Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουλίου 21, 2011

Φώτης Κόντογλου, Τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια


Τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια
Του Φώτη Κόντογλου
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)
Πολλὰ ἔχουν γραφῇ γιὰ τὰ ράσα καὶ τὰ γένια τῶν κληρικῶν. Οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὰ χωνεύουνε, εἶναι κάποιοι ποὺ θέλουνε νὰ φαίνουνται ἐλεύθεροι καὶ νεωτεριστικὰ πνεύματα. Αὐτοὶ ὅλοι εἶναι πάντα «πρακτικοὶ» ἄθρωποι, ποὺ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας μὲ τὸ πρακτικὸ καὶ πεζὸ μυαλό τους, ἐνῷ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ μυαλά, γιατὶ εἶναι ἡ βαθύτερη ποίηση, ἡ ἄβυσσο τῆς ποίησης. Ἡ κακοδαιμονία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει τὴν αἰτία της, κατὰ τὴν γνώμη μου, στὸ ὅτι λείψανε ἀπ᾿ αὐτὴν οἱ ποιητικὲς ψυχές, μὲ τὴν πραγματικὴ σημαία τῆς ποίησης, καὶ γέμισε ἀπὸ «πρακτικούς ἀνθρώπους, ἤγουν ἀπὸ ξεραΐλα καὶ τὸ μέγα ἔλεος...

Νὰ βάλῃ κανεὶς μὲ τὸν νοῦ του καὶ ν᾿ ἀπορήσῃ τί σχέση ἔχουν αὐτοὶ οἱ «θετικοὶ καὶ πρακτικοὶ» ἄνθρωποι, οἱ λεγόμενοι φρόνιμοι καὶ ἔξυπνοι, μὲ τὸν Χριστό, ποὺ εἶπε τὰ παρακάτω λόγια: Ἂν δὲν γυρίσετε πίσω καὶ γίνετε σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπεῖτε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.- μὴν φροντίζετε τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιῆτε καὶ τί ροῦχο θὰ φορέσετε.- Ἐγὼ σᾶς λέγω μὴν ἀντισταθεῖτε στὸν πονηρό, ἀλλὰ ὅποιος σὲ χτυπήσει ἀπὸ τὸ δεξὶ μάγουλό σου, στρέψε καὶ τ᾿ ἄλλο.- Μακάριοι ὅσοι καταδιώκονται γιὰ μένα. - Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας.- Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἀπάνω στὴ γῆ.- Ἐμπᾶτε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, γιατὶ εἶναι στενὸς καὶ θλιμμένος, ὁ δρόμος ποὺ πηγαίνει στὴ ζωή, κ᾿ εἶναι λίγοι ποὺ τὸν βρίσκουνε.- Ἀφῆστε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς πεθαμένους τους.- Δὲν ἦλθα νὰ φέρω εἰρήνη ἀλλὰ μάχαιρα.- Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ παίρνεται μὲ τὴ βία κ᾿ οἱ βιαστὲς τὴν ἀρπάζουνε».

Ποιὰ σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουνε αὐτὰ τὰ πράγματα κι᾿ ἄλλα πολλὰ ποῦ εἶπε ὁ Χριστός, μὲ τὸ πρακτικὸ μυαλό; Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ κοιτάζει ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τὸ ὠφέλιμο γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἀσφάλειά της· δὲ μπορεῖ νὰ πετάξει ἐλεύθερο ἐκεῖ ποὺ τὸ καλεῖ ὁ Χριστός. Μιὰ θρησκεία ποὺ παραγγέλνει κάποια πράγματα ποὺ εἶναι ὁλότελα ἀνάποδα ἀπὸ ὅ,τι νοιώθει τὸ πρακτικὸ μυαλό, μπορεῖ νὰ εἶναι γιὰ πρακτικοὺς ἀνθρώπους; Πῶς νὰ παραδεχθῇ ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος πὼς δὲν ὠφελεῖται σὲ τίποτα ἂν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον; Πῶς, αὐτὸς ὁ θετικὸς ἄνθρωπος νὰ θυσιάσει ὅλα τὰ χεροπιαστὰ τούτου τοῦ κόσμου, κυνηγώντας τοὺς ἴσκιους τῆς μέλλουσας ζωῆς; «Οἱ βιαστὲς ἁρπάζουνε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶναι βιαστὴς ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος, ποὺ τὰ μετρὰ ὅλα καὶ δὲν ριψοκινδυνεύει ποτέ; Πρακτικοὶ ἤτανε οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ρωμαῖοι, ὁ ἴδιος ὁ Ἰούδας, ποὺ φρόντιζε τόσο πολὺ γιὰ τὸ γλωσσοκόμο. Ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος δὲ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καχύποπτος, πονηρός, κι᾿ ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: «Πῶς μπορεῖτε νὰ μιλᾶτε ἀγαθά, ἀφοῦ εἶστε πονηροί»; Ἡ Σαμαρείτιδα δὲ καταλάβαινε τί τῆς ἔλεγε ὁ Χριστός, ἐπειδὴ τὸ μυαλό της ἤτανε πρακτικό, καὶ σὲ καιρὸ ποὺ τῆς μιλοῦσε γιὰ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον», αὐτὴ μιλοῦσε γιὰ τὸ φυσικὸ νερό, «γιὰ νὰ μὴ διψᾷ, καὶ νὰ πηγαίνῃ στὸ πηγάδι νὰ τ᾿ ἀνεβάζῃ μὲ τὸν κουβᾶ», «ἵνα μὴ διψῶ, μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν».

Πρακτικοὶ ἤτανε οἱ Ἑβραῖοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κολλημένοι στὸ ἐπίγειο συμφέρον, καὶ γι᾿ αὐτό, ὅσα τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, τὶς «επαγγελίες», τὶς καταλαβαίνανε γιὰ ὑλικές με τὸ ὑλικὸ φρόνημά τους...

Λοιπόν, οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι καὶ μικρολόγοι, τὰ ζητήματα τῆς θρησκείας τὰ βλέπουνε καὶ τὰ κρίνουνε μὲ τὸν ὠφελιμιστικὸν τρόπο ποὺ δουλεύει τὸ μυαλό τους. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἀγαπᾶνε τὶς καινοτομίες στὴ λατρεία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Αὐτοὶ θέλουνε τὴ συντόμεψη τῶν ἀκολουθιῶν, αὐτοὶ δείχνουνε ὑπερβολικὴ φροντίδα γιὰ τὰ ἀναπαυτικὰ καθίσματα τοῦ ναοῦ, γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ τάξη καὶ καθαριότητα, γιὰ τὸν συγχρονισμὸ τῆς λατρείας μὲ εὐρωπαϊκὴ μουσική, μὲ φυσικὴ σαρκικὴ εἰκονογράφηση, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κάθε τί ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴν παράδοση, μὲ τὴν κατάργηση τελετουργικῶν διατάξεων, καὶ τέλος, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τῶν κληρικῶν: Κατὰ τὴν γνώμη τους τὸ ράσο πρέπει νὰ καταργηθῇ, κι᾿ ὁ παπὰς νὰ φορᾷ πανταλόνι καὶ σακκάκι ὅπως ὅλοι οἱ ἄνδρες, πρέπει οἱ ἱερεῖς νὰ κόψουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένεια τους, νὰ ξουρίσουνε τὸ μουστάκι τους, «για νὰ εἶναι καθαροί». Βλέπετε πὼς οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι προσέχουνε πολύ, ὅπως εἶπα καὶ πρίν, «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος». Λοιπόν, μὲ τὶς σοφὲς καὶ βαθυστόχαστες ὑποδείξεις τους δὲν θὰ εἶναι παραμελημένοι καὶ λεροὶ σὰν τὸν ἅγιο Γιάννη, σὰν τὸν ἅγιο Ἀντώνιο, σὰν τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ μὲ τὴν γιδότριχα, ἀλλὰ θὰ κάνουνε ταχτικὰ τὸ μπάνιο τους, θὰ συχνοξουρίζονται, καὶ θὰ μοσκοβολοῦνε, ὅπως ὅλοι οἱ σημερινοὶ πολιτισμένοι, ἀκόμα κ᾿ οἱ γκάγκστερς, οἱ μεγάλοι ἀπατεῶνες, οἱ ἄνθρωποι τῶν πάρτυ, τῶν ἱπποδρομίων, τῶν πλάζ, κλπ.

Ἔγραψα πολλὲς φορὲς γιὰ τὴν περιβολὴ τῶν ἱερωμένων καὶ γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ ὄψη τους, ἀπ᾿ ἀφορμὴ κάποιων «πρακτικῶν» νεωτεριστῶν ποὺ κόπτονται γιὰ «την ἀναχρονιστικὴ καὶ βάρβαρη ἀμφίεσή τους καὶ γιὰ τὴν ἀσχήμια (πόση εὐαισθησία καὶ καιλαισθησία!) τῶν μαλλιῶν καὶ τῶν γενιῶν των». Δὲν θὰ ξαναγράψω ὅσα ἔγραψα ἄλλη φορά, περασπίζοντας τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τῶν κληρικῶν μας ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς παράδοσης.

Τοῦτο μονάχα θὰ πῶ τώρα σχετικὰ μὲ τὴν παράδοση στὸ ντύσιμο τοῦ κλήρου μας: Ἂς φαντασθῇ ὅποιος θέλει, ἂν μπορῇ νὰ σταθῇ πιὰ τίποτε ἑλληνικό, ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ ὁ παπὰς στὸ χωριὸ μὲ σακκάκι καὶ μὲ πανταλόνι, μὲ γραβάτα καὶ μὲ ρεπούμπλικα, ξουρισμένος καὶ μαδημένος, ὅπως εἶναι μερικοὶ ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, καὶ ἀηδιάζει κανένας νὰ βλέπη ξουρισμένους σβέρκους, μάγουλα σὰν καθαρισμένα αὐγά, προγούλια, ἔκφραση τραπεζίτη ἢ ὀπερατὲρ τοῦ κινηματογράφου, χειρονομίες καὶ φωνὲς τῆς πιάτσας, κλπ.

Σήμερα θὰ πῶ λίγα λόγια μονάχα γιὰ τὸ ράσο καὶ γιὰ τὰ γένεια, «ἀπὸ αἰσθητικῆς ἀπόψεως», ὅπως λένε κ᾿ οἱ αἰσθητικοί, ἐπειδὴ οἱ νεωτεριστὲς ποὺ φωνάζουνε πῶς πρέπει νὰ καταργηθοῦνε, λένε πῶς ἀηδιάζουνε ἀπὸ τὴν ἀσχήμια τοῦ ράσου καὶ τῶν γενείων, καὶ πὼς ὅσα λένε τὰ λένε ἐν ὀνόματι «τῆς καλαισθησίας».

