Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουλίου 26, 2011

μυρολόγι τῆς φώκιας

Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος



Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποὺ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποὺ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποὺ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι -φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα- κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γριά-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραῖα, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἴτα νὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποῦ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἤρεμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάση τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποῦ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾿ αἱ ἀκτῖνες του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.

Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλῶνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δυὸ κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.

Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δυὸ υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα. Ὁ εἶς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν. Αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει. Ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αὐτῆς, ἡ γριά-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆρας της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνη στὸ Γλυφονέρι.

Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπόχρυσες γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικών, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῆ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραῦλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην - εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος - ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.



Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θυρυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς κύματα. Μία μικρὰ κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὐρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὔρη, διὰ νὰ παίξη ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅπως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν. Καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ πού, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της. Κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάση εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώση. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.

Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἴτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψη ὀπίσω. Εὐρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὡς δυὸ ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισεν πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δυὸ ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴ βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.



Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην τοῦ δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.

- Κεῖνος ὁ Σουραυλῆς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ... Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.

Κι ἐξηκολούθησε τὸ δρόμο της.



Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.

Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της.

Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἶς γέρων ψαράς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:

Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γριά-Λούκαινας.
Φύκιά ῾ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της...
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.


(1908)

Ἀναζητώντας τό νόημα τῆς ζωῆς

Cronin A. J.



Θὰ πρέπει ἕνας ἄνθρωπος νὰ εἶναι τυφλὸς καὶ ἀπίστευτα ἀνόητος ἄν, φτάνοντας στὰ χρόνια της ὡριμότητας, δὲν ἀναρωτιέται πότε-πότε, μὲς στὴν παραζάλη τῆς ζωῆς: «Γιὰ ποιὸ σκοπὸ ἦρθα στὸν κόσμο; Γιατί ζῶ;»

Ὅταν εἶναι κανεὶς νέος, ὁ καιρὸς κυλάει τόσο γρήγορα, οἱ διασκεδάσεις εἶναι τόσο πολλές, καὶ τὸ τέρμα τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς μοιάζει νά εἶναι τόσο μακριά, ὥστε δὲν ὑπάρχει καιρὸς γιὰ τέτοιες αὐτοαναλύσεις. Τουλάχιστον, σὲ μένα, αὐτὸ εἶχε συμβεῖ. Οἱ φοιτητὲς τῆς ἰατρικῆς, συνήθως, δὲ διακρίνονται γιὰ τὴν εὐσέβειά τους καί, φυσικά, οὔτε ἐγώ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀποτελῶ ἐξαίρεση σ' αὐτὸ τὸν κανόνα. Στὰ ἐργαστήρια τῆς ἀνατομίας, ὅπου διαμελίζονται σὲ χίλια-δυὸ κομμάτια τὰ ἀπομεινάρια τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δέ μοῦ φάνηκε τίποτα περσότερο ἀπὸ μία πολύπλοκη μηχανή. Στὶς αὐτοψίες ποὺ εἶχα παρακολουθήσει, τίποτα δὲν εἶδα ποὺ νὰ μὲ κάμει νὰ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει μὲς στὸ κορμὶ μία ψυχὴ ἀθάνατη. Ὅταν συλλογιόμουν τὸν Θεό, ἄθελά μου στὸ στόμα μου χάραζε ἕνα χαμόγελο ἀνωτερότητας, ποὺ ἔδειχνε τὴν περιφρόνηση ποὺ αἰσθανόμουν γιὰ ἕναν τόσο παμπάλαιο μῦθο.

Ὅταν ὅμως πῆρα τὸ πτυχίο τοῦ γιατροῦ καὶ βγῆκα στὴ βιοπάλη, στὶς κοιλάδες τῆς Νότιας Οὐαλλίας, μὲ τὰ ἀνθρακωρυχεῖα, καὶ ἐξασκώντας τὸ ἐπάγγελμά μου εἶδα τὴ ζωὴ ἀπὸ κοντά, ἀπὸ πρῶτο χέρι, ὅπως λένε, καὶ πρόσεξα, τὸ θάρρος καὶ τὴν καλὴ θέληση τῶν ἄλλων συνανθρώπων μου ποὺ ἀγωνίζονταν μέσα σὲ μεγάλες δυσκολίες, τότε, μόνο, γιὰ πρώτη φορά, ἄρχισα νὰ εἰσχωρῶ στὸ βασίλειο τοῦ πνεύματος. Ὅταν παρευρισκόμουν στὸ θαῦμα τῆς γέννησης τοῦ ἄνθρωπου, ὅταν καθόμουν πλάι στὸ νεκρὸ τὶς ἥσυχες ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν ἄκουγα τὸ σιγανὸ μὰ ἀνελέητο χτύπημα ἀπὸ τὶς φτεροῦγες τοῦ θανάτου, τότε, οἱ ἀπόψεις μου γιὰ τὴ ζωὴ ἔγιναν κάπως ἀλλιώτικες. Ἡ πεῖρα ποὺ μὲ τόσην ἀγωνία κερδίζεις, ἀργά-ἀργά, παρουσίασε μπροστά μου καινούργιες ἀξίες. Ἔτσι κατάλαβα πώς, στὴ ζωή, ὑπάρχουν πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπὸ ὅσα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὰ βιβλία, πολὺ περισσότερα κι ἀπὸ ὅσα μπορεῖ ποτὲ νὰ ὀνειρευτεῖ. Μὲ λίγα λόγια ἔχασα τὴ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχα γιὰ τὸν ἑαυτό μου κι αὐτό, μ’ ὅλο ποὺ τότε δὲν τόξερα ἀκόμα, εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὸν Κύριο.

Σὲ κάποιο κεφάλαιο μίλησα γιὰ τὴν Ὄλγουεν Νταίηβις, τὴ μεσόκοπη νοσοκόμο, ποὺ πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, μὲ δύναμη καὶ ὑπομονή, μὲ ἠρεμία καὶ αἰσιοδοξία, ἐξυπηρετοῦσε τὸν κόσμο στὴν περιοχὴ τοῦ Τρέτζενυ. Αὐτὸς ὁ ἀνυστερόβουλος ἀλτρουισμός, ποὺ ἔδειχνε νὰ εἶναι τὸ κλειδὶ τοῦ χαρακτῆρα της, εἶχε τόσο γλίσχρα ἀνταμοιβή, ὥστε, ἔμενα τουλάχιστον, πολὺ μὲ στενοχωροῦσε. Μ’ ὅλο ποὺ ὁ κόσμος τὴν ἀγάπαγε πάρα πολύ, ὁ μισθὸς τῆς ἦταν τιποτένιος. Στὸ τέλος, ἕνα βράδυ ποὺ εἴχαμε παρασταθεῖ σὲ μία πολὺ δύσκολη κ’ ἐπίμονη περίπτωση, τόλμησα νὰ τῆς πῶ δυὸ λόγια τὴν ὥρα ποὺ πίναμε μαζὶ ἕνα φλυτζάνι τσάι.

— Ἀδελφή, γιατί δὲν τοὺς ζητᾶτε νὰ σᾶς δίνουν κάτι περσότερο; Εἶναι πολὺ κωμικὸ νὰ ξέρει κανεὶς πὼς κάθεστε καὶ τσακιζόσαστε γιὰ τρεῖς κ’ ἑξήντα.

Σούφρωσε πολὺ τὰ φρύδια της, ἀλλά, πάντως, χαμογέλασε:

— Ὅσα παίρνω, μοῦ φτάνουν γιὰ νὰ ζῶ.

— Ὄχι δά! ἐπέμεινα. Ἐσεῖς ἔπρεπε νὰ παίρνετε, τὸ λιγότερο, μία λίρα τὴν ἑβδομάδα παραπάνω. Ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει πόσο σᾶς ἀξίζει αὐτό!

Σιωπὴ ἁπλώθηκε ξαφνικά. Τὸ χαμόγελό της δὲν ἔσβησε, ὅμως ἡ ματιὰ της σιγά-σιγὰ πῆρε μίαν αὐστηρότητα καὶ ἕνα βάθος ποὺ μὲ τρόμαζε.

— Γιατρέ, εἶπε, ἕνα πρᾶγμα μ’ ἐνδιαφέρει ἐμένα. Νὰ ξέρει ὁ Θεὸς πὼς κάτι ἀξίζω. Ἂν τὸ πετυχαίνω αὐτό, δέ μοῦ χρειάζεται τίποτ’ ἄλλο.

Αὐτὰ πού μοῦ εἶπε, γιὰ νὰ μοῦ ἐξηγήσει, ἦταν ἐλάχιστα, τὸ νόημά τους ὅμως διαβαζόταν ὁλοκάθαρα μὲς στὰ μάτια της. Ποτέ, οὔτε γιὰ μία στιγμή, δὲν εἶχε παραστήσει τὴ θρησκευάμενη, κι ὅμως ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀπόδειξε ἀνάγλυφα πὼς ὅλη της ἡ ὕπαρξη, ἡ αὐτοθυσία καὶ ἡ ἐξυπηρετικότητα ποὺ ἀνάβλυζε ἀπ' ὅλο της τὸ εἶναι ἦταν ἀποτέλεσμα ἀφιέρωσης, ὕψιστη ἀπόδειξη πὼς πίστευε στὸν Χριστό. Σὲ μία στιγμὴ κατανόησης, ἔνιωσα τὸ βαθύτατο νόημα τῆς ζωῆς της καί, συγκρίνοντάς τη μὲ τὴ δική μου, εἶδα τὸ προσωπικό μου κενό.

