Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 20, 2011

Χριστουγεννιάτικα έθιμα απ' όλη την Ελλάδα

Πόσο "ελληνικό" είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο ; Πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο σαν σύμβολο;
Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, οι χριστουγεννιάτικες γενικά δοξασίες και παραδόσεις, αποτελούν ένα μίγμα από κατάλοιπα της λατρείας του Σατούρνο (μιας θεότητας που ταυτίζεται με τον Κρόνο) κι άλλων δοξασιών που αναμίχθηκαν με τις χριστιανικές, για να ξεχαστεί στο πέρασμα των αιώνων η αρχική τους προέλευση. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως η μέρα της Γέννησης του Χριστού και ταυτόχρονα σαν η πρώτη μέρα του χρόνου.
Ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στη Ρώμη στις 25 Δεκεμβρίου από το 336. Κι η ίδια αυτή μέρα ήταν κι η Πρωτοχρονιά.
Το δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο σύμβολο, χρησιμοποιήθηκε μετά τον 8ο αιώνα.
Εκείνος που καθιέρωσε το έλατο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο ΄Αγιος Βονιφάτιος, που για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, έβαλε στη θέση του το έλατο, σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων. Φυσικά, στο πέρασμα των αιώνων, το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές.
Κι αρχικά, για να συμβολίσει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού, άρχισε να γεμίζει το δέντρο-σύμβολο με διάφορα χρήσιμα είδη, κυρίως φαγώσιμα κι αργότερα ρούχα κι άλλα είδη καθημερινής χρήσης, συμβολίζοντας έτσι πρακτικά την προσφορά των Θείων Δώρων, για να εξελιχτεί προοδευτικά σ' ένα απαραίτητο διακοσμητικό είδος της μέρας αυτής, που αργότερα πήρε και τη θέση της "Δωροθήκης"- του χώρου δηλαδή που σ'αυτόν τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο. Για την Αγγλία ο Τσαρλς Ντίκενς, ο συγγραφέας εκείνης της εποχής, φρόντισε να ξαναπάρουν τα Χριστούγεννα την παλιά χαρούμενη γιορταστική μορφή τους, όσο κανένας άλλος. Κι αν σήμερα σ'ολόκληρο τον κόσμο το χριστουγεννιάτικο δέντρο θυμίζει αυτή τη μέρα, αυτό σίγουρα οφείλεται στον Ντίκενς, που σε διάφορα έργα του και πιο πολύ ακόμα στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του, και το πασίγνωστο Κρίστμας Κάρολ, το προβάλλει σαν βασικό χριστουγεννιάτικο σύμβολο. Στην πατρίδα μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν για πρώτη φορά στην Αθήνα οι Βαυαροί.
(το άρθρο αυτό είναι αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Ελληνοαερικανικού Εκπαιδευτικού ιδρύματος) Το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η ουσία των Χριστουγέννων.
Το έθιμο αυτό έχει ξενική προέλευση και όπως λέγεται το εισήγαγαν οι Βαυαροί.
Για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα ανάκτορα του 'Οθωνα το 1833 και μετά στην Αθήνα. Από το Β' παγκόσμιο πόλεμο και μετά το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες μπήκε σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
Πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι το χριστόξυλο ή δωδεκαμερίτης ή σκαρκάνζαλος ένα χοντρό ξύλο δηλαδή από αχλαδιά ή αγριοκερασιά.
Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους. Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν το χριστόξυλο στο τζάκι του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων.
Η στάχτη των ξύλων προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Το χριστόξυλο αντικαταστάθηκε από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το οποίο από τη Γερμανία εξαπλώθηκε και ρίζωσε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για να ταξιδέψει στη συνέχεια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ωστόσο, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η προέλευσή του δεν είναι γερμανική.
Ο καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας Κώστας Καλογύρης υποστηρίζει ότι το έθιμο του δέντρου έχει ανατολίτικη προέλευση.
Την άποψη του στηρίζει σε ένα συριακό κείμενο που υπάρχει σε χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν ναό που έχτισε το 1512 ο Αναστάσιος ο 'Α στα βόρεια της Συρίας και στον οποίο υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα.
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, το στόλισμα του δέντρου καθιερώθηκε από τον Μαρτίνο Λούθηρο, ο οποίος, περπατώντας τη νύχτα στα δάση και βλέποντας τα χειμωνιάτικα αστέρια να λάμπουν μέσα στα κλαδιά, συνέλαβε την ιδέα της τοποθέτησης ενός φωτεινού δέντρου στο σπίτι του, που θα απεικόνιζε τον έναστρο ουρανό απ' όπου ο Χριστός ήρθε στον κόσμο. Ομως σε μερικά μέρη όπως στη Λέσβο το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είναι από έλατο αλλά από κλαδί ελιάς το οποίο το στολίζουν με χρυσωμένα πορτοκάλια, καρύδια και διάφορα παιχνίδια. Πολλές φορές αντί για κλαδί ελιάς στολίζουν ξύλινα καραβάκια.

Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Σύμφωνα με αυτό, όποιες ενορίες επιθυμούν, κατασκευάζουν (βάσει μακέτας) πλοία, -πολεμικά ή εμπορικά- σε σμύκρινση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και ως προς την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομαδες, το πλήρωμα, του κάθε πλοίου τραγουδούν κάλαντα. Για να έρθουμε τώρα στις μέρες μας στο δίκτυο υπάρχουν διευθύνσεις για χριστουγεννιάτικα δέντρα.Εξάλλου το πλέον απαραίτητο αξεσουάρ των Χριστουγέννων είναι το ωραίο ελατάκι, αληθινό ή ψεύτικο, που φροντίζουμε να το στολίζουμε.
Στην Αμερική, τη χώρα του υπερκαταναλωτισμού υπάρχουν φάρμες που μεγαλώνουν έλατα ειδικά γι' αυτή τη γιορτή.

National Christmas Tree Associationhttp:www.christree.org
Η διεύθυνση οδηγεί στον τόπο Εθνικού Οργανισμού Χριστουγεννιάτικου Δέντρου της Αμερικής, που ασχολείται με την παραγωγή και την πώληση των δέντρων και σχετικές βιομηχανίες και υπηρεσίες.
Εδώ λοιπόν μπορούμε να μάθουμε τα πάντα για το απαραίτητο αξεσουάρ του εορταστικού στολισμού.
Ποιοι τύποι έλατου υπάρχουν στις ΗΠΑ, πώς μπορούν τα έλατα να φανούν χρήσιμα στο περιβάλλον και μετά την έλευση των εορτών (πραγματικά πολύ ενδιαφέρον), οδηγίες περιποίησης του χριστουγεννιάτικου δέντρου, διευθύνσεις με φάρμες δέντρων σε όλες τις πολιτείες της Αμερικής, πλήρεις οδηγίες κατεύθυνσης και πλήρης οδηγός του τι μπορεί κανείς εκεί να κάνει και να αγοράσει

Το χριστουγεννιάτικο ψωμί - ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή.
Το ζύμωμα είναι μια ιεροτελεστία .
Χρησιμοποιούν ακριβά υλικά , ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι , ροδόνερο , μέλι , σουσάμι , κανέλα και γαρίφαλα, λέγοντας: "Ο Χριστός γεννιέται , το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει."
Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ΄ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια.
Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί.
Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, δίνοντας πολλές ευχές. Απαραίτητος επάνω, χαραγμένος ο σταυρός.
Γύρω - γύρω διάφορα, διακοσμητικά σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών.
Την ημέρα του Χριστού, ο νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ' όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μερικοί, εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας.
'Οπως ο Χριστός έδωσε τον άρτον της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του. Γύρω από το χριστόψωμο υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Αναφέρονται στην ενότητα της Εκκλησίας και των λαών, με συμβολικό πρότυπο την ένωση των κόκκων του σίτου σ΄ ένα ψωμί. Οι λαοί κάποτε θα ενωθούν μ' ένα ποιμένα το Χριστό. Από τις προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που αναφέρεται στο ζύμωμα του χριστόψωμου.
Κατά τόπους φτιάχνεται σε διάφορες μορφές και έχει διαφορετικές ονομασίες όπως: "το ψωμό του Χριστού", "Σταυροί", "βλάχες" κ.ά."
Τα χριστόψωμα, αποτελούν το βασικό ψωμί των Χριστουγέννων και το ευλογημένο, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του.
Εκτός από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι νοικοκυρές φροντίζουν και για το ζύμωμα των χριστόψωμων. Το έθιμο αυτό διατηρείται σε ελάχιστα μέρη της Ελλάδας κυρίως στην Κρήτη. Η συνήθεια αυτή είναι πολύ βαθεία ριζωμένη.
Το ζύμωμα του χριστόψωμου θεωρείται έργο θείο και είναι έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Οι γυναίκες φτιάχνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια και υπομονή.

Σε πολλά μέρη τα χριστόψωμα, τα έφτιαχναν κεντημένα με ωραία σχήματα που γίνονταν πάνω στο ζυμάρι με διάφορα ποτήρια, μικρά ή μεγάλα ή κούπες από βελανίδια που συμβόλιζαν την αφθονία που ήθελαν να έχουν στην παραγωγή των ζώων και της σοδειάς του σπιτιού τους. Μερικοί συνήθιζαν στη μέση του χριστόψωμου να βάζουν ένα άβαφο αυγό που συμβόλιζε τη γονιμότητα.

Το Χριστόξυλο - ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας , από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.
Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού.
Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο , για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην πυροστιά το Χριστόξυλο.
Ο λαός λέει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο , ζεσταίνεται ο Χριστός , εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ .
Σε κάθε σπιτικό , οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.

Το πάντρεμα της φωτιάς Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας "παντρεύουν", τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά έργα.
Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους.
Στη Θεσσαλία, τα κορίτσια έβαζαν δίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά αγριοκερασιάς.
Τα λυγερά αυτά κλωνάρια αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες και μια καλότυχη γενικά ζωή. 'Οποιο κλωνάρι καιγόταν πρώτο σήμαινε ότι ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, καθώς και ποιο θα παντρευόταν πρώτο ανάλογα αν ήταν κέδρος ή αγριοκερασιά. Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.
Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και λέει: "Παντρεύω σε φωτιά για το καλό του νοικοκυριού".
Σε κάθε σπιτικό, προσπαθούν να διατηρήσουν τη φωτιά αυτή να καίει μέχρι τα Φώτα.
Η νοικοκυρά του σπιτιού έχει φροντίσει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Ο λαός λέει ότι καθώς καίγονται τα ξύλα αυτά, ζεσταίνεται ο Χριστός, εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ.

Κλωνάρια στο τζάκι Στη Θεσσαλία, επιστρέφοντας από την εκκλησία στο σπίτι, τα κορίτσια έβαζαν παραδίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου που τα ξεδιάλεγαν, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά από αγριοκερασιά.
Τόσο τα κορίτσια όσο και τα αγόρια φρόντιζαν τα κλωνάρια αυτά να είναι λυγερά, αφού αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες για την πραγματοποίηση μιας όμορφης ζωής. Παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον ποιο κλωνάρι θα καιγόταν πρώτο και τότε έλεγαν πως αυτό ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, και συγκεκριμένα πως θα παντρευόταν πρώτο.

Πρωτοχρονιά
Στα όμορφα Επτάνησα, ανάμεσα στο Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα, χαίρονται με ξεχωριστό τρόπο τις ημέρες του Δωδεκαημέρου.
Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία, τρώγοντας, πίνοντας, τραγουδώντας αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλο. Οι Κολόνιες:
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ οι κάτοικοι της πόλης γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του Νέου Χρόνου κατεβαίνουν στο δρόμο κρατώντας μπουκάλια με κολόνια και ραίνουν ο ένας τον άλλο τραγουδώντας:
Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε Χρόνους Πολλούς.
Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι "Καλή Αποκοπή" δηλαδή "με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό το χρόνο".

"Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε Ότι και αύριο εστί ανάγκη να χαρούμε και να πανηγυρίζομεν περιτομήν Κυρίου, την εορτήν του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου".
[Από το βιβλίο της Αγγελικής Θ. Μαστρομιχαλάκη, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα] "Οι παλιοί Αθηναίοι περίμεναν τον Άη Βασίλη από το βράδυ της παραμονής με ολάνοιχτες τις πόρτες των σπιτιών τους και επειδή σύμφωνα με την παράδοση, θα ήταν... κουρασμένος και πεινασμένος από το μακρινό ταξίδι του, έστρωναν ένα μεγάλο τραπέζι και το φόρτωναν με τα πιο εκλεκτά γλυκίσματα και φαγητά για να τον φιλοξενήσουν...γύρω από το τραπέζι αυτό μαζευόταν το βράδυ της παραμονής όλη η οικογένεια και περίμενε για ν' αρχίσει το φαγοπότι.
Τα μεσάνυχτα έσβυναν τις λάμπες τους κι έδιωχναν με γιουχαίσματα τον παλιό χρόνο, πετώντας πίσω του(!) στο δρόμο ένα παλιοπάπουτσο. "
[Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης] Το έθιμο του ροδιού της πρωτοχρονιάς διατηρείται και σήμερα.
Την ώρα που αλλάζει ο χρόνος στην εξώπορτα του σπιτιού πετάνε και σπάνε ένα ρόδι και μπαίνουν μέσα στο σπίτι με το δεξί πόδικάνοντας το ποδαρικό, ώστε ο καινούργιος χρόνος να τα φέρει όλα δεξιά, καλότυχα.
Τα παιδιά κρεμούν, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, τα παπούτσια και τις κάλτσες τους στα παράθυρα ή στο τζάκι περιμένοντας να περάσει ο Άη Βασίλης να τα γεμίσει δώρα.
[Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης] Στις Κυκλάδες θεωρούν καλό οιωνό να φυσάει βοριάς την πρωτοχρονιά.
Επίσης θεωρούν καλό σημάδι αν έρθει στην αυλή τους περιστέρι τη μέρα αυτή.
Αν όμως πετάξει πάνω από το σπιτικό τους κοράκι τους βάζει σε σκέψεις μελαγχολικές ότι τάχα τους περιμένουν συμφορές...
[Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης]

Σε μερικά χωριά όταν πλένονται το πρωί της Πρωτοχρονιάς αγγίζουν το πρόσωπό τους μ' ένα κομμάτι σίδερο, για να είναι όλο το χρόνο... "σιδερένιοι".
[Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης]

Με την Πρωτοχρονιά είναι συνδεδεμένες και πολλές προλήψεις.
Τη μέρα αυτή αποφεύγουν να πληρώνουν χρέος, να δανείσουν λεφτά, να δουλέψουν ή να δώσουν φωτιά. Όλα αυτά ξεκινούν από την προληπτική σκέψη: ό,τι κάνει και πάθει κανείς αυτή τη μέρα θα εξακολουθεί να συμβαίνει όλο το χρόνο !
[Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης]

Το ρόδι
"Χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι" Τι είναι;
Το ρόδι είναι σύμβολο αφθονίας, γονιμότητας και καλής τύχης. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας κρεμούσαν στο κάθε σπίτι, από το φθινόπωρο, ένα ρόδι.
Μετά τη Μεγάλη Λειτουργία της Πρωτοχρονιάς το πετούσαν με δύναμη στο κατώφλι για να σπάσει σε χίλια κομμάτια κι έλεγαν:
"Χρόνια Πολλά! Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος!" Κολλέγιο Αθηνών Δημοτικό.

Το ποδαρικό Πολλοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ακόμα και σήμερα ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους.
'Ετσι από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να έρθει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό.
Μόλις μπει στο σπίτι τον βάζουν να πατήσει ένα σίδερο για να είναι όλοι σιδερένιοι και γεροί μέσα στο σπίτι στη διάρκεια του καινούργιου χρόνου.
Η νοικοκυρά φιλεύει τον άνθρωπο που κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου. Συνήθως του δίνει μήλα ή καρύδια και μια κουταλιά γλυκό κυδώνι ή ότι άλλο γλυκό έχει φτιάξει για τις γιορτές. Αν ανήμερα την Πρωτοχρονιά έχει λιακάδα, πιστεύουν πως ο καιρός θα είναι ο ίδιος σαράντα μέρες.
Λένε: "Τ' άλιασε η αρκούδα τα αρκουδάκια της, δε θα 'χουμε χειμώνα βαρύ".
Αν όμως ο καιρός είναι άσχημος την Πρωτοχρονιά θα συμβεί το αντίθετο, δηλαδή σαράντα μέρες θα έχουμε βαρυχειμωνιά.

Οι μωμόγεροι
Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους Καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι "αβάφτιστα".
Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους.
Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.λ.π.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα.
Οταν συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

Οι καλικάτζαροι Ο μυλωνάς και τα καλικαντζαράκια
Το Δωδεκαήμερο βαστάει από τις 25 Δεκεμβρίου τα Χριστούγεννα, έως τις 5 Ιανουαρίου τα Μισόφωτα (Παραμονή των Φώτων).
Λένε ότι το Δωδεκαήμερο κάθε νύχτα κυκλοφορούν οι Καλικάτζαροι στους δρόμους και στα σπιτικά. Μα τι είναι αυτοί; Είναι αερικά, λέγανε οι γιαγιάδες πιο παλιά. Ο λαός μας τους βλέπει σαν κάτι μαυριδερά, ψηλά και ξερακιανά όντα που χορεύουνε και σαλταπηδούνε. Όλο το χρόνο βρίσκονται κάτω από τη Γη, στον κάτω κόσμο και ζηλεύουνε τον απάνω κόσμο.

Η ροδιά των Χριστουγέννων
Γι' αυτό, άλλοι με πριόνια και τσεκούρια κι άλλοι με μπαλτάδες, βάζουν όλη τους τη δύναμη, να κόψουν τους στύλους, που πάνω σ' αυτούς στηρίζεται η Γη, για να την κάνουνε να βουλιάξει. Όταν φθάνει το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, από φόβο μη βουλιάξει η Γη και τους πλακώσει, φεύγουν ευθύς, κι ανεβαίνουν πάνω στη Γη για να τυρρανέψουν τον κόσμο.
Έτσι οι Καλικάτζαροι γυρίζουν στους δρόμους, ανεβαίνουν στα κεραμίδια και καμιά φορά, όπως λένε, μπαίνουν από το τζάκι σε κανένα σπίτι που δεν είχαν θυμιάσει οι νοικοκυραίοι του. Γι' αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις μέρες φροντίζουνε και φράζουνε τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίνε λιβάνι σε θυμιατό και το τοποθετούν στο τζάκι, γιατί οι Καλικάτζαροι δεν αντέχουν αυτή τη μυρωδιά..
Διηγιότανε μια γυναίκα πως αφού ετοίμασε τα γλυκά της - βασιλόπιτες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα - είδε από το παράθυρο πως ξημέρωσε. Όμως είχε ξεγελαστεί από το φεγγάρι, γιατί λένε "του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο να 'ναι μέρα".
Έτρεξε και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά στο φούρνο. Τα παιδιά σηκώθηκαν. Όμως η αυγή αργούσε να 'ρθει και ξαφνικά σ' έν τρίστρατο ακούσαν φωνές και γέλια. Σε μια στιγμή γέμισε ο δρόμος Καλικάτζαρους. Άρπαξαν τα παιδιά τους πετάξανε ότι κρατούσανε και αρχίσανε ένα διαβολικό χορό τραγουδώντας:
- Ω!... στραβά ταψιά, με τα ψεύτικα ψωμιά, άλλα με τα άσχημα, πηδάτε, μπρε μπαγάσικα.
Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός, εξαντλημένοι οι Καλικάτζαροι αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού, κι αρχίσανε να τρέχουνε με στριγγλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους "που 'ναι κόκκινες σαν φλογίτσες φωτιάς" και κουνούσανε τις ουρές τους σαν το "φυσερό" εδώ και εκεί. Σαν ξημέρωσε και βγήκαν τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα, χωρίς να έχουν δυνάμεις να σηκωθούν. Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε αγιασμό και όταν συνήλθανε, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει οι Καλικάτζαροι.
Αυτά διηγιότανε και όλοι φοβότανε να βγουν αξημέρωτα από τα σπίτια τους όλο το Δωδεκάμερο.

