Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2012

Ἡ Ἐκκλησία καί ἡ κρίση


Γράφει ὁ Κωνσταντῖνος Χολέβας,
 
Πολιτικός Ἐπιστήμων

«Ζητοῦνται ἀκόμη μεγαλύτερες 
δόσεις ἑνός
 φαρμάκου πού ἀποδεικνύεται
 θανατηφόρο.
Ζητοῦνται δεσμεύσεις πού δέν
 λύνουν τό
 πρόβλημα, ἀλλά ἀναβάλλουν μόνο 
προσωρινά τόν προαναγγελθέντα
 θάνατο τῆς Οἰκονομίας μας. Καί ὑποθηκεύουν,
 ταυτόχρονα, τήν ἐθνική μας κυριαρχία. Ὑποθηκεύουν 
τόν πλοῦτο πού ἔχουμε, 
ἀλλά καί αὐτόν πού μπορεῖ νά ἀποκτήσουμε στά ἐδάφη καί τίς 
θάλασσές μας. Ὑποθηκεύουν τήν Ἐλευθερία, τή Δημοκρατία, 
τήν Ἐθνική μας Ἀξιοπρέπεια. Στή διαμόρφωση τῶν ἀποφάσεων, 
οἱ φωνές τῶν ἀπελπισμένων, οἱ φωνές τῶν Ἑλλήνων, ἀγνοοῦνται 
προκλητικά....».
Αὐτά μεταξύ ἄλλων ἀναφέρονται στή συγκλονιστική ἐπιστολή 
τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος
 κ. Ἱερωνύμου πρός τόν Πρωθυπουργό κ. Παπαδῆμο, ἡ ὁποία 
δημοσιοποιήθηκε στίς 2.2.2012. Ἡ ἐπιστολή καταγγέλλει μέ παρρησία 
τήν ἀδιέξοδη καί κοινωνικά ἀνάλγητη πολιτική τῶν μνημονίων
 καί καταλήγει μέ μία ὑπενθύμιση τῶν πνευματικῶν θησαυρῶν μας,
 πού εἶναι πολυτιμότεροι καί μακροβιότεροι ἀπό τούς ὑλικούς.
 Ὁ Μακαριώτατος τονίζει ὅτι ἡ Ἑλλάδα τοῦ Πολιτισμοῦ,
 ἡ Ἑλλάδα τῆς Ἱστορίας, ἡ Ἑλλάδα τῶν παραδόσεων δέν μπορεῖ νά...

 χαθεῖ.... Μπορεῖ καί πάλι νά τραβήξει μπροστά!
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στήν μακραίωνα πορεία τῆς πάντα διαφύλαξε
 τήν οἰκουμενική ἀποστολή της καί τό πανανθρώπινο μήνυμα τοῦ 
Χριστοῦ, ἀλλά ἰδιαιτέρως γιά τό Γένος τῶν Ἑλλήνων στάθηκε 
μητέρα καί τροφός σέ ὅλες τίς δύσκολες περιστάσεις. 
Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό χῶρο τοῦ Ἑλληνισμοῦ 
ἦταν ποικιλόμορφη. Ἡ ἠθική μας ἀνάπλαση, ἡ κοινωνική ἀλληλεγγύη,
 ἡ διαμόρφωση χαρακτήρων, ἡ καλλιέργεια τῶν γραμμάτων καί τῆς
 τέχνης, ἡ ἀγωνιστικότητα ὑπέρ τῆς Ἐλευθερίας καί τῆς Ἐθνικῆς 
Ἀνεξαρτησίας, αὐτά καί πολλά ἄλλα συνέθεσαν καί συνέδεσαν
 τούς ἄρρηκτους δεσμούς Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας.
 Κατά τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέδειξε
 ἐμπράκτως ὅτι μπορεῖ νά συνδυάσει τό ἐθνικό μέ τό οἰκουμενικό,
 τήν ἀγωνιστικότητα μέ τήν κοινωνική ἀλληλεγγύη. 
Οἱ ἑλληνορθόδοξες κοινότητες ὑπό δουλείαν βοηθοῦσαν 
τούς φτωχούς καί τά ὀρφανά, ὀργάνωνα τήν παραγωγή καί
 τήν οἰκονομία, ἀλλά ταυτοχρόνως καλλιεργοῦσαν τόν πόθο γιά τήν
 ἐλευθερία. Τό κοινοτικό σύστημα τῶν ὑποδούλων βασίσθηκε στήν
 Ὀρθόδοξη ἐνορία καί τά καταστατικά πολλῶν κοινοτήτων καί 
συνεταιρισμῶν εἶναι γραμμένα ἀπό τούς τοπικούς Ἐπισκόπους. 
Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι σέ μία ἐποχή κρίσης τοῦ
 παγκοσμιοποιημένου
 νεοφιλελευθερισμοῦ καί μετά τήν κατάρρευση τῶν μαρξιστικῶν 
καθεστώτων ἀμερικανοί κοινωνιολόγοι προτείνουν τόν Κοινοτισμό 
ὡς τήν Τρίτη λύση γιά τήν κοινωνία καί τήν οἰκονομία.
Στή σύγχρονη κρίση ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν ἔμεινε οὔτε θά μείνει
 ἀπαθής. Ἤδη χιλιάδες ἄνθρωποι σιτίζονται ἀπό τά συσσίτια τῶν 
Ἐνοριῶν σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Ἑλλάδας. Ὑπό τίς ὁδηγίες τῶν Ἐπισκόπων 
οἱ ἱερεῖς καί οἱ ἐθελόντριες κυρίες προσφέρουν δωρεά τό φαγητό τῆς ἡμέρας
 σέ ὅποιον ἔχει ἀνάγκη χωρίς νά ἐρωτοῦν τό θρήσκευμα ἤ τή ἐθνική του 
καταγωγή. Ὅμως πέραν τῆς ὑλικῆς συνδρομῆς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει
 καί ἕνα ἄλλο ἴσως σημαντικότερο ρόλο. Τήν ἀναζήτηση καί θεραπεία
 τῶν πνευματικῶν αἰτίων τῆς κρίσης. Κάθε σκεπτόμενος Ὀρθόδοξος κατανοεῖ
 ὅτι ἡ κρίση τῆς οἰκονομίας προκλήθηκε ἀπό τόν ὑλισμό, τόν
 εὐδαιμονισμό, τόν καταναλωτισμό, τήν ἀλαζονεία, τή μανία νά δείχνουμε
 πλουσιότεροι ἀπό τόν γείτονα ἔστω καί ἄν τό σπίτι μᾶς πεινάει. 
Ὁ ὑπερδανεισμός τῶν νοικοκυριῶν καί ὁ ὑπερδανεισμός τῶν κρατῶν
 εἶναι ἕνας φαῦλος κύκλος πού ὁδήγησε τίς μέν οἰκογένειες σέ ἀπελπισία 
καί αὐτοκτονίες, τά δέ κράτη ὅπως τό Ἑλληνικό σέ ταπεινωτικούς ὅρους 
πού ἐπιβάλλουν οἱ δανειστές. Τό ἄν παραποιήθηκαν στοιχεῖα γιά νά
 ὑποδουλωθοῦμε στό ΔΝΤ εἶναι κάτι πού ὁπωσδήποτε πρέπει νά διερευνηθεῖ.
 Ἀλλά τό πνευματικό πρόβλημα παραμένει. 
Ξεφύγαμε ἀπό τίς ἀρχές καί ἀξίες τῆς Ἑλληνορθόδοξης 
παράδοσης καί ὑποδουλωθήκαμε στά ὑλιστικά πάθη καί στόν
 μιμητισμό ξενόφερτων ἠθῶν καί ἐθίμων.
Ὀρθῶς ἐπισημαίνει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ὅτι ἡ μέχρι
 σήμερα ἀκολουθουμένη συνταγή εἶναι θανατηφόρα καί οἱ δανειστές
μᾶς ζητοῦν νά τήν συνεχίσουμε. Ὀρθοτατα ἐπίσης καταγράφει τήν ἐλπίδα
 πού μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας ὅτι αὐτή ἡ προβληματική Ἑλλάδα 
μπορεῖ καί πάλι νά σταθεῖ στά πόδια της. Ἀρκεῖ νά θυμηθεῖ ὁ λαός
 μας ὅτι ἀνήκει στήν Ἑλλάδα τοῦ Πολιτισμοῦ καί τῶν παραδόσεων καί 
νά μήν ἀφήνεται νά ποδηγετεῖται ἀπό τίς προπαγάνδες, ἀπό τά παπαγαλάκια,
 ἀπό τά τουρκικά σήριαλ, ἀπό τήν παιδεία ἄνευ προτύπων, ἀπό τήν
 κατατρομοκράτηση καί τήν ἀπαισιοδοξία πού κάποιοι σκοπίμως
 καλλιεργοῦν. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτέ δέν ἀποδέχθηκε τά ἀπαισιόδοξα
 κηρύγματα. Διότι γνωρίσει ὅτι μετά τή 
Σταύρωση πάντα ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση.
Φυσικά μέσα στόν κυκεώνα τῶν προβλημάτων καί τῶν διλημμάτων 
πολλοί συνέλληνες θά ἀναρωτηθοῦν τί τελικά ὠφελοῦν οἱ 
διαπιστώσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ὅταν ἐπικρέμαται πάνω ἀπό τά κεφάλια
 μας ἡ Δαμόκλειος σπάθη τοῦ νέου μνημονίου. Πιστεύω ὅτι τέτοιες 
ἐπισημάνσεις εἶναι εὐεργετικές καί γιά τούς ἄρχοντες καί γιά τούς
 ἀρχομένους. Διότι δέν βασίζονται στή σκοπιμότητα προσπορισμοῦ 
συγκεκριμένου ὀφέλους, ἀλλά ἐρείδονται στά ἀκλόνητα θεμέλια 
της Ἑλληνορθόδοξης Αὐτοσυνειδησίας μας, ἡ ὁποία μᾶς κράτησε ὄρθιους
 σέ ἀκόμη πιό δύσκολες ἐποχές.
Ἡ ἀγωνιστική παρουσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στά ἑλληνικά
 πράγματα καταδεικνύει ὅτι ἡ ἐθνική ἀφύπνιση καί ἡ κοινωνική δικαιοσύνη
 δέν εἶναι ἀσύμβατα στοιχεῖα ὅπως κάποιες ἰδεολογίες πρεσβεύουν.
 Στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση τό ἐθνικό καί τό κοινωνικό συνυπάρχουν
 ἁρμονικά καί σήμερα βοηθοῦν τή δημοκρατία μας νά γίνει μία 
δημοκρατία εὐθύνης. Ἡ παρέμβαση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔρχεται στήν
 κατάλληλη στιγμή γιά νά δώσει μηνύματα στούς κυβερνῶντες καί
 ἐλπίδα στόν λαό.
πηγή: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 7/2/2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ




«Ο άγιος Θεόδωρος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου (τις πρώτες δεκαετίες του 3ου μ.Χ. αιώνα). Καταγόταν από τα Ευχάϊτα, αλλά κατοικούσε στην Ηράκλεια του Πόντου. Υπερείχε από τους περισσοτέρους ως προς το κάλλος της ψυχής του, το μέγεθος του σώματος και τη δύναμη των λόγων. Όλοι, γι’ αυτό, προσπαθούσαν να αποκτήσουν τη φιλία του. Για τον ίδιο λόγο και ο Λικίνιος ήθελε πάρα πολύ να τον συναντήσει, μολονότι είχε ακούσει  ότι είναι χριστιανός και βδελύσσεται τους λεγόμενους θεούς. Έστειλε λοιπόν από τη Νικομήδεια μερικούς, του ιδίου αξιώματος με τον Θεόδωρο, και τους πρόσταξε να του φέρουν τον μάρτυρα με ευγενικό τρόπο. Όταν αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι ο μακάριος Θεόδωρος έφερε ως αντίρρηση ότι πρέπει ο βασιλιάς μάλλον να έλθει μαζί με τους μεγαλύτερους από αυτόν θεούς, αμέσως ο βασιλιάς ήλθε στην Ηράκλεια.

