Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2011

Πώς να διώχνεις τους πιστούς από την Εκκλησία.

 

Στο blog της Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Θήρας αναρτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2011 το παρακάτω κείμενο του Νικήτα Καυκιού για τους τρόπους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ιερείς για να διώξουν τον κόσμο από την Εκκλησία. Πρόκειται για ένα κείμενο που μέσα από τον καυστικό του λόγο παρουσιάζει μία λυπηρή πραγματικότητα που εμφανίζεται σε πολλές εκκλησίες μας. Θερμή παράκληση και ευχή μας θα ήταν οι ιερείς μας, στις δύσκολες αυτές στιγμές που περνάει ο τόπος, να αποφεύγουν τις λανθασμένες ενέργειες και να σκύψουν με σεβασμό και αγάπη πάνω στο ποίμνιό τους. Μακάρι όλα αυτά που περιγράφονται στο κείμενο να ήταν μόνο κακόπιστη σκέψη και φαντασία και όχι αληθινά περιστατικά στις ενορίες της χώρας μας…


Η ανάρτηση έχει ως εξής:

- Η προσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό δεν είναι δεδομένη και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για σταθερότητα, πρόοδο ή διάρκεια. Ό ιερέας μπορεί να ξεκινήσει με πνευματικό ενθουσιασμό το ιερατικό του λειτούργημα αλλά μετά από λίγα χρόνια να αδειάσει ολοκληρωτικά από τη Χάρη του Θεού.
Οι αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, οι δυσκολίες του έγγαμου βίου και οι αντιξοότητες της καθημερινότητας μπορούν να συντρίψουν ακόμη και τον πιο καλοπροαίρετο πιστό. Η μόνη δυνατότητα πνευματικής επιβίωσης είναι να αποδεχτεί κανείς ταπεινά την αναξιότητά του και να προσφέρει τον συντετριμμένο του εαυτό στο Χριστό.
Αν ο ιερέας δεν μπορέσει να αναφέρει την οδύνη και την αποτυχία του στο Χριστό θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Για τον ιερέα η πορεία πνευματικής ωρίμανσης είναι υπαρξιακός μονόδρομος. Αν δεν προχωρήσει πνευματικά θα καταρακωθεί υπαρξιακά. Για να ξεφύγει από την θλίψη της απουσίας του Θεού θα εκκοσμικευθεί. Από ιερουργός θα καταντήσει ηθοποιός.
- Ο ιερέας ο οποίος είναι βεβαρημένος από το σκοτάδι της υπαρξιακής του παρακμής δεν έχει το κέφι και το μεράκι να ασχολείται με τις "λεπτομέρειες" της Εκκλησιαστικής-λειτουργικής ζωής. Σε πολλούς ορθόδοξους Ναούς τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές η σύναξη των πιστών θυμίζει κακόγουστη, θεατρική παράσταση. Κατά την διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών ο πιστός αντί να ησυχάζει και να γεμίζει τις πνευματικές του μπαταρίες δοκιμάζει τις ψυχοσωματικές του αντοχές, βασανίζει τα αισθητικά του κριτήρια και βάζει σε πειρασμό τις πνευματικές του δυνατότητες.
(Σημ. 1)

Δεκαπέντε τακτικές σύγχρονου διωγμού.
Οι Λειτουργικές παρενέργειες της ιερατικής αδιαφορίας.
Ακουστική. Βάλε τα μεγάφωνα στη διαπασών ώστε να μην μπορεί κανείς να ησυχάσει, να συγκεντρωθεί ή να νιώσει κατάνυξη. Τοποθέτησε μεγάφωνα και έξω από το ναό ώστε να αγανακτούν οι γείτονες και να μην βρίσκουν ησυχία οι εκκλησιαζόμενοι ούτε στον περίβολο του ναού. Μην αναθέσεις σε ειδικούς την ακουστική μελέτη του ναού. Φρόντισε το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα να θυμίζει γύφτο που γυρνά στις γειτονιές με το φορτηγάκι του για να πουλήσει πατάτες ή χαλιά.
Φωτισμός. Έχε αναμμένους τους πολυελέους της εκκλησίας σε κάθε Ακολουθία. Σε περίπτωση που δεν ανάψεις τον πολυέλαιο άναψε ένα δυνατό ηλεκτρικό φως σε κάποιο σημείο του ναού που να θυμίζει προβολέα αστυνομικής ανάκρισης. Επέτρεψε στους ιεροψάλτες να βάλουν προβολείς πάνω από τα κεφάλια τους για να διαβάζουν με μεγαλύτερη ευκολία τα ιερά βιβλία.
Κήρυγμα. Βγάλε λόγο ακριβώς πριν από τη Θεία Μετάληψη (πριν από το "Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε"). Φρόντισε ο λόγος σου να έχει μεγάλη διάρκεια και να ξεφεύγει από την εμπειρική νηπτική βίωση της καθημερινής ζωής. Άσκησε θεωρητική κριτική σε κοινωνικά, εθνικά και πολιτικά θέματα και υπογράμμισε την παρακμή και την αμαρτωλότητα του σύγχρονου κόσμου. Δώσε με νευρικό τρόπο συμβουλές ηθικής συμπεριφοράς στο εκκλησίασμα. Φρόντισε να δείχνεις αγανακτισμένος από την επικράτηση της αμαρτίας στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Υπογράμμισε την εγωκεντρική τάση για καλοπέραση του μέσου ανθρώπου συγκρίνοντας την άμεσα με την ασκητική ζωή των πατέρων της ερήμου. Προσπάθησε να πείσεις τους πιστούς ότι ο λόγος που δεν προχωρούν πνευματικά είναι το ότι δεν προσπαθούν όσο θα έπρεπε. Να μιλάς με βροντερή-απειλητική φωνή ώστε να γίνεις περισσότερο πιστευτός.
Τυπικό. Αδιαφόρησε για το τυπικό των ιερών Ακολουθιών. Το τυπικό δεν είναι ουσιαστικό. Κόψε και ράψε τις Ακολουθίες στα μέτρα σου. Μη διαβάζεις ψαλτήρι και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης διότι ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την αρχαία γλώσσα. Δώσε εντολή στους ψάλτες να μην λένε όλο το "Κύριε εκέκραξα" στον εσπερινό και να παραλείπουν τις περισσότερες ωδές στον όρθρο. Να κάνεις τα πάντα με τον γρήγορο και εύκολο τρόπο.
Συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια των ιερών Ακολουθιών φρόντιζε να κάνεις άγαρμπες, βιαστικές και νευρικές κινήσεις. Κάνε ότι κάνεις με αδιαφορία και χωρίς βιωματική συμμετοχή. Όταν βγαίνεις στην Ωραία Πύλη ή όταν λιβανίζεις, να παρατηρείς εξεταστικά τους πιστούς ή να αφήνεις το βλέμμα σου να πλανάται με αδιαφορία δεξιά και αριστερά.
Άμφια. Στη Θεία Λειτουργία να φοράς άμφια με χτυπητά χρώματα και πολλά ψεύτικα στολίδια. Προσπάθησε να φαίνεσαι φανταχτερός. Νιώσε ανωτερότητα και καμάρι για την εμφάνισή σου.
Παρατηρήσεις. Στα σημαντικά σημεία της Θείας Λειτουργίας όπως στο Χερουβικό ύμνο ή στον καθαγιασμό των τιμίων δώρων ή πριν από τη Θεία Μετάληψη δώσε με αυστηρό τόνο συστάσεις ευπρέπειας και καλής συμπεριφοράς στο εκκλησίασμα. Αν κάποιο παιδάκι κλάψει, τρέξει ή φωνάξει σύστησε με αυστηρό τρόπο στη μητέρα του να το βγάλει έξω ή να το ησυχάσει.
Καθαριότητα εικόνων. Μην φροντίσεις για τον συνεχή καθαρισμό των εικόνων τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Άφησε να συσσωρεύεται σάλιο και κραγιόν στο προστατευτικό τζάμι των εικόνων ώστε οι πιστοί να νιώθουν περισσότερο αηδία ενώ προσκυνούν παρά κατάνυξη.
Κεριά και λιβάνι. Βάλε στο παγκάρι το φτηνό, άοσμο και αλύγιστο κερί που θυμίζει σαπούνι. Βάλε τιμές ανάλογα με το μέγεθος του κεριού. Χρησιμοποίησε φτηνό λιβάνι. Τοποθέτησε το λιβάνι στο καρβουνάκι λίγα λεπτά πριν αρχίζεις να θυμιατίζεις ώστε όταν φτάσεις στους πιστούς να βγαίνει από το θυμιατό μόνο κάπνα και καθόλου άρωμα. Μην προσθέτεις συμπληρωματικό λιβάνι στο καρβουνάκι όση ώρα και αν χρειαστεί να θυμιατίσεις.
Εκφωνήσεις. Να εκφωνείς τις ευχές σαν να βγάζεις άναρθρες κραυγές ώστε κανείς να μην καταλαβαίνει αυτό που λες. Να ψέλνεις επιτηδευμένα και επιδεικτικά σα να τραγουδάς σε κέντρο διασκέδασης. Ξέχνα ότι απευθύνεσαι στο Θεό και φρόντισε να αρέσεις στους ακροατές και στον εαυτό σου. Όταν διαβάζεις χύμα να τρως τα λόγια σου από κεκτημένη ταχύτητα. Να διαβάζεις μόνο τα φωνήεντα των λέξεων και να παραλείπεις τα σύμφωνα. Σημασία έχει αυτό που λες και όχι ο τρόπος που το εκφράζεις. Να σκέπτεσαι ότι κανείς δεν νοιάζεται και δεν καταλαβαίνει τα δρώμενα. Φόρτωσε τη φωνή σου με ασύστολη ένταση και πίστεψε ότι με αυτό τον τρόπο θα προκαλέσεις κατάνυξη.
Στη Θεία Μετάληψη χρησιμοποίησε οίνο μέτριας ποιότητας και ρίξε στο Άγιο Δισκοπότηρο μεγάλη ποσότητα ζέοντος ώστε να χάνεται η γεύση του κρασιού. Την ώρα της Θείας Μετάληψης βάλε στη λαβίδα ελάχιστο οίνο-αίμα και καθόλου άρτο-σώμα. Μη προσφωνήσεις το όνομα του πιστού που μεταλαμβάνει. Αδιαφόρησε για το ότι κρατάς στα χέρια σου τον ίδιο το Θεό. Κάνε βιαστικές και απρόσεχτες κινήσεις. Να προσφέρεις το σώμα και το αίμα του Κυρίου σου με προχειρότητα σαν να κερνάς κάποιο γλυκό. Φρόντισε να συνεχιστεί η ροή της Ακολουθίας ενώ οι πιστοί μεταλαμβάνουν ώστε να ακούνε το "είδομεν το φως το αληθινό" πριν μεταλάβουν. Μοίραζε το αντίδωρο βιαστικά με τα δύο σου χέρια σε δυο-δυο πιστούς για να ξεμπερδεύεις. Φρόντισε την ώρα που θα μοιράζεις το αντίδωρο να έχουν σταματήσει οι ψάλτες ώστε να ακούγεται στο ναό μόνο οχλαγωγία. Απόφυγε να διαβαστεί η Ευχαριστία μετά τη Θεία Μετάληψη με το πρόσχημα ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται.
Ζητιάνοι. Τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές επέτρεψε στους ζητιάνους να ζητιανεύουν ακριβώς έξω από την πόρτα της Εκκλησίας ώστε όποιος μπαίνει στο ναό να παίρνει μια γερή δόση μιζέριας, φρίκης, ψευτιάς και αγανάκτησης. Με αυτό τον τρόπο οι πιστοί που σπάνια εκκλησιάζονται και έχουν μια επιφανειακή σχέση με το Θεό θα μπορέσουν συνδέσουν βιωματικά τον Εκκλησιασμό με αρνητικά συναισθήματα.
Αργύρια. Με κάθε ευκαιρία να ζητάς χρήματα από το Εκκλησίασμα. Τοποθέτησε μεγάλα κουτιά πάνω στο παγκάρι με επιγραφές που να εξηγούν για ποιο σκοπό μαζεύονται τα χρήματα. Στη Θεία Λειτουργία κάνε περιφορά δίσκων. Βγάλε τους δίσκους στην πιο κατανυκτική στιγμή της Ακολουθίας ώστε οι πιστοί συγκινημένοι να δώσουν περισσότερα. Βάλε ταρίφες στα μυστήρια του γάμου και της βάπτισης. Όταν πηγαίνεις στα σπίτια για ευχέλαιο ή αγιασμό να παίρνεις χωρίς συστολή τα χρήματα που σου προσφέρουν. Πίστεψε ότι δικαιούσαι να αμείβεσαι για τις υπηρεσίες που προσφέρεις. Μη ξεχνάς ότι στη συνείδηση της πλειοψηφίας των πιστών δεν υπάρχει η υποψία ότι οι παπάδες είναι φιλοχρήματοι.
Προβληματικοί συνεργάτες. Φρόντισε να επιλέξεις εγωκεντρικούς, πικρόχολους και οξύθυμους συνεργάτες-επιτρόπους. Βοήθησέ τους να αισθάνονται αρχηγοί στο χώρο της Εκκλησίας και πείσε τους να συμπεριφέρονται ως εξουσίαν έχοντες. Ανάθεσέ τους το ρόλο της αστυνόμευσης των πιστών μέσα στο Ναό. Που και που να τσακώνεσαι μαζί τους μπροστά στους πιστούς.
Συναντήσεις. Μην οργανώνεις ποτέ ομαδικές δραστηριότητες (εκδρομές, καφέ, κοινωνική διακονία, ομιλίες κλπ) ώστε να μην έχουν την ευκαιρία να γνωριστούν οι ενορίτες μεταξύ τους ούτε να καλλιεργήσουν μια προσωπική σχέση μαζί σου.
Όταν θα έχεις εφαρμόσει όλες τις παραπάνω τακτικές και θα έχεις πετύχει να έρχονται στις Κυριακάτικες Θείες Λειτουργίες μόνο 2-3 άγιες γιαγιάδες τότε να πιστεύεις και να διαδίδεις ότι ο κόσμος δεν πατάει στην Εκκλησία για τους τρεις παρακάτω λόγους:
H κοινωνία έχει "χαλάσει".
Το μόνο που ενδιαφέρει το σύγχρονο άνθρωπο είναι το χρήμα, η κατανάλωση και η καλοπέραση.
Η τηλεόραση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διαστρέφουν και αποπροσανατολίζουν. Σημ. 2

Σημ. 1. Θυμήθηκα γράφοντας αυτές τις γραμμές ένα Αγιορείτικο ανέκδοτο:
"Παιδί μου, να Εκκλησιάζεσαι στην ενορία σου"
Σημ. 2. Για την αποχή των νέων παιδιών από το Ναό μπορείς να χρησιμοποιήσεις τρία επιπλέον επιχειρήματα ώστε να αποποιηθείς την ευθύνη, να απωθήσεις την ενοχή και να αναπαύσεις τη συνείδησή σου:
Φταίνε τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και το Ίντερνετ.
Φταίνε οι γονείς και οι δάσκαλοι που δεν δίνουν σωστή αγωγή.
Πηγή

Ο καλός και ο κακός λογισμός (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης)

