλάνης, με οποιανδήποτε αφορμή και αν έρχεται. Κύριος στόχος εδώ είναι το πώς να βρούμε τον Θεό από τον οποίο ξεκόβουμε κάθε τόσο.

Μάθαμε από τους Πατέρας ότι ο Θεός βρίσκεται κεκρυμμένος μέσα στις εντολές Του· δεν είναι πουθενά αλλού. Όποιος θέλει να τον βρή, θα τον βρή εκεί μέσα. Ού πάς ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται… αλλά ο έχων τάς εντολάς μου και τηρών αυτάς. Πολλοί εν εκείνη την ήμερα θα μου πήτε. Κύριε, ουχί τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν και δυνάμεις εποιήσαμεν και εις τας πλατείας ημών εδίδαξας και έμπροσθέν σου εφάγομεν και επίομεν»; Και θα σας πω: «Απόστητε απ΄εμού πάντες οι εργάται της αδικίας. Ουκ οίδα ημάς».

Άρα το νόημα είναι το εξής: Η αποστολή των πιστών στον κόσμο αυτόν δεν είναι καμμία άλλη παρά πώς, μέρα και νύκτα, με όσες δυνάμεις έχουν, εξωτερικές και εσωτερικές, να προκαλέσουν την Χάριν, όχι αντιληπτικά, αλλά να μπη, να ενοικήση μέσα τους· «ενοικήσω, γάρ φησί, εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτοίς Θεός και αυτοί έσονται μοι λαός».

Ο άνθρωπος πρέπει να είναι προσεκτικός. Καμμιά αφορμή, από οπουδήποτε και αν προέρχεται, δεν πρέπει να τον παρασύρη. Πρέπει να σκέπτεται ως εξής: Αυτό που κάνω είναι το θέλημα του Θεού ή όχι; Εάν δεν είναι, δεν θα το κάνω ποτέ· και αν τα εμπόδια πού παρεμβάλλονται για την εκπλήρωση του θελήματος οδηγούν ακόμα και στον θάνατο, εμείς θα συνεχίσωμε την πορεία μας. Κοίταξε τί λέει ο Παύλος: Ούπω μέχρις αίματος αντικατέστησε προς την αμαρτίαν ανταγωνι¬ζόμενοι και εκλέλησθε της παρακλήσεως, ήτις ως υϊοίς διαλέγεται».

Τρόπον τινά τους διεγείρει εδώ ο Παύλος, διότι είδε την μικροψυχία των πιστών, ότι έχασαν το θάρρος τους από τους πειρασμούς και από την αντίθετη έλξη. Συνηθισμένοι στην ειδωλολατρία, όταν μπήκαν στον κλειό της χριστιανικής νομοθεσίας, τους φάνηκε κάτι παράδοξο και βαρύ και άρχισαν να αποθαρρύ¬νονται, οπότε τους λέει: Μα τί πάθατε;

Ακόμα σεις δεν αντέστητε προς την παρά φύσιν ζωήν, την αμαρτωλή γενικά μέχρι αίματος και αμέσως φύγατε από την παράκληση και την παρηγοριά «ήτις ως υϊοίς διάγεται»; Γιατί αυτά όλα είναι πού θα σας προκαλέσουν την αφορμή να ονομασθήτε υϊοί Θεού. «Ει χωρίς έστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υϊοί».
Για να επιτύχη ο άνθρωπος πρακτικά, συναντά στην ζωή του δυσκολίες. Αυτές όμως οι δυσκολίες όχι μόνο δεν θα μας προκαλούν την δυσφορία, αλλά θα αποτελούν για μας το δόγμα της ζωής μας. Είναι ο κρίκος από τον όποιο εξαρτάται ολόκληρος μας ο προορισμός. Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν».

Και όταν λέει ο Κύριος «ουκ έστε εκ του κόσμου τούτου καθώς καγώ ουκ είμι εκ του κόσμου τούτου, αλλ΄ εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου διά τούτο μισεί υμάς ο κόσμος», εννοεί ότι όλες μας οι κατευθύνσεις να οδηγούν προς την αγάπη του Θεού και όλες μας οι αποστροφές να είναι προς την αμαρτία. Και αμαρτία εννοεί την άρνηση. Άρα, προς την αμαρτία η πάλη μας εξικνείται μέχρις αίματος και ακόμα αυτό είναι εισαγωγή. Εάν παραστή ανάγκη να αντισταθούμε προς την αμαρτία μέχρι θανάτου, θα το κάνωμε.

Η αμαρτία είναι ποικίλη, από την άρνηση του Θεού μέχρι και την πλήρη ικανοποίηση του ιδίου θελήματος. Εάν το ίδιο θέλημα, η ιδιοτέλεια, ο ατομισμός, ο προσωπισμός είναι αντίθετος προς το θέλημα του Θεού και αυτόν θα τον πατάξωμε. Για να μπορέσωμε να τα φέρουμε όλα αυτά σε πέρας μόνοι μας είναι δύσκολο, μάλλον δε ακατόρθωτο· «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Χθες, στην ανάγνωση, σχολιάσαμε έναν λόγο κά¬ποιου μεγάλου Πατρός για την ανάσταση του Λαζάρου. Παίρνοντας από την Γραφή, ερμήνευε με λεπτομέρεια πώς έγινε η ανάσταση. Και έγινε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορέσουν οι Εβραίοι να την συκοφαντήσουν.

Επειδή ήταν έτοιμοι να πούν πώς έκρυψαν έναν νέο οι οπαδοί του Ναζωραίου μέσα στο σπήλαιο και ύστερα τον έβγαλαν, λέγοντας ότι ο Χριστός τον ανέστησε. Γι΄ αυτό έρχεται ο Ιησούς μας και ερωτά: «Πού τεθείκατε αυτόν; και ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν». Και λένε οι άλλοι: «Κοίταξε πώς τον αγαπούσε»! Και ύστερα του έδειξαν τον τάφον.
Μήπως αγνοούσε ο Κύριος μας πού ήταν ο τάφος με τον νεκρόν Λάζαρο; Αφού Αυτός, δύο μέρες πριν πεθάνει ο Λάζαρος κι ενώ βρισκόταν μακρυά στον Ιορδάνη, λέει στους μαθητάς του. «Λάζαρος ο φίλος ημών ασθενεί». Και όταν ακόμα οι αδελφές του Λαζάρου τον ειδοποίησαν ότι «ίδε, ον φιλείς ασθενεί», Αυτός «εμεινε εν ω ην τόπω δύο ημέρας» και τότε λέει, «άγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν».

Όλα αυτά τα ήξερε και δεν ήξερε πού ήταν ο Λάζαρος; Παρ΄ όλα αυτά το κάνει έτσι για να κλείση το στόμα των Ιουδαίων και να τους κάνη αυτόπτες μάρτυρες της αναστάσεως, για να μην δικαιολογηθούν ούτε στην παρούσα, ούτε στην μέλλουσα ζωή ότι δεν είδαν και δεν επίστευσαν. «Ει μη ήλθον και ελάλησα αυτοίς, αμαρτίαν ουκ είχον νυν δε πρόφασιν ουκ έχουσι περί της αμαρτίας αυτών».

Βαδίζοντας προς το μνημείο, συναντάται ο Κύριος μας με την Μάρθα παραπονουμένη. Διότι από την λύπην της η Μάρθα ξεχάστηκε. Καμμιά φορά τα βαριά γεγονότα βγάζουν τον άνθρωπο από την λογική. Τα πολύ συγκλονιστικά γεγονότα προκαλούν στον άνθρωπο τέτοιας μορφής λύπη πού ξεχνά τον εαυτό του. Λέει λοιπόν η Μάρθα στον Ιησού. Αν ήσουν εδώ δεν θα απέθνησκε ο αδελφός μου. Και ο Κύριος απαντά: Θα αναστηθή ο αδελφός σου.

Ναι, λέει αύτη, στην ανάσταση των νεκρών, στην παλιγγενεσία, ξέρω ότι θα αναστηθή. Και ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή». Πιστεύεις τούτο; «Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι συ είσαι ο Υιός του Θεού ο εις τον κόσμον ερχόμενος». Μετά πάλιν ξεχνάει και όταν διατάζει ο Κύριος να ανοίξουν τον τάφο, του λέει: «Κύριε, τεταρταίος εστίν, όζει· πώς θα τον ανοίξωμε;». Μα δεν σου είπα να πιστεύης; Της απαντά.

Ανοίγουν τον τάφο και ο Κύριος μας ύψωσε τους οφθαλμοίς στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ Σοι ότι ήκουσάς μου. Και ήδειν ότι πάντοτε μου ακούεις, αλλά για τον περιεστώτα όχλον είπα, για να ακούσουν αυτοί ότι με απέστειλες». Και με φωνή μεγάλη προστακτική λέει: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Και εξήλθε ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας κειρίαις, και η όψις αυτού σουδαρίω περιεδέδετο». Ήταν τυλιγμένος μέσα στις ταινίες και το πρόσωπο του δεμένο και κολλημένα τα σεντόνια πάνω του με την σμύρνα και την αλόη, πού ήταν ρυτίνη κολλητική. Και καθώς βλέπετε, έγιναν δύο θαύματα. Το ένα, επέστρεψε η ψυχή στο σώμα, και το άλλο, βγήκε δεμένος από το βάθος του σπηλαίου.

Και λέει ο Κύριος: «Λύσατε αυτόν και άφετε υπάγειν». Τους βάζει να τον λύσουν οι ίδιοι για να δουν και να μην πουν ύστερα ότι ήταν ψέματα, αλλά, κατά τον Σολομώντα, «εις κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία ουδέ κατοικήσει εν σώματι καταχρέω αμαρτίας». Πράγματι, αν ο Θεός δεν νεύση στην καρδία του ανθρώπου, δεν μπορεί αφ΄εαυτού του τίποτε να κάνη. Είδαν οι Ιουδαίοι τόσον ζωντανό θαύμα, διεπίστωσαν με τα ίδιά τους τα μάτια την ανάσταση του νεκρού· του έλυσαν οι ίδιοι τα δεσμά και συνεχάρησαν τον αναστάντα. Και όμως δεν επίστευσαν. Οκτώ μέρες μετά το θαύμα αυτό έκραζαν ομοθυμαδόν «άρον, άρον σταύρωσον Αυτόν»!.

