Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.
Δευτέρα, Μαΐου 16, 2011
Σ᾽ ἀποζητοῦμε, Χριστόδουλε!…
Καργάκος Σαράντος
Ὅταν ἔφυγε ἔγραψα: «Σέ κλαίει ὁ λαός!». Σήμερα, μετά ἀπό τήν παρέλευση τόσων ἐτῶν ἀπό τή θανή του εἶμαι ὑποχρεωμένος νά γράψω: «Σέ θέλει ὁ λαός!».
. Στό διάστημα τῆς ἐπίγειας ἀπουσίας του «ἔφυγαν κι ἄλλοι πολλοί, μεγάλοι καί τρανοί, πού ἦσαν πασίγνωστοι ἐδῶ κι ἐκεῖ. Ὅλους ὅμως τούς πῆρε τό ποτάμι τῆς Λήθης. Μόνον ὁ Χριστόδουλος ζῆ -ἄσβηστο καντήλι στήν ψυχή τοῦ ἁγνοῦ λαοῦ πού πονεῖ γιά τήν ἔρμη πατρίδα. Ὅσο ζοῦσε ὁ Χριστόδουλος ὁ λαός εἶχε μιάν ἐλπίδα: εἶχε ἕναν ἡγέτη! Ἦταν γιά τό λαό μας ὅ,τι καί ὁ Χρυσόστομος γιά τόν ἐγκαταλελειμμένο λαό τῆς Σμύρνης. Καί οἱ δύο ὁδηγήθηκαν στό μαρτύριο: ὁ Σμύρνης ἀπό τόν τουρκικό ὄχλο, ὁ Ἀθηνῶν καί Ἑλλήνων πάντων ἀπό τόν δημοσιογραφικό καί χαμηλοπολιτικό ὄχλο. Ὁ ἕνας πέθανε βασανισμένος, ὁ ἄλλος πέθανε φαρμακωμένος. Κανείς δέν ἤπιε τόσο φαρμάκι ὅσο ὁ Χριστόδουλος. Γιατί εἶχε Παπαφλέσσειο ἀνάστημα καί ὕψωνε φωνή ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος. Κουβαλοῦσε μέσα του τήν παράδοση τοῦ 1821. Μέ τόν λόγο του ξαναζωντάνευε τ᾽ ἀρματολίκι, τούς καιρούς τῆς παλληκαριᾶς καί τῆς λεβεντιᾶς.
. Τόν ἔφαγε ἡ χαμέρπεια καί ἡ κακομοιριά. Ἡ χυδαία κακολογία καί μικρολογία. Ἔπρεπε νά πέσει γιά νά πεισθοῦν οἱ κακόπιστοι πόσο μεγάλος ἦταν! Δανείζομαι μιά φράση τοῦ Παν. Κανελλόπουλου γιά νά τόν παραστήσω: «Τόν μικρό τόν γνωρίζει κανείς ἀπό τήν ἄνοδό του• τόν μεγάλο ἀπό τήν πτώση του». Ναί, ὅταν ἔπεσε ὁ Χριστόδουλος, ἦταν σάν νά ἔπεσε ἡ Βασιλική Δρῦς τῆς πατρίδας. Ὁ λαός ἔχασε τόν ἄνθρωπο πού τοῦ προσέφερε ὅραμα, δύναμη, ἀντιστασιακή διάθεση.
. Ὁ Χριστόδουλος χτυποῦσε διαρκῶς τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ, διότι «ἄκουε τήν βοήν τῶν πλησιαζόντων γεγονότων». Γι᾽ αὐτό εἶχε ἀπέναντί του ὅλους αὐτούς πού ἀπεργάστηκαν τήν σημερινή μας κατάντια. Δυστυχῶς, στήν Ἑλλάδα, ἀντί νά χτυπᾶμε αὐτούς πού βάζουν τήν φωτιά, χτυπᾶμε ἐκείνους πού βαρᾶνε τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ. Δεκάδες οἱ φαρέτρες μέ τά δηλητηριασμένα βέλη πού στρέφονταν ἐναντίον του. Μέ τήν δῆθεν σάτιρα ἀπό τήν τηλοψία, ἀπό τό ραδιόφωνο, ἀπό τό πάλκο καί τόν τύπο, οἱ νάνοι ἀντίπαλοί του, τοῦ ἔκαναν τή ζωή του φαρμάκι. Κι αὐτός σάν τόν μάρτυρα Χρυσόστομο συγχωροῦσε.
. Εἴχαμε στενή φιλία ἀπό παλιά, ἀλλά ποτέ συνεργασία σέ ἐπαγγελματική βάση. Ἡ γνωριμία μας ξεκίνησε ἀπό μιά ἐπιθετική ἐπιστολή πού τοῦ ἔστειλα ἀπό τό ἐρημητήριό μου στόν Πάρνωνα. Ἔσχισε λαγκάδια καί βουνά νά μέ βρεῖ. Ἔκτοτε δεθήκαμε μέ μιά σχέση ἀδελφική. Δέν θά πῶ ποτέ ὅσα μοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ. Σέ πολλά μέ ἔπειθε. Σ᾽ ἕνα μόνον δέν μέ ἔπειθε: νά εἶμαι συγχωρητικός. «Εἶμαι Μανιάτης, τοῦ ἔλεγα, καί μέσα στό μανιάτικο φυσικό εἶναι ἡ ἀναίδεια». Ἀναίδεια στ᾽ ἀρχαῖα ἑλληνικά σημαίνει ἄρνηση συγγνώμης. Κι αὐτός γελοῦσε παταγωδῶς. Γιατί ἤξερε πώς δέν σοβαρολογῶ. Ἁπλῶς ἐρέθιζα τήν διάθεσή του γιά εὐτραπελία. Ναί, ἦταν ἕνας μεγάλος «μαΐστορας» τοῦ χιοῦμορ. Στά χρόνια του ἡ Ἐκκλησία «ἔλαμπε ἀπό χαμόγελο», μπῆκε τό γέλιο στήν Ἐκκλησία. Κέρδισε τήν παραπαίουσα νεολαία. «Κι ἐγώ μαζί σας ἀλλά κι ἐσεῖς μαζί μου». Κι οἱ νέοι θά πήγαιναν μαζί του, ἔστω κι ἄν τούς ὁδηγοῦσε στό Ζάλογγο. Θά ἔπεφταν, ἀλλά θά ἔπεφταν σάν τόν Ἴκαρο ἀπό ψηλά.
. Εἶχε Ἰκάρειο πνεῦμα μέσα του ὁ Χριστόδουλος. Πετοῦσε πάνω ἀπό τά εὐτελῆ καί τούς εὐτελεῖς σάν τόν βασιλικό ἀητό. Ἐκάλυπτε τούς πάντες μέ τήν καλλιφωνία του, τήν πολυγνωσία του, τήν πολυγλωσσία του, μέ τό ἱλαρό φῶς τοῦ προσώπου του. Ἄγρυπνος σάν τόν Ἄργο, μελετοῦσε τά πάντα κι ἦταν ἐνήμερος γιά τά πάντα. Ἔγραφε ἀκατάπαυστα ἀκόμη κι ὅταν συνομιλοῦσε, ἀκόμη κι ὅταν τηλεφωνοῦσε. Συχνά τόν μάλωνα: «Πότε ξεκουράζεσαι;». Κι αὐτός μέ τό δροσᾶτο γέλιο του: «Ὅταν δουλεύω…!». Τοῦ ἄρεσε νά μέ νευριάζει καί νά μέ πιάνει τό «μανιάτικο», ὁπότε οἱ τύποι πήγαιναν περίπατο. Μέ φώναζε -γιά νά μέ ἐρεθίζει- Σαράντη. Τοῦ ᾽λεγα, τοῦ ξανάλεγα ὅτι Σαράντο -κι ὄχι Σαράντη- λέμε στή Μάνη. Κι αὐτός ἐπέμενε στό Σαράντη, ἔτσι γιά νά μέ «φουρτουνιάζει». Τοῦ ἄρεσε ἡ «φουρτούνα» μου. Κάποτε μοῦ εἶπε περιπαικτικά: «Νά δοῦμε πῶς θά περνᾶς στόν Παράδεισο…». Τόν κοίταξα λοξά καί τοῦ εἶπα εἰρωνικά: «Ἔχω κάνει αἴτηση ὡς ἱστορικός νά πάω στήν Κόλαση. Ἐκεῖ θά βρῶ ὅλους τούς μεγάλους τῆς Ἱστορίας. Κι ἀκόμη θά γλυτώσω κι ἀπό σᾶς τούς δεσποτάδες». Κι ὁ μεγαλόθυμος Χριστόδουλος μέ ἀποστόμωσε -παρότι Θρᾶξ- μέ τό λακωνικό: «Μήν τό πολυελπίζεις αὐτό!..».
. Ἔτσι, μέ τό χιοῦμορ, τήν ἑτοιμολογία, τήν λεκτική εὐθυβολία, τήν εὐθυφροσύνη καί τήν μεγαλοφροσύνη ἤξερε νά κερδίζει καρδιές. Βέβαια οἱ μικρόψυχοι τόν φθονοῦσαν. Τόν φθονοῦσαν καί ὅσοι εἶχαν βαλθεῖ νά ξεριζώσουν τή γλῶσσα μας, νά ξεπατώσουν τήν παιδεία μας, νά ξεδοντιάσουν τήν Ἐκκλησία μας, νά σπιλώσουν τήν ἱστορία μας, νά ἀκρωτηριάσουν τήν πατρίδα μας. Τόν φθονοῦσαν ὅλοι αὐτοί πού προσπάθησαν καί προσπαθοῦν νά μετατρέψουν ἕναν γίγαντα λαό, σέ λαό νάνων. Σέ λαό θάμνων, κατά τό δικό τους ἀνάστημα.
. Τοῦ ὀφείλω ἄπειρη εὐγνωμοσύνη γιά ὅσα ἔκανε γιά τήν ἡμετέρα φουκαροσύνη: προλόγισε τό βιβλίο μου «Ἀπό τό Μακεδονικό Ζήτημα στήν Ἐμπλοκή τῶν Σκοπίων», πού βγῆκε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1992, προλόγισε -καί μάλιστα σέ Ἀττική διάλεκτο- τήν τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν» καί στάθηκε πάντα πατρικά συμβουλευτικός ἀπέναντι στά παιδιά μου.
. Ἀφ᾽ ὅτου ἔφυγε, δέν ἔγραψα οὔτε μίλησα ποτέ γι᾽ αὐτόν. Μόνον μιά φορά, τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του εἶπα κάποια λόγια πικρά -ὄχι γι᾽ αὐτόν φυσικά στό Ραδιόφωνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σήμερα μιλοῦν ἄλλοι, πού κάποτε τόν εἴχανε πικράνει. Τώρα νιώθουν τί «τζοβαϊρικό» ἀξετίμητο χάσαμε. Κι ἄν σήμερα ἀνταποκρίθηκα στό αἴτημα νά χαράξω τίς γραμμές αὐτές, εἶναι γιατί σέ μιά πρόσφατη ἐπίσκεψή μου στό Α ́ Νεκροταφεῖο τῶν Ἀθηνῶν, εἶδα τάφους γυμνούς ἐπιφανῶν, ἐνῶ ὁ τάφος τοῦ Χριστόδουλου ἦταν πνιγμένος στά λουλούδια. Πῆγα νά κόψω ἕνα γαρύφαλλο κι ἀπό κάτω σ᾽ ἕνα χαρτάκι εἶδα γραμμένη τή φράση: «Σ᾽ ἀποζητοῦμε, Χριστόδουλε!…».
Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λύτρον λύπης
Στο στοχαστικό βλέμμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου νιώθουμε απλωμένη μια Λύπη που είναι λύπη θανάτου, αίσθηση της ματαιότητας, λύπη βαθειά του αινίγματος που είναι η ζωή και που κανένας δεν μπόρεσε να λάβει πειστικά. Τότε ακριβώς, μέσα από την πεπεδημένη(φυλακισμένη) καρδιά φουντώνει σαν πυρκαγιά η δίψα του μυστηρίου, η λαχτάρα να οικειωθεί το μυστήριο που παφλάζοντας μάς περιβάλλει. Πολλές είναι οι εικασίες για το περιεχόμενο των Ελευσίνιων μυστηρίων, αλλά μάς αφήνουν στο βάθος τη βεβαιότητα πως θα ήταν ακριβώς ένας εξορκισμός του θανάτου, μια έξαρση της ζωής και της συνέχειας του κόσμου και του ανθρώπου. Με την προσχώρηση, με την αποδοχή του μυστηρίου, η ψυχή γαληνεύει γιατί είναι ακριβώς η ουσία της το μυστήριο, η ζωή αποχτά νόημα υπερβατικό και ο παραλογισμός αίρεται. Η Λύπη μεταμορφώνεται σε υπέρλογη ελπίδα.
Τη νέκρωση του θανάτου γιορτάζουμε οι χριστιανοί, ξεχωριστά εμείς οι Ορθόδοξοι που ζώντας αδιάκοπα μέσα στην Ανάσταση του Χριστού έχουμε μια διαφορετική, πνευματική κι όχι συναισθηματική, τραγική κι όχι δραματική αίσθηση του πένθους που βαραίνει την Εκκλησία όλη τη Μεγάλη Βδομάδα. Νιώθουμε ως τη ρίζα της ύπαρξής μας πως για τη ζωή μας πια και για την τάξη του κόσμου, μετά την έλευση του Ιησού, ο θάνατος είναι “δημιουργός». Αναπότρεπτα θα περάσουμε από τη δική του αράγιστη σιγή κι από το βαθύτερο σκότος. Αναπότρεπτα θα εγκαταλείψουμε τον αισθητό αυτό κόσμο για να θριαμβεύσουν στη ψυχή μας δυνάμεις υπεραισθητές. Αυτή η βεβαιότητα της προσωρινότητας μας δίνει μιαν άλλη, βαρυσήμαντη έννοια στη ζωή αυτή και στην προσωπική μας άθληση κρίνεται η αιώνια θέση μας. Η Ελευθερία και η Αρετή κατακλύζονται από σημασία ουράνια, γίνονται προικίσματα κι αθλήματα του πνεύματος που είναι προσηλωμένο στην αιώνια μοίρα του.
