Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2011

Ο Θεός μαζί μας Κυριακή προ Χριστού Γεννήσεως


Δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει την εορτή των Χριστουγέννων αν δεν αλλάξει νου, αν δεν παύσει να βλέπει τα πράγματα από την στενή και φτωχή προοπτική του αρρωστημένου από τον εγωισμό ανθρώπου, για να τα δει μέσα στην άπειρη προοπτική του Θεού. Ότι όμως συντελείται στη βηθλεέμ δεν είναι μια ρομαντική ιστορία συμβολικού περιεχομένου, ικανή να τρέφει τη φαντασία των μικρών παιδιών, αλλά ένα πραγματικό και ιστορικό γεγονός. Το βρέφος της βηθλεέμ είναι ο Άνθρωπος της οδύνης, κατά την έκφραση του Προφήτου. Για πρώτη φορά στην ιστορική πορεία του ανθρώπου αποκαλύπτεται μέσα στο σπήλαιο το μυστήριο του Σαρκωμένου Θεού, ως μυστήριο αγάπης, ελευθερίας και ανακαινίσεως, μυστήριο πατρικής αγάπης που προσφέρεται στον άνθρωπο οικειοθελώς. «Ιδού η Παρθένος θα γεννήσει υιό και θα Τον ονομάσουν Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας.». η εορτή των Χριστουγέννων, που αποτελεί ως γεγονός «σεισμόν γης» κατά την χαρακτηριστική έκφραση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι το κεντρικό μυστήριο όλης της Θείας Οικονομίας . έτσι εξηγείται, γιατί τα Χριστούγεννα εορτάζονται και πανηγυρίζονται σαν «τα σωτήρια του κόσμου, ή γενέθλιος ημέρα της ανθρωπότητας, η κοινή εορτή πάσης της κτίσεως». Επειδή, ο «επιδημήσας Λόγος του Θεού εκένωσεν εαυτόν, ίνα τω κενώματι αυτού πληρωθή ο κόσμος». Ο Θεός γίνεται τέλειος και αληθινός άνθρωπος, «εν πληγή», «εν δούλου μορφή», χωρίς να παύσει να είναι τέλειος και αληθινός Θεός, για να; Κάνει τον άνθρωπο πλήρη και τέλειο υιό του Θεού και Θεό κατά χάριν. Στις ημέρες μας, πολλοί αγωνίζονται για την αυτονομία και την ελευθερία του ανθρώπου ανεξάρτητα από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Ο άνθρωπος όμως χωρίς Χριστό, αρνείται ουσιαστικά τον εαυτό του και ερημώνει την ύπαρξη του από την αυθεντική ανθρωπότητα του, βλάπτει καίρια και ζημιώνει τον εαυτό του, πάσχει και υποδουλώνεται τραγικά στην αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο, στις απέλπιδες καταστάσεις και τον μηδενισμό. Εορτάζοντας το μεγαλύτερο γεγονός όλων των εποχών και όλων των αιώνων, την κατά σάρκα Γέννηση του Χριστού μας, του Υιού και λόγου του Θεού, και υπακούοντας στο λόγο Του και το παράδειγμά Του,
* ας συμφιλιωθούμε με τον Θεό,
*ας απελευθερώσουμε το μυαλό μας από τη δουλεία σε μια διδασκαλία που αγνοεί τον Θεό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο.
*Ας μάθουμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό καλλιεργώντας μια σχέση και όχι κατανοώντας ένα νόημα,
*ας ξαναζήσουμε την προτεραιότητα της ζωής και όχι της επιβίωσης,
*ας σπάσουμε τον κλοιό της φιλαυτίας,
*ας ανακαλύψουμε μέσα στο σκοτάδι του εαυτού μας το πρόσωπο του συνανθρώπου μας και ας το ψηλαφίσουμε με κατανόηση και συμπάθεια. Και τις ώρες της αδυναμίας μας ας μην ξεχνάμε να παίρνουμε μαζί μας τον Χριστό, την πηγή της ζωής, την ίδια τη ζωή, τη χαρά και την Ελπίδα μας. Αμήν.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ π. ΓΕΡΑΣΙΜΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤΑΝΙΤΣΑ







Σήμερα ο άνθρωπος έχει τόσο πολλά κατακτήσει που έφθασε στο σημείο να αισθάνεται πλήρης. Κι’όμως παρ’ όλη τη δύναμη του αισθάνεται κυριολεκτικά εκμηδενισμένος. Λ.χ. μπροστά στις φυσικές δυνάμεις όσα κι’ αν έχει κατορθώσει, αισθάνεται σαν ένα αδύναμο άχυρο. Τι ωφελεί τον άνθρωπο να παρακολουθεί την πορεία μιας καταιγίδας; Παρακολουθεί από την τηλεόραση εκρίζωση πόλεων, δασών, οικοδομημάτων, δένδρων. Βλέπει τις καταιγίδες να μεταβάλλουν τεράστια πλεούμενα της θάλασσας σε μικρά παιγνιδάκια, και δεν έχει τη δύναμη ούτε κατ’ ελάχιστον ν’ αλλάξει την κατεύθυνση τους. Οι τυφώνες ντροπιάζουν την ανθρώπινη παντοδυναμία και αποκαλύπτουν ποιος είναι πράγματι ο εν τη παντοδυναμία του αδύναμος άνθρωπος.

Αλλά μήπως ο άνθρωπος που εξάλειψε από τη γη καταστρεπτικές επιδημίες, τώρα δεν αντιμετωπίζει ανίσχυρος πλέον τις εκφυλιστικές αρρώστιες του πολιτισμού; Και ίσως σε λίγο να τις καθυποτάξει κι’ αυτές, αλλά και πάλι θα μένει αδύναμος μπροστά σε άλλες ασθένειες, γνωστές και άγνωστες, οι οποίες θα απειλούν τη ζωή του. Τι να πούμε και για την αδυναμία που νοιώθει ένας διάσημος γιατρός, όταν έχει μπροστά του το άρρωστο παιδί του και δεν μπορεί να το θεραπεύσει;

Αλλά μεγαλύτερη είναι η αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο λεγόμενο ηθικό κακό. Αισθάνεται πολλές φορές να περιβάλλεται από μίσος, φθόνο, κακία, ζήλεια, συκοφαντία και όλα τα ηθικά δηλητήρια, και δεν έχει τη δύναμη να τα μειώσει, χωρίς τη θέληση εκείνου που τα τρέφει μέσα του.

Βέβαια μπορεί με την απειλή να περιορίσει τις εκδηλώσεις τους, αλλά πώς μπορεί να περιορίσει τα φοβερά αυτά αισθήματα;

Μήπως ακόμα δεν είμαστε πολλές φορές ανίκανοι και απέναντι στο κακό που βρίσκεται μέσα μας; Πολλές φορές βλέπουμε, ότι μέσα μας κυοφορείται ένα ολέθριο πάθος. Γνωρίζουμε, ότι είναι καταστρεπτικό και προσπαθούμε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτό. Συμβαίνει όμως ότι λέει και ο Παύλος στο Ρωμ. 7,15-24 «πράττω όχι ό,τι θέλω, αλλ’ ό,τι επιθυμώ. Βλέπω μέσα μου έναν άλλο νόμο που πολεμά ό,τι το λογικό μου θεωρεί ως ορθό και με παραδίδει αιχμάλωτο στο νόμο της αμαρτίας. Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Ποιος θα με σώσει από αυτό το σώμα του θανάτου;

Πέρασαν είκοσι και πλέον αιώνες από τότε που γράφτηκαν αυτά τα θεόπνευστα λόγια. Ο άνθρωπος εν τω μεταξύ πραγματοποίησε εκπληκτικές προόδους και από την άποψη αυτή βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο που βρισκόταν τότε.

Αδύνατος ο άνθρωπος και μπροστά στα στοιχεία της φύσεως, και στις ασθένειες και προ του ηθικού κακού και γύρω του. Αδύνατος όμως κυρίως ο άνθρωπος να διερευνήσει μόνος του το μυστήριο της προέλευσης του, του προορισμού του, του πνευματικού κόσμο κ.α. Βέβαια, τα ζητήματα αυτά είναι κυρίως καθαρά θεωρητικά. Εν τούτοις, η διαλεύκανση τους αποτελεί ζωτική ανάγκη για την ψυχή του. Χωρίς απάντηση σ’ όλα αυτά αισθάνεται ανικανοποίητος και δυστυχής. Ποιος λοιπόν μπορεί να του συμπαρασταθεί σ’ αυτή του την αδυναμία και θα φωτίσει τα ερωτήματα του;

Την απάντηση την έδωκε ο άγγελος στη σημερινή ευαγγελική διήγηση. Την ίδια απάντηση ακούμε να ψιθυρίζει και η καρδιά μας, όταν θέλουμε για μια στιγμή να την αφήσουμε ελεύθερη. Είναι η απάντηση που επανέλαβαν τα εξοχότερα στόματα της ιστορίας. Είναι ο Ιησούς Χριστός, του Οποίου το Όνομα απαγγέλλει ολόκληρη η δημιουργία.

Αλλά ο άγγελος δεν είπε μόνο το όνομα Του . Είπε πως είναι και μαζί μας. Είναι ο Εμμανουήλ, «ο Θεός μεθ’ ημών». Είναι κοντά μας. Το μεγάλο ατύχημα είναι, ότι λησμονούμε αυτή την παρήγορη πραγματικότητα και ζούμε σαν η πραγματικότητα αυτή να μην είναι δική μας. Ενώ ο Θεός είναι μαζί μας, εμείς ζούμε «ως ελπίδα μη έχοντες και άθεοι εν τω κόσμω». Αν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε την συνεχή παρουσία του Θεού, θα είμαστε πολύ διαφορετικοί απ’ ό,τι είμαστε. Ακόμη κι’ αν είχαμε συνείδηση της θείας παρουσίας, όχι κάθε μέρα, αλλά έστω και λίγα μόνον λεπτά της ώρας καθημερινά, η ζωή μας θα ήταν παραδεισένια.

Διότι είναι εντελώς άλλο πράγμα να πιστεύουμε στο Θεό και άλλο να νοιώθουμε την παρουσία Του δίπλα μας. Όπως άλλο είναι να πιστεύουμε, ότι υπάρχει Θεός και εντελώς άλλο να νοιώθουμε, ότι είναι «μεθ’ ημών ο Θεός».


π.Γ.Στ.

Ομιλία εις την Κυριακή προ των Χριστουγέννων Του Αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού

           Εκτυπώστε το άρθρο Στείλτε το άρθρο με email
«Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν»
Σε λίγες μέρες έρχονται τα Χριστούγεννα, εορτή η οποία είναι μία εκ των μεγαλυτέρων εορτών της Χριστιανοσύνης. Η μητρόπολη των εορτών, όπως την ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα εορτάσουμε τα Χριστούγεννα και θα θυμηθούμε το πώς γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.
Ιησούς! Το ομορφότερο και γλυκύτερο όνομα που ακούστηκε στο πλανήτη της γης. Αλλά ταυτόχρονα και το πιο παρεξηγημένο όνομα που έγινε αιτία διαχωρισμού του κόσμου μας στα δύο. Στους πιστούς και τους απίστους. Στους ανθρώπους που αγωνίζονται να εφαρμόσουν στη ζωή τους τα διδάγματα του Χριστού και στους ανθρώπους που είναι ενάντιοι του Χριστού. Από την ώρα που στη Βηθλεέμ γεννιόταν ο Χριστός, ο Ιδρυτής της Εκκλησίας μας, ο κόσμος μας χωρίστηκε στην προ Χριστού και στην μετά Χριστόν εποχή.
Ιησούς! Είναι το γλυκύτερο όνομα. Γιατί; Επειδή το ύμνησαν πρώτα όχι άνθρωποι αλλά οι άγγελοι. Και τούτο συνέβη όταν οι άγγελοι στη Βηθλεέμ έψαλλαν ενώπιον των ποιμένων το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Ιησούς! Είναι ακόμα το αγιότερο πρόσωπο της ιστορίας. Είναι η πιο μεγάλη και ιερή μορφή όλων των αιώνων. Η παρουσία του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε βάλσαμο παρηγοριάς για κάθε πονεμένο άνθρωπο. Στους θλιβομένους είναι η παραμυθία. Ο Χριστός είναι τέλος, το κυριότερο, ο Σωτήρας μας από την αμαρτία. Είναι ο λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.
Λίγες μέρες μας απέμειναν για να εορτάσουμε το χαρμόσυνο τούτο μήνυμα της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. Και η Εκκλησία, όλος ο Χριστιανικός κόσμος, χαίρεται και αγάλλεται. Ο δε Ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλοντας να τονίσει ότι ο Ιησούς εκτός από Τέλειος Θεός είναι και Τέλειος άνθρωπος, αναφέρει το γεννεαλογικό Του δένδρο. Αναφέρει τους προγόνους του Χριστού γιατί κατά το νόμο του Μωϋσή ο Χριστός είχε προγόνους. Ακόμα και ο Ιωσήφ, που ήταν προστάτης της Παναγίας και του Χριστού, φαίνεται στο νόμο ως πατέρας Του. Όλοι μας όμως γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας του Χριστού δεν βρίσκεται στη γη αλλά στους ουρανούς.
Έτσι άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστωρα Ιωσήφ, όπως βλέπουμε στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα, και του μηνύει ότι η γυναίκα που φυλάγει και προστατεύει, η Υπεραγία Θεοτόκος, θα φέρει στο κόσμο παιδί. Το παιδί αυτό όμως δεν θα είναι σαν τα άλλα παιδιά. Θα γεννηθεί εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Και τέλος, αναγγέλλει ο άγγελος στον Ιωσήφ και το όνομα του παιδίου. Τι του λέει; Το όνομα του παιδιού θα είναι Ιησούς γιατί, όπως λέει πάλι ο άγγελος, δικαιολογώντας το όνομα αυτό, «ούτος γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Ιησούς λοιπόν το όνομα του Θείου Βρέφους. Με το όνομα αυτό περνά στην ιστορία. Είναι όνομα Θεοδώρητο. Δεν το’ δωσαν, αδελφοί μου, άνθρωποι αλλά ο ίδιος ο Θεός μέσω του αγγέλου. Ο Θεός, λέει ο απ. Παύλος, «εχαρίσατο ημίν όνομα, το υπερ παν όνομα», στο οποίο, όπως λέει πάλι στους Φιλιππησίους ο Παύλος, «παν γόνυ κάμψη, επουρανίων, και επιγείων και καταχθονίων». Όλοι πρέπει να προσκυνούμε το Χριστό γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δόξα. Το όνομα του Ιησού έγινε το στήριγμα των αδυνάτων και αδικημένων. Έγινε το φως όλων εκείνων που πορεύονται στα μονοπάτια αυτής της ζωής.
Το όνομα του Ιησού έγινε η ειρήνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Θα μου πείτε, όμως. Υπάρχει σήμερα ειρήνη; Δεν υπάρχει, πράγματι, διότι λείπει η πίστη στο όνομα του Ιησού. Αν είχαμε ακράδαντη πίστη στον Ιησού θα είχαμε και ειρήνη πάνω στο πλανήτη της γης.
Τι να σημαίνει, όμως, αυτό το όνομα Ιησούς; Είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει σωτήρ. Και ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος Σωτήρας γιατί μας έσωσε από τις αμαρτίες μας. Μας έσωσε από τον ανθρωποκτόνο διάβολο. Γιατί πριν έρθει ο Χριστός στο κόσμο ο διάβολος είχε εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Όμως από την ώρα που το άστρο της Βηθλεέμ έδειξε το τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός, αυτόματα γεννήθηκε και η ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων. Γεννήθηκε η ελπίδα για τη νίκη του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου.
Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας. Ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των Εθνών, η γλυκειά απαντοχή όλων των αιώνων, η ελπίδα του περιουσίου λαού του Θεού, το όραμα των Πατριαρχών, το κήρυγμα των προφητών, ο αναμμενόμενος Μεσσίας. Και ήρθε για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού και γής. Πριν την έλευση του Χριστού στη γη ο άνθρωπος ήταν εχθρός του Θεού εξαιτίας της αμαρτίας. Όμως ο Χριστός γεννώμενος άνθρωπος ένωσε τα διεστώτα, Θεό και άνθρωπο, και μας έδωσε τη δυνατότητα να σωθούμε δι’ Αυτού. «Ουκ έστι εν άλλω ουδενί η σωτηρία ειμή δια του Ιησού Χριστού» λέει στο Ιουδαϊκό συνέδριο ο απ. Πέτρος. Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο από απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Ο Ιησούς μας έδωσε αιώνια παράκληση και ελευθερία και τη χαρά της αιωνίου ζωής.
Ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα. Πως θα εορτάσουμε τούτη την εορτή; Άς ξεχάσουμε, αδελφοί, την κοσμοχαλασιά που γίνεται γύρω μας. Άς λησμονήσουμε για λίγο το εορταστικό περίγυρο, τους φωταγωγημένους δρόμους, τις στολισμένες βιτρίνες, το θόρυβο της αγοράς, τη κίνηση των ανθρώπων και την ανταλλαγή δώρων και ευχών, και άς αναρωτηθούμε: Ποια θέση έχει μέσα μας ο Χριστός; Πολύ φοβούμαι ότι η απάντηση που θα λάβω είναι εντελώς αρνητική. Ακόμα και για μας τους χριστιανούς ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών της ζωής μας. Είναι ο βαθειά λησμονημένος, ο άγνωστος. Οι πολλοί, δυστυχώς, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Χωρίς τα χείλη μας να τον αναφέρουν, χωρίς η καρδιά μας να τον πιστεύει και να τον αγαπά. Χωρίς ο νους μας να τον σκέπτεται. Χωρίς η ύπαρξή μας να αισθάνεται τη χαρά της λυτρώσεως. Χωρίς η ζωή μας να τον έχει οδηγό και κυβερνήτη της.
Χριστούγεννα όμως χωρίς Χριστό είναι ουτοπία, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι μόνο ένα κοινωνικό γεγονός, ένας τύπος, που η αξία του έγκειται μονάχα σε κάποια εναλλαγή που προσφέρει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος βασανίζεται από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και το άγχος των βιωτικών φροντίδων. Αλλοίμονο, όμως, αν ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό, αν θέλουμε να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, άς προσέξουμε αδελφοί και να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου αυτού γεγονότος. Να νοιώσουμε το μήνυμα της εορτής. Οφείλουμε να αναζητήσουμε μαζί με τους μάγους τον Ιησού. Ο Κύριος και η Εκκλησία Του να γίνει το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.
Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού να είναι στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ παν όνομα, να είναι στα χείλη όλων των χριστιανών. Να τον δοξάζουμε και να τον υμνούμε με τόλμη και θάρρος. Με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο απ. Παύλος προς τους χριστιανούς της Ρώμης: «εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν και πιστέψης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός Αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση». Και ο άγ. Νικόδημος ο αγιορείτης αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον είναι ή το να μελετά τις το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού; Ποία δε έννοια και ενθύμησις είναι χαριεστέρα και Θειοτέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και Θεοπρεπούς, φοβερού ονόματος του Ιησού;» Σ’ όλους δε ημάς που ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαίας παραγγέλει: «βοάτε το όνομα Αυτού, αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα Αυτού, μιμνήσκεσθε ότι υψώθη το όνομα Αυτού».
Ο Χριστός ακόμα να είναι μέσα στη καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος της καρδιάς μας να είναι ο Ιησούς. Ο Υψηλός Επισκέπτης, η πρώτη μας αγάπη, ο κορυφαίος μας πόθος, ο αληθινός έρωτάς μας. Το να κατοικεί μέσα μας ο Χριστός είναι το ιερώτερο και μεγαλύτερο δείγμα της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Παύλος, μια καρδιά που αξιώθηκε να αγαπά βαθειά τον Ιησού, έγραφε: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή διωγμός, ή στενοχωρία ή μάχαιρα;» Τίποτα απ’ όλα αυτά.
Τέλος, ο Χριστός να βρίσκεται μέσα στην ζωή μας. Στην οικογένειά μας, στην εργασία μας, ακόμα και στη ψυχαγωγία μας. Οδηγός της ζωής μας να είναι ο Χριστός. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Άς τον παρακαλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών μας. Είναι το φώς. Άς τον ικετεύσουμε να έρθει και να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής μας. Είναι η αλήθεια. Άς τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Άς τον παρακαλέσουμε να διώξει το πόνο και τις θλίψεις της ζωής μας.. Να τον παρακαλέσουμε ακόμη να διώξει και την αδικία φέρνοντας τη δική του δικαιοσύνη στη γη μας. Να φωτίσει τους άρχοντές μας ούτως ώστε να κυβερνούν τον κόσμο μας με αγάπη και ειρήνη.
Αδελφοί μου! Οι μάγοι πήγαν στη Βηθλεέμ και έδωσαν τα δώρα τους. Έδωσαν τα δώρα της αγάπης τους. Χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εμείς να δώσουμε στο Χριστό την αγάπη μας, την πίστη μα και την ευλάβειά μας με ταπείνωση. Και να τον προσκυνήσουμε νοερά μαζί με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους μάγους της Ανατολής. Να τον προσκυνούμε δε με αγάπη και πίστη προς Αυτόν ψάλλοντας μαζί με τους αγγέλους του Θεού το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ -Ἀρχ. Ἰωήλ Κωνστάνταρος

 



(Ματθαίου Ἃ΄ 1-25)

Ὅσο πλησιάζει ἡ εὐλογημένη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, τόσο καὶ περισσότερο ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὸ μεγάλο καὶ κοσμοσωτήριο αὐτὸ γεγονός. Ἀκριβῶς στὴν προετοιμασία αὐτὴ ἐντάσσεται καὶ ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ θὰ ἀναγνωστεῖ στοὺς Ἱερούς μας Ναοὺς τὴν Κυριακή.

Ἔχει πολὺ σημαντικὸ μήνυμα νὰ μᾶς δώσει ὁ γενεαλογικὸς κατάλογος τῶν προγόνων τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, ποὺ μᾶς παραθέτει ὁ Ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Θέλει νὰ μᾶς κατὰ δείξει ὅτι ὁ ἐκ τῆς Παρθένου ἐρχόμενος Κύριος, εἶναι κατ’ εὐθείαν ἀπόγονός του Προφήτη καὶ βασιλιὰ Δαυίδ, καὶ τοῦ μεγάλου Πατριάρχη Ἀβραάμ.
Σὲ τί ὅμως ὠφελεῖ ἡ γνῶσις καὶ πραγματικότητα ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀπόγονός του Δαυὶδ καὶ τοῦ Ἀβραάμ; Διότι ὁ Θεὸς καὶ στὶς δύο αὐτὲς μεγάλες προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὶς ὁποῖες οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν μεγάλη ὑπόληψη, εἶχε σαφῶς καὶ ἐπανειλημμένως ὑποσχεθεῖ ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του θὰ γεννηθεῖ ἄρχοντας καὶ βασιλέας αἰώνιος, τοῦ ὁποίου τὸ κράτος θὰ εἶναι θαυμαστὸ καὶ ἡ βασιλεία ...
ἀκατάλυτη, καὶ θὰ βασιλεύσει στοὺς αἰῶνες. Ἑπομένως ὁ Χριστός, τοῦ ὁποίου τὴν γέννηση περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς εἶναι ὁ Μεσσίας, τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στοὺς ἐκλεκτοὺς ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ τὴν ὑπόσχεσή του αὐτὴ ἐκπληρώνει τώρα μὲ τὴν γέννησή Του.

Στὴν συνέχεια τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀπὸ τὸν στίχο 18 μέχρι καὶ τὸν 25ο, ὁ ἱερὸς Ματθαῖος μᾶς περιγράφει τὰ γεγονότα ποὺ προηγήθηκαν τῆς ὑπερφυσικῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Φαίνεται καθαρὰ ἡ δυσχερὴς θέση τοῦ Ἰωσὴφ ὅταν διαπιστώνει τὴν ἐγκυμοσύνη τῆς Παναγίας. Ἀκολούθως περιγράφεται ἡ ἐπέμβαση τοῦ οὐρανοῦ, μέσω τοῦ ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος ἄγγελος τοῦ λύνει τὴν ἀπορία καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι «τὸ γὰρ ἐν αὐτὴ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου».
Ἀκόμα τὸ ἱερὸ κείμενο μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν βιβλικὴ σχέση καὶ σύνδεση ποὺ διέπουν τὶς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὰ γεγονότα ποὺ πραγματοποιοῦνται καὶ ἑρμηνεύουν τὶς ἀναμενόμενες «ρήσεις τῶν Προφητῶν» στὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Πόσο χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ θεόπνευστα λόγια του Ματθαίου : «Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἴνα πληρωθεῖ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος. Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρι ἔξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὁ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἠμῶν ὁ Θεὸς» (Μάτθ. Ἃ΄ 22-23).
Φυσικὰ ὁ ὄντως «δίκαιος» Ἰωσήφ, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁγίας του Θεοῦ ὑπακοῆς, παρέλαβε τὴν μητέρα τοῦ Παιδίου καὶ «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὐ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Μάτθ. Ἃ΄ 24-25).
Στὸν τελευταῖο (25ο) στίχο τῆς περικοπῆς, διακηρύσσεται καθαρὰ ὅτι ἡ Παρθένος ἔμεινε Παρθένος ἰσοβίως. Ὅτι ὁ Ἰωσήφ, κατανόησε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ σεβασμὸ μοναδικὸ στάθηκε ἀπέναντί της Παναγίας καὶ Θεοτόκου, καὶ οὐδεὶς ἄλλος δεσμὸς τὸν συνέδεσε μαζί της πλὴν τῆς παραδειγματικῆς προστασίας τὴν ὁποία τῆς ἐξασφάλισε.

Ἀδελφοί μου. Τὸ σχέδιον τῆς σωτηρίας μᾶς πραγματοποιήθηκε. Ἡ σωτηρία μᾶς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἂς προσέξουμε πολύ. Μὴ ἀπατηθοῦμε ὅτι ἀλλοῦ καὶ ὄχι στὸν Σωτήρα Χριστὸ θὰ βροῦμε τὴν σωτηρία μας, ὅπως φαντάζονται οἱ ἄνθρωποι τῆς ἁμαρτίας, τῆς πλάνης, καὶ τοῦ ὑπερφίαλου ἐγωϊσμοῦ.
Προσοχὴ μὴ ἀπατηθεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀρνητὲς τῆς πίστεως οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ λατρεύουν, ὡς θεούς, ἱδρυτὲς ἀνθρωπίνων συστημάτων.
Προσοχή, μὴ πλανηθεῖ κανεὶς στὸ σκοτάδι τῆς ἀνθρώπινης ἀβεβαιότητας.
Ἂς ἔχουμε πάντοτε ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλω οὐδενὶ ἡ σωτηρία, οὐδὲ γὰρ ὄνομα ἐστὶν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ὢ δεῖ σωθεῖναι ὑμᾶς» (Πράξ. Ἀποστόλων Δ΄ 12), δηλαδή, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τίποτε ἄλλο νὰ ἐπιτύχουμε τὴν σωτηρία, ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός. Διότι δὲν ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πλὴν τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, κανένα ἄλλο ὄνομα, τὸ ὁποῖο νὰ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίστηκε νὰ σωθοῦμε ὅλοι ἐμεῖς. Συνεπῶς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, Αὐτὸν καὶ μόνο ὀφείλουμε νὰ δεχθοῦμε καὶ νὰ πιστέψουμε ὡς Σωτήρα μας. Ἀμήν.

