Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2011

Θέλω ἕνα παστελάκι

ταν να γεροντάκι πο μενε στν ρημο μακρυ μόνο του κα πάει  γιος Μακάριος στ κελί του ν τν πισκεφτε. Κα το λέει: "Τί κάνεις παππούλη; Καλά;" "Καλά. Σ'εχαριστ πο ρθες πάτερ Μακάριε".γιος Μακάριος. Μέγας γιος. Μ πτασίες κα μπειρίες κα βιώματα. "Τί κάνεις πάτερ;" τν ρωτάει γιος Μακάριος. "Εμαι πολ καλά, δόξα τ Θε!" "Θ θελες τίποτα; Θ θελες ν σο κάνω κάτι γώ; ν κάνω κάτι γι σένα; πές μου! Ζήτησέ μου κάτι". "Τί ν σο ζητήσω;" Ε, ντρεπότανε. "Πές μου, πές μου τί θέλεις"; "Ε, τίποτα, χω δ χρόνια στν ρημο. Ε, λο παξιμάδια τρώω". "πές μου κάτι, τί θέλεις; Πές μου π΄τέρ!" ", θ μο ρεσε ν χω να παστελάκι! να παστέλι θ μο ρεσε", το λέει, "τ χω πεθυμήσει. λλ τσι τ επα, πειδ μ ρώτησες. Δν θέλω, μως, τίποτα. τσι τ επα. Κάποια λλη φορ".
Το λέει γιος Μακάριος: "περίμενε λίγο, περίμενε λίγο κα ρχομαι"! Κα φεύγει π'τ κελλ το γιος Μακάριος κα πάει -πόσες ρες δρόμο- ν βρε τ πρτο χωριό, τ πρτο χωρι μακρυ κα ν π΄ρε να παστέλι. Κα γύρισε στ γεροντάκι ατ κα το λέει: "Πάτερ μου, σο φερα τ παστελάκι πο ζήτησες. Πάρ'τ ν τ φς". Το λέει: "μ τί κανες πάτερ! γ τσι τ επα". "Ε, τί τσι τ επες;! τσι τ επες, λλ γ δν μπορ ν τ φήσω τσι! φο τ ζήτησες, γιατί ν μν σο κάνω τ χατίρι";
Κατάλαβες; χι θεωρίες! ργα! Συγκεκριμένα πράγματα. Μαθηματικά. να κα να κάνει δύο. Πο πάρχει δ περιθώριο γι θεωρίες; Κα γι λληγορίες; Κα γι συμβολισμούς... Δν εναι συμβολικ τίποτα π'λα ατά! Συγκεκριμένα βήματα κανε γιος Μακάριος. Πγε κα γύρισε. Κα το δωσε τ παστελάκι. Εναι μετ ατ τ γεροντάκι ν μ συγκινηθε; ϊναι μετ ν μ νιώσει τν γάπη το γίου Μακαρίου; Εναι καρδιά του ν μν...
δοθε;