Καὶ πρῶτα - πρῶτα ποιὰ εἶναι ἡ καλαισθησία στὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα; Σ᾿ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει «καλαισθησία» κατὰ τὰ γοῦστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶναι καλὸ καὶ ἔμορφο ὅ,τι εἶναι εὐπρεπὲς καὶ σεμνό, ὅ,τι εἶναι πρέπον στὸ πνευματικὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως. Ὅπως ἡ μορφὴ ποὺ ἔχουνε τόσα ἀντικείμενα εἶναι σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησία, κτίρια, εἰκόνες, ψαλμός, σκεύη, βιβλία, ἄμφια, ποὺ εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἀνεβάζουν τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ στὸν πνευματικὸ κόσμο, σὰν νὰ εἶναι σύμβολα ἱερὰ καὶ ὑπομνήματα στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἀναγωγικὰ» ἀπὸ τὸν ὑλικὸ στὸν φθαρτὸ κόσμο στὸν πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτον τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἔτσι καὶ ἡ ἀμφίεση κ᾿ ἡ ὄψη τῶν κληρικῶν, πρέπει νὰ δείχνῃ τὸ πνευματικὸ ἀξίωμά τους. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ποὺ ζοῦσαν πρὸ Χριστοῦ, οἱ ἱερεῖς, οἱ μάντεις, οἱ πυθίες, εἴχανε ἰδιαίτερη στολὴ κ᾿ οἱ ἄντρες εἴχανε καὶ γένεια καὶ μαλλιά, ὥστε νὰ δυναμώνῃ μὲ τὴ μορφὴ καὶ τὸ πνευματικὸ ἐπιβάλλον τους. Οἱ Ἕλληνες ποὺ ἐκτιμήσανε τὴ μορφὴ μέχρι λατρείας, δίνανε μεγάλη προσοχὴ σ᾿ αὐτὰ ποὺ τὰ νομίζουνε «ἄνευ σημασίας καὶ πάρεργα» οἱ εὐρύνοες καὶ ἐλευθερόφρονες πρακτικοὶ χριστιανοὶ μὲ τὸ θετικὸ μυαλό τους. Τουλάχιστον δὲν φαντάζονται πὼς κ᾿ ἕνα λιοντάρι στὴ φυσική του κατάστασή του, ποὺ τὸ στόλισε ὁ Θεὸς μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς χαίτης του, θὰ γίνη σὰν ἕνα ψωρόσκυλο, ἂν τὸ κουρέψουνε; Μήτε ἕνα τόσο πρακτικὸ πράγμα δὲν βάζουνε στὸν νοῦ τους αὐτοὶ οἱ «πρακτικοὶ» κύριοι; Μὰ τέτοια κεφάλια δὲν γεμίζουνε μήτε μὲ χίλια πράγματα ποὺ μπορεῖ νὰ πῇ κανένας ἀπάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα.

Ἀλλὰ ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω, ἂς πάρουμε τὸ πράγμα κι᾿ ἀπὸ τὴ μεριὰ «τῆς καλαισθησίας», γιατὶ τώρα τελευταῖα οἱ πρακτικοὶ νεωτεριστὲς γυρίσανε τὸ τραγούδι τοῦ ράσου καὶ τῶν γενειῶν στὴν αἰσθητική, ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἐποχή μας ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ἀκαλαίσθητη, δίνει μεγάλη σημασία στὴν «αἰσθητικὴ» καὶ στὸ «καλὸ γοῦστο».

Θά ῾θελα νὰ γράψω ἕνα φυλλάδιο ὁλόκληρο ποὺ νἄχῃ γιὰ τίτλο «Η ἀκαλαισθησία ὁμιλοῦσα περὶ αἰσθητκῆς». Νὰ τὸ γράψω μάλιστα στὴν καθαρεύουσα, ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ κείνους ποὺ μοῦ δώσανε ἀφορμὴ γιὰ νὰ γράψω.

Λοιπόν, ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀποτροπιάζονται τὸ ράσο καὶ τοὺς γενειοφόρους ἱερεῖς, στὄνομα τῆς καλαισθησίας; Ἀπάντηση; Κατὰ κανόνα εἶναι οἱ πιὸ ἀκαλαίσθητοι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ «κακοῦ γούστου», ποὺ δὲν ἔχουνε καμία σχέση μὲ τὴν τέχνη, καὶ μήτε κἂν μὲ τὴ συνηθισμένη καλαισθησία. Μπῆτε στὰ σπίτια τους καὶ στὰ γραφεῖα του καὶ θὰ φρίξετε. Ἀρχιτεκτονική, ἔπιπλα, εἰκόνες, βιβλία, βάζα, πολύφωτα, ὅλα σε σπρώχνουνε νὰ βγῇς ἔξω. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ σοῦ κάνῃ τὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση, εἶναι κανένα ἐλεεινὸ κάντρο μὲ ἐλεεινότερη κορνίζα, κρεμασμένο ἀπάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο ἢ ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ποὺ θὰ παριστάνῃ κενέναν «γλυκὺν Ἰησοῦν» γεμάτον ζαχαρίνη, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ μειδίαμα ποὺ παραγγέλνουν οἱ φωτογράφοι στοὺς πελάτες μπροστὰ στὸ φακό, μὲ ρεφλεδάκια στὸ πρόσωπο, μὲ μαλλιὰ ποὺ ἔχουνε γίνει μποῦκλες στὸ κομμωτήριο, μὲ κινηματογραφικὲς χειρονομίες κλπ.

Ὅποτε τυχαίνει νὰ συναπαντήσω κανέναν παπᾶ, καὶ πρὸ πάντων ἂν τύχῃ νὰ εἶναι εὐμορφάνθρωπος, στέκουμαι καὶ τὸν θαυμάζω γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά του, γιὰ τὸ ἐπιβάλλον καὶ μαζὶ γιὰ τὴν σεμνότητα ποὺ ἔχει ἡ ὄψη του, καὶ γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἔχει τὸ παρουσιαστικὸ καὶ ἡ ἀμφίεσή του. Ἱερὸ πρόσωπο! Ἀλλὰ καὶ τί γραφικότητα ἔχει ὅλο τὸ παράστημά του. Εἶμαι ζωγράφος, τὸ μάτι μου εἶναι ἀκονισμένο στὸ τί εἶναι γενικὰ τὸ ἔμορφο, κι᾿ ὄχι μοναχὰ δὲν βρίσκω κανένα ψεγάδι ἀπάνω του, ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμάζω. Καὶ νὰ συλλογίζεσαι πῶς ὑπάρχουν κάποιοι Ἕλληνες, καὶ θεολόγοι μάλιστα, ποὺ ξυνίζουνε τὰ μοῦτρα τους, ποὺ τὸν βρίσκουνε «ἀντιαισθητικόν»! Ἀντιαισθητικὸν βρίσκουνε τὸν Ὅμηρο, τὸν μάντη Τειρεσία, τὸν Μέντορα, τὸν Ἀχιλλέα μὲ τὰ μαῦρα στριφτὰ γένια, τὸν Θεμιστοκλῆ, τὸν ἅγιο Βασίλειο, τὸν ἅγιο Λουκιανὸ ποὺ τὸν εἶδε καὶ τἄχασε ὁ σκληρὸς Διοκλητιανός, τὸν ἅγιο Νικόλαο, τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Παλαιολόγο, τὸν Θανάση Διάκο, τὸν Παπαφλέσσα, τὸν Ἡσαΐα Σαλώνων, τέλος βρίσκουνε ἄσχημο τὸν πνευματικὸ λέοντα μὲ τὴν φυσικὴ χαίτη του, καὶ ἔχουνε γιὰ ὄμορφον ἐκεῖνον τὸν μαδημένον, ποὺ εἶναι σὰν τὸ κριάρι ποὺ τὸ κουρέψανε καὶ γίνηκε ἀγνώριστο, μὲ τὰ στραβὰ ποδάρια του, μὲ τὸ λαιμὸ τῆς γαλοπούλας καὶ μὲ τὸ κωμικὸ μούσι! Μὴ χειρότερα! Ποὺ μπορεῖ νὰ φτάσῃ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ξιπασιὰ γιὰ νὰ φανῆ εὐρωπαϊσμένος! Ἐμεῖς ποὺ κάτι γομᾶμε ἀπὸ τέχνη, νοιώθουμε αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, κ᾿ οἱ ἀπελέκητοι καὶ κακόγουστοι «ἀχαλοῦν γιὰ τὴν ἄκομψον καὶ βάρβαρον ἐμφάνισιν τῶν κληρικῶν»! Ποιοί; ἐκεῖνοι ποὺ τὸ μάτι τους θέλει νὰ βλέπει τριμμένα κι᾿ ἀνέκφραστα σχήματα.

Ἀλλὰ καὶ κακοφτιαγμένος νὰ εἶναι ὁ παπάς, μὲ τὸ ντύσιμό του παρουσιάζεται εὐπρεπισμένος, παρὰ ἂν φοροῦσε σακκάκια καὶ πανταλόνια: μὲ τὰ γένια καὶ τὰ μαλλιὰ κρύβονται οἱ ἀσχήμιες τοῦ κεφαλιοῦ, τὰ προγούλια, οἱ σβέρκοι, τὰ πλατειὰ χείλια, τὰ παχειὰ μάγουλα. Βάλε καὶ τὸ καλυμαύχι, ποὺ εἶναι ἕνα θαυμάσιο κάλυμμα, καὶ ποὺ γίνεται πιὸ θαυμάσιο με τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο*. Τὰ κουσούρια (ἐλαττώματα) πάλι ποὺ ἔχει τυχὸν τὸ σῶμα ἑνὸς κληρικοῦ κρύβουνται καὶ μετασχηματίζονται ἀπὸ τὰ ράσα, οἱ κοιλιές, τὰ στραβὰ πόδια, τὰ μακρυὰ χέρια, ἡ καμπούρα, κ.ο.κ. Ὅλα ντύνουνται μὲ εὐπρέπεια καὶ πνευματικὴ ἀρχοντιά, μπροστὰ στὰ στενὰ καὶ στὰ μεσάτα των καθολικῶν, τὰ κλὸς καὶ τὰ μοδιστράδικα πλισσέ. Οἱ παπάδες μας εἶναι σὰν πνευματικοὶ ἄρχοντες. Δόξα σοι ὁ Θεὸς ποὺ βλέπουμε ἀκόμα τέτοιες βιβλικὲς μορφὲς στὸν αἰώνα τῆς μονοτονίας, τῆς ἀνέκφραστης ὁμοιομορφίας καὶ τῆς ἀντιπνευματικῆς πεζότητας! Ὡστόσο, κ᾿ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν χωνεύουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ ράσα, μιλοῦμε συχνὰ μὲ γεροντοκοριτσίστικη ἔκσταση γιὰ κάποιες «βιβλικές μορφές». Θέλεις μῆλον ἔπαρε, θέλεις κυδώνι λάβε, ποὺ λέγει καὶ ἡ παροιμία.

Τὸ πόσο στολίζουν τὰ γένεια ἕνα ἱερὸ πρόσωπο καὶ τοῦ δίνουνε εὐπρέπεια καὶ πνευματικὸ ἀξίωμα, τὸ δείχνει ἀνάμεσα σὲ ἄλλα καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ Μωϋσῇ ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Ἄγγελο. (Τὸ γράφω αὐτὸ γιὰ τοὺς δυτικόπληκτους). Ἐνῶ κατὰ τὴν ἀρχαία παράδοση ὁ Μωϋσῆς παριστάνεται σπανὸς μὲ λίγες ἀραιὲς τρίχες στὸ πηγούνι, ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος. δηλ. ἕνας τεχνίτης κατόλικος, ποὺ ἔβλεπε γύρω τοὺς ξουρισμένους κληρικούς, τὸν ἔκανε μὲ μακρυὰ καὶ μπλεγμένα γένεια καὶ μὲ πολλὰ σγουρὰ μαλλιά, γιὰ νὰ δώσῃ χαρακτήρα ὑπερανθρώπου καὶ ἱερατικόν, ὅπως στὸν Σαβαώθ, στοὺς Πατριάρχες καὶ στ᾿ ἄλλα σεβάσμια πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Κάποιος γνωστός μου κληρικὸς ποὺ ταξίδεψε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια στὴ Συρία καὶ στὸ Λίβανο, μοῦ ῾λεγε πῶς τοῦ εἶπε ἕνας ἀρχιμανδρίτης Σῦρος πὼς ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰορδανίας Ἀβδουλλάχ, ἔλεγε στὸν μακαρίτη Πατριάρχη Ἀντιοχείας: «Ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχετε στὸ παρουσιαστικό σας κάποιο πράγμα ποὺ μᾶς κάνει, ἐμᾶς τοὺς μουσουλμάνους, νὰ νοιώθουμε σεβασμό. Ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ φραγκοπαπάδες μᾶς φαίνουνται σὰν πράκτορες ὑπόπτων ὑποθέσεων». Ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἱερεῖς μας ποὺ πήγανε σὲ ξένες χῶρες χριστιανικὲς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, μὲ τὰ ράσα καὶ τὰ γένεια, ὅπως κάνουνε ὁ Ρῶσοι, ἤτανε σεβάσμιοι γιὰ τοὺς ντόπιους, ἐνῶ στοὺς κουρεμένους φραγκοφορεμένους δικούς μας δὲν δείχνανε κανένα σεβασμὸ σὰν σὲ θρησκευτικοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ξένοι μοῦ τὸ τονίσανε αὐτό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ποὺ στέλνει στὶς παροικίες παπάδες, ἔχει ξεπέσει στὴν συνείδηση τῶν ξένων. Ἐξ ἄλλου, τὸ κοστούμι κ᾿ ἡ γραβάτα ἔχει μεγάλη ἐπίδραση στὸ ἦθος τῶν κληρικῶν μας ποὺ τὰ φορᾶνε.**.

