Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Μαΐου 22, 2011

Οι αυτόπτες μάρτυρες. (Κυριακή της Σαμαρείτιδος)

«Ος δ’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα »

Η Εκκλησία δεν καλεί τους ανθρώπους να δεχτούν απλώς με τη νόηση, ως «αρχή » ή «αξίωμα», ότι ο Χριστός ήταν τόσο άνθρωπος όσο και Θεός. Δε ζητάει «πίστη» με την έννοια της ατομικής νοητικής υποταγής σε ένα «υπερφυσι­κό» δεδομένο. Καταθέτει τη μαρτυρία της εμπειρίας των πρώτων «αυτοπτών μαρτύρων» της «Επιφανείας» του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, και καλεί τους ανθρώπους να μετάσχουν εμπειρικά σε έναν τρόπο υπάρξεως που επαληθεύει τη μαρτυρία των «αυτοπτών μαρτύρων».
Η Σαμαρείτιδα γυναίκα, που αναφέρεται στην  ευαγγελική περικοπή, είναι ακριβώς μια αυτόπτης μάρτυρας, που μέσα από την προσωπική της σχέση με τον Κύριο, μετά τη συνομιλία που είχαν, μαρτύρησε ελεύθερα στους ομοεθνείς της ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.

Η προσωπική ελευθερία
Το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας θεμελιώνεται σε αυτή την πρωταρχική αποκάλυψη: Ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός -δεν υπάρχει για τον Εαυτό Του, δε διεκδικεί υπαρκτική αυτονομία, η ύπαρξή Του είναι μαρτυρία και φανέρωση του προσώπου του Πατρός. Και αυτή η υπαρκτική μαρτυρία του προσώπου του Λόγου γίνεται προσιτή στην εκκλησιαστική εμπειρία χάρη στην παρέμβαση μιας τρίτης προσωπικής υποστάσεως; του Πνεύματος του Θεού, του Παρακλήτου. Το Πνεύμα ενεργεί τη μαρτυρία του Λόγου όχι ως απλή πληροφορία του Θεού Πατρός, αλλά ως ζωοποιό δυνατότητα, ανοιχτή σε κάθε προσωπική ύπαρξη που θα δεχτεί την υιοθεσία: θα δεχτεί να πραγματοποιήσει με τον Θεό τήν ίδια σχέση ζωής που έχει ο Γιός με τον Πατέρα.

Ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου
Έτσι το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας, το καινούργιο για την ανθρώπινη ιστορία άγγελμα που κομίζει, συνοψίζεται σε αυτή τη θεμελιώδη πρόταση-κλήση: Να υπάρξει και ο άνθρωπος με τον τρόπο του Θεού, τον τρόπο της ελευθερίας από κάθε αναγκαιότητα φθοράς και θανάτου, τον τρόπο της αγάπης, της αυθυπέρβασης. Να συσχηματιστεί με τον τρόπο υπάρξεως των θείων προσωπικών Υποστάσεων, να πάψει να αντλεί την ύπαρξη από τη φύση, τη βιολογική και ψυχολογική του ατομικότητα που είναι φθαρτή και θνητή, να μεταθέσει τη δυνατότητα της υπάρξεως στην ελευθερία της προσωπικής σχέσεως, στη ζωή ως άγαπητική κοινωνία.
Αυτή η πρόταση – κλήση δεν είναι μια ηθική απλώς προτροπή. Οι ηθικές προτροπές και οι αντίστοιχες ηθικές προσπάθειες δεν αρκούν για να μεταβάλουν τον τρόπο της υπάρξεως του θνητού ατόμου. Όσο κι αν αναπτύξει ο ατομικός άνθρωπος ένα τέλειο ήθος φιλαλληλίας και ανιδιοτέλειας, όσες αρετές κι αν αναπτύξει, δε θα πάψει να είναι θνητός – «την γαρ φύσιν εαυτού νικήσαι τινά των ουκ ενδεχομένων εστί».
Η Σαμαρείτιδα γυναίκα ομολογεί, κατά τον διάλογό της με τον Χριστό, την περιπλάνησή της κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, τη θνητότητα και την αστοχία της, γι’αυτό και αναθέτει την ελπίδα της υπάρξεως στην άπειρη αγάπη και το έλεος του Αγίου Τριαδικού Θεού οδηγώντας έτσι τη ζωή της στη θεογνωσία που την καθιστά ουσιαστικά ελεύθερη. Έτσι αναδεικνύεται, ως Αγία Φωτεινή, κήρυκας της Βασιλείας του Θεού, του Ζώντος ύδατος, μάρτυς και ισαπόστολος.

(Αγαθαγγέλου Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου»

Συζήτησις Ἰησοῦ καί Σαμαρείτιδος

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)


 



Ἰωάννου 4,1-42 Ἀρχαί Φεβρουαρίου 28 μ.Χ.


Oἱ Φαρισαῖοι ἐφθόνησαν τό ἒργον τοῦ Προδρόμου (Ματθ. 3,7). Τώρα φθονοῦν καί τό ἒργον τοῦ Ἰησοῦ. Τοῦτο φαίνεται ἐκ τοῦ ὃτι «ὡς οὖν ἒγνω ὁ Κύριος», ὃταν ἒμαθεν ὁ Κύριος «ὃτι ἢκουσαν οἱ Φαρισαῖοι, ὃτι ὁ Ἰησοῦς πλείονας μαθητάς ποιεῖ καί βαπτίζει ἢ Ἰωάννης» ὃτε ἢκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὃτι ὁ Χριστός προσελκύει περισσοτέρους μαθητάς ἀπό τόν Ἰωάννην τόν Πρόδρομον καί βαπτίζει (καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτός οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλά οἱ μαθηταί αὐτοῦ) (ἂν καί ὁ ἲδιος ὁ Ἰησοῦς δέν ἐβάπτιζεν ἀλλά οἱ μαθηταί Του) «ἀφῆκε τήν Ἰουδαίαν καί ἀπῆλθεν πάλιν εἰς τήν Γαλιλαίαν». Ὁ Κύριος δηλαδή πληροφορηθείς τόν φθόνον τῶν Φαρισαίων διά τό βάπτισμα τῶν μαθητῶν του μεταβαίνει ἐκ τῆς μεσημβρινῆς Ἰουδαίας ἐκ τῆς τοποθεσίας τῆς Αἰνών καί Σαλείμ εἰς Γαλιλαίαν. «Ἒδει δέ διέρχεσθαι Αὐτόν διά τῆς Σαμαρείας».

Ὁ Κύριος ἒπρεπε νά μεταβῇ εἰς τήν Γαλιλαίαν μέσω Σαμάρειας, διότι ἐν τῇ Σαμαρεία ἦτο ἐλαχίστη ἡ ἐπίδρασις τῶν Φαρισαίων, μετά τῶν ὁποίων ἀπέφευγε τάς συγκρούσεις, ἳνα δυνηθῇ νά τελειώσῃ τό ἒργον Του. Ἀναχωρήσας λοιπόν ὁ Κύριος ἐκ τῆς Αἰνών μετά πορείαν μιᾶς καί ἡμισείας ἡμέρας «ἒρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ» φθάνει δηλαδή πλησίον της πόλεως Συχάρ Σαμαρείας κειμένης εἰς τούς πρόποδας τοῦ ὂρους Γαριζείν. Ἡ δέ Συχάρ εὑρίσκετο «πλησίον τοῦ χωρίου» πλησίον τοῦ τόπου, «ὃ ἒδωκεν Ἰακώβ Ἰωσήφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ∙ ἦν δε ἐκεῖ πηγή τοῦ Ἰακώβ». Ἡ περιοχή αὓτη εἶχε δοθῆ εἰς τόν Ἰωσήφ ὑπό τοῦ πατρός τοῦ Ἰακώβ. Διά τοῦτο τό φρέαρ, τό ὁποῖον ἦτο ἐκεῖ, ὠνομάζετο φρέαρ τοῦ Ἰακώβ.

Φθάσας ἐκεῖ ὁ Κύριος «κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὓτως ἐπί τῇ πηγῇ» κατάκοπος ὁ Κύριος ἐκ τῆς ὁδοιπορίας δέν ζητεῖ κάθισμα ἢ προσκεφάλαιον. Κάθεται ἀφελῶς πλησίον τῆς πηγῆς. Κάθεται, ὂχι μόνον διότι ἦτο ἐξηντλημένος ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἀλλά διά νά δώσῃ τήν σωτηρίαν εἰς μίαν ἁμαρτωλόν ψυχήν καί εἰς ὁλόκληρον λαόν τῶν Σαμαρειτῶν. Κουρασμένος σωματικῶς ζητεῖ τήν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν, «ὣρα ἦν ὡσεί ἓκτη». Ἦτο περίπου μεσημέρι. «Ἒρχεται γυνή ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὓδωρ». Μία νέα γυναῖκα ἒρχεται διά νά πάρῃ νερό. Ἡ γυναῖκα αὐτή κατήγετο ἐκ τῆς Συχέμ διαφόρου τῆς Συχάρ ἀνηκούσης εἰς τήν ἐπαρχίαν Σαμαρείας.

Ὃταν λοιπόν ἦλθεν ἡ Σαμαρεῖτις, ὁ Ἰησοῦς ἐπιθυμῶν νά σώσῃ τήν ἁμαρτωλήν της ψυχήν ἀποκαλύπτει ὂχι ἀμέσως ἀλλά βαθμηδόν καί μεθοδικῶς, ὃτι Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας. Ἰδού δέ πῶς ἒγινεν ἡ ἀποκάλυψις αὓτη.

«Οἱ μαθηταί Του ἀπεληλύθεισαν εἰς τήν πόλιν ἳνα τροφάς ἀγοράσωσι». Οἱ 5-6 μαθηταί τοῦ Κυρίου εἶχον μεταβῆ - πλήν τοῦ Ἰωάννου πιθανώτατα τοῦ συγγραφέως τῆς διηγήσεως ταύτης παραμείναντος πλησίον του εἰς τήν πόλιν Συχάρ — ἳνα ἀγοράσωσι τρόφιμα. Ὁ Κύριος λαμβάνει ἀφορμήν ἀπό τήν δίψαν του καί τό ὓδωρ, τό ὁποῖον πρόκειται νά ἀντλήσῃ ἀπό τό πηγάδι ἡ Σαμαρεῖτις, ἀρχίζει δηλαδή ἐκ παρόντος τινός ἀναγκαιοτάτου και συγκεκριμένου στοιχείου διά τήν ζωήν μας ἐκ τοῦ ὓδατος, τήν διδασκαλίαν του. Και λέγει εἰς τήν Σαμαρείτιδα. «Δός μοι πιεῖν». Δός μου νά πίω. Ἡ γυναῖκα ὃμως ἀναγνωρίσασα τήν Ἰουδαϊκήν Του καταγωγήν ἐκ τῆς ἐνδυμασίας Του και τῆς ἰδιαιτέρας προφορᾶς Του, ἐρωτᾷ αὐτόν πῶς τολμᾷ νά ζητήσῃ ἀπό αὐτήν ὓδωρ, ἀφοῦ εἶναι Σαμαρεῖτις «πῶς σύ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὒσης γυναικός Σαμαρείτιδος» ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, συνεχίζει ἡ γυνή, ὃτι οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Σαμαρεῖται δέν εὑρίσκονται εἰς φιλικάς σχέσεις∙ «οὐ γάρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις». Εἶναι γνωστόν, ὃτι οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Σαμαρεῖται εὑρίσκοντο εἰς διάστασιν λόγῳ τῆς ἐπιμιξείας τῶν Σαμαρειτῶν μετ’ ἂλλων εἰδωλολατρῶν. Ἐπί τῆς ἐποχῆς ὃμως τοῦ Κ. Η. Ι. Χ. ἡ διάστασις αὓτη δέν ἦτο τόσον ὀξεῖα, διότι οἱ μαθηταί τοῦ Ἰησοῦ μετέβησαν εἰς τήν πόλιν, διά νά ἀγοράσουν τροφάς εἲτε ἐκ τῶν Σαμαρειτῶν εἲτε ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐγκατεστημένων ἐν τῆ πόλει ταύτη.

Ὁ Κύριος ἐδῶ σοφώτατα παρακάμπτει τό ἂγονον πεδίον συζητήσεως, εἰς τό ὁποῖον ἒτεινεν ἡ ἐρώτησις τῆς Σαμαρείτιδος λέγων πρός αὐτήν. «Εἲ ᾒδεις τήν δωρεάν τοῦ Θεοῦ, καί τίς ἐστίν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σύ ἂν ᾒτησας αὐτόν καί ἒδωκεν ἂν σοι ὓδωρ ζῶν». Ἐάν ἐγνώριζες ποίαν μεγάλην χάριν (δωρεάν) σοῦ ἒκαμεν ὁ Θεός καί ποιός εἶμαι ἐγώ, ὣστε νά σοῦ ζητῶ νερό, σύ θά ἐζήτεις ἀπό Ἐμέ καί Ἐγώ θά σοῦ ἒδιδον «ὓδωρ ζῶν». Ἐνταῦθα «ὓδωρ ζῶν» κατά λέξιν ἐννοεῖται το πηγαῖον τό τρεχούμενον ὓδωρ ἐν ἀντιθέσει πρός τό στάσιμον τῶν στερνῶν. Τό πρῶτον τό τρεχούμενον σπανιώτατον ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἦτο καί πολυτιμώτερον. Ὁ Κύριος ὃμως ἒδιδε μεταφορικήν ἒννοιαν εἰς τήν φράσιν «ὓδωρ ζῶν», τήν ὁποίαν θά ἲδω-μεν κατωτέρω καί τήν ὁποίαν δεν ἐννόησεν ἡ Σαμαρεῖτις. Αὓτη ὡς καί ὁ Νικόδημος παραμένουσιν ἐπί τοῦ αἰσθητοῦ πεδίου. Ἡ Σαμαρεῖτις ἐννοεῖ ὓδωρ ζῶν τό πηγαῖον ὓδωρ τοῦ ὁποίου τάς ἰδιότητας νομίζει, ὃτι ἒχει τό ὓδωρ τοῦ φρέατος τοῦ Ἰακώβ, διά τοῦτο ἐρωτᾷ τόν Ἰησοῦν «Κύριε οὒτε ἂντλημα ἒχεις καί τό φρέαρ ἐστί βαθύ∙ πόθεν οὖν ἒχεις τό ὓδωρ τό ζῶν; Πῶς θά μπορέσῃς νά δώσῃς τοιοῦτον ὓδωρ, ἀφοῦ τό φρέαρ εἶναι βαθύ καί στερεῖσαι μέσου; Παρ’ ὃλην ὃμως τήν ἐκ πατριωτικοῦ ἐγωισμοῦ ἀπόδοσιν ὑπ’ αὐτῆς εἰς τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ ἰδιοτήτων τοῦ ρέοντος ὓδατος, μένει κάποιο κενόν εἰς τήν ψυχήν της, ὃτι ὁ Ἰησοῦς διά τῆς φράσεως «ὓδωρ ζῶν» ἐννοεῖ κάτι τι, τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Διά τοῦτο συνεχίζουσα ὑποβάλλει ἐρώτησιν καί λέγει πρός τόν Ἰησοῦν. «Μή σύ εἶ μείζων τοῦ πατρός ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἒδωκεν ἡμῖν τό φρέαρ, καί αὐτός ἐξ αὐτοῦ ἒπιε, καί οἱ υἱοί αὐτοῦ καί τά θρέμματα αὐτοῦ; » Μήπως εἶσαι μεγαλύτερος Σύ τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος ἒπιεν ἀπό τό ὓδωρ τοῦτο αὐτός, οἱ υἱοί του καί τά πρόβατά του, ἀφοῦ δύνασαι νά δώσῃς νερό, τό ὁποῖον αὐτός δέν ἒδωκεν; Αἱ δύο αὐταί ἐρωτήσεις τῆς Σαμαρείτιδος εἰσάγονται διά τοῦ «Κύριε» καί οὓτω ἡ πρώτη ἀδιαφορία τῆς γυναικός καί τό ἐθνικόν της μῖσος ὑποχωροῦν ἐμπρός εἰς τό συναίσθημα τοῦ σεβασμοῦ της πρός τόν Κύριον.