Και ΄μείς τώρα με το να φυλάξωμε αυτά πού είπαμε και να βρεθούμε έτοιμοι στο να μείνωμε πιστοί στις υποσχέσεις μας, πρέπει μαζί με την προσπάθεια και την θέλησή μας να συνεργήση και η θεία Χάρις. Γι΄ αυτό χρειαζόμεθα να κρατούμε και αυτές τις μικρές ακόμα παραδόσεις. Τις μικροπαραδόσεις πού μας παρέδωσαν οι παλαιοί, είναι και αυτές αναγκαίες; Πού είναι εκείνοι πού λένε, πού γράφει να κάνης σταυρούς, πού γράφει να κάνης μετάνοιες, πού γράφει να προσκυνάς τις εικόνες, πού γράφει να πιστεύης;

Αυτά λένε οι διάφοροι πού θέλουν να διαστρέφουν την πραγματικότητα. Όμως τούτα τα μικρά τα σύμβολα, αυτοί οι προγραμματισμοί, αυτοί οι νόμοι, αυτά τα καθήκοντα είναι εκείνα τα οποία, όταν ο πιστός τα κάνη, κρατάει μαζί του την συνεργασία της Χάριτος, από την οποία πηγάζει θέρμη και ζήλος. Αυτός ο ζήλος και η θέρμη τα οποία πήραμε από τα μυστήρια, είναι αυτά πού διατηρούν ενδημούσα την παρουσία της Χάριτος, πού μαζί με την δική μας προαίρεση ενεργεί και μας βοηθάει ώστε τα ακατόρ¬θωτα να γίνωνται κατορθωτά.

Τότε «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ. «Έστωσαν οι οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». Αυτές είναι ακριβώς οι οσφύες και ο λύχνος, ο κατά Θεόν ζήλος ο οποίος παραμένει μαζί μας, όταν κρατούμε αυτούς τους κανόνες. Ποτέ να μην παραβαίνετε το πρόγραμμα. Είδατε τί λέει ο Κύριος μας; «Και τούτο δει ποιήσαι κακείνο μη αφιέναι».

Κατέλειπαν τους μεγάλους νόμους και τις μεγάλες εντολές και αποδεκάτωναν τον δυόσμο και τον άνιθο και έκαναν αυτά τα ουτιδανά φαρισαϊκά για να δείξουν ότι τηρούν τον νόμο. Και έρχεται ο Κύριος μας και τους ελέγχει και δεν λέει ότι είναι αυτά περιττά, αλλά βεβαιώνει, «και ταύτα έδει ποιήσαι, κακείνα μη αφιέναι»· δηλαδή και αυτά τα μικρά θα κάνετε, και τα μεγάλα δεν θα παραλείψετε. Και ΄μείς τώρα, για να αποδείξωμε ότι είμεθα οπαδοί της θείας αποκαλύψεως, πρέπει να κρατήσωμε την παράδοση.

Παράδοση και πρόγραμμα είναι το απαραίτητο στοιχείο σε όλα τα κτιστά όντα τα οποία έχουν κατά μετοχήν την ύπαρξή τους. Αν και κατασκευάσθημεν από τον Θεό ως λογικά όντα και ελεύθερα να κινούμεθα, εν τούτοις, χωρίς την μυστηριώδη συνεργασία της Χάριτος του Θεού, αφ΄ εαυτών, δεν μπορούμε τίποτε να κάνωμε. Αν είμεθα λογικοί και αν είμεθα ζωντανοί και αν είμεθα αγαθοί, όλα αυτά τα έχομε κατά μετοχή, δεν τα έχομε κατά φύσιν.

Κατά φύσιν μόνο ο Θεός είναι η απόλυτος αγαθότης, η απόλυτος παντοδυναμία, η απόλυτος πανσοφία, η απόλυτος παναγάπη. Εμείς, αν όλων τούτων μετέχωμε, κατά μετοχήν μετέχομε. Δεν τα έχομε αφ΄ εαυτών, τα παίρνομε απ΄ Αυτόν και για να τα κρατούμε πρέπει να υπάρχη συνεχής επαφή μαζί Του.
Όταν κατεσκεύασε ο Θεός τα λογικά όντα, τους έδωσε αμέσως πρόγραμμα, και στην αγγελική και στην ανθρώπινη φύση: «Από τούτο θα φάτε, από εκείνο όχι· αυτό θα κάνετε, εκείνο δεν θα κάνετε». Και αυτά τα προγράμματα παρέβησαν και δημιούργησαν την πτώση.

Έρχεται ο Ιησούς μας, θεραπεύει την πληγή και δίδει αμέσως εντολές για να επαναφέρη τον άνθρωπο πάλι πάνω στις σωστές γραμμές. Όπως στα τραίνα, αν τα βαγόνια δεν είναι πάνω στις ράγιες, είναι αδύνατον να κινηθούν και να ενεργήσουν, έτσι και στον άνθρωπο κατά φύσιν είναι να στέκεται πάνω στο πρόγραμμα, να φυλάη τις εντολές.
Αν αυτό το κάνη, τότε αυτός ο τρόπος είναι η συνεχής επαφή με την Χάριν του Θεού. Και τότε, ευρισκόμενη η θεία Χάρις έν ενεργεία μέσα του διά της τηρήσεως αυτών των παραδόσεων, ενώνει την προαίρεση του και την καλή του θέληση, με την ενέργεια της θείας Χάριτος και επιτυγχάνει.

Τούτο είναι πού λέει ο Παύλος «πάντα ίσχύομεν έν τω ένδυναμούντι ημάς Χριστώ». Διά την απουσία της Χάριτος ο Ιησούς μας λέει: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Να ένας απαραίτητος όρος πού πρέπει να υπάρχει διά να σύμπραξη η θεία Χάρις με την ανθρώπινη προαίρεση!
Απόδειξη ότι οι Εβραίοι, παρ΄ όλο πού είδαν το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου, αργότερα, μετά από λίγες μέρες, όταν τους παρακίνησαν οι αρχιερείς, άρχισαν να φωνάζουν: «Άρον, άρον σταύρωσον Αυτόν».

Δεν ενήργησε μέσα τους η Χάρις του Θεού, γιατί ήσαν ανεπίδεκτοι και τους έλειπε εκείνο πού προκαλεί τον Θεό, γι΄ αυτό δεν ίσχυσαν τα εξωτερικά στοιχεία. Τώρα σε μας γεννάται και μια δεύτερη θεωρία, η οποία είναι υπέρ μας και είναι η εξής: Ότι εμείς οι ελάχιστοι πιστοί πού μένομε τώρα, απ΄ότι διαπιστώνομε, καταλαβαίνομε ότι, αν είμεθα πιστοί και αγωνιζόμεθα με τις πτωχές μας δυνάμεις να συγκρατηθούμε, αυτό δεν είναι δικό μας πράγμα, όπως νομίζει κανείς, αλλά είναι μια απόδειξη ότι είναι μαζί μας πρακτικά ο Θεός.

Γιατί, αν Αυτός δεν ήταν, εμείς δεν θα μπορούσαμε να είμεθα πιστοί. Και αν εμείς είμαστε πιστοί, δεν το βρίκαμε από κάποια ευφυΐα. Είναι γιατί, κατά τον Παύλο, «μας προώρισεν ο Θεός διά τούτο και μας κάλεσε». Φαίνεται ότι ο Θεός μας είχε προορισμένους για τον σκοπό πού ξέρει Αυτός και μας «ήλκυσε». Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ μου ο πέμψας με, ελκύση αυτόν».

Έλξη όχι κλήση. Μας τράβηξε η Χάρις και, αφού σήμερα είμαστε πιστοί, άρα παραμένει πρακτικά μαζί μας. Αν πρακτικά ο Θεός είναι μαζί μας, τότε γιατί να φοβηθούμε; Εάν «ο Θεός μεθ΄ ημών, τις καθ΄ημών;» Αυτή είναι η πραγματικότης. Ένα μένει τώρα, ο φόβος μήπως νυστάξωμε και πλανεθούμε και γυρίσωμε πίσω. Τότε υπάρχει κίνδυνος να χαθούμε. Εάν όμως εμείς είμαστε προσεκτικοί, ούτως ώστε να μην πάθωμε αυτόν τον νυσταγμό, η θεία Χάρις η οποία φαίνεται πρακτικά ότι είναι μαζί μας, θα μας ολοκλήρωση στο να πετύχουμε τις θείες επαγγελίες. Διότι τα χαρίσματα του Θεού είναι αμεταμέλητα, απαραχάρακτα, απαραβίαστα. Ο Θεός δεν φοβάται κανένα, ούτε αλλοιώνεται στις αποφάσεις Του.

Γι΄ αυτό προσέχετε, κρατάτε ακριβώς αυτό πού έχετε. Μην παραμελήτε τα καθήκοντά σας, ακόμα κι εκείνα πού φαίνονται μικρά· έστω εκείνη την προσευχή πού είστε υποχρεωμένοι να κάνετε, ή κάτι το όποιο δεν πρέπει να πάρετε, μην το αρπάζετε. Τα ζώα, ένώ πεινούν, δεν τρών το χορτάρι προτού το μυρίσουν, αν δεν τα πληροφόρηση η οσμή ότι είναι ακίνδυνο. Πόσο μάλλον εμείς πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να εξετάζωμε τί σκοπό έχουν οι προφάσεις και οι αφορμές πού μας κυκλώνουν. Εξυπηρετούν τον σκοπό μας; Δηλαδή δεν μας χωρίζουν από τον Θεό;

Και δεύτερον, δεν μας χωρίζουν από τα υπόλοιπα καθήκοντά μας; Έτσι γίνεται το ξεκίνημα. Συναντούμε μετά δυσκολίες; Σημειώνομε το σημείο του Σταυρού και επικαλούμεθα τον πάντοτε μαζί μας μένοντα Θεό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός των δυνάμεων, βοήθησε το πλάσμα Σου». Και συνεχίζομε. Εάν έτσι βαδίζομε, να ξέρετε ότι «τοις Αγγέλοις Αύτού εντελείται», όπως λέει, και «επί χειρών αρούσιν σε, μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου». Γιατί ο Θεός τους δικούς Του ποτέ δεν τους αφήνει, αλλά πάντοτε μένει μαζί τους. Ο Ιησούς μας τονίζει και τούτο: «Ιδού εγώ μεθ΄ υμών είμι πάσας τας ημέρας» και «ουκ αφήσω ημάς ορφανούς».

Γι΄αυτό να κρατάτε την παράδοση και ας σας κοροϊδεύουν οι άλλοι ότι κάνετε πράγματα τα οποία θεωρούνται απηρχαιωμένα. Είναι απηρχαιωμένα τα δικά μας τα οποία οδηγούν στην ζωή και στην αθανασία και είναι της εξέλιξης τα δικά τους πού μας αποβλακώνουν και μας μεταφέρουν στην «μάνδρα της Κίρκης;» Σήμερα η χωρίς Θεόν κοινωνία είναι μια μεγάλη μάνδρα της Κίρκης πού μπαίνουν μέσα άνθρωποι και βγαίνουν οτιδήποτε εκτός από άνθρωποι.