Το βαρύ νέφος της Λύπης αποσύρεται από τη καρδιά μας, τα στήθη μας ευρύνονται, ανασαίνουν ελεύθερα την ευλογία του Θεού και την απτοποίηση του μυστηρίου. Τώρα πια, ο καταθλιπτικός παραλογισμός της ανθρώπινης ύπαρξης διαλύεται γιατί ο βίος όλος φωτίζεται, αποχτά φυσιογνωμία κι αιτία κάτω από το αναστάσιμο φως. «Χριστός ανέστη, και ζωή πολιτεύεται» λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον περίφημο Κατηχητικό του Λόγο της αναστάσιμης Λειτουργίας. Η ζωή, η σκόρπια κι εκτεθειμένη στη λύπη του θανάτου, η χαίνουσα από την συνείδηση της ματαιότητας, οργανώνεται, αποχτά το στόχο της που είναι ακριβώς η προετοιμασία για την αιωνιότητα, για τη νίκη του θανάτου.
Εδώ πια, πλάι από τον ολάνοιχτο τάφο του Θεανθρώπου, μπροστά στα έκθαμβα, κουρασμένα από δάκρυα μάτια των Μυροφόρων γίνεται η απαρχή «άλλης βιωτής, της αιωνίου».
Ο άνθρωπος αναρριγάει από άγια περηφάνεια. Απλώνει τα χέρια του κι αγγίζει τα εντάφια σπάργανα, τα σπασμένα δεσμά του καθαιρεμένου Αδη. Ο Χριστός παράδωσε στα χέρια του Σώμα Ζωηφόρο, πηγή της αθανασίας. Ταπείνωσε κι εξουθένωσε το θάνατο αφήνοντας του τον ουρανό ολάκερο. Το μυστήριο στην τέλεια έξαρσή του, το θαύμα στη πληρότητά του, η ζωή αποκαλύπτει την ουσία της κι ο άνθρωπος την αξιοπρέπειά του.
Πεπεδημένοι της σκληρής αυτής εποχής, πεθαίνοντας κάθε μέρα όταν μάς λείπει η αγάπη, όταν οι γειτονικές μας καρδιές βουβαίνονται, όταν την επιείκεια αντικαθιστά ο κενόσπουδος κι ιταμός έλεγχος, όταν στη πράξη της Εκκλησίας του Χριστού δεν εκφράζεται η Ανάσταση και δεν βεβαιώνεται η αθανασία του ανθρώπου, πεθαίνοντας κάθε μέρα, ασφυκτιώντας μέσα στους ψυχρούς τοίχους ενός «πολιτισμού» που μυκτηρίζει τον άνθρωπο, χαμένοι μέσα σ’ αδιάφορα πλήθη ενώ τη ζωή μας σημαδεύει το αίμα της καρδίας μας, ναι, πεπεδημένοι κι ανήσυχοι, ακούμε μέσα σ’ αυτό τον κρυσταλλένιο όρθρο το αηδόνι της αθανασίας μας να κελαηδεί. Σπάζουμε το βρόχι της λύπης κι ανεβαίνουμε από τα φρέατα της απελπισίας γεμάτοι από το θείο φως τ’ ουρανού, ολόφλογοι από την αγάπη του Χριστού. Ανεβαίνουμε να πανηγυρίσουμε τη Λαμπρή, να γευτούμε τη γλύκα της ανθρώπινης αδελφοσύνης, να αισθανθούμε τον ωκεανό της αιωνιότητας να σφαδάζει μέσα στα στήθη μας. Ανεβαίνουμε από τα σκότη και μας φέγγει ο μέγας Ήλιος της Δικαιοσύνης.
Ελπίζουμε γιατί πιστεύουμε, και με τη πίστη αυτή χτυπάμε κατάστηθα την εποχή μας. Εποχή πεισιθάνατη και βαθύτατα λυπημένη, μ’ ανθρώπους που αδιάκοπα διψούν για διασκέδαση, για κραιπάλη των αισθήσεων άλλα που μέσα, βαθιά τους έχει ανοίξει τα χείλη της η πηγή της απελπισίας και σταλάζει όλο πιο πολύ φαρμάκι, εποχή σκοτεινή, μ’ ανθρώπους τρομαγμένους και μοναχούς, καταλάμπεται ξάφνου από το χαρμόσυνο φως της Αθανασίας που αποκάλυψε και βεβαίωσε με την ανάστασή του ο Χριστός. Όλα γίνονται χαρά κι Αγάπη, όρθρος νέου κόσμου.
(Κ. Ε. Τσιρόπουλου, «Αυτοψία της εποχής»)
Στυλιανή-Η εγγονή του παπά
Μ' έστειλαν μια φορά, πριν από αρκετά χρόνια, να κάμω κήρυγμα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο χωριόΑργάκα. Με έπεμψαναπό τη Μητρόπολη επίτηδες για να μιλήσω για μια αίρεση που έκανε την εμφάνισή της τελευταία και σε αυτό το χωριό. Βέβαια, όταν επήγα δεν εσυνάντησααιρετικούς- εξάλλου, πώς να τους αναγνωρίσω; Ήταν το εκκλησίασμα δεκαπέντε με είκοσι πλάσματα δεν μου έβγαινε να μιλήσω για αιρέσεις και αρνητικά πράγματα πρώτη φοράπου τους εσυνάντησα.Δεν ενθυμούμαι τι τους είπα, πάντως την λέξη αίρεση δεν την έβαλα στο στόμα μου. Και ήσαν όλοι τόσο συμπαθείς από τον παπά ως τονκαντηλανάφτη.
Με αυτό τον τελευταίο εγίναμε φίλοι και ψιλοκουβεντιάζαμε μέσα στο ιερό. Ελέγετο Νικόλας Παύλου και ήταν ένας ευσυμπάθητος γέρος μεγαλόσωμος μα άκακος και αθώος στη ματιά, μαλακός στο δειν, θωριά βοδιού. Μου έλεγε κάθε τόσο: «Τώρα είσαι θεολόγος να πούμε; Και θα μας κηρύξης; Ωραία!»
Όταν επιτέλους εκήρυξα κι είπα ότι μου ήρθε στο νου, επέστρεψα αμέσως στο ιερό και εκάθησα κοντά του πάλι. «Πώς σου φάνηκε;» Του κάνω. «Ποιο;» «Το κήρυγμα» «καλό, καλό... βέβαια δεν κατάλαβα εγώ τίποτε. Έλα να πιούμε καφέ μετά, στο σπίτι μου».
Στο σπιτάκι του Νικάλα εγίνετο χαμός. Δεν ήμουν ο μόνοςπροσκεκλημένος. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε στο μικρό σπίτι και στη μικρή ξέφραγη αυλή. Γείτονες και γειτόνισσες, ξένοι και δικοί, παιδιά και εγγόνια. Και η γερόντισσα Στυλιανή, η γυναίκα του Νικόλαπηγαινοερχότανε κάνοντας καφέδες. Επρόσεξα πως αυτή καθόλου δενεβιάζετο, απεναντίας είχε ειρήνη στην όψη της και ένα ελαφρύμειδίασμα και ρυθμό στο βάδισμα και στους τρόπους.
Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό το πανηγύρι εγίνετο κάθε μέρα. Ο κάθε περαστικός εκάθετο στην αυλή να πιει έναν καφέ, να αγναντέψει την θάλασσα, να πιει και να φύγει. Αυτή η χωρίς κάγκελο αυλή ήταν σαν δημόσια και αυτοί οι άνθρωποι δεν ήσαν ποτέ βαρετοί, ούτε σκοτεινοί. Τους αγάπησα και εγώ και τους επισκεπτόμουν κάθε τόσο.
Σε κάποια επίσκεψή μου διεπίστωσα πως έλειπε ο Νικόλας. Ερώτησα τη Στυλιανή που είναι, και αυτή μου είπε: «Έφυγε» και μου έγνεψε προς τον ουρανό. Επέμενα να μάθω πως έγινε, με ποιο τρόπο και τα συνηθισμένα που ερωτούμε. Αυτή είπε μόνο τούτο: «Αποφάσισε να βαρκάρει κι εβάρκαρε».
Μια χρονιά ανέλαβα να ιστορήσω τοιχογραφίες στο ναό των Αποστόλων με το μαθητή μου, τον Σωκράτη. Εκείνο το καλοκαίριεβλέπαμε καθημερινά τη γερόντισσα. Κάθε μέρα ήρχετο στην εκκλησία να μας δει και να μας φέρει κάτι να πιούμε, το μεσημέρι συνήθως τρώγαμε στο σπίτι της και το απόγευμα πάλι επηγαίναμε για καφέ και γλυκό του κουταλιού.
Μια μέρα ήταν στην αυλή υπό την κληματαριά με τις δυο αδελφές της, την Χρυστάλλα και την Αικατερίνη. Και οι τρεις ήσαν όμοιες, ξερακιανές,μαυροφορεμένες καιξυπόλητες. Αυτές είναι οι μόνες εν ζωή κόρες τουΠετρή, εγγονές τουπαπα-Χαράλαμπου, τουεξακουστού γερόπαπατης Αργάκας που άφησε ιστορίες και ανέκδοτα να έχει να λέγει ο κόσμος.
Η Στυλιανή έχει μια φωτογραφία του, αυτόςαπέθανε το 1951 εκατόν δέκα ετών. Συχνά τον φέρνουν στην κουβέντα τους οι γερόντισσες, ιδίως η Χρυσταλλού που είναι εξαιρέτωςομιλητική και αεικίνητη.
Όσο κρατούσε η επίσκεψή μας ομιλούσε, νουθετούσε, φιλοσοφούσε καιερητόρευε. Σε κάποια στιγμή εξαφανίστηκε για να επιστρέψει σύντομα προσφέροντάς μας από ένα μεγάλο πιάτο, γεμάτο κατακόκκινο καρπούζι. Ενώ ετρώγαμε αυτή ομιλούσε άνευ τελαίας και χωρίς τη δική μας συμμετοχή. Εμείς απολαμβάναμε την ομιλία και τον τρόπο της, την τοπική διάλεκτο και προφορά, τα δίστιχα που με αυτά διήνθιζε τον λόγο της κάθε τόσο. Ομιλούσε για τον παππού, τον παπά και τις προφητείες του που επαληθεύθησαν, για τον παλαιό κόσμο, και την άνευ άγχους ζωή, για τους Τούρκους της Μακούντας και την ευλάβεια των προς την Αγία Βαρβάρα, το μοναστήρι όπου ελειτουργούσε ο παππούς.
Η Αικατερίνη, η δεύτερη αδελφή σιωπούσε, που και που προσέθετε κάτι γελώντας. Αυτή δεν φιλοσοφεί, δεν εμβαθύνει, δεν στοχάζεται. Βλέπει και μειδιά. Διότι πολλά της έτυχαν, παιδιά και εγγόνια και είναι ως τα γεράματα της εμμέριμνος. Για αυτό τα παίρνει όλα ελαφριά και από πάνω για να συνεχίζει να ζει.
Η δε Στυλιανή είναι απ' όλες πιο σώφρων, ολιγομίλητη, σύννους, συνετή πλην μειδιώσα με συμπάθεια, πλήρης ηρεμίας και πραότητος. Τα μάτια της είναι έξυπνα μα και αθώα, είναι παιδαριογερόντισσα.
Μια φορά ο Νεόφυτος, ο νεώτερος εγγονός της γιαγιάς είχε κάποια νευρικότητα και μιλούσε απότομα και άσχημα προς τη γιαγιά του. Αυτή τότε γύρισε με σοβαρότητα και ήρεμα του είπε: «Πρόσεξε! Μη μουαντιμιλάς έτσι, γιατί όπου να΄ναι εγώ θα πεθάνω και τότε εσύ θα λυπάσαι για αυτά που κάνεις!» Δεν τον παρατήρησε για λόγου της, εκείνον εσκέπτετο για εκείνον ενοιαζόταν. Γενικά η σχέση της με τα εγγόνια της ήταν σπάνιο φαινόμενο. Συνέτρωγαν κι εσυμπεριφέροντομαζί της ωσάν να μην υπήρχε διαφορά στην ηλικία. Στη συμπεριφορά της γιαγιάς δεν υπήρχε το παράπονο, οι παρατηρήσεις, η γκρίνια. Δεν παρενέβαινε να διορθώσει. Όταν δεν συμφωνούσε, εδήλωνε απλώς τη διαφωνία της, έτσι για να γραφτεί ήρεμα κάτω στα πρακτικά. Στα πρακτικά των συνεδριάσεων των καρδιών των παιδιών.
Μια φορά την ευρήκα να κεντάει μοναχή της και της λέγω: «Κι εσύ τώρα τι θέλεις τα κεντήματα σε αυτή την ηλικία και βασανίζεις τα μάτια σου... ». Αυτή σήκωσε τα μάτια και μειδιώντας είπε: «Όταν κάνεις κάτι, ξεχνάς κάτι!» Πραγματικά ποτέ δεν εκάθετο άπραχτη, αργά μεν, αλλά πάντοτε έκανε κάτι. Και όταν περπατούσε στο δρόμο με το ταψί στο ώμο για να πάρει το φαγητό στο φούρνο της αδελφής της, περπατούσε τόσο ρυθμικά, τόσο ιερά σαν να χόρευε. Λες κι η υπηρεσία της η ακατάπαυστη γινότανε μετά ρυθμού και χορού, ωσάν το δράμα, σαν την τραγωδία των Ελλήνων, όπως την ιεροτελεστία των Χριστιανών.
Όταν εζωγραφίζαμε μέσα στην εκκλησία ο Σωκράτης εσυνήθιζε συχνά να κάνει διαλείμματα μόνος του, καπνίζοντας ένα τσιγάρο έξω. Τότε θυμάμαι ζωγραφίζαμε τις αγίες Βαρβάρα, Μαρίνα, Παρασκευή καιΙουστίνη και ήταν ενθουσιασμένος με την ιστόριση των γυναικείων αγίων μορφών. Μια φορά λοιπόν που έκενε το διάλειμμά του, επρόσεξετη Στυλιανή που περπατούσε ως συνήθως αργά στο δρόμο και ξυπόλητηφέροντας το ταψί στον ώμο. Αυτή δεν τον επρόσεξε διότι επρόσεχε μη χυθεί το λάδι, μόνο εβάδιζε ως συνήθως ως να ελιτάνευε τα άγια. Όταν ήρθε μέσα στο ναό, Σωκράτης μου λέγει: «Αυτή την γυναίκα πρέπει να την αγαπούσε πολύ ο άνδρας της. Αυτή η γυναίκα έχει την ομορφιά των αγίων που ζωγραφίζουμε. Είναι μια ζωντανή εικόνα!»