Ρωτήσαμε μια μέρα το Γέροντα για το εξής πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε: «Γέροντα, μας λέτε συνέχεια να έχουμε καλό λογισμό, θα σας πούμε όμως, μιο περίπτωση, γιο νο δούμε τι μας συμβουλεύετε να απαντού­με. Ερχονται μερικοί άνθρωποι και μας λένε:
- Ο τάδε ιερέας παίρνει πολλά λεφτά απο τα μυστήρια, ο δεινό καπνίζει πολύ τσιγάρα και πηγαίνει στο καφενεία, ο άλλος λένε πως είναι ανήθικος και, γενικά, βγάζουν ένα δριμύ κατη­γορητήριο εναντίον των κληρικών και μάλιστα παρουσιάζουν μαζί κι αποδείξεις των αοων λένε. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους τι μπορούμε νο λέμε:»
Τότε, ο Γέροντας άρχισε να μας λέει:
- «Γνώρισα εκ πείρας ότι σ’ αυτή τη ζωή οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι σε δύο κατηγορίες. Τρίτη δεν υπάρχει -ή στη μια θα είναι ή στην άλλη. Η μία, λοιπόν, κατηγορία των ανθρώπων μοιάζει με τη μύγα. Η μύγα έχει την εξής ιδιότητα: να πηγαίνει πάντα και να κάθεται σε ό.τι βρώμικο υπάρχει. Για παράδειγμα, αν ένα περιβόλι είναι γεμάτο λουλούδια, που ευωδιάζαυν. και σε μια άκρη του περιβολιού κάποιο ζώο εχει κάνει μια ακαθαρσία, τότε μια μύγα, πετώντας μέσα σ’ αυτό το πανέμορφο περιβόλι, θα πετάξει πάνω απο όλα τα άνθη και σε κανένα δεν θα καθίσει. Μόνο οταν δει την ακαθαρσία, τάτε αμέσως θα κατέβει και θα καθίσει πάνω σ’ αυτήν και θο αρχίσει να την ανασκαλεύει, αναπαυόμενη στη δυσωδίο που προκαλείται οπό το ανακάτε-μα αυτό και δε θα ξεκολλά οπό εκεί.
Αν τώρα έπιανες μια μύγα, και αυτή μπορούσε να μιλήσει και τη ρωτούσες να σου πει μήπως ξέρει αν πουθενά υπάρχουν τριαντάφυλλα, τοτε εκείνη θα απαντοϋσε πως δε γνωρίζει καν τι είναι αυτά. Εγω. θα σου πει. ξέρω πως υπάρχουν σκουπίδια, τουαλέτες, ακαθαρσίες ζωων, μαγειρεία, βρωμιές*. Η μία λοιπόν μερίδα των ανθρώπων μοιάζει με τη μύγα. Είναι η κατηγορία των ανθρώπων που έχει μάθει πάντα να σκέφτεται και να ψάχνει να βρει ο.τι κακά υπάρχει, αγνοώντας και μη θέλοντας ποτέ να σταθεί στο καλό. Η άλλη κατηγορία των ανθρώπων μοιάζει με τη μέλισσα. Η ιδιότητα της μέλισσας είναι να βρίσκει και νο κάθεται σε ό,τι καλο και γλυκό υπάρχει. Ας πούμε, για παράδειγμα, πως σε μια αίθουσα, που είναι γεμάτη ακαθαρσίες έχει κάποιος τοποθετήσει σε μια γωνιά ένα λουκούμι. Αν φέρουμε εκεί μια μέλισσα, εκείνη θο πετάξει και δεν θα καθησει πουθενά έως ότου βρει το λουκούμι και μόνον εκεί θα σταθεί.
Αν πιάσεις τώρα τη μέλισσα και τη ρωτήσεις που υπάρχουν σκουπίδια, αυτή θα σου πει ότι δε γνωρίζει, θα σου πει εκεί υπάρχουν γαρδένιες, εκεί τριανταφυλλιές, εκεί θυμάρι, εκεί μέλι, εκεί ζάχαρη, εκεί λουκούμια και γενικά θα είναι γνωστής όλων των κάλων και θο εχει παντελή άγνοια όλων των κακών. Αυτή είναι η δεύτερη ομάδα, των ανθρώπων εκείνων που έχουν καλούς λογισμούς κοι σκέπτονται και βλέπουν τα καλά. Οταν σ’ ένα δρόμο βρεθούν νο περπατούν δύο άνθρωποι, οι οποίοι ανήκουν στις δϋο αυτές κατηγορίες, τοτε. φτάνοντας στο σημείο εκείνο όπου ένας τρίτος έκανε την «ανάγκη» του, ο άνθρωπος της πρώτης κατηγορίας, θα πάρει ένα ξύλο και θ’ αρχίσει να σκαλίζει τις ακαθαρσίες. Οταν, όμως, περάσει ο άλλος, της δεύτερης κατηγορίας, που μοιάζει με τη μέλισσα, προσπαθεί να βρει τρόπο να τις σκεπάζει με χωμα και με μια πλάκα, για να μην αισθανθούν και οι άλλοι περαστικοί τη δυσωδία αυτή, που προέρ­χεται απο τις βρωμιές». Και κατέληξε ο Γέροντας:
- «Εγω σε όσους έρχονται και μου κατηγορούν τους άλλους -και με δυσκο-λεύουν- τους λέω αυτό το παράδειγμα και τους υποδεικνύω να διαλέξουν σε ποιο κατηγορία θέλουν να βρίσκονται και αναλόγως να ψάξουν να βρουν κοι τους ανάλογους ανθρώπους της κατηγορίας τους».
*Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Ιερομόναχου Χριοτόδουλου Αγιορείτου, με τίτλο: «Ο γέρων Παΐσιος», που κυκλοφόρησε το 1994, μετά το θάνατό του.

Ο ιερέας ποιμένας και θεραπευτής

Επικεντρώνοντας την προσοχή μας στο πρακτικό περιεχόμενο των εφαρμογών της Ποιμαντικής Ψυχολογίας και, κυρίως, στο έργο του κληρικού που καλείται να αξιοποιήσει αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής συμπεράσματα:
α) Ο ορθόδοξος ιερέας είναι καταρχήν και κατά κύριο λόγο ο ποιμένας και πατέρας μιας ευχαριστιακής κοινότητας. Η έμπνευση και οι προϋποθέσεις της διακονίας του έχουν ως πηγή και ως κριτήριο όρθοπραξίας το πρωταρχικό του έργο, που είναι η προσφορά της Θείας Ευχαριστίας και, κατά φυσική συνεπαγωγή, ο διά των μυστηρίων αγιασμός των εν Χριστώ τέκνων του. Ταυτοχρόνως είναι ο κατεξοχήν υπεύθυνος για τη διδαχή -«έρ­γω» και «λόγω»- των ουσιωδών της πίστεως. Πυρηνικός και θεμελιώδης στόχος της διακονίας του είναι η εσχατολογική νοηματοδότηση της ζωής του λαού του Θεού, η εν Χριστώ σωτηρία.
β) Η κοινωνική διακονία του ποιμνίου του δεν αποτελεί πάρεργο αλλά θεμελιώδες έργο. διά του οποίου γίνεται ορατή και μεθεκτή η παρουσία της αγάπης του Θεού. Αν αυτό το έργο δεν ήταν σημαντικό, δεν θα προέβαινε η πρώτη Εκκλησία στην εκλογή των επτά διακόνων, ούτε θα είχε λαμπρυνθεί η ιστορική παρουσία της Εκκλησίας με τόσα έργα φιλανθρωπίας και αρωγής των «κοπιώντων και πεφορτισμένων».
γ) Τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα απαιτούν τη διεύρυνση και την εξάσκηση του ποιμαντικού κοινωνικού έργου και στα καινούρια πεδία δραστηριοποιήσεως, όπως τα νοσοκομεία, ο χώρος της ψυχικής υγείας κ.τ.λ. Τα ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η κοινωνική και ψυχολογική υποστήριξη των σωματικώς πασχόντων είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την αποκατάσταση της υγείας ή, γενικότερα, για τη σθεναρότερη αντιμετώπιση του stress που συνεπάγεται η ασθένεια, η αναπηρία και η νοσηλεία. Η απουσία του κληρικού από αυτούς τους χώρους όχι μόνο αποτελεί αθέτηση βασικών υποχρεώσεων («ησθένησα, και επεσκέψασθέ με») αλλά αφήνει και το πεδίο ανοικτό στη δράση των παραθρησκευτικών ομάδων που, όλο και περισσότερο, δραστηριοποιούνται σ’ αυτό το πεδίο.
δ) Η διακονική προσφορά του ιερέα στα διάφορα καινοφανή πεδία δραστηριοποίησης δεν είναι δεδομένο ότι θα γίνει αποδεκτή. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό οι σωτηριολογικές διαστάσεις της ποιμαντικής του παρουσίας να μη γίνονται κατανοητές ή να μη συμπεριλαμβάνονται στα επιγνωστά ενδιαφέροντα πολλών εκ των αποδεκτών της, κατά τα άλλα ευπρόσδεκτης, αρωγής του. Η προσπάθεια παρουσίας και παρέμβασης σε πολλούς από αυτούς τους ειδικούς τομείς διακονίας, που προαναφέρθηκαν, απαιτεί μία «κενωτική» παρουσία τού ιερέα, ο οποίος καλείται να αξιοποιήσει κάθε προσφερόμενη γνώση, μέθοδο και τεχνική που τον βοηθά να γίνει «τοις πάσι τα πάντα», για να καταφέρει να βοηθήσει και να σώσει «πάντως τινάς».
Όσα αναφέρθηκαν έως εδώ, επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι το ζητούμενο για την ορθόδοξη ποιμαντική πράξη δεν είναι η, κατά απομίμηση των άλλων χριστιανικών ομολογιών, δημιουργία αποϊεροποιημένων ποιμαντικών συμβούλων. Πολύ περισσότερο δεν θα είχε νόημα η δημιουργία μιας «κάστας» τεχνοκρατών ποιμένων που θα δραστηριοποιούνται στα πλαίσια ενός θρησκευτικού τύπου κοινωνικο-προνοιακού ακτιβισμού.
Αυτό που περιμένει σήμερα η Εκκλησία από την Ποιμαντική Ψυχολογία -πέρα από το θεωρητικό και ερευνητικό της έργο- είναι η καλλιέργεια και η εξασφάλιση των προϋποθέσεων εκείνων, όπου οι κληρικοί θα τροφοδοτούνται με ό,τι μπορεί να ενισχύσει τη γνησιότητα της ιερατικής τους ταυτότητας και οι διακονούντες την Εκκλησία -κληρικοί και λαϊκοί- θα εμπλουτίζουν τη γνωστική τους φαρέτρα με όσα εφόδια μπορούν να ενισχύσουν το θεόσδοτο έργο τους. Έκτος όμως από αυτό, είναι ζωτική ανάγκη σήμερα να εγκαθιδρύσει θεωρητική και (μετ)-εκπαιδευτική υποδομή, ώστε να ενισχυθεί η εκκλησιαστική διακονία με στελέχη εξειδικευμένα στην ποιμαντική του νοσοκομειακού ή του βαρέως πάσχοντος ασθενούς καθώς και του περίγυρού του, του ψυχικώς πάσχοντος, της διαταραγμένης οικογένειας ή, ακόμα, των εμπερίστατων αρνησιθέων. Οι τελευταίοι μπορεί να αρνούνται τη θρησκευτική ταυτότητα του ιερέα. Ποιός «κοπιών και πεφορτισμένος», όμως, μπορεί να αντισταθεί στην προσφορά γνήσιας αγάπης, η οποία εξ ορισμού δεν έχει σχέση με ιδιοτελή «ιεραποστολικά» κίνητρα ενός θρησκευτικού παρείσακτου στο χώρο τού νοσηλευτηρίου, αλλά συνιστά παροχή «ειδικών» υποστηρικτικών υπηρεσιών από ένα εξειδικευμένο μέλος της ευρύτερης θεραπευτικής ομάδας;
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η πλειοψηφία των κληρικών δεν είναι χαρισματικοί και πολύπειροι. Κατά συνέπεια είναι θεμελιώδους σημασίας, στη βασική εκπαίδευση των ιερέων να προσφέρονται εκείνες οι γνώσεις που θα τους προστατεύσουν από λανθασμένους χειρισμούς, θα διευκρινίζουν τα όρια του πότε κανείς πρέπει να παραπέμπει σε άλλον επαγγελματία ειδικό (γιατρό, ψυχίατρο κ.τ.λ.)ι και πότε ένας ιερέας ειδικευμένος σε κάποιον τομέα (π.χ. ψυχίατρος ή ψυχοθεραπευτής) θα βοηθούσε καλύτερα.
Με το ίδιο σκεπτικό και τις ίδιες θεωρητικές προδιαγραφές μπορεί να κατανοηθεί, επίσης, το νόημα και η χρησιμότητα μερικών ακόμη πιο εξειδικευμένων μορφών διακονίας, όπως είναι του ιερέως ο οποίος είναι ταυτόχρονα ειδικευμένος και επαγγελματικά δραστηριοποιημένος ιατρός, ψυχίατρος, κοινωνικός λειτουργός, ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής κ.τ.λ., Οι τελευταίοι, εκτός από την αξιοποίησή τους στην ενεργό δραστηριότητα, μπορούν να αποδειχθούν πολύτιμοι στην πρακτική διάσταση του εκπαιδευτικού έργου της Ποιμαντικής Ψυχολογίας, προσφέροντας εξειδικευμένες γνώσεις, κλινική και πρακτική εμπειρία καθώς και «έδαφος» και εποπτεία για την πραγματοποίηση πρακτικής εξάσκησης.
Το βέβαιο είναι ότι ο δρόμος είναι ανηφορικός και τα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν δεν είναι λίγα. Ο θεραπευτής, που εξασκεί ταυτοχρόνως δύο «επαγγέλματα», πρέπει να έχει απόλυτα ξεκαθαρισμένα μέσα του τα συστατικά της ταυτό­τητάς του. Μόνο έτσι μπορούν να αποφευχθούν «τεχνικά» προβλήματα, όπως η υπερ-εξιδανίκευση του ιερέα-θεραπευτή από τον πιστό, η εκζήτηση θαυματουργικών θεραπειών, που χρησιμοποιείται ως ψυχολογική άμυνα στην ψυχοθεραπεία, η σύγχυση μεταξύ του θεραπευτικού, του συμβουλευτικού και του ποιμαντικού ρόλουή, ακόμα, και η ανάδυση προσωπικών πνευματικών προβλημάτων από την πλευρά του θεραπευτή.
Άλλωστε, η Ιεραποστολική ευθύνη της Εκκλησίας αποτελεί βασικό καθήκον, και η Ποιμαντική Ψυχολογία καλείται να αξιοποιήσει την πνευματική παρακαταθήκη της Ορθόδοξης Παράδοσης και να τη διατυπώσει έτσι, ώστε να καταστεί ωφέλιμη και για την επιστήμη της Ψυχολογίας. Στη διεθνή επιστημονική κοινότητα αυτός ο προβληματισμός υφίσταται ήδη, και στη βιβλιογραφία συναντώνται προσπάθειες εμπλουτισμού της ψυχοθεραπευτικής τεχνικής με θρησκευτικά στοιχεία, ακόμη και προτάσεις για επέκταση του «βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου» σε «βιοψυχοκοινωνικό-πνευματικό μοντέλο». Τούτο, γιατί όλο και περισσότερο διαπιστώνεται ότι οι ψυχοθεραπευτικές θεωρίες δεν έχουν τα απαραίτητα γνωστικά δεδομένα για να ανταποκριθούν στις ανάγκες του θρησκευόμενου ασθενούς, καθώς οι εκπρόσωποι της Ψυχολογίας συχνά αγνοούν ή έχουν παρεξηγήσει καίριας σημασίας ανθρωπολογικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον πνευματικά αγωνιζόμενο άνθρωπο.
Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές: έχουμε δικαίωμα να ολιγωρήσουμε μπροστά στα σημεία των καιρών, στις ανάγκες των πιστών, στην πνευματική ένδεια του σύγχρονου κόσμου, στην επιστημονική και ανθρωπολογική πρόσκληση και πρόκληση των επιστημών του ανθρώπου;
Η απάντηση είναι μάλλον αυτονόητη. Εμείς θα αποφύγουμε να κλείσουμε αυτή τη μελέτη με βαρύγδουπα συμπεράσματα και προτάσεις. Μετά από όσα καταγράφηκαν ως εδώ, ας δώσουμε το δικαίωμα να εξαγάγει καθένας μόνος του τα συμπεράσματά του. Αντ’ αυτού προτιμούμε, ως επίλογο, να παραθέσουμε τον προφητικό λόγο του Γέροντος Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος. Ίσως αυτός ο λόγος αποτελεί ικανό κριτήριο του προς ποιά κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν τα συμπεράσματα και οι κατευθύνσεις που προκύπτουν από τον ποιμαντικό, ποιμαντικοψυχολογικό και ψυχολογικό προβληματισμό που προσπαθήσαμε να καταθέσουμε σ’ αυτή την εργασία.
«Η χθες προ πολλού παρήλθεν. Ούτε καν την σήμερον ζώμεν σήμερον. Μας προέλαβεν η μεθαύριον. Είναι απέλπιδα τα κτυπήματα εις την θύραν της Εκκλησίας. Τα ηκούσαμεν. Και αφυπνίσθημεν. Και ήλθομεν προς σας. Αν δεν ανηρχόμεθα, ως Εκκλησία, προς την πραγματικότητα του Θεού. Αν δεν κατηρχόμεθα προς την πραγματικότητα της εικόνος Του, του ανθρώπου, και του κόσμου Του αυτής της στιγμής, δεν θα ήμεθα Εκκλησία, θα ήμεθα μία ένδοξος, ίσως θαυμαστή, ιστορική πραγματικότης, αλλά παρελθοντολογία και μόνον. Ενώ η Εκκλησία είναι ζωή, είναι η πάντοτε σήμερον εν τη ατέρμονι εκτάσει της αιωνιότητος.»
Το δίλημμα σχετικά με το θέμα που αναπτύξαμε σε αυτή τη μελέτη, είναι απλό και σαφές: Έχουμε, άραγε, το δικαίωμα να επιμείνουμε σε μία νοοτροπία κατά την οποία, «διαπνεόμενοι από έναν ψευδοαγγελισμό, απορρίπτουμε ασυζητητί τον κόσμο, καταντώντας άρνηση και κοινωνικό «έγκύστωμα», χωρίς την παραμικρή διάθεση διακονίας και μαρτυρίας»; Και αυτό θα είναι «τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την αθέτηση της Ιεραποστολής ως αναπνοής της «Εκκλησίας»; Ή μήπως έφθασε πια ο καιρός να τολμήσουμε το άνοιγμα, αξιοποιώντας με ορθόδοξο τρόπο την επιστήμη της Ποιμαντικής Ψυχολογίας και τον κόπο και τις γνώσεις των εξειδικευμένων κληρικών θεραπευτών; Άλλωστε πολλοί εξ αυτών ήδη διακονούν με συνέπεια σε δύσκολα πεδία ευθυνών, αναμένοντας την αποδοχή και την κατανόηση, από την Εκκλησία, των ποιμαντικών αναγκών που εξυπηρετούν, ώστε, εμπνεόμενη από το πρότυπο της θεσμοθέτησης των διακόνων στην πρώτη Εκκλησία να προχωρήσει και σήμερα σε ανάλογα βήματα.
(π. Αδαμάντιος Αυγουστίδης, «Ποιμένας και θεραπευτής», εκδ. Ακρίτας, σ.108-114)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ – Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
(Ματθαίου: α’ 1 -25 )
“Υιοί του Υψίστου”
Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή
Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας
… Ελάτε οι ηλικιωμένοι, σας δίνεται η ευκαιρία να προσκυνήσετε τον Λυτρωτή σας.
Ελάτε προς αυτόν οι οικογενειάρχες και χριστιανές μητέρες. Η μητέρα του Ιησού, η Παναγία Θεοτόκος, θα σας παρουσιάσει η ίδια τον Υιόν της, για να τον ασπασθήτε.
Ελάτε σεις που υποφέρετε: πτωχοί, ορφανοί, ασθενείς, εξηντλημένοι, ταλαιπωρημένοι στην ψυχή και το σώμα. Ελάτε να παρηγορηθείτε βλέποντας τη φτώχεια της γέννησής Του, ακούγοντας τους διωγμούς που δοκίμασε από την βρεφική Του ηλικία, μαθαίνοντας την αγάπη Του που έδειξε προς τους πάσχοντας, να παρηγορηθείτε από την ψυχική γαλήνη που χαρίζει σε όσους πονεμένους Τον πιστεύουν, από την λύτρωση που φέρνει σε όσους Τον λατρεύουν.
Ελάτε και εσείς των οποίων τις ψυχές βασανίζει η πλάνη και η απιστία, και οι οποίοι μάταια αναζητείτε την ευτυχία μακρυά από του Χριστού την διδασκαλία. Ο Ιησούς θα σας πει στο βάθος της ψυχής σας: Αυτό που ζητείτε, αυτό που ποθείτε, είμαι εγώ. Εγώ είμαι το φώς, η αλήθεια και η ζωή…

