Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 10, 2012

Το χρονικό της εκταφής του αφθάρτου σκηνώματος του οσίου πατρός ημών Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου


Αρχιμ.Δαμασκηνός Θ.Ζαχαράκης Ηγούμενος Ιεράς Μονής Αγάθωνος
Αντί Προλόγου
Η 3η Μαρτίου 2006 είναι για το μοναστήρι μας μια μέρα ιδιαίτερα ευλογημένη από τον Θεό, αφού τη μέρα αυτή, έγινε από τους πατέρες της μονής η εκταφή του προ δεκαπενταετίας αποβιώσαντος αδελφού της Ιεράς μονής μας πατρός Βησσαρίωνος Κορκολιάκου, κατά την οποίαν το ευλογημένο σκήνωμα του βρέθηκε ολόκληρον, άφθαρτον και ευωδιάζον!
Το γεγονός αυτό μας συγκλόνισε όλους και μας προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση και μεγάλο θαυμασμό.
Με τους πατέρες της μονής, συγκλονισμένοι από την πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία, διαχειριστήκαμε το γεγονός αυτό με φόβο Θεού, ταπείνωση και προσοχή, υπακούοντες πάντοτε στις οδηγίες του Μητροπολίτη μας, και ενεργούντες σύμφωνα με όλα όσα η Αγία μας Εκκλησία ώρισε, χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση.
Το θαυμαστό αυτό γεγονός έγινε ταχύτατα γνωστό, όχι μόνο στην Ελληνική επικράτεια, αλλά και σ’ ολόκληρη τη χριστιανική οικουμένη. Χιλιάδες προσκυνητών κατέκλυσαν το μοναστήρι μας για να καταθέσουν το σεβασμό τους στο ιερό σκήνωμα του ευλογημένου Γέροντος.
Ένα απόγευμα του φετινού δεκαπενταύγουστου, μου ήρθε ο λογισμός να γράψω, σε έμμετρο λόγο, όλα όσα θαυμαστά ζήσαμε κατά τις ευλογημένες εκείνες ήμερες του Μαρτίου του 2006 και όχι μόνο.
Πήρα το μολύβι κι άρχισα να γράφω. Χωρίς να το καταλάβω είχε ήδη συμπληρωθεί ολόκληρο ποίημα ογδόντα οκτώ στροφών, όπου περιγράφεται συνοπτικά το χρονικό της εκταφής.
Το ποίημά μου αυτό το διαβάσαμε επανειλημμένα με τους πατέρες της μονής, με τους οποίους συναποφασίσαμε να του δοθεί μορφή φυλλαδίου καίνά διατίθεται στους προσκυνητές της μονής μας, ώστε και αυτοί να γίνουν, μέσα από αψευδείς μαρτυρίες, κοινωνοί του θαυμαστού αυτού γεγονότος.
π. Δαμασκηνός
Σαν τ’ είν΄αυτό πού έγινε ψηλά στο μοναστήρι
και σήμανε σ’ όλη τη γη παγκόσμιο ξυπνητήρι;
Σαν τ’ είν’ αυτό πού βρέθηκε στη γη την αγιασμένη
και τράνταξε συθέμελα όλη την οικουμένη;
Δεν βρήκαν λίρες, θησαυρούς, σμαράγδια και πετράδια,
βρήκαν Αυτόν πού έδειξε τον ουρανού σημάδια!
Στον τάφο τ’ άγαθού παπά πήγαν οι καλόγεροι,
να κάνουνε την προσευχή, ν’ ανάψουν τ’ άγιοκέρι.
Μέσ’ απ’ το μνήμα έβγαινε ουράνια ευωδί
κι απόκοσμα ακουγότανε αγγέλων υμνωδία.
Θαμμένος έμενε εκεί ο Γέρο-Βησσαρίων,
αυτός πού ακολούθησε τα ίχνη μακαρίων.
Αναπαυότανε εκεί για δεκαπέντε χρόνια,
Εκείνος πού η μνήμη του θα μένει αιώνια!
Πήρανε την απόφαση τον τάφο του ν’ ανοίξουν,
το ζήτησαν οι ειδικοί, τα κτίρια να στηρίξουν.
Έκαναν το τρισάγιο και πήραν τα τσαπιά,
τα τούβλα αφαιρέσανε στη μπροστινή πλευρά.
Και είδαν τα εξαίσια στο ιερό το δώμα,
άθικτο τ’ άγιο φέρετρο βρισκόταν μες στο χώμα![1]
Αυτό πού φανταζόμασταν πώς ίσως του συμβεί,
το μαρτυρούσε φανερά η αγία του ζωή.
Πάνω απ’ τον Αγάθωνα φάνηκε ένα φως,
το είδανε οι χριστιανοί και ρώταγαν το «πώς».
Ποτέ δεν θ’ άφηνε ο Χριστός τον όσιο στη λήθη,
με θαύμα Του φανέρωσε την αρετή στα πλήθη.
Με δέος και κατάνυξη το σήκωσαν στα χέρια
και μές στον τάφο άναψαν κεριά και κανδηλέρια.
Μπροστά στον τάφο αμίλητη στέκει η συνοδεία,
σαν ν’ άνοιξε μυροδοχειό σκόρπισ’ η ευωδία.
Το σκέπασμα σαν σήκωσαν, τί ήταν να δουν μπροστά τους;
Θολώσανε τα μάτια τους, αγαλλίασε η καρδιά τους.
Ολόσωμος ο Γέροντας μέσα στο φέρετρό του,
ο χρόνος δεν ακούμπησε το σώμα το δικό του.
Άφθαρτο και ακέραιο το αγιασμένο σώμα,
καθόλου δεν το άγγιξαν τα χρόνια και το χώμα.
Το πρόσωπό του ήρεμο, τα γένια του σωσμένα,
τα άμφιά του άθικτα τα χιλιοβλογημένα.
Το Ευαγγέλιο κρατεί με το δεξί του χέρι,
το τί διδάσκει με αυτό, καθένας μας το ξέρει.
Πρώτα σε μας τους ιερείς κηρύττει και διδάσκει,
στού κόσμου τ’ αναγνώσματα κανένας μας μή χάσκει.
«Αυτό είν’ το βιβλίο σας, πού δίδαξ’ ο Θεός σας,
όλοι σ’ αυτό οι χριστιανοί νάχετε το μυαλό σας.
Εκεί είν’ το άγιο θέλημα πού αγιάζει την ψυχή σας
και γαληνεύει σωστικά και σας και τη ζωή σας.
Μή φεύγετε ποτέ απ’ αυτό, στο λόγο στοιχηθείτε,
μπείτε στα σπίτια των φτωχών και μές στους δρόμους βγει
Κάμετε φίλους του Θεού, ζεστάνετε την καρδιά τους,
γίνετε η ελπίδα τους μές στην απελπισιά τους».
*  *  *
Σηκώσανε μές στο φέρετρο οι μοναχοί στους ώμους,
Εκείνον πού ενίκησε της φύσεως τους νόμους!
Μες στο ναό τον έβαλαν μπρος στην Ωραία Πύλη
κι ανάψανε με σεβασμό το πρώτο του καντήλι.
Κάλεσε ο ηγούμενος όλους να γονατίσουν,
τον αγιασμένο Γέροντα σεμνά να προσκυνήσουν.
Με δάκρυα οι μοναχοί το σκήνωμα κυκλώνουν
και πάνω προς τον ουρανό τα χέρια τους υψώνουν.
«Μεγάλο είν’ το θαύμα Σου για μάς, τους ταπεινούς,
πού στη μονή Σου χάρισες, στους έσχατους καιρούς.