Την άκουσα μια φορά που έλεγε: «Όταν πεθάνω, εύχομαι εις τον Θεό να ξαπλώσω πάνω στη μονή μου και να πάω να βρω το Νικόλα χωρίς να απασχολήσω κανένα». Και σύνηψε την ιστορία της αδελφής της τηςΛωξάνδρας.
«Ήταν βουβή εκ γενητής. Από μωρό ήταν πίσω που τες αίγες των άλλων. Όλη την ημέρα, κάθε μέρα ως μια εβδομάδα πριν το θάνατό της. Τότε έδωσε ότι δικό της είχε και εξάπλωσε στη μονή της. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε αδυναμία και έκαμε εμετό. Οι ευεργετηθέντεςσυγγενείς που ήσαν εκεί αισθάνθηκαν αηδία και έφυγαν. Αυτήεσταύρωσε τα χέρια και τα πόδια κι έμεινε έτσι για μια εβδομάδα άσιτη και ασύντυχη. Κι έφυγε έτσι. Ο Θεός αναπαύσοι την».
Μια φορά που εμπαίναμε στην αυλή της Στυλιανής την ακούσαμε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Όποιος πελλός χάσει το πας του έρκεταιδαμέσα». Προς στιγμή νομίσαμε πως το είπε για μας, αμέσως καταλάβαμε πως το είπε για κάποιους που είχαν φύγει, και αργότερα σκεφτήκαμε πως για όλους μας εταίριαζε. Το πελλός έρχεται από το απολωλός. Και η Στυλιανή φαίνεται πως έχει βιώσει βαθιά το τι εστί απολωλός άνθρωπος και ότι πας άνθρωπος απολωλός. Για αυτό η αυλή της μα και η καρδιά της είναι ξέφραγη εν επιγνώσει και με το λογισμό της εύχεται εν ειρήνη να πάει να συναντήσει τον Νικόλα.
Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα
Με αυτό τον τελευταίο εγίναμε φίλοι και ψιλοκουβεντιάζαμε μέσα στο ιερό. Ελέγετο Νικόλας Παύλου και ήταν ένας ευσυμπάθητος γέρος μεγαλόσωμος μα άκακος και αθώος στη ματιά, μαλακός στο δειν, θωριά βοδιού. Μου έλεγε κάθε τόσο: «Τώρα είσαι θεολόγος να πούμε; Και θα μας κηρύξης; Ωραία!»
Όταν επιτέλους εκήρυξα κι είπα ότι μου ήρθε στο νου, επέστρεψα αμέσως στο ιερό και εκάθησα κοντά του πάλι. «Πώς σου φάνηκε;» Του κάνω. «Ποιο;» «Το κήρυγμα» «καλό, καλό... βέβαια δεν κατάλαβα εγώ τίποτε. Έλα να πιούμε καφέ μετά, στο σπίτι μου».
Στο σπιτάκι του Νικάλα εγίνετο χαμός. Δεν ήμουν ο μόνοςπροσκεκλημένος. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε στο μικρό σπίτι και στη μικρή ξέφραγη αυλή. Γείτονες και γειτόνισσες, ξένοι και δικοί, παιδιά και εγγόνια. Και η γερόντισσα Στυλιανή, η γυναίκα του Νικόλαπηγαινοερχότανε κάνοντας καφέδες. Επρόσεξα πως αυτή καθόλου δενεβιάζετο, απεναντίας είχε ειρήνη στην όψη της και ένα ελαφρύμειδίασμα και ρυθμό στο βάδισμα και στους τρόπους.
Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό το πανηγύρι εγίνετο κάθε μέρα. Ο κάθε περαστικός εκάθετο στην αυλή να πιει έναν καφέ, να αγναντέψει την θάλασσα, να πιει και να φύγει. Αυτή η χωρίς κάγκελο αυλή ήταν σαν δημόσια και αυτοί οι άνθρωποι δεν ήσαν ποτέ βαρετοί, ούτε σκοτεινοί. Τους αγάπησα και εγώ και τους επισκεπτόμουν κάθε τόσο.
Σε κάποια επίσκεψή μου διεπίστωσα πως έλειπε ο Νικόλας. Ερώτησα τη Στυλιανή που είναι, και αυτή μου είπε: «Έφυγε» και μου έγνεψε προς τον ουρανό. Επέμενα να μάθω πως έγινε, με ποιο τρόπο και τα συνηθισμένα που ερωτούμε. Αυτή είπε μόνο τούτο: «Αποφάσισε να βαρκάρει κι εβάρκαρε».
Μια χρονιά ανέλαβα να ιστορήσω τοιχογραφίες στο ναό των Αποστόλων με το μαθητή μου, τον Σωκράτη. Εκείνο το καλοκαίριεβλέπαμε καθημερινά τη γερόντισσα. Κάθε μέρα ήρχετο στην εκκλησία να μας δει και να μας φέρει κάτι να πιούμε, το μεσημέρι συνήθως τρώγαμε στο σπίτι της και το απόγευμα πάλι επηγαίναμε για καφέ και γλυκό του κουταλιού.
Η Στυλιανή έχει μια φωτογραφία του, αυτόςαπέθανε το 1951 εκατόν δέκα ετών. Συχνά τον φέρνουν στην κουβέντα τους οι γερόντισσες, ιδίως η Χρυσταλλού που είναι εξαιρέτωςομιλητική και αεικίνητη.
Όσο κρατούσε η επίσκεψή μας ομιλούσε, νουθετούσε, φιλοσοφούσε καιερητόρευε. Σε κάποια στιγμή εξαφανίστηκε για να επιστρέψει σύντομα προσφέροντάς μας από ένα μεγάλο πιάτο, γεμάτο κατακόκκινο καρπούζι. Ενώ ετρώγαμε αυτή ομιλούσε άνευ τελαίας και χωρίς τη δική μας συμμετοχή. Εμείς απολαμβάναμε την ομιλία και τον τρόπο της, την τοπική διάλεκτο και προφορά, τα δίστιχα που με αυτά διήνθιζε τον λόγο της κάθε τόσο. Ομιλούσε για τον παππού, τον παπά και τις προφητείες του που επαληθεύθησαν, για τον παλαιό κόσμο, και την άνευ άγχους ζωή, για τους Τούρκους της Μακούντας και την ευλάβεια των προς την Αγία Βαρβάρα, το μοναστήρι όπου ελειτουργούσε ο παππούς.
Η Αικατερίνη, η δεύτερη αδελφή σιωπούσε, που και που προσέθετε κάτι γελώντας. Αυτή δεν φιλοσοφεί, δεν εμβαθύνει, δεν στοχάζεται. Βλέπει και μειδιά. Διότι πολλά της έτυχαν, παιδιά και εγγόνια και είναι ως τα γεράματα της εμμέριμνος. Για αυτό τα παίρνει όλα ελαφριά και από πάνω για να συνεχίζει να ζει.
Η δε Στυλιανή είναι απ' όλες πιο σώφρων, ολιγομίλητη, σύννους, συνετή πλην μειδιώσα με συμπάθεια, πλήρης ηρεμίας και πραότητος. Τα μάτια της είναι έξυπνα μα και αθώα, είναι παιδαριογερόντισσα.
Μια φορά ο Νεόφυτος, ο νεώτερος εγγονός της γιαγιάς είχε κάποια νευρικότητα και μιλούσε απότομα και άσχημα προς τη γιαγιά του. Αυτή τότε γύρισε με σοβαρότητα και ήρεμα του είπε: «Πρόσεξε! Μη μουαντιμιλάς έτσι, γιατί όπου να΄ναι εγώ θα πεθάνω και τότε εσύ θα λυπάσαι για αυτά που κάνεις!» Δεν τον παρατήρησε για λόγου της, εκείνον εσκέπτετο για εκείνον ενοιαζόταν. Γενικά η σχέση της με τα εγγόνια της ήταν σπάνιο φαινόμενο. Συνέτρωγαν κι εσυμπεριφέροντομαζί της ωσάν να μην υπήρχε διαφορά στην ηλικία. Στη συμπεριφορά της γιαγιάς δεν υπήρχε το παράπονο, οι παρατηρήσεις, η γκρίνια. Δεν παρενέβαινε να διορθώσει. Όταν δεν συμφωνούσε, εδήλωνε απλώς τη διαφωνία της, έτσι για να γραφτεί ήρεμα κάτω στα πρακτικά. Στα πρακτικά των συνεδριάσεων των καρδιών των παιδιών.
Μια φορά την ευρήκα να κεντάει μοναχή της και της λέγω: «Κι εσύ τώρα τι θέλεις τα κεντήματα σε αυτή την ηλικία και βασανίζεις τα μάτια σου... ». Αυτή σήκωσε τα μάτια και μειδιώντας είπε: «Όταν κάνεις κάτι, ξεχνάς κάτι!» Πραγματικά ποτέ δεν εκάθετο άπραχτη, αργά μεν, αλλά πάντοτε έκανε κάτι. Και όταν περπατούσε στο δρόμο με το ταψί στο ώμο για να πάρει το φαγητό στο φούρνο της αδελφής της, περπατούσε τόσο ρυθμικά, τόσο ιερά σαν να χόρευε. Λες κι η υπηρεσία της η ακατάπαυστη γινότανε μετά ρυθμού και χορού, ωσάν το δράμα, σαν την τραγωδία των Ελλήνων, όπως την ιεροτελεστία των Χριστιανών.
Όταν εζωγραφίζαμε μέσα στην εκκλησία ο Σωκράτης εσυνήθιζε συχνά να κάνει διαλείμματα μόνος του, καπνίζοντας ένα τσιγάρο έξω. Τότε θυμάμαι ζωγραφίζαμε τις αγίες Βαρβάρα, Μαρίνα, Παρασκευή καιΙουστίνη και ήταν ενθουσιασμένος με την ιστόριση των γυναικείων αγίων μορφών. Μια φορά λοιπόν που έκενε το διάλειμμά του, επρόσεξετη Στυλιανή που περπατούσε ως συνήθως αργά στο δρόμο και ξυπόλητηφέροντας το ταψί στον ώμο. Αυτή δεν τον επρόσεξε διότι επρόσεχε μη χυθεί το λάδι, μόνο εβάδιζε ως συνήθως ως να ελιτάνευε τα άγια. Όταν ήρθε μέσα στο ναό, Σωκράτης μου λέγει: «Αυτή την γυναίκα πρέπει να την αγαπούσε πολύ ο άνδρας της. Αυτή η γυναίκα έχει την ομορφιά των αγίων που ζωγραφίζουμε. Είναι μια ζωντανή εικόνα!»
Την άκουσα μια φορά που έλεγε: «Όταν πεθάνω, εύχομαι εις τον Θεό να ξαπλώσω πάνω στη μονή μου και να πάω να βρω το Νικόλα χωρίς να απασχολήσω κανένα». Και σύνηψε την ιστορία της αδελφής της τηςΛωξάνδρας.
«Ήταν βουβή εκ γενητής. Από μωρό ήταν πίσω που τες αίγες των άλλων. Όλη την ημέρα, κάθε μέρα ως μια εβδομάδα πριν το θάνατό της. Τότε έδωσε ότι δικό της είχε και εξάπλωσε στη μονή της. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε αδυναμία και έκαμε εμετό. Οι ευεργετηθέντεςσυγγενείς που ήσαν εκεί αισθάνθηκαν αηδία και έφυγαν. Αυτήεσταύρωσε τα χέρια και τα πόδια κι έμεινε έτσι για μια εβδομάδα άσιτη και ασύντυχη. Κι έφυγε έτσι. Ο Θεός αναπαύσοι την».
Μια φορά που εμπαίναμε στην αυλή της Στυλιανής την ακούσαμε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Όποιος πελλός χάσει το πας του έρκεταιδαμέσα». Προς στιγμή νομίσαμε πως το είπε για μας, αμέσως καταλάβαμε πως το είπε για κάποιους που είχαν φύγει, και αργότερα σκεφτήκαμε πως για όλους μας εταίριαζε. Το πελλός έρχεται από το απολωλός. Και η Στυλιανή φαίνεται πως έχει βιώσει βαθιά το τι εστί απολωλός άνθρωπος και ότι πας άνθρωπος απολωλός. Για αυτό η αυλή της μα και η καρδιά της είναι ξέφραγη εν επιγνώσει και με το λογισμό της εύχεται εν ειρήνη να πάει να συναντήσει τον Νικόλα.
Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα
Ο Άγιος Κασσιανός στην πράσινη γραμμή στην Λευκωσία
Οι νέοι προχωρούν πάντα μπροστά. Κι αν κάποτε γυρίζουν πίσω είναι γιατι έχουν ανάγκη από θάρρος κι ελπίδα, πού τους την προσφέρουν όσοι έζησαν δυναμικά στο χθες.
Μ' αυτό το κείμενο θά πορευθούμε για λίγο σ' ένα τέτοιο χθές. Θα πάμε σ' ένα τόπο απόμερο. Γεμάτο Ιστορία καί φως. "Αγνωστο στους πολλούς. Πρέπει όμως να τον γνωρίσουν οι νέοι, πού ανεβαίνουν στο προσκήνιο της Ιστορίας με όνειρα καί πόθους Ιερούς. Να τον γνωρίσουν οΐ πανέλληνες.
Στό βορειοανατολικό τμήμα της μοιρασμένης, εδώ καί τρεις περίπου δεκαετίες από τους ίσχυρους της γης, Λευκωσίας, βρίσκεται πάνω στην «πράσινη γραμμή» ό Ιστορικός ναός του αγίου Ιωάννου του Κασοιανοϋ. Ό όσιος έδρασε στη Δύση, όπου εισήγαγε καί οργάνωσε το μοναχικό βίο. Κοιμήθηκε την 29η Φεβρουαρίου του 435. Το Ιερό λείψανο του βρίσκεται στη Δύση, βρέθηκε όμως άγνωστο πώς, να'χει ναό στον ελληνικό ακρίτα του νότου, στην Κύπρο. "Αν καί ο τάφος του βρίσκεται στη Μασσαλία, σπουδαία πόλη της Ελληνικής διασποράς, ό ναός του, βρίσκεται στη Λευκωσία! Καί το θαυμαστό είναι ότι αποτελεί σήμερα επική έπαλξη για όλο το Γένος των Ελλήνων.