Δὲν παριστάνω τὸν καθηγητὴ τῆς Θεολογίας. Ποτέ μου δὲν ἔνιωσα πὼς εἶμαι φτιαγμένος γιὰ νὰ κάμω κήρυγμα σὲ κάποια δημόσια πλατεία. Οὔτε ἀνήκω σὲ καμιὰν ὁμάδα ἤ δόγμα ἰδιαίτερο, ποὺ ἀποκλείει ὅλους ὅσους δὲν τὸ ξέρουν ἤ δὲν τὸ πιστεύουν. Μιλάω ἁπλῶς γιὰ τὴν πίστη στὸν Θεό, ἕνα θέμα ποὺ πολλοὶ παραγνωρίζουν τὴ σημασία του, ἀλλὰ ποὺ σήμερα εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ προσέξουν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλην περίοδο τῆς ἱστορίας τοῦ Κόσμου.

Ὁ μισὸς σχεδὸν πληθυσμὸς τῆς γῆς ἔχει παραδεχτεῖ μίαν ἀθεϊστικὴ ἰδεολογία, ἔχει καταπιαστεῖ μὲ μίαν ἀνελέητη ἐπίθεση, ἐναντίον τῆς θρησκείας, ἔχει ξεσηκώσει μίαν ἄγρια κι ἀκούραστη ἐκστρατεία γιὰ νὰ πνίξει ὁριστικὰ μὲς στὴ λάσπη τὴν ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ δημιουργοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι μεριὰ ἐμεῖς, οἱ ἄλλοι μισοί, μ’ ὅλη τὴν πνευματικὴ δίψα ποὺ νιώθουμε τόσο ἔντονα, μέσα στὴν καρδιά μας, εἴμαστε — οἱ περισσότεροι — καταπληκτικὰ ἀδιάφοροι ἀπέναντι τῆς ἰδέας τῆς ὕπαρξης Θεοῦ, εἴμαστε σά νεκροὶ ἀπέναντι στὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ζωῆς. Πραγματικά, γιὰ πολλούς, ἡ τάση τῆς σύγχρονης σκέψης, ποὺ τονίζει τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καὶ τὸ ξεπέρασμα τῆς παράδοσης, ἔφερε πολὺ σοβαρὰ στὴν ἐπιφάνεια τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοι, πάλι, γεμάτοι δυσπιστία γιὰ ἕναν κόσμο ποὺ φαίνεται χαμένος μέσα στὶς συγκρούσεις, τὶς ἀγωνίες, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὸ φόβο, κάνουν τὰ στραβὰ μάτια μπρὸς στὴν ἀβεβαιότητα τοῦ μέλλοντος, καὶ πέφτουν μὲ τὰ μοῦτρα σ’ ἕνα σωρὸ ποικιλόμορφες διασκεδάσεις.

Αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ συνείδηση αὐτῆς τῆς κρίσης στὰ ἀνθρώπινα πράγματα, αὐτὸ μὲ κάνει νὰ νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ καθορίσω μερικοὺς δρόμους τῆς σκέψης καὶ τῆς ψυχῆς, ποὺ ἔδωσαν ἀφορμὴ νὰ πάρει συγκεκριμένη μορφὴ ἡ πίστη μου.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀκόμα πρέπει νὰ εἰπωθεῖ πὼς ἡ μόνη κινοῦσα δύναμη στὴν ὑπερφυσικὴ πίστη πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ ἔλεγχο σὰ μαθηματικὴ ἐξίσωση, οὔτε καὶ νὰ ἀποδειχθεῖ σὰν πρόβλημα ἀπὸ ἕνα-κάποιο βιβλίο τοῦ Εὐκλείδη. Εἶναι φανερὸ πὼς ἕνα Ὂν ἄπειρο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιληφθεῖ σὲ ὅρια πεπερασμένα - ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία μας εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρη νὰ τὸν κατανοήσει ἀπολύτως. Ὑπάρχουν, ὡστόσο, μερικὰ ἁπλὰ στοιχεῖα πού μᾶς βοηθοῦν νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε.

Ἂν προσέξουμε τὸ φυσικὸ σύμπαν, τὸ μυστήριο καὶ τὸ μεγαλεῖο του, τὴν τάξη καὶ τὴν πολλαπλή του σύνθεση, τὴ φοβερή του ἀπεραντοσύνη, δὲ μποροῦμε νὰ μὴν καταλήξουμε στὴν ἰδέα ἑνὸς ἀρχικοῦ Δημιουργοῦ. Ποιὸς εἶναι κεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ κοιτάξει ψηλὰ τ’ ἀμέτρητα, τ’ ἀτέλειωτα ἀστέρια, μία καλοκαιριάτικη νύχτα, χωρὶς νὰ συλλογιστεῖ ἐντονότατα πὼς ἕνας τέτοιος κόσμος δὲν εἶναι δυνατὸν vα ἔχει γίνει ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ μίαν ἀφορμὴ τυφλὴ κι ἀκαθόριστη, ἕνα ἁπλὸ μόριο ὕλης ποὺ ξέφυγε τοῦ ἥλιου ὓστερ’ ἀπὸ κάποιο ἁπλούστατο περιστατικό.

Ἂν θέλετε, παραμερίστε ὡς καθαρὴ φαντασία ὅσα μᾶς λέει ἡ Βίβλος γιὰ τὸν Θεό, ποὺ ἔπλασε τὸν κόσμο, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια μέσα σὲ ἕξι μέρες. Ἂν νιώθετε τὴν ἀνάγκη, χαμογελάστε γιὰ τὴ λευκοφόρο πατριαρχικὴ μορφὴ ποὺ ζωγράφισε ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος στὴν Capella Sixtina, ποὺ εἶναι μία ἀπεικόνιση τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὅπως τὸν παραδέχονταν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἀφελῆ πίστη, παλιότερα. Μεταδίδει ὁ Θεὸς αὐτὸς τὸν σπινθῆρα τῆς ζωῆς μὲ τὸ δάχτυλό Του, στὸν Ἀδάμ. Μπορεῖ νὰ παραδέχεστε τὴν ἐξέλιξη, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ προκατακλυσμιαῖα εἴδη καὶ τὴν ἐπιστημονικὴ ἐξήγηση τῶν φυσικῶν αἰτίων. Καὶ θὰ βρεθεῖτε πάλι μπροστὰ στὸ ἴδιο μυστήριο τὸ πρωταρχικὸ καὶ τὸ βαθύ: Ex nihilo nihil («Μηδὲν ἐκ τοῦ μηδενός»). Τίποτα δὲ μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸ τίποτα.

Ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια, στὸ Λονδίνο, εἶχα καταπιαστεῖ, τὶς ἐλεύθερες ὧρες μου, μὲ τὴν ὀργάνωση μίας Λέσχης Ἐργαζομένων Παιδιῶν, καὶ κάλεσα ἕνα γνωστὸ ζωολόγο νὰ κάμει μία διάλεξη στὰ παιδιά. Ἦταν περίφημος τύπος, μονάχα κάπως διαφορετικὸς ἀπ’ ὅ,τι τὸν φανταζόμουνα. Φαίνεται πὼς ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν ἰδέα πὼς στὰ παιδιὰ πρέπει νὰ λέει κανεὶς τὴν «ἀλήθεια», καὶ γι’ αὐτὸ διάλεξε γιὰ θέμα του «τὴν ἀρχὴ τοῦ Κόσμου μας». Ἀναπτύσσοντας μὲ εἰλικρίνεια τὴν ἀθεϊστική του ἰδεολογία, περιέγραφε πῶς, αἰῶνες πολλοὺς πρωτύτερα, κινήθηκαν τὰ νερὰ τῆς θάλασσας, πῶς ἔγιναν οἱ μεταβολὲς τοῦ φλοιοῦ τῆς γῆ, μὲ τί κινήσεις καὶ φυσικοχημικὲς ἀντιδράσεις εἶχε ξεφυτρώσει - χωρὶς ὅμως νὰ πεῖ καὶ πῶς - ἡ πρώτη πρωτόγονη μορφὴ ζωῆς, τὰ πρωτοπλασμιακὸ κύτταρο. Ἦταν πολὺ βαρὺ θέμα γιὰ νέους ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μὲ πολὺ ἐλαφριὰ πνευματικὴ τροφή. Ὅταν τελείωσε, ἀκούστηκαν ἀρκετὰ εὐγενικὰ χειροκροτήματα. Ὕστερα, στὴν ἐνοχλητικὴ σιωπὴ ποὺ ἀκολούθησε, ἕνας ἄγουρος συνηθισμένος τύπος νεαροῦ, σηκώθηκε κάπως νευρικά:

— Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε, εἶπε τραυλίζοντας ἐλαφριά. Μᾶς ἐξηγήσατε πῶς οἱ θάλασσες χτυποῦσαν πάνω στὴν παραλία, δέ μᾶς εἴπατε ὅμως τί ἔγινε καὶ δημιουργήθηκε ὅλο ἐκεῖνο τὸ νερὸ τῆς θάλασσας;

Ἡ ἁπλοϊκὴ ἐρώτηση, ποὺ ἦταν τόσο ἀντίθετη στὸν ἐπιστημονικὸ τόνο τῆς ὁμιλίας, ἔκαμε σ’ ὅλους κατάπληξη. Σιωπὴ ἁπλώθηκε γιὰ πολλὴν ὥρα. Ὁ ὁμιλητής φαινόταν πολὺ ἐνοχλημένος, δισταχτικός, καὶ σιγά-σιγὰ ἔγινε κατακόκκινος. Καὶ τότε, πρὶν προλάβει ν' ἀποκριθεῖ, ὅλο τὸ ἀκροατήριο ξέσπασε σ’ ἕνα δυνατὸ γέλιο. Τὸ περίτεχνο λογικὸ κατασκεύασμα ποὺ παρουσίασε αὐτὸς ὁ ἐπιστήμονας μὲ τὸ ρεαλισμό του, ἀναποδογυρίστηκε ὁλόκληρο καὶ ἐκμηδενίστηκε ἀπὸ μία φράση μονάχα, ποὺ τὴν εἶπε γιὰ πρόκληση ἕνα ἀγόρι μὲ πολὺ ἀφελῆ σκέψη.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, παρ’ ὅλες τὶς ἔρευνες τῆς ἐπιστήμης γύρω ἀπὸ τὴ φύση καὶ τοὺς σκοποὺς ποὺ εἶχαν οἱ τεράστιες καὶ τρομαχτικές της πορεῖες, ποὺ ἐκτείνονται μέσα στὸ ἀπέραντο βάθος τοῦ χρόνου, ἐμεῖς μόνο μία φευγαλέα λάμψη μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε. Σ’ ὅλ’ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει σοβαρὴ βάση γιὰ ν’ ἀρνηθεῖ κανεὶς τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Μᾶλλον ὁδηγεῖται νὰ δεχθεῖ ὅτι στὴν πρωταρχικὴ δημιουργία, στὴ μεταβολὴ τοῦ σύμπαντος καὶ στὴ λειτουργία τῶν φυσικῶν νόμων ὑπάρχει, ὑπῆρξε καὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχει ἕνας Ὕψιστος Νοῦς.

Ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου σ’ αὐτὴ τὴν πίστη, γιὰ πολλοὺς σοβαροὺς καὶ καλοπροαίρετους ἀνθρώπους, εἶναι πὼς στὴ ζωὴ πάντοτε νικάει τὸ κακὸ κι ὁ πόνος. Πῶς νὰ πιστέψει κανεὶς τὸ Θεό, λένε, ὅταν ἔχει ἀπέναντί του ἕναν κόσμο ὁλότελα ἀνάστατο, γεμάτο θλίψη, ποὺ τὸν τυραννοῦν οἱ θύελλες καὶ οἱ πλημμύρες, ἡ πεῖνα, ἡ φτώχεια καὶ ἡ δυστυχία, οἱ σεισμοί, φοβέρες καὶ τρομερὲς ἀρρώστιες, κι ὁ θάνατος στὶς χειρότερές του μορφές; Φυσικά, λένε ὅλοι αὐτοὶ πὼς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι διόλου τέλειος ἀρχιτέκτων, γιὰ νὰ ἔχει πλάσει ἕνα τόσο μίζερο κόσμο!

Κι ὅμως, ὑπάρχει σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη παρατήρηση μία ἀπάντηση, καὶ πουθενὰ αὐτὴ δὲν ἐκφράστηκε πιὸ ἁπλά ἤ μὲ ὀμορφότερα λόγια, ἀπὸ κεῖνα ποὺ βρίσκει κανείς, βγαλμένα ἀληθινὰ μὲς ἀπὸ τὴν ψυχή, στὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Πραγματικά, φαίνεται πὼς ὑπῆρξε κάποιος πού, ἐπιτέλους, κατανόησε τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ τὸ σκοπὸ τοῦ σύντομου περάσματος τοῦ ἄνθρωπου ἀπὸ τὴ γῆ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἐμεῖς, μέσα στὴν ἀπέραντα ὑλιστικὴ ἐποχή μας, κυνηγημένοι ἀπὸ τὴν ἰδέα ν’ ἀναζητήσουμε μὲ κάθε τρόπο τὴ χαρά, ὁδηγημένοι ἀπὸ τὴν ἀχόρταγη μανία νὰ διασκεδάσουμε, ξεχνοῦμε πὼς αὐτὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ ἅπαν τῆς ζωῆς, ἡ οὐσία της. Ἂν παραδεχτοῦμε τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική μας ἀθανασία, τότε καταλαβαίνουμε πὼς δὲν γεννιόμαστε οὔτε κ’ ἐρχόμαστε στὸν κόσμο ἁπλῶς γιὰ νὰ περάσουμε εὐχάριστα τὸν καιρό μας, ἀλλὰ - μὲ πολὺ λίγα λόγια - γιὰ νὰ προετοιμαστοῦμε. Τὸ πέρασμά μας ἀπὸ τὴ ζωὴ εἶναι μία στιγμὴ - μιλάμε μὲ ὁρολογία αἰωνιότητας - δοκιμασίας καὶ καρτερίας πού, ὅταν τὴν ξεπεράσουμε, βρισκόμαστε πάνω στὸ κατῶφλι τῆς αἰωνιότητας. Βέβαια, εἶναι σίγουρο πὼς θὰ ὑποφέρουμε· ὅμως ὅσο περισσότερο προσπαθήσουμε ν’ ἀπομονώσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὸν πόνο, τόσο περισσότερό μᾶς μέλλεται νὰ ὑποφέρουμε.

Περνώντας τὴ θλίψη καὶ τὸ σπαραγμό, τὴ δυστυχία καὶ τὴν ἀπελπισία μὲ τὴ θέλησή μας, πίνοντας ὡς τὸν πάτο τὸ ποτήρι τῆς λύπης, καταφέρνουμε νὰ ὑποταχτοῦμε στὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. Ἀναγνωρίζουμε τὴ ματαιότητα τῶν ἐπιθυμιῶν μας, καὶ τῶν γήινων ἀγαθῶν, ποὺ μὲ τόση λαχτάρα ἀναζητοῦμε καὶ κοιτάζουμε νὰ ἀποχτήσομε. Ὅσο δυναμώνει τὸ πνεῦμα μας, τόσο ἡ ὑποταγή μας εἶναι μεγαλύτερη. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔτυχε καὶ στὸν Ἰώβ, ὅταν ἀνέκραξε δυνατὰ ἐκεῖνο τὸ ὑπέροχο: «Στεῖλε μου ὅ,τι θέλεις, Κύριε... κι ἂν ἀκόμα μὲ θανατώσεις, ἐγὼ θὰ ὑποταχθῶ στὴ θέλησή σου». Ὕστερα, ἐξακολουθεῖ πιὰ μὲ χαρά, συνεπαρμένος ἀπὸ ἕνα καινούργιο δρᾶμα: «Σὲ ἄκουσα, Κύριε, μὲ τὸν ἦχο τῶν αὐτιῶν μου, ἀλλά, τώρα, σὲ βλέπουν καὶ τὰ μάτια μου».

Μ’ αὐτὴ τὴν τελευταία φράση θέλει νὰ τονίσει τὴν ἐσωτερικὴ ἀκτινοβολία, ποὺ αὐτὴ μονάχα μπορεῖ νὰ μᾶς δείξει τὸν Θεό, γιατί, σὲ τελευταία ἀνάλυση, τὸ μυαλό μας, μὲ τὰ ἀδύναμα ἐφόδια τῆς φτωχῆς μας σκέψης, δὲ μπορεῖ νὰ συλλάβει τίποτα ἀπὸ τὸ βαθὺ νόημα τοῦ Ἀπείρου, οὔτε τὴν ἐπιφάνεια. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μονάχα.

Στὸ τελευταῖο ταξίδι ποὺ ἔκαμα στὴ Φλωρεντία, ἕνα θαυμάσιο ἀπόγεμα, πῆγα σ’ ἕνα περίφημο μοναστῆρι ποὺ βρίσκεται στὰ περίχωρα, στοὺς λόφους κοντὰ στὸ Φιέζολε. Ἔτσι εἶχα τὴν τύχη νὰ μπορέσω νὰ ἰδῶ τὴν ἐκκλησία της ποὺ εἶναι χτισμένη πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες, νὰ κοιτάξω τὰ ἔξοχα χειρόγραφα καὶ νὰ ἰδῶ καλὰ ὅλα τὰ θαυμάσια ἔργα τέχνης ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ, ὅπου ὅλα «ἔγιναν γιὰ νὰ τιμήσουν καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Κύριο». Ἀργά, καθὼς περιτριγύριζα στὸ μικρὸ κῆπο τοῦ μοναστηριοῦ, μόνο τότε ἀνακάλυψα τὸ μεγαλύτερο θησαυρό. Ἔπιασα κουβέντα μ’ ἕνα γεροντάκι, μίαν εὐγενέστατη ψυχή, ποὺ εἶχε καμπουριάσει ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς καὶ τὸ δούλεμα τοῦ φτυαριοῦ του, γιατί πάνω ἀπὸ τριάντα χρόνια σκάλιζε τοῦτο τὸ κομμάτι τῆς γῆς, μουρμουρίζοντας ὁλοένα τὶς προσευχές του, καὶ πού, ἀπαντώντας στὴν ἐρώτησή μου, ἔριξε μία ματιὰ στὸ παρτέρι ποὺ τὸ φρόντιζε χρόνια, καὶ χαμογέλασε.

— Βλέπω τὶς κερασιές μου πρῶτα-πρῶτα νὰ πετοῦν μάτια, ὕστερα νὰ ἀνθίζουν καὶ ὕστερα νὰ βγάζουν τὸν καρπό. Καὶ τότε πιστεύω στὸν Θεό.
Ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ διαθέτουμε τὸ ἕνα ἑκατοστὸ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πίστη, ἀπ’ αὐτὴ τὴν μακάρια πεποίθηση κ’ ἐμπιστοσύνη, ἂν μπορούσαμε νὰ ἀφεθοῦμε μὲ τόση πληρότητα, τότε θὰ βρίσκαμε μονάχοι μας τὸ μονοπάτι ποὺ φέρνει πρὸς τὸν Θεό. Τὸ πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ τέλεια ἀπάρνηση: «Δὲν εἶμαι τίποτα, δὲν ξέρω τίποτα». Κι ὅσο ἐξακολουθοῦμε νὰ βαδίζουμε σ’ αὐτὸ τὸ μονοπάτι, τόσο νιώθουμε ν’ αὐξάνει μέσα μας, νὰ πληθαίνει ἡ γνώση μας, ὥσπου στὸ τέλος φτάνει στὴν τελική, στὴ σίγουρη πίστη. Κι ὅταν κανεὶς ἀντικρύσει ἔστω καὶ πολὺ ἀσθενικὰ τὴν πρώτη λάμψη τοῦ ὕστατου ὁράματος, τότε ἀποκτάει τὴ φρικτὴ γνώση τῆς τυφλῆς ματαιότητας, τῆς ἔλλειψης κάθε ἀξίας ἀπὸ τὴ ζωὴ χωρὶς αὐτό.