Ἕνας εὐλαβὴς ἱερεύς, γνωστός μου, μοῦ ἔλεγε πὼς ὅταν τὸ βράδυ βγάλῃ τὰ ράσα γιὰ νὰ κοιμηθῇ, δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, καὶ θαρρεῖ πῶς ἡ θεία χάρη ποὺ νοιώθει ὅταν τὰ φορῇ, φεύγει ἀπὸ πάνω του.

Ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ὁ ἀστυνόμος ποὺ ὑπηρετεῖ τὴν ἐπίγεια ἐξουσία, φορεῖ τὴ στολή του γιὰ νὰ γνωρίζεται, ἔτσι κι᾿ ὁ ἱερωμένος, καὶ πολὺ περισσότερο, γιατὶ ὑπηρετεῖ τὴν οὐράνια ἐξουσία πρέπει νὰ φορεῖ τὴν στολή του, κι᾿ ὄχι νὰ ντρέπεται, ὅπως κάνουνε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν τὸ ράσο. Ἂν βγάζανε τὴν ἱερατικὴ περιβολή τους οἱ παπάδες καὶ βάζανε πολιτικά, θὰ βλέπανε τί περίπαιγμα θὰ παθαίνανε ἀπὸ τοὺς ἄθρησκους, προπάντων στὴν ἐπαρχία. Γιατὶ τὸ ράσο εἶναι ἀσπίδα.

Γιὰ τοῦτο, πῶς ἀλλοίμονο ἂν παρουσιασθῇ ὁ παπὰς στὸ χωριὸ μὲ πανταλόνια καὶ μὲ γραβάτα, καὶ τὸ καλοκαίρι μὲ κοντὰ μανίκια! Ὢ τί δυστυχία! Ὢ διάλυση τῶν πάντων! Τί Ἑλλάδα μπορεῖ νὰ σταθῇ πιά; Ὅλα θὰ διαλυθοῦνε. Ὁ παπὰς στὸ χωριὸ εἶναι σύμβολο. Σύμβολο θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικό, ἂς εἶναι καὶ ἀγράμματος, ὁ πιὸ ἀπελέκητος. Τὸ ράσο θυμίζει στὸν λαὸ τὴν ἱστορία του, τὶς θυσίες του, τοὺς πόνους του, τὶς χαρές του, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ ράσο τὸν ζεσταίνει, τοῦ δίνει φρόνημα, πίστη, πεποίθηση, ἐμπιστοσύνη κι᾿ ἀγάπη στὴ φυλή του. Αὐτοὶ ποὺ θέλουνε νὰ καταργήσουνε τὸ ράσο καὶ νὰ μοντερνίσουνε τὴν ἀρχαία ὄψη τοῦ παπᾶ, συλλογιστήκανε καλὰ τί ζητᾶνε; Ἂς ρωτήσουν τοὺς ξενητεμένους Ἕλληνες τί χαρὰ καὶ τί κατάνυξη νοιώθουν ὅταν ἀντικρύσουν, στὶς χῶρες ποὺ ζοῦν, κάποιον ἱερέα μας μὲ γένεια καὶ μὲ ράσο. Εἶδα κάπου νὰ γράφει ἕνας διάκος εὐσεβὴς ὅτι σὲ ἕνα γράμμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἕναν γνωστό του νέον, ἀλλὰ ἔγγαμον ἱερέα, ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν Τασμανία τῆς Αὐστραλίας, ἔγραφε τὰ παρακάτω λόγια: «τὸ εὐχάριστο εἶναι ὅτι κατώρθωσα νὰ διατηρῶ τὰ ράσα καὶ τὰ γένειά μου, καὶ οὕτω ἀπολαμβάνω σεβασμοῦ καὶ πολλῆς ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς της Τασμανίας».

Ἀλλὰ ἂς γυρίσουμε γιὰ λίγο ἀκόμα σὲ ἐκείνους ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ χωνέψουνε τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια τῶν ἱερέων ἀπὸ τὴ μεγάλη «αἰσθητική» καλλιέργεια ποὺ ἔχουνε.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ εἶναι τώρα μακαρίτης κ᾿ ἤτανε τότε ποὺ ζοῦσε καθηγητὴς σπουδαῖος της Θεολογίας, μὲ προσκάλεσε στὸ σπίτι του γιὰ νὰ μοῦ δείξῃ τὰ «καλλιτεχνήματα» ποὺ εἶχε... Δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα καὶ τὴν στιγμὴ νὰ φύγω ἀπὸ κεῖ μέσα καὶ σὰν βγῆκα, ἔκανα τὸν σταυρό μου, ἀνασαίνοντας βαθειά, καὶ εὐχαρίστησα τὸν Κύριο ποὺ δὲν μὲ ἀξίωσε νὰ γίνω σοφὸς καθηγητής. Λοιπόν, ἐκεῖνος ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος ὁ ψυχικὸς ξέρακας ποὺ περνοῦσε γιὰ σοφός, δὲν χώνευε μήτε τὰ ράσα, μήτε τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία, μήτε «την βάρβαρον βυζαντινὴν μουσικήν, ἠνάλωσε δὲ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ μέχρι τοῦ θανάτου του, μοχθήσας διὰ τὴν συγχρόνισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν τεχνῶν»! Θεὸς συχωρέστον.

Σημειώσεις
* Κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ δεσπότη (ἡ κορόνα) εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐπιβλητικὰ καὶ θαυμαστὰ καλύμματα, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι ρώσικη. Ἐνῶ ἡ τιάρα τῶν καρδιναλίων ἐκφράζει ἀλαζονεία καὶ σατανικότητα, εἶναι καὶ κακοῦ γούστου κατασκεύασμα.

** Κάποιος πολύξερος καὶ σπουδασμένος καὶ ποὺ γνωρίζει καλὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, μοῦ ἔλεγε πὼς ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἱερωμένοι μας βγάλανε τὰ ράσα, πλήθηνε ἡ κακοήθεια τοῦ κλήρου σὲ κείνη τὴ χώρα ποὺ κατοικοῦσε.
πηγή

Εκοιμήθη ο Αγιορείτης Ιερομόναχος Χρυσόστομος Φιρφιρής


Πηγή:
Τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, 20 Ιουλίου 2011, με το νέο ημερολόγιο ξημερώνοντας η Εορτή του Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου, εκοιμήθη εν Κυρίω, προσβεβλημένος από βαριά ασθένεια, ο Ιερομόναχος Χρυσόστομος Φιρφιρής, Γέροντας του ιστορικού Κουτλουμουσιανού Ιερού Κελλίου Προφήτου Ηλιού που βρίσκεται στις Καρυές του Αγίου Όρους. 
Ο Μακαριστός, γεννημένος στην Καβάλα, ήρθε σε ηλικία μόλις 17 ετών στο ΄Αγιον Όρος και υποτάχθηκε στην πολύ γνωστή Συνοδία του ονομαστού Αγιορείτου ψάλτου Διακόνου Διονυσίου Φιρφιρή. Ο Ιερομόναχος Χρυσόστομος χειροτονήθηκε σε Διάκονο από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Μάξιμο, Σχολάρχη της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης και Πρόεδρο της Πατριαρχικής Εξαρχίας που είχε επισκεφθεί το Άγιον Όρος και Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Δράμας κυρό Διονύσιο ενώ ο Μητροπολίτης Φιλίππων του απένειμε και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου. 
Μετά από πολυετή μάχη με την επάρατη νόσο και σε ηλικία μόλις 55 ετών, ο π. Χρυσόστομος Φιρφιρής άφησε την τελευταία του πνοή στο κονάκι του Ιερού Κελλίου του, στη Θεσσαλονίκη, περιστοιχούμενος από Αγιορείτες και μη Πατέρες οι οποίοι έσπευσαν να βρεθούν κοντά του. Η σορός του μεταφέρεται αυτές τις ώρες στον λατρευτό του Άθω και η Εξόδιος Ακολουθία θα ψαλλεί στον Ναό του Ιερού του Κελλίου όπου και θα γίνει η ταφή.
  Απλός, ταπεινός, συνετός, με γνήσιο καλογερικό, αγιορείτικο φρόνημα, ο Μακαριστός είχε κερδίσει την ανεπιφύλακτη αγάπη των απλών και καθημερινών ανθρώπων αλλά και πολλών συμμοναστών του εξαιτίας της αυθεντικότητας του χαρακτήρα του και της σπάνιας αρχοντιάς του φρονήματός του. 
   
Αιωνία αυτού η μνήμη

Επίσκεψη της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Τουρκική πρεσβεία του Βατικανού με κοστούμι

undefined
Προκλήσεων συνέχεια. Η αντιπαραδοσιακή και νεωτεριστική εμφάνιση της Ορθόδοξης αντιπροσωπείας στο Βατικανό δεν έχει τέλος. Σπάνια εμφανίσθηκαν ιματισμένοι με ράσο αλλά πάντα με κοστούμι. Στη φωτογραφία ο Καρδινάλιος Κούρτ Κόχ που συνόδεψε την αντιπροσωπεία στην Τουρκική πρεσβεία φορά το ράσο του ενώ οι ορθόδοξοι όχι. Αν κάποιος δεν γνώριζε τα πρόσωπα θα νόμιζε ότι είναι ο Καρδινάλιος με την ακολουθία του.