Πολλοί από σας θα 'χετε ακούσει το παραμύθι για 'κείνα τα μικρούτσικα πλάσματα, τα μαύρα σαν κατράμι, που τις μέρες του Δωδεκαήμερου κάνουν λογιώ λογιώ τρέλες.
Μα ποια είναι αυτά τα πλάσματα που αναγκάζουν όσους βρουν έξω από τα σπίτια τους να χορέψουν μαζί του, εμποδίζουν τα ζώα να περπατήσουν, λερώνουν τα τρόφιμα των νοικοκύρηδων, κλέβουν γλυκά;
Ποια είναι; Κι από που ξεφύτρωσαν; Ναι! Ναι! ξεφύτρωσαν... Γιατί βγήκαν από τα βάθη της γης...
Είναι τα καλικαντζαράκια...
Έναν ολόκληρο χρόνο παλεύουν να κόψουν το δέντρο που στηρίζει τη γη. Ενώ όμως κοντεύουν να τελειώσουν το κόψιμο του δέντρου, φτάνουν τα Χριστούγεννα... Τότε αφήνουν κάτω τα πριόνια και τα τσεκούρια κι αποφασίζουν ν' ανέβουν στη γη να γλεντήσουν λιγάκι, πειράζοντας τους ανθρώπους...
Βράδυ, 24 Δεκεμβρίου, και να τους...
Λένε πως η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του 'Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά σιγά τα μικρά, αλαφροίσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους ή παγανά ή καλιοντζήδες ή τσιλικρωτά...
Οι άνθρωποι φαντάζονταν τους καλικάντζαρους αλλού σαν σκυλιά, αλλού σαν γάτες, αλλού σαν ανθρώπους μαλλιαρούς, αλλού σαν στραβοπόδαρους ή στραβομούτσουνους με καμπούρες, όλους, βέβαια, μαύρους σαν κατράμι και με ουρά όμοια με τους διαβόλου

Οι καλικάντζαροι - ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΪΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ Το Δωδεκαήμερο βαστάει από τις 25 Δεκεμβρίου , ημέρα των Χριστουγέννων, μέχρι τις 5 Ιανουαρίου , παραμονή των Φώτων.
Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονταν ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούσαν οι Καλικάντζαροι. Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι;
Όπως λοιπόν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες , ήταν αερικά , ξωτικά. Τους φαντάζονταν σαν κάτι μαυριδερά , ψηλά και κοκαλιάρικα κακάσχημα όντα, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου και που συνέχεια , όλη την ώρα, χοροπηδούσαν γκρινιάζοντας, φωνάζοντας και τραγουδώντας. Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω από τη γη, στον κάτω κόσμο και ζήλευαν τον απάνω κόσμο. Γι΄ αυτό λοιπόν ,άλλοι με πριόνια , άλλοι με τσεκούρια κι άλλοι με μπαλντάδες έβαζαν όλη τη δύναμή τους να κόψουν τους στύλους, που πάνω σε αυτή στηριζόταν η γη και να την κάνουνε να βουλιάξει.
Όταν έφτανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , από φόβο μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει , έφευγαν κι ανέβαιναν στον απάνω κόσμο , στη γη , για να τυραννήσουν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν οι καλικάντζαροι το Δωδεκαήμερο γύριζαν στους δρόμους , ανέβαιναν στα κεραμίδια και καμιά φορά , όπως λέγανε, έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού σε σπίτια που δεν τα είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους.
Γι΄ αυτό , για καλό και για κακό , εκείνες τις ημέρες φροντίζανε να φράζουν τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίγανε λιβάνι σε θυμιατό κοντά στο τζάκι , γιατί οι καλικάντζαροι δεν άντεχαν αυτή τη μυρωδιά.
Λέγανε κάποιοι ,παλιά , πως μια γυναίκα αφού ετοίμασε τα γλυκά της , βασιλόπιτες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, είδε από το παράθυρο πως ξημέρωσε.
Όμως είχε ξεγελαστεί από το φεγγάρι, γιατί όπως λένε: "του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο νά ΄ναι μέρα". Έτρεξε λοιπόν αυτή η γυναίκα και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά για ψήσιμο στο φούρνο.
Τα παιδιά σηκώθηκαν πρόθυμα , πήρε το καθένα από ένα ταψί και ξεκίνησαν για το φούρνο. Όμως η αυγή αργούσε να έρθει και ξαφνικά μέσα από τα κοντινά στενά ακούστηκαν αγριοφωνάρες και δυνατά γέλια.
Σε ελάχιστο χρόνο ο δρόμος γέμισε με καλικαντζαράκια. Άρπαξαν τα παιδιά , τους πετάξανε ό, τι κρατούσανε και άρχισαν έναν τρελό χορό χτυπώντας τα ταψιά και φώναζαν:
"-Ω!... στραβά ταψιά , με τα ψεύτικα ψωμιά , άλλα με τα άσχημα, πηδάτε βρε μπαγάσικα ..." Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός , εξαντλημένα τα καλικαντζαράκια αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού κι αρχίσανε να φεύγουν τρέχοντας με στριγγλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους που ήταν κατακόκκινες σαν τις γλώσσες της φωτιάς και κουνούσαν τις ουρές τους εδώ κι εκεί...
Όταν ξημέρωσε και βγήκαν οι άνθρωποι να πάνε στις δουλειές τους, βρήκαν στο δρόμο τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα , χωρίς να έχουνε δυνάμεις για να σηκωθούν.
Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε με αγιασμό και όταν συνήλθαν, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει τα καλικαντζαράκια. Αυτά λέγανε οι παλιοί για τους καλικάντζαρους κι όλοι φοβόντουσαν να βγουν έξω από τα σπίτια τους πριν ξημερώσει, όλο το Δωδεκαήμερο. Εσείς όμως , σήμερα , δεν πιστεύω να φοβηθήκατε , γιατί όλα αυτά είναι ωραία παραμυθάκια του παλιού καιρού! (κείμενα από το βιβλίο της δασκάλας Αγγελικής Μαστρομιχαλάκη "Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια" Καλικάντζαροι Tα παγανά, τα γνωστά σε όλους μας καλικαντζαράκια, οι παραδόσεις και οι θρύλοι τα θέλουν να παίζουν σπουδαίο ρόλο και να επηρεάζουν σημαντικά τις συνήθειες και τα έθιμα αυτών των ημερών. Από τα Χριστούγεννα και μέχρι τα Θεοφάνια οι πιστοί στην Ηπειρο έβαζαν άλλοτε στο τζάκι δώδεκα αδράχτια για να τα βλέπουν οι καλικάντζαροι να μη κατεβαίνουν από την καπνοδόχο. Στα Γρεβενά ανάβουν ένα μεγάλο κούτσουρο, στη γωνιά από την παραμονή των Χριστουγέννων και η φωτιά καίει συνέχεια μέχρι τα Φώτα για να προστατεύει την οικογένεια από τους καλικάνταρους. Ενώ, οι πιστοί στις παραδόσεις από την Κρήτη από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Φώτα, που φεύγουν οι καλικάντζαροι, δεν τρώνε ελιές, φασόλια και σύκα για να μην βγάλουν καλόγηρους. Στην Κρήτη, λένε ότι εκεί κάτω στα έγκατα της γης τα καλικαντζαράκια κρατούν ένα τεράστιο πριόνι κι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Θέλουν να τον κόψουν, για να δουν τη γη να γκρεμίζεται και τους ανθρώπους να υποφέρουν.
Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και πολύχρονη προσπάθεια για να τον κόψουν. Σίγουρα κάποια μέρα θα τα καταφέρουν, αν δεν είχαν τη συνήθεια να ανεβαίνουν πάνω στη γη κάθε χρόνο την παραμονή των Χριστουγέννων, για να πειράξουν τους ανθρώπους. Η παραμονή τους στη γη διαρκεί δώδεκα μέρες . Αφήνουν λοιπόν μισοκομμένο το στύλο που στηρίζει τη γη και θα συνεχίσουν αυτή την προσπάθεια, όταν ξαναγυρίσουν στα τάρταρα. Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούν τα καλλικαντζαράκια για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη γη. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από τις μυριάδες τρύπες που βρίσκονται πάνω στο στερεό φλοιό της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές και τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από τις μυρμηγκιές και διάφορες άλλες μικροσκοπικές τρύπες της γης! Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών, τους ανηφοράδες των σπιτιών.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα, στους λύχνους που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για το φωτισμό στα χωριά. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Η ονομασία τους προέρχεται από το επίθετο "καλός" και από το "κάνθαρος". Ο λαϊκός άνθρωπος φανταζόταν τους καλικάντζαρους τριχωτούς με μορφή τράγου που σύχναζαν στα τρίστρατα.
Τους εξευμένιζαν καίγοντας αλάτι ή κρεμώντας πίσω από την πόρτα κατωσάγονο ή πανωσάγονο χοίρου.
Οι καλικάντζαροι εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών.

Το τάισμα της βρύσης Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων (αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς), πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση "για να κλέψουν το άκραντο νερό". Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ' όλη τη διαδρομή. Όταν φτάνουν εκεί, την "ταΐζουν", με διάφορες λιχουδιές: βούτυρο, ψωμί, τυρί... Και λένε: "Όπως τρέχει το νερό σ' βρυσούλα μ', έτσ' να τρέχ' και το βιο μ'".
Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, "κλέβουν νερό" και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από τ' άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.

Η γαλοπούλα
Κύριο πιάτο την ήμερα των Χριστουγέννων είναι η γαλοπούλα.
Την πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν να φτιάχνουν κότα ή"κούρκο" (γαλοπούλα) γεμιστό με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρεμμύδιπιπέρι και μαϊντανό, όλα καβουρδισμέναΤο έθιμο της Γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ.
Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές της χώρας μας διατηρείται το έθιμο της κοτόσουπας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία και στην Κρήτη Παλαιότερα η κοτόσουπα αποτελούσε το κυρίως πιάτο που έτρωγαν οι Έλληνες όταν επέστρεφαν από την εκκλησία.
Ενα άλλο συνηθισμένο πιάτο είναι το ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού).
Υπήρχε όμως και η εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΘΡΑΚΗΣ Ά Κόολιαντα- κόολιαντα κόοολιαντα –ντα

Έτσι τραγουδούσαν, τα μεσάνυχτα προς την Παραμονή των Χριστουγέννων, τα τρανά παιδιά, μόνο αγόρια, από τα δώδεκα έως και τα δεκαπέντε τους χρόνια “οι Κολιαντράδες”, όπως λέγονταν. Ξεχύνονταν σε όλο το χωριό, παρέες -παρέες για να αναγγείλουν πρώτοι αυτοί, τη γέννηση του Χριστού. Ήταν ντυμένοι καλά, γιατί συνήθως, τις μέρες αυτές δεν έλειπαν το κρύο και τα χιόνια, όπως λέει και το γνωστό σε όλους τραγούδι “χιόνια στο καμπαναριό, που Χριστούγεννα σημαίνει, χιόνια στο καμπαναριό, ξύπνησε όλο το χωριό”. Κάθε παιδί κρατούσε το καλοφτιαγμένο από κρανιά δεκανίκι του, που μόνο του μαστόρεψε και φιλοτέχνησε, γι' αυτή εδώ την τόσο μαγική και ξεχωριστή για τα παιδιά της ηλικίας του, νύχτα. Αυτό το δεκανίκι, που συμβόλιζε “τη ράβδο” των βοσκών, τους βοηθούσε στο να στηρίζονται, να αμύνονται στις άγριες και επικίνδυνες επιθέσεις των σκυλιών αλλά και για να χτυπούν με σημασία την πόρτα του νοικοκύρη εκείνου, που παρά τα μεγαλόφωνα χωρατάδια τους και τα κολιαντίσματά τους, έκανε ότι τάχα δεν τους άκουγε. Κάποιο από την παρέα των 3-5 παιδιών κρατούσε φαναράκι ή φακό τα τελευταία μεταπολεμικά χρόνια. Το φως του βοηθούσε για να βλέ­πουν που πατούν και να μαζεύουν τα καρύδια, που μαζί με τα “σπορίδια”, σκορπούσε στην αυλή της η νοικοκυρά του σπιτιού φωνάζοντας τα “πουλ'- πουλ'- πουλ'”, ακριβώς έτσι, όπως έκανε καθημερινά για το τάισμα των πουλερικών της. Εκείνα τα χρόνια τα πουλερικά αφθονούσαν στα σπίτια, για την καλύτερη διατροφή της οικογένειας.

Σχετικά με τα πάρα πάνω δρώμενα ο Κώστας Καραπατάκης γράφει:“Στην Αγιά- Σωτήρα του Βοΐου, οι νοικοκυρές βάζανε τα “βλιάγματα'” σ' ένα κόσκινο και σηκώνοντας το ψηλά τα 'ριχναν κάτω και από κει τα μάζευαν τα παιδιά σπρώχνοντας το ένα το άλλο, φωνάζοντας: “Να γέν' αρνιά! Να γέν' κατσίκια! Να γέν' κλωσσαριές2!” Όλα αυτά γίνονταν όπως φαίνεται, για να πάει καλά η σοδειά όλο το χρόνο και ν' αποκτήσει το σπίτι, πουλερικά, βαμπάκια, σιτηρά και όλα τα αγαθά του θεού. Οι κολιαντράδες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να μιλούν μεταξύ τους στο δρόμο, για να προλάβουν να πάνε σε περισσότερα σπίτια, πριν από τα άλλα παιδιά. Αυτό το φρόντιζαν ιδιαίτερα γιατί ήξεραν ότι το έθιμο ήταν το κάθε σπίτι να ρίξει μια φορά τα σπορίδια που έβαζε η νοικοκυρά στο κόσκινο. Τα καρύδια που μάζευαν τα έβαζαν στον τρουβά3, που είχαν κρεμα­σμένο στον ώμο τους. Την ώρα που τα μάζευαν, παρά τη βιασύνη τους, πρόσεχαν αν είναι πολλά και γερά. Αλίμονο στη νοικοκυρά που θα τολμούσε να τους ξεγελάσει με λίγα ή κούφια καρύδια. Εξαγριώνονταν τότε οι Κολιαντράδες και άρχιζαν να απειλούν και να φωνάζουν λέγοντας μεταξύ άλλων:

“τουν άντρα σου τουν γ-κιρατά
δεσ' τουν άπου τ' αμάξι
κι παρακαλά του Θιό
να στράψει να τουν γ-κάψει”

Έφθαναν δε στο σημείο ν' αρπάξουν την “τρουχλιά4” ή την πόρτα της αυλής, που την ξήλωναν από τη θέση της για να τα μεταφέρουν σε άλλο σπίτι ή στην πλατεία του χωριού. Σκοπός τους ήταν να διαπομπεύσουν το νοικοκύρη για την πονηριά του και την τσιγκουνιά του. Αυτό το πετύχαιναν γιατί ο νοικοκύρης, που το πάθαινε, ντροπιασμέ­νος έψαχνε το πρωί για την πόρτα ή το κάρο του. Είχε γίνει πια έθιμο στο χωριό. Όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Φαίδων Κουκούλες αυτό το συνήθιζαν και οι βυζαντινοί Καλαντιστές. Σαν τέλειωναν όλα τα σπίτια του χωριού και γέμιζαν τους τρουβάδες τους με καρύδια, συγκομιδή που τους δικαίωνε για το ξενύχτι και τον κόπο τους, επέστρεφαν στα σπίτια τους ευχαριστημένοι και χαρούμενοι και πήγαιναν για ύπνο μέχρι τα ξημερώματα οπότε θα ακούγονταν κάλαντα από τα μικρότερα παιδιά του χωριού. Το γραφικό και απλό αυτό έθιμο που περιγράψαμε με συντομία, έχει ευετηριακό, ευγονικό, αλλά και ανακοινωτικό χαρακτήρα.

Οι Κολιαντράδες αυτής της βάρδιας, με τα νυκτερινά κόλιαντα ή κόλιαντρά τους, συμμετέχουν βέβαια με πάθος στο δρώμενο αυτό, χωρίς να λογαριάζουν τον κόπο και το ξενύχτι τους, αλλά σαν κύριο στόχο τους έχουν να ανακοινώνουν κάτι πολύ πιο σοβαρό και σημαντικό. Με την πράξη τους αυτή γίνονται οι πρώτοι αγγελιοφόροι της γέννησης του θείου βρέφους. Γι' αυτό και τολμώ να τους παραλληλίσω με τους αγραυλούντες ποιμένες της ουράνιας εκείνης βραδιάς, που αξιώθηκαν να ακούσουν το σωτήριο και θείο μήνυμα από αγγελικά στόματα, που προστακτικά σχεδόν τους έλεγαν “πηγαίνετε... και ευρήσετε βρέφος5...” Εκείνοι, έτρεξαν και είδαν, το θείο βρέφος, άκουσαν καθαρά και με κατάπληξη τα πρώτα εκείνα κάλαντα των αγγέλων που λέγανε “Δόξα εν υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη εν6....” Και τα ανήγγειλαν σε όλους τους ανθρώπους, αψηφώντας τον κίν­δυνο που διέτρεχαν από τους καραδοκούντες Ιουδαίους και τον τρομε­ρό και αδίστακτο βασιλιά τους, Ηρώδη. Έτσι οι Κολιαντράδες, σαν γνήσιοι συνεχιστές της παράδοσης, των ηθών και των εθίμων, συμμετέχουν χαρούμενοι και σεβαστικοί στη γιορ­ταστική ζωή του χωριού, που είναι τόσο συνταιριασμένη με την καθημε­ρινή ζωή του μόχθου και της αγωνίας για το αύριο. Κι του χρον' λένε και φεύγουν για να ξανάρθουν τον επόμενο χρόνο, να μας τα πουν, να χαρούν και να μας χαροποιήσουν. Φεύγουν, γιατί σε λίγο θα πάρουν τη σειρά τους τα μικρότερα παιδιά, για να μας επιβε­βαιώσουν ότι είναι αλήθεια αυτό που ακούσαμε από τους Κολιαντρά­δες.

Β' Κόλιαντα -Κόλιαντα Κόλιαντα Μπαμπού τσι' τσι' (τσίου- τσίου)

Με αυτό το ευχετικό τραγούδι τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάτω των δέκα χρόνων, ξεχύνονταν στους δρόμους από τα ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων, για να αναγγείλουν και αυτά με τη σειρά τους την γέννηση του Χριστού. Αδιαφορούσαν για το κρύο και το χιόνι που είχε σκεπάσει τις στέγες, τα δέντρα, τους δρόμους και τα σοκάκια. Ντυμένα καλά, με τον κόλιαντρο δεμένο στη ζώνη τους και με το τζιντάνι7 στον ώμο ή στο χέρι, για να βάζουν μέσα ό, τι θα τους έδιναν οι νοικοκυρές, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας εν χορώ και με όση φωνή είχαν, Κόλιαντα-Κόλιαντα. Γυρίζανε όλα τα σπίτια, τα συγγενικά, τα φιλικά και όλου του χωρι­ού. Μόνο στα σπίτια που είχαν λύπη, πρόσφατο πένθος, για κάποιο πολύ δικό τους πρόσωπο, δεν πήγαιναν να τα πούνε. Οι νοικοκυρές περίμεναν με συγκίνηση και χαρά, ιδιαίτερα τα μι­κρότερα παιδιά, να ακούσουν τις χαρούμενες παιδικές φωνές, που μέσα στην γιορταστική αυτή ατμόσφαιρα, φάνταζαν αγγελικές.

Τα κλουρούδια που θα περνούσαν στον κόλιαντρο τους καθώς και τα άλλα καλού­δια, σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, ξυλοκέρατα, και καμιά δραχμή, ήταν έτοιμα από την προηγούμενη μέρα· ήταν ένα φιλοδώρημα από καρδιάς και τα δικαίωνε για τη θυσία που έκαναν να φέρουν τη χαρούμενη είδη­ση στο κάθε σπίτι. Αν μάλιστα κάποια νοικοκυρά, και το έκαναν πολλές αυτό, τα έβαζε μέσα για να ξαποστάσουν και να ζεσταθούν, τότε ξεχνούσαν το τσουχτερό κρύο, αν και τα χέρια τους και οι μύτες τους ήταν κατακόκκινα και παγωμένα. Αφού έπαιρναν μια ανάσα και έτρωγαν επί τόπου κάποιες από τις λι­χουδιές, που εκείνα τα χρόνια σπάνια απολάμβαναν στο χωριό, έφευγαν να πάνε σε άλλο σπίτι, μέχρι να τα τελειώσουν όλα και να γυρίσουν στα σπίτια τους με τον κόλιαντρο φορτωμένο κουλουράκια, το τζιντάνι γεμάτο και με τις καρδιές ανοιχτές για προσφορά και απολαβή της αγά­πης, της αγάπης όπως την εννοούν οι αγνές παιδικές ψυχές, της αγάπης όπως τη δίδαξε ο Χριστός, που όταν μερικοί θέλησαν να τα εμποδίσουν να πάνε κοντά του.