Ὅταν ἤμουν ἀκόμα γιατρός, γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο - ἦταν πολιτευόμενος σὲ μία πόλη τοῦ βορρᾶ - ποὺ σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ περηφανευόταν γιατί ἦταν ἄθεος. Εἶχε τσακωθεῖ μὲ τὴ μοναδική του κόρη, καὶ τὴν ἀποκλήρωσε γιατί παντρεύτηκε ἕνα δάσκαλο ποὺ ἦταν πολὺ θεοφοβούμενος. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὡστόσο, ὅταν τὸν βρῆκε μία ἀνίατη ἀρρώστια, αὐτὸς ὁ γεροσκεπτικιστὴς ἔπαθε μία παράξενη ἀλλαγή. Τώρα ποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου βάραινε πάνω του, τὸν ἔπιασε μία ἀπίστευτη μανία, μία ἀκράτητη ἐπιθυμία νὰ δικαιολογήσει τὴ στάση του στὸ γαμπρό του. Πῆγε πολλὲς φορὲς στὸ σπίτι τῆς κόρης του γιὰ νὰ κουβεντιάσει μὲ τὸν ἄντρα της. Κι ὅταν εἶχε τὶς ἀμφιβολίες του δὲν τὸ ἔδειχνε, γιατί πάντα τελείωνε μὲ τὴν παρακάτω φράση:

— Μὴ γελιέσαι. Δὲ μετάνιωσα. Δὲν πιστεύω οὔτε τώρα στὸν Θεό.

Αὐτὴ ἡ ἁπλὴ παρατήρηση ἐξαφάνισε τὰ τελευταῖα ἴχνη τῆς ἀντίστασης τοῦ γέρου. Καί, πραγματικά, αὐτὴ ἡ σκέψη θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμέψει σὲ ὅλους μας. Ὅ,τι καὶ νὰ συλλογιζόμαστε, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ὅπως καὶ νάχει τὸ πρᾶγμα, εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος μᾶς περιμένει. Λίγη πίστη φτάνει γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει κοντά Του.

Ὁ Ἀβραὰμ Λίνκολν κάθε βράδυ γονάτιζε κ’ ἔστρεφε τὴ σκέψη του πρὸς τὸν Θεό. Τόσο πιὸ ἔξυπνοι ἀπ’ αὐτὸν εἴμαστε ἐμεῖς, ὥστε τὸ μεγάλο του παράδειγμα νὰ μᾶς ἀφήσει ἀδιάφορους; Στὸ πέρασμα τόσων αἰώνων, ἀμέτρητες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις διαμόρφωσαν τὸ βίο τους πάνω στὰ χνάρια τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, παρέχοντας ἕνα φωτεινότατο παράδειγμα. Ἐκεῖνο εἶναι ποὺ δίνει κουράγιο στὸ φοβισμένο, δύναμη στὸν ἀδύναμο, ἐλπίδα σ’ αὐτοὺς ποὺ χάνονται στὰ σκοτάδια τῆς ἀπελπισίας. Ἐκεῖνος εἶναι παντοῦ, πάνω μας καὶ ὁλόγυρά μας, στὴ θάλασσα καὶ στὸν οὐρανό. Ἐκεῖνος βρίσκεται μέσα μας, στὸν καθένα ἀπό μας, φτάνει μονάχα νὰ Τὸν ζητήσουμε.

Ὅταν, ὥριμος πιὰ ἄντρας, στρέψει κανεὶς τὸ βλέμμα στὰ χρόνια της νεότητάς του, εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ ἀναρωτηθεῖ τί τοῦ δίδαξαν ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν ἀπὸ πάνω του. Ἂν ἔμαθα κάτι στὸ βιαστικὸ ξεδίπλωμα τοῦ καιροῦ εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνεκτικότητας, τὸ μέτρο στὴ σκέψη καὶ τὴν πράξη, ἡ μακροθυμία πρὸς τὸν πλησίον. Ὅλα αὐτὰ ἦταν ἰδιότητες πού μοῦ ἔλειπαν κατὰ τραγικὸ τρόπο στὴν παράφορη νειότη μου.

Κατάλαβα πόσο μάταιο πρᾶγμα εἶναι τὸ κυνήγημα ἑνὸς καθαρὰ ὑλικοῦ σκοποῦ. Πόσο ἀδύναμη ἱκανοποίηση δίνουν οἱ κοσμικὲς διακρίσεις καὶ τὰ πρόσκαιρα μεγαλεῖα! Πόσο μελαγχολικὰ μάταιη εἶναι ἡ ξέφρενη μανία γιὰ ὑλικὰ κέρδη, ἔτσι ὅπως τὴ νιώθουν ὅσοι καταγίνονται μὲ χρηματιστήρια, καὶ μὲ λεφτὰ γενικῶς, σ’ ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ κοιτᾶνε ν’ ἁρπάξουν, ὅπου τὰ βροῦν, λίγα ἀποκόμματα τυπωμένου χαρτιοῦ, γιὰ νὰ ταΐσουν τὴν ἀχόρταγη ὄρεξή τους ποὺ μὲ τίποτα δὲν ἱκανοποιεῖται. Ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ποὺ τόσο πολὺ μόχθησα γιὰ νὰ τ’ ἀποχτήσω, τώρα δέ μου λένε τίποτα μπροστὰ σὲ ἕνα βλέμμα ἀγάπης ἑνὸς ἀνθρώπου πού μοῦ εἶναι ἀγαπητός.

Ἀκόμα, ἔχω πιὰ πειστεῖ πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ νιώσει κάποτε μέσα της βαθύτατα καὶ πολὺ ἔντονα, τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ, ἀδιάφορο ἂν προσπαθοῦμε ὅλοι μας νὰ ξεφύγουμε, νὰ καταπιαστοῦμε μὲ χίλια-δυὸ ἄλλα πράματα ξένα, - πάντως δὲν μπροῦμε νὰ διαχωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὴ θεϊκή μας πηγή. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὸν Θεό. Μ’ ὅλο ποὺ δὲν τὸ παραδεχόμαστε ἀπολύτως, γιὰ τὸν Θεὸ ὑπάρχουμε. Οἱ ἄνθρωποι πλάστηκαν «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ.

Παρ' ὅλα αὐτά, ὑπάρχουν μερικοὶ πού, σὰν τυφλοὶ ἀπέναντι στὴν αἰωνιότητα, δὲν θέλουν νὰ παραδεχτοῦν αὐτὴ τὴν ταυτότητα μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἐπιμένουν πὼς σίγουρα ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπὸ τὰ ζῷα καὶ πὼς ὓστερ’ ἀπὸ τὸ θάνατο δὲν ὑπάρχει τίποτα, πὼς κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἶναι τυχαῖα παιγνιδάκια, θύματα μιᾶς τυφλῆς ἀναγκαιότητας. Ἐγὼ προσωπικὰ ποτὲ δὲν πίστεψα κάτι τέτοιο. Πίσω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ κάθε λογῆς περιστατικά της, στὴ ζωή μου βλέπω ἕνα ὁρισμένο διάγραμμα πού, ἀκολουθώντας το, βαδίζω πρὸς ἕνα τέλος.

Σ’ ὅλη μου τὴ ζωὴ στάθηκα ἀνίκανος νὰ ξεφύγω ἀπὸ τὴν πίστη τῶν πατέρων μου. Καὶ τώρα, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, τίποτα στὸν κόσμο δὲ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ κάνει νὰ τὴν ἀπαρνηθῶ. Τῆς ἔχω παραδοθεῖ «ψυχῆ τε καὶ σώματι». Αὐτὴ ἡ παράδοση ἡ πλήρης, ἡ ἀνεξέταστη, μὲ τέλεια καὶ ἀπόλυτη ταπείνωση, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ οὐσία, τὸ νόημα τῆς πίστης.

Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ Θωμᾶς, ποὺ πρὶν πιστέψει ἐπέμενε ν’ ἀγγίξει τὶς πληγὲς τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, εἶναι τὸ πρότυπο ὅλων ἐκείνων ποὺ στὰ θέματα τῆς πίστης ἀνακατεύουν καὶ τὴ λογική, αὐτῶν ποὺ ξεχνοῦν τὸ βαθὺ νόημα τοῦ θείου λόγου:
«Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Κάθε προσπάθεια νὰ διαμορφώσουν τὸ Χριστιανισμό, νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ προσαρμοστεῖ στὶς σημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς, κάθε προσπάθεια νὰ παρουσιάσουν τὸ Χριστὸ σὰν προφήτη, σὰν ἕνα μεγάλον ἄνθρωπο, νὰ ἐξηγήσουν τὰ θαύματά Του μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἐπιστήμης - ὁ Λάζαρος δὲν ἦταν νεκρός, ἀλλὰ βρισκόταν σὲ κωμματώδη κατάσταση, ὁ τυφλὸς ποὺ βρῆκε τὸ φῶς του ἦταν κάποιος ποὺ ὑπόφερε ἀπὸ παροδικὴ ἀμαύρωση - ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ θλιβερὲς ἐπινοήσεις, ποὺ ἔχουν σκοπὸ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ κάτι ποὺ εἶναι ὁλοφάνερο.

