Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2012




Ὁ Σέργιος Ἀβερίντσεφ ἦταν ρῶσσος θεολόγος, ποιητής καί φιλόσοφος, εἰδικευμένος στήν ἀρχαία καί μεσαιωνική λογοτεχνία, καί μέλος τῆς Ρωσσικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν. Ἀπέθανε τό ἔτος 2004 σέ ἡλικία 66 χρόνων. Τό παρόν κείμενο ἀποτέλει ἕνα ἀπάνθισμα ὁμιλίας του στήν Λυών τῆς Γαλλίας, τόν Αὔγουστο τοῦ 1994, λίγο μετά τήν κατάρρευσι τοῦ κομμουνισμοῦ στήν Ρωσσία, τό ὁποῖον ἐδημοσιεύθη στό γαλλικό περιοδικό ΣΟΠ, τ. 192, Νοέμ. 1994.




Ἄς ὁμολογήσωμε τήν ἀδυναμία μας: δέν εἴμεθα μήτε τόσο ἄξιοι, μήτε τόσο σοφοί, ὅσο οἱ πρόγονοί μας, κατά τήν χριστιανική πίστι. Μᾶλλον εἴμεθα, φανερά, πιό ἀδύναμοι καί λιγώτερο ἱκανοί στήν αὐστηρότητα καί ἀκρίβεια τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μία πειθαρχία σώματος, νοῦ καί φαντασίας. Ἡ παιδεία μας, πνευματική, ἐκκλησιαστική ἤ θρησκευτική ἔχει κατά πολύ πτωχεύσει: σχεδόν εἴμεθα ἀκαλλιέργητοι βάρβαροι. Παρά ταῦτα, κυριευόμεθα ἀπό θαυμασμό ἔναντι κάποιας μεγαλοφυοῦς δημιουργίας τῶν βυζαντινῶν χρόνων, ἤ ἔναντι τῆς σοφίας καί ὀρθότητος τῆς σκέψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤ τῆς λαμπρότητος μιᾶς βυζαντινῆς καί μιᾶς παλαιορωσικῆς εἰκόνος• διότι ἀνακαλύπτομε ἐκεῖ ἕναν χαμένο πλοῦτο, ξυπνᾶ μέσα μας ἡ νοσταλγία μιᾶς λαμπρῆς χριστιανοσύνης.

Ὅμως, ἡ τραγικότης τῆς ἐποχῆς μας συμβαδίζει καί μέ μία μεγάλη τιμή: τήν δυνατότητα τῶν χριστιανῶν νά βιώσουν καί νά ὁμολογήσουν τήν πίστι τους, μετά τήν «ἐποχή τῆς πίστεως», μετά τήν ἀναγγελία, ἀπό τήν ἀσθμαίνουσα φωνή τοῦ Νίτσε, τοῦ «θανάτου τοῦ Θεοῦ», ποὺ ἔγινε τό πλέον κοινότυπο ἀξίωμα τῆς νεωτερικότητος, ἐπιβαλλόμενο σχεδόν σέ μία ὁρισμένη “θεολογία”, τήν ψευδο-“θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ”. Ὁμολογοῦμε τόν Χριστό μετά ἀπό ἕναν αἰώνα ποὺ ἔκανε καί εἶπε, κατά τῆς πίστεως, περισσότερα ἀπ' ὅσα ὅλες οἱ ἄλλες συνολικά ἱστορικές περίοδοι. Τό ἔτος γεννήσεώς μου, λ.χ., ἦταν ἡ χρονιά ποὺ ἔπρεπε νά περατωθῆ στήν χώρα μου ἕνα “πενταετές σχέδιο ἀπαλλαγῆς ἀπό τόν Θεό”, τό ὁποῖο διεκήρυσσε τήν ὁλοκληρωτική κατάργησι ὅλων τῶν θρησκειῶν ὑπό τό κομμουνιστικό καθεστώς. Καί ὅμως, ἀκόμη σήμερα δοξολογοῦμε τόν Θεό...

Ὄφείλομε, μάλιστα, νά δοξάζωμε περισσότερο τόν Θεό, διότι μᾶς ἔκανε μάρτυρες ἑνός μεγάλου θαύματος, συγκρισίμου μέ ἐκείνου τῆς φλεγομένης βάτου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: τό θαῦμα τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ χριστιανισμοῦ. “Εὐλογητός ὁ Θεός”, διότι ὁ χριστιανισμός δέν “ἐπιβιώνει”, δέν “ψευτο-ζῆ”, ἀλλά ζῆ, ἤ πεθαίνει μέ ἕναν θάνατο τρομερά ἀληθινό καί ἀναγεννᾶται, ἐπανέρχεται στήν ζωή, ὄχι σάν μία ἀρχαία σβησμένη πίστι, ἀλλ' ὡς μία καλή ἀγγελία, ὡς τό “Εὐαγγέλιο”. Ἀνασταίνεται ὁ χριστιανισμός, διαφυλάσσοντας συγχρόνως τήν ταυτότητά του, τήν πληρότητά του, οἱ ὁποῖες πηγάζουν ἀπό τόν ἴδιον τόν Ἰησοῦ. Καθώς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας” (Ἑβρ. ιγ΄, 8). Ἀλλά πάλι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς λέγει: “Ἰδού καινά ποιῶ πάντα” (Ἀποκ. κα΄,5).




Ἕνας κόσμος δίχως τήν θεία σφραγίδα.


Ὁ ρῶσσος μυστικός ποιητής Βιάτσεσλαβ Ἰβανώφ, κατά τήν δεκαετία τοῦ 1930, στοχαζόμενος περί τοῦ σοβιετικοῦ ἀθεϊσμοῦ, ποὺ, κατ' αὐτόν, ἦταν μία “ἀπόλυτη ἱεροσυλία”, ἕνας “ἐξωφρενικός πόλεμος κατά τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ”, ἐνῶ συγχρόνως διέκρινε μία γενικότερη τάσι, ἴδια σ' ὅλον τόν κόσμο, ἔγραφε: “Θά ἐπιθυμούσαμε νά μήν ὑπῆρχαν πλούσιοι ἄνθρωποι. Δέν θά ὑπάρχη πλέον πλοῦτος. Καταργεῖται ἀφ' ἑαυτοῦ, χάνει ἤδη τήν λαμπρότητά του, γιατί ὁ πλοῦτος εἶναι εἰκόνα τῆς διαφοροποιήσεως• λοιπόν, ἡ διαφοροποίησις παύει. Τό πολύχρωμο πέπλο, ποὺ ἔδιδε στόν διεσπασμένο κόσμο μιά προσποιητή, περίπλοκη ἑνότητα, σχίζεται. Δέν θά ὑπάρξη πλέον παρά ἕνας γυμνός δυϊσμός. Ὅλα περιορίζονται σέ μία τραγική δυάδα... Τελειωμένες, λοιπόν, οἱ οὐδέτερες στάσεις, οἱ συμβιβαστικές ἀναποφασιστικότητες, οἱ μεσαῖες θέσεις στόν τομέα τοῦ πνεύματος• ἀπέβη πλέον πεδίο μάχης• τελειωμένες, καταδικασμένες, ἐκμηδενισμένες... Γιατί ἔφθασε ἡ ὥρα νά ἀποφασίσωμε ὑπέρ ἤ κατά Ἐκείνου, ποὺ εἶναι τό μοναδικό ἀντικείμενο τοῦ μίσους, τῶν κηρύκων τοῦ μίσους... Καθ' ἕνας, λοιπόν, ἄς προκρίνη τήν μία ἤ τήν ἄλλη ἀπό τίς δύο ἐμπόλεμες Πολιτεῖες!...”. (Ὁ ποιητής ἐδῶ ἐπικαλεῖται τήν Πολιτεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπίγεια Πολιτεία, κατά τήν παράδοσι τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου).

Τήν ἐποχή τοῦ παραδοσιακοῦ χριστιανισμοῦ, ὁ πιστός εὕρισκε πὼς ὅλη γύρω του ἡ πραγματικότης τοῦ προσέφερε ἀποδείξεις περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τοῦ μιλοῦσαν γιά τόν Θεό, ἀπό τίς πλέον πρωταρχικές ἐμπειρίες, ὅπως λ.χ. ἡ σχέσι πατρός-υἱοῦ, ἡ δομή τῆς οἰκογενείας, ἡ διάρθρωσι τῆς κοινωνίας, κτλ.

Ἔτσι στήν Ρωσσία, ἀλλά καί σέ κάθε ὀρθόδοξη χώρα, ἡ Ἐκκλησία ἔδιδε τόν ρυθμό σέ ὅλες τίς ἀνθρώπινες ἐμπειρίες, ἀπό τό βάπτισμα ἕως τήν ταφή. Ὅλο τό ἔτος σημαδευόταν ἀπό τίς λειτουργικές ἑορτές καί τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες. Ὅλην τήν ἡμέρα ἀκούγονταν οἱ κωδωνοκρουσίες τῶν διαφόρων ὡρῶν προσευχῆς. Ἡ δομή τῆς ἐπιστημονικῆς καί φιλοσοφικῆς σκέψεως ἐπιβεβαίωνε αὐτό, ποὺ προσέφερε ἡ ἐμπειρία τῆς ζωῆς... Καί ὅλα αὐτά ἦσαν πολύ ἐκτενέστερα ἀπό ἐκεῖνα, ποὺ μπόρεσε νά ἐκφράση ἡ λόγια σκέψι τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου.