Δίκλιτος ό ναός [κτίστηκε μεταξύ του 1400 καί 1450] με σπάνιες εικόνες καί μια ανάγλυφη εικόνα της Θεοτόκου της Όδηγητρίας, χρονολογούμενη από τον 19ον αιώνα. Στόν ίδιο ναό κι ή όμορφη εικόνα της Παναγίας της Ποϋριστιτζής, Ή εικόνα του οσίου Κασσιανοϋ είναι του 1730 καί άργυροκοσμήθηκε το 1786.
Σ' αυτό το ναό σώθηκαν κειμήλια αμύθητης αξίας φερμένα από το ναό της αγίας Σοφίας Λευκωσίας, όταν ό τελευταίος έγινε, τον 15ον αιώνα, τζαμί. Στό ναό του αγίου Καοσιανοϋ βρίσκονται ακόμη εικόνες του 16ου αιώνα καί ένα Ευαγγέλιο ανεκτίμητης αξίας, πού είναι τώρα ασφαλισμένο αέ άλλο χώρο. Το Ευαγγέλιο τούτο με ασημένια επένδυση καί επίχρυσες παρασταθείς χρονολογείται πρίν από το 1450. Ευτυχώς το 1821 σώθηκε, όταν οΐ Τούρκοι λεηλάτησαν το
Πρίν από το 1963 ή περιοχή του αγίου Κασσιανοϋ έσφυζε από ζωή. «Ηταν καιροί», γράφει ένας ενορίτης, «πού οι άνθρωποι έβλεπαν τίς νύχτες άγιο φως να περιτρέχει την εκκλησία μας, ή άλλοι, πού μόλις έσβηνε ή καντήλα τ' άη Κασσιανοϋ, ξυπνούσαν γιατί παρακολουθούσαν άπ' το παράθυρο τους κι έτρεχαν μέσ' τη νύχτα να την ανάψουν πάλι, ή ακόμη ταμπουρώνονταν στα γύρω άπ' την εκκλησία σπίτια μην τύχει καί τολμήσει άνθρωπος να πατήσει στη γειτονιά ν' αρπάξει τίς εικόνες να τίς πάει σ' άλλους χώρους, μουσεία καί τέτοια...».
Καί σήμερα ό θαυματουργός άγιος Κασσιανός, αν καί παραγκωνισμένος από το... ημερολόγιο, πάνω στα προσωρινά μας σύνορα με τον βαρβαρισμό, μέσα στα στενά δρομάκια με τα πολύχρωμα καί μοσχομύριστα λουλούδια στις γλάστρες, δεν παύει να λειτουργεί. Μαζεύει κάτω από τους θόλους του Ιερού ναού του, ιδιαίτερα τη Μεγάλη Εβδομάδα, τα παιδιά ταυ από την Αμερική ως την Αγγλία κι από την Ελλάδα ως την Αυστραλία...
Στέκεται ό όσιος άγρυπνος βιγλάτορας του Όρθόδοξου Ελληνισμού. Απέναντι του, μόλις 20 μέτρα πίσω άπ' τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα, μέσ' τ' αγκάθια καί τίς τσουκνίδες κείτονται ερειπωμένα τα Δημοτικά σχολεία τ' "Αη Κασσια-νοϋ, παρθεναγωγείο κι άρρεναγωγεΐο, κάποτε παράρτημα του Παγκυπρίου Γυμνασίου καί το οικοτροφείο του, αδιάψευστα μνημεία της τουρκικής βαρβαρότητας .των τελευταίων χρόνων του 20οϋ αιώνα! Στό Γυμνάσιο του "Αη Κασσιανού οι πόρτες καί τα παράθυρα χάσκουν όρθάνοικτα στους πεντανέμους με στοιβαγμένα τσουβάλια άμμο για να ... κόβουν τίς σφαίρες!... 01 τάξεις, πού άλλοτε έσφυζαν από ζωή, μένουν χωρίς παράθυρα καί πόρτες, χάσκουν στο σκοτάδι καί στη βροχή. "Ερημα σοκκάκια. Πεθαμένα σπίτια. Νεκρά καταστήματα ...
Ωστόσο ό όσιος Κασσιανός, το όργανο του Αγίου Πνεύματος, από το οποίον έλαβε την ενέργεια των θαυμάτων, δεν κουράζεται να πρεσβεύει για τη συνοικία του, για την πρωτεύουσα του μεγαλονησιού, για όλο το καταπληγωμένο νησί. "Οσοι μπαίνουν προσκυνηταί στο ναό του, αισθάνονται να τους διαπερά ένα Ιερό ρίγος, μια συγκίνηση άλλοιώτικη. Φερμένος από την Έλλάδα της Διασποράς, τη Μασσαλία, στην Έλλάδα της περιφέρειας, την Κύπρο, μένει εδώ καί πέντε αιώνες ακοίμητος προστάτης των Όρθοδόξων.
Τα Χριστούγεννα του 1963 αναχαίτισε τον Τούρκικο φανατισμό, πού ανεμίζοντας γιαταγάνια το 'χε βάλει βαθιά μέσ' την καρδιά του να σφάξει τους Χριστιανούς, όταν θά βρίσκονταν στους ναούς, τη νύχτα των Χριστουγέννων. Τον Ιούλιο - Αύγουστο του 1974 σταμάτησε ακριβώς έξω από την πόρτα του τον χείμαρρο του Αττίλα.
Καί σήμερα, χάρη στον όσιο καί όμολογητή Καοσιανό, ο' εκείνο τον απόμερο, αλλά γεμάτο φως κι ελπίδα τόπο, το θαύμα λειτουργεί ακόμα. Καί θα λειτουργεί όσο θέλει Εκείνος, πού κατευθύνει την' Ιστορία. Όσο εμείς δεν παύουμε να Ικετεύουμε με ταπείνωση καί μετάνοια τον άοίδιμο Κασσιανό τον Ρωμαίο να πρεσβεύει υπέρ του λάου της Κύπρου καί όλων των Όρθοδάξων.
Ν. Ρόδινος
περιοδικό ''Προς την Νίκη''
Μ' αυτό το κείμενο θά πορευθούμε για λίγο σ' ένα τέτοιο χθές. Θα πάμε σ' ένα τόπο απόμερο. Γεμάτο Ιστορία καί φως. "Αγνωστο στους πολλούς. Πρέπει όμως να τον γνωρίσουν οι νέοι, πού ανεβαίνουν στο προσκήνιο της Ιστορίας με όνειρα καί πόθους Ιερούς. Να τον γνωρίσουν οΐ πανέλληνες.
Στό βορειοανατολικό τμήμα της μοιρασμένης, εδώ καί τρεις περίπου δεκαετίες από τους ίσχυρους της γης, Λευκωσίας, βρίσκεται πάνω στην «πράσινη γραμμή» ό Ιστορικός ναός του αγίου Ιωάννου του Κασοιανοϋ. Ό όσιος έδρασε στη Δύση, όπου εισήγαγε καί οργάνωσε το μοναχικό βίο. Κοιμήθηκε την 29η Φεβρουαρίου του 435. Το Ιερό λείψανο του βρίσκεται στη Δύση, βρέθηκε όμως άγνωστο πώς, να'χει ναό στον ελληνικό ακρίτα του νότου, στην Κύπρο. "Αν καί ο τάφος του βρίσκεται στη Μασσαλία, σπουδαία πόλη της Ελληνικής διασποράς, ό ναός του, βρίσκεται στη Λευκωσία! Καί το θαυμαστό είναι ότι αποτελεί σήμερα επική έπαλξη για όλο το Γένος των Ελλήνων.
Δίκλιτος ό ναός [κτίστηκε μεταξύ του 1400 καί 1450] με σπάνιες εικόνες καί μια ανάγλυφη εικόνα της Θεοτόκου της Όδηγητρίας, χρονολογούμενη από τον 19ον αιώνα. Στόν ίδιο ναό κι ή όμορφη εικόνα της Παναγίας της Ποϋριστιτζής, Ή εικόνα του οσίου Κασσιανοϋ είναι του 1730 καί άργυροκοσμήθηκε το 1786.
Σ' αυτό το ναό σώθηκαν κειμήλια αμύθητης αξίας φερμένα από το ναό της αγίας Σοφίας Λευκωσίας, όταν ό τελευταίος έγινε, τον 15ον αιώνα, τζαμί. Στό ναό του αγίου Καοσιανοϋ βρίσκονται ακόμη εικόνες του 16ου αιώνα καί ένα Ευαγγέλιο ανεκτίμητης αξίας, πού είναι τώρα ασφαλισμένο αέ άλλο χώρο. Το Ευαγγέλιο τούτο με ασημένια επένδυση καί επίχρυσες παρασταθείς χρονολογείται πρίν από το 1450. Ευτυχώς το 1821 σώθηκε, όταν οΐ Τούρκοι λεηλάτησαν το
Πρίν από το 1963 ή περιοχή του αγίου Κασσιανοϋ έσφυζε από ζωή. «Ηταν καιροί», γράφει ένας ενορίτης, «πού οι άνθρωποι έβλεπαν τίς νύχτες άγιο φως να περιτρέχει την εκκλησία μας, ή άλλοι, πού μόλις έσβηνε ή καντήλα τ' άη Κασσιανοϋ, ξυπνούσαν γιατί παρακολουθούσαν άπ' το παράθυρο τους κι έτρεχαν μέσ' τη νύχτα να την ανάψουν πάλι, ή ακόμη ταμπουρώνονταν στα γύρω άπ' την εκκλησία σπίτια μην τύχει καί τολμήσει άνθρωπος να πατήσει στη γειτονιά ν' αρπάξει τίς εικόνες να τίς πάει σ' άλλους χώρους, μουσεία καί τέτοια...».
Καί σήμερα ό θαυματουργός άγιος Κασσιανός, αν καί παραγκωνισμένος από το... ημερολόγιο, πάνω στα προσωρινά μας σύνορα με τον βαρβαρισμό, μέσα στα στενά δρομάκια με τα πολύχρωμα καί μοσχομύριστα λουλούδια στις γλάστρες, δεν παύει να λειτουργεί. Μαζεύει κάτω από τους θόλους του Ιερού ναού του, ιδιαίτερα τη Μεγάλη Εβδομάδα, τα παιδιά ταυ από την Αμερική ως την Αγγλία κι από την Ελλάδα ως την Αυστραλία...
Στέκεται ό όσιος άγρυπνος βιγλάτορας του Όρθόδοξου Ελληνισμού. Απέναντι του, μόλις 20 μέτρα πίσω άπ' τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα, μέσ' τ' αγκάθια καί τίς τσουκνίδες κείτονται ερειπωμένα τα Δημοτικά σχολεία τ' "Αη Κασσια-νοϋ, παρθεναγωγείο κι άρρεναγωγεΐο, κάποτε παράρτημα του Παγκυπρίου Γυμνασίου καί το οικοτροφείο του, αδιάψευστα μνημεία της τουρκικής βαρβαρότητας .των τελευταίων χρόνων του 20οϋ αιώνα! Στό Γυμνάσιο του "Αη Κασσιανού οι πόρτες καί τα παράθυρα χάσκουν όρθάνοικτα στους πεντανέμους με στοιβαγμένα τσουβάλια άμμο για να ... κόβουν τίς σφαίρες!... 01 τάξεις, πού άλλοτε έσφυζαν από ζωή, μένουν χωρίς παράθυρα καί πόρτες, χάσκουν στο σκοτάδι καί στη βροχή. "Ερημα σοκκάκια. Πεθαμένα σπίτια. Νεκρά καταστήματα ...
Ωστόσο ό όσιος Κασσιανός, το όργανο του Αγίου Πνεύματος, από το οποίον έλαβε την ενέργεια των θαυμάτων, δεν κουράζεται να πρεσβεύει για τη συνοικία του, για την πρωτεύουσα του μεγαλονησιού, για όλο το καταπληγωμένο νησί. "Οσοι μπαίνουν προσκυνηταί στο ναό του, αισθάνονται να τους διαπερά ένα Ιερό ρίγος, μια συγκίνηση άλλοιώτικη. Φερμένος από την Έλλάδα της Διασποράς, τη Μασσαλία, στην Έλλάδα της περιφέρειας, την Κύπρο, μένει εδώ καί πέντε αιώνες ακοίμητος προστάτης των Όρθοδόξων.
Τα Χριστούγεννα του 1963 αναχαίτισε τον Τούρκικο φανατισμό, πού ανεμίζοντας γιαταγάνια το 'χε βάλει βαθιά μέσ' την καρδιά του να σφάξει τους Χριστιανούς, όταν θά βρίσκονταν στους ναούς, τη νύχτα των Χριστουγέννων. Τον Ιούλιο - Αύγουστο του 1974 σταμάτησε ακριβώς έξω από την πόρτα του τον χείμαρρο του Αττίλα.
Καί σήμερα, χάρη στον όσιο καί όμολογητή Καοσιανό, ο' εκείνο τον απόμερο, αλλά γεμάτο φως κι ελπίδα τόπο, το θαύμα λειτουργεί ακόμα. Καί θα λειτουργεί όσο θέλει Εκείνος, πού κατευθύνει την' Ιστορία. Όσο εμείς δεν παύουμε να Ικετεύουμε με ταπείνωση καί μετάνοια τον άοίδιμο Κασσιανό τον Ρωμαίο να πρεσβεύει υπέρ του λάου της Κύπρου καί όλων των Όρθοδάξων.
Ν. Ρόδινος
περιοδικό ''Προς την Νίκη''
Αγάπη και ενδιαφέρον για ένα αυτιστικό παιδί Μια μητέρα απευθύνεται στον ιδιαίτερο γιο της.
O Βρετανός δημοσιογράφος Ρόμπερτ Μακνίλ μαζί με τον εξάχρονο αυτιστικό ανιψιό του, Νικ, ο οποίος τον παρακίνησε να ξεκινήσει έρευνα για τους ανθρώπους στο φάσμα του αυτισμού.