Ὅταν ἦρθαν οἱ λεπροὶ καὶ Τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς γιατρέψει, Ἐκεῖνος τοὺς ἀποκρίθηκε: Ἡ πίστη σας σᾶς ἔσωσε. Καὶ τὴν ὥρα τῆς Σταύρωσης ἀκόμα, ὁ σκοπὸς τοῦ Σωτῆρος ἦταν νὰ μᾶς ἀφήσει σὲ μίαν ἀκαθόριστη ἀβεβαιότητα, πὼς ἡ πίστη στὴ θεότητά Του χρειαζόταν καὶ αὐτὴ μία προσπάθεια. Ὅταν ξεφωνίζουμε καὶ ζητοῦμε θετικὲς ἀποδείξεις γι’ αὐτὸ τὸ θέμα, μοιάζουμε μὲ κείνους τοὺς Ρωμαίους στρατιῶτες ποὺ κορόιδευαν, μ’ ὅλο πού ἦταν μισοτρομαγμένοι, καὶ τόλμησαν νὰ ὑψώσουν ὡς τὰ θεϊκά Του χείλη τὸ σφουγγάρι τὸ μουσκεμένο στὸ ξύδι, ἀποζητώντας ἕνα θαῦμα ποὺ θὰ ἔκανε τὴν πίστη ἄχρηστη. Ἂν στ’ ἀλήθεια εἶσαι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς κατέβεις τώρα ἀπὸ τὸν Σταυρό.

Σ’ αὐτὸ λοιπὸν συνίσταται ἡ τελικὴ ἐκλογὴ - ἤ ὅλα ἤ τίποτα. Ὅταν ξεκινοῦμε ὁ καθένας ἀπό μᾶς, γιὰ τὸ σύντομο, τὸ μυστηριώδη δρόμο πρὸς τοὺς Ἐμμαούς, βαδίζουμε πλάι σ' ἕναν Ξένο. Ὡστόσο, σ’ ἐκεῖνα τ’ ἄγνωστα χαρακτηριστικά, ἐμεῖς πρέπει νὰ μπορέσουμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν ἀκτινοβόλα ὄψη τοῦ ἀναστάντος Κυρίου.

Παρ’ ὅλη τὴν ἔνταση καὶ τὸ βάθος τῆς πίστης μου, δὲν παριστάνω τὸν ἱεραπόστολο. Δὲν ἔχω διόλου τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀναγκάσω τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀκολουθήσουν τὴ δική μου θρησκεία καὶ νὰ τοὺς φοβερίσω μὲ τὴν αἰώνια κόλαση, ἂν δὲ θελήσουν νὰ μὲ ἀκούσουν. Ἂν κάτι μὲ δίδαξαν τὰ παθήματα τῆς νειότης μου, εἶναι ἡ ἀπέχθεια γιὰ τὶς ἀντιδικίες καὶ τὴ γεμάτη μῖσος ἔχθρα ποὺ συνάντησα σὲ ὁρισμένους πιστοὺς ἀντίζηλων δογμάτων. Ἡ πίστη τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸν τόπο ὅπου κανεὶς θὰ γεννηθεῖ, μὲ τὴ φυλὴ καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια, εἶναι ζήτημα γεωγραφικοῦ πλάτους καὶ μήκους θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ. Γι’ αὐτό, φυσικά, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ ἀποκλειστικὰ αὐτὸ θὰ καθορίσει τὴ σωτηρία μας. Ἐγώ, τουλάχιστον, ἔχω τὴν πεποίθηση ὅτι κάθε καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, εἴτε καθολικὸς εἴτε διαμαρτυρόμενος εἶναι, ἔχει τὴν ἴδια τὴν πλήρη καὶ ἀμείωτη εὐκαιρία νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ἀνταμοιβή του.

Αὐτὸ τὸ ὄνειρο, ποὺ ὅλοι μας τὸ ἀγαποῦμε, ἡ ἀδελφότητα τῶν ἀνθρώπων, μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικότητα μονάχα ἂν ἡ συνεργασία ἀποδιώξει τὸν ἀνταγωνισμὸ ἀνάμεσα στὶς πίστεις. Τότε, πραγματικά, θὰ σωθεῖ ἡ ἀνθρωπότητα. Ὅμως, μία τέτοια ἀλλαγὴ στὴν καρδιὰ τοῦ κόσμου, θὰ πρέπει ν’ ἀρχίσει ἀπὸ τὴν καρδία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, καὶ θὰ ἐπιτύχει μονάχα ἂν ὁ καθένας ποὺ λέει πὼς εἶναι Χριστιανὸς πάψει νὰ νοιάζεται καὶ νὰ φροντίζει τὸν ἑαυτὸ του μονάχα κι ἀρχίσει νὰ βλέπει τὸ ἄτομό του σὰν ὄργανο ἐξυπηρέτηση τῶν συνανθρώπων του. Ἂν μπορούσαμε νὰ πραγματώσουμε τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, τότε ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ φτωχοῦ βασανισμένου κόσμου μας θὰ χάνονταν ἀμέσως, ὅλες οἱ δυσκολίες ποὺ τώρα φαίνονται ἀνυπέρβλητες, ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα, θὰ διαλύονταν ὅπως ἡ ἀχλὺ τοῦ ὄρθου σκορπίζει τὴν ὥρα ποὺ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Γιὰ ἕνα πρᾶγμα εἶμαι σίγουρος: ὅτι τίποτα, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε καμιὰ ἄλλη δύναμη στὸν κόσμο, δὲ θὰ μπορέσει νὰ στηρίξει ξανὰ στὰ πόδια του τὸν κλονισμένο καὶ συντριμμένο μας κόσμο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διδασκαλία Ἐκείνου ποὺ ἔφερε στοὺς ὤμους του ὡς τὸ Γολγοθᾶ τὸ βάρος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.

Ὅταν ὁ κόσμος δείχνει νὰ εἶναι ἕνας τόπος γεμάτος κούραση καὶ ταραχή, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ φωτεινὴ ἀχτίνα στὸ σκοτεινὸ ὁρίζοντα, τὸ φάρμακο ποὺ ἀνακουφίζει ἀπὸ τὴ μιζέρια καὶ τὴ διαμάχη. Θὰ μᾶς δοθεῖ ἡ χάρη νὰ τὸ δοῦμε αὐτὸ τὸ φῶς, νὰ μεταχειριστοῦμε τὸ φάρμακο γιὰ τὶς ψυχές μας; Ἡ ἀνάγκη εἶναι κάτι περισσότερο κι ἀπὸ ἐπιτακτική, εἶναι ἀπελπιστικὰ ἐπείγουσα.

Ὁ ἀνθρώπινος πόνος εἶναι πράξη μεταμέλειας. Ἕνα μονάχο δάκρυ συντριβῆς, μία φωνὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς εἶναι ἀρκετή. O τελώνης τοῦ Εὐαγγελίου γονατίζοντας στὸ σκοτάδι τοῦ ναοῦ, τὸ μόνο ποὺ ἔκαμε ἦταν νὰ σκύψει περίλυπος τὸ κεφάλι καὶ νὰ πεῖ: «Ὦ Κύριε, συγχώρεσέ με, τὸν ἁμαρτωλό»... αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπέρτατη προσευχή… ἡ προσευχὴ πού μοῦ ταιριάζει... ἡ προσευχὴ πού, σίγουρα, ταιριάζει σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους

Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως

Ἄγνωστος συγγραφεύς




... Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ. Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα. Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα.

Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει. Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:

Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση. Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.

Δεύτερον: Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον.

Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπαγορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό.

Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη.

Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετραπλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας. Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι».

Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν πνευματικό, τοῦ εἶπα:

«Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή; Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα; Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ; Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα. Ἀλλ’ ἀκόμη τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ; Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου; Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».

«Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐννοῶ μέ αὐτά πού εἶπα. Κοίταξε! Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου. Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέπληξαν»

Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω. Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς:

«Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».

«Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πιστοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλοφροσύνη. Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτομερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου.

Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό. Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐτυχισμένος. Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, διά τῆς προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπαστη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν. Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ. Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν. Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του. Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν.

Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση. Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής. Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου. Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω. Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική πεῖνα τῆς ψυχῆς μου. Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό, ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής.

Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους. Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν. Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του.

Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη. Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του. Ἀντι-θέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ. Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση. Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδια-φορίας. Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου.

Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη. Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκε-πτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα. Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα. Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον;

Ὅταν μιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν. Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων. Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τή καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου. Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα. Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του.

Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆταν δυνατό νά μέ ἀποτρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου. Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐνδιαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν.

4. Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία. Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς. Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη, τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους. Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω; Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει. Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμπο-ροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου. Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα. Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου. Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία.

Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου. Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου. Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν; Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου. Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφά-νεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν. Ἐγώ ὅμως; Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμετωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ;

Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε! Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!». Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου. Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας: Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως. Ἡ ἔλλειψις αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος. Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς... Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας...

Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις. Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀνθρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό... Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία.