Εκείνος τους είπε: Άφετε τα παιδία έλθείν προς με8. Με αυτά τα συναισθήματα, καθισμένα δίπλα στο τζάκι, έκαναν σχέ­δια για τα Σούρβαλα της Πρωτοχρονιάς, που είναι μια διπλή χριστιανι­κή γιορτή. Γιορτή για την Περιτομή του Κυρίου, δηλαδή, το Βάπτισμα Του σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο, που τον υιοθέτησε και η Μωαμε­θανική θρησκεία και γιορτή για τον ερχομό του Αγίου Βασιλείου. Ωστόσο μετά από τα κόλιαντα και των μικρών παιδιών, σειρά είχαν τώρα τα πιο μεγάλα παιδιά, οι Χριστοϊαννάδες. Ας τους απολαύσουμε.

1.Διάφοροι ξηροί καρποί.
2. Κώστα Καραπατάκη, Το Δωδεκάμερο των Χριστουγέννων, σελ. 57, 1981, Αθήνα.
3. torba: Λ.Τ. σακίδιο.
4.Δίτροχο αμάξι (κάρο), δηλ. το μπροστινό σκέλος του κάρου.
5.Λουκ. κεφ. β 'στίχ. 8-12.
6.Λουκ. κεφ. β 'στίχ. 14.
7.Η σχολική τσάντα που ήταν καμωμένη από πανί του αργαλειού.
8.Ματθ. κεφ. 19, στίχ. 13-15.

Η Γουρουνοχαρά Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Θεσσαλίας είναι το σφάξιμο του γουρουνιού.
Πριν το 1940, πολλές οικογένειες έκαναν τα πάντα για να έχουν τον μεγαλύτερο χοίρο, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρο, ζεστό νερό και αλάτι. Ήταν η εποχή που οι οικογένειες εξέτρεφαν τα χοιρινά για το κρέας και το λίπος τους. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ ώστε το λίπος του να είναι αρκετό. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα.
Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της...
Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που έφταναν πολλές φορές τα 20-25. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι' αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν "έλα να σφάξουμε το γουρούνι", αλλά "έλα, έχουμε γουρουνοχαρά".
Το σφάξιμο των γουρουνιών δεν συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες κατά περιφέρειες.
Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5-6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά, ανάλογα με την παρέα.
Οι περιοχές που έσφαζαν τα γουρούνια μετά τα Χριστούγεννα, το επειδή πριν νήστευαν και ήθελαν να μεταλάβουν, χωρίς να έρθουν σε επαφή με τη μυρωδιά του κρέατος. Επίσης, ήθελαν να διασκεδάσουν με ένα καλό φαγοπότι, κάτι που τους απαγόρευε η νηστεία, την οποία τηρούσαν.
Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, ημέρα του Αγίου Στεφάνου.
Γι' αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν "γρουνοστέφανος ή γουρουνοστέφανος". Υπάρχουν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο, μετά τα Χριστούγεννα.
Η εργασία ήταν σκληρή και ο σφαγέας έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τσεκούρι για να αποκόψει την καρωτίδα. Πολλές φορές, για ορισμένους λόγους, προπαντός υγείας ή προληπτικούς, το τουφέκιζαν με το όπλο "γκρα" και έμενε στον τόπο, ενώ με πιστόλι τραυματισμένο πολλές φορές το έβαζε στα πόδια. Υπήρχαν περιπτώσεις που δεν το πετύχαιναν, οπότε το γουρούνι έτρεχε να ξεφύγει έως ότου το αποτελείωναν και με άλλες τουφεκιές. Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι δυνατό και τεχνικό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν και έκαναν τα λεγόμενα γρουνοτσάρουχα, που τα φορούσαν για όλο το χρόνο και προπαντός στα χωράφια. Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά τεμάχια.
Το αλάτιζαν και το έβαζαν σε πιθάρια για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τους τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Παλιότερα, πριν από το 1920, το κρέας αυτό το τοποθετούσαν στο ίδιο το δέρμα του γουρουνιού.
Αφού τελείωναν όλες τις δουλειές, καταπιάνονταν ύστερα με το γέμισμα των λουκάνικων, για τα οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. Το κρέας το έκοβαν κομματάκια με ψαλίδια ή μαχαίρια.
Τ ο έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο και γι' αυτήν τη δουλειά ασχολούνταν κυρίως αγόρια και κορίτσια 10-15 χρονών. Αυτό το κομμένο κρέας το έριχναν και έβραζε σε μικρό καζανάκι (σύβρασμα) μαζί με κομμένα πράσα και διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Γι' αυτή τη δουλειά όλοι οι άντρες ήταν καθισμένοι γύρω από το καζάνι, και όταν κρύωνε λίγο, άρχιζαν με τους γεμιστήρες (κοκκαλάρια) να γεμίζουν τα λουκάνικα. Ενώ που έβραζε το κρέας, η φωτιά με τα κούτσουρα δούλευε και οι μπριζόλες ψήνονταν για να τις γευθούν όλοι οι συγγενείς και φίλοι της "γουρουνοχαράς". Συγχρόνως, η νοικοκυρά ετοίμαζε τα διάφορα και πλούσια φαγητά, πίτες και μαγειρεμένο κρέας δύο-τριών ειδών, για να περιποιηθεί όλους τους καλεσμένους της γουρονοχαράς.

Το στρώσιμο του τραπεζιού δεν αργούσε και τα πιάτα με τα φαγητά ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Μετά το φαγητό, συνέχιζαν το κρασί και άρχιζαν τα τραγούδια, προπαντός τα κλέφτικα και το χορό. Την επόμενη όμως μέρα είχαν πάλι γουρνοχαρά στο σπίτι κάποιου από την παρέα. Έτσι η γιορτή διαρκούσε μέρες και οι άνθρωποι γλεντούσαν με την ψυχή τους.Αυτές τις ημέρες, αν περνούσε κανείς από κάποιο χωριό το βράδυ, θα άκουγε τουλάχιστον σε 30-40 σπίτια τα τραγούδια και τις φωνές της γουρουνοχαράς. Τα παλαιότερα χρόνια τα γλέντια αυτά τα συνόδευαν πάντοτε πυροβολισμοί, που ενθουσίαζαν πιο πολύ τους γλεντζέδες.
Η γουρουνοχαρά κράτησε, με όλη την αίγλη της, μέχρι το 1940. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά τα μεγάλα γεγονότα, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, ανέκοψαν τον ενθουσιασμό και ανέτρεψαν μια παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες.
Το λίπος, το λεγόμενο παστό, το έκοβαν μικρά κομματάκια και το έλιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του. Η φωτιά έπρεπε να καίει με ένταση χωρίς να ελαττώνεται καθόλου, ώστε το λιώσιμο να γίνεται κανονικά για κάθε καζάνι. Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι τσιγαρίδες. Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν ο σουφλιμάς στη θράκα με μπόλικη ρίγανη και η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με κοκκινοπίπερο και ρίγανη.
Το λιωμένο λίπος το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί το θεωρούσαν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες.
Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.


Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ - ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Η βασιλόπιτα είναι συνδυασμός του «εορταστικού άρτου» και του «μελιπήκτου» των αρχαίων προσφορών, τόσο προς τους θεούς όσο και προς τους νεκρούς ή τους κακούς δαίμονες για την εξασφάλιση της υγείας, της καλής τύχης και της ευλογίας του Αγίου Βασιλείου. Είναι άρτος χαρούμενος, όταν γίνεται φουσκωτή από ζύμη και κόβεται ανήμερα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς και επίπεδος, σχεδόν νεκρολατρικός, όταν ετοιμάζεται άζυμη αποβραδίς και κόβεται στο δείπνο ή τα μεσάνυχτα. Είναι οπωσδήποτε μια προσφορά στους θεούς και στους αγίους ή στα αόρατα πνεύματα των νεκρών και των άλλων στοιχειών. Απόδειξη τα κομμάτια που ξεχωρίζουμε για το Χριστό, την Παναγία, τον Αι Βασίλη, το σπίτι, τους αγρούς, τα ζώα, τους πεθαμένους και τους ξενιτεμένους.
Μία παράδοση της Κωνσταντινούπολης λέει τα εξής: Όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισαρεία, ο Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. «Σας ζητάω αμέσως, τους είπε εκείνος, να μου φέρει ο καθένας ό,τι πολύτιμο αντικείμενο έχει». Μάζεψαν πολλά δώρα και βγήκαν μαζί με το Δεσπότη τους οι κάτοικοι της Καισαρείας να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μεγάλου Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραύνθηκε χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι κι ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα πολύτιμα αντικείμενα τους. Ο χωρισμός όμως ήταν δύσκολος γιατί είχαν προσφέρει πολλά όμοια αντικείμενα, δηλαδή δαχτυλίδια, νομίσματα κ.λ.π. Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργό τρόπο: Διέταξε να κατασκευασθούν το απόγευμα του Σαββάτου μικρές πίτες και μέσα σε καθεμιά τοποθέτησε από ένα αντικείμενο. Την επόμενη μέρα έδωσε από μία σε κάθε Χριστιανό. Και τότε έγινε το θαύμα! Μέσα στην πίτα του βρήκε ο καθένας ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε, λέει η παράδοση, κάθε χρόνο, στη γιορτή του αγίου Βασιλείου, κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα.

Ας δούμε τώρα και μερικές περιγραφές προσφύγων από τις παλιές πατρίδες.


ΠΟΝΤΟΣ
Στον Πόντο, για τ' ανύπαντρα κορίτσια έλεγαν : Εσύ κορίτσι που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιο άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά από τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψε τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά και στάσου εκεί τα μεσάνυχτα και πες :
Ω! Γενάρη, Καλαντάρη και καλά
καλαντισμένε, εκεί στις Άκριες που θα πας
κι εκεί που θα γυρίσεις εκεί 'ναι οι Μοίρες
των Μοιρών και η δική μου Μοίρα. Αν
είναι πλούσια και καλή, πες της να 'ρθει να
μ' εύρει, αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να
'ρθει να μ' εύρει.
Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες.

Κίος Βιθυνίας (στην Προποντίδα)
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά έκανε μια πίτα, τον «Αϊ-Βασίλη». Μέσα στην πίτα έβαζε ένα φλουρί κι απάνω πατούσε το δικέφαλο αετό, τέσσερις φορές σταυρωτά, με τις κεφαλές προς τη μέση. Το βράδυ στις 8 έστηναν τον ψημένο Αϊ-Βασίλη στην άκρη του τραπεζιού όρθιο κι ακουμπούσε στον τοίχο. Έπαιρνε τότε ο νοικοκύρης το κλωνάρι της ελιάς που είχε κόψει το πρωί και το κάρφωνε στον Αϊ-Βασίλη λέγοντας τις παρακάτω ευχές : «Με το καλό να μπει Αϊ-Βασίλης», «Να 'μαι γερός να ξανακάμομε την πίτα». Κατόπιν, αν είχαν χρυσή αλυσίδα την έβγαζαν και την κρεμούσαν στον Αϊ-Βασίλη. Ένα - ένα μέλος της οικογένειας τότε πλησίαζε και κρεμούσε ό,τι χρυσό αντικείμενο είχε κι έλεγαν «Και του χρόνου να 'μαστε καλά!». Το πρωί, ύστερα από την εκκλησιά, έκοβαν την πίτα. Κάθιζαν όλοι γύρω από το τραπέζι κι ο νοικοκύρης έκοβε την πίτα σε κομμάτια. Το πρώτο ήτανε του νοικοκυριού, το δεύτερο του Αϊ-Βασίλη, το τρίτο της νοικοκυράς, το τέταρτο της δουλειάς, τα υπόλοιπα των μελών της οικογένειας και ένα για τους ξένους. Αμέσως ψάχνει καθένας να δει αν του έτυχε το φλουρί. Κοιτάζουν και το κομμάτι της δουλειάς. Αν τύχει εκεί το φλουρί η δουλειά θα πάει καλά όλο το χρόνο.

Καστανιές Ανατολικής Θράκης
Τη Βασιλόπιτα την έκαναν φυλλωτή. Έβαζαν γόμο (γέμιση) πλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον «παρά», το νόμισμα, και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά τη σταύρωνε τρεις φορές κι ύστερα τον έχωνε στο ζυμάρι, θα να βάλει πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί, για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκια τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια... Στους λυπημένους που έστελναν πίτα, εκείνοι δεν την έκοβαν με το μαχαίρι αλλά ο καθένας έκοβε με το χέρι ένα κομμάτι. Την παραμονή το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι εννιά ειδών φαγητά και πολλών ειδών οπωρικά, στη μέση τη βασιλόπιτα, τρία ψωμιά κι ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί... Αφού έτρωγαν έκοβαν την πίτα. Σ' όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε». Τον «βασιλεμένο» παρά τον έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν : «Και του χρόνου καλύτερα!». Τον παρά τον άφηναν στα εικονίσματα και τον επόμενο χρόνο τον έβαζαν στην άλλη πίτα.
Έθιμα των Καππαδόκων
Υπήρχε μια πληθώρα ηθών και εθίμων που συνόδευαν την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Καππαδοκίας σε όλες της σχεδόν τις εκδηλώσεις. Τα περισσότερα από αυτά έχουν λατρευτικό χαρακτήρα λόγω του έντονου θρησκευτικού συναισθήματος που διακατείχε τους Καππαδόκες. Ελάχιστα είναι τα εξωχριστιανικά έθιμα και αυτά αναφέρονται στην απομάκρυνση κακών πνευμάτων και δαιμόνων. Καταγράψαμε τα ήθη και τα έθιμα και τα συνθέσαμε κατά ενότητες παρακολουθώντας τα παράλληλα με το χρόνο που τελούνταν.
Τα Χριστούγεννα τα έλεγαν οι Καππαδόκες Μικρό Πάσχα. Από την παραμονή 24 Δεκεμβρίου άρχιζαν οι προετοιμασίες, Έσφαζαν κοτόπουλα ή μεγαλύτερα ζώα που τα μοιράζονταν περισσότερες οικογένειες. Σ' όλα τα σπιτικά ζύμωναν πίττες με αλεύρι, γάλα, αυγά, ζάχαρη και βούτυρο. Οι γυναίκες πήγαιναν στους στάβλους όπου άναβαν κεριά στα παχνιά των ζώων και θυμιάτιζαν.
Τη νύχτα της παραμονής, περασμένα μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας. Αν δεν υπήρχαν καμπάνες χρησιμοποιούσαν σήμαντρα ή ακόμη και συνεργεία από ιεροδρόμους με επικεφαλής τον κανδηλανάφτη που διάβαιναν το χωριό απ' άκρη σ' άκρη και ειδοποιούσαν τους πιστούς πως ήρθε η ώρα της εκκλησίας χτυπώντας τις πόρτες τους.
Οι άνδρες φορούσαν γιορτινά και οι γυναίκες τις κεντημένες φορεσιές από τσόχα. Πήγαιναν όλοι μαζί οι γείτονες και για να βλέπουν στο σκοτάδι κρατούσαν πυρσούς. Η Λειτουργία, τελείωνε, πριν ξημερώσει και γύριζαν στα σπίτια τους Ασπάζονταν οι μικρότεροι τα χέρια των μεγαλύτερων και ευχόταν «Χριστός γεννάται», «Αληθώς γεννάται», «Χρόνια Πολλά» κ.α.
Έστρωναν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που περιλάμβανε σούπα τραχανά και γιουβαρλάκια. Απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει στο τραπέζι την ημέρα αυτή και το " χερσέ" πιλάφι από ψιλοκομμένο στάρι που είχε βράσει σε ζωμό από κόκαλα. Το φαγητό αυτό το έδωσαν και στην Παναγία να φαει όταν ήταν λεχώνα.
Δεν είχε ξημερώσει και οι περισσότεροι έπεφταν πάλι για να κοιμηθούν. Όλες τις μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι του Αγίου Βασιλείου γιόρταζαν, συγκεντρωμένοι στα σπίτια διασκέδαζαν χορεύοντας χωριστά οι άντρες και χωριστά. οι γυναίκες, στα δώματα, στις στέγες που ήταν επίπεδες, σε μικρές πλατείες αν ο καιρός το επέτρεπα..
Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα Ομάδες, συνήθως από έξι αγόρια η καθεμιά σκόρπιζαν στο χωριό. Τα τρία παιδιά από την κάθε ομάδα ανέβαινα στο δώμα των σπιτιών και από το φεγγίτη (πετζέ) κρατούσαν με σκοινί ένα φανάρι δικής τους κατασκευής και το άφηναν να κατέβει μέσα στο σπίτι. Ανεβοκατέβαζαν μέσα στο δωμάτιο του σπιτιού το φανάρι τους και έψελναν το τροπάριο του Αγίου Βασιλείου " Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου ...» και πολλές φορές στο τέλος πρόσθεταν : Καλησπέρα στη βραδιά σας, όποιος δώσει να κάμει αγόρι, όποιος δε δώσει, να κάνει κορίτσι, κι αυτό ως το πρωί καμπουριασμένο. Την ίδια στιγμή τα άλλα τρία παιδιά είχαν μπει μέσα στο σπίτι, για να πάρουν τα δώρα που θα τους προσφέρουν, αυγά, πλιγούρι, βούτυρο, ξηρούς καρπούς. Και στων Τούρκων τα σπίτια πήγαιναν παιδιά για να ψάλουν τα κάλαντα τα παιδιά τα έτρωγαν μαζί σε ένα σπίτι .
Τη νύχτα εκείνη γινόταν από πολλούς προσκύνημα στα λαξευτά παρεκκλήσια του Αι-Βασίλη και των 40 Μαρτύρων. Οι δρόμοι φωταγωγημένοι από τα κεριά των προσκυνητών που πήγαιναν και έρχονταν παρουσίαζαν υπέροχο θέαμα.
Πίστευαν πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ανοίγει ο ουρανός. Αν τη νύχτα της παραμονής γεννιόταν παιδιά, θα ήταν τυχερά. Αν ήταν αγόρια, τους έδιναν στη βάφτιση το όνομα Βασίλης.
Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έτρεχαν στη βρύση να φέρουν νερό τον Αι-Βασίλη «σουγιού». Γέμισε η κάθε μία τη στάμνα της και κρατούσε ύστερα κάτω από τη βρύση σακούλα μικρή με νομίσματα, για να τρέξει μέσα το νερό και να πολλαπλασιαστούν τα νομίσματα.
Ιδιαίτερη ήταν η φροντίδα για το γεύμα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Στο τραπέζι έπρεπε να έχουν κότα γεμιστή με πλιγούρι, ρόδια που επάνω τους κολλούσαν μικρά κεριά και τα άναβαν, μέσα σε ταψί με ξηρούς καρπούς και κεριά αναμμένα, στημένα στη μέση.
Το είχαν σε κακό να δανείσουν ή να δώσουν ελεημοσύνη την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, θα έφευγε η σοδειά, το μπερεκέτι του σπιτιού.
Σαράντα μέρες συνέχεια μετά την Πρωτοχρονιά πολλοί συνήθιζαν να πηγαίνουν στο παρεκκλήσι του Αι-Βασίλη να ανάβουν το καντήλι και να παρακαλούν να τους βοηθήσει.
Μια παράδοση αποδίδει την καθιέρωση της βασιλόπιτας στην επινοητικότητα του Αγίου Βασιλείου. Κάποτε κάποιος πολύ σκληρός έπαρχος της Καππαδοκίας πλησίασε την Καισαρεία με άγριες διαθέσεις. Ήθελε να βασανίσει τους χριστιανούς. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε να του προσφέρουν ότι νόμισμα ή κόσμημα είχε ο καθένας τους, και να τον συνοδεύσουν στην υποδοχή του άρχοντα. Ο έπαρχος αντικρίζοντας το θησαυρό θαμπώθηκε αλλά για λόγους που δε γνωρίζουμε δεν πήρε την προσφορά τους. Ο Άγιος ανακουφίστηκε αλλά βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο, γιατί δε θυμόταν σε ποιον ανήκε το κάθε αντικείμενο. Βρήκε όμως τη λύση. Έκανε παραγγελία τόσες πίτες όσα ήταν και τα νομίσματα-κοσμήματα και τοποθέτησε σε καθεμία από ένα. Κατόπιν τα μοίρασε στους πιστούς.
Σύμφωνα με το θρύλο καθένας έτυχε στην πίτα του ό, τι είχε δωρίσει. Έτσι λένε ότι γεννήθηκε το έθιμο της βασιλόπιτας που κόβουμε την παραμονή ή ανήμερα την Πρωτοχρονιά.