«Σε αγαπώ και σε νοιάζομαι. Κάθε φορά που σε φέρνω στο νου μου αισθάνομαι σύνδεση μαζί σου. Θέλω να είσαι χαρούμενος. Θέλω να σε βοηθήσω όπως μπορώ. Γι’ αυτό και μπαίνω σε διαδικασία να μάθω τη γλώσσα σου. Για να επικοινωνώ μαζί σου και να καλύπτω τις ανάγκες σου. Για να αισθάνεσαι ασφαλής και συνδεδεμένος. Γι’ αυτό σε υποστηρίζω με κάθε τρόπο. Κι αν κάποιες φορές σου φαίνεται βαρύ το πρόγραμμά σου με τους τόσους πολλούς δασκάλους, γιατί σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε σπρώχνω. Για να δεις πόσο δυνατός είσαι και να είσαι έτοιμος να κάνεις ολοένα και πιο μεγάλα άλματα στη ζωή.
«Σε αγαπώ και σε νοιάζομαι. Κάθε φορά που σε φέρνω στο νου μου αισθάνομαι σύνδεση μαζί σου. Θέλω να είσαι χαρούμενος. Θέλω να σε βοηθήσω όπως μπορώ. Γι’ αυτό και μπαίνω σε διαδικασία να μάθω τη γλώσσα σου. Για να επικοινωνώ μαζί σου και να καλύπτω τις ανάγκες σου. Για να αισθάνεσαι ασφαλής και συνδεδεμένος. Γι’ αυτό σε υποστηρίζω με κάθε τρόπο. Κι αν κάποιες φορές σου φαίνεται βαρύ το πρόγραμμά σου με τους τόσους πολλούς δασκάλους, γιατί σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε σπρώχνω. Για να δεις πόσο δυνατός είσαι και να είσαι έτοιμος να κάνεις ολοένα και πιο μεγάλα άλματα στη ζωή.
»Με ενδιαφέρει να βλέπω το πώς προοδεύεις. Πώς συνδέεσαι με τους γύρω σου πιο πολύ από ό,τι παλιά. Με νοιάζει να σε βλέπω σιγά σιγά να μπορείς εσύ ο ίδιος να διαχειριστείς τη διαφορετικότητά σου. Και σίγουρα με νοιάζει να είσαι γεμάτος χαρά! Γιατί αν δεν έχεις χαρά, τι να τις κάνεις όλες τις γνώσεις και όλη την επικοινωνία του κόσμου. Γι’ αυτό ψάχνω, ερευνώ διάφορες μεθοδολογίες.
»Ταυτόχρονα όμως, θα θελα να σου πως πως σ’ αγαπώ και δεν με ενδιαφέρει αν θα μπορέσεις να μάθεις όσα ένα άλλο παιδί της ηλικίας σου, αν παίζεις με «περίεργα» παιχνίδια ή αν θέλεις συχνά χρόνο να περνάς μόνος σου. Δε με ενδιαφέρει ούτε αν έχεις νευρικά ξεσπάσματα. Με ενδιαφέρει να μην έχεις στρες για τις απρόσμενες αλλαγές και να μην πιέζεσαι αισθητηριακά από τα πολλαπλά ερεθίσματα.
Δε με νοιάζει πια καθόλου αν θα μας κοιτάξουν με ύφος λύπησης ή θα σκεφτούν πως εσύ είσαι “κακομαθημένος” κι εγώ… “κακή μητέρα”. Και βέβαια, επιτέλους δε με νοιάζει αν θα “σοκαριστούν” οι γύρω μας με κάποια από τις αντιδράσεις σου. Θέλω να γνωρίζεις πως δε με νοιάζει που δε μου μιλάς όταν δε θες».
πηγή
Ιωάννης Τάτσης, Σχέδιο εξοβελισμού της Ορθόδοξης Θεολογίας από την ελληνική εκπαίδευση
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
Η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να μην εισαχθεί φέτος κανένας φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας Αθήνας δεν είναι συνέπεια μόνο των φαινομένων οικογενειοκρατίας. Ο ίδιος ο Υφυπουργός Παιδείας κ. Ιωάννης Πανάρετος στις αρχές Μαρτίου επιβεβαίωνε ότι υπήρξε τιμωρία όσων εμπλέκονταν στα φαινόμενα αυτά στο συγκεκριμένο Τμήμα δηλώνοντας ότι «ακυρώσαμε οκτώ εκλογές καθηγητών στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών». Εξάλλου φαινόμενα οικογενειοκρατίας υπάρχουν δυστυχώς και σε άλλα πανεπιστημιακά Τμήματα, κανείς όμως δεν ζήτησε την παύση της λειτουργίας τους.
Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, μιλώντας πριν από λίγες μέρες σε ομάδα νέων στην Ι.Μονή Μολυβδοσκεπάστου Κονίτσης αποκάλυψε το σχέδιο που υλοποιούν οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών γύρω από τις Θεολογικές Σχολές και το μάθημα των Θρησκευτικών... Το σχέδιο αυτό προβλέπει την κατάργηση των Τμημάτων Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας και την διατήρηση μόνο των Τμημάτων Θεολογίας που θα έχουν περιεχόμενο κυρίως θρησκειολογικό. Σύντομα δε και τα Τμήματα αυτά θα ενσωματωθούν στις Φιλοσοφικές Σχολές.
Το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης εμφανίζει τα τελευταία χρόνια χαρακτήρα που συνάδει με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Εκτός ολίγων λαμπρών εξαιρέσεων οι περισσότεροι καθηγητές του Τμήματος αυτού πρωτοστατούν στη διοργάνωση συνεδρίων από κοινού με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, προωθούν τον οικουμενισμό, εργάζονται πυρετωδώς για τη λεγόμενη «λειτουργική αναγέννηση» και τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, πολλοί δε εξ αυτών είναι εγγεγραμμένα μέλη του νεοσυσταθέντος θεολογικού συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ που επιδιώκει την αντικατάσταση του ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών από ένα «ανοιχτό» στις άλλες θρησκείες, πλουραλιστικό, στην ουσία του άχρωμο θρησκειολογικό μάθημα.
Ο στόχος της εκδίωξης της Ορθόδοξης Θεολογίας από την ελληνική εκπαίδευση ξεκίνησε ήδη και συνεχίζεται με γρήγορους ρυθμούς και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τα προβληματικά σε πολλά σημεία βιβλία Θρησκευτικών διαδέχτηκε πρόσφατα η υπουργική εξαγγελία για αλλαγή του τίτλου αλλά και του περιεχομένου του θρησκευτικού μαθήματος στις δύο τελευταίες τάξεις του Νέου Λυκείου. Το νέο μάθημα «Θρησκεία και Κόσμος» που θα μοιάζει με θρησκειολογία ή κοινωνιολογία της θρησκείας θα αντικαταστήσει το σημερινό ορθόδοξο χριστιανικό μάθημα. Άρχισαν μάλιστα ήδη να ακούγονται φωνές που κρίνουν ως ακατάλληλους τους θεολόγους για τη διδασκαλία ενός τέτοιου μαθήματος και ζητούν την ανάθεσή του σε φιλολόγους ή καθηγητές άλλων ειδικοτήτων. Προφανώς η πολεμική εναντίον της Ορθόδοξης Θεολογίας θα έχει πετύχει εάν μαζί με το ορθόδοξο χριστιανικό μάθημα εκδιωχθούν από τα σχολεία και οι ορθόδοξοι θεολόγοι.
Το χειρότερο από όλα τα παραπάνω είναι ότι απέναντι σε αυτές τις φωνές ο θεολογικός και εκκλησιαστικός κόσμος δεν εμφανίζει ενιαία και σαφή γραμμή και αντίσταση. Τα προγράμματα σπουδών και τα βιβλία Θρησκευτικών Δημοτικού και Γυμνασίου αλλάζουν και για τις αλλαγές υπάρχει από τους υπεύθυνους για το μάθημα επιλεκτική ενημέρωση ελάχιστων θεολόγων του ΚΑΙΡΟΥ σε ολιγομελείς συναντήσεις τους. Το Υπουργείο προωθεί το νέο μάθημα «Θρησκεία και Κόσμος» και κάποιοι θεολόγοι επιμένουν ότι μόνη διεκδίκησή μας πρέπει να είναι η διατήρηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος, ασχέτως του περιεχομένου του.
Αν τελικά ο Θεός επιτρέψει οι κυβερνώντες να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους αυτό θα γίνει «δια τας αμαρτίας ημών» των θεολόγων και προκειμένου να διαφυλαχθούν οι πιστοί από αιρετικές αποκλίσεις και πανθρησκειακή σύγχυση. Γιατί ποιο όφελος μπορεί αλήθεια να προκύψει από Θεολογικές Σχολές που εκτρέφουν τα μικρόβια του οικουμενισμού και του νεοβαρλααμιτισμού; Τι θα ωφελήσει τους μαθητές ένα μάθημα συγκρητιστικής θρησκειολογίας; Ας αναλογιστεί καθένας μας τις ποικίλες ευθύνες του.
Το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης εμφανίζει τα τελευταία χρόνια χαρακτήρα που συνάδει με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Εκτός ολίγων λαμπρών εξαιρέσεων οι περισσότεροι καθηγητές του Τμήματος αυτού πρωτοστατούν στη διοργάνωση συνεδρίων από κοινού με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, προωθούν τον οικουμενισμό, εργάζονται πυρετωδώς για τη λεγόμενη «λειτουργική αναγέννηση» και τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, πολλοί δε εξ αυτών είναι εγγεγραμμένα μέλη του νεοσυσταθέντος θεολογικού συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ που επιδιώκει την αντικατάσταση του ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών από ένα «ανοιχτό» στις άλλες θρησκείες, πλουραλιστικό, στην ουσία του άχρωμο θρησκειολογικό μάθημα.
Ο στόχος της εκδίωξης της Ορθόδοξης Θεολογίας από την ελληνική εκπαίδευση ξεκίνησε ήδη και συνεχίζεται με γρήγορους ρυθμούς και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τα προβληματικά σε πολλά σημεία βιβλία Θρησκευτικών διαδέχτηκε πρόσφατα η υπουργική εξαγγελία για αλλαγή του τίτλου αλλά και του περιεχομένου του θρησκευτικού μαθήματος στις δύο τελευταίες τάξεις του Νέου Λυκείου. Το νέο μάθημα «Θρησκεία και Κόσμος» που θα μοιάζει με θρησκειολογία ή κοινωνιολογία της θρησκείας θα αντικαταστήσει το σημερινό ορθόδοξο χριστιανικό μάθημα. Άρχισαν μάλιστα ήδη να ακούγονται φωνές που κρίνουν ως ακατάλληλους τους θεολόγους για τη διδασκαλία ενός τέτοιου μαθήματος και ζητούν την ανάθεσή του σε φιλολόγους ή καθηγητές άλλων ειδικοτήτων. Προφανώς η πολεμική εναντίον της Ορθόδοξης Θεολογίας θα έχει πετύχει εάν μαζί με το ορθόδοξο χριστιανικό μάθημα εκδιωχθούν από τα σχολεία και οι ορθόδοξοι θεολόγοι.
Το χειρότερο από όλα τα παραπάνω είναι ότι απέναντι σε αυτές τις φωνές ο θεολογικός και εκκλησιαστικός κόσμος δεν εμφανίζει ενιαία και σαφή γραμμή και αντίσταση. Τα προγράμματα σπουδών και τα βιβλία Θρησκευτικών Δημοτικού και Γυμνασίου αλλάζουν και για τις αλλαγές υπάρχει από τους υπεύθυνους για το μάθημα επιλεκτική ενημέρωση ελάχιστων θεολόγων του ΚΑΙΡΟΥ σε ολιγομελείς συναντήσεις τους. Το Υπουργείο προωθεί το νέο μάθημα «Θρησκεία και Κόσμος» και κάποιοι θεολόγοι επιμένουν ότι μόνη διεκδίκησή μας πρέπει να είναι η διατήρηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος, ασχέτως του περιεχομένου του.
Αν τελικά ο Θεός επιτρέψει οι κυβερνώντες να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους αυτό θα γίνει «δια τας αμαρτίας ημών» των θεολόγων και προκειμένου να διαφυλαχθούν οι πιστοί από αιρετικές αποκλίσεις και πανθρησκειακή σύγχυση. Γιατί ποιο όφελος μπορεί αλήθεια να προκύψει από Θεολογικές Σχολές που εκτρέφουν τα μικρόβια του οικουμενισμού και του νεοβαρλααμιτισμού; Τι θα ωφελήσει τους μαθητές ένα μάθημα συγκρητιστικής θρησκειολογίας; Ας αναλογιστεί καθένας μας τις ποικίλες ευθύνες του.
O πατἠρ Πορφύριος, ὁ Γέροντας τῆς Πεντέλης
Νικόλαος Ζίας (Διευθυντής Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ)
Στό Ὄρος τῶν Ἀμώμων, τήν Πεντέλη, τό πιό ἤρεμο καί φιλικό βουνό τῆς Ἀττικῆς, γνωρίσαμε τό Γέροντα Πορφύριο. Μᾶς πρωτομίλησε γιά τό Γέροντα Ἁγιορείτης ἡγούμενος ἔμπειρος στήν πνευματική ζωή, ἀλλά καί γνώστης τῶν πολύπτυχων προβλημάτων τῆς σύγχρονης ζωῆς στόν κόσμο. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτά ξεκινήσαμε μέ κάποιες ἐπιφυλάξεις νά συναντήσουμε τό μοναχό αὐτόν στήν Πεντέλη.
Ὁ π. Πορφύριος ζοῦσε σέ προχειροεπισκευασμένα κελλάκια στό Μετόχι τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος (Πεντέλης) τόν Ἅγιο Νικόλαο στά Καλλίσια.