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως - Ο ύμνος των αγγέλων (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)




Xristou Gennisis 01
ὕμνος τῶν ἀγγέλων

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14)
ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ, ἀγαπητοί μου, ἡ μεγάλη ἑορτή,τὰ Χριστούγεννα. Ἂς προετοιμαστοῦμε.Πῶς θὰ προετοιμαστοῦμε; «Πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν»(θ. Λειτ., χερουβ.). Νὰ ἐλαφρώσουμε τὴ σκέψι μας ἀπὸ κάθε τι μάταιο, κάθε τι ἐπίγειο, κάθε γήινον ἔρωτα. Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ νὰ ὑψωθοῦμε πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο, ν᾽ ἀπογειωθοῦμε. Ἂς ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς ἐκεῖνο ποὺ εἶπαν οἱ βοσκοὶ τὴ νύχτα τῆςΓεννήσεως·«Διέλθωμεν ἕως Βηθλεέμ…»(Λουκ.2,15). Τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες ἂς πᾶμε κ᾽ ἐμεῖς νοερῶς στὴ Βηθλεέμ νὰ δοῦμε τὸ θαῦμα· τὸ σπήλαιο, τὸ Θεῖο Βρέφος, τὴν Παρθένο Μαρίατὸν ἅγιο Ἰωσήφ, τὰ ἄκακα ζῷα, τὸ λαμπρὸ ἀστέρι, τοὺς βοσκούς, τοὺς μάγους, καὶ ―σὰν μαύρη σκιὰ μέσα στὴν ὡραία αὐτὴ εἰκόνα―τὸν Ἡρῴδη ν᾽ ἀκονίζῃ τὴ μάχαιρά του.
Ἀφήνοντας ὅμως ὅλα τὰ ἄλλα ἂς ἀνοίξουμε τ᾽ αὐτιά μας ν᾽ ἀκούσουμε ἕνα τραγούδι , ποὺ δὲν τὸ ἔφτειαξε ποιητὴς τῆς γῆς, ἀλλὰ τὸ συνέθεσε καὶ τὸ μελῴδησε ἡ ὀρχήστρα τοῦ οὐρανοῦ. Συγκινεῖ ὅλους. Τὸ ἄκουσαν ὄχι «γενεαὶ δεκατέσσαρες», ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο(Ματθ. 11,17), ἀλλὰ κάθε γενεά. Ὅταν ὁ ἄγγελος εἶπε στοὺς ποιμένες «Ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, …ὅτι ἐ τέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ»,ἀμέσως ἀναρίθμητη στρατιὰ ἀγγέλων σχημάτισαν κλίμακα, ποὺ τὸ ἕνα ἄκρο της ἄγγιζε τὴ γῆ καὶ τὸ ἄλλο τοὺς γαλαξίες, καὶ ἔψαλλαν·«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»(Λουκ. 2,14). Τὸ Θεῖο Βρέφος δηλαδὴ εἶνε δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶνε εἰρήνη ἐπὶτῆς γῆς, εἶνε «εὐδοκία ἐν ἀνθρώποις» .Ἂς κάνουμε μερικὲς ἁπλὲς σκέψεις ἐπάνωστὸν ἀγγελικὸ αὐτὸν ὕμνο, ποὺ θ᾽ ἀκούσουμε τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως.
Εἶνε δόξα τοῦ Θεοῦ τὸ Θεῖο Βρέφος. Πῶς;Πρὸ Χριστοῦ, πλὴν ἑνὸς μικροῦ λαοῦ, τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ εἶχε γνῶσι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ ὑπόλοιπη γῆ ἦταν βυθισμένη στὴν ἄγνοια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τὰ πάντα ἐλατρεύοντο ὡς θεοὶ πλὴν αὐτοῦ. Θεὸς τὰ ἄστρα, ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη· θεὸς ἡ θάλασσα, τὰ ζῷα, τὰ δέντρα, οἱπέτρες· καὶ γάτες, καὶ σκυλιά, καὶ φίδια καὶ κροκόδειλοι, τὰ πάντα. Ὦ Χριστέ, ἀπὸ ποιό σκότος μᾶς ἔβγαλες! Ὅσοι διαβάζετε τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο θὰ προσέξατε τὸ στοιχεῖο λάμδα· «Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀ ληθεί-ας ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰγὰρ εἴδωλα ταύτης, Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν, οἱ τούτων δὲ ῥυσθέν τες ἐβό-ων πρὸς τὴν Θεοτόκον· …Χαῖρε, τῶν εἰ δώ λων τὸν δόλον ἐλέγξασα…» (Ἀκάθ. ὕμν. Λ). Μὲ τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ, καθὼς πῆγε ὡς βρέφος στὴ νΑἴγυπτο, γκρεμίστηκαν τὰ εἴδωλα.Μᾶς δίδαξε λοιπὸν τὸ Θεῖο Βρέφο, ὅτι ὑπάρχει ἕνας Θεὸς ὃν ὑμνεῖ πᾶσα ἡ κτίσις , ὅτιὁ Θεὸς εἶνε «οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος»(Ψαλμ. 102,8), καὶ μᾶς ἔμαθε ν᾽ ἀπευθύνουμε πρὸς αὐτὸν τὸ «Πάτερ ἡμῶν» (Ματθ. 6,9) , διότι δὲν εἶνε μόνο δημιουργὸς τοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ πατέρας ποὺ ἐνδιαφέρεταιγιὰ τὰ πλάσματά του, Θεὸς φιλόστοργος, ποὺ ἄνευ τῆς θελήσεώς του οὔτε ἕνα φύλλο δὲν π φτει ἀπὸ τὸ δέντρο κάτω στὴ γῆ οὔτε ἕνας σπουργίτης δὲν πέφτει νεκρός. Μᾶς δίδαξε ἀκόμα τὸ ὑψηλότερο ἐκεῖνο δίδαγμα, ἐπάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ἡ πιὸ πνευματικὴ θρησκεία τοῦ κόσμου, ὅτι «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσ κυνοῦν τας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν»(Ἰω. 4,24). Καὶ ὄχι ἁπλῶς δίδαξε, ἀλλὰὑπῆρξε ὁ ἴδιος, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος, τὸ «ἀπαύγα σμα τῆς δόξης» τοῦ Πατρός (Ἑβρ. 1,3 καὶ θ. Λειτ.Μ. Βασ.), ἡ«εἰκὼν τοῦ Θεοῦ»(Β΄ Κορ. 4,4. Κολ. 1,15),«Φῶς ἐκ Φωτός»,«Θεὸς ἀληθινός»(Α΄ Ἰω. 5,20. Σύμβ. πίστ. 2).
Τὸ Θεῖο Βρέφος ὑπῆρξε ἀκόμη ἡ εἰρήνη ἐπὶ τῆς γῆς . Ἐδῶ ὅμως ἀκούω διαφωνίες· Εἰρήνη ἐπὶ τῆς γῆς; μὰ ἐδῶ ἡ γῆ σείεται διαρκῶς ἀπὸ πολέμους καὶ «ἀκοὰς πολέμων» (Ματθ24,6. Μᾶρκ. 13,7) · πῶς λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ εἰρήνη
ἐπὶ τῆς γῆς;… Ναί, εἶνε ἡ εἰρήνη· ὄχι μως γιὰτοὺς ἀπίστους καὶ τοὺς ἀθέους· εἶνε εἰρήνη γι᾽αὐτοὺς ποὺ τὸν πιστεύουν καὶ πειθαρχοῦνστὶς ἐντολές του. «Εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγα πῶ - σι τὸν νόμον σου» (Ψαλμ. 118,165) . Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡεἰρήνη ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο; Εἶνεἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος νὰ τὴν ἀπολαύσῃ. Ὅλοι, ἔστω κι ἂν κολυ-μποῦν στὸ χρυσάφι κι ἂν κατοικοῦν σὲ ἀνάκτορα κι ἂν εἶνε κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, μέ-σα τους νιώθουν ἀγωνία· στὴν καρδιά τους ὑπάρχει μία ἐνοχή, ἕνας ἔλεγχος γιὰ τὰ ἁμαρτήματά τους. Ὅλοι ἀκοῦμε τὴ φωνὴ ἑνὸς ἀοράτου εἰσαγγελέως ποὺ μᾶς λέει· Ἁμάρτησες,εἶσαι ἔνοχος! Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ζητεῖ συγχώρησι. Ποιός θὰ μᾶς δώσῃ τὴ συγχώρησι; ἄνθρωπος, ἄγγελος, ἀρχάγγελος; Ἕνας μόνο·ἐκεῖνος ποὺ «ἔχει ἐξουσίαν ἀφιέναι ἁμαρτίας»(Ματθ. 9,6. Μᾶρκ. 2,10. Λουκ. 5,24), καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος.Σὲ κάποιο ἀρχαῖο βιβλίο λέει, ὅτι κάποιοςποὺ ἁμάρτησε πολύ, γιὰ νὰ βρῇ συγχώρησι,πῆγε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ ἀσκήτευε. Μιὰ νύχτα ὁ διάβολος, γιὰ νὰ τὸν ἀπελπίσῃ, πα-ρουσίασε μπροστά του ἕνα ὀγκῶδες βιβλίο. –Ἐδῶ, τοῦ λέει, εἶνε γραμμένα τὰ ἁμαρ-τήματά σου… Ἄνοιξε ὁ ἀσκητὴς τὸ βιβλίο, τὸξεφύλλισε, καὶ σὲ κάθε σελίδα δάκρυα ἔτρε-χαν ἀπὸ τὰ μάτια του. –Ναὶ τὸ ἔκανα, …ναὶ τὸ ἔκανα, …ναὶ τὸ ἔκανα… Στὸ τέλος ὅμως λέει στὸν διάβολο· –Δὲν τὰ ἔγραψες ὅλα· οὔτετὸ ἓν δέκατον δὲν ἔγραψες (γιατὶ ὁ διάβολος μόνο τὰ ἐξωτερικὰ βλέπει· τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, τὸν ἀόρατο ἐσωτερικὸ κόσμο, δὲν μπο-ρεῖ νὰ τὸν δῇ· καρδιογνώστης εἶνε μόνο ὁΘεός). ―Λοιπόν, τοῦ λέει ὁ διάβολος, δὲν ἀπελπίζεσαι; Τότε ἐκεῖνος ὕψωσε τὸ βλέμμαστὸν Ἐσταυρωμένο, ποὺ εἶχε ἐκεῖ στὴ σπη-λιά, καὶ εἶπε· –Χριστέ, σ᾽ εὐχαριστῶ· τὸ αἷμα σου σβήνει τὶς ἁμαρτίες μου. Καὶ ὁ διάβολος ἔφυγε κατῃσχυμμένος. Κοντὰ στὸ Χριστὸ βρίσκουν εἰρήνη καὶ οἱ πιὸ μεγάλοι ἁμαρτωλοί ·λῃσταί, τελῶνες, πόρνες, ἐγκληματίες….
Τὸ Θεῖο Βρέφος λοιπὸν εἶνε δόξα γιὰ τὸ Θεό, καὶ εἰρήνη γιὰ τὴ γῆ. Καὶ ἀποτέλεσμα τῆς εἰρήνης εἶνε ἡ «ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» . Τί θὰ πῇ «εὐδοκία»; Ἕνας μεγάλος ῾Ρῶσος λογο-τέχνης, ποὺ ζοῦσε ζωὴ ἀθεΐας καὶ ἀπιστίαςκαὶ δοκίμασε τὰ πάντα στὸν κόσμο αὐτόν, λέ-ει· Μιὰ φορὰ αἰσθάνθηκα γαλήνη στὴν καρδιάμου· ὅταν, ἁμαρτωλὸς ἐγώ, ἄνθρωπος τῶν βιβλίων καὶ τῆς φιλοσοφίας, τῶν σαλονιῶν καὶτῶν διασκεδάσεων, βουτηγμένος μέσ᾽ στὰ ἁμαρτήματα τῆς Πετρουπόλεως καὶ τῆς Μόσχας, πῆγα σὲ κάποιο ῾Ρῶσο ἀσκητὴ ἱερομό-ναχο, γονάτισα μπροστά του καὶ εἶπα τ᾽ ἁμαρτήματά μου μὲ δάκρυα. Ὅταν στὸ τέλος ἅπλωσε πάνω μου τὸ πετραχήλι καὶ μοῦ εἶπε «Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι» , τότε παράδεισος ἄνθισε μέσα στὴν καρδιά μου. «Εὐδοκία ἐν ἀνθρώποις» . Ὦ σεῖς ποὺ, ὅποιος κι ἂν εἶσαι, γυναίκα ἢ ἄντρας,ποὺ ἔχεις δέκα καὶ εἴκοσι καὶ τριάντα χρόνιαἀνεξομολόγητος, πῶς θὰ κάνῃς Χριστούγεννα; Ἂν θέλῃς νὰ αἰσθανθῇς εὐδοκία, τὴ χαρὰτοῦ οὐρανοῦ, νὰ λάβῃς τὴν πληροφορία ὅτι μέσα σου γεννιέται ἕνας καινούργιος κόσμος, τρέξε σ᾽ ἕνα πνευματικὸ πατέρα , ἄνοιξε τὰφυλλοκάρδια σου, πὲς τ᾽ ἁμαρτήματά σου,καὶ τότε φῶς καὶ εὐωδία θὰ χυθῇ στὴν καρδιάσου. Δὲν εἶνε παραμύθι, εἶνε μία πραγματικότης. Καὶ τὰ ἄστρα καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ πα-ρέλθουν, ἀλλὰ τὸ ἄστρο τῆς γεννήσεως τοῦΧριστοῦ θὰ φωτίζῃ αἰωνίως τὸν κόσμο.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί· ὁ ὕμνος «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη,ἐν ἀν θρώποις εὐδοκία» ἀκούγεται καὶ σήμερα.Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἁρμόζει στὰ δικά μας χείλη; στὰ χείλη ἱερέων, ἀρχιερέων, ἱεροκηρύκων, ψαλτῶν, ἀνδρῶν, γυναικῶν, παιδιῶν; εἴ μαστε ἄξιοι νὰ τὸν λέμε; Πρέπει νὰ πλύνουμε τὴ γλῶσσα μας μὲ ῥοδόσταγμα γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὸ ἀγγελικὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις…» .Ἐρωτῶ· ὁ Χριστὸς ἦταν δόξα Θεοῦ, ἐμεῖς εἴ -μαστε δόξα Θεοῦ; ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ εἰρήνητοῦ κόσμου, ἐμεῖς ἔχουμε μέσα μας τὴν εἰρή-νη, τὴν ἀγάπη, ὅλα τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα ποὺ ἐξεπήγασαν ἀπὸ τὴ φάτνη του; ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ εὐδοκία καὶ ἡ χαρά, ἐμεῖς ἔχουμε αὐτὴτὴν ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι;Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέμε ὅτι γεννήθηκε «Φῶς ἐκ
Φωτὸς» καὶ ἐκ «Μαρίας τῆς Παρθένου» . Τί ζητάει ἀπὸ μᾶς; Τὴν καρδιά μας! «Δός μου, παιδί μου, τὴν καρδιά σου» (Παρ. 23,26) . Τὴν καρδιά σουμὲ τὰ ἐλαττώματά της, μὲ τ᾽ ἁμαρτήματά της,μὲ τοὺς πόθους της, μὲ τὰ ὄνειρά της. Θέλειτὴν καρδιά σου . Τί νὰ τὴν κάνῃ; Νὰ τὴν κάνῃφάτνη καὶ μέσα ἐκεῖ νὰ γεννηθῇ. Κι ὅταν γεννηθῇ ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά μας μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ὅταν κάθε καρδιὰ Χριστια-νοῦ γίνῃ φάτνη, τότε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι μὲ χρυσᾶ φτερὰ θὰ κατεβοῦν κάτω στὴ γῆ καὶ θ᾽ ἀκούσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ οἱ ἁμαρτωλοί·«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»· ἀμήν.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Μοσχάτου - Ἀθῆναι τὴν 18-12-1960.