Σ’ ευχαριστούμε, Κύριε, για τη μεγάλη χάρη»,
έκραζαν με συγκίνηση μπρος στο προσκυνητάρι.
Πήγαν στη μάνα Παναγιά κι άναψαν θυμιατήρι,
τη φχαριστούσαν πούδωσε Άγιο στο μοναστήρι.
*  *  *
Ειδοποιήσανε ευθύς τον Άγιο Δεσπότη,
της ευσεβούς Φθιώτιδας τον ιερό επόπτη.
Εκείνος με κατάνυξη και έκπληξη μεγάλη,
τον όσιο εξήτασε προτού γνώμη να βγάλει.
Έψαλε το τρισάγιο, διάβασε την ευχή
καί σ’ όλους μας συνέστησε μεγάλη προσοχή.
Τον φώτισε ο καλός Θεός, τούδωσε αξιωσύνη,
να χειριστεί τα θαυμαστά με σπάνια σωφροσύνη![2]
Με εντολή τον όσιο φέραμε στα κελλιά,
εκεί πού θησαυρίζονται τα άγια οστά.
Ήρθαν γιατροί και ειδικοί, το θαύμα να ερευνήσουν,
τους κάλεσε ο Δεσπότης μας για να γνωμοδοτήσουν.
*  *  *
Ήρθε ιατροδικαστής[3], ο πιο σοφός απ’ όλους
κι εξήτασε τον Γέροντα με τις γνωστές μεθόδους.
«Θεέ μου», βροντοφώναξε, «τί είν’ αυτό πού βλέπω;
Άλλη εμπειρία σαν αυτή στα χρόνια μου δεν έχω.
Πρώτη φορά μου συναντώ σκήνωμα στη ζωή μου,
με απορία το κοιτώ και τρέμει η ψυχή μου.
Αυτό πού σήμερα θωρώ, βγαίνει απ’ τη λογική μου,
αγιασμένε γέροντα, βλόγησε τη ζωή μου.
Υποκλιθείτε, χριστιανοί, κάντε την προσευχή σας,
σιμώστε εδώ στον Γέροντα κι ανάψτε το κερί σας».
*  *  *
Μέρα τη μέρα έφτανε η είδηση στην πόλη,
νά’ ρθούν να προσκυνήσουνε επιθυμούσαν όλοι.
Χιλιάδες κόσμου έρχονταν τη μέρα στη μονή μας,
τόσο λαό δεν είδαμε σε όλη τη ζωή μας.
Επίσκοποι και ιερείς, των μοναχών τα πλήθη,
νά δουν αυτόν πού κόσμησε των χριστιανών τα ήθη.
Ήρθαν του Άθω οι μοναχοί να πάρουν ευλογίες,
του ουρανού μοσχοβολιές, της πίστης ευωδίες.
Ήρθαν κι απ’ τα ορθόδοξα της γης τα μοναστήρια,
του αγιασμένου Γέροντα να δούνε τα μυστήρια.
Σέρβοι, Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Ρώσοι και Μολδαβοί,
ήρθαν κι ύποκλιθήκανε στ’ άγιου την αρετή.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι τους στην αράδα,
κατέφθαναν στον Γέροντα απ’ όλη την Ελλάδα.
Να προσκυνήσουν ήθελαν, ν’ ανάψουν το κερί τους
και στον εργάτη του Θεού να πουν την προσευχή τους.
Τηλεοράσεις, ράδια, μ’ άκρατη φλυαρία,
μετέδωσαν την είδηση σ’ όλα τα πρακτορεία.
Μέσα στο χώρο της μονής έστησαν συνεργεία,
τον κόσμο πού συνάζονταν έβλεπαν μ’ απορία.
Κανέναν δεν εδιώξαμε κι ας έβγαζαν μανία,
σ’ όλους αντιπροσφέραμε θερμή φιλοξενία.
Όταν το θέλει ο Θεός, αυτό πού πάντα μένει
είν’ ο μισθός του ταπεινού, πού ξέρει να υπομένει.
Σ’ όλα τα πέρατα της γης μαθεύτηκε το θαύμα
και πόνεσε ο σατανάς απ’ το μεγάλο τραύμα.
Τα έθνη συνταράχτηκαν, εφρύαξαν λαοί,
η δυσφωνία έγινε παγκόσμια φωνή!
Τον μυστικό εργάτη Του φανέρωσε ο Θεός
και τη διακονία του την έλουσε με φώς.
Είπε, να εργαζόμαστε εδώ στη γη κρυφά
κι Αυτός θα δώσει το μισθό μια μέρα φανερά.
*  *  *
Μαζεύτηκαν στη λάρνακα όλοι οι πονεμένοι,
τα ορφανά και οι φτωχοί, όλοι οι δυστυχισμένοι.
Θυμούνται και ομολογούν του Γέροντα τις πράξεις,
μαζί τους συνομολογούν οι των αγγέλων τάξεις.
Θυμούνται πώς τους βόηθαγε, πώς πήγαινε στα σπίτια,
τους φρόντιζε μην πέσουνε στού πονηρού τα δίχτυα.
Φτωχά κορίτσια πάντρεψε, εσπούδασε παιδιά,
στήριξε με τον τρόπο του πολλά νοικοκυριά.
Μπήκε στα σπίτια των φτωχών, χόρτασε πεινασμένους,
βοήθησε στο διάβα του πολλούς αναγκεμένους.
Κανένα δεν εχρέωνε καλό στον εαυτό του,
όλα τα έκανε ο Χριστός, ο άγιος Θεός του!
Έλεγε για τα αγαθά πού μές στα σπίτια φέρνει,
δεν έχει τίποτε αυτός, απ’ τον Χριστό τα παίρνει.
Ήρθαν να πουν ευχαριστώ, θέλουν να τον τιμήσουν,
τον θαυμαστώσαντα Χριστό με δέος να υμνήσουν.
Λαμπάδες σαν το μπόϊ τους, εγωϊσμών συντρίμμια,
δώρα σ’ αυτόν πού ομόρφηνε του κόσμου την ασχήμια.
Οι αποθήκες γέμισαν, ξεχείλισαν πιθάρια,
τα γέμισαν οι χριστιανοί με λάδια και σιτάρια.
Στο άγιο παράδειγμα εκείνου στοιχημένοι,
οι μοναχοί τα πρόσφεραν να φάν’ οι πεινασμένοι.
*  *  *
Στη Σύνοδο την είδηση έφερε ο Δεσπότης,
Αυτή είναι των χριστιανών, της πίστης παντεπόπτης.
Το θαύμα, των συνοδικών κατέπληξε τον νου
κι ομόφωνα τ’ ονόμασαν «σημείο τ’ ουρανού»[4].
Στη λάρνακα ο Γέροντας κοιμάται με γαλήνη
Στις επικλίσεις των πιστών, ευεργεσίες δίνει.
Θαύματα μας ομολογούν σχεδόν την κάθε μέρα,
κι ευχαριστούν ολόψυχα τον άγιο Πατέρα.
Στηρίζει και παρηγορεί, αρρώστους θεραπεύει,
δαιμονισμένους συγκρατεί, τα σπίτια γαληνεύει.
Αυτός πού σ’ όλη τη ζωή μοίραζε ευλογίες
και των πτωχών κατέπαυε τις τόσες δυστυχίες,
αυτός πού λύτρωνε ψυχές, με τ’ άγιο πετραχήλι,
πάλι απ’ το θρόνο του Θεού τα δώρα του θα στείλει.
Όποιος ζητάει λύτρωση, ελπίδα ας μη χάνει,
το είπε ο Άγιος Θεός: Πώς «ο αιτών λαμβάνει».
Αυτή τη χάρη ο Χριστός έδωσε στους αγίους,
στους ταπεινούς διακονητές, της πίστεως αξίους.
Ό,τι ζητήσει ο Άγιος, το δίνει ο Θεός μας
κι αυτό το διαισθάνεται ο ευσεβής λαός μας.
*  *  *
Τέσσερα χρόνια πέρασαν, άθικτος παραμένει
Και σ’ όσους τον παρακαλούν, τη χάρη διανέμει.
Όταν του κόσμου οι συμφορές κυκλώνουν τη ζωή μας,