Γιά νά φτάσεις ἐκεῖ, πρέπει νά ἀφήσεις τό αὐτοκίνητο σ’ἕνα ξέφωτο κι ἀπό ἐκεῖ νά περπατήσεις κάτι λιγότερο ἀπό μισή ὥρα. Τό μονοπάτι ξεκινάει στό ἴσιωμα. Ἔπειτα στενεύει καί περπατᾶς στό φρύδι σχεδόν τοῦ βράχου. Κυκλάμινα συμπαραστέκονται στόν ὁδοιπόρο. Παραπέρα, ἀφοῦ κατέβεις μιά κατηφόρα καί διαβεῖς μικρό ρυάκι, μπαίνεις σέ σκιερό πευκοδάσος. Ἔπειτα ἀνηφορίζεις πάλι καί ἀφοῦ περάσεις δίπλα ἀπό χαλάσματα, βρίσκεσαι σέ βραχόσπαρτο ξέφωτο, ὅπου ἔχει κτιστεῖ πρίν τριακόσια ἴσως χρόνια τό μοναστηράκι ἀπό τό ὁποῖο σήμερα σώζονται κυρίως ὁ χαριτωμένος μικρός τρουλλωτός ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Βαδίζοντας στό στενό μονοπάτι ξέκοβες σιγά – σιγά ἀπό τήν πολύβουη πόλη τῆς Ἀθήνας τῶν μηχανῶν καί τῶν ρύπων καί χωρίς νά τό καταλαβαίνεις ἔμπαινες σ’ἕναν ἄλλο κόσμο. Τή μέρα ἡ πόλη κάτω ξαπλωνότανε στή θολή της νωχέλεια. Τή νύχτα συχνά λαμπυρίζουν μακρινά τά φῶτα. Στά Καλλίσια ὅμως δέν εἶχε ἠλεκτρικό. Κεριά καί λίγα καντήλια στό ἐκκλησάκι τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀχνοφωτίζουν τίς ἐξίτηλες μορφές τῶν Ἁγίων καί τίς γυμνές πέτρες. Πετρόλαμπα φώτιζε τά λίγα κελλιά καί τό μικρό «ἀρχονταρίκι» πού τό ζέσταινε τόν χειμώνα αὐτοσχέδια σόμπα γιά καυσόξυλα. Μόνη τεχνολογική παρουσία ἔξω ἀπ’τά κελλιά: τεντωμένο σύρμα γιά κεραία ραδιοφώνου.
Τόν χειμώνα ὁ παπα- Πορφύριος φώλιαζε δίπλα στήν σόμπα. Τό καλοκαίρι περπατοῦσε ἔξω στό μικρό ὑψίπεδο μέ τά βράχια ἤ στά κηπάκια πού καλλιεργοῦσε στά χαμηλότερα ἀπάγγια τῆς Μονῆς. Ὅταν ὁ καιρός ἦταν καλός, ἐξομολογοῦσε στήν ἐκκλησία. Τότες, ὅπως ὅταν πρωτοπήγαμε, περιμέναμε ἔξω στήν αὐλή κάνοντας γνωριμίες μέ ἀνθρώπους πού βλέπαμε γιά πρώτη φορά, ἀλλά γρήγορα νιώθαμε μιά ἀπροσδόκητη φιλία καί τρυφερότητα στήν καρδιά μας. Ἰσως καί σάν συνδετικό στοιχεῖο νά λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερική ἀνάγκη καί κάποιος πόνος, πού μᾶς ὁδηγοῦσε ὅλους στά ὄρη, ὅπου περιμέναμε τή βοήθεια.
Ἡ πρώτη συνάντηση μέ τόν π. Πορφύριο ἦταν πολύ ἤρεμη καί φιλική. Χωρίς καμμία βλοσυρότητα ἤ κατήφεια, πού μποροῦσε νά φανταστεῖ κανείς ἀκούγοντας γιά Γέροντα ἀσκητή. Γαλήνιος καί συγκαταβατικός ἄκουγε αἰχμηρές ἀποκαλύψεις τῶν ἄστατων ψυχῶν, σάν νά ἦταν κοινές καθημερινές κουβέντες. Σάν νά ἦταν πράγματα πού ἤξερε. Μέ τήν πρώτη γνωριμία ὅλες οἱ ἐπιφυλάξεις διαλύθηκαν. Καμμιά ἀπάνθρωπη αὐστηρότητα. Μόνο φιλάδελφη ἀγάπη καί συγχωρητικότητα. Ἀκούει, προσεύχεται συνάμα μέ τό κομποσχοίνι, εὐλογεῖ καί συγχωρεῖ.
«Μεγάλο πρᾶγμα ὁ πνευματικός», θά μᾶς πεῖ ἀργότερα. «Γι’ αὐτό στήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχει ἀπελπισία. Δέν ὑπάρχει ἀδιέξοδο. Γιατί ὑπάρχει ὀ πνευματικός, πού ἔχει τή χάρη νά συγχωρεῖ. Νά λευτερώνει τούς προστρέχοντες, ἐναποθέτοντας στό πετραχήλι του τά βάρη τῆς ψυχῆς τους»
Τό ἱλαρό φῶς τῆς δύσης μακρυά στήν Πειραϊκή μαζί μέ τό λόγο τοῦ Γέροντα γαληνεύουν τίς τρικυμισμένες ψυχές.
Στίς πολλές ἀναβάσεις πού ἀκολουθοῦν, δειλινά ἤ πρωϊνά, νύχτες καί μεσημέρια, κάθε φορά πού σφίγγεται ἡ καρδιά καί μοιάζει ὁ ὁρίζοντας κλειστός κι ὁ δρόμος ἀδιέξοδος, κάθε φορά πού παίρνουμε τό μονοπάτι μέ τίς αἰχμηρές πέτρες καί τά ἀνοιχτόχρωμα κυκλάμινα, κάθε φορά πού ὁ Παππούλης μᾶς περιμένει καί μᾶς ὑποδέχεται, γιά νά ξεφορτώσει τά βάρη ἀπό τίς καρδιές.
Ἕνα ἀπογευματινό ἀνοιξιάτικο τόν βρίσκουμε νά φροντίζει τίς φράουλες ξαπλωμένος σχεδόν στή γῆ. Διαλέγει φράουλες καί μᾶς προσφέρει νά γευτοῦμε τούς καρπούς τῆς γῆς. Καί κεῖ κουβεντιάζουμε. Χωρίς πολλές συμβουλές καί ἠθικολογίες τέμνει βαθειά τήν ψυχή καί ρίχνει τό βάλσαμο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἀκτινοβολεῖ τέτοιες ὧρες καί λάμπει καί χαίρεται σάν παιδί. Μᾶς μιλάει ἀσταμάτητα γιά τήν εὐχή. Γιά τή νοερά προσευχή. Ἄλλοτε μᾶς λέει καί μᾶς ἐξηγεῖ τή σημασία τῆς εὐλογίας ἀπό τόν ἱερέα γιά τό χειροφίλημα. «Τό χέρι τοῦ ἱερέα!»λέει μέ θαυμασμό καί ἔκσταση. «Τί σπουδαῖο πρᾶγμα, ε! Τί μυστήριο!». Μιλάει ἁπλά καί ταπεινά τονίζοντας κι ἐπαναλαμβάνοντας πώς ξέρει πολύ λίγα γράμματα: «Δ΄ Δημοτικοῦ!». Κάποια βραδυά εἴχαμε συγκεντρωθεῖ μιά ὁμάδα μαζί μ’ ἕναν Ἁγιορείτη. Νύχτωσε. Ὁ καιρός ἦταν ἀνταριασμένος κι ἀπειλητικός. Ὅμως κοντά στόν Γέροντα καί γιά ὅσους ἀκόμη δέν ἦσαν μαθημένοι στήν σκοτεινή νύχτα τῆς φύσης, δέν ταραζότανε ἡ γαλήνη. Ὁ Γέροντας μιλοῦσε γιά την διαφορά τῆς ταπεινοφροσύνης ἀπό τό πλέγμα τῆς κατωτερότητας.
«Ὁ ταπεινός, ἔλεγε, δέν εἶναι μιά προσωπικότητα διαλυμένη. Ἔχει συνείδηση τῆς κατάστασής του ἀλλά δέν ἔχει χάσει τό κέντρο τῆς προσωπικότητάς του. Ξέρει τήν ἁμαρτωλότητά του, τή μικρότητά του καί δέχεται τίς παρατηρήσεις τοῦ πνευματικοῦ του, τῶν ἀδελφῶν του. Λυπᾶται ἀλλά δέν ἀπελπίζεται. Θάβεται, ἀλλά δέν ἐξουθενώνεται καί δέν ὀργίζεται. Ὁ κυριευμένος ἀπό τό πλέγμα κατωτερότητας ἐξωτερικά καί στήν ἀρχή μοιάζει μέ τόν ταπεινό. Ἄν ὅμως λίγο τόν θίξεις ἤ τόν συμβουλεύσεις, τότε τό ἀρρωστημένο ἐγώ ἐξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι αὐτή τήν λίγη εἰρήνη πού ἔχει. Τό ἴδιο, ἔλεγε, συμβαίνει καί μέ τόν παθολογικά μελαγχολικό σέ σχέση μέ τόν μετανοοῦντα ἁμαρτωλό. «Ὁ μελαγχολικός περιστρέφεται κι ἀσχολεῖται μέ τόν ἑαυτό του καί μόνο. Ὁ ἁμαρτωλός πού μετανοεῖ κι ἐξομολογεῖται βγαίνει ἀπ’τόν ἑαυτό του. Αὐτό τό μεγάλο ἔχει ἡ πίστη μας, τόν ἐξομολόγο. Τόν πνευματικό. Ἔτσι καί τό ‘πες στό Γέροντα κι ἔλαβες συγχώρεση μή γυρνᾶς πίσω». Αὐτό τό τόνιζε πολύ. Νά μήν ξαναγυρνᾶ κανείς στά προηγούμενα ἀλλά νά προχωρᾶ. Μεγάλη σημασία ἔδινε ἐπίσης στή νηστεία χωρίς ἀκρότητες καί ὑπερβολές, ἀλλά ὑπογραμμίζοντας τήν καθαρτική της σημασία.
Οἱ συζητήσεις ὅμως μέ τόν π. Πορφύριο ἄγγιζαν ποικίλα θέματα. Μερικές φορές μάλιστα μᾶς προκαλοῦσε ἔκπληξη τό πλᾶτος τῶν ἐνδιαφερόντων του. Ἕνα καλοκαιριάτικο ἀπόγευμα βιαζόμαστε νά φύγουμε. Τοῦ εἶπα τόν λόγο: θά πηγαίναμε νά παρακολουθήσουμε μιά συναυλία στό Ἡρώδειο. Τό ἀνέφερα ἔτσι σχεδόν ἐπίτηδες, γιά νά δῶ τίς ἀντιδράσεις του. Ἔμεινα κατάπληκτος ὅταν καί τό μουσουργό ἤξερε καί τόν ἑρμηνευτή καί μοῦ μίλησε μέ πολύ εὔστοχες παρατηρήσεις. Ὁ Παππούλης τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ! Ρώτησα ἐπίσης αὐτούς πού πήγαιναν παλαιότερα ἀπό ἐμένα καί ἤξεραν περισσότερες λεπτομέρειες γιά τόν Γέροντα, τί χρειαζόταν ἐκεῖ ἡ κεραία. Κι ἔμαθα ὅτι ὁ Γέροντας κάποτε καταγινότανε μέ τήν κατασκευή κάποιου εἴδους δέκτου μέ γαληνίτη. Τοῦ ἄρεσε ἐκτός ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς γῆς –πού ἄλλωστε ἡ μεγάλη ἤδη ἡλικία του καί ἡ εὐαίσθητη ὑγεία του δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά ἀσχολεῖται –νά καταπιάνεται μέ τά τεχνικά.
Ἀνάφερα κιόλας τήν δικῆς του ἔμπνευσης ξυλόσομπα, πού μᾶς μάζευε τίς χειμωνιάτικες μέρες μετά τήν ἐκκλησία κι ἀρχίζαμε ἀτέρμονες συζητήσεις περιμένοντας τήν ὥρα νά δεῖ ἕναν-ἕναν ὁ Γέροντας, ἐνῶ ἡ κυρά –Χαρίκλεια (ἡ σημερινή Γερόντισσα Πορφυρία), ἀδελφή τοῦ Γέροντα, μᾶς φρόντιζε μέ καφέ καί κάθε ἄλλο κέρασμα. Μαζευόντουσαν ἐκεῖ ἀδελφωμένοι θεολόγοι, κληρικοί, Ἕλληνες και Σέρβοι, δικαστές, φιλόσοφοι, γιατροί, παιδαγωγοί, καθηγητές, φοιτητές καί εἶχε μιά ζεστασιά ἡ συντροφιά, πού καί νά ἔσβηνε ἡ σόμπα δέν θα τό νιώθαμε.
Συχνά ρωτούσαμε τόν Γέροντα γιά ἀποφάσεις κι ἐπιλογές στή ζωή μας. Εἶχε πάντα μιά ἀπάντηση. Ἄλλοτε ἀναμενόμενη κι ἄλλοτε ἀναπάντεχη. Δέν συνιστοῦσε παραίτηση κι ἀπομάκρυνση ἀπό τίς δραστηριότητες. Κάθε ἄλλο. Ἐπέμενε ὅμως στόν ἁπλό τρόπο ζωῆς στήν ἐξοχή. Ἕνα περίπατο στό βουνό τό θεωροῦσε σπουδαία ψυχαγωγία.
Ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας τόν ρωτοῦσε συχνά γιά τήν ῾Σύναξη᾿ κι ἔπαιρνε τή σωστή ἀπάντηση.
Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ π. Πορφύριος εἶχε διορατικό καί προορατικό χάρισμα. Πολλοί πήγαιναν νά ἐξομολογηθοῦν καί τούς ἀποκάλυπτε τίς πράξεις τους. Ὅμως τό χάρισμα αὐτό τό χρησιμοποιοῦσε μέ μεγάλη διάκριση καί γιά λόγους ποιμαντικούς.Ὅταν ἦταν ἀναγκαῖο. Σπάνια, ὅταν ἦταν σέ πολύ καλή διάθεση καί ἔκανε τούς μακρούς περιπάτους του γιά νά ξεκουραστεῖ λίγο, ρωτοῦσε μέ ἐκεῖνο τό καλοκάγαθο χαμόγελό του γιά τήν πατρίδα κάποιου τῆς συντροφιᾶς. Κι ἐνῶ δέν εἶχε πάει ὁ ἴδιος διέκοπτε καί συνέχιζε τήν περιγραφή.
