Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2012

π. Συμεών Κραγιόπουλος: "Σύντομος οδός σωτηρίας" (ομιλία εις την παραβολή του ασώτου)



Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστώ που μου κάνατε την πρόσκληση για να προσφέρω 
και εγώ κάτι στο μεγάλο και πολύ πνευματικό έργο που κάνετε στη θεόσωστο 
επαρχία σας. Αλλά έχω έναν φόβο: μήπως δεν θα μπορέσω να δώσω αυτό το οποίο 
κι εσείς και όλοι οι αδελφοί περιμένετε.
Γι' αυτό, για να αισθάνομαι άνετα, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μην 
περιμένετε πολλά, τόσα που πιθανόν περιμένετε.

Ευχαριστώ τον Σεβασμιώτατο και θα τον παρακαλέσω να εύχεται όλη αυτήν την
 ώρα κι εμένα να με φωτίσει ο Θεός να πω ό,τι τέλος πάντων είναι δυνατό να λεχθεί,
 αλλά να φωτίσει και όλους μας να προσέξουμε τον λόγο Του, και όσο γίνεται 
να φύγουμε ωφελημένοι.

Και τώρα κάνετε υπομονή, παρακαλώ, και δώστε αγάπη να με ανεχθείτε.
 Όπως ακούσατε από τον Σεβασμιώτατο το θέμα είναι «Σύντομος οδός σωτηρίας».

Πολύ συνετέλεσε στο να εκλέξω αυτό το θέμα η παραβολή του ασώτου υιού, που
 διαβάστηκε σήμερα στις εκκλησίες. Όπως θα γνωρίζετε, η ευαγγελική 
περικοπή που περιέχει την παραβολή του ασώτου, και που διαβάζεται κάθε
 χρόνο αυτήν την ημέρα, αυτήν την Κυριακή, είναι το ευαγγέλιο των ευαγγελίων. 
Ή, όπως λέει κάποιος, τα ευαγγέλια είναι η καρδιά όλης της Αγίας Γραφής και 
η παραβολή του ασώτου υιού είναι το ευαγγέλιο των ευαγγελίων. Και όπως λέει 
κάποιος άλλος, εάν όταν ήλθε ο Χριστός στη γη, δεν προλάβαινε να πει τίποτε
 άλλο και έλεγε μόνο αυτήν την παραβολή του ασώτου υιού, έφθανε η παραβολή 
αυτή να μας πείσει ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, είναι αυτός που 
μέσα του κατοικούσε το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς και είναι αυτός
 που ήλθε να σώσει τον κόσμο.

Δεν μπορεί κανείς τέτοια μέρα, καθώς μάλιστα έχει και ένα τέτοιο θέμα,
 «σύντομος οδός σωτηρίας», να μην αναφερθεί σ' αυτήν την παραβολή.
 Ένας λόγος επίσης που μ' έκανε να πάρω αυτό το θέμα, «σύντομος οδός
 σωτηρίας», ήταν και το ότι ο άνθρωπος, όπως κι αν έχει το πράγμα, όσο 
κουράγιο κι αν έχει, όσο ζήλο κι αν έχει, θέλει -προπαντός στις ημέρες μας-
 όλα να τα κάνει σύντομα, να μη χρειάζεται πολύς χρόνος, να μη χρειάζεται,
 αν θέλετε, πολύς κόπος. Ακόμη και το θέμα της σωτηρίας θα ήθελε κανείς να
 γίνεται πιο εύκολα, πιο σύντομα, και νομίζω ότι η παραβολή του ασώτου υιού 
μας βοηθάει σ' αυτό. Και ας προχωρήσουμε τώρα στο θέμα και στην
 παραβολή αυτήν που ακούσαμε σήμερα.

Ο Θεός και ο άνθρωπος
Έχουμε από το ένα μέρος τον Θεό. Από το άλλο μέρος τον άνθρωπο. 
Ο Θεός είναι που αγαπά. Ο άνθρωπος είναι που αγαπιέται. 
Ο άνθρωπος είναι καρπός της αγάπης του Θεού. Εάν ο Θεός δεν αγαπούσε
 τον άνθρωπο, θα ήταν ανύπαρκτος, θα ήταν μηδέν, στο μηδέν.
 Ο Θεός τον αγάπησε τον άνθρωπο, γενικά το ανθρώπινο γένος και τον
 κάθε άνθρωπο πριν ακόμη τον φέρει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.
 Και ο Θεός που είναι αγάπη, αγάπησε και αγαπά και θα αγαπά πάντοτε 
τον άνθρωπο. Η αγάπη όμως του Θεού δεν είναι καταναγκαστική. 
Η αγάπη του Θεού δεν είναι, ας πούμε έτσι, υποχρεωτική. 
Η αγάπη του Θεού δεν σκλαβώνει, δεν αιχμαλωτίζει, δεν ταπεινώνει, 
δεν εξαφανίζει το αγαπώμενο ον, τον άνθρωπο. Όσο εκδηλώνει ο
 Θεός την αγάπη προς τον άνθρωπο, τόσο ο άνθρωπος αναδεικνύεται,
 τόσο ο άνθρωπος ελευθερώνεται, τόσο ο άνθρωπος γίνεται ό,τι είναι 
ο Θεός, όταν βέβαια ο άνθρωπος παίρνει τη σωστή στάση απέναντι στον Θεό.

Βλέπουμε λοιπόν εδώ, στην παραβολή του ασώτου, να λέει ο Κύριος ότι 
κάποιος είχε δύο παιδιά και «ο νεώτερος» ζήτησε «το επιβάλλον μέρος της ουσίας»
 και αμέσως προσθέτει «και διείλεν αυτοίς τον βίον». Δηλαδή ο νεώτερος υιός,
 που μπορεί να είναι ο κάθε άνθρωπος, δεν θέλει να είναι κοντά στον πατέρα του. 
Βλέπετε, έτσι όπως τα λέει η Αγία Γραφή, δεν αφήνει περιθώρια να νομίσουμε
 ότι προσπάθησε αυτός ο πατέρας, προσπάθησε, αν θέλετε, ο Θεός από δω
 από κει να δεσμεύσει την ελευθερία του παιδιού του και να βρει έναν κάποιο 
τρόπο να μην το αφήσει να φύγει μακρυά. Όχι. «Θέλεις το επιβάλλον μέρος 
της ουσίας; Πάρ' το». Και τους μοίρασε την περιουσία.

Δυο λόγια για την ελευθερία
Ο Θεός που αγαπά τον άνθρωπο, τον σέβεται τον άνθρωπο, τον τιμά 
τον άνθρωπο. Τον τίμησε με τα προσόντα, με τα χαρίσματα που του έδωσε,
 με την ελευθερία που του έδωσε και είναι, αν επιτρέπεται να πούμε έτσι,
 πολύ προσεκτικός ο Θεός απέναντι στον άνθρωπο· του φέρεται με πολλή 
διάκριση. Αν επιτρέπεται να πούμε, δεν θέλει να φέρει σε δυσκολία το πλάσμα
 του. Του δίνει όλη την αγάπη του, του λέει όλη την αλήθεια, αλλά όμως τον
 αφήνει ελεύθερο· και σ' αυτό το σημείο είναι όλη η ουσία του πράγματος:
 θα προτιμήσει να μείνει κανείς με τον Θεό; Όχι να εξαναγκαστεί. 
Ούτε ακόμη και ψυχολογική βία, αν επιτρέπεται να πούμε έτσι,
 εξασκεί ο Θεός επάνω στον άνθρωπο. Αφήνει εντελώς ελεύθερο τον 
άνθρωπο να προτιμήσει ή να μην προτιμήσει να μείνει με τον Θεό.

Ο νεώτερος υιός θέλει να φύγει, και τον αφήνει ο πατέρας να φύγει. Αφήνει ο
 Θεός τον άνθρωπο, καθό ελεύθερος ο άνθρωπος, τον αφήνει να φύγει. Θα ήθελα 
σ' αυτό το σημείο, πριν προχωρήσουμε, να πω δυό λόγια ακόμη πάνω στο
 θέμα αυτό της ελευθερίας, γιατί τόσος λόγος γίνεται πάντοτε και ιδιαίτερα
 στις ημέρες μας για την ελευθερία. Όσο κι αν τυχόν σας φανεί παράξενο,
 η ελευθερία, που την έχουμε περί πολλού και σωστά ως ένα σημείο, 
δεν είναι αυτή καθεαυτήν αγαθό· όχι. Διότι αν ήταν η ελευθερία αυτή 
καθεαυτήν αγαθό, έτσι όπως την καταλαβαίνουμε οι πολλοί, τότε δεν 
είχαμε παρά ν' αφήσουμε ελευθέρους τους ανθρώπους να κάνουν 
ό,τι θέλουν. Αλλά βλέπετε, ο άλλος ελευθέρως πηγαίνει και γίνεται
 αλκοολικός, ελευθέρως γίνεται ναρκομανής, ελευθέρως κάνει οτιδήποτε
 άλλο, και καταστρέφει τον εαυτό του και τους άλλους, κάνοντας κακή 
χρήση της ελευθερίας που του έδωσε ο Θεός. Το θέμα λοιπόν δεν είναι

 ν' αφήσουμε κάποιον ελεύθερο. Το θέμα είναι να βοηθήσουμε
 τον καθένα ελευθέρως και όχι καταναγκαστικώ τω τρόπω να βρει 
την αλήθεια, να βρει τον Θεό, να μείνει κοντά στον Θεό, οπότε θα είναι
 και πραγματικά ελεύθερος.

Να μου επιτρέψει ο Σεβασμιώτατος κι εσείς -δεν ξέρω αν προσκρούω στις 
σκέψεις κάποιου- να πω ότι κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι μεγάλο 
λάθος αυτό το οποίο γίνεται σήμερα, δηλαδή που τονίζουμε τόσο πολύ το
 θέμα αυτό της ελευθερίας: να αφήσουμε ελεύθερα τα παιδιά, να αφήσουμε 
ελεύθερους τους νέους, να αφήσουμε ελεύθερα τα πιο μικρά και τους μεγάλους,
 για να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, για να απολαμβάνει ο καθένας ό,τι θέλει. 
Είναι μεγάλο λάθος, διότι ο άνθρωπος δεν είναι tabula rasa, όπως 
έλεγαν, άγραφος πίνακας· ο άνθρωπος δεν είναι αγγελούδι. Βγήκε βέβαια
 από τα χέρια του Θεού σαν άγγελος, αναμάρτητος, αγνός, καθαρός, αλλά
 μετά την πτώση δεν είναι έτσι ο άνθρωπος. και είμαστε όλοι τέκνα
 του Αδάμ· δεν είναι κανένας που κατάγεται από κάπου αλλού.
Ο χριστιανός μπολιάζεται με τον Χριστό
Όλοι καταγόμαστε από τον Αδάμ, και επομένως σ' όλους, αν όχι περισσότερο, 
το πενήντα τοις εκατό του εαυτού μας είναι ένας άγριος άνθρωπος. Πώς
 λοιπόν θα πούμε στον άλλο «κοίταξε, είσαι ελεύθερος και κάνε ό,τι θέλεις»,
 τη στιγμή που αυτό το πενήντα τοις εκατό του εαυτού μας, για να μην πω 
το ενενήντα τοις εκατό -γιατί πάντοτε αυτό το μέρος του εαυτού μας 
επιβάλλεται στο άλλο- θα ορμήσει από κει μέσα, θα ξεπεταχτεί και θα 
κατασπαράξει πρώτα τον ίδιο τον άνθρωπο και μετά και τους άλλους;

Ο περιβολάρης που έχει το περιβόλι με τα άγρια δένδρα και τα μπολιάζει,
 για να τα κάνει ήμερα δένδρα, δεν τα μπολιάζει απλώς και ξενοιάζει από
 κει και πέρα. Ξέρει πάρα πολύ καλά ότι, για να γίνουν αυτά τα δένδρα
 πραγματικά ήμερα δένδρα -οι αχλαδιές, οι ροδακινιές, οι βερυκοκκιές,
 οι μηλιές κλπ.- και να δίνουν ήμερο καρπό, χρειάζεται να τα παρακολουθεί 
επί αρκετά χρόνια, μήπως από τη ρίζα την παλιά ξεπεταχτούν άγρια
 βλαστάρια και σκεπάσουν το μπόλι, το ήμερο δένδρο, και έτσι ενώ είναι
 μπολιασμένο το δένδρο και ενώ έχει τις δυνατότητες να γίνει ένα ήμερο
 δένδρο, τελικά θα είναι πάλι ένα άγριο, και μάλιστα, καθώς θα πετάξει πολλά
 βλαστάρια, δεν θα είναι ένα, αλλά θα γίνουν περισσότερα. Τι το όφελος;

Ο χριστιανός μπολιάζεται με τον Χριστό, αλλά από κει και πέρα, ωσότου φθάσει
 κανείς σε μέτρο ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, όπως λέγει ο απόστολος
 Παύλος, χρειάζεται, όσο κι αν φανεί παράξενο, κάποιος ή κάποιοι να
 παρακολουθούν τον άνθρωπο. Κυρίως, όταν είναι μικρό παιδί, να τον
 παρακολουθούν και συνέχεια να κόβουν τα βλαστάρια της παλαιάς ρίζας, για
 να γίνει νέος άνθρωπος. από που ως που λοιπόν να του πούμε «είσαι ελεύθερος,
 κάνε ό,τι θέλεις και μόνο όταν είσαι ελεύθερος...»; Είναι βέβαια ελεύθερος ο
 κάθε άνθρωπος, αν θέλει να είναι χριστιανός· αν δεν θέλει... αλλά αν θέλει όμως 
να είναι χριστιανός, δεν είναι ελεύθερος από κει και πέρα. Είναι δούλος του
 Ιησού Χριστού και υπακούει στον Χριστό και κάνει τις εντολές του Χριστού· 
και όλα όσα δεν είναι Χριστός και όσα δεν είναι αρετές του Χριστού και δεν
 είναι ζωή του Χριστού κόβονται αλύπητα.
Επιτρέψτε μου να πω τώρα αμέσως κιόλας, μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή 
που σε λίγο θα μπούμε -ήδη είμαστε στην περίοδο του Τριωδίου και 
λίγο-πολύ από τώρα κανείς ετοιμάζεται- να μην πάει κανείς να εξομολογηθεί
 και απλώς να πει μερικά συνηθισμένα πράγματα, αλλά να βάλει καλά καλά
 κάτω τον εαυτό του και να μη λυπηθεί, καθόλου να μη λυπηθεί 
να κόψει με τη βοήθεια του πνευματικού, με τη βοήθεια της Εκκλησίας
 όλα εκείνα τα οποία δεν είναι Χριστός.

Δεν έχει δικαίωμα ο χριστιανός, δεν του επιτρέπεται του χριστιανού να 
έχει άλλη ζωή από τη ζωή του Χριστού. «Ζω δε ουκέτι εγώ- ζη δε εν εμοί 
Χριστός», έλεγε ο απόστολος Παύλος. Και μπόλιασμα με τον Χριστό αυτό 
σημαίνει: η ζωή μας πρέπει να είναι η ζωή του Χριστού:
 «Η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ· όταν ο Χριστός φανερωθή,
 η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη» όπως λέει 
ο απόστολος Παύλος. Η ζωή μας δεν μπορεί να είναι η ζωή του
 Κωνσταντίνου, του Βασιλείου, του Γρηγορίου κλπ. Ναι, είμαι ο
 Κωνσταντίνος, είμαι ο Βασίλειος, είμαι ο Ιωάννης, είμαι ο
 Δημήτριος, είμαι ο Γεώργιος, αλλά όμως ζω τη ζωή του Χριστού 
και όχι δική μου ζωή.

Και Χριστός και αμαρτία;
Ο νεώτερος υιός, ας επιστρέψουμε, πήρε «την ουσίαν», την περιουσία 
που του ανήκε. Τον άφησε ελεύθερο ο Θεός αυτόν τον νεώτερο υιό, που 
μπορεί να είναι ο καθένας, και, όπως λέει, τα μάζεψε όλα και πήγε 
«εις χώραν μακράν» και έζησε εκεί «ασώτως». «Ασώτως». Ξέρετε ότι η λέξη
 άσωτος παράγεται από το ρήμα σώζω και το στερητικό, όπως λέγεται,
 α. Ο σκοπός του ανθρώπου σ' αυτόν τον κόσμο μετά την πτώση, που ο
 άνθρωπος είναι μέσα στην αμαρτία, είναι να σωθεί ο άνθρωπος από 
την αμαρτία. Όχι απλώς από κάποια προβλήματα, όχι από κάποιες
 δυσκολίες. Τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε κάθε 
μέρα είναι ανύπαρκτα, όταν θα λύσουμε το ένα αυτό πρόβλημα, το
 πρόβλημα της αμαρτίας. Σκοπός του ανθρώπου είναι να σωθεί.

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο και πήρε το όνομα Ιησούς- και Ιησούς σημαίνει
 Σωτήρ. Ήλθε ως Σωτήρ. «Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην 
ήτις έσται παντί τω λαω, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ». Ο Χριστός λοιπόν
 πήρε το όνομα Ιησούς, που σημαίνει Σωτήρ, και ήλθε να σώσει τον κόσμο
 από την αμαρτία. Και όταν ένας, ας πούμε, ζει α-σώτως, δηλαδή δεν 
σκέπτεται τη σωτηρία, δεν νοιάζεται για τη σωτηρία, αλλά πνίγεται μέσα
 σ' όλα τα άλλα πράγματα, αυτός ζει ασώτως. Δεν είναι ανάγκη δηλαδή 
να μοιάζει πέρα για πέρα με τον άσωτο· να ξοδεύει την περιουσία του
 πατέρα του ή τι άλλο. Εφόσον περνάει τον καιρό σ' αυτόν τον κόσμο,
 χωρίς να νοιάζεται για τη σωτηρία, είναι ά-σωτος. Και η σωτηρία είναι 
να σωθούμε από την αμαρτία.