στον Γέροντα να κάνουμε θερμά την προσευχή μας.
Τώρα στους δύσκολους καιρούς πού πιο πολύ πονάμε,
να’ ρχόμαστε στον Γέροντα να τον παρακαλάμε,
τα όποια μας προβλήματα πού η ζωή μας δίνει,
να τον επικαλούμαστε, Εκείνος να τα λύνει.
Κι αν περισσεύουν αγαθά κι υπάρχει η ευχέρεια,
να τα προσφέρουμε σεμνά εις των πτωχών τα χέρια.
Αυτό το έργο έκαμνε σε όλη τη ζωή του,
αυτό να κάνουμε κι εμείς, για νάμαστε δικοί του.
Όποιος βοηθάει τους φτωχούς, αγιάζει την ψυχή του,
τον ελεήμονα ο Θεός ονόμασε παιδί Του.
Ας σκύψουμε ευλαβικά στ’ άφθορο σκήνωμά του
κι ας φωτιστούμε στη ζωή άπ’ το παράδειγμα του.
Ταπεινό προσκύνημα
π. Δαμασκηνός
Μπορείτε ὀσοι θέλετε να ενισχύσετε το Ίδρυμα: «Γέρων Βησσαρίων της Ιεράς Μονής Αγάθωνος»
Σημειώσεις:
  1. «…Περιμέναμε μια καλή μέρα, επειδή έκανε πολύ κρύο, για να κάνουμε έκταφή.
»Η καλή μέρα ήταν η 3η Μαρτίου του 2006. Μια ηλιόλουστη μέρα, πραγματικά λαμπρή, πού έμελλε να γίνει για το μοναστήρι μας ακόμα λαμπρότερη. Κάναμε την πρωινή μας ακολουθία και μετά πήγαμε στο αρχονταρίκι. Μόλις βγήκε ο ήλιος, σηκωθήκαμε και ξεκινήσαμε για την εκταφή.
»”Πατέρες και αδελφοί”, τους είπα. “Πορευόμεθα προς τον τάφον του Γέροντος, ως εις Άγιον!”
»Κατεβήκαμε στον τάφο, διαβάσαμε το τρισάγιο και ένας-ένας προσκυνούσαμε και φιλούσαμε τον τάφον. Με ένα “κασμά”, αρχίσανε τα παιδιά να αφαιρούν τούβλα από την πρόσθια πλευρά του τάφου. Όταν βγήκαν τα πρώτα τούβλα, είδαμε μέσα το φέρετρο του π. Βησσαρίωνος “άφθαρτο” και εντυπωσιαστήκαμε. Μία ευωδία απλώθηκε σ’ όλο το χώρο. Κι αυτή η ευωδία παρέμεινε στον τάφο και την αισθάνθηκαν χιλιάδες προσκυνητές πού ήρθαν να προσκυνήσουν τον Γέροντα. Σιγά-σιγά βγάλαμε το φέρετρο έξω από τον τάφο και, κλειστό όπως ήταν, το μεταφέραμε στο νέο νεκροταφείο της μονής, για να μπορέσουμε εκεί, κάτω απ’ τον ήλιο, να συλλέξουμε τα οστά του Γέροντα. Σηκώνοντας το σκέπασμα του φέρετρου, είδαμε πώς το σάβανο του παππούλη ήταν άθικτο, καινούργιο, όπως το έβαλαν οι πατέρες, τότε στην ταφή! Με προσοχή αφαιρέσαμε το σάβανο και τον αέρα πού σκέπαζε το πρόσωπό του και τότε είδαμε το σώμα του Γέροντα ολόκληρον, άφθαρτον και εωδιάζον!
»Θεέ μου, αυτό πού νιώσαμε εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται με λόγια. Το κορμί μας έτρεμε ολόκληρο, τα γόνατά μας λύγισαν από μόνα τους. Με δάκρυα στα μάτια προσκυνήσαμε το ιερό σκήνωμα με έκδηλη τη χαρά στα πρόσωπά μας…»
(απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ. Δαμάσκηνου «Πώς έζησα τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη»).
  1. «..Λογιζόμενος “τί είη ταύτα”, έφερα εις την ενθύμησίν μου μαρτυρίας και διηγήσεις κληρικών και λαϊκών, τας οποίας μου είχον είπει, περί της αγάπης, της απλότητος, της φιλανθρωπίας, της ασκήσεως καί αγιότητος του ακαμάτου και ελεήμονος ανθρώπου του Θεού, ο οποίος εις την συνείδησιν του πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας υπήρξε μεμαρτυρημένης αρετής κληρικός. Ευρισκόμενος ενώπιον του σεπτού λειψάνου του είχα την βεβαιότητα ότι ευρίσκομαι ενώπιον λειψάνου αγίου. Την αυτήν αίσθησιν, όπως μου εδήλωσαν, είχαν και οι παρευρισκόμενοι αδελφοί της Ιεράς Μονής. Εδόξασα τον Θεόν και ηυχαρίστησα την Υπεραγίαν Θεοτόκον, διότι έλαχε εις την Αρχιερατείαν μου η υψηλή αύτη τιμή…»
(Από την έκθεσιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος προς την Ιεράν Σύνοδον).
  1. «…ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Επί τη βάσει των όσων είδα, ιδίοις όμμασι, σήμερα την 11/3/06 επισκεφθείς την Ιεράν Μονήν Αγάθωνος και ερευνήσας μόνον μακροσκοπικώς το σκήνωμα του μακαριστού π. Βησσαρίωνος, διεπίστωσα παράδοξον και μοναδικόν φαινόμενον κατά την διάρκειαν της υπερπεντηκονταετούς σχεδόν ιατροδικαστικής μου υπηρεσίας και καριέρας, δηλαδή διατηρήσεως ανθρωπίνου σώματος (σκηνώματος), ενδυμάτων (ιερών αμφίων), υποδημάτων, ως και φέρετρου, επί μίαν όλόκληρον δεκαπενταετίαν, σχεδόν ανέπαφων, από την ακατανίκητον φθοράν του χρόνου. Πρόκειται περί δυσεξήγητου φαινομένου, το οποίον μόνον ο επερχόμενος χρόνος θα διερμηνεύσει οπωσδήποτε αλαθήτως».
(Από την έκθεσιν του ιατροδικαστού Πάνου Γιαμαρέλλου).
  1. «…γ) Μετά διακρίσεως πολλής παρατηρεί το φαινόμενο κι αποφεύγει να προβεί στην εξαγωγή εσπευσμένων συμπερασμάτων ή να αποδεχθεί υπερβολικές, από κάθε πλευρά, εκδηλώσεις, θεωρεί όμως ότι το φαινόμενο αυτό συνιστά “σημείον” του ουρανού, δηλαδή μήνυμα προς τον λαό μας και την εποχή μας…»
(Από την απόφαση της Ιεράς Συνόδου)
πηγή: Αρχιμ. Δαμάσκηνου Θ. Ζαχαράκη, Ηγουμένου Ιεράς Μονής Αγάθωνος, Το χρονικό της εκταφής του αφθάρτου σκηνώματος του οσίου πατρός ημών Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου, Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγάθωνος
                                                                                                      