Αὐτό τό χάρισμα ὅμως τοῦ προκαλοῦσε καί πολλές στεναχώριες. Πολλοί τό παραξήλωναν καί πήγαιναν σ’αύτόν χωρίς μετάνοια καί πίστη στόν Θεό, ἁπλᾶ καί μόνο ἀπό περιέργεια ἤ γιά νά πληροφορηθοῦν τά μέλλοντα. Ὁ Γέροντας φυσικά τηροῦσε τήν ἀνάλογη στάση. Κάποτε ὅμως κι ἄνθρωποι, πού ξεκινοῦσαν ἀπό τέτοιες «πονηρές» προθέσεις, ἔβρισκαν στό Γέροντα τήν πίστη καί τή σωτηρία τους. Ἄλλος πάλι πειρασμός ἦταν κάποιοι αἱρετικοί ἤ καί πλανεμένοι (γλωσσολαλίες κλπ.) Ὁ Γέροντας ἦταν κατηγορηματικός κι ἀνένδοτος σ’αὐτές τίς περιπτώσεις καί διεχώριζε ἀπερίφραστα τή θέση του, στηλιτεύοντας τήν πλάνη τους καί καταδικάζοντας τήν αἵρεση. Γιατί ὁ ἴδιος τόνιζε πάντα μόνη σωτήρια ὁδό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι κάποιες «προσωπικές» ἤ ἄλλου ἀνάλογου εἴδους «κινήσεις» .
Αὐτό τό χάρισμα ὅμως τοῦ προκαλοῦσε καί πολλές στεναχώριες. Πολλοί τό παραξήλωναν καί πήγαιναν σ’αύτόν χωρίς μετάνοια καί πίστη στόν Θεό, ἁπλᾶ καί μόνο ἀπό περιέργεια ἤ γιά νά πληροφορηθοῦν τά μέλλοντα. Ὁ Γέροντας φυσικά τηροῦσε τήν ἀνάλογη στάση. Κάποτε ὅμως κι ἄνθρωποι, πού ξεκινοῦσαν ἀπό τέτοιες «πονηρές» προθέσεις, ἔβρισκαν στό Γέροντα τήν πίστη καί τή σωτηρία τους. Ἄλλος πάλι πειρασμός ἦταν κάποιοι αἱρετικοί ἤ καί πλανεμένοι (γλωσσολαλίες κλπ.) Ὁ Γέροντας ἦταν κατηγορηματικός κι ἀνένδοτος σ’αὐτές τίς περιπτώσεις καί διεχώριζε ἀπερίφραστα τή θέση του, στηλιτεύοντας τήν πλάνη τους καί καταδικάζοντας τήν αἵρεση. Γιατί ὁ ἴδιος τόνιζε πάντα μόνη σωτήρια ὁδό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι κάποιες «προσωπικές» ἤ ἄλλου ἀνάλογου εἴδους «κινήσεις» .
Ὁ π. Πορφύριος πρόσφερε τό λόγο τῆς σωτηρίας καί ἔδινε τήν ἀνάπαυση στίς ψυχές ὅλων ἁπλά χωρίς προκαθορισμένο πρόγραμμα, ὁμιλίες, «ἐκδηλώσεις» κτλ. Καθισμένος στά βράχια ἤ κατάχαμα μᾶς ἀποκάλυπτε μυστήρια κι ἀλήθειες. Μιλώντας γιά τή μεγάλη σημασία πού ἔχουν οἱ μετάνοιες καί δείχνοντάς μας τό σωστό τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά γίνεται ἡ «μετάνοια», μᾶς ἑρμήνευε τή σημασία τῆς μετοχῆς τοῦ σώματος στήν προσευχή καί τήν ἑνότητα τῆς ψυχοσωματικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου.
Μά ἐκεῖνο πού φυσικά τόν ἔκανε νά λάμπει μέ παιδιάστικη χαρά ἦταν νά μιλάει γιά τήν νοερά προσευχή. Μέ τήν καθαρή, λίγο ἀδύναμη, φωνή του καί μέ μιά χαριτωμένη χειρονομία ὑπογραμμίζοντας ἔλεγε ἀργά μιά-μιά τίς λέξεις: «Κύριε, ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με». Καί πρόσθεσε κάποτε σέ μιά τέτοια συζήτηση: «Ἐμένα μοῦ ἔδωσε τή χάρη ὁ Θεός ν’ ἀσχοληθῶ πολύ μέ αὐτή τήν ἐργασία». «Ἐργασία» ὀνόμαζε τήν ἄσκησή του στήν καρδιακή προσευχή. «Αὐτή ἡ ἐργασία εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅλους τούς πιστούς. Καθαρίζει τήν ψυχή καί κρατάει τό νοῦ». Στίς περισσότερες συζητήσεις κάτι θά ἔλεγε γιά τήν εὐχή. Ἀργότερα, ὅταν εἶχε πρόχειρα ἐγκαταβιώσει στό Μήλεσι τοῦ Ὠρωποῦ (πρίν ἀκόμη ἀνεγερθοῦν τό κτίρια τοῦ Ἡσυχαστηρίου) ὀνειρευότανε τή δημιουργία ἑνός χώρου κατάλληλου πού θά ἀφιερωνότανε στήν «ἐργασία αὐτή».
Μά ἐκεῖνο πού φυσικά τόν ἔκανε νά λάμπει μέ παιδιάστικη χαρά ἦταν νά μιλάει γιά τήν νοερά προσευχή. Μέ τήν καθαρή, λίγο ἀδύναμη, φωνή του καί μέ μιά χαριτωμένη χειρονομία ὑπογραμμίζοντας ἔλεγε ἀργά μιά-μιά τίς λέξεις: «Κύριε, ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με». Καί πρόσθεσε κάποτε σέ μιά τέτοια συζήτηση: «Ἐμένα μοῦ ἔδωσε τή χάρη ὁ Θεός ν’ ἀσχοληθῶ πολύ μέ αὐτή τήν ἐργασία». «Ἐργασία» ὀνόμαζε τήν ἄσκησή του στήν καρδιακή προσευχή. «Αὐτή ἡ ἐργασία εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅλους τούς πιστούς. Καθαρίζει τήν ψυχή καί κρατάει τό νοῦ». Στίς περισσότερες συζητήσεις κάτι θά ἔλεγε γιά τήν εὐχή. Ἀργότερα, ὅταν εἶχε πρόχειρα ἐγκαταβιώσει στό Μήλεσι τοῦ Ὠρωποῦ (πρίν ἀκόμη ἀνεγερθοῦν τό κτίρια τοῦ Ἡσυχαστηρίου) ὀνειρευότανε τή δημιουργία ἑνός χώρου κατάλληλου πού θά ἀφιερωνότανε στήν «ἐργασία αὐτή».
Τό σπουδαιότερο ὅμως ἔργο ἐτελεσιουργεῖτο μέσα στόν ἄδυτο χῶρο τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός. Κι αὐτό μένει ἑρμητικά κλεισμένο, γνωστό μόνο στό Θεό καί σ’αὐτούς πού δέχονται τήν εὐεργετική αὔρα τῆς Θείας ἐνεργείας. Ἔτσι αὐτά δέν λέγονται καί δέν γράφονται. Ὅμως καί οἱ ἄλλοι βλέπουν κάποτε συγκλονιστικές ἀλλαγές σέ ἀνθρώπους, πού μοιάζουν νά ἔχουν φτάσει στό βάθος τῆς ἀβύσσου, νά μεταβάλλονται τώρα σέ τέκνα φωτός.
Τά τελευταῖα χρόνια ἦταν τίς περισσότερες ὧρες στό κρεββάτι. Ἄλλωστε ὅλη τή ζωή του ἦταν φιλάσθενος καί ἀδύναμος. Αὐτό ὅμως δέν τόν ἐμπόδιζε νά πηγαίνει συχνά, συχνότατα στό Ἅγιον Ὄρος καί μάλιστα στό δυσπρόσιτο τόπο τοῦ κελλιοῦ του. Οὔτε τόν ἐμπόδιζε ἀπό τό νά παλεύει συχνά μέ τούς δαίμονες σῶμα μέ σῶμα γιά νά ἐλευθερώσει τίς ψυχές βασανισμένων ἀνθρώπων, πού πρόστρεχαν ζητώντας τή βοήθειά του. Γαλήνιος πάντα, ὅταν δέν μποροῦσε σχεδόν νά μιλήσει, εὐλογοῦσε ἀπό τό κρεββάτι του καί ψιθύριζε πώς μᾶς σκέφτεται καί προσεύχεται γιά μᾶς.
Ὁ π. Πόρφύριος τώρα ἔφυγε γιά τόν Οὐρανό περνώντας ἀπ’τήν Πύλη τοῦ Οὐρανοῦ, τό Ἅγιον Ὄρος. Κι ἀπό κεῖ μᾶς εὐλογεῖ. Κι ἐμεῖς κρατᾶμε στήν καρδιά μας τήν ἱερή ἀνάμνησή του πολύτιμη παρακαταθήκη. Γαληνεύει ἡ ψυχή μας μέ τήν εἰκόνα ἐκείνη τῆς πραότητας καί τῆς εἰρήνης τοῦ κοντόσωμου μέ τό μαῦρο μάλλινο σκοῦφο Γερούλη, πού ὁ Θεός ἐχαρίτωσε στούς ἔσχατους τούτους καιρούς γιά νά στηρίξει τίς ψυχές τῶν συγχρόνων Ὀρθοδόξων.
Συμβουλές πνευματικές γιά θάρρος καί προσευχή
Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
Ἔχεις ἀκόμη ἀνησυχίες. Πές μου, ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ προέρχονται; Ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πᾶνε καλά. Ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ τὰ ἔχεις ἐπανεξετάσει καὶ τακτοποιήσει. Τὴν ἀπόφασή σου τὴν ἔχεις πάρει. Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, προέρχονται αὐτὲς οἱ ἀνησυχίες; Ὅλες εἶναι ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Ὅλες. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ.
Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει; Μήπως σκέφτεσαι νὰ φτιάξεις τὴ ζωή σου μόνη σου, μὲ τὶς δικές σου ἱκανότητες καὶ προσπάθειες; Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ σκέφτεσαι, σὲ συμβουλεύω ν' ἀλλάξεις ἀμέσως γνώμη, ἀλλιῶς δὲν θ' ἀπαλλαγεῖς ἀπό τὴ σύγχυση καὶ τὴν ταραχή.
Ἐξέτασε πάλι τὸν ἑαυτό σου ἤ θυμήσου ὅ,τι σοῦ ἔχω ὑποδείξει καὶ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ μέσα σου σ' ὅλη τη διάρκεια τῆς ἀλληλογραφίας μας. Θυμήσου, ἐπίσης, ποιὰ ἦταν ἡ ἔκβαση τῶν προβληματισμῶν σου γιὰ τὴ ζωή. Τέλος, δῶσε στὴν αὐτοεξέτασή σου τέτοια κατεύθυνση, ὥστε νὰ καταλήξει σὲ μιά σταθερὴ ἀπόφαση ἀμετάκλητης ἐναποθέσεως τοῦ μέλλοντός σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἀφοῦ, λοιπόν, πάρεις αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, προσευχήσου στὸν Κύριο ὁλόθερμα. "Τὸ μέλλον μου", πές Του, "τὸ ἀφήνω μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια Σου. "Ὅπως ξέρεις καὶ ὅπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τὴ ζωή μου, μ' ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ μ' ὅλες τὶς δυσκολίες της. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς δὲν θὰ μεριμνῶ καὶ δὲν θ' ἀνησυχῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μιὰ φροντίδα μόνο θὰ ἔχω, νὰ κάνω πάντα ὅ,τι εἶναι εὐάρεστο σ' Ἐσένα".
Ἔτσι νὰ Τοῦ μιλήσεις, ἀλλά καὶ ἔμπρακτα νὰ Τοῦ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις ὁλοκληρωτικὰ ἀφεθεῖ στὰ χέρια Του, ὅτι δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτα, ὅτι ἀποδέχεσαι ἤρεμα καὶ ἀγόγγυστα ὁποιαδήποτε κατάσταση, εὐχάριστη ἡ δυσάρεστη, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό τὴ θεία πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ἂς εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ σὲ κάθε περίσταση.
Ὕστερ' ἀπὸ μιά τέτοια ἐσωτερικὴ τοποθέτηση, ὅλες οἱ ἀνησυχίες σου θὰ ἐξανεμιστοῦν. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τώρα, καθὼς θέλεις ὅλες οἱ περιστάσεις νὰ συντείνουν στὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ σου σκοποῦ. Καὶ ἐπειδή, φυσικά, ὅλα δὲν γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου, ταράζεσαι καὶ στενοχωριέσαι - "Αὐτὸ δὲν ἔγινε ἔτσι, ἐκεῖνο δὲν ἔγινε ἀλλιῶς". Ἄν, ὅμως, ἀναθέσεις τὰ πάντα στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ δεχθεῖς πὼς ὅ,τι συμβαίνει προέρχεται ἀπ' Αὐτὸν γιὰ τὸ καλό σου, τότε δὲν θ' ἀνησυχεῖς πιά καθόλου. Θὰ κοιτᾶς μόνο γύρω σου, γιὰ νὰ δεῖς τί σοῦ στέλνει ὁ Θεός, καὶ θα ἐνεργεῖς σύμφωνα μ' αὐτὸ ποὺ στέλνει.
Κάθε κατάσταση μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ κάποια θεία ἐντολή. Νὰ ἐνεργεῖς, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ ἐντολή, ἐπιδιώκοντας τὴν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν σου ἐπιθυμιῶν. Προσπάθησε νὰ καταλάβεις τί λέω καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσεις. Δὲν θὰ τὸ κατορθώσεις, βέβαια, ἀπό τή μιά στιγμὴ στὴν ἄλλη. Χρειάζεται ἀγώνας γι' αὐτό, ἀλλά καὶ προσευχή.
Ζητῶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τὴν κατάθλιψη, ποὺ θεωρεῖς ἀφόρητη, ἀλλά μόνο ἂν αὐτὸ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ ἅγιο θέλημά Του καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία σου. Θὰ σὲ λυτρώσει, δίχως ἄλλο, στὴν ὥρα ποὺ πρέπει. Ὁπλίσου μὲ πίστη καὶ ὑπομονή. Βλέπουμε πόσο γρήγορα μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας. Ὅλα ἀλλάζουν ἀκατάπαυστα. Ἔτσι θ' ἀλλάξει καὶ ἡ ψυχική σου κατάσταση. Θὰ ἔρθει μία μέρα πού, ἀπαλλαγμένη πιὰ ἀπὸ τὸ πλάκωμα, θ' ἀναπνέεις ἐλεύθερα καὶ θὰ φτεροκοπᾶς ὅπως ἡ πεταλούδα πάνω ἀπὸ τὰ λουλούδια. Πρέπει μόνο νὰ σηκώσεις μὲ ὑπομονὴ τὴν τωρινὴ δυσκολία γιὰ ὅσον καιρὸ παραχωρήσει ὁ Θεός.