Τι έγινε με την αμαρτία που είναι μέσα σου; Καθάρισε η ψυχή σου από
 την αμαρτία; Γλίτωσες από την αμαρτία; Γιατρεύτηκε η ψυχή σου;
 Γιατί, όπως λένε και ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής και ο απόστολος
 Παύλος, εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Χριστό, εκείνος που μπολιάζεται 
με τον Χριστό, εκείνος που βαπτίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος, 
βαπτίζεται μέσα στην κολυμβήθρα και βγαίνει από κει καινούργιος άνθρωπος
 έχει πεθάνει ως προς την αμαρτία. «Μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν
 τω θνητώ υμών σώματι», λέει ο απόστολος Παύλος. «Πας ο γεγεννημένος
 εκ του Θεού αμαρτίαν ου ποιεί» λέει ο απόστολος Ιωάννης. Και αλλού
 πάλι ο ίδιος λέει «Πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει». Δεν έχει 
καμιά θέση η αμαρτία στον σεσωσμένο, δεν έχει καμιά θέση η αμαρτία σ' αυτόν
 που πέθανε με τον Χριστό και αναστήθηκε με τον Χριστό.

Δεν κάνουμε καθόλου καλά που τα κανονίζουμε έτσι τα πράγματα: 
και με τις αμαρτίες μας και χριστιανοί. Δεν γίνεται. Ούτε να πει 
κανείς ότι «μα, ο άνθρωπος είναι αδύνατος». Βεβαίως, είναι αδύνατος 
ο άνθρωπος. Όμως πήγες στον Χριστό; Σε γιάτρεψε ο Χριστός; Πιστεύεις
 στον Χριστό; Είσαι ενωμένος με τον Χριστό; Έβαλες μέσα σου τον Χριστό;
 Άμα πιστεύσεις στον Χριστό και έλθει ο Χριστός μέσα στη ψυχή σου και
 ζει ο Χριστός μαζί σου, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν μέσα σου και Χριστός
 και αμαρτία μαζί. Θα σε γιατρέψει ο Χριστός. Ο άνθρωπος την παραμικρή,
 ας πούμε, δύναμη της αμαρτίας δεν μπορεί να βγάλει από την ύπαρξή του. 
Μόνο ο Χριστός θα το κάνει αυτό το έργο. Αλλά ο Χριστός θα το κάνει
 σ' εκείνον ο οποίος εμπιστεύεται σ' αυτόν. Όχι έτσι όπως γίνεται σήμερα.

Το χειρότερο πράγμα στη σημερινή κοινωνία
Και να μου επιτρέψετε σ' αυτό το σημείο να τονίσω κάτι που φοβερά με λυπεί, καθώς το παρακολουθώ σήμερα. Ίσως είναι το χειρότερο πράγμα στη σημερινή κοινωνία και το χειρότερο πράγμα που συνέβη ποτέ σ' αυτόν τον κόσμο. Τα έχουμε πει αυτά και στη Θεσσαλονίκη. Κάποτε οι άνθρωποι αμάρταναν, αλλά είχαν μια συναίσθηση ότι αμαρτάνουν. Ακόμη και οι γυναίκες του δρόμου, κι αυτές ακόμη, ένιωθαν κάποια στιγμή ότι κάτι δεν κάνουν καλά· και κοιτούσαν κρυφά να πάνε σε καμιά εκκλησία, σε καμιά εικόνα της Παναγίας, να κλάψουν λίγο, να πουν ότι είναι αμαρτωλές, να ζητήσουν κάποια συγχώρηση. Άσχετα τώρα ότι πάλι συνέχιζαν αλλά είχαν μια κάποια συναίσθηση. Και όλοι γενικώς οι άνθρωποι.

Τώρα, τι κακό είναι αυτό! Το κακό αυτό, που είναι σ' όλον τον κόσμο, μπήκε και μέσα στις χριστιανικές ομάδες, μέσα στους ανθρώπους, ας πούμε, της Εκκλησίας, στους Ορθοδόξους χριστιανούς. Ξεκίνησε από την Αμερική, ήλθε στην Ευρώπη, έφθασε στην Ελλάδα. Το κακό είναι ότι οι άνθρωποι όχι απλώς αμαρτάνουν σήμερα, αλλά υπάρχει μια τάση να κάνουν ανενόχλητα την αμαρτία και να μην έχουν καμία αίσθηση ότι αμαρτάνουν.

Αυτό το πράγμα να το προσέξουμε πάρα πολύ. Και οι χριστιανοί αρκετά έχουμε επηρεασθεί απ' αυτό το πνεύμα. Δεν μας συνέχει, δεν μας καίει, δεν μας πονάει το θέμα αυτό της αμαρτίας. Άνετα κάνει κανείς τις αμαρτίες. Θα θυμηθεί να πάει να εξομολογηθεί κάπως να τακτοποιηθεί, θα κοινωνήσει κιόλας, αλλά γενικότερα -δεν δυσκολεύομαι να το πω, εξ όσων γνωρίζω- δεν καθαρίζουμε καλά την καρδιά μας, γενικότερα δεν τα παίρνουμε σοβαρά τα πράγματα ενώπιον του Θεού και δεν αποφασίζουμε επιτέλους να δώσουμε τον εαυτό μας στον Χριστό ο οποίος είναι Σωτήρ, για να μας σώσει όντως από την αμαρτία, για να μας κάνει δικούς του ανθρώπους, ανθρώπους-παιδιά του, θεραπευμένους και καθαρούς από την αμαρτία, και μέρα με την ημέρα να μας καθαρίζει όλο και περισσότερο, και μέρα με την ημέρα να μας αγιάζει, να μας θεώνει.

Πότε ζει κανείς ασώτως;
Έφυγε λοιπόν ο άσωτος υιός και πήγε και έζησε ασώτως, δηλαδή δεν σκεπτόταν καθόλου τη σωτηρία, αλλά έδωσε τον εαυτό του στον χαμό, στην καταστροφή. Μπορεί να μην είσαι μεταξύ εκείνων που πέφτουν σε σοβαρά παραπτώματα, αλλά αν όμως είσαι ένας άνθρωπος, ο οποίος ζει αδιάφορα ως προς αυτό το θέμα της σωτηρίας, αν είσαι χριστιανός, απλώς για να φαίνεσαι ένας καλός άνθρωπος, απλώς για να έχεις κάποιες καλές σχέσεις είτε μέσα στο σπίτι είτε με τους φίλους κλπ. -όχι ότι δεν είναι καλά αυτά· καλά είναι- αν βαθύτερα μέσα σου υπάρχει ο εγωισμός, η εγωλατρία, η πονηριά, αν βαθύτερα μέσα σου υπάρχει η μη ευθεία στάση ενώπιον του Θεού, αν βαθύτερα είτε λίγο είτε πολύ εσύ διαφεντεύεις, εσύ είσαι κύριος του εαυτού σου και σε τελευταία ανάλυση εσύ είσαι θεός, το καταλαβαίνεις δεν το καταλαβαίνεις ζεις ασώτως.

Ο απόστολος Παύλος λέει στην προς Κορινθίους επιστολή: «Ουκ οίδατε ότι... ουκ εστέ εαυτών; ηγοράσθητε γαρ τιμής». Δεν ανήκετε, λέει, στον εαυτό σας· αγορασθήκατε με τιμή μεγάλη που κατέβαλε ο Χριστός. Εάν δεν το πίστευσες, εάν δεν το ένιωσες αυτό, εάν δεν αγωνίζεσαι να το νιώσεις αυτό, ότι δεν ανήκεις στον εαυτό σου, και ότι πρέπει να σε κυβερνάει ο Χριστός, να σε κυβερνάει το Πνεύμα του Θεού, εάν τελικά εσύ κυβερνάς τον εαυτό σου και κατά τα άλλα είσαι καλός άνθρωπος, ναι, ζεις ασώτως. Δηλαδή δεν φροντίζεις για τη σωτηρία σου και θα μείνεις στην αμαρτία σου και τελικά θα χαθείς· να φυλάξει ο Θεός.

Έτσι ξόδεψε τη ζωή του ο άσωτος υιός και κατάντησε τελικά να μην έχει να φάει, όπως λέει, και προσπαθούσε, καθώς έγινε χοιροβοσκός, να γεμίσει την κοιλιά του από την τροφή που έτρωγαν οι χοίροι. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις χοιροβοσκός, δεν είναι ανάγκη να πεινάσεις, δεν είναι ανάγκη να βρεθεί κανείς σε κάποιο νοσοκομείο ή σε κάποιο ειδικό νοσοκομείο αποτοξινώσεως κλπ. Βλέπει κανείς σήμερα τους ανθρώπους, τους χριστιανούς ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους, να λιμοκτονούν, να πεινούν κατάβαθα, να πεθαίνουν της πείνας.
Το βογγητό της ερήμου των ψυχών
Ο άνθρωπος δεν ζει με τον άρτο, αλλά «επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού». Αν ήταν έτσι, να καλλιεργούμε τα χωράφια μας, να καλλιεργούμε τους κήπους μας, να καλλιεργούμε τα περιβόλια μας και ό,τι άλλο, για να έχουμε τον άρτο μας να ζούμε! Ο άρτος ο αληθινός, το ψωμί το αληθινό, είναι ο Χριστός. «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής», λέει ο Κύριος. Πόσοι άνθρωποι, πόσοι χριστιανοί, και ιδιαίτερα νέοι, τρώνε απ' αυτόν τον άρτο, παίρνουν ζωή από τον Χριστό, ο οποίος, όπως λέει, ήλθε «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι»;

Έχουν οι άνθρωποι τα ψυγεία τους, τα πλυντήριά τους, τα αυτοκίνητά τους, τις άλλες ανέσεις, είναι και λίγο χριστιανοί και περνούν καλά. Αλλά βαθύτερα τι γίνεται; Θα έχετε ακούσει αυτό που λένε: Κάποτε βάδιζε στην έρημο μια νύχτα ένας Ευρωπαίος μαζί με έναν βεδουίνο κάτω εκεί, στο Σινά ας πούμε ή στις ερήμους της Αιγύπτου ή στην Αραβία, και κάθε τόσο μέσα στην ησυχία της νύχτας, της νύχτας της ερήμου, που ούτε πουλιά έχει ούτε τίποτε, ο βεδουίνος είτε ακουμπώντας το αυτί του στη γη είτε όρθιος ή γονατιστός αφουγκραζόταν. Του είπε ο Ευρωπαίος: «Γιατί αφουγκράζεσαι κάθε τόσο; Τι ακούς;» «Ακούω την έρημο· ακούω το βογγητό της ερήμου». Ρώτησε ο Ευρωπαίος: «Βογγάει η έρημος;» «Η έρημος βογγάει, απάντησε ο βεδουίνος, γιατί έχει ένα παράπονο: Θέλει να είναι λιβάδι και δεν είναι. Και επειδή έχει καημό, έχει πόνο, βογγάει».

Εμείς, ως εκ της θέσεώς μας, πολλές φορές παραμερίζουμε τους θορύβους της ζωής αυτής και σκύβουμε μέσα στις ψυχές όλων των ανθρώπων, ιδιαίτερα των νέων.

Kαι καθώς τα αυτιά κλείνουν στους άλλους θορύβους και προσέχουν μόνο τις ψυχές, διαπιστώνει κανείς ότι εκεί επικρατεί μια έρημος, και απ' αυτήν την έρημο των ψυχών, κυρίως των νέων, βγαίνει το βογγητό. Δεν το λέει κανείς αυτό. Δεν λέει «βογγάω· ελάτε να με ακούσετε». Όχι. Αλλά όμως κάποιο αυτί μπορεί να πιάσει αυτό το βογγητό. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά βάθος οι ψυχές όλων και ιδιαίτερα των νέων, καθώς απλώνεται σ' αυτές η έρημος, βογγούν, διότι δεν είναι λιβάδια του Χριστού, διότι πεινούν και διψούν. Έχουν πολλά να φάνε, έχουν πολλά να πιουν, έχουν πολλά να απολαύσουν, αλλά δεν τους γεμίζουν αυτά. Τους λείπει ο Χριστός, ο άρτος της ζωής, το πόμα το ουράνιο, το ύδωρ το ζων, όπως λέει ο Κύριος. Αυτός είναι ο άρτος της ζωής, Αυτός είναι το ύδωρ το ζων, Αυτός είναι τα πάντα.

Φοβερός αυτός ο λόγος!
Από μια πλευρά, θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει χειρότερη κατάσταση για τον άνθρωπο. Όταν ο άσωτος έφθασε στο σημείο αυτό να πεινάει και να θέλει να χορτάσει, να γεμίσει την κοιλιά του, όπως λέει, από τα χαρούπια, από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, υπήρχε άλλη κατάντια μεγαλύτερη απ' αυτήν; Όταν ο άνθρωπος φθάσει σ' αυτό το σημείο, ενώ είναι παιδί του Θεού -πατέρας του είναι ο Θεός· αυτός ο πατέρας της αγάπης τα έχει όλα και μπορεί να χορτάσει το κάθε παιδί- έχει φθάσει σε μια κατάσταση που δεν υπάρχει χειρότερη. Όμως από μια πλευρά θα λέγαμε, δεν υπάρχει και καλύτερη. Διότι όταν ο άσωτος υιός έφθασε σ' αυτό το σημείο -φοβερός αυτός ο λόγος, φοβερή αυτή η φράση: «Ελθών εις εαυτόν»- τότε ήλθε στον εαυτό του ο νέος αυτός. Τότε που έχασε τα πάντα, τότε που βρέθηκε σε αδιέξοδο, τότε που δεν του έμεινε τίποτε άλλο παρά ο θάνατος, τότε που δεν είχε καμιά ελπίδα, τότε που δεν μπορούσε να στηριχθεί πουθενά, τότε που δεν μπορούσε να περιμένει από κανέναν τίποτε, ούτε από φίλους ούτε από γνωστούς ούτε από υλικά αγαθά που είχε πρώτα, τότε ήλθε «εις εαυτόν» ο άσωτος και από κει και πέρα άρχισε η σωτηρία.

Αφού ήλθε «εις εαυτόν», σκέφθηκε ό,τι μπορούσε να σκεφθεί: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». Και αμέσως σηκώθηκε και πήγε.

Ο πατέρας περίμενε, περίμενε...
Ο πατέρας περίμενε. Δεν είναι να πει κανείς ότι έφθασε εκεί, άρχισε να κτυπάει πόρτες, άρχισε να ρωτάει, κάπου ήταν ο πατέρας του απασχολημένος, δεν είχε χρόνο να τον δει ή ανέβαλλε τη συνάντηση μαζί του. Τίποτε από αυτά. Ο πατέρας, σαν να είχε συμβεί το γεγονός της αναχωρήσεως του παιδιού του μόλις την προηγούμενη ημέρα, μόλις τις προηγούμενες ώρες, περίμενε, και σαν να ήξερε ότι θα γυρίσει. Όχι όμως ότι περίμενε, επειδή κάτι του έλεγε ότι θα γυρίσει. Η αγάπη τον έκαμνε να περιμένει. Άλλο είναι το ένα, άλλο το άλλο. Ως πατέρας δεν μπορούσε να ξεγράψει, δεν μπορούσε να το πάρει απόφαση μέσα του να πει: «Πάει αυτό το παιδί! Χάθηκε!» Περίμενε.

Και βλέπουμε, γυρίζει το παιδί, το δέχεται ο πατέρας και δεν περιμένει τίποτε να πει το παιδί. Εκείνο, για να κάνει το δικό του καθήκον, λέει, αλλά ο πατέρας αμέσως τον αγκαλιάζει, τον ασπάζεται και αφού άκουσε και τα λόγια του παιδιού του, αμέσως τον αποκαθιστά.

Κάνει εντύπωση ότι δεν ακολουθήθηκε καμιά διαδικασία. Ναι, παρακαλώ να το προσέξουμε αυτό. Δεν λέγονται έτσι τα πράγματα, επειδή να, χάριν συντομίας ο ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε λίγα, τα έγραψε πολύ λιτά και λακωνικά. Όχι. Έχει ουσία το πράγμα. Δεν χρειάσθηκαν διαδικασίες.

Αυτό το σημείο θα παρακαλούσα να το προσέξουμε, μέσα στο οποίο φαίνεται αυτό ακριβώς που έχουμε ως θέμα μας: «Σύντομος οδός σωτηρίας». Η σωτηρία είναι πολύ εύκολη. Ο δρόμος είναι πάρα πολύ σύντομος. Εάν ο δρόμος γίνεται πολύ μακρύς, εάν η σωτηρία γίνεται πολύ δύσκολη, εάν χρειάζεται χρόνος και χρόνος, αυτό είναι γιατί εμείς το κάνουμε έτσι. Δεν είναι γιατί από τα πράγματα είναι έτσι.

