Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΟΥΚΑΡΕΩΣ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ - ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΜ
           
            Την 27η Ιουνίου ε.ε, η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεόδωρος Βʼ, χοροστάτησε κατά την τελεσθείσα Θεία Λειτουργία στον Ιερό Πατριαρχικό Ναό Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου Αλεξανδρείας επί τη ιερά μνήμη του Αγίου Κυρίλλου Γʼ του Λουκάρεως, Πατριάρχου Αλεξανδρείας (1601-1620) και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου.

Ο Άγιος Κύριλλος Λούκαρις, εγεννήθη στον Χάνδακα (Ηράκλειο) Κρήτης το έτος 1572, εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγκαράθου και έτυχε λαμπρών σπουδών στη Βενετία και την Πάδοβα. Όταν εξελέγη σε ηλικία 30 ετών Πατριάρχης Αλεξανδρείας, σε διαδοχή του Μελετίου Πηγά,  είχε ήδη σημαντική διαδρομή στην υπεράσπιση της Ορθοδοξίας κατά της προσηλυτιστικής δράσης των Ιησουιτών στην Ανατολή.

        Ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας, επετέλεσε αξιόλογο ανακαινιστικό έργο, συγκέντρωσε χρήματα με εράνους σε ορθόδοξες χώρες για την πληρωμή των χρεών του Πατριαρχείου, ίδρυσε και ανεκαίνισε ναούς, περιέθαλψε πάσχοντες και επέλυσε τα προβλήματα των Εκκλησιών σε Σινά και Κύπρο, όπου μετέβη προσωπικώς. Με τη βοήθεια του μετέπειτα Πατριάρχη Γεράσιμου Σπαρταλιώτη, αντιμετώπισε τα προβλήματα που προκάλεσαν η επιδημία του 1616 και οι διωγμοί των Τούρκων.

          Το 1620, εκοιμήθη ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Τιμόθεος Βʼ και η Σύνοδος εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη τον «επʼ αρετήν και σοφίαν διαβόητον Κύριλλον». Ο Λούκαρις καθαιρείται πέντε φορές από το Οικουμενικό Θρόνο και επανέρχεται. Το 1627 αγόρασε τυπογραφείο, όπου με στόχο το φω τισμό του Γένους εκδόθηκαν χρήσιμα διδακτικά κείμενα, αλλά και αντιπαπικά άρθρα, γεγονός που εντείνει το φθόνο και την έχθρα. Γενίτσαροι κατέστρεψαν το τυπογραφείο και ο Πατριάρχης, διασώθηκε με τη μεσολάβηση του Βέλγου πρέσβη, ο οποίος τον έκρυψε στο σπίτι του.

         Το 1637, οι Ιησουίτες, μη μπορώντας να τον ανεχθούν, συκοφαντούν τον Κύριλλο στον Σουλτάνο ότι εξεγείρει τους Έλληνες. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο φρούριο της Λαιμοκοπίας, όπου στραγγαλίζεται στις 27 Ιουνίου 1638. Η σορός του ερρίφθη στη θάλασσα και βρέθηκε από ψαράδες που την ενταφίασαν στη Νικομήδεια.

        Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» έγραψε: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Όντως ο Λούκαρις προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στι ς ενέργειες του βλέπουμε την τάση του Ελληνισμού να έρθει σε επαφή με τη Δύση. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων για το φωτισμό του ποιμνίου.

Τέσσερεις αιώνες μετά, ο Μακ.Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ.Θεόδωρος Βʼ, ένατος ιεράρχης κρητικής καταγωγής και τέταρτος κατά σειρά αδελφός της Μονής Αγκαράθου που εξελέγη Προκαθήμενος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας (Σίλβεστρος 1569?1590, Μελέτιος Α΄ ο Πηγάς 1590?1601, Κύριλλος Γ΄ ο Λούκαρις 1601?1621 και Θεόδωρος Β΄ 2004?),  προέβη στην, εν Συνόδ?, αγιοκατάταξη του Ιερομάρτυρος Προκατόχου Του, φέρων στην Αλεξάνδρεια και απότμημα εκ του τεθησαυρισμένου στην Μονή Αγκαράθου ιερού λειψάνου του Αγίου Κυρίλλου.

Ακόμη ο Μακαριώτατος, προ του πέρατος της Θείας Λειτουργίας, προεχείρισε εις Αρχιμανδρίτη τον νεοχειροτονηθέντα Οσιολ.Ιερομόναχο π.Τιμόθεο Νtumba.


Αρχιμ.Παντελεήμων Αράθυμος
Αρχιγραμματεύς

Μήπως σας θυμίζει τίποτα;

Το α­κό­λου­θο α­πό­σπα­σμα, που περιγράφει την πνευ­μα­τι­κή και η­θι­κή παρακμή των κα­τοί­κων της Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, έχει γραφτεί από τον λόγιο μο­να­χό Ιω­σήφ Βρυ­έν­νιο (1350-1431), μερικά χρόνια πρίν την Άλωση. Μήπως σας θυμίζει τίποτα; (Τα σχόλια σε παρένθεση είναι δικά μας).
“Αν η ει­κό­να των τι­μω­ρι­ών, που μας ε­πι­βάλ­λει ο Θε­ός, προ­κα­λεί α­μη­χα­νί­α και σύγ­χυ­ση, ας α­να­λο­γι­σθού­με τους πα­ρα­λο­γι­σμούς μας και τό­τε θα εκ­πλα­γού­με για­τί α­κό­μη δε μας κτύ­πη­σε κε­ραυ­νός. Δεν υ­πάρ­χει κα­μιά μορ­φή δι­α­στρο­φής που να μην έ­χου­με δι­α­πρά­ξει σ΄ό­λη μας τη ζω­ή. Αυ­τές δε εί­ναι οι α­πο­δεί­ξεις:
Βα­πτι­στή­κα­με άλ­λοι δι’ α­πλής και άλ­λοι δια τρι­πλής κα­τά­δυ­σης, και έ­γι­νε ε­πί­κλη­ση του ο­νό­μα­τος της Α­γί­ας Τριά­δας, σε άλ­λους μί­α και σε άλ­λους τρεις φο­ρές. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό μας ό­χι α­πλώς α­γνο­ού­με τι ση­μαί­νει να εί­σαι Χρι­στια­νός, αλ­λά και πως α­κό­μη να κά­νου­με το σταυ­ρό μας ή, κι αν α­κό­μη το γνω­ρί­ζου­με, ντρε­πό­μα­στε να τον κά­νου­με. ( Άραγε σήμερα, ποιός είναι ο αριθμός των νεοελλήνων που βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση;)
…Εί­μα­στε α­νί­κα­νοι να υ­πε­ρα­σπι­στού­με το ό­νο­μα του Θε­ού ό­ταν αυ­τό βλα­σφη­μεί­ται, ό­ταν θα έ­πρε­πε να πε­θά­νο­με γι’ Αυ­τόν. Α­πο­δί­δου­με το κοι­νό ό­νο­μα τον έ­χθρων του σταυ­ρού (διαβόλου) ο έ­νας στον άλ­λο, και το έ­χου­με συ­νέ­χεια στα χεί­λη μας. Κα­θη­με­ρι­νά α­να­θε­μα­τί­ζου­με και κα­τα­ρι­ό­μα­στε τους ε­αυ­τούς μας και τους άλ­λους . (Να που διατηρούμε και σε κάτι την… παράδοση !)
Πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε στο Θε­ό εί­τε βρέ­χει εί­τε δε βρέ­χει, εί­τε κά­νει κρύ­ο εί­τε κά­νει ζέ­στη, πως δί­νει πλού­το στον έ­να και α­φή­νει τον άλ­λο φτω­χό, πως πνέ­ει νο­τιάς ή έρ­χε­ται κα­ται­γί­δα α­πό το βο­ριά και εν­τε­λώς α­πλά με­τα­μορ­φω­νό­μα­στε σε α­δι­άλ­λα­κτους δι­κα­στές του Θε­ού. (Που να’ βλεπες σήμερα μακαριστέ Ιωσήφ, πως οι νεοέλληνες το έχουμε κάνει αυτό εθνικό σπόρ!)
Πολ­λοί α­πό μας α­δι­άν­τρο­πα βλα­σφη­μούν την Ορ­θό­δο­ξη πί­στη, το Σταυ­ρό, το Νό­μο, τους α­γί­ους, τον ί­διο το Θε­ό, ό­ταν α­κό­μη κι έ­νας ά­πι­στος δε θα το έ­κα­νε τό­σο πο­λύ. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις α­μαρ­τί­ες μας εί­ναι α­νε­ξο­μο­λό­γη­τες, κι έ­τσι εί­ναι και α­συγ­χώ­ρη­τες. (Μα και πολλές εξομολογημένες μπορεί να’ναι ασυγχώρητες, αφού πολλοί από μας τα λέμε τυπικά, χωρίς συναίσθηση, λες και δίνουμε συνέντευξη, μιά – δυό φορές τον χρόνο!)
…Αυ­τα­πα­τό­μα­στε ό­ταν πι­στεύ­ου­με στους α­στρο­λό­γους, πως η ύ­παρ­ξή μας δη­λα­δή κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό τις Ώ­ρες, την Τύ­χη, τις Μοί­ρες , την Ει­μαρ­μέ­νη τα ση­μά­δια του Ζω­δια­κού κύ­κλου και των πλα­νη­τών… Με­ρι­κοί α­πό μας λα­τρεύ­ουν και χαι­ρε­τί­ζουν τη νέ­α σε­λή­νη… Προ­σέ­χου­με τα ό­νει­ρα και πι­στεύ­ου­με πως μας λέ­νε το μέλ­λον. Κρε­μά­με φυ­λα­χτά στο λαι­μό μας ε­ξα­σκού­με τη μαν­τεί­α. Κα­τα­φεύ­γου­με κα­θη­με­ρι­νά σε μά­γους, μάν­τεις, γύ­φτους, ε­ξορ­κι­στές α­να­ζη­τού­με στη μα­γεί­α τη θε­ρα­πεί­α κά­θε α­σθέ­νειας και δι­α­βά­ζου­με μα­γι­κά σε αν­θρώ­πους και ζώ­α. … (Τουλάχιστον τότε η επιστήμη ήταν σε νηπιακή μορφή. Τώρα παρά την (παρα)μόρφωσή μας, δεν υπάρχει κανάλι ή έντυπο που να μην κυριαρχεί η αστρολογία).
Α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε α­κό­μη πιο πο­λύ α­πό την α­ρε­τή ψά­χνον­τας συ­νε­χώς το κα­κό. Η φι­λί­α α­πω­θή­θη­κε και η κα­κεν­τρέ­χεια πή­ρε τη θέ­ση της. Ο α­δελ­φός ε­κμε­ταλ­λεύ­ε­ται τον α­δελ­φό, ο κά­θε φί­λος α­κο­λου­θεί το δρό­μο τής προ­δο­σί­ας… Δεν υ­πάρ­χει έ­λε­ος, ού­τε συμ­πά­θεια μό­νο μί­σος και α­ναί­δεια. (Νομίζουμε οι κακόμοιροι ότι αυτά λύνονται με την πολιτική και δεν καταλαβαίνουμε ότι είναι η πεπτωκυία μας φύση που τά προκαλεί).
Οι κύ­ριοί μας εί­ναι ά­δι­κοι, αυ­τοί που μάς κυ­βερ­νούν, αρ­πα­κτι­κοί, οι δι­κα­στές μας δι­ε­φθαρ­μέ­νοι, οι δι­αι­τη­τές μας ψεύ­τες, οι πο­λί­τες α­πα­τε­ώ­νες, οι ε­παρ­χι­ώ­τες χω­ρίς κρί­ση και οι πάν­τες εν γέ­νει ευ­τε­λείς. (Αυτό είναι σα να γράφτηκε… σήμερα!).
Οι παρ­θέ­νες μας εί­ναι πιο προ­κλη­τι­κές και α­πό τις πόρ­νες, οι χή­ρες εί­ναι πε­ρί­ερ­γες χω­ρίς λό­γο, οι παν­τρε­μέ­νες κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν μια πί­στη που οι ί­δι­ες δε φυ­λάσ­σουν, οι νέ­οι εί­ναι χα­μέ­νοι στην α­κο­λα­σί­α, οι γέ­ροι πα­ρα­δο­μέ­νοι στο πι­ο­τό, οι ι­ε­ρείς έ­χουν ξε­χά­σει το Θε­ό, οι μο­να­χοί ξέ­φυ­γαν τε­λεί­ως α­πό το σω­στό δρό­μο, οι άν­θρω­ποι στον κό­σμο εί­ναι τό­σο χα­μέ­νοι ώ­στε με τα λό­για μεν να δί­νουν την ε­ξω­τε­ρι­κή εμ­φά­νι­ση της ευ­σέ­βειας, ε­νώ μέ­σα τους να αρ­νούν­ται κά­θε α­ρε­τή. Έ­χου­με πρό­σω­πο πόρ­νης και α­μαρ­τω­λού.
Εί­ναι τέ­τοι­α η σκλη­ρό­τη­τα της καρ­διάς μας, η λη­σμο­νιά μας, η τύ­φλα μας, ώ­στε να μην πι­στεύ­ου­με πλέ­ον πως δι­α­πράτ­του­με πρά­ξεις κα­κί­ας ό­τι υ­πο­φέ­ρου­με α­π’ αυ­τές, ό­ταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­μα­στε οι ε­κτε­λε­στές τους και τα θύ­μα­τα τους… Αυ­τές και άλ­λες εί­ναι οι α­μαρ­τί­ες που μας κα­θι­στούν ά­ξιους των τι­μω­ρι­ών, με τις ο­ποί­ες o ο Θε­ός μας ε­πι­σκέ­πτε­ται ως πλη­ρω­μή γι΄αυ­τά τα λά­θη και άλ­λες ί­σης βα­ρύ­τη­τας κα­κο­ή­θει­ες”.
(Σ. Σ.) 700 χρόνια αργότερα όλα μοιάζουν θλιβερά ίδια. Ο Θεός της Αγάπης κανέναν δεν τιμωρεί, μα εμείς εξακολουθούμε να προτιμοῦμε το σκοτάδι μάλλον παρά το φως, κι η αμαρτία μας (όπως και τότε), έχει ως συνέπεια την αυτοτιμωρία… Κι εμείς που υποτίθεται πως είμαστε… θρησκευτικοί, ας θυμόμαστε ότι ο Κύριος είπε “πολλοί είναι οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί

ΠΑΡΑΔΟΣΗ & ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ


undefined

ΠΑΡΑΔΟΣΗ & ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

 Αρχ. Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

της Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης

 

     Αφορμή για το θέμα αυτό μας έδωσε ένα προτεσταντικό βιβλιαράκι με τίτλο: «ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ - ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ή ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ; - Βοήθημα για μελέτη με βάση την Αγία Γραφή και την Εκκλησιαστική Ιστορία». Είναι έκδοση της «Αποστολικής Εκκλησίας», μιας από τις πολλές Πεντηκοστιανές ομάδες που υπάρχουν στην χώρα μας. Ιδρύθη­κε το 1982 από τον Γεώργιο Κρίσιλα, άλλοτε ποιμένα της «Αποστολι­κής Εκκλησίας της Πεντηκοστής» και ισχυρίζεται ότι δεν ανήκει σε καμία οργάνωση - ελληνική ή ξένη - δεν κατευθύνεται από πουθενά, είναι αδέσμευτη και αυτοσυντήρητη.
Δεν θα προσπαθήσωμε στα περιωρισμένα πλαίσια αυτής της εισηγήσεως να ανασκευάσωμε σελίδα προς σελίδα το βιβλιαράκι, στο οποίο αναφερθήκαμε. Θα ήταν όχι μόνο μάταιο αλλά και λανθασμένη ποιμαντική τακτική, όπως θα δούμε παρακάτω. Απλώς το χρησιμο­ποιούμε σαν αφορμή για να εκθέσωμε κάποιες πλευρές του τεραστίου θέματος που λέγεται ΠΑΡΑΔΟΣΗ.
Τι είναι η Παράδοση της Εκκλησίας; Ποια η σχέση της με την Αγία Γραφή; Πως έζησε η Εκκλησία τα πρώτα χρόνια χωρίς την Γρα­φή; Και αν η μόνη εγγυημένη αποκάλυψη του Θεού είναι η Αγία Γρα­φή (sola scriptura), τότε, σε ποια γραπτή αυθεντία στηριζόταν η πίστη του Αβραάμ ή του Νώε ή του Μωυσή πριν λάβη τις πλάκες του Νόμου;
Επίσης, αν οι απόστολοι δεν άφηναν γραπτά κείμενα, ποιος θα μας παρέδιδε εγγυημένα την - ούτως ή άλλως - προφορική διδασκαλία του Χριστού; Πριν οριστικοποιηθεί ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης, στην αυθεντία τίνος στηριζόταν η διδασκαλία της Εκκλησίας;
Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσωμε να δώσωμε κάποιες απαντήσεις. Προφανώς, πρόκειται για ερωτήματα που το καθένα μπο­ρεί να αποτελέσει θέμα ξεχωριστού συνεδρίου. Γι' αυτό δεν τρέφομε αυταπάτες ότι οι απαντήσεις μας θα είναι πλήρεις.
Κυρίους οδηγούς μας στην αναζήτηση αυτών των απαντήσεων θα εχωμε αφ' ενός τον μακαριστό π. Γεώργιο Φλωρόφσκι και αφ' ετέρου ένα γνήσιο μαθητή του και αληθινό πνευματικό τέκνο του (έστω κι αν δεν γνωρίστηκαν προσωπικά ποτέ), τον πρώην προτεστάντη και νυν ορ­θόδοξο Frank Schaeffer. Ο Schaeffer, γιος μεγάλου προτεστάντη πά­στορα της Αμερικής, στο βιβλίο του με τον εξομολογητικό τίτλο «Χορεύοντας μόνος» μας περιέγραψε με απαράμιλλο τρόπο (συγγραφέας γαρ και πρώην σκηνοθέτης), την πορεία του προς αναζήτηση της ορθόδοξης πίστης μέσα στην εποχή μας· μια εποχή, που πολύ πετυχημένα την ονομάζει αιώνα τών ψεύτικων θρησκειών. Είμαστε ευγνώμονες στον π. Αυγουστίνο Μύρου, που μετέφρασε αυτό το βιβλίο στα ελλη­νικά.

1. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
 Ας δούμε κατ' αρχήν την σχέση Αγίας Γραφής και Εκκλησίας.
Πριν ξεκινήσωμε όμως αξίζει να ακούσωμε μια τοποθέτηση, που κάνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχετικά με την γραπτή παρά­δοση, και η οποία θα ενδιέφερε και τους προτεστάντες - για διαφορε­τικούς βέβαια λόγους.
2. Λέγει ο Χρυσορρήμων Πατήρ ερμηνεύοντας το κατά Ματθαίον (P.G. 57, 13-15):
Θα έπρεπε να μην εχωμε ανάγκη από την βοήθεια των γραπτών κειμένων, αλλά να εμφανίζωμε τόσο καθαρό βίο, ώστε να ενεργή κατ' ευθείαν στις καρδιές μας η χάρη τον αγίου Πνεύματος. Και όπως τα βι­βλία είναι γραμμένα με μελάνι, έτσι θα έπρεπε οι καρδιές μας να είναι γραμμένες με το Πνεύμα. Επειδή όμως απομακρύναμε από εμάς αυτή την χάρη, ας δεχθούμε με χαρά αυτή την δεύτερη πορεία. Το ότι η προηγούμενη κατάσταση ήταν καλύτερη, φαίνεται και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Στην μεν Παλαιά, ο Θεός δεν απευθυνόταν στους πατριάρχες και στους προφήτες με γραπτά κείμενα, αλλά κατ’ ευθείαν ο ίδιος προσωπικά, γιατί εύρισκε την καρδιά τους καθαρή. Αλλά επειδή οι Εβραίοι έπεσαν σε βυθό κακίας, χρειάστηκαν τα γραπτά κείμενα και τις πλάκες. Το ίδιο συνέβη και στην εποχή της Καινής Διαθήκης. Ούτε στους αποστόλους έδωσε κάτι γραπτό ο Θεός, αλλά υποσχέθηκε να τους δώσει αντί για κείμενο την χάρη του αγίου Πνεύματος: «Εκείνος - δη­λαδή ο Παράκλητος - διδάξει υμάς πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α ειπον υμίν» (Ιω. 14, 26). Ο Παύλος, επίσης, έλεγε ότι έχω πάρει νόμον «ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλ' εν πλαξί καρδίαις σαρκίναις» (Β΄ Κορ. 3, 3). Επειδή όμως και πάλι οι άνθρωποι παρεσύροντο στο κακό, χρειά­στηκε η υπενθύμιση με τα γραπτά κείμενα. Εννόησε λοιπόν, πόσο μεγάλο κακό είναι, ακόμη και τώρα να μη χρησιμοποιούμε όπως πρέπει το δεύτερο αυτό φάρμακο - ποιοί; εμείς, που οφείλαμε να έχωμε τόσο καθαρή ζωή ώστε να μην έχωμε ανάγκη γραπτών κειμένων. Αυτά λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
 Φάρμακο, λοιπόν, για άρρωστους είναι (κατά τον άγιο Ιωάννη) η γραπτή Παράδοση του θείου θελήματος. Και όπως κάθε φάρμακο, έτσι κι αυτό πρέπει να δίνεται με συνταγή ειδικού ιατρού. Με όσα ακολουθούν θα προσπαθήσωμε να αναγνωρίσωμε την ταυτότητα του θεράποντος ιατρού και να μάθωμε από αυτόν τις οδηγίες χρήσεως του φαρμάκου.
Κατ' αρχήν: Tι είναι η Αγία Γραφή; Μήπως είναι ένα βιβλίο, σαν όλα τα άλλα, που θεωρείται φυσικό ότι ο τυχαίος αναγνώστης μπορεί να συλλάβει αμέσως το νόημά του; Μάλλον όχι. Πρόκειται για ένα ιερό βιβλίο, που απευθύνεται πρωτίστως σε πιστούς. Μπορεί βέ­βαια ο οποιοσδήποτε να το διάβασει σαν ένα λογοτεχνικό έργο. Αλλά είναι αμφίβολο (έως απίθανο) να καταλάβει το σωστό μήνυμά του. Και είναι προφανές ότι η Αγία Γραφή λαμβανομένη ως σύνολο, ως ένα βιβλίο, έχει ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Ο άγιος Ιλάριος λέγει με έμφαση: «Το μήνυμα της Αγίας Γραφής, δεν βρίσκεται στην ξερή ανά­γνωσή της αλλά στην κατανόησή της» (non in legendo sed in intelligendo).
Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα βιβλίο, λίγο-πολύ «κλειδωμέ­νο». Ποιος όμως κρατάει το κλειδί; Ποιος μπορεί να το ξεκλειδώσει;
2.Για να δώσωμε απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει να ανιχνεύσωμε μαζί με τον Φλωρόφσκι την προέλευση των κειμένων που περιλαμβάνονται στην Αγία Γραφή:
«Είναι προφανές», παρατηρεί ο π. Γεώργιος, «ότι η Γραφή είναι δημιούργημα μιας κοινότητας, τόσο στην παλαιά οικονομία, όσο και στην Χριστιανική Εκκλησία» (Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, έκδ. Πουρναρά, σελ. 9 - 13). Που φαίνεται αυτό;
Απλούστατα φαίνεται στο ότι η Αγία Γραφή δεν είναι ΣΥΛΛΟ­ΓΗ όλων των διασωθέντων κειμένων, που μιλούν για την Αποκάλυψη του Θεού, αλλά ΕΠΙΛΟΓΗ μόνο μερικών εξ αυτών. Ποιών; Αυτών που εγκρίθηκαν και αναγνωρίσθηκαν ως αυθεντικά από την χρήση τους (και μάλιστα την λειτουργική χρήση τους) μέσα σε μια κοινότητα. Σε ποια κοινότητα; Σε μια κοινότητα με συγκεκριμένα στοιχεία ταυτότη­τας: με ιστορία, με ιεραρχία, με ορατά και επαληθεύσιμα κριτήρια αδιάσπαστης συνέχειας και ενότητας.
Και με ποιο κριτήριο η συγκεκριμένη κοινότητα έκανε την επιλογή των βιβλίων της Αγίας Γραφής; Προφανώς με το κριτήριο που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστίν ο Χριστός ο  υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού». Ας θυμηθούμε ότι αυτό το κριτήριο χρησιμοποίησε και ο Ιωάννης, για να κάνει κι αυτός μια αναγκαία επιλογή: «Πολλά μεν ουν και αλλά σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον τών μαθητών αυτού, α ουκ εστί γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω- ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστίν ο Χριστός ο υιός τού Θεού, και ίνα πιστεύ­οντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού» (Ιω. 20, 30-31). Υπήρχε επομένως συγκεκριμένος σκοπός που υπαγόρευε αυτήν την επιλογή. Και το ίδιο ισχύει κατά το μάλλον η ήττον για ολόκληρη την Αγία Γραφή.
Άρα, δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο το γεγονός, ότι μια ποικί­λη ανθολογία κειμένων διαφορετικών συγγραφέων, διαφόρων εποχών απετέλεσε ενιαίο βιβλίο. Με σκοπό την παράδοση του ενός μηνύματος της μιας αληθείας. Αυτή η ταυτότης του μηνύματος προσδίδει στα διάφορα κείμενα την πραγματική τους ενότητα παρά την ποικιλία την μορ­φής. Δεν είναι άραγε αξιοπρόσεκτο, ότι παρ' όλο που περιελήφθησαν διάφορες παραδόσεις - π. χ. στα Ευαγγέλια -, η Εκκλησία αντέστη σε όλες τις απόπειρες υποκαταστάσεως των τεσσάρων Ευαγγελίων με ένα σύνθετο Ευαγγέλιο ή μετατροπής των Ευαγγελίων σε ένα «Διατεσσάρων»; Και όλα αυτά, παρ' όλες τις (εντός η εκτός εισαγωγικών) διαφο­ρές των Ευαγγελιστών, με τις οποίες πάλεψε αρκετά για να βγάλη άκρη και ο Αυγουστίνος.
Έγινε λοιπόν επιλογή ορισμένων κειμένων, που εν συνεχεία πα­ραδόθηκαν στους πιστούς, σαν μια εγκεκριμένη ενιαία έκδοση του θείου μηνύματος. Το μήνυμα είναι θείο. Έρχεται από τον Θεό. Αλλά η συγκεκριμένη πιστή κοινότητα είναι εκείνη, που αναγνωρίζει τον κηρυττόμενο λόγο και μαρτυρεί περί της αληθείας του.
4. Αφού λοιπόν η Αγία Γραφή, ως βιβλίο, συνετάγη εντός της κοινότητος της Εκκλησίας και πρωταρχικός της σκοπός ήταν η διδα­σκαλία αυτής της κοινότητος, φυσικό συμπέρασμα είναι ότι: δεν εγέννησε η Αγία Γραφή την Εκκλησία αλλά η Εκκλησία εγέννησε την Αγία Γραφή. Η Εκκλησία είναι η μητέρα και η Αγία Γραφή είναι θυγατέρα της. Γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθή το βιβλίο αυτό από την Εκκλησία.
Να, γιατί είχε απόλυτο δίκω ο Τερτυλλιανός, όταν δεν ήταν δια­τεθειμένος να συζητή αμφισβητούμενα θέματα της πίστεως με τους αιρετικούς επί βιβλικής βάσεως. Αφού η Γραφή ανήκει στην Εκκλη­σία, η προσφυγή των αιρετικών σ' αυτήν είναι παράνομη. Δεν έχουν κα­νένα δικαίωμα πάνω σε ξένη περιουσία. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημά του στην περίφημη πραγματεία του De praescriptione haereticorum. Όποιος δεν αναγνωρίζει την μητέρα δεν μπορεί να απλώση τα χέρια του στην θυγατέρα της.
Στο πνεύμα αυτής της προβληματικής κινούμενος και ο αείμνη­στος ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος έγραφε: «Ας μας απαντή­σουν οι προτεστάντες, σε ποιο μέρος της Καινής Διαθήκης λέγεται ότι τα βιβλία της είναι 27; Ασφαλώς πουθενά! Ποιος λοιπόν σας το είπε; Ασφαλώς η παράδοση της Εκκλησίας, την οποία απορρίπτετε. Ώστε έχετε κόρην άνευ μητρός; Με ποια λογική κρατάτε την θυγατέρα, την Καινή Διαθήκη, και απορρίπτετε την μητέρα της, την Παράδοση και αυθεντία της Εκκλησίας;»  (Αντιευαγγελικοί οι Ευαγγελικοί, σελ. 26).
Και κάπου άλλου αναφερόμενος στους προτεστάντες έλεγε: «Αφού βγήκαν από τα σπλάχνα της Δυτικής Εκκλησίας τελείως γυμνοί, με μόνη την Καινή Διαθήκη στα χέρια, μοιάζουν με γυιό που ήλθε σε ρήξη με τον πατέρα του και έφυγε νύχτα από το πατρικό σπίτι γυμνός, παίρνοντας κρυφά ένα πολύτιμο αντικείμενο. Και όταν τον ρωτάνε που το βρήκε, αποφεύγει να απαντήσει!»  (Αντιευαγγελικοί οι Ευαγγελικοί, σελ. 24).
Και ίσως είναι προτιμότερο να αποφεύγουν να απαντήσουν! Γιατί είναι, πράγματι τραγελαφικό να απαντούν και να παραδέχωνται οτι ο κανόνας των βιβλίων της Αγίας Γραφής πήρε την τελική του μορφή από Συνόδους της Εκκλησίας του Δ΄ αιώνα, και συγχρόνως να θεωρούν την Εκκλησία αυτής της εποχής «αποστάτισσα». Πώς είναι δυνατό μια Εκκλησία που βρίσκεται σε αποστασία να αποφαίνεται σωστά σχετικά με ένα τόσο κρίσιμο θέμα, όπως είναι η «χαρτογράφηση» του - όπως τον αποκαλούν - αλάνθαστου Χάρτη του Χριστιανισμού, δηλαδή η τελική επιλογή των έγκυρων βιβλίων της Αγίας Γραφής; Και πώς μπορεί μια Εκκλησία «αποστάτισσα» να δίνει το νέφος τών μαρτύρων και τών απολογητών; Με ποιο κριτήριο η «χρυσή εποχή» της Εκκλη­σίας χαρακτηρίζεται περίοδος αποστασίας;
5. Ο πρώην προτεστάντης Frank Schaeffer, έχοντας ξεφύγει από αυτή την σχιζοφρένεια, θεωρεί την ιστορία τού Κανόνα της Καινής Δια­θήκης πολύ γοητευτικό θέμα, και πολύ κρίσιμο για την κατανόηση -τόσο της Γραφής όσο και της Εκκλησίας. «Για σκεφθήτε», λέει: «Για περισσότερα από 200 χρόνια, ένας αριθμός βιβλίων, τα οποία τώρα θεωρούμε οτι εξ ορισμού αποτελούν μέρος της Καινής Διαθήκης, συζητήθηκαν πολύ, πριν συμπεριληφθούν σ’  αυτήν. Και πολλά άλλα βιβλία που θεωρούνταν οτι έπρεπε να συμπεριληφθούν, τελικά αποκλεί­στηκαν»  (Frank  Schaeffer,  Χορεύοντας  μόνος , σελ. 291).
Ο αρχαιότερος πλήρης κατάλογος τών 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης δεν υπήρχε μέχρι το 367 μ.Χ., τότε που μας τον χάρισε ο Μέγας Αθανάσιος. Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος πλήρης κατάλογος τών βιβλίων της Καινής Διαθήκης, όπως τον έχομε σήμερα, δεν είχε εμφανισθή, παρά 300 και περισσότερα χρόνια μετά την έναρξη συγγραφής τών πρώτων Ευαγγελίων... Με άλλα λόγια: Αν η Καινή Διαθήκη άρχιζε να γράφεται ταυτόχρονα με το Σύνταγμα τών Η.Π.Α., εμείς δεν θα βλέπαμε ένα τελικό κείμενο πριν το έτος 2087!...
Σε μια μακρόχρονη διαδικασία η Εκκλησία διέκρινε ποια κείμε­να ήσαν γνήσια αποστολικά και ποια όχι. Μέρος αυτής της διαδικασίας αποτέλεσαν και οι Εκκλησιαστικές Σύνοδοι. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο:
α. Η Σύνοδος της Λαοδικείας, το 363 μ.Χ. διακήρυξε ότι μόνο τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πρέπει να χρησιμοποιούνται στην λατρεία. Απαρίθμησε τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως τα έχομε σήμερα, με εξαίρεση την Αποκάλυψη του Ιωάννου.
β. Η τρίτη Σύνοδος της Καρθαγένης, το 397 μ.Χ. Αυτή η Σύνο­δος την οποία παρακολούθησε και ο ιερός Αυγουστίνος έδωσε ένα πλή­ρη κατάλογο τών κανονικών βιβλίων όπως τα έχομε σήμερα. Και αυτή η Σύνοδος δέχθηκε ότι μόνο αυτά τα βιβλία πρέπει να διαβάζωνται στην Εκκλησία ως θεία Γραφή.
Έχει δίκιο λοιπόν ο Schaeffer, όταν θεωρεί «γοητευτική» την ιστορία του Κανόνα της Αγίας Γραφής. Γιατί μέσα από αυτή την ιστορία φαίνεται καθαρά ότι η Μητέρα (η Εκκλησία) με την θυγατέρα (την Αγία Γραφή) έχουν διαφορά ηλικίας τουλάχιστον... 300 χρόνια! Ή- κατά ηπιοτέραν εκφρασιν - η μητέρα κυοφορούσε την θυγατέρα τουλάχιστον... 300 χρόνια! Αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός. Ακόμη και οι προτεστάντες μπορούν ίσως να το παρασιωπή­σουν ή να το αγνοήσουν δεν μπορούν όμως να το αμφισβητήσουν.
Αν λοιπόν - κατά τους προτεστάντες - η Αγία Γραφή είναι αυ­τάρκης και αυταπόδεικτος, αν προηγείται και είναι υπεράνω της Εκ­κλησίας, αν η Γραφή ζωογονεί, συγκροτεί και ερμηνεύει την Εκκλησία και όχι η Εκκλησία την Γραφή, τότε οδηγούμεθα στο - από ιατρικής τουλάχιστον πλευράς - τερατώδες: ένα μη εσχηματισμένον εμβρυον να τρέφει και να συντηρεί την επί 300 και πλέον ετη κυοφορούσαν αυτό μητέρα του!!!

2. ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους των προτεσταντών της αυθεντίας της Εκκλησίας είναι τελείως ανιστόρητη. Αλλά και η απόδοση απόλυτης και αυθύπαρκτης αξίας στην Αγία Γραφή είναι τελείως αυθαίρετη. Αυτές όμως οι ανιστόρητες αυθαιρεσίες οδήγησαν όχι μόνο σε απλά «ιατρικά παράδοξα», όπως το ανωτέρω, αλλά κυριολεκτικά σε... τερατογενέσεις! Τερατογενέσεις που μέχρι τουλάχιστον σήμερα έχουν δημιουργήσει περίπου 23.000 προτεσταντικές ομάδες.
Όσο οι προτεστάντες δεν θέλουν να ψάξουν για το σωστό κλειδί που ξεκλειδώνει την Αγία Γραφή, τόσο θα την εκθέτουν στην υποκειμε­νική και αυθαίρετη ερμηνεία. Ο Schaeffer αφότου βρήκε αυτό το κλειδί επιστρέφοντας στην Μία Εκκλησία, ομολογεί με ανακούφιση:
«Η  Εκκλησία  ποτέ δεν  είδε   τον  εαυτό  της  ως  ένα χάος πνευματικού ατομικισμού, πολύ δε   περισσότερο ως μία δίνη 23.000 ομολογιών, που μάχονται μεταξύ τους για τον ζωτικό τους χώρο, ενώ κάθε μια είναι οπλισμένη με την δική της υποκειμενική ερμηνεία των Γραφών και με τις δικές της αυτοανακαλυπτόμενες παραδόσεις».
Και αναρωτιέται δικαιολογημένα ο πρώην προτεστάντης: «Ποια διαφορά μπορεί να έχει η φράση "σήμερα το άγιο Πνεύμα μου είπε να σας πω"  από την φράση "εν ονόματι του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών σε διατάσσω να πλύνεις τα πιάτα!". Και η μία και η άλλη προήλθαν από την αυθαιρεσία της υποκειμενικής ερμηνείας μιας παρα­δόσεως (ενός κειμένου), αποκομμένης από την πηγή που την γέννησε και την διαφυλάσσει.
Τι να περιμένει όμως κάποιος από τα πνευματικά τέκνα του Λουθήρου, ο οποίος - ενώ στην αρχή, δηλ. στίς Πανεπιστημιακές Παραδόσεις του για την ερμηνεία της Προς Ρωμαίους, δεχόταν την ερ­μηνευτική αυθεντία της Λατινικής Εκκλησίας, μετά τον πήρε η «μπόρα» (Μπόρα λεγόταν και η κυρία που παντρεύτηκε) και - άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, υποστηρίζοντας το έξης: «Όταν ο άνθρωπος συνδεθή προσωπικά με τον Χριστό δια της πίστεως, μπορεί να υποκα­θιστά όχι μόνο την ιεραρχία της Εκκλησίας αλλά και αυτή την ίδια την Εκκλησία. Σε ό,τι αφορά την πίστη, κάθε Χριστιανός είναι καθ’ εαυτόν και πάπας και Εκκλησία!». (Αυτά είναι ακριβώς τα λόγια του Λουθή­ρου από τη γερμανική έκδοση των έργων του, τ. 5 σελ. 407).
Έτσι συχνά ακούμε προτεστάντες να ισχυρίζονται: «Η Εκκλησία ζει  μέσα στην καρδιά μου. Είναι η πίστη που έχω μέσα μου. Εγώ κου­βαλώ την Εκκλησία μέσα μου!»
Σ’ αυτό το κατάντημα οδήγησε η πολεμική ιαχή Sola Scriptura, που κατά τον Schaeffer δεν είναι πια τίποτε περισσότερο από τον πρώτο στίχο του προτεσταντικού τραγουδιού:  «I did it my way!» (που σε αρκετά ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «έτσι πιστεύω, γιατί έτσι μου αρέσει!). Και καταλήγει ο εν λόγω ορθόδοξος αμερικανός: «Η επανάσταση που ξεκίνησε με την ιαχή «Έξω οι επίσκοποι! Μόνο η Γραφή!» κατέληξε στην αναγνώριση ότι: η Βίβλος εξω από το πλαίσιο της Ιερας Παραδόσεως, της Θείας Λειτουργίας, της Μυστηριακής ζωής και της προσευχής, «σημαίνει» αυτό που θέλει ο καθένας να σημαίνε».
«Μια τέτοια χρήση της Γραφής ανοίγει την πόρτα για την "θεολο­γία των δαιμονίων"», λέγει ο Ευάγριος ο Ποντικός. Μια τέτοια μελέτη της Γραφής, χωρίς ενδιαφέρον για την ιστορία, την λατρεία, την ερμη­νεία της Εκκλησίας, την υποβιβάζει σε έναν αχταρμά, που δεν διαφέρει από τις συμβουλές των αστρολόγων που δημοσιεύονται καθημερινά στις εφημερίδες. Και τέτοιου είδους αστρολογικά κείμενα χρησιμοποι­ούν την Γραφή, όχι ως το βιβλίο που ομιλεί περί της Μιας αληθείας, αλλά μάλλον σαν είδος τυχερού παιχνιδιού, με το όποιο παίρνομε προσωπικά και μαγικά μηνύματα.
«Νομίζω», συνεχίζει ο Schaeffer, «ότι το κίνητρο γι' αυτού του είδους την αστρολογική εκδοχή της «βιβλικής μελέτης» και γι' αυτού του είδους την «προσευχή» που την συνοδεύει, είναι το ίδιο με εκείνο που οδηγεί δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων στα μέντιουμ και στις χαρτορίχτρες. Πρόκειται για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικής πίστεως. Αυτό ίσως αποτελεί το τελειωτικό κτύπημα στους ισχυρι­σμούς της ιστορικότητας του Χριστιανισμού.
Ο σύγχρονος προτεσταντισμός κατέστησε το κείμενο της Γραφής ακατανόητο εξω από ατομικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Και έτσι ο κύκλος της υποκειμενικότητας συμπληρώθηκε: Η πίστη έχει τώρα προσωποποιηθή σε «αναγεννητική εμπειρία». Η Εκκλησία «ζει μέσα στις καρδιές μας». Τα Μυστήρια είναι «μόνον σύμβολα». Και σε τελική ανάλυση το «μήνυμα» της Βίβλου αποδεικνύεται ένα μήνυμα,  που «ακούγεται» στο εσωτερικό κάποιων επιπόλαιων, στους οποίους μυστι­κές φωνές «αποκαλύπτουν» πράγματα που κανένας άλλος δεν μπορεί να ακούσει».
Που βρίσκουν λοιπόν την παρρησία οι σημερινοί κατακερματισμέ­νοι προτεστάντες, και ιδιαίτερα οι Πεντηκοστιανοί, να μέμφωνται την Ορθόδοξη Εκκλησία ότι ακολουθεί ανθρώπινες παραδόσεις αντίθετες προς την Αγία Γραφή και την Αποστολική διδασκαλία; Πότε θα καταλάβουν αυτό που κατάλαβε και ένας ακόμη μεταστραφείς στην Ορθοδοξία Προτεστάντης, ο αμερικανός π. Γρηγόριος Rogers, ότι το ερώτημα δεν είναι αν «θα είμαι υπέρμαχος ή πολέμιος, της ή των παραδόσεων, αλλά το ποια παράδοση θα ακολουθήσω!»  (Coming Home, p. 23-35).
α. Ο π. Γρηγόριος άνηκε σε μια προτεσταντική σέκτα, που είχε τις ρίζες της στην Αναγεννητική Κίνηση του Alexander Campbell. «Κάποια στιγμή», λέει, «κατάλαβα ότι κι εγώ ο αντιπαραδοσιακός τελικά ακολουθούσα μια ανθρώπινη υποκειμενική παράδοση, την παράδοση του Campbell».
 Εφαλτήριο για να βγει από το χάος του προτεσταντικού υποκειμενισμού και να αρχίσει να πατάει στο οδηγητικό έδαφος της ιστορικής Εκκλησίας ήταν για τον Rogers ο κανόνας του Αγίου Βικέντιου του Λειρίνου, που λέει: «Πίστις είναι ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη». Ο κανόνας αυτός, έστω κι αν σωστά χαρακτηρίζεται από τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκι «ανεπαρκής για να ορίσει πλήρως την παραδοθείσα Πίστη», εν τούτοις ήρκεσε για να στρέψη τα μάτια του πρώην προτεστάντη στα κείμενα των Πατέρων και στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων.
β. Κάποιος άλλος, ο επίσης αμερικανός π. Ιωάννης Pro, επί 35 χρόνια Βαπτιστής πάστορας, βρήκε τον δρόμο του προς την ιστορική Εκκλησία διαβάζοντας λίγο πιο προσεκτικά το 13ο κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής. Ιδιαίτερα το χωρίο: «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν τον λόγον του Θεού, ων... μιμείσθε την πίστιν», και το χωρίο: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε…» του έστρεψαν τα μάτια προς την ιστορική Ιεραρχία της Εκκλησίας. Και έτσι άρχισε να ψάχνη για τον ηγούμενό του, δηλ. τον επίσκοπό του, με οδηγό τον αποστολικώτατο Πατέρα, άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Το πιο ωραίο είναι, ότι αποχαιρέτησε τους Βαπτιστές, κάνοντάς τους ένα αφυπνιστικό κήρυγμα με τίτλο: «Η Αγία Γραφή, όπως εμείς οι Βαπτι­στές δεν μας αρέσει να την ακούμε!» Αφού τελείωσε το κήρυγμα, εκινδύνευσε να εξέλθει από την αίθουσα... δια του παραθύρου! (Coming Home, p. 95-103).
γ. Να τελειώσω την αναφορά μου στους μεταστραφέντες, με,τον  -πάλι αμερικανό - π. Πέτρο Gillquist, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα «ξυ­πνητήρια» που τον αφύπνισαν, αναφέρει και το χωρίο από το β΄ κεφάλαιο της Β΄ προς Θεσσαλονικείς: «Αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών...».
Εκεί ο π. Πέτρος πρόσεξε ότι η Αποστολική Διδαχή δεν παρεδόθη μόνον γραπτώς αλλά και δια λόγου. (Peter Gillquist, Becoming Orthodox, p. 61- 75). Και έψαξε να βρει ποιος είναι ο ιστορικός φορέας αυτού του λόγου.
Φυσικά δεν βρήκε κάποια καλά οργανωμένη Τράπεζα Πληροφο­ριών με μαγνητοφωνημένες τις ομιλίες τών Αποστόλων! Βρήκε, όμως, ότι η Εκκλησία (που δεν απαγορεύεται να την έχουμε και στην καρδιά μας - όπως κάθε τι που αγαπάμε) έχει και ιστορική διάσταση. Και ότι αυτή είναι, η Μία Αποστολική Εκκλησία, δια της οποίας λαλεί το Πνεύμα το Άγιο.
Από όσα ομολογούν και οι ως άνω μεταστραφέντες στην Ορθοδοξία προτεστάντες, η βασική αιτία που οδήγησε τον προτεσταντισμό στην αυθαιρεσία της υποκειμενικής ερμηνείας τών Γραφών, είναι η λανθασμένη τους αντίληψη περί της θεοπνευστίας τών ιερών κειμένων της Αγίας Γραφής. Πιστεύουν δηλαδή, ότι η θεοπνευστία είναι μία έκτακτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, για να γράψουν οι ιεροί συγ­γραφείς τα κανονικά βιβλία, ώστε αυτά να είναι ο ασφαλής οδηγός της μετέπειτα Εκκλησίας. Η άποψη αυτή έχει και την ακραία κατάληξη ότι τα κείμενα γράφτηκαν καθ’ υπαγόρευση του Αγίου Πνεύματος, και επομένως είναι θεόπνευστα κατά γράμμα!
Έτσι καταντούν να ταυτίζουν την Αγία Γραφή με την αποκάλυ­ψη του Θεού. Δικαιολογημένα, λοιπόν, τους κατηγορεί ο Inge ότι «το πιστεύω τους είναι ουσιαστικά επιστροφή στο Ευαγγέλιο με το πνεύμα του Κορανίου!»
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ορθά-κοφτά (δηλαδή ορθοτομών την αλήθεια) λέγει ότι αυτή η ιδέα (ότι μπορεί δηλαδή να ταυτισθή η Γραφή με την Αποκάλυψη) είναι «ου μόνον γελοία από πατερικής απόψεως αλλά και καθαρά αίρεσις. Η Γραφή δεν είναι αποκάλυψις, αλλά λόγος περί της Αποκαλύψεως». Και καταλήγει ο π. Ιωάννης σε μία παράγραφο που ξεκαθαρίζει τα πάντα:
«Δια τους Πατέρας η αυθεντία δεν είναι μόνον η Βίβλος, αλλά η Βίβλος συν τοις θεουμένοις, τ.ε. τοις προφήταις, τοις αποστόλοις, τοις αγίοις, δηλαδή τη παραδόσει της Πεντηκοστής, δι' ης το άγιον Πνεύμα θεοί τους εκκρίτους και δι’ αυτών φωτίζει τους φωτιζόμενους και καθα­ρίζει τους χατηχουμένους. Η Βίβλος δεν είναι καθ' εαυτήν ούτε θεόπνευστος, ούτε αλάθητος. Γίνεται θεόπνευστος και απλανής, εντός της κοινωνίας τών αγίων, οι οποίοι έχουν την πείραν της απερίγραπτου θείας δόξης, την περιγραφείσαν εν τη Βίβλω, αλλά ουχί μεταδοθείσαν δια μόνης της Βίβλου. Εις τους εκτός της ζώσης παραδόσεως της θεωρί­ας…» (=θεοπτίας, θεοφανείας), δηλαδή εις τους εκτός της Εκκλησίας, «…η Βίβλος παραμένει βιβλίον κλειστόν, το οποίον δεν ξεκλειδώνει τα μυστήριά της, εφ' όσον λείπει η κλείς της θεωρίας εις τας χείρας τών θεουμένων του σώματος του Χριστού» (Χαριστήρια Μελίτωνος, σελ.498).
3. ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ
 Σεβαστοί Πατέρες και αδελφοί,
