Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 26, 2012

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΜΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΜΑΣ

«Τα ρήματα ά δέδωκας μοι
δέδωκα αυτοίς και αυτοί έλαβον....»

ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ, που έπεται της εορτής της Αναλήψεως του Κυρίου, η Εκκλησία μας την αφιερώνει στη μνήμη των αγίων και θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας. Σχετικό είναι και το ευαγγελικό ανάγνωσμα, που αποτελεί ένα τμήμα της λεγόμενης αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας. Δηλαδή της προσευχής που ο Χριστός ανέπεμψε προς τον Θεό Πατέρα Του, λίγο πριν από το Πάθος Του, για τον εαυτό Του, τους μαθητές Του και όλους όσοι έμελλε να πιστέψουν σ’ αυτόν.
Δυο είναι, θα λέγαμε, τα πιο βασικά αιτήματα της προσευχής του Κυρίου. Το πρώτο, η αρραγής ενότητα των μαθητών Του και όλων εκείνων που θα πίστευαν μελλοντικά στο όνομα Του. Η ενότητα αυτή θα απεδείκνυε τη δύναμη του Χριστού και τη θεϊκή προέλευση της αποστολής Του. Το δεύτερο, η ανάγκη να διαφυλαχθεί καθαρή η πίστη, ο ζωντανός λόγος του Θεού, αφού δι’ αυτού και μόνο εξασφαλίζεται η δυνατότητα σωτηρίας όλων μας.
Τα δυο αυτά αιτήματα, που αποτελούν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αρχιερατικής προσευχής, συνδέονται άμεσα και με το έργο των αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή με τον αγώνα που διεξήγαγαν προκειμένου να διαφυλάξουν την ενότητα της Εκκλησίας και την καθαρότητα της διδασκαλίας της, που κινδύνευσαν από τον Αρειανισμό.

Η προέλευση της ευαγγελικής διδαχής

ΜΑΣ ΛΕΕΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ο Κύριος: «Τα ρήματα ά δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σού εξήλθον, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας». Δηλαδή: Τα λόγια, τις διδαχές που μου έδωσες, τους τα έδωσα. Και αυτοί τα δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως προέρχομαι πραγματικά από σένα. Και πίστεψαν ότι εσύ με έστειλες στον κόσμο.
Ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο μας έφερε «τα ρήματα» του Θεού Πατέρα. Μας αποκάλυψε τον αιώνιο λόγο Του. Μας κήρυξε το ευαγγέλιο της σωτηρίας. Ό,τι μας φανέρωσε, ό,τι μας δίδαξε, δεν είναι προϊόν ανθρώπινης σοφίας. Δεν μας το φανέρωσε και δεν μας το δίδαξε ως άνθρωπος αλλά ως Θεάνθρωπος, ως ο Μονογενής Υιός του Θεού Πατρός. «Πάντα ά ήκουσα παρά του Πατρός μου εγνώρισα υμίν» (Ιω. 15,15). Διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τα εν τοις ευαγγελίοις εμφερόμενα λόγια υψίστου βασιλέως υπάρχει θεσπίσματα». Η ευαγγελική διδαχή δεν είναι ανθρώπινη ανακάλυψη, αλλά θεϊκή αποκάλυψη. Δεν είναι εφεύρημα φιλοσοφικού στοχασμού και ιδεολογικής αναζήτησης, αλλά φανέρωση της αλήθειας και της δόξας του Θεού «εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. 4,6). Και καταγράφηκαν από τους ιερούς συγγραφείς και αποστόλους υπό την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. «Όσα η θεία Γραφή λέγει», γράφει ο άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, «του Πνεύματος εισι φωναί».

Το έργο του ευαγγελισμού συνεχίζεται

ΤΑ «ΡΗΜΑΤΑ» ΑΥΤΑ του Θεού Πατέρα συνιστούν το Ευαγγέλιο Ιησού Χριστού. Το Ευαγγέλιο στο οποίο πιστεύουμε. Το Ευαγγέλιο δια του οποίου σωζόμαστε. Το Ευαγγέλιο που εξακολουθεί να κηρύττει η Εκκλησία εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Και το κάνει υπακούοντας στον ιδρυτή και Κύριο της, ο οποίος παρήγγειλε και συνεχίζει να μας ζητά: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ. 16, 15).
Ο Κύριος μας Ιησούς προσθέτει: «και αυτοί έλαβον...».Ποιοί; Οι μαθητές Του. «Και αυτοί έλαβον» - δηλαδή αποδέχτηκαν – τα «ρήματα» που του έδωσε ο Θεός Πατέρας, και ο ίδιος, ερχόμενος στον κόσμο, παρέδωσε στους μαθητές Του. Ο Χριστός μας αποκάλυψε τον αιώνιο λόγο του Θεού για να τον αποδεχθούμε και να τον οικειωθούμε. Να τον δεχθούμε, όπως δέχεται το έδαφος στα σπλάχνα του το σπόρο που σπέρνει ο γεωργός. Όπως δέχεται η γη τη βροχή που πέφτει από τον ουρανό.