Ὁ Κύριος ἀντιληφθείς τόν σεβασμόν τῆς γυναικός πρός Ἑαυτόν ἀρχίζει νά ἀφαιρῇ τό ἀλληγορικόν περικάλυμμα τοῦ λόγου Του δεικνύων τάς ἰδιότητας τοῦ ὓδατος τοῦ ζώντος ἐν συγκρίσει πρός τάς ἰδιότητας τοῦ ὓδατος τοῦ Ἰακώβ, ὣστε ἡ ὑπεροχή Αὐτοῦ ἒναντι τοῦ Ἰακώβ νά ἒλθῃ ὡς λογικόν ἐπακολούθημα. Λέγει λοιπόν εἰς αὐτήν ὁ Κύριος. «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὓδατος τούτου διψήσει πάλιν∙ ὃς δ’ ἃν πίῃ ἐκ τοῦ ὓδατος, οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσῃ εἰς τόν αἰῶνα∙ ἀλλά τό ὓδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγή ὓδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον». Ὃστις πίει ἐκ τοῦ ὓδατος τούτου τοῦ φρέατος θά διψήσῃ, πάλιν. Μάρτυς τῶν λόγων Μου εἶσαι σύ μέ τήν ὑδρίαν σου. Ὃποιος ὃμως πίει ἐκ τοῦ ὓδατος, τό ὁποῖον θά τοῦ δώσω ἐγώ, δέν θα ξαναδιψήσῃ ποτέ. Ὂχι μόνον τοῦτο. Ἀλλά τό ὓδωρ τό ὁποῖον θά πίῃ ἐξ ἐμοῦ, θά γίνῃ πηγή, ἣτις θά τείνῃ εἰς ζωήν αἰώνιον, εἰς τούς οὐρανούς, ὃθεν ἐξεπήγασεν, ὃπως καί τά νερά ὃλων τῶν πηγῶν τείνουν νά ἀνέλθουν, κατά τόν νόμον τῶν συγκοινωνούντων δοχείων, εἰς τό ὓψος, ὃθεν αἱ πηγαί των. Ὣστε ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς ἀναβλυζούσης καί ἀστειρεύτου ἐξωτερικῆς πηγῆς ἐρχόμεθα εἰς τήν ἐσωτερικήν πηγήν ἁλλομένην τήν ἀναβλύζουσαν εἰς ζωήν αἰώνιον διά τῆς χάριτος.

Ἡ Σαμαρεῖτις μένουσα ἀκόμη ἐπί τοῦ φυσικοῦ πεδίου - τί φυσικότης διηγήσεως! - ὡς καί ὁ Νικόδημος ζητεῖ νερό ἀπό τόν Ἰησοῦν, αὐτό τό ὁποῖον περιέχει τάς ἰδιότητας αὐτάς διά νά μή ἒρχεται καί ἀντλῇ καί «λέγει πρός Αὐτόν ἡ γυνή∙ Κύριε δός μοι τοῦτο τό ὓδωρ ἳνα μή διψῶ μηδέ ἒρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν». Κύριε δός μου τό ὓδωρ αὐτό τό ζῶν τό τρεχούμενον διά νά μή ἒρχομαι ἐδῶ νά παίρνω ἀπό τό ὓδωρ τοῦτο. Ὁ Κύριος τώρα προκειμένου να δώσῃ εἰς αὐτήν τό ζητηθέν ὓδωρ ἢτοι προκειμένου νά ἀποκαλυφθῇ εἰς αὐτήν ὡς Μεσσίας, διά ἐρωτήσεως Του παρακινεῖ αὐτήν εἰς συναίσθησιν καί μετάνοιαν τῆς ἁμαρτωλῆς της ζωῆς, ἳνα καταστῇ ἀξία τῆς τοιαύτης δωρεᾶς. «Ὓπαγε φώνησον τόν ἂνδρα σου και ἐλθέ ἐνθάδε». Λέγει δηλαδή εἰς αὐτήν νά φωνάξῃ τόν ἂνδρα της καί νά ὑπάγῃ μετ’ αὐτοῦ ἐκεῖ. Ἐκείνη ἀπήντησεν «οὐκ ἒχω ἂνδρα» δέν ἒχω ἂνδρα. Ὁ Κύριος ὃμως γνωρίζων τήν ζωήν της ὡς Θεός λέγει εἰς αὐτήν «καλῶς εἲπας, ὃτι ἂνδρα οὐκ ἒχω∙ πέντε γαρ ἂνδρας ἒσχες∙ και νῦν ὃν ἒχεις, οὐκ ἐστι σου ἀνήρ∙ τοῦτο ἀληθές εἲρηκας». Ὃτι πέντε ─ἂνδρας ἒσχες καί (ἀποθανόντων αὐτῶν ἢ διαζευχθέντων) ἐκεῖνον τόν ὁποῖον ἒχεις τώρα, δέν εἶναι ἂνδρας ἰδικός σου, ὁμιλεῖς ὀρθῶς. Καλά εἶπες, λέγει ο Κύριος.

Ὁ Κύριος προηγουμένως ἀπηυθύνετο εἰς τόν νοῦν της. Διά τῆς ἀπαντήσεως ὃμως ταύτης δίδων τό τελειωτικόν κτύπημα ἀπευθύνεται εἰς τήν συνείδησίν της. Ἡ Σαμαρεῖτις πιστεύουσα, ὃτι ὁ ἀποκαλύψας τήν συνείδησίν της δέν εἶναι εἷς τυχαῖος ἁπλοῦς «Κύριος», ὃπως τόν ὠνόμαζε μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀλλά προφήτης λέγει∙ «Κύριε θεωρῶ, ὃτι προφήτης εἶ σύ» καί ἐρωτᾷ Αὐτόν περί ζητήματος θρησκευτικοῦ τοῦ χωρίζοντος τούς Ἰουδαίους καί Σαμαρείτας. Ἡ δέ ἐρώτησίς της προερχομένη ἐκ σοβαρότητος και οὐχί διά νά ἀποφύγῃ τήν δυσάρεστον συζήτησιν διά τήν ἂσεμνον ζωήν της, ὡς ἐνόμισάν τινες, εἶναι ἡ ἑξῆς. «Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὂρει τοῦτο) (τῷ Γαριζείν καί δεικνύει) «προσεκύνησαν καί ὑμεῖς» (οἱ Ἰουδαῖοι) λέγετε ὃτι ἐν Ἱερουσαλήμ ἐστίν ὁ τόπος, ὃπου δεῖ προσκυνεῖν». Λέγετε ὃτι ἐν Ἱερουσαλήμ πρέπει νά λατρεύωμεν τόν Θεόν. Σεῖς ποίαν γνώμην ἒχετε ἐπ’ αὐτοῦ; ἐρωτᾷ ἡ Σαμαρεῖτις. Ὁ Κύριος ἐδῶ δέν παρακάμπτει τήν συζήτησιν, ὃπως ἒκαμεν ἀνωτέρω δίς, ἀλλά ἀπαντᾷ εἰς τήν Σαμαρείτιδα λέγων. «ΙΙίστευσον μοι γύναι, ὃτι ἒρχεται ὣρα, ὃτε οὒτε (μόνον) ἐν τῷ ὂρει τούτω οὒτε ἐν Ἱερουσαλήμοις προσκυνήσετε τῷ Πατρί».

Ὁ Κύριος δηλαδή λέγει εἰς τήν Σαμαρείτιδα: Ἡ προσκύνησις, ἢτοι ἡ θυσία - ὂχι ἡ προσευχή, διότι ἡ προσευχή ἐγένετο καί τότε ὂχι μόνον ἐν Ἱερουσαλήμ ἀλλά καί ἐν ταῖς Συναγωγαῖς - θά γίνεται πανταχοῦ καταργουμένων τῶν φραγμῶν τῆς γλώσσης, τῆς ἐθνικότητος κ.λ.π. κατά τήν προφητείαν τοῦ Μαλαχίου (1,11). Ὁ Κύριος δηλαδή ἦλθεν, ὂχι ἳνα καταργήσῃ ἀλλά νά συμπληρώσῃ τόν Νόμον διά τῆς θυσίας του. «Ὑμεῖς προσκυνεῖτε, ὃ οὐκ οἲδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν, ὃ οἲδαμεν, ὃτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν». Οἱ Ἰουδαῖοι εὑρίσκονται ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ συγκρινόμενοι πρός τούς Σαμαρείτας, διότι προσέφερον θυσίας ἐν τῷ τόπω, τῷ Ναῷ τῶν Ἱεροσολύμων καί κατά τρόπον ὁρισθέντα ύπό τοῦ Θεοῦ ἐνῷ οἱ Σαμαρεῖται οὐχί. «Ἀλλ’ ἒρχεται ὣρα και νῦν ἐστί, ὃτε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τῷ Πατρί ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Ἡ Ἰουδαϊκή θρησκεία και θυσία, ἂν καί ἀνωτέρα τῆς Σαμαρειτικῆς, ἐν τούτοις εἶναι παροδικαί σκιαί συμ-πληρούμεναι ὑπό τοῦ σώματος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Διά τοῦ «ἒρχεται ἡ ὣρα» δηλοῖ ὃτι τό ἒργον Αὐτοῦ δέν ἐτελείωσε. Διά τοῦ «και νῦν ἐστί» ὃτι τό ἒργο του ἢρχισε συμπηχθείσης τῆς ὁμάδος τῶν μαθητῶν, τοῦ πυρήνος τούτου τῶν ἀληθινῶν προσκυνητῶν. Ἡ θυσία αὓτη θά προσφέρεται ὑπό τῶν χριστιανῶν τῶν ἀληθινῶν προσκυνητῶν «ἐν Πνεύματι» ἢτοι ἐσωτερικῶς ἂρα παντοῦ καί ὂχι μόνον ἐν Ἱερουσαλήμ ἢ Γαριζίν, «ἐν ἀληθείᾳ» ἢτοι ὂχι διά τύπων καί θυσιῶν νομικῶν ἀλλά διά τῆς πραγματικῆς θυσίας τοῦ Ἀμνοῦ.

Ὁ Κύριος θέτων τήν σφραγίδα τῶν ἀνωτέρω λέγει: «καί γάρ ὁ Πατήρ τοιούτους ζητεῖ τούς προσκυνοῦντας Αὐτόν». Τοιούτους προσκυνητάς ζητεῖ καί ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ Θεός. «Πνεῦμα ὁ Θεός καί τούς προσκυνοῦντας Αὐτόν ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Πνεῦμα εἶναι ὁ ἲδιος ὁ Θεός καί διά τοῦτο θέλει ὃπως οἱ προσκυνηταί του λατρεύουν Αὐτόν ὂχι μόνον ἐξωτερικῶς ἀλλά καί ἐσωτερικῶς, ἀλλά καί ἀληθῶς μέ θρησκείαν ἀληθῆ. Διά τούτων τῶν λέξεων δέν καταργεῖται ἡ ἐξωτερική λατρεία λαμβανομένης ὑπ’ ὂψιν τῆς συστάσεως ἐκ σώματος καί ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τῆς κοινωνικότητος αὐτοῦ καί ἑπομένως ἒχοντος ἀνάγκην τῆς ἐξωτερικῆς καί ὁμαδικῆς ἐκδηλώσεως τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου. Ἡ σωτηρία ἡ ὑποσχεθεῖσα θά ἒλθῃ ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὡς καταγομένου τοῦ Ἰησοῦ κατά σάρκα ἐκ τῶν Ἰουδαίων.

Ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούσασα τούς λόγους τούτους τοῦ Κυρίου καί μή δυνηθεῖσα νά ἐννοήσῃ πολλά πράγματα ἐξ αὐτῶν εἶπεν εἰς τόν Κύριον, ὃτι καί ἂλλα σχετικά θά μᾶς διδάξῃ, ὃταν ἒλθῃ ὁ Μεσσίας. «Οἷδα ὃτι Μεσσίας ἒρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός». Γνωρίζω ὃτι θά ἒλθῃ ὁ Μεσσίας ὁ λεγόμενος ἑλληνιστί Χριστός, «ὃταν ἒλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα». Ὃταν ἒλθῃ Αὐτός, θά μᾶς τά εἲπῃ ὃλα αὐτά τά πράγματα. Ὁ Κύριος τότε ἀπήντησεν εἰς αὐτήν∙ «Ἐγώ εἰμί ὁ λαλῶν σοι». Ὁ Κύριος φανερώνεται πρώτην φοράν ὡς Μεσσίας εἰς τήν Σαμαρείτιδα και ὂχι εἰς τούς Ἰουδαίους, διότι οἱ ’Ιουδαῖοι ἒχοντες ψευδεῖς Μεσσιακάς ἰδέας θά ἀνεσείοντο μέ τό ἂκουσμα τοῦ Μεσσίου καί θά ἠμπόδιζον τό ἒργον Του. Τοιοῦτος ὃμως κίνδυνος ἐν τῇ Σαμαρείᾳ δέν ὑπῆρχεν.