Ὁ ἐρχομός τοῦ Θεοῦ στή γῆ καί τή zωή μας Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)



Τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στή γῆ μᾶs προτρέπει νά ζήσουμε ἡ γιορτή τῶν Χριστουγέννων, πού πλησιάζει. Αὐτός ὁ ἐρχομός εἶναι μία θεμελιώδη ἀφετηρία πού βαθαίνει τό νόημα τῆς ζωῆs καί τῆς ὑπαρξήs μαs καί ἀνανεώνει τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα μαs στή ζωντανή παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί γύρω μας. Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει πανηγυρικά ὅτι ὁ Θεόs ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωποs Θεός. Αὐτή ἡ ἀλήθεια φωτίζει τά πιό σκοτεινά στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας. Αὐτή ἡ πίστη γίνεται πηγή χαρᾶς, πού ἀνοίγει τήν πόρτα τῆς ὕπαρξής μας στόν ὑπερβατικό κόσμο τοῦ Θεοῦ. Τά Εὐαγγέλια, μᾶς λέει ἡ σημερινή περικοπή, περιγράφουν μέ λιτά χρώματα τήν παράδοξη γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τήν προσδοκία καί τήν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν. Οἱ Πατέρεs τῆς Ἐκκλησίαs θεολόγησαν φωτισμένα πάνω στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ὑμνογράφοι ἐγκωμίασαν ἐκστατικοί τή συγκατάβαση καί τήν κάθοδο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν ἄνοδο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Δημιουργός γίνεται δημιούργημα. Ὁ Ἀόρατος ὁρᾶται, ὁ Ἄναρχος ψηλαφίζεται, ὁ ἀσώματος Θεόs λαμβάνει σῶμα, ὁ Ἄναρχος ἀρχίζει ὡς θεάνθρωποs τήν ἐπίγεια ζωή Του.

Ἔτσι λοιπόν «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», κατέβηκε ὁ Θεός ἀπό τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, δηλαδή ἀπό τό ἀσύλληπτο μυστήριο τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀγάπηs Του, γιά νά ἑνωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, «καί μή ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος». Εἰσέρχεται στή δική μας πραγματικότητα, μέσα στό εἶναι μας καί στή ζωή μας. Ὁ Θεός διάλεξε τό πιό σκοτεινό σημεῖο τῆς Ἱστορίας, γιά νά ἐκπληρώσει τίς ὑποσχέσειs Του, σέ ἕναν τόπο καί μέ ἕναν τρόπο πού μᾶς προκαλεῖ κατάπληξη. Ὁ ἀκατάληπτος καί παράδοξος τρόπος μέ τόν ὁποῖον ἦλθε ὁ Θεόs στή γῆ μας, ἀλλά καί ἔρχεται κάθε φορὰ στή ζωή μας, ἀνατρέπει τά ἀνθρώπινα δεδομένα καί ἐπιβεβαιώνει ὅτι «τά ἀδύνατα παρ' ἀνθρώπου δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστι». Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἀνέτειλε τῷ κόσμω τό φῶς τό τῆς γνώσεως», γιατί φανέρωσε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τέλειου ἀνθρώπου. Μία τέτοια γνώση εἶναι φῶς τῆς ψυχῆς. Νά γιατί ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ, ὡς γνώση τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας, δέν συγκρίνεται μέ καμιά ἄλλη γνώση καί ἀλήθεια τοῦ κόσμου, ἀφοῦ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ οὐρανός κατέβηκε στή γῆ καί ὁ ἄνθρωπος βρῆκε αὐτό πού ἀναζητοῦσε τόσο ἐπίμονα.

Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς, οἱ πιστοί, καλούμαστε νά ζήσουμε αὐτό τό μυστήριο τῆς ἱστορίας ὡς τό θαῦμα τῆς δικῆς μας ὕπαρξης καί ζωῆς. Γιατί ὅσο ὁ «ἥλιος τῆς δικαιοσύνηs» δέν ἀνατέλλει στήν ψυχή μαs, μάταια ἀναζητοῦμε νά βροῦμε μέσα στόν κόσμο τόν «τεχθέντα βασιλέα» τοῦ ὁράματος τῶν προφητειῶν καί τῆς βεβαιότητας τῶν Γραφῶν. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία διαρκὴς πρόσκληση νά ἀναγεννηθοῦμε πνευματικά. Ἡ πνευματική ἀναγέννηση ἀποτελεῖ ἕνα ὑπαρξιακό γεγονός, ἕνα μέγιστο θαῦμα, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα νέο πρόσωπο. Ἕνας διαπρεπήs θεολόγοs μέ τή ρωμαλέα σκέψη του συνδέει τήν πνευματική ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ «ὡς παιδίου», ὅταν γράφει: «Οἱ λέξεις παιδίον καί Θεόs εἶναι ἀποκαλυπτικές γιά τό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Κατά κάποιον τρόπο, εἶναι ἕνα μυστήριο πού ἀπευθύνεται στό παιδί πού συνεχίζει νά ζεῖ μυστικά μέσα στόν κάθε ἐνήλικο, στό παιδί πού συνεχίζει νά ἀκούει ὅτι ὁ ἐνήλικος ἔχει πάψει νά ἀκούει καί πού ἀνταποκρίνεται μέ μία χαρά, πού ὁ ἐνήλικοs μέσα στόν ὑπερώριμο, κουρασμένο καί κυνικό κόσμο πού ζεῖ ἀδυνατεῖ νά νιώσει».

Ἄλλωστε ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιό Του μᾶς λέει: «Γίνεσθε ὡς τά παιδία» (Ματθ. 18,3). Μέ τή φράση Του αὐτή δέν ὑπαινίσσεται μόνο τή χαμένη ἀθωότητα καί ἀνεξικακία, ἀλλά μᾶς παρακινεῖ νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι κάθε φορὰ πού γινόμαστε σάν τά παιδιά, ξαναγεννιόμαστε πνευματικά, ἀφοῦ βρίσκουμε αὐτό πού ἔχουμε χάσει, δηλαδή τή δυνατότητα νά παραδινόμαστε σέ αὐτό πού ἀγαπᾶμε καί ἐμπιστευόμαστε. Ἔτσι μόνο ζοῦμε τήν ὑπέρβαση, τό θαῦμα, τό μυστήριο.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἄς μή θρηνοῦμε τόν κοσμικό ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων. Τήν κομματιασμένη εἰκόνα τοῦ κόσμου γύρω μας καί τήν ἀμαυρωμένη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας ἦρθε νά συμμαζέψει καί νά ἀναπλάσσει ὁ «ἐν σπηλαίῳ γεννηθείs καί ἐν φάτνῃ ἀνακλιθεὶς Κύριος». Ἄν αὐτό μᾶς συγκλονίσει, θά ξαναγεννηθοῦμε μέσα μας, καί τότε μποροῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι θά ἀλλάξει καί ὁ κόσμος γύρω μας. Ἀμήν.

Ὁμιλία στὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Κάθε χρόνο πρὶν τὰ Χριστούγεννα, διαβάζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἀποστόλου Ματθαίου τὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ χρόνια ἀναρωτιόμουνα, γιατί; Γιατί πρέπει νὰ διαβάζουμε ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ σημαίνουν τόσο λίγα πράγματα γιά μᾶς, ἐὰν δὲν σημαίνουν τίποτα; Καὶ τότε μοῦ ἔγινε αἰσθητὴ ἡ σημασία ποὺ ἔχουν γιὰ μᾶς αὐτὰ τὰ ὀνόματα.

Τὸ πρῶτο στοιχεῖο εἶναι, ὅτι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους προέρχεται ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὅλοι συγγενεῖς Του, καὶ αὐτὸ μᾶς εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς προκαλοῦν βαθιὰ συγκίνηση: ὁ Χριστὸς εἶναι αἷμα τους, ἀνήκει στὴν οἰκογένειά τους. Ὁ καθένας τους ὅταν σκέφτεται τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ πεῖ, «εἶναι παιδὶ τῆς οἰκογένειάς μας», καὶ γιὰ τὸν Χριστό, «καὶ Ἐκεῖνος εἶναι παιδὶ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν οἰκογένειά μας, ἂν καὶ εἶναι ὁ Θεός, ὁ Σωτήρας μας, ἡ ἀληθινὴ Θεικὴ παρουσία ἀνάμεσά μας» . Ἐπιπλέον, κάποια ὀνόματα ξεχωρίζουν: ὀνόματα Ἁγίων, ἡρώων τοῦ πνεύματος, καὶ ὀνόματα ἁμαρτωλῶν.

Ἀνάμεσά τους οἱ Ἅγιοι θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς διδάξουν τί σημαίνει νὰ πιστεύουμε· ὄχι ἁπλὰ νὰ ἔχουμε μία πίστη διανοητική, μία ἄποψη γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ συμπίπτει, στὸ βαθμὸ ποὺ μπορεῖ, μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μία πίστη ποὺ σημαίνει μία πλήρη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, μία πίστη χωρὶς ὅρια, ποὺ σημαίνει ὅτι εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δώσουμε τὴ ζωή μας γι’ αὐτὸ ποὺ ἀντιπροσωπεύει, γι’ αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἐξαιτίας τῆς γνώσης ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν Θεό,. Ἂς σκεφτοῦμε τὸν Ἀβραὰμ τοῦ ὁποίου ἡ πίστη δοκιμάστηκε στὸ μέγιστο βαθμό. Πόσο δύσκολα προσφέρουμε στὸν Θεὸ κάτι δικό μας: Στὸν Ἀβραὰμ ζητήθηκε νὰ προσφέρει ὡς θυσία αἵματος τὸν γιό του, καὶ δὲν ἔχασε τὴν πίστη του ἀπέναντι στὸν Θεό. Καὶ ὁ Ἰσαάκ; Παραδόθηκε χωρὶς ἀντίσταση, ὡς δεῖγμα τέλειας ὑπακοῆς στὸν πατέρα του, καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὸν- στὸν Θεό.

Μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὴν πάλη τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὸν Ἄγγελο στὸ σκοτάδι, ὅπως κάποιες στιγμὲς ποὺ παλεύουμε γιὰ τὴν πίστη μας, γιὰ τὴν ἀκεραιότητά μας, στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ἢ στὸ σκοτάδι τῆς ἀμφιβολίας μας, στὸ σκοτάδι ποὺ μᾶς κυριεύει κάποιες φορὲς ἀπὸ παντοῦ.

Ἀλλὰ ἐπίσης μποροῦμε νὰ διδαχθοῦμε κάτι ἀπὸ ἐκείνους πού, στὴν ἱστορία, στὴν Ἁγία Γραφή, ἐμφανίζονται σὰν ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί. Ἦταν ἄνθρωποι ἀδύναμοι, μὲ μιὰ ἀδυναμία ποὺ εἶχε καταλάβει τὴ ζωή τους, δὲν εἶχαν τὴ δύναμη νὰ ἀντισταθοῦν στὶς σωματικὲς καὶ ψυχικὲς παρορμήσεις τους, στὰ πολύπλοκα πάθη τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Καὶ ὅμως πίστεψαν μὲ πάθος στὸν Θεό. Ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ἦταν ὁ Δαυίδ, καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ψαλμοὺς του τὸ ἐκφράζει αὐτὸ τόσο καλά : «Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε..» Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἀπελπισίας του, τῆς ντροπῆς, τῆς πτώσης του, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἀποξένωσής του ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὰ πιὸ βαθιὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς του, δὲν σταμάτησε νὰ ἀναπέμπει κραυγὴ ἱκεσίας πρὸς τὸν Θεό. Δὲν κρύφτηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον, δὲν ἔφυγε μακρυά Του, ἔρχεται σ’ Ἐκεῖνον μὲ τὴν ἀπελπισμένη κραυγὴ ἑνὸς ἀπελπισμένου ἀνθρώπου. Τὴν συγκεκριμένη συμπεριφορὰ ἔχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ἡ Ραχάβ, ἡ πόρνη- καὶ τόσοι πολλοὶ ἄλλοι.

Ἐμεῖς, ὅταν περνᾶμε τὴν πιὸ σκοτεινὴ περίοδο τῆς ζωῆς μας, ὅταν εἴμαστε παγιδευμένοι στὸ σκοτάδι ποὺ ὑπάρχει μέσα μας – στρεφόμαστε στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ ποῦμε: Σὲ σένα, Κύριε, κραυγάζω! Ναὶ εἶμαι στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου. Εἶσαι ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι καὶ Ἐσὺ ὑπάρχεις μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς· ὑπάρχεις στὸν θάνατο ὅπως καὶ στὴν ζωή· στὴν κόλαση ὅπως στὸν οὐράνιο Θρόνο Σου· καὶ μπορῶ νὰ σοῦ φωνάζω ἀπ’ ὅπου καὶ νὰ βρίσκομαι.