Κατανοούμε απόλυτα τον λόγο, που οδήγησε κάποτε κάποιους αδελφούς μας ακόμη μακρύτερα από το Πατρικό τους Σπίτι, δηλ. την Μία Εκκλησία. Οι αυθαίρετες καινοτομίες της Παπικής Εκκλησίας ξε­φτίλισαν κάθε έννοια της δια λόγου Παραδόσεως. Αντί όμως να οδηγη­θούν οι σκανδαλισθέντες ρωμαιοκαθολικοί στην πατρική εστία, προς την οποία ο τότε Πατριάρχης μας Ιερεμίας ο Β΄ με τόση ευγένεια και αγάπη τους εκάλεσε να επιστρέψουν, απομακρύνθηκαν ακόμη περισσό­τερο (Γ. Φλωρόφσκι, Χριστιανισμός και Πολιτισμός, σελ. 181-196).
 Και ενώ τους ενόχλησαν οι καλοδιατυπωμένοι υπαινιγμοί του Πατριάρχη ότι ακολουθούν ανθρώπινες επινοήσεις, επέμειναν στο δό­γμα της semper reformanda Εκκλησίας (της Εκκλησίας που πρέπει συνεχώς να μεταρρυθμίζεται, να μετασχηματίζεται). Όμως αυτό το δόγμα, τους οδήγησε σ’ αυτό, που με «φιλελεύθερο» θράσος διακηρύσσει ένα προτεσταντικό γαλλικό περιοδικό του διαδικτύου: «η αίρεση είναι καθήκον!»
 Αν επέστρεφαν στο Πατρικό τους, θα έβλεπαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν είχε σχέση με μια «Θεολογία της αγίας Ακινησίας», όπως ειρωνικά μας κατηγορεί, το ως άνω περιοδικό. Ποτέ δεν είχε αλλεργία με την έννοια της σωστής μεταρρύθμισης. Η Ορθόδοξη Εκ­κλησία ποτέ δεν ταλαιπωρήθηκε από μια στείρα παραδοσιαρχία (όπως ταλαιπωρούνται οι συμπαθείς παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι λόγω της νοσηρής προσκόλλησης τους σε παραδόσεις - με μικρό π - τελικά κα­τάντησαν στο του Λουθήρου, ολίγον παραλλαγμένο: «κάθε Χριστιανός είναι καθ' εαυτόν Πατριάρχης και Εκκλησία!» Και γι' αυτό, σε λίγο, οι ομάδες τους θα συναγωνίζονται σε αριθμό τις προτεσταντικές σέκτες).
 Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είχε πρόβλημα, από την μια, το 268, στην Σύνοδο της Αντιοχείας, να καταδικάζει τον όρο «ομοούσιος», όπως βλασφήμως τον χρησιμοποιούσε ο Παύλος ο Σαμοσατεύς (για να υποστηρίξει τον Μοναρχιανισμό του) και από την άλλη, μετά από 50 χρόνια να τον υιοθετεί τον ορο «ομοούσιος» (ορθοδόξως, βέβαια) και να τον βάζει στο Σύμβολο της Νικαίας! Και ο ... αρχιμεταρρυθμιστής Μέγας Αθανάσιος εξηγεί και καθησυχάζει τους «σούπερ ορθοδόξους» της εποχής του: «Οι πάντες (και οι συνελθόντες στην Αντιόχεια και οι συνελθότες στην Νίκαια) Πατέρες εισίν. Οι πάντες εκοιμήθησαν εν Χρι­στώ. Πάντες γαρ επρέσβευον τα Χριστού,  και πάντες σπουδήν εσχήκασι κατά των αιρετικών και οι μεν (της Αντιοχείας) τον Σαμοσατέα κατέκρινον, οι δε (της Νικαίας) τον Άρειον...» (Περί Συνόδων 43,1 - 45,2).
 Και ενώ, για 56 ολόκληρα χρόνια οι ορθόδοξοι ζούσαν έναν αδυσώπητο διωγμό από τους αρειανούς και προτιμούσαν να τους κόψουν το κεφάλι, παρά να κόψουν οι ίδιοι από την ομολογία τους την λέξη «ομοούσιος», ξαφνικά, στην Β' Οικουμενική Σύνοδο, παρακάμπτουν την πολύπαθη αυτή λέξη. Συνειδητά παραμερίζουν έναν όρο που εξέ­φραζε κατά τρόπο τέλειο την δογματική ακρίβεια, κάνοντας οικονομία. Ναι, καλά ακούσατε: οικονομία σε μία διατύπωση δόγματος! Μόνο και μόνο για να διευκολυνθεί η επιστροφή στην Εκκλησία των καλής διαθέ­σεως Μακεδονιανών - πνευματομάχων. Αυτήν την χριστομίμητη οικο­νομία την αποδέχεται ολόψυχα και ο στύλος της Ορθοδοξίας άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Και φτάνουν οι απολλιναριστές να «το παίζουν» «σούπερ ορθόδοξοι» και υπέρμαχοι του ομοουσίου, και να τον κατηγο­ρούν ότι πρόδωσε την πίστη!
 Συγχωρείστε μας μια παρένθεση για να πούμε ότι οι «σούπερ ορθόδοξοι» της εποχής του Μεγάλου Αθανασίου, της εποχής του αγίου Γρηγορίου και κάθε εποχής, συνηθίζουν να «τρώγονται με τα ρούχα τους», για να βρουν δήθεν «αιρετικές» λέξεις και να κάνουν «σαματά». Που νάξεραν οι ταλαίπωροι τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που λέει με παρρησία: «Είωθεν εξ αρχής, ου μόνον η Θεία Γραφή, αλλά και οι άγιοι Πατέρες περί τας λέξεις αδιαφορείν ότι ουδέν αδικούσιν αι λέξεις, όταν άλλως είη τα πράγματα.» Και καταλήγει ο Παλαμάς ότι «η περί τας λέξεις σμικρολογία» είναι άγνωστη στους αγίους Πατέρες. Και ότι όποιος προσέχει «μη τω σκοπώ του συγγεγραφότος, αλλά ταις λέξεσι», καταντάει να «επισεμνύνεται ψεύδει», δηλαδή να έχει ψευδή αντίληψη περί της πίστεως και να καμαρώνει κι από πάνω (Προς Διονύσιον, παρ. 13, εν Παν. Χρήστου, 2, 490).
 Κλείνομε την παρένθεση.
 Η πιστότητα στην Παράδοση (με κεφαλαίο «Π»), δεν εμπόδισε τους Πατέρες της Εκκλησίας να δημιουργήσουν «νέα ονόματα» (όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος), όταν αυτό ήταν αναγκαίο για την προστασία της αναλλοιώτου πίστεως. Έστω κι αν αυτά τα «νέα ονό­ματα» κάποτε σκανδάλιζαν τους δήθεν εραστές της Παραδόσεως. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, από πόσους συγχρόνους του θεωρήθηκε νεωτεριστής ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, όταν αντέταξε στην συμβατική θρησκευτικότητα την εμπειρία της εν Χριστώ ζωής! Ακόμη και ο άγιος Γρηγόρης ο Παλαμάς χαρακτηρίσθηκε από τους αντιπά­λους του καινός (με αι) θεολόγος και επικίνδυνα νεωτερίζων.
 Όλες όμως αυτές οι ορθόδοξες μεταρρυθμίσεις δεν έθιξαν ποτέ την άπαξ παραδοθείσαν τοις αγίοις πίστιν. Απλώς μπροστά σε κάθε απειλή παραχαράξεως της πίστεως, η Εκκλησία αναγκαζόταν να περι­φρουρεί την μία αναλλοίωτη αλήθειά της, επαναδιατυπώνοντάς την με την προσθήκη νέων ονομάτων (όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος). Αυτές οι νέες διατυπώσεις δεν προσέθεταν κάποια νέα αλήθεια ή κάποια νέα αποκάλυψη, που δεν γνώριζε η Εκκλησία προηγουμένως, ούτε οδηγού­σαν σε μια καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση της άποκαλύψεως. Απλώς ήταν όροι προσαρμοσμένοι και συμβατοί με το νέο εννοιολογι­κό πλαίσιο που χρησιμοποιούσε η εμφανισθείσα αίρεση, ώστε μέσω αυτών να γίνη φανερή η συνήθως μασκαρεμένη κακοδοξία.
 Ο Μέγας Βασίλειος ξεκαθαρίζει τα πράγματα λέγοντας: «Αν κάθε φορά αλλάζαμε το περιεχόμενο της πίστεως ανάλογα με τις προκλήσεις και τις περιστάσεις, τότε θα ήταν φευδής η απόφασις του ειπόντος: ΄΄Εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα.΄΄ Ει δε εκείνα αληθή, μηδείς υμάς εξαπατάτω τοις κενοίς λόγοις». Και καταλήγει: «Πίστιν δε ημείς, ούτε παρ’ άλλων γραφομένην ημίν νεωτέραν παραδεχόμεθα, ούτε αυτοί τα της ημετέρας διανοίας γεννήματα παραδιδόναι τολμώμεν, ίνα μη ανθρώπινα ποιήσωμεν τα της ευσέβειας ρήματα. Αλλ’ άπερ παρά των αγίων Αποστόλων και Πατέρων δεδιδάγμεθα, ταύτα διαγγέλλομεν...» (Έπιστολαί 226,3 και 140,2).
 Υποκύπτω στον πειρασμό να αναφέρω και ένα ακόμη θαυμάσιο χωρίο του Μεγάλου Βασιλείου, που αναφέρεται σε μια άλλη «αύξηση, συμπλήρωση ή και Ανανέωση» της παραδοθείσης πίστεως, που δεν έχει απαραίτητα σχέση με τις προκλήσεις των αιρέσεων. Γράφοντας ο Μέ­γας Βασίλειος στον ευμετάβλητο στην πίστη Ευστάθιο Σεβαστείας εξο­μολογείται τα εξής: «Όλη μου η ζωή είναι για κλάματα. Για ένα μόνο τολμώ να καυχηθώ: ότι ουδέποτε πεπλανημένος έσχον τας περί Θεού υπολήψεις ή (προσέξτε) ετέρως φρονών μετέμαθον ύστερον. Αλλά την πίστη που παρέλαβα από την μακαρίτισσα την μητέρα μου και την γιαγιά μου την Μακρίνα, ταύτην ΑΥΞΗΘΕΙΣΑΝ έσχον εν εμαυτώ».
 Και εξηγεί σε τι συνίστατο αυτή η αύξηση: «Ου γαρ άλλα εξ άλλων μετέλαβον εν τη του λόγου συμπληρώσει, αλλά τας παραδο­θείσας μοι παρ’ αυτών αρχάς ΕΤΕΛΕΙΩΣΑ, (δηλ. τελειοποίησα). Ώσπερ γαρ το αυξανόμενον μείζον μεν από μικρού γίνεται, ταυτό δε εστίν εαυτώ, ου κατά γένος μεταβαλλόμενον, αλλά κατ’ αύξησιν τελειούμενον, ούτω λογίζομαι εμοί τον αυτόν λόγον δια της προκοπής ηυξήσαι...» Και αυτή η αύξηση δεν σημαίνει ότι άλλα έλεγα κάποτε και άλλα λέω τώρα. Ούτε έγινε κάποια μεταβολή στα λεγόμενα μου εκ του χείρονος προς το βέλτιον. Απλώς έγινε «συμπλήρωσις του λείποντος κατά την προσθήκην της γνώσεως» (Επιστολή 223, 3-5).
 Τα λόγια αυτά του αγίου Πατρός φανερώνουν την αύξησή του στην θεογνωσία, την ανανέωση - αν θέλετε - της εμπειρίας του εν τη πίστει. Μια ανανέωση όμως, που στηρίζεται στην ζώσα Παράδοση της Εκκλησίας.
Μια τέτοια - ας την πούμε «μεταρρύθμιση» (για να μας καταλα­βαίνουν και οι προτεστάντες) δεν είναι απλώς θεμιτή αλλά και αναγκαία. Διότι απλούστατα η εμπειρία του ζώντος Θεού και ο περί Αυτού λόγος ή ομολογία, δεν είναι δυνατόν να θεωρούνται στοιχεία νεκρά και στατικά, μάλιστα δε εντός των προβλημάτων του κόσμου και της ιστορίας. Άρα η κατά τον Μέγαν Βασίλειον αύξησις, προκοπή, συμπλήρωσις και τελείωσις της πίστεως, συνιστά την μόνη ορθόδοξη ανανέωση της Παραδόσεως, που δεν είναι τίποτε άλλο από την εν ε­κάστη  εποχή  της  ιστορίας  ζώσα   εμπειρία  της ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΥ πίστεως της Εκκλησίας και τον περί αυτής ζώντα λόγο, ομολογία, θεολογία, μαρτυρία ή όπως αλλιώς θέλετε.
Κλείνω την απόπειρα απαντήσεως των θεμελιωδών ερωτημάτων που τέθηκαν στην αρχή, επιστρέφοντας στο προτεσταντικό βιβλιαράκι που αποτέλεσε την αφορμή της εισηγήσεως.
Σκοπός του βιβλίου (όπως αναφέρεται στον πρόλογο) είναι να δείξει «με βάση το γραφτό λόγο του Θεού και την Εκκλησιαστική Ιστορία» (κρατήστε αυτό το περί Εκκλησιαστικής Ιστορίας), να δείξει λοιπόν ότι «η Ιερή Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν προέρ­χεται από τον Χριστό ή τους Αποστόλους αλλά είναι ανθρώπινη και πολύ μεταγενέστερη. Και το σπουδαιότερο ότι είναι αντίθετη με την Αγία Γραφή, και συνεπώς επιζήμια για τις φυχές που την πιστεύουν».
Στόν πρόλογο επίσης μας προειδοποιεί ότι για θέματα ιστορίας παραπέμπει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Στεφανίδη. Και αυτό είναι ενδιαφέρον, γιατί - όπως είδαμε - οι προτεστάντες δεν τα πάνε τόσο καλά με το μάθημα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Στην καλύτε­ρη περίπτωση την διαβάζουν επιλεκτικά.
Επίσης είναι ενδιαφέρον, ότι και σε άλλο έντυπο της ομάδας δεν αρνούνται την ιστορική μαρτυρία, ότι τον Κανόνα της Αγίας Γραφής τον καθώρισε η Εκκλησία του Δ΄ αιώνα.
Και ερωτάμε: Δεν είναι τουλάχιστον λογικό να δεχθούν ότι εκεί­νη η Εκκλησία υπήρξε πράγματι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας»; (Α΄ Τιμ. γ. 15). Πώς αλλιώς θα ήταν σωστός ο Κανόνας των βιβλίων της Γραφής; Γιατί λοιπόν η διδαχή τών εν λόγω Πεντηκοστιανών δεν έχει καμμιά σχέση με την πίστη εκείνης της Εκκλησίας;
Απλούστατα διότι δεν κατάλαβαν αυτό, που με τόση σαφήνεια διακηρύσσει ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς: ότι δηλαδή, η Παρά­δοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ήταν ποτέ δυνατόν να ταυτισθή με εθελοθρησκείες, με εντάλματα και διδασκαλίες ανθρώπων, εφ' όσον για τους Ορθοδόξους, «Παράδοσις είναι ο αεί ζων Θεάνθρωπος Χριστός, ο πάντοτε παρών εν τω Θεανθρωπίνω Σώματι της Εκκλησίας» (Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός: 88-89).


ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ 
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com

Δευτέρα, Ιουνίου 27, 2011

Ο Μαρτυρικός Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις( + 27061971)

Πίνακας περιεχομένων

[1 Βιογραφία

[Επεξεργασία] Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1572. Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει από την Ήπειρο. Στην αρχή μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Βλαστό, ύστερα πήγε στη Βενετία, όπου σπούδασε κοντά στο Μάξιμο Μαργούνιο και στον Παύλο Σάρπα, τον φοβερό του Πάπα αντιπάλου. 17 ετών μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας στην Ιταλία. Επισκέφτηκε την Γενεύη, Ολλανδία, και Γερμανία και επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου μεταβαίνοντας στον θείο του Μελέτιο Πηγά έγινε κληρικός στην Αλεξάνδρεια το 1593 και μετονομάστηκε Κύριλλος. Μέσα σε λίγο διάστημα προήχθη στο αξίωμα του αρχιμανδρίτη. Στάλθηκε κατόπιν δύο φορές στην Πολωνία και τη Ρωσία, όπου εργάστηκε ενάντια στην επιρροή που προσπαθούσε να ασκήσει στις περιοχές αυτές το Βατικανό, χωρίς όμως να μπορέσει να την αποτρέψει.
Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Πηγά, τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών. Από τη θέση αυτή καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της Δυτικής Εκκλησίας. Προκαλεί την εχθρότητα του φιλοκαθολικού Οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου Β' και εκλέγεται αμέσως μετά τοποτηρητής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Επιβάλλεται όμως ως Πατριάρχης ο λατινόφρων Τιμόθεος Β' και ο Λούκαρις αποσύρεται στο Άγιο Όρος και από εκεί πηγαίνει στη Βλαχία. Δεν εγκαταλείπει τους αγώνες του εναντίον των Καθολικών. Έτσι στο διάλογό του Ζηλωτής και Φιλαλήθης επιτίθεται εναντίον των Ιησουϊτών, που είχαν αναπτύξει έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ορθόδοξης εκκλησίας.
Στις 4 Νοεμβρίου 1620 εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε οι πρεσβείες των καθολικών χωρών τον πολέμησαν με λύσσα. Τον ανεβοκατεβάζουν από το θρόνο κατηγορώντας τον ως καλβινίζοντα για τη φιλική του στάση προς τους διαμαρτυρόμενους και την έκδοση το 1631 της περίφημης Ομολογίας του, μολονότι ο ίδιος πάντα διακήρυσσε ότι ήταν Ορθόδοξος. Τον κατήγγειλαν ότι ετοιμάζει επανάσταση των Ελλήνων και οι Τούρκοι τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου και τον στραγγάλισαν στις 27 Ιουνίου 1638. Το πτώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα όπου το βρήκαν ψαράδες και το έθαψαν. Οι εχθροί του όμως ξέθαψαν το σώμα του και το ξανάριξαν στη θάλασσα, αλλά βρέθηκε και πάλι.
Πιστεύεται ότι ο Λούκαρις, όταν έγινε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, πήρε μαζί του τον Αλεξανδρινό Κώδικα —έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς Βιβλικούς Κώδικες που σώζονται έως σήμερα— και αργότερα τον έστειλε ως δώρο στον Βασιλιά Ιάκωβο Α' της Αγγλίας[1]. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος ήταν εκείνος που έδωσε εντολή να γίνει μια νέα μετάφραση της Βίβλου στην Αγγλική, η οποία ξεκίνησε το 1607 και ολοκληρώθηκε το 1611 και η οποία έγινε γνωστή ως «Μετάφραση Βασιλέως Ιακώβου» King James Version ή Authorized Version)[2]. Ο Ιάκωβος πέθανε πριν του παραδοθεί ο Κώδικας κι έτσι τον παρέλαβε ο διάδοχός του Κάρολος Α' το 1627.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρει σχετικά με τον Λούκαρι: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος».