Η Επίσκεψη (ποίημα με ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ του Γέροντα Ιωσήφ)!!!




P7240284
Περπάταγα στον αρσανά και βλέπω σαν παιδάκι
να κλαίει με αναφιλητά, σεπτό ένα γεροντάκι.
Τι έχεις γέροντα ρωτώ και τρέχουνε τα μάτια
και σμίξανε τα δάκρυα, με του γιαλού τ΄ αλάτια;

Τέκνο μου είμαι ο Ιωσήφ, Γέρων Βατοπαιδίου
και ήρθα να ειδώ τα σπλάχνα μου, στη μάνδρα του πεδίου.
Ήρθε μαζί μου η Παναγιά και μου έδειξε την Σμύρνη
και για να πω μου ορμήνευσε, τι πρόκειται να γίνει.
Αγκάλιασα τη θάλασσα και επήγα στο Aϊβαλί
και η καρδούλα ράγισε σαν είδα μες την εκκλησιά, κάποιον Αλή.
Ήταν κοντά και μακριά, η Έφεσος και η Σμύρνη
Πανάγαθε, πώς άφησες τέτοιο κακό να γίνει;
Ερώτησα με δάκρυα Δέσποινα Παναγία
Ποιού μπότα μαύρη πάτησε, τη γη Σου αυτή Κυρία;
Πότε τα χρόνια που είπανε, της λευτεριάς το αστέρι,
θα έρθει απ την Ανατολή, ένας Θεός το ξέρει;
Είδα από την Ψέριμο, την Παλαιά Ελλάδα
και στα αρχαία χαλάσματα, έκλαιγε η μυθόπλαστη Παλλάδα.
Η Θράκη θέλει λευτεριά και η Καρπασία στενάζει
Σμύρνη και Πενταδάκτυλος, ξύπνα Ρωμιέ κραυγάζει.
Έμεινε στα παράλια, πόνος και ερημιά
και σβήσαν τα καντήλια μας εις τα νεκροταφειά.
Ένας λαός που δύσκολα τέτοιους ζυγούς θυμάται
θέλει το χάρο της σκλαβιάς, να΄ χει για να φοβάται.
Μου έδειξε η Παντάνασσα και της Ελλάδας μάνα
πως άναψε μες τη σκλαβιά, της λευτεριάς η δάδα.
Είδα τη γαλανόλευκη να κυματίζει στη Μίλητο , στην Αλικαρνασσό
και την ιαχή του γυρισμού, την άκουγαν μέχρι τη Λεμεσό.
Ακουσα τις καμπάνες, κοντά η Αγία Σοφιά
βουβά κτυπούσαν στην καρδιά για την ελευθεριά.
Ο Βασιλεύς, εξύπνησε, στου Ρωμανού την πύλη
αγαρηνός και άπιστος, κανένας δεν θα μείνει.

Είπε ο Γέρων και έφυγε από το μονοπάτι
και εγώ, χίλια σκεφτόμουνα πριν μπω μες το παλάτι.
Αντίκρισα την Παναγιά που δέχτηκε το βόλι
την ευχαρίστησα ξανά, που βρέθηκα, στο Άγιο Περιβόλι.
Γοργά η ματιά μου ρίχτηκε, σε ξύλινο σταυρό
και τότε άρχισα και γω, Παντάνασσα το αναφιλητό.
Γέρων Ιωσήφ, κοιμήθηκε την 1η Ιουλίου
Πανάχραντη, μα ήταν εδώ… εις την Βατοπαιδίου…

Ν. Φωκάς
από Τραπεζούντα και Κερύνεια
ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ στην Αθήνα

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΟΔΡΑΤΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΚΟΡΙΝΘΩ



Τῌ Ι' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΜΑΡΤΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Κοδράτου τοῦ ἐν Κορίνθῳ, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
Τῇ Ι' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Κοδράτου τοῦ ἐν Κορίνθῳ, 
καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, Ἀνέκτου, Παύλου, Διονυσίου, Κυπριανοῦ καὶ Κρήσκεντος.

Τῶν δυσσεβῶν τὴν πίστιν ὕβρεσι πλύνας
Τμηθεὶς Κοδρᾶτε σῶν ἀφ' αἱμάτων πλύνῃ.
Γνωστοῖς Ἄνεκτον σὺν δυσὶ κτείνει ξίφος,
Οἷς οὐκ ἀνεκτὸν μὴ θανεῖν Θεοῦ χάριν.
Ὁρῶν καταθνῄσκοντα Κρήσκεντα ξίφει,
Σπεύδει σὺν αὐτῷ Κυπριανὸς τεθνάναι.
Ἀμφὶ δεκάτῃ Κοδρᾶτον ξίφος ἐγκατέπεφνε.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Ἀναστασίας τῆς Πατρικίας.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ξύλοις θλασθεὶς τελειοῦται.

Ἐθαύμασαν βροτοὶ σε θλασθέντα ξύλοις,
Ἀμὴν λέγω σοι, Μαρκιανέ, καὶ νόες.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμὴν.

Νεομάρτυρες της Κρίσης (& Ομολογητές)




πηγή
Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά σίγουρα υπάρχουν. Είναι οι άνθρωποι που βλέπουν κομμάτια της ζωής τους να καταρρέουν –χάνουν τη δουλειά τους, το σπίτι τους, πεινούν, εγκαταλείπονται πιθανόν κι από την οικογένειά τους, θύματα ενός ανελέητου και απάνθρωπου διεθνούς παιχνιδιού– και, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να διατηρούν στην καρδιά τους εμπιστοσύνη στο Θεό και αγάπη για το συνάνθρωπο!

Οι άνθρωποι αυτοί είναι γνήσιοι πνευματικοί αγωνιστές. Η ζωή τους, ακόμα κι αν πηγαίνουν φυλακή για χρέη, ακόμα κι αν ψάχνουν για φαγητό στα σκουπίδια (στα δικά μου σκουπίδια, που κάνω πως δεν τους ξέρω, αφού ακόμη μου μένουν κατά καιρούς κάποια υπολείμματα και τα πετάω), έχει μια ποιότητα, διαμορφωμένη από τη θεία χάρη, που κατοικεί μέσα τους. Πονούν, αλλά δίπλα στον πόνο τους υπάρχει γαλήνη, αγάπη, ελπίδα και χαρά. Μια παράξενη χαρά, από το πλησίασμά τους στο Χριστό – πλησίασμα που οφείλεται ακριβώς στο ότι σηκώνουν το σταυρό τους με πίστη κι αγάπη, όπως είχε κάνει κι Εκείνος.

Η ζωή ενός ανθρώπου που ζει μέσα στη θεία χάρη είναι πιο χαρούμενη καιελεύθερη από τη ζωή κάποιου που ζει μέσα στα λεφτά ή στην ασφάλεια του σπιτιού του ή της επιτυχημένης καριέρας του.

Η ποιοτική ψυχή τους, και η ποιοτική ζωή τους, έχει θετικό αντίχτυπο στην αιωνιότητα. Όμως, χωρίς να το επιδιώκουν, επηρεάζει θετικά και τους συνανθρώπους, με τους οποίους έρχονται σε επαφή.

Ίσως δεν ξέρετε πως υπάρχουν κάποιοι άγιοι που επιλέγουν να ζουν ως άστεγοι και να τρέφονται ελάχιστα από ελεημοσύνες, παριστάνοντας τους τρελούς, για να μην καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως είναι άγιοι και να μην τους τιμούν. Στη γλώσσα της Ορθοδοξίας, ονομάζονται «σαλοί διά Χριστόν» (=τρελοί, εξαιτίας του Χριστού, τον οποίο υπεραγαπούν). Είναι η μόνη περίπτωση ορθόδοξων ασκητών που ζητιανεύουν (εκτός από τις περιπτώσεις εράνου λόγω μιας καταστροφής ή μιας μεγαλύτερης ανάγκης), αλλά κι εκείνοι ανταποδίδουν την προσφορά, προσευχόμενοι ειλικρινά και αποτελεσματικά για όλο τον κόσμο.

Αυτοί λοιπόν οι άστεγοι, κουρελήδες, περιθωριακοί, με την αγιότητά τους δίνουν ποιότητα στον τόπου όπου ζουν. Και η ποιότητα αυτή, που ξεκινάει από μέσα τους, τους συνοδεύει αιώνια, και εδώ και στον ουρανό.


Σαλοί άγιοι υπάρχουν και σήμερα. Η Γερόντισσα Ταρσώ (εικ.) στην Κερατέα Αττικής κοιμήθηκε το 1980. Η Στέλλα, το «Σπουργιτάκι του Θεού», που ζούσε στο κέντρο της Αθήνας, σκοτώθηκε από αυτοκίνητο το 2005… Γενικά, δεν ξέρω αν ο «τρελός» που συναντάω στο δρόμο είναι «γνήσιος» τρελός ή άγιος – και, υπόψιν, η συμπεριφορά μου απέναντί του είναι ένα είδος εξετάσεων μπροστά στο Θεό.