Ὑπάρχει ἀκόμα ἕνα τελευταῖο πράγμα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ σκεφτεῖτε. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἐμᾶς εἶναι ὀνόματα· γιὰ κάποιους ἀπὸ αὐτοὺς γνωρίζουμε λίγα πράγματα ἀπὸ τὴν Βίβλο, γιὰ ἄλλους δὲν γνωρίζουμε τίποτα. Ἀλλὰ ὅλοι ὑπῆρξαν συγκεκριμένα πρόσωπα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες σὰν κι ἐμᾶς μὲ ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλπίδες, τοὺς κλυδωνισμοὺς στὸ θέλημα καὶ τοὺς δισταγμούς τους, μ’ ὅλη τὴν ἀρχικὴ ἀγάπη ποὺ τόσο συχνὰ ἀμαυρώνεται κι ὅμως παραμένει φλογερὴ καὶ φωτεινή. Εἶναι ἀληθινὰ πρόσωπα καὶ μποροῦμε νὰ διαβάζουμε τὰ ὀνόματά τους νοιώθοντας, ὅτι, ναὶ-δὲν σᾶς γνωρίζω, ἀλλὰ εἶστε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πραγματικὴ καὶ συγκεκριμένη οἰκογένεια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ παρὰ τὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, ἐξωτερικὲς ἢ ἐσωτερικές, ἀνήκουν στὸν Θεό. Κι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ προσπαθήσουμε, καὶ νὰ μάθουμε, μέσα στὴν συγκεκριμένη ζωὴ ποὺ ἔχουμε, κατὰ πόσον εἴμαστε ἀδύναμοι ἢ δυνατοὶ σὲ μία δεδομένη στιγμὴ καὶ ἂν ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε δικοί Του.

Λοιπὸν ἂς σκεφτοῦμε τὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ θὰ ἔλθουμε νὰ τὴν ἀκούσουμε, ἂς τὴν δεχτοῦμε μὲ μιὰ λάμψη στὰ μάτια, μὲ μιὰ ζεστὴ καρδιά· αὐτὸ θὰ εἶναι δυνατὸ μονάχα στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ Χριστὸς θὰ γίνεται ὁλοένα πιὸ ἀληθινὸς στὴ ζωή μας καὶ μέσα ἀπὸ Ἐκεῖνον, θ’ ἀνακαλύπτουμε ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἀνθρώπου εἶναι πρόσωπα ἀληθινά, ζωντανά, ποὺ ἀνήκουν σέ μᾶς καὶ στὸν Θεό. Ἀμήν.


Μετάφραση: www.agiazoni.gr




Πρωτότυπο Κείμενο

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Every year before Christmas we read the genealogy of Christ from St. Matthew's Gospels, and for years I asked myself, why? Why have we got to read all these names that mean so little to us, if anything at all? And then I became more perceptive of what they convey to us.

For one thing, they are the people to whose family the Lord Jesus Christ belongs through His humanity. They all are relatives of His, and this should be enough for us to find their names deeply moving: Christ is of their blood, Christ is of their family. Each of them, thinking of the Mother of God can say, 'She is a child of our family', and of Christ, 'He also is a child of our family, although He is our God, our Saviour, the very Divine Presence in our midst'. Furthermore, some names stand out: names of Saints, heroes of the spirit, and names of sinners.

The Saints among them could well teach us what it means to believe; not simply to have an intellectual faith, a world-outlook which coincides, as far as it is able, with God's vision, but a faith which means a complete trust in God, an unlimited faithfulness to Him, the readiness, because of what we know of God, to give our lives for what He stands for, for what He is. In this context think of Abraham whose faith was tested to the utmost. How difficult we find it to give to God something of ours: but Abraham was asked to bring as a blood-offering his own son - and he did not doubt God. And Isaac? He surrendered without resistance, in perfect obedience to his father, and through him - to God.

We can remember the struggle of Jacob with the Angel in the darkness, as we at times struggle for our faith, for our integrity, for our faithfulness, in the darkness of the night, or the darkness of doubt, in the darkness that seizes us at times on all sides.

But we can also learn something from those who in history, in the Bible, appear to us as sinners. They were frail, this frailty conquered them, they had no strength to resist the impulses of their bodies and of their souls, of the complex passions of men. And yet - and yet, they believed in God passionately. One of them was David, and one of his Psalms expresses it so well: "From the deep I cry unto Thee .." From the depths of despair, of shame, from the depths of his fall, from the depths of his alienation from God, from the darkest depths of his soul he still cried to God. He does not hide from Him, he does not go away from Him, it is to Him he comes with this desperate cry of a desperate man. And others, men and women have this same concreteness as, for instance, Rahab the harlot - and so many more.

Do we, when we are at the darkest point of life, when we are wrapped in all the darkness that is within us - do we, from within this darkness turn to God and say: It is to You, oh Lord, I cry! Yes - I am in darkness, but You are my God. You are the God who created the light, and the darkness, and You are within the darkness as You are within the blinding light; You are in death as You are in life; You are in hell, as You are on the Throne; and from wherever I am I can cry to You.

And then, there is a last thing I would like you to think about. To us these people are names; of some of them we know a little from the Bible, about others we know nothing. But they all were concrete human beings, men and women like us, with all our frailty and all our hope, all the wavering of the will and all the hesitations, all the incipient love that is so often marred, and yet remains light and fire. They are concrete and real, and we can read their names with the feeling, that, Yes - I don't know you, but you are one of those who are of the family of Christ, concrete, real, who through all the vicissitudes of life, inner and outer, belong to God. And we ourselves can try and learn, in the concreteness of our lives, whether we are frail or strong at a given moment still to be God's own.

So let us reflect on this genealogy, let us next time we come to hear it receive it with a spark in our eyes, with a warm feeling in our hearts; but this will be possible only to the extent to which Christ becomes more and more real to us and when it is in Him, through Him that we discover them all - real, living, our own and God's own. Amen.

Τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον

 
Μπάρλας Γιῶργος



Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ ια΄, 8-10, 32-40:

8. Μὲ τὴν πίστη ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε στὸ Θεό, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ φύγει γιὰ τὴ χώρα ποὺ θὰ κληρονομοῦσε, κι ἔφυγε χωρὶς νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει.

9. Μὲ πίστη ἐγκαταστάθηκε στὴ γῆ ποὺ τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, ξένος σὲ ἄγνωστη χώρα, ζώντας σὲ σκηνὲς μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ κι αὐτοὶ ἦταν κληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑποσχέσεως.

10. Κι αὐτό, γιατί περίμενε τὴν πόλη ποὺ θὰ εἶχε γερὰ θεμέλια καὶ ποὺ ἀρχιτέκτονας καὶ δημιουργός της θὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός...

32. Χρειάζεται νὰ συνεχίσω; Δὲ θὰ μὲ πάρει ὁ χρόνος νὰ διηγηθῶ γιὰ τὸ Γεδεὼν, τὸ Βαράκ, τὸ Σαμψὼν, τὸν Ἰεφθάε, τὸ Δαβίδ, τὸ Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφῆτες.

33. Μὲ τὴν πίστη κατατρόπωσαν Βασίλεια, ἐπέβαλαν τὸ δίκαιο, πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων·

34 ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὴ σφαγή, ἔγιναν ἀπὸ ἀδύνατοι ἰσχυροί, ἀναδείχτηκαν ἥρωες στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ ἐχθρικὰ στρατεύματα·

35 γυναῖκες ξαναπῆραν πίσω στὴ ζωὴ τοὺς ἀνθρώπους τους, κι ἄλλοι βασανίστηκαν ὥς τὸ θάνατο, χωρὶς νὰ δεχτοῦν τὴν ἀπελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ὅτι μποροῦσαν ν΄ ἀναστηθοῦν σὲ μία καλύτερη ζωή.

36. Ἄλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμοὺς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη καὶ δεσμὰ καὶ φυλακίσεις.

37. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν μὲ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι μὲ προβιὲς καὶ κατσικίσια δέρματα, ἔζησαν σὲ στερήσεις, ὑπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις καὶ κακουχίες –

(38) ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ ΄χει τέτοιους ἀνθρώπους- πλανήθηκαν σὲ ἐρημιὲς καὶ βουνά, σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς.

39. Ὅλοι οἱ παραπάνω, παρὰ τὴν καλὴ μαρτυρία τῆς πίστης τους, δὲν πῆραν ὅ,τι τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός.

40. Αὐτὸς εἶχε προβλέψει κάτι καλύτερο γιά μᾶς, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ φτάσουν ἐκεῖνοι στὴν τελειότητα χωρὶς ἐμᾶς".



Σκοπὸς τῆς κουβέντας μας σήμερα εἶναι, ἀφορμώμενοι ἁπλῶς ἀπὸ τὸν ἀπόστολο τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ κατὰ πνεῦμα σάρκωση τοῦ Χριστοῦ συμβαίνει πάντοτε, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴ δική μας προετοιμασία, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ εἶναι καὶ δικό της ἀποτέλεσμα, καθὼς τὴν ξεπερνᾶ κατὰ πολύ. Ἡ δική μας προετοιμασία ἔγκειται στὸ νὰ προσλάβουμε αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, στὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο χριστιανοὶ νὰ νομίζουν, ἔστω ἀσυνείδητα, ὅτι μὲ τὶς δικές τους ἀποκλειστικὰ προσπάθειες μποροῦν νὰ φτάσουν σὲ αὐτὸ ποὺ λέμε «σωτηρία». Σὲ μία τέτοια προοπτικὴ ὁ χριστιανὸς καταλαβαίνουμε εὔκολα πὼς ὁδηγεῖται εἴτε στὴν ὑπεροψία καὶ τὸν φαρισαϊσμὸ εἴτε στὸ ἄγχος καὶ τὶς ἐνοχὲς στὴν περίπτωση βέβαια ποὺ νιώσει ὅτι ἀποτυγχάνει νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ ἀπὸ μόνος του προσπαθεῖ.

Θὰ ποῦμε εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σώζει, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔφερε αὐτὴν τὴ δυνατότητα στὸν κόσμο. Τίποτε δικό μας δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ ὑποκαταστήσει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς μὲ τὰ ἔργα μας ἁπλὰ συμμετέχουμε κατὰ τὸ δυνατὸν στὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Κάνουμε δική μας, προσωπικὴ ἱστορία τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο. Νὰ τὸ ποῦμε πιὸ ἁπλὰ ἴσως: τὸ χάσμα ποὺ χωρίζει ἐμᾶς καὶ τὶς προσπάθειές μας ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ εἴμαστε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σωθοῦμε, τὸ κάλυψε ὁ Χριστός. Ἀρκεῖ πρωτευόντως ἡ πίστη σὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσουν καὶ τὰ ἔργα τῆς πίστεως ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν ὅτι ὄντως ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πίστη. Τὰ ἔργα τῆς πίστης δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ πίστη τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ αὐτὸ τὸ τελευταῖο; Πίστη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Τὶς ἐντολὲς ἔχουμε γιὰ νὰ βροῦμε τὸν Θεό, γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε τὴ σχέση μας μαζί του.

Στὸ ἀπόσπασμα λοιπὸν τοῦ Ἀποστόλου ποὺ σᾶς διάβασα πρίν, οἱ ἀναφερόμενοι δὲν εἶναι πρότυπα βιοτῆς, ἀλλὰ πίστεως. «Οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν». Γιατί ὄχι; Δὲν στάθηκαν ἱκανὰ τὰ ἆθλα τους χάριν τῆς πίστεως γιὰ νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπαγγελία; Τὸ χωρίο ἴσως εἶναι προβληματικό, ἑρμηνεύεται ὅμως ἀπὸ τὴ θέση ποὺ τοῦ δίνει ἡ ἐκκλησία στὸν λειτουργικό της χρόνο. Διαβάζεται «πρὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως», ὡσὰν ἡ ἐπερχόμενη ἑορτὴ νὰ ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντηση στὸ «κρεῖττόν τι προβλεψαμένου»: εἶναι ἡ ἐν χρόνῳ παρουσία τοῦ Θεοῦ ποὺ κομίζει τὴν ἐπαγγελία, εἶναι ἡ προσδοκία καὶ δικαίωση τῶν ἀγώνων τους καὶ τῆς πίστης τους, καὶ ἡ ἐν Χριστῷ ὅλων μας δικαίωση. Ὁ ἀγώνας τους δικαιώνεται κατὰ τοῦτο, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ μὲ τὴν πίστη τους κράτησαν ζωντανὴ τὴν προσδοκία τοῦ Μεσσία ὡς ἐθνικὴ ἀποστολὴ καὶ ἔσχατη ἐλπίδα σωτηρίας.

Ποιὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ἡ σωτηρία μας δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα καλῶν προθέσεων οὔτε καλῶν πράξεων ἢ μεγάλων θυσιῶν. Τὸ ζητούμενο εἶναι κάτι ποὺ τὰ ξεπερνᾶ πολὺ ὅλα αὐτά. Ἡ σωτηρία εἶναι δῶρο ἐξ οὐρανοῦ (Ἰω. Παπαδόπουλος). Ἀναφέρομαι στὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

«Ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἑξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός». Ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου; Τὸ προαιώνιο σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας, ἡ ἀνεξιχνίαστη θεία βουλή. Ἡ παρουσία τῆς Θεοτόκου! «Ἀνθρώπου πρὸς τῷ τέλει τῶν αἰώνων μόλις φανέντος ... ὑπὲρ τούτου μοι δοκεῖ μηδὲ πρότερον ὁ Θεός, ἀλλ’ ὀψὲ τῶν αἰώνων τῆς ἀνθρωπείας φύσεως μετασχεῖν, ὡς ἂν ἀληθῶς οὔπω γενομένης, ἀλλὰ τηνικαύτα πρώτως φανείσης (Νκ Θεομήτωρ, Α΄16). Ὅταν παρουσιάστηκε στὴ γῆ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶχε ἔλθει καὶ ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ. Δὲν εἶναι λοιπὸν τόσο ἄσχετο τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὶς δικές μας προσπάθειες. Ἡ συγκατάνευση τῆς Παναγίας στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ ἀνοίγει τὸν δρόμο στὸν Θεὸ γιὰ νὰ κατεβεῖ στὴ γῆ. Ἡ Παναγία δὲν εἶναι ἕνα τυχαῖο πρόσωπο ποὺ ἐτσιθελικὰ ὁ Θεὸς διάλεξε γιὰ νὰ γεννήσει τὸν Χριστό. Ἡ Παναγία συγκατάνευσε καὶ γι’ αὐτὸ τὴν τιμᾶμε ἰδιαιτέρως οἱ χριστιανοί.