Η αποδοχή του Ευαγγελίου

ΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ αποδεχόμαστε το Ευαγγέλιο του Χριστού μας;
Πρώτον, πιστεύοντας ακλόνητα στην αλήθεια και τη δύναμη του Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο είναι τα «ρήματα» του Θεού, ο αιώνιος λόγος του Θεού, τον οποίο μας αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς: «όν γαρ απέστειλεν ο Θεός, τα ρήματα του Θεού λαλεί» (Ιω. 3,34). Γι’ αυτό, λοιπόν, πιστεύουμε ακλόνητα στο Ευαγγέλιο και το αποδεχόμαστε ως τον αιώνιο λόγο του Θεού με όλη τη δύναμη της υπάρξεως μας.
Δεύτερον, αγωνιζόμενοι να γνωρίσουμε πληρέστερα το θεόπνευστο περιεχόμενο του. Το Ευαγγέλιο μας δόθηκε για να το γνωρίσουμε. Και το γνωρίζουμε όχι για να το ‘χουμε καταχωνιασμένο κάπου – στο εικονοστάσι, σε κάποιο συρτάρι, σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης μας -, αλλά όταν το μελετούμε. Καθημερινά. Με ευλάβεια και προσοχή. Με αληθινή πνευματική δίψα. Όταν το μελετούμε, όπως το μελετούσαν όλοι οι άνθρωποι του Θεού. Όπως ο προφήτης Δαβίδ, ο οποίος διερμηνεύοντας την αγάπη του για το νόμο του Θεού γράφει στους Ψαλμούς του: «Ο νόμος σου μελέτη μου εστι» (Ψαλμ.118, 174).
Και τρίτον, τηρώντας τα όσα παραγγέλλει. Το Ευαγγέλιο είναι υπόθεση και μήνυμα ζωής. Είναι «ρήματα ζωής αιωνίου» (Ιω. 6,68). Ο Κύριος μας τα δίδαξε όχι για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας, ούτε για να αυξήσει τις θρησκευτικές μας γνώσεις, αλλά για να εμπνέουν τη ζωή μας. Για να καθιστούμε τα όσα παραγγέλλει το Ευαγγέλιο καθημερινή πράξη, συμπεριφορά, τρόπο ζωής. Η πίστη και η αγάπη μας προς τον Χριστό είναι γνήσια όταν τηρούμε τις εντολές του Ευαγγελίου Του: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστιν ο αγαπών με» (Ιω. 14, 21).
Φέρουμε το τιμημένο όνομα του χριστιανού. Η προσωνυμία αυτή όμως δεν μας οφελεί σε τίποτε, αν δεν είναι χριστιανικά και τα έργα μας, αν δεν ανταποκρινόμαστε στις εντολές Εκείνου του οποίου φέρουμε το όνομα. Διδάσκει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Ουδέν γαρ ημίν όφελος τη των χριστιανών κεκλήσθαι προσηγορία, μη και των έργων επακολουθούντων». Και η υπακοή προς το Ευαγγέλιο αποτελεί χρέος όλων των πιστών, αγάμων και εγγάμων, μοναχών και κοσμικών. Αυτό μας υπογραμμίζει ο Μ. Βασίλειος, πολεμώντας προφανώς την εσφαλμένη αντίληψη που κυκλοφορούσε και στην εποχή του, ότι η πλήρης υπακοή προς το Ευαγγέλιο είναι υποχρέωση κυρίως των μοναχών. «Πάντες άνθρωποι απαιτησόμεθα την προς το Ευαγγέλιον υπακοήν, μοναχοί και οι εν συζυγίαις».

Ένα ζηλευτό προνόμιο

ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ χριστιανοί και Έλληνες έχουμε ένα διπλό ζηλευτό προνόμιο: πρώτον, είμαστε μέλη της Εκκλησίας εκείνης που διαφύλαξε ανόθευτο το Ευαγγέλιο του Χριστού. Και δεύτερον, ανήκουμε στο έθνος που είχε την ύψιστη τιμή να γραφτεί στη γλώσσα του το Ευαγγέλιο, ολόκληρη η Καινή Διαθήκη.
Το διπλό αυτό προνόμιο όμως προσδιορίζει και το μέγεθος της ευθύνης μας. Τι οφελεί να είμαστε ορθόδοξοι μόνο για την ταυτότητα και για κάποιες τελετές, στις οποίες κατά καιρούς μετέχουμε; Και ακόμη: τι κερδίζουμε με το να έχουμε γραμμένο στη γλώσσα μας τον αιώνιο λόγο του Θεού και να τον αγνοούμε; Να μην τον μελετούμε; Να τον παραβαίνουμε καθημερινά;
Ας αναλάβουμε, λοιπόν, τις ευθύνες μας ως χριστιανοί απέναντι στο Ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού:
Να πιστεύουμε ακλόνητα στη δύναμη του
Να το μελετούμε με ευλάβεια και προσοχή
Να τηρούμε με αυταπάρνηση τις ζωηφόρες εντολές του. Αμήν. 