Αυτό σημαίνει ότι και δίπλα στο σκουπιδοτενεκέ της κοινωνίας μπορεί ν’ αγιάσεις.Και, επειδή πάντα υπάρχουν αγνοί άνθρωποι, αληθινοί χριστιανοί, με τον άδολο τρόπο της γιαγιάς μας, είμαι βέβαιος πως και ανάμεσα στα θύματα της οικονομικής κρίσης υπάρχουν κάποιοι, άγνωστοι, που αγιάζονται σηκώνοντας το σταυρό τους με πίστη κι αγάπη. Αυτοί δεν είναι μόνο «νεόπτωχοι», όπως τους χαρακτηρίζουν οι αναλυτες. Είναι νεομάρτυρες, σαν τους νεομάρτυρες της Τουρκοκρατίας και των αθεϊστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης: υποφέρουν, αλλά αντιστέκονται στο μικρόβιο που καταστρέφει την πίστη και την αγάπη.

Οι άνθρωποι αυτοί, ωστόσο, διαφέρουν από εκείνους που κραυγάζουν πως πρέπει να στηθούν κρεμάλες για εκείνους που μας πήραν τα λεφτά απ’ την τσέπη. Διαφέρουν από εκείνους που μισούν τους ενόχους. Και μοιάζουν στ’ αλήθεια «τρελοί», γιατί συγχωρούν τους ενόχους, όπως τους συγχωρούν και οι άγιοι. Ακόμα κι όταν αγωνίζονται για τα δικαιώματα του πλησίον ή για την ανόρθωση της κοινωνίας, δεν το κάνουν με μίσος και διάθεση εκδίκησης (ή ανελέητης «δικαιοσύνης»), αλλά με αγάπη.

Ίσως είσαι κι εσύ ένας απ’ αυτούς. Ή ίσως να θέλεις να γίνεις ένας απ’ αυτούς. Μη χάνεις το θάρρος και την ελπίδα σου. Ο Χριστός δε δίνει πάντα αυτό που του ζητάμε, αλλά συχνά αυτό που Εκείνος ξέρει ότι μας χρειάζεται. Αλλά είναι πιο κοντά μας απ’ ό,τι είναι η καρδιά μας.

Δηλαδή τι λέω; Να σταματήσουν οι αγώνες; Όχι φυσικά, αλλά να ξέρουμε πως δε ζούμε μόνο με ψωμί, αλλά και με Χριστό. Κι αν έχω καταστραφεί οικονομικά, κι αν είμαι στη φυλακή, αλλά έχω το Χριστό, είμαι ελεύθερος. Κι αν δεν έχω να φάω, αλλά έχω το Χριστό, ο Χριστός θα με θρέψει. Αν δεν έχω ούτε το Χριστό, τότε είμαι πραγματικά πεινασμένος, απελπισμένος, οργισμένος κι αξιοθρήνητος. Αυτό το ξέρουν οι Ορθόδοξοι της Αφρικής, που είναι πολλοί και θερμοί, και τώρα το μαθαίνουμε κι εμείς, αλλά ακόμα αντιστεκόμαστε γιατί θέλουμε μόνο τα μεροκάματά μας, όχι το Χριστό. Και τα δικαιούμαστε, αλλά χωρίς το Χριστό συχνά γεμίζουμε την ψυχή μας απελπισία, οργή και μίσος, δηλ. αυτά ακριβώς που ο Χριστός, στο Ευαγγέλιο, ζήτησε να αποφεύγουμε.

Ως μάρτυρες λογίζονται από τους αγίους και οι άνθρωποι που υποφέρουν μια οδυνηρή ασθένεια με πίστη κι αγάπη, καθώς κι εκείνοι που τους φροντίζουν, χωρίς να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στο Θεό και την αγάπη τους στο συνάνθρωπο. «Σήμερα, που δε γίνονται διωγμοί» έλεγε ο γέροντας Παΐσιος, «ο καρκίνος γεμίζει τον παράδεισο» (παρόλο που γίνονται και διωγμοί, ιδίως σε μουσουλμανικές χώρες).

Μια τελευταία παρατήρηση. Για ν’ αντέξει κάποιος τα βάσανα της ζωής μένοντας πιστός και καλός, χρειάζεται οπωσδήποτε τη στήριξή μου, τη στήριξη του διπλανού του. Όχι απαραίτητα τα λεφτά μου. Σίγουρα όμως την αγάπη μου, το χαμόγελό μου, την προσευχή μου. Γι’ αυτό λεγόμαστε «Εκκλησία» (δηλ. «συγκέντρωση», συνάντηση) και δεν είμαστε απομονωμένοι κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον – δυστυχώς όμως καταντήσαμε έτσι. Και χρειάζεται επίσης και τη βοήθεια του Θεού. Και η βοήθεια αυτή έρχεται με τα μέσα που μας έχουν διδάξει οι γιαγιάδες μας και οι άγιοι της Εκκλησίας μας: με την προσευχή, την εξομολόγηση, τη θεία μετάληψη, τον εκκλησιασμό (δηλ. το να πηγαίνουμε στην εκκλησία και να στεκόμαστε δίπλα στο συνάνθρωπο), τη νηστεία – όταν φυσικά γίνονται γι’ αυτό το σκοπό κι όχι εθιμοτυπικά ή υποκριτικά.

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

Ποιὰ ἡ θέση τῶν παιδιῶν στὴν Ἐκκλησία Μαγδαληνή Μοναχή






Τὰ παιδιὰ στὴν Ἐκκλησία μας εἶναι πλήρη μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἔχουμε εἰδικὲς ἀκολουθίες γιὰ παιδιά, ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐμπειρία τῶν λειτουργικῶν ἀκολουθιῶν δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον λογική.

Ἀκόμα κι ἕνα παιδὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅλα ὅσα συμβαίνουν μπορεῖ νὰ δεῖ, νὰ ἀκούσει, νὰ ὀσφρανθεῖ, νὰ γευθεῖ, νὰ ἀγγίξει… καὶ νὰ ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν πρέπει νὰ στεροῦμε τὰ παιδιὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία· πρέπει νὰ τὰ προετοιμάζουμε ὥστε νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ἀξία της, νὰ τὴν περιμένουν μὲ χαρὰ καὶ νὰ συμμετέχουν σ’ αὐτὴν μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ ὅλους τοὺς δυνατοὺς τρόπους. 

Οἱ γονεῖς δὲν πρέπει νὰ φορτώνουν ὑπερβολικὰ τὰ παιδιὰ μὲ προσευχὲς μεγάλης διάρκειας στὸ σπίτι ἢ πηγαίνοντάς τα σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι θέλουν νὰ συμμετέχουν σ’ αὐτές. Δὲ θὰ θέλαμε νὰ κυριεύει τὰ παιδιά μας ἡ τεμπελιά, ὅταν πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, ἀλλά, ἂν στὰ μάτια τους ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι παρὰ μία βαρετὴ ὑποχρέωση, εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον της. 