Καί, παράλληλα μὲ αὐτά, τὸ σύμβολο τῆς πίστεως λέει: κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου καὶ ἐνανθρωπίσαντα. Κατελθόντα – σαρκωθέντα – ἐνανθρωπίσαντα. Ὑπάρχει μία κλιμάκωση στὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, μία πορεία καθόδου. Τὸ κοσμοείδωλο τῆς ἐποχῆς ἔλεγε ὅτι ὑπεράνω ὅλων εἶναι ὁ Θεός, ἐνῶ ὁ Ἅδης ἦταν κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. Ὁ Χριστὸς λοιπὸν διατρέχει αὐτὴ τὴν ἀπόσταση. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὸν οὐρανό, νὰ φτάσει τὸν Θεό, μπορεῖ ὅμως ὁ Θεὸς νὰ κατέλθει καὶ νὰ πλησιάσει τὸν ἄνθρωπο.

Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σκάνδαλο καὶ μωρία-ἀνοησία γιὰ κάποιους. Γιὰ τοὺς μὲν Ἰουδαίους εἶναι σκάνδαλο. Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται ἄνθρωπος ἀφοῦ ἔτσι εὐτελίζεται ἡ μεγαλωσύνη του. Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες μιλοῦν ὅμως γιὰ κένωση. «Οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ ἀλλ΄ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβὼν ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» (Φιλ. Β΄6-7). Ὁ Θεὸς ἀδειάζει κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ τὴ μεγαλωσύνη του, ἀπὸ τὴ θεϊκότητά του, καὶ γιὰ κάποιο διάστημα ζεῖ σὰν ἄνθρωπος καὶ μάλιστα ὑπὸ τὶς χειρότερες δυνατὲς ἀνθρώπινες συνθῆκες. Τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ ξεκινοῦν ἤδη μὲ τὴ γέννησή του. Γεννιέται σὲ ἕναν στάβλο, σὲ ἕνα χῶρο γεμάτο βρωμιά, καὶ λίγο μετὰ θὰ κυνηγηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη καὶ θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ γίνει πρόσφυγας γιὰ νὰ γλιτώσει... Σᾶς καλῶ νὰ σκεφτοῦμε γιὰ λίγο τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἕνας ἀπό μᾶς, ἴδιος μέ μᾶς, χωρὶς ἁμαρτία, καὶ περπάτησε μαζί μας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς εἶναι καὶ ἕνας ἄνθρωπος πλέον καὶ γι’ αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸν συναντήσουμε πιὸ εὔκολα.

Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ σκέψη τὸ νὰ γίνει ὁ Θεὸς ἄνθρωπος εἶναι ἕνας παραλογισμός. Ἐδῶ ὑπερβαίνονται τὰ φυσικὰ ὅρια κι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνει. Ὑπάρχει ἕνα τεράστιο χάσμα μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαθεῖ αὐτὸ τὸ χάσμα; Ἂν κάποιος ἰσχυρίζεται κάτι τέτοιο δὲν ξέρει τί λέει. Καταστρατηγεῖ τὴ φυσικὴ καὶ τὴ λογικὴ ἀναγκαιότητα. Ἡ ἑλληνικὴ σκέψη δὲν περιμένει τίποτα καινούργιο. Ὅλα εἶναι ὑποταγμένα στὴ φυσικὴ ἀδήριτη ἀναγκαιότητα. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Δαμασκηνό, μὲ τὴν ἐνσάρκωση «ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον». Καὶ στὴ σημερινὴ ἐποχὴ ποὺ ὑμνεῖ τὸ νέο, τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι πραγματικὰ νέο. Ἀντιθέτως, οἱ χριστιανοὶ γιορτάζουμε χιλιάδες χρόνια αὐτὴ τὴ γιορτὴ καὶ στὴν οὐσία ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ κατεξοχὴν νέο, ὄχι μόνο γιατί δὲν ξανασυνέβη κάτι ἀνάλογο στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀλλὰ καὶ γιατί κάθε πιστὸς καλεῖται νὰ ζήσει ὁ ἴδιος στὴ ζωὴ του τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ριζικὰ καινούργιο γιὰ τὸν καθένα μας...

Στὴν ἄπειρη συγκατάβασή του λοιπὸν ὁ Θεὸς σαρκοῦται. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Δὲν ἑνώνεται μὲ κάποιον θεοφόρο ἄνθρωπο ἀλλὰ γίνεται ἄνθρωπος καὶ τίκτεται ἀπὸ τὴν Θεοτόκο. Δὲν προϋπάρχει κάποιο ἄτομο ἀλλὰ δημιουργεῖ μία νέα καὶ μοναδικὴ ὕπαρξη στὸν κόσμο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, στὸν ὁποῖο ὑποστατικῶς ἑνώνονται δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη.

Καὶ ἔχουμε Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα καὶ ὄχι ἄνθρωπο θεωθέντα, θεάνθρωπο καὶ ὄχι ἀνθρωποθεό. Μὲ αὐτὸ θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ ὄχι στὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἀντίθετο ἔκανε ὁ Ἀδάμ. Δὲν βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἡ κίνησή του ἦταν αὐτο-θεωτικὴ καὶ αὐτὴ τὸν ὁδήγησε στὴν καταστροφή. Ὁ Ἀδὰμ ἐγκλωβίστηκε μέσα στὰ φθαρτὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἀντίθετα ὁ Θεός, -κι ἐδῶ φαίνεται ἡ παντοσυναμία του-, εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ φυσικὲς ἀναγκαιότητες. Διορθώνει τὸ ἔργο τοῦ Ἀδὰμ ὁδηγώντας στὸ τέλος τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι αὐτόνομα, ἀλλὰ στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Κι ὅλα τοῦτα διότι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος μόνο ἔχει ἀνάγκη τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος καθορίζεται στὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Εἶναι κτίσμα καὶ ἔχει ἀπόλυτη ἀνάγκη τὸν Θεό. Κι ἐνῶ ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ἐλεύθερα, δὲν ὑπόκειται σὲ καμιὰ ἀνάγκη -κι αὐτὸ ἀφορᾶ καὶ στὴ Δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ στὴν ἐνσάρκωση, εἶναι γεγονότα ἐλευθερίας. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ὡς κτίσμα, ἔχει ἀνάγκη τὸν Θεό. Νομίζουμε ὅτι μποροῦμε νὰ αὐτοκαθοριζόμαστε -εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας-, ἀλλὰ στὴν οὐσία ὁ ἄνθρωπος ἐτεροκαθορίζεται. Μόνο ἔτσι θὰ καταλάβουμε πόσο χρειαζόμαστε τὸν Θεὸ καὶ τὸν Χριστό. Ὅταν προσπαθοῦμε νὰ αὐτονομηθοῦμε τόσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴ μοναδικὴ ἀνάγκη ποὺ ἔχουμε: τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό.

Ὁ νέος Ἀδὰμ ἑπομένως κάνει ὅ,τι δὲν πραγματοποίησε ὁ πρῶτος. Καὶ τί δὲν ἔκανε ὁ πρῶτος; Δὲν ὑποτάχθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ νέος Ἀδὰμ ὑποτάσσει λοιπὸν τὸ ἀνθρώπινο θέλημα στὸ Θεῖο. Ἂν παρατηρήσουμε μέσα μας θὰ βροῦμε εὔκολα δύο ἀντίθετες θελήσεις. Μία ποὺ θέλει νὰ κάνει τὸ καλὸ καὶ μία ἄλλη ποὺ θέλει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ πράξουμε συνήθως τὸ κακό. Ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης θεραπεύτηκε ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὅσο καὶ νὰ ζορίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ θέλουμε μὲ φυσικὸ τρόπο αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Ὁ Χριστὸς μόνο μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὴ δική μας ἁμαρτωλὴ βούληση. Γι’ αὐτὸ λέμε ὅτι ὁ χριστιανισμὸς ξεπερνᾶ τὴ θρησκεία. Δὲν εἶναι ἕνα σύστημα κανόνων, τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖ ὁ Θεός. Εἶναι μία σχέση μὲ τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, σχέση ἀγάπης πού, ὅπως εἴπαμε, ξεκινάει μὲ τὴν προσπάθεια τήρησης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ. Ἡ προσπάθεια τήρησης τῶν ἐντολῶν μᾶς δίνει τὸ μέτρο, οἱ ἐντολὲς μᾶς προσανατολίζουν. Ἀλλὰ μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση στὴν ὁποία μᾶς κατευθύνουν, μόνο μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, σωζόμαστε. «Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν μᾶς κρατάει σὲ ἐγρήγορση γιὰ νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου. Χωρὶς αὐτὴ τὴν προσπάθεια βουλιάζουμε στὶς δυνάμεις τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου» (Δ. Μαυρόπουλος/Διερχόμενοι διὰ τοῦ ναοῦ, σελ. 137).

Ἐπειδὴ νομίζουμε λοιπὸν πολὺ συχνὰ ὅτι μὲ τὸ ζόρι καὶ μὲ ἀποκλειστικὰ δικές μας προσπάθειες γινόμαστε χριστιανοὶ ἂς δοῦμε πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ εὐκολότερα καὶ χωρὶς πνευματικοὺς κινδύνους.

Ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἔτσι, ὡς ἄνθρωπος, ἔχει δικό του φυσικὸ θέλημα καὶ ἐνέργειες φυσικὲς (φύση ἀνενέργητη = ἀνύπαρκτη). Ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχουν ἑνωθεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπιφανειακή. Δὲν εἶναι ἐπαφὴ ἐξωτερική, σὰν δύο πράγματα ποὺ τὸ ἕνα τὸ βάζουμε πάνω στὸ ἄλλο. Ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ ἀνακράση. Εἶναι σὰ νὰ λιώνει σὲ χωνευτήρι καὶ ξαναπλάθει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἑνωμένη μὲ τὴ θεία, εἰς τρόπον ὥστε εἶναι πλέον ἀδιαχώριστες, ἀδιαίρετες. Πρόκειται γιὰ τὴ στενότερη, ἐγγύτερη δυνατὴ ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου.

Ταυτόχρονα ἡ κάθε φύση διατηρεῖ τὰ γνωρίσματά της καὶ δὲν καταπιέζει ἢ ἐξαφανίζει ἡ μία τὴν ἄλλη. Συνυπάρχουν ἀσυγχύτως καὶ αὐτὸ μᾶς δείχνει πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς σέβεται τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀγαπάει καὶ δὲν θέλει νὰ τὸν ἐξαφανίσει. Ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἀκέραιος μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ κατάσταση δόξης. Ἔτσι θὰ πρέπει νὰ εἶναι λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος μὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες καὶ τὰ ἰδιώματα. Ὅπως ὁ Χριστὸς στὴν ἀνθρώπινή του φύση. Μὲ ἄλλα λόγια λόγια ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἐγχριστωθεῖ.

Ἀλλὰ προσέξτε: ἐνῶ συνυπάρχουν καὶ οἱ δύο φύσεις στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶναι ἀκέραιες καὶ οἱ δύο, ὁ Χριστὸς δὲν ὑπόκειται στὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα, δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως περιοριζόμαστε ἐμεῖς. Ὁ Χριστὸς κινεῖται ἐλεύθερα σὲ σχέση μὲ τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα.

Ἀπὸ τὴ μία λοιπόν, ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς δὲν μᾶς ἐξαφανίζει, ἐνῶ ὡς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ βαδίζει πάνω στὰ κύματα. Θυμηθεῖτε ὅτι ὁ Χριστὸς πεθαίνει ἐπειδὴ τὸ θέλει κι ὄχι ἐπειδὴ τὸν σταύρωσαν. Θυμηθεῖτε ὅτι ὅταν πῆγαν οἱ στρατιῶτες νὰ τὸν συλλάβουν μὲ τὸ ποὺ τὸν ἀντίκρισαν ἔπεσαν καταγῆς ἢ ὅταν οἱ ἑβραῖοι πῆγαν νὰ τὸν ρίξουν ἀπὸ ἕναν γκρεμό, ὁ Χριστὸς ξέφυγε περνώντας ἀνάμεσά τους. Οἱ εὐαγγελιστὲς μᾶς θυμίζουν μὲ διάφορους τρόπους πὼς ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὴ θνητὴ ἀνθρώπινη φύση του.

Αὐτὸ οἱ Πατέρες τὸ ὀνομάζουν μὲ τὸν ὅρο: «ἀντίδοσις ἰδιωμάτων». Ἡ ἐν ἀγάπῃ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὁδηγεῖ σὲ ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς προκαθορισμοὺς τῆς φύσης. Καμιὰ ἀναγκαιότητα δὲν ὀρθώνεται μπροστὰ στὸν Χριστό, ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὴν ξεπεράσει.