Κάλαντα από το Μιστί
Αρχήν αρχήν τα κάλαντα Κι αρχή καλά χρόνια

Τα πουλιά λαλούν
Τσι τα χερώνεια κράζνει} δις
Αϊ Βασίλημ καλό ζευγάρη λάμεις
Καλόνι αφέντημ καλό τσι ευλογημένο }δις
Έχεις τσι ντου αλέτηρ σου
Στο χρυσό βουτηγμένο
Και το γυνίτσι σου ασημοκαμωμένο
Έχεις και τα βουδίτσια σου
Της Παναγιάς πουλίτσια
καλάντι αφέντημ καλά τσι ευλογημένα (δίς)
άκουντα νουνάκαμ άκουντα
αν τσισει τσιάν τσιμάσει
γύψει ντου φενέρ μας
φώτησε την γενειά μας
φώτησε την γενειά μας να σε φωτής θεός.

http://dim-sapon.rod.sch.gr/diafora/Gegonota/Xrist_ethima/Xris_ethima.htm

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19, 2011

Η κατά σάρκα του Χριστού Οικονομία (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

 



Σχετικά με τη συγκαταβατική ενσάρκωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τα όσα προσφέρθηκαν εξαιτίας της σ' αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν αληθινά και σχετικά με την αιτία που ο Θεός, αν και μπορούσε να ελευθερώσει με ποικίλους άλλους τρόπους το ανθρώπινο γένος από την υποταγή στο διάβολο, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη συγκαταβατική τακτική.
Μπορούσε, οπωσδήποτε, ο προαιώνιος και απεριόριστος και παντοκράτορας Λόγος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, και χωρίς ο ίδιος να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, να απαλλάξει τους ανθρώπους από την υποτέλεια στο θάνατο και την υποδούλωση στο διάβολο, γιατί όλα υπακούουν στις εντολές του και το καθετί εξαρτιέται από τη θεϊκή εξουσία του, όλα έχει τη δύναμη να τα ενεργεί και, σύμφωνα με τον Ιώβ, τίποτε δε βρίσκεται έξω από τις δυνατότητές του, άλλωστε, απέναντι στην απόλυτη υπεροχή του δημιουργού, η δύναμη αντίστασης των δημιουργημάτων χρεοκοπά, κανένα δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα.

Όμως, αυτή η τακτική σωτηρίας, δηλαδή με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ήταν η πιο προσαρμοσμένη στη δική μας φύση, την ανθρώπινη αδυναμία μας κι ακόμα ήταν η πιο αντάξια του Θεού που την εφάρμοζε μια και χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της δικαιοσύνης, χωρίς το οποίο καμιά ενέργεια του Θεού δεν πραγματοποιείται. «Δίκαιος γαρ ο Θεός, και δικαιοσύνας ηγάπησε, και ουκ έστιν αδικία εν αυτω», όπως λέει κι ο ψαλμωδός Προφήτης.
Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό πρώτος και, κατά συνέπεια, δίκαια εγκαταλείφθηκε από το Θεό, τότε κατέφυγε, με τη θέλησή του, στον αρχηγό της κακίας, που τον είχε παρασύρει με τις δόλιες αντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατά συνέπεια, παραδόθηκε σ' αυτόν, έτσι εισχώρησε στον κόσμο ο θάνατος, ως αποτέλεσμα του φθόνου του πονηρού και με την άδεια, τη δίκαιη, του αγαθού Θεού. Και ο θάνατος, εξαιτίας της υπερβάλλουσας κακότητας του αρχηγού της κακίας διπλασιάστηκε, κοντά σε κείνον που προσκολλήθηκε στην ανθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ο άλλος που αυτός ο ίδιος ο διάβολος βίαια τον προξενεί.

Επειδή, λοιπόν, η υποταγή στο διάβολο και η παράδοση στο θάνατο επήλθε ως δίκαιη συνέπεια, έπρεπε και η επάνοδος του ανθρώπινου γένους στην ελευθερία και τη ζωή να συντελεστεί από το Θεό πάλι ως δίκαιη συνέπεια. Και δεν ήταν μόνο η παράδοση του ανθρώπου στο φθονερό εχθρό του, που πρόκυψε ως συνέπεια της θείας δικαιοσύνης, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διάβολος, που αποξενώθηκε από τη δικαιοσύνη του Θεού και επεδίωξε άδικα να εξουσιάζει και να μην υπακούει πουθενά και να καταπιέζει, βρισκόμενος σε διάσταση με τη δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τη δύναμή του ενάντια στον άνθρωπο.

Ο Θεός, λοιπόν, θεώρησε ότι προείχε να νικηθεί πρώτα ο διάβολος με τη δικαιοσύνη, με την οποία έχει ανοιχτή διαμάχη, και κατόπιν να νικηθεί με τη θεϊκή υπεροχή, δηλαδή με την ανάσταση και τη μέλλουσα κρίση. Γιατί αυτή είναι η σωστή σειρά, να προηγείται η δικαιοσύνη από τη δύναμη, αυτό αρμόζει αληθινά στη θεϊκή αγαθή διακυβέρνηση του κόσμου, όχι στην καταπιεστική επιβολή: να ακολουθεί η δύναμη, αφού πρώτα επιβληθεί η δικαιοσύνη.


Και, όπως ο διάβολος, ο παμπάλαιος φονιάς του ανθρώπου, ξεσηκώθηκε εναντίον μας από φθόνο και μίσος, έτσι κι ο ζωοδότης μπήκε στη μάχη με το μέρος μιας από άπειρη αγαθότητα κι αγάπη για τον άνθρωπο. Και όπως εκείνος, χωρίς να του έχει παρασχεθεί το δικαίωμα, έβαλε σκοπό του να καταστρέψει το πλάσμα του Θεού, έτσι κι ο πλάστης, έχοντας αντίθετα, κάθε δικαίωμα, αποφάσισε να σώσει το δημιούργημά του. Και όπως εκείνος πέτυχε με την αδικία και τη δολιότητα να καταγάγει νίκη και να γκρεμίσει τον άνθρωπο από το θεοδώρητο αξίωμά του, έτσι κι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφό σχέδιο επέφερε την πανωλεθρία του αρχηγού της κακίας και την ανακαίνιση του ανθρώπου.

Λοιπόν, ο Θεός απέφευγε να χρησιμοποιήσει, πράγμα που μπορούσε, τη δύναμη, ώσπου να προχωρήσει στην απόδοση της δικαιοσύνης, πράγμα που ήταν αναγκαίο. Έτσι άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμη της δικαιοσύνης, αφού προτιμήθηκε ως τακτική από τον παντοδύναμο που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει. Απ' αυτό μάλιστα θα ‘πρεπε και οι άνθρωποι να παραδειγματιστούν, ώστε να ζουν με δικαιοσύνη την επίγεια ζωή τους, ώστε στην αιώνια ζωή της αθανασίας ν' αναλάβουν τη δύναμη και να μη τη χάσουν ποτέ.
Κι ακόμα έπρεπε ο διάβολος που τότε νίκησε τον άνθρωπο, να νικηθεί από τη νικημένη ανθρώπινη φύση και να κατατροπωθεί αυτός που με τόση πανουργία παγίδευσε τον άνθρωπο. Γι' αυτό το σκοπό χρειαζόταν απαραίτητα να υπάρξει ένας άνθρωπος αναμάρτητος. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. «Ουδείς γαρ, λέει η Γραφή, αναμάρτητος, ουδ' αν μία ημέρα η ζωή αυτού» και «τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν;»

Μονάχα ο Θεός, κανένας άλλος, δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος. Γι' αυτό ακριβώς ο Θεός Λόγος, ο γεννημένος από το Θεό ευθύς απ' την αρχή της ύπαρξής του, και πάντοτε ενωμένος μ' Αυτόν (δεν είναι δυνατό να υπάρξει η να εννοηθεί ποτέ Θεός στερημένος λόγου) και ουδέποτε διαχωρισμένος απ' Αυτόν, ο ένας υπαρκτός Θεός (το αντιφέγγισμα του ήλιου δεν είναι άλλον φως διαφορετικό απ' τον ήλιο και οι ηλιακές ακτίνες δεν είναι άλλοι ήλιοι), γι αυτό, λοιπόν, ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού καθίσταται γιος ανθρώπου, χωρίς βέβαια, να αλλάζει τίποτε ως προς τη θεότητά του, μένοντας, όμως, ακηλίδωτος ως προς την ανθρώπινή του ιδιότητα.

«Ος, όπως προφήτευσε ο Ησαϊας, αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κείνος που δε «συνελήφθη εν ανομίαις» και δεν «εκυήθη εν αμαρτίαις» καθώς διαπιστώνει, μιλώντας για τον εαυτό του, ή μάλλον για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ο Δαβίδ στους Ψαλμούς. Γιατί η επανάσταση της σάρκας έχει ως αυτόματη συνέπεια την καταδίκη που είναι και λέγεται φθορά.

Αυτή η επανάσταση αν και δε γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου, αν και φανερά βρίσκεται σε αντίθεση με τους νόμους της νόησης και παρά το γεγονός ότι τιθασεύεται από τους ενάρετους και προσανατολίζεται μόνο προς τον τομέα δημιουργίας παιδιών, έτσι ή αλλιώς σπρώχνει τον άνθρωπο προς τη φθορά και δεν είναι παρά έφεση για ικανοποίηση των παθών αυτού που δε συνειδητοποίησε την τιμή που αξιώθηκε η φύση μας από το Θεό, αλλά εξομοιώθηκε με τα κτήνη.

Γι αυτό και δε γεννήθηκε, απλώς Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και από Παρθένο επίλεκτη και απαλλαγμένη από βρώμικους σαρκικούς λογισμούς, σύμφωνα με τους προφήτες, γεννήθηκε από Παρθένο στη μήτρα της οποίας επέφερε τη σύλληψη όχι κάποια σαρκική όρεξη, αλλ' ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που συνέβηκε ήταν η υποδοχή και η αποδοχή του ουράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, όχι υπόκυψη και δοκιμή στη γεμάτη πάθος σαρκική επιθυμία.

Μακριά από κάθε τέτοια εμπειρία, η σύλληψη έγινε μέσα στην πνευματική ευφροσύνη και την επικοινωνία με το Θεό. «Ιδού γαρ η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απάντησε η άσπιλη Παρθένος στον άγγελο που της έφερε το μήνυμα της χαράς, συνέλαβε και γέννησε. Προκειμένου έτσι ο νικητής του διαβόλου, όντας άνθρωπος - θεάνθρωπος να κατάγεται, βέβαια, από το ανθρώπινο γένος, να μη μετέχει όμως στην κληρονομούμενη αμαρτία. Αυτός μόνος απ' όλους τους ανθρώπους να συλληφθεί χωρίς να συντρέχει το γεγονός της παρακοής, μόνος αυτός να μπει στη μήτρα της μητέρας του χωρίς να μεσολαβήσει η εμπαθής ηδονή της σάρκας και οι βρώμικες επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη μιασμένη από την παρακοή ανθρώπινη φύση.

Προκειμένου έτσι ο Χριστός να υπάρξει τέλεια απαλλαγμένος από κάθε μόλυνση που μεταδίδεται στους απογόνους, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά ανάγκη κάθαρσης ο ίδιος, και να δέχεται τα πάντα με σοφία για χάρη μας. Και έτσι να γίνει ο ολοκληρωτικά νέος Άνθρωπος και να παραμείνει νέος πραγματικά κι αταλάντευτα, χωρίς καθόλου να παλιώνει πάλι, και να ανοικοδομήσει, προσφερόμενος ο ίδιος ως θεμέλιο και ως όργανο, τον παλιό Άνθρωπο και να τον διατηρήσει πάντα νέο, μια και μπορεί να διώξει μακριά κάθε στοιχείο παλιό και φθαρμένο.
Γιατί και κείνος, ο πρώτος Άνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχήν πεντακάθαρος και ήταν νέος ωσότου με τη θέλησή του ακολούθησε το διάβολο και εκτράπηκε στις σαρκικές ηδονές και ξέπεσε μες το βούρκο της αμαρτίας με αποτέλεσμα να παλιωθεί και να κατρακυλήσει στην παραφθορά της φυσικής του κατάστασης.

Γι' αυτό ο Κυβερνήτης του κόσμου δεν ανακαινίζει τον άνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια εξωτερική ενέργεια του, αλλά τον προσλαμβάνει και τον αγκαλιάζει. Και δεν ανορθώνει μόνο και ξαναστεριώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά και την περιβάλλεται με τρόπο απερίγραπτο και ενώνεται και ταυτίζεται μαζί της, και γεννιέται συγχρόνως Θεός και άνθρωπος από γυναίκα βέβαια, ώστε να πάρει πίσω της φύση του που ο ίδιος έπλασε κι ο πονηρός με τη συμβουλή του τού έκλεψε, παρθένο όμως, για να καταστήσει τον άνθρωπο νέο, γιατί αν γεννιόταν με σπέρμα ανδρός, θα έφερνε την κληρονομιά της αμαρτίας και δε θα ήταν καινούριος άνθρωπος, δε θα ήταν ο αρχηγός και χορηγός της ζωής εκείνης που ποτέ δεν παλιώνει, δε θα κατάφερνε, αν άνηκε στην παλιά ξεπεσμένη κατάσταση, να προσλάβει ολόκληρη τη διαφανή θεότητα και να καταστήσει τη σάρκα ανεξάντλητη πηγή αγιασμού τόσο, ώστε να ξεπλύνει και να καθαρίσει πλέρια το μολυσμό των προπατόρων και να επαρκέσει για τον εξαγιασμό και όλων των επιγόνων. Γι' αυτό ακριβώς, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, νικημένος από την αγάπη του για μας, θέλησε να μας σώσει και να μας αναπλάσει, με το να γεννηθεί τέλειος άνθρωπος όπως και μεις, μένοντας όμως συγχρόνως αναλλοίωτα Θεός.

http://amethystosbooks.blogspot.com/

Ποιοὺς πολεμάει περισσότερο ο διάβολος;




Ποιοὺς πολεμάει περισσότερο ὁ διάβολος;
Ολους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς πολεμάει ὁ διάβολος, γιατὶ ὅλους θέλει νὰ τοὺς κολάσει. Ἀλλὰ περισσότερο πολεμάει τοὺς ἐνάρετους, αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται μὲ πόθο «τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως» (βλ. Α΄ Τιμ. ς΄ 12), αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καρποὺς πνευματικούς. Ὅπως τὰ παιδιὰ πετοῦν πέτρες στὶς καρυδιὲς ποὺ ἔχουν καρύδια, ἔτσι καὶ ὁ διάβολος πετροβολάει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καρποὺς πνευματικούς. Κι ὅπως ὁ κλέφτης πηγαίνει νὰ κλέψει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν θησαυροὶ ὑλικοί, ἔτσι κι ὁ διάβολος πηγαίνει νὰ κλέψει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν θησαυροὶ πνευματικοί.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι «ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται ὅπου καλάμη, καὶ χόρτος, καὶ ξύλον· ἀλλ’ ὅπου κεῖται χρυσός, ἢ ἄργυρος, ἢ μαργαρίτης». Δὲν πηγαίνει νὰ συλήσει ἀχυροκαλύβες ἢ ξύλινες παράγκες. Διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν πράγματα ἀξίας. Πηγαίνει στὰ πλουσιόσπιτα, ποὺ ἔχουν χρήματα πολλά, ἀσημικά, χρυσαφικὰ ἢ ἄλλα πράγματα μεγάλης ἀξίας. Πηγαίνει στὶς τράπεζες καὶ τὶς χρηματαποστολές, ἐκεῖ ποὺ θὰ γεμίσει σάκο ὁλόκληρο. Ἔτσι κι ὁ διάβολος «οὐκ εἰσέρχεται ὅπου πόρνος, ἢ βέβηλος, ἢ ἅρπαξ, ἢ πλεονέκτης» (ΕΠΕ 33, 406). Δὲν πηγαίνει νὰ πολεμήσει ἀνήθικους ἢ βέβηλους ἢ ἅρπαγες ἢ πλεονέκτες.
Αὐτοὺς τοὺς ἔχει δεμένους μὲ τὸ πάθος καὶ τοὺς ξεγελάει εὐκολότερα. Περισσότερη δουλειὰ ἔχει νὰ κάνει, ὅταν πηγαίνει νὰ πολεμήσει ἀγωνιστὲς μοναχούς, ποὺ βαδίζουν μὲ συνέπεια τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ, ἢ συνειδητοποιημένους χριστιανοὺς ποὺ ἀγωνίζονται μὲ πόθο.
Σὲ ἄλλη ὁμιλία του ὁ χρυσορρήμων Πατὴρ παρατηρεῖ ὅτι οἱ πειρατὲς δὲν ἐπιτίθενται στὰ πλοῖα ποὺ μεταφέρουν ἄμμο, διότι ἡ ἄμμος εἶναι φθηνὸ ὑλικὸ καὶ τόσο βαρύ, ποὺ κανεὶς δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ τὴ μεταφέρει στὴν πλάτη. Οἱ πειρατὲς ἐπιτίθενται στὰ πλοῖα ποὺ με ταφέρουν ἀμύθητους θησαυροὺς ἢ ἐμπορεύματα με γάλης ἀξίας. Ἔτσι κι ὁ διάβολος ἐπιτίθεται στοὺς πιστοὺς ποὺ ἔχουν ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα (Ὁμιλία εἰς τὸν Ἰώβ).
Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ πληροφορούμαστε ὅτι ὁ διάβολος ἔβαλε τὰ λαγωνικά του καὶ κυνηγοῦσε νὰ σκοτώσει τὸν πύρινο προφήτη Ἠλία! Ἔκλεισε στὴ φυλακὴ καὶ ἀποκεφάλισε τὸν κήρυκα τῆς μετανοίας, τὸν τίμιο Πρόδρομο! Ἔριξε τὰ πεπυρωμένα βέλη του στὸν σώφρονα καὶ πάγκαλο Ἰωσήφ, ποὺ ἦ ταν διαμάντι πνευματικό, τύπος τοῦ Χριστοῦ! Πολέμησε τὸν πολύαθλο Ἰώβ, ποὺ ἦ ταν ἀ κέραιος ἄνθρωπος, δίκαιος, θεοφοβούμενος καὶ ἔφευγε μακριὰ ἀπὸ κάθε κακὸ καὶ πονηρὸ πράγμα! Εἶ ναι τόσο ἀδίστακτος πειραστής, ποὺ πῆ γε νὰ πειράξει στὴν ἔρημο ἀκόμη καὶ τὸν Κύριό μας!
Τὰ ἴδια κάνει καὶ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ὁ μισάνθρωπος! Ἂν βλέπει ὅτι βαδίζουμε τὴν εὐθεία ὁδὸ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, προσπαθεῖ νὰ μᾶς κάνει νὰ παρεκκλίνουμε! Ἂν βλέπει ὅτι δίνουμε μαρτυρία γιὰ τὸν Χριστό, ἐπιχειρεῖ νὰ μᾶς φιμώσει. Ἂν βλέπει ὅτι κάνουμε τὸ καλό, παρεμβάλλει ἐμπόδια γιὰ νὰ μᾶς ἀνακόψει. Ἂν βλέπει ὅτι προσευχόμαστε μὲ θέρμη, φέρνει χασμουρητὸ καὶ ὑπνηλία, γιὰ νὰ σταματήσουμε νὰ προσ ευχόμαστε.
Παρακολουθεῖ πῶς λατρεύουμε τὸν ἅγιο Θεό! Ἂν βλέπει ὅτι ἡ σκέψη μας φεύγει πολὺ μακριὰ ἢ γεμίζει ἀπὸ τὸν θόρυβο τῶν βιοτικῶν φροντίδων, μέ-νει πολὺ εὐχαριστημένος ὁ διάβολος. Ἂν ὅμως συμμετέχουμε συνειδητὰ στὴ θεία Λατρεία, ἀρχίζει νὰ μᾶς πολεμάει.
Μᾶς φέρνει ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια, ἐργασίες ποὺ ἀφήσαμε σὲ ἐκκρεμότητα, ἐπείγοντα τηλεφωνήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουμε καὶ δὲν τὰ κάναμε, καὶ τὰ ὅμοια. Κι ἂν δὲν τὰ καταφέρει νὰ στρέψει ἀλλοῦ τὰ ἐνδιαφέροντά μας, καλεῖ καὶ ἄλλους δαίμονες νὰ τὸν βοηθήσουν.
Παρακολουθεῖ πῶς μελετοῦμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο! Ἐὰν βλέπει ὅτι δὲν προσηλώνεται ἡ σκέψη μας στὰ νοήματα τοῦ θείου λόγου, δὲν ἀνησυχεῖ ἰδιαίτερα ὁ διάβολος. Γιατὶ γνωρίζει ὅτι αὐτὰ ποὺ διαβάζουμε, μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα θὰ τὰ ξεχάσουμε. Ἂν ὅμως εἴμαστε ἀγαθὴ γῆ ποὺ μὲ λαχτάρα ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ εὐλάβεια τὸν μελετοῦμε ἡμέρα καὶ νύχτα, ποὺ τὸν κρύβουμε σὰν θησαυρὸ βαθιὰ στὴν καρδιά μας καὶ τὸν ἔχουμε ὁδηγὸ στὴ ζωή μας, κάνει τὰ ἀδύνατα δυνατὰ γιὰ νὰ διακόψουμε τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου καὶ νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάτι ἄλλο.
Ἀπὸ τὰ ὅσα γράφονται ἐννοοῦμε πόσο πανοῦργος ἐχθρὸς εἶναι ὁ ἀντίδικος, πόσο ἀπατηλὰ στρατηγήματα ἐπινοεῖ γιὰ νὰ μᾶς πλανήσει, μὲ πόσο μεγάλη μανία ἐργάζεται τὸ καταχθόνιο ἔργο του καὶ μὲ τί τέχνη ἁρπάζει κάθε εὐκαιρία ποὺ παρουσιάζεται, γιὰ νὰ μᾶς ὑποσκελίσει!
Ἀλλὰ οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ νὰ μὴν τὸν φοβόμαστε, διότι «μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ἡμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Α΄ Ἰω. δ΄ 4). Νὰ μάθουμε νὰ διακρίνουμε τὶς παγίδες του καὶ νὰ λαμβάνουμε ἐγκαίρως τὰ μέτρα μας, «ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ σατανᾶ· οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν», γράφει ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος (Β΄ Κορ. β΄ 11). Κι ἀκόμη νὰ ταπεινοφρονοῦμε, διότι τὴν ταπείνωση δὲν τὴν ἀντέχει ὁ διάβολος. Μόλις ταπεινωθοῦμε, φεύγει ἀπὸ κοντά μας. Τέλος, νὰ μὴν ὑποχωροῦμε ἀπὸ τὴν ἔπαλξή μας, ὅση κι ἂν εἶναι ἡ πολεμικὴ ποὺ ἀσκεῖ ἐναντίον μας ὁ σατανᾶς.
«Ἄοκνος ψυχὴ ἐξήγειρε καθ’ ἑαυτῆς δαίμονας. Πληθυνθέντων δὲ πολέμων, ἐπληθύνθησαν στέφανοι», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Ὁ ἀγωνιστὴς τοῦ καλοῦ ἀγώνα ἐξεγείρει ἐναντίον του τοὺς δαίμονες. Ἀλλὰ ὅσο πιὸ πολὺ αὐτοὶ τὸν πολεμοῦν, τόσο περισσότερο τὸν δοξάζει ὁ ἀγωνοθέτης Κύριος.
«Ο ΣΩΤΗΡ» 1-12-2011