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν καθημερινὴ πρωινὴ καὶ βραδυνὴ προσευχὴ τῆς οἰκογένειας, εἶναι δύσκολο νὰ ὁρισθεῖ συγκεκριμένη χρονικὴ διάρκεια. Οἱ ἡλικίες καὶ οἱ χαρακτῆρες τῶν παιδιῶν μπορεῖ νὰ διαφέρουν καὶ οἱ ψυχικὲς διαθέσεις τους νὰ μεταβάλλονται ἀπὸ μέρα σὲ μέρα. Τὸ βασικὸ εἶναι νὰ δίνουν οἱ γονεῖς τὸ παράδειγμα, χωρὶς ἐπίδειξη, τῆς τακτικῆς προσευχῆς ὡς φυσικοῦ τμήματος τῆς ἡμέρας καὶ τὰ παιδιὰ νὰ βλέπουν πὼς ὠφελοῦνται ἀπ’ αὐτὴν. Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ συμβουλεύονται τὸν πνευματικό τους πατέρα γιὰ κάθε παιδί τους καὶ ἀκόμα νὰ μοιράζονται τὶς ἐμπειρίες τους μὲ ἄλλους γονεῖς. Ὅταν τὰ παιδιὰ ξέρουν νὰ διαβάζουν, προτιμοῦν συχνὰ νὰ λένε τὶς προσευχὲς τους μόνα τους, μπροστὰ στὶς δικές τους εἰκόνες ἢ στὸ οἰκογενειακὸ εἰκονοστάσι. Ἐπίσης ἀρέσει στὰ παιδιὰ νὰ συμμετέχουν στὴν ἀνάγνωση, ὅταν ὅλη ἡ οἰκογένεια προσεύχεται μαζί. Εἶναι δυνατὸν ἀκόμα νὰ πάρουν κάποιες κατευθυντήριες γραμμὲς ἀπὸ τὸν πνευματικό τους, ἴσως καὶ ἕναν σύντομο κανόνα προσευχῆς, ἂν μποροῦν νὰ τὸν «σηκώσουν». Ἡ εἰλικρινὴς καὶ τακτικὴ προσευχὴ εἶναι πιὸ σημαντικὴ ἀπὸ τὴν ποσοτικὰ μεγάλη προσευχή. Εἶναι καλύτερα γιὰ τὸ παιδὶ νὰ ἔχει ἕναν πολὺ σύντομο «κανόνα» (ἔστω καὶ λίγων λεπτῶν)· μπορεῖ βέβαια, νὰ αὐξήσει τὸ χρόνο τῆς προσευχῆς μόνο του, ἀνάλογα μὲ τὴν ἔμπνευσή του. Οἱ ὑπενθυμίσεις γιὰ προσευχὴ δὲ θὰ εἶναι ἀπαραίτητες, ἂν τὸ παιδὶ ἔχει ἀποκτήσει τὴ συνήθεια νὰ προσεύχεται καὶ ἔχει ἀντιληφθεῖ πόσο ἀναγκαῖο εἶναι νὰ ζητοῦμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.


Εἶναι σίγουρο πάντως πώς, μὲ τὸ νὰ εἴμαστε συνεχῶς πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ παιδιοῦ γιὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίζουμε «τὸ καθῆκον τῆς προσευχῆς», δὲ θὰ τὸ βοηθήσουμε σὲ καμμιὰ περίπτωση. Γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς προσχολικῆς ἡλικίας οἱ τακτικὲς προσευχὲς πρέπει νὰ θεωροῦνται ὡς στόχος ἀλλὰ οἱ γονεῖς δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχοῦν, ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθεῖ καθημερινά. Μία σύντομη προσευχὴ δίπλα στὸ κρεβάτι μὲ τὸν ἕνα ἢ καὶ τοὺς δύο γονεῖς εἶναι σὲ πολλὲς περιπτώσεις εὐκολότερο νὰ πραγματοποιηθεῖ, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ προσευχὲς πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό.


Εἶναι ἀδύνατον νὰ δοθεῖ ἕνας γενικὸς κανόνας, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, τὶς ὁποῖες θὰ πρέπει νὰ παρακολουθοῦν τὰ παιδιά. Κάθε περίπτωση ἀπαιτεῖ σκέψη καὶ προσευχὴ καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς πνευματικοῦ πατέρα. Τὸ βασικὸ εἶναι νὰ γνωρίζουμε ὅτι οἱ χριστιανοὶ γονεῖς δὲν θὰ πρέπει νὰ αἰσθάνονται ἔνοχοι, ἂν γιὰ χάρη τῶν παιδιῶν τους, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὰ ἴδια πνευματικὰ μέτρα μ’ αὐτούς, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία λιγότερο τακτικὰ ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἤθελαν. Δὲν πρέπει νὰ κατηγοροῦμε οὔτε νὰ μνησικακοῦμε ἐναντίον τῶν παιδιῶν μας· εἶναι προτιμότερο νὰ τὸ δεχθοῦμε, ἀφοῦ ἀφορᾶ, μακροπρόθεσμα, τὸ καλὸ τῶν παιδιῶν καὶ τὴ σωτηρία τους. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, γονεῖς ποὺ ἔχουν ἀποδεχθεῖ μία τέτοια κατάσταση, αἰσθάνονται πιὸ κοντὰ στὸ Θεό, γεύονται τὴ χάρη Του συχνότερα ἀπ’ ὅτι πρίν, ὅταν παραμελοῦσαν τὴν οἰκογένειά τους γιὰ νὰ παρακολουθήσουν πολλὲς φορὲς τὴν ἑβδομάδα τὶς ἀκολουθίες ἢ ἔφερναν τὰ παιδιὰ τους πιὸ συχνὰ ἀπ’ ὅ,τι ἔπρεπε στὴν ἐκκλησία. Ἡ ζωὴ τῶν παιδιῶν μας γίνεται καὶ δική μας ζωή· αὐτὴ εἶναι ἡ κένωσή μας ὡς γονεῖς καὶ αὐτὴ θὰ μᾶς φέρει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. «Κάθε τι στὴν ὥρα του»· ὅταν τὰ παιδιὰ μας γίνουν ἀνεξάρτητα θὰ ἔχουμε περισσότερο χρόνο γιὰ νὰ παρακολουθοῦμε τὶς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας ὅπως καὶ ὅσο θέλουμε.


Σὲ κάθε ἀκολουθία «παρατιθέμεθα ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ». Ἂν δὲν μποροῦμε νὰ νηστέψουμε ἢ νὰ μελετήσουμε ἢ νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, ὅσο θὰ θέλαμε, πρέπει νὰ ὑπενθυμίζουμε στὸν ἑαυτό μας ὅτι ἡ ζωὴ τῆς προσευχῆς πρέπει νὰ εἶναι γνήσια, ὄχι τεχνητή. Ὅταν ζοῦμε ρεαλιστικὰ καὶ ἐμπιστευόμαστε ἐνεργὰ τὴ ζωή μας στὸν Θεό, μᾶς χαρίζεται ἡ ἐμπειρία τῆς Θείας Πρόνοιας στὴ δική μας συγκεκριμένη κατάσταση.


Τὸ χρόνο ποὺ ἀφιερώνουμε – καὶ πρέπει νὰ βρίσκουμε χρόνο – γιὰ κατὰ μόνας προσευχὴ καὶ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφαιροῦμε ἀπὸ τὸ χρόνο ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ περάσουμε μὲ τὴν οἰκογένειά μας. Ὁ,τιδήποτε κάνουμε ἔχει ὡς σκοπὸ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε ὅ,τι συμφωνεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς στὴ δική μας συγκεκριμένη προσωπικὴ περίπτωση. Ἂν ἔχουμε παιδιά, τὸ ἱερὸ ἔργο τοῦ γονέα θὰ μᾶς ἁγιάσει τόσο, ὅσο καὶ ἡ νηστεία, ἡ ἀτομική μας προσευχὴ καὶ ἡ μελέτη. Χρειαζόμαστε διάκριση γιὰ νὰ βροῦμε τὸ μέτρο τῆς καθημερινῆς μας προσευχῆς στὴν ἡσυχία- μόνοι μὲ τὸν θεὸ- ἀποφεύγοντας τὰ ἄκρα. Δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν οἰκογένειά μας ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ μὴ βρισκόμαστε ποτὲ μόνοι μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ ἀνάγκη μας γιὰ ἀπομόνωση νὰ χρησιμεύει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ ξεφεύγουμε ἀπὸ τὶς οἰκογενειακές μας ὑποχρεώσεις.