Οἱ μαθηταί τοῦ Ἰησοῦ οἱ ὁποῖοι εἶχον μεταβῇ εἰς τήν πόλιν διά νά ἀγοράσωσι τροφάς, «ἐπί τούτῳ ἦλθον» ἐπέστρεψαν δηλαδή τήν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ Κύριος ἀπεκαλύπτετο ὡς Μεσσίας εἰς τήν Σαμαρείτιδα καί «ἐθαύμασαν, ὃτι μετά γυναικός ἐλάλει» ἠπόρησαν, διότι ὁ Κύριος ὡμίλει μετά γυναικός, ἀφοῦ κατά τήν Ραββινικήν ἐντολήν οὒτε ἁπλοῦς χαιρετισμός ἐπετρέπετο εἰς τάς γυναῖκας δημοσίᾳ. Ἐκτός αὐτοῦ, φαίνεται, ὃτι ὁ Κύριος πρώτην φοράν θά συνεζήτησε μετά γυναικός ἀπό τῆς ἐνάρξεως τοῦ δημοσίου βίου Του. «Οὐδείς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς». Δέν ἐτόλμησαν ὃμως νά ἐκφράσωσι τήν ἀπορίαν των πρός Αὐτόν.

Ἡ Σαμαρεῖτις ἐπηρεασμένη ἀπό τήν συζήτησιν, ὃταν ἒφυγε διά τήν πόλιν της, «ἀφῆκεν τήν ὑδρίαν αὐτῆς» λησμονεῖ τήν ὑδρίαν της πλησίον τῆς πηγῆς. Ἐλθοῦσα δέ εἰς τήν πόλιν Συχέμ «λέγει τοῖς ἀνθρώποις», ἒλεγεν εἰς τούς ἀνθρώπους, τούς ὁποίους συνήντα. «Δεῦτε ἲδετε ἂνθρωπον, ὂς εἶπέ μοι πάντα, ὃσα ἐποίησα∙ μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Ἐλᾶτε νά ἲδετε ἂνθρωπον, ὃστις εἶπεν εἰς ἐμέ πάντα, ὃσα ἐποίησα μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός; Δεν εἶπεν ἐλᾶτε νά ἲδητε τόν Μεσσίαν, ἀλλά ἂνθρωπον, ὃς εἶπέ μοι πάντα. Αὐτό πού εἶπεν, ὃτι «εἶπεν αὐτῇ πάντα», ἠδύνατο νά τό βεβαίωσῃ καί νά φανῇ ἀξιόπιστος. Διά τό δεύτερον ὃμως, ὃτι εἶναι ὁ Χριστός δέν θά ἦτο ἀξιόπιστος. Διά τοῦτο συνεχίζουσα μετά προνοητικότητος θαυμαστῆς - καί οὐχί ἀμφιβάλλουσα - λέγει∙ «μήτι οὗτος ἐστιν ὁ Χριστός;» Μήπως Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;

Οἱ συγχωριανοί της «ἐξήρχοντο ἐκ τῆς πόλεως καί ἢρχοντο πρός τόν Ἰησοῦν. Ἐν τῷ μεταξύ οἱ μαθηταί ἠρώτων» παρεκάλουν «Αὐτόν λέγοντες∙ Ραββί φάγε». Ἒλεγον εἰς τόν Ἰησοῦν νά φάγῃ ἐκ τῶν τροφῶν, τάς ὁποίας ἠγόρασαν. Ὁ Ἰησοῦς ὃμως ἒχων ὑπ’ ὂψιν Του τήν πνευματικήν τροφήν, τήν ἐπιστροφήν πολλῶν ψυχῶν, ἒλεγεν εἰς τούς μαθητάς Του, ὃτι «ἐγώ βρῶσιν ἒχω φαγεῖν» ἐγώ πρόκειται νά φάγω φαγητόν, «ἣν ὑμεῖς οὐκ οἲδατε», τό ὁποῖον σεῖς δέν γνωρίζετε. Οἱ μαθηταί μή νοήσαντες τό νόημα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «ἒλεγον πρός ἀλλήλους», διηρωτῶντο «μή τίς ἢνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν», μήπως ἒφερεν ἂλλος τις εἰς Αὐτόν φαγητόν καί ἒφαγεν; Ὁ Ἰησοῦς ἐξηγῶν τό εἶδος τοῦ φαγητοῦ, περί τοῦ ὁποίου ὡμίλει, «λέγει αὐτοῖς∙ ἐμόν βρῶμα ἐστίν, ἳνα ποιῶ τό θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αὐτοῦ τό ἒργον». Τό ἰδικόν Μου φαγητόν ἡ ἐπιθυμία Μου εἶναι νά φέρω εἰς πέρας, νά τελειώσω τό ἒργον τοῦ πατρός Μου.

Συνεχίζων ὁ Κύριος τόν λόγον Του και θέλων νά δείξῃ εἰς τούς μαθητάς Του τούς πλουσίους και συντόμους καρπούς τοῦ ἒργου Του καί τήν μεγάλην ἀνταμοιβήν τῶν συνεργατῶν Του τῶν μαθητῶν, λέγει πρός αὐτούς. «Οὐχ ὑμεῖς λέγετε, ὃτι ἒτι τετράμηνον ἐστί καί ὁ θερισμός ἒρχεται; ». Διά νά γίνῃ δηλαδή ὁ θερισμός χρειάζεται νά διέλθουν ἀπό σήμερα 4 μῆνες ἃρα τότε ἦτο μέσα Ἰανουαρίου - ἢτοι πρέπει νά παρεμβληθῇ ἓνα χρονικόν διάστημα ἀρκετά σεβαστόν. Διά νά θερίσετε ὃμως πνευματικούς καρπούς, ἐπιστροφήν ψυχῶν, δέν χρειάζεσθε παρά νά σηκώσητε τά μάτια σας καί νά ἲδητε τήν ὡριμότητα τοῦ πνευματικοῦ χωραφιοῦ: «ἐπάρατε τούς ὀφθαλμούς ὑμῶν καί θεάσασθε τάς χώρας, ὃτι λευκαί εἰσί πρός θερισμόν». Οἱ στάχυες ὃταν ὡριμάσουν ἀσπρίζουν καί τά χωράφια φαίνονται λευκά.

Συνεχίζων ἀκόμη ὁ Κύριος καί ἐπεξηγῶν λέγει, ὃτι ὁ προκείμενος θερισμός διαφέρει τοῦ ἂλλου τοῦ ὑλικοῦ 1) διότι «ὁ θερίζων μισθόν λαμβάνει καί συνάγει καρπόν εἰς ζωήν αἰώνιον». Ὁ θερίζων δηλ. ὑλικῶς συναθροίζει καρπούς εἰς ἀποθήκας προσκαίρους, ὁ δέ θερίζων πνευματικῶς εἰς αἰωνίους ἀποθήκας 2) κατά τόν ὑλικόν θερισμόν εἶναι δυνατόν νά σπείρῃ ἓνας μέ δάκρυα καί ἀγωνίας, διότι δέν γνωρίζει ποία θά εἶναι ἡ ἀνταμοιβή τῶν κόπων του. Ἐδῶ ὃμως «ὁ σπείρων και ὁ θερίζων ὁμοῦ χαίρει» ἀμείβονται καί χαίρονται ὁμοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἒσπειραν καί οἱ ἂλλοι οἱ ὁποῖοι ἐθέρισαν τά σπαρτά ἂλλων. Διά νά μή καυχηθοῦν ὃμως ἐκ τῶν ἐπιτυχιῶν τοῦ κηρύγματος οἱ μαθηταί, λέγει εἰς αυτούς, ὃτι θερίζουν αὐτοί, ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἂλλοι - Ἰωάννης, Ἰησοῦς, Προφῆται - ἒσπειρον. «Ἐν γάρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστίν ὁ ἀληθινός, ὃτι ἂλλος ἐστίν ὁ σπείρων, καί ἂλλος ὁ θερίζων». Εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν ὁ λόγος εἶναι ἀληθής: Ἂλλος ἒσπειρε καί ἂλλος ἐθέρισε. «Ἐγώ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν, ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε»∙ Ἐγώ σᾶς ἀποστέλλω νά θερίσητε ἐκεῖνο διά τό ὁποῖον δέν ἐκοπιάσατε νά σπείρητε - «ἂλλοι κεκοπιάκασι, καί ὑμεῖς εἰς τόν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε»∙ ἂλλοι πρό ὑμῶν Χριστός, Προφῆται ἒσπειραν καί σεῖς θά θερίσητε.

Εἰς τόν λόγον αὐτόν ἦλθον καί οἱ ὑπό τῆς Σαμαρείτιδος εἰδοποιηθέντες καί ἢκουσαν τόν λόγον τοῦ Κυρίου. Οὗτοι «ἠρώτησαν αὐτόν μεῖναι πάρ’ αὐτοῖς» παρεκάλεσαν Αὐτόν νά μείνῃ πλησίον των. «Καί ἒμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας» εἰς τό μέρος ἐκεῖνο ἒμεινεν ὁ Κύριος δύο ἡμέρας. «Ἐκ δέ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοί ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν τῶν Σαμαρειτῶν διαλόγον τῆς γυναικός μαρτυρούσης, ὃτι εἶπέ μοι πάντα ὃσα ἐποίησα». Ἐκ τῶν Σαμαρειτῶν πολλοί πίστευσαν δια ἐκεῖνα, πού τούς εἶπεν ἡ Σαμαρεῖτις, ὃτι τῆς εἶπε ὃλα ὃσα ἒκαμε. «Πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διά τόν λόγον αὐτοῦ. Τῇ τε γυναικί ἒλεγον, ὃτι οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν∙ αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἲδαμεν, ὃτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου». Πολλοί ὃμως περισσότεροι ἐπίστευσαν ἀπό τόν λόγον τοῦ Ἰησοῦ καί εἰς τήν γυναῖκα ἒλεγον, ὃτι δέν πιστεύομεν τώρα, ὃπως πρίν πού μᾶς εἶπες, ὃτι σοῦ ἀπεκάλυψε τήν συνείδησίν σου ἀλλά διά τόν λόγον Του, τό κήρυγμα σου. Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ἑπομένως καί ἡμῶν καί ὂχι μόνον τῶν Ἰουδαίων. Οἱ Σαμαρεῖται πιστεύουν ἂνευ θαυμάτων, μόνον διά τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου. Οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦν θαύματα ! Ὁποία διαφορά !

Ἐκ τῆς διηγήσεως ταύτης ἒχομεν δύο θέματα 1) τόν Ἰησοῦν ὡς διδάσκαλον και 2) τήν Σαμαρείτιδα ὡς μαθήτριαν. Πῶς δηλαδή ἒκαμε τό μαθημά Του ὁ Χριστός καί ποῖα μαθήματα ἒλαβε αὓτη ἐκ τοῦ Χριστοῦ.


Θέμα α) Ὁ Κύριος ὡς διδάσκαλος

Γίνονται συνέδρια παιδαγωγικά, γράφονται βιβλία παιδαγωγικά κατάλληλα καί πολύγλωσσα. Δίδονται ὁδηγίαι πρός μαθητευομένους σοφαί καί πολλαί. Ποῖος ὑποπτεύεται ὃτι ἡ διήγησις τῆς Σαμαρείτιδος θά ἒχῃ παιδαγωγικόν μάθημα σπουδαῖον δια διδάσκοντας; Ἂς ἲδωμεν.

Ὁ Ἰ η σο ῦ ς εἶναι ὁ μεγαλύτερος διδάσκαλος τῶν αἰώνων. Πῶς κάμνει τό μάθημα Του εἰς τήν Σαμαρείτιδα; Ἰδού. Αἲθουσα διδασκαλίας δέν εἶναι ὁ κλειστός χῶρος ἀλλά τό ὓπαιθρον ! Ὡς ἓδρα τῆς διδασκαλίας ἡ ἁπλότης τοῦ καθίσματος ἐμφαινομένη διά τοῦ «ὁ δέ Ἰησοῦς ἐκαθέζετο οὓτως ἐπί τῇ πηγῇ» ἐκάθησεν ὡς ἒτυχεν, ἁπλῶς. Τά ζῶα, τα παιδιά και οι ἁπλοῖ ἂνθρωποι ἐξ ἐνστίκτου ἑλκύονται ὑπό τῶν ἀγαπώντων αὐτούς. Ἡ ἁπλή γυναῖκα τοῦ χωρίου εἱλκύσθη ὑπό τοῦ ἀγαπῶντος Ἰησοῦ τούς ἁπλούς ἀνθρώπους. Ὡς μορφή διδασκαλίας χρησιμοποιεῖται ὁ διάλογος καί ὂχι ὁ μονόλογος, τό μάθημα καί ὂχι τό κήρυγμα ἢ κάλλιον εἰπεῖν κήρυγμα ὑπό μορφήν μαθήματος, ὃπως οἱ διάλογοι τοῦ Πλάτωνος. «Ἡ δέ μέθοδος; Ἀρχίζει ἀπό τό νερό καί τήν δίψαν. Τό νερό τό ὁποῖον εἶχεν ἡ μαθητευόμενη, τήν δίψαν, την ὁποίαν ᾐσθάνετο ὁ ἲδιος. Ὑπάρχει ὑλικώτερον καί αἰσθητότερον καί ἑπομένως περισσότερον συγκεκριμένον πρᾶγμα ἀπό τό νερό καί τήν δίψαν; Ὂχι. Θαυμασία λοιπόν ἀρχή διδασκαλίας !