Εμείς μένομε πιστοί, γιατί το θέμα της πίστεως δεν χρειάζεται εξέλιξη, αφού δεν υπόκειται στην ανθρώπινη γνωσιολογία. Όταν ξεπέσαμε με την απροσεξία μας, ο Θεός συγκατέβη από την αγαθότητά Του και ήρθε και μας βρήκε και μας είπε τον τρόπο της επιστροφής. Αυτό δεν χωράει εξέλιξη και δεν είναι ανάγκη να ρωτήσωμε τον ορθολογισμό. Ο Θεός απεκαλύφθη και μας ερμήνευσε τον όρο και τον νόμο της πίστεως.
Είμαστε πιστοί γιατί πιστεύομε σωστά στο Θεόπρώτο είναι αυτό. Στον εαυτό μας αισθανόμαστε ταπεινοί· αυτό είναι το δεύτερο. Διότι πράγματι είμαστε ταπεινοί, εφ΄ όσον χωρίς την Χάριν του Θεού τίποτε δεν μπορούμε να κάνωμε. Και το τρίτο, προς τους πλησίον μας έχομε συμπάθεια και αλληλεγγύη. Αυτοί οι τρεις κανόνες ολοκληρώνουν την προσωπικότητά μας.

Εκείνος ο οποίος στον συνάνθρωπό του είναι συμπαθής και επιεικής, στον εαυτό του ταπεινός και στον Θεό πιστός, αυτός στέκεται στην βάση του σαν χριστιανός. Αυτά όμως για να επιτευχθούν χρειάζονται την παρουσία της Χάριτος, διότι μόνη της η προαίρεση του ανθρώπου δεν φτάνει. Προ της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου, αυτή την προαίρεση οι πρόγονοί μας την είχαν σε μεγαλύτερο βαθμό από μας και δεν μπορούσε να τους σώση.

Την είχαν και οι Προφήτες, και οι δίκαιοι και άλλοι άνθρωποι, όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε, αν δεν ερχόταν ο Θεός Λόγος να δώση κατ΄ ενέργειαν την, Χάριν Του. Γι΄ αυτό επιμένουμε στο θέμα τούτο από την μικρή μας πείρα. Κρατάτε την παράδοση αυτή, τον κανόνα σας, το πρόγραμμα. Χωρίς πρόγραμμα να μην ζήτε ποτέ. Χωρίς πρόγραμμα να αισθάνεστε ότι κάτι σας λείπει, ότι φύγατε από την βάση σας. Να κρατάτε τον προγραμματισμό σας, γιατί βοηθεί σε δύο πράγματα. Στη αρχή είναι λίγο δύσκολο, διότι δεν είστε συνηθισμένοι.

Μετά όμως το συνηθίζετε, γίνεται έξη και ο κόπος πού αισθανόμαστε στην άρχή χάνεται. Ύστερα η έξη αυτή επικρατεί σε τέτοιο σημείο πού, και αν ακόμα έλθουν παράγοντες τέτοιοι πού θέλουν να σας παρασύρουν, δεν μπορούν και έτσι μένει ενδημούσα μαζί σας η θεία Χάρις. Πολλά πνευματικά παιδιά, πού παρακολουθούμε στον κόσμο και όχι μόνο παιδιά αλλά και μεγάλοι άνδρες και οικογενειάρχες, οι οποίοι έπιασαν το νόημα αυτό, κάθε μέρα μας κάνουν διαπιστώσεις και μας λένε: «Γι΄ αυτό το μικρό πού κάνομε, αισθανόμαστε από πάνω μας το χέρι του Θεού.

Πόσες φορές μπαίνομε σε ολοκληρωτικούς κινδύνους και αυτομάτως μας σώζει η ιδιαιτέρα Χάρις του Θεού, την οποία αισθανόμαστε ότι πηγάζει από εκεί, από την μικρή προσπάθεια του προγράμματος. Συνηθίσαμε και δεν μπορούμε να παραλείψουμε πλέον το καθήκον μας και, κρατούντες αυτό ακριβώς, αισθανόμαστε πρακτικά την σκέπη του Θεού μαζί μας».

Αυτοί σας το λέω ως πραγματικό γεγονός των ημερών μας και όχι ως διήγηση. Γι΄ αυτό και σεις να κρατήσετε αυτό το πράγμα· μην το παραμελήτε ποτέ. Μην ακούτε τον μάταιο αυτόν κόσμο. Ο κόσμος σήμερα πλανάται. Άκουσα μια κυρία, μια περίφημη μητέρα, η οποία συμβούλευε την κόρη της και έλεγε: «Άκουσε, κόρη μου, εγώ σαν μεγαλύτερη μπορεί να πεθάνω και οι μέρες πού έρχονται είναι πολύ δύσκολες. Δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε. Μπορεί νάρθη μια περίοδος, όπως τότε στους Εβραίους, και να χαθούν οι γραφές και τα ευαγγέλια.

Όπως και ήρθε αυτή η περίοδος, όπως αναφέρουν επί Ιωσίου του ευσεβούς Βασιλέως. Βρήκαν τότε ένα αντίγραφο του Μωσαϊκού νόμου και το διάβασαν. Όταν το άκουσε ο Βασιλεύς έσχισε τα ρούχα του από την τόση ασέβεια πού είχε επικρατήσει και σ΄ αυτούς πού αιχμαλωτίστηκαν και διαιρέθηκαν. «Αν λοιπόν έλθη μια περίοδος τέτοια, της λέει, και δεις ότι δεν υπάρχει το ευαγγέλιο και έτσι δεν θα ξέρετε τί να κάνετε, τότε να κοιτάς τί κάνει ο κόσμος κι εσύ να κάνης το αντίθετο.

Και αυτό θα είναι το ευαγγέλιο». Τόσο χάρηκα πού την άκουσα! Αυτός είναι ο σημερινός κόσμος· και το είπα, για να μην ντρέπεστε πού σας λένε ότι είστε καθυστερημένοι και αρτηριοσκληρωτικοί. Μην τους ακούετε και αφήνετε την παράδοσή σας. Την ώρα πού θάρθη ο μεγάλος πειρασμός να πειράξη «τους κατοικούντας την οικουμένη», τότε να δούμε τί θα τους σώση!

Τότε θα διαπιστώσετε ότι, όντως, εκείνη την ώρα ο Θεός σώζει τους δικούς Του. Βέβαια δεν ευχόμαστε κάτι τέτοιο, αλλά ομολογούμε εκφράζοντες την πραγματικότητα. Όσοι είναι του Θεού, αυτοί θα σωθούν και δεν εννοώ σωματικώς. Αν βρεθούμε και ΄μείς σε πειρασμό, μπορεί σωματικώς να μην σωθούμε, αλλά δέν σημαίνει τούτο τίποτε.
Διότι, όταν έλθη πυρκαϊά, καίει και τα χλωρά μαζί, δεν καίει μόνο τα ξηρά. Και αν εμείς πεθάνωμε, και αν πάθωμε ζημιά σωματική, τούτο δεν σημαίνει ότι χάσαμε. Μάλιστα αυτό είναι το βραβείο, διότι «τελειωθέντες εν όλίγω πληρώσωμεν χρόνους μακρούς», αφού παραμείναμε πιστοί στον Θεό.

Έτσι λοιπόν, κρατήστε την πίστη σας, τηρήσατε την παράδοση, το πρόγραμμά σας. Σ΄ αυτό επιμένω και πάντα το τονίζω. Σας μιλώ από την πρακτική μου πείρα. Δοκιμάστε στον εαυτό σας και θα δήτε· οσάκις δεν έχετε πρόγραμμα, δεν μπορείτε να σταθήτε, αλλά θα είστε σε μια ακαταστασία. Όταν όμως επιμένετε στο πρόγραμμα, θα διαπιστώσετε ότι η θεία Χάρις θα είναι μαζί σας και θα ευρίσκεσθε σε μια ισορροπία. Αμήν.


Πηγή:Γέροντος Ιωσήφ (Βατοπαιδινού), § Περί εκ-σαρκώσεως του Θεού Λόγον και περί φυλακής του προγράμματος (Εβδομάδα των Βαΐων), Αθωνικά Μηνύματα, σελ. 145-160, Έκδοσις Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1995

Κυριακή των Βαΐων


ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


(Ἰω. ιβ΄ 1-18)

undefinedἘν ταῖς ἡμέραις ἐκεῖναις, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.
Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.
Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.
Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.
Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:

Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες, ἦλθε ὁ Ίησοῦς ἕξη ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Ἐκεῖ τοῦ ἔκαναν δεῖπνον καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἦσαν μαζί του στὸ τραπέζι.
Ἡ Μαρία τότε ἐπῆρε μίαν λίτραν γνησίου πολυτίμου μύρου νάρδου, ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ εσφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της, καὶ τὸ σπίτι ἐγέμισε ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ τοῦ μύρου. Λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας, ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε, «Γιατὶ δὲν ἐπουλήθηκε αὐτὸ τὸ μύρον γιὰ τριακόσια δηνάρια καὶ δὲν ἐδόθηκε εἰς τοὺς πτωχούς;». Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτης καὶ εἶχε τὸ ταμεῖον καὶ ἀφαιροῦσε ἐκεῖνα ποὺ ἔβαζαν μέσα.
Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «Ἄφησέ την· διὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τὸ ἐφύλαξε· διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, ἐνῷ ἐμὲ δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμαθαν ὅτι εἶναι ἐκεῖ, καὶ ἦλθαν ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Οἱ ἀρχιερεῖς τότε ἀπεφάσισαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον, διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔφευγαν καὶ ἐπίστευαν στὸν Ἰησοῦν.
Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πολὺς κόσμος ποὺ εἶχε ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπῆραν κλάδους ἀπὸ φοίνικας καὶ ἐβγῆκαν πρὸς προϋπάντησίν του καὶ ἔκραζαν, «Ὡσαννά, εὐλογημένος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Ὁ δὲ Ἰησοῦς εὑρῆκε ἕνα μικρὸν ὄνον, καὶ ἐκάθησε ἐπάνω του, καθὼς εἶναι γραμμένον, «Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα Σιών, νά, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθισμένος εἰς ἕνα πουλάρι ὄνου». 
Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ κατάλαβαν τότε οἱ μαθηταί του, ἀλλ’ ὅταν ἐδοξάσθηκε ὁ Ἰησοῦς, τότε θυμήθηκαν ὅτι αὐτὰ ἦσαν γραμμένα γι’ αὐτόν καὶ ὅτι τοῦ τὰ ἔκαναν. Ὁ δὲ κόσμος ποὺ ἦταν μαζί του ἔδινε μαρτυρίαν ὅτι ἐφώναξε τὸν Λάζαρον ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν ὑποδέχθηκε ὁ κόσμος διότι ἄκουσαν ὅτι ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα.