Ο Θεός είναι ο Θεός, όπως είπαμε, που από αγάπη έκανε τον άνθρωπο και αγαπά τον άνθρωπο, και όταν φύγει από κοντά του. Η αγάπη αυτή κάνει τον Θεό να περιμένει τον άνθρωπο, εωσότου επιστρέψει. Και άλλο που δεν θέλει ο Θεός· άλλο που δεν θέλει.

Λίγο-πολύ δηλαδή έχουμε όλοι μια κάποια πείρα αυτού του πράγματος. Ποιά μάνα, ας πούμε, δεν θα περίμενε κάπως έτσι το παιδί της; Ποια μάνα θα καθόταν να κάνει δικαστήριο με το παιδί της, που το θεωρούσε χαμένο, που το θεωρούσε νεκρό, όταν γυρίσει; Ποιος πατέρας; Έχουμε κάποιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Ο Θεός άλλο που δεν θέλει: να γυρίσει ο άνθρωπός του, ο κάθε άνθρωπός του, και αμέσως να του δώσει τη σωτηρία.

«Ελθών εις εαυτόν»
Όμως χρειάζεται λίγο να επιμείνουμε. «Ελθών εις εαυτόν». Δηλαδή δεν ήταν στον εαυτό του το παιδί αυτό· δεν ήταν στα καλά του. Και χρειάστηκε να πάθει όλα αυτά, για να συνέλθει, να έλθει στα καλά του, να έλθει στον εαυτό του, για να μπορέσει να σκεφθεί σωστά. Γιατί από κει ξεκινούν τα πράγματα. Από τη σκέψη. Δεν είναι θέμα συναισθηματισμού. Προσέξτε το. Καμιά φορά τονίζουμε τον συναισθηματισμό. Καλός είναι, αλλά...

Ο άνθρωπος έχει και καρδιά, έχει και αισθήματα, αλλά έχει και νουν. Είναι λογικό ον ο άνθρωπος· δεν είναι ζωάκι. Έτσι τον έφτιαξε ο Θεός. Και ο άνθρωπος μπορεί να σκεφθεί και πρέπει να σκέφτεται. Όταν έλθει στον εαυτό του, όταν λογικευθεί και σκεφθεί σωστά, θα βάλει κάτω τα πράγματα και θα βρει τι είναι σωστό να κάνει, όπως ακριβώς αυτός. Εφόσον ενέμενε στο πείσμα του, δεν μπορούσε να σκεφθεί ποιο ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει. Διότι οπωσδήποτε και άλλες φορές θα ήλθε λίγο στο μυαλό του: «Κάτι δεν πάει καλά. Πολύ ξεπέφτω. Πολύ ταλαιπωρούμαι. Στον πατέρα μου ήταν καλύτερα τα πράγματα». Αλλά πείσμα όμως, πείσμα. Διότι, όταν ο άνθρωπος κλωτσήσει την αγάπη του Θεού, ξέρετε, δεν το κάνει τυχαία αυτό. Μας φαίνεται ότι είναι μια επιπόλαιη ενέργεια. Όχι, όχι. Δεν φεύγει ο άνθρωπος επιπόλαια, τυχαία και έτσι στ' αστεία από τον Θεό. Βαθύτερα ο άνθρωπος θεοποιεί τον εαυτό του και ξεγράφει τον Θεό, σαν να μην τον έχει ανάγκη. Γυρίζει τα νώτα του, κλωτσάει την αγάπη του Θεού και φεύγει.

Πολλές φορές ο άνθρωπος στη ζωή του συναντάει εμπόδια, συναντάει δυσκολίες, και του έρχεται κάτι σαν μια μικρή ακτίνα φωτός, αλλά εμμένει στο πείσμα του και δεν θέλει να επιστρέψει. Δεν θέλει να παραδώσει τον εαυτό του στον Θεό, δεν θέλει να παραδεχθεί την αποτυχία του, δεν θέλει να παραδεχθεί ότι έπεσε έξω, ότι έκανε λάθος, εωσότου -είπαμε- φθάνει στο σημείο εκείνο, που δεν υπάρχει άλλο πιο πέρα και η ανάγκη, το ζόρισμα, τον κάνει τον άνθρωπο, όχι να κάνει κάτι, όχι να προβεί σε κάποια ενέργεια, αλλά να έλθει «εις εαυτόν» και να σκεφθεί σωστά. Έπειτα η ενέργειά του δεν είναι από ανάγκη.

Ο υιός αυτός δεν επιστρέφει, επειδή βρέθηκε σε ανάγκη, και μόλις τρόπον τινά περάσει η ανάγκη, πάλι θα φύγει. Όχι. Η ανάγκη βέβαια τον ζόρισε, τον εξουθένωσε και συνετέλεσε πάρα πολύ και τον βοήθησε να έλθει «εις εαυτόν», να σκεφθεί καλύτερα, να θυμηθεί και να πει: «Πόσοι μισθωτοί, δηλαδή άνθρωποι ξένοι, που δεν είναι του πατέρα μου παιδιά, όχι μόνο τρώνε και χορταίνουν, αλλά τους περισσεύει κιόλας, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας!»

Έχετε υπόψιν σας αυτό που λέει ο ψαλμωδός: «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού- ουκ έστι Θεός». Ο άφρων το λέει αυτό· ο άφρων. Αυτός που δεν είναι στα καλά του θα πει «ουκ έστι Θεός». Σήμερα, όπως κάνουν οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι νέοι που το έβαλαν πείσμα, όπως είπαμε, να θεοποιήσουν τον εαυτό τους και να απομακρυνθούν όσο γίνεται από τον Θεό, είναι εκτός εαυτού, δεν είναι στα καλά τους, είναι άφρονες, όσο και αν φαίνεται παράξενο.

Είναι η ζωή μας ένα πανηγύρι, μια γιορτή;
Αλλά επειδή όμως, αδελφοί μου, δεν θέλω να μείνουμε με την εντύπωση ότι «ε, αυτοί οι νέοι έτσι κάνουν», και κάπως να αθωώσουμε τον εαυτό μας, θέλω να πω ότι, εξ όσων έχω καταλάβει, μπορεί να πέφτω έξω, αυτή η αφροσύνη δεν υπάρχει απλώς σε κάποιους που αναφανδόν απορρίπτουν τον Θεό, σε κάποιους νέους οι οποίοι επαναστατούν, σε κάποιους νέους που παίρνουν άλλους δρόμους, αλλά αυτή η αφροσύνη τρυπώνει μέσα στις ψυχές ακόμη και των πιο καλών χριστιανών.

Παρακαλώ, να είμαστε τίμιοι με τον Θεό, τίμιοι με τον εαυτό μας, να είμαστε ευθείς και όχι να προσπαθούμε να τα κρύψουμε τα πράγματα. Πόσοι, π.χ., από μας εδώ, από άλλους που είναι πιο πέρα, από όλους εμάς που θρησκεύουμε, που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είμαστε κατά τα άλλα καλοί χριστιανοί, πόσοι από μας όντως επιστρέψαμε στον πατέρα μας, όντως νιώθουμε ότι είμαστε παιδιά του Θεού, όντως περνάει μέσα μας όλη η αγάπη του Θεού, όντως απολαμβάνουμε αυτήν την αγάπη του Θεού, όπως βλέπουμε εδώ στον άσωτο, και είναι η ζωή μας ένα πανηγύρι και είναι η ζωή μας μια γιορτή; Διότι τέτοια είναι η ζωή του χριστιανού σ' αυτόν τον κόσμο, όσο κι αν είναι ένας αρραβών.

Το πλήρωμα, το όλον της χριστιανικής ζωής, της αγίας ζωής, της εν Χριστώ ζωής, θα το βρούμε μετά θάνατον. Ο γάμος είναι γάμος, όταν γίνει ο γάμος. Όμως προηγείται του γάμου ο αρραβών. Ο οποίος αρραβών όσο περνούν οι ημέρες, τόσο κάνει τους μνηστευμένους να προσεγγίζουν στον γάμο, τόσο κάνει τους μνηστευμένους να προαισθάνονται και να προγεύονται, ας πούμε έτσι, τα αγαθά του γάμου. Έτσι λοιπόν η εν Χριστώ ζωή σ' αυτόν τον κόσμο είναι όπως ο αρραβών, αλλά όμως είναι πανηγύρι, είναι γιορτή.

Δεν επιτρέπεται σ' εμάς τους χριστιανούς να φοβόμαστε κι εμείς όπως οι άλλοι άνθρωποι, να ανησυχούμε κι εμείς όπως οι άλλοι άνθρωποι, να διαπληκτιζόμεθα μη χάσουμε το δίκιο μας όπως οι άλλοι άνθρωποι. Όπως οι άλλοι άνθρωποι έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στο αυτοκίνητό τους, έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη σε άλλα αγαθά, έτσι περίπου κάνουν και οι χριστιανοί και τελικά η χαρά μας και το πανηγύρι μας και η ευφροσύνη μας δεν είναι ο Θεός. Αυτό δεν επιτρέπεται στους χριστιανούς.

Ο χριστιανός πρωτίστως και κυρίως είναι χριστιανός. Πρωτίστως και κυρίως ο χριστιανός έχει μέσα του τον Χριστό και απολαμβάνει αυτήν την κοινή με τον Χριστό ζωή, την εν Χριστώ ζωή. Την απολαμβάνει, την γεύεται. Μπορεί να έχει θλίψεις σ' αυτόν τον κόσμο, μπορεί να έχει διωγμούς. Πρώτα ο ίδιος ο Κύριος διώχθηκε, ο ίδιος ο Κύριος θανατώθηκε. Οι μαθηταί του, οι απόστολοι, οι μάρτυρες, οι όσιοι, όλοι οι άγιοι μέχρι σήμερα, όλοι αυτοί οι οποίοι είναι χριστιανοί διώκονται, αλλά κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει το πανηγύρι που έχουν μέσα τους.

«Έχω υπερπερισσεύουσα τη χαρά» λέει ο απόστολος Παύλος. Έχω όχι απλώς χαρά, όχι περίσσια χαρά, αλλά υπερπερίσσια χαρά «εν πάση τη θλίψει». Ο απόστολος είχε πολλές θλίψεις σ' αυτόν τον κόσμο και πολλά εμπόδια και πολλούς πειρασμούς και πολλές δυσκολίες. Πολλές φορές τον έδειραν, πολλές φορές κινδύνευσε, αλλά ποτέ όμως δεν έλειψε από την ψυχή του αυτό το πανηγύρι, αυτή η γιορτή, αυτή η χαρά του Χριστού. Γιατί όντως ο απόστολος Παύλος από τότε που έγινε το θαύμα σ' αυτόν κατά σύντομο τρόπο, καθώς πήγαινε στη Δαμασκό σαν διώκτης, και συνάντησε τον Χριστό και του μίλησε ο Χριστός και τον παρέπεμψε μετά στην Εκκλησία, από τότε πολλά πέρασε για τον Χριστό, όμως ήταν γεμάτος από τη χαρά του Χριστού.

Αν θέλεις να είσαι του Χριστού, στην Εκκλησία θα πας
Θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να τονίσω κάτι και να το προσέξουμε, ίσως όχι τόσο για σας, όσο για κάποιους τρίτους, για να τους το λέτε· σε προτεστάντες, σε πεντηκοστιανούς κλπ.

Όταν ο Χριστός μίλησε στον Σαούλ -στον απόστολο Παύλο- πηγαίνοντας στη Δαμασκό, «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» κλπ. ρώτησε ο απόστολος Παύλος: «Τι να κάνω, Κύριε;» Και ενώ είναι ο απόστολος που τον διαλέγει ο ίδιος ο Χριστός, είναι ο απόστολος που θα βαστάσει όλο το βάρος της χριστιανοσύνης, θα είναι ο απόστολος των εθνών, θα είναι ο πρώτος μετά τον Ένα, όπως λέγεται, και έχει μπροστά του τον Χριστό, μιλάει με τον Χριστό, ο ίδιος ο Χριστός τι του λέει; «Πήγαινε στη Δαμασκό και εκεί θα σου πουν τί θα κάνεις». Και τον στέλνει σε έναν ταπεινό ιερέα, σ' έναν πρεσβύτερο, τον Ανανία. Και από τον Ανανία έμαθε ο απόστολος Παύλος τι έπρεπε να κάνει. Κατηχήθηκε, βαπτίστηκε και έγινε χριστιανός.

Και αν ακόμη υποθέσουμε κάποιος -να το ξέρουμε αυτό και να το λέμε στους προτεστάντες και στους άλλους- φθάσει σε σημείο να μιλήσει με τον Χριστό, πάλι, αν θέλει να είναι του Χριστού και αν θέλει να είναι χριστιανός, στην Εκκλησία θα πάει. Γιατί η Εκκλησία είναι του Χριστού. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, η Εκκλησία είναι ο παρατεινόμενος Χριστός εις τους αιώνας. Εκεί θα βρούμε τον Χριστό, εκεί θ' ακούσουμε τον Χριστό, εκεί θα μάθουμε τί θέλει ο Χριστός από μας.

Πολύ πιο πέρα και από τον άσωτο;
Λίγο ακόμη θέλω να επιμείνω σ' αυτό το «ελθών εις εαυτόν» και με ιδιαίτερη αναφορά στους νέους. Αλλά από ό,τι δείχνουν τα πράγματα, και αρκετοί μεγάλοι έχουν επηρεασθεί από τα διάφορα πνεύματα και ρεύματα από τα οποία επηρεάζονται οι νέοι.

Μου κάνει εντύπωση στις συναντήσεις που έχω με νέους, στις κατ' ιδίαν συναντήσεις, καθώς συζητούμε και καθώς τα λέμε, μου κάνει εντύπωση ότι σαν άλλοι άσωτοι -όπως ο άσωτος τα πήρε όλα και τα ξόδεψε όλα-καθώς γκρέμισαν και έβγαλαν από τη μέση διάφορα εμπόδια που υπήρχαν, χύμηξαν τα καημένα τα παιδιά χωρίς να ξέρουν τι τους γίνεται, και απόλαυσαν τα πάντα. Πιο πολύ πρέπει να λυπούμαστε αυτούς που πλανώνται και όχι να τους κατακρίνουμε. Τι να τους κατακρίνεις; Αυτά τα παιδιά είναι δυστυχισμένα, όπως και όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι μακράν του Χριστού.

Και τι έγινε; Αυτό που διαπιστώνω εγώ -μπορεί να πέφτω έξω- δεν είναι απλώς ότι τα παιδιά απόλαυσαν τα πάντα και πάλι δεν βρήκαν τη χαρά, πάλι δεν βρήκαν την ευτυχία, και τώρα δεν έχουν τι να απολαύσουν. Όχι. Δεν είναι απλώς αυτό μόνο. Φοβούμαι δηλαδή ότι αυτά τα παιδιά τα σημερινά και γενικώς η ανθρωπότητα η σημερινή πήγε πολύ πιο πέρα από τον άσωτο. Όταν συζητάς με έναν νέο σήμερα, διαπιστώνεις ότι όχι απλώς έκανε πολλά πράγματα, όχι απλώς έφθειρε τον εαυτό του, τον έχει τσακίσει, τον έχει σμπαραλιάσει τον εαυτό του, αλλά είναι διαλυμένος σαν ύπαρξη, έχασε την ταυτότητά του. Δεν ξέρει: υπάρχει, δεν υπάρχει; Δεν ξέρει τί σημαίνει, ας πούμε, να είναι κανείς άνθρωπος, να έχει οντότητα, να μπορεί να πει ένα όχι, να μπορεί να πει ένα ναι. Τίποτε.

Είχα χρησιμοποιήσει μια φορά στη Θεσσαλονίκη ένα παράδειγμα. Βλέπεις ένα τριαντάφυλλο, το οσφραίνεσαι κιόλας, έχει ωραίο άρωμα, το χαίρεσαι, το απολαμβάνεις. Αν όμως δεν σταθείς σ' αυτό, αλλά πεις «για να το δω εγώ καλύτερα» -τάχα καλύτερα- και το πάρεις στα χέρια σου το τριαντάφυλλο και αρχίσεις ν' ανοίγεις τα πέταλά του, τάχα για να το γνωρίσεις καλύτερα, θα το παιδέψεις στα χέρια σου, θ' αρχίσουν ένα ένα να πέφτουν τα πέταλά του και θα μείνει το κοτσάνι στα χέρια σου. Πάει το τριαντάφυλλο- τη στιγμή ακριβώς που εσύ νόμισες ότι θα το γνωρίσεις καλύτερα και θα το χαρείς καλύτερα και θα το απολαύσεις καλύτερα.

Αυτό έπαθαν τα παιδιά σήμερα. Χύμηξαν στη ζωή. Δεν την είδαν τη ζωή με σεβασμό. Δεν είδαν το μυστήριο της ζωής με σεβασμό και από απόσταση, όπως πρέπει να κάνει το λογικό ον, αλλά χύμηξαν και την απόλαυσαν τη ζωή κατά έναν τέτοιο τρόπο που την ξεπουπούλιασαν και μαζί με το ξεπουπούλιασμα της ζωής, ξεπουπούλιασαν και τον εαυτό τους. Με πόσα παιδιά καθόμαστε και λέω: «Τί να σου κάνω τώρα, παιδί μου, τι να σου κάνω; Το μόνο που σου μένει, αν μπορείς, αυτό κάνε τουλάχιστον. Πες ενώπιον του Θεού: "Τα έκανα θάλασσα. Δεν ξέρω τίποτε. Δεν ξέρω τί μου γίνεται, αλλά βρήκα εδώ έναν ιερέα που έχει την διάθεση να με ακούσει." Και κάθισε εδώ και άκου. Άκου. Σιγά σιγά, σιγά σιγά, θα βρεις τον εαυτό σου, θα ξαναφτιάξει ο εαυτός σου, και μετά σαν ελεύθερο ον να δώσεις τον εαυτό σου στον Θεό. Αλλιώς, δεν θα βρούμε καμιά άκρη».
Κάτι λείπει. Σαν να μη γεμίζει η ψυχή μας
Είπαμε ότι δεν υπάρχει χειρότερη κατάσταση απ' αυτήν στην οποία έφθασε ο άσωτος, απ' αυτήν στην οποία φθάνουν σήμερα οι άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, που είπαμε ότι προχωρούν και πιο πέρα από τον άσωτο, αλλά δεν υπάρχει και καλύτερη κατάσταση.