«Τα ρήματα ά δέδωκας μοι
δέδωκα αυτοίς και αυτοί έλαβον....»

ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ, που έπεται της εορτής της Αναλήψεως του Κυρίου, η Εκκλησία μας την αφιερώνει στη μνήμη των αγίων και θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας. Σχετικό είναι και το ευαγγελικό ανάγνωσμα, που αποτελεί ένα τμήμα της λεγόμενης αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας. Δηλαδή της προσευχής που ο Χριστός ανέπεμψε προς τον Θεό Πατέρα Του, λίγο πριν από το Πάθος Του, για τον εαυτό Του, τους μαθητές Του και όλους όσοι έμελλε να πιστέψουν σ’ αυτόν.
Δυο είναι, θα λέγαμε, τα πιο βασικά αιτήματα της προσευχής του Κυρίου. Το πρώτο, η αρραγής ενότητα των μαθητών Του και όλων εκείνων που θα πίστευαν μελλοντικά στο όνομα Του. Η ενότητα αυτή θα απεδείκνυε τη δύναμη του Χριστού και τη θεϊκή προέλευση της αποστολής Του. Το δεύτερο, η ανάγκη να διαφυλαχθεί καθαρή η πίστη, ο ζωντανός λόγος του Θεού, αφού δι’ αυτού και μόνο εξασφαλίζεται η δυνατότητα σωτηρίας όλων μας.
Τα δυο αυτά αιτήματα, που αποτελούν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αρχιερατικής προσευχής, συνδέονται άμεσα και με το έργο των αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή με τον αγώνα που διεξήγαγαν προκειμένου να διαφυλάξουν την ενότητα της Εκκλησίας και την καθαρότητα της διδασκαλίας της, που κινδύνευσαν από τον Αρειανισμό.

Η προέλευση της ευαγγελικής διδαχής

ΜΑΣ ΛΕΕΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ο Κύριος: «Τα ρήματα ά δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σού εξήλθον, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας». Δηλαδή: Τα λόγια, τις διδαχές που μου έδωσες, τους τα έδωσα. Και αυτοί τα δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως προέρχομαι πραγματικά από σένα. Και πίστεψαν ότι εσύ με έστειλες στον κόσμο.
Ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο μας έφερε «τα ρήματα» του Θεού Πατέρα. Μας αποκάλυψε τον αιώνιο λόγο Του. Μας κήρυξε το ευαγγέλιο της σωτηρίας. Ό,τι μας φανέρωσε, ό,τι μας δίδαξε, δεν είναι προϊόν ανθρώπινης σοφίας. Δεν μας το φανέρωσε και δεν μας το δίδαξε ως άνθρωπος αλλά ως Θεάνθρωπος, ως ο Μονογενής Υιός του Θεού Πατρός. «Πάντα ά ήκουσα παρά του Πατρός μου εγνώρισα υμίν» (Ιω. 15,15). Διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τα εν τοις ευαγγελίοις εμφερόμενα λόγια υψίστου βασιλέως υπάρχει θεσπίσματα». Η ευαγγελική διδαχή δεν είναι ανθρώπινη ανακάλυψη, αλλά θεϊκή αποκάλυψη. Δεν είναι εφεύρημα φιλοσοφικού στοχασμού και ιδεολογικής αναζήτησης, αλλά φανέρωση της αλήθειας και της δόξας του Θεού «εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. 4,6). Και καταγράφηκαν από τους ιερούς συγγραφείς και αποστόλους υπό την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. «Όσα η θεία Γραφή λέγει», γράφει ο άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, «του Πνεύματος εισι φωναί».

Το έργο του ευαγγελισμού συνεχίζεται

ΤΑ «ΡΗΜΑΤΑ» ΑΥΤΑ του Θεού Πατέρα συνιστούν το Ευαγγέλιο Ιησού Χριστού. Το Ευαγγέλιο στο οποίο πιστεύουμε. Το Ευαγγέλιο δια του οποίου σωζόμαστε. Το Ευαγγέλιο που εξακολουθεί να κηρύττει η Εκκλησία εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Και το κάνει υπακούοντας στον ιδρυτή και Κύριο της, ο οποίος παρήγγειλε και συνεχίζει να μας ζητά: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ. 16, 15).
Ο Κύριος μας Ιησούς προσθέτει: «και αυτοί έλαβον...».Ποιοί; Οι μαθητές Του. «Και αυτοί έλαβον» - δηλαδή αποδέχτηκαν – τα «ρήματα» που του έδωσε ο Θεός Πατέρας, και ο ίδιος, ερχόμενος στον κόσμο, παρέδωσε στους μαθητές Του. Ο Χριστός μας αποκάλυψε τον αιώνιο λόγο του Θεού για να τον αποδεχθούμε και να τον οικειωθούμε. Να τον δεχθούμε, όπως δέχεται το έδαφος στα σπλάχνα του το σπόρο που σπέρνει ο γεωργός. Όπως δέχεται η γη τη βροχή που πέφτει από τον ουρανό.