Αρχιμ. Αυγουστίνος Μύρου, Τι είναι αμαρτία

Ομιλία του π. Αυγουστίνου Μύρου, με θέμα : Τι είναι αμαρτία

Leykosippos - Constantinosa.gr

Ευδοξία Αυγουστίνου, Ηθική από την κούνια

Ἠθική ἀπό τήν κούνια
Γράφει η Εὐδοξία Αὐγουστίνου Φιλόλογος-Θεολόγος
Τά τελευταῖα χρόνια ὅλο καί περισσότερο πληθαίνουν οἱ ἐνδείξεις ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς τους οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν τή βασική ἠθική αἴσθηση καί μάλιστα ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα. Μέ τή βοήθεια καλά σχεδιασμένων πειραμάτων διαπιστώθηκε ὅτι ἀκόμα καί στά μωρά ὑπάρχει ἠθική σκέψη, ἠθική κρίση καί ἠθικά αἰσθήματα.
Ὁμάδα ἐρευνητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γέιλ παρατηροῦσε ἀγόρι ἡλικίας ἑνός ἔτους. Τό παιδί παρακολούθησε παράσταση μέ μαριονέτες, κατά τήν ὁποία ἡ μία συνήθιζε νά μήν ἐπιστρέφει τήν μπάλα στίς ἄλλες· τήν ἔπαιρνε καί ἔφευγε. Ὅταν οἱ τρεῖς μαριονέτες κατέβηκαν ἀπό τή σκηνή καί κάθισαν μπροστά σέ λιχουδιές, οἱ ἐρευνητές ζήτησαν ἀπό τό παιδί νά πάρει τίς λιχουδιές ἀπό κάποια. Κι ἐκεῖνο ἀφαίρεσε τή μερίδα ἀπό τήν «ἄτακτη» καί μάλιστα τή χτύπησε στό κεφάλι, ἴσως γιά νά τήν τιμωρήσει περισσότερο.
Σέ ἕνα ἀπό τά πειράματα, νήπια ἕξι μηνῶν ἕως ἑνός ἔτους παρακολούθησαν μία ταινία, στήν ὁποία «πρωταγωνιστοῦσαν» ἁπλά γεωμετρικά σχήματα - κινούμενα σχέδια. Μία κόκκινη μπάλα μέ μάτια προσπαθοῦσε νά ἀνεβεῖ ἕνα λόφο. Τήν ἴδια στιγμή ἕνα κίτρινο τετράγωνο τή βοηθοῦσε σπρώχνοντάς την ἀπό πίσω καί ἕνα πράσινο τρίγωνο τήν ἐμπόδιζε καί τήν ὑποχρέωνε νά ἐπιστρέψει πίσω. Ἀφοῦ τά παιδιά παρακολούθησαν ἀρκετές φορές τήν ταινία, κλήθηκαν νά ἐπιλέξουν. Τό 80% ἔδειξε τήν προτίμησή του στό «καλό» κίτρινο τετράγωνο πού βοηθοῦσε τήν μπάλα καί ὄχι στό «κακό» πράσινο τρίγωνο, πού τήν ἐμπόδιζε.
Σέ ἄλλο πείραμα, σκύλος-παιχνίδι προσπαθοῦσε νά ἀνοίξει κάποιο κουτί. Ἕνα ἀρκουδάκι τόν βοηθοῦσε καί ἄλλο τόν ἐμπόδιζε. Μετά ἀπό τήν παρακολούθηση τῆς ταινίας τά νήπια στή συντριπτική πλειονότητά τους ἔδειξαν ὅτι προτιμοῦν τό φιλικό ἀρκουδάκι πού πρόσφερε βοήθεια στό σκύλο.
Μέ βάση τά νέα δεδομένα ἀνατρέπεται ἡ ἀντίληψη ὅτι τά παιδιά ξεκινοῦν τή ζωή τους ὡς «tabula rasa» -κενός πίνακας- καί ἡ ἠθική συμπεριφορά τους διαμορφώνεται κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους ἀπό τίς ἐπιρροές τῶν γονέων καί τοῦ περιβάλλοντος. Κατά τόν δρ. Μπλούμ, τέτοιου εἴδους μελέτες ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τίς πεποιθήσεις διάσημων ψυχαναλυτῶν, πού πίστευαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννιέται ὡς ἕνα «ἀνήθικο ζῶο»· ἤ, ψυχολόγων, πού διατύπωσαν τήν ἄποψη ὅτι ἡ νοητική ζωή τοῦ νηπίου βρίσκεται σέ «μεγάλη σύγχυση» (Βλ. «Ἡ Καθημερινή», 10/5/2010, «Τά Νέα», 11/5/2011).
Ὁδηγούμαστε, λοιπόν, στό συμπέρασμα ὅτι τά βρέφη μποροῦν νά ἔχουν ἠθική κρίση καί νά ξεχωρίζουν τό καλό καί τό κακό ἀπό τούς ἕξι μῆνες. Γεννιοῦνται μᾶλλον μέ ἔμφυτες τίς θεμελιώδεις ἠθικές ἀξίες· ἐνῶ, γιά νά μάθουν βασικά πράγματα σχετικά μέ τόν φυσικό κόσμο, χρειάζονται πολλά χρόνια. Προφανῶς τό κριτήριο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ λειτουργεῖ ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται στόν κόσμο. Στήν ἴδια διαπίστωση κατέληγε καί ὁ σοφός Τερτυλλιανός· «Anima naturaliter christiana est» (=Ἡ ψυχή ἀπό τή φύση της εἶναι χριστιανική) καί μάλιστα ἐξ ἁπαλοτάτων ὀνύχων.
Πόση προσοχή καί ἱερότητα χρειάζεται στήν ἐπιμέλεια τῆς ἀγωγῆς τῶν βρεφῶν! Καί πόσο ὑπόλογοι εἴμαστε ἀπέναντι στήν ἄδολη καί ἄφθορη ψυχή τους, ὅταν τά «παρκάρουμε» ἀσυνείδητα καί ἐγκληματικά μπροστά στή δασκάλα τῆς ἀνηθικότητας καί τῆς ἐγκληματικότητας, τήν τηλεόραση, γιά νά δεχθοῦν καταιγιστικά τά μηνύματα τῆς βίας καί τῆς διαφθορᾶς!
Εὐδοξία Αὐγουστίνου,Περιοδικό “Απολύτρωσις”, Ιούλιος- Αύγουστος 2011

Κυκλοφορεί το φύλλον της 22.7.11 του «Ορθοδόξου Τύπου»


Μερικά ἀπό τά περιεχόμενά του:
Οἰκουμενισταί Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς μέ κοστούμι εἰς τό Βατικανόν. Τήν ὥραν κατά τήν ὁποίαν οἱ καρδινάλιοι τοῦ Παπισμοῦ ἐφόρουν τά ράσα τῆς «ἐκκλησίας» των.
Μία κυοφορουμένη αἵρεσις εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου.
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἰλίου κ. Ἀθηναγόρας ὠργάνωσε συμπροσευχάς μέ Παπικούς. «Ἄριστα» εἰς τήν προώθησιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Προκλητικώτερη ἡ ἀδιαφορία τοῦ «Πρώτου» ἀπό τήν ἀφωνίαν του.
Συλλυπητήρια μηνύματα συμπαραστάσεως πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κύπρου κ. Χρυσόστομον, ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν Πατριαρχῶν Ἱεροσολύμων καὶ Ἀλεξανδρείας.
Χειροτερεύει ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ὑποτονικήν στάσιν, τήν ὁποίαν τηρεῖ ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία, ἐπισημαίνει ὁ Καθηγητής Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου εἰς τήν Νομικήν Σχολήν Ἀθηνῶν κ. Ἰωάννης Κονιδάρης εἰς συνέντευξίν του. Ὁ μακαριστός Ἀθηνῶν κυρός Χριστόδουλος εἶχε δυναμισμόν, ἀλλά προετίμησε τά… εὐρωαργύρια.
«Ἀρκετά σιώπησε ἡ Χάλκη» φέρεται νά εἶπεν εἰς τήν Χ. Κλίντον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης.
Ἔντονοι προβληματισμοὶ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱε­ραρχίας διὰ δύο ἐγκυκλίους τῆς Ἰ. Σύνοδου.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Κύπρου ἀναγνωρίζει ὡς νόμιμον ἀρχήν τῆς Κατεχομένης Κύπρου τόν Ἀττίλαν. Ὀλίγα 24ωρα πρός τῆς θλιβερᾶς ἐπετείου τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων εἰς τήν Κύπρον.
Γεγονότα καί Σχόλια. Βιβλιοκρισίαι καί ἄλλη ἐνδιαφέρουσα ὕλη συμπληρώνουν τό φύλλον.

Ὁ ψυχικὸς καὶ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος

Coman Constantin (Πρωτοπρεσβύτερος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου)



Ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος: Παύλεια θεώρηση τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ σύγχρονου Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ



Ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος καὶ ὁ «πνευματικὸς» ἄνθρωπος

Ὑπάρχει ἕνας ἐμφανὴς κεντρικὸς ἄξονας, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἰκοδομεῖται ἡ παύλεια ἀνθρωπολογία καὶ ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ σ’ ὅλες τὶς ἐπιστολές του, ἐπειδὴ εἶναι ὁ κεντρικὸς ἄξονας τῆς ὅλης παύλειας θεολογίας. Πρόκειται γιὰ τὸ σωτηριολογικὸ ἀνθρωπολογικὸ σχῆμα στὸ ὁποῖο ἀνήκουν καὶ τὸ ὁποῖο ἐκφράζουν οἱ παύλειες ἔννοιες, οἱ ὁποῖες καὶ ἀποτελοῦν τὸν τίτλο τῆς παρούσας εἰσηγήσεως: Ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος καὶ ὁ «πνευματικὸς» ἄνθρωπος (1 Κορ. 2,14-15).

Τὸ ἀνθρωπολογικὸ λεξιλόγιο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μπορεῖ ἄνετα νὰ κατατάσσεται σὲ δύο στῆλες, ἡ μία νὰ ἀνταποκρίνεται καὶ νὰ περιγράφει τὸν «ψυχικὸν» ἄνθρωπον καὶ ἡ ἄλλη τὸν «πνευματικὸν» ἄνθρωπον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ προσπάθειά μου ἐδῶ δὲν εἶναι ἀναλυτική, ὁπότε θὰ περίμενε κανεὶς μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰς βάθος ἔρευνα τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ συνθετικὴ ἢ συνοπτική, ἡ ὁποία σκοπὸ ἔχει νὰ συλλάβει τὶς γενικὲς γραμμὲς τῆς παύλειας ἀνθρωπολογίας.

Πρέπει νὰ δοῦμε ὅμως πρῶτα ἀπ’ ὅλα τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο «ψυχικὸν» καὶ τί ἐννοεῖ ὅταν τὸν ὀνομάζει «πνευματικόν». Ἡ συνάφεια ὅπου ἀπαντοῦν αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ εἶναι γνωστή. Στὴν πρώτη ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Κορινθίους, στὸ δεύτερο κεφάλαιο, ὁ Παῦλος γράφει ὅτι ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ καταλάβει τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου, τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κάνει μὲ τὴν ἀνθρώπινη σοφία («σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων» (1 Κορ. 2,6), ἀλλὰ ἀναφέρεται στὴν «Θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ τὴν ἀποκεκρυμμένην… ἥν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν» (2,7-8). Ἡ ἀποκεκρυμμένη αὐτὴ σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζεται μονάχα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾶ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ» (2. 10) «τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς ἔγνωκεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (2, 11). Ὁ Ἀπόστολος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἔφτασαν νὰ τὴν γνωρίσουν ὄχι μέσα ἀπὸ κάποια ἀνθρώπινη προσπάθεια ἢ ἱκανότητα, ἀλλὰ χάρη στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ: «ἡμῖν δὲ ἀπεκάλυψεν ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Πνεύματος» (2,10). Ἀκόμα καὶ τὰ λόγια μὲ τὰ ὁποῖα κηρύττουν τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ δὲν ἀνήκουν στὴν ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλὰ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα: «ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις ἀλλ’ ἐν διδακτοῖς πνεύματος» (2,13).

Τὸ σημαντικότερο πράγμα, ποὺ ξεφεύγει τὶς περισσότερες φορὲς τὴν προσοχὴ τῶν ἑρμηνευτῶν, ἀλλὰ πάνω στὸ ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος ἐπιμένει φανερὰ στὴν ἐν λόγῳ συνάφεια, ἀφορᾶ τὸν δέκτη τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀρκεῖ ποὺ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Πνεύματός Του ἀποκαλύπτει στὸν ἄνθρωπο τὴ σοφία του καὶ τὰ λόγια μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὐτὸς μπορεῖ νὰ τὴν ἐκφράσει. Χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος-δέκτης νὰ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα. Χωρὶς αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τίποτα ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ἐξηγεῖ πῶς ὁ ἴδιος καὶ οἱ λοιποὶ χριστιανοὶ συμβαίνει νὰ καταλάβουν τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ λέγει: «Ἡμεῖς δέ… ἐλάβομεν… τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἴδωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν» (2,12). Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἀκούοντες τὰ περὶ θείας σοφίας λόγια τοῦ Ἀποστόλου. Αὐτοὶ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὰ καταλάβουν ἐὰν δὲν εἶναι «πνευματικοὶ» ὅπως ὁ ἴδιος, δηλαδὴ ἂν δὲν ἔχουν τὸ Πνεῦμα μέσα τους, ἐπειδὴ αὐτὰ κρίνονται πνευματικά: «ἃ καὶ λαλοῦμεν… ἐν διδακτοῖς πνεύματος λόγοις, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες» (2,13).

Ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ Πνεῦμα μέσα του, ὁ ὀνομαζόμενος ἀπὸ τὸν Παῦλο «ψυχικὸς» δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει καί, συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ δεχτεῖ τὰ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ἀποφαίνεται κατηγορηματικὰ πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα: «ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ… καὶ οὐ δύναται γνῶναι», ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ σοφία «πνευματικῶς ἀνακρίνεται» (2,14). Ἀκόμη περισσότερο, ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος θεωρεῖ τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ «μωρία».