Η Αγία πριγκίπισσα Ελισάβετ Φεοντόροβνα(+18 Ιουλίου 1918)με φωτογραφίες

Το παρακάτω άρθρο το δανείστηκα από ΕΔΩ και συμπλήρωσα κάποια στοιχεία μεταφράζοντας από ΕΔΩ
Η πριγκίπισσα Ελισάβετ Φεοντόροβνα γεννήθηκε το 1864. Γονείς της ηταν ο μέγας Δούκας Λουδοβίκος Δ΄ της Έσσης και η πριγκίπισσα Αλίκη, κόρη της βασίλισσας της Αγγλίας Βικτωρίας. Αδελφή της η Ρωσίδα αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα Φεοντόροβνα. Από τα παιδικά της χρόνια διακρινόταν για τη βαθιά πίστη της και τη φιλάνθρωπη διάθεση της. Η «ευγενική» καταγωγή, της δεν στάθηκε εμπόδιο για να ζήσει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Συμπεριφερόταν με καλοσύνη και απλότητα στους απλούς ανθρώπους και από παιδί είχε μια διακαή επιθυμία: να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη.
Το 1884 η Ελισάβετ παντρεύτηκε τον μέγα πρίγκιπα Σέργιο Αλεξάνδροβιτς, αδελφό του τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄. Παρότι αλλόδοξη, δεν της ζητηθηκε να αλλάξει την πίστη της. Όμως η ορθόδοξη πίστη της κέντρισε εξ αρχής το ενδιαφέρον. Από την πρώτη ημέρα πού ηλθε στη Ρωσία μελετούσε με επιμέλεια τη ρωσική γλώσσα και παρακολουθούσε τη ζωή των απλών Ρώσων, πού ηταν ζυμωμένη με την όρθύδοξη πίστη και ζωή. Μαζί με το σύζυγό της ταξίδεψε και στους Αγίους Τόπους, όταν το 1888 έγιναν τα εγκαίνια τοϋ ρωσικού ναού της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής στον κήπο της Γεθσημανή. Το προσκύνημα στην Αγία Γη, όπου έζησε ο Θεάνθρωπος, προκάλεσε βαθιά εντύπωση στην Ελισάβετ. Η καρδιά της, «γη αγαθή», ήταν έτοιμη να δεχτεί το σπόρο της ορθόδοξης πίστης. Αφού κατηχηθηκε, προσχώρησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία το 1891. Την ίδια χρονιά ο σύζυγος της διορίστηκε γενικός κυβερνητης της Μόσχας.
Από τη μέρα εκείνη η Ελισάβετ αφιερώθηκε σε φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθησει τους φτωχούς και τους πάσχοντες. Το 1904 η Ρωσία μπήκε στην περιπέτεια του Ρωσο-Ιαπωνικού πολέμου. Η Ελισάβετ οργάνωσε τα στρατιωτικά νοσοκομεία. Επισκεπτόταν τους τραυματίες, έκανε εράνους για τους στρατιώτες κ.λπ. Όμως ο πόλεμος προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Δεν έλειψαν οι εξεγέρσεις και οι πολιτικές δολοφονίες. Έτσι, στις 4 Φεβρουαρίου 1905, ο σύζυγος της Ελισάβετ, Σέργιος Αλεξάνδροβιτς σκοτώθηκε από βόμβα, πού πέταξε ο Ιβάν Καλιάεβ, μέλος του σοσιαλιστικού επαναστατικού κόμματος. Ο δολοφόνος συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Ταγκάνκα. Κι εδώ φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής της Ελισάβετ. Επισκέφθηκε η ίδια τον Καλιάεβ στη φυλακη. Του μίλησε με πολύ καλοσύνη, καλώντας τον να αφήσει τις αναρχικές ιδέες. Όμως δεν έμεινε εκεί. Ζητησε από τον τσάρο Νικόλαο Β΄ να μην εκτελέσει τον Καλιάεβ. Ο τελευταίος εκτίμησε τη χριστιανικη στάση της Ελισάβετ, αλλά δεν ηταν διατεθειμένος να απορρίψει τις ιδέες του.
Το 1907 η Ελισάβετ αγόρασε μέσα στη Μόσχα ένα οικόπεδο με τέσσερα σπίτια και μεγάλο κηπο. Δημιούργησε την «Αδελφότητα της Αγίας Μάρθας και Μαρίας» με σκοπό τη διακονία των φτωχών και πασχόντων ανθρώπων. Χτίστηκαν σύντομα και άλλα κτίρια καθώς και δύο ναοί αφιερωμένοι στη Θεοτόκο και στις αγίες Μάρθα και Μαρία. Σύντομα η κοινότητα απέκτησε ξενώνα, ορφανοτροφείο, νοσοκομείο, σχολείο, βιβλιοθήκη κ.λ.π. Η αδελφότητα λειτούργησε ως μοναστήρι, συνδυάζοντας τη φιλανθρωπικη δραστηριότητα. Το έργο πού επιτελούσε ηταν τεράστιο. Πλήθη φτωχών και αρρώστων ανθρώπων έβρισκαν περίθαλψη και ανακούφιση. Τα ορφανά παιδιά έβρισκαν προστασία. Τα φτωχά και άπορα παιδιά μπορούσαν να μάθουν γράμματα και κάποια τέχνη.
Η αδελφότητα ξεκίνησε με έξι μοναχές. Τον πρώτο χρόνο είχαν γίνει δεκατρείς και το 1914 έφτασαν τις εκατό. Όλες οι αδελφές εργάζονταν με αυταπάρνηση, διακονώντας τους «ελάχιστους αδελφούς του Ιησού». Κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, στην αδελφότητα βρήκαν καταφύγιο πολλά ορφανά, πού ήλθαν από τις εμπόλεμες περιοχές και είχαν ζήσει τη φρίκη και τις αγριότητες του πολέμου. Ένα μέρος των κτιρίων μετετράπη σε στρατιωτικό νοσοκομείο για τους τραυματίες του πολέμου.
Η εργασία της αδελφότητος εκτιμήθηκε πολύ και βοηθήθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Μόσχας και μετέπειτα ιερομάρτυρα άγιο Βλαδίμηρο και αργότερα από τους μητροπολίτες Τρύφωνα και Μητροφάνη. Την πνευματικη καθοδήγηση των αδελφών είχε ο π. Σέργιος Μετσώφ, ο όποιος πέρασε πολλά χρόνια στις φυλακές και εξορίες και βρηκε μαρτυρικό θάνατο το 1941.
undefined
Το τεράστιο φιλανθρωπικό έργο της αδελφότητας έμελλε να διακοπεί με την επανάσταση. 
Η κάποτε Μεγάλη Δούκισσα είχε επαννειλημένα  αρνηθεί τις προσκλησεις που της είχαν απευθυνθεί μέσω των πρεσβειών να εγκαταλείψει τη Ρωσία,λέγοντας ότι θέλει να μοιραστεί τις στιγμές αυτές με τον λαό της.
Το 1918 οι μπολσεβίκοι την μετέφερα από τη Μόσχα στο Αικατερίνεμπουργκ όπου θα συναντούσε την οικογένεια του τσάρου.Την άνοιξη του 1918 οι μπολσεβίκοι έφεραν στο Αικατερίνεμπουργκ  και τον Μεγάλο Δούκα Σέργιο Μιχαήλοβιτς Ρομανώφ και τους πρίγκηπες Ιβάν,Κωνσταντίνο και Γεώργιο Ρομανώφ.Στα τέλη του μηνός Μαίου πήραν την μοναχή Ελισάβετ μαζί με τους πρίγκηπες στο Αλοπάιεβσκ.Εκεί τους τοποθέτησαν σ''ενα σχολείο όπου και τους φύλαγαν νυχθημερόν.
Τη νύχτα της 18ης Ιουλίου τους ξύπνησαν και τους μετέφεραν σ'ένα παλιό εγκαταλελειμένο ορυχείο,σε απόσταση 12 χιλιομέτρων στο Νίζνια Σελίνσκαια.Τους κατέβασαν για να πυροβολήσουν τον Μεγάλο Δούκα Σέργιο Μιχαήλοβιτς,ενώ τους υπόλοιπους, με δεμένα μάτια,τους πέταξαν στο βάθος του ορυχείου.Έπειτα οι δολοφόνοι πέταξαν χειροβομβίδες.
Το ορυχείο είχε βάθος περίπου 60 μέτρα,αλλά τα σώματα της Μοναχής Ελισάβετ και του πρίγκηπα Ιβάν βρέθηκαν στα 16 μέτρα.Αν και βαριά τραυματισμένη η πριγκίπισσα είχε καταφέρει να δέσει μ'έναν πρόχειρο επίδεσμο το τραύμα του πρίγκηπα Ιβάν.Όχι μακρυά από εκεί που την βρήκαν υπήρχαν δύο χειροβομβίδες που δεν είχαν εκραγεί.Στο στήθος της η μοναχή είχε μια εικόνα του Χριστού.Ξέρουμε ότι δεν πέθανε αμέσως,ενω στις στιγμές που ακολούθησαν του εγκλήματος ύμνοι και προσευχές ακούγονταν από τα βάθη του ορυχείου.Ένας χωρικός που πέρασε από εκεί τους άκουσε.Τρομαγμένος έφυγε με το άλογό του και ειδοποίησε τον Λευκό Στρατό.
Κατεβαίνοντας στο ορυχείο οι Λευκοί  βρήκαν μόνο πτώματα.Στις ώρες της αγωνίας της η Αγία Μάρτυρας είχε υψώσει προσευχές προς το Θεό για την αναπαυση των ψυχών των μαρτύρων.
Βέβαια δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τη σχέση μεταξύ της δολοφονίας της τσαρικής οικογένειας στο Εκατερίνεμπουργκ και της δολοφονίας στο Αλοπάιεβσκ.
Στις 1 Νοεμβρίου 1918,ο επικεφαλής του Λευκού στρατού στρατηγός Κολτσεάκ,κήδευσε επίσημα στον Καθεδρικό Ναό του Αλοπάιεβσκ την Μοναχή Ελισάβετ και τους συντόφους της.
Τον Ιούλιο του 1919 οι μπολσεβίκοι έκαναν αντεπίθεση στην πόλη και ξέθαψαν τα σώματα πηγαίνοντάς τα στο Ιρκούτσκ.Τον Φεβρουάριο του 1920 τα μετέφεραν με τρένο στην Κίνα.Όταν έφτασαν στα ρωσο-κινεζικά σύνορα,μία ομάδα μπολσεβίκων όρμησε στο τρένο και κατάφεραν να ρίξουν πάνω στον σιδηροδρομο το φέρτρο του πρίγκηπα Ιβάν Κωνσταντίνοβιτς.Οι κινέζοι στρατιώτες όρμησαν για να προλάβουν αυτήν την βεβήλωση.
Στις 3 Απριλίου έφτασαν στο Πεκίνο και μετά απο ένα μνημόσυνο τα φέρετρα τοποθετήθηκαν στο υπόγειο του Ι.Ναού του Αγ.Σεραφείμ του Σαρώφ ο οποίος ανήκε στην ρωσική ιεραποστολή.Με ενέργειες της μαρκησίας Μίλφορντ Χάβεν,αδελφής της Μοναχής Ελισάβετ,τα φέρετρα της μοναχής και της υποτακτικής της Βαρβάρας μεταφέρθηκαν στην Σαγκάη και από εκεί μέσω Σουέζ στην Παλαιστίνη.
Το λείψανο της Αγίας Μάρτυρος Βαρβάρας
undefined
Το λείψανο της Αγίας Ελισάβετ Φεοντόροβνα
Στις 15 Δεκεμβρίου 1920 οι αγγλικές αρχές,η πολυάριθμη ρωσική παροικία και Ρώσοι και Έλληνες κληρικοί,υποδέχθηκαν την Μοναχή Ελισάβετ,την πρώην Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας.Την επόμενη ημέρα έγινε νεκρώσιμη ακολουθία με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δαμιανό.Τα φέρετρα των δύο μαρτύρων τοποθετήθηκαν στην κρύπτη της ρωσικής μονής της Αγ.Μαρίας της Μαγδαληνής στην Γεσθημανή,όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Η μοναχή Ελισάβετ,πρώην Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας επανερχόνταν στον τόπο όπου είχε έρθει το 1888 με τον σύζυγό της για να συμμετάσχει στα εγκαίνια της Ι.Μ.της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής.
 Το 1992 οι μοναχές Ελισάβετ και Βαρβάρα ανακηρύχθηκαν αγίες από τη Ρωσική Εκκλησία.
Πηγή: Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Ρώσοι Νεομάρτυρες και Ομολογητές, 1917- 1922, Μέρος Γ΄: «Νέφος Μαρτύρων». Εκδόσεις Ακρίτας/επιμέλεια - proskynitis.blogspot.com
undefined
Πηγές φώτο ΕΔΩ και ΕΔΩ

Κυριακή, Ιουλίου 17, 2011

Γέροντας Παίσιος:«...φέρουμε ευθύνη...»

Όλη αυτή ή κατάσταση έχει κάνει ένα κακό καί ένα καλό. Το κακό είναι ότι καί εκείνοι πού είχαν κάτι μέσα τους, άρχισαν να αδιαφορούν, γιατί λένε: «Εγώ θα σιάξω την κατάσταση;».Το καλό είναι ότι πολλοί άρχισαν να προβληματίζονται καί να αλλάζουν. Μερικοί έρχονται καί με βρίσκουν καί προσπαθούν να δικαιολογήσουν ένα κακό πού έκαναν προηγουμένως, γιατί έχουν προβληματισθεί. 

- Δηλαδή, Γέροντα, πρέπει πάντα να ομολογούμε το «πιστεύω» μας; 
- Χρειάζεται διάκριση. Είναι φορές πού δεν πρέπει να μιλήσουμε καί άλλες φορές πού πρέπει να ομολογούμε με παρρησία το «πιστεύω» μας, γιατί φέρουμε ευθύνη, αν δεν μιλήσουμε. 
Σ' αυτά τά δύσκολα χρόνια ό καθένας μας πρέπει να κάνη ότι γίνεται ανθρωπίνως καί ότι δεν γίνεται ανθρωπίνως να το αφήνει στον Θεό. Έτσι θα έχουμε ήσυχη την συνείδηση μας ότι κάναμε εκείνο πού μπορούσαμε. Αν δεν αντιδράσουμε, θα σηκωθούν οι προγονοί μας από τους τάφους.
Εκείνοι υπέφεραν τόσα για την πατρίδα και εμείς τι κάνουμε γι' αυτήν; Ή Ελλάδα, ή Ορθοδοξία, με την παράδοση της, τους Αγίους και τους ήρωες της, να πολεμήται από τους ίδιους τους Έλληνες και εμείς να μη μιλάμε! Είναι φοβερό!