μοναχός Μωυσής Αγιορείτης: Χριστός γεννάται

Ο Χριστός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Ο άνθρωπος δίχως τον Χριστό γίνεται απάνθρωπος. Ο χριστιανισμός γέννησε τον ανθρωπισμό. Ο ανθρωπισμός παραμυθεί την ανθρωπότητα. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο γυμνός, όπως ο κάθε άνθρωπος, που όμως δεν το συλλογιέται καλά. Αυτό, φρονούμε, είναι το μήνυμα των Χριστουγέννων.


Ο νεοελληνικός βίος θέλει να απομακρυνθεί από τον Χριστό. Θεωρεί ότι περιορίζεται, ότι ασφυκτιά η ζωή του με τον Χριστό. Έτσι, ελεύθερος υποδουλώνεται σε διάφορα είδωλα. Η Ορθοδοξία δεν μιλά πια στην καρδιά του Νεοέλληνα. Τη γέννηση του Θεανθρώπου εορτάζει στη Β. Ευρώπη ή στην Άπω Ανατολή. Η Ευρώπη κι αυτή αποχριστιανισμένη. Ο ανθρωπισμός έγινε απανθρωπισμός. Η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η ασκητικότητα, η οικολογία, η μετά θάνατον ζωή συζητιούνται με πολλά ειρωνικά χαμόγελα.

Λησμόνησε ο σύγχρονος άνθρωπος και της Νότιας Ευρώπης ότι είναι θνητός, ότι όλοι είμαστε μελλοθάνατοι. Νομίζουμε ότι είμαστε μόνιμοι οικήτορες του παρόντος κόσμου και όχι διαβάτες και μουσαφίρηδες. Η αίσθηση της επίγειας αθανασίας οδηγεί τον άνθρωπο στο ασταμάτητο κυνηγητό της ηδονής, από τη σάρκα, το χρήμα και τη δόξα. Συχνά το αποτέλεσμα είναι οδυνηρό, μα ο άνθρωπος δεν το βάζει κάτω. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να μας ανασηκώσει και να μας πει πως είμαστε παρεπίδημοι.

Τυφλωμένος και αχόρταγος ο άνθρωπος από τις απολαύσεις, έτσι εορτάζει και τις χριστιανικές εορτές και τα Χριστούγεννα. Αμφισβητώντας, αγνοώντας ή απορρίπτοντας το επέκεινα, ο άνθρωπος αφοσιώνεται όλος στο ενθάδε, στη μοναδικότητα του παρόντος, στην απόλαυση της ζωής. Η καθαρά αυτή υλιστική θεώρηση της ζωής δεν μπορεί να είναι μια αποτυχία του χριστιανισμού, που ποτέ κανέναν δεν μπορεί να εξουσιάσει, αλλά μια ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου στα γήινα, πρόσκαιρα και φθαρτά. Η συρρίκνωση του ορθόδοξου βιώματος έκανε και τους Νεοέλληνες να εορτάζουν τις εορτές ανεόρταστα. Η αγορά, η κατανάλωση, η διαφήμιση, η μόδα, η διατροφή, η ενδυμασία, η απόλαυση όλων των υλικών αγαθών άφησε άχαρη την ψυχή.

Χριστούγεννα σε μια παραμορφωμένη Ελλάδα με πικρές στατιστικές. Σαρκώνεται ο Χριστός για τη θέωση του ανθρώπου. Για την αναστήλωση του ιερού και μοναδικού του προσώπου. Ο Νεοέλληνας σφυρίζει αδιάφορα και αρκείται σε καλό φαΐ και κρασί, τηλεόραση, καναπέ ή πολυθρόνα και γλυκά. Το νήπιο Ιησούς απορεί για την κατάντια του μεγάλου θαύματος, του ανθρώπου. Που πιστεύει σε ό,τι βλέπει και πιάνει. Παραμελεί την ψυχή του. Αδιαφορεί για τα ερωτηματικά της συνειδήσεώς του. Απάνθρωπος βίος, αγενής συμπεριφορά, ατομισμός και αδιαφορία.

Για ποιους σαρκώθηκε ο Χριστός; Για όλους. Οι περισσότεροι τον περιφρονούν επιδεικτικά. Δηλαδή απέτυχε; Νομίζω εμείς αποτύχαμε και ακόμη δεν ταπεινωθήκαμε. Δεν καταλάβαμε ότι δεν έχει ανάγκη από δικηγόρους ο Χριστός. Από νωρίς κυνηγήθηκε ο Χριστός και έφυγε για την Αίγυπτο. Η εξουσία φοβήθηκε την παρουσία του και κύλησε στο αίμα τα νήπια και γέμισε από θρήνους μητέρων η Σιών. Νομίζουμε πως κάτι είμαστε και κάτι κάνουμε. Δεν καταλάβαμε πως ως τιποτένιοι, απορριμμένοι και ταπεινοί κάτι κάποτε μπορούμε να κατορθώσουμε. Ας διακόψουμε τα πολλά λόγια και ας αφήσουμε να μιλήσει το παράδειγμα. Έχουμε μεγάλη ανάγκη σήμερα από συμπεριφορές και όχι από ομιλίες.

Το νήπιο Χριστός στη φάτνη της Βηθλεέμ είναι σιωπηλό κι όμως διδάσκει περίτρανα την ταπείνωση. Οι νεοέλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι έχουν μεγάλη την ανάγκη της γνήσιας μετάνοιας και της αληθινής ταπείνωσης. Οι καιροί είναι δύσκολοι, μα μην τους κάνουμε δυσκολότερους. Ο νεοελληνικός προκλητικός, υπερκαταναλωτικός βίος καταντά απαράκλητος και άχαρος. Των Ελλήνων οι κοινότητες κατά τον Δ. Σαββόπουλο αξίζει να ξαναθυμηθούν την ομορφιά της συντροφιάς, τη χάρη της παρέας, την ωραιότητα του καλαμπουριού. Και κατά τον Κ. Τσιρόπουλο την ευγένεια του πνεύματος που δίδαξαν με το βίο τους οι άγιοί μας. Παρ’ όλα αυτά, αγαπητοί, “Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε, άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε λαοί ότι δεδόξασται”...

----------------------------------------------
(Πηγή: Εφημερίδα "Μακεδονία" 4/1/2010)

Λόγια πατρικής καρδιάς

 

Λόγια πατρικής καρδιάς Χαραλάμπους Ιερέως Μαρκέτου Εφημερίου Ιερού Ναού Αγ. Νικολάου Λιβαθηνάτων ή Ξένων Ληξουρίου.

Χαραλάμπους Ιερέως Μαρκέτου Εφημερίου Ιερού Ναού Αγ. Νικολάου Λιβαθηνάτων ή Ξένων Ληξουρίου.

Προς
τους απανταχού Κεφαλλονίτες κ λοιπούς Έλληνες χριστιανούς πολίτες του κόσμου.
Αγαπητοί,
Σε όλους μας είναι γνωστό, ότι σε λίγες μέρες ολόκληρος ο κόσμος ο χριστιανικός θα εορτάσει και πάλι το κοσμοσωτήριο γεγονός της γεννήσεως του θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Ο Θεός απρόσκλητος ως αγνοούμενος από τον άνθρωπο μπαίνει μέσα στην ιστορία και δια του χωροχρόνου γίνεται από αναφής αντιληπτός, από άχρονος χρονικός και από αχώρητος χωρητός. Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού δεν είναι δοξασμός από τους ανθρώπους αλλά η μέχρι σταυρού και θανάτου προσφορά της ανιδιοτελούς αγάπης, της οποίας την πόρτα ο άνθρωπος είχε κλείσει με την αυτοθέλητη ιδιοτέλεια του, απέναντι στον εαυτό του, στο θεό και στον κόσμο.
Με τη φανέρωση του Ιησού Χριστού στην ιστορία, ο κόσμος για πρώτη φορά θα ζήσει ένα θαύμα, το οποίο ξεπερνά τις λογικές και πνευματικές του ικανότητες του ανθρώπου, ο οποίος αγωνιζόταν μέσα στους διαφόρους των θρησκειών πολιτισμούς, να βρει το πρότυπο του και να συνταυτιστεί με αυτό. Και το θαύμα έγινε με την ενανθρώπηση του Θεού.
Αυτό λοιπόν που δεν κατόρθωσε η ανθρωποκεντρική θρησκεία, η ανθρώπινη φιλοσοφία, η νομικίστικη απόδοση του δικαίου, το κατόρθωσε η δύναμη της αγάπης, η οποία είναι η μόνη δυνατή να οικοδομεί χωρίς να γκρεμίζει και να χαρίζει χωρίς να ζητεί. «Ο Θεός είναι αγάπη». Άρα τα Χριστούγεννα δεν είναι απλά μια γιορτή αλλά η φανέρωση της αγάπης του μόνου και πραγματικού Θεού μέσα στον κόσμο.
Τα τελευταία χρόνια πολύ ραγδαία παρατηρείται η απομάκρυνση του ανθρώπου σ' αυτό το κάλεσμα της αγάπης του Θεού. Μέσα στην εκκοσμίκευση των πραγμάτων της πίστεως οι χριστιανικές κοινωνίες παραμόρφωσαν το περιεχόμενο και τη σημασία των χριστιανικών εορτών και πρωτίστως των Χριστουγέννων, με αποτέλεσμα ο κόσμος να ζει Χριστούγεννα χωρίς Χριστό, χωρίς αγάπη με κοινωνικές αδικίες και οικονομικές ανισότητες. Όλα αυτά ερμηνεύουν το γεγονός, ότι η ζωή μας βρίσκεται πολύ μακριά από το βρέφος της Βηθλεέμ.
Τα τελευταία γεγονότα που διαδραματίζονται στην πατρίδα μας, από ηθικοκοινωνικής και οικονομικής πλευράς είναι τραγικά έως και ακαταλόγιστα. Εκεί που έχουμε φθάσει μπορούμε να πούμε: «τα των φίλων άπιστα, τα του κράτους ακυβέρνητα».
Δεν είναι λίγοι οι συνάνθρωποι μας οι οποίοι μέσα από το βάρος των προβλημάτων αγανακτούν και φθάνουν στην κατάθλιψη και στην απόγνωση. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια έφθασε στο απόγειο του κοινωνικού και οικονομικού ευτελισμού της και το μεγάλο μας λάθος, που συνεχίζεται μέχρι και αυτή τη στιγμή, η εμπιστοσύνη στους χρηματολάτρες του σύμπαντος κόσμου, όπως αυτοί εκφράζονται μέσα από τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια και τους διάφορους οικονομικούς συσχετισμούς, μας έφτασε στο σημερινό κατάντημα του διεθνούς διασυρμού μας. Κρίμα που ο ελληνισμός, μια τεράστια ηθικοπνευματική δύναμη σαν το Σαμψών της Παλαιάς Διαθήκης, τόσο αφελώς ξεγελάστηκε από την Δαλιδά του ψεύτικου ευδαιμονισμού και της πρόχειρης εφημερότητος και παρέδωσε τον πολιτισμό του, που στηρίζοταν όχι στην ύλη αλλά στη σοφία του πνεύματος και στη δύναμη του λόγου.
Τρέξαμε σαν πεινασμένα, από παιχνίδι παιδιά στις αγορές του κόσμου για να πάρουμε το παντεσπάνι της ανθρώπινης λαιμαργίας γιατί δεν μας αρκούσε το ψωμί της τιμιότητας, της λιτότητας και της ηθικής. Γίναμε ένας λαός χωρίς αυτοσυνειδησία, υποθηκεύοντας καθημερινώς τη γη μας, την οποία έχουν πολλές φορές ποτίσει με το αίμα της λευτεριάς οι πρόγονοι μας και καταντήσαμε ένας λαός εμπορεύσιμος στα ενεχυροδανειστήρια των τοκογλύφων της εποχής μας.
Η εποχή μας μοιάζει σαν εκείνη της αρχαίας Αθήνας του 6ου π.Χ. αιώνα, ώσπου ανέλαβε την κυβέρνηση της πόλεως ο σοφός Σόλων, ο οποίος με τον νόμο της σεισάχθειας (απόσεισις βαρών) απελευθέρωσε τους ανθρώπους από τα χρέη, απαγόρευσε την προσωπική δουλεία του οφειλέτου και της οικογενείας αυτού και βελτίωσε τους όρους δανεισμού για το μέλλον και δι αυτών ανόρθωσε την κοινωνία και την οικονομία της πόλεως. Δυστυχώς όμως για μας σήμερα όπως τα πράγματα δείχνουν τουλάχιστον δια το εγγύς μέλλον, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος εκ των ταγών της πατρίδος μας ο οποίος να έχει την σοφία του Σόλωνα και την δύναμη του Ηρακλή στη θέληση, δια τούτο το κατόρθωμα.
Δυστυχώς, χωρίς πάσης αντιλογίας, οι πολιτικοί μας είναι διαμελισμένοι. Ο νους τους είναι ευρωπαϊκός, η καρδιά τους είναι χρηματοφιλόδοξη και μόνον τα πόδια τους πατούν το έδαφος της Ελλάδας.
Η Ελλάδα δεν έφθασε ποτέ σ' αυτό το διπλό ξεπεσμό ύλης και πνεύματος γιατί σε εποχές υλικής φτώχειας ήταν γεμάτη από πνευματικό πλούτο, τον οποίο φύλαγαν μέσα στα δοχεία της ψυχής, άνθρωποι βουτηγμένοι στα νάματα της πίστεως και στα διδάγματα της σοφίας. Ο πραγματισμός των τεχνοκρατών μας οδήγησε σ' έναν πολιτισμό του οποίου η δραστηριότητα βρίσκεται μεταξύ ψυγείου και τηλεοράσεως, εφόσον μάθαμε να τρώμε εκείνα που μας πεθαίνουν και εκείνα που μας τυφλώνουν στη ζωή. Όσο θα πορευόμαστε έτσι θα μοιάζουμε σαν τους χοίρους οι οποίοι αρέσκονται να λούζουν το βρώμικο κορμί τους στη λάσπη των περιττωμάτων της αδηφάγου φύσεως τους.
Είναι καιρός πλέον μέσα από την δοκιμασία αυτή να αναθεωρήσουμε τις συντεταγμένες της απολελυμένης ζωής μας, να λουστούμε μέσα στα νάματα της ελληνορθοδόξου παραδόσεως μας για να έχει και η ζωή μας ουσία και περιεχόμενο σε μια συνέχεια πολιτισμού αντάξιου της πατρίδος μας. Μόνον τότε θα καταλάβουμε ότι τα Χριστούγεννα αλλά και κάθε άλλη γιορτή της πίστεως μας, έρχονται να μας αλλάξουν την ψυχή προς το καλύτερο και τελειότερο, να δώσουν χρώμα γιορτινά αιώνιο μέσα από ακατάλυτες αξίες και όχι από δέντρα και λαμπιόνια με φως που τρέμει και πριν ακόμη ανάψει σβήνει, στο σκοτάδι του κόσμου.
Καλές γιορτές.