Να μου επιτρέψετε, Σεβασμιώτατε, να πω την ταπεινή μου γνώμη. Θέλω πάντοτε, σαν να πηγάζει από μέσα μου, να είμαι αισιόδοξος. Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα σήμερα, αλλά είμαι αισιόδοξος. Δηλαδή ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, αν θέλετε. Είναι ό,τι χρειάζεται. Έφθασαν για πολλούς ανθρώπους εκεί τα πράγματα, που είναι ό,τι χρειάζεται τώρα να καθίσουν κάτω και να έλθουν εις εαυτούς και να επιστρέψουν στον Θεό. Και οι νέοι που έχουν φύγει κατ' αυτόν τον τρόπο αλλά και όλοι μας. Διότι, σας παρακαλώ πάρα πολύ, ναι μεν είμεθα χριστιανοί, εκκλησιαζόμεθα, προσευχόμεθα, εξομολογούμεθα, κοινωνούμε, αλλά λίγο-πολύ όλοι διαπιστώνουμε ότι βαθύτερα κάτι λείπει. Κάτι λείπει. Σαν να μη γεμίζει η ψυχή μαζί σαν να μην είναι η ζωή μας σύμφωνη μ' αυτά τα οποία λένε τα βιβλία της Εκκλησίας- μ' αυτά που λέει η Αγία Γραφή, που λένε τα Μηναία, η Παρακλητική, το Τριώδιο, που λένε όλοι αυτοί οι ύμνοι που ψάλλουμε.

Σ' έναν Ρώσο φοιτητή, παλαιότερα, έβαλαν να κάνει μια εργασία με βάση τα βιβλία της Εκκλησίας. Καθώς το παιδί άρχισε να διαβάζει, διερωτήθηκε: «Τι γίνεται εδώ; Αυτά τα βιβλία μιλούν για μια άλλη ζωή, για μια αλλιώτικη ζωή, ενώ εγώ ως χριστιανός και οι άλλοι, καθώς βλέπω, ζούμε αλλιώτικη ζωή. Δηλαδή για άλλη ζωή μιλούν τα βιβλία -όχι με την έννοια για ζωή κάπου άλλου, αλλά για άλλη ζωή ποιοτικά- και άλλη ζούμε εμείς;» Και το παιδί έπαθε, ας πούμε, σε σημείο που κινδύνευε να πάθει σχιζοφρένεια.

Αν δούμε όλοι μας, πχ, την περίοδο αυτή το βιβλίο Τριώδιο, αλλά και όλα τα άλλα βιβλία που χρησιμοποιεί η Εκκλησία μαζί με το Τριώδιο, το Ωρολόγιο, τα Μηναία, την Παρακλητική κλπ., αλλά κυρίως το Τριώδιο και προσέξουμε όλα αυτά που λέγονται εκεί μέσα, αμέσως θα κάνουμε τη διαπίστωση: «Θεέ μου, τί γίνεται εδώ; Άλλο πράγμα έπρεπε να είμαστε, αλλιώς έπρεπε να νιώθουμε, αλλιώς έπρεπε να ζούμε και αλλιώς είμαστε, αλλιώς νιώθουμε. Τί συμβαίνει;» Συμβαίνει ακριβώς αυτό: χρόνια και χρόνια είμαστε χριστιανοί, αλλά κατά έναν τέτοιο τρόπο που έχει μπαγιατιάσει το πράγμα, κατά έναν τέτοιο τρόπο που σαν να έχει γίνει γύρω μας μια κρούστα. Πώς είναι η κρούστα στο ψωμί; Η κρούστα είναι τρόπον τινά σαν ένα περίβλημα που δεν αφήνει εξωτερικά πράγματα να μπουν μέσα στο ψωμί, στη ψίχα. Μήπως όλη η χριστιανοσύνη μας -είναι καλή, εντάξει-τελικά είναι ένα περίβλημα, είναι μια κρούστα, που δεν αφήνει την Χάρι του Θεού, έτσι που είμαστε τοποθετημένοι, να μπει βαθιά μέσα στη ψυχή μας, για να αναγεννηθεί η ψυχή μας και να ζήσουμε πράγματι όπως διαβάζουμε στους αγίους; Διότι αυτά είναι τα πρότυπά μας, αυτά είναι τα παραδείγματά μας. Σας παρακαλώ· δεν μπορούμε ούτε σοφούς να προσέχουμε ούτε απλώς καλούς ανθρώπους. Τα παραδείγματα και τα υποδείγματά μας είναι οι άγιοι.

«Ήμαρτον»
Να το προσέξουμε αυτό: δεν είναι μόνο ο υιός αυτός που σκόρπισε τον πλούτο και την περιουσία «ζων ασώτως», αλλά και ο άλλος υιός που έμεινε στο σπίτι και δούλευε κιόλας στα χωράφια και στα κτήματα του πατέρα του· όμως τελικά έμεινε έξω από το πανηγύρι. Δεν είναι μόνο οι διάφοροι άσωτοι οι οποίοι έχουν ανάγκη να έλθουν εις εαυτούς, αλλά και εμείς να έλθουμε εις εαυτούς, αδελφοί μου, και να μετανοήσουμε.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε πολλά πράγματα. Εγώ δεν έχω πείρα, αλλά βλέπουμε στους Πατέρες, στη ζωή των Πατέρων, και το στηρίζω στους Πατέρες -μερικοί μάλιστα το λένε και το τονίζουν πάρα πολύ- αυτό που θα πω: δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, οποίος θα έχει το κουράγιο πράγματι να σκεφθεί έτσι, πράγματι να έλθει εις εαυτόν, πράγματι να τα πάρει έτσι τα πράγματα, σ' αυτόν σήμερα κιόλας θα γίνει αυτή η αλλαγή, θα επιστρέψει όντως στον Πατέρα από τα κατάβαθα της ψυχής του και θα πει «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Και όχι αυτό που λέμε: «δεν έχω τίποτε, δεν βρίσκω τίποτε να πω». Πονηρότερα λόγια από αυτά δεν υπάρχουν. Αμαρτωλός είσαι, όποιος κι αν είσαι, κι εκείνο το οποίο μένει είναι να πούμε στον ουράνιο Πατέρα «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Και εκείνος θα μας συγχωρήσει.

Σας κούρασα; Να σταματήσω; Όχι;

Λένε -πιθανόν να το έχετε υπόψιν σας- ότι ένας ασκητής που είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα αγιότητος, πνευματικής ζωής, μιλούσε με αγγέλους κλπ. μιλούσε και με έναν διάβολο. Ξέρετε, ο άνθρωπος όταν προχωρήσει, έχει πολλή αγάπη στη ψυχή του, όπως ο Θεός, και αγαπά όλους και θέλει όλοι να σωθούν. Αυτό είναι το θέμα. Τί άλλο; Να του δώσεις ένα πιάτο φαγητό; Δώσ' του. Δεν είναι όμως αυτό. Το θέμα είναι να σωθείς και να βοηθήσεις και τον άλλο να σωθεί. Και σώζεται κανείς, όταν λυτρώνεται από την αμαρτία, όταν γιατρεύεται από την αμαρτία, από την αρρώστια της αμαρτίας.

Λυπήθηκε ο ασκητής τον διάβολο και του είπε: «Τί θα γίνει μ' εσένα; Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία;» Ο διάβολος έδειξε ότι ήθελε κι αυτός να σωθεί. Και του είπε ο ασκητής «εγώ θα φροντίσω». Όταν ο ασκητής την επομένη είχε συνάντηση, ας πούμε έτσι, με τον άγγελο, του λέει έτσι κι έτσι. Ο άγγελος συνεννοήθηκε με τον Θεό και λέει στον ασκητή: «Βέβαια, υπάρχει σωτηρία, αρκεί να πει "ήμαρτον"». Όταν την άλλη ημέρα ο ασκητής είδε τον διάβολο να έρχεται από μακριά, πέταξε από χαρά: «Τρέξε· έχω καλά νέα για σένα. Μπορείς να σωθείς κι εσύ, εάν πεις ήμ...» Ήθελε να πει ήμαρτον, αλλά δεν πρόλαβε να πει τη λέξη, διότι ο διάβολος αμέσως είπε «Εγώ να πω ήμαρτον!» και έφυγε. Μια λεξούλα είναι, μια λεξούλα είναι.

Μερικοί Πατέρες λένε ότι όταν πήγε ο Θεός στον Παράδεισο και έψαχνε τον Αδάμ, «Αδάμ που εί;», «που είσαι Αδάμ;», εάν ο Αδάμ έλεγε «ήμαρτον» εν πάση ταπεινοφροσύνη και εν μετάνοια, μπορεί να μην τον έδιωχνε από τον Παράδεισο· αλλά δεν το είπε. Και ένας από τους Πατέρες, που το γράφει αυτό έτσι έντονα και χαρακτηριστικά, λέει «είχε κι αυτός τράχηλο σκληρό και σιδερένιο όπως κι εγώ και δεν είπε ήμαρτον». Κατηγορεί ο άγιος τον εαυτό του: «όπως κι εγώ».

Δεν λέει ο διάβολος «ήμαρτον». Δεν ξέρω αν έχετε υπόψιν σας: ο διάβολος αισθάνεται ότι είναι διάβολος. Δηλαδή ότι είναι σε αθλία κατάσταση. Θέλει δεν θέλει ζει αυτήν την κόλαση που έχει μέσα του και θα ήθελε να μην έχει αυτήν την κόλαση. Κοιτάξτε όμως. Ο διάβολος νομίζει ότι για την κόλαση που έχει φταίει ο Θεός. Και περιμένει τρόπον τινα να του πει ο Θεός «ήμαρτον, διάβολε, συγχώρησέ με». Μη σας φαίνεται παράξενο. Και δεν έχει σκοπό να πει αυτός το «ήμαρτον».

Τί αγωνίζεται ο διάβολος να καλλιεργήσει μέσα μας
 Σας παρακαλώ πάρα πολύ· αν θα προσέξουμε, θα δούμε ότι ο διάβολος αυτό αγωνίζεται να καλλιεργήσει μέσα στον καθένα μας. Αν μας παρασύρει στην αμαρτία, ξέρει ότι ο Θεός θα μας αγαπήσει πιο πολύ και ξέρει ότι ο Θεός θα μας δώσει πιο πολλή Χάρι. «Ου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερρίσευσεν η Χάρις»· το ξέρει αυτό ο διάβολος. Δεν του φθάνει να σε παρασύρει απλώς στην αμαρτία. Γι' αυτό και πάρα πολλούς δεν τους παρασέρνει στην αμαρτία, στην κτυπητή αμαρτία. Γιατί μπορεί να μετανοήσει κανείς, άμα πέσει για τα καλά. Αλλά τι επιδιώκει να κάνει; Καθώς τον αφήνουμε, ο διάβολος δουλεύει μέσα στις ψυχές μας, καλλιεργεί μέσα στις ψυχές μας ένα κάποιο παράπονο για τον Θεό. Θα έχετε προσέξει ότι λίγο-πολύ, λίγο-πολύ, όλοι το έχουν.

Εγώ γνώρισα πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι κάνουν πολλές προσευχές, κάνουν πολλές μετάνοιες, πολλά κομποσχοίνια, εξομολογούνται, κοινωνούν, αλλά κρυφά μέσα τους έχουν κάποιο παράπονο: σαν ο Θεός να μην τους πολυπροσέχει, σαν ο Θεός να κάνει εξαιρέσεις και να προσέχει άλλους, σαν ο Θεός να μην τους δίνει την Χάρι που ζητούν, σαν ο Θεός να μην τους ευλογεί. Ανεπαίσθητα αυτό. Τί νομίζετε είναι σε τελευταία ανάλυση; Διάβολος ζωντανός. Συγχωρείστε με, που το λέω έτσι. Δηλαδή είναι παρουσία του διαβόλου, που αυτό καλλιεργεί μέσα στον άνθρωπο, για να μην πει ο άνθρωπος το «ήμαρτον».

Ποιά είναι η σύντομος οδός σωτηρίας;
Επομένως, η σύντομος οδός σωτηρίας είναι να βγάλει ο άνθρωπος μέσα από τη ψυχή του το οποιοδήποτε παράπονο, που έχει τελικά απέναντι στον Θεό. Είδατε τί γίνεται σήμερα; Όλοι χωρίς εξαίρεση νομίζουμε ότι μας φταίνε οι άλλοι. Όλοι. Και στις διάφορες διαδηλώσεις κλπ., αν προσέξετε, αυτό φωνάζουν όλοι: Κάποιοι φταίνε.

Κανείς δεν διανοείται να πει ότι «φταίω εγώ». Όλοι να φταίνε, δεν πρόκειται να σε βλάψουν εσένα. Μόνο αν φταις εσύ στον εαυτό σου, βλάπτεις τον εαυτό σου.

Μπορούμε να φαντασθούμε τον άσωτο ν' αρχίσει να δικαιολογείται; Τίποτε, τίποτε. Έχουν εξαφανισθεί οι διάφορες δικαιολογίες μέσα από την ψυχή του ασώτου, καθώς έρχεται «εις εαυτόν» και ρίχνει όλο το λάθος στον εαυτό του. Όλη την αμαρτία την ρίχνει στον εαυτό του, όλη την αιτία την ρίχνει στον εαυτό του και σηκώνεται και πηγαίνει στον πατέρα.

Εκείνο λοιπόν το οποίο χρειάζεται είναι να βγάλουμε από μέσα μας το οποιοδήποτε παράπονο. Και αν ακόμη κάποιος έχει λίγο την εντύπωση ότι έφθασε σε μέτρα αγιότητος, και εκείνος, παρακαλώ, ας το προσέξει· και αυτός κάτι τέτοιο έχει μέσα του. Και ταπεινά να πούμε αυτό το «ήμαρτον» στον Θεό.
Πώς θα καταλάβουμε ότι ήλθαμε εις εαυτούς;

Ο Θεός ο οποίος ακριβώς μια ζωή μας περιμένει να πούμε το «ήμαρτον», αλλά να το πούμε κατ' αυτόν τον τρόπο, αμέσως θα μας δώσει όλη την ευλογία του, αμέσως θα μας δώσει όλη την Χάρι. Γιατί από αυτό θα καταλάβουμε, παρακαλώ, αν τελικά ήλθαμε εις εαυτούς και αν τελικά λέμε πραγματικά το «ήμαρτον». Γιατί αλλιώς θα πέσουμε έξω και θα νομίζουμε ότι το κάναμε. Από αυτό θα καταλάβουμε: εάν νιώσουμε ότι μας δέχθηκε ο ουράνιος Πατέρας, εάν νιώσουμε ότι ο ουράνιος Πατέρας μας έδωσε «την στολήν την πρώτην», που λέει στην παραβολή, και μας έκανε όπως ήταν ο Αδάμ πριν πέσει. Έτσι τον κάνει τον κάθε χριστιανό. Πώς αλλιώς είμαστε παιδιά του Θεού και πώς αλλιώς μας συγχώρησε και πώς αλλιώς ενωθήκαμε με τον Χριστό και πώς αλλιώς έχουμε μέσα μας τον Χριστό, αν δεν γίνει αυτό; Γίνεται κανείς όπως ήταν ο Αδάμ και κάτι περισσότερο, και νιώθουμε ότι άρχισε το πανηγύρι αυτό, άρχισε αυτή η γιορτή: εμείς μαζί με τον Θεό και ο Θεός μαζί μας. Και όχι απλώς τρώμε καλά, αλλά απολαμβάνουμε τον μόσχο τον σιτευτό, που είναι ο ίδιος ο Χριστός.

Και ναι μεν θα πείτε τώρα «μα, εμείς κοινωνούμε τακτικά». Ναι, κοινωνούμε τακτικά, αλλά το θέμα είναι αν ζούμε την όλη υπόθεση έτσι. Η αγία Μαρία η Αιγύπτια κοινώνησε μια φορά -το θυμόμαστε όλοι;- και περπατούσε πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού. Υπάρχουν χριστιανοί που κοινωνούν πάρα πολύ τακτικά -δεν είμαι εναντίον της συχνής Θείας Κοινωνίας- αλλά να το προσέξουμε αυτό, γιατί μπορεί να γίνει μια συνήθεια. Το θέμα είναι να βλέπουμε το αποτέλεσμα· και το αποτέλεσμα είναι ότι ο άνθρωπος μπαίνει στον παράδεισο, αν όχι ολοκληρωτικά, πάντως έχει τον αρραβώνα της εισόδου του στον παράδεισο.