Ὅταν ἡ νοικοκυρὰ βάλει μιά πίτα στὸ φοῦρνο, δὲν τὴ βγάζει ὥσπου νὰ βεβαιωθεῖ πὼς εἶναι ψημένη. Ὁ Νοικοκύρης τοῦ σύμπαντος σ' ἔχει βάλει μέσα σ' ἕνα φοῦρνο καὶ σὲ κρατάει ἐκεῖ ὥσπου νὰ ψηθεῖς. Κάνε ὑπομονή, λοιπόν, καὶ περίμενε. Δὲν θὰ μείνεις στὸ φοῦρνο οὒτ' ἕνα λεπτὸ περισσότερο ἀπ' ὅσο χρειάζεται. Μόλις εἶσαι ἕτοιμη, θὰ σὲ βγάλει ὁ Κύριος ἔξω. Ἄν, ὅμως, μόνη σου πεταχτεῖς ἔξω, θὰ εἶσαι σὰν τὴ μισοψημένη πίτα.
Πρέπει ἐπίσης νὰ σοῦ πῶ, ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας, ὅποιος ὑπομένει ἀγόγγυστα τὶς δυσκολίες, πιστεύοντας ὅτι τὶς παραχωρεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό του, εἶναι ἰσότιμος μὲ τοὺς μάρτυρες. Αὐτὸ νὰ τὸ θυμᾶσαι πάντα, γιὰ νὰ παρηγοριέσαι.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήσεις χωρὶς συναισθήματα καὶ συγκινήσεις, ἀλλά δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ὑποκύπτεις σ' αὐτά. Πρέπει νὰ τὰ συγκρατεῖς μὲ τὴ λογικὴ καὶ νὰ τοὺς δίνεις τὴ σωστὴ κατεύθυνση. Εἶσαι εὐαίσθητη καὶ εὐσυγκίνητη. Ἡ καρδιά σου ξεχειλίζει καὶ χύνεται μέσα στὸ κεφάλι σου.
Προσπάθησε ν' ἀποκτήσεις αὐτοκυριαρχία. Σοῦ ἔχω γράψει ἤδη τί νὰ κάνεις: Νὰ σκέφτεσαι προκαταβολικὰ ποῦ βρίσκεται τὸ πιθανὸ ἐρέθισμα γιὰ κάθε συναίσθημα. Καί, ὅταν τὸ ἐντοπίζεις, νὰ εἶσαι σὲ ἐπιφυλακή, γιὰ ν' ἀντιλαμβάνεσαι ὁποιαδήποτε συναισθηματικὴ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς, ἤ νὰ κρατᾶς τὴν καρδιά σου κάτω ἀπὸ τὸν σταθερὸ ἔλεγχο τοῦ νοῦ. Χρειάζεται ν' ἀσκηθεῖς σ' αὐτό. Μὲ τὴν ἐξάσκηση εἶναι δυνατὸ ν' ἀποκτήσεις πλήρη αὐτοκυριαρχία.
Ὅλα πάντως προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι' αὐτὸ ἂς στρεφόμαστε σ' Ἐκεῖνον μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ὅμως, γράφεις ὅτι δὲν προσεύχεσαι. Τί εἶναι τοῦτο πάλι; Μήπως ἔγινες ἄθεη; Τί πάει νὰ πεῖ δὲν προσεύχεσαι; Μπορεῖ νὰ μὴ λὲς τὶς τυπικὲς προσευχές, ἀλλά ν' ἀπευθύνεσαι στὸν Θεὸ μὲ δικά σου λόγια καὶ νὰ Τοῦ ζητᾶς βοήθεια. "Κοίτα, Κύριε, τί συμβαίνει μ' ἐμένα. Ἐτοῦτο κι ἐκεῖνο... Δὲν μπορῶ νὰ τὰ βγάλω πέρα μόνη μου. Βοήθησέ με, πολυεύσπλαχνε!". Νὰ Τοῦ μιλᾶς γιὰ κάθε σου ἀνάγκη, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ μικρή, καὶ νὰ Τὸν παρακαλᾶς γιὰ διαρκή ἐνίσχυση. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ πιὸ γνήσια.
Γιατί ἀκοῦς ἐκεῖνον πού σὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν προσευχή; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι κι αὐτὸ εἶναι δουλειὰ τοῦ ἐχθροῦ; Ναί, ἀναμφίβολα εἶναι. Ψιθυρίζει στὸ αὐτί σου: "Μὴν προσεύχεσαι!". Καὶ μερικὲς φορές, ἀφοῦ κυριαρχήσει σ' ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου, σὲ ρίχνει στὸ κρεβάτι καὶ σὲ ἀποκοιμίζει. Δικά του τεχνάσματα εἶναι ὅλα τοῦτα. Μὰ ἐνῶ ὁ πονηρὸς κάνει τὴ δουλειά του, πασχίζοντας νὰ σὲ ἀποσπάσει ἀπὸ τὸ καλό σου ἔργο, πρέπει κι ἐσύ νὰ κάνεις τὴ δική σου δουλειά, ἐπιμένοντας σ' αὐτὸ τὸ ἔργο ὥς τὸ τέλος.
Ὁπλίσου, ὅπως τόσες φορὲς σοῦ ἔχω πεῖ, μὲ θάρρος καὶ μὴν ἀκοῦς τὸν ἐχθρό. Καμιὰ προσοχὴ μὴ δίνεις στοὺς ψιθυρισμούς του. Καὶ ἐπιπλέον, θύμωσε! Θυμώνοντας ἐναντίον του, εἶναι σὰν νὰ τὸν χτυπᾶς κατάστηθα. Ἀμέσως γίνεται καπνός.
Σοῦ εὔχομαι μ' ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ βρεῖς τελικὰ τὴν εἰρήνη. Ὁ Θεὸς βοηθός
Στάλα-στάλα
Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)
Εἶναι φανερό ὅτι κάθε πνευματική καθίζηση ξεκινάει ἀπό κάποιες δῆθεν «ἀσήμαντες» ἀμέλειες καί ἀπό μερικά δῆθεν «ἀθῶα» «δέν πειράζει». Ἔτσι ἀρχίζουν οἱ συμβιβασμοί μέ τήν ἁμαρτία. Καί ἀπό τίς μικρές ὑποχωρήσεις φτάνουμε στό μεγάλο κατρακύλισμα. Οἱ μεγάλες πτώσεις ποτέ δέν συμβαίνουν ἀπότομα.
Ὅταν ρωτήθηκε ἕνας γνωστός σεναριογράφος, ποιό θεωρεῖ τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀπάντησε:
-Μεγαλύτερο πρόβλημα θεωρῶ τήν γενικευμένη διαφθορά, πού σταλάζει σιγά-σιγά ἀπό πάνω καί καθοδηγεῖ τόν λαό...
* * *
Δέν θά δοῦμε τό θέμα τόσο ...κοινωνιολογικά, ὅσο στό ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Εἶναι φανερό ὅτι κάθε πνευματική καθίζηση ξεκινάει ἀπό κάποιες δῆθεν «ἀσήμαντες» ἀμέλειες καί ἀπό μερικά δῆθεν «ἀθῶα» «δέν πειράζει». Ἔτσι ἀρχίζουν οἱ συμβιβασμοί μέ τήν ἁμαρτία. Καί ἀπό τίς μικρές ὑποχωρήσεις φτάνουμε στό μεγάλο κατρακύλισμα. Οἱ μεγάλες πτώσεις ποτέ δέν συμβαίνουν ἀπότομα.
Ὁ ἅγιος Κασσιανός μᾶς διέσωσε τήν θαυμάσια διδασκαλία τοῦ ἀββᾶ Θεοδώρου ἀπό τήν Αἴγυπτο, ὁ ὁποῖος λέγει σχετικά:
* * *
«Ἕνα σπίτι, ὅσο παλιό κι ἄν εἶναι, ποτέ δέν καταρρέει ξαφνικά. Αὐτό μπορεῖ νά συμβῆ εἴτε ἀπό μιά βασική κατασκευαστική ἀτέλεια εἴτε ἀπό μακροχρόνια ἀμέλεια τῶν ἐνοίκων του.
Ἐνδέχεται, τό νερό, πού ἔμπαινε στήν ἀρχή σταγόνα-σταγόνα ἀπό κάποια σχισμή, νά προκάλεσε μέ τόν καιρό τό σάπισμα στόν σκελετό τῆς στέγης. Μπορεῖ τά ἀνοίγματα νά αὐξάνονταν λίγο-λίγο καί ἔτσι νά ἄρχισαν οἱ μεγαλύτερες καθιζήσεις. Τελικά, σέ μιά καταιγίδα, μπῆκε ἡ βροχή ὁρμητικά σάν χείμαρρος καί κατέρρευσε τό σπίτι. Λέει ἡ ἁγία Γραφή: «Ἀπό ὀκνηρία πέφτουν τά δοκάρια τῆς στέγης καί ἀπό τήν ἀμέλεια τοῦ νοικοκύρη θά στάξει τό σπίτι» (Ἐκκλ. 10, 18).
Αὐτή ἡ εἰκόνα δείχνει καθαρά τό τί μπορεῖ νά συμβῆ στήν ψυχή. Ὁ σοφός Σολομώντας λέει κάτι σχετικό μέ διαφορετικούς ὅρους: «Οἱ σταγόνες», λέει, «πού στάζουν ἀπό τήν στέγη, θά βγάλουν τόν ἄνθρωπο τόν καιρό τοῦ χειμώνα ἔξω ἀπό τό σπίτι του» (Παροιμ. 27, 15).
Συγκρίνει πολύ ἐπιτυχημένα τήν ἀμελῆ ψυχή μέ τό σπίτι καί μέ τήν στέγη, τήν ὁποία ἀμελεῖ ὁ νοικοκύρης νά συντηρήσει. Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀμέλειας, φθάνουν μέχρι τήν ψυχή ἀνεπαίσθητες – στήν ἀρχή – προσβολές τῶν παθῶν, σάν πολύ μικρές σταγονίτσες βροχῆς. Ἄν, ὅμως, τίς παραμελήσουμε αὐτές τίς σταγονίτσες - ἐπειδή τίς θεωροῦμε ἀσήμαντες – σίγουρα θά ὑποστοῦμε τίς ἀκόλουθες ἐπιπτώσεις:
• Οἱ «σταγονίτσες» τῶν παθῶν θά διαφθείρουν μέ τόν καιρό τίς ἀρετές, πού ἀποτελοῦν τήν στέγη τοῦ σπιτιοῦ·
• ἔπειτα, τά πάθη θά φουντώσουν σάν πλημμύρα, πού θά κατακλύσει τήν ψυχή· καί
• στήν συνέχεια θά ἔλθουν οἱ «χειμωνιάτικες μέρες», δηλαδή ὁ καιρός τῶν δαιμονικῶν πειρασμῶν. Ἡ ἔφοδος τῶν δαιμόνων θά πέσει σάν καταιγίδα πάνω στήν ψυχή, καί θά τήν «ξεσπιτώσουν»· θά τήν διώξουν ἀπό τήν κατοικία τῶν ἀρετῶν.
Ἔτσι ἡ ψυχή θά ἀναγκαστεῖ νά ἐγκαταλείψει τήν ἀνάπαυση καί τήν εἰρήνη τῶν ἀρετῶν, δηλαδή ἕνα «τόπο», πού μέ τόσους κόπους καί τόσο πολυχρόνιες προσπάθειες εἶχε καταφέρει νά κατακτήσει!...» Τί κρῖμα!...
* * *
Πόσο ἐπιτακτικό εἶναι, ἑπομένως, τό νά ἐπισκευάζουμε ἀμέσως - μέ τήν σωστή μετάνοια - κάθε «χαραμάδα», πού πάει νά ἀνοίξει στήν στέγη τῆς ψυχῆς. ξυπνώντας ἀκόμη καί ἀπό τήν πιό μικρή σταγόνα πάθους πού νιώσαμε νά στάζει!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
Ειςτὰς ἀντιδράσεις διὰ τὰς συμπροσευχὰς Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν αἱρετικῶν χριστιανῶν Μεγάλαι αἱ ἀντιδράσεις τοῦ πιστοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ δι...
-
KAI AΠOXPIΣTIANIΣI THΣEΛΛAΔOΣ; Tοῦ θεολόγου Nικολάου Ἰω. Σωτηροπούλου Tὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα εἶνε ἔμφυτο. Tὸ φύτευσε μέσα ...
-
Μια νέα υβριστική σελίδα για την Ορθοδοξία και τον Μοναχισμό εμφανίστηκε στο FACEBOOK ------ http://www.facebook.com/ GerontasMaipr...
-
Αναγέννηση του ανθρώπου – Αναγέννηση του Γένους! Η 25η Μαρτίου, αγαπητοί μου, από την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους...
-
Ὑπάρχει ἕνα ἱστολόγιο στὴν Πάτρα, μὲ τὴν ὀνομασία «Ἀναστάσιος». Ὁ ἰδιοκτήτης του δὲν κρύβει τὴν συμπάθειά του πρὸς τὸ Φανάρι. Παρὰ ...
-
Κάθε εκκλησιαστική περίοδο του όλου ενιαυτού της Χρηστότητος Κυρίου, είναι γεμάτη από ευλογίες. Ευλογίες ουράνιες, που καταυγάζουν και κα...
-
« Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...
-
αντιγραφή απο Ένας λαμπρός Κληρικός,ένας φίλος και αδελφός "έφυγε" αργά εχθές το βράδυ για το αιώνιο ταξίδι που οδηγ...
-
Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ Πρός τούς Παν/τους Ἱ...
-
Ὁ Ὅσιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητὴς συναθλητὴς τοῦ Ἁγίου Προκοπίου τοῦ Δεκαπολίτου «Δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν Προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα». ...