Θέλων λοιπόν ὁ Κύριος νά διδάξῃ πρᾶγμα ἀφῃρημένον, ὃτι Αὐτός δηλαδή εἶναι ὁ Μεσσίας, ἀρχίζει ἀπό τό συγκεκριμένον. Ἐκ τοῦ γνωστοῦ λοιπόν προχωρεῖ εἰς τό ἂγνωστον, ἐκ τοῦ συγκεκριμένου εἰς τό ἀφηρημένον, ἐκ τῆς γῆς εἰς τόν Οὐρανόν. Ὑπάρχει ψυχολογικώτερος τρόπος διδασκαλίας; Ὂχι. Ἀλλά καί ἡ πορεία τοῦ μαθήματος εἶναι βαθμιαία. Πρῶτον εἰς τήν λέξιν ὓδωρ θέτει τήν λέξιν ζῶν, κατά λέξιν μέν, ἳνα νοήσῃ τά ἐκ τῶν ἀρτεσιανῶν φρεάτων ἢ πηδάκων ἀναπηδῶντα, ἁλλόμενα εἰς ὓψος ὓδατα, κατά βάθος δέ, διά τοῦ «εἰς ζωήν αἰώνιον» ἳνα ὑπανοίξῃ εἰς αὐτήν ὁρίζοντας εὐρύτερους. Κάθε νέος λόγος τοῦ Κυρίου πρός τήν Σαμαρείτιδα εἶναι προσθήκη νέας ὂψεως τοῦ αὐτοῦ θέματος, νέα ἀνάπτυξις τοῦ προηγουμένου. Δέν ἐπαναλαμβάνει τά αὐτά παρά μόνον ὃταν παραθέτῃ νέον τι. Ὑπάρχει παιδαγωγικώτερος τρόπος τούτου; Ὂχι! Ὃταν ἡ Σαμαρεῖτις περιαυτολογοῦσα ἐθνικῶς λέγει τήν καταγωγήν τοῦ φρέατος καί πρόκειται νά ἐξέλθῃ τοῦ θέματος, ὁ Κύριος δέν φεύγει τῆς κυρίας γραμμῆς, γίνεται δεσπότης τῶν ἀδεσπότων ἰδεῶν, τῶν παρασίτων εἰς τήν συνομιλίαν ταύτην καί εἰδικεύεται εἰς τήν ἒννοιαν τῆς δωρεᾶς. Ἀφοῦ διηγέρθη τό ἐνδιαφέρον τῆς γυναικός καί ἀντί αὓτη νά δώσῃ, ζητεῖ νά λάβῃ ὓδωρ, ὁ Κύριος κτυπᾶ τήν καρδίαν, τόν βίον της. Τῆς ξεσκεπάζει τόν ἑαυτόν της εἰς τά μάτια της. Μετά ταῦτα ζητεῖ ἡ ἰδία νά διαφωτισθῇ, «Κύριε» λέγουσα. Πόση εὐγένεια ἐν ἀντιθέσει προς τό προηγούμενον «πῶς σύ Ἰουδαῖος ὢν ζητεῖς ὓδωρ παρ’ ἐμοῦ;» ! Ὃταν ἡ Σαμαρεῖτις εἶπεν, ὃτι ἀναμένει τόν Μεσσίαν, τότε ὁ Κύριος ἀπαντᾷ. Ἐγώ εἶμαι. Προσφέρεται εἰς αὐτήν, ὃταν ἡ ψυχή της ἐξέφρασε τήν λαχτάραν τοῦ Μεσσίου. Ἀφῆκε τήν ὑδρίαν της λησμονήσασα αὐτήν εἰς τήν πηγήν καί σάν νά πῆραν τά φορέματα της φωτιά, τρέχει εἰς τήν πόλιν. Τό μάθημα ἐτελείωσεν: Ἒμαθεν, ὃτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Μεσσίας ! Ἑπομένως βούλησις, καρδία και νοῦς ἐθίγησαν σοφώτατα, παιδαγωγικώτατα !

Ἡ μ ε ῖ ς; Εἲμεθα διδάσκαλοι καί διδασκόμενοι. Εἲμεθα καθηγηταί ἢ καθηγήτριαι, κατηχηταί ἢ κατηχήτριαι, διδάσκαλοι ἢ διδασκάλισσαι, γονεῖς ἢτοι διδάσκαλοι κατ’ οἶκον. Πῶς πρέπει νά κάμωμεν τό μάθημά μας; Ὃπως καί ὁ Κύριος ! Ἢτοι: Ἁπλοῦς πρέπει νά εἶναι ὁ τρόπος μας, ἀγάπη νά ἒχῃ ἡ καρδία μας, ἳνα δυνηθῶμεν νά ἑλκύσωμεν τά παιδιά. Ὁ Κύριος μένει ἀκίνητος καί διδάσκει κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας. Ὁ διδάσκαλος πρέπει νά ἀποφεύγῃ τάς πολλάς κινήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ διδασκαλίας σύρτα -φέρτα, τάς ὁποίας τινές διδάσκαλοι κάμνουσιν ὡς λέοντες ὠρυόμενοι. Πάντοτε ὁ διδάσκαλος πρέπει νά ἀρχίζῃ ἀπό συγκεκριμένα πράγματα καί νά κάμνῃ τό μάθημά του εἲτε διδάσκαλος εἶναι ἐν σχολείῳ εἲτε κατηχητής ἐν τῷ ναῷ εἲτε μήτηρ κατ’ οἶκον. Τό μάθημα του ὃσον τό δυνατόν θά εἶναι συνομιλία, συζήτησις, μάθημα ὂχι κήρυγμα. Ὃσα ὀλιγώτερα λέγει ὁ διδάσκαλος, τόσον καλύτερος διδάσκαλος εἶναι.

Κατά τήν διεξαγωγήν τοῦ μαθήματος εἰς τό μυαλό τοῦ διδασκάλου καί. εἰς τήν γλῶσσαν τῶν διδασκομένων θά ἒρχωνται σκέψεις παρεκλίνουσαι τῆς κυρίας γραμμῆς. Ὁ διδάσκαλος πρέπει νά γίνεται δεσπότης τῶν ἀδέσποτων αὐτῶν ἰδεῶν ἐντάσσων εἰς τήν ὁμιλίαν μόνον τάς καταλλήλους σκέψεις. Θά φροντίζῃ ν’ ἀπευθύνεται ὂχι μόνον εἰς τόν νοῦν, ἀλλά καί εἰς τήν καρδίαν. Ὂχι μόνον εἰς τήν καρδίαν ἀλλά καί εἰς τόν νοῦν. Ὂχι μόνον νά δίδῃ γνώσεις ἀλλά καί νά βάνῃ γνώση, ὃπως κοινῶς λέγομεν. Σκοπός δέ πρέπει νά εἶναι γενικῶς μέν ἡ Ἀλήθεια, εἰδικῶς δέ ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ μόνη Ἀλήθεια. Οὐδένα πρέπει νά ἀποκλείωμεν τῆς διδασκαλίας τῆς Ἀληθείας, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν ἀπέκλεισε τήν Σαμαρείτιδα, πού ἦτο Σαμαρεῖτις, γυνή κακῆς διαγωγῆς.


Θ έ μ α: β) Αὐτογνωσία - Ζῆλος – Σύνεσις

Α' Ἡ Σαμαρεῖτις – Αὓτη εἶχε τρία πράγματα: Αὐτογνωσίαν, ζῆλον, σύνεσιν.

Αὐτογνωσία. Ἡ Σαμαρεῖτις πρίν γνωρίσῃ τόν Χριστόν ἡγνόει τόν ἑαυτό της, διότι «ἂνδρα οὐκ ἒχω» ἀπαντᾷ εἰς τόν Κύριον. Ὃταν ὃμως ὁ Κύριος ἀποκαλύπτῃ τήν ρυπαρό-τητα τοῦ βίου της δια τοῦ «πέντε γάρ ἂνδρας ἒσχες καί νῦν ὃν ἒχεις οὐκ ἒστι σου ἀνήρ», τότε ἒρχεται εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ ἑαυτοῦ της καί τοῦ Ἰησοῡ∙ ἐπιγιγνώσκει τό κατώτερον ἑαυτῆς καί τό ὑπέρτερον τοῦ ὁμιλοῦντος πρός αὐτήν. Ὣστε ἡ Σαμαρεῖτις αἰσθανθεῖσα τήν ρυπαρότητα τοῦ βίου της ἐζήτησε νά μάθῃ κατόπιν περί τοῦ Μεσσίου, τοῦ Χριστοῦ. Καί Τόν ἒμαθεν ! Ἰδού ὁ κόμβος τοῦ ζητήματος τῆς Θείας γνώσεως: Ἡ αἲσθησις τῆς ρυπαρότητός μας και ἰδίᾳ τῆς σαρκικῆς. Ἰδού ὁ τρόπος τῆς γνώσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ δέ τρόπος τῆς δημοσιεύσεως; Διά ζήλου καί συνέσεως.

Ζῆλος. Γνωρίσασα ἡ Σαμαρεῖτις τόν Χριστόν δέν ἒμεινεν ἁπλοῦς θεατής τοῦ Μεγαλείου τοῦ Κυρίου, δεικνύει μεγάλον ζῆλον διά τό κήρυγμα καί εἰς ἂλλους. Σημεῖα δεικνύοντα τον ζῆλον εἶναι α') λησμονεῖ τήν ὑδρίαν της εἰς τήν πηγήν και τρέχει εἰς τήν πόλιν, β') προσκαλεῖ τούς συγχωριανούς της νά ὑπάγουν νά ἲδουν ἂνθρωπον, ὃς εἶπεν αὐτῆ πάντα, γ') τό ἀποτέλεσμα τοῦ ζήλου της ὑπῆρξε φανερόν καί μέγα, διότι πλῆθος ἀνθρώπων Σαμαρειτῶν ἐξῆλθον καί μετέβησαν πρός τόν Ἰησοῦν καί «πολλοί τῶν Σαμαρειτῶν ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν διά τόν λόγον τῆς γυναικός μαρτυρούσης, δτι «εἶπε μοι πάντα ὃσα ἐποίησα» καί δ') ὁ ζῆλος τῆς Σαμαρείτιδος ἐξαίρεται, ἂν σκεφθῇ τις, ὃτι ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας της ὑπῆρξεν ἐλάχιστος το πολύ, 10'—20' λεπτά τῆς ὣρας. Καί ὃμως ὁποῖον ἡφαίστειον!

Σ ύ ν ε σ ι ς. Θά ἐπερίμενε τις ἀπό μία γυναῖκα ἐπάνω εἰς τήν ἒξαψιν τῆς χαρᾶς της νά παραπαίῃ, νά παραληρῇ. Καί ὃμως ! δεικνύει μεγάλην σύνεσιν, διότι ἀποφεύγει δύο ἀκρότητας, ὃταν ὁμολογῇ, ὃτι συνήντησεν ἂνθρωπον, ὃς εἶπεν αὐτῇ πάντα, ὃσα ἐποίησε: α') Δέν λέγει τι τῆς εἶπεν ὁ Κύριος συγκεκριμένως ἢτοι ὃτι «εἶχε πέντε ἂνδρας και ὃν ἒχει οὐκ ἐστι ἀνήρ αὐτῇ», β') Δέν εἶπεν ἐλᾶτε νά ἲδητε τόν Χριστόν άλλά «μή τί αὐτός ἐστίν ὁ Χριστός; » Ζήτημα κοσμιότητος καί εὐπρεπείας καί γυναικείας ἀδημοσύνης της ἀπηγόρευσαν νά ὁμιλήσῃ συγκεκριμένως ἐπί τῆς ἀποκαλύψεως ἑαυτῆς ὑπό τοῦ Κυρίου. Ὁμολογεῖ τήν ἀποκάλυψιν ἑαυτῆς ὑπό τοῦ Κυρίου καί ὂχι τόν Χριστόν, διότι διά τό πρῶτον ἦτο βεβαιότατη, διά τό δεύτερον ἀφῆκε τούς ἂλλους νά πεισθοῦν. Ὣστε ὁ Χριστός ἐθέρμανε τήν καρδίαν διά ζήλου, ἐφώτισε τήν διάνοιαν διά τῆς συνέσεως. Ποῖον μεγαλεῖον !

Β' «Ἡμεῖς; Πρέπει νά ἒχωμεν τά αὐτά. Αὐτογνωσίαν. Ὁ καλλίτερος τρόπος τοῦ νά γνωρίσωμεν τόν Χριστόν καί ἡ ἀπόδειξις, ὃτι ἐγνωρίσαμεν Αὐτόν, εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς ρυπαρότητος τῆς ψυχικῆς, ἰδίᾳ δέ τῆς σαρκικῆς. Νέοι, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦν τήν σαρκικήν ρυπαρότητα μέ τό ὃτι τοῦτο εἶναι «φυσιολογική ἀνάγκη» δεικνύουν, ὃτι δέν ἐγνώρισαν τόν Χριστόν. Νέαι αἱ ὁποῖαι καλύπτουν τό ρυπαρόν τῶν σχέσεων τῶν δι-καιολογούμεναι, ὃτι πρόκειται περί ἀγνῶν αἰσθημάτων, αἰθερίων συναισθημάτων καί πλατωνικῶν φιλιῶν, δεικνύουν, ὃτι εἶναι μακράν τοῦ Χριστοῦ. Εὐτυχής εἶναι ὁ νέος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμπνεόμενος ὑπό τοῦ Κυρίου θά αἰσθανθῇ τήν κακοσμίαν τῆς σαρκικῆς ρυπαρότητος, εὐτυχής εἶναι ἡ νέα, ἐάν ἐμπνεομένη καί αὓτη ὑπό τοῦ Κυρίου αἰσθανθῇ τήν δυσωδίαν τῶν ἀναθυμιάσεων τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας. Παράδειγμα σπουδαιότατον ἒχομεν τόν Ἃγιον Αὐγουστῖνον. Οὗτος ὃταν ἐφωτίσθη ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἢνοιξε τήν Ἁγίαν Γραφήν τό πρῶτον τό ὁποῖον ἐδιάβασε μέ μάτια φωτισμένα, εἶναι τό «μή κώμαις και μέθαις, μή κοίταις καί ἀσελγίαις» Ρωμ. 13,13. Ἒθεσεν ἐκεῖ τόν δάκτυλον του και εἶπεν ἀπό ἐδῶ θά ἀρχίσω, θά διορθώσω τόν ἀνήθικόν μου βίον. Κατόπιν ἀποσύρεται εἰς τό βάθος τοῦ κήπου καί ἀναλύεται ἐπί 4 ὣρας εἰς δάκρυα χαρᾶς καί λύπης, χαρᾶς μέν, διότι εὑρῆκε τό φῶς, λύπης δέ διότι ἒζησε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης κυλιόμενος εἰς τόν βοῦρκον τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διά τοῦτο τονίζει ἰδιαιτέρως τό σαρκικόν ἁμάρτημα διαστέλλων αὐτό τῶν λοιπῶν λέγων, «πᾶσα ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματος ἐστί, ὁ δέ πορνεύων εἰς τό ἲδιον σῶμα ἁμαρτάνει». Ἡ ὑποχρέωσίς μας δέν εἶναι μόνον νά γνωρίσωμεν ἡμεῖς τόν Χριστόν, ἀλλά νά τόν γνωρίσωμεν καί εἰς τούς ἂλλους, οἱ ὁποῖοι τόν ἀγνοοῦν ὁ δέ τρόπος; ὁ ζῆλος καί ἡ σύνεσις.