 «Ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ»

.  Μόλις ἕξι ἠµέρες ἀπέµεναν γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Καὶ κόσµος πολὺς εἶχε  συγκεντρωθεῖ στὴν Ἰερουσαληµ. Σὰν ἀστραπὴ  εἶχε διαδοθεῖ ἡ εἴδηση γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Γι᾽ αὐτὸ πολλοὶ ποὺ ἔµαθαν ὅτι ὁ Κύριος ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθει στὰ Ἱεροσόλυµα, αὐθόρµητα ἔσπευσαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν ὡς τὸν ἀναµενόµενο Μεσσία καὶ νὰ Τοῦ ἀποδώσουν τιµὲς βασιλιᾶ. Καὶ τί ἔκαναν; «Ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον ὡσαννά, εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν ὀνόµατι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Μὲ ἀφορµὴ λοιπὸν τὴν ὑποδοχὴ ποὺ ἐπεφύλαξε τότε ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς στὸν Κύριο, ἂς δοῦµε πῶς καλούµαστε κι ἐµεῖς νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦµε.

 1. «Ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων »
.   Ἡ πρώτη αὐθορµητη κίνηση ποὺ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἦταν νὰ κόψουν κλαδιὰ ἀπὸ τοὺς φοίνικες ποὺ βρίσκονταν κατὰ µῆκος τοῦ δρόµου, γιὰ νὰ τὰ κρατήσουν κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὑποδοχῆς. Αὐτὰ «τὰ βαΐα τῶν φοινίκων» ἦταν σύµβολα νίκης καὶ θριάµβου. Φανερὴ ἀπόδειξη ὅτι ὑποδέχονταν ὄχι ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο ἢ ἕνα προφήτη, ἀλλὰ τὸν Μεσσία Χριστό. Αὐτὸν ποὺ ἀνασταίνοντας τὸν τετραήµερο Λάζαρο προµήνυσε τὴν ὁριστικὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τὴν κατάλυση τοῦ κράτους τῆς ἁµαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου. Ἂς κρατήσουµε λοιπὸν κι ἐµεῖς αὐτὴ τὴν ἠµέρα τὰ βάγια ποὺ µᾶς προσφέρει ἡ ἁγία µας Ἐκκλησία. Νὰ τὰ κρατήσουµε ὡς σύµβολα. Σύµβολα ἀρετῶν καὶ σύµβολα τῆς νίκης κατὰ τῆς ἀµαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Νὰ τὰ κρατήσουµε ὡς τὴν ἀδιάψευστη ἐγγύηση ὅτι µὲ τὴν χάρη καὶ τὴν δύναµη τοῦ Χριστοῦ µποροῦµε κι ἐµεῖς νὰ ἀναδειχθοῦµε «νικητὲς τῶν παραλόγων παθῶν». Καὶ ὅπως µᾶς προτρέπουν καὶ οἱ ὔµνοι τῆς ἑορτῆς: «Βαΐα ἀρετῶν, ἀδελφοί, προσάξωµεν Χριστῷ τῷ Θεῶ», δηλαδὴ ἂς προσφέρουµε στὸν Χριστὸ καὶ Θεό µας σὰν ἄλλα βαΐα, πράξεις ἐνάρετες καὶ ἅγιες.

.  Ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀγωνιστήκαµε γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τῶν παθῶν µας καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν ἁγίων ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὰ τὰ «βαΐα τῶν ἀρετῶν» ἂς ὑποδεχθοῦµε τὸν Κύριο. Κι ἂν µἔχρι τώρα δὲν ἀγωνιστήκαµε ὅσο ἔπρεπε, τουλάχιστον αὐτὲς τὶς ἡµέρες ἂς τὶς ζήσουµε µὲ περισσότερη ταπείνωση καὶ ἀγάπη, µὲ µακροθυµία καὶ συγχωρητικότητα, µὲ νηστεία καὶ ἐγκράτεια. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ καλύτερη προσφορά µας στὴν ὑποδοχὴ τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ.

 2. «Ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ»
 .   Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τὸν Κύριο. Ἄφησαν τὶς καθηµερινὲς ἀσχολίες τους καὶ ἔτρεξαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν µὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασµό.

.   Κι ἐµεῖς τὶς ἠµέρες αὐτὲς θὰ δοῦµε τὸν Κύριο «ἐρχόµενον πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος». Ἂς µἡ µείνουµε ἀδιάφοροι ἢ ἀπορροφηµένοι στὶς ἀσταµάτητες ἐργασίες µας. Κάθε ἠµέρα τὴν Μεγάλη Ἑβδοµάδα ἡ καµπάνα τῆς ἐκκλησίας κτυπᾶ καὶ ὁ Κύριος περιµένει ... «Δεῦτε οὖν καὶ ἠµεῖς κεκαθαρµέναις διανοίαις συµπορευθῶµεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶµεν». Ἂς βγοῦµε κι ἐµεῖς ὄχι µόνο γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦµε τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συµπορευθοῦµε καὶ νὰ συσταυρωθοῦµε µαζί του. Νὰ Τὸν ἀκολουθησουµε δηλαδὴ ὄχι τυπικὰ ἢ µὲ ἕναν πρόσκαιρο καὶ ἐπιφανειακὸ συναισθηµατισµὸ ἀλλὰ µὲ οὐσιαστικὴ συµµετοχὴ στὸ Πάθος του. Μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ µὲ ἀπόφαση ὁριστικὴ νὰ νεκρώσουµε τὴν ἀµαρτία µέσα µας καὶ νὰ ἀκολουθήσουµε τὸ θέληµά του.

 .   Εἴδαµε τοὺς Ἰουδαίους νὰ ὑποδέχονται τὸν Χριστό. Τοὺς ἀκούσαµε νὰ Τὸν ἐπευφηµοῦν µὲ ζητωκραυγὲς καὶ «ὠσαννά». Πόσο γρήγορα ὅµως ἄλλαξαν στάση ἀπέναντί του! «Μετὰ κλάδων ὑµνήσαντες πρότερον, µετὰ ξύλων συνέλαβον ὕστερον», ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ἕνα τροπάριο. Ἂς προσέξουµε πολὺ νὰ µἡ φανοῦµε ἀγνώµονες ὅπως ἐκεῖνοι. Ἂς ἐτοιµάσουµε τὴν ψυχὴ µας, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦµε ἀξίως τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν δοξάσουµε ὡς τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτή µας.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2021, 15.04.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Σάββατο, Απριλίου 16, 2011

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


"Πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα" ὁ Ἰησοῦς ἀποθεώνεται στά Ἰεροσόλυμα. Εἰσέρχεται ὡς Βασιλεύς ἔστω καί "ἐπί πῶλον ὄνου". Μετά ταῦτα ὅμως, σέ λίγες ἡμέρες, ἀμέσως, ἀκολουθοῦν ἡ σύλληψις, τά φρικτά πάθη, ὁ σταυρός. Ὅμως καί αὐτή τήν ὥρα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Ἰησοῦ στά Ἰεροσόλυμα εἶναι παρών ὁ Σταυρός, τό μαρτύριο, ἡ ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Καί θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἡ ἔνδοξος εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἁγία Πόλη, εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου καί κατ' ἐπέκταση καί στήν ζωή τοῦ κόσμου, στή ζωή ὅλων μας.
Μαρτύριο, λοιπόν, διαμηνύει, καί μαρτύριο κηρύττει ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων κάθε χρόνο. Μαρτύριο ὅμως χριστιανικό πού ὑπόσχεται αἰώνια ζωή καί Ἀνάσταση.
Στήν Βαϊφόρο εἰκόνα πού προσκυνοῦμε σήμερα, βλέπουμε τόν Χριστό νά εἰκονίζεται ἐπάνω στόν "υἱόν ὑποζυγίου" καί νά πορεύεται ἐπάνω στά Βάϊα τῶν κλάδων καί στά λουλούδια. Κάτω ὅμως ἀπό τίς δάφνες αὐτές καί τά ἄνθη καί τούς ἐνθουσιώδεις ἀλαλαγμούς τοῦ πλήθους ὑπάρχει ἕνα πικρό ποτήρι, ἄγνωστο στόν ἀνώνυμο ὄχλο. Εἶναι τό ποτήρι τῆς χαρμολύπης. Εἶναι συγχρόνως ἡ μαρτυρία τῆς καταιγίδος καί τῆς ἀνοίξεως, τῆς γλυκύτητος καί τοῦ πόνου.
Ἡ σημερινή δόξα καί ἀποθέωση τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν ὄχλο ἦταν φευγαλέα καί πρόσκαιρη, γιατί τήν ἀκολούθησε ἡ καταδίκη καί ὁ θάνατος, πάλι ἀπό τόν ἴδιο ὄχλο. Καί μάλιστα θάνατος "ἐπί σταυροῦ". Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος δέν δίνει σημασία στά Ὡσαννά, ἀλλά συνεχίζει τήν πορεία του εἰς Ἰερουσαλήμ. Γιατί ὁ Χριστός πίσω ἀπό αὐτά βλέπει τήν ἀλήθεια, βλέπει τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση ὡς πραγματικότητα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἀγωνίζεται νά ζήσει ἀληθινά καί νά ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση του.
Γι' αὐτό σήμερα, ὅταν προσκυνοῦμε τόν δοξασμένο Ἰησοῦ, δοξασμένο ἔστω καί κατά τήν κρίσι "τοῦ κόσμου τούτου", ψάλλουμε τό περίφημο τροπάριο τῆς σοφίας, τοῦ βιώματος καί τῆς θεοπνεύστου συλλήψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας: "Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε, καί πάντες αἵροντες τόν Σταυρόν Σου, Κύριε, λέγομεν: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου".
Καί ἀμέσως ἡ καρδιά καί τό βλέμμα μας βυθίζεται πέρα καί πίσω ἀπό τό σκοτάδι τοῦ Γολγοθᾶ, στό φῶς καί τήν δόξα τῆς Ἀναστάσεως.
 π. Α.Χ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/#ixzz1Jih3eKZq