Είπα σε κάποιον. «Γιατί δεν μιλάτε; Τι είναι αυτά πού κάνει ό τάδε;». «Τι να πεις, μού λέει, αυτός όλος βρωμάει». «Αν βρωμάει όλος, γιατί δεν μιλάτε; Χτυπήστε τον». Τίποτε, τον αφήνουν.
Έναν πολιτικό τον έφτυσα. «Πες, τού λέω, "δεν συμφωνώ μ' αυτό". Τίμια πράγματα. Θέλεις να εξυπηρετηθείς εσύ καί να ρημάξουν όλα;». Αν οι Χριστιανοί δεν ομολογήσουν, δεν αντιδράσουν, αυτοί θα κάνουν χειρότερα. Ενώ, αν αντιδράσουν, θα το σκεφθούν. 'Αλλά και οι σημερινοί Χριστιανοί δεν είναι για μάχες. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν γερά καρύδια· άλλαξαν όλο τον κόσμο. Καί στην βυζαντινή εποχή μιά εικόνα έβγαζαν από την Εκκλησία καί αντιδρούσε ό κόσμος. 
Εδώ ό Χριστός σταυρώθηκε, για να αναστηθούμε εμείς, καί εμείς να αδιαφορούμε! Αν ή Εκκλησία δεν μιλάει, για να μην έρθει σε ρήξη με το κράτος, αν οι μητροπολίτες δεν μιλούν, για να τά έχουν καλά με όλους, γιατί τους βοηθάνε στα ιδρύματα κ.λπ., οι Αγιορείτες πάλι αν δεν μιλούν, για να μην τους κόψουν τα επιδόματα, τότε ποιος θα μιλήσει;

«Ένας άγγελος έφυγε από ανάμεσά μας» αρνούμενος να δεχθεί μεταμόσχευση


Εισαγωγή του blog μας. Η περίπτωση του Αγιορείτη π. Νικόδημου, που προτίμησε να πεθάνει παρά να δεχτεί μεταμόσχευση καρδιάς, ασφαλώς θα βυθίσει σε ωκεανό φρίκης και οργής πολλούς ορθολογιστές -ή ευαίσθητους ανθρωπιστές- αναγνώστες. Ας σκεφτούν όμως νηφάλια κι ας διαβάσουν ολόκληρο το post. Θα καταλάβουν τότε πως ο άγιος αυτός αγωνιστής δεν ήταν ένας φανατικός, αλλά ένας νεομάρτυρας.
Δεν αρνήθηκε τη μεταμόσχευση από περιφρόνηση προς την Ιατρική, ούτε έχοντας την ψευδαίσθηση πως είναι άγιος και πως ο Θεός θα τρέξει να τον γιατρέψει μ' ένα θαύμα. Αντίθετα, σεβόταν την Ιατρική, αγαπούσε το νοσηλευτικό προσωπικό του Ωνάσειου, το οποίο χαρακτήριζε "δεύτερο μοναστήρι" του, δηλ. χώρο ιερό και αγαπημένο γι' αυτόν. Επίσης, δεν αρνήθηκε θεωρώντας πως οι μεταμοσχεύσεις γενικά είναι αντίθετες με τη θρησκευτική του πίστη (όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά π.χ., που αρνούνται χωρίς λόγο τη μετάγγιση αίματος). Ο λόγος που αρνήθηκε τη μεταμόσχευση είναι ότι ο δότης του μοσχεύματος θα ήταν σίγουρα ένας συνάνθρωπός μας εγκεφαλικά νεκρός, και ο εγκεφαλικά νεκρός, κατά τον π. Νικόδημο και πολλούς ορθόδοξους αγωνιστές (η θεσμική Εκκλησία θεωρώ πως δεν έχει πάρει σαφή επίσημη θέση), δεν είναι νεκρός, αλλά ζωντανός σοβαρά ασθενής.
Η μεταμόσχευση που προκαλεί το θάνατο του δότη (και όχι ΓΕΝΙΚΑ κάθε μεταμόσχευση) απορρίπτεται, και αυτό ήταν που οδήγησε τον π. Νικόδημο από τη γη στον ουρανό.
Περιπτώσεις σαν του π. Νικόδημου -εξτρεμιστές της ελευθερίας, που ελεύθερα επιλέγουν το Χριστό κι όχι αυτά που θα επιλέγαμε εμείς- συχνά τις κρύβουμε, για να μη χαρακτηριστούμε μεσαιωνικοί. Ίσως, αν τις εμφανίζαμε περισσότερο, πολύς κόσμος να καταλάβαινε πως έχει κι άλλες επιλογές, εκτός απ' αυτές που προβάλλονται από τα ΜΜΕ... Την επιλογή ν' αγωνιστεί μέχρι θανάτου, ας πούμε, για να εκτοξευτεί προς το Χριστό, τον Αγαπημένο. Και πως ένας τέτοιος αγώνας είναι εφικτός & ρεαλιστικός. Και το λέω χωρίς περιστροφές: αν αντέχεις αυτό το post, διάβασέ το. Αλλιώς, ένα κλικ θα σε πάει σ' άλλα μπλογκονήσια.
Κι επειδή, οργισμένος ή με αίσθημα ψύχραιμης ανωτερότητας, μπορεί να με ρωτήσεις: θα τολμούσα εγώ;, απαντώ: Μάλλον θα έβρισκα πολλές δικαιολογίες, π.χ. ότι έχω οικογένεια, ενώ εκείνος, ως μοναχός, μπορούσε να πεθάνει ανά πάσα στιγμή. Μάλλον ήταν ήδη "Νεκρός για τον κόσμο", δηλ. ζωντανός για το Χριστό, το Θεό.
Ας είναι μακάρια κι ευλογημένη η μνήμη του. Αν έχει παρρησία στο Θεό, δηλ. αν είναι άγιος (όπως νομίζω ταπεινά και εύχομαι), ας πρεσβεύει για όλους εμάς κι ας φωτίζει όλο τον κόσμο για σωστές επιλογές στις κρίσιμες στιγμές της ζωής και του θανάτου μας, που κι αυτός είναι μια στιγμή της (αιώνιας) ζωής μας.
Αναδημοσιεύουμε από Misha.
 
 
«Ένας άγγελος έφυγε από ανάμεσά μας».
Με αύτη την φράση, την οποία πολλές φορές επανέ­λαβε ό σεβαστός Γέροντας μας π. Γεώργιος [ηγούμενος της μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους], εξέφρασε αυτό πού ένοιωθε όλη ή αδελφότητα μας αλλά και όλοι όσοι έζησαν τον π. Νικόδημο στο σύντομο χρονικό δι­άστημα πού ή αγάπη του Θεού τον άφησε κοντά μας. Και όντως! Ό π. Νικόδημος ήταν μία αγγελική ύπαρξης, ολοκληρωτικά αφιερωμένη στον Θεό εξ απαλών ο­νύχων.
 
Όπως οι άγιοι Άγγελοι έχουν ως κύριο έργο τους την ακατάπαυστο δοξολογία του Θεού, έτσι και ό π. Νικό­δημος. Λάτρευε από μικράς ηλικίας τον Άγιο Θεό με όλη την ψυχή του και την καρδία του και Τον δόξαζε με έργα και λόγους.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι αγαπούν και λατρεύουν με όλη την ύπαρξη τους τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό, εξ ου «πασά δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον» για όλη την κτίσι, γι` αυτό και υπακούουν αδιακρίτως στο θέ­λημα Του, και το όνομα του Θεού αποτελεί γι' αυτούς υπόθεση απέραντου χαράς και ευφροσύνης, έτσι και ό π. Νικόδημος. Λάτρευε με όλο του το είναι τον Θεό, το όνομα Του είχε συνεχώς στο στόμα και την καρδιά του και μέχρι τελευταίας του αναπνοής ένα μόνο ζητούσε, πώς θα εκτελεί το θέλημα του Θεού εν πάση πληρότητι και τελειότητα Και επειδή γνώριζε εκ πείρας ότι εκ­φραστής του θείου θελήματος για τον υποτακτικό είναι ό Γέροντας του και ότι κάθε ευλογία του Θεού έρχεται στον υποτακτικό μέσω του Γέροντος του, υπεραγαπού­σε τον Γέροντα. Το όνομα του Γέροντος ήταν πάντοτε στην καρδιά και τα χείλη του π. Νικόδημου και το θέλη­μα του Γέροντος απαρέγκλιτος κανών για την ζωή του. Έλεγε χαρακτηριστικά:
«Χριστέ μου, θέλω να σε απο­λαύσω. Όμως δεν θέλω να σε απολαύσω άμεσα, επειδή δεν είμαι άξιος γι' αυτό, αλλά μέσω του Γέροντος μου. Βλέποντας τον Γέροντα, θέλω να βλέπω Εσένα. Ακούοντας την φωνή του Γέροντος, θέλω να ακούω την δική Σου φωνή. Το θέλημα του Γέροντος να είναι για μένα το θέλημα Σου». 
Είχε απόλυτη εφαρμογή για τον π. Νικό­δημο αυτό πού αναφέρει ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον λόγο του «περί υπακοής», όπου περιγράφει την θαυμαστή ζωή των μοναχών ενός κοινοβίου: «Εσωτερι­κά, στα βάθη της ψυχής τους ανέπνεαν σαν άκακα νή­πια τον Θεόν και τον Γέροντα» .