Ο άγιος Θεόδωρος, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να συναντήσει τον Λικίνιο μετά από νυκτερινό όραμα που του έστειλε ο Θεός, όταν πληροφορήθηκε ότι ο βασιλιάς πλησιάζει, ανέβηκε σε άλογο, τον συνάντησε και τον τίμησε όπως έπρεπε. Ο βασιλιάς τότε του έδωσε το δεξί του χέρι και χαιρέτισε τον Θεόδωρο πολύ θερμά. Εισήλθε έπειτα στην πόλη κι αφού κάθισε σε υψηλό βήμα, προέτρεπε τον μακάριο Θεόδωρο να προσφέρει στους δικούς του θεούς θυσία. Ο άγιος  ζήτησε να πάρει στο σπίτι του τα αγάλματα των επισημοτέρων θεών, να προσφέρει εκεί πρώτα τις προσευχές του, και έπειτα πάλι δημόσια να προσφέρει στους θεούς αυτούς σπονδές. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι έδωσε εντολή  να του δοθούν τα χρυσά και τα αργυρά αγάλματα, ο άγιος τα έλαβε και κατά το μέσο της νύκτας τα συνέτριψε, τα έκανε μικρά κομμάτια και τα έδωσε στους ενδεείς και τους πένητες.

Την επομένη ημέρα, όταν ο Μαξέντιος ο Κομενταρήσιος είπε ότι είδε την κεφαλή της μεγάλης θεάς Αφροδίτης να περιφέρεται από κάποιον πτωχό, ο Λικίνιος διέταξε και αμέσως ο άγιος συνελήφθη από τη φρουρά του Λικινίου. Και πρώτα μεν τον ξέντυσαν, τον κράτησαν τεντωμένο τέσσερις, και τον κτύπησαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών: επτακόσιες πληγές στην πλάτη, πενήντα στην κοιλιά, όπως και κτυπήματα με μολύβδινες σφαίρες στον αυχένα. Έπειτα τον έξυσαν μέχρι αίματος, τον κατέφλεξαν με λαμπάδες, και έτριψαν με όστρακα τις πρησμένες και καμμένες πληγές, οπότε τον έριξαν στη φυλακή, ασφαλίζοντας τα πόδια του σε ξύλινη μέγγενη.

Έμεινε χωρίς φαγητό και νερό στη φυλακή επί επτά ημέρες. Τον έβγαλαν πάλι και κάρφωσαν τα χέρια και τα πόδια του σε σταυρό, κι εκεί του πέρασαν περόνη από το κάτω μέρος του σώματος, που έφθασε μέχρι τα έγκατά του. Γύρω του στέκονταν και παιδιά, που τόξευαν τον άγιο στο πρόσωπο και τα μάτια, ενώ από τις βολές των βελών που κτυπούσαν τα μάτια, έπεσαν κάτω οι κόρες των οφθαλμών του. Άλλοι δε, έκοψαν τα γεννητικά του όργανα, κάνοντας εγκάρσιες τομές σ’ αυτά. Πέρασε τη νύκτα πάνω στο σταυρό και νόμισε ο Λικίνιος ότι είχε ήδη πεθάνει. Αλλά απατήθηκε. Διότι άγγελος Κυρίου τον έλυσε από τα δεσμά και έγινε ολόκληρος υγιής, και έψαλλε και ευλογούσε τον Θεό.

Το ξημέρωμα, απέστειλε ο Λικίνιος να σηκώσουν το σώμα του Μάρτυρα και να το ρίξουν στη θάλασσα. Όταν όμως έφθασαν οι απεσταλμένοι και είδαν τον άγιο να είναι ακόμη ζωντανός και όλος υγιής, πίστεψαν στον Χριστό, άνδρες περίπου ογδόντα πέντε στον αριθμό. Και μετά από αυτούς, άλλοι τριακόσιοι στρατιώτες, στους οποίους ηγείτο ο ανθύπατος Κέστης, που στάλθηκαν για να φονεύσουν τους πρώτους, και αυτοί πίστεψαν στον Χριστό. Όταν είδε ο Λικίνιος την πόλη αναστατωμένη, διέταξε να κοπεί η κεφαλή του αγίου. Στάθηκαν όμως τότε πάμπολλα πλήθη χριστιανών και εμπόδιζαν τους στρατιώτες. Μόλις λοιπόν ο άγιος τους ησύχασε και προσευχήθηκε στον Χριστό, του έκοψαν το κεφάλι και πήρε τέλος ο δρόμος του μαρτυρίου. Μετατέθηκε δε από την Ηράκλεια στα Ευχάϊτα, στο γονικό οίκημά του, καθώς ο μάρτυς είχε δώσει τις κατάλληλες εντολές από πριν στον γραμματέα του Αύγαρο. Ο Αύγαρος, που ήταν μαζί με τον άγιο καθ’ όλη τη διάρκεια του μαρτυρίου του, έγραψε το μαρτυρολόγιο του αγίου κατά πλάτος, δηλαδή και τις ερωτήσεις που του έθεσαν και τις απαντήσεις που έδωσε και τα ποικίλα είδη των βασανιστηρίων που πέρασε, και τις εκ Θεού φανερώσεις και βοήθειες».

Ο πυρπολημένος από θείο πόθο νους του αγίου Θεοδώρου αποτελεί το κλειδί που ερμηνεύει την καρτερία του στα τόσα βασανιστήρια που υπέστη, όπως βεβαίως και τη δύναμή του να υπερβεί πρώτα όλες τις προσφορές του ίδιου του βασιλιά. Απαιτείται να έχει κάποιος ολοκληρωτικά στραμμένο τον νου του στον Θεό, να φλέγεται από την αγάπη Εκείνου, για να μπορεί να περιφρονεί τη φιλία ενός βασιλιά, και μάλιστα με τέτοιες εξουσίες την εποχή εκείνη, και να καταφρονεί τα μαρτύρια που τσακίζουν το σώμα του ανθρώπου. Κι αυτό είναι το διαρκώς ζητούμενο από την Εκκλησία για τον πιστό άνθρωπο: όχι απλώς να τον περιορίσει με κάποιες εντολές και κανόνες – αυτό αποτελεί εξιουδαϊσμό της πνευματικής της ζωής – αλλά να τον προσανατολίσει στην αγάπη προς τον Θεό, την πρώτη και μεγάλη εντολή που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο. «Με πυρπολημένο τον νου από τον θείο πόθο, με γενναιότητα και μεγάλη τόλμη  προχώρησες στον θάνατο της φωτιάς» («τω γαρ θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος, του εν πυρί θανάτου γενναίως κατετόλμησας»), σημειώνει στο κάθισμα του όρθρου ο υμνογράφος του αγίου. «Ο πόθος σου προς τον Θεό διέγραψε κάθε εμπαθή σχέση με τα γήινα, παμμακάριστε, δηλαδή και την ηδονή της δόξας, τον πλούτο και την τρυφή, και το περιβόητο ύψος της αναγνώρισης από όλους» («Ο προς Θεόν πόθος σου πάσαν ημαύρωσε προσπαθείας ύλην, παμμακάριστε, δόξαν τερπνήν, πλούτον και τρυφήν, και περιφανείας το περιβόητον ύψωμα») (ωδή δ΄ ).

Ο υμνογράφος του αγίου Θεοδώρου Νικόλαος προβάλλει την ομορφιά του και το παράστημά του: ο άγιος Θεόδωρος ήταν «ωραίος νέος, με σπάνια ομορφιά, διακρινόμενος για το κάλλος της ψυχής και του σώματος». Αλλά η ομορφιά του ανθρώπου, κατά τον υμνογράφο, κάτι που βλέπουμε στους αγίους μας σαν τον σημερινό, έγκειται κατεξοχήν στην ομορφιά της ψυχής. «Η ομορφιά των αρετών τον έκανε ωραίο, κυρίως όμως στολιζόταν από τα στίγματα των μαρτύρων». («Νεανίας ωραίος, πανευπρεπής δέδειξαι, κάλλει καταλλήλως εμπρέπων, ψυχής και σώματος, ωραϊζόμενος των αρετών ευμορφία, και μαρτύρων στίγματι καλλωπιζόμενος» (ωδή γ΄). Πράγματι, για την πίστη μας, η ομορφιά του σώματος είναι ένα αγαθό, το οποίο όμως επειδή είναι φθαρτό δεν έχει πρωτεύουσα σημασία. Έρχονται τα γηρατειά κι αυτό που αποτελεί συνήθως καύχημα για τον έχοντα το αγαθό τούτο, εξαφανίζεται. Χωρίς να λάβουμε υπόψη πιθανούς τραυματισμούς, αρρώστιες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο, ή και τον αφανίζοντα τα πάντα θάνατο. Η αληθινή ομορφιά έγκειται, όπως λέει για τον άγιο ο υμνογράφος, στην απόκτηση των αρετών. Όταν η ανθρώπινη ψυχή ντύνεται τις αρετές, όταν η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τότε και ο πιο άσχημος εξωτερικά θεωρούμενος άνθρωπος αποκτά μία γλυκύτητα και μία «επιφάνεια» που γοητεύει και μαγνητίζει τους πάντες. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» ακούμε να λέει επ’ αυτού ο λόγος του Θεού. Στον άγιο Θεόδωρο βεβαίως συνυπήρχαν και τα δύο στοιχεία: και το κάλλος του σώματος και το κάλλος της ψυχής. Για τον άγιο όμως η προτεραιότητα ήταν δεδομένη: το κάλλος της ψυχής. Και μάλιστα όχι μόνο με τις αρετές, αλλά κυρίως με τα βάσανα που υπέστη. Κι αυτό διότι προφανώς τον έβαζαν στα χνάρια του κατ’ εξοχήν «ωραίου κάλλει παρά πάντας ανθρώπους» Ιησού Χριστού.

Με το μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου όμως έχουμε και ένα είδος επιβεβαίωσης της αναστάσεως των σωμάτων που θα φέρει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Θέλουμε να πούμε ότι ο Κύριος δίνοντας τη χάρη Του δι’ αγγέλου να αποκαταστήσει το διαμελισμένο από τα βασανιστήρια σώμα του αγίου, να το ξανακάνει υγιές καθ’ ολοκληρίαν όπως ήτανε, πριν από την αποτομή της κεφαλής του, μας δίνει με μεγάλη ενάργεια μία εικόνα της εκ νέου δημιουργίας των σωμάτων που θα πραγματοποιήσει. Διότι υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι διερωτώνται: μα πώς τα διαλυμένα σώματα από τον θάνατο ή τα πυρπολημένα από τη φωτιά ή τα φαγωμένα από θηρία θα αναστηθούν; Και η απάντηση βεβαίως είναι απλή: ο Θεός θα προβεί σε μία νέα δημιουργία τους. Αυτός που «εξ ουκ όντων» δημιούργησε τα πάντα, ο Ίδιος και πάλι θα δημιουργήσει τα φθαρμένα και διαλυμένα. Κι εδώ ακριβώς, στο μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου, παίρνουμε μία εικόνα αυτής της μελλοντικής δημιουργίας: με μία απλή ενέργειά Του, και μάλιστα δι’ αγγέλου Του, το σώμα αποκαθίσταται. «Φάνηκες νικητής, ολοκληρωτικά άρτιος, μετά τη σταύρωση και την κάθε άλλη αποκοπή των μελών σου  και  νέκρωση, συ που νίκησες τον κόσμο. Διότι ο Χριστός με το χέρι του αγγέλου σαν αρχηγός της ζωής, σου ξανάδωσε ζωή» («Νικηφόρος ωράθης, άρτιος ολόκληρος μετά την σταύρωσιν και την άλλην πάσαν  των μελών συγκοπήν τε και νέκρωσιν, ο νικήσας κόσμον σε γαρ Χριστός χειρί αγγέλου, ως ζωής αρχηγός, ανεζώωσεν» (ωδή ε΄).