Η ευώδης προσευχή. (Μητροπ. Εδέσσης Ιωήλ)


«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου, ως θυμίαμα ενώπιόν σου».
Σε πολλούς ψαλμούς αλλά και στην Β’ προς Κορινθίους επιστολή και στην Αποκάλυψη παρομοιάζεται η προσευχή των πιστών με θυμίαμα ευώδες. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου». Ας φθάσει ενώπιον Σου ως θυμίαμα η προσευχή μου, Κύριε, λέει ο ψαλμός. Επίσης, στο μεγαλόπνοο βιβλίο της Αποκάλυψης ο ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφει τις προσευχές των άγιων ως ευωδία θυμιάματος.
Όπως ακριβώς το θυμίαμα, δηλαδή το λιβάνι, όταν καεί γεμίζει ευωδίες τον αέρα, έτσι ακριβώς και η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα θυμιατήρι, που μέσα του καίει το λιβάνι της προσευχής. Είναι όμως αδύνατο να καεί το λιβάνι, εάν πρώτα δεν ανάψουμε το θυμιατό, δηλαδή φωτιά. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την ψυχή μας. Η προσευχή πρέπει να προέρχεται από μια ψυχή που καίγεται από πίστη, από αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Χρειάζεται να είμαστε «τω πνεύματι ζέοντες», να φλεγόμαστε δηλαδή από πνευματικό ζήλο, ώστε και η προσευχή μας να γίνεται θυμίαμα εύοσμο ενώπιον του Θεού.
Πώς όμως θα ανάψουμε το θυμιατήρι μας; Πώς θα γίνουμε λαμπάδες της πίστεως; Όταν η ζωή μας είναι καθαρή.
Η αρετή κατά τους πατέρας είναι ευωδία, ενώ η αμαρτία δυσωδία. Και εάν θεωρούμε παράλογη απόφαση ένα χρυσό σκεύος να το γεμίσουμε με ακαθαρσίες, έτσι ακριβώς και ακόμη περισσότερο παράλογο είναι να μη διατηρούμε καθαρό τον εαυτό μας, το σώμα μας και την ψυχή μας, που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. «Χριστού ευωδία εσμέν»· είμαστε λιβάνι του Χριστού, λέγει ο απόστολος Παύλος σε μια επιστολή του.
Για να διατηρηθεί όμως η ψυχή μας καθαρή, για να μείνει ο ναός του Αγίου Πνεύματος αμόλυντος, απαιτείται να έχουμε έντονη μυστηριακή ζωή. Να εξομολογούμενα και να κοινωνούμε τακτικά. Μόνον από μια ψυχή που ενισχύεται τακτικά από τα ιερά μυστήρια προκύπτει προσευχή αρωματισμένη με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μόνον όταν μέσα μας έχουμε τον Χριστό μπορούμε να σηκώσουμε τα χέρια μας και να πούμε «αββά ο Πα­τήρ» ή «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Έτσι μπορούμε να προσευχηθούμε χωρίς μίσος και πονηρές επιθυμίες, γεμάτοι από την αγάπη του Θεού. Έτσι η ζωή μας γίνεται μια πύρινη προσευχή. Γινόμαστε σαν την Παναγία «θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον».
Πόσοι όμως προσεύχονται έτσι;
Πολλοί έχουν ακάθαρτο στόμα. Αισχρολογούν και βλασφημούν. Χρησιμοποιούν το στόμα τους για να κατακρίνουν και να κουτσομπολεύουν. Πόσες συζητήσεις δεν ακούγονται καθημερινά ανώφελες, επιζήμιες και βλαβερές; Είναι δυνατόν οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν το στόμα τους έτσι, να το χρησιμοποιήσουν έπειτα για την προσευχή; «Έστω τοίνυν θυμιατήριόν σου το στόμα». Ας γίνει θυμιατήρι προσευχής το στόμα σου, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος.
Πολλοί προσεύχονται στον Θεό, ενώ μέσα στην ψυχή τους έχουν πονηρές επιθυμίες. Το στόμα λέγει την προσευχή, αλλά η ψυχή σκέπτεται άτοπα.
Άλλοι προσεύχονται εναντίον των εχθρών τους -να πάθουν κακό, να έλθουν συμφορές στις οικογένειες τους. Η Εκκλησία όμως μας διδάσκει ότι πρέπει να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Για να προσευχηθούμε δεν πρέπει να έχουμε καθόλου θυμό και οργή μέσα μας.
Άλλοι προσεύχονται στον Θεό για να ικανοποιηθεί η πλεονεξία και η φιλαργυρία τους. Κάποιος για παράδειγμα, πριν αρχίσει να χαρτοπαίζει έκανε τον σταυρό του επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού. Πολλοί είναι αυτοί που επιζητούν ακόμη και με τέτοιο τρόπο τα υλικά αγαθά, ενώ ο Χριστός τόνισε: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού» και όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.
Ο πιστός χριστιανός, αυτός που αγαπά τον Θεό, πρώτα λέει «ελθέτω η βασιλεία σου» και μετά προσθέτει «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Πρώτα ζητάει από τον Θεό την άφεση των αμαρτιών και τη σωτηρία του και ύστερα θυμάται την εκπλήρωση των υλικών αναγκών του.

Τέτοια προσευχή, που θα βγαίνει μέσα από το καμίνι της πίστεως και θα ευωδιάζει την ζωή μας και την ζωή των άλλων κοντά μας, είναι ανάγκη να αποκτήσουμε. Για να μπορούμε να λέμε με παρρησία· «κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου, επαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή». Αμήν.
(«Θυσία εσπερινή- σκέψεις βασισμένες στον λειτουργικό πλούτο της Μ. Τεσσαρακοστης»)

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

Όλοι διαισθανόμασταν ότι κάτι δεν πήγε καλά στις Εκλογές του 2009. Ο πρώην πρωθυπουργός φάνηκε ότι παρέδωσε αμαχητί τον αγώνα. Όλοι υποψιαζόμασταν ότι κάτι δεν ξέραμε. Είχαν προηγηθεί οι σωστές κατά τη γνώμη μου στρατηγικές κινήσεις του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, η πρόσκληση της Κίνας στο λιμάνι του Πειραιά, το όχι στο θέμα των Σκοπίων, ο νόμος περί Βασικού Μετόχου και μερικές ακόμα αποφάσεις (δείτε εδώ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ; ΜΑ ΓΙΑΤΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΕΙ; (NETAKIAS) 16-06-11).


Έτσι ακολούθησαν οι φωτιές του 2007 (δείτε εδώ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΣΕΞ, ΓΑΜΟΥΣ, ΘΑΝΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΩΓΟΥΣ (TAXALIA) 11-10-10), το κάψιμο της Αθήνας το 2008 (δείτε εδώ ΗΘΕΛΑΝ ΤΟΥΣ ”ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ” ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2008! (OLYMPIA) 07-07-11), το σκάνδαλο του Βατοπαιδίου κτλ.


Πρόσφατα αποκαλύφθηκαν ακόμα περισσότερα, όπως μπορείτε να δείτε στα παρακάτω αποκαλυπτικά άρθρα :





Και έρχομαι τώρα στο δια ταύτα :

Εγώ παραδέχομαι ότι όντως με αρκετές αποφάσεις του, μπορεί και μάλλον έθιξε τεράστια συμφέροντα.

Επίσης, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τις αποκαλύψεις που έκαναν πρόσφατα τα “ΕΠΙΚΑΙΡΑ”.

Και ρωτάω : Ε, και;;…

Ήταν αυτός λόγος να τα παρατήσει και να παραδώσει στο έλεος των Διεθνών Τοκογλύφων όλους τους Έλληνες;

Δηλαδή βαραίνει περισσότερο στη ζυγαριά η δική του οικογένεια από τη δική μου, τα δικά του παιδιά από τα παιδιά όσων οδηγήθηκαν στην απόγνωση και αυτοκτόνησαν μέχρι σήμερα και που ελπίζω να μην ακολουθήσουν κι άλλοι;

Βαραίνει περισσότερο η δική του ζωή από τη ζωή του οποιουδήποτε φαντάρου που αν γίνει κάτι θα πάει στην πρώτη γραμμή και θα προτάξει τα στήθη του στον εχθρό;

ΣΑΦΩΣ ΟΧΙ

Τι περιμένει ένας λαός από έναν ηγέτη; Τι περιμένει ένας λαός από τον κάθε Κώστα Καραμανλή και Γιώργο Παπανδρέου και όποιος στο διάολο ακολουθήσει μετά από αυτούς, αλλά και από όσους προηγήθηκαν ήδη; Γιατί τους πλήρωνε και τους πληρώνει με τον ιδρώτα και το αίμα του;

Περιμένει να βγουν και να πουν αλήθειες, όσο βαριές και επικίνδυνες μπορεί να είναι αυτές, για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Τότε ο λαός από μόνος του θα έθετε τους ίδιους και τις οικογένειές τους πάνω από τις δικές του και θα έβαζε τα στήθια του μπροστά για να τους προστατέψει.

Αν δεν μπορούν να κάνουν κάτι τόσο απλό, θα έπρεπε να κάτσει ο μεν ένας να παίζει Playstation τρώγοντας σουβλάκια στη Ραφήνα και ο άλλος να κάνει κανώ και ας έφτανε κωπηλατώντας μέχρι τη Μινεσότα.

Τέτοιους ηγέτες δεν τους χρειαστήκαμε και δεν θα τους χρειαστούμε ποτέ.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έφτασε μέχρι την Ινδία γιατί ήταν στην πρώτη γραμμή μαζί με τον απλό στρατιώτη του.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έμεινε στην Ιστορία γιατί υπερασπίστηκε την Βασιλεύουσα μέχρι θανάτου μαζί με τους στρατιώτες του και τον απλό κόσμο. Θαυμάστε την απάντηση που έδωσε στον Μεχμέτ τον Καταστροφέα «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστίν, ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (ΤΟ ΑΒΑΣΙΛΕΥΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ… (OLYMPIA) 29-05-11)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος και τόσοι άλλοι ήρωες του 1821 έμειναν στην Ιστορία σαν ήρωες, γιατί ήταν στην πρώτη γραμμή με το λαό και τους στρατιώτες τους.