Ή υπακοή του π. Νικόδημου στο θέλημα του Θεού ήταν μαρτυρική. Όλη ή ζωή του ήταν ένα ατελείωτο μαρτύριο, το όποιο όμως υπέμεινε αγόγγυστα, με χαρά και αισιοδοξία αξιοθαύμαστη, δοξάζοντας τον Θεό. Γι αυτό και πήρε πολλή Χάρι από τον Θεό.
Η σχέσις του π. Νικόδημου με τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία δεν ήταν συμφεροντολογική. Δεν διάλεξε τον Χριστό, για να πέραση καλά στην παρούσα ζωή. Αγάπησε την σταυρό του Χριστού, γι αυτό και αξιώθηκε και της αναστάσεως Του. Αποδέχθηκε ολοκαρδίως τον λόγο του Χριστού: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ' 24). Γι αυτό και έλαβε την παρά του Θεού ενίσχυση στα μακρά και επίπονα αγωνίσματα της υπομονής: «Εν τω κοσμώ θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ' 33).
Όπως οι άγιοι Άγγελοι έχουν ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό, έτσι και ό π. Νικόδημος. Ή αδιάκριτος υπακοή του στο θέλημα του Θεού, για τον π. Νικόδημο ήταν ένα συνεχές πέρασμα μέσα από τον πόνο και το μαρτύριο, αυτό απέδειξε.

Όπως γνώρισμα των αγίων Αγγέλων είναι η τελεία καθαρότης, ή παρθενία και η αγιότης, έτσι και ό π. Νι­κόδημος, αν και αναγκάσθηκε να ζήση μεγάλο μέρος της ζωής του εν μέσω του κόσμου, διατήρησε το σώμα και την ψυχή του καθαρά και παρθένα έως και ψιλού λογισμού, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Πα­λαμά: «ακριβής παρθενία ή προς πάσαν κακίαν ασυνδύαστος γνώμη» (Εις τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην, 3). Γι` αυτό και εξομολογείτο συνεχώς, ακόμη και τον πα­ραμικρό λογισμό πού πήγαινε να τον χωρίσει από τον Θεό. Ή συνείδησίς του ήταν λεπτότατη. Αμέσως συνελάμβανε κάθε τι το αντίθεο, το όποιο αμέσως εξομολογείτο.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. α' 14), έτσι και ο π. Νικόδη­μος κατεφλεγετο από άνείκαστο πόθο να ευεργέτη τους άλλους και να κερδίζη ψυχές προς σωτηρίαν. Έλεγε: «Χριστέ μου, θέλω με ό,τι συμβαίνει στην ζωή μου να δοξάζεται το Πανάγιο σου Όνομα, να ωφελούνται οι αδελφοί μου και εγώ να σώζωμαι».

Η αγάπη και η πνευματικότητά του

Για τον π. Νικόδημο ο εαυτός του ήταν πάντοτε σε δεύτερη μοίρα. Πρώτα έπρεπε να αναπαυθούν οι άλλοι. Αναφέρουμε στο σημείο αυτό την μεγάλη αγάπη με την οποία διακόνησε τους αδελφούς του, μοναχούς και λαϊ­κούς, όσο καιρό ήταν στο μοναστήρι, τακτοποιώντας με υπερβολική σχολαστικότητα τα του διακονήματός του, στο όποιο παρέμενε ατελείωτες ώρες, και υπηρετώντας όλους με αυτοθυσία, είτε ως παραηγουμενιάρης είτε ως αρχοντάρης είτε ως γηροκόμος είτε ως διακονητής οποι­ουδήποτε αλλού διακονήματός. Τίποτε δεν κρατούσε για τον εαυτό του. Χαρά του ήταν να χαίρωνται και να ωφελούνται οι άλλοι. Από τα χέρια του πέρασαν πολλά υλικά αντικείμενα και χρήματα, γιατί οι άνθρωποι τον αγαπούσαν και του τα εμπιστεύονταν. Όμως όλα τα χρησιμοποιούσε για να δίνη χαρά στους άλλους. «Για να χαρούν», όπως πολύ χαρακτηριστικά έλεγε: «Έδωσα στον τάδε το τάδε αντικείμενο για να χάρη» ή «του έψαλα το τάδε τροπάριο για να χάρη».
Όμως εκεί που δαπάνησε απλόχερα τον εαυτό του ήταν στο να παρήγορη ατελείωτες ώρες τους απελπισμέ­νους, να χαροποιοί τους λυπημένους, να γλυτώνει από τα νύχια του νοητού δράκοντος τους πλανεμένους, να οδηγεί στην πνευματική ζωή τους απομακρυσμένους από τον Χριστό και την σωτηρία, να ειρηνεύει τους ταρα­γμένους και να προσπαθεί να λυτρώνει από την σύγχυση των λογισμών και των παθών τους συγχυσμένους αν­θρώπους της εποχής μας. Ή μεγάλη κοσμοσυρροή κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, πού τελέσθηκε στην ιδιαίτε­ρη πατρίδα του, τον Πειραιά, καθώς και οι αυθόρμητες εκδηλώσεις ακόμη και αγνώστων ανθρώπων πού έτυχε να γευθούν τα γλυκύτατα και παρηγορητικά του λόγια, αποτελούν έκφραση της μεγάλης αγάπης πού ό λαός του Θεού, και μάλιστα της ιδιαιτέρας του πατρίδος, έτρεφε προς τον π. Νικόδημο, χάριν της ιδικής του αγάπης και ουσιαστικής προσφοράς του προς αυτόν.

Τί να πούμε για την θεομίμητη ταπείνωση του; Ήταν από τους αρχαιότερους μονάχους της Μονής μας. Ήταν καθαρότατος ψυχή και σώματι και υπεράξιος για την ιεροσύνη. Ο πόθος του για τον Θεό ανείκαστος και για την αγία ιεροσύνη ανείπωτος. Γι' αυτό εξ άλλου τελεί­ωσε και την Ριζάρειο εκκλησιαστική σχολή. Όμως όταν ο Γέροντας του ανακοίνωσε ότι δεν θα τον προώθηση στην ιεροσύνη, αποδέχθηκε αναντίρρητα την απόφαση του αυτή. Ήρχοντο νεώτεροι του στην Μονή και εγίνοντο ιερείς. Και ό π. Νικόδημος ούτε ζήλευε, ούτε φθονούσε γι' αυτό. Απεναντίας εχαίρετο με τους νέους ιερείς και εξέφραζε τον πόθο του προς την αγία ιεροσύνη με την βαθειά τιμή και τον σεβασμό που απέδιδε σε αυτούς. Μας έλεγε τελευταία ό σεβαστός Γέροντας μας: «Αναρωτιόμουν πώς ό π. Νικόδημος διατηρούσε αδιά­λειπτα την μνήμη του Θεού μέσα του». Και βρήκα την απάντηση: «Διότι είχε πάντοτε βαθειά ταπείνωση».

Οι άγιοι Άγγελοι ως ασώματοι δεν έχουν ανάγκη πραγμάτων και υπαρχόντων, αλλά και ό π. Νικόδημος δεν θησαύρισε ποτέ θησαυρούς επί της γης, «οπού σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι» (Ματθ. στ' 19), αλλά «εν ουρανώ», διαμοιράζοντας, όπως προείπαμε, όλα όσα περνούσαν από τα χέρια του στους άλλους.
Ό π. Νικόδημος -κατά κόσμον Ιωάννης Κάντζας-γεννήθηκε στον Πειραιά από απλούς, ευλαβείς και ενά­ρετους γονείς, τον Χρήστο και την Χρυσούλα, το 1955. Είχε ακόμη ένα αδελφό, νεώτερο, τον Παρασκευά, ό όποιος κρίμασιν οις οιδε Κύριος εφονεύθη σε τροχαίο δυστύχημα παραμονές του γάμου του σε ηλικία μόλις 25 ετών.
Ο π. Νικόδημος από πολύ μικρή ηλικία πόθησε την αγγελική ζωή των μοναχών. Ήταν εκ κοιλίας μητρός αφορισμένος για να αφιερωθεί στην λατρεία του Θεού.
Από νεαρής ηλικίας διεκρίνετο για την ευλάβεια του, τον Θείο του ερωτά, την αγνότητα του, την σοβαρότητα του, την πίστη του στον Θεό, την δοξολογική του στάση απέναντι Του, την ταπείνωση του, την υπομονή του στις θλίψεις, την ανυ­πόκριτη αγάπη του προς όλους.