Άγιος Μακάριος Νοταράς αρχιεπίσκοπος Κορίνθου και γενάρχης του Φιλοκαλισμού

Ό άγιος Μακάριος (κατά κόσμον Μι­χαήλ Νοταράς) γεννήθηκε το 1731 στα ιστορικά Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν γιος του Γεωργαντά καί της "Αναστασίας και καταγόταν από την επιφανή καί αριστο­κρατική οικογένεια των Νοταράδων, πού διέθετε ισχυρή πολιτική, οικονομική καί κοινωνική ισχύ. Από την ονομαστή αυτή οικογένεια προήλθαν επιφανείς εκκλησια­στικές μορφές, όπως ό θαυματουργός πο­λιούχος της Κεφαλονιάς άγιος Γεράσιμος ό Νοταράς (+1579), ό εθνομάρτυρας Λουκάς Νοταράς (+1453) καί οι Πατριάρ­χες "Ιεροσολύμων Δοσίθεος (+1707) καί Χρύσανθος (+1731). Από τα παιδικά του χρόνια διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη σε­μνότητα καί ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του προς τον συνάνθρωπο καί την κλίση του στη μοναχική ζωή, έχοντας ως φωτεινό πρότυπο τον συγγενή καί συντο­πίτη του άγιο Γεράσιμο Νοταρά. Μεταβαί­νει στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα για να λάβει το αγγελι­κό σχήμα, αλλά ή έλλειψη της συγκατάθε­σης του πατέρα του τον αναγκάζει να επι­στρέψει στα Τρίκαλα. Διορίζεται από τον πατέρα του επιστάτης των γύρω χωριών, για να συγκεντρώνει τα οφειλόμενα χρή­ματα. Ό νεαρός Μιχαήλ όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην επιθυμία του πατέρα του, αλλά μοιράζει τα χρήματα στους φτωχούς καί τους αδυνάτους. Έτσι ό πα­τέρας του του αφαιρεί την οικονομική διαχείριση καί ό Μιχαήλ παραμένει στην πα­τρική οίκία μελετώντας τη Γραφή καί διά­φορα ψυχωφελή βιβλία. Μετά το θάνατο του διδασκάλου του Ευσταθίου, άναλαμβάνει ό ίδιος καθήκοντα διδασκάλου για έξι χρόνια, οπού άμιοθί εργάζεται άκατάπαυστα για τη μόρφωση των παιδιών της επαρχίας του. Το 1764 έκδημεΐ εις Κύριον ο Μητροπολίτης Κορίνθου Παρθενίας καί σύσσωμος κλήρος καί λαός επιθυμεί τον Μιχαήλ διάδοχο ατό θρόνο της άποστολικής "Εκκλησίας της Κορίνθου. Γι' αυτό καί ζητούν ομόφωνα από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σαμουήλ τον Α' τήν εκλογή του ενάρετου καί σεμνού Μι­χαήλ Νοταρά στη Μητρόπολη Κορίνθου. Ο Μιχαήλ μεταβαίνει στην Κωνσταντι­νούπολη με τίς απαραίτητες συστατικές επιστολές καί χειροτονείται διάκονος λαμβάνοντας το όνομα Μακάριος, στη συνέ­χεια πρεσβύτερος καί τον Ιανουάριο του 1765, σε ηλικία 34 ετών, Μητροπολίτης Κορίνθου.Επιστρέφει στην Κόρινθο, όπου ό λαός τον υποδέχεται με αγάπη, χαρά καί ένθουσιασμό, καί μιμούμενος τον αρχιποίμενα Χριστό αρχίζει ένα αξιόλογο αναγεννητικό έργο με σκοπό την ανύψωση τοΰ εκκλησιαστικού φρονήματος καί του πνευματικοϋ επιπέδου του λαού της Κο­ρίνθου. Αφοσιώνεται με όλη του την ψυχή στήν αναμόρφωση της αποστολικής Εκκλησίας της Κορίνθου. Κηρύττει άνελλιπώς το θείο Λόγο, τελεί δωρεάν τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δωρίζει συγγράμ­ματα κατηχήσεων για να διδάσκονται όλοι τά νοήματα της πίστης, μοιράζει κολυμ­πήθρες σε πόλεις καί χωριά, ιδρύει σχολεΐα, ανακαινίζει ιερούς ναούς καί φροντίζει ιδιαίτερα την επιμόρφωση του κλήρου της επαρχίας του. Το σπουδαίο άνακαινιστικό έργο του αγίου διακόπτεται με την κήρυξη του ρωσοτουρκικοΰ πολέμου το 1768. Το 1770 υψώνει τη σημαία της επα­νάστασης στα Τρίκαλα, αλλά ή έπαναστατική κίνηση αποτυγχάνει καί αναγκάζεται να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου διδάσκει καί ιερουργέί για τρία χρόνια. Επισκέπτε­σαι την Κεφαλονιά για να προσκυνήσει το ιερό καί χαριτόβρυτο λείψανο του αγίου Γερασίμου, καί παραμένει στο μοναστήρι τοΰ αγίου στα "Ομαλά για μερικούς μήνες,οπου συλλέγει καί συγγράφει παραινέσεις καί υποδείγματα οσίων Πατέρων. Στή συ­νέχεια μεταβαίνει στην Υδρα καί φιλοξε­νείται στο μοναστήρι της Παναγίας Φανε­ρωμένης. "Ασκεί ίεροκηρυκτικά καί άγιαστικά καθήκοντα προς τον ύδραϊκό λαό, Εγκαινιάζει ιερούς ναούς, όπως τον ίερό ναό των Αγίων Πάντων, πού οικοδομήθηκε το 1774, καί μονάζει για κάποιο χρονικό διάστημα στο άσκητήριο του Αγίου Ίωαννικίου στην περιοχή της Ζούρβας. Στήν Υδρα συναντιέται καί συνδέεται με στενή φιλία με τον Νάξιο Νικόλαο Καλλιβούρτζη, τον μετέπειτα παριλάλητο όσιο Νικό­δημο τον Αγιορείτη, για να αποτελέσουν μαζί με τον άγιο "Αθανάσιο τον Πάριο τους άρχηγέτες του κινήματος των Κολλυβάδων καί τους πρωτεργάτες της φιλοκαλικής αναγέννησης των πατερικών καί χρι­στιανικών γραμμάτων. Στό μεταξύ του ζητείται να παραιτηθεί από το μητροπολιτι­κό θρόνο της Κορίνθου. Ό άγιος αρνείται καί απομακρύνεται αυθαίρετα καί αντικα­νονικά. Δέχεται άνεξίκακα την εκθρόνιση του, αλλά δεν έφησυχάζει καί γίνεται σταυ­ροφόρος Χρίστου. Αυτοεξόριστος επισκέ­πτεται διάφορα νησιά του Αιγαίου καί ασκεί το ποιμαντικό καί ίεροκηρυκτικό του έργο. Επισκέπτεται τη Χίο καί αργότε­ρα μεταβαίνει στο "Αγιο Όρος, οπού συλ­λέγει πολύτιμο υλικό από χειρόγραφα καί προετοιμάζει τη Φιλοκαλία.Στο Όρος όέν βρίσκει γαλήνιο λιμάνι σωτη­ρίας, άφοΰ ξεσπούν έντονες ταραχές καί συγκρούσεις εξαιτίας της θεολογικής διένεξης γνωστής ως έριδας των Κολλυβάδων. Το κίνημα των Κολλυβάδων εΐναι το πνευματικό εκείνο κίνημα πού εκδηλώθη­κε στο "Αγιο Όρος περί τα μέσα του 18ου αιώνα καί αποσκοπούσε στην ανακαίνιση της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας καί την επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση. Βασικά θέματα του κινήματος ήταν ή μη τέλεση μνημοσυνών την Κυρια­κή, πού είναι ή ημέρα της "Αναστάσεως του Κυρίου, ή ανάγκη για συχνή Θεία Με­τάληψη καί ή μελέτη πατερικών, ασκη­τικών καί νηπτικών κειμένων, τονίζοντας την αξία του ήσυχασμοϋ καί την ευεργετι­κή πνευματική επίδραση του ασκητικού ήθους. Εξαιτίας των ταραχών εγκαταλεί­πει το "Αγιο Όρος καί μεταβαίνει στη Χίο. "Αργότερα φτάνει στην Πάτμο καί ιδρύει στο λόφο της Κουμάνας ησυχαστή­ριο με ναΰριο προς τιμήν των Αγίων Πάντων. Στήν δεκαετή παραμονή του στο ιερό νησί της Αποκάλυψης άσκητεύει, αντιγράφει κώδικες, συλλέγει υλικό για τη Φιλοκαλία, μεταφράζει νηπτικοασκητικά κείμενα καί συγγράφει το βίο του οσίου Χριστοδούλου. Στή συνέχεια ό άγιος Μα­κάριος μεταβαίνει στη Σάμο καί άσκητεύει σε μικρό κελλί στην περιοχή του χωρίου Μύλοι, Οπου μετά την κοίμηση του άνεγέρθηκε ναός προς τιμήν του, ό όποιος αποτελεί μέχρι σήμερα προσκύνημα με με­γάλη θαυματουργική παράδοση. Μετά το θάνατο του πατέρα του ό άγιος προσκα­λείται από τα αδέλφια του, πού βρίσκο­νται στην "Υόρα, για να μεταβούν στα Τρί­καλα για τη διανομή της πατρικής περιου­σίας. Ή άκρα άσκητικότητα καί ή τέλεια άκτημοσύνη του τον οδηγούν στο να αρνη­θεί το μερίδιο της κληρονομιάς, το όποιο παραχωρεί στα αδέλφια του, ενώ καίει όλα τα χρεώγραφα του πατέρα του καί χα­ρίζει τα χρέη στους οφειλέτες. Στή συνέ­χεια ταξιδεύει στη Σμύρνη, όπου αναζητεί καί βρίσκει χρηματοδότες για την έκδοση των βιβλίων του, ενώ ενισχύει πνευματικά την οικογένεια του Ίωάννη Μαυροκορδά­του, ό οποίος αναλαμβάνει τα τυπογραφι­κά έξοδα των βιβλίων του αγίου. Στή συ­νέχεια μεταβαίνει στη Χίο, οπού εγκαθί­σταται οριστικά σε ασκητικό καί ήσυχαστικό τόπο κοντά στο ναό του Αγίου Πέ­τρου στους βορειοανατολικούς πρόποδες του ορούς Αίπος πάνω από την κωμόπολη του Βροντάδου. Στόν ασκητικό αυτό τόπο ό άγιος, ως μεγαλόσχημος πλέον μοναχός, έχοντας μαζί του καί τον υποτακτικό Ιά­κωβο βρίσκει την ποθούμενη ησυχία καί επιδίδεται στήν αυστηρή άσκηση, τη φι­λανθρωπία καί την ανάγνωση νηπτικοασκητικών πατερικών κειμένων. Με τη βοή­θεια των κατοίκων της Χίου καί της Σμύρνης βοηθά τον Νήφωνα τον Χίο στην ανέ­γερση της Ιέρας Μονής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ικαρία, οπού καί με­ταβαίνει για να άσκητεύσει μαζί του για κάποιο χρονικό διάστημα. "Αργότερα στον περίβολο της μονής άνεγέρθηκε ναός προς τιμήν του αγίου Μακαρίου, οπού φυλάσ­σεται καί παλαιά εικόνα του αγίου, για να θυμίζει την άγιαστική καί ασκητική του παρουσία στο νησί. Επιστρέφοντας ατή Χίο κηρύττει στους ναούς, ενισχύει οικο­νομικά τους φτωχούς, προσφέρει άνακούφιση και παρηγοριά σε όσους έχουν ανά­γκη, εντείνει τους ασκητικούς του αγώνες, επικοινωνεί αδιάλειπτα με τον Θεό. Το 1782 εκδίδεται ή πεντάτομη Φιλοκαλία, πού αποτελεί μια ανθολογία από έργα ασκητικών καί νηπτικών πατέρων.Αργό­τερα εκδίδονται τα έργα «Περί συνεχούς Μεταλήψεως», ό «Εύεργετινός» καί ή «Ιε­ρή Κατήχηση» του Πλάτωνα Μόσχας, ενώ στο "Αγιο Όρος μεταφράζει έργα του αγί­ου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Το έργο «Περί συνεχούς Μεταλήψεως» προκαλεί σχόλια καί αντιδράσεις καί ή Σύνοδος του Πατριαρχείου το καταδικάζει ως επικίν­δυνο καί απόβλητο. "Αργότερα όμως το βι­βλίο δικαιώνεται καί επαινείται από τον Πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ'. Στό άσκητήριό του ό άγιος αναπτύσσει ιδιαίτερα καί το άλειπτικό χάρισμα. "Αναδεικνύεται ουρανόσταλτος οδηγός, πού με την πίστη καί τη διδασκαλία του συμβουλεύει, εμψυ­χώνει καί προετοιμάζει προς το μαρτύριο πολλούς νεομάρτυρες. Χάρη στην πνευματική καθηδήγησή του οδηγήθηκαν συνειδη­τά προς το μαρτύριο ό Πολύδωρος ό Κύ­πριος (3 Σεπτεμβρίου 1794), ό πολιούχος της Μυτιλήνης Θεόδωρος ό Βυζάντιος (17 Φεβρουαρίου 1795), ό Μάρκος ό Νέος από τη Σμύρνη (5 "Ιουνίου 1801), ό πολιούχος της Τριπόλεως Δημήτριος ό Πελοποννήσιος (14 "Απριλίου 1803). Ενισχύει οικο­νομικά τον Αδαμάντιο Κοραή, πού σπου­δάζει στο Μονπελλιέ της Γαλλίας, καί βοηθάει στην έκδοση του «Νέου Μαρτυρολογίου». Συνεργάζεται με τον επιστήθιο φίλο καί βιογράφο του άγιο Αθανάσιο τον Πάριο για τη σύνταξη του «Νέου Λει­μωνάριου», το οποίο εκδίδεται το 1819 στη Βενετία από τον Νικηφόρο τον Χίο, πού έγραψε καί την Ακολουθία του αγίου Μακαρίου. Στίς αρχές Σεπτεμβρίου του 1804 προσβάλλεται από ημιπληγία δλο το δεξιό μέρος του σώματος του, με συνέπεια να μην μπορεί να κουνηθεί καί να γράψει για οκτώ μήνες μέχρι τίς 17 "Απριλίου το 1805, ημέρα πού ό γενάρχης του Φιλοκαλισμού παραδίδει το πνεύμα του στον Πα­νάγαθο Θεό. Ενταφιάστηκε δεξιά από το ναό των Αγίων "Αποστόλων Πέτρου καί Παύλου, ό όποιος από τότε μετονομάσθη­κε από τον ευσεβή χιακό λαό σε ναό του Άγιου Μακαρίου. Ή άνακομιδή των λει­ψάνων του αγίου, πού φυλάσσονται σε να­ούς καί μοναστήρια της Χίου καί της Κο­ρινθίας, πραγματοποιήθηκε το 1808. Μετά την κοίμηση του αγίου ό μοναχός Κων­στάντιος από τη Θεσσαλία, από αγάπη καί σεβασμό στον δάσκαλο καί γέροντα του άγιο Μακάριο, πού γνώρισε στην Ύδρα, ανεγείρει τους δύο πρώτους ναούς προς τι­μήν του, το 1815 στο χωριό Έλατα της Χί­ου καί γύρω στο 1820 στο χωριό Μύλοι της Σάμου, ενώ την τελευταία δεκαετία άνεγέρθηκαν περικαλλεΐς ναοί έπ' ονόματι του αγίου Μακαρίου στο Ξυλόκαστρο Κοριν­θίας, πού θεμελιώθηκε το 1989, καί στην Ιε­ρά Μονή Αγίων Κηρύκου καί Ίουλίττης στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, πού θεμελιώ­θηκε το 1992. Αναρίθμητα εΐναι τα θαύμα­τα πού με τη χάρη του Θεού τέλεσε ό άγιος στην πορεία των 200 ετών από την όσιακή του κοίμηση στίς 17 "Απριλίου του 1805 μέ­χρι τίς ημέρες μας, ώστε να παραμένει στη συνείδηση των "Ορθοδόξων ως ό ενάρετος καί φιλόστοργος ποιμενάρχης, ό μεγάλος διδάσκαλος του Γένους, ό ταπεινός διάκο­νος Χρίστου, ό συγγραφέας ψυχοσωτήριον βιβλίων, ό θαυματουργός άγιος.