Η αποδοχή του Ευαγγελίου

ΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ αποδεχόμαστε το Ευαγγέλιο του Χριστού μας;
Πρώτον, πιστεύοντας ακλόνητα στην αλήθεια και τη δύναμη του Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο είναι τα «ρήματα» του Θεού, ο αιώνιος λόγος του Θεού, τον οποίο μας αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς: «όν γαρ απέστειλεν ο Θεός, τα ρήματα του Θεού λαλεί» (Ιω. 3,34). Γι’ αυτό, λοιπόν, πιστεύουμε ακλόνητα στο Ευαγγέλιο και το αποδεχόμαστε ως τον αιώνιο λόγο του Θεού με όλη τη δύναμη της υπάρξεως μας.
Δεύτερον, αγωνιζόμενοι να γνωρίσουμε πληρέστερα το θεόπνευστο περιεχόμενο του. Το Ευαγγέλιο μας δόθηκε για να το γνωρίσουμε. Και το γνωρίζουμε όχι για να το ‘χουμε καταχωνιασμένο κάπου – στο εικονοστάσι, σε κάποιο συρτάρι, σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης μας -, αλλά όταν το μελετούμε. Καθημερινά. Με ευλάβεια και προσοχή. Με αληθινή πνευματική δίψα. Όταν το μελετούμε, όπως το μελετούσαν όλοι οι άνθρωποι του Θεού. Όπως ο προφήτης Δαβίδ, ο οποίος διερμηνεύοντας την αγάπη του για το νόμο του Θεού γράφει στους Ψαλμούς του: «Ο νόμος σου μελέτη μου εστι» (Ψαλμ.118, 174).
Και τρίτον, τηρώντας τα όσα παραγγέλλει. Το Ευαγγέλιο είναι υπόθεση και μήνυμα ζωής. Είναι «ρήματα ζωής αιωνίου» (Ιω. 6,68). Ο Κύριος μας τα δίδαξε όχι για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας, ούτε για να αυξήσει τις θρησκευτικές μας γνώσεις, αλλά για να εμπνέουν τη ζωή μας. Για να καθιστούμε τα όσα παραγγέλλει το Ευαγγέλιο καθημερινή πράξη, συμπεριφορά, τρόπο ζωής. Η πίστη και η αγάπη μας προς τον Χριστό είναι γνήσια όταν τηρούμε τις εντολές του Ευαγγελίου Του: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστιν ο αγαπών με» (Ιω. 14, 21).
Φέρουμε το τιμημένο όνομα του χριστιανού. Η προσωνυμία αυτή όμως δεν μας οφελεί σε τίποτε, αν δεν είναι χριστιανικά και τα έργα μας, αν δεν ανταποκρινόμαστε στις εντολές Εκείνου του οποίου φέρουμε το όνομα. Διδάσκει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Ουδέν γαρ ημίν όφελος τη των χριστιανών κεκλήσθαι προσηγορία, μη και των έργων επακολουθούντων». Και η υπακοή προς το Ευαγγέλιο αποτελεί χρέος όλων των πιστών, αγάμων και εγγάμων, μοναχών και κοσμικών. Αυτό μας υπογραμμίζει ο Μ. Βασίλειος, πολεμώντας προφανώς την εσφαλμένη αντίληψη που κυκλοφορούσε και στην εποχή του, ότι η πλήρης υπακοή προς το Ευαγγέλιο είναι υποχρέωση κυρίως των μοναχών. «Πάντες άνθρωποι απαιτησόμεθα την προς το Ευαγγέλιον υπακοήν, μοναχοί και οι εν συζυγίαις».