«Δεν θα γυρίσω να πάρω την Αννα. Δεν έχω λεφτά να τη μεγαλώσω. Συγγνώμη»

Γονείς σε απόλυτη φτώχεια ζητούν να αφήσουν το παιδί τους στα χωριά SOS



Η Αννα ήταν ακόμα στον παιδικό σταθμό. Είχε πάει απόγευμα και η μαμά της δεν είχε εμφανιστεί. Οι νηπιαγωγοί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ωσπου το κοριτσάκι έβγαλε κάτι απ' την τσέπη του. Ηταν ένα σημείωμα: «Δεν θα γυρίσω να πάρω την Αννα. Δεν έχω λεφτά, δεν μπορώ να τη μεγαλώσω. Συγγνώμη. Η μαμά της».
Ο άνθρωπος που μου λέει την ιστορία την διηγείται σαν κάτι συνηθισμένο. Ο Στ. Σιφνιός είναι υπεύθυνος της κοινωνικής υπηρεσίας στα Παιδικά Χωριά SOS. «Οι νηπιαγωγοί κάλεσαν την Εισαγγελία», λέει. «Και ο εισαγγελέας έστειλε το παιδί σ' εμάς».
Ολα αυτά δεν έγιναν σε κάποιο βιβλίο του Ντίκενς. Εγιναν σε μια συνοικία της Αθήνας. Η μαμά της Αννας δεν είναι τρελή. Είναι μια κοπέλα που έχασε τη δουλειά της και πανικοβλήθηκε. Σαν την ιστορία της, υπάρχουν τουλάχιστον πεντακόσιες ακόμη ιστορίες. Σήμερα στην Ελλάδα πεντακόσιοι γονείς είναι σε τέτοια οικονομική κατάσταση, που ζήτησαν στα Παιδικά Χωριά SOS να αφήσουν εκεί το παιδί τους.
«Μέχρι πριν από δύο χρόνια, το 95% των αιτημάτων είχε να κάνει με κακοποίηση. Αποφάσιζε ο εισαγγελέας πως κινδυνεύει το παιδί», λέει στην «Κ» η κοινωνική λειτουργός των Χωριών SOS, Π. Βασταρούχα. «Τώρα τα μισά αιτήματα είναι από γονείς σε απόλυτη φτώχεια. Οκτώ στις δέκα φορές είναι Ελληνες, τις πιο πολλές φορές μονογονεϊκές οικογένειες, συνήθως χωρίς άλλους συγγενείς».
Η κυρία Μαρίνα εδώ και 19 χρόνια είναι μητέρα στα Χωριά SOS. Εκείνη ζει την ιστορία από την άλλη πλευρά. «Το καινούργιο παιδάκι το φέρνει στο σπίτι μας η μαμά του», λέει. «Του δείχνει το κρεβάτι του, του δείχνει το δωμάτιό του, του δείχνει εμένα. Και μετά, «σ' αγαπάω» λέει, και φεύγει. Και το παιδάκι μένει στην πόρτα». Το ακούω στη φωνή της.
Στέκονται και κοιτάζουν
Η κυρία Μαρίνα κάνει προσπάθεια για να συνεχίσει. «Κανένα τους δεν φωνάζει», λέει. «Στέκονται στην πόρτα και κοιτάζουν μέχρι να χαθεί η μαμά τους. Αν είναι αδελφάκια, δύο ή πιο πολλά, εκείνο το βράδυ δεν μπορείς να τα χωρίσεις. Τα βάζεις το καθένα στο κρεβάτι του και δέκα λεπτά μετά γίνονται ένα κουβάρι, μαζεύονται όλα μαζί ξανά, να αγγίζουν το ένα το άλλο».
Κανονικά, τα Χωριά SOS δεν δέχονται παιδιά που η οικογένειά τους είναι απλώς φτωχή. Γι' αυτές τις οικογένειες υπάρχει πρόγραμμα στήριξης στο σπίτι. Αλλά η απόλυτη φτώχεια δεν πάει σχεδόν ποτέ μόνη της. «Ηρθε ένα κοριτσάκι εδώ και νόμιζα πως έχει πρόβλημα. Τριών χρόνων, δεν ήξερε ούτε 15 λέξεις», λέει η κοινωνική λειτουργός. «Το είδαν οι γιατροί και είπαν πως η υγεία του είναι μια χαρά. Ο μπαμπάς του στις λαϊκές, η μαμά του τυφλή, το είχαν εγκαταλείψει το παιδί. Οταν δεν σου μιλάει κανείς, πώς να μάθεις λέξεις;». Η φτώχεια οδηγεί στην παραμέληση, ακόμα και στην κακοποίηση. Κάποιοι άνθρωποι, πριν φτάσει το παιδί τους εκεί, διαλέγουν την άλλη λύση. Οσο ακραία κι αν φαίνεται σ' εμάς.
«Εβγαινα απ' το Χωριό να πάρω γάλα για τα δικά μου τα παιδιά», λέει η κυρία Μαρίνα. «Στην κεντρική πύλη ήταν μια γυναίκα μ' ένα κοριτσάκι. Δεν ήξερε ότι εγώ είμαι μητέρα SOS, δεν με είδε καν. Κρατούσε το παιδί της όρθια και του μιλούσε. «Μη νομίζεις πως η μαμά δεν σ' αγαπάει. Σε λατρεύει η μαμά, αλλά δεν έχει να σου δώσει φαγητό. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι εδώ...». Νόμιζε πως θα μπει μέσα, θα βρει κάποιον να αφήσει το παιδάκι και θα φύγει». Η κυρία Μαρίνα κρατάει με το χέρι της το μέτωπό της. Οσα χρόνια κι αν είσαι εδώ, μερικά πράγματα δεν τα συνηθίζεις ποτέ. «Το κρατούσε απ' το χέρι», λέει. «Κι αυτό δεν μιλούσε. Μόνο είχε σηκώσει το κεφαλάκι του και την κοίταζε. Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Εφυγα. Είχα να πάρω γάλα στα δικά μου τα παιδιά».

Γιατί ο Υιός του Θεού ήλθε στη γη ως άνθρωπος; (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Στην ερώτηση «Γιατί ο Υιός του Θεού να εμφανιστεί στη γη με ανθρώπινο σώμα και όχι με άλλη μορφή;» ο σοφός άγιος Αθανάσιος έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Αν ρωτούν γιατί δεν εμφανίστηκε με κάποια άλλη, καλύτερη, μορφή δημιουργίας, λ.χ. ως ήλιος ή φεγγάρι ή άστρο ή φωτιά ή άνεμος – αλλά απλώς ως άνθρωπος, ας μάθουν ότι ο Κύριος δεν ήλθε για να προβάλει τον εαυτό Του, αλλά για να θεραπεύσει και να διδάξει τους πάσχοντες. Αν ερχόταν στον κόσμο αποκαλύπτοντας τον εαυτό Του για να καταπλήξει όσους τον έβλεπαν, τούτο θα σήμαινε ότι ήρθε στον κόσμο για να προβληθεί. Ήταν όμως απαραίτητο για τον Θεραπευτή και Διδάσκαλο όχι μόνον να έλθει στον κόσμο, αλλά και να τον υπηρετήσει προς όφελος όλων των πασχόντων και ν’ αποκαλύψει τον εαυτό Του κατά τρόπο, που η αποκάλυψη αυτή να ήταν υποφερτή από τους πάσχοντες. Ούτε ένα πλάσμα της κτίστης δημιουργίας δεν εξέπεσε στα μάτια του Θεού, εκτός από τον άνθρωπο – ούτε ο ήλιος, ούτε το φεγγάρι, ούτε τα άστρα, ούτε το νερό, ούτε ο άνεμος πρόδωσαν το Δημιουργό τους. Απεναντίας όλα τα πλάσματά Του, γνωρίζοντας το Δημιουργό και Βασιλέα τους, το Θεό Λόγο, παρέμειναν όπως Εκείνος τα είχε δημιουργήσει. Μόνον τα ανθρώπινα πλάσματα ξεχώρισαν εαυτούς από το καλό και αντικατέστησαν την αλήθεια με το ψεύδος• και την τιμή και δόξα που ανήκουν στο Θεό, καθώς και τη γνώση περί Αυτού, τη μετέθεσαν σε δαίμονες και σε ομοιώματα ανθρώπων καμωμένα από πέτρα, δηλαδή σε είδωλα. Συνεπώς, τί το απίστευτο υπάρχει στο γεγονός ότι ο Θεός Λόγος εμφανίστηκε ως άνθρωπος στον κόσμο, για να σώσει το γένος των ανθρώπων;». Πράγματι και εμείς τώρα ρωτάμε τους απίστους του καιρού μας: «Με ποιά μορφή θα θέλατε να εμφανιστεί ο Θεός, αν όχι ως άνθρωπος;».
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», Εκδ. Άθως

Ένας ακτιβιστής παπάς στα Οινόφυτα

«Ευφραίνου, έρημος διψασμένη, αναγάλλιασε κι άνθησε σαν το κρίνο» Αρχιμανδρίτου Νεκταρίου Κωτσάκη

Ομιλία Καθηγουμένου Ι.Μ. Ομπλού

Αρχιμ. π. Νεκταρίου Κωτσάκη

εις την Διακίδειον Σχολήν Λαού Πατρών

(17 Δεκεμβρίου 2011)



Σεβαστοί Πατέρες και


αγαπητοί μου αδελφοί,



όταν οι καμπάνες των ιερών ναών ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου θα ακουσθούν και πάλι πανηγυρικά κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της γενέθλιας ημέρας της Γεννήσεως του Χριστού, ο ουράνιος αγγελικός κόσμος θα στραφεί προς τον προνομιούχο πλανήτη της γης, για να καταγράψει τους κτύπους των χριστιανικών καρδιών και να τους μεταφέρει στον εν Τριάδι Θεό μας σαν προσφορά ευγνωμοσύνης για το μυστήριο της Θείας οικονομίας Του. Εάν οι χριστιανοί δεν μείνουν απλώς στην συναισθηματική συγκίνηση που προκαλείται από την εορτή, αλλά θελήσουν να παραδώσουν τη σκέψη τους στην θεολογική εμβάθυνση του γεγονότος της Θείας ενανθρωπήσεως και να δουν την απροσδιόριστο διάσταση της Θεϊκής συγκαταβάσεως στην Βηθλεέμ, σαν διαρκές λυτρωτικό μυστήριο μέσα στην Εκκλησία, τότε η συμμετοχή τους στην εορτή της Γεννήσεως του Χριστού δεν θα είναι τυπική επανάληψη συνηθισμένων καθηκόντων, αλλά θα είναι ανανέωση της εσωτερικής μαρτυρίας ότι ο « Θεός εφανερώθη εν σαρκί » ( Α Τιμ.γ 16 ) και {(«ότι εν αυτώ ευδόκησε πάν το πλήρωμα κατοικήσαι και δι' αυτού αποκαταλάξαι τα πάντα εις αυτόν » ( Κολ. α 20 )}, ότι « Αυτός φανερώθηκε στον κόσμο ως άνθρωπος} και ότι μέσα σε εκείνον έστερξε να κατοικήσει η θεότητα και όσα υπάρχουν στη γη και στον ουρανό να τα συμφιλιώσει μεταξύ τους μέσω Αυτού ».




Αγαπητοί αδελφοί, η σύμπτωση, των πρώτων λέξεων «εν Αρχή» τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη και συγκεκριμένα στο ευαγγέλιο του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου έχουν την αναφορά τους στον προ της δημιουργίας Προαιώνιο Τριαδικό Θεό. Διαβάζουμε δηλαδή στον πρώτο στίχο του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου της Γεννέσεως της Π. Δ.: «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» ενώ στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου διαβάζουμε «εν Αρχή ην ο Λόγος και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Και στα δύο αυτά ιερά κείμενα ακολουθεί αφενός μεν η δημιουργία όλου του κόσμου δια του Υιού και Λόγου του Θεού δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο οποίος δεν είχε ακόμη σαρκωθεί, αφετέρου δε το αμέσως μετά την πτώση «πρωτευαγγέλιο», η υπόσχεση δηλαδή του Θεού για την μέλλουσα σάρκωση του Λόγου του Θεού με σκοπό την λύτρωση του ανθρωπίνου γένους και το οποίο «πρωτευαγγέλιο» εκφράζεται με τα εξής λόγια στον 15ο στίχο του 3ου κεφαλαίου του Βιβλίου της Γενέσεως «και έχθραν θύσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής∙ αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν». Τα λόγια αυτά τα θεϊκά που ακούστηκαν μέσα στον κήπο της Εδέμ, η υπόσχεσις αυτή και διαβεβαίωσις του ουράνιου Πατέρα, εστάθηκε η παρηγοριά και το φως για τους προπάτορές μας και για τις αναρίθμητες γενεές των απογόνων τους.


Ο άνθρωπος πάντοτε υπήρξε το αντικείμενο της στοργικής φροντίδας του Θεού. Αλλά αναμφίβολα μετά την πτώσιν του, ό άνθρωπος, συγκέντρωσε ακόμη περισσότερο την Θεία αγάπη. Γι' αυτό και κατά το χρονικό εκείνο διάστημα που επλανάτο ο Θεός τον παρακολουθούσε και τον παιδαγωγούσε. Εργαζόταν ποικιλοτρόπως, ιατρεύων, επιτιμών, συμβουλεύων, απειλών, στεφανών τους αγαθούς, νόσους επάγων (επιτρέπων νόσους) και σε τελευταία ανάλυση μη εγκαταλείπων/ προπαντός εκείνους οι όποιοι αγάπησαν την ευσέβεια/ αλλά εμφανιζόταν σε αυτούς και φιλικά διελέγετο μαζί τους όπως εύστοχα παρατηρεί ό Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.


Δεν εγκαταλειφθήκαμε από την αγαθότητα του Δεσπότου, λέγει ό Μ. Βασίλειος, (ουδέ ενεκόψαμεν εμποδίσαμε την εις ημάς αγάπην του), ούτε εμποδίσαμε την αγάπη Του προς εμάς παρ' όλο ότι τον υβρίσαμε. Ό Θεός εξακολουθούσε να μας ευεργετεί δια "πατριαρχών", των οποίων ή ζωή ήταν υπόδειγμα αγιότητας, και δια προφητών, οι όποιοι "προκατήγγελον την σωτηρίαν" πού έμελλε να έρθει. Επίσης ό Θεός μας έδωσε συν τοις άλλοις και "νόμον εις βοήθειαν". Κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον μας έδωσε τον νόμον πού έλεγχε τα τραύματα, για να ποθήσουμε και να αναζητήσουμε τον Ιατρόν, που είναι ο Χριστός.


Επομένως, αμέσως μετά την πτώσιν του ανθρώπου, ο Θεός ποτέ δεν έπαυσε να ενεργεί, να διαπραγματεύεται και να χρησιμοποιεί κάθε τρόπο για την σωτηρία του ανθρώπου. Ως εκ τούτου, όχι μόνο η παραχώρησις των αγαθών, αλλά και η αφαίρεσις αυτών, όχι μόνον οι ευεργεσίες, αλλά και οι τιμωρίες του Θεού είναι κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο "μέγιστον ευεγερσίας μέρος, μέγιστον προνοίας είδος".


Με τα πιο πάνω που αναφέραμε διαπιστώνουμε ότι ολόκληρος η ιστορία του κόσμου και του ανθρώπου ακολουθεί σωστική πορεία/ την όποια καθορίζει η άπειρος αγάπη του Θεού. Βλέπουμε ακόμη ότι ο Θεός εστέρησε μεν τον αμαρτήσαντα άνθρωπον από ορισμένες δωρεές Του, άλλα η Θεία αγάπη δεν εμειώθη, δεν λιγόστευσε προς το πλάσμα της. Εξ άλλου το ότι ο Θεός δεν μας αφαίρεσε ολόκληρη την τιμή και την δόξα του "κατ' εικόνα", μετά την αμαύρωσή του που συνετελέσθη με το προπατορικό αμάρτημα αποδεικνύει ακριβώς το μέγεθος της αγάπης Του προς εμάς οι οποίοι είμαστε τα λογικά πλάσματα των χειρών Του.


Επί πλέον, είναι γεγονός ότι κατά το χρονικό εκείνο διάστημα που ο άνθρωπος εξ αιτίας της αμαρτίας επλανάτο μέσα στη σύγχυση και επορευόταν σε μία διανοητική συσκότιση, ο Θεός τον προπαρασκεύαζε πάνσοφα και στοργικά για να δεχτεί το σωτήριο φως, το όποιο θα του εφώτιζε τον νου και την ψυχή και θα τον οδηγούσε στην λύτρωση.

Και η Ανατολή εξ ύψους ανέτειλε, όταν "ήλθε το πλήρωμα του χρόνου" (Γαλ. δ' 4-5), όταν η αμαρτία των ανθρώπων εκορυφώθη. Γιατί τα αποτελέσματα της αμαρτίας των πρωτοπλάστων, μετεδόθησαν σε όλους τους απογόνους του Αδάμ/ και προσέλαβαν με την πάροδο του χρόνου γιγαντιαίες διαστάσεις. Τα πάντα ήσαν έτοιμα πλέον να δεχθούν την έλευση του Λυτρωτού. Ο άνθρωπος έβλεπε/ ότι κατόρθωσε μεν να καταστήσει τον εαυτόν του αιχμάλωτο στην αμαρτία και τον θάνατο, δεν μπορούσε όμως να τον ελευθερώσει από αυτά. Επί πλέον επείσθη, ότι ήταν μέγιστον το τραύμα της ανθρωπότητας" και το όποιον τραύμα της το έδημιούργησε η αμαρτία. Κατά την έκφραση του Προφήτου Ησαΐου ολόκληρο το σώμα της κοινωνίας και του ανθρώπου από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, είναι μία μολυσμένη πληγή επάνω στην όποια δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθεί ούτε κατάπλασμα ούτε λάδι ούτε επίδεσμος (Ησ. α' 6). Οι Προφήτες με τα όσα εκήρυτταν ήταν σα να έλεγαν: "Κύριε, κλίνον ουρανούς και κατάβηθι" δηλαδή "Συ Κύριε πού είσαι τόσο συγκαταβατικός προς εμάς τους ευτελείς ανθρώπους, χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβα" (ψαλμ. ρμγ' 5), γιατί ("υπερβαίνει την ημετέραν ιατρείαν τα της ανθρωπότητας τραύματα. Αδιόρθωτον ημίν το κακόν, σου δείται διορθωτού") εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για διορθωθούμε από το κακό στο όποιο πέσαμε με την παρακοή στο θειο θέλημα Σου, στην θεία Εντολή Σου, και Σέ χρειαζόμεθα Κύριε για να μας διορθώσεις. Και επειδή το κακό γινόταν χειρότερο και δεν υπήρχε ανθρωπίνως τρόπος γιατρειάς κατά τον Άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων ο θεός "Πατήρ (ουχ υπερείδεν ημών το γένος απολλυμένον) δεν άντεχε να βλέπει το ανθρώπινο γένος να χάνεται και γι’ αυτό εξαπέστειλε από τον ουρανό τον Υιόν Αυτού τον Κύριον Ιησούν ως ιατρόν.


Κατ' αυτόν τον τρόπον ή Θεία Οικονομία, το προαιώνιο δηλαδή σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου εισέρχεται στο σπουδαιότερο στάδιο, που είναι η επέμβασις Αυτού του ίδιου του Θεού. Οι Εθνικοί, ο ειδωλολατρικός δηλαδή κόσμος ώριμοι πλέον/ τον περίμεναν. Από την ίδια ισχυρά προσδοκία κατείχοντο και οι Ιουδαίοι, γιατί η Π. Δ. δεν ήταν παρά μία μεγάλη πρόρρησις και προτύπωσις Εκείνου, ο Οποίος επρόκειτο να έλθει και ο Οποίος τελικά ήρθε.


Κάτω από αυτή την προοπτική ο Κύριος Ιησούς Χριστός ομιλώντας προς τους Ιουδαίους αποκαλύπτει σε ολόκληρο το λαό της Καινής Διαθήκης την περί αυτού μαρτυρία των γραφών, δηλαδή της Παλαιάς Διαθήκης∙ τους έλεγε: «ερευνάτε τας γραφάς… εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού» (Ιω. Ε,39). Αλλά και κατά την πορεία του προς Εμμαούς, μετά την Ανάστασή Του, μιλούσε προς τον Λουκά και τον Κλεόπα «αρξάμενος από Μωυσέως και από πάντων των προφητών και διηρμήνευεν αυτοίς εν πάσαις ταις γραφαίς τα περί εαυτού» (Λουκ. κδ,27), (δηλαδή αρχίζοντας από τα βιβλία του Μωυσή και όλων των προφητών, τους εξηγούσε όσα αναφέρονταν σε όλες τις γραφές για Αυτόν). Αυτήν την μαρτυρία των γραφών, ετόνιζε, και προς τους συγκεντρωμένους μαθητάς του όταν τους έλεγε «ότι δεί πληρωθήναι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωυσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού» (Λουκ. Κδ,44). Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το λυτρωτικό έργο που πραγματοποιήθηκε δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού στην εποχή της Κ.Δ., προφητεύεται ολόκληρο στην Π.Δ.