Του Αριστείδη Γ Θεοδωρόπουλου

O Άγιος Λάζαρος μέσα από την Γραφή και την Παράδοση

O Άγιος Λάζαρος μέσα από την Γραφή και την Παράδοση

undefined


π. Λάζαρος Βατοπεδινός

Βηθανία, εβραϊκή λέξη που σημαίνει «οίκος φοινίκων». Έμεινε γνωστή στην ιστορία ως πατρίδα του φίλου του Χριστού, Λαζάρου. Μικρή και ασήμαντη κώμη στο χώρο της Παλαιστίνης αλλά σημαντική στην ιστορία του Χριστιανισμού. Ήταν από τους τόπους που αγαπούσε ιδιαίτερα και διέτριβε πολύ συχνά ο Ιησούς. Και αυτό, οφειλόταν στον ιδιαίτερο δεσμό αγάπης και φιλίας που συνέδεε τον Θεάνθρωπο με την οικογένεια του Λαζάρου και με το λεπρό που κάποιοι θεωρούσαν ως πατέρα του Αγίου.


Γνωστό τυγχάνει το επεισόδιο της φιλοξενίας του Κυρίου στην οικία της Μάρθας και της Μαρίας, αδελφών του Λαζάρου, όπου η μεν Μάρθα «περιεσπάτο περί πολύν διακονία», η δε Μαρία παρεκάθησε «παρά τους πόδας του Ιησού και άκουγε των λόγων» (Λουκ. ι΄ 38-42). Το γεγονός όμως που δόξασε τη Βηθανία είναι η ανάσταση του Λαζάρου (Ιω. ια΄1-44), όπου ο Κύριος με αυτό το θαύμα προεικόνισε τη δική Του ανάσταση. Γι΄ αυτό και η υμνολογία της αγίας μας Εκκλησίας κατά το Σάββατο του Λαζάρου τονίζει πρωτίστως το μυστήριο της κοινής αναστάσεως και δευτερευόντως τη μνήμη του Αγίου.


Εκτός από τα δύο ανωτέρω σημαντικά γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στη Βηθανία, υπάρχουν και άλλες ευαγγελικές αναφορές επισκέψεως και φιλοξενίας του Κυρίου στην οικία Σίμωνος του Λεπρού (΄Ιω. ιβ΄ 1-8, Μάρκ. ιδ΄3-9, Ματθ. κστ΄6-13, ΄Ιω. ιβ΄9-11, Ματθ. κα΄17).

Όπως ήταν φυσικό, το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου εξέγειρε τους Ιουδαίους και «εβουλεύσαντο οι αρχιερείς, ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν» (΄Ιω. ιβ΄ 9-11), καθότι ήταν το ζωντανό τεκμήριο του θαύματος. ΄Ετσι ο Άγιος διωκόμενος από τους Ιουδαίους καταφεύγει στη νήσο Κύπρο, όπου τον συναντούν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας και τον χειροτονούν πρώτον επίσκοπο Κιτίου.

Το αρχαίο Κίτιο, η πόλη του φιλοσόφου Ζήνωνος είχε τη μεγάλη τιμή να ευαγγελισθεί το λόγο της Αληθείας όχι από έναν απλό εργάτη του Ευαγγελίου αλλά από ένα προσωπικό φίλο του Κυρίου. Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος έζησε άλλα τριάντα χρόνια μετά την έγερσή του. «΄Εν παραδόσεσιν εύρομεν ότι τριάκοντα ετών ήταν τότε ο Λάζαρος ότε εγήγερται, μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε, και ούτω πρός Κύριον εξεδήμησε κοιμηθείς».

Οι παραδόσεις τον θέλουν σκυθρωπό και αγέλαστο κατά την παρούσα ζωή, και αυτό οφειλόταν στα όσα είχε δει κατά την τετραήμερη παραμονή του στον Άδη. Οι ίδιες παραδόσεις αναφέρουν ότι δε γέλασε ποτέ στη ζωή του παρά μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο και σχολίασε αποφθεγματικά: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο».

Άλλη παράδοση συνδέει τον Άγιο με την Αλυκή της Λάρνακος (σημερινή ονομασία του Κιτίου). Στη θέση της Αλυκής υπήρχε τον καιρό του Αγίου ένα μεγάλο αμπέλι. Διερχόμενος μια μέρα από εκεί ο Άγιος, δίψασε και ζήτησε λίγο σταφύλι από τη γυναίκα-ιδιοκτήτη του αμπελιού. Εκείνη αρνήθηκε και για να την τιμωρήσει, μετέτρεψε θαυματουργικά το τεράστιο αμπέλι σε αλυκή. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από τους εργάτες που συλλέγουν το αλάτι. Ισχυρίζονται ότι σκάβοντας βρίσκουν ρίζες και κορμούς αμπελιού. Λέγεται μάλιστα, πως στο μέσο της αλυκής βρίσκεται πηγάδι με γλυκό νερό, γνωστό ως "πηγάδι της «ρκάς» δηλ. της γριάς. Ο Συναξαριστης της Κωνσταντινουπόλεως, σχετικά με αυτή την παράδοση, αναφέρει ότι τη λίμνη διεκδικούσαν δύο αδέλφια, οι οποίοι ήρθαν σε έντονη ρήξη για την κατοχή της. Ο Άγιος "διά προσευχής εξήρανε και εις άλατος φύσιν αυτήν επήξατο".