Ἄλλ’ ὅταν ἡ ἐποχή τῶν ἐμφανῶν ἀποδείξεων πέρασε, ὅλοι αὐτοί, ποὺ δέν εἶχαν μία πίστι ἱκανή νά ζήση ἀφ' ἑαυτῆς, ἀπεφάνθησαν, ἀναμφιβόλως, περί τοῦ τέλους τῆς πίστεως. Ἔτσι ζοῦμε σήμερα σ' ἕναν κόσμο, ποὺ “τίποτε δέν εἶναι αὐτονόητο”. Θά ἦταν, ὅμως, ὑπερβολή νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι δέν ἔχομε πλέον κανέναν τρόπο γιά νά δοῦμε μέσα στόν κόσμο, στίς οἰκογενειακές ἤ, γενικώτερα, στίς ἀνθρώπινες σχέσεις, ὁδούς γιά τήν γνῶσι τοῦ Θεοῦ. Βεβαιώνοντας κάτι τέτοιο, θά ἦταν σάν νά κάναμε παραχώρησι στήν προπαγάνδα τοῦ διαβόλου. Ἀλλά δέν μποροῦμε πάλι νά θεωρήσωμε ὅτι αὐτοί οἱ δρόμοι εἶναι πλέον αὐτονόητοι...



Μία ἀνθρωπολογική κρίσις.


Ὅποιες καί ἄν εἶναι οἱ προσπάθειες τοῦ παλαιοῦ, ἀφελοῦς ἀθεϊσμοῦ, τῆς ἐποχῆς τοῦ Διαφωτισμοῦ καί τοῦ 19ον αἰ., νά στηριχθῆ ἐπί τῆς νέας κοσμολογίας, ἐπί τῆς δαρβινικῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως, ἐπί ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς διανοητικῆς ἱστορίας τῆς Δύσεως, ἐν τούτοις ὅλες αὐτές οἱ ἡμι-ἐπιστημονικές ἀναφορές δέν εἶναι τουλάχιστον τόσο σοβαρές, ὅσο ἡ εὐρεία ἀνθρωπολογική κρίσι, ποὺ χαρακτηρίζει τήν ἐποχή μας καί ὁλοένα διευρύνεται.

Ἄς διευκρινίσωμε, βεβαίως, ὅτι δέν πρέπει νά ἐξιδανικεύωμε τό παρελθόν, δέν πρέπει κυρίως νά φανταζώμεθα ὅτι ὑπῆρξε μία ἐποχή, ποὺ οἱ σχέσεις γονέων καί παιδιῶν, συζύγων, ἀρχόντων καί ἀρχομένων, ἦσαν ἁρμονικές καί δίχως σκιές. Φανταζόμενοι κάτι τέτοιο, θά ἦταν σάν νά ἀρνούμεθα τήν ἁμαρτωλή φύσι μας. Ἀλλ' ἀκόμη καί χωρίς νά εἶναι ἁρμονικές αὐτές οἱ σχέσεις, ἐν τούτοις διατηροῦσαν, σ' ἕναν ὁρισμένο βαθμό, τήν ὑπαρξιακή τους ταυτότητα. Αὐτή ἡ ταυτότητα ἦταν φανερή τόσο στούς ἐπαναστάτες, ὅσο καί σ' ἐκείνους ποὺ ἐξεγείροντο ἐνάντια στήν ἐξουσία τοῦ πατρός, τοῦ ἱερέως, τοῦ ἡγεμόνος. Θά μπορούσαμε μάλιστα νά ποῦμε ὅτι ἡ ἐξέγερσι αὐτή, μέσα στά πλαίσια τοῦ παραδοσιακοῦ χριστιανισμοῦ, συνίστατο στό νά μή μείνη “λίθος ἐπί λίθου”. Ἀλλ' ἐπειδή οἱ λίθοι ἦσαν ἀκριβῶς λίθοι, παρέμεναν ἄθικτοι. Τόν 20όν αἰ., ὅμως, φθάσαμε στόν διαχωρισμό τῆς ὕλης σέ μόρια καί ἄτομα... Τό γεγονός αὐτό, τό ὅτι δηλαδή ὁ αἰώνας αὐτός ἔφερε τήν διάσπασι τοῦ ἀτόμου, λαμβάνει μᾶλλον συμβολικές διαστάσεις.

Ἡ βαθειά ἀνθρωπολογική κρίσι, ποὺ διανύομε, κάνει ὥστε νά μήν εἶναι πλέον μόνον τά παιδιά ποὺ ἐξεγείρονται, ἀλλά καί αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς, μή γνωρίζοντας ποιά ἐξουσία ἀσκοῦν καί ἐν ὀνόματι ποίου. Τοῦτο, ὅμως, ἔχει οὐσιαστικές συνέπειες στήν πορεία τῆς πίστεως καί τῆς ἀπιστίας.

Ὁ Κίρκεγκαρντ εἶχε κάνει μία παρατήρησι: “Πιστεύομε στόν Θεό, ἐπειδή ὁ πατέρας εἶπε στό παιδί ὅτι ὑπάρχει Θεός”. Αὐτή ἡ ἁπλή φράσι συγκεντρώνει μέσα της τήν αἰώνια ἱστορία τῶν χριστιανικῶν λαῶν. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἦσαν χριστιανοί, αὐτό συνέβαινε ἐπειδή οἱ παραδόσεις ἦσαν ριζωμένες μέσα στό πατρικό σπίτι. Ἀργότερα, ὅμως, καί ὁ ἀθεϊσμός, μέ τήν σειρά του, ἔγινε παραδοσιακός, ἕνας ἀθεϊσμός “κατά τόν ἀρχαῖο τρόπο”, ποὺ ἐμφανιζόταν σάν μία ὁμολογία. Στό θαυμάσιο βιβλίο του “Ὁ ἄλλος ἥλιος”, ὁ γάλλος διανοούμενος Ὀλίβιος Κλεμάν, ἀναφέρει: “Στό χωριό, ποὺ κατοικοῦσε ἡ οἰκογένεια τοῦ πατρός μου, ὑπῆρχαν τρεῖς ὁμολογίες: οἱ καθολικοί, οἱ προτεστάντες καί οἱ σοσιαλιστές...”.




Ἡ ἀνακάλυψις τῆς πίστεως.


Ἄλλοτε, λοιπόν, θεωρεῖτο σταθερή ἡ ἰδέα ὅτι οἱ γονεῖς μποροῦσαν νά μεταβιβάσουν τήν πνευματική τους κληρονομιά, πίστι ἤ ἀπιστία, στά παιδιά τους. Καί οἱ ἄθεοι ἐστήριξαν ἐπ' αὐτοῦ τίς ἐλπίδες τους ὡς πρός τήν ἐξαφάνισι τῆς πίστεως: ἐβασίσθηκαν στήν ἐγγυημένη μετάδοσι τῆς ἀπιστίας ἀπό τούς γονεῖς στά παιδιά. Ἀλλ' ὅμως, αὐτό δέν ἦταν καθόλου δικαιολογημένο. Ὅπως ἀδικαιολόγητες ἦσαν καί οἱ ἐλπίδες τῶν χριστιανῶν ὅτι, κερδίζοντας μία γενιά νέων, ἡ πίστι θά ἀναζωογονοῦσε καί θά παλινόρθωνε ὁριστικά τόν χριστιανισμό τῶν παλαιῶν χρόνων. Αὐτή, μάλιστα, ἡ ἐλπίδα τῶν πιστῶν ἦταν τυπική κατά τήν περίοδο τοῦ μέσο-πολέμου, ὅταν οἱ ρωμαιοκαθολικοί, λ.χ., στήν Γαλλία πίστευαν ὅτι, ἐφ' ὅσον πολλοί σπουδαστές μετεστρέφοντο καί πήγαιναν γιά προσκύνημα στήν Σάρτρ, κατά τό ὡραῖο παράδειγμα τοῦ γάλλου ποιητοῦ Καρόλου Πεγκύ, τότε ὅλη ἡ κουλτούρα τους θά μποροῦσε, τελικά, νά ξαναγίνη χριστιανική. Τέτοια ἐλπίδα ἔτρεφαν ἐπίσης καί μερικοί ὀρθόδοξοι ρῶσσοι διανοούμενοι τῶν Παρισίων, ὅπως λ.χ. ὁ Γεώργιος Φεντότωφ .