Γιὰ τὸν ἄνθρωπο δημιουργήθηκε ὅλος ὁ ὁρατὸς κόσμος καὶ πρότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία σχέση εἰκόνος πρὸς τὸ πρωτότυπο ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Κατὰ τὸν Καβάσιλα ἡ σχέση τῆς εἰκόνος πρὸς τὸ πρωτότυπο εἶναι σχέσις μερική, ὡστόσο ὅμως πραγματική. Ὅ,τι συνιστᾶ τὸν προπτωτικὸ ἄνθρωπο -λέει ὁ Π. Νέλλας-, ἡ ἀρχή, ἡ δομὴ καὶ τὸ τέλος αὐτοῦ εἶναι θεοκεντρικό, καὶ μάλιστα Χριστοκεντρικό. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ πρῶτον, συνίσταται στὸ κατ’ εἰκόνα. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι εἶναι μόνο ὡς εἰκόνα Θεοῦ. Εἶναι ἐνάρετος, καλὸς ἢ δίκαιος, μόνο ἐπειδὴ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καὶ παραμένει τέτοιος ἐν ὅσῳ ὑπάρχει καὶ ζεῖ ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐν ὅσῳ βρίσκεται στὴν ὀρθὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στάση καὶ διακρατεῖ τὴν ὀρθὴ μὲ τὸν Θεὸ σχέση· ἐν ὅσῳ φωτίζεται καὶ ζωοποιεῖται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δομὴ τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὸν Καβάσιλα, εἶναι σαφῶς Χριστοκεντρική. Ὅλες οἱ ἀναζητήσεις καὶ ὅλες οἱ ἐπιθυμίες τοῦ ἀνθρώπου βρίσκονται στὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Λέγοντας σχέση ἐννοοῦμε ἀσφαλῶς τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὲς εἶναι ὅ,τι ἔχουμε, μαζὶ μὲ τὰ μυστήρια, γιὰ νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεό. Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ Ἀδὰμ ὅταν δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σημαίνει, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸ ἀρχέτυπον καὶ νὰ «ὑποδεχθεῖ» τὸν Θεό. Σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦταν νὰ ἑνωθεῖ μετ’ αὐτοῦ ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθεῖ στὴν ἱστορία ὁ Χριστός. Πρὶν τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, οἱ δύο φύσεις ἦταν χωρισμένες. Ὁ Θεὸς ἦταν Θεὸς μόνον καὶ ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος. Τώρα ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει θεός.

Θὰ ρωτήσετε: πῶς γίνονται ὅλα αὐτά; Θὰ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι Ἀλήθειες ποὺ κατανοοῦνται μόνο ζώντας κοντὰ στὸν Θεό, τὰ κατανοεῖ κανεὶς «οὐ μόνον μαθών, ἀλλὰ καὶ παθών τὰ Θεῖα» (ΔΑ). Ὅπως καταλαβαίνετε ἐμεῖς μένουμε στὸ «μαθών τὰ Θεῖα» καὶ αὐτὸ στὴν καλύτερη περίπτωση. Στὴν πραγματικότητα ἀγνοοῦμε καὶ θεωρητικὰ τὸ δόγμα. Αὐτό, τὸ νὰ γνωρίζουμε θεωρητικὰ τὰ δόγματα, εἶναι ἀπαραίτητο ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ.

Πάντως δὲν εἶναι ἁπλὲς θεωρίες ἢ φιλοσοφικὰ σχήματα. Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς αἱματηροὺς ἀγῶνες τῆς ἐκκλησίας γιὰ νὰ διασωθοῦν τὰ δόγματα αὐτὰ καὶ τοὺς πολλοὺς μάρτυρες ἐξαιτίας τῶν διαμαχῶν γιὰ τὰ δόγματα.

Ὑπῆρξαν κάποιοι αἱρετικοὶ λ.χ. ποὺ λέγονταν Δοκῆτες. Ὁ Λόγος ἰσχυρίζονταν ἐνηνθρώπησε κατὰ δόκησιν, φαινομενικά, ὄχι πραγματικά. Δὲν δέχονταν ὅτι ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ φορέσει τὴν ὕλη. Ἄλλοι αἱρετικοὶ δέχονταν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν κτίσμα ἢ μόνο ἄνθρωπος, ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι εἶναι μόνο Θεός.

Ὅλα ἀπορρίφθηκαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία γι’ αὐτὰ ποὺ λέγαμε προηγουμένως. Οἱ Πατέρες ὑπερασπίστηκαν τὸν ἄνθρωπο, διεκδικώντας τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ. Βασική τους θέση ἦταν: «τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον» (Γθ).

Ὁ Χριστὸς ἦταν λοιπὸν καὶ ἄνθρωπος καθ’ ὅλα χωρὶς ἁμαρτία. Ἄνθρωπος μὲ σῶμα ὅπως ἐμεῖς. Γιὰ νὰ σωθοῦμε λοιπὸν δὲν χρειάζεται νὰ καταφεύγουμε σὲ ἐσωτερικὲς καταστάσεις ἢ μυστικὲς ἐμπειρίες ἐξώκοσμες. Δὲ χρειάζεται νὰ περιφρονοῦμε τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸ ὑλικὸ σῶμα μας καὶ ὅ,τι εἶναι ἀνθρώπινο. Μόνο τὴν ἁμαρτία χρειάζεται νὰ παλέψουμε. Πῶς; Προσκολλώμενοι στὸν Χριστὸ ποὺ νίκησε τὴν ἁμαρτία, νίκησε τὸν πόλεμο μὲ τὸν Σατανᾶ καὶ μᾶς προσφέρει τὴ νίκη αὐτὴ γιὰ νὰ τὴν κάνουμε καὶ δική μας νίκη. Ὁ πόλεμος λοιπὸν ἔχει τελειώσει. Ὁ Χριστὸς νίκησε. Ἁμαρτία, Διάβολος, θάνατος ἔχουν νικηθεῖ ἀπὸ τὸν θεάνθρωπο Χριστό. Μικροαψιμαχίες γίνονται μόνο στὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ καθενός. Οἱ ἁψιμαχίες αὐτὲς εἶναι πολὺ σοβαρὲς γιά μᾶς, ἀλλὰ ἂν πάρουμε εἴδηση ὅτι ὁ πόλεμος ἔχει κριθεῖ ὁριστικὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, τότε ἁπλὰ πᾶμε μὲ τὸ μέρος τοῦ Χριστοῦ καὶ εἴμαστε νικητὲς καὶ τῆς προσωπικῆς μας μάχης. Διαφορετικὰ δὲν γίνεται νὰ νικήσουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε μόνοι μας τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα ποὺ μᾶς ἐγκλωβίζει στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν Θάνατο. Δὲ χρειάζεται λοιπὸν νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὸ σῶμα μας ἢ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Ὅλα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ σῶμα εἶχε ὁ Χριστός, σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ἔζησε, σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι ἡ ἐκκλησία του. Ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε τὴ ζωὴ αὐτὴ ἢ νὰ μὴν τὴν ἀποδεχόμαστε, ἀλλὰ στὴν περίπτωση αὐτὴ γινόμαστε αἱρετικοί, ἀφοῦ εἶναι σὰ νὰ ἀπορρίπτουμε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ Πατέρες δίνουν μάχη γιὰ τὸν ἀκέραιο ἄνθρωπο καὶ τὴν ἱστορική του ὑπόσταση. Γι’ αὐτὸ ἡ ἐκκλησία πάλεψε ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων ποὺ ἤθελαν ἕναν Θεὸ ἀπόμακρο καὶ ἀπρόσιτο. Ἕναν Θεὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει εἰκόνα.

Δὲν ἀρνούμαστε λοιπὸν τὸν κόσμο, τὴν ἱστορία, τὸ σῶμα, τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες, ὅ,τι εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἂν κάτι ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἀπορρίψουμε, ἀπορρίπτουμε τὸν ἄνθρωπο. Στὴν ἐκκλησία δὲν ἐρχόμαστε γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ ἐξαγιάσουμε. Νὰ τὰ μεταμορφώσουμε, νὰ τὰ στρέψουμε πρὸς τὸ καλό, πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὰ πάθη θὰ τὰ ἔχουμε πάντα. Πάθος εἶναι μία δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἂν γίνει ἐπιθυμία παράλογη καὶ μακριὰ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός, τότε καταπολεμεῖται. Ἀλλὰ καταπολεμεῖται ὄχι μὲ τὴν ἐξαφάνιση τῆς ψυχικῆς δύναμης, ὄχι μὲ τὴν ἐξάλειψη τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ μὲ τὴ θεραπεία της. Στόχος δὲν εἶναι νὰ γίνουμε ἄβουλα πλάσματα, ἀλλὰ νὰ ἐξαγιασθοῦμε ὡς πρόσωπα. Τίποτα δὲν περισσεύει, τίποτα δὲν πετᾶμε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ τὰ ἀλλάξουμε μόνο, νὰ τὰ μεταμορφώσουμε (Ἰω. Παπαδόπουλος).

Καταλαβαίνετε ὅτι τὰ δόγματα δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς θεολόγους, κάποιους ἂς ποῦμε εἰδικούς... Ἂν δὲν ξέρουμε τὶς βασικὲς ἀλήθεις της πίστης μας τότε σὲ λίγο θὰ ἐγκαταλείψουμε αὐτὴ τὴν πίστη ποὺ δὲ μᾶς λέει τίποτα πιά. Εἴπαμε σήμερα γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἐπιμείναμε στὸ ἀσυγχύτως. Δηλαδὴ στὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἀνέλαβε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ἀγάπη χωρὶς νὰ τοῦ στερήσει τὴν ἐλευθερία. Ἂν πιστεύουμε σὲ αὐτὸν τὸν Θεό, τότε λ.χ. πρέπει ἔτσι νὰ ἐνεργοῦμε στὴν καθημερινή μας ζωή. Θὰ ἀγαπᾶμε τὸν ἄλλον χωρὶς νὰ τοῦ στεροῦμε τὴν ἐλευθερία καὶ καταντήσουμε δικτάτορες, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑπερασπιζόμαστε μία ἐλευθερία ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ ἀγάπη, γιατί διαφορετικὰ καταλήγουμε στὴν ἀναρχία. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ γίνεται στὸν κόσμο ὄχι μόνο στὴν ἀτομικὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ συλλογικά. Ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ σήμερα, τὴν ἀναρχία δέ, τὴ ζήσαμε καὶ πέρυσι (2008) τὸν Δεκέμβριο πολὺ ἔντονα στὴν Ἀθήνα κι ἀλλοῦ. Παντοῦ λοιπὸν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν Χριστό. «Τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός», μέτρο τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Χριστός.

«Ὁ τοῦ Θεοῦ λόγος ἐφάπαξ κατὰ σάρκα γεννηθείς, ἀεὶ γεννᾶται θέλων κατὰ πνεῦμα διὰ φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι» (Μο). Ὅλοι ὅσοι δὲ ζήσαμε τὴν κατὰ σάρκα γέννση τοῦ Χριστοῦ, μποροῦμε νὲ τὴν ζήσουμε κατὰ πνεῦμα. Καὶ ἀκόμη περισσότερο: μποροῦμε νὰ τὸν βοηθήσουμε νὰ γεννηθεῖ στὸν κόσμο, γινόμενοι συνεργοὶ τῆς χάριτος, δηλαδὴ κατὰ κάποιο τρόπο Θεοτόκοι! «Μακάριος ὁ τὸ φῶς τοῦ κόσμου ἐν ἑαυτῷ μορφωθὲν θεασάμενος, ὅτι αὐτὸς ὡς ἔμβρυον ἔχων τὸν Χριστὸν μήτηρ αὐτοῦ λογισθήσεται» (Σθ). Αὐτὴ τὴ χαρὰ δὲν τὴν ἔχουμε ζήσει, ὅμως σὲ αὐτὴν μᾶς προτρέπουν οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας μας, οἱ τῷ πάθει μαθόντες τὰ θεῖα. «Ἐντεῦθεν ἄρχεται βρύειν σοι ἡ χαρά. Καὶ τότε εὑρίσκεις τὰς θλίψεις γλυκυτέρας τοῦ μέλιτος» (Ἰσ).

Ο λειτουργικός χρόνος, ο ερχόμενος Κύριος καί η δική μας πνευματική συμμετοχή


Κυριακή πρό Χριστουγέννων

Χριστός γεννάται, δοξάσατε!
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε!
Χριστός επί γης, υψώθητε!
Έτσι αρχίζει η πρώτη ωδή των καταβασιών των Χριστουγέννων.
Να το εξηγήσουμε, είναι απλό!
Ο Χριστός γεννιέται, δοξάστε Τον.
Ο Χριστός κατέρχεται, κατεβαίνει από τους ουρανούς, βγείτε να Τον προϋπαντήσετε.
Ο Χριστός φανερώνεται εδώ στη γη, υψωθείτε και σεις όλοι οι χριστιανοί από τα γήινα.

Το έργον της οικονομίας του Θεού, για τη σωτηρία του ανθρώπου, αδελφοί μου, αρχίζει από την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού, και Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Γι’ αυτό και τα Χριστούγεννα, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τα ονόμασε μητρόπολη πασών των εορτών. Το δε όνομα Χριστός, δηλώνει κυρίως τον Θεάνθρωπον, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Κύριος.
Ορισμένες φορές όμως, ιδιαίτερα βέβαια στο Ευαγγέλιο, αλλά και στην Εκκλησιαστική μας υμνολογία, και στους λόγους των Πατέρων, ο Χριστός δηλώνει άλλοτε μόνον την Θεότητά Του, και άλλοτε μόνον την αναμάρτητη ανθρώπινη φύση Του, τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο – Θεάνθρωπο, με τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, όπως είναι η πείνα, η δίψα, ο κόπος, ο πόνος, ο ύπνος, τα δάκρυα και τόσα άλλα. Ο Χριστός όμως, ως Θεάνθρωπος Κύριος είναι Ένας, και σ’ Αυτόν τον ένα Χριστό, οι δύο φύσεις, η ανθρώπινη και η θεϊκή, παραμένουν για πάντα ενωμένες, αδιαιρέτως, ατρέπτως, ασυγχίτως, αμερίστως, αναλλοιώτως εις τους αιώνας των αιώνων, σύμφωνα με τους δογματικούς όρους που μας έδωσε η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα.