Τέτοιους ηγέτες θέλουμε για να μας οδηγήσουν μπροστά. Υπάρχει κανείς, έστω κι ένας;

Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011

ΧΡΗΜΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

Το χρήμα θεωρήθηκε επικίνδυνο για την πνευματική ζωή των πιστών. Η φιλαργυρία, που συνδέθηκε και με την προδοσία του Χριστού, χαρακτηρίζεται από τον Απ. Παύλο ως ρίζα « πάντων των κακών». Το χρήμα προσλαμβάνει στη ζωή των ανθρώπων μεταφυσικές διαστάσεις και γίνεται ο Μαμωνάς που αντιστρατεύεται τον Θεό.
Η άποψη ότι αυτό έχει οικονομική και κοινωνική μόνο σπουδαιότητα χωρίς ηθικές προεκτάσεις είναι λανθασμένη. Κατά παράδοξο μάλιστα τρόπο η άποψη αυτή υποφώσκει και στον χώρο της ηθικής, γι’ αυτό δεν γίνεται συνήθως λόγος για το χρήμα σε συγγράμματα ηθικής. Το χρήμα όμως έχει τεράστιες ηθικές προεκτάσεις. Με την πάροδο μάλιστα του χρόνου και με τη μετάβαση από το εθνικό χρήμα στο πολυεθνικό και τις πιστωτικές κάρτες οι ηθικές προεκτάσεις του χρήματος ενισχύθηκαν και προσέδωσαν σε αυτό φανταστικές διαστάσεις . Το έκαναν πανίσχυρο μέσα στον κόσμο. Αυτό εκφράζεται και με τη συνήθη στις μέρες μας φράση, « το χρήμα κυβερνάει τον κόσμο».
Η αγάπη προς το χρήμα νεκρώνει πνευματικά τον άνθρωπο και αφανίζει την κατ’ εξοχήν χριστιανική αρετή της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον, αντικαθιστώντας την με την εγκατάλειψη της πίστεως και την κακία. Έτσι η πλεονεξία, ως ρίζα όλων των κακών, δεν τροφοδοτεί μόνο ηθικές εκτροπές, αλλά οδηγεί και σε εκτροπή από την πίστη, ή ταυτίζεται με την ειδωλολατρία. Εξ άλλου στο κοινωνικό επίπεδο, ενώ ο Χριστιανός καλείται να βοηθάει τον πλησίον του, όταν έχει ανάγκη, η αγάπη προς το χρήμα όχι μόνο τον εμποδίζει, αλλά και τον εκτρέπει στην εκμετάλλευση της ανάγκης του για την απόκτηση κέρδους.
Κλασσικός τρόπος τέτοιας εκμεταλλεύσεως είναι η τοκογλυφία, που καταδικάζεται έντονα από στην Αγία Γραφή και την παράδοση της Εκκλησίας. Αλλά και η θεώρηση του χρόνου ως χρήματος κατά τη γνωστή ρήση « ο χρόνος είναι χρήμα»  , που εμπορευματοποιεί τον χρόνο και μαζί με αυτόν την ίδια τη ζωή του ανθρώπου, φανερώνει τις καταστρεπτικές συνέπειες της αγάπης προς το χρήμα.
( Γ. Μαντζαρίδη, « ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ», σελ. 467)

Η εντιμότητα του βίου και η ανιδιοτέλεια σε κάθε ενέργεια είναι μεγάλα προσόντα για το σωστό άνθρωπο.

Η «Εν Χριστώ» πνευματική ζωή είναι ζωή ακρίβειας απόλυτης δικαιοσύνης, καθαρότητας και εντιμότητας . Δεν είναι ζωή συμβιβασμού. Είναι ζωή απόλυτης ευσυνειδησίας και τιμιότητας.
Δεν ελίσσεται όποιος θέλει να ζει «εν Χριστώ» . Δεν επιδιώκει να παρουσιάζει προσωπείο αντί προσώπου, ούτε ποτέ στην πορεία του κοιτάει να εξαπατά τους άλλους και να τους ξεγελά για να ικανοποιείται το δικό του ιδιοτελές συμφέρον. Η απάτη, μικρής ή μεγάλης μορφής, το ιδιοτελές συμφέρον και η δολιότητα είναι ξένα πράγματα από την «εν Χριστώ» ζωή.
Ο Χριστιανός δε θέλει να αναβαίνει στη ζωή με άνομα μέσα. Είναι στις συναλλαγές του τίμιος, ντόμπρος και ίσος. Ο Λόγος του είναι αληθινός. Δε λέει ποτέ ψέματα, ούτε ποτέ κοιτάει να ξεγελά τον άλλον. Τα ελατήρια του είναι πάντα αγνά και καθαρά. Στις συναλλαγές του είναι ακριβής και τίμιος. Δεν επιδιώκει να επιπλεύσει με ποικίλους τρόπους. Δεν κυριαρχεί στη ζωή του το ατομικό του συμφέρον σε βάρος του συμφέροντος του άλλου. Δε δουλεύει σε δύο κυρίους. Έχει σαν έμβλημά του το λόγο του Κυρίου: « Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» ( Ματθ. στ΄24 ) . Ζει τη χριστιανική ζωή με γνησιότητα και καθαρότητα, χωρίς προσποιήσεις. Δε χρησιμοποιεί ποτέ στη ζωή του φανταστικά πυροτεχνήματα για να επιβληθεί. Είναι αυτός που είναι ατόφιος, ακέραιος, καθαρός και γνήσιος και που ο λόγος του είναι κατά την φράση του Κυρίου: « ναι ναι, ου ου» ( Ματθ. ε΄,37 ) .
Η εντιμότητα του βίου και η ανιδιοτέλεια σε κάθε ενέργεια είναι μεγάλα προσόντα για το σωστό άνθρωπο.
Ο πιστός που προσπαθεί να ζει μιας γνήσια «εν Χριστώ» πνευματική ζωή , είναι κατ’ εξοχήν έντιμος και ανιδιοτελής.
Μπορεί μερικές φορές αυτή η εντιμότητά του να του στοιχίζει. Μπορεί ίσως κάποτε να τον ζημιώνει και υλικά, γιατί δυστυχώς στην ζωή επιπλέουν οι καπάτσοι, οι ελισσόμενοι ,οι ανέντιμοι και ιδιοτελείς. Έχει γεμίσει η κοινωνία από ανέντιμους ανθρώπους. Η ανεντιμότητα έχει γίνει για πολλούς ο εύκολος τρόπος της ζωής. Κάτι τέτοιο όμως είναι απαράδεκτο από χριστιανικής απόψεως της ζωής. Ο άνθρωπος που θέλει να ζει «εν Χριστώ» προσέχει και δεν μετέρχεται ποτέ ανέντιμα μέσα για να ανέλθει , ούτε ιδιοτελή ελατήρια , ούτε έχει ποτέ ανομολόγητους σκοπούς. Εάν προς στιγμή φανεί ότι η τιμιότητά του τον ζημιώνει σε κάτι υλικό, έχει την αγάπη και την προστασία του Θεού με το μέρος του, έχει την κραταιά προστασία του Θεού, που είναι το μεγαλύτερο κέρδος της ζωής.
Ο Χριστός φτιάχνει αγίους, που είναι οι μεγαλύτεροι θησαυροί της ανθρωπότητας. Οι άγιοι είναι το καύχημα της Εκκλησίας, είναι το θαύμα της Χάριτος του Θεού και της ψυχικής μεταμόρφωσης του ανθρώπου. Η «εν Χριστώ» ζωή είναι ζωή αγιότητας. Η εντιμότητα είναι στολίδι της αγίας «εν Χριστώ» πνευματικής ζωής.
-Από το βιβλίο: “Μητροπολίτου πρ. ΠειραιώςΚαλλινίκου Καρούσου. Η «εν Χριστώ»  Πνευματική ζωή. Εκδόσεις Χρυσοπηγή Αθήνα 2010

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Το βάλσαμο της αγάπης

«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.[...]
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσειπερισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν. [...]
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική.Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει,και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’ αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξειπώς είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…
Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο» . Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;
Αποδελτίωση αποσπασμάτων: Χριστιανική Φοιτητική Δράση
Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε’: Πάθη και Αρετές, έκδ. Ι.Ησ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στα αναπάντητα «γιατί» του πόνου…