Ένα ζηλευτό προνόμιο

ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ χριστιανοί και Έλληνες έχουμε ένα διπλό ζηλευτό προνόμιο: πρώτον, είμαστε μέλη της Εκκλησίας εκείνης που διαφύλαξε ανόθευτο το Ευαγγέλιο του Χριστού. Και δεύτερον, ανήκουμε στο έθνος που είχε την ύψιστη τιμή να γραφτεί στη γλώσσα του το Ευαγγέλιο, ολόκληρη η Καινή Διαθήκη.
Το διπλό αυτό προνόμιο όμως προσδιορίζει και το μέγεθος της ευθύνης μας. Τι οφελεί να είμαστε ορθόδοξοι μόνο για την ταυτότητα και για κάποιες τελετές, στις οποίες κατά καιρούς μετέχουμε; Και ακόμη: τι κερδίζουμε με το να έχουμε γραμμένο στη γλώσσα μας τον αιώνιο λόγο του Θεού και να τον αγνοούμε; Να μην τον μελετούμε; Να τον παραβαίνουμε καθημερινά;
Ας αναλάβουμε, λοιπόν, τις ευθύνες μας ως χριστιανοί απέναντι στο Ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού:
Να πιστεύουμε ακλόνητα στη δύναμη του
Να το μελετούμε με ευλάβεια και προσοχή
Να τηρούμε με αυταπάρνηση τις ζωηφόρες εντολές του. Αμήν.


Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πραξ. κ' 16  - 18
Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ
Τιμᾶ σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τοὺς 318 ἁγίους καὶ θεοφόρους Πατέρες  τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι συνῆλθαν στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ. μὲ σκοπὸ νὰ καταδικάσουν τὴ φοβερὴ αἵρεση τοῦ θεομάχου Ἀρείου καὶ νὰ ἀσφαλίσουν τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴν ὁδὸ τῆς ἀληθείας.
Τὰ ἱερὰ Ἀναγνώσματα καὶ οἱ ὕμνοι τῆς ἡμέρας πρὸς τιμήν τους ἔχουν καθιερωθεῖ. Εἶναι δὲ πολὺ ἐπίκαιρος ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα:  «Προσέχετε», λέει ὁ ἀκούραστος Ἀπόστολος ἀπευθυνόμενος γιὰ τελευταία φορὰ πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου «ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ  ποιμνίου»· γνωρίζω καλὰ ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρησή μου θὰ εἰσβάλουν ἀνάμεσά σας ψευδοδιδάσκαλοι σὰν ἄγριοι καὶ σκληροὶ λύκοι, ποὺ θὰ διαρπάζουν ἀλύπητα τὸ ποίμνιο βλάπτοντας καὶ ἀφανίζοντας τὶς ψυχὲς τῶν λογικῶν προβάτων.