Προσωπικά, προέρχομαι ἀπό τήν Ρωσσία, μία χώρα ὅπου ἡ ὁριστική ἐξαφάνισι τῆς θρησκείας σχεδιάσθηκε ἀπό τό κόμμα καί τό κράτος, ὅπως σχεδιάσθηκε, λ.χ., ἡ βιομηχανική παραγωγή. Ὅλοι αὐτοί, ὅμως, οἱ ὑπολογισμοί βασίσθηκαν στόν συνήθη μηχανισμό, κατά τόν ὁποῖον οἱ γονεῖς μεταδίδουν, φυσιολογικά, τίς πεποιθήσεις τους στά παιδιά. Ὑπῆρχαν, βεβαίως, πάντοτε ἄνθρωποι, ποὺ ἐγκατέλειπαν τήν πίστι τῶν πατέρων τους γιά νά ἀκολουθήσουν μίαν ἄλλην. Τέτοια ἦταν ἡ περίπτωσι τῶν πρώτων χριστιανῶν, ποὺ προήρχοντο ἀπό τόν ἰουδαϊσμό ἤ τόν παγανισμό. Ἀλλά, διά μέσου τῶν αἰώνων τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν σπάνιοι.

Στίς ἡμέρες μας ὅλα εἶναι διαφορετικά. Πρό πολλοῦ ἤδη, καί κυρίως μετά τήν δεκαετία τοῦ 1960, δέν μποροῦμε νά στηριχθοῦμε πλέον σ' αὐτόν τόν μηχανισμό μεταβιβάσεως. Καί τοῦτο μᾶς ἀφαίρει κάθε ψεύτικη σιγουριά, καί συγχρόνως μᾶς ἐμπνέει μιά μεγάλη ἐλπίδα. Ἡ ἐποχή μας ἐκμηδενίζει κάθε πιθανότητα γιά ὅ,τι χριστιανικως τείνει μόνον νά ἐπιβιώνη, καί δίδει ἀληθινές πιθανότητες σέ ὅ,τι χριστιανικῶς γίνεται ἱεραποστολή, θρησκεία νέο-μεταστραφέντων, ἐκκλησία θεμελιωμένη στό “Εὐ-αγγέλιο”, στήν δυναμική αὐτῆς τῆς ἀγγελίας, ποὺ ἤξερε νά διατηρήση τήν ἀρχική της ὁρμή.

Ἔτσι, εἶναι χαρακτηριστικό πὼς ἕνας ἱκανός ἀριθμός σπουδαίων συγχρόνων ἀνθρώπων εἶναι μεταστραφέντες, εἴτε ἀπό τόν ἀθεϊσμό καί τήν ἀδιαφορία, (ὅπως λ.χ. ὁ ρῶσσος π. Παῦλος Φλωρένσκι, ὁ γάλλος Ὀλίβιος Κλεμάν, κτλ), εἴτε ἀπό ἄλλες ὁμολογίες ἤ θρησκεῖες, (ὅπως λ.χ., ἀπό τόν καθολικισμό: ὁ γάλλος π. Πλακίδας Ντεσέιγ, ἀπό τόν προτεσταντισμό: ὁ ἄγγλος π. Κάλλιστος Γουέαρ, ἀπό τόν ἰουδαϊσμό: ὁ ρῶσσος π. Ἀλέξανδρος Μέν, κ.τ.λ).

Ζοῦμε, λοιπόν, σέ μιάν ἐποχή, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀνακαλύπτουν τήν πίστι. Καί ὁ λόγος τοῦ Τερτυλλιανοῦ: “Fiunt, non nascuntur christiani”- “Γινόμεθα, δέν γεννώμεθα χριστιανοί”, εἶναι ὅλο καί πιό ἐπίκαιρος στίς ἡμέρες μας. Συνεπείᾳ ὄχι ἱστορικῶν γεγονότων ἤ καταστροφῶν, ποῦ ἐπέφερε ὁ ἀθεϊσμός, ἀλλά κυρίως, μυστικῶς, ἐκ θελήματος Θεοῦ...




Δύο μορφές ἀθεϊσμοῦ.


Μποροῦμε νά διακρίνωμε δύο τουλάχιστον μορφές τοῦ ἀθεϊσμοῦ, ἄν καί εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ πρώτη δέν ἐξυπηρετεῖ παρά μόνον ὡς κάλυψι τῆς δευτέρας, χωρίς ἡ δευτέρα νά ἔχη καί τόσο ἀνάγκη αὐτῆς τῆς συγκαλύψεως. Πρόκειται, λοιπόν, κατ' ἀρχάς γιά τόν ὀντολογικό ἀθεϊσμό καί δευτερευόντως γιά τόν ἀνθρωπολογικό μηδενισμό.

Ὁ ὀντολογικός ἀθεϊσμός εἶναι αὐτός, ποὺ ζῆ στήν παροξυσμένη καί μανιώδη μνήμη τοῦ μεσαιωνικοῦ σχολαστικοῦ, καί ποὺ ἀναιρεῖ μία θέσι κατανοητή καί ἐπεξεργασμένη, ὅπως ἄλλωστε ἁρμόζει σέ μία θέσι. Ἔτσι στήν “θέσι” τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ ἀντιπαραθέτει τήν, ἐπίσης ἀντικειμενική καί ἐκτός τοῦ ἀνθρώπου ἐντοπισμένη, “θέσι” τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ Θεοῦ. Καθώς, ὅμως, οἱ παραδοσιακές διδασκαλίες τοῦ χριστιανισμοῦ εἶχαν μία προτίμησι πρός τίς κοσμολογικές ἀποδείξεις, αὐτός ὁ ξεπερασμένος καί πανάρχαιος ἀθεϊσμός εἶχε πλήρως τήν ἀνάγκη νά ἀναφέρεται στά δεδομένα τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν.

Ἡ ἄλλη μορφή τοῦ ἀθεϊσμοῦ ἔχει ἐντίμως καί σαφῶς διατυπωθῆ ἀπό ἕναν γερμανό ποιητή τοῦ 20ού αἰῶνος, τόν Γότφριδ Μπένν: “Δέν ἀρνοῦμαι τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ• αὐτό ποὺ ἀρνοῦμαι εἶναι τήν ὕπαρξι ἑνός ὁρισμένου ἐγώ, ποὺ θά μποροῦσε νά ἔλθη σέ κοινωνία μέ τόν Θεό”.

Ἐδῶ, θά ἤθελα νά κάνω μία προσωπική ἐξομολόγησι. Ὅταν ὁ διάβολος μέ πολεμᾶ, ὄχι μέ τούς συνήθεις πειρασμούς, ἀλλά προτείνοντάς μου ἕνα κριτικό διάλογο, δέν μοῦ λέγει κοινοτυπίες, λ.χ. γιά τά δεδομένα τῆς ἐπιστήμης, γιά τόν θρίαμβο τοῦ κριτικοῦ λόγου, παρά μόνον μοῦ λέγει: “Ἰδού, ὅλες οἱ προσευχές σου, ὅλ' αὐτά ποὺ ὀνομάζεις προσευχές σου, κάθε τί ποὺ ὀνομάζεις πίστι σου, δέν εἶναι παρά ἕνα ἀνεξάντλητο ψέμα, βαθύτερο καί ἀπό σένα τόν ἴδιον, δέν εἶναι παρά ἕνα θέατρο μόνιμο καί ἀκατάπαυστο• καί τό ξέρεις καλά αὐτό...”. Τό ἀντικείμενο, λοιπόν, τῆς προσβολῆς του δέν εἶναι αὐτὴ καθ' ἑαυτὴ ἡ ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἀλλ' ἡ ριζική ἀδυναμία μιᾶς αὐθεντικῆς σχέσεως μεταξύ τῆς ἀνθρωπίνης ταυτότητός μου καί τοῦ Θεοῦ• διότι, ἀναμφιβόλως, αὐτὴ ἡ ἀνθρωπίνη ταυτότης εἶναι νοθευμένη ἀπό τήν κοινωνική καί προσωπική μου συμπεριφορά.

Ἐκεῖνο μάλιστα ποὺ μέ ἐντυπωσιάζει, εἶναι ἡ ὁμοιότης καί ἡ ἀντίθεσις μεταξύ αὐτοῦ, ποὺ μᾶς λέγει ὁ διάβολος, καί ἐκείνου, ποὺ μᾶς λέγει ὁ Χριστός. Ὁ σατανᾶς μᾶς λέγει ὅτι ὅλες οἱ προσευχές μας, ὅλη ἡ πίστις μας εἶναι ἕνας θεατρινισμός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός, μᾶς ἐπικρίνει καί Αὐτός ἀπό τήν πλευρά Του, νά μήν εἴμεθα ὑποκριτές, δηλαδή ἠθοποιοί, (ἀφοῦ ὑποκριτής, στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐσήμαινε τόν ἠθοποιό).

Ἀπ' αὐτήν τήν φαινομενική ὁμοιότητα, μεταξύ ἐκείνου ποὺ μοῦ λέγει ὁ σατανᾶς καί αὐτοῦ ποὺ μοῦ λέγει ὁ Χριστός, βλέπομε σέ ποιόν βαθμό οἱ θέσεις τους εἶναι ἀντίθετες. Ὁ ἀντίδικός μου λέγει: “Οἱ προσευχές σου καί ἡ πίστι σου δέν μποροῦν νά εἶναι παρά μάταιες, δέν εἶναι παρά θεατρινισμός, κι οὔτε μποροῦν νά εἶναι τίποτε ἄλλο”. Ὁ Κύριος μοῦ λέγει, ἐπικριτικά: “Ἡ πίστι σου καί ἡ προσευχή σου εἶναι προσποιητές, ψεύτικες”. Ἀλλ' αὐτή ἡ ἴδια ἡ ἐπίκρισις ὑπονοεῖ ὅτι ἡ πίστι μου θά ἔπρεπε νά εἶναι κάτι ἄλλο, καί, συνεπῶς, ὅτι παραμένει ὡς δυνατότης. Γιατί θά ἦταν περιττό νά ἐπικρίνωμε κάποιον γιά τήν στάσι του, ἄν αὐτὴ δέν θά μποροῦσε νά ἦταν διαφορετική.