Ὁ Ζῆλος. Ἓκαστος εἰς τό περιβάλλον του, εἰς τόν κύκλον του, ὡς ἡ Σαμαρεῖτις εἰς τούς συγχωριανούς της, πρέπει νά ὁμολογήσωμεν τόν Χριστόν. Θά συναντήσωμεν σκώμματα καί ἀντιρρήσεις ἒκ τινων διά τήν ζωήν τήν Χριστιανικήν μας. Θά μᾶς κατηγορήσωσι διά διαφόρων κατηγοριῶν καί σκωμμάτων. Θά μᾶς εἲπωσιν ὑποκριτάς, ἀναχρονιστικούς, κουτούς, ἒχοντες ὡς βάσεις διαφόρους ἐλλείψεις μας σωματικάς, πνευματικάς, ψυχικάς, γενικῶς ἀνθρωπίνας ἐλλείψεις. Θά καταντήσωμεν νά μᾶς θεωροῦν βρωμερούς, διότι εἲμεθα πιτσιλισμένοι ἀπό μερικές λάσπες τῆς ζωῆς, ἂνθρωποι κυλιόμενοι εἰς τόν βοῦρκον τῆς ἀνηθικότητος ! Θά μᾶς εἲπουν κουτούς, ἂνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν γνωρίζουν νά μοιράσουν δύο γαϊδουριῶν ἂχυρο! Ὁ ζῆλος ὃμως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θά ὑπερπήδησῃ τά ἐμπόδια αὐτά. Τις ἡμᾶς χωρίσῃ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις, στενοχώρια, διωγμός; φωνάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

Σ ύ ν ε σ ι ς. Περισσοτέραν ἀνάγκην ἒχομεν τῆς συνέσεως. Δέν θά γίνωμεν ὃλοι κήρυκες καί Θεολόγοι εὐαγγελιζόμενοι τόν Χριστόν. Θά φροντίσωμεν νά τούς ὁδηγήσωμεν σ’ ἓνα καλογραμμένο θρησκευτικόν βιβλίον, κήρυγμα, Πνευματικόν, δηλαδή εἰς τόν Χριστόν ὡς ἒκαμε καί ἡ Σαμαρεῖτις εἰς τούς πατριώτας της. Ὁ ζῆλος χωρίς τήν σύνεσιν ὁδηγεῖ εἰς τόν φανατισμόν. Μερικοί νεοφώτιστοι θέλοντες νά γίνουν ἀμέσως ἂμεσοι διδάσκαλοι τῶν πλανωμένων περιέπεσαν εἰς πολλάς πλάνας, ἀποτέλεσμα τῆς διδασκαλίας τῶν ὁποίων εἶναι, ὃτι κατεστράφησαν καί κατέστρεψαν. Ἡ σύστασις ἑνός βιβλίου ἀναλόγου τῆς μορφώσεως, τῆς ἀνάγκης τοῦ πλανωμένου εἶναι κήρυγμα πρώτης τάξεως. Ἡ σύστασις ἑνός κηρύγματος εἰς τούς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντος σου εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος ἐμμέσου κηρύγματος. Ἡ σύστασις πρός ἐξομολόγησιν καί ἡ ὑπόδειξις καταλλήλου Πνευματικοῦ δέν εἶναι καθόλου ἂτυχα μέσα πρός διάδοσιν τοῦ Χριστοῦ∙ οὓτω ἀποφεύγει τις πλάνας διδασκαλικάς, ἐγωϊσμόν, φανατισμόν κ.λ.π.

Ἰδού ἡ Σαμαρεῖτις, ἰδού καί ἡ πρέπουσα διαγωγή μας. Ἐπίγνωσις, Ζῆλος καί Σύνεσις

Κυριακή της Σαμαρείτιδoς

Κυριακή της Σαμαρείτιδoς
Το Ευαγγέλιο  της Κυριακής,
η απόδοσή του  στην νεοελληνική.
 *** 
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο
Κεφ. 4, χωρίο 5 έως χωρίο 42

Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Σαμαρεῖτις

Δ´\ 5 Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·

14 ὃς δι' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.

15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε,
θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; 28 ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·

29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.

31 ᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 ᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

ΑΠΟΔΟΣΗ
Εκείνο τον καιρό πήγε ο Ιησούς στην πόλη της Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ, κοντά στον τόπο πού έδωσε ο Ιακώβ στο γιο του Ιωσήφ. Ήταν δε εκεί ένα πηγάδι, πού το είχε ανοίξει ο Ιακώβ· ο Ιησούς λοιπόν, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήγε και καθόταν απλά και ταπεινά κοντά στο πηγάδι· η ώρα ήταν πάνω-κάτω μεσημέρι. Έρχεται μια γυναίκα Σαμαρείτισσα να βγάλει νερό.
Της λέγει ο Ιησούς· δός μου να πιω. Σ' αυτή την ώρα οι μαθητές είχαν πάει στην πόλη για να αγοράσουν τρόφιμα. Του λέγει λοιπόν η γυναίκα η Σαμαρείτισσα· πώς εσύ πού είσαι Ιουδαίος ζητάς να πιεις νερό από μένα πού είμαι Σαμαρείτισσα; Και το είπε αυτό, γιατί δεν έχουν συναναστροφή οι Ιουδαίοι   με   τους   Σαμαρείτες. Αποκρίθηκε ο  Ιησούς  και της είπε·
 Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός πού σου λέγει, δός μου να πιω, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό ζωντανό. Του λέγει η γυναίκα· Κύριε, ούτε κουβά έχεις, αλλά και το πηγάδι είναι βαθύ· από που λοιπόν έχεις το νερό το ζωντανό;
Μην τάχα είσαι συ πιο μεγάλος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, πού μας έδωκε το πηγάδι και ήπιε άπ' αυτό και αυτός και τα παιδιά του και τα κοπάδια του;
 Αποκρίθηκε   ο   Ιησούς   και   της   είπε· οποίος πίνει από τούτο το νερό θα ξαναδιψάσει αλλά όποιος θα πιει από το νερό πού εγώ θα του δώσω ποτέ δεν θα διψάσει στον αιώνα, αλλά το νερό πού θα του δώσω θα γίνεται μέσα του νερομάνα, πού θα αναβλύζει αιώνια ζωή. Του λέγει ή  γυναίκα·   Κύριε,  δός μου αυτό το νερό, για να μη διψώ μήτε να έρχομαι εδώ να βγάζω νερό. Της   λέγει   ο   Ιησούς·   πήγαινε φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ. Αποκρίθηκε η γυναίκα και είπε· δεν έχω άνδρα. Της λέγει ο Ιησούς·  καλά είπες πώς άνδρα δεν έχω· γιατί πέντε άνδρες είχες με τη σειρά, και αυτός τώρα πού έχεις δεν είναι άνδρας σου· αυτό αλήθεια το είπες.
Του λέγει η γυναίκα· Κύριε, θαυμάζω πώς εσύ είσαι προφήτης. Οι πατέρες μας προσκύνησαν σε τούτο το βουνό· και σεις λέτε πώς στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος πού πρέπει να προσκυνούμε.  Της  λέγει ο   Ιησούς· γυναίκα, να με πιστέψεις, έρχεται ώρα πού ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνάτε τον Θεό.
Σεις οι Σαμαρείτες   αυτό   πού   προσκυνάτε δεν το ξέρετε, εμείς οι Ιουδαίοι αυτό πού προσκυνούμε το ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται από τους Ιουδαίους. Άλλα έρχεται ώρα, και ήρθε κιόλας, πού οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Θεό πνευματικά και αληθινά· γιατί τέτοιους ζητάει ο Θεός εκείνους πού τον προσκυνούν.
Ο Θεός είναι πνεύμα και εκείνοι πού τον προσκυνούν πνευματικά και αληθινά πρέπει να τον προσκυνούν.
Του λέγει η γυναίκα· ξέρω πώς έρχεται Μεσσίας πού λέγεται Χριστός· όταν έλθει εκείνος θα μας τα πει και θα τα εξηγήσει όλα. Της λέγει ο Ιησούς· εγώ είμαι πού σου μιλώ. Πάνω στην ώρα ήλθαν και οι μαθητές Του και τους έκανε εντύπωση πού μιλούσε με μια γυναίκα· όμως κανένας δεν του είπε, τί συζητάς ή τί μιλάς μαζί της; Άφησε λοιπόν τη στάμνα της η γυναίκα και έφυγε στην πόλη και λέγει στους ανθρώπους.
Ελατέ να δείτε έναν άνθρωπο πού μου είπε όλα όσα έκαμα· μήπως αυτός είναι ο Χριστός; Βγήκαν λοιπόν από την πόλη και έρχονταν προς αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθηταί τον παρακαλούσαν και του έλεγαν διδάσκαλε, φάγε· Εκείνος τους είπε· εγώ έχω να φάγω φαγητό πού εσείς δεν το ξέρετε.
Έλεγαν λοιπόν οι μαθηταί μεταξύ τους· μήπως κανένας του έφερε να φάγει; Τους λέγει ο Ιησούς· δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου πού με έστειλε και να τελειώσω το έργο του. Σεις δεν το λέτε ότι πλησιάζει ο καιρός του θερισμού;
Να, σας λέγω, σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε πέρα στα χωράφια πού είναι άσπρα, έτοιμα κιόλας για θερισμό (τα έθνη και τους λαούς εννοούσε). Και εκείνος πού θερίζει παίρνει μισθό και μαζεύει καρπό για την αιώνια ζωή, για να χαίρουν μαζί και εκείνος πού σπέρνει και εκείνος πού θερίζει. Εδώ εφαρμόζεται η αληθινή παροιμία, πώς άλλος σπέρνει και άλλος θερίζει.
Εγώ σας έστειλα να θερίζετε εκείνο για το όποιο σεις δεν έχετε κοπιάσει· άλλοι έχουν κοπιάσει και σεις μπήκατε στον κόπο τους. Και από την πόλη εκείνη πολλοί από τους Σαμαρείτες πίστεψαν σ' αυτόν, επειδή τους έλεγε η γυναίκα και μαρτυρούσε πώς μου είπε όλα όσα έκαμα. Όταν ήλθαν προς αυτόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους.
Και έμεινε εκεί δυο μέρες. Και ακόμη πιο πολλοί πίστεψαν με τη διδαχή πού τους έκανε, και έλεγαν στη γυναίκα πώς τώρα πια δεν πιστεύουμε, γιατί μας το λες εσύ, αλλά γιατί εμείς οι ίδιοι έχουμε ακούσει και ξέρουμε πώς αυτός είναι πραγματικά ο Χριστός, ο σωτήρας του
κόσμου.

22 Μαΐου Συναξαριστής

 
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής), Βασιλίσκου Μάρτυρα, Μνήμη Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Αὐσονίου Ἐπισκόπου, Μαρκιανοῦ Ἐπισκόπου, Αἰμιλίου καὶ Κάστου Μαρτύρων, Δονάτου Ἱερομάρτυρα, τῶν Ἁγίων Τιμοθέου, Φαυστίνου καὶ Βενούστου Μαρτύρων, Κόδρου Μάρτυρα, Μαρκέλλου Μάρτυρα, Σοφίας τῆς Ἰατροῦ, Ἑλένης πριγκιπίσσης, Ἑλένης τῆς Ὡξέρρης, Ἰουλίας Μάρτυρος, Κουϊτερίας Μάρτυρος, Ρωμανοῦ Ὁσίου, Βοηθιανοῦ Ἱερομάρτυρα, Κονάλδου Ὁσίου, Καλῆς Ὁσίας, μνήμη Θεοτόκου ἐν Σοφιανοῖς, Ἰωάννου τοῦ Βλαδιμήρου, Ἰακώβου τοῦ Δικαίου, Ζαχαρίου Ἱερομάρτυρα, Δημητρίου Νεομάρτυρα, Παύλου Ὁσιομάρτυρα.


Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)






Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές.

Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο.

Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ εἶναι ὁ θάνατος, κατὰ τὴ κοινὴ ἀνάσταση.


Ὁ Κύριος κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, δεικνύει στοὺς μαθητὲς ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀξίων τῆς πίστεως δὲν θὰ γίνει μόνο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στοὺς Ἐθνικούς, στὴ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου.

Ἔρχεται ὁ Κύριος σὲ μία πόλη τῆς Σαμάρειας ποὺ λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ὀνομάσθηκε ἡ πόλη ποὺ ἔκτισε τὸ 880 π.Χ. ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, Ἀμβρί, ἔπειτα τὸ ὄρος Σομὸρ ποὺ ἦταν ἡ ἀκρόπολή της καὶ τέλος ὅλο τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ καταλύθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους τὸ 721 π.Χ. καὶ ὁ ἡγεμόνας τους ἐγκατέστησε ἐκεῖ ἐθνικοὺς ἀπὸ πολλὰ μέρη).

Ἐκεῖ ἦταν ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ, τὸ πηγάδι ποὺ ἐκεῖνος εἶχε ἀνοίξει. Κουρασμένος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ κάτω ἀφελῶς, γιατί οἱ μαθητές του πῆγαν νὰ ἀγοράσουν τροφές. Ἔρχεται ἐκεῖ μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ πάρει νερὸ καὶ ὁ Κύριος διψώντας ὡς ἄνθρωπος, τῆς ζήτησε νερό.

Αὐτὴ ἀντιλήφτηκε ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή του ὅτι ἦταν Ἰουδαῖος καὶ θαύμασε πῶς ἕνας Ἰουδαῖος ζητᾶ νερὸ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ Σαμαρείτιδα. Ἂν γνώριζες, τῆς εἶπε, τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητᾶ νὰ πιεῖ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε ζωντανὸ νερό. 

Ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἂν γνώριζε θὰ γινόταν μέτοχος πραγματικὰ ζωντανοῦ νεροῦ, ὅπως ἔπραξε καὶ ἀπόλαυσε ἀργότερα ὅταν τὸ ἔμαθε, ἐνῶ τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων ποὺ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης. 
Δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἐπειδὴ θεωρεῖ ἀγαπητοὺς ὅλους ἀκόμα καὶ τοὺς μισητοὺς ἀπὸ τοῦ Ἰουδαίους ἐθνικοὺς καὶ προσφέρει τὸν ἑαυτό του καὶ καθιστᾶ τοὺς πιστοὺς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν κατάλαβε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ νεροῦ, ἀπορεῖ ποὺ θὰ βρεῖ νερὸ χωρὶς κουβὰ σὲ ἕνα βαθὺ πηγάδι. Ἔπειτα ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν συγκρίνει μὲ τὸν Ἰακώβ, ποὺ τὸν ἀποκαλεῖ πατέρα, ἐξυμνώντας τὸ γένος ἀπὸ τὸν τόπο καὶ ἐξαίρει τὸ νερὸ μὲ τὴ σκέψη ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλύτερο. 