Στα "Πάτρια" του Αγίου Όρους γίνεται άμεση σύνδεση της Κύπρου και του Αγίου Λαζάρου με τη Θεοτόκο και τον Άθωνα. Η μητέρα του Κυρίου, συνοδευομένη από τόν Ευαγγελιστή Ιωάννη, ήλθε στο Κίτιο, συνάντησε τον Άγιο Λάζαρο, στον οποίο μάλιστα δώρησε ωμοφόριο και επιμάνικα, ενώ στη συνέχεια επισκέφθηκε τόν Άθω.
Σύμφωνα πάντα με τον Συναξαριστή της Κωνσταντινουπόλεως, ο Άγιος ετάφη σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή: "Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού". Η λάρνακα τοποθετήθηκε αργότερα σε έναν μικρό ναό.
Πέραν από την πληροφορία του αγίου Επιφανίου, σχετικά μέ τά τριάντα χρόνια της δεύτερης ζωής του Αγίου, η παλαιότερη, κατά τους ερευνητές, μαρτυρία για την παράδοση της παρουσίας του αγίου Λαζάρου στην Κύπρο αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη Ευβοίας, πρεσβύτερο και μοναχό του Πατριαρχείου Αντιοχείας (περι τό 744). Ο Άγιος σε ομιλία του "Εις τον τετραήμερον Λάζαρον" αναφέρει: «΄Εμοι γάρ είρηκεν γέρων τις περι του μακαρίου Λαζάρου πληροφορηθείς από γραφης τών αυτου υπομνημάτων, ότι εν Κύπρω τη νήσω επίσκοπος γενάμενος και τόν του μαρτυρίου στέφανον υπέρ Χριστου ανεδήσατο τόν δρόμον τελέσας και την πίστην τηρήσας και συν τώ Χριστώ αιωνίως αγάλλεται».
Όπως γίνεται φανερό, γύρω στα 744 στον χώρο της Αντιοχείας είναι γνωστή και διαδεδομένη η παράδοση για τον Άγιο Λάζαρο. Η πληροφορία για μαρτυρικό θάνατο του Αγίου είναι μοναδική και δεν συναντάται σε άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.

Η τριακονταετής παραμονή του αγίου Λαζάρου στον επισκοπικό θρόνο του Κιτίου είναι γνωστή και στον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη (759-826), ο οποιος αναφέρει εις τας Κατηχήσεις του: «Λαζάρου του μακαριωτάτου εορτάζωμεν τα μνημόσυνα, μαλλον δέ τά εγέρσια, Λαζάρου εκείνου τά τριάκοντα έτη ζήσαντος, ώς ο λόγος, και επισκοπήσαντος μετά την ανάζησιν».

Η ανακομιδη και μετάθεση του ιερού λειψάνου του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τιμάται από την Εκκλησία τη 17ην Οκτωβρίου, έγινε κατά το έτος 899/900 μετά από εντολή του αυτοκράτορος Λέοντος Στ΄ του Σοφού.



Η μετάθεση του λειψάνου περιγράφεται λεπτομερώς σε δύο πανηγυρικούς λόγους που εκφώνησε μπροστά στο ιερό λείψανο παρουσία του αυτοκράτορος ο μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας (850-μετά το 932). Στον πρώτο Λόγο, ο λόγιος κληρικός εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στο δεύτερο περιγράφει διεξοδικά την πομπή που σχηματίσθηκε, με τη συμμετοχή του αυτοκράτορα, για τη μεταφορά του λειψάνου από τη Χρυσούπολη στην Αγία Σοφία. Ο Λέων Στ΄, ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, απέστειλε χρήματα και τεχνίτες στην Κύπρο, όπου έκτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου, ο οποίος διατηρείται ως σήμερα στη Λάρνακα. Εκτός τούτου οικοδόμησε μονή στην Κωνσταντινούπολη επ' ονόματι του δικαίου Λαζάρου, όπου εναπόθεσε το ιερό λείψανο. Στην ίδια μονή μεταφέρθηκε αργότερα από την ΄Εφεσο και το λείψανο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Κατά τη βυζαντινή εποχή διατηρήθηκε το έθος να εκκλησιάζεται στη μονή κατά το Σάββατο του Λαζάρου, ο ίδιος ο αυτοκράτορας.




Μέρος της Κάρας του Αγίου Λαζάρου
Το ιερό λείψανο του Αγίου πρέπει να μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την παλαιά λάρνακα. Τούτο συμπεραίνεται από το ότι η μαρμάρινη λάρνακα, που εναπόκειται σήμερα κάτω από την αγία Τράπεζα του ομωνύμου ναού στη Λάρνακα, φέρει επιγραφή, σε μεγαλογράμματη γραφή, «ΦΙΛΙΟΥ» (ονομαστική: Φίλιος), ενώ η παλαιά "Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού". Στη σημερινή λάρνακα ανευρέθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1972 τμήμα του ιερού λειψάνου του δικαίου Λαζάρου μέσα σέ ξύλινη θήκη.



Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι οι Κιτιείς δεν πρέπει να είχαν παραδώσει ολόκληρο το λείψανο στον αυτοκράτορα αλλά το μεγαλύτερο μέρος του. Εξάλλου και ο Αρέθας στους Λόγους του δέν αναφέρεται σε άφθαρτο σκήνωμα αλλά σε «οστά » και «κόνιν». Εκτός αυτού ρωσική πηγή στη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης αναφέρει ότι ένας Ρώσος μοναχός από το Μοναστήρι του Πσκώβ, που επισκέφθηκε κατά το 16ο αιώνα την πόλη της Λάρνακας, προσκύνησε τα οστά του αγίου Λαζάρου και πήρε μαζί του μικρό τεμάχιο από αυτά. Το τεμάχιο διαφυλάσσεται ως σήμερα στο παρεκκλήσιο του αγίου Λαζάρου, στη μονή Πσκώβ. Η δυνατότητα την οποία είχε ο Ρώσος μοναχός να προσκυνήσει τον Άγιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λάρνακα με τα εναπομείναντα λείψανα ήταν θεατή στους προσκυνητές τουλάχιστον ως το 16ο αιώνα. Αργότερα σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, οι Κιτιείς τα έκρυψαν κάτω από την αγία Τράπεζα όπου παρέμεινε μέχρι την ανεύρεσή της κατά το έτος 1972.

διαβάστε περισότερα για τον Άγιο Λάζαρο εδώ

Εις την Κυριακήν των Βαΐων

Εις την Κυριακήν των Βαΐων


Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς

1. Σε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ' εβοήθησα», είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49, 8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα» (Β΄ Κορ. 6,2· Ρωμ. 13,12). Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος.

Και το προκηρύσσει ο Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα.


2. Αν λοιπόν κανείς θέλη ν' αγαπά τη ζωή, να ιδή αγαθές ημέρες, ας φυλάττη την γλώσσα του από κακό και τα χείλη του ας μη προφέρουν δόλο· ας εκκλίνη από το κακό και ας πράττη το αγαθό· (Πέτρ. 3, 10ε, Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν είναι η γαστριμαργία, η μέθη και η ασωτία· κακό είναι η φιλαργυρία, η πλεονεξία και η αδικία· κακό είναι η κενοδοξία, η θρασύτης και η υπερηφάνεια. Ας αποφύγη λοιπόν ο καθένας τέτοια κακά και ας επιτελή τα αγαθά.

Ποιά είναι αυτά; Η εγκράτεια, η νηστεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη, η μακροθυμία, η αγάπη, η ταπείνωσις. Ας επιτελούμε λοιπόν αυτά, για να μεταλάβωμε αξίως του θυσιασθέντος για χάρι μας αμνού του Θεού και ας λάβωμε από αυτόν τον αρραβώνα της αφθαρσίας για να τον φυλάξωμε κοντά μας σ' επιβεβαίωσι της υπεσχημένης προς εμάς κληρονομίας στους ουρανούς.

Αλλά είναι μήπως δυσκατόρθωτο το αγαθό και οι αρετές είναι δυσκολώτερες από τις κακίες; Εγώ πάντως δεν το βλέπω· διότι περισσοτέρους πόνους υφίσταται από εδώ ο μέθυσος και ο ακρατής από τον εγκρατή, ο ακόλαστος από τον σώφρονα, ο αγωνιζόμενος να πλουτήση από τον ζώντα με αυτάρκεια, αυτός που επιζητεί ν' αποκτήση δόξα από τον διαγοντα σε αφάνεια· αλλ' επειδή λόγω της ηδυπαθείας μας οι αρετές μάς φαίνονται δυσκολώτερες, ας βιάσωμε τους εαυτούς μας· διότι ο Κύριος λέγει «η βασιλεία του Θεού είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν» (Ματθ. 11, 12).


3. Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι προσπάθεια και προσοχή, ένδοξοι και άδοξοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε ν' απομακρύνωμε από την ψυχή μας τα πονηρά αυτά πάθη και αντί αυτών να εισαγάγωμε σ' αυτήν όλη τη σειρά των αρετών. Πραγματικά ο γεωργός και ο σκυτοτόμος, ο οικοδόμος και ο ράπτης, ο υφαντής και γενικώς ο καθένας που εξασφαλίζει τη ζωή του με τους κόπους και την εργασία των χεριών του, εάν αποβάλουν από την ψυχή τους την επιθυμία του πλούτου και της δόξας και της τρυφής, θα είναι μακάριοι· διότι αυτοί είναι οι πτωχοί για τους οποίους προορίζεται η βασιλεία των ουρανών, και γι' αυτούς είπε ο Κύριος, «μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα» (Ματθ. 5, 3). Πτωχοί δε κατά το πνεύμα είναι αυτοί που λόγω του ακαυχήτου και αφιλοδόξου και αφιληδόνου του πνεύματος, δηλαδή της ψυχής, ή έχουν εκουσίαν και την εξωτερική πτωχεία ή την βαστάζουν γενναίως, έστω και αν είναι ακουσία. Αυτοί όμως που πλουτούν και ευημερούν και απολαύουν την πρόσκαιρη δόξα και γενικώς όσοι είναι επιθυμητοί αυτών των καταστάσεων θα περιπέσουν σε δεινότερα πάθη και θα εμπέσουν σε μεγαλύτερες, περισσότερες και δυσχερέστερες παγίδες του Διαβόλου· διότι αυτός που επλούτησε δεν αποβάλλει την επιθυμία του πλουτισμού, αλλά μάλλον την αυξάνει, ορεγόμενος περισσότερα από προηγουμένως. Έτσι και ο φιλήδονος και ο φίλαρχος και ο άσωτος και ο ακόλαστος αυξάνουν μάλλον τις επιθυμίες των παρά τις αποβάλλουν. Οι δε άρχοντες και οι αξιωματούχοι προσλαμβάνουν και δύναμι, ώστε να εκτελούν αδικίες και αμαρτίες.