Ὁμιλία στὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

 
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Κάθε χρόνο πρὶν τὰ Χριστούγεννα, διαβάζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἀποστόλου Ματθαίου τὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ χρόνια ἀναρωτιόμουνα, γιατί; Γιατί πρέπει νὰ διαβάζουμε ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ σημαίνουν τόσο λίγα πράγματα γιά μᾶς, ἐὰν δὲν σημαίνουν τίποτα; Καὶ τότε μοῦ ἔγινε αἰσθητὴ ἡ σημασία ποὺ ἔχουν γιὰ μᾶς αὐτὰ τὰ ὀνόματα.

Τὸ πρῶτο στοιχεῖο εἶναι, ὅτι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους προέρχεται ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὅλοι συγγενεῖς Του, καὶ αὐτὸ μᾶς εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς προκαλοῦν βαθιὰ συγκίνηση: ὁ Χριστὸς εἶναι αἷμα τους, ἀνήκει στὴν οἰκογένειά τους. Ὁ καθένας τους ὅταν σκέφτεται τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ πεῖ, «εἶναι παιδὶ τῆς οἰκογένειάς μας», καὶ γιὰ τὸν Χριστό, «καὶ Ἐκεῖνος εἶναι παιδὶ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν οἰκογένειά μας, ἂν καὶ εἶναι ὁ Θεός, ὁ Σωτήρας μας, ἡ ἀληθινὴ Θεικὴ παρουσία ἀνάμεσά μας» . Ἐπιπλέον, κάποια ὀνόματα ξεχωρίζουν: ὀνόματα Ἁγίων, ἡρώων τοῦ πνεύματος, καὶ ὀνόματα ἁμαρτωλῶν.

Ἀνάμεσά τους οἱ Ἅγιοι θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς διδάξουν τί σημαίνει νὰ πιστεύουμε· ὄχι ἁπλὰ νὰ ἔχουμε μία πίστη διανοητική, μία ἄποψη γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ συμπίπτει, στὸ βαθμὸ ποὺ μπορεῖ, μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μία πίστη ποὺ σημαίνει μία πλήρη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, μία πίστη χωρὶς ὅρια, ποὺ σημαίνει ὅτι εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δώσουμε τὴ ζωή μας γι’ αὐτὸ ποὺ ἀντιπροσωπεύει, γι’ αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἐξαιτίας τῆς γνώσης ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν Θεό,. Ἂς σκεφτοῦμε τὸν Ἀβραὰμ τοῦ ὁποίου ἡ πίστη δοκιμάστηκε στὸ μέγιστο βαθμό. Πόσο δύσκολα προσφέρουμε στὸν Θεὸ κάτι δικό μας: Στὸν Ἀβραὰμ ζητήθηκε νὰ προσφέρει ὡς θυσία αἵματος τὸν γιό του, καὶ δὲν ἔχασε τὴν πίστη του ἀπέναντι στὸν Θεό. Καὶ ὁ Ἰσαάκ; Παραδόθηκε χωρὶς ἀντίσταση, ὡς δεῖγμα τέλειας ὑπακοῆς στὸν πατέρα του, καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὸν- στὸν Θεό.

Μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὴν πάλη τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὸν Ἄγγελο στὸ σκοτάδι, ὅπως κάποιες στιγμὲς ποὺ παλεύουμε γιὰ τὴν πίστη μας, γιὰ τὴν ἀκεραιότητά μας, στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ἢ στὸ σκοτάδι τῆς ἀμφιβολίας μας, στὸ σκοτάδι ποὺ μᾶς κυριεύει κάποιες φορὲς ἀπὸ παντοῦ.

Ἀλλὰ ἐπίσης μποροῦμε νὰ διδαχθοῦμε κάτι ἀπὸ ἐκείνους πού, στὴν ἱστορία, στὴν Ἁγία Γραφή, ἐμφανίζονται σὰν ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί. Ἦταν ἄνθρωποι ἀδύναμοι, μὲ μιὰ ἀδυναμία ποὺ εἶχε καταλάβει τὴ ζωή τους, δὲν εἶχαν τὴ δύναμη νὰ ἀντισταθοῦν στὶς σωματικὲς καὶ ψυχικὲς παρορμήσεις τους, στὰ πολύπλοκα πάθη τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Καὶ ὅμως πίστεψαν μὲ πάθος στὸν Θεό. Ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ἦταν ὁ Δαυίδ, καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ψαλμοὺς του τὸ ἐκφράζει αὐτὸ τόσο καλά : «Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε..» Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἀπελπισίας του, τῆς ντροπῆς, τῆς πτώσης του, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἀποξένωσής του ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὰ πιὸ βαθιὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς του, δὲν σταμάτησε νὰ ἀναπέμπει κραυγὴ ἱκεσίας πρὸς τὸν Θεό. Δὲν κρύφτηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον, δὲν ἔφυγε μακρυά Του, ἔρχεται σ’ Ἐκεῖνον μὲ τὴν ἀπελπισμένη κραυγὴ ἑνὸς ἀπελπισμένου ἀνθρώπου. Τὴν συγκεκριμένη συμπεριφορὰ ἔχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ἡ Ραχάβ, ἡ πόρνη- καὶ τόσοι πολλοὶ ἄλλοι.

Ἐμεῖς, ὅταν περνᾶμε τὴν πιὸ σκοτεινὴ περίοδο τῆς ζωῆς μας, ὅταν εἴμαστε παγιδευμένοι στὸ σκοτάδι ποὺ ὑπάρχει μέσα μας – στρεφόμαστε στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ ποῦμε: Σὲ σένα, Κύριε, κραυγάζω! Ναὶ εἶμαι στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου. Εἶσαι ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι καὶ Ἐσὺ ὑπάρχεις μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς· ὑπάρχεις στὸν θάνατο ὅπως καὶ στὴν ζωή· στὴν κόλαση ὅπως στὸν οὐράνιο Θρόνο Σου· καὶ μπορῶ νὰ σοῦ φωνάζω ἀπ’ ὅπου καὶ νὰ βρίσκομαι.

Ὑπάρχει ἀκόμα ἕνα τελευταῖο πράγμα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ σκεφτεῖτε. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἐμᾶς εἶναι ὀνόματα· γιὰ κάποιους ἀπὸ αὐτοὺς γνωρίζουμε λίγα πράγματα ἀπὸ τὴν Βίβλο, γιὰ ἄλλους δὲν γνωρίζουμε τίποτα. Ἀλλὰ ὅλοι ὑπῆρξαν συγκεκριμένα πρόσωπα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες σὰν κι ἐμᾶς μὲ ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλπίδες, τοὺς κλυδωνισμοὺς στὸ θέλημα καὶ τοὺς δισταγμούς τους, μ’ ὅλη τὴν ἀρχικὴ ἀγάπη ποὺ τόσο συχνὰ ἀμαυρώνεται κι ὅμως παραμένει φλογερὴ καὶ φωτεινή. Εἶναι ἀληθινὰ πρόσωπα καὶ μποροῦμε νὰ διαβάζουμε τὰ ὀνόματά τους νοιώθοντας, ὅτι, ναὶ-δὲν σᾶς γνωρίζω, ἀλλὰ εἶστε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πραγματικὴ καὶ συγκεκριμένη οἰκογένεια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ παρὰ τὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, ἐξωτερικὲς ἢ ἐσωτερικές, ἀνήκουν στὸν Θεό. Κι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ προσπαθήσουμε, καὶ νὰ μάθουμε, μέσα στὴν συγκεκριμένη ζωὴ ποὺ ἔχουμε, κατὰ πόσον εἴμαστε ἀδύναμοι ἢ δυνατοὶ σὲ μία δεδομένη στιγμὴ καὶ ἂν ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε δικοί Του.

Λοιπὸν ἂς σκεφτοῦμε τὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ θὰ ἔλθουμε νὰ τὴν ἀκούσουμε, ἂς τὴν δεχτοῦμε μὲ μιὰ λάμψη στὰ μάτια, μὲ μιὰ ζεστὴ καρδιά· αὐτὸ θὰ εἶναι δυνατὸ μονάχα στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ Χριστὸς θὰ γίνεται ὁλοένα πιὸ ἀληθινὸς στὴ ζωή μας καὶ μέσα ἀπὸ Ἐκεῖνον, θ’ ἀνακαλύπτουμε ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἀνθρώπου εἶναι πρόσωπα ἀληθινά, ζωντανά, ποὺ ἀνήκουν σέ μᾶς καὶ στὸν Θεό. Ἀμήν.


Μετάφραση: www.agiazoni.gr




Πρωτότυπο Κείμενο

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Every year before Christmas we read the genealogy of Christ from St. Matthew's Gospels, and for years I asked myself, why? Why have we got to read all these names that mean so little to us, if anything at all? And then I became more perceptive of what they convey to us.

For one thing, they are the people to whose family the Lord Jesus Christ belongs through His humanity. They all are relatives of His, and this should be enough for us to find their names deeply moving: Christ is of their blood, Christ is of their family. Each of them, thinking of the Mother of God can say, 'She is a child of our family', and of Christ, 'He also is a child of our family, although He is our God, our Saviour, the very Divine Presence in our midst'. Furthermore, some names stand out: names of Saints, heroes of the spirit, and names of sinners.