Αὐτὸς ὁ θεόπνευστος ἀποστολικὸς λόγος μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ πρῶτον, νὰ ἐπισημάνουμε τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων καὶ δεύτερον, νὰ ὑπογραμμίσουμε τὸ δικό μας χρέος ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ κινδύνου.
Δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ εἰκόνα τῶν ἄγριων λύκων ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιὰ νὰ παραστήσει τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τῶν αἱρετικῶν.
Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε χαρακτηρίσει «λύκους ἅρπαγες» τοὺς αἱρετικοὺς καὶ μάλιστα εἶχε προειδοποιήσει τοὺς μαθητές του νὰ προσέχουν, διότι οἱ ἁρπακτικοὶ αὐτοὶ λύκοι ἐμφανίζονται «ἐν ἐνδύμασι προβάτων», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τῆς ἀθωότητας καὶ τῆς ἡμερότητας τοῦ προβάτου (Ματθ. ζ΄ 15)!
Πόσο ἀληθινοὶ καὶ ἐπίκαιροι ἀκούγονται καὶ σήμερα αὐτοὶ οἱ λόγοι! Πλῆθος αἱρέσεων καὶ πλανεμένων παραθρησκευτικῶν ὁμάδων διεισδύουν μέσα στὴ σύγχρονη πολυπολιτισμικὴ καὶ συγκρητιστκὴ κοινωνία μας καὶ προβάλλουν τὶς διεστραμμένες διδασκαλίες τους μὲ τρόπο πειστικὸ καὶ ἑλκυστικό. Εἶναι οἱ Παπικοὶ καὶ Οὐνίτες, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν ἐμμονή τους σὲ σοβαρὲς αἱρετικὲς πλάνες, διαδίδουν ὅτι δὲν ἔχουμε πολλὲς διαφορὲς καὶ συμμετέχουν κάποτε καὶ σὲ θεῖες Λειτουργίες τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ προσέρχονται ἀκόμη καὶ γιὰ νὰ κοινωνήσουν! Εἶναι οἱ Προτεστάντες καὶ μάλιστα οἱ Πεντηκοστιανοί, οἱ ὁποῖοι μὲ δωρεὰν διανομὴ ἐντύπων καὶ βιβλίων, μὲ  ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς καὶ ἄλλες συστηματικὲς μεθόδους προσπαθοῦν ὕπουλα νὰ προσηλυτίσουν ἀνύποπτους συνανθρώπους μας. Ἀκόμη πιὸ ὕπουλοι εἶναι οἱ γνωστοὶ «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» μὲ τὴν ἀντιχριστιανικὴ καὶ ἀντεθνικὴ προπαγάνδα τους, ἀλλὰ καὶ οἱ 500 καὶ πλέον νεοφανεῖς αἱρέσεις καὶ παραθρησκεῖες, ποὺ δροῦν ἀνενόχλητες στὴν Ἑλλάδα μὲ τὴ μορφὴ ἐπιστημονικῶν, φιλοσοφικῶν, ἀνθρωπιστικῶν ἢ κοινωνικῶν  σωματείων, καὶ δημιουργοῦν, πολλὲς ἀπ’ αὐτές, ὁλοκληρωτικὴ ἐξάρτηση στοὺς ὀπαδούς τους...
Ὁ κίνδυνος εἶναι μεγάλος. Ὅποιος μπλεχτεῖ στὰ δίχτυα τῶν αἱρετικῶν  ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ χῶρο τῆς χάριτός της. Διότι, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Κυπριανός, «Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία»!
Ποιὸ εἶναι λοιπὸν τὸ δικό μας χρέος ἀπέναντι στὸν ὁρατὸ αὐτὸ κίνδυνο  τῶν αἱρέσεων;
Τὸ πρῶτο ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ ἐγρήγορση. «Γρηγορεῖτε!», φώναζε τότε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς ποιμένες τῆς Ἐ­ φέσου καὶ μέσῳ αὐτῶν σὲ ὅλους μας. Νὰ εἶστε ξύπνιοι, σὲ ἐπιφυλακή. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητο νὰ προσέχουμε καὶ μεῖς πολύ, γιὰ νὰ μὴ δεχόμαστε τίποτε αἱρετικό.
Ὅπως ἐξετάζουμε τὶς τροφές, ὥστε νὰ μὴν εἶναι ἀλλοιωμένες ἢ δηλητηριασμένες, πολὺ περισσότερο ὀφείλουμε νὰ διαφυλάττουμε τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ἦθος ἀπὸ κάθε ἀλλοίωση, νοθεία καὶ παραχάραξη. Μόνο ὅ,τι εἶναι γνήσιο κι ἀληθινό, ἔχει ἀξία. Ὁτιδήποτε ἄλλο εἶναι ψεύτικο, ἄχρηστο καὶ πολὺ βλαβερό!
Ἐπιπλέον εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας, νὰ μελετοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ καθὼς καὶ βιβλία μὲ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων καὶ τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὥστε νὰ εἴμαστε σέ θέση νὰ διακρίνουμε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Μποροῦμε ἐπίσης νά βροῦμε κατάλληλα ἀντιαιρετικὰ βιβλία καὶ Ὀρθόδοξες ἱστοσελίδες, ποὺ ἐνημερώνουν γιὰ τὶς πλάνες τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ὕπουλη προσηλυτιστικὴ δράση τους, ὥστε κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἐνημερωμένοι καὶ ἄλλους νὰ μποροῦμε νὰ διαφωτίζουμε.
Ὁ Κύριος μᾶς ζητᾶ νὰ ἀγαπᾶμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἂν κάτι ἀποστρεφόμαστε δὲν εἶναι οἱ αἱρετικοί, ἀλλὰ οἱ φρικτὲς αἱρέσεις ποὺ ὑποστηρίζουν καὶ ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητος τὴν ὁποία ἐπιφέρουν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔδωσαν ἰδιαίτερη βαρύτητα στὸ θέμα «αἵρεση» καὶ ἀγωνίστηκαν μὲ τὴν «σφενδόνη τοῦ Πνεύματος» καὶ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, ὥστε νὰ διώξουν μακριὰ ἀπὸ τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ τοὺς «βαρεῖς καὶ λοιμώδεις λύκους». Ἂς τοὺς παρακαλοῦμε νὰ πρεσβεύουν καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς, ὥστε νὰ μένουμε σταθεροὶ κι ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ ἄγρυπνοι θεματοφύλακες τῆς παραδόσεώς της.
“Ο ΣΩΤΗΡ”, 15/05/2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ



Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3)

Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ
 τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία 
ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρίν ἀπό τή 
σύλληψή Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται 
στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπί τῆς γῆς καί συνεπῶς στήν
 ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς πού Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός Πατέρας 
καί πού δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, 
γεγονός πού συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατά τά δικά Του λόγια, 
καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Τίς πραγματικές διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ 
ἔργου τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτουν καί τήν ὁμοουσιότητά
 Του ἀπέναντι στόν Πατέρα Του προσπάθησαν νά 
διακρατήσουν καί νά διατρανώσουν καί οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας, 
καί μάλιστα τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
 τό 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, 
ἀμφισβητίες δηλαδή καί διαστρεβλωτές τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ 
- μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα ῎Αρειο – οἱ ὁποῖοι λίγο-πολύ 
θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νά ὑποβιβάσουν Αὐτόν στό ἐπίπεδο 
τοῦ κτίσματος καί συνεπῶς νά θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τή
 σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς 
ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονική ἐξύψωση τῆς 
λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καί τῆς 
ἀποκάλυψής Του, κάτι πού σήμαινε ὅτι μέ τήν 
αἵρεση ἀναμετριόταν στήν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος
 μέ τόν Θεϊκό λόγο! ᾽Εκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου πού 
\μᾶς καθοδηγεῖ στήν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καί τῆς
 θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς: 
Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον 
ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3).