Ιερά Λαυριωτική Σκήτη Τιμίου Προδρόμου (ντοκιμαντέρ)



 .  .  .  .  .  . 



Η Ιερά Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, επονομαζόμενη και Ρουμανική, βρίσκεται σε άγονη, βραχώδη τοποθεσία, στο ανατολικότερο άκρο της χερσονήσου του Άθω και σε υψόμετρο 250 μέτρων. Ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, από την οποία απέχει περίπου μία ώρα.
Ήδη από τον 15ο αιώνα ήταν ονομαστό κελλί και έφερε το όνομα «Γιαννακόπουλον». Μέχρι το 1754 δέχθηκε αλλεπάλληλες μετατροπές. Το 1772 το κελλί ανήκε σε Χίους ησυχαστές. Είχε εγκατασταθεί εδώ ο Χίος ιερομόναχος Ιωσήφ με τη συνοδεία του και κατέβαλε προσπάθειες να δώσει σ' αυτό τη μορφή μικρής μονής. Το κελλί γίνεται πόλος έλξης πολλών μοναχών και καθίσταται κέντρων των Χίων ησυχαστών.
Ο πρώτος Βλάχος που έρχεται να μονάσει στο κελλί είναι ο ιερομόναχος πνευματικός Ιουστίνος, ο οποίος βάζει στόχο να αυξήσει το κελλί και με θείο ζήλο προσπαθεί να το μεταρρυθμίσει σε σκήτη, που ν' ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. Για τον λόγο αυτό κατέβαλε αμέτρητους κόπους και υπερβολικά έξοδα.
Μετά τον θάνατό του, οι επόμενοι μοναχοί του «Γιαννακόπουλου», αγνοούντες τις προσπάθειές του, δέχτηκαν το σπίτι σαν κελλί και έτσι συνέχισε να είναι μέχρι το 1817, όταν ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν, αποστέλλει επιστολή στη Μεγίστη Μονή της Λαύρας και κατορθώνει, τον Ιούνιο του 1820, ν' αποσπάσει Συμβόλαιο αυτής, αποτελούμενο από 13 άρθρα, προς τους Μολδαβούς Γερω-Ποτάπιον και Γρηγόριον, το οποίο αναφέρεται στη μετατροπή του κελλιού σε Σκήτη Μολδαβική «…Μετά την αποβίωσιν του μακαρίτου Ιουστίνου εδέχθησαν το οσπήτιον εκείνο οι διάδοχοί του ως κελλίον πάλιν με μοναστηριακήν ομολογίαν κατά την συνήθειαν του Αγίου Όρους. Αλλ' ο πανιερώτατος και σεβασμιώτατος ημών Δεσπότης άγιος Μολδαβίας κυρ Βενιαμίν, γινώσκων τον σκοπόν του Ιουστίνου και φιλοτιμούμενος ν' αποκατασταθή το κελίον εκείνο κοινοβιακή Σκήτη Μολδοβάνων προς ανάπαυσιν των εις τα ενταύθα χάριν ησυχίας και μοναδικής πολιτείας επιδημούντων αδελφών Μολδοβάνων, έγραψεν άπαξ και δις τη καθ' ημάς ιερά Αδελφότητι, αξιών να συγκατανεύση εις την θεοφιλή ταύτην αίτησιν της σεβασμιότητός του και να συστηθή το κελλίον του Τιμίου Προδρόμου κοινοβιακή σκήτη του ευσεβούς γένους των Μολδοβάνων. Όθεν περιχαρώς δεξάμενοι την ένθεον προτροπήν της αυτού σεβασμιότητος δεδώκαμεν τοις εις τα ενταύθα Μολδοβάνοις την περί Σκήτης άδειαν και ανάκτισιν κελλίων. Πλην λείποντος εις Μολδαβίαν του οσιωτάτου Γέρω-Ποταπίου, ος ην διάδοχος του μακαρίτου Ιουστίνου, δεν επεκυρώθη τότε η άδεια μ' ενσφράγιστον γράμμα του ιερού ημών Μοναστηρίου προς ησυχίαν και ανάπαυσιν των εκείσε προσκαρτερούντων αδελφών. Ήδη δε, ελθόντος του ειρημένου Γέρω-Ποταπίου και ενώπιον της ιεράς ημών Συνάξεως παραστάντος μετά του συναδέλφου αυτού Γρηγορίου Μοναχού, εζήτησαν αμφότεροι μεθ' ικεσίας έγγραφον επικύρωσιν, κατά την γνώμην του σεβασμιωτάτου αγίου Μολδαβίας και Γέροντος ημών περί της συστάσεως της ιεράς ταύτης Σκήτεως, ήτις με ψιλόν όνομα μέχρι σήμερον υπάρχει. Και δη αποδεξάμενοι την ένθερμον αίτησιν αυτών καθώς και πρότερον, βεβαιούμεν την σύστασιν της κοινοβιακής ταύτης ιεράς Σκήτεως των Μολδοβάνων δια του παρόντος ημών ενσφραγίστου γράμματος διηρημένου εν τοις εφεξής κεφαλαίοις…».
Το σημαντικότερο άρθρο του Εσωτερικού Κανονισμού είναι το 8ο«επειδή έξωθεν της περιοχής της Σκήτης ευρίσκονται καλύβαι εν αις κατοικούσι Μολδοβάνοι και Ρωμαίοι, οίτινες δυσαρεστούμενοι, δεν υποτάσσονταν στη Σκήτη, αυτοί να είναι εξαρτημένοι της Λαύρας»
Όμως ο επόμενος χρόνος (1821) και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν, ως το 1830, γίνονται αιτία να ναυαγήσουν όλα τα σχέδια. Λόγω των ανωμάλων καταστάσεων που προέκυψαν από την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι δύο ανωτέρω μοναχοί Ποτάπιος και Γρηγόριος, φέροντες μαζί τους το σημαντικό έγγραφο του Εσωτερικού Κανονισμού, μετέβησαν στη Μολδαβία, στο Μοναστήρι Νεαμτζουλούη, όπου και απεβίωσαν. Εν τω μεταξύ η Κυρίαρχος Μονή παραχωρούσε το σπίτι σε διαφόρους Μοναχούς σαν κελλί.
Και φθάνουμε στα 1852, όταν δύο Μολδαβοί, ο Νήφων και ο Νεκτάριος, αγοράζουν από την Κυρίαρχο Μονή το κελλί με το ποσό των 7000 γροσίων. Σύντομα, χάριν ελέους, επισκέπτονται την Μολδαβία, όπου πληροφορούνται ότι το έγγραφο του 1820 βρίσκεται στη Μονή Νεαμτζούλούη. Αφού το πήραν το έδειξαν στον τότε ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα και του εξήγησαν τα της υποθέσεως. Την 19η Απριλίου 1852, ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Σωφρόνιος, σαν εκπρόσωπος του Ηγεμόνα και των δύο μοναχών, απέστειλε επιστολή στη Μεγίστη Λαύρα με την οποία ζητούσε«όπως παραδεχθή την περί εκ νέου συστάσεως της Σκήτης ταύτης γενομένην δι' εμού πρότασιν των ευσεβών Μολδαβών, επικυρούσα και αύθις τα δικαιώματά της δυνάμει του προμνημονευθέντος ενσφραγίστου εγγράφου της, όπερ διατηρείται εισέτι ανέπαφον παρ' ημίν ενταύθα».
Η Μονή Μεγίστης Λαύρας, αφού κάλεσε τους Νήφωνα και Νεκτάριο, συνέταξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1852 έγγραφο, αποτελούμενο από 4 άρθρα, με το οποίο ονόμαζε το κελλί Μολδαβική Σκήτη «…και κατεχωρίσθη εν τω της Ιεράς Κοινότητος κώδικι». Το γεγονός αυτό ανήγγειλαν οι πατέρες στον ηγεμόνα Γκίκα ο οποίος διέταξε να χορηγούνται ετησίως 300 φλωρία.
Σε νέα τους μετάβαση στη Μολδαβία (5 Σεπτεμβρίου 1855), οι Νήφων και Νεκτάριος, πέτυχαν την έκδοση από τον ηγεμόνα του υπ' αριθμ. 7.134 της 14ης Δεκεμβρίου 1855 χρυσοβούλλου, με το οποίο η Σκήτη ωνομαζόταν ρωμουνική. Στη συνέχεια ο Γκίκας έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ζητώντας την έκδοση σιγιλλίου, το οποίο εξεδόθη τον Ιούνιο του 1856, επί Κυρίλλου Ζ΄.
Την 15η Μαρτίου 1857 θεμελιώνεται το Κυριακό από τον Δικαίο της Σκήτης Νήφωνα, ο οποίος απέστειλε δύο αδελφούς στον ηγεμόνα και στον Μητροπολίτη Βλαχίας, να αναγγείλουν την έναρξη της ρωμουνικής Σκήτης. Αυτοί, μετά την άφιξή τους, τον Απρίλιο του 1857, έκαναν έκκληση προς όλο του ρουμανικό έθνος, ζητώντας συνδρομή για τη ρουμανική Σκήτη του Άθω. Τότε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Δημητρίου Γκίκας προσέφερε 500 φλωρία και μέσα σε δύο χρόνια συγκεντρώθηκαν 4.226 φλωρία και πολλά αφιερώματα.
Με την πάροδο του χρόνου συγκεντρώθηκαν και άλλοι Μοναχοί ρωμούνοι, οι οποίοι υπερτερήσαντες των Μολδαβών, άρχισαν να εγείρουν αξιώσεις και ν' απαιτούν από τον Δικαίο και κτίτορα της Σκήτης Νήφωνα, να εξαλειφθεί το Μολδαβικό όνομα αυτής και να μεταβληθεί σε Ρωμουνικό Κοινόβιο. Επειδή ο Νήφων δεν δέχτηκε αυτή την πρόταση, διαιρέθηκαν οι μοναχοί της Σκήτης σε δύο ομάδες, Βλάχους και Μολδαβούς. Τότε ο Νήφων αφήνει τοποτηρητή τον Πνευματικό Καλλίνικο και μαζί με τον Νεκτάριο αναχωρεί για το Ιάσιο, όπου παρέμεινε τρία χρόνια εισπράττοντας ελέη για τη Σκήτη. Κάθε φορά που οι πατέρες έγραφαν σ' εκεινον, σαν Δικαίο, να επιστρέψει, αυτός έστελνε την παραίτησή του. Τελικά το 1870, μετά την αποστολή και της τρίτης παραιτήσεως, αναγκάζονται οι πατέρες και με προτροπή του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, να εκλέξουν Δικαίο τον αρχηγό των Βλάχων Δαμιανό.
Ο Δαμιανός έχοντας την υποστήριξη του Ρουμάνου ηγεμόνα Καρόλου Α΄, μετατρέπει αυθαίρετα τη Σκήτη σε μονή (1881), και όταν επιστρέφει ο Νήφων με 35 Μολδαβούς, ο Δαμιανός του αποκλείει την είσοδο. Μετά την ανακήρυξη του Καρόλου σε βασιλιά, ο φυλετισμός στη Σκήτη και οι αυτονομιστικές ενέργειες βρίσκονται σε έξαρση. Αυτός είναι ο λόγος που η Κυρίαρχος Μονή ζητά την επέμβαση του Πατριαρχείου και την εκδίκαση της υπόθεσης απ' αυτό. Έτσι συνοδικό έγγραφο, υπογραμμένο κι από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (Ιούλιος 1881), επικυρώνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μεγίστης Λαύρας επί της Σκήτης και αναγνωρίζει τα πρωτεία των Μολδαβών – ιδρυτών της Σκήτης. Τέλος το 1882 υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της Λαύρας επί της Σκήτης όπου τονίζεται ο εξαρτηματικός χαρακτήρας της δεύτερης και καταργείται η διάκριση μεταξύ Μολδαβών και Βλάχων. Η Σκήτη ορίζεται ως «Βλαχομολδαβική» και λίγο μετά, ως«Ρουμανική».
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Σκήτη θα βρίσκεται σε ακμή και θα αριθμεί 105 μοναχούς (30 Τρανσυλβανούς, 50 Ρουμάνους, 25 Μολδαβούς). Θα οργανώσει μεγάλα έργα, όπως: τη διώρυξη σήραγγας στον αρσανά της, στον Ακράθω. Τη δημιουργία μουσείου, εικονογραφείου, καθώς και άλλων εργαστηρίων.
Σήμερα εγκαταβιούν 25 μοναχοί Ρουμανικής καταγωγής.
Το Κυριακό της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο μέσον της αυλής και θεμελιώθηκε το 1857. Έχει μήκος 30 και ύψος 18 μέτρα. Είναι αφιερωμένο στη βάπτιση του Χριστού.
Είναι αγιορείτικου ρυθμού εξ ολοκλήρου αγιογραφημένο από Ρουμάνους ζωγράφους το 1863, με τρεις τρούλους και εξωνάρθηκα. Φυλάσσονται τα Άγια λείψανα διαφόρων αγίων και εικόνες μεταξύ των οποίων η Παναγία η Αχειροποίητος.
Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ. Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται ανηρτημένη επί του κατ' ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29ηΙουνίου 1863 εν Ιασίω πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος! Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς συντετελεσμένα.
Ο εξωνάρθηκας περικλύεται με περίτεχνο τζαμωτό. Σε χώρο πάνω από τον εξωνάρθηκα, στεγάζεται το σκευοφυλάκιο της Σκήτης με αρκετά μεγάλο αριθμό κειμηλίων.
Οι πτέρυγες της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, σχηματίζουν ορθογώνιο. Στη διώροφη δυτική πτέρυγα βρίσκεται η είσοδος της Σκήτης με το καμπαναριό ύψους 25 μέτρων, παρεκκλήσι, καθώς και το αρχονταρίκι, η τράπεζα το μαγειρείο.
Στη μονόροφη ανατολική πλευρά σε αυτοτελές κτίσμα, η βιβλιοθήκη ,ο φούρνος, και το ξυλουργείο.
Η βιβλιοθήκη αριθμεί 5000 έντυπα βιβλία, τα περισσότερα του 19ου αιώνα και γραμμένα στην Ρουμανική γλώσσα. Διαθέτει και 130 χειρόγραφα.
Στη Νότια πτέρυγα κτισμένη το 1882 είναι τα κελλιά των μοναχών, το Συνοδικό, το γραφείο του Δικαίου και το Νοσοκομείο. Στην εξωτερική πλευρά βρίσκεται ο ναός του Τιμίου Προδρόμου από το αρχικό Κελλί και πρώτο Κυριακό της Σκήτης. Στη Βόρεια πτέρυγα βρίσκονται κελλιά για μοναχούς και ένα παρεκκλήσιο.
Στη Σκήτη, πλην του Τιμίου Ξύλου υπάρχουν και τα εξής λείψανα: του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κλήμεντος, των Αγίων Μαρτύρων Μηνά και Βίκτωρος, αίμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Σημητρίου, Τμήμα λίθου του Παναγίο Τάφου κλπ.