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «λαλεῖ» ὡς πνευματικὸς («ἡμεῖς ἐλάβομεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ») πράγματα «πνευματικὰ» («ἃ ἡμῖν ἀπεκάλυψεν ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Πνεύματος») κατὰ τρόπο «πνευματικό», (δηλ. «ἐν διδακτοῖς Πνεύματος λόγοις») σὲ ἀνθρώπους πνευματικοὺς («πνευματικοῖς»). Κοντολογίς, θὰ λέγαμε ὡς ἑξῆς: «πνευματικοὶ πνευματικὰ πνευματικῶς πνευματικοῖς λαλοῦμεν». Εἶναι αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ θὰ ὀνόμαζα «τὸ πρωτεῖο τοῦ Πνεύματος».

Ἀπὸ τὸ κείμενο αὐτὸ συνάγεται καθαρὰ τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ «πνευματικὸς» ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔλαβε Πνεῦμα, ἐνῶ ὁ «ψυχικὸς» ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε Πνεῦμα. Σὲ ὁλόκληρη τὴν περικοπὴ δεσπόζει τὸ Πνεῦμα (σὲ ἑπτὰ στίχους, κεφ. 2,10-16, ἡ λέξη πνεῦμα ἀπαντᾶ ὀκτὼ φορὲς) ὁπότε δὲν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι, τουλάχιστον στὴν συνάφεια αὐτή, ἡ ἔννοια τοῦ «πνευματικοῦ» ἀνθρώπου καθορίζεται ἀπὸ τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Πνεῦμα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν «ψυχικὸν» ἄνθρωπον. Αὐτὸς εἶναι «ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸ ἀπὸ Θεοῦ Πνεῦμα, ὁ ἄνθρωπος τῆς λογικῆς καὶ τῆς φυσικῆς θρησκείας», ὅπως σημειώνει ὁ Καθηγητὴς Σ. Ἀγουρίδης στὸ γνωστό του ὑπόμνημα στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Σχηματικά, οἱ «πνευματικοὶ» ἄνθρωποι εἶναι οἱ πνεῦμα ἔχοντες, οἱ δὲ «ψυχικοὶ – ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας – πνεῦμα μὴ ἔχοντες» (στίχος 19).

Ἐὰν ἡ περικοπὴ αὐτὴ «παρουσιάζει ἀρκετὰ προβλήματα» ἕνα πράγμα εἶναι σίγουρο: ὁ Ἀπόστολος ἐννοεῖ ἀκριβῶς αὐτὰ ποὺ λέει. Ὁποιαδήποτε προσπάθεια διαφορετικῆς ἑρμηνείας στερεῖται ἐπιχειρημάτων. Ἐρωτήματα ὑπάρχουν σχετικὰ μὲ ὅσα λέει ὁ Ἀπόστολος. Θὰ σταθοῦμε σ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὸ δικό μας θέμα. Ποιὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει ὁ Παῦλος ἐδῶ; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὁμόφωνη: πρόκειται γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, «τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τὸ ὁμοούσιον τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, καὶ τὸ ἐκ τῆς οὐσίας καὶ ὑποστάσεως τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον» (Θεοφύλακτος), «ὁμοούσιον καὶ ἴσον τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ» (Ζιγαβηνός), «οἱ μὲν γὰρ τοὺς ἔξωθεν ρήτορας ἔχουσιν διδασκάλους, ἡμεῖς δὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» (Χρυσόστομος) ἢ γιὰ «τὴν χάριν καὶ τὴν ἐπενέργειαν τοῦ Πνεύματος» (Τρεμπέλας).

Πότε ἔλαβαν ὁ Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα; Εἶναι μᾶλλον βέβαιο ὅτι ὁ Ἀπόστολος ἔχει ὑπόψιν τὸ βάπτισμα ὡς χρόνο κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ χριστιανοὶ ἔλαβαν τὸ Πνεῦμα. Ἕνα ἄλλο ἐρώτημα ἀφορᾶ τοὺς «ψυχικούς»: εἶναι αὐτοὶ ἄνθρωποι ποὺ δὲν βαπτίσθηκαν ἢ χριστιανοὶ ποὺ δὲν συμμορφώνονται στὴ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ζωὴ καὶ ποὺ ἀπομακρύνουν τὸ Πνεῦμα; Οἱ μὴ βαπτιζόμενοι ἀνήκουν σίγουρα σ’ αὐτὴ τὴν κατηγορία. Εἶναι δυνατὸν στὴ συγκεκριμένη αὐτὴ συνάφεια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νὰ ἔχει ὑπόψιν γενικὰ τὸν μὴ βαπτιζόμενο ἄνθρωπο (τὸ «ἡμεῖς» τοῦ στίχου 12 δηλώνει τοὺς χριστιανοὺς σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς μὴ χριστιανοὺς τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζει ὡς «ψυχικούς», δηλ. ὡς μὴ ἔχοντες πνεῦμα), παρόλο ποὺ στὴν ἐπιστολή του δὲν ἀποκλείει ἀκόμα καὶ οἱ χριστιανοὶ νὰ εἶναι ὄχι ἀκριβῶς «ψυχικοὶ» ἀλλὰ «σάρκινοι» ἢ «σαρκικοὶ» (1 Κορ. 3,1-3), ποὺ σημαίνει περίπου τὸ ἴδιο πράγμα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς χρησιμοποιεῖται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ «πνευματικοὶ» («οὐκ ἠδυνήθην λαλῆσαι ὑμῖν ὡς πνευματικοῖς ἀλλ’ ὡς σαρκικοῖς»). Οἱ ἑρμηνευτὲς μιλοῦν γιὰ διαφορετικὰ στάδια τελειώσεως, δίνοντας στὸ «σαρκικὸς» τὴν ἔννοια τοῦ ἀτελοῦς («ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὅτι ἐγὼ δὲν ἐδυνήθηκα νὰ λαλήσω εἰς ἐσᾶς ὡσὰν εἰς πνευματικοὺς καὶ τελείους, ἀλλὰ ὡσὰν εἰς σαρκικοὺς καὶ ἀτελεῖς» – Θεοφύλακτος). Τὴν ἴδια ἑρμηνεία μᾶς δίνει καὶ ὁ καθηγητὴς Σ. Ἀγουρίδης, λέγοντας ὅτι «πέρα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ποὺ πῆραν οἱ πιστοὶ κατὰ τὸ βάπτισμα στὴν Κόρινθο, χρειάζονταν ἄλλη ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος γιὰ νὰ γίνουν πνευματικοί, ὥστε νὰ καταλαβαίνουν ὁρισμένες ὄψεις τοῦ χριστιανικοῦ μυστηρίου βαθύτερα».

Πάντως, χριστιανὸς ἢ μή, ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος στερεῖται τῆς ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ὁ ἄνθρωπος «laisse aux seules ressources de sa nature» σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς Βίβλου τῆς Ἱερουσαλήμ. Μάλιστα, στὴν περικοπὴ αὐτὴ ὁ Παῦλος ἔχει ὑπόψιν κάποια κρούσματα ἀνθρώπινης αὐτάρκειας ἀνάμεσα στοὺς Κορινθίους, μὲ ἄμεσο ἀντικείμενο τὴν ἀνθρώπινη σοφία. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «πνευματικὸν» καὶ τὸ ἀναστημένο σῶμα σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ «ψυχικὸν σῶμα», ποὺ εἶναι τὸ ἐπίγειο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου: «…στερεῖται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν, εἰ ἔστι σῶμα ψυχικόν, ἔστιν καὶ πνευματικόν… ἀλλὰ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικὸν ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικὸν» (1 Κορ. 15, 44-46). Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πνευματικὸς» μόνο μετὰ τὴν ἀνάσταση, ἐφόσον ὁ Ἀπόστολος μιλάει γιὰ τὸν «πνευματικὸν» ἄνθρωπο ὡς μία παροῦσα πραγματικότητα. Πρόκειται μᾶλλον γιὰ τὴν ἴδια ἔκφραση, τὴν ὁποία συναντᾶμε στοὺς συνοπτικοὺς σχετικὰ μὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἢ γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ στὸ τέταρτο Εὐαγγέλιο ὡς παροῦσα καὶ μέλλουσα πραγματικότητα. Ἡ παύλεια ἔκφραση «ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα» (2, Κορ, 5,16) ἐνισχύει τὴν παραπάνω ἑρμηνεία.

Κλείνοντας αὐτὴ τὴ σύντομη ἀνάλυση, ὑπογραμμίζουμε αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει τὴν παροῦσα εἰσήγηση, δηλαδὴ τὴν κατηγορηματικὴ διάκριση ποὺ κάνει ὁ Παῦλος ἀνάμεσα στὸν «πνευματικὸν» καὶ τὸν «ψυχικὸν» ἄνθρωπον, ἡ ὁποία διάκριση ὑποδεικνύει δύο τύπους ἀνθρώπων, δύο καταστάσεις ἀνθρωπίνου βίου ἢ μᾶλλον δύο πραγματικότητες ριζικὰ διαφοροποιημένες. Πρόκειται, ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως, γιὰ θεμελιώδη παύλεια ἀνθρωπολογικὴ θέση, ἂν καὶ οἱ δύο ὅροι ποὺ τὴν ἐκφράζουν ἔχουν σπάνια χρήση στὶς παύλειες ἐπιστολὲς (βλ. «ψυχικὸς ἄνθρωπος: 1 Κορ. 2,14, «πνευματικὸς» ἄνθρωπος: 1 Κορ. 2,15. 3,1. 14,37. Γαλ. 6,1).

Ἡ ὅλη πσύλεια ἀνθρωπολογία ἀναπτύσσεται, κατὰ βάσιν, γύρω ἀπὸ αὐτὴ τὴ διάκριση. Τὸ σχετικὸ παύλειο λεξιλόγιο μπορεῖ, ὅπως εἴπαμε, χωρὶς δυσκολία νὰ κατατάσσεται σὲ δύο στῆλες, ἡ μία ὑποδεικνύοντας τὴν κατάσταση τοῦ μέχρι τώρα ὀνομαζόμενου «πνευματικοῦ» ἀνθρώπου καὶ ἡ ἄλλη τοῦ «ψυχικοῦ».



«Οἱ ἐν πνεύματι ὄντες» καὶ «οἱ ἐν σαρκὶ ὄντες»

Ἡ γνωστὴ παύλεια ἀντίθεση «σάρκα – πνεῦμα» καὶ οἱ παραλλαγές της, ἐκφράζουν στὴν οὐσία τὴν ἴδια πραγματικότητα. Στὶς περισσότερες ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπαντᾶ κάτω ἀπὸ μία ἢ ἄλλη μορφὴ αὐτὴ ἡ διάκριση. Στὸ ὄγδοο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναπτύσσει ἀκόμα ἐκτενέστερα τὸ θέμα, ἀκολουθώντας πάντοτε τὴν ἴδια ἀντιθετικὴ διατύπωση. Ὑπάρχουν ἀπὸ τὴν μιὰ πλευρὰ «οἱ κατὰ σάρκα» ἢ «οἱ ἐν σαρκὶ ὄντες» (8,5,8), τῶν ὁποίων ὁ τρόπος τῆς βιωτῆς ἐκφράζεται ἀπὸ τὸ «κατὰ σάρκα ζῆν» (8,12), οἱ ὁποῖοι «κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν» (8,4) καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ «οἱ κατὰ πνεῦμα» ἢ «ἐν πνεύματι ὄντες» (8,5,8), τῶν ὁποίων ὁ τρόπος ζωῆς ἐκφράζεται ἀπὸ τὸ «πνεύματι ζῆν» (8,12), οἱ ὁποῖοι «μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα» (8,4). Οἱ μὲν «τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν», οἱ δὲ «τὰ τοῦ Πνεύματος» (8,5). Ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς «ψυχικοὺς» τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν «τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς» δὲν μποροῦν νὰ ὑποτάσσονται στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀκριβῶς διότι «τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεὸν» (8,7). Κατὰ συνέπεια, «οἱ ἐν σαρκὶ ὄντες Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται» (8,8). Θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω ὅτι, καὶ στὴν περίπτωση τῶν ψυχικῶν, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωση τῶν «κατὰ σάρκα ὄντων» ὁ Ἀπόστολος δὲν λέει ὅτι δὲν θέλουν νὰ καταλάβουν τὰ τοῦ Θεοῦ ἢ ὅτι δὲν θέλουν νὰ ὑποτάσσονται στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν («οὐ δύναται γνῶναι», «τῷ γὰρ νόμῳ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται, οὐδὲ γὰρ δύναται»). Καὶ δὲν μποροῦν διότι δὲν ἔχουν τὸ Πνεῦμα. Οἱ «κατὰ πνεῦμα ὄντες» μποροῦν νὰ φρονοῦν «τὰ τοῦ Πνεύματος» ἐπειδὴ ἔχουν μέσα τους τὸ Πνεῦμα: «εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν» (8,9). Τὰ πράγματα εἶναι, ὄντως, πολὺ ξεκάθαρα: Ἡ ριζικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δύο κατηγορίες ἀνθρώπων προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀναφορά τους στὸν Θεό.