Χριστός γεννάται και Χριστός επί γης. Εδώ το Χριστός έχει τη σημασία του Θεανθρώπου, επειδή Κύριος ο Θεός, ο Λόγος, γεννήθηκε εν Βηθλεέμ, από την Παρθένο Μαρία, Θεός και άνθρωπος μαζί. Όταν πάλι ψάλουμε «Χριστός εξ ουρανών», δηλώνει μόνον τον Θεόν, και όχι τον άνθρωπον, διότι ο Κύριος δεν κατέβηκε από τους ουρανούς, φορώντας την ανθρώπινη φύση από τον Ουρανό, όπως δίδασκαν εκείνες τις εποχές διάφοροι αιρετικοί, - και υπάρχουν και μέχρι σήμερα, - αλλά κατέβηκε ως Θεός και μόνον ως Θεός, και προσέλαβε εδωκάτω στη γη, από την Παρθένο Μαρία την ανθρώπινη φύση. Δηλαδή ο Θεός Λόγος άδειασε τους Ουρανούς, από τη Θεϊκή του Δόξα και τη Θεϊκή Του μεγαλοπρέπεια και κατέβηκε στη γη, και εισήλθε μέσα στην μήτρα της Παρθένου Μαρίας και φόρεσε την ταπεινή στολή της ανθρωπίνης φύσεως. Γι’ αυτό και η ταπείνωσις ονομάστηκε θεοΰφαντη στολή, όπως την αναλύσαμε την περασμένη μας Κυριακή.
Και τώρα ερχόμεθα στο ρήμα «γεννάται». Ψάλλουμε «Χριστός γεννάται», όχι «Χριστός εγεννήθη». Βεβαίως γεννήθηκε εν χρόνω ο Κύριος και αυτό το γιορτάζουμε κατ’ έτος. Στην προκειμένη όμως περίπτωση έχουμε έκφραση του λειτουργικού χρόνου. Τι θα πει αυτό; Όλα τα ιερά γεγονότα της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, τα προσεγγίζει η Εκκλησία μας σαν ένα συνεχές παρόν, ένα αδιάκοπο παρόν. Γιατί; Γιατί ο Θεός δεν έχει ούτε χτές, ούτε αύριον. Έχει μόνον παρόν. Όπως θα λέγαμε πιο απλά, έχει μόνον «σήμερα». Αυτό το συνεχές παρόν, λέγεται λειτουργικός χρόνος, γι’ αυτό και το ψάλλουμε, και το πιστεύουμε. Παραδείγματος χάριν:
-«Η Παρθένος σήμερον, τον Υπερούσιον τίκτει». Σήμερον τίκτει. Όχι χθές έτεκεν. Σήμερον τίκτει.
-«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον». Σήμερον της ευδοκίας, όχι χθές, ψάλλουμε στα Εισόδια της Θεοτόκου.
-«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και ο Υιός του Θεού, Υιός του ανθρώπου γίνεται». Σήμερον γίνεται ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου. Σήμερον.
-«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου», ψάλλουμε την Μεγάλη Παρασκευή. Σήμερον, όχι χθες και προχθές και πριν από χρόνια.
-«Πάσχα ιερόν σήμερον αναδέδεικται». Σήμερον αναδέδεικται το Πάσχα, σήμερον η Ανάστασις.
Και ακόμη και για τη σωτηρία μας, η σημερινή ημέρα παίζει τον σπουδαιότατον ρόλον, διότι λέγει η Αγία Γραφή, «Νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν ημέρα σωτηρίας. Η σημερινή ημέρα είναι δική σου, για να την δουλέψεις. Και για να την εκμεταλευτείς για την σωτηρία σου. Το αύριον δεν το ορίζεις!.. Δεν το γνωρίζεις, δεν ξέρεις αν θα ζεις αύριο! – Δεν ξέρουμε αν θα ζούμε και το βράδυ, όχι αύριο. – Το σήμερα είναι δικό σου, μας λέγει το Ευαγγέλιον. Μόνον το σήμερα είναι δικό σου. Γι’ αυτό και σήμερα ζήτησε το έλεος του Θεού.
Άρα η Εκκλησία μας βιώνει τα πάντα μέσα σ’ ένα διαρκές παρόν, που λέγεται λειτουργικός χρόνος. Γι’ αυτό και ψάλλουμε στον ενεστώτα, σύμφωνα με τους θεολόγους και τους φιλολόγους, «σήμερον γεννάται».
Απ’ τον Εσπερινό, τον Όρθρο και κυρίως βέβαια από την Ιερά Προσκομιδή, και την Θεία Λειτουργία μέχρι το «Δι’ ευχών», η Εκκλησία μας, η πίστις μας, μας αναγάγει από τη Δημιουργία του Σύμπαντος κόσμου ορατού και αοράτου, υλικού και πνευματικού, με όλα τα ενδιάμεσα τα ιστορικά γεγονότα, τα γήινα της παρούσης αυτής ζωής, μας αναγάγει επαναλαμβάνω στα μέλλοντα, στα μέλλοντα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, της Αναστάσεως των νεκρών, της αδεκάστου Κρίσεως, ζώντων τε και τεθνεώτων, του Παραδείσου και της Κολάσεως, και τέλος της απείρου αιωνιότητος, μαζί με την αποκάλυψη των απορρήτων μυστηρίων του Θεού και του κάλους της Τριαδικής Δόξης. Γι’ αυτό και ανακράζουμε «Ω της απείρου μακροθυμίας Σου Κύριε! Ω της απείρου αγαθότητός Σου». Τα πάντα μας αποκαλύπτει υπερφυώς η αγάπη σου, ως παρόντα μέσα στη Θεία Λειτουργία, από το «Ευλογημένη η Βασιλεία» μέχρι το «Δι’ ευχών». Και ιδιαιτέρως αυτό, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων, του Ευαγγελισμού, της Μεγάλης Εβδομάδος, του Πάσχα και της Πεντηκοστής.
Έτσι με την πρώτη ωδή των καταβασιών, μας καλεί η Εκκλησία μας μαζί με τους αγγέλους σε Δοξολογία για την Γέννηση του Θεανθρώπου Κυρίου, εν Βηθλεέμ τη πόλη και εν τη φάτνη των αλόγων ζώων. Όπως τότε, εκείνη τη νύκτα της Θείας Γεννήσεως, μυριάδες αγγέλων, δοξολογούσαν το Θεό με το «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», το ίδιο καλούμεθα και μεις να γιορτάσουμε το υπερκόσμιο θαύμα ενωμένοι, αγαπημένοι, συγχωρούντες και αλληλοσυγχωρούμενοι, με ανεξικακία γεμάτοι ταπέινωση και καλοσύνη, χωρίς διαιρέσεις, πείσματα και μικροκαμώματα. Να γιορτάσουμε επαναλαμβάνω, το θαύμα της Γεννήσεως του Σωτήρος και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μέσα από την ψυχή μας, με τρόπους καθαρά πνευματικούς. Όχι μόνον με μια τυπική εξομολόγηση, ούτε με ένα κατάξερο εκκλησιασμό, και πολύ περισσότερο βέβαια, η προσέλευση στη Θεία Κοινωνία να μη γίνεται με σπρωξίματα και εκνευρισμούς όπως παρατηρείται στις μεγάλες γιορτές. Αλλά με ένα άνοιγμα της καρδιάς μας, διάπλατο και ολόθερμο, για να προϋπαντήσουμε και να υποδεχτούμε τον Χριστόν, μέσα μας.
Ώστε η καρδιά να νοιώσει, να βιώσει, αν είναι δυνατόν τα σκιρτήματα της νέας εν Χριστώ ζωής, δηλαδή την πνευματική μας αναγέννηση. Γιατί όσες από σας γενήκατε μητέρες, αντιληφθήκατε τα πρώτα σκιρτήματα της νέας ζωής, που φέρνατε μέσα στα σπλάχνα σας, έτσι λοιπόν και η νέα ζωή, η εν Χριστώ ζωή, η αναγέννησις της πνευματική ζωής, το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας, έχει μέσα σκιρτήματα στην καρδιά, τα σκιρτήματα της πνευματικής αναγεννήσεως.
Είναι λοιπόν, ο πάντοτε Ερχόμενος ο Κύριος, που μας αναγεννά, ο Ερχόμενος ο Κύριος.
Ερχόμενος στη Θεία Του Γεννηση, Ερχόμενος όταν διδάσκει και θαυματουργεί,
Ερχόμενος όταν θυσιάζεται επάνω στο Σταυρό,
Ερχόμενος με την Ανάστασή Του στις καρδιές όλων εκείνων των χριστιανών, που πιστεύουν σ’ αυτήν την Ανάστασιν. Εάν ο Χριστός ουκ εγείγερται εκ νεκρών, ματαία η πίστις ημών. Μάταιον και το κήρυγμα, ματαία και η πίστις, και το όλο έργο βέβαια της Θείας Οικονομίας.
Είναι ο Ερχόμενος, ο Ην, ο Ων, και ο Ερχόμενος κατά την Αποκάλυψη, όταν πάμε να Τον συναντήσουμε, βυθίζοντας όχι τα μάτια μας, αλλά την καρδιά μας μέσα στο Ευαγγέλιο.
Είναι ο Ερχόμενος στις καρδιές μας, όταν η προσευχή μας είναι καθαρή, νοερά, αφάνταστη, αμεταιώριστη και καρδιακή.
Είναι Ερχόμενος όταν προσέρχεται και μας προσφέρεται ολοσώματος μέσα από το Άγιον Ποτήριον της Θείας Κοινωνίας.
Είναι ο Ερχόμενος ακόμα και μέσα στις θλίψεις και στις πίκρες της ζωής.
Είναι Ερχόμενος και στον θάνατόν μας, και μάλιστα όταν αυτόν τον περιμένουμε με λαχτάρα και τα χείλη μας ψιθυρίζουν το της Αποκαλύψεως στο εικοστό δεύτερο κεφάλαιο. «Αμήν, ναι έρχου Κύριε Ιησού». Παράλαβε την ψυχή μου στα χέρια σου.
Είναι ο πάντοτε Ερχόμενος, ίνα κρίνει ζώντας και νεκρούς.
Είναι ερχόμενος και στα φετινά Χριστούγεννα, όχι με στολισμούς και φωταμψίες, όχι με δώρα χωματένια και περίσσιο φαγοπότι, και πολύ περισσότερο όχι μέσα από αμαρτωλές διασκεδάσεις και ρεβεγιόν. Βέβαια και οι φωτισμοί χρειάζονται, και τα στολίσματα χρειάζονται, και τα δώρα είναι απαραίτητα στα παιδιά, και στους μικρούς και στους μεγάλους, αλλά δεν βρίσκονται εκεί τα Χριστούγεννα. Πρέπει σε όλους να το δώσουμε αυτό να το καταλάβουν, αλλά να το καταλάβουμε και μείς. Τα Χριστούγεννα βρίσκονται στον Άρτο της Ζωής! Που κατέρχεται εξ ουρανού, και ο τρώγων τον Άρτον τούτον δεν θα πεινάσει ποτέ, και δεν θα διψήσει ποτέ! Και κατέρχεται με άκρα ταπείνωση και άπειρη αγάπη.
Αυτή είναι η αλήθεια και μόνον αυτή. Ο Θεός κατέρχεται και ταπεινώνεται γενόμενος άνθρωπος στο πρόσωπον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σ’ ένα στάβλο της Βηθλεέμ, για να ανυψώσει όλους εμάς στους ουρανούς. Κατέβηκε Εκείνος στη γη, για να μας μεταβιβάσει εμάς στον Ουρανό. Εκείνος ο Λόγος του Θεού, ο Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός, έγινε άνθρωπος - Θεάνθρωπος για να γίνουμε εμείς οι αμαρτωλοί άνθρωποι, οι βρωμεροί και τρισάθλιοι, μέσα από τα Πανάγια σωστικά Μυστήρια του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, της Θείας Κοινωνίας, της Ιεράς Εξομολογήσεως, και το Ευαγγέλιον, κατά χάριν θεοί, - το θήτα μικρό.

Δυστυχώς οι περισσότεροι από τους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς θα γιορτάσουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν. Ασφαλώς και το πιστεύουμε αυτό, και ήθη και έθιμα και παραδόσεις θα τηρηθούν σε πολλά διαμερίσματα της πατρίδος μας, της Ελλάδος μας, της Ορθοδόξου Ελλάδος μας. Αλλά τι κρίμα όμως όταν θα λείπει ο Χριστός απ’ τις καρδιές μας;
Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Όλοι μας οφείλουμε να Τον δοξάσουμε. Θα Τον διξάσουμε όμως; Θα τον δοξολογήσουμε; Θα Τον ευχαριστήσουμε με τη μετάνοιά μας;
Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε! Θα βγούμε να Τον προϋπαντήσουμε; Πού; Πώς; Και ποιόν; Και σε ποιόν τόπο; Και με ποιο τρόπο; Θα βγούμε να Τον προϋπαντήσουμε στο πρόσωπο του πλησίον που αδικήσαμε, που στενοχωρήσαμε, που τον πικράναμε! Θα συγχωρεθούμε; Θα δώσουμε φίλημα αγάπης; Θα γεμίσουν τα μάτια μας από δάκρυα συγγνώμης; - Εδώ έξω από την εκκλησία βγαίνουμε και δεν λέει ο ένας καλημέρα στον άλλον!
Χριστός επί γης, υψώθητε! Υψωθήκαμε άραγε πιο πάνω απ’ τα πάθη μας; Κάναμε κάποιον έστω και μικρόν αγώνα, για να λίγο να τα περιορίσουμε; Υψωθήκαμε πάνω από τις πίκρες, τις τόσες πολλές με τις οποίες μας έχουν ποτίσει τόσοι και τόσοι συνάνθρωποί μας; Πήγαμε εμείς πρώτοι να βρούμε αυτόν τον αντίδικο για να τον συγχωρέσουμε;
Αν ναι, σε όλα αυτά τα ερωτηματικά που έθεσα, η απάντηση της καρδιάς μας είναι «ναι», τότε όντως θα γιορτάσουμε
Χριστούγεννα αληθινά.
Χριστούγεννα μαζί με τον Χριστόν,
Χριστούγεννα μαζί με την Παναγία Μητέρα Του,
Χριστούγεννα μαζί με τους αγίους, μαζί με τους προφήτας που προφήτευσαν την έλευσή του, και ολόκληρο το έργον της Θείας Οικονομίας επί της γης, θα γιορτάσουμε
Χριστούγεννα μαζί με τους βοσκούς που πρώτοι προσκύνησαν τον νεογέννητο Χριστό,
Χριστούγεννα μαζί με τους μαγους,
Χριστούγεννα μαζί με τους αγγέλους,…

Αυτά είναι τα αληθινά Χριστούγεννα και ιδιαιτέρως,
Χριστούγεννα μ’ αυτούς που μας αδίκησαν.