Συνεπῶς ὁ σύγχρονος ἀθεϊσμός ἀρνεῖται, ἐξ ἀνάγκης, μᾶλλον περισσότερο τήν ὕπαρξι τοῦ ἀνθρώπου, παρά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτός ὁ ἄνθρωπος “ποὺ δέν ὑπάρχει”, (κατά τόν γάλλο φιλόσοφο Φουκώ, κ.ἄ.), δέν μπορεῖ νά συνάψη σχέσεις μέ τόν Θεό...






Μία πίστι, ποὺ νά φωτίζη τόν πολιτισμό.

Ἡ πιό ἀδύναμη πλευρά τοῦ ἀθεϊσμοῦ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀποδεικνύει, καί φυσικά δέν ἀποδεικνύει τίποτε. Ἄς ὁμολογήσωμε, βεβαίως, ὅτι καί οἱ ἀπόπειρες ἀποδείξεως τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τό “’ἰσχυρό σημεῖο” τῆς παραδοσιακῆς θεολογικῆς διδασκαλίας. Γιατί ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό μέ ἄλλον τρόπο, παρά μέ τίς ἀποδείξεις. Ἐν τούτοις, νομίζω ὅτι ἡ πιό ζωηρή ἀπό τίς παλαιές ἀποδείξεις εἶναι ἡ ἀνσελμιανή, αὐτή ποὺ ὀνομάσθηκε ὀντολογική ἀπόδειξι . 

Ἀλλ' ἀκόμη καί αὐτή ἡ ἀπόδειξι, ποὺ βασίζεται στήν ἔννοια τοῦ “ὄντος”, εἶναι πολύ τρωτή, καί τοῦτο γιά δύο λόγους: Πρῶτον, γιατί ἡ ἔννοια τοῦ ὄντος, κληρονομιά τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, δέν εἶναι πιά σήμερα τόσο καταφανής. Δεύτερον, γιατί οἱ ἕλληνες σοφιστές εἶχαν ἤδη ἀνακαλύψει ἕνα μικρό μυστικό τῆς διανοητικῆς κουλτούρας: ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νά παράγη ἀλληλοαναιρούμενα συστήματα καί, στόν τομέα τῆς φιλοσοφικῆς ρητορικῆς, αὐτό μπορεῖ νά εἶναι τό ἔργο ἑνός καί μόνου ἀνθρώπου! Ἔτσι οἱ βαθύτερες δομές τῆς σκέψεως μποροῦν κάλλιστα νά ἀναθεωρηθοῦν.

Δέν πρόκειται, ὅμως, γιά τήν ὑπεράσπισι τῆς πίστεως, ἀλλά γιά τήν ὑπεράσπισι τοῦ πολιτισμοῦ μας, ποὺ δέν πρέπει ἐπί τούτου νά ἀπορρίψωμε τήν κλασική ἔννοια τοῦ “ὄντος” καί τοῦ “γίγνεσθαι”. Θά ἔπρεπε μάλιστα ἡ χριστιανική πίστι νά ἀναλάβη τήν ὑπεράσπισι αὐτῆς τῆς ἐννοίας, καί ὄχι τό ἀντίθετο. Ἕνα, λοιπόν, ἀπό τά σημαντικότερα συμπεράσματα, ποὺ μποροῦμε νά ἀντλήσωμε ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ 20ού αἰῶνος εἶναι ὅτι, ἡ πίστι θά πρέπη νά φωτίση, νά ἑδραιώση τίς ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ, λ.χ. τήν οἰκογένεια, κ.τ.λ., καί ὄχι τό ἀντίθετο.
Τελικά, κάθε τί στόν κλασσικό ἀθεϊσμό εἶναι κακό, ἐκτός ἀπό τήν ἀφέλειά του, ποὺ σήμερα ἀπώλεσε...

Παλιότερα κυριαρχοῦσε ἡ συνήθεια νά συνδέεται ἕνας λαός μέ τήν πίστι του: ὀρθόδοξος, καθολικός, προτεσταντικός λαός. Ἴσως κάποιες πραγματικότητες τοῦ παλαιοῦ καιροῦ θά μποροῦσαν ἀκόμη νά ἐπιβιώσουν σ' ἕνα ἀπολιθωμένο κράτος ἤ σέ κάποιες “ὀάσεις”. Ἀλλά ζοῦμε πλέον στήν ἔρημο καί “ἡ ἔρημος ἐπεκτείνεται”, καθώς εἶπε ὁ Νίτσε. Μέσα σ' αὐτήν τήν νέα ἔρημο, ὅπου εἴμεθα ὅλοι ξερριζωμένοι, δέν μποροῦμε πλέον νά ριζώσωμε παρά μόνον κατακόρυφα, πρός τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καί σ’ αὐτήν τήν μεγάλη ἔρημο, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπό τήν βαθειά ἀνθρωπολογική κρίσι τῆς ἐποχῆς μας, ὀφείλομε, κατά τόν λόγο τοῦ Προφήτου, νά “ἑτοιμάσωμε τήν ὁδόν Κυρίου” (Ἠσ. μ΄, 3)...

Τὸ ὄνειρο τῆς Ἀνάστασης στοὺς ἀρχαίους



Ποτὲ καὶ πουθενὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν συμβιβάστηκε μὲ τὸ θάνατο,οὔτε τὸν ἔνοιωσε φυσικόν, ὅπως τὸν χαρακτηρίζουν οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι γύρω του. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότατη ἐποχὴ μὲ τοὺς κοπετοὺς καὶ τὶς μοιρολογίστριες μέχρι τὸ Διονύσιο Σολωμὸ ποὺ ἐπιμένει: «...γλυκειὰ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα»

Ὅλοι οἱ θνητοὶ πάνω στὴ γῆ ἐξορκίζουν τὸ θάνατο. Καὶ ὅμως «ὁ δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχὼς ἀπαραίτητος», ὅπως ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, δηλαδὴ ὁ Θεός, ποὺ πῆρε τὴ μοίρα μας στὰ χέρια του, δὲν μᾶς ἀφήνει μὲ τίποτε. Αὐτὸ πίστευαν οἱ προγονοί μας, γιατί αὐτὸ ἔβλεπαν. Ἡ καρδιὰ ὅμως τοῦ καθενὸς δὲν μπαίνει στὰ καλούπια τοῦ νοῦ, γιατί ἔχει τὴ δική της ἱστορία, εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης τὸ «ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ». Γι’αὐτό, ὅσο κι ἂν ἡ λογικὴ καὶ ἡ παρατήρηση ἔδειχναν τὸ «ἀπαραίτητον» τοῦ θανάτου κι ἐβάφτιζαν τοὺς ἀνθρώπους θνητοὺς καὶ βροτούς, οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι κατέφευγαν στὴ μόνη παρηγοριὰ ποὺ τοὺς ἀπόμενε, στὸ Ὄνειρο. Κι ἐπειδή, ὅπως λένε, στὰ ὄνειρά μας βλέπομε αὐτὰ ποὺ στερούμαστε στὸ ξύπνιο μας, ἂς δοῦμε ποιὸς ἦταν ὁ συνειδητὸς καημός τους.

Στὸν «Ὁμηρικὸ ὕμνο τοῦ Ἀπόλλωνα», στίχοι 189-193, διαβάζαμε ὅτι στ’ ἀνάκτορο τοῦ Δία οἱ Μοῦσες ὑμνοῦν τῶν θεῶν τ’ ἀθάνατα δῶρα καὶ τῶν ἀνθρώπων τὰ βάσανα, ὅσα βάσανα ἔχοντας ζοῦν κάτω ἀπ’ τὴν ἐξουσία τῶν θεῶν: «ἀφραδέες καὶ ἀμήχανοι, οὐδὲ δύνανται εὑρέμεναι θανάτου τ' ἄκος γήραος τ' ἄλκαρ» δηλ. ἀνίκανοι νὰ σκεφτοῦν ἀνίκανοι καὶ νὰ μηχανευτοῦν κάτι, κι οὔτε μποροῦν νὰ βροῦν τοῦ θανάτου γιατρικὸ καὶ ἀποτρεπτικὸ τῶν γηρατειῶν.

Στὴ γιορτὴ τοῦ Ἀπόλλωνα στὸ ἀνάκτορο τοῦ Δία, ὅπου τραγουδοῦν οἱ ἴδιες οἱ Μοῦσες τὴ μακαριότητα τῶν θεῶν, ὁ ποιητὴς πέρασε καὶ τὴν ἔντονη διαμαρτυρία του γιὰ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν εἶχαν θέση αὐτὴ τὴν ὥρα σ’ αὐτὰ τὰ τραγούδια.