Ὅταν ὅμως ἄκουσε ὅτι τὸ «νερό ποὺ θὰ σοῦ δώσω» θὰ γίνει πηγὴ ποὺ τρέχει πρὸς αἰώνια ζωή, ἄφησε λόγο ψυχῆς ποὺ ποθεῖ καὶ ὁδηγεῖται πρὸς τὴ πίστη καὶ ζήτησε νὰ τὸ λάβει γιὰ νὰ μὴ ξαναδιψάσει. Ὁ Κύριος θέλοντας νὰ ἀποκαλύπτεται λίγο – λίγο, τῆς λέγει νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους ἄνδρες εἶχε καὶ αὐτὸν ποὺ ἔχει τώρα δὲν εἶναι δικός της. 
Ἐκείνη ὅμως δὲν στενοχωρεῖται ἀπὸ τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ ἀμέσως καταλαβαίνει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι προφήτης καὶ τοῦ ζητᾶ ἐξηγήσεις σὲ ψηλὰ ζητήματα.

Βλέπετε πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καὶ ἡ φιλομάθεια αὐτῆς τῆς γυναίκας; Πόση συλλογὴ καὶ γνώση εἶχε στὴ διάνοιά της, πόση γνώση τῆς θεόπνευστης Γραφῆς; Καὶ ἀμέσως τὸν ρωτᾶ ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται σωστὰ ὁ Θεός, ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸν τόπο ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα; 

Καὶ τότε παίρνει τὴν ἀπάντηση, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, ὁπότε οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ προσκυνᾶτε τὸν Πατέρα. Τῆς γνωρίζει μάλιστα ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, δὲν εἶπε θὰ εἶναι, στὸ μέλλον, γιατί ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἔρχεται ὤρα καὶ εἶναι τώρα ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς θὰ προσκυνοῦν τὸ Πατέρα κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια.

Γιατί ὁ ὕψιστος καὶ προσκυνητὸς Πατέρας, εἶναι Πατέρας αὐτοαληθείας, δηλαδὴ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν, τὸ πράττουν ἔτσι διότι ἐνεργοῦνται δι’ αὐτῶν. 

Ὁ Κύριος ἀπομακρύνει κάθε σωματικὴ ἔννοια τόπο καὶ προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦν κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια». Ὡς πνεῦμα ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς εἶναι ἀσώματος, τὸ δὲ ἀσώματο δὲν εὑρίσκεται σὲ τόπο οὔτε περιγράφεται μὲ τοπικὰ ὅρια. 
Ὡς ἀσώματος ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πουθενά, ὡς Θεὸς δὲ εἶναι παντοῦ, ὡς συνέχων καὶ περιέχων τὸ πᾶν.

Παντοῦ εἶναι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ καὶ ὑπεράνω τῆς γῆς, Πατὴρ ἀσώματος καὶ κατὰ τὸν χρόνο καὶ σὲ τόπο ἀόριστος.

Βέβαια καὶ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δὲν εἶναι ὅμως σὲ τόπο, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ παντοῦ, γιατί δὲν συνέχουν τὸ σύμπαν ἀλλὰ αὐτὰ ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος.
Ἡ Σαμαρείτιδα καθὼς ἄκουσε ἀπὸ τὸ Χριστὸ αὐτὰ τὰ ἐξαίσια καὶ θεοπρεπὴ λόγια, ἀναπτερωμένη, μνημονεύει τὸν προσδοκώμενο καὶ ποθούμενο Μεσσία, τὸν λεγόμενο Χριστὸ ποὺ ὅταν ἔρθει θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα.

Βλέπετε πῶς ἦταν ἐτοιμότατη γιὰ τὴν πίστη; Ἀπὸ ποῦ θὰ γνώριζε τοῦτο, ἂν δὲν εἶχε μελετήσει τὰ προφητικὰ βιβλία μὲ πολλὴ σύνεση; Ἔτσι προλαβαίνει περὶ τοῦ Χριστοῦ ὅτι θὰ διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια. 
Μόλις τὴν εἶδε ὁ Κύριος τόσο θερμή, τῆς λέγει ἀπροκάλυπτα: Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός, ποὺ σοῦ μιλῶ. Ἐκείνη γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτὴ εὐαγγελίστρια καὶ ἀφήνοντας τὴ ὑδρία καὶ τὸ σπίτι της τρέχει καὶ παρασύρει ὅλους τους Σαμαρεῖτες πρὸς τὸ Χριστὸ καὶ ἀργότερα μὲ τὸν ὑπόλοιπο φωτοειδὴ βίο της (ὡς Ἁγία Φωτεινή) σφραγίζει μὲ τὸ μαρτύριο τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Κύριο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Τὸ φαιδρὸν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα, ἐκ τοῦ Ἀγγέλου μαθοῦσαι, αἱ τοῦ Κυρίου Μαθήτριαι, καὶ τὴν προγονικὴν ἀπόφασιν ἀπορρίψασαι, τοῖς Ἀποστόλοις καυχώμεναι ἔλεγον· Ἐσκύλευται ὀ θάνατος, ἠγέρθη Χριστὸς ὁ Θεός, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.
Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ ὕδωρ ὡς ἤντλησας, τῆς αἰωνίου ζωῆς, εὑροῦσα καθήμενον, παρὰ τὸ φρέαρ σεμνή, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, λόγοις σου θεηγόροις, καὶ ἐν ἄθλοις ἀνδρείοις, ᾔσχυνας τὴν ἀπάτην, Ἰσαπόστολε Μάρτυς· διὸ σὲ Ἀθληφόρε Φωτεινή, ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Πίστιν Χριστοῦ.
Πίστειν ἐλθοῦσα ἐν τῷ φρεάτι, ἡ Σαμαρεῖτις ἐθεάσατο, τὸ τῆς σοφίας ὕδωρ σε, ᾧ ποτισθεῖσα δαψιλῶς, βασιλείαν τὴν ἄνωθεν ἐκληρώσατο αἰωνίως ἡ ἀοίδιμος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ἐκ Σαμαρείας, ἀνατείλασα ὡς ἀστήρ· χαῖροις ἡ τοῖς ῥείθροις, τοῦ νάματος τοῦ θείου, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, κόσμον εὐφράνασα.




Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος, ἀνιψιὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Χουμιαλὰ τῆς Ἀμασείας καὶ μαρτύρησε διὰ ξίφους ἐπὶ Μαξιμιανοῦ (285-305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος Ἀγρίππα. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῆς Καππαδοκίας Ἀσκληπιάδη μὲ τοὺς στρατιῶτες του Εὐτρόπιο καὶ Κλεόνικο (τιμάται 3 Μαρτίου), οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, τελειώθηκαν διὰ μαρτυρικοῦ θανάτου.
Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος ρίχθηκε στὴ φυλακὴ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ ἀπὸ τὶς στερήσεις καὶ κακοπαθήσεις, θὰ ἀρνιόταν τὸν Χριστὸ, ὁπότε ὁ ἀντίκτυπος ἀπὸ τὴν πράξη του αὐτὴ θὰ ἦταν μέγας μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν. Αὐτὸς ὅμως εἶχε λάβει τὴν ἀμετάτρεπτη ἀπόφαση νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανὸς, ἔχοντας ὡς φωτεινὸ παράδειγμα τὸν Μεγαλομάρτυρα θεῖο του, ὁ ὁποῖος παρέμεινε σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, ἀφοῦ ἀπέκρουσε ὅλες τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς.
Μία ἡμέρα ὁ Ἅγιος πέτυχε, χάρη στὴν εὔνοια τῶν στρατιωτῶν ποὺ τὸν φύλαγαν, νὰ μεταβεῖ στὸν οἶκο του, νὰ παρηγορήσει τοὺς γονεῖς καὶ ἀδελφούς του καὶ νὰ τοὺς συστήσει ἐμμονὴ στὴ Χριστιανικὴ πίστη.
Ὅταν πληροφορήθηκε τοῦτο ὁ ἡγεμόνας Ἀγρίππας διέταξε νὰ τοῦ φορέσουν σιδερένια ὑποδήματα ποὺ ἔφεραν ἐσωτερικὰ καρφιὰ καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του στὰ Κόμανα. Ἐρχόμενος πρὸς τὸν ἡγεμόνα, ὅταν ἔφθασαν στὸ χωριὸ τῶν Δακῶν, οἱ στρατιῶτες ποὺ τὸν συνόδευαν τὸν ἔδεσαν σὲ ξερὸ πλάτανο, γιὰ νὰ γευματίσουν. Τότε ὁ Βασιλίσκος, διὰ τῆς προσευχῆς του, πέτυχε νὰ ἀναβλαστήσει ὁ πλάτανος καὶ ἀπὸ τὴν ρίζα του νὰ ἀναβλύσει μικρὴ πηγὴ. Ἀφοῦ εἶδαν τὸ θαῦμα αὐτὸ οἱ στρατιῶτες, θαύμασαν καὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ.
Ὅταν ἔφθασε στὰ Κόμανα, προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Ἀγρίππα, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε τὸν Βασιλίσκο στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ, ἐλπίζοντας ὅτι τὸ ἐπίσημο περιβάλλον θὰ τὸν ὠθοῦσε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Βασιλίσκος ὅμως μὲ θερμὴ προσευχὴ πέτυχε τὴν πτώση καὶ συντριβὴ τῶν εἰδώλων. Τότε ὁ Ἀγρίππας διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά του νὰ ριχθοῦν στὸν ποταμὸ.
Χριστιανοὶ τῶν Κομάνων ἀνέσυραν τὸ τίμιο σκήνωμα κρυφὰ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια. Ἀργότερα, ἀπὸ τὸν εὐσεβέστατο ἄρχοντα τῶν Κομάνων Μαρίνο ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Μάρτυρος, στὸν ὁποῖο κατετέθησαν καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ λείψανα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς βασίλειον δῶρον καὶ θῦμα ἅγιον, τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων καὶ ἀθλοθέτῃ Θεῷ, δι’ ἀθλήσεως στερρᾶς προσήχθης ἔνδοξε· σὺ γὰρ τὴν πλάνην καθελὼν, στρατιώτης εὐκλεὴς, πανεύφημε Βασιλίσκε, τῆς ἀληθείας ἐδείχθης, Χριστῷ πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Βασιλείας μέτοχος ἐπουρανίου, Βασιλίσκε ἔνδοξε, γεγενημένος ἀληθῶς, σῶζε τοὺς πόθῳ βοῶντάς σοι· χαίροις Μαρτύρων σεπτὸν ἐγκαλλώπισμα.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνθραξ εὐσεβείας ἀναδειχθεὶς, πυρὶ οὐρανίῳ, κατενέπρησας θαυμαστῶς, εἰδώλων τεμένη, θεόφρον Βασιλίσκε, πυρὶ δὲ ζωηφόρῳ, θερμαίνεις ἅπαντας.



 