Η αγάπη του Αγίου Θεού είθε να είναι πάντοτε μαζί σας.
Αμήν

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ


(Μτθ. 1, 1-25)

Όσο πλησιάζει η ευλογημένη ημέρα των Χριστουγέννων, τόσο περισσότερο μας προετοιμάζει η Αγία μας Εκκλησία, για το μεγάλο και κοσμοσωτήριο αυτό γεγονός. Ακριβώς στην προετοιμασία αυτή εντάσσεται και η Ευαγγελική περικοπή η οποία αναγνώστηκε στους Ιερούς μας Ναούς σήμερα.
Έχει πολύ σημαντικό μήνυμα να μας δώσει ο γενεαλογικός κατάλογος των προγόνων του Κυρίου μας Ιησού κατά το ανθρώπινον, που μας παραθέτει ο Ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος. Θέλει να μας δείξει ότι ο εκ της Παρθένου ερχόμενος Κύριος, είναι κατ’ ευθείαν απόγονος του Προφήτη και βασιλιά Δαυίδ, και του μεγάλου Πατριάρχη Αβραάμ.
Σε τι όμως ωφελεί η γνώση και πραγματικότητα ότι ο Ιησούς είναι απόγονός του Δαυίδ και του Αβραάμ; Ο Θεός και στις δύο αυτές μεγάλες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, στις οποίες οι Εβραίοι έχουν μεγάλη υπόληψη, είχε σαφώς και επανειλημμένως υποσχεθεί ότι από τους απογόνους του θα γεννηθεί άρχοντας και βασιλέας αιώνιος, του οποίου το κράτος θα είναι θαυμαστό και η βασιλεία ακατάλυτη, και θα βασιλεύσει στους αιώνες. Επομένως ο Χριστός, του οποίου τη γέννηση περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, είναι ο Μεσσίας, τον οποίο ο Θεός υποσχέθηκε στους εκλεκτούς άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης.
Στη συνέχεια της Ευαγγελικής περικοπής, ο ιερός Ματθαίος μας περιγράφει τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπερφυσικής γέννησης του Χριστού. Φαίνεται καθαρά η δυσχερής θέση του Ιωσήφ όταν διαπιστώνει την εγκυμοσύνη της Παναγίας. Ακολούθως περιγράφεται η επέμβαση του ουρανού, μέσω του αγγέλου, ο οποίος άγγελος του λύνει την απορία και του αποκαλύπτει ότι «το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου».
Ακόμα το ιερό κείμενο μας αποκαλύπτει τη βιβλική σχέση και σύνδεση που διέπουν τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης με τα γεγονότα που πραγματοποιούνται και ερμηνεύουν τις αναμενόμενες «ρήσεις των Προφητών» στο Θεανδρικό Πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Πόσο χαρακτηριστικά είναι τα θεόπνευστα λόγια του Ματθαίου: «Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος. Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός» (Μτθ. Α 22-23).
Φυσικά ο όντως «δίκαιος» Ιωσήφ, παρέλαβε την μητέρα του Παιδίου και «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκεν τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν» (Μτθ. Α 24-25).
Στον τελευταίο (25ο) στίχο της περικοπής, διακηρύσσεται καθαρά ότι η Παρθένος έμεινε Παρθένος ισοβίως. Ότι ο Ιωσήφ, κατανόησε το σχέδιο του Θεού, και με σεβασμό μοναδικό στάθηκε απέναντί της Παναγίας και Θεοτόκου, και ουδείς άλλος δεσμός τον συνέδεσε μαζί της πλην της παραδειγματικής προστασίας την οποία της εξασφάλισε.
Το σχέδιο της σωτηρίας μας πραγματοποιήθηκε! Η σωτηρία μας είναι ο Ιησούς Χριστός. Ας προσέξουμε πολύ, μην απατηθούμε ότι αλλού και όχι στον Σωτήρα Χριστό θα βρούμε την σωτηρία μας!
Ας έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας ότι «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθείναι υμάς» (Πράξ. Αποστόλων Δ΄ 12), δηλαδή, δεν είναι δυνατόν με τίποτε άλλο να επιτύχουμε την σωτηρία, που μας υποσχέθηκε ο Θεός. Γιατί δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό πλην του ονόματος του Ιησού, κανένα άλλο όνομα, το οποίο να έχει δοθεί από το Θεό μεταξύ των ανθρώπων και δια του οποίου ορίστηκε να σωθούμε όλοι εμείς.
Τώρα που ετοιμαζόμαστε να ξαναγιορτάσουμε τη Θεία Γέννηση του Σωτήρος και Λυτρωτού μας, ας νοιώσουμε την παρουσία Του πιο πολύ, ας ζητήσουμε να μας αξιώσει να δεχθούμε τη σωτηρία που μας προσφέρει, ας Τον παρακαλέσουμε να έρθει στις ψυχές μας, να γεννηθεί αλλά και να μείνει σ’ αυτές! Αμήν.
π.Ε.Τ.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ

Είμαστε άνθρωποι που ψάχνουμε νόημα ζωής. Οι ρυθμοί της καθημερινότητας δεν μας επιτρέπουν να σταθούμε, να ακούσουμε τον εαυτό μας, ίσως ούτε και να δούμε καλά τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Ο θόρυβος από τα δελτία των 8, από τα διάφορα reality, από τα μάταια σήριαλ, τα οποία περισσότερο κουράζουν, διότι σε κάνουν να νομίζεις ότι υπάρχει ένας κόσμος που ποτέ δεν θα μπορέσεις να τον φτάσεις, ενώ μέσα σου αναρωτιέσαι αν θα άξιζε να τον φτάσεις, από την υποταγή της πολιτικής στα συμφέροντα, από την μονότονη τέχνη, από έναν πολιτισμό που παράγει εκδηλώσεις και ομιλίες, όχι όμως ζωή και δημιουργία, όλα αυτά σε κάνουν απλώς να θέλεις να περνάς το χρόνο σου. Να βρίσκεις αφορμές για να ξεκουραστείς. Τόπους για να ταξιδέψεις. Εκείνη τη μικρή στιγμή δίπλα σε ανθρώπους που σε αγαπούν και που αγαπάς ή θα ήθελες να αγαπάς, για να συναντηθείς και να μιλήσεις αληθινά.
Είμαστε άνθρωποι που ψάχνουμε νόημα ζωής. Οι νεώτεροι τρέχουν από το σχολείο στο φροντιστήριο, στο ιδιαίτερο, στις ξένες γλώσσες, στη μουσική, στο χορό, στον αθλητισμό, καταναλωτές εμπειριών και όχι παραγωγοί τους, και γυρνούνε στο σπίτι για να συναντηθούν με την τηλεόραση, τον υπολογιστή, το Internet, το Facebook και το Twitter, να παίξουν παιχνίδια, να μιλήσουν μέσα από το Skype και το Messenger, με την ψευδαίσθηση της επικοινωνίας, άγνωστον της κοινωνίας.
Είμαστε άνθρωποι που ψάχνουμε νόημα ζωής. Ο πολιτισμός μας μάς λέει ότι έχει απαντήσεις για όλα. Στις βιτρίνες και στα αγαθά. Στα μαγαζιά, στις καφετέριες, στους κινηματογράφους. Αρκεί να έχεις χρήμα, έστω και λίγο, για να μπορείς να απολαύσεις το νέο μοντέλο. Κι αν δεν έχεις, θα δανειστείς. Για να μπορείς να χαρείς, έστω και λίγο, πριν έρθουν η τράπεζα, το δημόσιο χρέος, η οικονομική κρίση για να σε προσγειώσουν απότομα, να σου πούνε «τα κεφάλια μέσα».
Είμαστε άνθρωποι που ψάχνουμε νόημα ζωής. Στο κρεβάτι του πόνου, στην πείνα και τη φτώχεια που δεν ζούμε, αλλά που κάποιοι εξακολουθούν να θυμούνται και να φοβούνται, στο αδυσώπητο πρόσωπο του θανάτου, αναρωτιόμαστε αν αξίζει η ζωή που ζούμε. Αν το «ψυχή μου, φάγε, πίε, ευφραίνου» μπορεί να δώσει προοπτική. Αν η απόλαυση μπορεί να καλύψει την ανάγκη για αγάπη, για μοίρασμα, για κοινωνία. Αν, τελικά, έχουμε ελπίδα και προοπτική μέσα από έναν ρυθμό ζωής, τον οποίο στην ουσία δεν διαλέξαμε, αλλά νιώθουμε παγιδευμένοι μέσα σ’ αυτόν, στην προοπτική ενός μέλλοντος το οποίο δεν το δημιουργούμε μόνοι μας, αλλά το σύστημα, με όποια ονομασία κι αν αναφερθεί κανείς σ’ αυτό, αποφασίζει «πριν από μας για μας».
Κι έρχεται η γιορτή. Η Μητρόπολη των εορτών.
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει νόημα στον καθέναν μας. Στη σιωπή της φάτνης, στο λιγοστό φως της σπηλιάς, στην ησυχία της νύχτας, λάμπει το πρόσωπο. Το «παιδίον νέον». Δίπλα Του η Μάνα. Και παραπέρα ένας απλός και ταπεινός άνθρωπος. Που βλέπει και σιωπά. Που ακούει το Μυστήριο και ξέρει πως η αποστολή του είναι να το διακονήσει. Να βοηθήσει το «Παιδίον Νέον». Να το παραλάβει, μαζί με τη Μητέρα Του, και να το απομακρύνει από τους προβολείς του κόσμου. Να το κρύψει για να το αναζητήσει ο καθένας μας.
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει νόημα στον καθέναν από εμάς. Δεν τρέχει, δεν φωνάζει, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του μέσα από κάμερες και οθόνες, μέσα από τηλεφωνικές γραμμές και δίκτυα. Στήνει όμως ένα άλλο δίκτυο. Αυτό της παιδικότητας στην κακία, της συγγνώμης, της επιστροφής. Της αγάπης που φανερώνει το αληθινό μας πρόσωπο. Του μοιράσματος και της αίσθησης ότι δεν μπορείς να χαίρεσαι μόνος σου.
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει νόημα στον καθέναν μας. Πτώχευσε εκουσίως, εγκατέλειψε την δόξα του ουρανού για να γευθεί την περιπέτεια της γης. Να ελεήσει, να διακονήσει, να θεραπεύσει, να κηρύξει, να δώσει άρτους και ιχθύες και ρήμα Θεού. Να γίνει ο Ίδιος ο Άρτος της ζωής. Και να ζητήσει μόνο λίγη πίστη και λίγη αγάπη. Η χάρη Του φτάνει για τα υπόλοιπα.
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει νόημα στον καθέναν μας. Για να μας πει ότι αξίζει η ζωή. Είναι δώρο Του. Είμαστε εικόνες Του. Πλασθήκαμε ελεύθεροι, κι όμως υποταχτήκαμε στην ανάγκη για επιβίωση. Στην ηδονή που παραπλανεί. Και αδυνατούμε να σηκώσουμε την οδύνη, γιατί δεν ξέρουμε πώς να επιστρέψουμε κοντά Του. Εκείνος όμως μας δείχνει το δρόμο. Από άνθρωποι να γίνουμε θεοί. Κατά χάριν και ομοίωσίν Του. Για να αντέξουμε. Για να μην υποταχτούμε στον Ηρώδη του κόσμου. Στα είδωλα. Στο ψέμα που διαβάλλει. Και θα αντέξουμε.
Από τον άνθρωπο στο Θεό. Αρκεί να θελήσουμε το «παιδίον νέον» να γεννηθεί «δι’ ημάς». Να βρει τόπο στην καρδιά μας. Σ’ αυτήν που αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τα πάθη. Να βρει αυτό που λάμπει αληθινά στον κόσμο. Και που δεν είναι άλλο από το πρόσωπο του πλησίον. Του αδερφού μας. Του φίλου μας. Του οικείου μας. Του εχθρού μας. Μέσα απ’ αυτό το πρόσωπο γίνεται η γιορτή αληθινή αναγέννηση. Μπροστά μπαίνει η κοινωνία με το «Παιδίον νέον» στο Άγιο Ποτήριο της Χριστουγεννιάτικης Θείας Λειτουργίας. Και ακολουθούν όλα τα άλλα. Στολίδια, δώρα, τραγούδια, τραπέζι, επισκέψεις. Όταν βρίσκεις το νόημα, τον μαργαρίτη τον πολύτιμο, τότε όλα αλλάζουν. Κι εντός σου και εκτός σου. Κι ας μη φαίνεται στη λάμψη του κόσμου.
Ποτέ δεν είναι αργά γι’ αυτό το ταξίδι.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...