Ἡ διαμαρτυρία γιὰ τὸ θάνατο ἐκφράστηκε στὴ Μυθολογία μὲ τοὺς θρήνους ποὺ γίνονταν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ «Ἄδωνη, ποὺ κάθε ἄνοιξη ἐρχόταν στὴ γῆ καὶ κάθε φθινόπωρο μετανάστευε στὸν Ἅδη», ὅπου τὸν περίμενε ἡ Περσεφόνη. Σὲ ἄλλους μύθους ἡ Περσεφόνη ἁρπαγμένη ἀπ’ τὸν Πλούτωνα ἀναγκάζεται νὰ μείνει τέσσερες μῆνες στὸν κάτω κόσμο καὶ τοὺς ὀχτὼ ν΄ ἀνεβαίνει στὴ γῆ, καὶ τότε ἡ μητέρα της ἡ Δήμητρα ἀπ’ τὴ χαρὰ της ὀμορφαίνει τὴν πλάση μὲ τὰ ἄνθη καὶ τὶς πρασινάδες.

Δύο ἥρωες, ὁ Θησέας καὶ ὁ Πειρίθους, κατέβηκαν στὸν κάτω κόσμο μὲ σκοπὸ νὰ κλέψουν τὴν Περσεφόνη γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Πειρίθου. Ὁ Πλούτων τοὺς ἔπιασε καὶ τοὺς ἔδεσε μὲ φίδια. Ἀργότερα, ὅταν κατέβηκε ὁ Ἡρακλῆς γιὰ νὰ πάρει ἐπάνω τὸν Κέρβερο, κατάφερε νὰ λύσει τὸ Θησέα μόνο καὶ τὸν ἀνέβασε στὸν ἐπάνω κόσμο. Καὶ ἡ Εὐριδίκη παραδόθηκε ἀπὸ τὸν Πλούτωνα στὸν Ὀρφέα, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν ἐπάνω κόσμο, μὲ τὸν ὅρο νὰ μὴ γυρίσει νὰ τὴν κοιτάξει, ὥσπου νὰ φτάσουν ἐπάνω· ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἄντεξε καὶ τὴν κοίταξε κι ἔτσι ἡ Εὐριδίκη ἔμεινε στὸν «Ἅδη κι ὁ Ὀρφέας ἀπαρηγόρητος.

Ὅλες αὐτὲς οἱ μυθολογικὲς ἀπόπειρες νὰ παραστήσουν μία ἐπιστροφὴ ἀπ’ τὸν «εὐρώεντα» (τὸν μουχλιασμένον) Ἅδη εἶναι πολὺ σύντομες καὶ σχηματικές, χωρὶς ἐπεξεργασία τοῦ νοῦ. Μία ὁλοκληρωμένη τέτοια μυθικὴ ἀνάσταση μᾶς προσφέρει ὁ Εὐριπίδης στὸ Ὅραμά του «Ἀλκηστις». Ἡ νεαρὴ σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ τῶν Φερῶν Ἄδμητου δέχεται νὰ πεθάνει ἀντὶ γιὰ τὸν ἄντρα της, ποὺ εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα ὡς δῶρο αὐτὴ τὴ δυνατότητα. Ὁ πατέρας του καὶ ἡ μάνα του δὲν δέχτηκαν νὰ κάνουν αὐτὴ τὴ θυσία, δέχτηκε ὅμως πρόθυμα ἡ σύζυγός του Ἄλκηστη. Ἔτσι ὁ θάνατός της παίρνει τὴ μορφὴ ἑκούσιας θυσίας καὶ τὴ στολίζει μὲ τὸ στεφάνι τῆς μάρτυρος τῆς ἀγάπης. Κατὰ τὸν ἐνταφιασμό της, ὅμως, τυχαίνει νὰ περάσει ὁ Ἡρακλῆς (θεάνθρωπος ἦταν ὁ Ἡρακλῆς!) καὶ γίνεται δεκτὸς στὸ φιλόξενο παλάτι τοῦ Ἄδμητου. Ἐκεῖ, μόλις μαθαίνει γιὰ τὸ θάνατο τῆς βασίλισσας, τρέχει στὸν τάφο της, παλεύει μὲ τὸ Χάροντα καὶ φέρνει τὴν Ἀλκηστη ζωντανὴ πάλι στὸν Ἄδμητο. Θὰ εἶναι ὅμως τρεῖς μέρες ἀμίλητη κι ὕστερα θὰ τοὺς μιλήσει. Στὸ μεγάλο χορικὸ αὐτοῦ τοῦ ὁράματος ἐκφράζεται ἡ λαχτάρα τῆς ἀνάστασης.

Ὁ χορὸς ἀποχαιρετώντας τὴν ἡρωίδα μᾶς δίνει ἕνα ἀληθινὸ συναξάρι στὴν καρδιὰ τοῦ χρυσοῦ αἰώνα: «…Μακάρι νὰ ἦταν στὸ χέρι μου καὶ νὰ μποροῦσα νὰ σὲ φέρω στὸ φῶς ἀπ’ τὰ βάθη τοῦ «Ἅδη καὶ τὰ ρεῖθρα τοῦ Κωκυτοῦ μὲ βάρκα ποταμίσια τοῦ κάτω κόσμου… Γιατί ἐσύ, μοναδικὴ ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες κι ἀγαπητή, ἐσὺ τὸν ἄντρα σου ἄντεξες νὰ ἐξαγοράσεις ἀπ’ τὸν Ἅδη μὲ τὴ ζωή σου. Ἀνάλαφρη ἡ γῆ ἐπάνω σου ἂς πέσει…» Ἐδῶ βλέπομε τὸ ὄνειρο τῆς ἀνάστασης νὰ στηρίζεται πάνω στὴν ἠθικὴ ἀξία τῆς ἡρωίδας. Ὁ λαὸς ξέρει καὶ παραδέχεται ὅτι δὲν γίνεται πράξη τὸ ὄνειρό του, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιὰ του τὸ ὄνειρό του κρατεῖ ὁλοζώντανο. Καημὸς ἀπαρηγόρητος τὸ ἀμετάκλητο τοῦ θανάτου γιὰ τὸν ἀρχαῖο Ἕλληνα, ὄνειρο γλυκὸ ἀπελπισμένο ἡ ἀνάσταση. Γιὰ πρώτη φορὰ ἄκουσαν γιὰ ἀνάσταση οἱ Ἀθηναῖοι ἀπ’ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὸν Ἄρειο Πάγο. Καὶ τότε δὲν ἦταν ὄνειρο, δὲν ἦταν θέατρο, ἦταν ἀλήθεια. Κι ἀπὸ τότε τὴν ἀκοῦμε καὶ τὴ ζοῦμε τὴν Ἀνάσταση σὰν γεγονός, «χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ».

μη μελαγχολείς: το δικό μας Πάσχα δεν τελειώνει ποτέ!...



Με αφορμή την εορτή της Μεσοπεντηκοστής (της μεσαίας ημέρας, ανάμεσα στο Πάσχα και την Πεντηκοστή), που ήταν και η επίσημη γιορτή του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. 
Εν τω φωτί Σου οψόμεθα Φως
Πενταπόσταγμα
Εικ. από το άρθρο του επισκόπου Κάλλιστου Ware Να μοιραστούμε με τους άλλους τη μεγάλη χαρά της ανάστασης. Για την ορθόδοξη απεικόνιση της Ανάστασης δες εδώ & εδώ.

Θυμάμαι πάντα Κυριακή του Πάσχα μετά την Αγάπη και το κάψιμο του Ιούδα ένα μικρό παιδί μελαγχολικό σχεδόν δακρυσμένο να ρωτά τον πατέρα του: Τελείωσε το Πάσχα πατέρα;;; Kαι αυτόν με ένα πλατύ χαμόγελο να του απαντά: Τελείωσε λέει… ακόμα δεν άρχισε!!! Κάθε μέρα της Λαμπροβδομάδας παιδί μου είναι Πάσχα!

Έχουμε και του Αη Γιωργιού τις περισσότερες φορές και τον νέο τον Άγιο Ραφαήλ από την Μυτιλήνη και την Παναγία της Βραμπάς που γιορτάζει την Παρασκευή και του Θωμά

Το πρόσωπο του παιδιού έλαμπε τότε, κι ας έμενε μονάχο του δίχως παρέα στο χωριό μιας και όλοι οι άλλοι Αθηναίοι και πρωτευουσιάνοι μέχρι την Τρίτη του Πάσχα πάντα έφευγαν. Και ερχόταν η Πέμπτη το απόγευμα και γυναίκες και άντρες με δρεπάνια καθάριζαν από το αγρίεμα το μονοπάτι που οδηγούσε από τον αμαξωτό τον δρόμο, στην Παναγιά την Ζωοδόχο Πηγή, στο μανιάτικο λαγκάδι της Βραμπάς. Και με ασβέστη που η μυρωδιά του σε τέτοια μέρη δεν ενοχλεί μάλλον μοιάζει με λιβανιού το μύρισμα τα έκαναν όλα να λάμπουν λίγο πρίν τον Εσπερινό, προσμένοντας καρτερικά το ξημέρωμα της Παρασκευής. Και ερχόταν η Παρασκευή … Το εκκλησάκι ίσα που χώραγε τον Παπά, τα παπαδάκια, τους ψάλτες και αυτούς τους δυο–τρεις που πάντα το ΄χαν τάμα να ακούνε τονεξάψαλμο της αχάραγης της μέρας… [ολόκληρος ο Εξάψαλμος εδώ].