Μνήμη τῆς Β’Οἰκουμενικῆς Συνόδου





Μετὰ τὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας ἀνεφάνησαν στὴν Ἐκκλησία καὶ νέοι αἱρετικοὶ, ὅπως οἱ Πνευματομάχοι ἢ Μακεδονιανοὶ, ὑπὸ τὸν αἱρεσιάρχη Μακεδόνιο    Κωνσταντινουπόλεως, οἱ Ἡμιαρειανοὶ, ὁ Ἀπολινάριος Λαοδικείας, ὁ Σαβέλλιος Πτολεμαΐδος, ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας, ὁ Φωτεινὸς Σιρμίου, ὁ Εὐνόμιος Κυζίκου μὲ τὸ διδάσκαλό του Ἀέτιο, ὁ Εὐδόξιος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Παῦλος Σαμοσατεὺς καὶ ἄλλοι ποὺ προσείλκυαν πολλοὺς ὀπαδοὺς.
Τὸ χριστολογικὸ ζήτημα τέθηκε ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀπολιναρίου Λαοδικείας. Ὁ Ἀπολινάριος (390 μ.Χ.), ὅπως καὶ ἡ λεγόμενη Ἀλεξανδρινὴ Σχολὴ, τόνιζε πρωτίστως τὴν ἑνότητα στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, συχνὰ εἰς βάρος τῆς πληρότητας τοῦ ἀνθρώπινου στοιχείου. Δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ κατὰ τὴν Ἐνανθρώπιση ἔλαβε μόνο σάρκα («Θεὸς σαρκοφόρος»), δηλαδὴ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ ἄλογη ψυχὴ, ὄχι ὅμως καὶ ἀνθρώπινο νοῦ, γιατὶ αὐτὸ θὰ σήμαινε τὴν τελειότητα (ἀκεραιότητα) τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. 
Ὁ Ἀπολινάριος θεωροῦσε πὼς ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι τέλειος Θεὸς. Γιὰ νὰ εἶναι λοιπὸν δυνατὴ ἡ πλήρης ἕνωση στὸν Ἕνα Χριστὸ, δίδασκε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν ἔλαβε κατὰ τὴν Ἐνανθρώπιση τέλεια ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ μόνο τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἐμψυχωμένο μὲ ζωικὴ (ἄλογη) ψυχὴ καὶ ὄχι ἀνθρώπινο νοῦ.
Προτιμοῦσε νὰ χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «σὰρξ», ὄχι ὅμως μὲ τὴν βιβλική του σημασία. Ἐπέμενε στὴ στενὴ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸν Χριστὸ, ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση Του δὲν ἦταν πλήρης. Τὴν ἕνωση Λόγου καὶ σαρκὸς σὲ μία φύση τὴν χαρακτήριζε «ἕνωσιν οὐσιώδη», «ἕνωσιν σύνθετον» καὶ «ἕνωσιν φυσικὴν». Ἡ «κολοβωμένη» ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν ἕνωση πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀπορροφήθηκε καὶ χάθηκε μέσα στοὺς κόλπους τοῦ Λόγου, ἔτσι ὥστε ὁ Χριστὸς νὰ μὴν εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ μόνο τέλειος Θεὸς.
Οἱ Πνευματομάχοι ἢ Μακεδονιανοὶ ἀρνοῦνταν τὴ θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θεωρώντας αὐτὸ «κτίσμα καὶ ὄχι Θεὸ, οὔτε ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ». Κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο οἱ Πνευματομάχοι θεωροῦνταν ὄχι μόνο ὅτι θεομαχοῦσαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ ὅτι χριστομαχοῦσαν, ἀλλὰ καὶ ὅτι πνευματομαχοῦσαν.
Στὴ διδασκαλία τοῦ Ἀπολιναρίου καὶ τοῦ Μακεδονίου ἀντέδρασαν ἀπὸ πολὺ νωρὶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν καταδίκασαν πολλὲς φορὲς. Ἡ ὁριστικὴ ὅμως καταδίκη τῆς αἱρετικῆς τους κακοδοξίας ἔγινε ἀπὸ τὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 381 μ.Χ.
Ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνῆλθε ἀπὸ τὸν Μάιο μέχρι τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου τοῦ 381 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, πρὸς ἐπίλυση θεολογικῶν καὶ διοικητικῶν προβλημάτων. 
Οἱ ἑκατὸν πενήντα θεοφόροι Πατέρες, ποὺ συμμετεῖχαν σὲ αὐτὴν, προέρχονταν ἀπὸ περιοχὲς, οἱ ὁποῖες πολιτικὰ ὑπάγονταν στὴ δικαιοδοσία τοῦ αὐτοκράτορα ποὺ τοὺς συγκάλεσε. Ἐπρόκειτο δηλαδὴ περὶ Μεγάλης Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ἡ δὲ ἀναγνώρισή της ὡς τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς ἔγινε ἀπὸ τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ Χαλκηδόνα τὸ 451 μ.Χ., ἡ ὁποία καὶ ἀποδέχθηκε τὸ Σύμβολον αὐτῆς ὡς ἰσοδύναμο καὶ ἰσόκυρο μὲ αὐτὸ τῆς Νικαίας.
Ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀπέκτησε μεγάλη σημασία γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ πρὸ πάντων διότι συμπλήρωσε τὸ ἱερὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἀφοῦ δογμάτισε ἰδίως τὴν Πνευματολογία τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὣς καὶ ἄλλα ἄρθρα τῆς πίστεως, καὶ ἔτσι ἀποτέλεσε ὁρόσημο στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μέγα σταθμὸ ἰδίως στὸ δογματικὸ καθορισμὸ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.
Ἡ σπουδαιότητα τῆς παρούσης Συνόδου καὶ τοῦ Συμβόλου αὐτῆς ἔγκειται κυρίως στὴν ὁλοκλήρωση τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος, διὰ τῆς θεσπίσεως τῆς Θεότητος καὶ τῆς «ἐκ τοῦ Πατρὸς» ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνει ὅτι παραθεωρεῖται ἡ σημασία τῆς διδασκαλίας αὐτῆς περὶ Ἐκκλησίας, βαπτίσματος, ἀναστάσεως νεκρῶν καὶ ζωὴς αἰωνίου.
Αὐτὴ κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο διετύπωσε πλατύτερα, πληρέστερα καὶ ἀκριβέστερα τὸ ἱερὸ Σύμβολον τῆς Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως, τὸ «Πιστεύω», ἐπειδὴ τὰ μὲν ἑπτὰ πρῶτα ἄρθρα συντάχθηκαν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325 μ.Χ., ἐναντίον τῆς μεγάλης αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ποὺ συντάραξε ἐπὶ μακρὸν τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ ὁποία αἵρεση ἀρνιόταν τὴ Θεότητα τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὰ δὲ πέντε τελευταῖα ἀπὸ τὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἐναντίον τῆς Πνευματομαχίας ποὺ ἀρνιόταν τὴ Θεότητα τοῦ Τρίτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῶν ἄλλων ὡς ἄνω αἱρέσεων. Τὸ ἱερὸν Σύμβολον τῆς Πίστεως, τὸ «Πιστεύω», ἀπαγγέλεται καὶ καθομολογεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ὡς ὁμολογία πίστεως, ὡς βαπτιστήριο καὶ ὡς λειτουργικὸ κείμενο στὴ θεία λατρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει καὶ τιμᾶ αὐτὸ ὡς ἔργο τῶν δύο πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὑπογραμμίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης στὴ Σύνοδο εἶναι ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἐπισυνάπτει τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ, δεδομένου ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θείας φύσεως καὶ εἶναι ζωοποιὸν, ἅγιον, ἀΐδιον, σοφὸν, εὐθὲς, ἡγεμονικὸν. Αὐτὴ ἡ κοινότητα τῶν Ὀνομάτων ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει στὴν ἐνέργεια μεταξὺ Πατρὸς, Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ ταυτότητα δὲ τῆς ἐνέργειας ἀποδεικνύει τὸ ἡνωμένον τῆς φύσεως. Οὐδεὶς ἑπομένως πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν μία Θεότητα τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γι’αὐτὸ ὁ ἱερὸς Πατέρας ἀναγράφει ὅτι «μία ἐστὶν ἡ ζωὴ ἡμῶν ἡ διὰ τῆς εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα πίστεως παραγινομένη, ἐκ μὲν τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων πηγάζουσα, διὰ δὲ τοῦ Υἱοῦ προϊοῦσα, ἐν δὲ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι τελειουμένη». Στὴν ἐρώτηση τῶν Πνευματομάχων πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Πνεύμα νὰ εἶναι ἰσότιμο πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ, ἐφ’ ὅσον ὁ Πατέρας μὲν εἶναι Δημιουργὸς, δι’ Υἱοῦ δὲ τὰ πάντα ἐδημιουργήθησαν, ἀπαντᾶ ὅτι πάντα ἐκτίσθησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἐξαίρει τὸ συναΐδιον καὶ ἀχώριστον τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὑπογραμμίζει ὅτι ἐκτὸς τῆς κατὰ τάξιν καὶ ὑπόστασιν διαφορᾶς «ἐν οὐδενὶ τὸ παρηλλαγμένον καταλαμβάνομεν».
Στὸ Τυπικὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης ἡ μνήμη τῆς Συνόδου ἐτελεῖτο μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὑψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (τιμάται 14 Σεπτεμβρίου). Ὡς εἰσηγητὴς τῆς διπλῆς αὐτῆς ἑορτῆς καὶ ποιητὴς τῆς Ἀκολουθίας θεωρεῖται ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης.




Ὁ Ἅγιος Αὐσόνιος ὁ Ἐπίσκοπος

Ὁ Ἅγιος Αὐσόνιος ἔζησε τὸν 1ο ἢ τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Γαλλία. Ἐξελέγη πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Ἀνγκουλέμης καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.





Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ὁ Ἐπίσκοπος

Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ἢ Μαριανὸς ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ραβέννης τῆς Ἰταλίας ἀπὸ τὸ 112 μέχρι τὸ 127 μ.Χ.




Οἱ Ἅγιοι Αἰμίλιος καὶ Κάστος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κάστος καὶ Αἰμίλιος μαρτύρησαν τὸ 250 μ.Χ. στὴν Καρχηδόνα ἐπὶ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Τὸ μαρτύριό τους ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κυπριανὸ καὶ τὸν Ἱερὸ Αὐγουστίνο.



Ὁ Ἅγιος Δονάτος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Δονάτος ἦταν Ἐπίσκοπος Θμούεως καὶ μαρτύρησε τὸ 316 μ.Χ.




Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος, Φαυστίνος καὶ Βενοῦστος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος, Φαυστίνος καὶ Βενοῦστος μαρτύρησαν πιθανῶς τὸ 362 μ.Χ. στὴ Ρώμη, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363 μ.Χ.).




Ὁ Ἅγιος Κόδρος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Κόδρος ἢ Κοδράτος τελειώθηκε παρασυρόμενος ἀπὸ ἵππους.




Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μάρκελλος τελειώθηκε, ἀφοῦ τὸν ἔριξαν σὲ κοχλάζοντα μόλυβδο.




Ἡ Ἁγία Σοφία ἡ Ἰατρὸς ἡ Μάρτυρας

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Σοφία ἦταν ἰατρὸς καὶ μαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.





Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἡ Πριγκίπισσα

Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα Κλήμεντος Μαξίμου (383-388 μ.Χ.). Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.




Ἡ Ἁγία Ἑλένη τῆς Ὡξέρρης

Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀναφέρεται στ]ς συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Ἀγαπητοῦ τῆς Ὡξέρρης (τιμάται 1 Μαΐου). Ἦταν ἐκείνη ποὺ τὸν διακονοῦσε, ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν ἀσθενὴς. Κοιμήθηκε μετὰ τὸ 418 μ.Χ.




Ἡ Ἁγία Ἰουλία ἡ Μάρτυρας

Ἡ Ἁγία Ἰουλία καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια τῆς Καρθαγένης καὶ ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τὴν παράδοση πουλήθηκε τὸ 439 μ.Χ. ὡς σκλάβος σὲ ἕναν Σύριο ἔμπορο, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐσέβιος. 
Κατὰ τὴν διαδρομὴ τοῦ Κυρίου της σὲ ἕνα ταξίδι, τὸ πλοῖο σταμάτησε στὸ ἀκρωτήριο Κόρσο στὴ βόρεια Κορσικὴ. Ἡ Ἰουλία δὲν ἀποβιβάσθηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο, γιὰ νὰ μὴν συμμετάσχει σὲ εἰδωλολατρικὴ τελετὴ, στὴν ὁποία θὰ συμμετεῖχε ὁ Κύριός της. 
Ὁ ἡγεμόνας τῆς νήσου Φήλικας τὴν διέταξε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἡ Ἁγία ἀρνήθηκε καὶ μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ. Ἔτσι τὴν κάρφωσαν σὲ ἕνα σταυρὸ καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ.
Ὁρισμένοι μελετητὲς θεωροῦν ὅτι μπορεῖ ἡ Ἁγία νὰ μαρτύρησε ἀπὸ Σαρακηνοὺς πειρατὲς.




Ἡ Ἁγία Κουϊτερία ἡ Μάρτυρας

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Κουϊτερία ἄθλησε κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν θυγατέρα ἑνὸς Ἰσπανοῦ πρίγκιπος τῆς Γαλικίας.




Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς ὁ Ἀσκητὴς

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε σὲ ἕνα μοναστήρι, κοντὰ στὸ ὅρος Σουμπιάκο τῆς Ἰταλίας. Ἐκεῖ ἀξιώθηκε νὰ συναντήσει τὸν Ὅσιο Βενέδικτο, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνίσχυσε  στὸν πνευματικό του ἀγώνα καὶ τὸν πῆρε μαζί του γιὰ τρία χρόνια κατὰ τὰ ὁποία ἔζησε ὡς ἐρημίτης, ἀσκούμενος καὶ προσευχόμενος καθημερινὰ. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Βανδάλων στὴν Ἰταλία, μετέβη στὴ Γαλλία, ὅπου ἵδρυσε μοναστήρι κοντὰ στὴν Ὡξέρρη.
Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 560 μ.Χ.




Ὁ Ἅγιος Βοηθιανὸς ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βοηθιανὸς γεννήθηκε στὴν Ἰρλανδία τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἀνοικοδόμησε τὴ μονὴ τοῦ Πιερρεπόντου στὴ Γαλλία.
Τελειώθηκε μαρυρικὰ ἀπὸ Ἐθνικοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπέπληττε γιὰ τὴν ψευδὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων.




Ὁ Ὅσιος Κονάλδος

Ὁ Ὅσιος Κονάλδος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ ἀναδείχθηκε ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἰννίσκοελ στὴ Δονεγάλη τῆς Ἰρλανδίας.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.




Ἡ Ὁσία Καλὴ

Ἡ Ὁσία Καλὴ ἔζησε πρὶν τὸ 15ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ, δηλαδὴ τὴ Μικρὰ Ἀσία.
Ἡ ἀκροστιχίδα τοῦ Κανόνος τῆς Ἁγίας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ ποιήμα «τοῦ Κρήτης»,  δηλαδὴ κάποιου Ἀρχιεπισκόπου τῆς Κρήτης.
Καὶ στὰ δύο χειρόγραφα ποὺ διασώζουν τὴν Ἀκολουθία τῆς Ὁσίας δὲν ἀναγράφεται τὸ ὀρθὸν «Τοῦ», ἁλλὰ ἡ ἑρμηνεία του, δηλαδὴ τὸ ὄνομα τοῦ συγκεκριμένου ὑμνογράφου «Ἀνδρέου Κρήτης». Ἄρα, σύμφωνα μὲ τὰ χειρόγραφα, ποιητὴς εἶναι ὁ διάσημος γιὰ τὸν Μέγα Κανόνα του, Ἅγιος Ἀνδρέας, Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. 
Ἄν ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἀκολουθίας εἶναι ὄντως ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, τότε καὶ ἡ Ὁσία πρέπει νὰ ἔζησε τουλάχιστον πρὶν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου, δηλαδὴ πρὶν τὸ 740 μ.Χ. Βέβαια, πίσω ἀπὸ τὴν φράση «Τοῦ Κρήτης» μπορεῖ νὰ κρύβεται κάποιος ἄλλος Ἀρχιερεὺς τῆς Κρήτης. 
Γι’ αὐτὸ ἔχει προταθεῖ ὡς ὑμνογράφος τῆς Ἀκολουθίας τῆς Ὁσίας ὁ Νικηφόρος Μοσχόπουλος, Μητροπολίτης Κρήτης καὶ «κατ’ ἐπίδοσιν» Μηθύμνης καὶ Πρόεδρος Λακεδαιμονίας. Αὐτὸς ἔζησε πλησιέστερα στὸ χρόνο συντάξεως τῶν χειρογράφων (15ος – 16ος αἰώνας), δηλαδὴ τὸ 13ο αἰώνα μ.Χ. καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ. (τὸ 1285 εἶναι ἤδη Μητροπολίτης Κρήτης, ἐνῶ τὰ τελευταῖα ἴχνη του ἀναφαίνονται κατὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1322) καὶ εἶχε σχέσεις τόσο μὲ τὴ Λέσβο ὅσο καὶ μὲ τὸ Σινᾶ. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ Ὁσία θὰ πρέπει νὰ ἔζησε τὸ ἀργότερο  μέχρι τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἡ οἰκογένεια τῆς Ὁσίας ἦταν πλούσια καὶ ἡ περιουσία της διατέθηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία σὲ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ εὐποιίας. Δὲν πρέπει νὰ ἦταν μοναχὴ, διότι αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στὴν Ἀκολουθία καὶ φιλοξενοῦσε τοὺς ἄστεγους καὶ ἐνδεεῖς στὸν οἶκο της, ἀφοῦ ἦταν ἀφιερωμένη στὴ διακονία τῶν ἐλαχίστων καὶ πασχόντων ἀδελφῶν της.
Ἡ Καλὴ ἔζησε μὲ σωφροσύνη, παρθενία, ἄσκηση, νηστεῖες καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ. Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ βίου της εἶναι ἡ φιλανθρωπία. Κίνητρό της ἦταν ὁ πόθος της νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, νὰ μιμεῖται τὴ θεϊκὴ εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία καὶ νὰ ἐκφράζει μὲ κάθε τρόπο τὴν ἀγάπη της πρὸς τοὺς συνανθρώπους της.
Στὴν Ἀκολουθία της ἀναφέρονται καὶ θαύματα τῆς Ἁγίας. Κάποια φορὰ ποὺ ζύμωσε ψωμὶ, γιὰ νὰ τὸ μοιράσει στοὺς φτωχοὺς, ὁ Θεὸς ἔκανε ὥστε νὰ μὴν λιγοστεύει τὸ ψωμὶ ποὺ τῆς ἀπόμενε, ὅπως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δὲν ἐλαττωνόταν τὸ ἀλεύρι τῆς χήρα στὸ Σαρεπτὰ, παρ’ ὅλο ποὺ τρεφόταν μὲ αὐτὸ ὁ Προφήτης Ἠλίας, ἡ χήρα καὶ τὰ παιδιά της.
Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησή της ἡ Ἁγία συνέχισε ἀδιάκοπα νὰ εὐεργετεῖ τοὺς ἀνθρώπους, χαρίζοντας τὴν θεραπεία στοὺς ἀσθενεῖς μὲ τὶς ἱκεσίες της πρὸς τὸν Κύριο. Εἶναι τόσα πολλὰ τὰ θαύματα τῶν ἰάσεων, ὥστε ὁ ὑμνογράφος κάνει λόγο γιὰ «πέλαγος θαυμάτων» καὶ τὴν ἀποκαλεῖ «θαυματόβρυτον». Θεραπεύει ποικίλα νοσήματα ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἀλλὰ κυρίως ἀσθένειες ἐπώδυνες, χρόνιες καὶ δυσίατες, ρευματισμοὺς καὶ ἀρθρίτιδες, παραλύσεις τῶν ἀρθρώσεων καὶ παραμορφώσεις τῶν μελῶν τοῦ σώματος.
Ἡ μνήμη τῆς Ὁσίας Καλῆς ἀναφέρεται, ἐπίσης, στὶς 15 Μαΐου καὶ τὸ Σάββατο τῆς Διακαινησίμου.