Η περίοδος αυτή, αδελφοί μου, είναι ό,τι χρειάζεται, για να σκεφθούμε έτσι τα πράγματα. Κοντά σ' αυτά και πολλά άλλα μπορούμε να σκεφθούμε, αλλά να μη χανόμαστε σε πολλά. Ό,τι κι αν ακούσουμε, τελικά εδώ θα πρέπει να καταλήξει ο καθένας μας. Να έλθει στον εαυτό του, να συναισθανθεί την κατάστασή του, να πει το ήμαρτον με όλη του την καρδιά, για να λάβει την άφεση, να λάβει την συγχώρηση, ν' αρχίσει το πανηγύρι μέσα στη ψυχή του.

Πιστεύω ότι ο Σεβασμιώτατος ευχόταν όλη αυτήν την ώρα, αλλά και όλη την ημέρα να εύχεται, και όλες αυτές τις ημέρες να εύχεται. Σας παρακαλώ· τα λέω αυτά, γιατί τα πιστεύω ότι έτσι είναι. Ό,τι θα γίνει, θα γίνει μέσα από την Εκκλησία. Θα παρακαλέσουμε ταπεινά τον Σεβασμιώτατο να ευχηθεί και να εύχεται να πιάσουν κι αυτά τα λόγια τα ταπεινά και φτωχά που είπαμε, και να αγγίξει τις ψυχές μας όλος αυτός ο πλούτος που μας χάρισε ο Θεός μέσα στην Εκκλησία, όλα αυτά τα δώρα του Θεού.

Να παρακαλέσει ο Σεβασμιώτατος ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, που είναι περίοδος Τριωδίου, που είναι περίοδος μετανοίας, ταπεινώσεως, προσευχής, που είναι περίοδος για να έλθουμε εις εαυτούς, όντως να έλθουμε εις εαυτούς, όντως να φύγει από την ψυχή μας κάθε παράπονο, όντως να πούμε το «ήμαρτον», αλλά και όντως, όντως στη ζωή μας να έλθει το Πάσχα, στη ζωή μας, στην ψυχή μας, να έλθει η Ανάσταση του Χριστού. Καθώς θα σταυρωθούμε μαζί με τον Χριστό, να αναστηθούμε μαζί με τον Χριστό· και να το νιώσουμε αυτό, αλλά να το δουν και οι άλλοι άνθρωποι, αυτοί που βρίσκονται στην πλάνη. Γιατί, δεν ξέρω· οι άλλοι βλέπουν άραγε σ' εμάς τους χριστιανούς αυτό που θα ήθελε ο Χριστός να βλέπουν, και είμαστε έτσι μάρτυρες του Χριστού ή δεν το βλέπουν; Έχουμε κι αυτήν την υποχρέωση.

Να ευχηθεί ο Σεβασμιώτατος να γίνουμε εμείς ενώπιον του Κυρίου όπως μας θέλει, παιδιά του αληθινά, αλλά να γίνουμε και μάρτυρες του Χριστού, για να πιστεύσουν και να σωθούν όλοι, τουλάχιστον όσοι είναι τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Την ευχή σας.
15-2-1987

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ 1Ζ΄ΛΟΥΚΑ, Ασώτου 15,11- 32 π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας


Ο ΘΕΟΣ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
            Κάθε Κυριακή πρωί « όρθρου βαθέως» κρούουν οι καμπάνες των Εκκλησιών για να προκαλέσουν στους πιστούς και στους άλλους μια γόνιμη ανησυχία για όσα συμβαίνουν ή πρόκειται να συμβούν. Λέμε  γόνιμη ανησυχία γιατί πρόκειται για το αντίδοτο της πνευματικής ραθυμίας, η οποία δεν αφήνει τους ανθρώπους ανυποψίαστους για τα καλύτερα που μπορούν να συμβούν, όπως  είναι η σημερινή παραβολή του Ασώτου υιού ή του εύσπλαχνου πατέρα καλύτερα.
            Το παραβολικό αυτό κείμενο θέτει ζητήματα που διακόπτουν τον εφησυχασμό μας ή την αμεριμνησία  και απάθεια μας για τα παρόντα και τα μέλλοντα.
            Οι Φαρισαίοι δυσανασχετούσαν βλέποντας τον Χριστό να συντρώγει με πόρνες, τελώνες και γενικά αμαρτωλούς. Μια τέτοια περίπτωση είναι του Ασώτου, εκείνου που δήθεν δεν ήταν δυνατό να σωθεί, κι’ όμως σώθηκε.
            Ας εντάξουμε τον εαυτό μας μεταξύ εκείνων που έχουν γόνιμες ανησυχίες και ας προσεγγίσουμε την σημερινή παραβολή.
            Η παραβολή που ακούσαμε σήμερα στην Εκκλησία θέτει ωμά και σκληρά τα εξής ερωτήματα:
Τι θα γίνουν όσοι λόγω των λαθών τους  έχουν ξεπέσει στην εξαθλίωση;
Τι θα γίνουν όσοι λόγω των αστοχιών τους πήγαν στα χοιροστάσια της κοινωνίας, όχι  απλώς να βόσκουν χοίρους, αλλά ν’ ανταγωνίζονται σκληρά τους χοίρους για λόγους οικονομικής εξαθλίωσης;
Τι θα γίνει με αυτούς τους ανθρώπους ή τις κοινωνίες των ανθρώπων; Θα παραμείνουν στην αταξία ή θα επανέλθουν στην τάξη;   
Η απάντηση στα καυτά αυτά ερωτήματα είναι σαφής και συγκλονιστική. Ούτε στην αταξία πρέπει να παραμείνουν ούτε στην τάξη πρέπει να επανέλθουν. Οι άνθρωποι που είτε εξ αιτίας των λαθών τους έπεσαν στην εξαθλίωση, είτε λόγω ανάγκης μπήκαν στην εξαθλίωση, θα πρέπει να αναπτύξουν δράση με  στόχο την αναγέννηση τους. Αυτή είναι και η αντίληψη της παραβολής. Μ’ άλλα λόγια το δίλλημα που θέτει το σημερινό ευαγγέλιο δεν είναι η ευταξία ή η αταξία. Είναι δράση ή αδράνεια. Συνεπώς θάταν λάθος να δούμε την παραβολή του Ασώτου σαν μια ιστοριούλα περί καλών ή κακών παιδιών. Πρέπει να τη δούμε σαν ένα κείμενο με δυναμικές τάσεις ως αναγέννηση όλων κατά πάντα και δια πάντα.
            Η πρώτη ευδιάκριτη τάση της παραβολής είναι : όχι ανάδειξη του σχήματος καλός ή κακός χριστιανός, αλλά η ανάδειξη της αξίας, σωστός χριστιανός.
            Καλός χριστιανός δεν είναι ο πρεσβύτερος υιός επειδή είναι αφοσιωμένος στην κατεστημένη κατάσταση. Καλός χριστιανός είναι ο Άσωτος, γιατί δέχεται την κρίσιμη στιγμή λέγοντας: « το πρόβλημα μου δεν είναι ότι ξέπεσα, αλλά το να αναγεννηθώ». Το πρόβλημα δηλ. δεν είναι η πτώση, αλλά η ανόρθωση. Όχι ο όγκος των δυσκολιών, αλλά η μετακίνηση του όγκου των δυσκολιών. Πρόβλημα δεν είναι η περιγραφή της εξαθλίωσης, αλλά η κίνηση προς την έξοδο από το χώρο της εξαθλίωσης.
            Εδώ εμφανίζεται η δεύτερη τάση της παραβολής, που είναι η τάση της δυναμικής ανάγνωσης των θρησκευτικών δεδομένων. Ο Άσωτος θυμόταν, γνώριζε και αποδεχόταν την ευτυχία στο σπίτι του πατέρα του. Η ανάμνηση αυτή τον κάνει να δραστηριοποιηθεί προς την κατεύθυνση της αναγέννησης του. « αναστάς πορεύομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ..» . Οι λέξεις αναστάς, πορεύομαι και ερώ είναι ενδεικτικές της δράσεως που αναλαμβάνει ο άνθρωπος που αναγνωρίζει δυναμικά τα δεδομένα της πίστεως του. Έτσι και το μεγάλο γεγονός της μετάνοιας εξελίσσεται σ’ ένα δυναμικό γεγονός αφού από την αναγνώριση του λάθους φθάνει στην αλλαγή της ζωής, αφετηρία μιας καινούργιας ζωής. Από το « εις εαυτόν δε ελθών» πέρασε στο « αναστάς πορεύσομαι» και έφθασε στο « ήλθε προς τον πατέρα του». Πρόκειται για  ια συγκλονιστική εξέλιξη και δράση.
            Αυτό πράγματι είναι η μετάνοια με την οποία η Εκκλησία εμπλουτίζει την ανθρώπινη ζωή. Στόχος της μετάνοιας δεν είναι να γεμίσει ο κόσμος με ανθρώπους κατατρεγμένους γεμάτους ενοχές. Στόχος είναι να υπάρχουν άνθρωποι που θα υπολογίζουν προπαντός την αναγέννηση τους σε πείσμα όλων των πιέσεων και καταπιέσεων.
            Απ’ εδώ προβάλλει μια άλλη τάση της παραβολής: να φανερωθεί η πονηρή αιτία της έκπτωσης του ανθρώπου και του κοινωνικού αποκλεισμού του. Η παραβολή διευκρινίζει πως όταν ο Άσωτος ξέπεσε προσκολλήθηκε σ’ ένα πολίτη της χώρας εκείνης, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Επιθυμούσε να τραφεί από την  τροφή των χοίρων και κανένας δεν του το επέτρεπε. Ούτε αυτό.
            Μ’ άλλα λόγια δεν του έφθανε ο απερίγραπτος ξεπεσμός του, τον επιφόρτισαν κι από πάνω μ’ ένα ζωώδη ανταγωνισμό προς εξοικονόμηση μόνο του φαγητού. Το θλιβερό ήταν πως ούτε αυτός ο θλιβερός χυδαίος ανταγωνισμός του εξασφάλιζε τα αναγκαία. « και επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλία του από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανένας δεν του έδινε τίποτε».
 Η διαπίστωση δείχνει, ότι ο ξεπεσμός των ανθρώπων ατομικός ή κοινωνικός έχει πολλές παραμέτρους και διαστάσεις. Δεν ξεπέφτουν άνθρωποι και κοινωνίες στην εξαθλίωση τυχαία. Η αμαρτία είναι πονηρή, οργανωμένη και διακλαδωμένη στους διαδρόμους της κοινωνικής ζωής. « και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών…» . Τρομακτικό  αλλά και πολύ κοινωνικό. Μακάρι αυτό να τι πρόσεχαν όσοι με τις ευκολίες του ηθικισμού ρίπτουν όγκους ενοχών στους ξεπεσμένους, εξαθλιωμένους και δυστυχισμένους ανθρώπους. Και μακάρι να καταλαβαίναμε όλοι γιατί  η ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη μετάνοια μυστήριο μέγα.
Βέβαια ο Άσωτος σε κάποια στιγμή κρίσεως είπε: « εγώ φτιάχνω τη ζωή μου και κανένας άλλος». Λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο πολίτης της χώρας εκείνος που τον έστειλε στο ζωώδη ανταγωνισμό.
Αυτού του είδους ο προσδιορισμός ως αυτοπροσδιορισμός χωρίς αναφορά στον ή στους άλλους οδηγεί σ’ ένα μηδενιστικό εγωκεντρικό και ακραίο ατομικισμό, γιατί αγνοεί τη σχέση με τον άλλο και τους άλλους.
            Εδώ φτάνουμε να δούμε μια τέταρτη  τάση της παραβολής του Ασώτου υιού. Εννοούμε την τάση για το πρόβλημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο Άσωτος εύκολα φθάνει  στον ισχυρισμό: εγώ προτιμώ να ζω με μια ανικανοποίητη έστω επιθυμία και ελπίδα παρά να βυθίζομαι στον οποιονδήποτε  κοινωνικό κομφορμισμό. Τον ίδιο ισχυρισμό προβάλλει και ο μεγάλος γιος της παραβολής, αλλά μ’ άλλον τρόπο.
            Και στις δύο περιπτώσεις υποβόσκει η αφελής ‘άποψη « η ελευθερία μου αρχίζει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» κ.ο.κ.   Αν δεχτούμε αυτή την άποψη  τότε θα καταντήσουμε στην άλλη αφελή άποψη που λέει:  ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος. Δηλ. λύκος ο μεγάλος αδελφός για τον μικρό αδελφό, λύκος ο πολίτης της χώρας εκείνης για τον ΄Ασωτο υιό, λύκος ο πατέρας και για τους δύο γιούς, λύκος ο άσωτος για τους ιδιοκτήτες των χοίρων  επειδή ήθελε να φάει το φαγητό των χοίρων και τελικά η όλη υπόθεση φαύλος κύκλος μιας λυκοφιλίας όπως λέμε.
            Απάντηση στο ζήτημα αυτό δίνει η αγάπη, όπως την εκφράζει ο εύσπλαχνος πατέρας της παραβολής.
            Τι θα ήταν η επιστροφή του Ασώτου υιού χωρίς την αγάπη του πατέρα, ο οποίος συμβολίζει τον Θεό; Θα ήταν ένας βίαιος εξαναγκασμός, στερητικός της ελευθερίας.. Θα ήταν αναστολή της ελευθερίας όπως ήταν και ο εξαναγκασμός ο προερχόμενος από τον πολίτη της χώρας εκείνης του νεώτερου υιού έως εξαθλιώσεως.
            Από την άλλη μεριά ο πρεσβύτερος υιός επειδή δεν είχε αγάπη, ούτε καταλάβαινε από αγάπη, είχε ξεπέσει σε σωστή ερημιά και μοναξιά, έστω κι’ αν είχε ελευθερία. « ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν». Πού; Στη μεγάλη χαρά για τη λύτρωση του αδελφού του, του συνανθρώπου του..
            Έχουμε μπροστά μας δύο φαινόμενα προβληματικά:
            Την ελευθερία χωρίς αγάπη και
            Την αγάπη χωρίς ελευθερία.
            Η πρώτη σημαίνει ερημική μοναξιά. Η δεύτερη ζευγαρωμένη μοναξιά. Με ελευθερία χωρίς αγάπη είσαι ελεύθερος, αλλά κατάμονος. Με αγάπη χωρίς ελευθερία πέφτει στη  τυραννία.
            Τα πράγματα τακτοποιούνται με την αρχοντική αγάπη του Θεού και πατρός, όπως την εκφράζει ο πατέρας της παραβολής. Ο πατέρας αυτός κινείται προς τον μικρό και τον πρεσβύτερο υιό. Στην ελευθερία τους προσφέρει την αγάπη και ελευθερώνει την αγάπη τους από κάθε πικρία. Ούτε τον ένα ούτε τον άλλο περιορίζει ο Θεός. Δεν επιθυμεί δεσμεύσεις. Επιθυμεί ανθρώπους που προσδιορίζονται από το δίδυμο μέγεθος της Εκκλησίας: αγάπη και ελευθερία.
Στις πυρίκαυστες ζώνες της εποχής μας  με επιζούν ανθρώπινα μόνο εκείνοι που αρνούνται συμβιβασμό με κάθε είδους ξεπεσμό, είτε αφορά τους ίδιους είτε τους άλλους.
            Επομένως αξίζει να δεχτούμε την παραβολή του Ασώτου ως ένα  νεύμα αισιοδοξίας προς όσους γόνιμα αγωνιούν και  αγωνίζονται για ζωή καλύτερη παντού και πάντοτε. Ως νεύμα αισιοδοξίας προς όσους βάσιμα ελπίζουν  στην έξοδο των συνανθρώπων τους από την εξαθλίωση, γιατί υπάρχει και Θεός που βλέπει.
Καλή Κυριακή.  
 π.γ.στ.

Ήμαρτον Πάτερ...