Οἱ μὲν «σαρκικοὶ» δὲν μποροῦν νὰ συνάπτουν σχέσεις μὲ τὸν Θεό, ἁπλούστατα διότι δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν μὲ τίποτα τὰ πράγματά Του. Ἐπιπλέον, ἡ στάση τους ἀπέναντι στὸ Θεὸ εἶναι ἐχθρική, ἐφόσον βλέπουν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν ἐσωτερικό τους νόμο. Οἱ δὲ «πνευματικοὶ» ὄχι μόνο εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβουν τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ προχωροῦν σὲ μία υἱική, πολὺ στενὴ σχέση μὲ τὸ Θεό. Ἐκεῖνο ποὺ συντελεῖ τὸ θετικὸ αὐτὸ ἔργο εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, «τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ», «τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ» (8,9). Τελικὰ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσά τους προκύπτει ἀπὸ τὸ Πνεῦμα: οἱ μὲν πρῶτοι δὲν ἔχουν τὸ Πνεῦμα, οἱ δὲ τελευταῖοι ἔχουν τὸ Πνεῦμα.

Στὴ συνάφεια αὐτή, τοῦ ὀγδόου κεφαλαίου τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς, ὁ Ἀπόστολος προχωρεῖ στὶς σωτηριολογικὲς διαστάσεις τοῦ θέματος. Τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖο «οἰκεῖ» μέσα στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι Πνεῦμα «ζωῆς καὶ εἰρήνης», ἐνῶ «τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος» (8,6). «Εἰ δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρὸν διὰ ἁμαρτίαν τὸ δὲ πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην. Εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος τὸν Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας Χριστὸς ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τοῦ ἐνοικοῦντος αὐτοῦ Πνεύματος ἐν ὑμῖν», γράφει ὁ Παῦλος (8,10-11). Ὁ Ἀπόστολος εἶναι πολὺ σαφὴς καὶ τὸ κείμενο δὲ χρειάζεται εἰδικὰ σχόλια τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴν κεντρική του ἰδέα. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος παραμένει δοῦλος τῆς σαρκός, τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι αὐτάρκης. Ἀδυνατεῖ ἀκόμα νὰ καταλάβει ὅτι βρίσκεται σὲ κατάσταση δουλείας «τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου» καὶ ἂν καταλάβει, προσπαθεῖ μάταια νὰ βρεῖ στὶς δυνάμεις του τὴν ἀπελευθέρωση. Ἡ μοναδικὴ λύση εἶναι τὸ Πνεῦμα: «Εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν, εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσετε» (8,13). Ὁ ἔχων Πνεῦμα δέχεται τὴν ἀπελευθέρωση, διότι «ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θάνατου» (8,1) καὶ γίνεται «υἱὸς Θεοῦ» διότι τὸ Πνεῦμα ποὺ ἔλαβε εἶναι «πνεῦμα υἱοθεσίας»: «Ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοι υἱοὶ Θεοῦ εἰσίν· οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας… ἀλλὰ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν, Ἀββᾶ ὁ Πατὴρ» (8,15-16). Καί, τέλος, ἐὰν εἶναι τέκνα Θεοῦ εἶναι καὶ κληρονόμοι μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸν καὶ θὰ δοξασθοῦν μαζί Του (8,17).



«Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος» καὶ «ὁ καινὸς ἄνθρωπος»

Δύο ἄλλοι ἀνθρωπολογικοὶ τύποι (διατυπώσεις) πολὺ σημαντικοὶ γιὰ τὴν παύλεια θεολογία ἐπιβεβαιώνουν, ἀλλὰ καὶ διαφωτίζουν ἀκόμα περισσότερο, τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ λειτουργία τῆς βασικῆς ἀνθρωπολογικῆς διάκρισης γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε. Αὐτοὶ εἶναι: «παλαιὸς ἄνθρωπος» καὶ «καινὸς ἄνθρωπος».

Τὸν πρῶτο ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τρεῖς φορὲς στὶς ἐπιστολὲς του (Ρωμ. 6,6. Κολ. 3,9. Ἐφ. 4,22) καὶ τὸν δεύτερο δύο φορὲς (Ἐφ. 2,15. 4,24) ἢ πέντε φορὲς ἂν προσθέσουμε καὶ τοὺς συνώνυμους («νέος ἄνθρωπος» Κολ. 3,10. «καινὴ κτίσις» 2 Κορ. 5,17. Γαλ. 6,15). Οἱ ἀναφορὲς εἶναι λίγες, ἀλλὰ ἀφοροῦν θεμελιώδεις θέσεις τῆς ἐν γένει παύλειας θεολογίας.

Πρὶν ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ ὁ Παῦλος μὲ τοὺς χαρακτηρισμοὺς «παλαιὸς» καὶ «καινὸς» ἄνθρωπος, ἂς δοῦμε πῶς τοὺς περιγράφει. Ὁ «παλαιὸς» ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες τῆς ἀπάτης, μέσα στὸν ὁποῖο ζεῖ «τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας», ποὺ ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ ἁμαρτωλὲς πράξεις, ψεύδεται, ἀσελγεῖ, εἶναι κατὰ πάντα δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Ὁ «καινὸς» ἢ ὁ «νέος» ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη καὶ ὁσιότητα, μέσα στὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία δὲν καταδυναστεύει πιά, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τὴν ἀλήθεια, τὴν εἰρήνη, εἶναι «ὁ κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν νομοθεσίαν πολιτευόμενος», ὅπως λέει ὁ Θεοδώρητος.

Ποιὸς εἶναι τελικὰ ὁ παλαιὸς καὶ ποιὸς ὁ καινὸς ἄνθρωπος κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο; Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ προστακτική τοῦ χωρίου Ἐφ. 4,22, τότε τὰ πράγματα θὰ ἦταν σαφῆ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔχει τὴ λύση της. Τὰ ἄλλα δύο χωρία κάνουν ἄμεση παραπομπὴ σὲ ἕνα γεγονὸς τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖο ξεχωρίζει τὸν παλαιὸ ἀπὸ τὸν καινὸ ἄνθρωπο. Κάποια στιγμὴ σὲ μιὰ συγκεκριμένη συνάφεια ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος «συνεσταυρώθη» Ρωμ. 6,6. («ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον» Κολ. 3,9). Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος εἶναι, μὲ τὴν γενικὴ ἔννοια, «ὁ πρὸ τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς δυνάμεως τῆς σαρκός», ὅπως γράφει σὲ σχετικὸ ὑπόμνημά του ὁ καθηγητὴς Ἰω. Καραβιδόπουλος. Μὲ τὴν εἰδικὴ ἔννοια, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος εἶναι ὁ πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα ἄνθρωπος, κατὰ κοινὴ γνώμη τῶν ἑρμηνευτῶν. «Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος ἀναφέρεται ἐδῶ στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς καινούργιου ἀνθρώπου ὡς ἀντίθετου, προϋποθέτει τὴν δημιουργία καὶ τὴν ὕπαρξη τοῦ καινοῦ ἄνθρωπου. Μόνο σὲ σχέση μ’ αὐτὸ τὸν καινούργιο ἄνθρωπο μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλήσει γιὰ τὸν παλαιὸ» παρατηρεῖ ὁ ρουμάνος ἑρμηνευτής, π. Γρηγόριος Μάρκου στὸ ἔργο του Αntropologia paulina. Ὁ «καινός», ὁ νέος ἄνθρωπος, ἀντίστοιχα, (Ἐφ. 2,15. 4,24. Κολ. 3,10) εἶναι «ἐκεῖνος ποὺ ὑπέστη διὰ τοῦ Χριστοῦ τέτοια ριζικὴ ὑπαρξιακὴ μεταλλαγή, ὥστε νὰ μὴ κυριαρχεῖται πιὰ ἀπὸ τὴ σάρκα ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα».

Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου ἢ μᾶλλον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, συντελέσθηκε ἀπὸ τὸ Χριστὸ διὰ τοῦ ὅλου ἀπολυτρωτικοῦ Του ἔργου, γιὰ τὸ ὁποῖο γράφει ἐκτενῶς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ ἐν λόγῳ δεύτερο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. Μὲ τὸ «ἐνδύσασθαι» τοῦ Ἐφ. 4,24, ὁ Παῦλος «ἐννοεῖ ἀσφαλῶς τὴν προσωπικὴ συμμετοχὴ τοῦ χριστιανοῦ στὴν ὅλη διαδικασία τῆς ἀνακαινίσεως, ἡ ὁποία βασικὰ συντελεῖται κατὰ τὸ βάπτισμα», τὸ λουτρὸ «τῆς παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως» ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος γράφει (Τίτ. 3,5). Ἡ προστακτικὴ καὶ αὐτὴ τὴ φορά, ὅπως καὶ στὸ προηγούμενο στίχο, ἐξηγεῖται μὲ τὸ νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὸ ποὺ «συντελέσθηκε στὸ βάπτισμα βρίσκεται σὲ δυναμικὴ πορεία συνεχοῦς ἀνανεώσεως (πρβλ. 2 Κορ. 4,16 – «ὁ ἔσω ἡμῶν ἄνθρωπος ἀνακαινοῦται ἡμέρα καὶ ἡμέρα»). «Ἐκτίσθη μὲν οὗτος ὁ ἄνθρωπος – γράφει ὁ Θεοφύλακτος – ἐν τῷ βαπτίσματι διὰ δικαιοσύνης καὶ ὁσιότητος. Ἐνδύσασθαι δὲ αὐτὸν δεῖ καὶ νῦν διὰ τοῦ βίου καὶ τῶν ἔργων». Ὁ νέος ἄνθρωπος, ποὺ ἀνακαινίζεται διαρκῶς, διαμορφώνεται «κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτὸν» (Κολ. 3,10). Εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζει ὅταν μιλάει γιὰ τὴν «ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος» (Ρωμ. 8,23).

Γιὰ νὰ ὀνομάσει τὸν νέο ἄνθρωπο ὁ Παῦλος χρησιμοποιεῖ τὴν ἔκφραση «καινὴ κτίσις» (βλ. 2 Κορ. 5,17. Γαλ. 6,15) ἡ ὁποία συμβάλλει οὐσιαστικὰ στὸ νὰ καταλάβουμε ἂν ὄχι ἄλλο τουλάχιστον τὶς διαστάσεις τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἡ ὁποία χωρίζει τὸν καινὸ ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, ἡ ποιοτικὴ διαφορὰ μεταξύ τους, εἶναι τέτοια ποὺ ἀναγκάζει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ μιλήσει γιὰ μία καινούργια δημιουργία, γιὰ μία καινούργια κτίση. «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ» (2 Κορ. 5.17). Πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστὸ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπῆρχε.