4. Γι' αυτό είναι δύσκολο να σωθή άρχων και να εισέλθη στη βασιλεία του Θεού πλούσιος. «Πώς», λέγει, «μπορείτε να πιστεύετε σ' εμένα λαμβάνοντας δόξα από τους ανθρώπους και μη ζητώντας την δόξα από τον Θεό μόνο» (Ιω. 5, 44); Αλλ' όποιος είναι εύπορος ή αξιωματούχος ή άρχων ας μη ταράσσεται· διότι μπορεί, αν θέλη, να ζήτηση τη δόξα του Θεού και να πιέση τον εαυτό του, ώστε ανακόπτοντας την προς τα χειρότερα ροπή να αναπτύξη μεγάλες αρετές και ν' απωθήση μεγάλες κακίες, όχι μόνο από τον εαυτό του, αλλά και από πολλούς άλλους που δεν θέλουν. Μπορεί πραγματικά όχι μόνο να δικαιοπραγή και να σωφρονή, αλλά και αυτούς που θέλουν ν' αδικούν και ν' ακολασταίνουν να τους εμποδίζη ποικιλοτρόπως, και όχι μόνο να παρουσιάζεται ο ίδιος ευπειθής στο ευαγγέλιο του Χριστού και στους κήρυκές του, αλλά και τους θέλοντας ν' απειθούν να τους φέρη σε υποταγή στην Εκκλησία του Χριστού και στους προϊσταμένους της κατά Χριστόν, όχι μόνο δια της δυνάμεως και εξουσίας που έλαβε από τον Θεό, αλλά και με το να γίνεται τύπος στους υποδιεστέρους σε όλα τα αγαθά· διότι οι αρχόμενοι εξομοιούνται με τον άρχοντα.


5. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια και βία και προσοχή σε όλους μεν, αλλ' όχι εξ ίσου. Σ' αυτούς που ευρίσκονται σε δόξα, πλούτο και εξουσία, καθώς και στους ασχολούμενους με τους λόγους και την απόκτηση της σοφίας, αν θα ήθελαν να σωθούν, χρειάζεται περισσότερη βία και προσπάθεια, επειδή από την φύσι τους είναι δυσπειθέστεροι. Αυτό μάλιστα γίνεται καταφανές και από τα ευαγγέλια του Χριστού που αναγνώσθηκαν χθες και σήμερα. Πραγματικά, με το θαύμα που ετελέσθηκε στον Λάζαρο και παρέστησε ολοφάνερα ότι αυτός που το έκαμε είναι Θεός οι μεν άνθρωποι του λαού επείσθηκαν και επίστευσαν οι δε τότε άρχοντες, δηλαδή οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τόσο αμετάπειστοι έμειναν, ώστε να εκμανούν περισσότερο εναντίον του και να θέλουν λόγω φρενοβλαβείας να τον παραδώσουν σε θάνατο, αυτόν που και με όσα είπε και με όσα έπραξε αναφάνηκε κύριος ζωής και θανάτου.

Δεν έχει δε να ειπή κανείς ότι το γεγονός ότι τότε ο Χριστός εσήκωσε επάνω τους οφθαλμούς του και είπε, «Πάτερ, σ' ευχαριστώ που με άκουσες», εστάθηκε εμπόδιο για το να θεωρήσουν ότι αυτός είναι ίσος με τον Πατέρα· διότι αυτός προσθέτει εκεί λέγοντας προς τον Πατέρα, «εγώ δε εγνώριζα ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά τα είπα για χάρι του όχλου που παρευρίσκονταν, για να πιστεύσουν ότι εσύ με απέστειλες» (Ιω. 11, 42).

Για να γνωρίσουν δηλαδή αφ' ενός μεν ότι είναι Θεός και έρχεται από τον Πατέρα, αφ' ετέρου δε ότι ενεργεί τα θαύματα όχι εναντίον αλλά με συναίνεσι του Πατρός, εσήκωσε μεν εμπρός σε όλους τους οφθαλμούς του προς τον Πατέρα, είπε δε προς αυτόν εκείνα που αποδεικνύουν ότι αυτός που ωμίλησε επί γης είναι ίσος με τον υψηλά στους ουρανούς Πατέρα.

Έτσι, όπως στην αρχή, όπου επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή, έτσι και τώρα στο Λάζαρο, όπου επρόκειτο ν' αναπλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή. Αλλά εκεί, που επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, είπε ο Πατήρ προς τον Υιό «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο» και ο Υιός άκουσε, και έτσι ο άνθρωπος παρήχθηκε στην ύπαρξι· εδώ δε τώρα είπε ο Υιός και ο Πατήρ άκουσε, και έτσι εζωοποιήθηκε ο Λάζαρος.


6. Βλέπετε πόση είναι η ομοτιμία και η ομοβουλία; Διότι η μεν μορφή της προσευχής χρησιμοποιήθηκε για τον παρευρισκόμενο όχλο, τα δε λόγια δεν ήταν λόγια προσευχής, αλλά δεσποτείας και εξουσίας· «Λάζαρε, ελθέ έξω», και αμέσως ο τετραήμερος νεκρός παρουσιάσθηκε σ' αυτόν ζωντανός· άραγε τούτο έγινε με πρόσταγμα αναζωούντος ή με προσευχή ζωοποιούντος; Εφώναξε δε με μεγάλη φωνή επίσης για τους παρευρισκομένους· διότι μπορούσε όχι μόνο με μετρία φωνή, αλλά και με την θέληση μόνο να τον αναστήση, όπως μπορούσε να το κάμη και απέχοντας μακριά και με την πέτρα επάνω στον τάφο. Αλλά και προσήλθε στον τάφο και είπε στους παρευρισκομένους, που εσήκωσαν οι ίδιοι την πέτρα και αισθάνθηκαν τη δυσωδία, κι εφώναξε με μεγάλη φωνή και τον εκάλεσε κι έτσι τον ανέστησε, ώστε και με την όρασί τους (διότι τον έβλεπαν επάνω στον τάφο) και με την όσφρησί τους (διότι αισθάνονταν τη δυσωδία του νεκρού που ήταν ήδη στην τετάρτη ημέρα) και με την αφή (διότι χρησιμοποιώντας τα χέρια τους κατά πρώτον εσήκωσαν την πέτρα από το μνημείο, ύστερα έλυσαν το δέσιμο στο σώμα και το σουδάριο στο πρόσωπο) και με τα αυτιά τους (αφού η φωνή του Κυρίου έφθανε σε όλων τις ακοές) να καταλάβουν όλοι και να πιστεύσουν, ότι αυτός είναι που καλεί τα μη όντα σε όντα, που βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του, που και στην αρχή με λόγο μόνο εδημιούργησε τα όντα από μη όντα.


7. Ο μεν άκακος λαός λοιπόν επίστευσαν σ' αυτόν με όλα αυτά έτσι, ώστε να μη κρατούν την πίστι σιωπηρά, αλλά να γίνουν κήρυκες της θεότητός του με έργα και λόγια. Διότι μετά την τετραήμερη έγερσι του Λαζάρου ο Κύριος ευρήκε ένα γαϊδουράκι, που προετοιμάσθηκε από τους μαθητάς, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, εκάθησε σ' αυτό, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα κατά την προφητεία του Ζαχαρίου που προείπε, «μη φοβήσαι, θυγατέρα Σιών, ιδού έρχεται ο βασιλεύς σου δίκαιος και σωτήριος, πράος επάνω σε υποζύγιο, σε πωλάρι όνου»(Ζαχ. 9,9· Ματθ. 21,5), Με τα λόγια αυτά ο προφήτης εδείκνυε ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος βασιλεύς, που είναι ο μόνος πραγμαπκά βασιλεύς της Σιών διότι, λέγει, ο βασιλεύς σου δεν είναι φοβερός στους παρατηρητάς, ούτε είναι κάποιος βαρύς και κακοποιός, συνοδευόμενος από υπασπιστάς και δορυφόρους, ή σύροντας πλήθος πεζών και ιππέων, ζώντας με πλεονεξία και απαιτώντας τέλη και φόρους, δουλείες και υπηρεσίες αγενείς και επιβλαβείς· αντιθέτως σημαία του είναι η ταπείνωσις, η πτωχεία και η ευτέλεια, εφ' όσον εισέρχεται επάνω σε όνο χωρίς καμμιά έπαρσι. Γι' αυτό αυτός είναι ο μόνος δίκαιος βασιλεύς που σώζει με δικαιοσύνη και αυτός είναι πράος έχοντας ως ιδιότητά του την πραότητα· διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον εαυτό του, «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».


8. Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους.


9. Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι' αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ' αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος» (Ιω. 11, 47). Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ» (Μάρκ. 11, 10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ' αυτόν πηγαίνω» (Ιω. 8, 42). Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ (Γεν. 49, 10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ' αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του» (Γεν. 49, 11). Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ' αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους;


10. Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;". Γι' αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι (Λουκ. 19, 40). Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον(Ματθ. 21, 16); Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης» (Λουκ. 2, 14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια» (Ματθ. 21, 9).


11. Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι.


12. Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο (Γαλ. 3, 28), έτσι σ' αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ' αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας (Εφ. 4, 6). Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας (Ιω. 13, 33ε.).


13. Ας σπεύδωμε λοιπόν να επιτύχωμε την πατρική ευχή και ας μη αποβάλλωμε την από αυτόν κληρονομία ούτε το σήμα που μας έδωσε, για να μη αποβάλλωμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία, και τότε θα ξεπέσωμε από την ελπίδα που μας αναμένει και θα κλεισθούμε έξω από τον πνευματικό νυμφώνα. Όπως δε πρίν από το σωτηριώδες πάθος, καθώς ο Κύριος εισερχόταν στην κάτω Ιερουσαλήμ, του έστρωναν τα ιμάτια όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι πραγματικοί άρχοντες των εθνών, οι Απόστολοι του Κυρίου δηλαδή, έτσι κι' εμείς άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, ας στρώσωμε τα έμφυτα ιμάτιά μας, υποτάσσοντας την σάρκα και τα θελήματά της στο πνεύμα. Έτσι όχι μόνο θ' αξιωθούμε να ιδούμε και να προσκυνήσωμε το σωτηριώδες πάθος του Χριστού και την αγία ανάστασι, αλλά και ν' απολαύσωμε την κοινωνία προς αυτόν «διότι», λέγει ο απόστολος, «εάν εγίναμε σύμφυτοι με το ομοίωμα του θανάτου του, είναι φανερό ότι θα γίνωμε σύμφυτοι και της αναστάσεως» (Ρωμ. 6, 5).


14. Αυτήν την ανάστασι είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.


Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...