Μέρος Λόγου του Δαμασκηνού Στουδίτου 
εις την Παραβολή της Κυριακής του Ασώτου

«Πάτερ, εάν με συγχωράς να σε καλώ Πατέρα, εάν
 δεν πταίω καί σ’ αυτό τίποτε με το να τολμώ να σε 
ονομάζω Πατέρα, εάν δεν ατιμάζω με το αμαρτωλό 
μου στόμα το γλυκύτατο καί τίμιο όνομά σου,
 Πάτερ κατά χάριν, καί δημιουργέ κατά φύσιν,
 έσφαλα. Τί άλλο έχω να είπω; Ομολογώ εκείνο, 
το οποίο γνωρίζεις, καταγγέλλοντας εκείνο 
που δεν σε λανθάνει. Αμαρτωλός είμαι καί το
 γνωρίζεις. Έφταιξα εις τον ουρανόν καί έμπροσθέν 
σου, δεν τολμώ να σε ατενίσω, διότι είμαι 
τετυφλωμένος από τις αμαρτίες...
Ήμαρτον, Πάτερ, εις τον ουρανόν, ότι είναι 
θρόνος σου. Έσφαλα έμπροσθέν σου, διότι γνωρίζεις 
τις ανομίες μου. Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ
 υιός σου. Μόνος μου γίνομαι απόκληρος.
 Τον εαυτό μου καταδικάζω, τον εαυτό μου 
κατακρίνω, μόνος μου αποφασίζομαι, δεν χρειάζομαι
 κατήγορο, δεν χρειάζομαι μάρτυρες. 
Έσωθέν μου με ελέγχουν οι μάρτυρες. 
Η συνείδησή μου με κατηγορεί, οι αμαρτίες μου
 με καταδικάζουν, οι πορνείες, οι μοιχείες, οι 
φόνοι, οι αδικίες, οι πλεονεξίες, οι παρανομίες, 
οι αμαρτίες, τις οποίες έκαμα εν νυκτί καί εν ημέρα
 με καταισχύνουν.
Καί λοιπόν δεν είμαι άξιος, Κύριε, να ονομασθώ υιός σου,
 διότι πώς να δυνηθώ να δω την Εκκλησία, την οποία 
επί τόσον καιρό εγκατέλειψα; Με ποιους 
οφθαλμούς να δώ την φοβερά καί Αγία σου
 Τράπεζα, όπου αποξενώθηκα απ’ αυτήν;
 Πώς να ακούσω τα λόγια της Γραφής σου, 
όπου τα αυτιά μου είναι ερρυπωμένα από αισχρούς 
καί κακούς λόγους; Πώς να ενατενίσω στα Άγια 
βιβλία σου, όπου τα κατεπάτησα με τα έργα μου; 
Πώς να λάβω τα Άχραντά σου Μυστήρια, όπου 
οι χείρες μου είναι μεμολυσμένες από αμαρτίες; 
Πώς να εισέλθει ο Χριστός στο στόμα μου, το 
οποίο ήταν έτοιμο σε ύβρεις, σε κατηγορίες, 
σε ονειδισμούς, σε καταδόσεις, σε βλασφημίες,
 σε μωρολογίες, σε αργολογίες, σε ψευδολογίες,
 σε επιορκίες, σε ασχημολογίες; 
Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου. 
Όποιος είναι υιός πονηρός, είναι ανάξιος 
Πατρός Αγαθού. 
Όποιος αγαπά τις ηδονές του κόσμου, στερείται
 της Αγάπης του Θεού. Όποιος αγαπά τα
 θελήματα του σώματός του, μισεί το καλό
 της ψυχής του. 
Όποιος ορέγεται τις αμαρτίες, αποστρέφεται τις αρετές.
 Εγώ είμαι ο πταίστης σε όλα.
 Εγώ είμαι εκείνος που κατεφρόνησα τα αγαθά
 και ζήτησα τα κακά, που μίσησα τις αρετές και 
αγάπησα τις αμαρτίες. Και λοιπόν δέξου με ως 
φύσει Εύσπλαχνος και μακρόθυμος που Είσαι»

Η άφθαρτη αυτοκράτειρα



ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΑΥΓΟΥΣΤΑ
"Χαίροις, Θεοδώρα πανευκλεής, χαίροις ευσεβείας ανακήρυξις αλήθης. Χαίροις παρρησίαν προς Θεόν κεκτημένη, Αυγούστα και οσία αειμακάριστε" (τροπάριο της αγίας). 
 
Η Αγία Θεοδώρα γεννήθηκε το 815 μ.Χ., στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας. Ήταν κόρη του Μαρίνου, ο οποίος είχε πάρει το αξίωμα του Δρουγγαρίου (διοικητής του θεματικού στόλου), και της Θεοκτίστης. Διακρινόταν από νωρίς για την εξυπνάδα και τη μεγάλη της ευσέβεια. 

Σε ηλικία 15 χρόνων, το 830 μ.Χ., εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα έπαιρνε μέρος σε μια γιορτή που δινόταν από την αυτοκράτειρα, για να διαλέξει σύζυγο ο αυτοκράτορας Θεόφιλος. Στην γιορτή παρευρίσκονταν όλες οι νέες των ανωτέρων κοινωνικών τάξεων, μεταξύ των οποίων και η Κασσιανή. Ο αυτοκράτορας είπε στην Κασσιανή "εκ γυναικός ερρύει τα φαύλα", που σημαίνει από την γυναίκα προέκυψαν όλες οι συμφορές, υπονοώντας την Εύα, θέλοντας να τη δοκιμάσει. Αλλά αυτή του απάντησε με παρρησία, "Και εκ γυναικός πηγάζει τα κρείττω", εννοώντας τη Θεοτόκο. Εξαιτίας της τολμηρής της απάντησης ο αυτοκράτορας επέλεξε τη σεμνότατη Θεοδώρα. Η Κασσιανή ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα [δηλ. έγινε μοναχή, αλλά και αναδείχτηκε μεγάλη ποιήτρια και μουσικός & άγιασε] και η Θεοδώρα την αυτοκρατορική πορφύρα, στο πλευρό του εικονομάχου συζύγου της. Απέκτησε έναν υιό, το Μιχαήλ, και πέντε θυγατέρες, τη Θέκλα, την Άννα, την Αναστασία, την Πουλχερία και τη Μαρία. 

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική και θρησκευτική πάλη γύρω από το ζήτημα της τιμής ή όχι των εικόνων, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 730 μ.Χ., από τον ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων Λέοντα τον Γ'. Η διαμάχη αυτή χώρισε το Βυζάντιο σε δύο μέρη στους εικονόφιλους και στους εικονομάχους. 

Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος ακολούθησε εικονομαχική πολιτική. Με βασανιστήρια, διώξεις και καταστροφή ιερών κειμηλίων και εικόνων (π.χ. ασβέστωναν τις ιερές Εικόνες). Σε δύο αδελφούς από την Συρία, το Θεοφάνη και το Θεόδωρο, χάραξε στα μέτωπα τους με πυρωμένο σίδερο για να τους εξευτελίσει, μερικούς στίχους, γι’ αυτό ονομάσθηκαν "Γραπτοί". Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα έμεινε πιστή στις θρησκευτικές αρχές που είχε διδαχθεί από τους γονείς της και μαζί με τα παιδία της κρυφά στα διαμερίσματα της αλλά και σ’ επισκέψεις στην μητέρα της, απέδιδαν τις πρέπουσες τιμές στους Αγίους. Μητέρα και παιδιά, αποκαλούσαν τις ιερές Εικόνες "καλά νινιά", για να μην καταλάβει κάτι ο αυτοκράτορας. 
Όμορφη εικόνα του αγίου Θεοφάνους του Γραπτού (μεγάλου ποιητή & πνευματικού αγωνιστή), από αυτή τη βιογραφία των δύο αγίων "Γραπτών".

Το 842 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Θεόφιλος αρρώστησε βαριά από δυσεντερία τόσο που παραμορφώθηκε το στόμα του και ο λάρυγγάς του είχε βγει έξω. Σε όραμά της η αυτοκράτειρα Θεοδώρα είδε, την άχραντο Θεοτόκο με το θείο βρέφος αγκαλιά, περιστοιχισμένη με λαμπροφορεμένους αγγέλους, οι οποίοι έδερναν το Θεόφιλο ανελέητα. Καθώς ξύπνησε άκουσε το σύζυγο της να λέει αναστενάζοντας: "Αλίμονό σε μένα τον άθλιο και δυστυχή. Για τις αγίες Εικόνες με κτυπάνε". Η Θεοδώρα παρακαλούσε θερμά την εικόνα του Χριστού που είχε βγάλει από τα σεντούκια, να τον λυπηθεί. Ξαφνικά ο Θεόφιλος άρπαξε και καταφιλούσε μια εικόνα, που σαν εγκόλπιο είχε κρεμασμένη ένας από τους παρευρισκομένους. Το θαύμα έγινε και το στόμα και ο λάρυγγάς του επανήλθαν στη φυσιολογική τους κατάσταση. ["Ν": Έτσι ο Θεόφιλος, όπως φαίνεται, πέθανε μετανοημένος (το ίδιο έτος)].

Με το θάνατο του συζύγου της, το 842, ανέβηκε στο θρόνο ο ανήλικος υιός της Μιχαήλ σε ηλικία τριών ετών. Η Αυγούστα, ως επίτροπος του υιού της, συγκρότησε και επικύρωσε τα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (787), κατέβασε από τον πατριαρχικό θρόνο τον εικονομάχο Ιωάννη τον έβδομο και ανέβασε το Μεθόδιο. Επίσης αποφασίστηκε η οριστική αναστήλωση των ιερών Εικόνων. Έδωσε εντολή ν’ αφεθούν ελεύθεροι από τις φύλακες και να επιστρέψουν από τις εξορίες όσοι εξαιτίας των εικόνων είχαν βασανισθεί και διωχθεί. Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου στις 11 Φεβρουαρίου του 843, ημέρα Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σοφία όσοι Πατέρες , μοναχοί , κληρικοί είχαν διασωθεί από την αυτοκρατορική οργή, μεταξύ των οποίων και οι «Γραπτοί», και μ’ επικεφαλής την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον υιό της Μιχαήλ, τέλεσαν λιτανεία των Ιερών Εικόνων με θυμιατά, λαμπάδες και επανέφεραν στους ναούς τις ιερές Εικόνες. Η εκκλησία μας τιμά και εορτάζει αυτό το γεγονός κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, η οποία ονομάσθηκε Κυριακή της Ορθοδοξίας. 

Όμως κηδεμόνας του Μιχαήλ ήταν ο αδερφός της Βάρδας, άνθρωπος ποταπός και ασεβής, που παρέσυρε σε ανόσιες πράξεις τον ανιψιό του. Αφού συκοφάντησε για κατάχρηση του αυτοκρατορικού ταμείου τη Θεοδώρα και πως επιβουλευόταν τον υιό της, κατάφερε να ξεσηκώσει το Μιχαήλ εναντίον της και την έκλεισε στο μοναστήρι των Γαστρίων μαζί με τις κόρες της ["Ν": πρόκειται για τον διφορούμενο Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ το Μέθυσο]. Εκεί εξανάγκασε τον Πάτρωνα, αδερφό της Θεοδώρας να τις κάρει μοναχές, χωρίς τη θελήσή του, ενάντια στην ελευθερία του ατόμου και στους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Έζησε έως την κοίμηση της εκεί, διαπρέποντας στο μοναχικό βίο όπως και στον αυτοκρατορικό με τις αρετές και την πιστή της, στηρίζοντας τις κόρες τις. H αληθινή της ευσέβεια και η ορθόδοξη πίστη της, δεν άφησαν τη Θεοδώρα να παρασυρθεί από αλαζονεία και ματαιοδοξία για την βασιλική δόξα που είχε ζήσει, αλλά με πραγματική ταπείνωση έζησε εν Χριστώ. 
Η λάρνακα με το άφθαρτο σώμα της αγίας

Κοιμήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 867, μετά την ανακομιδή το ιερό λείψανό της βρέθηκε άθικτο, ευωδίαζε μύρο και επιτελούσε πολλά θαύματα, η εκκλησία μας την ανακήρυξε Αγία. Το σεπτό σκήνωμα, φυλασσόταν έως το 1841 στον Ιερό Ναό της Αγίας Αναστάσεως στην Κωνσταντινούπολη, μετά την πτώση της μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό της Κέρκυρας. Στις 18 Ιανουαρίου του 1941 μόλις σταμάτησαν οι ανελέητοι βομβαρδισμοί των ιταλικών αεροπλάνων, οι Κερκυραίοι για την καλύτερη προστασία του το μετέφεραν, με λυγμούς και δάκρυα, στο Ναό των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου στην Γαρίτσα, όπου διαφυλάχθηκε έως τις 18 Οκτωβρίου του 1942. Με ιερή λιτανεία μεταφέρθηκε ξανά αργότερα στον Μητροπολιτικό Ναό, όπου ευρίσκεται μέχρι και σήμερα. 

Κάθε χρόνο, μετά από απόφαση του μακαριστού Μητροπολίτου Τιμοθέου Τριβιζά το 1896, την Κυριακή της Ορθοδοξίας τελείται ιερά λιτάνευση του σεπτού σκηνώματος της Αγίας Θεοδώρας στην πόλη της Κέρκυρας.
Σημείωση του blog μας: 

Για το θέμα της Εικονομαχίας, μπορείτε να διαβάσετε το αφιέρωμά μας Μήπως είχαν δίκιο οι Εικονομάχοι;

Η αγία Θεοδώρα χαρακτηρίζεται από άθεους και νεοπαγανιστές ως "αιμοσταγής φόνισσα", με την κατηγορία ότι κίνησε φρικτό αιματηρό διωγμό εναντίον της αίρεσης των Παυλικιανών, θανατώνοντας με σταύρωση κ.λ.π. 100.000 μέλη της! Οι Παυλικιανοί δεν ήταν μόνο αιρετικό κίνημα, αλλά ένοπλοι, που πολεμούσαν κατά του Βυζαντίου, και σύμμαχοι των Αράβων. Για το θέμα αυτό, και την αμφισβητούμενη στάση της αγίας, προτείνουμε αυτή την αναλυτική μελέτη (συγκεκριμένα για την αγία, εδώ).

Η αναχώρηση από το πατρικό σπίτι. (Κυριακή του Ασώτου)