[Επεξεργασία] Κρίσεις

Κάποιοι υποστηρίζουν πως κατέφυγε προς τους Διαμαρτυρόμενους μόνο για να τους έχει σύμμαχους εναντίον των Καθολικών, χωρίς να απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη γραμμή. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο ίδιος είχε πει στον πρεσβευτή της Γαλλίας ντε Μαρσεβίλ: «... στο ζήτημα των πεποιθήσεών μου δε θα υπακούσω ούτε στο βασιλιά της Γαλλίας ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου». Αντίθετα άλλοι τον θεωρούν ως τον Πατριάρχη που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία υποστηρίζει πως είναι η πνευματική συνέχεια του έργου του[3].
Ο Λούκαρις υπήρξε κορυφαία μορφή του Ελληνισμού. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις πράξεις και τις ενέργειές του βλέπουμε την τάση του Ελληνισμού για να έρθει σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Φρόντισε για την παιδεία του Μητροφάνη Κριτόπουλου και μετέφερε το 1627 στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων.

Το θαύμα του μαύρου παπά Λάζαρου

 

 
π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης (Κογκό)
 
Την περίοδον του εξαμήνου του 2006, που έμεινα στο Κολουέζι, έμαθα με μεγάλη μου κατάπληξι πώς ο ιθαγενής ιερεύς μας παπά Λάζαρος θεράπευσε ένα παιδάκι έξι ετών, το οποίον ήταν παράλυτο από μάγια.
Η ιστορία είναι αληθινή, διότι μου την διηγήθηκε ο ίδιος ο παπά Λάζαρος, ο οποίος για την μεγάλη του αρετή και απλότητα, έχει λάβει το χάρισμα από τον Θεό να θεραπεύη ασθενείς και να διώχνη τα δαιμόνια.
Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2005 τον έστειλε ο Προϊστάμενός του π. Μελέτιος (νυν Επίσκοπος Κο­λουέζι και πάσης Κατάγκας) στην κωμόπολι Μουτσάτσα για να επιτελέση τις Ακολουθίες του Δωδεκαημέρου. Με τα άθλια μέσα της συγκοινωνίας, παρότι η απόστασις είναι 200 χιλιόμετρα, επιτέλους έ­φθασε σε δύο ημέρες, αφού το αυτοκίνητο την μία φορά εχάλασε και την άλλη εκόλλησε στην λάσπη. 
Επί τέλους ο π. Λάζαρος έφθασε στην κωμόπολι. Προχωρεί προς την εκκλησία χορτοκαλύβα του Αγίου Σάββα. Μπροστά του βρέθηκε μία κακοντυμένη γυναίκα που κρατούσε το παράλυτο παιδί της στην αγκαλιά της. Το σώριασε μπροστά του και χωρίς χαιρετισμό και δεύτερη κουβέντα του λέγει:
-Πάτερ, θέλω να μου θεραπεύσης το παιδί μου.
-Ποιος είμαι εγώ, κυρία μου, ένας άνθρωπος αμαρτωλός, που θα θεραπεύσω το παιδί σου; Ποια εκκλησία ακολουθείς;
-Ανήκω στην Καθολική εκκλησία.
-Πήγαινε στους ιερείς της εκκλησίας σου. Αυτοί να το θεραπεύσουν.
-Επήγα και μ' έδιωξαν. Μου είπαν δεν ημπο­ρούμε εμείς, πήγαινε στους Ορθοδόξους.
 
Ο π. Λάζαρος βρέθηκε σε αμηχανία. Από την μια μεριά η γυναίκα να μην υποχωρή. Να έχει πετάξει το παράλυτο παιδί της στα πόδια του και να τον θερμοπαρακαλεί για την θεραπεία του. Από την άλλη ο ίδιος αισθάνεται την αναξιότητά του και διστάζει να βγάλη το Ευχολόγιο. Τελικά μία εσωτερική θεία δύναμις τον ώθησε και πήρε την απόφασι. Θεώρησε ότι ίσως είναι θέλημα Θεού να διαβασθούν στο παιδί οι ευχές της Εκκλησίας μας.
Πράγματι, έβγαλε το Ευχολόγιο της Εκκλησίας μας, στην γλώσσα σουαχίλι, γονάτισε μπροστά στο παιδί κι άρχισε να διαβάζη τους εξορκισμούς του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Αγίου Βασιλείου.
Στο τέλος, όπως μου είπε ο ίδιος, με απόλυτη φυσικότητα και ξένος από κάθε έννοια κενοδοξίας, σηκώθηκε και είπε προστακτικά στο παιδί: «Στο Όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω επάνω και περιπάτησε».
Πράγματι, το παιδάκι που μέχρι εκείνη την στιγμή περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα, άρχισε να σηκώνη το κορμάκι του και να στέκεται στα πόδια του.
Η μητέρα του κλαίγοντας από χαρά και ευχαριστίες, κρατώντας το παιδί της από το χέρι διαλαλούσε το θαύμα σ' όλη την πόλι Μουτσάτσια. Σήμερα μάνα και γυιός είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μας και χαίρουν άκρας υγείας.
Όσοι δυσπιστούν για το θαύμα αυτό, ας φθά­σουν μέχρι το Κολουέζι του Κογκό και όχι μόνο θ' α­πολαύσουν το χαρίεν και αγιασμένο πρόσωπο του πατρός Λαζάρου, αλλά και θ' ακούσουν και θα ι­δούν όσα έγραψα παραπάνω.

ΠΗΓΗ: «Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ»
ΜΟΝΑΧΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

- επαφή με τους νεκρούς

-

Η εποχή μας, εποχή μεγάλης πνευματικής αναζήτησης, κυριαρχείται από μια δίψα για μεταφυσικές εμπειρίες. Χιλιάδες άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο στρέφονται σε όποια γωνιά πληροφορηθούν ότι μπορεί να βρουν ανθρώπους που "έσπασαν το φράγμα" του υλικού και του πνευματικού κόσμου ή δασκάλους που υπόσχονται να τους διδάξουν παρόμοιους δρόμους.
"Σε όποια γωνιά" είπα; Μάλλον όχι. Υπάρχει μια γωνιά, που ελάχιστοι την αναζητούν. Είναι "το πιο καλά κρυμμένο μυστικό του κόσμου", όπως το χαρακτήρισε ένας άγιος, που κάποτε κλείστηκε στο Νταχάου κι από κει μέσα απεύθυνε ένα συγκλονιστικό κείμενο προς τους λαούς της Ευρώπης. Το χαρακτήρισε "καλά κρυμμένο", γιατί είναι ακριβώς δίπλα μας, αλλά το προσπερνάμε χωρίς να το βλέπουμε.
Αυτό το καλά κρυμμένο μυστικό, η καρδιά & ο θησαυρός της δικής μας πνευματικής παράδοσης και κληρονομιάς, είναι η ορθόδοξη πνευματικότητα. Στον πνευματικό αυτό δρόμο -το λιγότερο ταξιδεμένο- οι μεγάλοι και άγιοι διδάσκαλοι διδάσκουν και την ενότητα & επαφή όλων των όντων, όλων των κόσμων, αλλά και κάτι απίστευτα σημαντικό: την αποφυγή της πλάνης, γιατί πάρα πολλές εμπειρίες, δήθεν φωτεινές, είναι στην πραγματικότητα παγίδες με ολέθριες συνέπειες.
Ψάξε τους δρόμους της παράδοσής σου, Έλληνα, Βαλκάνιε, Ρώσε, Σύριε - ψάξε τους αρχαίους δρόμους της κληρονομιάς σου, Άραβα, Δυτικοευρωπαίε... Ψάξε τους με το σωστό τρόπο, όπως θα ήθελαν οι ίδιοι οι μεγάλοι και άγιοι διδάσκαλοί μας / διδάσκαλοί σου, κι όχι ανακατεύοντας αλήθεια με πλάνες, όπως κάνουν κάποιοι και ξεγελάνε πολλούς...
Μπορείς να ξεκινήσεις ακούγοντας αυτά τα λόγια, του αγίου πνευματικού πατέρα της ορθόδοξης Σερβίας Θαδδαίου (1914-2003), για την ενότητα με τον πνευματικό κόσμο και την επαφή με τους νεκρούς, μέσω κυριότατα της προσευχής για την ανάπαυσή τους. Και απλά ψάξε το - θα βρεις θησαυρούς που δε μοιάζουν με ό,τι έχεις γνωρίσει μέχρι τώρα και που δεν τους φαντάζεσαι.


Ποιος είναι ο γέροντας (πνευματικός διδάσκαλος) Θαδδαίος μπορείς να μάθεις από εδώ. Υπάρχουν αρκετά βίντεο με διδασκαλίες του. Θ' ανεβάσω ακόμη ένα, που μιλάει για την προσευχή ως χαρά και ως ενότητα με όλα τα όντα.
Ο γέροντας λέει στην αρχή πως για το άνοιγμα της καρδιάς μας στο Θεό "πρέπει να κάνουμε ασκήσεις". Δεν εννοεί ασκήσεις γιόγκα. Ως ορθόδοξος χριστιανός, σε βεβαιώνω πως η ορθοδοξία και η αρχαία παράδοσή της δεν έχει γιόγκικες ασκήσεις. "Μια άσκηση είναι κι η προσευχή" λέει κι ο ίδιος μετά.
Τι ασκήσεις λοιπόν έχουμε εμείς; Ίσως ελάχιστα στοιχεία πάρεις εδώ και εδώ - και περισσότερα εδώ. Σκοπός της χριστιανικής άσκησης είναι η κάθαρση της καρδιάς και η ενότητα με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ, που σημαίνει και ενότητα με όλα τα όντα και δε συγκρίνεται με οποιαδήποτε πνευματική εμπειρία προσφέρουν οι "δρόμοι της ανατολής". Αυτό το βεβαιώνουν οι άνθρωποι που γνώρισαν όλους τους δρόμους, όπως ο Κλάους Κένεθ, ο Διονύσιος Φαρασιώτης ή ο γέροντας Σωφρόνιος.
Να λοιπόν λίγα λόγια απ' το γέροντα Θαδδαίο περί προσευχής:

Καλό ταξίδι, αδελφέ μου αναζητητή!...