Περί Θεού. Λόγος Αισθήσεως. Γέροντας Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


πηγή


Η Θεία Λειτουργία 

Σήμερα, αγαπητοί μου, θα κάνω ένα μεγάλο τόλμημα. Θα κάνω μίαν προσπάθεια που οπωσδήποτε ξεπερνάει τις δυνάμεις μου. Θα το κάνω όμως από αγάπην εις εκείνους, οι οποίοι τόσες φορές με τα μάτια στυλωμένα και τα αυτιά ανοικτά με ήκουον εις τον ιερόν τούτον τόπον.

Το θέμα το οποίο μας απασχολεί αυτήν την περίοδο είναι η πνευματική ζωή. Πνευματική ζωή είναι εκείνη πού εμπνέεται, χειραγωγείται, κατευθύνεται, εμφορείται από το Άγιον Πνεύμα είναι μία πορεία προς τον ουρανόν. Ο άνθρωπος που την ζη, ενώ πατάει στην γη, ανεβαίνει προς τον ουρανόν, εορτάζει εν ουρανοίς. Όχημά του είναι τα πτερά του Αγίου Πνεύματος και στόχος του, πόθος του, παλμός του, έγνοια του καθημερινή, ο ουρανός.

Πόσες φορές όμως, ζώντας μέσα σε τόσες χαρές, ζώντας μέσα σε τόσα μικροπράγματα τα οποία μας απορροφούν, ξεχνάμε τον ουρανόν; Οι απασχολήσεις σαν μαγνήτες τραβούν την καρδιά μας και μας παρουσιάζουν τον ουρανόν σαν να είναι πολύ ψηλά, σαν να είναι ακατόρθωτο το πάτημά του.
Εάν μάλιστα δεν έχη κανείς μερικές πνευματικές εμπειρίες, εάν δεν έχη στρέψει την καρδιά του, εάν δεν έχη πατήσει μερικές φορές το πόδι του, εάν δεν έχη ρίξει το μάτι του μέσα εις τον ουρανόν, τότε ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος.
Όταν σου μιλήσουν για κάποιον άνθρωπο, μπορεί να νοιώσης μια χαρά, έναν πόθο  εάν δεν τον δης όμως, υπάρχει φόβος να τον ξεχάσης. Εάν τον δης, είναι πολύ πιθανόν να τον αγαπήση η καρδιά σου, να κολληθή εις αυτόν, και από τότε πλέον να τον έχης διαρκώς στην σκέψι σου.
Έτσι συμβαίνει και με τον ουρανόν. Να μπορούσαμε για λίγο να ρίξωμε τα μάτια μας εις τον ουρανόν, να δούμε την άπλα του, την ομορφιά του, την χαρά του, το μεγαλείο του! Τότε θα ήταν οπωσδήποτε δυσκολώτερο να τον ξεχάση η ψυχή μας. Αλλά πώς να το επιτύχωμε;

Όταν οι Ισραηλίτες ήθελαν να μπουν στην Ιεριχώ, την οποίαν τόσο πολύ ποθούσαν, αλλά ήξεραν πως είχε τείχη υψηλά που δεν μπορούσαν εύκολα να τα εκπορθήσουν, τι έκαναν; Έστειλαν κατασκόπους να φέρουν καρπούς από εκείνην την χώρα.
Και έφεραν πράγματι οι κατάσκοποι τσαμπιά μεγάλα από σταφύλια(1)  έφεραν από τους θησαυρούς της, έφεραν από τα διαμάντια της, έφεραν από τις ομορφιές της. Όταν τα είδαν οι Ισραηλίτες, η καρδιά τους ελκύσθηκε και είπαν: θα νικήσωμε τους εχθρούς. ‘
Ωρμησαν τότε στα τείχη και με την βοήθεια του Θεού τα γκρέμισαν και εισέβαλαν στην πόλι(2). Να μπορούσαμε και εμείς να ανοίγαμε ένα παράθυρο εις τον ουρανόν, να τον αγναντέψωμε και, αν μας αρέση, να κάνωμε ένα πήδημα, να μπούμε μέσα να δούμε τι έχει και να τον κάνωμε δικό μας, να τον κατακτήσωμε!

Αυτό είναι το τόλμημα που θα ήθελα να επιχειρήσω σήμερα, θα πετύχω; Σας είπα ότι φοβάμαι. Προσευχηθήτε να μου δώση ο Θεός λόγον και ταυτόχρονα προσευχηθήτε να ανοίγη την δική σας καρδιά, για να μπορήτε να καταλαβαίνετε εκείνο, που δεν μπορώ να σας πω όπως θα ήθελα.

Εάν θέλης να δης και να αγναντέψης κάποιον υπέροχον τόπον πίσω από ένα βουνό, τι θα κάνης; θα ανέβης σε κάποια κορυφή και από εκεί θα αφήσης την ματιά σου να απλωθή εις όλο εκείνο το ωραίο μέρος που επιθυμούσες. Αυτό θα κάνωμε και εμείς. Ήλθαμε εις τον ναόν, εις την εκκλησίαν του Θεού, εις τον τόπον ακριβώς από τον οποίον μπορούμε πολύ καλά να αγναντέψωμε τον ουρανόν, τον χώρον ο οποίος φωτίζεται και ωραΐζεται και κατακοσμείται από το ανέσπερον φως της τριλαμπούς θεότητος.

Η εκκλησία, αγαπητοί μου, μέσα εις την οποίαν είμεθα τώρα, η κάθε εκκλησία, είναι ένα εκμαγείον, μία προτύπωσις, ένας τύπος, μία εικόνα, ένα κομμάτι του ουρανού. Όταν είμεθα εις την εκκλησίαν, νοιώθομε πραγματικά πως είμεθα εις τον ουρανόν. Γιατί υπάρχει ο τόσο μεγάλος τρούλλος επάνω; Για να υψώνη την καρδιά μας ακριβώς προς τον ουρανόν.
Γιατί υπάρχει αυτή η ωραία πύλη που ανοίγει, όταν γίνεται λειτουργία; Για να μας δείχνη πώς ανοίγουν τα ουράνια. Γιατί είναι γεμάτη από σταυρούς; Γιατί εκεί επάνω εικονίζει τον Χριστόν που λειτουργεί; Για να δείχνη ότι, όταν ευρισκώμεθα εδώ, μεταφερόμεθα εις τον ουρανόν. Ζούμε μυστικά αλλά και πραγματικά στιγμές ουράνιες.

Γι' αυτό και ο Γρηγόριος Παλαμάς λέγει ότι η εκκλησία «εφ' υψηλού κείται, αγγελικός τις άλλος ούσα και υπερκόσμιος χώρος»   ένας αγγελικός, ένας υπερκόσμιος χώρος είναι αυτός εντός του οποίου ευρισκόμεθα. Ο ναός, μας λέγει, «εις ουρανόν ανάγει τον άνθρωπον, και... αυτώ παρίστησι τούτον τω επί πάντων Θεώ»(3) μας παίρνει η εκκλησία και μας ανεβάζει και μας παριστά ενώπιον του ιδίου του Θεού. Άραγε το νοιώθομε; Όταν ερχώμεθα εις την εκκλησίαν, υπάρχουν στην ψυχή μας αισθητήρια που συλλαμβάνουν αυτήν την πραγματικότητα;

Αλλά τι είμαστε εμείς οι άνθρωποι! Ξέρομε όλες τις ράτσες των σκυλιών και των αλόγων, ξέρομε τα είδη των φυτών, τις μάρκες των αυτοκινήτων, των ραδιοφώνων, πολλές φορές όμως δεν ξέρομε εκείνα τα οποία έχουν άμεσον σχέσι με την ζωή μας. Γι' αυτό θέλω να προσέξετε σήμερα αυτό που σας λέγω.