Έτσι εκτός από το «πρωτευαγγέλιο» που δόθηκε στους Πρωτοπλάστους, ο Θεός παρέχει την υπόσχεση στους Πατριάρχας, ότι θα ευλογηθούν όλοι οι απόγονοί τους σαν πρόγονοι του Μεσσία στον οποίον θα υπακούουν και θα ελπίζουν όλοι οι λαοί. Αναφερόμεθα στους επιθανάτιους θαυμαστούς και μυστηριώδεις λόγους του Ιακώβ προς τον Ιούδα τον υιόν του που του έλεγε: {(«ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ, και αυτός προσδοκία εθνών» (Γεν μθ,10) δηλαδή)} δεν θα λείψει άρχων από την φυλή Ιούδα και αρχηγός από τους απογόνους του μέχρις ότου έρθει Εκείνος, εις τα χέρια του Οποίου απόκεινται αι εξουσίαι. Αυτός θα είναι η ελπίς και η προσμονή των λαών. Ο Μεσσίας. Η προφητεία αυτή του πατριάρχου Ιακώβ καθορίζει την φυλή από την οποία θα προέλθει ο Μεσσίας. Είναι αυτή η φυλή του Ιούδα, όπως ρητώς το τονίζει κι ο Απόστολος Παύλος όταν λέει: «πρόδηλον ότι εξ Ιούδα ανατέταλκεν ο Κύριος ημών» (Εβρ. ζ,14). Ακόμη η προφητεία διαλαλεί και τον παγκόσμιο χαρακτήρα που θα έχει το απολυτρωτικό έργο Του. Αυτός θα είναι η ελπίδα όλων των εθνών. Η προσδοκία όχι μόνον των Ιουδαίων, αλλά όλων των λαών της γης, γιατί όλοι οι λαοί από Αυτόν και μόνο περιμένουν λύτρωση και σωτηρία.


Του χορού των ενδόξων και αγίων προφητών ηγείται ο μεγαλοφωνότατος όλων Ησαΐας, ο οποίος περιγράφει με ζωηρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα που αφορούν τον ενανθρωπήσαντα Υιόν και Λόγο του Θεού. Έτσι ο προφήτης Ησαΐας 800 χρόνια πριν τη Γέννηση του Χριστού μας παρουσιάζει και τη μητέρα του Μεσσία που θα γεννηθεί αλλά μας αριθμεί και τους θεοπρεπείς χαρακτήρας του Υιού της Παρθένου. Μας λέγει ότι («δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον») ο Κύριος θα μας δώσει μεγάλο θαύμα. Ποιό θα είναι αυτό το θαύμα; «ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ης ζ, 14) Το θαύμα δηλαδή θα είναι τουτο το μυστήριον, ότι η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιόν, και θα του δώσει το όνομά Εμμανουήλ, το οποίον όπως το εξηγεί ο Θείος Ευαγγελιστής Ματθαίος, σημαίνει «Μεθ’ ημών ο Θεός» (ο Θεός είναι μαζί μας). Και προχωρεί ο προφήτης Ησαΐας στους θεοπρεπείς χαρακτήρας του Μεσσία: «παιδίον εγεννήθην ημίν, υιός και εδόθη ημίν, ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτού και καλείται το όνομα αυτού, μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησ. θ,6).


Στην προφητική ομολογία του Ιεζεκιήλ ο Χριστός εμφανίζεται να κατασκηνώνει εν μέσω των ανθρώπων και να παρέχει σε αυτούς τον αγιασμόν του στους αιώνες: «και έσται η κατασκήνωσίς μου εν αυτοίς, και εσομαι αυτοίς Θεός, και αυτοί μου έσονται λαός. Και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμί Κύριος, ο αγιάζων αυτούς…εις τον αιώνα» (Ιεζ. λζ,27-28).


Ας αναφέρουμε επίσης αδελφοί μου και την προφητεία του προφήτου Μιχαίου, που εγράφη 750 χρόνια προ Χριστού και την οποίαν αναφέρει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (Ματθ. β,6). Αυτή η προφητεία καθορίζει την πόλη της Βηθλεέμ, στην οποία θα γεννηθεί ο Θείος Λυτρωτής του κόσμου. «και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη εί εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα… εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ» (Μιχ ε,1).

Αλλά δεν είναι μόνο οι προφητείες. Υπάρχουν και συμβολισμοί και προεικονίσεις με χαρακτήρα και έννοια προφητική, οι οποίοι αιώνες πρωτύτερα, μας παρουσιάζουν το πρόσωπο, τη ζωή, το έργο και τη δράση του Σωτήρος. Τέτοιοι τύποι και εικόνες και συμβολισμοί της ζωής και του έργου του Μεσσία, της γεννήσεως και της δράσεώς Του, είναι η βάτος του Μωυσέως, η φλεγομένη και μη κατακαιομένη που συμβολίζει την αειπαρθενία της Θεοτόκου, η οποία εδέχθη μέσα της τον Θεόν-Λόγο αλλά δεν κατεκάη και έμεινε η παρθενία της αφθορος και άχραντος και αλώβητος, ώστε να ψάλλεται στην Εκκλησία μας «Μωσής κατεννόησεν εν βάτω το μέγα μυστήριον του τόκου σου».


Άλλος συμβολισμός και προεικόνισις είναι η ράβδος του Ααρών που εβλάστησε, ενώ ήταν κατάξερη. Και αυτή είναι εικόνα και συμβολισμός της ασπόρου συλλήψεως της Παρθένου.


Επίσης είναι και ο πόκος του Γεδεών, που ευρέθη γεμάτος νερό, ενώ γύρω του υπήρχε ξηρασία (Κριτών στ,58). Τύπος και αυτός της ασπόρου Συλλήψεως.


Είναι επίσης η ρίζα του Ιεσσαί, όπως ψάλλεται και στην καταβασία «Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εξ αυτής, Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας∙ εξ όρους ο αινετός κατασκίου δασέος…». Όλοι αυτοί είναι τύποι και συμβολισμοί.


Δύο όμως επιπλέον συμβολισμοί είναι άξιοι ιδιαίτερης προσοχής και θα τους αναφέρω εν συντομία στην αγάπη σας.


Ο πρώτος συμβολισμός είναι το θαύμα των εν καμίνω τριών Παίδων, που αναφέρει ο προφήτης Δανιήλ. Και οι τρείς αυτοί Παίδες λόγω της πίστης τους στον αληθινό Θεό αρνήθηκαν να προσκυνήσουν τη χρυσή εικόνα που έστησε ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ. Γι’ αυτό και τους έριξαν στην κάμινο που έκαιε για 40 ημέρες και οι φλόγες της ανέβαιναν 40 πήχεις στον ουρανό. Και τους έριξαν για να καούν. Αλλά αυτοί δεν εκάησαν. Άγγελος Θεού κατέβη στην κάμινο και διεφύλλαξε σώους και ασφαλείς τους τρείς ευσεβείς νέους. Τι προεικόνιζε η θαυμαστή αυτή διάσωση των τριών Νέων; Την διατήρηση της Παρθενίας της Θεοτόκου και μετά την διέλευση, δια μέσου αυτής, του πυρός της Θεότητος. Έτσι τα Χριστούγεννα ψάλλουμε «θαύματος υπερφυούς η δροσοβόλος εξεικόνισε κάμινος τύπον ου γαρ ους εδέξατο φλέγει νέους, ως ουδέ πύρ της θεότητος Παρθένου ην υπέδυ νηδύν». Και η ογδόη ωδή του ιαμβικού κανόνα των Χριστουγέννων μας λέγει τα εξής : «μήτραν αφλέκτως εικονίζουσι κόρης η της παλαιάς πυρπολούμενοι νέοι, υπερφυώς κύουσαν εσφραγισμένην».


Ο δεύτερος συμβολισμός είναι το όραμα του βασιλιά Ναβουχοδονόσορ, που το αναφέρει και αυτό ο προφήτης Δανιήλ. (Δαν β 32-35). Αποβλέπει στο πρόσωπο και το έργο του Χριστού, ο οποίος έπειτα από πέντε περίπου αιώνες θα εγεννάτο. Το όραμα είναι το εξής. Είδε ο βασιλιάς μια πελώρια εικόνα η οποία στάθηκε μπροστά του. Η όψη της προκαλούσε τον τρόμο. Το κεφάλι της ήταν από καθαρό χρυσάφι. Τα χέρια και το στήθος από ασήμι. Η κοιλιά και οι μηροί από χαλκό και αι κνήμες από σίδηρο. Το τρομερό της εικόνος είναι το εξής. Ότι ενώ έβλεπε και εθαύμαζε αυτή την εικόνα ο βασιλιάς, ξαφνικά χωρίς να ενεργήσει ανθρώπινο χέρι, κόπηκε από ένα βουνό ένας μικρός λίθος και έπεσε πάνω στην εικόνα. Με το πέσιμό της, αυτή η μικρή πέτρα κτύπησε την εικόνα στα σιδερένια πόδια της και την έκανε σκόνη, την εκονιορτοποίησε, την διεσκόρπισε και δεν ευρέθη πουθενά. Και αφού διεσκόρπισε στους ανέμους τη σκόνη της εικόνας, εκείνος ο μικρός λίθος, που κτύπησε την εικόνα, έγινε μεγάλο όρος και επλήρωσε, εκάλυψε, όλη τη γη. Πράγματι. Υπέροχον όραμα. Μα πιο υπέροχος ο συμβολισμός του. Το εξήγησε ο προφήτης Δανιήλ στο βασιλιά. Του είπε: ο Θεός βασιλιά λέγει το εξής με το όραμα που σου έδειξε. Το κεφάλι της εικόνας είναι η βασιλεία η δικιά σου που είναι χρυσή, το κράτος της Βαβυλώνος. Μετά από σένα έρχεται η βασιλεία των Περσών και των Μήδων, κατώτερη της δικιάς σου, όπως κατώτερο είναι το ασήμι από το χρυσάφι. Η χάλκινη κοιλιά είναι η Μακεδονική Δυναστεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θα διαδεχθεί την Περσική. Και μετά η σιδηρά αυτοκρατορία της Ρώμης. Αλλά όλες αυτές τις βασιλείες θα τις συντρίψη ένας μικρός λίθος, ο Μεσσίας Χριστός, που άσημος θα παρουσιαστεί στον κόσμο, αλλά σαν βασιλιάς δυνατός, θα ιδρύσει βασιλεία πνευματική και θα επεκταθεί σε όλον τον κόσμο, και θα βασιλεύει δια μέσου όλων των αιώνων.


Αυτόν αδελφοί μου τον Υιόν του Θεού τον προφητέψανε οι Προφήτες πριν από χιλιάδες χρόνια, λέγοντας πώς θα έρθη από την Ανατολή σαν άστρο αυγερινό. Αυτόν τον αιώνιο Βασιλιά τον στολίσανε οι προφήτες και οι δίκαιοι με χίλια ονόματα: Τον είπανε Εμμανουήλ, που θα πή «ο θεός είναι μαζί μας», Ποιμένα Καλόν, Πρώτον και Έσχατον, Πρωτότοκον των νεκρών, Αστέρα Εωθινόν, Υι­όν θεού, Λυτρωτήν, θαυμαστόν Σύμβουλον, Τείχος πυρός, Οδηγόν, Σωτήρα, Φρέαρ ύδατος, Χρυσίον δεδοκιμασμένον, Χρυσούν θυμιατήριον, Μονογενή Υιόν του Θεού, (Χθες και σήμερον τον αυτόν και εις τους αιώνας), Φως, Φωσφόρον, Με­γάλης βουλής Άγγελον, Αγιαστήριον, Νέον Αδάμ, Αετόν, Βλαστόν δικαιοσύνης, Λίθον ακρογωνιαίον, Αλήθειαν, Βοηθον, (Αμήν), Αμνόν, Διάδημα, Δόξαν Κυρίου, Δύναμιν Θεού, Ανάστασιν, Ελεήμονα, Ελπίδα, Ζωήν, Απαύγα­σμα της δόξης του Πατρός, Ηγαπημένον, Ήλιον της Δικαιοσύνης, Ισχυρόν, Θεόν ζώντα, Κε­φαλήν της Εκκλησίας, Θεμέλιον, Βασιλέα, Αρ­χήν της κτίσεως του Θεού, Αρχιερέα, Άμπελον, Κεχρισμένον, Κληρονόμον πάντων, Μάχαιραν οξείαν, Κλίμακα, Μεσίτην, Βράχον, Φως των ε­θνών, Σωτηρίαν και άλλα πολλά.


Πάντως σ’ όλες τις μεσσιακές Παλαιοδιαθηκικές προφητείες ό Χριστός παρουσιάζεται ως ο Υιός του Θεού και αιώνιος βασιλιάς ο όποιος πρόκειται να αποσταλεί όταν θα έλθει το πλήρωμα των καιρών.


Και την αλήθεια αυτή διακηρύσσει η Καινή Διαθήκη όταν λέγει «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλε ο Θεός τον υιόν Αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν». (Γαλ δ,4).


Έτσι, η θεία Ενανθρώπιση καθίσταται, κατά την ομολογίαν του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου η αρχή και η ρίζα όλων των αγαθών. Εάν κατά την δημιουργία του κόσμου λάμπει Θεία Παντοδυναμία, κατά την Γέννηση του Χριστού, η οποία αποτελεί την βάση της αναγέννησης του ανθρώπου, λάμπει αυτός ο ίδιος ο χαρακτήρας του Θεού, δηλαδή η αγάπη. Αύτη η Θεία και μυστηριώδης χειρονομία του Θεού προς τους ανθρώπους μοιάζει, σύμφωνα με την έκφραση του Ιερού Χρυσοστόμου με χειρονομία κάποιου βασιλέως, ο όποιος βλέποντας "άνθρωπον ληστήν και κακούργον" να τιμωρείται δικαίως προσφέρει για να σφαγεί αντί για τον ληστήν "τον άγαπητόν υιόν Του" "τον μονογενή" και γνήσιον για να σώσει τον καταδικασμένον ληστή και να του χαρίσει μεγάλα αξιώματα και τεράστια δόξα.


Είναι αυτονόητο και πιστεύω πως όλοι το καταλαβαίνουμε ότι αυτό το μέγα μυστήριο της σαρκώσεως του Θεού και Λόγου, το τόσο παράδοξο και ακατανόητο σε μας, έγινε πραγματικότητα χάριν ημών των αμαρτωλών. Έτσι με την σάρκωση του Θεού και Λόγου, ο δούλος της αμαρτίας, δηλ. ο άνθρωπος ενθαρρύνεται και εμψυχούται. Γιατί όπως λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος όταν ό Θεός έρχεται προς τους ταπεινούς ανθρώπους τότε οι ταπεινοί άνθρωποι ανίστανται, σηκώνονται από την πολλή τους ταπεινότητα. Επίσης με το να κατασκευάσει ο Θεός για τον εαυτόν του ναόν Άγιον, προσλαμβάνοντας την τέλεια ανθρώπινη φύση, εισήγαγε με αυτόν τον τρόπον στην δική μας ζωή την πολιτεία των ουρανών. Έτσι ο Υιός του ανθρώπου προκειμένου να θεραπεύσει τον ασθενούντα άνθρωπον, "περιεζώσθη το λεντίον" της ανθρώπινης φύσεως.


Ο Άγιος Ειρηναίος παρατηρεί, ότι ο ένανθρωπήσας Κύριος πέρασε από τις διάφορες ηλικίες του ανθρώπου, γενόμενος νήπιον, για να άγιάση τα νήπια παιδί, εν μέσω παιδιών, για να αγιάσει αυτά δίνοντας ταυτόχρονα σ' αυτά παράδειγμα ευσέβειας, δικαιοσύνης και υπακοής. Έγινε νέος, για να αγιάση εν Κυρίω την νεανική ηλικία και κατά την έκφρασιν του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου ο υιός του Θεού έγινε "υιός ανθρώπου ίνα υιούς Θεού ποίηση ημάς τους ανθρώπους" (για να κάνει εμάς τους ανθρώπους παιδιά του Θεού) και εκείνο το όποιον είναι κατά φύσιν ό Θεός να μας το δώσει σαν δώρο και να μας αναδείξει Θεούς κατά χάριν.


Αδελφοί μου ο Υιός και Λόγος του Θεού επήρε κορμί ανθρώπινο και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, δείχνοντας έτσι την ανείπω­τη ταπείνωση του. Μπροστά σ' αυτή τη θεϊκή ταπείνωση, απόμεινε κατάπληκτος ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος γράφει τα εξής: «θέλω ν' ανοίξω το στόμα μου, αδελ­φοί, και να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης, και είμαι γεμάτος από φόβο, σαν τον άνθρωπο πού γνωρίζει πώς θα μιλήσει για τον θεό. Γιατί η ταπεινοφροσύνη είναι στο­λή της θεότητος. Γιατί ο Υιός και Λόγος του Θεού που έγινε άν­θρωπος, αυτή ντύθηκε, και με αυτή μας συναναστράφηκε, παίρνοντας σώμα σαν το δικό μας. Και όποιος από εμάς φόρεσε αυτή τη στολή, α­ληθινά έγινε όμοιος με Εκείνον πού κατέβηκε από τον θρόνο της μεγαλοσύνης Του, και με την ταπεινοφροσύνη σκέπασε την παντοδυναμία Του, κι έκρυψε τη δό­ξα Του. Και τούτο συνέβη για να μην κατακαή η κτίσις από την παρουσία Του. Γιατί η κτίσις δεν μπορούσε να Τον κοιτάξει ή να ακούσει τα λόγια που βγαίνανε από το στόμα Του, αν δεν λάβαινε ένα μέρος απ' αυτή ή και να μιλήσει με αυτή.


Και σαν ήρθε ο καιρός να δώσει τη χάρη Του στον κόσμο με την παρουσία Του, δεν κατέβηκε στη γη με σεισμό, μήτε με φωτιά, μήτε με βρον­τή φοβερή και σφοδρή, αλλά κατέβηκε σαν τη δροσιά που κατεβαίνει στον κόμπο του λουλου­διού, και σαν την σταλαγματιά πού στάζει στη γη με απαλότητα. Έτσι, σκέπασε τη μεγαλοσύνη Του με το ένδυμα της σάρκας, που επήρε από την Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία».


Το σώμα δε που επήρε ο Χριστός σε τούτο τον κόσμο, ήτανε φθαρτό σαν το δικό μας, γι’ αυτό κ' έπαθε τόσα και στο τέλος σταυρώθηκε. Άλ­λα στον τάφο έγινε άφθαρτο κι' αναστήθηκε


Τί μας έφερε, λοιπόν, ο Χριστός που ήρθε στον κόσμο μέσα σ’ εκείνο το ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ; Τί μας δίδαξε; Μας δίδαξε πως όλα τα απλά πράγματα είναι από το Θεό, κι όλα τα περιπλεγμένα είναι από το Σατανά. Πριν έλθει ο Χριστός στον κόσμο οι άνθρωποι πι­στεύανε μονάχα στα σαρκικά, στη δύναμή τους, στην αλαζονεία τους, στην εξυπνάδα τους. Ο Χριστός έφερε στον κόσμο την ελπίδα, την αφοβιά στη φτώχεια, και τη χαρά της ταπείνωσης. Ο Χριστός μεγάλωσε την καρδιά των ανθρώ­πων, πού την είχε στενέψει η περηφάνεια και με την ταπείνωση την πλάτυνε. Για τούτο είπε ο προφήτης: «Λύτρωσιν απέστειλε Κύριος τω λαώ αυτού».


Και την ώρα εκείνη που γεννιόταν ο Υιός του Θεού έχοντας πάρει την ανθρώπινη φύση εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, έλαμψε σαν παλάτι εκείνη ή σπηλιά κι άνοιξανε τα ουράνια από πάνω από το σπήλαιο και οι άγγελοι ψέλνανε και λέγανε: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».


Αυτό το παιδί έφερνε στον κόσμο ολόκληρο την ελπίδα και την ειρήνη. Και δεν είναι τυχαίο που τρεις Μάγοι ερχόντουσαν από την Ανατολή κι ακολουθούσανε τ' άστρο πού πήγε και στάθηκε πάνω από το σπήλαιο. Αυτοί οι Μάγοι ήταν μαθητές του παλαιού μάγου Βαλαάμ που προφήτεψε για το Χριστό και δίδαξε στους μαθητές του πως θα δούνε κάποτε ένα άστρο που δεν θα είναι σαν τ' άλλα τα άστρα και σαν το δούνε να το ακολουθήσουνε για να βρούνε τον βασιλέα του κόσμου πού θα γεννηθεί σαν συνηθισμένος άνθρωπος και ο οποίος θα έφερνε την ελπίδα και την ειρήνη.


Αυτή η παράξενη Ιστορία αρχίζει χίλια τρακόσια χρόνια, πάνω κάτω, πριν από τη Γέννηση του Χριστού και κρατήθηκε από στόμα σε στόμα σε εκείνα τα μέρη της Ανατολής.