Η «ευλογία» του πόνου
Ευλογημένα «γιατί»! Τα καθαγίασε ο Ίδιος ο Χριστός στο σταυρό:«Θεέ μου, Θεέ μου, να τί μ γκατέλιπες;». Θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό; Τι σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου και έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.
Τέτοια πολλά «γιατί» βγήκαν και από το στόμα του πολύαθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ανθρώπων που οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμά τους από την ιστορία και που μας παρουσιάζονται συχνά ως τα μοναδικάπρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.
Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στο Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους που νιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιος όμως μπορεί να δώσει μια απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιος μπορεί να μας την πει;
Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι που δεν ανέχεται ούτε το φτερό. Και η πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται. Ο λόγος που εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα.Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία της απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μια μικρή ελπίδα. Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία
Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνο εμάς, αλλά γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειάς τους να μοιρασθούν τα πιο ανεπιθύμητα γιʼ αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τους αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Η συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά. Εκεί διακριτικά κρύβεται και η απάντηση.
Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, της οποίας η γλύκα και η ανακούφιση είναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου. Η απάντηση γεννιέται μέσα μας.
Η απάντηση γεννιέται μέσα μας
Δυο γονείς, μας λέγουν οι επιστήμονες, μπορούν να κάνουν άπειρα διαφορετικά παιδιά. Όσο διαφέρουν οι φυσιογνωμίες μας, άλλο τόσο και παραπάνω ποικίλουν οι εκφράσεις του εσωτερικού κόσμου μας. Το ίδιο και οι απαντήσεις στα μεγάλα αυτά ερωτήματα. Αν ένας τρίτος μας δώσει τη μία «σωστή» δήθεν απάντησή του, θα καταστρέψει την ποικιλία και την προσωπικότητα των δικών μας απαντήσεων- των ιερών απαντήσεων που για τον καθένα μας επιφυλάσσει ο Θεός. Η υποτιθέμενη σοφία του όποιου σοφού θα συντρίψει την αλήθεια και την ελευθερία του Θεού μέσα μας.
Το μεγάλο λάθος είναι να περιμένουμε την απάντηση απʼ έξω μας, από τους άλλους. Ποιος σοφός; Ποιος φιλόσοφος; Ποιος ασφαλισμένος στην ορθότητα των επιχειρημάτων του ιερέας γνωρίζει την απάντηση των τόσο προσωπικών μας «γιατί»; Η απάντηση μπορεί να ανιχνευθεί μόνο μέσα μας. Όχι στις ανάλογες δήθεν περιπτώσεις, ούτε σε βαρύγδουπα βιβλία, ούτε σε συνταγές παρηγοριάς και σοφίας. Η απάντηση δεν υπάρχει κάπου, δεν την ξέρει κάποιος. Η απάντηση γεννιέται μέσα μας. Η δική μας απάντηση είναι το δώρο του Θεού.
Ο πόνος μάς βγάζει από τα ανθρώπινα μέτρα
Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχεια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γιʼ αυτό και ο Χριστός για τον θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά ο Ίδιος τον επέλεξε και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για τη ζωή και θάνατο -μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου.
Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνο ο Θεός δίνει.Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού, που είναι τόσοαληθινό αλλά συνήθως και τόσο ακατανόητο.
Στο διάβα της, η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν», συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε την επιβίωση σε αυτό τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή κάτι σταθερό. Αυτό όμως συνήθως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, αλλά επικεντρώνεται στην απροσδόκητη, υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασής της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τους ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλιά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στον διάλογο με τον πόνο, την αδικία και το θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνο η έξοδος από τη δοκιμασία αλλά και η ευεργεσία της.
Πηγή: Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Λαυρεωτικής Νικόλαος, Άνθρωπος μεθόριος: Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της «άλλης λογικής», εκδ. «Εν πλω», σ. 27-33

ΓΙΑΤΙ ΖΩ ;

Γιατί ζω;


Ένα μεγάλο ερώτημα που έχει δημιουργηθεί  σε όλους μας. Γιατί ζούμε; Ποιό το νόημα της ζωής και της ύπαρξης μας;

«Μεγάλα» ερωτήματα με πολύ δύσκολες απαντήσεις. Κοιτάζοντας γύρω μας, τους συνανθρώπους μας, τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, τις όλες κινήσεις και πράξεις μας, διαπιστώνουμε πως έχουμε ξεφύγει από κάθε υγιή σκοπό και στόχο. Ίσως έχουμε αποπροσανατολιστεί.

Προσπαθώντας να χαρακτηρίσουμε την εποχή που ζούμε, μια λέξη μου έρχεται στο μυαλό. «ΧΑΟΣ». Ζούμε σε μια χαοτική εποχή, όπου στον κάθε τομέα της  επικρατεί ένα αλαλούμ.

Άνθρωποι με απλανή βλέμματα κοιτούν το υπερπέραν. Πόσες φορές που περπατάμε στο δρόμο αισθανόμαστε να φεύγει το μυαλό μας και να δινόμαστε σε άλλα πράγματα. Η κόρνα του αυτοκινήτου που χτυπάει για να μας δώσει να καταλάβουμε ότι βρισκόμαστε στην μέση του δρόμου, μεταφράζεται μέσα μας σαν μια γλυκιά μελωδία ωδικών πτηνών. Ακούμε αυτό που θέλουμε να ακούσουμε και όχι αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Η γειτόνισσα, ο φίλος μας, μας φωνάζουν καλημέρα… Εμείς όμως δεν τους ακούμε, δεν ακούν τα αυτιά του σώματος, αλλά πιο πολύ δεν ακούν τα αυτιά της ψυχής μας. Είμαστε κουφοί. Γίναμε άνθρωποι χωρίς αίσθηση και αισθήματα. Λένε πολλοί… Πρέπει να είσαι σκληρός και απαθής για να επιβιώσεις στις μέρες μας. Πώς να γίνεις απαθής και σκληρός όταν ο συνάνθρωπός σου πεινάει, διψάει, δεν έχει κανέναν να του συμπαρασταθεί;

Από την άλλη πλευρά κατανοώ πως δεν γίνεται να κάνουμε τα προβλήματα των άλλων, δικά μας. Σίγουρα όμως μπορούμε να συμπαρασταθούμε και να προσφέρουμε το δικό μας λιθαράκι.

Αλλά όμως και πάλι εμείς δεν ακούμε. Το απλανές βλέμμα μας καθοδηγεί. Πολύ εύστοχα τονίζει ο ποιητής…

Κι ήσασταν αλήθεια πολλοί... Άνθρωποι... άνθρωποι...
Και προχωρούσατε...
και πηγαίνατε χωρίς πουθενά να σκοντάφτετε,
γιατ' ήταν κατηφόρα ο δρόμος σας.
Και κατεβαίνατε... και κατεβαίνατε...
με το ίδιο πάντα αργό βήμα,
λες και φοβόσασταν μη φτάσετε κάποτε στο τέρμα.

Φοβόμαστε να φτάσουμε στο τέρμα… Αλήθεια ξέρουμε ποιο  είναι το τέρμα; Και αν ναι, πώς φτάνουμε μέχρι εκεί;  Κανείς μας δεν ξέρει… Γνωστοί, γείτονες, φίλοι, μας φαίνονται ξένοι…

Είμαστε έρημοι στην πληθώρα των ανθρώπων.

Φτάνοντας στο σημείο να πρέπει να χαρακτηρίσουμε τους ανθρώπους του σήμερα, θα χρησιμοποιήσω το χωρίο του ποιητή…

Ζήτησα να δω τα μάτια σας
και δεν βρήκα παρά μαύρους κύκλους γύρω απ' αυτά.
Ζήτησα ν' ακούσω το τραγούδι σας
και σας άκουσα μονό το να να επαναλαμβάνετε
"όλα πάνε καλά".
Έψαξα να βρω τις καρδιές σας
και μού ’πατε πως τις είχατε από χρόνια αμπαρωμένες
κι ίσως... να μη ζούσανε πια.
Ρώτησα για τα όνειρά σας
και μ' απαντήσατε πως είχαν πεθάνει, πριν γεννηθούν.
Έψαξα για χαμόγελα
και δεν βρήκα παρά συμμετρικές κινήσεις
που αγγίζανε μόνο τα χείλη σας.
Τότε... ρώτησα…
πού βγάζει ο δρόμος σας
και μου δείξατε ένα μνήμα...
"για κει τραβάμε όλοι" μού ’πατε με μια φωνή
και βιαστήκατε ν' αλλάξουμε συζήτηση.

Πόσο εύστοχα τα λέει ο ποιητής. Πόσο συνειδητοποιημένος είναι. Άνθρωποι που πιστεύουν ότι το τέρμα της ζωής είναι το μνήμα. Πού να ξεραν ότι απ’ αυτό το μνήμα ανέτειλε η ζωή. Ο Χριστός με την ανάσταση του μετέτρεψε το μνήμα από τόπο ενταφιασμού, σε αφετηρία της αληθινής ζωής. Της άλλης ζωής. Αλήθεια, έχουμε υποψιαστεί ποτέ τι σημαίνει άλλη ζωή; Αυτή η ζωή είναι η ζωή της αλήθειας, της χαράς και της πνευματικής πληρότητας. Πώς φτάνουμε σε αυτήν;  Μας απαντάει πολύ εύστοχα ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του…

Ἀ­πο­στυ­γοῦν­τες τὸ πο­νη­ρόν, κολ­λώ­με­νοι τῷ ἀ­γα­θῷ, τῇ φι­λα­δελ­φί­ᾳ εἰς ἀλ­λή­λους φι­λό­στορ­γοι, τῇ τι­μῇ ἀλ­λή­λους προ­η­γού­με­νοι, τῇ σπου­δῇ μὴ ὀ­κνη­ροί, τῷ πνεύ­μα­τι ζέ­ον­τες, τῷ Κυ­ρί­ῳ δου­λεύ­ον­τες, τῇ ἐλ­πί­δι χαί­ρον­τες, τῇ θλί­ψει ὑ­πο­μέ­νον­τες, τῇ προ­σευ­χῇ προ­σκαρ­τε­ροῦν­τες, ταῖς χρεί­αις τῶν ἁ­γί­ων κοι­νω­νοῦν­τες, τὴν φι­λο­ξε­νί­αν δι­ώ­κον­τες. Εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς δι­ώ­κον­τας ὑ­μᾶς, εὐ­λο­γεῖ­τε καὶ μὴ κα­τα­ρᾶ­σθε.

Δεν θα προχωρήσω σε ανάλυση του Αποστόλου, απλά θα προτρέψω με πολύ σεβασμό να κρατήσουμε την φράση, ευλογείτε τους διώκοντας υμάς…

Κλείνοντας αυτόν τον νεανικό προβληματισμό, θα ήθελα να σας παραθέσω τα λόγια του ποιητή, τα οποία πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας…

Προτιμώ τα μάτια μου.
Προτιμώ του ήλιου το φως.
Προτιμώ τις καμπάνες.
Προτιμώ τις σημαίες.
Προτιμώ το Τέρμα... εκείνο το Τέρμα
που βγάζει απ' τα νέφη κι απ' τον ήλιο πιο πάνω.

Προτιμώ τον Χριστό και την αγνή ζωή που μου προσφέρει.

Έγραφα στην Ναύπακτο στις 24 Ιουλίου 2011.

                                                                                                         Μάριος Γ. Σαράντης

Φοιτητής - Ιεροψάλτης

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...