Ο,τιδήποτε υπάρχει γύρω μας, τα ατέρμονα βάθη του ωκεανού, τα ύψη των ουρανών, οι χιλιάδες και οι μυριάδες των αστέρων, αν καλοσκεφθούμε, θα καταλάβουμε ότι πραγματικά δεν είναι παρά η φτωχογειτονιά της γης μας.
Μια μέρα -έχετε δει πώς σωριάζουν τα παλιόσπιτα, όταν θέλουν να υψώσουν πολυκατοικίες;- έτσι θα σωριασθούν όλα όσα υπάρχουν εις το σύμπαν. Δεν θα μείνη τίποτε• θα μείνη μόνον ο πνευματικός ουρανός, όπου υπάρχει ο Χριστός. Εκεί λοιπόν ας προσηλώσωμε το βλέμμα μας.

Ευρισκόμεθα εις την εκκλησίαν. Είναι ο πιο κατάλληλος τόπος για να δούμε τον ουρανόν. Αλλά ποιο είναι το παράθυρο; Πώς θα το ανοίξωμε; Μα είναι τόσο απλό. Παράθυρο είναι η θεία λειτουργία την οποίαν επιτελούμε. Επειδή
όμως πρόκειται να ρίξωμε τα βλέμματά μας σε τόσο πνευματικά πράγματα, ας στρέψωμε την ψυχή μας προς το Άγιον Πνεύμα και ας το παρακαλέσωμε να ρίξη τον προβολέα του στα σκοτάδια της σκέψεώς μας, για να μας φωτίση να νοιώσωμε, να πιστέψωμε, να καταλάβωμε, να κάνωμε κτήμα μας όλα εκείνα που γίνονται και λέγονται και ακούονται κατά την θείαν λειτουργίαν.

Ήλθατε με τόσον κόπον καί μέσα στο κρύο• στέκεσθε όρθιοι. Δεν πρέπει να πάη χαμένος ο κόπος σας. Γι' αυτό ας παρακαλέσωμε το Πνεύμα του Θεού και δεν θα μείνη ούτε μία σκέψις ακατανόητη μέσα σας. Δεν πρέπει να φύγωμε από εδώ, αν οι καρδιές μας δεν προσκυνήσουν τον Θεόν, αν δεν νοιώσωμε τις ψυχές μας να έχουν ριχθή εις τον ουρανόν και να έχουν δει όλα εκείνα τα οποία γίνονται εις αυτόν.

Όταν τελειώσωμε την ομιλία μας, πρέπει να νοιώθετε εκείνο που έλεγε ένας άγιος της Εκκλησίας μας• «Νυν δε μου ψυχήν κεκαρδίωκας, και ου δύναμαι κατέχειν σου την φλόγα, όθεν υμνήσας σε πορεύομαι»(4). Ω Θεέ μου, λέγει, σε ένοιωσα, σε αφουγκράστηκα, σε είδα πλάι μου• ένοιωσα να τρυπάς με τα βέλη σου την καρδιά μου, να πυρπολής την ψυχή μου, να ανάβης μίαν φλόγα που δεν μπορώ να την αντέξω. Γι' αυτό σε υμνώ και φεύγω παίρνοντας μαζί μου εσένα. Εκείνος θα μας διδάξη πάσαν την αλήθειαν.

Ώστε το παράθυρό μας είναι η θεία λειτουργία, η τόσο γνωστή εις την ζωή μας, την οποίαν έχομε συνηθίσει από τα παιδικά μας χρόνια και που όμοιό της δεν υπάρχει τίποτε ούτε εις την γη ούτε εις τον ούρανόν.

Πώς αρχίζει η λειτουργία; «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Γιατί αρχίζει έτσι ο ιερεύς; Τι θέλει να πη; Μπροστά μας ανοίγει ο Χριστός ένα εξαίσιο θέαμα. Μπροστά μας παρουσιάζει μια ουράνια οπτασία. Μπροστά μας ο Χριστός ανοίγει την βασιλείαν του.
Όπως πηγαίνεις σε ένα κατάστημα και σου ανοίγει ο έμπορος το τόπι του υφάσματος και το βλέπεις, το πιάνεις, δοκιμάζεις την αντοχή του, βλέπεις την ομορφιά του και λες αυτό θα αγοράσω, έτσι κάνει εκείνην την ώρα ο Χριστός. Μπροστά στα μάτια μας ανοίγει την βασιλείαν του, να την δούμε, να την νοιώσωμε, να την χορτάσωμε και να πούμε: Αυτήν διαλέγω και εγώ για την ζωή μου. Άραγε το νοιώθει η ψυχή μας αυτό;

Ο ιερεύς το καταλαβαίνει την ώρα εκείνην εις το θυσιαστήριον. Κτυπά δυνατά η καρδιά του, πάει να τυφλωθή, όπως τυφλώθηκε ο Παύλος στον δρόμο προς την Δαμασκόν, όταν είδε τον Χριστόν(5). Τα μάτια του τα πνευματικά βλέπουν το εκθαμβωτικό φως του Θεού. Γι' αυτό γεμάτος έκστασι ξεσπά  «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Η δόξα σου στην βασιλεία σου, Χριστέ μου, γεμίζει τα πάντα. Έχετε δει, όταν στολίζουν την νύφη για να την φωτογραφήσουν, πώς το μεγάλο πέπλο της πιάνει όλο το δωμάτιο και τα κράσπεδα του ιματίου της καλύπτουν το δάπεδο, για να δείξουν την δόξαν της και την ομορφιά της; Έτσι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού την ώρα εκείνην απλώνεται εις όλον τον χώρο μπροστά στα μάτια μας.

Ποια είναι αυτή η ευλογημένη, η δοξασμένη, η τιμημένη, η ανώτερη από κάθε άλλο βασιλεία; Είναι η βασιλεία των ουρανών, η βασιλεία του Θεού είναι ο παράδεισος, εις τον οποίον μας έβαλε ο Χριστός  είναι η αγία μας Εκκλησία. Βασιλεύς είναι ο τρισήλιος Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Υπηρέται του βασιλέως είναι οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, εξουσίαι, κυριότητες, δυνάμεις, τα πολυόμματα χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα σεραφίμ. Στρατηγοί του βασιλέως είναι οι άγιοι. Βασίλισσα είναι η Κυρία Θεοτόκος.
Στρατιώτες πιστοί είναι οι χριστιανοί, όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν τον Χριστόν ό,τι και αν τους κοστίση, όλοι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να φέρουν το τιμημένο όνομά του, όλοι εκείνοι που αποτελούν την Εκκλησίαν του. Όλοι λοιπόν, ο Χριστός, οι άγιοι, η Θεοτόκος, οι άγγελοι, οι πιστοί όλων των αιώνων κατά την ώρα της λειτουργίας είναι μαζί μας.

Επομένως, όταν λέγη ο ιερεύς «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», ξεχνάει τον εαυτόν του, το σπίτι του. Ξεχνάει τον κόσμο, όλα εκείνα που βλέπει, και προσηλώνει την καρδιά του και την σκέψι του σε εκείνα που καταλαβαίνει, τα μυστικά, τα αόρατα, που του παρουσιάζει μπροστά του ο Χριστός. Γι' αυτό ακριβώς, νοιώθοντας την δόξαν του Χριστού, του ουρανίου βασιλέως, με γόνατα που τρέμουν, με ψυχή που πάει να λυγίση κάτω από το βάρος της ευθύνης, με μάτια που διεισδύουν εις τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, τρεμάμενος λέγει  «Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις»  σε εσένα, Χριστέ μου, που είσαι τόσο δοξασμένος, που δορυφορείσαι από τόσους αγίους και αγγέλους, σε εσένα αρμόζει η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις.
Μπροστά μας λοιπόν ολόκληρη η Εκκλησία. Μπροστά μας παρών αληθινά, ουσιαστικά, μυστικά ο Χριστός! «Ου εισιν δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα»(6), εκεί ανάμεσά τους είμαι και εγώ, λέγει ο Χριστός. Αυτό γίνεται την ώρα της λειτουργίας.

Συνεπώς τι είναι η λειτουργία μας; Θα έχετε παρατηρήσει στην λευκή οθόνη του κινηματογράφου πώς ένας άνθρωπος, ένα τοπίο που εμφανίζεται στο βάθος, μακριά σαν σημάδι, σιγά σιγά μεγεθύνεται και αποκαλύπτεται ολοκάθαρα. Αυτό είναι η λειτουργία  μπροστά στα μάτια μας σιγά σιγά αποκαλύπτει τον Χριστόν και την βασιλείαν του.

Ο Χριστός, όπως τότε που εδίδασκε, όπως τότε που έκανε τους χωλούς να πηδούν και να περιπατούν, τους τυφλούς να αναβλέπουν, τους νεκρούς να εγείρωνται, έτσι ακριβώς είναι μπροστά μας αυτήν την ώρα. Δεν τον φέρομε απλώς στην σκέψι μας, αλλά πραγματικά έρχεται μπροστά μας, γίνεται παρών Εκείνος, ο διδάσκαλος, ο προφήτης, ο θαυματουργός. Είναι τώρα μπροστά μας ο Χριστός που σταυρώθηκε, που αναστήθηκε, που αναλήφθηκε!

Όλα αυτά που βλέπομε εδώ μέσα, οι πολυέλαιοι, ο ιερεύς, η αγία Τράπεζα, το Ευαγγέλιον, τα τίμια δώρα, η είσοδος η μικρά και η μεγάλη, τα πάντα γίνονται σημάδια της παρουσίας του Χριστού.

Επομένως, με την θείαν λειτουργίαν συνεχίζομε το έργο του Χριστού και, κάθε φορά που την τελούμεν, είναι σαν να έλκωμε και φέρωμε κοντά μας τον ίδιον τον Χριστόν. Αυτό λέγει και η ευχή• « Ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε
ημίν αοράτως συνών»  είσαι επάνω στον ουρανό και ταυτόχρονα αόρατα, αληθινά όμως, εδώ ενώπιόν μας. Γι' αυτό και ο ιερεύς, όταν θέλη να κοινωνήση, τον κοιτάζει με τα μάτια της ψυχής του και του μιλάει στο δεύτερο ενικό πρόσωπο  «Και καταξίωσαν τη κραταιά σου χειρί μεταδούναι ημίν του αχράντου σου σώματος και του τιμίου σου αίματος». Εσύ, Χριστέ μου, με την κραταιάν σου και πανακήρατον χείρα δώσε μου το άχραντον σώμα σου και το τίμιον αίμα σου. Αν έχωμε μάτια πνευματικά, μπορούμε να νοιώσωμε ότι ενώπιόν μας είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τι θα κάνης όταν, εκεί που κάθεσαι, δης κάποιον που τον αγαπάς; Θα τρέξης κοντά του. Η λειτουργία είναι μία κίνησις, ένα τρέξιμο, μία προσπάθεια να αρπάξω τον Χριστόν, να τον πιάσω.

Θυμάστε την Μαγδαληνή; Όταν κατάλαβε ότι μπροστά της είχε τον Χριστόν, «ραββουνί», διδάσκαλε μου, του λέγει και πάει να ακουμπήση το ιμάτιόν του, το σώμα του(7). Θυμάστε την αιμορροούσαν; Εκεί που τόσο πλήθος ανθρώπων συνέθλιβε τον Χριστόν, εκείνη επήγε να τον ακουμπήση με πίστι και με δέος(8). Θυμάστε τον Θωμά; Έβαλε τα χέρια του στις πληγές και φώναξε  «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου»(9).
Αυτό κάνομε και εμείς την ώρα της λειτουργίας. Και ερωτάμε μετά πού είναι ο Χριστός! Να 'τος! Μπροστά μας είναι, μαζί μας είναι, πλάι μας είναι. «Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε»(10), είχαν πεί στην Μαρία που έκλαιγε για τον νεκρό Λάζαρο, τον αδελφό της. Στην λειτουργία ο διδάσκαλος, ο Χριστός, είναι παρών και μας φωνάζει τον καθένα με το όνομα μας. Όσοι το νοιώθουν, πετούν σπίθες τα μάτια τους και ζουν την χαρά του Χριστού. Τα πάντα πεπλήρωται χαράς. Τα πάντα πεπλήρωται φωτός. Τα πάντα δοξολογούν τον Χριστόν.