Της Βασίλισσας του Ουρανού η Παράταξη

 

undefined
Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ
«Τη δευτέρα Κυριακή του Ματθαίου, την μνήμην εορτάζομεν πάντων των Οσίων Πατέρων, των εν Αγίω Όρει του Άθω λαμψάντων».
Όρη ιερά και, άγια υπάρχουν πολλά… Άγιο όρος και θεοβάδιστο, το Σινά. Εκεί δόθηκε από τον ίδιο το Θεό Σαβαώθ ο Νόμος στο δούλο Του τον Μωυσή. Άγιο όρος το Θαβώρ! Εκεί η Μεταμόρφωση του Ιησού υπήρξε για τους Αγίους Αποστόλους μια εμπειρία θεώσεως. Άγιο όρος το Όρος των Ελαιών, απ’ όπου ο Θεάνθρωπος ανελήφθη στους ουρανούς, «ίνα πέμψη τον Παράκλητον τω κόσμω» κ.λπ. Όμως εμείς όταν μιλάμε για «Άγιον Όρος», εννοούμε «τον αγιώνυμο Άθω, τον νοητό της Θεοτόκου και ωραίο παράδεισο». Το «Περιβόλι της Παναγίας», όπως απλά τον αποκαλούμε. Άθως. Άγιον Όρος, Περιβόλι της Παναγίας! Ένα βουνό και μια χερσόνησος, που έλαβε το όνομα της απ’ αυτό. Ένα τοπίο ελληνικό, αρκετά όμορφο βέβαια, μα όχι και μοναδικό στις φυσικές ομορφιές. Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής, θα μπορούσε να ελκυσθεί ίσως περισσότερο από κάποιες άλλες γωνιές της ελληνικής γης. Κι όμως ο Άθως έχει μια δική του ομορφιά, μυστική, κρυμμένη από τα βέβηλα μάτια εκείνων που ως άφρονες λέγουν «εν τη καρδία αυτών: ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 13: 1). Η ομορφιά αυτή, η απρόσιτη σ’ όσους δεν διαθέτουν τις πνευματικές προϋποθέσεις, οφείλεται στα μυρίπνοα άνθη που άνθισαν στις υπώρειες του. Στα κρίνα τα αειθαλή και πανεύοσμα, που φύτρωσαν στις κοιλάδες του. Στα δένδρα του τα ουρανομήκη και ευσκιόφυλλα, που αναβλάστησαν στα παράλιά του. Στο χορό, θέλω να πω, των Οσίων, των Ομολογητών, των Ιεραρχών και των Μαρτύρων, που στο διάστημα της υπερχιλιόχρονης χριστιανικής ιστορικής πορείας του ανέδειξε! Στα ιερά καρδιοστάλακτα δάκρυα τους! Στους αλάλητους στεναγμούς της καρδιάς τους! Στις θεοπειθείς ευχές τους! Στην ισάγγελη πολιτεία τους! Στην καλή ομολογία της Πίστεως! Στα τίμια μαρτυρικά αίματά τους! Η δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου είναι ήμερα μνήμης, τιμής, εορτασμού και πανηγύρεως όλων εκείνων των φιλόθεων ψυχών, που με την κατά Θεόν άσκησή τους στον Άθωνα, με την καλή ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως, ή και το μαρτύριο ακόμη χάριν του Χριστού και της πατρώας ευσέβειας, «ευηρέστησαν Θεώ και ανθρώποις», έκλεισαν τον Ιερό εκείνο τόπο, δόξασαν την Εκκλησία, φώτισαν ολόκληρη την ανθρωπότητα, μας χάρισαν νέα, ακριβή σταθμά και μέτρα πίστεως και ευσέβειας!,..
Ποιούς να μνημονεύσει πρώτα κανείς και ποιούς έπειτα; Τον Αθανάσιο, δομήτορα, κτήτορα της Λαύρας; Πέτρο τον επώνυμο του Άθω; Γρηγόριο τον Παλαμά, τον στύλο της Ορθοδοξίας; Νήφωνα τον ιεραπόστολο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως; Συμεών τον Νεμάνια, που μετάλλαξε την επίγεια βασιλεία με την ουράνια; Κοσμά τον Πρώτο, τον Ιερομάρτυρα, και τους μαζί με αυτόν προμάχους της Ορθοδοξίας; Κοσμά τον Αιτωλό, τον Ισαπόστολο Φιλοθεΐτη; Μακάριο τον Διονυσιάτη Νεομάρτυρα; Τους διά πνιγμού τελειωθέντες Ιβηρίτες Οσιομάρτυρες; Τους ολοκαυτωθέντες Ζωγραφινούς; Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον απλανή διδάσκαλο της Εκκλησίας; Ή μήπως τους ανώνυμους εκείνους κι άγνωστους -γνωστούς, όμως, πολύ καλά στο Θεό, των οποίων τα ιερά λείψανα «ως βοτάνη ανατέλλουν» σε κάθε γωνιά της αγιορείτικης γης και σκορπούν ευωδία και ιάματα; «Επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος…» (Εβρ. 11: 32).
Τί να τιμήσει και τί να θαυμάσει κανείς περισσότερο; Τα δάκρυα της κατανύξεως ή τα αίματα του μαρτυρίου; Τους βαθυκάρδιους στεναγμούς της μετανοίας ή τα βασανιστήρια της ομολογίας; Την πτωχεία για τον Ιησού ή τον πλούτο της αρετής; Το βάθος της ταπεινώσεως ή το ύψος της Θεολογίας; Τους αγώνες κατά των παθών ή τα τρόπαια κατά των αιρέσεων και της ασεβείας; Τη συνέπεια της πράξεως ή  τον πλούτο της θεωρίας; Την κατά κόσμον ασημότητα ή την εν Χριστώ μεγαλοσύνη; Το ατημέλητο της σάρκας ή τη λαμπρότητα της ψυχής; Την διά βίου σιωπή ή την κατά το μαρτύριο στεντόρεια ομολογία; Το χαροποιό πένθος ή τον γλυκασμό της θεοπτείας; Την εκκοπή κάθε ψεκτού πάθους ή το «παθείν τα θεία»; Τη νοερά προσευχή ή την με αγάπη διακονία; Την διά Χριστόν σαλότητα (τρέλλα) και μωρία ή την ένθεη σοφία; «Απορεί πάσα γλώσσα ευφημείν προς αξίαν»…
Αλλά η γιορτή των Αγιορειτών Αγίων, πέρα από την απόδοση της πρέπουσας τιμής στους ουρανοβάμονες αυτούς θείους άνδρες και επίγειους αγγέλους, έχει και μια άλλη διάσταση: Είναι ένας καθρέφτης. Ένας αδυσώπητος καθρέφτης για όλους εμάς! Για όλους που φέρουμε το υπεύθυνο όνομα «Χριστιανός Ορθόδοξος», κι ακόμα πιο πολύ για όσους φέρουμε το ίδιο με εκείνους σχήμα…
Αν «τιμή μάρτυρος», κατά τον πολύ τα θεια Χρυσόστομο, είναι η «μίμηση μάρτυρος», και εάν, κατά τον ίδιο, «εορτή είναι των  αγαθών έργων η επίδειξη· της ψυχής  η ευλάβεια· η προσοχή της ζωής μας», εκείνο στο οποίο μας καλεί ο πανηγυρικός εορτασμός των «του Άθω Πατέρων και αγγέλων εν σώματι», είναι προφανές και πασίδηλο…
Ένα τροπάριο της Λιτής της Ακολουθίας των Αγιορειτών Αγίων που είναι ύμνος και δέηση μαζί, θα ήταν νομίζω η καλύτερη κατακλείδα τούτων των γραμμών: «Όσιοι Πατέρες οι εν τω Όρει τούτω τους ασκητικούς αγώνας ανύσαντες, υμείς εκ νεότητος τον σταυρόν του Κυρίου αράμενοι, δι’ αυτού υμίν ο κόσμος εσταύρωται και αυτοί τω κόσμω· το μεν αισθητώς αυτού χωρισθέντες το δε, και νοητώς αυτώ νεκρωθέντες. Όθεν διπλήν ειδότες την πράξιν του σταυρού, διπλήν και την ανάβασιν προς αυτόν εποιήσατε, διά πράξεως και θεωρίας, εις την ενδεχομένην ανθρώποις ελάσαντες τελειότητα, και νυν εν ουρανοίς συνδοξασθέντες Χριστώ, ως και συμπαθόντες, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».(Όσιοι Πατέρες, σεις αγωνιστήκατε τους ασκητικούς αγώνες σε τούτο το όρος, σεις από τα νιάτα σας σηκώσατε στον ώμο τον Σταυρό του Χριστού και μ’ αυτόν ο κόσμος σταυρώθηκε για σας και σεις για τον κόσμο, μα και νοερά πεθάνατε για τον κόσμο. Λοιπόν διπλή την μάθατε την πρακτική του Σταυρού και διπλά ανεβήκατε στο ύψος του, με την πράξη και με την θεωρία και έτσι φθάσατε στην τελειότητα που μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Και τώρα που βρίσκεστε στον ουρανό και δοξάζεστε μαζί με το Χριστό, αφού πάθατε και μαρτυρήσατε μαζί του, παρακαλέστε Τον για τη σωτηρία των ψυχών μας.)
(Ιωσήφ, Μητροπολίτου Προικοννήσου, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)

ΟΙΚΟΙ ΕΙΚΟΣΙΤΕΣΣΑΡΕΣ
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΝ ΤΩ ΑΓΙΩΝΥΜΩ ΟΡΕΙ ΤΟΥ ΑΘΩ
ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΑΣ ΟΣΙΟΥΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥΣ
ΠΑΤΕΡΑΣ ΗΜΩΝ

Ποίημα Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου.
Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω

Άγιος Νήφων. Ο ασκητής Επίσκοπος!



Ο Άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.), αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του.
Κάποτε, σε μια θεία λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία…», ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα, χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.
Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από το λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους.
Στον Απόστολο, φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη. Στο «Αλληλούια», μετά τον Απόστολο, οι φωνές του λαού ανέβαιναν ενωμένες στον ουρανό σαν ένα πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί. Και στο Ευαγγέλιο, κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.
Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο όσιος ν’ ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, το Χριστό και Υιό του Θεού.
Και να! Παρουσιάστηκε τότε ένα κατακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος! Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, που το έφεραν και το απέθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, που ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά.
Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου. Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο ποτήριο. Τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω ότι κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος. Όταν βγήκαν τα Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε ο όσιος αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω απ’ το λειτουργό. Δύο Χερουβείμ και δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος άλλων αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους.
Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τα σκέπασαν με τις φτερούγες τους. Τα δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα δύο Σεραφείμ στ’ αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει.
Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε. Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων. Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «., ,μεταβαλών τω Πνευματί σου τω Αγίω. Αμήν, Αμήν, Αμήν». Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. Το αίμα Του το έχυσε στο άγιο ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο. Ύστερα αποτραβήχτηκε πάλι στη θέση του και στάθηκε σεμνά κι ευλαβικά.
Όταν ο λειτουργός ύψωσε τον άγιο Άρτο εκφωνώντας «Τα άγια τοις αγίοις», ενώ ο λαός έψαλλε «Εις άγιος, εις Κύριος…», κάποιος από το εκκλησίασμα στράφηκε στον άγιο και τον ρώτησε σιγανά:
—  Γιατί, πάτερ, ο ιερέας λέει «Τα άγια τοις αγίοις»;
—  Για μας όλους το λέει, παιδί μου. Και σημαίνει: Στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!
—  Και τί είναι αγιοσύνη, πάτερ; ξαναρώτησε ό άλλος, που ήταν απλοϊκός.
—  Να… Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις. Αν περιγελάς ή βρίζεις ή κατακρίνεις το συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε. Αν ομως δεν είσαι, φύγε!…
Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν, μόλις έπαιρναν τα θεία Μυστήρια, ενώ άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο.
Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη μετάληψη. Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την αγία λαβίδα, έτσι που ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης, με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του.
Όταν τελείωσε η λειτουργία και ο ιερέας έκανε την κατάλυση, παρουσιάστηκε και πάλι το Βρέφος σώο πάνω στα χέρια των άγιων αγγέλων! Ξαφνικά η στέγη του ναού σαν να σκίστηκε στα δύο. Από κει οι άγγελοι ανέβασαν το Παιδί στους ουρανούς με ύμνους και δοξολογίες, όπως Το είχαν κατεβάσει, ενώ μια υπέροχη ευωδία ξεχύθηκε και πάλι ολόγυρα.

(«Ένας ασκητής επίσκοπος», εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου – Ωρωπός)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...