Μνήμη τῆς ἁγίας Θεοτόκου, ἐν Σοφιανοῖς
  
Δεν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς.














Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Βλαδιμήρου ὁ Θαυματουργὸς

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰωάννης τοῦ Βλαδιμήρου γεννήθηκε τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. στὸ Βλαδιμὶρ τῆς Βουλγαρίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Α’ τοῦ Μακεδόνος (867-886 μ.Χ.). Ἦταν υἱὸς τοῦ Νεεμὰν, υἱοῦ τοῦ πρώτου βασιλέως τῶν Ἀχριδῶν Συμεὼν καὶ τῆς Ἄννης, εὐσεβεστάτων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀχρίδος Νικόλαο.
Ὁ τσάρος τῆς Βουλγαρίας Σαμουὴλ – Στέφανος (940-1018), θέλοντας νὰ ὑποτάξει τὸν Ἅγιο, τὸν φυλάκισε. Στὴ φυλακὴ, Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίσθηκε στὸν Ἅγιο καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὸ μαρτυρικὸ τέλος του, τὸ ὁποῖο δὲν θὰ ἀργοῦσε.
Μέσα στὰ πλαίσια τῶν διπλωματικῶν του ἐνεργειῶν ὁ τσάρος τῆς Βουλγαρίας τὸν νύμφευσε μὲ τὴν θυγατέρα του Κορσάρα, ὅμως ὁ Ἅγιος διαφύλαξε τὴν παρθενία του.
Ἀφοῦ κατέστη αὐτεξούσιος βασιλέας τῶν Σέρβων, ἐπιδόθηκε μὲ μεγαλύτερο ζῆλο στὴ διάδοση καὶ ἑδραίωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀφοῦ ὅρισε πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ διδασκάλους καὶ κήρυκες καὶ ἵδρυσε ταυτόχρονα μοναστήρια, ἐκκλησίες καὶ νοσοκομεῖα. Μεταξύ τῶν μονῶν ποὺ ἱδρύθηκαν ἀπὸ αὐτὸν, ἦταν καὶ εὐκτήριος οἶκος βρισκόμενος μέσα σὲ δάσος, στὸν ὁποῖο προσερχόταν καθημερινὰ καὶ προσευχόταν.
Ἦταν πράος, δίκαιος, γενναῖος καὶ εὐσεβὴς. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ βοήθησε τὴν Ἐκκλησία στὸ ἔργο της ἀντιμετωπίζοντας τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἰδιαίτερα τοὺς Βογομίλους.
Ἡ ἀποχή του ἀπὸ κάθε σαρκικὴ συνάφεια μὲ τὴ βασίλισσα σύζυγό του καὶ οἱ καθημερινὲς ἀπουσίες του γιὰ προσευχὴ, γέννησαν σὲ αὐτὴ τὴν ὑποψία ὅτι εἶχε σχέσεις μὲ ξένες γυναῖκες. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τὸν διέβαλε στὸν ἀδελφό της, ὁ ὁποῖος ἀποφάσισε νὰ τὸν φονεύσει. Ὅταν πέθανε ὁ τσάρος τῆς Βουλγαρίας Σαμουὴλ – Στέφανος, τσάρος στέφθηκε ὁ υἱός του Ραντομὶρ. Ὁ δίδυμος ἀδελφὸς τοῦ νέου τσάρου, Ἰωάννης Βλαδισλάβος, παραπλανώντας τὸν Ἅγιο, τὸν κάλεσε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του ὁ Ἅγιος Ἰωάννης δολοφονήθηκε μὲ ὕπουλο τρόπο τὸ 1015. Ἡ σύζυγός του, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου, ἐγκαταβίωσε σὲ μοναστήρι, ὅπου ἀνοικοδόμησε ναὸ.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καὶ μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατό του ἐξακολούθησε νὰ εὐεργετεῖ ἐκείνους ποὺ προσέτρεχαν μὲ πίστη πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς.





Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Δίκαιος

Δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς ἁγιολογικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰάκωβο τὸν Δίκαιο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ Μποροβίτσι τῆς περιοχῆς τοῦ Νόβγκοροντ, ὅπου καὶ ἐργάσθηκε καὶ ἔζησε κατὰ Θεὸν. Τὰ ἱερὰ λείψανά ου βρέθηκαν τὴν Τρίτη ῆς Διακαινησίμου τὸ 1540 (ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου εορτάζονται στὶς 23 Ὀκτωβρίου).









Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Νέος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ζαχαρίας γεννήθηκε στὴν Προύσα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἔγινε ἱερέας. Κάποια ἡμέρα μέθυσε καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μέθης ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ τὸ 1801. Ἀφοῦ συνῆλθε ἀπὸ τὴν πλάνη παρουσιάσθηκε στὸν κριτὴ καὶ, ἀφοῦ ἀπέρριψε κατὰ γῆς τὸ σαρίκι ποῦ φοροῦσε, ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ. 
Ἀμέσως ὁ κριτὴς διέταξε τὸν ἐγκλεισμό του στὴ φυλακὴ. Ὁ Ἅγιος προσευχόταν διαρκῶς ἐξαιτούμενος τὴν ἐξ ὕψους ἐνίσχυση καὶ θεία βοήθεια. Ὅταν τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ καὶ τῶν ἀγάδων, ὁ Ἱερομάρτυρας ἔμεινε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀκλόνητος στὴν πίστη του. Ὡς ἐκ τούτου, τὸν ἔριξαν καὶ πάλι στὴν φυλακὴ, ὅπου τὸν βασάνισαν ἀνηλεῶς, τὸν κτύπησαν καὶ τοῦ ἔβαλαν στὸ κεφάλι πυρακτωμένο χάλκινο κάλυμμα.
Μετὰ τὰ βασανιστήρια αὐτὰ τρύπησαν μὲ ὀξεῖα κοφτερὰ καλάμια τὰ νύχια τῶν ποδιῶν καὶ τῶν χεριῶν τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ ἐκρίζωσαν καὶ ἀπέσπασαν τὰ νύχια αὐτοῦ.
Ὁδηγήθηκε καὶ πάλι ἀνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὁμολόγησε μὲ μεγάλη παρρησία ἀκλόνητη τὴν πίστη του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἔλεγξε τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία. Ὅταν ἐκδόθηκε ἡ ἀπόφαση γιὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ αὐτοῦ, ὁ Ἅγιος κλείσθηκε καὶ πάλι στὴ φυλακὴ, μήπως πτοούμενος ἀπὸ τὴν καταδίκη καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ἀφοῦ ὁδηγήθηκε καὶ πάλι στὸ κριτήριο, διετράνωσε μὲ γενναιότητα τὸ ἀμετάθετο τῆς πίστεώς του. Ἔτσι ἀποκεφαλίσθηκε τὸ 1802, σὲ ἡλικία τριάντα ὀκτὼ ἐτῶν καὶ ἔλαβε τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ὁμολογώντας τὸν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ λυτρώσαντα τὸν κόσμο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ.




Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος ὁ Νεομάρτυρας

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Δημητρίου τοῦ Πελοποννήσιου, τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στὶς 14 Ἀπριλίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.




Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁσιομάρτυρας
 
Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παῦλος, κατὰ κόσμον Παναγιώτης, γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σοπωτὸ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Ἀντώνα. Ἀρχικὰ ὁ Ἅγιος ἐργάστηκε ὡς τσαγκάρης γιὰ μερικὰ χρόνια. Πλανεμένος ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ διασκεδάζει μὲ τοὺς φίλους του, ντύθηκε μουσουλμάνος, λέγοντας ὅτι εἶναι Ἀγαρηνὸς. Δὲν ἀπατήθηκε ὅμως τόσο πολὺ, ὥστε νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ περιτομὴ. Ἀλλὰ ἀμέσως κατάλαβε τὸ ἀμάρτημά του, μετανόησε καὶ ἔκλαψε πικρὰ, ὅπως ὁ Πέτρος.
Ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν πατρίδα του, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ βασιλικὴ καὶ σταυροπηγιακὴ μονὴ τῆς Λαύρας. Ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μετονομάσθηκε σὲ Παῦλος καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀναχώρησε γιὰ τὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ὁπου παρέμεινε τρία ἔτη μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ συχνὴ κοινωνία τῶν Θείων καὶ Ἀχράντων Μυστηρίων.
Τότε γεννήθηκε σὲ αὐτὸν ἡ ἐπιθυμία νὰ μαρτυρήσει ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Τὸν πόθο του αὐτὸ ἐκμυστηρεύθηκε στὸν πνευματικό του πατέρα Ἱερομόναχο Ἀνανία, τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὁ ὁποῖος ἐνῶ κατ’ ἀρχὰς θέλησε νὰ τὸν ἐμποδίσει, στὴν συνέχεια τὸν ὑπέβαλε στὶς δέουσες δοκιμασίες, μετὰ τὶς ὁποῖες τὸν ἔστειλε μὲ τὴν εὐλογία του πρὸς τὴν ὁδὸ τοῦ μαρτυρίου.
Ὁ Παῦλος, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μετέβη στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, στὰ Καλάβρυτα, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ σαράντα ἡμέρες νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος πρὸς τὴν Θεοτόκο, γιὰ νὰ τὸν ἐνδυναμώσει κατὰ τὸν ἱερὸ ἀγώνα του.
Ἀκολούθως ἐμφανίσθηκε στὸν μουφτὴ τῆς Τριπόλεως, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀπεκήρυξε τὸ Μωαμεθανισμὸ καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ. Ὁ ἡγεμόνας παρατηρώντας τὸ ἀμετάθετο τῆς γνώμης τοῦ Παύλου, πρόσταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ. Οἱ στρατιῶτες τὸν ἀποκεφάλισαν, τὸ 1818, σὲ ἡλικία εἴκοσι ὀκτὼ ἐτῶν καὶ ἔριξαν τὸ Ἅγιο λείψανό του μέσα στὸ βόθρο τῆς οἰκίας τοῦ ἡγεμόνος, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀλλοιωθεῖ. Παρὰ ταῦτα, δύο φιλομάρτυρες Χριστιανοὶ, εἰκοσι ἡμέρες μετὰ τῆν θανάτωση τοῦ Ἁγίου, ἀνακάλυψαν αὐτὸ, τὸ ἔκλεψαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας καὶ ἀφοῦ τὸ ἔπλυναν, τὸ μετέφεραν καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βαρσῶν

ΠΑΤΡΑ -KTHNH! Πήγαν να τη βιάσουν ομαδικά την ώρα που έβγαινε από εκκλησία! Τα ΜΜ”Ε” αποκρύπτουν φρικτά εγκλήματα κατά γυναικών και παιδιών…

Ξαναγύρισαν την Ελλάδα σε κατάσταση οθωμανικής κατοχής. Εφιαλτικές στιγμές φέρεται να έζησε μία νεαρή κοπέλα προχθές τα ξημερώματα την ώρα που ανέβαινε τις σκάλες της Αγιου Νικολάου στο κέντρο της Πάτρας…Σύμφωνα με το dete.gr, αλλοδαποί της επιτέθηκαν με άγριες διαθέσεις. Οπως καταγγέλλει η ίδια, αποπειράθηκαν να την βιάσουν, και μάλιστα εξαιτίας του σοκ που υπέστη νοσηλεύεται ακόμη στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά αρκετοί αλλοδαποί φέρεται να έπεσαν πάνω της, η ίδια όμως άρχισε να ουρλιάζει με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να φύγουν ενώ διερχόμενοι ακούγοντας τις φωνές έσπευσαν στο σημείο.

Η κοπέλα στην κυριολεξία έχασε τη μιλιά της και από το σοκ υπέστη αφωνία και χρήζει ιατρικής φροντίδας. Πρόκειται για ένα ακόμη κρούσμα απόπειρας βιασμού στην Πάτρα. Πριν από λίγες ημέρες μία γυναίκα είχε δεχθεί επίθεση ενώ περπατούσε έξω από το Αρχαίο Ωδείο της πόλης (κοντά στις σκάλες της Αγίου Νικολάου) και μάλιστα οι αλλοδαποί είχαν καταφέρει να της βγάλουν το εσώρουχο.

Γέρων Πορφύριοs – Συμπεριφορά των γονέων προs τα παιδιά

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...