Επομένως, όταν κανείς έρχεται εις την λειτουργίαν, πρέπει να έρχεται με την σκέψι ότι έρχεται να ανταμώση τον Χριστόν και ακόμη με την λαχτάρα να τον ακουμπήση, όπως λέγει ο Μεθόδιος «αγνεύω σοι και λαμπάδας φαεσφόρους κρατούσα, νυμφίε, υπαντάνω σοι»(11)  Νυμφίε Χριστέ, διατηρώ τον εαυτόν μου αγνόν και καθαρόν και κρατώ φωτεινές λαμπάδες στα χέρια μου, για να σε υποδεχθώ. Έτσι πρέπει να ερχώμεθα εις την θείαν λειτουργίαν, η οποία είναι η παρουσία του Χριστού και της βασιλείας του.

Ας εμβαθύνωμε λίγο ακόμη. Γιατί κάνομε τας εισόδους; Είδατε προηγουμένως, όσοι ήσαστε στον εσπερινό, τον ιερέα που έκανε την είσοδον και μπήκε εις το θυσιαστήριον. Αύριο εις την λειτουργίαν, εις την μικράν και την μεγάλην είσοδον, θα γίνη το ίδιο. Μία λιτανεία προς το θυσιαστήριον είναι η λειτουργία, μία πορεία προς τον ουρανόν.
Όπως, όταν κάνωμε την λιτανεία του αγίου της πόλεώς μας, περιφέρομεν την εικόνα του, την κάρα του με τα εξαπτέρυγα και τα σεραφίμ και πηγαίνομε στην πλατεία, για να υμνήσωμεν τον άγιο(12), έτσι και η λειτουργία μας είναι μία λιτανεία, μία πορεία, ένα ταξίδι προς τον ουρανόν. Βρίσκομαι στην λειτουργία σημαίνει ότι μπήκα αληθινά, όχι φανταστικά, στον δρόμο που οδηγεί εις τον ούρανόν.

Όταν γίνεται έκλειψις ηλίου, προσέξατε ότι οι δρόμοι γεμίζουν από παιδιά και μεγάλους, που κρατούν ένα καπνισμένο τζάμι στο μάτι τους και κοιτάζουν τον ήλιο; Αυτό είναι η λειτουργία. Είναι ένα κάρφωμα του ματιού μας, της καρδιάς μας εις Εκείνον ο οποίος είναι θρονιασμένος εις τον ούρανόν. Η ζωή μου στρέφεται πλέον γύρω από τον Χριστόν. Για μένα ένα έχει άξίαν, η βασιλεία των ουρανών.

Να αφήσωμε δηλαδή την οικογένειά μας, την δουλειά μας, τα παιδιά μας και να τρέχωμε συνεχώς εις την λειτουργίαν; Όχι, αγαπητοί μου. Κοιτάξτε πόση είναι η αγάπη και η σοφία του Θεού. Όλα τα καθημερινά γεγονότα της ζωής μας μπορούν να μπουν στην βασιλεία του Θεού, να γίνουν μάλιστα γεφύρια, που θα μας οδηγήσουν εις αυτήν.
Όλα μπορούν να εκφράζουν την αγάπη μας εις τον Θεόν! Η αγάπη προς την γυναίκα σου, οι θυσίες για τα παιδιά σου, ο μόχθος σου ο καθημερινός, ο πόνος σου, οι αγωνίες σου, τα δάκρυα σου, οι μυστικές πίκρες της ζωής σου, όλα αυτά τα ρίχνεις στην βασιλεία των ουρανών. Σου τα εξαγιάζει ο Θεός και σου δίνει δύναμιν να πορευθής όλην την εβδομάδα.
Όλα αυτά παίρνουν μίαν θέσι και μίαν αξία ενώπιον του Χριστού, αρκεί να μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός μας, το τέρμα μας, είναι η βασιλεία του Θεού, και η ψυχή μας να διψάη γι' αυτήν. Στόχος μας να είναι Εκείνος. Πατρίδα μας να είναι ο ουρανός. Και αυτό εννοούμε όταν λέμε το Αμήν: Ναι, Πατέρα μου ουράνιε, όλα αυτά που μου λες τα δέχομαι  το ταξίδι μου το άρχισα' μπήκα στον δρόμο που θα με βγάλη στον ουρανό. Δεν θα σταματήσω, εάν δεν φθάσω εκεί πού είσαι εσύ.

Συνεπώς, μέσα στην λειτουργία ταξιδεύαμε προς την βασιλείαν του Χριστού και ταυτόχρονα βρισκόμαστε εις αυτήν. Μας έχει ανεβάσει ο Χριστός εις τον ουρανόν ή καλύτερα έχει κατεβάσει εις την εκκλησίαν μας τον ούρανόν. Όλα τα αγαθά, την σωτηρία μας, την αγιότητα, την ταπείνωσί του, τα χαρίσματά του γενικά, μας τα δίνει σαν «προίκα»(13) μέσα στην εκκλησία.

Η λειτουργία είναι για μας σαν ένας αρραβώνας. Όπως φοράς το δαχτυλίδι του αρραβώνος και αυτό σημαίνει μίαν υπόσχεσι γάμου, έτσι ακριβώς η λειτουργία σημαίνει ότι συνδέομαι με τον Χριστόν, ο οποίος μου υπόσχεται ότι, αν μείνω πιστός, θα με βάλη οπωσδήποτε εις την βασιλείαν των ουρανών. Ζούμε από την γη αυτήν τον παράδεισον. Εδώ λοιπόν, αγαπητοί μου, συντελείται αυτή η τόσο μεγάλη αλήθεια.

Εδώ μέσα, όταν τελούμε την λειτουργίαν, είναι ολόκληρος η Εκκλησία του Χριστού. Ενούμεθα με τον Χριστόν και γινόμεθα μαζί του ένα σώμα. Όπως, εάν πάρης ένα ύφασμα άσπρο και τοποθετήσης πίσω ένα φακό πολύ δυνατό, αυτό γίνεται μία φωτεινή οθόνη, έτσι μας απορροφούν και εμάς οι ακτίνες του Χριστού και μας κάνουν χριστούς.
Γινόμεθα ναός του Χριστού, γινόμεθα μέλη του Χριστού, γινόμεθα χριστοί και εκείνος είναι η κεφαλή μας. Κεφαλή, «ο Χριστός εστίν κεφαλή της εκκλησίας»(14), σημαίνει το κεφαλάρι, η πηγή. Όταν διψάς, θα πας στην βρύσι να ξεδιψάσης. Ο Χριστός είναι αυτός ο οποίος ποτίζει την καρδιά μας την διψασμένη.
Τα μέλη μας και οι σάρκες μας και τα οστά μας γίνονται μέλη και σάρκες και οστά του Χριστού. Ζούμε την ζωή του Χριστού και ο Χριστός αναλαμβάνει την δική μας ζωή. Όπως ένας είναι ο άρτος που βάζομε εις το άγιον αρτοφόριον, όπως ένας είναι ο άρτος τον οποίον αποθέτομεν εις την αγίαν Τράπεζαν, όπως ένας είναι ο Χριστός, έτσι και εμείς με τον Χριστόν και μεταξύ μας γινόμεθα ένα• γινόμεθα ένας Χριστός.

Τι γίνεται επομένως όταν κάνωμε λειτουργία; Κάνομε μίαν δεξίωσι, ένα δείπνο. Καλούμε ως συνδαιτυμόνες τους αγίους της Εκκλησίας μας, καλούμε τον πατέρα μας τον κεκοιμημένο, τον παππού μας, τον προπάππο μας, τα πρόσωπά μας τα αγαπητά που έφυγαν, καλούμε τους αγγέλους. Και έρχεται ο ίδιος ο Χριστός και μας παραθέτει το σώμα του και το αίμα του.
Αυτό σημαίνει «πάντων των αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αφού φέραμε όλους τους αγίους εδώ και αναθέσαμε εις αυτούς τον εαυτόν μας, αφού τους ικετεύσαμε και τους κάναμε βοηθούς, δίνομε τον εαυτόν μας πλέον εις τον Χριστόν.

Πώς παρουσιάζεται ο Χριστός εις την λειτουργίαν; Να προσέξωμε εδώ για να καταλαβαίνωμε περισσότερα, όταν προσερχώμεθα εις αυτήν. Να δήτε εν τη πράξει ότι εις την λειτουργίαν είναι παρών ο Χριστός και ολόκληρος η Εκκλησία. Τύπος του Χριστού είναι ο επίσκοπος(15). Όπου είναι ο επίσκοπος, εκεί μόνον μπορεί να υπάρχη και η Εκκλησία του Χριστού.
Γι' αυτό ανεβαίνει στον υψηλό θρόνο ο επίσκοπος, για να δείξη ότι εκείνην την στιγμή ο Χριστός παίρνει την θέσι του ανάμεσά μας. Εκεί όπου είναι ο αρχιερεύς, εκεί όπου είναι ο επίσκοπος, εκεί είναι πράγματι ο Χριστός. Όπως στο υπερώο, όπου ήσαν μαζεμένοι οι μαθηταί, μπήκε ο Χριστός και τους είπε «ειρήνη υμίν»(16), έτσι ακριβώς, όταν ανεβαίνη στον θρόνο ο αρχιερεύς, ανεβαίνει ο Χριστός, διότι Εκείνος είναι «ο προσφέρων και ο προσφερόμενος»(17).
Ο Χριστός κατά βάθος κάνει την λειτουργίαν και εμείς είμαστε όλοι γύρω του. Όταν δεν υπάρχη αρχιερεύς, υπάρχει ο αντιπρόσωπός του, ο οποίος πρέπει να έχη, σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας, άδειαν του επισκόπου• εάν δεν την έχη, δεν μπορεί να γίνη λειτουργία(18).

Ο ιερεύς ενδύεται λευκά, πολυτελή ή χρυσοΰφαντα άμφια. Γιατί άραγε; Επειδή είναι εγωιστής; Όχι, αγαπητοί μου. Όταν φοράη λευκά άμφια, θέλει να δείξη τον Χριστόν, ο οποίος κατά την Μεταμόρφωσιν ενεφανίσθη με λευκά σαν χιόνι ιμάτια(19). Έτσι, εις το πρόσωπο και εις τα ρούχα του ιερέως εμφανίζεται ο Χριστός.
Όταν φοράη πολυτελή άμφια, θέλει να δείξη την δόξαν του Χριστού. Φορώντας το στιχάριον, το πρώτο άμφιον, ενδύεται επάνω του τον Χριστόν. Φορώντας κατόπιν το πετραχήλι, είναι σαν να παίρνη την χάριν του Θεού. Όταν, τέλος, προσθέτη επάνω του το φελόνιόν του, είναι μία πλήρης εικόνα του Χριστού.

Βλέπεις τον ιερέα με τα άμφια; Δεν είναι πλέον ο συγκεκριμένος ιερεύς, αλλά ο Χριστός. Κανείς στον κόσμο δεν φοράει τα άμφια που φορούν οι ιερείς. Είναι κάτι το υπερκόσμιον. Είναι ένα παράξενο θέαμα, μια ουράνια οπτασία, για να δείξη ότι κάτι το ουράνιο, ο ίδιος ο Χριστός(20), κατέβηκε σε εμάς.