The Saints among them could well teach us what it means to believe; not simply to have an intellectual faith, a world-outlook which coincides, as far as it is able, with God's vision, but a faith which means a complete trust in God, an unlimited faithfulness to Him, the readiness, because of what we know of God, to give our lives for what He stands for, for what He is. In this context think of Abraham whose faith was tested to the utmost. How difficult we find it to give to God something of ours: but Abraham was asked to bring as a blood-offering his own son - and he did not doubt God. And Isaac? He surrendered without resistance, in perfect obedience to his father, and through him - to God.

We can remember the struggle of Jacob with the Angel in the darkness, as we at times struggle for our faith, for our integrity, for our faithfulness, in the darkness of the night, or the darkness of doubt, in the darkness that seizes us at times on all sides.

But we can also learn something from those who in history, in the Bible, appear to us as sinners. They were frail, this frailty conquered them, they had no strength to resist the impulses of their bodies and of their souls, of the complex passions of men. And yet - and yet, they believed in God passionately. One of them was David, and one of his Psalms expresses it so well: "From the deep I cry unto Thee .." From the depths of despair, of shame, from the depths of his fall, from the depths of his alienation from God, from the darkest depths of his soul he still cried to God. He does not hide from Him, he does not go away from Him, it is to Him he comes with this desperate cry of a desperate man. And others, men and women have this same concreteness as, for instance, Rahab the harlot - and so many more.

Do we, when we are at the darkest point of life, when we are wrapped in all the darkness that is within us - do we, from within this darkness turn to God and say: It is to You, oh Lord, I cry! Yes - I am in darkness, but You are my God. You are the God who created the light, and the darkness, and You are within the darkness as You are within the blinding light; You are in death as You are in life; You are in hell, as You are on the Throne; and from wherever I am I can cry to You.

And then, there is a last thing I would like you to think about. To us these people are names; of some of them we know a little from the Bible, about others we know nothing. But they all were concrete human beings, men and women like us, with all our frailty and all our hope, all the wavering of the will and all the hesitations, all the incipient love that is so often marred, and yet remains light and fire. They are concrete and real, and we can read their names with the feeling, that, Yes - I don't know you, but you are one of those who are of the family of Christ, concrete, real, who through all the vicissitudes of life, inner and outer, belong to God. And we ourselves can try and learn, in the concreteness of our lives, whether we are frail or strong at a given moment still to be God's own.

So let us reflect on this genealogy, let us next time we come to hear it receive it with a spark in our eyes, with a warm feeling in our hearts; but this will be possible only to the extent to which Christ becomes more and more real to us and when it is in Him, through Him that we discover them all - real, living, our own and God's own. Ame

Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

 
Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)



Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ Ματθ. α', 1-17. Λουκ. γ', 23-38

Κείμενον Ματθαίου. «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ υἱοῦ Ἀβραάμ. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ, Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών, Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν Βασιλέα, Δαυῒδ δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς Οὐρίου, Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά, Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν, Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν, Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν, Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ, Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ, Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπό τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες.»

Παρατηρήσεις

Συγκρίνοντες τὰς γενεαλογίας τῶν δύο Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ εὑρίσκομεν τὰς κάτωθι διαφοράς.

1) Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γενεαλογεῖ τὸν Χριστὸν μέχρι τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς φθάνει μέχρι τοῦ Ἀδάμ. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ μὲν Ματθαῖος ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἑβραίους θέλει νὰ ἀποδείξῃ, «ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὡς καταγόμενος ἐκ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυῒδ συμφώνως πρὸς τοὺς προφήτας. Ὁ δὲ Λουκᾶς γενεαλογεῖ τὸν Χριστὸν μέχρι τοῦ Ἀδάμ, διότι ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θέλει νὰ παρουσίασῃ τὸν Χριστὸν ὡς λυτρωτὴν ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία κατάγεται ἐκ τοῦ Ἀδάμ.

2) Ὁ Ματθαῖος μετὰ τὸν Δαυῒδ ἀναφέρει τὸν Σολομῶντα, ὁ δὲ Λουκᾶς τὸν Νάθαν. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Ὁ Σολομὼν καὶ ὁ Νάθαν ἦσαν καὶ οἱ δύο ἀπόγονοι τοῦ Δαυῒδ καὶ ὁ μὲν εἷς ἐκ τῶν εὐαγγελιστῶν λαμβάνει τὴν μίαν σειράν, ὁ δὲ ἕτερος τὴν ἑτέραν σειρὰν τῶν ἀπογόνων τοῦ Δαυῒδ. Ἐντεῦθεν καὶ αἱ διαφοραὶ τῶν ὀνομάτων Ματθαίου καὶ Λουκᾶ ἀπὸ Δαυῒδ μέχρι Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Θεοτόκου. Ὁ Λουκᾶς ἠρύσθη τοὺς ἀπογόνους τοῦ Νάθαν ἐξ ἰδιαιτέρου καταλόγου μὴ ὑπάρχοντος εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Ὁ δὲ Ματθαῖος μέχρι μὲν τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Βαβυλῶνος ἠρύσθη ἐκ τῆς Βίβλου, ἀπὸ δὲ τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Βαβυλῶνος μέχρι τοῦ Ἰωσὴφ ἐξ ἀγνώστου ἡμῖν καταλόγου.


Κυριωτέρα ὅμως διαφορὰ εἶναι

3) ἡ τὸν πατέρα καὶ πάππον τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Θεοτόκου ἀφορῶσα, διότι ὁ μὲν Ματθαῖος φέρει ὡς πατέρα τοῦ Ἰωσὴφ τὸν Ἰακὼβ καὶ πάππον τὸν Ματθάν, ὁ δὲ Λουκᾶς τὸν Ἠλεὶ ὡς πατέρα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸν Ματθὰτ ὡς πάππον του. Διατί; Ἰδού.

Ὁ Ἰακὼβ καὶ ὁ Ἠλεὶ ἦσαν ἀδελφοὶ ἔχοντες τὴν αὐτὴν μητέρα διάφορον ὅμως πατέρα. Καὶ συγκεκριμένως: Πατὴρ τοῦ Ἰακὼβ κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον ἦτο ὁ Ματθάν, τοῦ δὲ Ἠλεὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν ὁ Ματθάτ. Οὗτοι ἐνυμφεύθησαν ἀλληλοδιαδόχως τὴν αὐτὴν γυναῖκα, διότι κατὰ τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον ὅταν ἔγγαμός τις ἀδελφὸς ἀπέθνησκεν ἄτεκνος, εἷς ἐκ τῶν ἄλλων ἀγάμων ἀδελφῶν ἐλάμβανε τὴν χήραν νύφην του ὡς γυναῖκα, ἵνα «ἀναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ» ἵνα ἀφήσῃ ἀπογόνους τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ πρῶτος λοιπὸν καρπὸς τοῦ γάμου τούτου ἦτο νομικὸς μὲν υἱὸς τοῦ ἀτέκνου ἀποθανόντος ἀδελφοῦ, φυσικὸς δὲ υἱὸς τοῦ ζῶντος ἀδελφοῦ. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου: Εἷς ἐκ τῶν δύο ὁμομητρίων ἀδελφῶν Ἰακὼβ καὶ Ἠλεὶ νυμφευθεὶς ἀποθνήσκει ἄτεκνος. Ὁ ζῶν ἕτερος ἀδελφὸς λαμβάνει τὴν χήραν νύμφην του ὡς γυναῖκα καὶ ἀποκτᾷ υἷον τὸν μνήστορα τῆς Θεοτόκου, τὸν Ἰωσήφ. Οὕτω ὁ Ἰωσὴφ λοιπὸν εἶναι νομικὸς μὲν υἱὸς τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἀδελφῶν Ἰακὼβ καὶ Ἠλεί, φυσικὸς δὲ τοῦ ἑτέρου. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ τοῦ Λουκᾶ καὶ Ματθαίου εἰς τὸν πατέρα καὶ πάππον τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ.

Οἱ δύο εὐαγγελισταὶ συμφωνοῦσιν, εἰς τὸ ὅτι θεωροῦσι τὸν Χριστὸν ἀπόγονον τοῦ Δαυΐδ, ἵνα δειχθῇ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ὡς καταγόμενος ἐκ σπέρματος Δαυΐδ. Συναντῶνται δὲ εἰς πλεῖστα ὀνόματα ἀπὸ Ἀβραὰμ μέχρι τοῦ Δαυῒδ καὶ κατὰ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος εἰς τὰ δύο ὀνόματα Ζοροβάβελ καὶ Σαλαθιήλ. Ἰδοὺ αἱ διαφοραὶ καὶ αἱ ὁμοιότητες τῶν γενεαλογιῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ.

Ἡ γενεαλογία αὕτη τοῦ Χριστοῦ ἔχει προγόνους καὶ προφήτας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ δύο δίδουσι μεγάλα διδάγματα εἰς ἡμᾶς. Ἂς ἴδωμεν.


2) Ὁ Ἰωσὴφ ἐκπλήσσεται διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Θεοτόκου (Ματθ. α΄, 18-25)


Ἡ Θεοτόκος ἔχει ἤδη ἐπιστρέψει ἐκ τῆς ὀρεινῆς χώρας, ὅπου εἶχε μεταβῇ πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς Ἐλισσάβετ, εἰς τὴν πατρίδα της Ναζαρέτ. Ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, ὅτε ἔγινεν ἡ σύλληψις τοῦ Ἰησοῦ, ἔχει παρέλθει χρονικὸν διάστημα ἄνω τῶν τριῶν μηνῶν. Ἑπομένως ἡ ἐγκυμοσύνη της γίνεται ἀντιληπτὴ εἰς τὸν Ἰωσήφ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος σημειώνει ὡς ἑξῆς τὴν πρώτην ἐντύπωση τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ τῆς ἐγκυμοσύνης ταύτης. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης τῆς Μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσὴφ πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Ὁ Εὐαγγελιστὴς περιγράφει ἐν συνεχείᾳ μετὰ θαυμαστῆς λεπτότητος τὸν ψυχικὸν σπαραγμὸν τοῦ Ἰωσὴφ μεταξὺ τῆς εὐσυνειδησίας καὶ τῆς εὐγενείας του, ὅταν ἀντελήφθη πλήρως τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Μαρίας ὡς ἑξῆς.

«Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν». Ἡ μνηστεία τότε ἱερολογεῖτο καὶ ἑπομένως διὰ τὴν διάλυσίν της ἀπῃτεῖτο διαζύγιον μνηστείας σύμφωνα μὲ τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον, ὁ ὁποῖος διέτασσεν, ὅπως ἡ μνηστή, ἡ ὁποία θὰ ἡμάρτανεν, ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ παραδειγματικῶς δημοσίᾳ. Ὁ Ἰωσὴφ ἐγνώριζε τὸν χαρακτῆρα τῆς Θεοτόκου, ὅτι ἦτο ἠθική. Εὑρισκόμενος ὅμως πρὸ γεγονότος ἀπροσδοκήτου ἀπεφάσισε νὰ συνδυάσῃ νομιμοφροσύνην του καὶ εὐγένειάν του δίδων εἰς αὐτὴν διαζύγιον μνηστείας οὐχὶ δημοσίᾳ ἀλλὰ κρυφίως. Ἐκ τῆς ἐκπλήξεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἰωσὴφ διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Θεοτόκου φαίνεται, ὅτι ἡ Θεοτόκος οὐδὲν ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὑπὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς αὐτόν. Δὲν εἶχε δὲ ἀνακοινώσει οὐδὲν εἰς τὸν Ἰωσὴφ ἡ Μαρία ἐξ αἰδημοσύνης της προφανῶς πρὸς τὸν ἑαυτόν της καὶ τὸν μνηστῆρα της. Ἔχουσα ὅμως πίστιν εἰς τὸν Θεὸν καὶ μὴ δυναμένη νὰ ἀποδείξῃ τὴν θείαν προέλευσιν τῆς ἐγκυμοσύνης ἄφισε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸν μνηστῆρα της ἐπὶ τοῦ λεπτοῦ τούτου ζητήματος. Καὶ ὁ Θεὸς ὡμίλησεν. Ἰδοὺ δὲ πῶς.

«Ταῦτα αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος» λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, ἀφοῦ δηλαδὴ ἐσκέφθη αὐτὸ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς του, νὰ ἀπολύσῃ τὴν Θεοτόκον, «Ἰδοὺ» ἤτοι αἰφνιδίως «ἄγγελος Κυρίου κατ’ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων» ἤτοι ἄγγελος ἐνεφανίσθη εἰς τὸν ὕπνον τοῦ Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν

Ἰωσὴφ υἱὸς (ἀπόγονε) Δαυῒδ μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου. Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου» Ὁ Ἄγγελος συνιστᾷ εἰς τὸν Ἰωσὴφ «παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα» ἤτοι νὰ λάβῃ εἰς τὸν οἶκον του τὴν Μαρίαν, διότι τὸ ἐν τῇ κοιλίᾳ της συλληφθὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ τρίτον πρόσωπον τῆς ἁγίας Τριάδος, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ ἄγγελος ταυτοχρόνως ὁρίζει τὸ ὄνομα τοῦ γεννησομένου παιδίου καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ὡς ἑξῆς: «Τέξεις δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» ἰδοὺ τὸ ὄνομά του «Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ». Ἰδοὺ τὸ ἔργον του, ἡ σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν!

Ὁ Εὐαγγελιστὴς δικαιολογεῖ τὴν ἐκ Παρθένου σύλληψιν τοῦ Ἰησοῦ φέρων τὴν σχετικὴν προφητείαν τοῦ Ἡσαΐου 7, 14 λέγων «τοῦτο δὲ ὅλον» ἤτοι τὸ ἐν στίχ. 16-21 «γέγονεν» ἔγινε «ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν» ἵνα ἐκπληρωθῇ ὁ λόγος «τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου» Ἡσαΐου «λέγοντος. Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν» ἰδοὺ ἀνελπίστως δηλ. ἡ Παρθένος θὰ συλλάβῃ καὶ θὰ γεννήσῃ υἱὸν «καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Τὸ ὄνομα αὐτό, Ἐμμανουήλ, σημαῖνον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἡ ὀνομασία Αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ ἐχέγγυον τῆς προστασίας τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰωσὴφ γνωρίσας τὴν θείαν προέλευσιν τοῦ ἀγγέλου τούτου ἐκ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἐσωτερικῶν του σκέψεων, ἐπίστευσεν εἰς τὰ λόγια του καὶ «ἐγερθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν, ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ Ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ». Παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ δὲν σημαίνει ἔκαμε τὴν μνηστήν του σύζυγόν του ἀλλὰ παρέλαβε αὐτὴν εἰς τὸν οἶκον του, διότι μέχρι τώρα ὡς μνηστὴ ἦτο εἰς τὸν οἶκον τῶν γονέων της.