Ευρισκόμενος ήδη στην επιθανάτιο κλίνη εκμυστηρεύθηκε σε κάποιο αδελφό: «Από μικρό παιδί πολύ α­γάπησα τον Θεό. Ζήλευα τους αγίους Μάρτυρας και τους παρακαλούσα: "Άγιοι Μάρτυρες, σας παρακαλώ, δώστε μου μία σταγονίτσα από την αγάπη σας προς τον Χριστό"». Και συνέχισε: «Αδελφέ μου, ειλικρινά σου λέω. Αυτό που τότε ζητούσα, τώρα το γεύομαι». Και μετά από λίγο πρόσθεσε: «Δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο του Αποστόλου "ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός". Ειλικρινά σου λέγω, αδελφέ μου, τώρα τον ζω». Έλεγε τα λόγια αυτά λίγο πριν την κοίμηση του, ενώ έφερε στο σώμα του τα στίγματα των παθημά­των που υπέμεινε από αγάπη προς τον Χριστό και τον πλησίον. Θα μπορούσαμε να διαβεβαιώσουμε ότι ό π. Νι­κόδημος ξεπλήρωσε με κάθε δυνατή τελειότητα την εν­τολή του Χριστού «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου... και τον πλησίον σου ως εαυτόν» (Μαρκ. ιβ' 30-31). Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που αξιώθηκε να λάβη μικρή γεύση από αυτά που οι Άγιοι έζησαν, εφ' όσον και ο π. Νικόδημος ακολούθησε το παράδειγμά των.

Όταν συνέβη το θλιβερό γεγονός του τραγικού θα­νάτου του αδελφού του, ό π. Νικόδημος ήταν ήδη μονα­χός στο Άγιον Όρος. Πληροφορήθηκε το λυπηρό άκου­σμα με πολλή ηρεμία. Πόνεσε βαθύτατα μεν αλλά δεν άφησε τον εαυτό του να σκεφτεί, να ειπεί ή να πράξη κάτι ανάρμοστο. Έφυγε εσπευσμένα από το Άγιον Ό­ρος για να παρευρέθη στην κηδεία. Κατά την διάρκεια της νεκρώσιμου Ακολουθίας στέκεται πλησίον του νε­κρού, σύννους [=σκεφτικός], εκστατικός και μετά δακρύων. Όταν αργότερα ερωτήθηκε τί σκέπτεται την ώρα εκείνη, αυ­τός απήντησε: «Μελετούσα και θαύμαζα τα μεγαλεία του Θεού». Ιδού τεκμήριο ψυχής θεοφιλούς, που ζή και αναπνέει μόνο για τον Θεό και την δόξα Του! Ευρισκό­μενος προ του κεκοιμημένου φίλτατου αδελφού του δεν λυγίζετε τα βλεπόμενα λυπηρά, αλλά κινείτο προς δοξολογία του Θεού για τα μη βλεπόμενα αγαθά της βα­σιλείας Του, στα όποια μετέβαινε ό αδελφός του.
Όμως ο απροσδόκητος θάνατος του αδελφού του βύθισε σε ανέκφραστο πένθος την οικογένεια του. Ό πατέρας του, μη υποφέροντας το τραγικό γεγονός, πολύ σύντομα εγκατέλειψε την παρούσα ζωή προσβεβλημέ­νος από βαρεία και ανίατο νόσο.
Όταν η συνοδεία του Γέροντος μεταφυτεύθηκε από τον Άγιο Γεώργιο Άρμα Χαλκίδος στο Άγιον Όρος, το καλοκαίρι του 1974, ως ένας εξ αυτών και ό π. Νικόδη­μος ευρέθη στο Άγιον Όρος. Πιστός τηρητής των επι­ταγών των Αγίων Πατέρων σκέφθηκε ότι δεν θα μπο­ρούσε να ξαναβγεί από το Άγιον Όρος. Γι αυτό και δεν κατανοούσε πώς θα ήταν δυνατόν να βοηθή τους άλλους, με έργα και λόγους, πόθος που όπως προείπαμε κατέφλεγε από μικρας ηλικίας την ψυχή του. Όμως ό Άγιος Θεός δεν άφησε ανεκπλήρωτη ούτε την επιθυμία του αυτή.

Ο π. Νικόδημος, αξιώθηκε πολλών χαρισμάτων από τον Θεό, της υπομονής, της καρδιακής χαράς, της ατελεύτητου δοξολογίας του Θεού, του παρηγορητικού λόγου προς τους τεθλιμμένους, της αγάπης προς όλους, λόγω της καθαρότητας του αυτής, κατά τον λόγο του Κυρίου: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (=ευτυχισμένοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό, Ματθ. ε' 8). Αυτά είναι τα θαυμαστά έργα που επιτελεί η Χάρις του Θεού, όταν βρει ανθρώ­πους άξιους Εαυτού και δεκτικούς των θείων επιλάμψεων.
Ποτέ δεν αργολογούσε ούτε αστειευόταν. Μιλούσε ατελείωτες ώρες, είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνι­κά, χωρίς όμως ποτέ να εκστομίζει πράγματα μάταια η ψυχοβλαβή. Μοναδικός σκοπός του ήταν πάντοτε ή ω­φέλεια του πλησίον. Αγαπούσε όλους ως γνησίους αδελ­φούς του. Μέχρι τα τελευταία του, αν και ή δύσπνοια τον δυσκόλευε να ομιλεί ελεύθερα, δεν σταμάτησε να διδάσκει, να παρήγορη και να ενισχύει τους άλλους.

*****

Δεν υστέρησε όμως καθόλου και στην έμπρακτη ελε­ημοσύνη αυτών πού είχαν ανάγκη. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να επαναλάβουμε και για τον π. Νικόδημο τον ψαλμικό λόγο: «σκόρπισε, έδωκε τοις πένησιν ή δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. ρια' 9). Πέρασαν από τα χέρια του πολλά πρά­γματα αξίας αλλά και χρήματα πού του εμπιστεύονταν ευλαβείς Χριστιανοί. Την ίδια στιγμή όμως τα χάριζε απλόχερα σε όσους ή αγαπώσα καρδία του έκρινε ότι τα είχαν ανάγκη.
Όταν μετά την κοίμηση της μητέρας του ευρέθη και πάλι για λίγο στο Μοναστήρι μας, συμπεριφερόταν σαν να μη είχε λείψει καθόλου από την Μονή, αποδεικνύον­τας έτσι ότι ουδέποτε απομακρύνθηκε από Αυτήν νοε­ρά και καρδιακά.

Η περιπέτεια της υγείας του

Η μακρά ενασχόλησης του με τα προβλήματα της υ­γείας της μητέρας του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με κάποια προβλήματα της δικής του υγείας, των οποίων η σοβαρότης από λάθος εκτίμηση των ιατρών δεν είχε γίνει αντιληπτή. Όταν όμως μετά την κοίμηση της μητέ­ρας του θέλησε να ασχοληθεί πιο προσεκτικά με αυτά, διεγνώσθη βαρεία καρδιακή ανεπάρκεια τελικού στα­δίου.

Ανθρωπίνως η μόνη δυνατή θεραπεία που υπήρχε ήταν ή μεταμόσχευσης καρδίας.
Όμως παρά τις επανειλημμένες προτάσεις των ιατρών μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του, δεν δέχθηκε να μεταμοσχευθεί.
Αγαπούσε και εχαίρετο την ζωή.
Με πολύ μεγάλη σχολα­στικότητα τηρούσε τις οδηγίες των ιατρών, θεωρώντας την αμέλεια ως έφάμαρτη κατά τον αποστολικό λόγο:
«ουκ οίδατε ότι ναός θεού έστε και το πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ό Θεός» (Α' Κορ. γ' 16).
Έλεγε χαρακτηριστι­κά:
«Θέλω να ζήσω. Βάλτε μου την τεχνητή καρδιά ή ό,τι άλλο τεχνικό μέσο διαθέτει ή επιστήμη. Όμως ποτέ δεν πρόκειται να δεχθώ μία καρδιά πού θα προέρχεται από ένα "εγκεφαλικά νεκρό", ό όποιος για μένα δεν είναι νεκρός αλλά ζών και βαρύτατα πάσχων ασθενής».
Την πεποίθηση του αυτή, την οποία πολλές φορές είχε υπερασπιστή στο παρελθόν, πριν ακόμη εμφανιστή το πρόβλημα της υγείας του, υπεστήριξε και τώρα με από­λυτη ειρήνη και σταθερότητα αλλά και με το παράδει­γμα του.

Στο νοσοκομείο, συμπαραστάτης όλων...