Ανοίγει λοιπόν η ωραία πύλη και εις το θυσιαστήριον εμφανίζεται ο ιερεύς. Γιατί όμως ο ιερεύς δεν κοιτάζει εμάς, αλλά κοιτάζει προς το θυσιαστήριον; Ίσταται προ του θυσιαστηρίου και δέεται, ικετεύει, παρακαλεί τον Χριστόν ως ένας μεσίτης δικός μας. Όταν θα κάνη κατόπιν την είσοδον, θα πέραση ανάμεσά μας χωρίς να μας ρίξη πάλι ούτε ένα βλέμμα. Είναι αυτός που προπορεύεται, που ανεβαίνει, που μας οδηγεί εις τον δρόμο του ουρανού.

Τι κάνει ο ιερεύς και πάει συνεχώς μπροστά χωρίς να μας κοιτάζη; Προσέξτε να καταλάβετε. Ανεβήκατε ποτέ στα μοναστήρια των Μετεώρων; Έχετε έλθει στο Μεγάλο Μετέωρο; Στην αρχαία εποχή οι άνθρωποι ανέβαιναν με το δίκτυ. Τους έβαζαν μέσα, τους έκλειναν τα μάτια για να μη ζαλίζωνται, και τους ανέβαζαν με το βαρούλκο.
Αργότερα έκαναν ένα δρομάκι πολύ στενό, σύρριζα στον βράχο, που ανέβαινε μέχρι το βουνό της Μεταμορφώσεως. Όταν λοιπόν ερχόταν κάποιος, πώς να ανέβη εκείνο το πολύ στενό μονοπατάκι; Αν κοιτούσε κάτω στον κρημνό, θα εσωριάζετο και θα εχάνετο. Κατέβαινε τότε ένας καλόγερος, έδινε εις τον επισκέπτη το ράσο του και του έλεγε: Καθώς εγώ θα ανεβαίνω και θα κοιτάζω προς τα επάνω, εσύ κράτα με. Θα ανεβαίνωμε μαζί. Μην κοιτάξης όμως κάτω. Αν κοιτάξης, θα πέσης και θα παρασύρης και εμένα.
Και από εκείνο το μικρό μονοπάτι, που χτυπούσε η καρδιά του επισκέπτου, γιατί ήξερε πως κάτω ήταν χάος, τον ανέβαζε ο καλόγερος. Τον ανέβαζε γύρω γύρω και, όταν έφθαναν επάνω, έλεγε: Αχ, εδώ είναι ο Χριστός! Αυτό ακριβώς κάνει και ο ιερεύς. Μας ανεβάζει στο στενό μονοπάτι. Πρόσεξε, μην κοιτάζης κάτω, μη σε πλανέψη κάτι το χοϊκό. Ψηλά η καρδιά σου, ο νους σου αετός, για να μπορή να διασχίση και τους αιθέρας και τους ουρανούς! Χερσαία ζώα δεν μπορούν να πετάξουν. Αετός γίνε! Ψηλά κοίτα!

Εν τω μεταξύ οι ψάλτες ψάλλουν τα αντίφωνα  «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Τα συνδυάζουν με διαφόρους στίχους από το Ψαλτήρι, που είναι προφητείες για την έλευσι του Χριστού• προλέγουν ότι έρχεται ανάμεσά μας ο Χριστός. Κατόπιν ο ιερεύς κάνει την μικράν είσοδον συνεπαρμένος, διότι στην πραγματικότητα μπήκε σαν τον Μωυσή μέσα στο σύννεφο που κρύβει τον Χριστόν. Ας θυμηθούμε τον Μωυσή όταν ανέβηκε επάνω στο Σινά. Τι βροντές ήταν εκείνες, τι σεισμοί, τι φωτιές, τι καπνοί, τι φόβος και τρόμος! Παρών ο Θεός(21)!

Έτσι ακριβώς, μπροστά στον ιερέα παρών είναι ο Θεός. Δεν γίνονται βέβαια σεισμοί εδώ, για να μη τρομάξωμε, δεν υπάρχουν καπνοί, άλλά μόνον ο καπνός του θυμιάματος που ευωδιάζει. Ο ιερεύς γνωρίζει ότι προπορεύεται ο Χριστός και δεν αντέχει πλέον άλλο, γι’αυτό ξεσπάει η καρδιά του «Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν». Άγιος, ξεχωριστός είσαι, Θεέ μου. Κοιτάζει το θυσιαστήριον και είναι βέβαιος ότι είναι ο Θεός, το Πνεύμα, οι άγγελοι.

Κατά την μικράν είσοδον επέρασε και, όταν έφθασε εις τον συνήθη τόπον, παρεκάλεσε τον Χριστόν μαζί με την δική του είσοδο να γίνη και είσοδος αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. Εν συνεχεία λέγει «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων σου».
Ευλογεί την είσοδον, κατά την οποίαν μαζί με τον ιερέα συνεισέρχονται τα τάγματα και οι μυριάδες των αγγέλων και τα νέφη των αγίων. Μαζί τους, επάνω σε νοερά σύννεφα, εισέρχεται και ο ιερεύς. Γι' αυτό, τρομαγμένος μην τον κάψη η φωτιά του Θεού λέγει  «Ότι άγιος ει ο Θεός». Εγώ αμαρτωλός είμαι• μη με κάψης όμως, Θεέ μου.

Είχα την ευτυχία να γνωρίσω έναν άγιο άνθρωπο, ο οποίος πόσες φορές, όταν πήγαινε να λειτουργήση, έβγαινε από το θυσιαστήριον με ένα βλέμμα εξωκόσμιο, με ένα μάτι που έβλεπε πέρα από τον ορίζοντα! Λειτουργούσε μόνος του με έναν υποτακτικό του εις τον οποίον έλεγε: Βγες έξω, βγες, βγες γρήγορα. Έκλεινε την πόρτα και έμενε μόνος εις το θυσιαστήριον.
Καθόταν μια ώρα, δυο ώρες. Ύστερα, αφού μιλούσε, αφού το πνεύμα του ελούετο στο φως του Θεού, αφού τα μάτια του ακτινοβολούσαν την λάμψι Του, έβγαινε πάλι και άνοιγε την πόρτα. έλα, του έλεγε, έλα. Εδώ ήταν το Άγιον Πνεύμα, εκεί τα σεραφίμ, εκεί τα χερουβίμ και έτρεμε ολόκληρος με ένα τρεμούλιασμα όμως γεμάτο χαρά και ευτυχία(22).

Και ο άγιος Σπυρίδων «αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας»(23). Πράγματι ο ιερεύς είναι συλλειτουργός των αγγέλων και των αγίων. Και ο λαός, επειδή το ξέρει, ψάλλει και αυτός τον αγγελικόν ύμνον «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος». Ψάλλουν οι άγγελοι το «άγιος, άγιος, άγιος» και επαναλαμβάναμε και εμείς την φωνή τους.
Έτσι, γη και ουρανός γινόμεθα όλοι ένας χορός, ένα πανηγύρι, ένα τραγούδι. Και προσθέταμε το «ελέησον ημάς». Είναι η κραυγή του αμαρτωλού ανθρώπου, διότι οι άγγελοι είναι άγιοι και πανάγιοι. Και στην μεγάλη είσοδο μαζί με τους αγγέλους είμαστε και εμείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι! Τι φοβερό! Περνάει ο Χριστός, μαζί και οι άγιοι, οι άγγελοι, μαζί και εγώ ο αμαρτωλός ιερεύς.

Γι' αυτό στην αρχαία εποχή οι ευσεβείς βασιλείς, όταν εγίνετο η μεγάλη είσοδος, ακολουθούσαν τον ιερέα με την συνοδία τους ως τιμητική συνοδία του ουρανίου βασιλέως ο οποίος περνούσε την ώρα εκείνην. Υπάρχει η παράδοσις ότι κάποιος βασιλεύς σε μια τέτοια εκστατική στιγμή, αισθανόμενος το ρίγος της παρουσίας του Χριστού και των αγγέλων, σωριάσθηκε κάτω με τα βασιλικά του ρούχα και το στέμμα.

Μετά τον αγγελικόν ύμνον και αφού αναγνωσθή ο απόστολος, όταν ετοιμάζεται ο ιερεύς να πη το ευαγγέλιον, στρέφεται για πρώτη φορά προς τον κόσμο και τον ευλογεί  «Ειρήνη πάσι». Δεν ευλογεί την ώρα εκείνην ο ιερεύς  ευλογεί ο ίδιος ο Χριστός. Όταν επρόκειτο να αναληφθή ο Χριστός, εσήκωσε τα χέρια του, ευλόγησε τους μαθητάς και εκείνοι προσκύνησαν και έφυγαν(24). Αυτό ακριβώς γίνεται εκείνην την ώρα. Ο ιερεύς, ο μεσίτης, ο αμαρτωλός, αποσύρεται και αφήνει τώρα να λειτουργή ο Χριστός ο ίδιος!

Γι' αυτό εις την μικράν είσοδον κρατάει προ της κεφαλής το Ευαγγέλιον, όχι για να κρύβη το πρόσωπό του, αλλά για να φαίνεται πως δεν υπάρχει εκείνος αλλά μόνον ο Χριστός. Και αφού το υψώση, ψάλλομε  «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ».
Προσκυνάμε τον Χριστόν, όχι ένα Ευαγγέλιον, όχι τον ιερέα. Είναι μπροστά μας ο Χριστός που διδάσκει, ο Χριστός που λειτουργεί, ο Χριστός που ομιλεί, ο Χριστός που κρύβεται στον ιερέα. Πριν από αυτό ο ιερεύς λέγει  «Σοφία, ορθοί». Τι σημαίνει «ορθοί»; «Εναγωνίους ημάς είναι βούλεται τω Θεώ και τοις μυστηρίοις εντυγχάνοντας και μη ραθύμως, αλλά μετά σπουδής... την τοιαύτην ομιλίαν ποιείσθαι» (25). Με αγωνίαν, με πόθον, με προσοχήν, όρθιος να περιμένης να δης τον Χριστόν και να επικοινωνήσης μαζί του. Γι' αυτό τον προσκυνούμε.

Επίσης εις την μεγάλην είσοδον, όταν περνάη ο Χριστός, ο ιερεύς λέγει  «Πάντων υμών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη βασιλεία αυτού». Και ο καθένας μας λέγει  «μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου»(26). Βλέπομε τον Χριστόν με τα μάτια της ψυχής και τον παρακαλούμε να μας θυμηθή. Επομένως, ο Κύριος λειτουργεί. Ο Κύριος περνάει ανάμεσά μας. Ο Κύριος έρχεται να πάρη τα δώρα μας, για να τα εναποθέση εις το θυσιαστήριον.

Ως δώρα προσφέρομεν άρτον και οίνον. Ο άρτος στηρίζει και δίνει ζωήν στον άνθρωπο, ενώ το κρασί του δίνει αντοχήν και υγείαν. Επομένως, όταν δίνωμε εις τον Χριστόν τον άρτον και τον οίνον, δίνομε εκείνα που μας τρέφουν, που μας δίνουν την ζωή(27). Μυστικά, συμβολικά, προσφέρομε εις τον Χριστόν την ζωή μας, την υγεία μας, την ευφροσύνη μας  προσφέρομε τον εαυτόν μας  προσφέρομε τις δυσκολίες μας, τους πόνους μας, τους καημούς μας, τα παιδιά μας  προσφέρομε τα πάντα, όσα είναι δικά μας και όλον τον κόσμο.
Γίνεται η αναφορά λέγοντας την ευχή της αναφοράς. Το ουσιαστικό αναφορά προέρχεται εκ του αναφέρω πού σημαίνει άνω φέρω. Ο Χριστός δηλαδή, την φρικτήν εκείνην στιγμή, δέχεται εις το υπερουράνιον θυσιαστήριον τα δώρα μας, την ζωή μας που του την προσφερομε  δέχεται εμάς.