Σκέψου, αδελφέ, την αναχώρηση, που έκανε εκείνος ο άσωτος υιός από τον οίκο του πατέρα του, όπως διηγείται, ο ιερός Λουκάς (15,11) με την οποία  φάνηκε στ’ αλήθεια σαν ένας νέος χωρίς μυαλό και νου, διότι τί του έλειπε, όταν ήταν στο πατρικό σπίτι και βρισκόταν κάτω από την προστασία του γλυκύτατου πατέρα του; Αυτός βρισκόταν κάθε ημέρα μέσα στις πατρικές αγκαλιές είχε ό,τι χρειαζόταν, υπηρετείτο από όλους τους δούλους είχε τα χάδια και τις τιμές ως κληρονόμος της πατρικής περιουσίας και σχεδόν αναγνωριζόταν ως κύριος και εξουσιαστής κάθε πράγματος ώστε μπορούσε να έχει κάθε λόγο να λέει εκείνο το ψαλμικό· «Θα μας χορτάσουν τα αγαθά του οίκου σου» (Ψαλμ. 64,5). Αλλά η επιθυμία μιας πλανεμένης ελευθερίας από εκεί, που ήταν τέκνο και κληρονόμος τον έκανε να επιθυμεί να γίνει δούλος και μισθωτός Άρχισε, λοιπόν, να ενοχλείται από τη βασιλική και ελεύθερη ζωή, που είχε κάτω από την υπακοή του πατέρα του· άρχισε να επιθυμεί να ζει συμφωνά με το θέλημά του και να ικανοποιεί τη διάθεσή του, όπως την ικανοποιούν οι άλλοι, και αυτή η ενόχληση και επιθυμία, τον παρακίνησαν να ζητήσει συγκατάθεση από τον Πατέρα του, για να φύγει από τον πατρικό οίκο και τον συμβούλευ­σαν να ζητήσει το μερίδιο από εκείνη την κληρονομιά που αναλογούσε ολόκληρη σ’ αυτόν· «Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας, που μου αναλογεί» (Λουκ. 15,12). Ο πατέρας δεν θέλησε να τον εμποδίσει από αυτήν την κίνηση, αλλά τον άφησε να αναχωρήσει, για να μάθει με τη δοκιμή και τη στέρηση, ποιά αγαθά απολάμβανε, όταν ήταν στον οίκο του πατέρα του και τα καταφρόνησε, όπως ερμηνεύει ο θείος Χρυσόστομος· «Γι’ αυτό τον άφησε ο Πατέρας και δεν τον εμπόδισε να μεταβεί στην ξένη χώρα, για να μάθει με την πείρα καλά, πόσες ευεργεσίες είχε μένοντας στο πατρικό του σπίτι» (Λόγ. Α΄ περί μεταν.). Και επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε να τον πείσει με το λόγο, για να παραμείνει στον οίκο του, άφησε να τον πείσουν αυτά τα πράγματα και τα παθήματα· «Πολλές φορές ο Θεός όταν λέγοντας δεν πείθει, τότε αφήνει την διδασκαλία στην εμπειρία των καταστάσεων», λέει ο Χρυσορρήμων (αυτόθι), όπως έχει γραφεί. «Η απομάκρυνσή σου από εμένα θα σε καταδικάσει και η ασέβεια θα σε τιμωρήσει» (Ιερ. 2,19), διότι και ο Αδάμ, όταν ήταν μέσα στον παράδεισο, δεν γνώριζε την ευδαιμονία που είχε, από τότε όμως που εξορίστηκε από αυτόν, τότε την γνώρισε. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο πατέρας διαμοίρασε σ’ αυτούς την περιουσία του, «και διείλεν αυτοίς τον βίον»· και μετά από λίγες ημέρες ο νεώτερος υιός αφού πήρε όλη του την περιουσία, έφυγε σε μακρινή χώρα» (Λουκ. 15,12).
Αυτή η κατανυκτική παραβολή, αδελφέ, είναι μία ζωντανή εικόνα εκείνου του κακού, που εσύ έπραξες, απομακρυνόμενος από την υποταγή του Θεού σου με την αμαρτία. Αχ! και ποιός ήταν πλουσιότερος από εσένα άθλιε, πριν να χάσεις την αθωότητα και να αμαρτήσεις; Ποιός άλλος ήταν ευγενέστερος από σένα; Ποιός ωραιότερος και λαμπρότερος; Για σένα ήταν προετοιμασμένη όλη η κληρονομιά του παραδείσου, την οποία μετά από λίγο θα αποκτούσες πληρέστατα και της οποίας είχες τώρα την κυριότητα. Σε σένα ήταν δοσμένο το χάρισμα της υιοθεσίας με την οποία ήσουν υιός Θεού και ο πλουσιότερος από όλους που κατοικούν στην Ανατολή, καθώς είναι γραμμένο για τον Ιώβ· «Ήταν ο πλουσιότερος από όσους κατοικούσαν εκεί» (1,3). Είχες όλη την ωραιότητα και την ομορφιά, την οποία σου προξενεί η αθωότητα και αναμαρτησία και έπειτα, ποιός θησαυρός δεν ήταν για σένα η αγιαστική χάρις του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι το μεγαλύτερο χάρισμα, που μπορεί να δώσει ο Θεός προς ένα κτίσμα σ’ αύτη την ζωή; Μέσα από αυτήν ήσουν αγαπημένος από τους αγγέλους σύντροφος με τους αγίους ναός έμψυχος της θεότητας όπως λέει ο θείος Παύλας· «Δεν είσθε λοιπόν ξένοι και χωρίς δικαιώματα, αλλά ανήκετε στον λαό του Θεού, στην οικογένεια του Θεού» (Εφεσ. 2,19). Αυτή η χάρις κατοικούσε σε σένα πάντοτε, αυτή σε κυβερνούσε, αυτή σε παρηγορούσε ως φιλόστοργη μητέρα με τις ουράνιες γλυκύτητες με το ακατηγόρητο της συνειδήσεως και με τα θεία της μυστήρια· αυτή σε κρατούσε συχνά ως υιό μονογενή στις αγκαλιές της πρόνοιάς της. Αλλά εσύ, όντας νέος που έπασχε από άγνοια, καταφρόνησες όλα αυτά και θέλησες να κακομεταχειρισθείς χωρίς κανένα όφελος την ελευθερία του αυτεξουσίου σου, για να ζεις σύμφωνα με τις επιθυμίες σου, αντί να το χρησιμοποιήσεις για να υποτάσσεσαι με πολύ μισθό στον ουράνιο Πατέρα σου και σκέφθηκες εσφαλμένα, ότι θα κάνεις ένα μεγάλο κέρδος αν απομακρυνθείς από τον Θεό και Πατέρα σου.
Ω, σκέψη ανόητη! η οποία σου έφερε αντίστροφα τα πράγματα, διότι όταν ήσουν διαταζόμενος και υπήκοος τότε ήσουν στ’ αλήθεια αυτεξούσιος και ελεύθερος· και όταν φάνηκες πως είσαι αυτεξούσιος και ελεύθερος τότε έγινες στ’ αλήθεια δούλος και, εξουσιαζόμενος. Ω, και να ήταν δυνατόν να έμπαινε κανείς στην καρδιά σου, αδελφέ, και να την κάνει να αισθανθεί το μεγάλο σκοτάδι της άγνοιας που την κυρίεψε και σε έκανε να υπολογίζεις τα κτίσματα περισσότερο από τον Κτίστη, να νομίζεις βαρύ και σκληρό φορτίο τον ελαφρύ και γλυκό ζυγό της υποταγής σε αυτόν τον φιλοστοργώτατο Πάτερα σου· «ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρύ» (Ματθ. 11, 30), και να νομίζεις για ελευθερία σου εκείνο που είναι αληθινά αιχμαλωσία σου, καθώς είναι γραμμένο σχετικά με την Ιερουσαλήμ, «από ελεύθερη έγινε δούλη» (Α΄ Μακαβ. 2,11). Και όπως λέει ο Παύλος· «Όταν ήσασταν υπόδουλοι στην αμαρτία, ήσασταν μακρυά από το θέλημα του Θεού. Ποιό ήταν το κέρδος σας από την διαγωγή σας εκείνη, για την οποία τώρα ντρέπεστε, γιατί οδηγούσε τελικά στο θάνατο;» (Ρωμ. 6,20-21) αλλά έστω και τώρα τίναξε το παχύ σκοτάδι και την πλάνη από το νου σου και αναλαμβάνοντας τη φρόνηση που έχασες γνώρισε πως δεν υπάρχει άλλη ελευθερία, όπως το να υποτάσσεσαι με όλη την τελειότητα στο Θεό και όπως το να αφήνεις τον εαυτό σου να κυβερνάται από τη θέληση του ουράνιου Πατέρα σου, όπως σου το λέει ο Παύλος·  «τώρα όμως είσθε ελεύθεροι από την αμαρτία και ανήκετε στο Θεό. Καρπός της καινούργιας σας ζωής είναι η αγιοσύνη και το τέλος της πορείας η αιώνια ζωή» (Ρωμ. 6,22). Βδελύξου την ανοησία, που έκανες και αναχώρησες από αυτό το βασιλικό παλάτι του Πατέρα σου, ομολογώντας το σφάλμα σου και πάρε την απόφαση για όλη σου τη ζωή, να μη βγεις πλέον από τον οίκο σου, ούτε από την υπακοή των εντολών του. Αλλά επειδή και μόνο του φυσικού υιού γνώρισμα είναι να κατοικεί πάντοτε στον οίκο του πατέρα του και όχι του δούλου, όπως είσαι εσύ, παρακάλεσε τον μονογενή Υιό του να κάνει και σένα θετό υιό του Πατέρα του και να σε ελευθερώσει από τη δουλεία της αμαρτίας για να μπορείς να μένεις παντοτινά και εσύ σαν υιός στην ουράνια οικία του Πατέρα του, όπως σου το υπόσχεται ο ίδιος λέγοντας· «ο δούλος δεν μένει για πάντα στην οικογένεια, ενώ ο Υιός μένει·  εάν, λοιπόν, ο υιός σας ελευθερώσει τότε θα είσθε ελεύθεροι» (Ιω. 8, 35).

(Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πνευματικά γυμνάσματα», σ. 130-133. Εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Αγ. Όρος)

Ο ΑΣΩΤΟΣ του Χαλκέντερου ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ



Ο ΑΣΩΤΟΣ


του Χαλκέντερου ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Και πάλιν, αγαπητοί μου Χριστιανοί, ευρίσκομαι εις το Αμύνταιον. Και πάλιν πρόκειται να κηρύξω τον λόγον του Θεού. Ως επίσκοπος είμαι υπεύθυνος δια την σωτηρίαν όλων των ψυχών των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, και είμαι υποχρεωμένος να κηρύττω τα λόγια του Θεού. Το κήρυγμα είναι το κύριον έργον του επισκόπου. Μα έχω ένα δισταγμό: Άραγε, υπάρχουν άνθρωποι σήμερα στον εικοστό αιώνα, να ακούσουν τα λόγια του Ευαγγελίου; Σ’αυτό το δισταγμό απαντά ο ιερός Χρυσόστομος και μου δίδει μια μεγάλη παρηγοριά. Τι λέγει ο Χρυσόστομος; Εγώ, λέει, θα κηρύξω τον λόγο του Θεού. Και αν δεν μ’ακούσουν όλοι, θα με ακούσουν οι μισοί. Και αν δεν μ’ακούσουν οι μισοί, θα με ακούσουν οι εκατό. Κι αν δεν μ’ ακούσουν οι εκατό, θα με ακούσουν οι πενήντα. Κι αν δεν μ’ακούσουν οι πενήντα, θα με ακούσουν οι δέκα. Κι αν δεν μ’ ακούσουν οι δέκα, θα με ακούσει ένας. Και ένας μόνο να με ακούσει, φτάνει! Ναι! Η αξία του ανθρώπου είναι τόσο μεγάλη, ώστε φθάνει η σωτηρία ενός ανθρώπου. Συνεπώς και εγώ με την ελπίδα αυτή, θα κηρύξω και πάλι τον λόγον του Θεού.
Το Ευαγγέλιο το ακούσατε. Τι είναι το Ευαγγέλιο σήμερον; Είναι μια παραβολή. Ποια παραβολή; Η πιο ωραιότερη παραβολή που είπε ο Χριστός! Μια παραβολή αριστούργημα! Μια παραβολή, που, είπε κάποιος, ότι και αν τίποτε άλλο στον κόσμο δεν έλεγε ο Χριστός, παρά μόνο έλεγε τα λόγια αυτά της παραβολής, έφτανε αυτή η παραβολή να αποδείξει ότι ο Χριστός δεν είναι απλώς άνθρωπος, δεν είναι απλώς ένας φιλόσοφος, ένας κοινωνιολόγος ή ένας μεγάλος άνθρωπος,αλλά είναι ο Θεός. Διότι μόνον Θεός, ως καρδιογνώστης, μπορούσε να γνωρίζει τα βάθη της ανθρωπίνης καρδίας. Μέσα στη σημερινή παραβολή, ζωγραφίζεται ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος σε δύο καταστάσεις. Ο άνθρωπος ο ένας, που κατρακυλάει συνεχώς και ακαταπαύστως με τας κακίας και ελαττώματά του και φθάνει εις την άβυσσον της διαφθοράς και της αμαρτίας, φθάνει εις τον άδην, και από τ’ άλλο μέρος ο άνθρωπος ο οποίος εγείρεται δια πτερύγων αγγέλων και αρχαγγέλων και φθάνει μέχρι των ουρανών.
Αμαρτία και μετάνοια! Πτώσις και ανάστασις! Παράδεισος και κόλασις! Θεός και δαίμων. Μέσα σ’αυτή την παραβολή, όλα υπάρχουν, οι αλήθειες αυταί αι μεγάλαι της Πίστεώς μας!
Με ολίγα λόγια, έχομε να είπωμε τα εξής, ότι: ήταν ένας πατέρας∙ ένας πατέρας φιλόστοργος∙ ένας πατέρας που αγαπούσε τα παιδιά του∙ και ότι, ο πατέρας αυτός είχε δυο παιδιά, και ότι, στο σπίτι μέσα δεν έλειπε τίποτε απολύτως, στο σπίτι ήτανε όλα τα αγαθά, ένας μικρός παράδεισος ήτο το σπίτι του καλού πατέρα. Τα παιδιά μέναν ευχαριστημένα; Ταλαίπωροι γονείς! Ταλαίπωροι γονείς! Η φωτογραφία σας είναι μέσα εις τη σημερινή παραβολή. Κοπιάζετε, μοχθείτε, ιδρώνετε, σκοτώνεστε, κουράζεστε και ένα ευχαριστώ δεν ακούτε από τα παιδιά. Γκρίνια, γκρίνια, ιδίως τα παιδιά του εικοστού αιώνος είναι αχάριστα παιδιά που μοιάζουν καταπληκτικώς με το παιδί το νεώτερο του πατέρα∙ ότι, ο ένας έμεινε κοντά στον πατέρα∙ ο άλλος… του φαινόταν το σπίτι φυλακή! Και προσπαθούσε να σηκωθεί να φύγει από το σπίτι, νομίζοντας ότι μακριά, πέρα, στη χώρα τη μακρινή, εκεί θα βρει τον παράδεισόν του. Και έτσι μια μέρα, ωμίλησε με αυθάδεια στο πατέρα, και του λέγει: πατέρα, θέλω να φύγω∙ μακριά από σένα, πέρα στην ξενιτειά, στην απέραντη χώρα της ξενιτειάς, εκεί θα ζήσω ευτυχής και μακάριος. Κι’ ο πατέρας έκλαψε και επόνεσε για τα λόγια του παιδιού, μα δεν τον επίεσε, δεν τον εβίασε, δεν ήθελε να τον κρατήσει κοντά με τη βία, διότι εν προκειμένω ο Πατέρας είναι ο Θεός, κι ο Πατέρας που έπλασε τον άνθρωπο τον έπλασε ελεύθερο, και το μεγάλο προνόμιο του ανθρώπου, το υπέροχο προνόμιο του ανθρώπου που δεν συναντάται εις την ζωολογικήν κλίμακα και δίνει τεραστίαν αξίαν εις τον άνθρωπον είναι η ελευθερία. Τον άφησε ελεύθερο. Λέγει η Γραφή: Μπροστά σου, λέει, άνθρωπε, βάζω νερό και φωτιά. Διάλεξε και πάρε! Εάν βάλεις το χέρι σου στο νερό, θα δροσιστείς. Άν βάλεις το χέρι σου στη φωτιά, θα καείς. Ποιος είναι υπεύθυνος; Δεν είναι ο Θεός, εσύ ο οποίος άπλωσες το χέρι σου στη φωτιά και εκάηκες. Ελεύθερο λοιπόν το άφησε ο πατέρας το παιδί και το παιδί μια μέρα πήρε την περιουσία, τη μισή περιουσία, τα πώλησε όλα, τα έκανε ρευστό χρήμα, γέμισε το πουγκί του από χρυσά χρήματα, χρυσά αργύρια, και ανεχώρησε∙ και έφυγε μακρυά∙ που πήγε; Εκεί που ξοδεύεται το πολύ χρήμα. Επήγε στις μεγάλες πολιτείες. Εκεί, λέει το Ευαγγέλιο σήμερο, ποιος έφαγε την περιουσία του; Δυο φορές, και ο Απόστολος το λέει, και το Ευαγγέλιο το λέει. Ποιος έφαγε τις περιουσίες σας; Αμ… αν το πω εγώ, θα μου πείτε, αμ… ο δεσπότης ήρθε στο Αμύνταιο και μας λέει αισχρά πράγματα, μας λέει! Αισχρά! Κατήντησαν τώρα στην εποχή μας τα αισχρά να τα κάνωμε, τα αισχρά να τα κάνωμε μέρα νύχτα, να μη τα λέμε, να μη τα λέμε∙ λόγου χάριν, η γυναίκα η πόρνη, δεν την λένε πόρνη σήμερα, φιλενάδα την λένε, φιλενάδα, η ευγένειά τους, το Ευαγγέλιο όμως δεν έχει ευγένεια, τα σύκα, σύκα, η σκάφη, σκάφη! Το σκότος ,σκότος και το φως, φως! Και σήμερα τόσον ο Απόστολος όσο και το Ευαγγέλιο ομιλούν για πόρνες και έκφυλες γυναίκες που πωλούν το κορμί τους και διαλύουν οικογένειες και καταστρέφουν την ανθρωπότητα, νυχτερίδες της ηδονής, αγγεία του διαβόλου, όργανα του διαβόλου. Και τι λέγει ο Απόστολος; Φωνάζει ο Απόστολος σήμερα: Φεύγετε από την πορνεία και ότι πόρνους και μοιχούς..(πόρνοι, ειδωλολάτραι, μοιχοί, μαλακοί, αρσενοκοίται, πλεονέκται, κλέπται, μέθυσοι, λοίδωροι, άρπαγες, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι). Το δε Ευαγγέλιο λέγει σήμερα ότι έφαγε την τεράστια περιουσία του πού; με πόρνες! Με γυναίκες πόρνες. Πήγαινε στις γυναίκες και μαζί με συντροφιές αμαρτωλές κατέφαγε όλη την περιουσία του και ήρθε ώρα που δεν είχε δραχμή στην τσέπη του, τίποτε απολύτως! Κι όταν πλέον δεν είχε δραχμή στην τσέπη του και δεν μπορούσε να αγοράσει ούτε ένα καρβέλι ψωμί, τότε τον εγκατέλειψαν οι πάντες! Τον εγκατέλειψαν οι φίλοι, τον εγκατέλειψαν οι παρέες, τον εγκατέλειψαν οι γυναίκες οι αμαρτωλές, και αυτός, λέει, επείνασε, τον έπιασε πείνα μεγάλη. Τόση πείνα, που προσπαθούσε να βρει κάποια δουλειά, κι έγινεν άνεργος και επιτέλους βρήκε κάποια εργασία μέσα σε ένα σταύλον, και μέσ’ στο σταύλο εκείνο πλέον έβοσκε χοίρους, έβοσκε κοπάδια χοίρων, και το αφεντικό του, ήτο τόσο σκληρό το αφεντικό του, ώστε δεν τον εκοίταζε καθόλου, κι όταν πήγαινε να πάρει τροφή από τα στόματα των χοίρων, τα βελανίδια ή τα χαρούπια, ο σκληρός αφέντης τον έδιωχνε από τους χοίρους γιατί αγαπούσε περισσότερο τα γουρούνια απ’ ότι αγαπούσε τον δούλον αυτόν.
Σκληρά η ζωή του∙ θλιβερά η κατάστασίς του. Πλούσιος, έγινε πτωχός. Αφέντης, έγινε δούλος. Καθαρός, έγινε ακάθαρτος. Υιός βασιλέως, πριγκήπου, έγινε βοσκός προβάτων, έφθασε εις την τελευταίαν βαθμίδα της αθλιότητος. Τι έπρεπε να κάνει; Τι υπολείπετο να κάνει; Ένα μόνον: να πάει να αυτοκτονήσει. Ηυτοκτόνησε: Όχι! Άλλοι αυτοκτονούν. Άλλοι αυτοκτονούν. Στην Αμερική, στη Σουηδία, στη Νορβηγία, παιδιά άσωτα, αφού γλεντήσουν και διασκεδάσουν και στραγγίσουν κάθε είδος ηδονής, κατόπιν πλέον γίνονται ράκη, σκιαί γίνονται όχι άνθρωποι, σκιαί, πλούσια παιδιά πλουσίων γονέων, άσωτα παιδιά του αιώνος μας αυτοκτονούν αράδα μέσα εις την Αμερικήν και εις την Σουηδίαν και Νορβηγίαν. Θα έπρεπε λοιπόν και αυτός να αυτοκτονήσει∙ δεν ηυτοκτόνησε∙ γιατί;
Μια ιδέα! Ποια ιδέα;
΄Ω, ιδέα!
Μια ιδέα! Ώ, ιδέα! Ιδέα αγάπης και οικτιρμών!
Μια ιδέα, που έλεγε μέσα του: Γύρισε στο σπίτι σου. Γύρισε στο πατρικό σου σπίτι. Και ο πατέρας πού’ναι γεμάτος αγάπη και στοργή θα σε δεχθεί και πάλι. Και πράγματι με την ελπίδα αυτή τη βεβαία, επήρε το ραβδί του, εβάδισε ξυπόλητος χιλιόμετρα, επέρασε βουνά και λαγκάδια και γεφύρια και να, έφτασε στο πατρικό του σπίτι! Τον έδιωξε ο πατέρας; Δεν τον έδιωξε ο πατέρας! Γιατί, πατέρας είναι! Γεμάτος στοργή και αγάπη. Όταν τον είδε από μακριά, έπεσε στην αγκαλιά του, τον ασπάζετο, τον εφιλούσε, και διέταξε αμέσως να τον πλύνουν, να τον καθαρίσουν∙ διέταξε να του βάλουνε καινούργια ρούχα, ολοκαίνουργια μεταξωτά ρούχα, διέταξε να του βάλουν δαχτυλίδι στο χέρι του, διέταξε να πάνε στο μαντρί, να σφάξουνε το καλύτερο μοσχάρι, να ετοιμάσουν τραπέζι βασιλικό, και να εορτάσουν και να πανηγυρίσουν την επιστροφή του ασώτου υιού.
Αυτά λέγει το Ευαγγέλιο σήμερα. Ανεκτίμητο! Αριστούργημα!
Μα ποιος είναι, θα ρωτήσετε, ο άσωτος; Άσωτοι υπάρχουνε σ’ όλες τις γενεές. Άσωτοι υπάρχουν και στη δική μας γενεά, η οποία θα ονομαστεί γενεά ασώτων, γιατί καμιά εποχή, καμία εποχή δεν εκληρονόμησε τόσα αγαθά, όσον η εποχή η δική μας. Με τας εφευρέσεις έγινε η πλουσιωτέρα γενεά, και όμως, ενώ η πλουσιωτέρα γενεά έγινε, εν τούτοις η γενεά αυτή δυστυχεί και υποφέρει όσον ουδέποτε!
Άσωτοι! Άσωτοι ποιοι είναι; Άσωτοι είναι τα παιδιά εκείνα, που φεύγουν από το σπίτι και γυρίζουν όλη νύκτα στα κέντρα τα αμαρτωλά, στα νυχτερινά κέντρα, και το πρωί έρχονται στο σπίτι σε ελεεινή κατάσταση, άσωτες είναι οι θυγατέρες που περιπατούν δεξιά και αριστερά και έχουν το σπίτι ξενοδοχείον ύπνου και φαγητού, άσωτοι είναι οι άντρες οι παντρεμένοι που αφήνουν τις γυναίκες των και ζουν παρανόμως με παλλακίδας και με πόρνας, και ξοδεύουν τα χρήματά των ενώ τα παιδιά των είναι νηστικά, άσωτοι είναι οι χαρτοπαίχται οι οποίοι διέρχονται τις νύχτες εις τα χαρτοπαίγνια, άσωτοι… μόνον αυτοί είναι άσωτοι; Όχι, είναι μεγάλος ο αριθμός των ασώτων∙ άσωτοι∙ τότε μόνον θα καταλάβουμε το Ευαγγέλιο εάν πούμε ότι άσωτοι δεν είναι μόνο αυτά τα πρόσωπα που αριθμήσαμε, αλλά άσωτοι είμεθα όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως. Δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να μην είναι κατά τινα βαθμόν άσωτος. Και άσωτος είναι πας αμαρτωλός και όπως λέει το Ευαγγέλιον και η Αγία Γραφή, δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να «ζήσεται και ουχ αμαρτήσει». Όλοι αμαρτάνομε. Όλοι είμεθα παραβάται των εντολών του Θεού. Όλοι είμεθα άσωτοι, άντρες και γυναίκες και παιδιά. Άσωτοι! Αμαρτάνομεν, και πώς δεν αμαρτάνομεν; Και μία ημέρα αν ζήσει ο άνθρωπος επί της γης είναι αμαρτωλός∙ αμαρτάνομε με τα μάτια μας που βλέπουν τα αισχρά και ακατονόμαστα, αμαρτάνομε με τα αυτιά μας που ακούμε ημέρα και νύκτα πράγματα τα οποία δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να ακούσωμε, αμαρτάνομε με τα χέρια μας που πάμε στα δικαστήρια και παλαμίζουμε το Ιερόν Ευαγγέλιον, αμαρτάνομε με τη γλώσσα μας που κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει με συκοφαντίες και διαβολές, αμαρτάνομε που βλαστημάμε το Θεό, αμαρτάνομε με το κορμί μας ολόκληρο, αμαρτάνομε με τη σκέψη μας, με την καρδιά μας, με τους διαλογισμούς μας, αμαρτάνομε την ημέρα, αμαρτάνομε την νύκτα, αμαρτάνομε στους δρόμους, αμαρτάνομε στις πλατείες, κι’ εδώ ακόμα στην εκκλησία που ερχόμεθα, κι’ εδώ, την ώρα που λέει η Εκκλησία «άνω σχώμεν τας καρδίας» το μυαλό μας δεν είναι στο Θεό αλλά το μυαλό μας είναι έξω, ρεμβάζει εις τα κοσμικά και επίγεια, αμαρτία ολόκληρος είναι ο άνθρωπος. Να απελπισθούμε; Όχι! Δεν πρέπει να απελπισθούμε! Γιατί; Δεν πρέπει να απελπισθούμε οσαιδήποτε και αν είναι αι αμαρτίαι μας∙ ήρχισα με τον ιερόν Χρυσόστομον, τελειώνω με τον ιερόν Χρυσόστομον: κάθε αμαρτία που κάνει ο άνθρωπος, είτε μικρά είτε μεγάλη, κάθε μικρά αμαρτία τι είναι; κάρβουνο του διαβόλου είναι, κάρβουνο αναμμένο, κάρβουνο που καίει, κάρβουνο που πυρπολεί, κάρβουνο που διαλύει και καταστρέφει την ανθρωπότητα. Κάρβουνα λοιπόν. Με τη διαφορά, ότι ο ένας έχει πέντε κάρβουνα αναμμένα μεσ’ στην καρδιά του που τον καίνε, κι άλλος έχει εκατό κάρβουνα, κι άλλος έχει διακόσια κάρβουνα, κι άλλος έχει τρακόσια κάρβουνα. Τι συμβαίνει; Όσα κάρβουνα, πες μου, πόσες αμαρτίες, και τα αμαρτήματά σου ακόμα να είναι βουνό, Καϊμακτσαλάν να είναι, κι αν παρουσιαστεί ακόμα άνθρωπος που να έχει αμαρτίες όσον κανείς άλλος άνθρωπος, κι αν οι αμαρτίες του είναι ένα σωρό κάρβουνα αναμμένα, έλα λέει ο Χρυσόστομος, πάρε τα κάρβουνα τα αναμμένα και ρίψετέ τα εις τη θάλασσα. Η θάλασσα παλεύει με τη φωτιά, αλλά ποτέ η φωτιά δε νικάει τη θάλασσα, η θάλασσα νικάει τη φωτιά! Φωτιά ποια είναι; τα αμαρτήματά μας οσονδήποτε μεγάλα και αν είναι.