 1. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά βεβαίως πού ὁ Κύριος κάνει λόγο γιά 
τήν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτήν καί μάλιστα θεωρεῖται
 ὁ σκοπός τῆς ἀναζήτησης καί τῶν ᾽Ιουδαίων στήν Παλαιά
 Διαθήκη. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τήν προσέγγιση τοῦ 
Κυρίου ἀπό τόν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στόν Κύριο
 ἀκριβῶς αὐτόν τόν προβληματισμό: ῾Διδάσκαλε, τί ποιήσας
 ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;᾽ (Λουκ. 10,25), προβληματισμό
 πού δίνει ἀφορμή στόν Χριστό νά πεῖ καί τή γνωστή
 παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Ἡ αἰώνια ζωή λοιπόν προβάλλεται ὡς τό ὅραμα τῆς 
Π. Διαθήκης, ἀλλά καί ὁ σκοπός τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου,
 ὅπως μᾶς ἀφήνει νά κατανοήσουμε αὐτόν καί ὁ λόγος τοῦ ῎
Ιδιου στό σημερινό Εὐαγγέλιο:
 ῾Πάτερ...δόξασόν Σου τόν Υἱόν...καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν
 πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς
 ζωήν αἰώνιον᾽ (᾽Ιωάν. 17, 1-2).

 2. Ὁ Κύριος σπεύδει νά διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. 
Δέν πρόκειται περί μιᾶς ἄλλης ζωῆς πού ἐκτείνεται μετά τήν
 ἐδῶ-στόν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολύ περισσότερο περί τῆς
 συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρίς τέλος καί θάνατο. 
Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καί λέγονται, ἀλλά συνιστοῦν
 παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τήν κατάσταση τοῦ πεσμένου 
στήν ἁμαρτία κόσμου καί πρωτίστως δέν λαμβάνουν 
καθόλου ὑπόψιν τή σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ
 στόν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή,
 κατά τόν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μέ τόν ῾Εαυτό Του: 
εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τοῦ
 ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ.
 ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον 
ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽.

 3. Ἡ γνώση αὐτή δέν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: 
δέν εἶναι δηλαδή θέμα ἐγκεφάλου, δέν πρόκειται γιά κάποιες
 πληροφορίες πού κινητοποιοῦν τίς νοητικές ἱκανότητες τοῦ
 ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καί ὑφίσταται, 
ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιά τά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου.
 Ἡ γνώση γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται 
ἀπό τήν προσωπική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ ᾽Εκεῖνον, πού
 θά πεῖ τήν αἰώνια ζωή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού δέχτηκε
 τήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει καί νά 
μετάσχει ἔτσι στή δική Του ζωή. ῾Γνῶσίς ἐστιν μετουσία᾽, 
θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθύς καί ἐμφιλόσοφος 
αὐτός θεολογικός νοῦς, ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
 Πρέπει νά μετάσχει δηλαδή κανείς στόν Θεό, νά κοινωνήσει
 μαζί Του, γιά νά μπορέσει νά πεῖ ὅτι Τόν γνωρίζει. 
Κι αὐτή ἡ γνώση ὡς κοινωνία μέ τόν Θεό, πού δηλώνει τήν 
παρουσία ᾽Εκείνου μέσα στόν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς
 τήν αἰώνια ζωή. Μέ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ἴδια
 ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τήν ὁποία
 μπορεῖ καί ζεῖ στά προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καί τοῦ 
σώματος, ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό. 
Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατά τόν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν 
ἁγίων Του ἐντολῶν. ῎Ανθρωπος πού ἐν πίστει θά τηρήσει τίς
 ἐντολές Του, καί μάλιστα τήν περιεκτική ἐντολή τῆς ἀγάπης,
 θά διαπιστώσει ῾ἰδίοις ὄμμασι᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν 
ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικά θά 
γνωρίσει τόν Θεό. Αὐτό ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καί προκάλεσε 
τόν κάθε πιστό Του νά ῾πειραματιστεῖ᾽ στόν ἑαυτό του 
προκειμένου νά τό ἐπιβεβαιώσει. ῾Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτόν καί 
τάς ἐντολάς αὐτοῦ μή τηρῶν ψεύστης ἐστίν (Α´᾽Ιωάν. 2,4).
 ῾Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. 
(Α´ ᾽Ιωάν. 4,8). ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, 
καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα
 καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽ (᾽Ιωάν. 14, 23 ).