Ἵνα μὴ ὅμως νομισθῇ, ὅτι ἀφοῦ ὁ Ἰωσὴφ παρέλαβε ταύτην εἰς τὸν οἶκον του, ἐχρησιμοποίησε ταύτην καὶ ὡς σύζυγόν του, ὁ Εὐαγγελιστὴς προσθέτει: Ὁ Ἰωσὴφ «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν». Ἡ φράσις «ἕως οὗ» δὲν σημαίνει ὁρισμένην χρονικὴν διάρκειαν μέχρι τῆς γεννήσεως δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν «ἐγνώρισεν» δὲν ἐχρησιμοποίησε ὁ Ἰωσὴφ τὴν Θεοτόκον ὡς σύζυγόν του, μετὰ δέ, τὴν γέννησιν ἐχρησιμοποίησε ταύτην. Τὸ «ἕως οὗ» εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ πάντοτε. Λ.χ. ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ ἀναφέρεται οὐκ ἐπέστρεψεν ὁ κόραξ «ἕως οὗ ἐξηράνθη ἡ γῆ»(1). Ὁ κόραξ ὅμως ποτὲ δὲν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν κιβωτόν. Ὅμοια τοιαῦτα χωρία εἶναι τὰ ἑξῆς. Ἐν Παλαιᾷ καὶ Καινῇ Διαθήκῃ Ἀριθ. XX, 17. I Τιμοθ. 4, 13, Ψαλμὸς πθ', 2. Ἡ λέξις ἐπίσης πρωτότοκος δὲν σημαίνει πρῶτος μεταξὺ ἄλλων ἔπειτα γεννηθέντων ἀλλὰ πρῶτος γεννηθείς, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε καὶ τὰ πρωτοτόκια παρὰ τοῖς Ἑβραίοις, ἀδιαφόρως ἂν κατόπιν ἐγεννήθησαν ἢ ὄχι ἄλλοι. Πρωτότοκος εἶναι ὁ μονογενής. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται ἐνταῦθα, ἰδὲ τὸ ἔργον μου: Διάλογοι Ὀρθοδόξου καὶ Εὐαγγελικοῦ σελίδα 145.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐφάνη ἡ εὐγένεια καὶ ἡ εὐσυνειδησία τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἡ αἰδημοσύνη τῆς Θεοτόκου ὡς μνηστῆς πρὸς τὸν Ἰωσήφ. Ἂς ἴδωμεν καὶ τὰ δύο εἰς τὴν ἰδικήν μας ζωήν.


Θέμα: α) ἀνδρικὴ εὐγένεια καὶ εὐσυνειδησία

Καὶ Α'.
Ἀνδρικὴ εὐσυνειδησία καὶ εὐγένεια τοῦ Ἰωσήφ. Δύο πράγματα κάμνουν τὸν ἄνδρα τραχὺν πρὸς πάντας ἰδίᾳ ὅμως ἔναντι τῆς γυναικός του. Ἡ σκληρὰ ἀνδρικὴ φύσις καὶ τὸ καθῆκον. Ὅταν ταῦτα θιγῶσιν, ὁ ἄνδρας ἐπαναστατεῖ. Ὁ μνηστὴρ τῆς Θεοτόκου ὁ Ἰωσὴφ ἦτο ἄνδρας καὶ δίκαιος. Ἡ ἀνδρική του ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ δικαιοσύνη του προσεβλήθησαν, ὅταν εἶδε τὴν μνηστήν του ἔγκυον. Ὁ Νόμος τότε καὶ ἡ κοινωνία ἐπέτρεπον «παραδειγματίσαι» νὰ τιμωρήσῃ δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ τὴν Θεοτόκον παραδειγματικῶς διαπομπεύων αὐτήν. Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως ὡς εἴδομεν, συνεδύασε νομιμότητα καὶ εὐγένειαν ἀποφασίσας νὰ διαζευχθῇ τὴν μνηστήν του οὐχὶ δημοσίως ἀλλὰ κρυφίως. Τόση δὲ ἦτο ἡ εὐγένεια τοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἐσυλλογίζετο νὰ ἀπολύσῃ αὐτὴν κρυφά, ὥστε ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ὁ Ἰωσὴφ ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησε ταύτην ἀλλὰ εἰς οὐδένα εἶπε τι καὶ ἐφρόντιζε νὰ κρύψῃ τὴν αἰτίαν τῆς ἀπολύσεως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Θεοτόκον. Ὁποῖος συνδυασμὸς εὐσυνειδησίας καὶ εὐγενείας!


Βον΄.
Ἡ ἰδική μας εὐγένεια καὶ εὐσυνειδησία. Πόσοι ἐξ ἡμῶν τῶν ἀνδρῶν σήμερον εἶναι εὐγενεῖς καὶ εὐσυνείδητοι πρὸς πάντας ἰδίως ὅμως πρὸς τὰς γυναῖκας των; Δυστυχῶς! Μερικοὶ ἄνδρες εἶναι εὐσυνείδητοι ἀλλὰ ἀγενεῖς πρὸς τὰς συζύγους των. Ἕνα σφάλμα τῆς συζύγου των εἶναι ἱκανὸν νὰ κάμῃ αὐτούς, ὥστε νὰ διασύρωσι, νὰ διαπομπεύσωσι τὰς συζύγους των εἰς τὸ καφενεῖον καὶ τὴν ταβέρναν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, φέρονται πρὸς αὐτὰς ἀγενῶς, διότι ἐντὸς τοῦ οἴκου των ὑβρίζουν αὐτὰς μὲ τὰ αἰσχρότερα λόγια. Τόσον εἶναι δὲ τὰ λόγια ταῦτα αἰσχρά, ὥστε ἐὰν oἱ σύζυγοι οὗτοι ἤκουον αὐτὰ λεγόμενα ὑπὸ ἄλλου ἀνδρὸς εἰς τὰς γυναῖκας των, θὰ προέβαινον εἰς φόνους. Τινὲς δὲ ἐκ τῶν ἀνδρῶν φθάνουσι καὶ μέχρι ξυλοδαρμοῦ κατὰ τῶν γυναικῶν των. Πόση ἀγένεια καὶ τραχύτης!

Ἄλλοι ὅμως ἄνδρες εἶναι εὐγενεῖς ἀλλὰ ἀσυνείδητοι. Τοῦτο συμβαίνει κυρίως οὐχὶ ἐνώπιον τῶν γυναικῶν των ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἀνδρῶν. Εἶναι πρὸς πάντας ὑποχωρητικοί, ἵνα ὑποχρεώνουν ὅλους. Καὶ συγκεκριμένως: Κάποιος διὰ νὰ συγκαλύψῃ μίαν ἐντροπήν του, ζητεῖ ψευδῆ βεβαίωσιν ἀσθενείας ἀπὸ κάποιον ἰατρόν. Ὁ ἰατρὸς οὗτος τὴν δίδει μὲ ἐλαφρὰν συνείδησιν. Ὁ ἰατρὸς οὗτος εἶναι εὐγενὴς ἀλλὰ ἀσυνείδητος. Εἶσαι ὑπάλληλος καὶ διὰ νὰ φανῇς εὐγενὴς πρὸς ὁρισμένους φίλους σου, πολλὰς φορὰς πατᾷς τὴν συνείδησίν σου. Εἶσαι κόρη καὶ διὰ νὰ φανῇς εὐγενὴς πρὸς τὰς φίλας σου, κάμνεις πολλάκις ἀβαρίας εἰς τὴν συνείδησίν σου. Χειρότεροι ὅμως καὶ τῶν δύο ἀνωτέρω εἶναι, ὅσοι εἶναι ἀγενεῖς καὶ ἀσυνείδητοι. Αὐτοὶ εἶναι ὅσοι οὔτε δίκαιον ἔχουν, οὔτε καλὴν συμπεριφοράν. Οὗτοι κλέπτουν καὶ τοὺς δῆθεν κλέπτας ὑβρίζουν, διὰ νὰ κρύψουν τὴν ἐνοχήν των. Ἀδικοσκοτώνουν καὶ τὸ θῦμα των κλωτσοπατοῦν. Ἔχουν ἄδικον ἐνώπιον τῶν γυναικῶν των καὶ τὰς γυναῖκας των ὑβρίζουν.

Ἀλλ’ ὄχι. Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶναι εὐσυνείδητος καὶ εὐγενής. Ἡ τραχύτης τῆς εὐσυνειδησίας του πρέπει νὰ μαλακώνεται μὲ τὴν εὐγένειαν τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς του. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἔχωμεν δίκαιον εἰς τὰς ἀπόψεις μας ἀλλὰ καὶ καλὸν τρόπον ὑπερασπίσεως τοῦ δικαίου μας. Ὁ Μέγας Ναπολέων, ὅταν εὕρισκε στρατιώτην τινὰ σκοπὸν κοιμώμενον ἐν τῇ σκοπιᾷ του, ἐλάμβανε αὐτὸς τὸ ὅπλον του καὶ ἐφύλαττε σκοπὸς μέχρις ὅτου ξυπνήσῃ ὁ στρατιώτης. Ὅταν ξυπνοῦσεν ὁ στρατιώτης καὶ ἔβλεπεν ἔκπληκτος τὸν στρατηγόν του ἐμπρός του νὰ φυλάττῃ σκοπός, ἀνέμενε τὴν καταδίκην του. Καὶ ὅμως! Ὁ Μ. Ναπολέων ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ ὅπλον του, ἵνα συνέχισῃ τὸ ἔργον του. Πόσον ὡραῖος συνδυασμὸς εὐγενείας καὶ εὐσυνειδησίας τοῦ στρατηγοῦ! Ἐφάνη ὁ στρατηγὸς εὐγενής, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησε τὸν στρατιώτην του ἀλλὰ οὐδὲ τὸν ἐξύπνησεν. Ἐφάνη εὐσυνείδητος, διότι ἡ ἐργασία τοῦ στρατιώτου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ. Μὴ δὲ νομισθῇ, ὅτι μὴ τιμωρήσας τὸν στρατιώτην ὁ στρατηγὸς δὲν ἐφάνη εὐσυνείδητος. Διότι ποία ἄλλη τιμωρία διὰ τὸν στρατιώτην ἦτο βαρυτέρα ἀπὸ τὸ νὰ βλέπῃ τὸν στρατηγόν του νὰ φυλάττῃ σκοπὸς καὶ νὰ μὴ τιμωρηθῇ οὗτος ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ.

Ἐὰν ἕνας στρατηγὸς εὗρε τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ συνδυάσῃ καθῆκον καὶ εὐγένειαν, πόσους τρόπους δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ὁ Χριστιανὸς φωτιζόμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ μιμηθῇ τὸν Ἰωσὴφ συνδυάζων εὐσυνειδησίαν καὶ εὐγένειαν; Ὁ σύζυγος λ.χ. πρέπει νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς τὴν σύζυγόν του δι’ ἕνα σφάλμα της ὄχι ὅμως καὶ μὲ βάναυσον τρόπον. Ὁ προϊστάμενος δύναται νὰ εὕρῃ πολλοὺς τρόπους προκειμένου νὰ παρατηρήσῃ ὑφιστάμενόν του εὐσυνειδήτως καὶ εὐγενῶς. Ὁ πατὴρ καὶ ὁ διδάσκαλος ἔχουσι πολλοὺς τρόπους νὰ συνδυάσωσιν ἐπιπλήττοντες τὰ παιδιὰ μὲ εὐσυνειδησίαν καὶ εὐγένειαν. Ὁ ἰατρὸς θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψευδῆ δήλωσιν χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ὑβρίσῃ ἢ νὰ διαπομπεύσῃ τὸν αἰτοῦντα ταύτην. Θὰ ἀρνηθῇς καὶ σὺ νὰ παραβῇς τὴν συνείδησίν σου, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξαφθῇ ὁ ἐγωισμός σου.Θὰ ἀπολογηθῇς, ὅταν ἀδικῆσαι ἀλλὰ δὲν θὰ ὑβρίσῃς τοὺς ἀδικοῦντας σε. Θὰ ἐπιπλήξῃς τὰ παιδιά σου, ὅταν ἀτακτοῦσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ ὑβρίζῃς, οὐδὲ θὰ καταρᾶσαι αὐτά. Καθῆκον σου εἶναι νὰ ἀπολογηθῇς διὰ τὸν ἑαυτόν σου, νὰ συμβουλεύσῃς τὰ παιδιά σου. Εὐγενὴς ὅμως θὰ φανῇς, ἂν δὲν ὑβρίσῃς τοὺς ἄλλους, οὐδὲ καταρασθῇς τὰ παιδιά σου.

Πόσον δύσκολον, ἀλλὰ καὶ ὡραῖον εἶναι νὰ συνδυάζῃ τις εὐγένειαν καὶ εὐσυνειδησίαν! Ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἡ καλὴ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά μας προσθέτει πολλὰ στολίδια εἰς τὸ ἐσωτερικόν μας καλὸν περιεχόμενον. Ἐνῶ τοὐναντίον ἐξωτερικὴ ἀπρόσεκτος συμπεριφορὰ αφαιρεῖ πολλὰ στολίδια τοῦ περιεχομένου, ὅσον σοφὸν καὶ ἂν εἶναι τοῦτο. Ἂς φροντίζωμεν λοιπὸν νὰ εὑρίσκωμεν τρόπους συμπεριφορᾶς, ὥστε νὰ εἴμεθα εὐσυνείδητοι καὶ εὐγενεῖς. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο εἶναι δύσκολον, ἂς παρακαλῶμεν τὸν Θεὸν νὰ μᾶς φωτίζῃ πρὸς εὕρεσιν τῶν καταλλήλων τρόπων καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν τρόπων τούτων.

Ἰδοὺ ἡ εὐγένεια καὶ εὐσυνειδησία τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἡμῶν.


Θέμα: Πρόγονοι καὶ προφῆται τοῦ Χριστοῦ

1) Οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ.

Οὗτοι εἶναι ἄνθρωποι καλοὶ καὶ κακοί. Λ.χ. Ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσην πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ὥστε διαταχθεὶς νὰ ἀφίσῃ πατρίδα καὶ συγγενεῖς τῆς πόλεως Οὒρ τῆς Μεσοποταμίας, εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκει καὶ νὰ μεταβῇ εἰς ξένην ἄγνωστον χώραν, δὲν ἐδίστασε νὰ τὸ κάμῃ. Ἔχομεν τὸν Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ἦτο τόσον ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς ἐχθρούς του, ὥστε τὸν Σαούλ, ὁ ὁποῖος ἐμίσει αὐτὸν θανασίμως, ἂν καὶ πολλάκις ἔπεσεν εἰς τὰ χέρια του, δὲν τὸν ἐξεδικήθη. Τοὐναντίον μάλιστα ὅταν ἐφονεύθη ὁ Σαοὺλ ὑπὸ τῶν Ἀμαληκιτῶν, ὁ Δαυῒδ ἔκλαυσε πολὺ τὸν θάνατον τοῦ ἐχθροῦ του. Ἔχομεν τὴν Ρούθ, ἡ ὁποία ἐφάνη τόσον καλὴ πρὸς τὴν πενθεράν της, ὥστε, ὅταν ἀπέθανεν ὁ ἄνδρας της, παρὰ τὴν προτροπὴν τῆς πενθερᾶς της δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ χωρισθῇ ἀπ’ αὐτῆς κ.λπ.