Επομένως, όταν πηγαίνωμε εις την λειτουργίαν, πηγαίνομε για να πάρωμε τον Χριστόν. Αλλά πρέπει προηγουμένως να είμαστε έτοιμοι να του δώσωμε ό,τι μας ζήτηση, να δώσωμε τον εαυτόν μας. Εάν έχωμε κρατούμενα, δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Χριστόν. Εκείνην την στιγμή μπροστά μας παρουσιάζεται ο Χριστός εσφαγμένος. Πρέπει και εμείς να νοιώθωμε εσφαγμένοι δι' αυτόν να είμεθα πρόθυμοι, αν χρειασθή, να σφαγούμε.
Διαρκώς λοιπόν παρουσιάζεται ενώπιόν μας ο Χριστός και ψάλλεται το αλληλούια. Κατά την μικράν είσοδον, μετά το αποστολικόν ανάγνωσμα και την μεγάλην είσοδον ψάλλομε αλληλούια. Τι σημαίνει αλληλούια; Το αλληλούια είναι ένας χαιρετισμός, που λέγεται στους γάμους του Χριστού. Για τους γάμους έχομε ιδιαίτερες ευχές και χαιρετισμούς. «Να ζήσετε ευτυχισμένοι χίλια χρόνια», εύχεσαι στους νεόνυμφους. Το αλληλούια είναι γαμήλιος ύμνος, χαιρετισμός εις τους γάμους του Χριστού, όταν ο Χριστός νυμφεύεται την νύμφη ψυχή.

Η λειτουργία λοιπόν με τις θεοφάνειές της, με την παρουσίαν του Χριστού, είναι σύναψις ενός μυστικού γάμου με τον Κύριον. Ο γάμος ονομάζεται και χαρά. Εις την λειτουργίαν είναι σαν να μας λέγη ο Χριστός  «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου»(28), εις τους γάμους του Χριστού σου. Αν δεν θέλης; Αν δεν θέλης, πού θα πας να του κρυφθής; Όπου και αν πας, εις τα βάθη της θαλάσσης ή εις τα ύψη του ουρανού, υπάρχει η παρουσία Του(29). Κάπου θα σε πιάση. Γιατί να μην παραδοθής καλύτερα μόνος σου; θα δης πόση θα είναι η χαρά σου! Εάν αρνηθής, θα είναι για σένα μία αυτοκτονία.

Ο ιερεύς, αφού κοινωνήση τους ανθρώπους, υψώνει το άγιον Ποτήριον και λέγει  «Πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Μας θυμίζει την Ανάληψιν του Χριστού. Είναι η στιγμή που ο Χριστός μας υπόσχεται πως θα μείνη πάντα μαζί μας(30). Έχοντας πάρει το Άγιον Πνεύμα, έχοντας δει τα μυστικά της βασιλείας, μπορούμε να φύγωμε με τα μάτια της ψυχής μας γεμάτα από τις ομορφιές που είδαμε.

Επομένως, αγαπητοί μου, η λειτουργία μας είναι ένας αρραβώνας με τον Χριστόν, ένας γάμος. Μας βάζει εις την βασιλείαν του. Ύστερα θα βγούμε πάλι, θα πάμε στο σπίτι μας με τα πάθη μας, με τις αμαρτίες μας, με τις μιζέριες μας. Δεν έχει σημασίαν. Θα πάμε πάλι στην λειτουργία, θα αρπάξωμε πάλι τον Χριστόν, θα μας θεώση ξανά. Και έτσι, με συνεχή αγώνα, με συνεχή πορεία, μπροστά ο ιερεύς, πίσω εμείς, θα φθάσωμε εις την βασιλείαν των ουρανών. Πηγαίνομε εις την λειτουργίαν με τον πόθο αυτόν; Εξασφαλίσαμε την βασιλείαν των ουρανών.

Είδαμε μέσα στην λειτουργία τους ουρανούς να ανοίγουν. Είδαμε τα αγαθά της βασιλείας των ουρανών. Επήραμε την «προίκα» μας, το Άγιον Πνεύμα. Μάθαμε ότι αυτός που ζητάμε, μπορεί να είναι στο χέρι μας, μπορούμε εμείς οι αμαρτωλές ψυχές να τον πιάσωμε μέσα στην Εκκλησία. Ας ερχώμεθα κάθε φορά για να πιάνωμε έτσι τον Χριστόν και να τον βάζωμε μυστικά και αόρατα μέσα μας.
Και φεύγοντας με ψυχές που πανηγυρίζουν, ας πούμε  «πιστεύσωμεν αυτώ τας ψυχάς, και παραθώμεθα την ζωήν». Ας εμπιστευθούμε τις ψυχές μας εις τον Χριστόν που τον είδαμε και ας του αφιερώσωμε την ζωή μας  «και φλέξωμεν τας καρδίας τω πυρί της αγάπης αυτού»(31). Ας πυρπολήσωμε την καρδιά μας με το πυρ της αγάπης του  με ένα πυρ που καίει μέσα μας κάθε σάπιο, που μας καθαρίζει και μας ετοιμάζει για την αιωνία ζωή.


Σημειώσεις

*. Κήρυγμα στον Ι. Ναόν Αγίου Νικολάου Τρικάλων, 31 Ιανουαρίου 1971.

1. Βλ. Αρ. 13, 1-25.

2. Ιησ. Ν. 6, 1-20.

3. Ομιλία 2, Εις την κατά τον «Τελώνην και τον Φαρισαίον του Κυρίου παραβολήν» 4, «ΕΠΕ», τ. 9, σελ. 50.

4. ΙΩ. ΣίΝΑΪΤΟΥ, «Κλίμαξ 30, Περί του συνδέσμου της εναρέτου τριάδος εν αρεταίς», PG 88, 116OB.

5. Πράξ. 9,3-9.

6. Ματθ. 18, 20

7. Ιω. 20, 16-17.

8. Λουκ. 8,42-48.

9. Ιω. 20, 27-28.

10. Ιω. 11, 28.

11. «Συμπόσιον 11, ΒΕΠΕΣ», τ. 18, σελ. 86, στχ. 20-21.

12. Την Κυριακή της Σαμαρείτιδος τελείται εις την Ι. Μητρόπολιν Τρικάλων η λιτανεία του πολιούχου αγίου Βησσαρίωνος.

13. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 1,2, σελ. 32.

14. 'Εφ. 5,23.

15. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, «Τραλλιανοίς 3,1, ΒΕΠΕΣ», τ. 2, σελ. 272, στχ. 14.

16. Ιω. 20, 19• 21• 26.

17. Θεία Λειτουργία, ευχή χερουβικού.

18. «Κανόνες αγίων Αποστόλων» 39, «Πηδάλιον», έκδ. Αστήρ, Αθήναι '1970, σελ. 43• βλ. και ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, «Σμυρναίοις 9, 1, ΒΕΠΕΣ», τ. 2, σελ. 281, στχ. 29 -30.

19. Μάρκ. 9, 2-3.

20. Πρβλ. «Βίος αγιου ιερομάρτυρος Παγκρατίου, επισκόπου Ταυρομενίας», ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ, «Μ. Συναξαριστής», τ. 7, Αθήναι 21990, σσ. 157 - 158.

21. Έξ. 19, 16• 18.

22. Βλ. Χ. ΦίΛΟΑΘΩΝΙΤΟΥ, Ο παπα-Τύχων, εκδ. Σημάντρο, Αθήνα 21981,σσ. 23-24.

23. Απολυτίκιον αγίου Σπυρίδωνος.

24. Λουκ. 24, 50-52.

25. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 22, 5, σελ. 120.

26. Λουκ. 23, 42.

27. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 3, 1• 4, 1, σσ. 48, 50.

28. Ματθ. 25, 23.

29. Ψαλμ. 138, 7-10• Σάββατον εσπέρας, γ' κεκραγάριον, ήχος πλ. β'.

30. Ματθ. 28, 20• Λουκ. 24, 50-51.

31. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 1,12, σελ. 42.

myriobiblos.gr

Αλλού φυλακίζονται, εδώ ασύδοτοι του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη






Αλλού, ακόμα και αρχηγοί κρατών οδηγούνται στη φυλακή, όταν η ζωή τους αποτελή προκλητικό βιασμό των νόμων.
Στην Ελλάδα, όλοι οι υψηλά ιστάμενοι, καλύπτονται από κάποια άγραφη ή γραπτή ασυλία!

● Στο Ισραήλ, ο πρώην πρόεδρος του Κράτους Μοσέ Κατσάβ ωδηγήθηκε στη φυλακή, όπου θα εκτίση ποινή επταετούς καθείρξεως για βιασμό και σεξουαλική κακοποίησι.

● Στη Γαλλία, ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του Κράτους Σιράκ καταδικάστηκε σε διετή φυλάκισι, διότι ως δήμαρχος Παρισίων υπεξαίρεσε χρήματα.

Σε άλλα κράτη, «ουδείς ευρίσκεται υπεράνω των νόμων».

Στην Ελλάδα οι νόμοι είναι για τους μικρούς, όχι για τους μεγάλους.
Εδώ είδαμε προ ετών πρόσωπα να οργιάζουν εις βάρος της ηθικής και της οικογενειακής τιμής, και όχι μόνο δεν αποδοκιμάστηκαν επί ατιμία, αλλά τιμήθηκαν με το ύψιστο αξίωμα, «αγκαζέ» με τη… μοιχαλίδα!

Βλέπουμε πρώην υπουργούς να βαρύνωνται με καταχρήσεις πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, και όμως κυκλοφορούν ελεύθεροι!

Βλέπουμε περιτυλιγμένους με τα αλεξίσφαιρα της ασυλίας και της ασυδοσίας πολλούς άρχοντες (πολιτικούς, οικονομικούς, εκκλησιαστικούς κ.ά.).

● Και γιατί μια αποδεδειγμένη κατάχρησις η ένας αποδεδειγμένος σεξουαλικός βιασμός αποτελούν ατιμίες και εγκλήματα προς φυλάκισι, και δεν αποτελεί έγκλημα ο πλουτισμός ενός δημοσίου προσώπου;
Τα σκανδαλώδη περιουσιακά στοιχεία πολιτικών, που ήρθαν στο φως (20 Δεκεμβρ. 2011) με το «Πόθεν έσχες;», δεν είναι βιασμός του δημοσίου συμφέροντος;

● Δημοσιογράφοι και άλλοι παράγοντες νοιάζονται όχι για το «έσχες», αλλά κυρίως για το «πόθεν;».
Η ηθική όμως του Ευαγγελίου δεν νοιάζεται μόνο για το «πόθεν;»∙ νοιάζεται και για το «έσχες».
Το πρώτο μπορεί να κρύβη διαφθορά και κλοπή.
Το δεύτερο οπωσδήποτε κρύβει υλισμό και μαμωνολατρεία.

Πώς μπορούν να έχουν οι πολιτικοί ηγέτες τόσα διαμερίσματα και τόσες καταθέσεις, όταν μεγάλο μέρος του λαού δεν έχει «που την κεφαλήν κλίναι», πώς να πληρώση το ηλεκτρικό ρεύμα, πώς να προσφέρη στο παιδί του τα αναγκαία;

Το έγκλημα αναζητείται και στο «έσχες» και στο «πόθεν;».
Και στη μεγάλη περιουσία και στον τρόπο αποκτήσεώς της∙ και στην κτήσι και στη χρήσι.
Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού.

πηγή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...