Οι υπόλοιποι κάθονταν έξω στις ασβεστωμένες πέτρες συντηρώντας με τις υγρές μυρωδιές της άνοιξης και τους ήχους του Θεού, μνήμες αλλοτινών εποχών… μετρώντας ο καθένας τους, πόσες τέτοιες χρονιές βρέθηκαν ξανά σε εκείνο το ευλογημένο μέρος, και προσευχόμενοι να αξιωθούν να ανταμώσουν την Παναγιά της Βραμπάς άλλες τόσες και παραπάνω… Τα παιδιά με μια… κατανυκτική ζωηράδα που κανέναν δεν ενοχλούσε μπαινόβγαιναν στο εκκλησάκι, άλλοτε για να ανάψουν το θυμιατό, άλλοτε για να κόψουν το αντίδωρο, άλλοτε για να χτυπήσουν την μικρή καμπάνα στην ενάτη [τη "Θ΄ 'Ωρα"], για να κρατήσουν το κερί στο πλούσιοι επτώχευσαν, που γνώριζαν και το ψαλαν όλοι μαζί, για να βράσουν το ζέον με μπαμπάκι και οινόπνευμα. Με το δι' ευχών του Παπά η ίδια πάντα ερώτηση: Τώρα τελείωσε το Πάσχα;

Απάντηση δεν έπαιρνα παρά μόνο ένα νεύμα, που κατηύθυνε το βλέμμα μου στο λουλουδοστόλιστο εικονοστάσι με τις εικόνες του Αναστάντος Χριστού και αυτήν της Ζωοδόχου Πηγής της δικής μας Παναγιάς της Βραμπάς, μαρτυρούσε πως το δικό μας …Πάσχα δεν τελειώνει ποτέ!

Νώντας Σκοπετέας /Φιλαγιορείτης. Απόσπασμα από την Ραδιοφωνική εκπομπή "Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φώς", με τίτλο "Ένα Αληθώς Ανέστη που χρωστάμε χρόνια"

Ο Χριστός μεσίτης Θεού και ανθρώπων κατά τον Μέγα Αθανάσιο.



(απόσπασμα από την Δ’ Ομιλία Κατά Αρειανών)
6. Ως προς την ασθενή και ανθρωπίνην σκέψιν των Αρειανών, επειδή υπονοούν ότι ο Κύριος έχει ανάγκην όταν λέγει ούτος «Ἐδόθη μοι» (Ματθ. 28.18), και «έλαβα», και δι’ αυτά που λέγει ο Παύλος «διά τοῦτο ὑπερύψωσεν αὐτόν» (Φιλ. 2.9), και, «Ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ» (Κολ. 3.1), και τα παρόμοια, πρέπει να ἀπαντήσωμεν ότι ο Κύριος ημών, ενώ είναι Λόγος και Υιός του Θεού, εφόρεσε ανθρώπινον Σώμα και έγινε Υιός ανθρώπου, ώστε, αφού γίνει μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, να υπηρετεί τα μεν του Θεού εις εμάς, τα δεν ιδικά μας εις τον Θεόν.
Όταν λοιπόν λέγεται ότι πεινά, και δακρύζει, και κουράζεται και «Θεέ μου, Θεέ μου», ενώ είναι ανθρώπιναι αδυναμίαι και ιδικά μας παθήματα, τα παίρνει από εμάς και τα δίδει εις τον Πατέρα, παρακαλών υπέρ ημών δια να εξαφανισθούν δι’ αυτού.
Όταν δε λέγει «Ἐδόθη μοι εξουσία» και «ἔλαβον» (Ιω. 10.18), και «Διά τοῦτο ὑπερύψωσεν αὐτόν ο Θεός», αυτά είναι χαρίσματα που λαμβάνονται εκ του Θεού και δι’ αυτού δίδονται εις εμάς.
Διότι δεν είχε ανάγκη ο Λόγος, ούτε αυτός εδημιουργήθει κάποτε˙ ούτε πάλιν οι άνθρωποι ήσαν ικανοί να υπηρετήσουν προς χάριν των αυτά, αλλά δια του Λόγου δίδονται εις εμάς˙ δι’ αυτό, ως προσφερόμενα εις αυτόν δίδονται εις εμάς˙ δι’ αυτό, άλλωστε, ενηνθρώπισε, ώστε χαριζόμενα εις αυτόν να μεταβιβασθούν εις εμάς.
Διότι ένας κοινός άνθρωπος δεν θα ήτο άξιος να τα λάβει˙ ο δε Λόγος μόνος δεν θα τα εχρειάζετο. Συνηνώθη λοιπόν με την ανθρώπινην φύσιν ο Λόγος και τότε μας έδωσε δύναμιν και μας υπερύψωσε.
Ως άνθρωπος δηλαδή ο Λόγος υπερύψωσε τον άνθρωπον, και ο άνθρωπος έλαβε τα χαρίσματα, όταν ο Λόγος έλαβε ανθρώπινον σώμα.
Επειδή λοιπόν ο άνθρωπος υψώθη έλαβε εξουσίαν όταν ο Λόγος έγινε άνθρωπος, δι’ αυτό αναφέρονται ταύτα εις τον Λόγον, επειδή ακριβώς εξαιτίας αυτού  εδόθησαν˙ εξ αιτίας δηλαδή της ανθρωπίνης φύσεως που έλαβε ο Λόγος εδόθησαν τα χαρίσματα αυτά.
Και όπως έγινε άνθρωπος ο Λόγος, έτσι και ο άνθρωπος έλαβε δια του Λόγου διδόμενα χαρίσματα.
Όλα επομένως όσα έχει λάβει ο άνθρωπος αναφέρονται ότι έχουν ληφθεί υπό του Λόγου, για να καταδειχθεί ότι παρά το ότι δεν ήτο άξιος ο άνθρωπος να τα λάβει, όσο εξηρτάτο από την φύσιν του, όμως τα έχει λάβει εξ αιτίας του Λόγου, ο οποίος έγινε άνθρωπος.
Επομένως, όταν αναφέρεται ότι δίδεται κάτι εις τον Κύριον ή κάτι παρόμοιον, πρέπει να σκεπτόμεθα ότι δεν δίδεται εις αυτόν επειδή το έχει ανάγκην, αλλά εις τον άνθρωπον διά του Λόγου.
Και άλλωστε, καθένας που παρακαλεί υπέρ άλλου λαμβάνει αυτός την χάριν, όχι διότι έχει αυτός ανάγκην, αλλά δι’ εκείνον υπέρ του οποίου παρακαλεί. 
(Μετ. Σοφ. Τοκατλίδη, εκδ. Γρηγόριος ο Παλάμάς, τ.3 σσ. 213-5).



www.impantokratoros.gr

Χαριτωμένες εμπειρικές διδαχές Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου


πηγή



  • Οι Άγιοι Πατέρες υπέφεραν πολλούς εξουθενωτικούς πειρασμούς. Κράτησαν γερά την υπομονή και την βία και κατόπιν τους επεσκέφθη η χάρις, ανάλογα με ό,τι υπέμειναν προηγουμένως.
  • Να έχετε ατσαλένια πίστι εις τον Θεό και υπακοή εις τους καλούς πνευματικούς οδηγούς σας και οι ευχές τους θα σας σκεπάσουν θαυματουργικά.
  • Φεύγετε την αμαρτία σαν φωτιά και δηλητηριώδη φίδια και να καταφεύγετε με την ευχή στον Ιησού Χριστό και Αυτός θα σας γλυτώση θαυματουργικά. Σαν από φωτιά να φεύγετε ομιλία ή βλέμμα προς νέο ή νέα. Μόνον έτσι νικάται το κακό της σαρκός.
  • Ας εννοήσουμε το σύντομο της ζωής μας και ας δουλεύσουμε τον Θεό, με αγάπη και προθυμία. Για επίδειξι τίποτε να μην κάνετε, αλλά ό,τι κάμνετε να γίνεται με ταπείνωσι.
  • Η υπερηφάνεια διώχνει την χάρι του Θεού· ο δε πνευματικός θρίαμβος γίνεται με την ταπείνωσι, με την προθυμία και περισσότερον με την αυταπάρνησι των πάντων.
  • Καμμιά χαρά κοσμική δεν μένει χωρίς μεταμέλεια. Μόνον η χαρά που προέρχεται από τον Θεό είναι γνήσια και ειλικρινής. Δόξες και χρήματα, όλα είναι ψεύτικα. Όλα αυτά ο θάνατος τα βάζει στην αρμόζουσα θέσι τους.
  • Τους σημερινούς ανθρώπους διέπει εγωισμός και ίδιο θέλημα.
  • Δωρεάν σώζει ο Χριστός τον άνθρωπο, οι κόποι δείχνουν την προαίρεσι του ανθρώπου.
  • ...Ο Θεός είναι ολοφάνερος μέσα στο πανεπιστήμιο της δημιουργίας Του... είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Με αδιανόητη άνεση βαστάζει, προνοεί, συντηρεί, διοικεί και γνωρίζει τα πάντα. Ό,τι εδημιούργησε βρίσκεται μέσα στην ύπαρξί Του, μέσα στα χέρια Του, μέσα στο μυαλό Του...
  • Από τον άνθρωπο ο Θεός θέλει να ιδεί προαίρεσι αγαθή και βία (προσπάθεια φιλότιμη) στα μέτρα των δυνάμεών του, και όταν αυτά τα διαθέση με ταπείνωσι, τότε Αυτός αναλαμβάνει την τελείωσι του αγαθού έργου...
  • Από την πείρα μου γνώρισα, ότι το να κυβερνά κανείς ψυχές είναι το δυσκολώτερο υπούργημα... Μέριμνες, κόποι, πειρασμοί, θλίψεις, αναστεναγμοί, φόβοι, ανησυχίες, προσευχή, ικεσίες δακρύβερτες, κατηχήσεις, παρακλήσεις, επιπλήξεις και άλλα χαρακτηρίζουν την ζωή του πνευματικού πατρός. Ο πνευματικός πατήρ υποφέρει τα πάνδεινα έως να μορφώση τον Χριστό μέσα στις ψυχές των πνευματικών παιδιών του, πράγμα που ερεθίζει αφάνταστα τον διάβολο...
  • ...Όλα οικονομικώς τακτοποιούνται από την Πρόνοια του αγαθού Θεού μας, για να μάθουμε την ταπείνωσι και μας γίνη φύσις μέσα μας το πιστεύω του μηδενικού μας. Η καρδιά μας χρεωστεί να εμμέση όλα την εγωιστική κακοχυμία της, για να αξιωθή αυτή την αγιασμένη ταπείνωσι...
  • ...Ασφάλισέ μας με την σωτήρια αυτογνωσία του απείρου μηδενικού μας.
  • ...Μόλις αποχωρήσει η χάρις του Θεού, η ψυχή του ανθρώπου συμμαζώνεται και ο φόβος για τα μέλλοντα τον πλησιάζει... Επισφαλής κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, χωρίς την χάρι του Θεού...
  • ...Σε αυτόν τον κόσμο δεν έχουμε θέσι κανείς. Ο πνευματικός κόσμος μας περιμένει όλους. Περαστικοί είμεθα πάνω στη γη... Πριν δε μας πάρη από αυτό τον φθαρτό κόσμο να παρακαλούμε να μας τακτοποιήση μαζί Του, όσον γίνεται πιο τέλεια για να μη δυσκολευθή η ψυχή μας στην άνοδο της από τους κακούς φορολόγους δαίμονας...
  • ...Αν δεν επιβλέψη ο Θεός, με βλέμμα συμπαθές, ουδεμία ψυχική αλλαγή γίνεται, όσες προετοιμασίες και αν προπαρασκευάση ο άνθρωπος...
  • ...Χωρίς την καθαρότητα ο Θεός δεν βλέπεται, δεν φανερώνεται... Εάν δεν καθαρισθή η καρδιά, τον Θεό δεν τον βλέπει. Ο Θεός είναι αγάπη· άρα ο ελλιπής στην γνήσια αγάπη, την πνευματική, την ανόθευτη, δεν μπορεί να γνωρίση το θείο.
  • Ο Μοναχισμός είναι πολυτέλεια του ουρανού... Τον κατηγορούν πολλοί, διότι είναι σαρκικοί, χοϊκοί. Δεν χωρούν τον λόγο του πνεύματος. Δεν γνωρίζουν και δεν βλέπουν, επειδή τους εσκότισε το σκότος του κοσμικού φρονήματος.
  • Η αγνεία έχει πολλή μεγάλη παρρησία, διότι αναβιβάζει τον άνθρωπο και υπεράνω αγγέλων. Οι άγγελοι ακόπως και φυσικώς βαδίζουν, ενώ ο(η) παρθένος βαδίζει την υπέρ φύσι πορεία... ο δε αγωνοθέτης Χριστός παρακολουθεί μετά συμπαθείας τον αγώνα εκάστου...
  • Ο παρθενικός βίος παρομοιάζεται με την εικόνα του πλοιαρίου, το οποίον διά παντός παλαίει με την σκληρή φουρτούνα. Ουδεμία δε ανακωχή επιτρέπεται στον πόλεμο κατά της φλογός του σαρκικού μας φρονήματος.
  • Η εγκράτεια, η νηστεία, η αγρυπνία, η απάρνησις των εγκόσμιων κ.λ.π. είναι τα μέσα διά να φθάσωμε στην καθαρότητα της καρδιάς...
  • Ας ακονήσωμε τις ψυχές μας στο ακόνι της υπακοής, διά να εκφέρωμε έργο ευάρεστο στον Θεό.
  • Οι άνθρωποι αναζητούν αρετή, ήθος και καλό τρόπο, ο οποίος και τα θηρία δαμάζει.
  • Μεγάλο χρήμα και θείος πλουτισμός της ψυχής η πείρα των δεξιών και αριστερών αλλοιώσεων.
  • Συγκερασμένα θα είναι στον χριστιανικό δρόμο, το γλυκύ της χάριτος με το πικρό των παθών...
  • ...Κλαίω γιατί είμαι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός απ’ όλο τον κόσμο, και πενθώ για το αβέβαιο της σωτηρίας μου... Μόνο η ελεημοσύνη του Θεού μου με σώζει από τα κακά μου... Πλούτισα στην επίγνωσι του απείρου μηδενικού μου. Όλος ο εαυτός μου είναι δωρεά του Θεού. Σε τι να καυχηθώ πώς έχω; Εάν μου δώση κάποιο χάρισμα ο Θεός θα έχω, διαφορετικά θα μείνω με τα ράκη της αυταπάτης.
  • Νοιώθω αμαρτωλός και βρώμικος. Η αληθής επίγνωσις του μηδενικού μου πόσο με βοηθεί να ιδώ τον Θεό!... Φώτισε το σκότος μου, ω Φως θεϊκό και χαριτωμένο!
  • ...Ο Θεός είναι πάνω από κάθε όρασι και από κάθε γνώσι· είναι πάνω από κάθε δημιουργημένο...
  • Σας εύχομαι σαν το κερί να λοιώσετε στην λατρεία του Ιησού Χριστού και σαν το ευωδιαστό θυμίαμα να ευωδιάζουν τα έργα σας.
  • ...Ο Θεός είναι στην φύσι του απρόσιτος, έχει όμως επιτρεπτές αποκαλύψεις... Θεέ μου, Θεέ μου, τι γλυκεία που είναι η συντροφιά Σου!... Η άπειρη φύσις Σου είναι και καρδιά και ακοίμητο μάτι Σου. Αυτή η καρδιά με αγαπά και το μάτι το γαλήνιο με παρακολουθεί...
  • ...Πάσα περιουσία που δεν είναι ο Θεός μου, πτωχεία μου είναι... Χωρίς εσένα, Θεέ μου, όλα είναι σκιές και βάσανά μου.
  • ...Η άπειρη θεία αγάπη εσαρκώθη με ανθρώπινη μορφή, για να σώση τον άνθρωπο, τον ταλαίπωρο και ασεβή. Ο Χριστός μας είναι η θεανθρώπινη μορφή...
  • ...Ω πόσο νιώθω το άπειρο της συγχωρητικότητος του Θεού. Το πόσο ξεκουράζομαι δεν λέγεται. Βλέπω πόσο εύκολα συγχωρείται ο αμαρτωλός, όταν προσπέση με δάκρυα και συντριβή.
  • Με αίσθησι γνώρισα, ένιωσα πώς ο Θεός εκ του μηδενός εδημιούργησε τα πάντα. Οίδα την μεγαλωσύνη του και τάχασα. Τι φοβερό πράγμα είναι ο Θεός, και αντίστοιχα θαύμασα την άκρα ταπείνωσι στο πάθος της σταυρώσεώς Του. «Μέγας ει, Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμάσιων Σου». Θαύμα τω θαύματι ακολουθεί εις τα του Θεού θαυμάσια· «Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών».
  • ...Η πείρα με δίδαξε για τα καλά, ότι τίποτε δεν κατορθώνεται χωρίς να το θέλη ο Θεός, που όλα υποτάσσονται στο νεύμα Του και μόνο...
  • ...Ο Θεός μου είναι Άγιος, Άγιος, Άγιος, Ισχυρός και Αθάνατος. Μα τι δεν είναι; Γλυκασμός, χαρά, ομορφιά θεϊκή, φως υπέρφωτο και λευκότατο. Μα το φως αυτό είναι η δόξα Του που τον περιβάλλει, η δε φύσις του είναι παντελώς ξένη και άγνωστη. Έτσι θα μείνη στο διηνεκές. Αυτό θα πη Θεός.
  • ...Η ψυχή μας, η καρδιά μας συνέχεια να έχη την ευχή σαν τιμόνι, σαν πυξίδα και ασφαλιστική δύναμι προσοχής... Τόπος Θεού είναι οι ύψιστες θεωρίες που υπερβαίνουν τον νου και υποτάσσουν το λογικό του ανθρώπου.
  • ...Όπως το δελφίνι γλυστρά και χαίρεται την ήρεμη θάλασσα, έτσι και ο νους, η ψυχή εντρυφά στην ησυχία της νύχτας και κάμνει αναβάσεις και συναντήσεις με τον Θεό... Όντως ο άνθρωπος επλάσθη διά να αδολεσχή εν αμεριμνία με τον Θεό.
  • ...Συ δεν κατοικείς μόνο σε χειροποίητους Ναούς, αλλά κυρίως Μονή σου είναι η ψυχοσωματική υπόστασι του διπλού ανθρώπου, με αγία τράπεζα την καρδιά που δέχθηκε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος και η οποία σε προσφέρει θυσίες και θυσίες πνευματικές αναιμάκτους, εν πνεύματι ησυχίας και αύρας ειρήνης, θείας και απορρήτου.
  • ...Δειλά - δειλά πάντα κάθομαι για προσευχή, γιατί μούγινε πιστεύω, πως μόνον όταν θελήση ο Θεός θα με επισκεφθή...
  • ...Η ζωή μου πλέον δεν έχει κανένα άλλο νόημα και σκοπό παρά το πώς να γνωρίσω, όσον γίνεται δυνατότερα τον Θεό μου και να προετοιμάζωμαι για τον πνευματικό κόσμο της αθάνατης ζωής. Θέλω, το νιώθω ανάγκη να ησυχάσω κάπου τελείως μόνος, για να μελετώ, να μελετώ τα του Θεού μου. Τίποτε το υλικό δεν με απασχολεί. Σκέπτομαι συνέχεια την αναχώρησί μου προς το υπέρ πέραν.
  • ...Νομίζω πως δεν πέφτω έξω αν την αγρυπνία του κελλιού την ονομάσω αφετηρία θείου Πνεύματος και σταθμό και βάσι πνευματικών εκτοξεύσεων με αντικειμενικό σκοπό την προσεδάφησι στον χώρο του Πνεύματος.
  • ...Η θεία φύσις μένει και θα μένει απρόσιτη, αθέατη, ακατάληπτη... Μόνον μεθεκτή η δόξα της υπερφώτου φύσεως...
  • ...Τι είναι ο άνθρωπος; Είναι ένα πλάσμα Σου ελεημένο και συγχωρημένο από την άπειρη ευσπλαγχνία Σου. Είναι ένα μηδενικό, ένα τίποτε, αλλά πλησίον Σου γίνεται ένας μικρός κατά χάρι Θεός... Εγώ σος ικέτης και δούλος ανάξιος.
  • Έχουμε ένα Θεό με φιλόστοργα θεϊκά σπλάχνα, που μας υπομένει και συνεχίζει να μας αγαπά και να μας φροντίζει, και εμείς οι άνθρωποι τον αρνούμεθα, τον υβρίζουμε, και δεν ξέρουμε τι λέμε και τι κάνουμε. Τυπικά τον πιστεύουμε και ομολογούμε, ενώ με την απρόσεκτη ζωή μας γινόμαστε απαίσιοι και ελεεινοί οι δυστυχείς, από τα μυαλά μας, τις επιλογές μας, τον εγωισμό μας, την κοσμικοφροσύνη μας.
  • Με την ειλικρινή μας όμως μετάνοια μπορούμε να πάρουμε και πάλι τις ευλογίες του Θεού, να καθαρίσουμε το βεβαρυμένο ποινικό μας, αρκεί να τηρούμε τους όρους της πίστεως, τις εντολές του Θεού, και τότε το πυρ της χάριτος θα μας θερμάνη, δροσίζη, χαροποιή και θεοποιή κατά χάρι και μέθεξι.
  • Ο σκορπισμός του νου είναι κακιά αρρώστια και πνευματική φυματίωσις.
  • ...Έχυσα δάκρυα για τον θάνατο μου, νιώθοντας βαθειά την αμαρτωλότητά μου. Πολύ μα πολύ παρεκάλεσα τον Θεό και Πατέρα μου να κάμη θαύμα στην ώρα του θανάτου μου και να με πάρη όσον γίνεται ευσπλαγχνικά, για να μη νιώσω την φρίκη και τον φόβο των φοβερών δαιμόνων. Και τούτο διότι είμαι δειλός από το απαρρησίαστο της ψυχής μου... Τα γλυκά δάκρυα είναι η μόνη ανακούφισις της καρδιάς από την πίεσι της ερωτικής θεϊκής αγάπης...
  • ...Πατέρα μου φύλαξε με, φρούρησε με μέσα στην αληθινή αυτογνωσία της πηλίνης φύσεώς μου. Είμαι ένα άπειρο μηδενικό. Είμαι ένα ασήμαντο πλασματάκι Σου, είμαι ένα τίποτε. Μόνο όταν είμαι κοντά Σου, αποκτώ ουσιαστική υπόστασι και δόξα...
Ευλαβικά σε προσκυνώ, δέσποζε επί πάντων

 Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ
ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ" 


www.impantokratoros.gr

Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής




Ἔοικε Χριστὲ τοῦτό σοι Σίμων λέγειν.
Ζηλῶν πάθος σόν, καρτερῶ Σταυροῦ πάθος.
Ἐν ξύλῳ ἀμφετάθη Σίμων δεκάτῃ μεγάθυμος.
Βιογραφία
Ο Απόστολος Σίμων ήταν ένας από τους δώδεκα Μαθητές του Κυρίου και ήταν αδελφός του Ιούδα του Λεββαίου.

Ο Άγιος Απόστολος Σίμων ονομάσθηκε ζηλωτής, λόγω της θέρμης και του ζήλου με τον οποίο κήρυττε το λόγο του Ευαγγελίου. Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας και είναι γνωστός ως Σίμων ο Κανανίτης (ή Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος - υιός του Θολομαίου). Μετά την ανάληψη του Χριστού και τη χάρη της Πεντηκοστής, ο Σίμων επιδόθηκε σε ένα ευρύ ιεραποστολικό έργο. Δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Περσία, όπου αφού γκρέμισε το μύθο της πολυθεΐας, φανέρωσε σε πλήθος κόσμου το φως της Ευαγγελικής αλήθειας. Στη συνέχεια μετέβη στην Αφρική, όπου κήρυξε το ζωογόνο Λόγο του αληθινού Θεού και Σωτήρος, από την Αίγυπτο έως τη Μαυριτανία. Ο τελευταίος τόπος της θαυμαστής ιεραποστολικής του δράσης ήταν η Βρετανία. Εκεί αφού δίδαξε στο λαό τη χριστιανική πίστη, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες βασανίστηκε και υπέστη σταυρικό θάνατο.

Σημείωση: Ο Σίμων ο Ζηλωτής εορτάζει και στις 22 Απριλίου.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλος ἔνθεος, καταλαβῶν σε, τοῦ γνωσθέντος σοι, σαρκὸς ἐν εἴδει, ζηλωτὴν ἐν Ἀποστόλοις ἀνέδειξε καὶ τοῦ Δεσπότου ζηλώσας τὸν θάνατον, διὰ Σταυροῦ πρὸς αὐτὸν ἐξεδήμησας, Σίμων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. 
Ἀπόστολε Ἅγιε Σίμων, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν ἀσφαλῶς τὰ τῆς σοφίας δόγματα, ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν εὐσεβούντων θέμενον, ἐν αἰνέσει μακαρίσωμεν, τὸν θεηγόρον πάντες Σίμωνα· τῷ θρόνῳ γὰρ τῆς δόξης νῦν παρίσταται, καὶ σὺν τοῖς Ἀσωμάτοις ἐπαγάλλεται, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.




Οπτικοακουστικό Υλικό
media
Ακούστε το απολυτίκιο!




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής
Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής

Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής
Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής

Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής
Άγιος Σίμων ο Απόστολος, ο Ζηλωτής





Τὸν βίον Ἡσύχιος ἄγων ἡσύχως,
Ἐν ἡσυχίᾳ πρὸς Θεὸν διαβαίνει.
Βιογραφία
Η μνήμη του Οσίου Ησυχίου του Ομολογητού τιμάται την 6η Μαρτίου, όπου και ο βίος του.
Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου «των αδελφών του Κιέβου» εν Ρωσία





Η ιερή εικόνα της Θεομήτορος ονομάζεται έτσι από την πόλη του Κιέβου και την μονή στην οποία φυλασσόταν. Αρχικά βρισκόταν στο Βίσγκο - Ροντ και αργότερα μετακομίσθηκε στο Κίεβο.

Το 1662 μ.Χ., όταν οι Τάταροι εισέβαλαν στην πόλη του Βίσγκο - Ροντ, κατέστρεψαν το ναό στον οποίο ετιμάτο η εικόνα της Παναγίας και έριξαν στο ποτάμι την εικόνα. Αυτή, επιπλέοντας επάνω στο νερό, έφθασε μέχρι το μοναστήρι Μπράτσκιυ (=των Αδελφών). Οι Πατέρες της μονής με πνευματική χαρά βρήκαν την εικόνα και με ευλάβεια την μετέφεραν στο μοναστήρι τους.

Η εικόνα της Θεοτόκου εορτάζει, επίσης, στις 2 Ιουνίου και 6 Σεπτεμβρίου.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...