Δὲν ἔχομεν μόνον προγόνους τοῦ Χριστοῦ, oἱ ὁποῖοι εἶχον ἀρετὰς ἀλλὰ ἔχομεν καὶ προγόνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ ἐλλείψεις. Ἔχομεν δηλαδὴ τὸν Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος τῇ συμβουλῇ τῆς μητρός του Ρεβέκκας λέγει ψέματα εἰς τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἀπατῶν αὐτὸν καὶ τὸν ἀδελφόν του λαμβάνει τὰ πρωτοτόκια. Δὲν ἀργεῖ ὅμως νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ τιμωρία. Ξενιτεύεται 20 χρόνια μακρὰν τῆς μητρός του φεύγων τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ του Ἠσαῦ. Ὅταν ἀργότερα ἔγινε καὶ αὐτὸς ὁ Ἰακὼβ πατήρ, ἠπατήθη ὑπὸ τῶν υἱῶν του κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον. Ἔχομεν τὸν Δαυῒδ ἁμάρτησαντα μετὰ τῆς γυναικὸς τοῦ Οὐρίου καὶ κατόπιν πικρῶς μετανοήσαντα. Καρπὸς τῆς πικρᾶς μετανοίας ἦτο ἡ γέννησις τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος. Πόσον δίκαιος καὶ ἀμερόληπτος εἶναι ὁ Θεὸς εἰς τὰς ἀμοιβὰς καὶ τιμωρίας του! Ἔχομεν ὅμως καὶ προγόνους τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν κακοὶ μέχρι τέλους. Ἔχομεν δηλαδὴ τὸν Σολομῶντα, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλην τὴν σοφίαν του ἔλαβε γυναῖκας εἰδωλολάτριδας ὡς συζύγους του καὶ ἵδρυσε θυσιαστήρια αὐτῶν εἰδωλολατρικά. Δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν κατὰ τὸ τέλος τοῦ βίου του μετενόησεν. Ἔχομεν ὀνόματα γυναικῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ ὄχι εὐπρεπῆ. Ἡ Θάμαρ ἦτο ἀθεμιτόγαμος, διότι ἡμάρτησε μετὰ τοῦ πενθεροῦ της Ἰούδα, ἡ Ραχὰβ πόρνη, ἡ Ροὺθ ἀλλόφυλος, ἡ Βηρσαβεὲ μοιχαλίς.

2) Οἱ Προφῆται.

Οἱ προφῆται μᾶς ὁμιλοῦν διὰ τὴν προϊστορίαν τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχομεν προγόνους, οὐδεὶς ὅμως ἐξ ἡμῶν ἔχει προϊστορίαν. Μόνον ὁ Χριστὸς ἔχει προϊστορίαν. Τὸ θαυμαστὸν τῆς προϊστορίας ἔγκειται εἰς τοῦτο. Ἐπὶ 5000 ἔτη ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Χριστοῦ πλῆθος ἁγίων ἀνδρῶν συνέγραψαν τὴν ἱστορίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἕκαστος ἐξ αὐτῶν προσέθηκεν ἰδίαν λεπτομέρειαν. Ὁ Ἀδὰμ λ.χ. προεῖπε τὴν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, τὴν σταύρωσιν καὶ τὸν θάνατόν του ἐν σπέρματι. Ὁ Ἀβραὰμ προεῖπε τὸ πλῆθος τῶν ἀπογόνων τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Ἰακὼβ προλέγει τὸν χρόνον καὶ τὴν φυλὴν ἐξ ἧς θὰ προέλθῃ ὁ Χριστός, ὁ Δαυῒδ ψάλλει λεπτομερείας τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Δανιὴλ κατὰ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος 500 ἔτη π.Χ. προλέγει τὸ αἰώνιον τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ κ.λπ. Αἱ προφητεῖαι αὗται εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἐσταύρωσαν τὸν Χριστόν, ἑπομένως οὐδεμία σκέψις νοθείας τῶν προφητειῶν τούτων ὑπάρχει. Τὰ δὲ γεγονότα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν προφητειῶν τὰ ἔχει ἡ ἱστορία λαμπρὰ καὶ ἀναντίρρητα.


3) Πόσα διδάγματα!

Ποῖος δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴν μεγάλην πίστιν τοῦ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὰ πάντα χάριν τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ θυσιάσωμεν τίποτε χάριν τοῦ Χριστοῦ; Ποῖος δὲν ἐλέγχεται βλέπων τὴν μεγάλην ἀνεξικακίαν τοῦ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος θρηνεῖ τὸν θάνατον τοῦ ἐχθροῦ του, ἐνῶ ἡμεῖς χαιρόμεθα, ὅταν ἀκούσωμεν τὸν θάνατον τοῦ ἐχθροῦ μας; Ποία νύμφη δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τῆς Ροὺθ πρὸς τὴν πενθεράν της, ἐνῶ αἱ σημεριναὶ νύμφαι καὶ πενθεραὶ φιλονικοῦν; Ποῖος δὲν συμμορφώνεται, ἀκούων, ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ ἐτιμωρήθη μὲ 20 ἔτη ἐξορίας, διότι ἐψεύσθη εἰς τὸν πατέρα του καὶ ἠπάτησε τὸν ἀδελφόν του καὶ ἑπομένως πολλαὶ ἰδικαί μας τιμωρίαι δὲν εἶναι παρὰ τιμωρίαι ἁμαρτημάτων μας, ψεύδους, ἀπληστίας κ.λπ. χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν, ὅτι τιμωρούμεθα δι’ αὐτά; Ὁ Χριστὸς εἶχε καὶ προγόνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν καλοί. Καὶ ὅμως οὐδόλως ἐμειώθη ἡ ἀξία του ἐκ τῆς κακίας των.

Σὺ λοιπόν, χριστιανέ, διατί καυχᾶσαι διὰ τὴν οἰκογένειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκεις καὶ εἰς τοὺς λαμπροὺς προγόνους, τοὺς ὁποίους ἔχεις; Διατί καυχᾶσαι εἰς ὀνόματα μόνον καὶ εἰς ξένην ἀξίαν, τῆς οἰκογενείας σου; Διατί καυχᾶσαι εἰς τοὺς προγόνους σου, οἱ ὁποῖοι εἶναι τώρα στάχτη; Καὶ σὺ χριστιανέ, διατί μαραζώνεις, διότι δὲν ἀνήκεις εἰς μεγάλην οἰκογένειαν καὶ ὁ πατήρ σου εἶναι ἐργάτης; Ἔχασεν ὁ Χριστός, διότι εἶχε πατέρα τέκτονα καὶ ἄσημον μητέρα; Ἔχασεν ὁ Χριστός, διότι εἶχεν, ὡς εἴδομεν, προγόνους ἁμαρτωλούς; Ὄχι. Ἡ προσωπικὴ ἀρετὴ ἀνέδειξε τὸν Ἰησοῦν καὶ ἡ χριστιανικὴ ἀρετὴ θὰ ἀναδείξῃ σέ! Πόσον φῶς, πόσον ἔλεγχον, πόσον παράδειγμα ὠφέλιμον δίδουσιν εἰς τὰς καρδίας μας οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ! Δίδουσιν ὅμως καὶ οἱ προφῆται. Καὶ ἰδού!

Θαυμάσιον εἶναι νὰ προείπῃ τις τὸ μέλλον ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅταν προφητεύων καὶ προφητευόμενος εἶναι σύγχρονοι. Πόσον ὅμως, θαυμάσιον εἶναι νὰ προείπῃ ὄχι εἷς ἀλλὰ πολλοὶ ἕκαστος ἰδίαν λεπτομέρειαν προσθέτων, τὸ μέλλον ὄχι συγχρόνου ἀνθρώπου ἀλλὰ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μετὰ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας ἐτῶν! Ἐὰν θαυμαστὸν εἶναι νὰ προείπῃ τις τὴν ζωὴν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μετὰ χιλιάδας ἐτῶν, ἀκόμη θαυμαστότερον καὶ ἀνθρωπίνως ἀκατανόητον εἶναι νὰ προείπῃ πρὸ χιλιάδων ἐτῶν τὸ μέλλον ὄχι ἀνθρώπου ἀλλὰ ὑπερανθρώπου, τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι αἰώνιος ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς προσκαίρους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸς ὁ προφητευόμενος εἶναι ὁ Χριστός. Οὗτος ὑπῆρξε πάντοτε ἐπὶ τῆς γῆς ἀναμενόμενος καὶ ἐλθών. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄναρχον τοῦ Χριστοῦ πρὶν ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον καὶ τὸ αἰώνιον μετὰ τὸν κόσμον τοῦτον, ὁ Χριστὸς παρομοιάζεται πρὸς κύκλον, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ οὔτε τέλος, οἱ δὲ ἄλλοι ἄνθρωποι μεγάλοι καὶ μικροὶ ὁμοιάζουσι πρὸς εὐθείας ἢ τεθλασμένας μεγάλας ἢ μικρὰς γραμμάς, ὅπου ὑπάρχει ἀρχὴ καὶ τέλος. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός μας. Εἶναι τὸ μόνον πρόσωπον τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πάντοτε ἐπὶ τῆς γῆς. Ὑπῆρξε ὡς νοσταλγία καὶ λαχτάρα πρὶν ἔλθῃ ὡς σκάνδαλον καὶ λυτρωτὴς ὅταν ἦλθεν. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μοναδικὸν πρόσωπον. Πόσον στερεώνεται ὁ νοῦς ἐκ τοῦ φωτὸς τούτου καὶ διδάσκεται ἡ καρδία μας ἐκ τῶν διδαγμάτων Ἐκείνου!

Ἑπομένως οἱ προφῆται καὶ οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ στερεώνουσι τὸν νοῦν μας καὶ τὴν πίστιν διὰ τῶν προφητειῶν, αἵτινες ἐξεπληρώθησαν εἰς τὸν Χριστόν, διδάσκουσι τὴν καρδίαν μας διὰ τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν κακιῶν των.

Ὁ κόσμος εἶναι ἕνας κύκλος. Κέντρον τοῦ κύκλου τούτου εἶναι ὁ Θεός, ἀκτῖνες κύκλου οἱ πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ περιφέρεια κύκλου οἱ ἄπιστοι. Ὅσον περισσότερον εὐσεβεῖς εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσον ἐγγύτερον εἶναι τοῦ κέντρου, τοῦ Θεοῦ καὶ πλησιέστεροι μεταξύ των, ἔστω καὶ ἂν ἀνήκουν εἰς διαφόρους ἀκτῖνας, εἰς διαφόρους ἐποχάς .Ὅταν γυρίζῃ ὁ κύκλος πέριξ τοῦ ἄξονός του, οἱ πιστοὶ εὑρίσκονται πλησίον τοῦ κέντρου, διαγράφουσι κύκλους μικροτέρους, ζαλίζονται ὀλιγώτερον, σκέπτονται περισσότερον, καλλίτερον! Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Θεός!


Θέμα: β) Περὶ αἰδημοσύνης γενικῶς


Α΄. Ἡ Αἰδημοσύνη τῆς Θεοτόκου ὡς μνηστῆς.

Ἡ Θεοτόκος ὅμως ἐντράπηκε ὡς μνηστὴ τὸν μνηστῆρα της Ἰωσήφ, ἂν καὶ ἦτο ἁγνή. Δεῖγμα δὲ τῆς ἐντροπῆς της εἶναι, ὅπως εἴδομεν ἀνωτέρω, ὅτι δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν Ἰωσὴφ περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ὑπὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Ἐὰν ἔλεγε αὕτη τὸν Εὐαγγελισμὸν τοῦτον εἰς τὸν Ἰωσήφ, οὐδέποτε ὁ Ἰωσὴφ θὰ ἤθελε νὰ σκεφθῇ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν διαζύγιον μνηστείας. Τόση δὲ ἦτο ἡ ἐντροπή της, ὥστε ἐνῶ ἔβλεπε, ὅτι ἐκινδύνευε νὰ διαπομπευθῇ καὶ νὰ λάβῃ διαζύγιον μνηστείας, οὐδὲν λέγει εἰς τὸν Ἰωσὴφ περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της. Ἀφίνει τὰ πράγματα εἰς τὸν Θεόν. Ὅση ἡ ἐντροπὴ τόση καὶ ἡ πίστις της. Ἡ Θεοτόκος ἦτο γενικῶς αἰδήμων καὶ πρὸς τὸν Ἄγγελον Γαβριήλ.


Β΄. Αἰδημοσύνη μνηστευμένων παρ’ ἡμῖν.

Ἡ ἐντροπὴ εἶναι φυτευμένη εἰς ὅλους μας εἰς ζητήματα σαρκικῶν σχέσεων. Περισσότερον ὅμως εἶναι φυτευμένη αὕτη εἰς τὴν γυναῖκα. Ἡ ἐντροπὴ δὲ αὕτη φεύγει ἐκ τῆς οἰκειότητος, τὴν ὁποίαν ἀποκτοῦν μεταξύ των ἄνδρες καὶ γυναῖκες λόγῳ τοῦ ὁμοφύλου τῆς στενῆς συγγενείας. Ἄνδρες λ.χ. μὲ ἄνδρας, νέοι μὲ νέους, γυναῖκες μὲ γυναῖκας, νέαι μὲ νέας ἀποκτοῦν μεγάλην οἰκειότητα καὶ ἀποδιώκουν τὴν ἐντροπὴν ἀπὸ τὰ λόγια των, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ φῦλον. Ἡ ἐντροπὴ ἐπίσης φεύγει πολλάκις διὰ τῆς οἰκειότητος καὶ μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, νέων καὶ νεανίδων, ἂν καὶ ἀνήκουν εἰς διάφορον φῦλον, ὅταν εἶναι συγγενεῖς, ἐξάδελφοι καὶ ἐξαδέλφαι, θεῖος καὶ ἀνεψιὰ κ.λπ. Περισσότερον ὅμως ἡ οἰκειότης ἀποδιώκει τὴν ἐντροπήν, ὅταν τὰ ἑτερόφυλα ἄνδρες καὶ γυναῖκες εἶναι μνηστευμένοι, ἀρραβωνιασμένοι. Πόσον ἡ ἐντροπὴ μεταξὺ μνηστευμένων φεύγει, φαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι σχεδὸν πάντες οἱ μνηστευμένοι νομίζουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ γάμου καὶ ἀρραβῶνος. Καὶ ὅμως! Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ σημερινὸς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος γίνεται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, πρὶν εὐλογηθῇ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ὥραν τῆς στέψεως, εἰς τὰ ὄμματα τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀρραβὼν ἀλλὰ ἕνα κοινωνικὸν συμβόλαιον. Ἡ ἐκκλησία καὶ ὁ Θεὸς ἀγνοοῦσι τὸν ἀρραβῶνα τοῦτον. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα εἶναι τόση ἡ οἰκειότης τῶν ἀρραβωνιασμένων, ὥστε φεύγει πᾶσα ἐντροπὴ ἀπὸ αὐτούς.