Ἡ ὕπαρξή του ἀρχίζει μὲ τὸν Χριστό, «…ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα…» (Ἐφ. 4,24). Σύμφωνα μὲ ἑρμηνεία ποὺ υἱοθετοῦν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Μέγας Ἀθανάσιος, Γρηγόριος Νύσσης, Κύριλλος, Θεόδωρος Μοψουεστίας), ὁ Πρωτότοκος αὐτῆς τῆς καινῆς κτίσεως εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ (βλ. Κολ. 1, 15: «πρωτότοκος πάσης κτίσεως») ἢ «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμ. 8, 29). Ὁ Χριστὸς εἶναι, ἐξάλλου, τὸ πρότυπο καὶ τὸ μέτρο τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4,3). Ὁ σωτηριολογικὸς τύπος (σωτηριολογικὸ σχῆμα) Ἀδὰμ – Χριστός, πρῶτος καὶ δεύτερος Ἀδὰμ – ποὺ ἀναπτύσσει ὁ Παῦλος στὸ πέμπτο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους καὶ στὴν Α’ Κορινθίους κεφ. 15 ἐπιβεβαιώνει μὲ κάθε σαφήνεια τὴν παύλεια ἀνθρωπολογικὴ θέση, συνοψίζοντας τὰ κυριότερα σημεῖα της. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «…ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν, ὁ ἔσχατος Ἀδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν. Ἀλλ’ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικὸν ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἐξ οὐρανοῦ· οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοὶ καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι» (Α’ Κορ. 15, 45-48).



Συνοψίζοντας τὰ ὅσα προσπαθήσαμε νὰ ποῦμε μέχρι τώρα, θὰ κρατήσουμε τὰ ἑξῆς βασικά:

α. Πέρα ἀπὸ τὶς κατὰ μέρους ἐννοιολογικὲς ἀποχρώσεις, ὑπάρχει πλήρης συνωνυμία ἀνάμεσα στοὺς κύριους ἀνθρωπολογικοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι εὔκολα ταξινομοῦνται σὲ δύο ὁμάδες. Ἔχουμε, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο», ποὺ εἶναι ὁ «σαρκικός», ὁ «ψυχικός», ὁ «κατὰ σάρκα ζῆν» καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸν «καινὸ» ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ὁ «πνευματικὸς» ἄνθρωπος, ὁ «κατὰ πνεῦμα ζῆν».

β. Ὁ Παῦλος διαχωρίζει σαφῶς ἀνάμεσα στὸν παλαιὸ καὶ καινὸ ἄνθρωπο, ἐννοώντας μὲ τὸν πρῶτο τὸν μέχρι Χριστὸν καὶ χωρὶς Χριστὸ ἄνθρωπο καὶ μὲ τὸ δεύτερο τὸν μετὰ Χριστὸ καὶ τὸν ἐν Χριστῷ ἄνθρωπο.

γ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἐκφράζεται μὲ ὅρους ποὺ μιλοῦν γιὰ μία νέα δημιουργία, γιὰ μία καινὴ κτίση σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴν πρώτη δημιουργία καὶ μὲ τὴν παλαιὰ κτίση.

δ. Αὐτὸ ποὺ ἐνεργεῖ τὴν καινὴ κτίση, τὴν νέα ζωή, εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει κατὰ τὸ βάπτισμα καὶ μὲ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ συνεργάζεται ἀκριβῶς διὰ τὴν συνεχῆ ἀνανέωσή του.

ε. Κατὰ συνέπεια, ὁ καινὸς ἄνθρωπος διαφέρει ριζικὰ ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἐπειδὴ ἔχει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ πρῶτος δὲν τὸ ἔχει. [...]



Ὁ σύγχρονος εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς

Ὁ σύγχρονος εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός, στὸν ὁποῖο ἀνήκουμε καὶ ἐμεῖς, φαίνεται νὰ ἔχει ἐγκαταλείψει ἀπὸ πολλοῦ τὴν παύλεια ἀνθρωπολογία. Ὁ σύγχρονος εὐρωπαῖος ἔχει πέσει καὶ πάλι στὴν ἀνθρώπινη αὐταρχία καὶ αὐταρέσκεια. Δὲν ὑπολογίζει Θεό, τόσο περισσότερο Χριστὸν ἢ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐμπιστεύεται πλήρως καὶ ἀποκλειστικὰ τὶς δυνάμεις του. Ἡ κρίση τοῦ σύγχρονου εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ ἔχει ἀρχίσει. Μία θεώρησή του ἀπὸ τὴν προοπτική τῆς παύλειας ἀνθρωπολογίας θὰ μᾶς ἀποκαλύψει ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ἀπομόνωση, τὸν ἐγκλωβισμὸ τοῦ ἀνθρώπου στὴ φυσικὴ ἀνθρώπινη σοφία καὶ στὶς φυσικὲς ἀνθρώπινες δυνάμεις.

Θὰ ἀναφέρω μερικὰ λόγια, καὶ πάλι τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος, στὸ ἔργο του «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος» κάνει μία κρίση τοῦ σύγχρονου εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ μαζὶ μὲ τὶς θεολογικὲς καὶ τὶς ἰδεολογικές του βάσεις. Ἡ μεγάλη ἁμαρτία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι, κατὰ τὸν π. Ἰουστίνο, «τὸ νὰ θέλει νὰ μένει εἰς τὴν φύσιν του, τὸ νὰ μὴ θέλει ἐντός του τίποτε, ἐκτός τοῦ ἑαυτοῦ του… τὸ νὰ μὴ θέλει καθόλου τὸν Θεόν». «Ἡ οὐσία τῆς πτώσεως εἰς τὴν ἁμαρτίαν – γράφει ὁ π. Ἰουστίνος – εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια: τὸ νὰ θέλει κανεὶς νὰ γίνει καλὸς διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, τὸ νὰ θέλει κανεὶς νὰ γίνει τέλειος διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, τὸ νὰ θέλει κανεὶς νὰ γίνει θεὸς διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως ὁ ἄνθρωπος ἀσυναισθήτως ἐξισοῦται μὲ τὸν διάβολον. Διότι καὶ αὐτὸς θέλει νὰ γίνει θεὸς διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, νὰ ἀντικαταστήσει τὸν Θεὸν μὲ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ εἰς τὴν ὑψηλοφροσύνην του αὐτὴν διὰ μιᾶς ἔγινε διάβολος, τελείως κεχωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅλως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας, λοιπόν, πάσης ἁμαρτίας, συνίσταται εἰς αὐτὴν τὴν ἀλαζονικὴν αὐταπάτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ διαβόλου, τοῦ Σατανᾶ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ τὸ νὰ θέλει κανεὶς νὰ μένει εἰς τὴν φύσιν του, τὸ νὰ μὴ θέλει ἐντός του τίποτε, ἐκτός τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁ διάβολος εὑρίσκεται ὅλος εἰς αὐτό: τὸ νὰ μὴ θέλει καθόλου τὸν Θεὸν μέσα του, εἰς τὸ νὰ θέλει νὰ εἶναι πάντοτε μόνος, πάντοτε νὰ ἀνήκει εἰς μόνον τὸν ἑαυτόν του, πάντοτε ὅλος εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὅλος διὰ τὸν ἑαυτόν του, πάντοτε ἐρμητικῶς κλειστὸς ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς ὅ,τι ἀνήκει στὸν Θεόν. Καὶ τί εἶναι αὐτό; Ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ φιλαυτία ἐνηγκαλισμένα εἰς ὅλην τὴν αἰωνιότητα, δηλαδὴ ἡ κόλασις. Τοῦτος εἶναι κατ’ οὐσίαν καὶ ὁ οὑμανιστικὸς ἄνθρωπος: ὅλος μένει εἰς τὸν ἑαυτόν του, διὰ τὸν ἑαυτόν του, πάντοτε πεισμόνως κλειστὸς ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Εἰς αὐτὸ ἔγκειται ὁ κάθε οὑμανισμός… Ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸν ὡς δυνάμει θεάνθρωπος, διὰ νὰ οἰκοδομήσει ἑκουσίως διὰ τοῦ Θεοῦ τὸν ἑαυτὸν του εἰς θεάνθρωπον ἐπὶ τὴ βάσει τῆς θεοειδείας τῆς φύσεώς του».



Σύμφωνα μὲ τὴν παύλεια ἀνθρωπολογία, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀρνεῖται τὸ Πνεῦμα.

Ὑπεύθυνη γιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ εἶναι, κατὰ μαρτυρία πολλῶν μεγάλων συγχρόνων ὀρθοδόξων θεολόγων, μία ἐκκοσμικευμένη θεολογία, μία «ψυχικὴ» θεολογία, μία θεολογία ἡ ὁποία ἀπομακρύνει τὸ Θεὸ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία καὶ αὐτὸ ἐπειδή, καταρχήν, ἡ ἴδια δὲν βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Πρόκειται γιὰ μία θεολογία, ἡ ὁποία, «δὲν ριζώνεται -ὅπως ἔλεγε σὲ πρόσφατο θεολογικὸ συνέδριο γνωστὸς ὀρθόδοξος Μητροπολίτης – στὴν προσευχή, στὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Μία θεολογία ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ἐπιφυλακτικὰ καὶ διστακτικὰ πρὸς κάθε ἐμπειρία τοῦ Πνεύματος καὶ διστάζει ἢ θεωρεῖ ὑποτιμητικὸ νὰ χαρακτηρίζεται «πνευματικὴ» καὶ προτιμᾶ πολὺ περισσότερο νὰ ὀνομάζεται «ἐπιστημονική».

Δὲν κατηγορῶ. Ἁπλῶς προβληματίζομαι ὡς κληρικὸς καὶ θεολόγος ταυτόχρονα.



πηγή: Πρωτοπρ. Constantin Coman, Καθηγητῆ τοῦ Παν/μίου Βουκουρεστίου, «Ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος: Παύλεια θεώρηση τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ σύγχρονου Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ». Γ΄ Παύλεια -Πρακτικὰ Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου -ἀποσπάσματα, σ.129-146



 

Ὁ ἄνθρωπος ὡς προσκυνητὴς

 
Τσιρόπουλος Κώστας


Γιατί ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος; Χρειάζεται ὁ κόσμος τὸν ἄνθρωπο; Ὑπάρχει κάποιος σκοπὸς στὸν κόσμο καὶ ὑπάρχει κάποιος σκοπὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο; Ἀπορίες ποὺ ἀνακύπτουν ἀπὸ ἕναν διαστοχασμὸ μοναχικό τῆς ὕπαρξής μας ὅλης, ἀπορίες διατρητικές, ἀνατρεπτικὲς μιᾶς φαινομενικῆς τάξης καὶ μιᾶς παράδοξης ἀλληλουχίας ποὺ πληγώνει στὰ βάθη του τὸν ἄνθρωπο, θέτοντάς τον ὑπὸ πολλαπλὴ διερώτηση, ἀπογυμνώνοντας τὴν ἀσίγαστη προβληματικότητά του.

Μέσα σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ὀφείλεται σὲ θεία ἑτοιμασία ἔρχεται ὁ καθένας μὲ δάκρυα στὰ μάτια, γιὰ νὰ γνωρίσει, νὰ θαυμάσει, νὰ ζήσει τὸ ἁρμονικὸ κάλλος τῆς Δημιουργίας ὅλης. Τὰ κάλλος αὐτό, τὸ πολύμορφο καὶ πολύτροπο, ἔχει θεία καταγωγή, εἶναι κατόρθωμα ἱερό. Καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς τῆς ἱερότητας ἔρχεται νὰ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος. Γιὰ τοῦτο ἔρχεται, ὀφείλει νὰ ἔρχεται ὡς προσκυνητής. Νὰ ἔρχεται, νὰ συμπεριφέρεται καὶ ν’ ἀπέρχεται ὡς προσκυνητής. Νὰ ἐμβιώνει, νὰ συμβιώνει καὶ νὰ ἀποβιώνει ὡς εὐλαβὴς ἐπισκέπτης, ὡς προσκυνητής.