Ο π. Νικόδημος αισθανόταν το «Ωνάσειο Καρδιοχει­ρουργικό Κέντρο» σαν «δεύτερο μοναστήρι του», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Αγαπούσε όλους τους εργαζο­μένους στο Ίδρυμα, ιατρούς, νοσηλευτικό και υπηρε­τικό προσωπικό, αλλά και πολύ ήγαπατο από αυτούς. Βοηθήθηκε πολύ από όλους, και μάλιστα από τον κ. Γ. Α., που τον θεωρούσε κατ' εξοχήν ιατρό του, άριστο επιστήμονα, ανιδιοτελή, γεμάτο από αγάπη για όλους τους ασθενείς του και όλως ιδιαιτέρως για τον π. Νικό­δημο. Ο συγκεκριμένος ιατρός αγωνίσθηκε με όλες τις δυνάμεις του να παρατείνει την ζωή του π. Νικόδημου, ελπίζοντας και σε κάποιο νεώτερο επίτευγμα της επι­στήμης, «προκειμένου να συνέχιση την υψηλή αποστο­λή του», όπως έλεγε, επειδή έβλεπε την μεγάλη βοήθεια που ελάμβαναν όσοι τον πλησίαζαν. Παρετάθη μάλι­στα ή ζωή του π. Νικόδημου με την θεία βοήθεια και χάρις στις προσπάθειες των ιατρών πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπαν τα κατά καιρούς δημοσιευόμενα στα επιστημονικά περιοδικά πορίσματα της επιστήμης.
Όμως και ο π. Νικόδημος παραμένοντας στο «Ωνάσειο» βοήθησε πολύ με την Χάρι του Θεού και τους ασθενείς και τους συνοδούς των και το νοσηλευτικό προσωπικό του. Η υπερβάλλουσα αγάπη του π. Νικό­δημου για τον Θεό ξεχείλιζε ως ποταμός με γλυκύρροα νάματα και αγκάλιαζε κάθε εικόνα του Θεού πού τον πλησίαζε. Δεν υπήρχε ψυχή πονεμένη, λυπημένη, ταρα­γμένη, συγχυσμένη, που να έφυγε από κοντά του χωρίς να λαβή βάλσαμο, παρηγοριά και ανάπαυση.
Ήταν πολύ συνηθισμένη στα χείλη του ή φράσις: «Να χαίρεσαι! Να χαίρεσαι!» που απηύθυνε προς όλους. Αναφέρουμε σαν παράδειγμα την περίπτωση μιας ευλαβούς νοσηλεύτρι­ας, πού κάποια Μ. Παρασκευή ήταν υποχρεωμένη να μείνει στο Νοσοκομείο λόγω υπηρεσίας. Ήταν πολύ λυ­πημένη πού δεν θα μπορούσε να εκκλησιασθεί. Ό π. Νι­κόδημος, νοσηλευόμενος τότε και αυτός, κατόρθωσε με τους θεοπρεπείς του λόγους να την ενίσχυση και να την χαροποίηση, τονίζοντας της την αλήθεια ότι ό Χριστός ήταν γι' αυτήν πολύ περισσότερο εκεί στο Νοσοκομείο, στα πρόσωπα των ασθενών πού υπηρετούσε, από ότι ήταν στην Εκκλησία.

Το έργο του αυτό δεν το σταμάτησε μέχρι το τέ­λος. Ό ίδιος πέθαινε, εφ' όσον δεν εδέχετο την μεταμόσχευση, και ζωοποιούσε τους άλλους. Αν και εύρισκετο στην κλίνη της ασθενείας, δεν έπαυε να δίνη χαρά και ανακούφιση στους γύρω του. Χαρακτηριστικό πα­ράδειγμα ή ουσιαστική συμπαράσταση του με ευλογίες των ευλαβών Χριστιανών και με οικονομίες του στον αγαπητό αδελφό Ιωάννη, ευλογημένο λαϊκό αδελφό, που με αυτοθυσία του συμπαραστάθηκε σε όλες τις δύσκολες ώρες του μέχρι τέλους.
Η ασθένεια του π. Νικόδημου ήταν πολύ βασανιστι­κή, λόγω της μεγάλης δύσπνοιας ακόμη και εν ηρεμία, που δεν του επέτρεπε ούτε και τον ύπνο. Παρά την τα­λαιπωρία, τις αϋπνίες και την σαφή γνώσι ότι ο θάνα­τος πλησιάζει, βασίλευε μονίμως στην ψυχή του η θεϊ­κή χαρά, της οποίας έκανε κοινωνούς όλους όσους τον προσέγγιζαν. Τον τελευταίο καιρό τραγουδούσε πολύ συχνά με πολλή χάρι ένα τραγουδάκι, εκφραστικό των βιωμάτων του:
«Όμορφη μικρή βαρκούλα, για που έβα­λες πανί, έχει θάλασσα κι αγέρα, δεν φοβάσαι μοναχή;
Μη με βλέπετε μικρούλα κι αραγμένη στο γιαλό, τ' όνο­μα μου είναι πίστης και τα κύματα' αψηφώ...».
Ομιλώντας τηλεφωνικώς με ένα αδελφό στην Μονή, του έψαλε με την γλυκεία φωνή του τον Αναστάσιμο Κανόνα, πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί...». Έψαλε όλη την α' ωδή μαζί με τα τρία ακροτελεύτια «Χριστός Ανέστη» και το «Αναστάς ό Ιησούς από του τάφου». Εάν ό αδελφός δεν τον διέ­κοπτε, θα συνέχιζε και τις υπόλοιπες ωδές του Κανόνος.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Αγαθόνικος ευρέθη στο «Ώνάσειο», για να συμπαρασταθεί στην εγχείρηση της ευλαβέστατης αδελφής του, τότε που και ό π. Νικόδημος νοσηλεύετε εκεί. Η συνάντησης του Σεβασμιότατου με τον π. Νικόδημο ήταν αφορμή με­γάλης χαράς για τον π. Νικόδημο αλλά και για τον ά­γιο Κίτρους. Ερχόταν καθημερινώς για την αδελφή του, αλλά παρέμενε πολλή ώρα στον θάλαμο του π. Νικοδήμου ρουφώντας κυριολεκτικά τα λόγια του. Έβλεπε κανείς τότε ένα παράδοξο πράγμα: Ο Αρχιερεύς να ακούει σιωπηλός ομιλούντα ένα απλό μοναχό. Απόδειξης της αγιότητας του Σεβασμιότατου αλλά και της χαριτω­μένης ψυχής του π. Νικόδημου. Αυτό βέβαια δεν είναι αφύσικο, εφ' όσον μόνον οι άγιοι καταλαβαίνουν τους αγίους. Αργότερα έλεγε ο Αρχιερεύς προς τους παρευ­ρισκομένους: «Το πρόσωπο του -του π. Νικόδημου- εί­ναι σαν του Χριστούλη», μαρτυρία που επιβεβαίωναν και πολλοί άλλοι.

*****

Τον π. Νικόδημο επισκέφθηκε στο «Ώνάσειο» και ό επίσκοπος της ιδιαιτέρας του πατρίδος, ό Μητροπο­λίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Πολύ χάρηκε, ενισχύθηκε και παρηγορήθηκε από την επίσκεψι αυτή. Συγχρόνως βρήκε την ευκαιρία να έκφραση την ευγνωμοσύνη του στον Σεβασμιότατο για το πολυσχιδές ποιμαντικό έργο του στην Επαρχία του και να τον ενθαρρύνει στους πεπαρρησιασμένους υπέρ της Ορθοδοξίας και κατά του Οικουμενισμού αγώνας του.
Όμως πολύ σύντομα ό π. Νικόδημος καθηλώθηκε στην επιθανάτιο κλίνη με πολύ ισχυρούς πόνους και βαρεία δύσπνοια. Όμως ή θεολόγος γλώσσα του δεν έ­παυε να κελαηδή ύμνους και δοξολογίες στον Θεό. Έ­λεγε με φωνή σβησμένη και συνεχώς διακοπτόμενη από την δύσπνοια:
«Με ερωτούν: "Γιατί π. Νικόδημε όλες οι συμφορές σε σένα; Θάνατος του αδελφού, του πατέρα, βαρεία ασθένεια της μητέρας, απομάκρυνσης από την αγαπημένη σου Μονή, βαρεία και ανίατη ασθένεια;" Και εγώ τους απαντώ: "Γιατί πολύ με αγαπά ό Χριστός. Και εγώ πολύ Τον αγαπώ. Πολύ Τον αγαπώ"» 
και συνέχισε κλαίων με τα δάκρυα του θείου έρωτος.
Λίγο αργότε­ρα πάλι έλεγε:
«Μέσα από τον βυθό της πολυκύμαντης ζωής μου αισθάνομαι χαρά, ειρήνη, δοξολογία, ευχα­ριστία, ευγνωμοσύνη, τον Χριστό. Τώρα χαίρω εν τοις παθήμασί μου». 
Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του π. Νικόδημου. Μετά από λίγο η τρισευλογημένη και χα­ριτωμένη καρδιά του π. Νικόδημου έπαυσε να πάλλη.