0Θάλασσα απέραντος, ωκεανός, Ατλαντικός ωκεανός, Ειρηνικός ωκεανός, είναι το έλεος και η αγάπη του Θεού. Ελάτε λοιπόν αδελφοί μου συναμαρτωλοί, άνδρες, γυναίκες, ασπρομάλληδες γέροντες, μικρά παιδιά και νεότης, ελάτε να πάρουμε τα κάρβουνα την άγιαν αυτή περίοδο, την Κυριακή του Ασώτου, τα μικρά αμαρτήματά μας που έχομεν όλοι μας, και να τα ρίψωμε στο πέλαγος του Θεού, στην απέραντον αγάπη του Θεού, και ο Θεός που εδέχθηκε τον άσωτον υιόν θα δεχθεί και εμάς και τότε, χαρά γίνεται στον Ουρανό, επ’ ενί αμαρτωλώ μετανοούντι.



Άρθρο του Σεβ.Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου, για το Amen.gr
Από τη μιά παρακολουθούμε με θλίψη και απορία 
την έκβαση των πολιτικών οικονομικών εγκλημάτων 
στον τόπο και την υποκριτική επιλύσεώς τους,
 και από την άλλη βιώνουμε με ικανοποίηση και
 θαυμασμό την συστράτευση του λαού μας σε
 αλληλέγγυες
 πράξεις φιλανθρωπίας και προσφοράς για την
 ανακούφιση 
των ασθενεστέρων.

Ελεηνολογούμε τους πολιτικούς ταγούς και χαιρόμαστε 
το λαό μας που ανέδειξε μέσα από την ψυχή του τέτοιες δυνάμεις.

Άνθρωποι νέοι και ώριμοι, εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, άνδρες και γυναίκες
 εντάσσονται σε υπάρχουσες δομές, εκκλησιαστικές και αυτοδιοικητικές, προκειμένου
 να προσφέρουν σε Ιδρύματα και συσσίτια. Άλλοι συγκροτούν άτυπες ομάδες που 
περιφέρονται τις νύχτες για να παράσχουν φαγητό και ρουχισμό σε αστέγους.
 Κι άλλοι αυτοδιατίθενται σε εθελοντικά σύνολα, πρόθυμοι σε κάθε κάλεσμα 
οποιουδήποτε.

Έτσι• Περιφερειακές Ενότητες, Δήμοι, Ενώσεις, Νοσηλευτήρια,  Σύλλογοι, σε 
ολόκληρη τη Χώρα δραστηριοποιούνται έντονα, κάποτε και 
αλληλοεπικαλυπτόμενοι, με ζήλο και ανταγωνιστική μερικές 
φορές, τακτική. 

Με πρωτόγνωρες ιδέες, με εξαιρετική αμεσότητα, με θαυμαστή
 αποτελεσματικότηταπροσπαθούν και επιτυγχάνουν πολλά,
 πάρα πολλά.

Δεν υπάρχει, στ´ αλήθεια άλλος τρόπος να απαντήσουμε στην κρίση. Όλοι λένε ότι είναι
 κρίση πνευματική κι ενώ οι πολιτικοί μας που την δημιούργησαν πασχίζουν χωρίς να 
πείθουν πως θα την λύσουν, ο λαός μας υπερακοντίζοντας, την θεραπεύει με πνευματικά
 κριτήρια.

Οι μέχρι χθές αδιάφοροι και εγωϊστές, οι μέχρι τώρα φίλαυτοι και ωχαδελφικοί Έλληνες, 
ενεργοποιώντας τα γονίδια της φυλής μας επιδεικνύουν τόσες υπνώτουσες αρετές και αξίες,
 που θα ορκιζόμασταν προ καιρού ότι είχαν εξάπαντος εξαλειφθεί από την ελληνορθόδοξη
 ψυχοσύνθεση.

Κι όμως, υπάρχουν. Ο Θεός να ευλογεί τον λαό μας, ο Χριστός να παραστέκει τους 
αδύναμους αδελφούς του, η Παναγία μας να αγκαλιάζει τα παιδιά της και οι άγιοί μας,
 που στολίζουν κάθε βουνό και κάμπο, κάθε στεριά και παραλία, να μας κρατούν από το
 χέρι στο σεισμό που μας ταρακουνάει.

Δεν χάθηκε η ελπίδα. Δεν απέβησαν μάταια τα κηρύγματα, οι λειτουργίες,
 οι αγρυπνίες της χριστιανικής Εκκλησίας στον τόπο. 

Δεν ξαγρυπνούν αναποτελεσματικά τα μοναστήρια στη Χώρα. 
Καλλιεργείται ο λαός, κρατιέται ζωντανή η Πίστη, μένει ζεστή η φωτιά της 
αγάπης του Ευαγγελίου, αναμένη φλόγα της
 προσφοράς προς τον συνάνθρωπο, που διδάσκει η Εκκλησία.
 Ακόμα κι όταν ο λαός μας έχει παράπονα από τους εκκλησιαστικούς ταγούς του,
 ακούει τα λόγια τους, αντλεί από την διδαχή τους.

Ζεί Κύριος ο Θεός στην Ελλάδα. Έχει ελπίδες ο τόπος και υπάρχει μέλλον
 γ' αυτόν. Ας συνεχίσουμε έτσι.

Εις εαυτόν ελθών-Γέροντα Παισίου

αντγραφή απο

Ο Θεός  είναι  πολύ  κοντά  μας,  άλλα  και  πολύ  ψηλά.  Για  να  κάμψη  κανείς  τον  Θεό,ώστε  νά  κατεβή  να  μείνη  μαζί  του,  πρέπει  νά  ταπεινωθή  και  νά  μετανοήση.  Τότε  ό πολυεύσπλαχνος Θεός, βλέποντας  την ταπείνωση του,  τον υψώνει ώς  τούς Ουρανούς  και τόν  αγαπάει  πολύ.  ­Χαρά  εσται  εν  τω  ούρανω επί  ένί  άμαρτωλω  μετανοουντι,  λέει  τό Ευαγγέλιο.
Ό  Θεός  έδωσε  στον  άνθρωπο  τόν  νου,  γιά  νά  αναλογίζεται  τό  σφάλμα  του,  νά μετανοη και  νά  ζητάη συγχώρηση. Ό αμετανόητος άνθρωπος είναι σκληρό πράγμα.  Είναι πολύ ανόητος, επειδή δεν θέλει νά μετανοήση, γιά νά απαλλαγή από τήν μικρή κόλαση πού ζή,  ή  οποία  τόν  οδηγεί  στήν  χειρότερη,  τήν  αιώνια.  Έτσι  στερείται  και  τις  επίγειες παραδεισένιες  χαρές,  οί  όποιες  συνεχίζουν  στόν Παράδεισο, κοντά  στον  Θεό,  μέ  τίς πολύ μεγαλύτερες χαρές, τίς αιώνιες.
Όσο ό  άνθρωπος  βρίσκεται  μακριά  άπό  τόν  Θεό,  είναι  εκτός  εαυτού.  Βλέπεις,  στο Ευαγγέλιο γράφει ότι ό άσωτος υιός ­εις εαυτόν έλθών είπε-πορεύσομαι προς τον πατέρα μου.  Δηλαδή,  όταν  συνήλθε,  όταν  μετάνοιωσε,  τότε  είπε:  Θα  επιστρέψω  στον  πατέρα μου.  Όσο  ζούσε  στήν  αμαρτία,  ήταν  εκτός  εαυτού,  δέν  ήταν  στα  λογικά  του,  γιατί  ή αμαρτία είναι έξω από τήν λογική.
- Γέροντα,  ό  Άββάς  Άλώνιος  λέει:  ­Έάν  θέλη  ό  άνθρωπος,  από  πρωί  εως  εσπέρας γίνεται εις μέτρον θείον. Τί εννοεί;
- Ή πνευματική ζωή δέν θέλει χρόνια. Σέ ένα δευτερόλεπτο μπορεί νά βρεθή κανείς απότήν  κόλαση  στον  Παράδεισο,  άν  μετανοήση.  Ό  άνθρωπος  είναι  τρεπτός. Μπορεί  νά  γίνη άγγελος,  μπορεί  νά  γίνη  διάβολος.  Πά  πά  πά,  τί  δύναμη  έχει  ή  μετάνοια!  Απορροφά  τήν θεία Χάρη. Έναν λογισμό ταπεινό νά φέρη στον νου του ό άνθρωπος, σώθηκε. Έναν λογισμό υπερήφανο  νά  φέρη,  άν  δέν  μετανοήση  και  τον  βρή  ό  θάνατος,  πάει,  χάθηκε.  Βέβαια,  ό ταπεινός  λογισμός  πρέπει  νά  συνοδεύεται  και  από  τον  εσωτερικό  αναστεναγμό,  τήν
εσωτερική  συντριβή.  Γιατί  ό  λογισμός  είναι  λογισμός,  άλλά  υπάρχει  και  ή  καρδιά.  ­Όλη ψυχή και διάνοια και καρδία, λέει ό υμνωδός. Νομίζω όμως ότι ό Άββάς εδώ εννοεί μιά πιο μόνιμη κατάσταση. Χρειάζεται ένα διάστημα, γιά νά φθάση κανείς σέ καλή κατάσταση.
Σφάλλω,  μετανοώ,  συγχωρούμαι  αυτήν  τήν  στιγμή.  Άν  έχω  αγωνιστικό  πνεύμα,  μπορώ σιγά-σιγά νά σταθεροποιήσω μιά κατάσταση, άλλά μέχρι τότε ταλαντεύομαι.
- Γέροντα,  ένας  άνθρωπος  ηλικιωμένος  μπορεί  νά  βοηθήση  πνευματικά  τον  εαυτό του;
- Ναί,  ίσα-ίσα,  όταν  κανείς  γεράση,  τού  δίνεται  ή  δυνατότητα  νά  μετανοήση,  γιατί φεύγουν οί ψευδαισθήσεις. Πρώτα, επειδή είχε σωματικές δυνάμεις και δέν δυσκολευόταν, δέν καταλάβαινε τις αδυναμίες του και νόμιζε ότι βρισκόταν σέ καλή κατάσταση. Τώρα πού 
έχει δυσκολίες και γκρινιάζει, βοηθιέται νά καταλάβη ότι δεν είναι εντάξει, ότι χωλαίνει, και νά  μετανοήση.  Αν  αξιοποίηση  πνευματικά  τά  λιγώτερα  χρόνια  της  ζωής  του  πού  του έμειναν και χρησιμοποίηση και τήν πείρα πού του άφησαν τά περισσότερα χρόνια της ζωής του πού πέρασαν, δεν θά τόν άφήση ό Χριστός, θά τόν έλεήση.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...