Γιὰ αἰῶνες ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρθηκε μέσα στὸν κόσμο ἔτσι. Ἔκτισε τὶς πολιτεῖες του ἀκολουθώντας τὶς θεηγόρες γραμμὲς τῶν τοπίων τοῦ κόσμου. Ὕψωσε τὰ ἱερά του ἐκεῖ ὅπου ἔνιωθε μέσα στὸν κόσμο τὴν πανέμορφη ἔξαρση τοῦ θείου. Ἔστησε τὰ γεφύρια του συνομιλώντας εὐλαβικὰ μὲ τὰ ποτάμια, χαϊδεύοντας στοργικὰ τὴν τριγύρω τους φύση. Καὶ ὕψωσε τείχη μέσα στὴν ταυτόμορφη ἁρμονία τοῦ τοπίου ἐνῶ στέριωσε τὰ λιμάνια του ἐκεῖ ὅπου τὸ δάχτυλο τοῦ Πλάστη του εἶχε φανερώσει τοὺς πρόσφορους κόλπους. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ὅλα τὰ παλιά τοῦ ἀνθρώπου ἔργα μοιάζει νὰ ἔχουν ψυχή, μοιάζει νὰ λαλοῦν καὶ ἀπὸ ὁλόβαθά τους νὰ ψάλλουν τὴν ἱερότητα τοῦ κόσμου καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἔπαυε νὰ εἶναι προσκυνητὴς τοῦ κόσμου καὶ ὑπέκυπτε στὴν οἴηση, ὁ κόσμος ὁ ἴδιος ἐρχόταν καὶ μὲ ἄκαμπτες, μυστικὲς δυνάμεις σάρωνε κι τσάκιζε τὰ ἔργα αὐτὰ τῆς οἴησης.

Ὥσπου, στοὺς στερνοὺς αὐτοὺς δύο αἰῶνες τῆς οἰκουμένης ἡ οἴηση ποὺ ὑπέβοσκε μέσα στὸν ἄνθρωπο κατανίκησε τὸ ἦθος τοῦ προσκυνητῆ καὶ τὸν ἀναγόρευσε κατακτητὴ τοῦ κόσμου.

Ὡς κατακτητής, ὁ ἄνθρωπος, ὅπου ζεῖ καὶ ἀπ’ ὅπου περνᾶ, σαρώνει τὴν ἱερότητα τοῦ κόσμου κι ἀναγορεύει τὸν ἑαυτό του σὲ νοῦ τῆς Δημιουργίας ὅλης. Αὐτὸς ποὺ ἦλθε γιὰ νὰ φύγει, συμπεριφέρεται ὡς ἀλαζονικὸς κληρονόμος ποὺ μένει. Μένει καὶ κατακτᾶ, καὶ μετασχηματίζει, καὶ ἀλλοιώνει, καὶ ἀσχημίζει, καὶ γκρεμίζει, καὶ κατατρώγει καὶ τὴν ὄψη καὶ τὰ σπλάχνα τοῦ κόσμου. Προσπαθεῖ νὰ ἀπαλείψει τὴν ἱερότητα τοῦ κόσμου, νὰ σβήσει τὴν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ, νὰ θέσει ἀναιδῶς τὴν δική του. Εἶναι ἀδίσταχτος, ἀδηφάγος, ἄμοιρος ἁρμονίας καὶ ὀμορφιᾶς, πλάσμα ποὺ μένει προσηλωμένο ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, κοινωνικὸς καὶ κοινωνικοφανής, ἐπικοινωνιακὸς καὶ μύχια ἀκοινώνητος, ἕνας βάρβαρος ποὺ κρατεῖ στὰ χέρια του δυνάμεις ἀβυσσαλέες καὶ τρέφεται μὲ τὸ μίσος, τὴν ἀντιπάθεια, τὴν διεκδίκηση, τὴν ἐπιθετικότητα, ποτὲ μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ ξυπνᾶ στὴ ψυχὴ ἡ κοινωνία τῆς ἱερότητας ὅλης τῆς Δημιουργίας, τὴν ἀγάπη τοῦ προσκυνητῆ.

Ὁ κατακτητὴς ἄνθρωπος, σέρνοντας πίσω του τὰ πιὸ ἄσχημα, κακόγουστα, ἐκτρωματικά, ἀντιφυσικά, ἀντικοσμικὰ ἔργα του, ὁδηγεῖται, σ’ ἕνα συγκλονιστικὸ ἀδιέξοδο: μπορεῖ νὰ θανατώσει μὲ τὶς κατακτητικές του δυνάμεις τὸν κόσμον ὅλο ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀθανατίσει τὸν ἑαυτό του. Ὅσα καὶ ὅπως καὶ ἂν βιώσει, τελικὰ θὰ ἀποβιώσει. Καὶ ἡ μνήμη τῶν κατακτητικῶν του ἀπολαύσεων δὲν θὰ τὸν συνοδεύσει. Ὁ κατακτητὴς θὰ καμφθεῖ ἐμπρὸς στὴν ἱερότητα τοῦ θανάτου, ὅσο καὶ ἂν ἔχει τραφεῖ μὲ τὴν οἴηση τῶν κατακτήσεών του, ὅσο κι ἂν ἔχει παραμορφώσει τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος τελικὰ θὰ τὸν θάψει. Καὶ θ’ ἁπλώσει καὶ πάλι πάνω ἀπὸ τὰ λείψανά του, τὴν θεσπέσια ἁλουργίδα τῆς ἱερότητας τῆς Δημιουργίας, φυτά, ἄνθη ζωύφια ποὺ ἀντικρίζουμε νὰ μισοντύνουν τ’ ἀρχαῖα ἐρείπια, τὰ μισογκρεμισμένα κάστρα, τὰ λησμονημένα γεφύρια,

Ἀλλὰ πῶς ὁ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος ἄνθρωπος-κατακτητὴς θὰ ἐνδυθεῖ ἀφοῦ δὲν προσκύνησε τὸν κόσμο ἐτοῦτο καὶ δὲν ἐβίωσε ὡς λειτουργὸς ἀλλὰ ὡς βιαστής του; Ποιὸς θὰ ἐνδύσει τὸν ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του ἄνθρωπο τοῦ καιροῦ μας; Ἄφησε τὰ ἀλαζονικά του ἴχνη στὸν κόσμο, ἀλλὰ ὁ κόσμος δαμάζει τὰ πάντα, γιατί μέσα στὸν κόσμο λειτουργεῖ ἄγρυπνος ὁ χρόνος. Μόνον ὅποιος ἔρχεται καὶ ζεῖ ὡς προσκυνητὴς ὑπερβαίνει τὸν χρόνο μέσα στὴν θεία ἱερότητα ποὺ νιώθει ἐντός του βαθιὰ ὡς ἔκσταση καὶ ὡς εὐχαριστία, ὡς ρυθμὸ βίου καὶ ὡς συμμετοχή.

Η φτερούγα του αγγέλου

Είναι πολλές οι φορές που σκέφτομαι πως εάν οι άγιοι δεν μάς δουλεύουν ψιλό γαζί ή δεν έχουν πάθει παράκρουση , αλλά μας μεταφέρουν μια μη ορατή με τα αφώτιστα αισθητήρια μας πραγματικότητα, τότε μάλλον θα πρέπει να αλλάξουμε άρδην την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων μας...Αν τα όσα ζούσε ο γέροντας Ιάκωβος στη διάρκεια της Θ.Λειτουργίας ήσαν αληθή, τότε τι υπάρχει  σημαντικότερο από αυτά τα γεγονότα στην ιστορία του σύμπαντος κόσμου~
  Optimized-aggelos.jpg«Oι άνθρωποι είναι τυφλοί και δεν βλέπουν τι ΄γινεται  μέσα στον ναό κατά την Θεία Λειτουργία.
Μιά φορά λειτουργούσα και δεν μπορούσα να κάνω την Μεγάλη Είσοδο από αυτά που έβλεπα.
Ξαφνικά νοιώθω να με σπρώχνει κάποιος  από τον ώμο και να με οδηγεί στην Αγία Πρόθεση.
Νόμιζα ότι ήταν ο ψάλτης.
Γυρίζω και βλέπω μια τεράστια φτερούγα που την είχε περάσει ο αρχάγγελος  από τον ώμο μου και με οδηγούσε να κάνω την  Μεγάλη  Είσοδο.
Τι γίνεται μέσα στο ιερό κατά την θεία Λειτουργία!
Μερικές φορές δεν μπορώ να αντέξω και κάθομαι στην καρέκλα , οπότε ορισμένοι συλλειτουργοί νομίζουν ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία μου, αλλά δεν ξέρουν τι βλέπω και τι ακούω»

Βίαιος αποσχηματισμός και οικειοθελής μετασχηματισμός κληρικών

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh8zWkv3e2AaxnDS_7HYSJMqK0w4FtIlXn9MBLGBuP9uswn9ehrvUxGbjTT5e4tOmv74bWoqZil0MGCgsBJlHY8YKchp1oHzthiMqo9c5xYrzzJGJlQVHdXMeSpt2tSxjqslLGEks19o58/s1600/%25CE%2592%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25BD%25CE%25BF.JPG

του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η επικράτηση αθεϊστικών κομμουνιστικών καθεστώτων συνοδεύτηκε από σκληρούς διωγμούς των Χριστιανών, κληρικών και λαϊκών. Όσοι κληρικοί δεν δολοφονήθηκαν ή δεν φυλακίστηκαν, αποσχηματίστηκαν βιαίως. Τους έκοψαν τα μακριά μαλλιά, τους ξύρισαν τα γένια και τους ανάγκασαν να ντύνονται με ενδύματα κοσμικών ανδρών. Οι πράξεις αυτές στόχευαν στον εξευτελισμό και την ταπείνωση των ορθόδοξων κληρικών.
Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στις μέρες μας παρατηρείται ένα άλλο τουλάχιστον παράδοξο φαινόμενο. Ορθόδοξοι κληρικοί ανήκοντες στις Μητροπόλεις των ευρωπαϊκών χωρών συνηθίζουν με μεγάλη ευκολία να απεκδύονται το τιμημένο ράσο και να κάνουν επίσημες εμφανίσεις φορώντας κοστούμι... Χαρακτηριστικές δύο περιπτώσεις επισκόπων, ο Μητροπολίτης Γαλλίας Εμμανουήλ και ο βοηθός επίσκοπος Σινώπης Αθηναγόρας. Και οι δύο, πρωτεργάτες σε πάσης φύσεως οικουμενιστικές δράσεις, εμφανίζονται συχνά με κοστούμι και μοναδικό εξωτερικό γνώρισμα της αρχιερωσύνης τους ένα κολάρο. Τραγελαφική τελευταία κοινή τους εμφάνιση στο Βατικανό όταν απεσταλμένοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την εορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου φωτογραφήθηκαν μαζί με καρδιναλίους του Πάπα φορώντας μόνο κοστούμι.

Ποια αλήθεια είναι η αιτία των μετασχηματισμών αυτών των κληρικών; Τι τους οδηγεί στην αποβολή του ράσου και την αντικατάστασή του από κοστούμι; Πρόκειται για ένα είδος ακραίας εκκοσμίκευσης; Ή μήπως αυτή η τακτική είναι μέρος του οικουμενιστικού χαμαιλεοντισμού*; Γιατί ως γνωστόν οι Οικουμενιστές συνηθίζουν να συμπεριφέρονται ως Ορθόδοξοι και παραδοσιακοί όταν βρίσκονται μεταξύ Ορθοδόξων, ως φιλοπαπικοί μεταξύ των Παπικών χωρίς να διστάζουν ακόμη και να προσκυνούν ταπεινά την δεξιά του Πάπα, ως προτεσταντίζοντες μεταξύ των Προτεσταντών κ.ο.κ.

Ίσως κάποιοι αντιτείνουν την γνωστή λαϊκή ρήση «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά». Συμφωνώ. Μόνο που ο ορθόδοξος παπάς δεν αποχωρίζεται τα ράσα του ποτέ.


*Ο χαμαιλέων ως γνωστόν είναι ερπετό το οποίο έχει την ικανότητα να αλλάζει χρώμα ανάλογα με τον περιβάλλον του.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...