Η κοίμησή του

Ο θάλαμος του γέμισε από το προσωπικό του Νο­σοκομείου. Όλοι έτρεξαν για να διαδηλώσουν με τον τρόπο τους τον θαυμασμό και την εκτίμηση τους προς τον ταπεινό μοναχό π. Νικόδημο, τον άνθρωπο του Θεού που έθεσε ως στόχο της ζωής του όχι το ίδιον όφελος αλλά την δόξα του Θεού και την ανάπαυση του αδελφού, τον άνθρωπο που παρά τις μεγάλες δοκιμα­σίες του δεν έπαυσε ουδέ επί στιγμήν να δοξολογεί τον Θεό, τον άνθρωπο της ακράδαντου πίστεως και ελπίδος στον Θεό, που εστάλη από τον Θεό κατά τις πονηρές ήμερες μας για να μας δείξει με το παράδειγμα του την οδό του αγιασμού και της σωτηρίας. Γι' αυτό δεν είναι παράδοξο ότι ομολογήθηκε από τους θεράποντές του ότι «δεν πέρασε άλλος άρρωστος από το Ώνάσειο σαν τον Νικόδημο». 
Και ό αγαπητός του ιατρός, κ. Γ. Α., με­τά την Αγρυπνία-κηδεία που ετελέσθη στον Ί. Ναό της Υπαπαντής του Πειραιά εξέφρασε την θερμή επιθυμία να συγκεντρώνονται από καιρού εις καιρόν όσοι γνώρισαν τον π. Νικόδημο, για να τον θυμούνται και να α­νανεώνουν μέσα τους όλα αυτά που έζησαν κοντά του. Ό ίδιος σε άλλη στιγμή είχε πει: «Πολύ μου μιλά στην καρδιά αυτός ο άνθρωπος».
Μετά την νυκτερινή ακολουθία στον Πειραιά το σκή­νωμα του μετεφέρθη στην Ιερά Μονή μας, όπου επανελήφθη ή νεκρώσιμος Ακολουθία.
Το σκήνωμα του π. Νικόδημου εναπετέθη στο κοι­μητήριο της Μονής προσδοκώντας «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος», η δε ψυχή του χαίρε­ται και αγάλλεται «εν χώρα ζώντων» και «εν σκηναίς δικαίων», ένθα καταλάμπει το φως του Χριστού, τον όποιο θερμώς εξ όλης ψυχής και καρδίας αγάπησε.
Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ ημών π. Νικόδημε!
ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Σημείωση Misha: To κείμενο ελήφθη από την αποτείχιση. Αρχική δημοσίευση έγινε στα Άπαντα Ορθοδοξίας

Το κορίτσι και ο αρχαίος Δράκοντας!...


Αγία Μαρίνα, η 15χρονη Μεγαλομάρτυρας (17 Ιουλίου)

undefined
Αγιορείτικη εικόνα της αγίας με χρονολογία 1938. Από εδώ, όπου λεπτομερές βιογραφικό και ο παρακλητικός κανόνας (εκκλησιαστικό ποίημα-προσευχή προς την αγία)

Ἡ Ἁγία Μαρίνα γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Κλαυδίου τοῦ Β’, τὸ 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετὰ τὴ γέννησή της, ἡ μητέρα της πέθανε, καὶ ὁ πατέρας της Αἰδέσιος, ποὺ ἦταν Ἱερέας τῶν εἰδώλων, τὴν ἀνέθεσε σὲ μία χριστιανὴ γυναίκα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ Μαρίνα διδάχθηκε τὸν Χριστό.
Ὅταν ἔγινε 15 χρονῶν, ἀποκαλύπτει στὸν πατέρα της ὅτι εἶναι χριστιανή. Ἔκπληκτος αὐτὸς ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἄκουσε, μὲ μίσος τὴν διέγραψε ἀπὸ παιδί του. Τὸ γεγονὸς αὐτό, μαθεύτηκε ἀμέσως καὶ ἔτσι ὁ ἡγεμόνας τῆς περιοχῆς διέταξε νὰ τὴν συλλάβουν καὶ νὰ τὴν φέρουν ἐνώπιόν του. Ἀμέσως θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της. Τὴν ρώτησε ποὶα εἶναι καὶ ποὶα εἶναι ἡ πίστη της καὶ αὐτὴ τοῦ ἀπάντησε ὅτι ὀνομάζεται Μαρίνα καὶ εἶναι χριστιανὴ καὶ ὅτι εἶναι γέννημα θρέμμα τῆς Πισιδίας. Τότε ὁ ἡγεμόνας προσπάθησε νὰ τὴν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της. Ἡ Ἁγία ὅμως δὲν δέχτηκε.
Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ τύραννος πρόσταξε καὶ τὴν ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια φρικτὰ καὶ ἀφοῦ τὶς κατέσκισαν τὶς σάρκες, τὴν ἔριξαν στὴν φυλακή.
Μέσα στὴν φυλακὴ μάλιστα συνέβη τὸ ἑξῆς: ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σὲ ἄγριο δράκοντα, προσπάθησε νὰ κάνει τὴν Ἁγία νὰ φοβηθεῖ. Αὐτὴ ὅμως προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἀμέσως ὁ δράκοντας ἄλλαξε μορφὴ καὶ ἔγινε ἕνας μαῦρος σκύλος καὶ τότε ἡ Ἁγία ἅρπαξε ἕνα σφυρὶ καὶ χτυπώντας τον στὸ κεφάλι καὶ τὴν ράχη τὸν ταπείνωσε. Στὴ συνέχεια ὁ ἡγεμόνας διέταξε καὶ τὴν ἔφεραν πάλι μπροστά του. Παρὰ τὶς πιέσεις του, ἡ ἁγία παρέμεινε ἀκλόνητη.
Ἔτσι ὑποβλήθηκε σὲ νέα βασανιστήρια μέχρι ποὺ ἀποκεφαλίστηκε λαμβάνοντας τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.


undefined
Η αγία Μαρίνα, μια από τις πιο ηρωικές γυναικείες μορφές όλων των εποχών, εικονίζεται κρατώντας το σφυρί, με το οποίο χτύπησε το διάβολο. Το χτύπημα αυτό φυσικά μέτρησε, επειδή το ενίσχυσε η θεία χάρη (η αγαθή ενέργεια του Τριαδικού Θεού) κι όχι λόγω της "μυικής δύναμης" της βασανισμένης αγίας ή επειδή ο διάβολος, που είναι πνεύμα, πλήττεται με υλικά όπλα...
Απόσπασμα από εδώ

Η αγία Αικατερίνη, η αγία Μαρίνα, η αγία Παρασκευή, η αγία Κυριακή, η αγία Χριστίνα, η αγία Θέκλα, η αγία Αναστασία, η αγία Βαρβάρα, η αγία Ευφημία. Αυτές, και κάποιες άλλες, είναι η dream team κοριτσιών της Ορθοδοξίας, τα περίφημα top models μας.
Πανέμορφα κορίτσια 15 με 20 χρονών, που θυσίασαν τα νιάτα τους, την ομορφιά τους και την ίδια τη ζωή τους υπομένοντας βασανιστήρια στα χέρια αντρών – σαδιστών του Ρωμαϊκού στρατού, που προσπάθησαν να τις πείσουν ν’ αρνηθούν το Χριστό και να προσφέρουν λατρεία στους δαιμονικούς «θεούς» της Ρώμης ή στο άγαλμα του θεοποιημένου αυτοκράτορα. [Δες τα βιογραφικά τους εδώ, στο αντίστοιχο γράμμα του ονόματός τους]
Κι άλλες, όπως η αγία Χρυσή (ένα κορίτσι που βασανιζόταν επί τρεις μήνες), η αγία Αργυρή και η αγία Ακυλίνα, που βασανίστηκαν φρικτά από τους Τούρκους για να αρνηθούν το Χριστό τους (το Χριστό όλων μας) και να λατρέψουν το «θεό» του Ισλάμ. Και προτίμησαν χρόνια φυλακή (όπως η αγία Αργυρή) ή φρικτά βασανιστήρια, όπως οι δύο άλλες αγίες, και κέρδισαν.
Το πιο παράξενο; Δεν πέθαναν. Όλες ζουν. Το αποδεικνύουν τα αμέτρητα θαύματα και οι εμφανίσεις τους, όλους τους αιώνες.