Εκείνον λοιπόν τον παμπάλαιο καιρό, ζούσε στη Φαθουρά της Μεσοποταμίας ένας μάγος φημισμένος ονόματι Βαλαάμ, γυιός κάποιου Βεώρ.


Οι Εβραίοι, φεύγοντας από την Αίγυπτο, με τον Μωυσή αρχηγό τους, είχανε φτάσει, ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες στη Γη της Επαγγελίας, και πολεμούσανε με τις διάφορες φυλές πού τους φράζανε το δρόμο. Μια απ' αυτές τις φυ­λές ήτανε κι οι Μωαβίτες, που κατοικούσανε στα ανατολικά μέρη της Νεκρής Θάλασσας, άνθρω­ποι του πολέμου. Αυτοί, λοιπόν, είχα­νε τότε βασιλέα τον Βαλάκ. Βλέποντας ο Βα­λάκ πώς οι Ισραηλίτες νικήσανε τους Αμορραίους και τον Ωρ, τον βασιλέα του Βασάν, φοβήθηκε πως δεν θα τα βγάλει πέρα με τους Εβραίους, κι έστειλε κάποιους άρχοντες στον Βαλαάμ, να του πούνε πως οι Ισραηλίτες φτάσανε στα σύνορα του και πως είναι πολύς στρατός, και να τον παρακαλέσουνε να πάει να τους καταραστεί, ώστε να νικηθούνε. Αυτό το έκανε ο Βαλάκ επειδή πίστευε πως όποιον θα ευλογούσε ο Βαλαάμ, θα νικούσε, κι οποίον θα καταριότα­νε θα ενικάτο.


Οι απεσταλμένοι φτάσανε στο χωριό του Βαλαάμ και του είπανε γιατί τους έστειλε ό βασιλιάς τους. Και εκείνος τους είπε να καταλύσουνε τη νύχτα στο χωριό, και πώς την άλλη μέρα θα τους έλεγε ο,τι θα του λαλήση ο Θεός. Και το πρωί, σαν σηκώθηκανε, τους είπε ο Βαλαάμ πως ο θεός τον πρόσταξε να μην πάει να καταραστεί τους Ισραηλίτες, γιατί είναι ευλογημένοι. Κι οι Μωαβίτες φύγανε, και γυρίσανε στον τόπο τους και είπανε στο βασιλιά ο,τι τους είχε πει ο Βαλαάμ. Τότε ο Βαλάκ τους ξανά­στειλε στον μάγο, παρακαλώντας τον να πάει, τάζοντας του μεγάλες τιμές και πολλά πλούτη. Μα ο Βαλαάμ του αποκρίθηκε πώς δεν θα πήγαινε ακόμα και αν του έδινε ο βασιλιάς και το παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατί δεν μπορεί να παράκουση στον λόγο του Θεού.


Τότε, φανερώθηκε ο Θεός τη νύχτα στον Βαλαάμ, και του είπε να πάει στον Βαλάκ, μα να κάνει ό,τι θα του πει αυτός. Το πρωί, λοιπόν, ανέβηκε πάνω στο ζώο του την όνο και τράβηξε, μα­ζί με τους Μωαβίτες και με τους δυο γυιούς του, να συναντήσει τον Βαλάκ. Αλλά, εκεί που περπατούσανε, η όνος ξεστράτισε από τον δρόμο, κι ο Βαλαάμ την έ­δερνε με το ραβδί που βαστούσε, ώσπου φτάσανε σ' ένα μέρος που περνούσε ο δρόμος ανάμε­σα στ' αμπέλια, και εκεί η όνος κόλλησε επάνω στον τοίχο και πίεσε το πόδι του Βαλαάμ. Τότε εκείνος έπιασε και τη χτυπούσε με το ραβδί του και όσο εκείνη δεν κουνιόταν από τον τόπο της, τόσο εκείνος την έδερνε θυμωμένος, ώσπου άνοιξε το στόμα της και μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε στον Βαλαάμ: «Τί έκανα και με δέρνεις; Σε μεταφέρω από τα νιάτα σου, και δεν σε στεναχώρησα ως τα σήμερα. Λοιπόν δεν φταίω εγώ, που δεν πηγαίνω μπροστά». Και τότε άνοιξε ο Θεός τα μάτια του Βαλαάμ, κι είδε έναν Άγγελο με το σπαθί στο χέρι, που εμπόδιζε το ζώο να περπατήσει και ο Βαλαάμ έσκυψε και τον προσκύνησε. Και του είπε ο Άγγελος: «Μ' έστειλε ο Θεός να σε εμποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζί με τους άλ­λους. Μα εγώ θα σου πω τί λόγο θα λαλήσεις». Φτάνοντας λοιπόν στη χώρα του Μωάβ, τον υποδέχτηκε με τιμή ο Βαλάκ, κι ανεβήκανε μαζί σ' ένα βουνό. Κι είπε ο Βαλαάμ: «Ό,τι μου πει ο Κύριος, αυτό θα κάνω». Και σαν είδε από μακριά το στράτευμα των Εβραί­ων, άκουσε φωνή Κυρίου που του έλεγε: «Είναι ευλογημένος ο λαός μου ο Ισραήλ. Από το σπέρμα του θα βγει ένας άνθρωπος που θα βασιλέψει επάνω σε πολλά έθνη. Όποιος τον ευλογήσει, θα ναι ευλογημένος, κι οποίος τον καταραστεί, θα ναι καταραμένος». Και ευλόγησε, λοι­πόν, ο Βαλαάμ τους Ισραηλίτες. Ο Βαλάκ όμως θύμωσε, μα ο Βαλαάμ του είπε πως δεν μπορεί να μην κάνει το θέλημα του Θεού».


Όπως διαπιστώνουμε ο Βαλαάμ είναι ο δεύ­τερος, μετά τον Ιακώβ, που προφήτεψε πως ο Χριστός θα γεννηθεί από το γένος των Εβραίων, σύμφωνα με τα λόγια του Θεού που του είπε πως απ' αυτό το γένος θα γεννηθεί ένας άρχοντας που θα βασιλεύσει επάνω στα έθνη. Η προφητεία του Βαλαάμ μοιάζει με την προφητεία που είπε για τον Χριστό ο πατριάρχης Ιακώβ, για­τί παρομοίασε, και κείνος, τον Χριστό με λιον­τάρι, λέγοντας: «Αναπεσών εκοιμήθη ως λέων και ως σκύμνος. Τις εγερεί αυτόν;» ενώ η προφητεία του Βαλαάμ λέγει: «Κατακλιθείς ανεπαύσατο ως λέων και ως σκύμνος. Τίς αναστήσει αυτόν;» (Αριθ. κγ' 9).


Αυτός, λοιπόν, είναι ο μάντις Βαλαάμ, ο προπάτορας των μάγων που πήγανε από τη Χαλδαία να προσκυνήσουν τον Χριστό στο σπή­λαιο που γεννήθηκε. Ο Βαλαάμ ήταν, που είπε στους μαθητές του, πως θα γεννηθεί από τη φυλή του Ιούδα ο μέγας Βασιλιάς, και τους προέτρεψε να κοιτάζουν τον ουρανό ώσπου να δούνε έ­να καινούργιο άστρο, κι όταν το δούνε, να τρέξουν να το ακολουθήσουν, και εκείνο θα τους οδήγησει στον τόπο που θα γεννηθεί ο Χριστός.


Αυτόν τον λόγο τον φυλάξανε οι μαθητές του Βαλαάμ και τον μετέδωσαν στους δικούς τους μαθητές, και περίμεναν χίλια τρακόσια χρόνια, ώσπου να δούνε εκείνον τον εξαίσιον Αστέρα. Και δεν βγήκε ψεύτικη η προφητεία του γέρου Βαλαάμ, αλλά αληθινή. Και σαν είδαν το παράξενο άστρο, σκιρτήσαν από χα­ρά, και έτρεξαν να προσκυνήσουν τον Κύριο, που δεν κουράστηκαν να τον περιμένουν χίλια τριακόσια τόσα χρόνια, νύχτα με νύχτα. Αλήθεια! Πόση υπομονή έχει η πίστη!


Έτσι οι μάγοι προσκυνήσανε το Χριστό και του προσφέρανε ακριβά δώρα δείχνοντας με όλη αυτή την πορεία τους αλλά και τη χειρονομία τους πως ο πλούτος προσκύνησε τη φτώχεια.


Αδελφοί μου, με τη γέννηση του Χριστού, όλα άλλαξαν στον κόσμο. Ο Χριστός μας έφερε την παλιγγενεσία, το ξαναγέννημα, που έλεγε, σαν μεγάλωσε, στο Νικόδημο. Άλλη ελπίδα από το Ευαγγέλιο δεν υπάρχει για τον άνθρωπο. Όποιος δεν ένοιωσε αυτό το μυ­στήριο το φοβερό και χαροποιό, δεν ένοιωσε τί­ποτα. Ό Χριστός δεν ήρθε για να συνέχισει τα όσα είπανε και πράξανε οι αρχαίοι φιλόσοφοι και οι ηθικολόγοι. Μας έφερε καινούργια ζωή, και­νούργια αγάπη, καινούργια λύπη, καινούργια χαρά, καινούργια καρδιά. Ο Χριστός την αγά­πη δεν μας την δίδαξε μονάχα, αλλά και μας την έδωσε. Με το Χριστό είναι όλα ήμερα και άπλα, γιατί έχουν την ελπίδα του Ευαγγελίου και την παρηγοριά του Αγίου Πνεύματος που λέγεται Παράκλητος, δηλαδή παρηγορητής. Πριν έλθει ο Χριστός, ο κόσμος ήταν έρημος και χωρίς αγάπη και οι άνθρωποι όπως λέγει και ο Παύλος ήταν «οι μη έχοντες ελπίδα». Για τούτο λέγει ο Χριστός χρησιμοποιώντας τα λόγια του προφήτη Ησαΐα: «Πνεύμα Κυρίου είναι επάνω μου, που με έχρισε με αυτό. Και μ' έστειλε να φέρω στους φτωχούς την καλή την είδηση, να γειάνω όσους έχουνε καρδιά συντριμμένη, να κηρύξω τη λευτεριά για τους σκλαβωμένους και στους τυφλούς πως θα δούνε το φως τους, να φέρω τη χρονιά την ευτυχισμένη του Κυρίου και μέρα ανταπόδοσης, να παρηγορήσω όλους τους πι­κραμένους» (Ησαΐα 41,1).


Αναμφίβολα, οι άνθρωποι που ζούσαν πριν έλθει ο Χριστός, ήταν χωρίς ελπίδα, κι ας κάνανε το χαρούμενο. Κανένας φιλόσοφος δεν έδωσε την ελπίδα στους ανθρώπους. «Δεν υπάρχει σε κα­νέναν άλλον η σωτηρία, γράφει ο απόστολος Πέτρος, παρά μονάχα στο Χριστό. Γιατί δεν υ­πάρχει κανένα άλλο όνομα δοσμένο στους αν­θρώπους, με το όποιο μπορούμε να σωθούμε», (Πράξ. δ' 12), ενώ ο Ησαΐας λέγει: «Επάνω σ' αυτόν θα ελπίσουνε τα έθνη» (Ήσ. 5,14), και ο απόστολος Παύλος που ήτανε κι αυτός πρωτύτερα απελπισμένος, γράφει στον Τίτο: «Φανε­ρώθηκε η χάρις του Θεού η σωτήρια για όλους τους ανθρώπους, που μας ζητά να αρνηθούμε την ασέβεια και τις κοσμικές επιθυμίες και να ζήσουμε φρόνιμα και δίκαια και με ευσέβεια σε τούτο τον κόσμο, περιμένοντας τη μακάρια ελ­πίδα και το φανέρωμα της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρος μας Ιησού Χριστού» (Τίτ. β' 13) για να προσθέσει τέλος και πάλι ο Πέτρος: «ας είναι ευλογημένος ο Θεός και πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που από το πολύ του έλεος μας ξαναγέννησε σε μια καινούρια ζωή με την ανά­σταση του Ιησού Χριστού» (Α' Πέτρ. α' 3).


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, σε σχετική με την εορτή των Χριστουγέννων ομιλία παρουσιάζει όλα τα αίτια για τα οποία ενηνθρώπισε ο Υιός και Λόγος του Θεού από τα οποία ας μου επιτραπεί να υπογραμμίσω ιδιαιτέρως μερικά από αυτά τα σημεία, από τα οποία διαπιστώνει κάνεις το καθολικό γεγονός της σωτηρίας που απορρέει μέσα από τη φάτνη, εισχωρεί στον κόσμο και τον μεταμορφώνει, τον μεταποιεί. Το πρώτο σημείο είναι ότι με την ενανθρώπηση φανερώνεται πως η φύση μας πλάστηκε από το Θεό αγαθή, γι’ αυτό άλλωστε και ο Χριστός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση. Με αυτό, επίσης, αποδεικνύεται ότι το σώμα δεν είναι φυλακή της ψυχής κάτι που ισχυρίζονταν οι αιρετικοί και οι αρχαίοι φιλόσοφοί αλλά είναι θετικό δημιούργημα του θεού και έχει μεγάλη αξία αφού το προσέλαβε ο Χριστός και το θέωσε. Το δεύτερο σημείο δείχνει το βάθος της πτώσεως του Ανθρώπου, ώστε να χρειαστεί η οικονομία του Χριστού και η άκρα ταπείνωσή Του. Φυσικά αυτό δείχνει και την μεγάλη αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς το ανθρώπινο γένος αφού δεν άφησε το πλάσμα Του να καταστραφεί. Έτσι λοιπόν, με την ενανθρώπιση του Χριστού εκδιώκετε η απόγνωση και η απελπισία. Το τρίτο σημείο είναι ότι δια της ενανθρωπήσεως αποκαλύφθηκε η Τριαδικότητα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι μονάς, αλλά Τριάς Προσώπων, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για την προσωπική μας ζωή. Γιατί ο απρόσωπος και άγνωστος Θεός κάνει και τον άνθρωπο απρόσωπο και άγνωστο. Γι’ αυτό άλλωστε και το θέμα της Τριαδικότητας του Θεού όχι μόνο είναι πολύ κρίσιμο για την Ορθόδοξη θεολογία, αλλά είναι υπόθεση ζωής και θανάτου.


Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να προσθέσουμε ακόμη ότι το γεγονός της εναθρωπήσεως δείχνει και τον τρόπο της σωτηρίας του ανθρώπου, που είναι συνδυασμός αγάπης, υπακοής και ελευθερίας. Ο Θεός Πατήρ αγάπησε το ανθρώπινο γένος: «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμο ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον» (Ιω γ,16). Ο Λόγος τώρα του Θεού υπήκουσε στον Πατέρα Του και θέλησε να ενανθρωπήσει, γι’ αυτό και πραγματικά αναδείχθηκε αγαπητός υιός και υιός ευδοκίας. Αλλά και το Άγιο Πνεύμα συνήργησε στην ενανθρώπιση, εκφράζοντας έτσι την αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος και κάνοντας υπακοή στον Πατέρα. Αλλά επιπλέον υπάρχει και ελευθερία, γιατί ο Υιός ελευθέρως υπήκουσε στον Πατέρα Του.


Ακριβώς αυτό το γεγονός, ότι το μυστήριον της ενανθρωπήσεως είναι μυστήριο αγάπης, υπακοής, ελευθερίας αλλά και κοινωνίας προσώπων, φαίνεται και στην περίπτωση της Παναγίας μας. Αγάπησε τον Θεό και με την προσωπική της ελευθερία υπήκουσε στο θέλημά Του και έγινε η Μητέρα του Χριστού. Γι’ αυτό και ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας θα πει ότι η ενανθρώπηση του Λόγου έγινε με την αγάπη του Θεού Πατρός, την υπακοή του Υιού, τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος και με τη συγκατάθεση της Θεοτόκου. Αυτό δείχνει ότι και το μυστήριο της προσωπική μας αναγεννήσεως και θεώσεως γίνεται με το συνδυασμό των τριών αυτών παραγόντων, της αγάπης, της υπακοής και της ελευθερίας. Πρέπει να αγαπήσουμε πραγματικά τον Θεό, όχι απλώς να αισθανόμαστε ότι εκπληρώνουμε μερικά καθήκοντα, ή να υπακούουμε στις εντολές Του, καθώς επίσης αυτή η υπακοή να μη γίνεται εξαναγκαστικά, αλλά ελεύθερα, με τη δική μας ελευθερία. Μόνο μέσα στα πλαίσια αυτά επιτυγχάνεται η σωτηρία του ανθρώπου.




Σεβαστοί Πατέρες


και αγαπητοί αδελφοί


πόσοι αιώνες χωρίζουν τα δύο αυτά ένδοξα μέρη, Εδέμ και Βηθλεέμ! Πόσες αντιθέσεις μεταξύ τους! Όμως και πόση συγγένεια τα ενώνει!


Στην Εδέμ είδε το φως της ημέρας το ανθρώπινο δράμα, η πτώσις! Στην Βηθλεέμ η αρχή της λύσεώς του.


Στην Εδέμ ο προπάτοράς μας Αδάμ ετοποθετήθηκε από τον Πλάστη του Βασιλιάς και κυρίαρχος της κτίσεως. Όμως εκεί έπεσε και τα έχασε όλα! Στη Βηθλεέμ εγεννήθηκε ο Νέος Αδάμ για να σηκώσει τον προπάτορα που έπεσε.


Η Εδέμ μας απομάκρυνε από τον Θεό. Η Βηθλεέμ μας επλησίασε στον Θεό.


Η Εδέμ μας εγέννησε. Η Βηθλεέμ μας αναγέννησε.


Η Εδέμ έκλεισε τον ουρανό. Η Βηθλεέμ έδωσε το κλειδί που άνοιξε ο ουρανός.


Στην Εδέμ έχυσε ο Θεός πλούσια την αγάπη Του για τη δημιουργία του πλάσματός Του. Στη Βηθλεέμ ο Θεός έχυσε πλουσιότερα την άπειρο αγάπη Του για την αναδημιουργία του δημιουργήματός Του.


Στην Εδέμ «εψεύσθη πάλαι Αδάμ και Θεός επιθυμήσας ου γέγονε». Στη Βηθλεέμ «άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα θεόν τον Αδάμ απεργάσηται».


Γι’ αυτό οι καμπάνες των Χριστουγέννων είναι η παρήγορος υπόσχεσις του Θεού, είναι η πανανθρώπινη προσδοκία, είναι των προφητών οι οραματισμοί, είναι η εκπλήρωσις των νοσταλγιών, είναι η λύσις του ανθρωπίνου δράματος, είναι ο ερχομός του Λυτρωτή! που παρακινεί όλη την κτίση να επαναλάβει μαζί με την παρηγορητική φωνή του προ­φήτη Ησαΐα, πού κράζει σήμερα τούτα τα λό­για σ' εμάς και στον ρημαγμένο κόσμο της α­μαρτίας:


«Ευφραίνου, έρημος διψασμένη, αναγάλλιασε κι άνθησε σαν το κρίνο»


Εσείς που κειτόσαστε στο σκοτάδι! Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξετε το φως της ελπίδας πού ρίχνει στον αμαρτωλό τον κόσμο το άστρο του Χριστού. Υποδεχθήτε με χα­ρά Εκείνον πού ήρθε να μας γλυτώσει όχι από την πείνα κι από την δίψα του κορμιού, όχι από την αρρώστια κι' από τους πόνους της σάρκας, άλλα από τη φρικτή αγωνία πού βασανίζει τις ψυχές μας, από το τέρας της απιστίας, που θέ­ριεψε σήμερα κι' έκανε τις καρδιές μας σπήλαια σκοτεινά κι ανήλια και παγωμένα.


Δυναμώστε λοιπόν και μη φοβόσαστε. Να, ο θεός μας θα έρθει και θα σας σώσει».


Για τον λόγο αυτό όλοι εμείς που σε βλέπουμε Θεέ παντοδύναμε, Θεέ πάνσοφε, Θεέ υπεράγαθε μέσα σε ένα σπήλαιο, μικρό βρέφος στην αγκαλιά της Παρθένου Μαρίας και συνάμα πιστεύουμε πως είσαι ο ίδιος που βασιλεύεις αχώριστος από τους μακαρίους κόλπους του Θεού Πατέρα, μετά των Ποιμένων θαυμάζομεν, μετά των μάγων λατρεύομεν, μετά των αγγέλων δοξολογούμεν και λέγομεν: Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία. Καλά Χριστούγεννα!!!

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...