Τὰ παιδιὰ ποὺ αἰσθάνονται πλήξη στὴν ἐκκλησία, θὰ τὴν ξεπεράσουν εὐκολότερα, ἂν δὲν φοβοῦνται νὰ μιλήσουν γι’ αὐτήν. Μποροῦμε νὰ τὴν ἀναφέρουμε ὡς πειρασμὸ, ὁ ὁποῖος ἐνοχλεῖ καὶ τοὺς μεγάλους. ( Τὰ παιδιὰ τοὺς βλέπουν νὰ κοιτάζουν τὸ ρολόι τους, νὰ κουβεντιάζουν…) . Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ἐνθαρρύνουμε τὰ παιδιὰ νὰ μιλοῦν στὸ Χριστὸ γιὰ τὰ προβλήματα καὶ τὶς χαρὲς τους κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας, ἂν εἶναι κουρασμένα καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴν παρακολουθήσουν – κι ἀκόμη νὰ τοῦ μιλοῦν γιὰ τὴν πλήξη τους καὶ νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὰ βοηθήσει νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀκολουθία. Ὅταν «δὲν μποροῦμε νὰ προσευχηθοῦμε» πρέπει νὰ τὸ ἐξομολογούμαστε πρῶτα στὸν Θεό, ἐπειδὴ εἶναι σύμπτωμα πνευματικῆς ἀσθένειας. Τὰ μικρὰ παιδιὰ μποροῦμε νὰ τὰ βγάζουμε λίγο ἔξω, νὰ τοὺς δίνουμε κάτι νὰ δοῦν ἢ νὰ κρατήσουν, νὰ τοὺς ἐξηγοῦμε τί συμβαίνει ἢ νὰ τοὺς δείχνουμε κάτι μέσα στὸ ναό. Ὅταν ἡ ἀκολουθία εἶναι πολὺ μεγάλη, μποροῦμε νὰ τὰ φέρνουμε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ παρακολουθήσουν μόνο ἕνα μέρος της. Οἱ ψάλτες, οἱ ἀναγνῶστες, ὅσοι ὑπηρετοῦν στὸ ναὸ ἢ συμμετέχουν στὴν κοινὴ προσευχὴ πρέπει νὰ ἐκτελοῦν τὸ διακόνημά τους μὲ τρόπο ἀντάξιο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἐμπνέουν τοὺς παρόντες καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, νὰ μὴ διώχνουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τὰ παιδιὰ ἢ τοὺς ἄλλους παρόντες ποὺ δὲν εἶναι σταθερὰ μέλη τῆς ἐκκλησίας. «Ὃς δ’ ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῆ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης».

Η πνευματικότητα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής





Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κύριος λόγος πού συνετέλεσε στή διαμόρφωση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὡς τῆς τεσσαρακονθήμερης περιόδου νηστείας καί γενικῆς πνευματικῆς προπαρασκευῆς γιά τή μεγάλη ἑορτή τοῦ Σταυραναστάσιμου Πάσχα πού ἀκολουθεῖ, εἶναι τό παράδειγμα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος πρίν ἀρχίσει τή δημόσια δράση Του προετοιμάστηκε στήν ἔρημο "νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα" γιά νά ἀντιμετωπίσει τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς τοῦ διαβόλου (Ματθ. δ´ 11). Πρός μιά τέτοια πνευματική ἔρημο παρομοιάζεται ἀπό τούς ἁγίους πατέρες καί ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ χριστιανός, μιμούμενος τόν Κύριο, ἀποδύεται σ' ἕναν ἀνάλογο πνευματικό ἀγώνα, ἀντιτάσσοντας στόν πρῶτο πειρασμό αὐτή καθαυτή τή νηστεία, στόν δεύτερο τήν ἀδιάλειπτο λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί στόν τρίτο τήν ταπείνωση ὡς μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν
     Ὅμως, ἡ χριστοκεντρική αὐτή θεμελίωση τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί ἡ σωτηριολογική θεώρησή της, ὡς μιᾶς ξεχωριστῆς εὐκαιρίας μίμησης τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἰδιαίτερα στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διοργανώνεται καί νοηματίζεται κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ κοινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Καί δέν ἀναφερόμαστε ἐδῶ στήν πνευματική πανδαισία πού προσφέρουν στούς πιστούς οἱ δοξολογικές ἀκολουθίες τῶν πέντε Κυριακῶν τῶν Νηστειῶν ἤ ἡ τόσο λαοφιλής καί πανηγυρική ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται κατά τίς ἑσπερινές λατρευτικές συνάξεις κάθε Παρασκευῆς, ὡς προεόρτιος ἤ μεθεόρτιος ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἐννοοῦμε κυρίως τόν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Νηχθημέρου (Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Ὧρες, Ἑσπερινός, Μέγα Ἀπόδειπνο), στίς ὁποῖες καί ἐγκρύπτεται κυρίως τό ἐσώτερο νόημα τῆς πνευματικότητας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Διότι ἐμπλουτισμένες, κατά τήν περίοδο αὐτή, μ' ἕνα πλῆθος ἐκλεκτῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί κατανυκτικῶν ὕμνων, καί σέ συνδυασμό μέ τή νηστεία καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν μιά θαυμάσια ἔκφραση τοῦ ἰδανικοῦ καί τῆς ἀδιάλειπτης δοξολογίας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα τό πλαίσιο μιᾶς καθημερινῆς πνευματικῆς "ἀποδεκάτωσης" τῆς ζωῆς μας, ὅπως ὁρίζει τήν πνευματικότητα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.
     Ὅσο, ὅμως, κι ἄν οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν τά εὔοσμα ἐκεῖνα ἄνθη, πού φαιδρύνουν μέ τήν παρουσία τους τήν πνευματική ἔρημο τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας, εἶναι ἐπίσης γεγονός ὅτι, ἐξ αἰτίας ἱστορικῶν συγκυριῶν καί τῆς προοδευτικῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἡ πρόσβαση σ' αὐτές ἀποτελεῖ σήμερα προνόμιο μόνο τῶν μοναχῶν καί ὁρισμένων ἄλλων φιλακόλουθων χριστιανῶν. Γι' αὐτό καί εἶναι εὔλογο τό ἀπό πολλές πλευρές διατυπούμενο αἴτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν στά δεδομένα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Κάτω ἀπό τίς προϋποθέσεις αὐτές ἡ περισσότερο ἀξιοποιήσιμη ποιμαντικά εἶναι ἀναμφισβήτητα ἡ Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, πού ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῆς καθημερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν περίοδο αὐτή.
     Πράγματι, ἡ ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων εἶναι μιά ἰδιαίτερη ἑσπερινή ἀκολουθία, πού ψάλλεται κατά τίς Τετάρτες καί Παρασκευές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί τά ἰδιάζοντα στοιχεῖα τῆς ὁποίας νοηματίζουν κατά ἕνα ξεχωριστό τρόπο τήν ἑσπερινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν περίοδο αὐτή. Ἔτσι, Τά πρός Κύριον (Ψαλμ. 119-133) εἶναι οἱ λεγόμενες Ὠδές τῶν Ἀναβαθμῶν, πού ἔψαλλαν οἱ εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι, καθώς ἀνέβαιναν λιτανεύοντας τά σκαλιά τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος καί διά μέσου τῶν ὁποίων ἐκφράζεται καί σήμερα κατά ἕνα μοναδικό τρόπο ὁ πόθος τοῦ λατρεύοντος χριστιανοῦ γι' αὐτή τήν ἑσπερινή του συνάντηση μέ τόν Κύριο. Ἡ εὐλογία τοῦ λαοῦ μέ τήν ἀναμμένη λαμπάδα καί ἡ ἱερατική ἀναφώνηση "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἀρχαία χριστιανική συνήθεια τῆς εὐλογίας τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός καί ἀποτελοῦν μιά συμβολική ἀναγωγή στήν ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ φωτός τοῦ Χριστοῦ (Ἰωάν. η´ 12· Ματθ. ιδ´ 20), πού συνδέεται ἄμεσα καί πρός τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα πού ἀκολουθοῦν. Πρόκειται γιά τά ἴδια περίπου ἀναγνώσματα, πού διαβάζονταν στίς ἀντίστοιχες ἑσπερινές κατηχητικές συνάξεις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί μᾶς μεταφέρουν στήν ἀτμόσφαιρα τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν πρός τό Ἅγιο Φώτισμα (Βάπτισμα) εὐτρεπιζομένων ἀδελφῶν, πού γινόταν κατά τήν περίοδο αὐτή, καί ὑπέρ τῶν ὁποίων ὥς σήμερα γίνονται εἰδικές δεήσεις στά πλαίσια τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς. Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς εἶναι ἀκόμη ἡ ἀσματική ψαλμώδηση τοῦ ἀναδιπλούμενου 140 ψαλμοῦ τοῦ λυχνικοῦ, μέ ἐφύμνιο τόν β´ στίχο τοῦ "Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου...", πού ἐπέχει θέση προκειμένου ἤ ἀλληλουαρίου τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί τή λειτουργικότητα τοῦ ὁποίου, ὡς ψαλμοῦ μετανοίας στά πλαίσια τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαίρει ἰδιαίτερα ὁ ἱερός Χρυσόστομος.

     Ἐκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖο διαφοροποιεῖ οὐσιαστικά τήν ἀκολουθία αὐτή ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἑσπερινή ἀκολουθία εἶναι κυρίως τό γεγονός ὅτι κατά τήν τέλεσή της δίδεται στούς πιστούς ἡ δυνατότητα μιᾶς πραγματικῆς συνάντησης καί κοινωνίας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἀφοῦ μποροῦν νά μεταλάβουν ἀπό τά Τίμια Δῶρα, πού καθαγιάστηκαν κατά τή Θεία Λειτουργία τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Καί αὐτό, διότι κατά τίς ἡμέρες αὐτές ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε νά μήν τελεῖται ἡ κανονική Θεία Λειτουργία, γιά νά μήν διαταράσσεται ἀπό τόν δοξολογικό της χαρακτήρα ἡ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν. "Ὁμοῦ δέ χαίρειν καί πενθεῖν ἀσύμβατόν τε καί ἀνακόλουθον", ὅπως λέγει ἕνα ἀρχαῖο κείμενο.
     Ὡστόσο αὐτό τό "συνεσκιασμένον καί πενθηρόν καί μυστικόν" τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς τελετῆς δέν ἔχει καμιά σχέση πρός τό κραυγαλέο πένθος τῆς δυτικῆς πνευματικότητας ἤ τά μελαμβαφῆ ἄμφια, πού κατέκλυσαν τά τελευταῖα χρόνια καί τούς δικούς μας ναούς. Ἀλλά ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τό χαροποιόν πένθος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, μ' αὐτό τό θρηναγάλλιασμα τῆς ψυχῆς, πού ἐκφράζεται κατά ξεχωριστό τρόπο στόν εἰδικό χερουβικό ὕμνο τῆς ἀκολουθίας, "Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν...". Πρόκειται γιά τόν ὕμνο πού ψάλλεται κατά τήν εἰσόδευση τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν πρόθεση στήν ἁγία τράπεζα καί προσδίδει στήν ὅλη στιγμή μιά μυστική καί ὑπερκόσμια μεγαλοπρέπεια, "γιατί ἐκφράζει λειτουργικά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τό τέλος μιᾶς μακρᾶς νηστείας, προσευχῆς καί ἀναμονῆς· τόν ἐρχομό τῆς βοήθειας, τῆς ἀνακούφισης καί τῆς χαρᾶς πού περιμένουμε".
     Ὄντας, λοιπόν, ἀπό τή φύση της ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων μιά ἑσπερινή ἀκολουθία, συνδυασμένη μέ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία, ἀποτελεῖ τό καλύτερο ἐφαλτήριο ἐκκίνησης σ' αὐτό τό μεῖζον ἀγώνισμα χρησιμοποίησης τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς, στό ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἰδιαίτερα κατ' αὐτή τήν ἱερή περίοδο ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Διότι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει τελικά δέν εἶναι οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ ψαλμωδία, οὔτε ἡ προσευχή ἀπό μόνα τους, ἀλλά "τό ἐκτελεῖσθαι ταῦτα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ... ὅταν ἀτενῶς ἡ διάνοια ἐκείνῳ ἐνορᾶ, καί διά τό πρός αὐτόν ὁρᾶν καί νηστεύῃ καί ψάλλῃ καί προσεύχηται". Αὐτή δέ ἡ "ἀτενής ἐνόραση" τοῦ Θεοῦ καί ἡ καύση τῆς καρδίας (Λουκ. κβ´ 32) ἐν ὄψει τῆς βραδυνῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού δίνει ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό νόημα σέ κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας πού πέρασε καί ἀποτελεῖ τήν σταυραναστάσιμη ἐκείνη γεύση πού αὐξάνει τόν πόθο τῶν χριστιανῶν γιά περισσότερη χριστοποίηση τῆς ζωῆς τους "ὅτι χρηστός ὁ Κύριος" (Ψαλ. λγ´ 9).

Θέλω να γνωρίσω τον Χριστό!




Μόλις είχε τελειώσει τη διδασκαλία Του ο Χριστός. Τα πλήθη απομακρύνονταν πια. Μα να, ο Κύριος βρέθηκε πάλι περικυκλωμένος! Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν άρρωστοι, που ζητούσαν θεραπεία...
Αλλά ήταν κάμποσα… παιδιά!
Τα είχαν φέρει στον Χριστό οι καλές μητέρες μ’ ένα πόθο: Να τα ευλογήσει! Ήθελαν τα  θαυματουργά Του χέρια να αγγίξουν τα κεφαλάκια τους. Κι έτσι να πάρουν κι αυτά κάτι από τη θεϊκή Του χάρη! Ένιωθαν πως αυτό θα τους έκανε καλό και στο σώμα και στην ψυχή τους!
Και, ω! με πόση γλυκύτητα τα υποδέχτηκε ο Χριστός! Ένιωσε μια εντελώς ξεχωριστή ευχαρίστηση από το περιτριγύρισμα αυτό του παιδόκοσμου, του γεμάτου αθωότητα και απλότητα. Γι’ αυτό και στους μαθητές, που τα εμπόδιζαν να Τον πλησιάσουν, είπε:
«ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
- Αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά μου. Μην εμποδίζετε να δώσω πλούσιες τις ευλογίες μου στα νέα αυτά βλαστάρια, στη νέα γενεά, που προορίζεται να δώσει τους πρώτους πολίτες της βασιλείας μου.
Τα έκλεισε, λοιπόν, τρυφερά μέσ’ τη θεϊκή Του αγκάλη, την ολόθερμη από αμέτρητη αγάπη! Από τα θεία χείλη Του, σαν ποταμοί, ξεχύνονταν οι ευλογίες Του! Τι μεγαλειώδης σκηνή! Υπάρχει άραγε στην παγκόσμια ιστορία άλλη πιο συγκινητική στιγμή για τα παιδιά;
Τί ξεχωριστό βλέπουμε σ’ αυτή τη συνάντηση;  Ο Κύριος δεν θεραπεύει αρρώστους, αλλά ευλογεί τα παιδιά, φανερώνοντας έτσι τη μεγάλη αγάπη Του προς τα παιδιά. Ευτυχισμένα παιδιά εκείνου του καιρού!  Τρισευτυχισμένα και τα σημερινά παιδιά! Γιατί είναι ακόμη παραπάνω ευλογημένη γενιά! Ζει  μέσ’ στην ολόθερμη αγκαλιά Του, στην Εκκλησία Του! Πόσοι ευσεβείς γονείς, αλλά και σεβαστοί δάσκαλοι και καθηγητές οδηγούν ακόμη τα παιδιά και τους νέους στον Χριστό.
Μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.Ιερωνύμου για τα κατηχητικά

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...