«Marina from Andros»


Πριν λίγα χρόνια έλαβε μεγάλη δημοσιότητα η μαρτυρία της οικογένειας του Βάσου Βασιλείου από τη Λεμεσό της Κύπρου για την παρουσία της αγίας Μαρίνας κατά τη μεταμόσχευση μυελού των οστών στο μικρό γιο της οικογένειας, τον Ανδρέα, που έπασχε από λευχαιμία.
Η επέμβαση έγινε το 2000 στο ογκολογικό νοσοκομείο MD ANDERSON στο Χιούστον (ΗΠΑ) και πριν από αυτήν η οικογένεια είχε ζητήσει ευλογία και προσευχή από τον π. Κυπριανό, ηγούμενο της ιστορικής μονής της αγίας Μαρίνας στην Άνδρο. Ο γέροντας τους είπε: «Μην ανησυχείτε, η αγία Μαρίνα θα είναι στο χειρουργείο».
Όταν ο γιατρός ανακοίνωσε στην οικογένεια την επιτυχή έκβαση της επέμβασης, τους είπε: «Γιατί ήρθατε εδώ, αφού έχετε μια τόσο καλή γιατρό στην Ελλάδα;». Η οικογένεια απόρησε και ο γιατρός τους εξήγησε ότι μια νεαρή γιατρός, που συστήθηκε ως η γιατρός της οικογένειας, ζήτησε να παρευρεθεί στην επέμβαση. Ο τρόπος της τους έπεισε να της το επιτρέψουν και μάλιστα βοήθησε στην επέμβαση με συμβουλές.
Όταν κατόπιν κοίταξαν στο βιβλίο όπου είχε υπογράψει η κοπέλα, είδαν ότι είχε δώσει το όνομα «Marina from Andros» (Μαρίνα από την Άνδρο).
Το περιστατικό αυτό το διηγήθηκε η ίδια η οικογένεια Βασιλείου ερχόμενη στην Ελλάδα και πηγαίνοντας στην Άνδρο για προσκύνημα στο μοναστήρι. Δημοσιεύτηκε σε πάρα πολλές ιστοσελίδες, ελληνικές και αμερικάνικες, καθώς και σε εφημερίδες όπως το «Έθνος της Κυριακής», 16 Ιουλίου 2006.




«Με λένε Μαρίνα και είμαι δεκαπέντε»


Πριν μερικές δεκαετίες ζούσε στην Αθήνα ο οικογενειάρχης Δημήτριος Παναγόπουλος (1916-1982), μεγάλος ιεροκήρυκας και αγιασμένος ορθόδοξος συγγραφέας, γεμάτος έγνοια για το συνάνθρωπό του. Μια χρονιά, θέλησε να γράψει ένα άρθρο για την αγία με αφορμή τη γιορτή της (17 Ιούλη), αλλά διάβασε στο Συναξάρι της (στη βιογραφία της) ότι μαρτύρησε σε ηλικία μόλις 15 ετών. Αυτό τον εξέπληξε και σκέφτηκε ότι ίσως είχε γίνει λάθος. Έψαξε σε άλλα βιβλία, αλλά όλα συμφωνούσαν για την ηλικία των 15 ετών.
Μια μέρα τον επισκέφτηκε μια ηλικιωμένη κυρία γνωστή του, που ζούσε σ’ ένα ημιυπόγειο δωματιάκι, και του είπε: «Κύριε Δημήτρη, σήμερα το πρωί ήρθε στο παράθυρό μου ένα κοριτσάκι με κοτσιδάκια και σχολική ποδιά, πολύ όμορφο, και μου είπε: Γεια σου, γιαγιά, τι κάνεις; Είμαι η Μαρίνα και μένω στο Θησείο (έχεις έρθει πολλές φορές στο σπίτι μου) και είμαι 15 ετών».
Στο Θησείο, ως γνωστόν, βρίσκεται ο παλαιός ιστορικός ναός της αγίας Μαρίνας, μεγάλο προσκύνημα για τους Αθηναίους.
To παραπάνω δημοσιεύεται στο βιβλίο του Θωμά Τσονάκα, Βιογραφικό σημείωμα Δημητρίου Παναγοπούλου, Πάτραι 1985, σελ. 18-20 (ΕΔΩ, σελ. 11 του pdf).

Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου: "Ελληνες αντισταθείτε"

Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου: "Ελληνες αντισταθείτε"
Σε σθεναρή και άκαμπτη αντίσταση σε όλα τα επίπεδα και προς κάθε κατεύθυνση κάλεσε όλους τους Έλληνες ο πρώην Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, στην ομιλία του με θέμα «Παράδοση – Θρησκεία – Πολιτισμός», η οποία έγινε την Κυριακή, στο πλαίσιο του 1ου Πανκαλαμπακιώτικου Χοροστασιού.
Ο Πανοσιολογιότατος π. Αθανάσιος είπε χαρακτηριστικά ότι «επιβάλλεται αντίσταση στον αφελληνισμό και την παραχάραξη της ιστορίας μας, αντίσταση στην περιθωριοποίηση και τον υποβιβασμό των αρχών της πίστεως και της πατρίδος μας, αντίσταση στην ποδηγέτηση και τον έλεγχο των επιλογών και της συνειδήσεώς μας, αντίσταση στους σχεδιασμούς και τις επιβολές της Νέας Τάξεως Πραγμάτων και της Νέας Εποχής και των εγχώριων εντολοδόχων τους. Αντίσταση οργανωμένη και όχι επιφανειακή, που θα στηρίζεται στον προσωπικό μας αγιασμό και τον αναβαπτισμό μας, στα νάματα της ελληνορθόδοξης παραδόσεώς μας. Αντίσταση οργανωμένη σε προσωπικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο».
Ο π. Αθανάσιος προκάλεσε αίσθηση με την αναφορά του σε δαίμονες της κολάσεως, οι οποίοι ξεχύθηκαν να ξεριζώσουν από την ψυχή του Έλληνα την ορθόδοξη πίστη του και την εθνική του συνείδηση, έχοντας ως σκοπό τους την ολοκληρωτική υποδούλωση της πατρίδας μας και του λαού μας στους σχεδιασμούς της παγκοσμιοποίησης, της Νέας Τάξης Πραγμάτων κα της Νέας Εποχής, καθώς και με το κάλεσμά του να κάνουμε τα σπίτια μας κρυφά και νέα σχολειά, για να γαλουχήσουμε τα παιδιά μας με τις παραδόσεις του γένους μας υποκαθιστώντας την πλημμελή σχολική εκπαίδευση που τους παρέχεται.
Αιχμή του δόρατος, για την βίαιη και άμεση υπαγωγή μας στον ηλεκτρονικό ολοκληρωτισμό που παρακολουθεί, χαρακτηρίζει, στιγματίζει και ενοχοποιεί ό,τι και όσους επιθυμεί, είπε πως είναι οι ηλεκτρονικές κάρτες και κυρίως η κάρτα του πολίτη, που συνιστά οξύτατη απειλή για τις ατομικές μας ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο π. Αθανάσιος δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην οικονομική ανέχεια της χώρας μας -η οποία είπε ότι τελεί υπό κατάρρευση, με μια κυβέρνηση υπό ξένη κηδεμονία και υπουργούς υπό επίβλεψη- με κύριους υπεύθυνους πολυεθνικές εταιρείες, οικονομικούς κολοσσούς, εταιρείες κατασκευής οπλικών συστημάτων, πανίσχυρα οικονομικά κέντρα και νεόκοπους κροίσους.
Ο πρώην Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου αναφέρθηκε και στις πρακτικές και τις μεθόδους αυτών που κινούν τα νήματα της ιστορίας του πλανήτη και παράγουν ιδεολογία και νοθευμένο τρόπο ζωής, «των διαφόρων, δηλαδή, κλειστών ομάδων προωθήσεως και ελέγχου της εξουσίας με πρωτοπόρους τον διεθνή σιωνισμό, την μασσωνία, τα οικονομικά λόμπυ των πολυεθνικών, τις λέσχες επιλεγμένων ατόμων, όπως η Μπίλντεμπεργκ, που κατασκευάζουν ηγέτες μαριονέτες, πειθήνεια εκτελεστικά όργανα δικά τους, πριν ακόμη οι λαοί τούς επιλέξουν και τούς ψηφίσουν», προσθέτοντας ότι μέσω αυτών των εκλεκτών και δοτών κυβερνά τον κόσμο μια πανίσχυρη πολιτική, οικονομική, κοινωνική και θρησκευτική ολιγαρχία.
Αναφερθείς στην κρίση που βιώνουμε ως έθνος, ο π. Αθανάσιος σημείωσε ότι πρόκειται πρωταρχικά για μία κρίση ταυτότητος, μια κρίση αυτοσυνειδησίας και αυτοπροσδιορισμού, στην οποία έχουμε οδηγηθεί διότι δεν αναζητούμε πλέον τις απαντήσεις, το νόημα και το σκοπό της ζωής μας στην πατροπαράδοτη ορθόδοξη πίστη μας, στη ζωή της Εκκλησίας, στην χάρη και τα μυστήριά της.
«Απεμπολίσαμε αρχές και αξίες, αλλάξαμε ήθη και συμπεριφορές, θέσαμε άλλους στόχους και προτεραιότητες, νοθεύσαμε τα μέσα και τις διαδικασίες, απωλέσαμε το μέτρο, εγκαταλείψαμε την χαρμολύπη. Βγάλαμε τον Θεό από την ζωή μας και επιχειρούμε να τον γνωρίσουμε με την ανθρώπινη λογική μας, η οποία φθάνει, όμως, στην ανάγκη της πίστεως, αλλά όχι, όμως, στον ίδιο τον Θεό», τόνισε χαρακτηριστικά.
Οδηγός στην ομιλία του π. Αθανασίου για την πορεία της παράδοσής μας ήταν ο Φώτης Κόντογλου, αναφορές του οποίου χρησιμοποίησε ο πρώην ηγούμενος πολλές φορές.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...