Πόσον ὡραῖον πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐντροπή! Ἰδίως πόσον ὡραῖον εἶναι νὰ ἐντρέπεται ἡ μνηστὴ τὸν μνηστῆρα της καὶ ὁ μνηστὴρ τὴν μνηστήν του, δεδομένου ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν μνηστείαν οἱ ἀρραβωνιασμένοι εἰς τὰ ὄμματα τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὅπως ἦσαν πρὶν ἀρραβωνιασθοῦν, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἔχει ἱερολογηθῇ ἡ μνηστεία των. Μεγαλειῶδες εἶναι νὰ βλέπωμεν μνηστῆρας νὰ σέβωνται τὰς μνηστάς των. Ἀλλὰ ἐὰν μεγαλειῶδες εἶναι ὁ μνηστὴρ νὰ σέβεται τὴν μνηστήν του, μεγαλειῶδες καὶ συμφέρον εἶναι νὰ σέβεται ἡ μνηστὴ τὸν μνηστῆρα της διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ μνηστεία ὡς γίνεται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων ἄνευ ἱερολογίας δύναται ἄνευ ποινῶν τῆς ἐκκλησίας νὰ διαλυθῇ. Ἡ μνηστὴ μὲ τὴν διάλυσιν τῆς μνηστείας, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἦτο προφυλακτικὴ κατὰ τὴν περίοδον τῆς μνηστείας, αὐτὴ θὰ ἐντρέπεται πειρισσότερον διὰ τὰς ἀδιακρίτους σχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε μὲ τὸν μνηστῆρα της. Ἂν δὲ ἡ ἀπροσεξία της ἦτο μεγάλη πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς μνηστείας, μεγάλη θὰ εἶναι καὶ βραδύτερον ἡ ἐντροπή της ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ἂν διαλυθῇ ἡ μνηστεία. Δὲν πρέπει δὲ νὰ χάσῃ τὴν ἐντροπήν της ἡ μνηστὴ ἐνώπιον τοῦ μνηστῆρος της φοβουμένη μήπως ὁ μνηστήρ της ὑποπτευθῇ μὲ τὴν ἐντροπήν της ἄλλα πράγματα. Πρέπει νὰ δηλώσῃ ἡ μνηστὴ εἰς τὸν μνηστῆρα, ὅτι ἡ ἐντροπή της προέρχεται ἀπὸ λόγους θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Καὶ τότε θὰ πρέπῃ ὁ μνηστήρ της νὰ τὴν σεβασθῇ. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ μνηστὴρ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἀδιακρίτους σχέσεις του μαζί της, ἡ μνηστὴ δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, θὰ ἐπιμείνῃ. Ἴσως ἀκούσῃ διάλυσιν ἀρραβῶνος, ὅπως ἤκουσε καὶ ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τὸν Ἰωσήφ, διότι παρεξήγησεν οὗτος ἐκείνην. Ἡ μνηστὴ πρέπει νὰ ἐπιμένῃ καὶ νὰ ἀφίσῃ τὰ πράγματα εἰς τὸν Θεόν, ὅπως τὰ ἀφῆκεν ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ Θεὸς θὰ τὴν κατευθύνῃ, ὅπως κατηύθυνε καὶ τὴν Θεοτόκον.

Ἀλλὰ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἐντροπὴ μεταξὺ μνηστῆρος καὶ μνηστῆς, πόση ἐντροπὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἐξαδέλφου καὶ ἐξαδέλφης, θείου καὶ ἀνεψιᾶς, φίλου καὶ φίλης, κουμπάρου καὶ κουμπάρας; Ἐὰν ἡ Θεοτόκος ἐντράπηκε τὸν μνηστῆρα της καὶ δὲν εἶπε τίποτα εἰς αὐτὸν περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της κινδυνεύουσα νὰ διαπομπευθῇ ἢ ἔστω καὶ νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα της, πόσον περισσότερον πρέπει νὰ ἐντρέπωνται εἰς λόγια καὶ σχέσεις ἀπρεπεῖς αἱ ἐξαδέλφαι τοὺς ἐξαδέλφους, ἡ κουμπάρα τὸν κουμπάρον της, ἡ ἀνεψιὰ τὸν θεῖον, ὁποὺ οὔτε ἡ μεταξύ των σχέσις τόσον στενὴ εἶναι ὡς ἦτο ἡ τῆς μνηστευομένης Θεοτόκου πρὸς τὸν Ἰωσὴφ οὔτε κίνδυνος διαπομπεύσεως ὑπάρχει, ὅπως ἦτο εἰς τὴν Θεοτόκον, ἂν φανοῦν ντροπαλαί. Τοὐναντίον μάλιστα. Θὰ κινδυνεύσουν νὰ διαπομπευθοῦν ἂν δὲν φανοῦν ντροπαλαί.

Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο. Ἡ Θεοτόκος διὰ νὰ ἐντραπῇ τὸν ἄγγελον Γαβριὴλ καὶ τὸν μνηστῆρα της Ἰωσὴφ σημαίνει, ὅτι ἐντρεπόταν τὸν ἑαυτόν της. Μάλιστα! Πόσον πρέπει ὁ ἄνθρωπος ἄνδρας ἢ γυναῖκα νὰ ντρέπεται τὸν ἑαυτόν του. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος μόνος του εὑρισκόμενος δι’ ἀπροσέκτων βλεμμάτων, χειρονομιῶν, συλλογισμῶν, κοιμώμενος ἢ ξυπνητὸς δὲν ἐντρέπεται τὸν ἑαυτόν του. Ἐὰν τὸ ὁμόφυλον καὶ ἡ συγγένεια πρὸς ἄλλα πρόσωπα μᾶς δίδουσιν, ὡς εἴδομεν, μεγάλην οἰκειότητα καὶ ἀδιακρισίαν, νομίζομεν, ὅτι τὸ σῶμα μας, ἐπειδὴ εἶναι τὸ ἐγγύτερον εἰς συγγένειαν καὶ ὁμόφυλον, ἐπιτρέπεται νὰ χάσωμεν πρὸς αὐτὸ τὴν ἐντροπήν μας; Ὄχι! Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐντρέπεται τὸν ἑαυτόν του, θὰ ἐντραπῇ καὶ τοὺς ἄλλους, θὰ τὸν ἐντραποῦν καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἄγγελοι. Ἡ ἐντροπὴ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας. Ἡ ἐντροπὴ λοιπὸν ἂς ὑπάρχῃ ὄχι μόνον μεταξὺ ἑτεροφύλων ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἀλλὰ καὶ ὁμοφύλων ἀνδρὸς καὶ ἀνδρός, γυναικὸς καὶ γυναικός. Ἡ ἐντροπὴ ἂς ὑπάρχῃ ὄχι μόνον μεταξὺ ξένων ἀλλὰ καὶ συγγενῶν καὶ τῆς στενωτάτης συγγενείας μνηστῆς καὶ μνηστῆρος. Ἡ ἐντροπὴ ἂς ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν μας!

Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))


1η Ἰανουαρίου 1978


Ὅταν ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὸν Ἰωσὴφ τοῦ θύμισε τὴν ἀρχαία προφητεία (Ἠσ. 7.14) ἡ ὁποία ἔδινε τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ ἐρχόταν μία ἐποχὴ ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ζοῦσε ξανὰ ἀνάμεσα στὸ λαό Του, ὅπως ἦταν καὶ στὴν ἀρχὴ ἀχώριστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦσαν τὴ λέξη «Ἐμμανουὴλ» ἡ ὁποία στὰ Ἑβραϊκὰ σημαίνει «ὁ Θεὸς μαζί μας». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔχει ἐκπληρωθεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τώρα ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσά μας.

Τὸν παλιὸ καιρὸ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὕψωνε ὁλόκληρη τὴν ψυχή του, ὅλο τὸν ἐπίγειο πόθο του, ὁλόκληρη τὴν ἐλπίδα του γιὰ τὸν οὐρανὸ πρὸς ἐκείνη τὴ μυστηριώδη ἀπόσταση, τὴν κατοικία τοῦ ἀπρόσιτου Θεοῦ. Οἱ θρησκεῖες τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἀποσκοποῦσαν στὸ νὰ βροῦν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ θυσίες, μὲ μία δίκαιη ζωή, μὲ τὴν προσευχή, κάποιο σύνδεσμο, ἕνα τρόπο ἐπαφῆς μὲ αὐτὸ τὸ Θεὸ τὸν τόσο ἀκατάληπτο, τὸν τόσο τρομακτικὰ μακρινὸ στὴν ἁγιότητα καὶ τὸ ἄγνωστό Του. Κι ὁ Θεὸς αὐτός, ἐκείνη τὴ μαγικὴ βραδιὰ τῶν Χριστουγέννων ἔγινε ἄνθρωπος· μπῆκε στὸν κόσμο τῆς δημιουργίας ντυμένος μὲ ἀνθρώπινη σάρκα μέσω τῆς Ἀειπάρθενης Μαρίας. Τώρα δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ βροῦμε τὸ Θεὸ σὲ ἄγνωστα οὐράνια ὕψη, δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ Τὸν κατεβάσουμε σ' ἐμᾶς, νὰ ἑλκύσουμε τὴν προσοχή Του, τὸ ἔλεος, τὴ συμπάθεια, τὴ συμπόνια, τὴν ἀγαθότητά Του διότι γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, ὅτι βρίσκεται ἀνάμεσά μας, ὅτι ἡ μακραίωνη ἀναζήτηση ἔχει τελειώσει, ὅτι Ἐκεῖνος ὁ Ἴδιος ἔχει ἔλθει. Κάθε φορὰ ποὺ τώρα προσευχόμαστε στὴν ἐκκλησία, στὸ σπίτι, στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν μας, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας.

Σήμερα θυμόμαστε τοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ κι ὁ ἴδιος ὁ ναὸς μας εἶναι γεμάτος μὲ τὴν παρουσία τους. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι μαζί μας, κι ἡ Παναγία ποὺ Τοῦ ἔδωσε τὸ ἀνθρώπινό Του σῶμα καὶ τὴν ἀνθρώπινή Του ψυχή, κι ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ τοὺς προγόνους Του. Ἔχουμε διαβάσει ἕνα μεγάλο κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματά τους, μερικοὶ ἀνάμεσά τους μᾶς ἐκθαμβώνουν μὲ τὴ δικαιοσύνη τους, τὴν ἁγιότητα, θαῦμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης θὰ μποροῦσαν νὰ συμπεριληφθοῦν στὴ γενεαλογία τοῦ Γιοῦ τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἁμαρτωλοί τοὺς ὁποίους ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προβάλλει σὰν ἁμαρτωλοὺς χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ τοὺς δικαιολογήσει. Ὅλοι τους ὅμως εἶχαν μία κοινὴ ἰδιότητα, τὴ θεοστρέφεια: δύναμη τοῦ πόθου τους, μὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια πείνα τους ἀγωνίστηκαν νὰ βροῦν Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη καὶ φῶς, τὸ νόημα καὶ ἡ καταξίωση τοῦ παντός. Ἐπειδὴ κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ Θεὸ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐπειδὴ πολέμησαν τὴν ἁμαρτία ποὺ συχνά τοὺς ὑπερνικοῦσε καὶ τοὺς ὑποδούλωνε ἔγιναν ἄξιοι τοῦ Θεοῦ.

Δὲν εἶναι ὑπέροχο αὐτό; Δὲν εἶναι ὑπέροχο τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἀνταποκρίνεται ὄχι μόνο στὴν ἁγιότητα, τὶς ἡρωικὲς προσπάθειες ἤ τὶς προσευχὲς ἀλλὰ καὶ στὴν κραυγὴ τῶν ψυχῶν μας: «Κύριε, δὲν μπορῶ νὰ ζῶ χωρὶς Ἐσένα, ἡ θνητή μου φύση μὲ βασανίζει, τὰ πάθη μὲ τυραννοῦν, θάνατος βασιλεύει μέσα μου, ἡ γῆ μὲ τραβᾶ χαμηλὰ καὶ παρ' ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει μέσα μου μία ζωή, μία πείνα ποὺ μόνο ἀπὸ Ἐσένα μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ»;

Εἶναι εὔκολο νὰ γίνουμε τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι, φτάνει μόνο νὰ στρέψουμε τὴν προσοχὴ στὰ βάθη μας, φτάνει νὰ μὴ δοκιμάσουμε νὰ ἱκανοποιήσουμε τὴν πείνα ποὺ ἔχουμε μέσα μας μὲ γήινο ψωμί, τὴ δίψα μας μὲ τὴν ἀπατηλὴ μέθη ποὺ μᾶς δίνουν τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πόθο μας μὲ τὴν ψυχαγωγία. Ἂς δεχτοῦμε νὰ εἴμαστε οἱ πεινῶντες τοὺς ὁποίους θὰ χορτάσει ὁ Θεός, οἱ ζητοῦντες οἱ ὁποῖοι θὰ βροῦν, οἱ ἀγαπῶντες θὰ ἀγαπηθοῦν, οἱ ἀπεγνωσμένοι οἱ ὁποῖοι πέρα ἀπὸ κάθε ἐλπίδα θὰ δεχτοῦν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.

Ἐκεῖνος βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲ χρειάζεται νὰ τὸν ψάξουμε μακριά, εἶναι ἐδῶ. Γύρω μας ἔχουμε ὅλους τοὺς συγγενεῖς Του οἱ ὁποῖοι μᾶς λένε: «Κοιτάξτε ἐμᾶς, ἤμασταν ὅμοιοί σας, μερικοὶ καλύτεροι, οἱ περισσότεροι ὅμως ἀκόμη χειρότεροι ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔκανε συγγενεῖς Του διότι χωρὶς Ἐκεῖνον δὲν μπορούσαμε νὰ ζήσουμε».

Ἂς γίνουμε εἰλικρινεῖς, ἂς μὴν κλείνουμε τὰ μάτια καὶ ἀπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας. Θὰ συναντήσουμε τότε τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος, ὁ Ἐμμανουὴλ θὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ μὲ τὸ νικηφόρο Του ὄνομα «ΙΗΣΟΥΣ», ποὺ σημαίνει «ὁ Θεὸς νικᾶ». Νικᾶ ἐμᾶς, κατατροπώνει τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὸ θάνατο, τὰ πάντα καὶ τὸ ἀνακαλύπτουμε σὰν παντοτινὴ ἀγαλλίαση, σὰν τὴν ἴδια τὴ ζωή μας, τὴ νίκη μας, τὴ βασιλεία τῆς αἰώνιας ἀγάπης καὶ τῆς μακαριότητας.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2011

To θαῦμα τῆς πόρνης

Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἓνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία. Ὁ πόνος της εἶναι μεγάλος, διότι ἢδη ἒχει χάσει ἂλλα δύο παιδιά, καί τώρα ἒβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι της. Ὃσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία της. Ἦταν ἢδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὃταν ὃλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἓνα διπλανό κοριτσάκι ‘’ἐπί πληρωμῆ’’ καί ἀπό παρόρμηση πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε: Λυπᾶμαι πολύ, κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνει τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου. Σάν τό ἂκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μιά κουβερτούλα, τό ἒσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἒφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε. Σέ μιά στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά της μιά νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή «δουλειά της», ἦταν πόρνη. Μόλις ἒφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί...
τῆς ἒβαλε μέ βία τό παιδάκι της μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἒπεσε στά πόδια της καί φώναξε: «Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!!» Τά ἒχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια της μιά μάνα, στά χέρια της ἓνα παιδί πού ἒσβηνε. Τό εἶδε ὃτι ἒσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: Τί προσευχή νά κάνω τώρα, Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις «τελείωσα» τήν δουλειά μου. Ἂν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἂκουσε τουλάχιστον αὐτή τήν πονεμένη μάνα. Ἐκείνη τή στιγμή ἒγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἓνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί τό παιδί ἂνοιξε τά ματάκια του, φώναξε «μανούλα μου!» κι ἃπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τήν πόρνη, γιατί νόμισε ὃτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ το τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἒκανε τό θαῦμα Του!
Ὁ Θεός ἂκουσε τήν προσευχή μιᾶς ἁμαρτωλῆς, μιᾶς πόρνης καί ὂχι τῆς μάνας! Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα ‘’νερά’’ στήν ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὣστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον, ἂλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῶ ζωή. Δόξα στό Ὂνομά σου, Κύριε!

(Ἀπό τίς προσωπικές σημειώσεις τοῦ π. Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...