4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπόθεση
 τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τόν κάνει νά πλατύνεται τόσο, ὥστε 
νά ζεῖ τήν αἰώνια ζωή μέσα στά ἀσφυκτικά καί περιορισμένα
 πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στό ἐδῶ καί στό τώρα, νά
 ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου 
τοῦ Θεοῦ, νά γίνεται καί ὁ ἴδιος ἄκτιστος. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ,
 ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20) κατά τή μαρτυρία τοῦ 
ἀπ. Παύλου. Κι αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: 
σέ παίρνει ὁ Χριστός, σέ κάνει ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι 
ὅτι ζεῖς τήν ἴδια ζωή μέ τούς ἄλλους, ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνας μικρός 
Θεός, ῾ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός᾽ κατά τήν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ
 Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανείς ὅτι αὐτό πού λέμε ζωή εἶναι
 πέρα ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωή μπορεῖ 
νά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο,
 μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί μία νέκρωση πού ἁπλῶς
 φαίνεται ὡς ζωή. Σάν τήν περίπτωση πού λέει ὁ Κύριος
 γιά ἐκείνους πού δέν τόν ἀκολουθοῦσαν καί τούς χαρακτήρισε
 ὡς ζωντανούς νεκρούς. 
῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽ (Ματθ. 8,22).

 5. Εἶναι περιττό βεβαίως καί νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τή ζωή αὐτή
 στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανείς νά τή ζήσει 
μέσα στό ζωντανό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, 
ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπό τόν Χριστό
 νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του. ῎Εξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὁ 
ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, 
ἀλλά καί τίς θεωρεῖ πολλές φορές ἀνοησία. Ποιός ῾λογικός᾽
 ἄνθρωπος, μή χριστιανός, θά θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιά 
παράδειγμα, τήν ἀγάπη πρός τόν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν
 εἶπε ὅτι ῾χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν;᾽
(Πρβλ.᾽Ιωάν. 15, 5). Αὐτό σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ γνώση τοῦ 
Θεοῦ ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἀδύνατη καί τό βάθος τῆς
 ζωῆς τοῦ Θεοῦ - ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωή – δέν εἶναι κατορθωτό.

Οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 
τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτό προσπάθησαν νά 
διασφαλίσουν: τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή τῆς ᾽
Εκκλησίας, τήν αἰώνια ζωή μέσα στή ζωή αὐτή, τή σωτηρία 
τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματική σχέση μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ.
 Γι᾽ αὐτό καί τούς τιμᾶμε καί τούς γεραίρουμε. 
Καί τούς παρακαλοῦμε νά εὔχονται γιά μᾶς, ὥστε νά μένουμε
 στήν ἴδια μέ ἐκείνους χάρη, δηλαδή στή χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ -Η ΑΙΡΕΣΗ ΩΣ ΔΗΜΑΓΩΓΙΑ π.ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ



«Τι είναι αίρεση» είναι ένα ερώτημα το οποίο πολλές φορές απασχολεί όσους ανήκουμε στη ζωή της Εκκλησίας. 
Η απάντηση μπορεί να δοθεί ουσιαστικά μόνο από την ίδια την Εκκλησία ως σώμα Χριστού, ως σύνολο, ως σύνοδο, αυτό όμως δεν εμποδίζει τον καθέναν μας να έχει άποψη. Χρειάζεται όμως να κατανοούμε το αληθινό νόημα της έννοιας και να μην σπεύδουμε να πάρουμε θέση έναντι συνανθρώπων μας που έχουν κάποια άποψη διαφορετική από την παραδεδομένη, που θεωρούν ότι υπάρχουν θέματα στη ζωή του κόσμου και στη ζωή της Εκκλησίας που χρειάζονται διαφορετικές ερμηνείες ή προσαρμογές στην πραγματικότητα. Δεν μιλούμε για άρνηση των δογματικών αληθειών της πίστης. Εκεί, εφόσον υφίσταται, δεν υπάρχει άλλος χαρακτηρισμός παρά αυτός της αίρεσης, του καταλογισμού δηλαδή προτίμησης δηλαδή κάποιων αληθειών και της απόρριψης κάποιων άλλων. Συνήθως η αίρεση έχει να κάνει με τον ορθολογισμό. Έχει να κάνει όμως και με τις εμμονές σε παραδοσιακές νοοτροπίες, οι οποίες συνδέονται με δεισιδαιμονίες. Έχει να κάνει και με εσφαλμένη κατανόηση της αλήθειας ή των αληθειών της πίστης, εξαιτίας πολιτισμικών ή γλωσσικών αδυναμιών. Πρωτίστως όμως η αίρεση έχει να κάνει με την δίψα του ανθρώπου για εξουσία και κυριαρχία, με την αίσθηση ότι κατέχει ο ίδιος την αλήθεια και όσοι τον ακολουθούν αποτελούν την αγαθή μερίδα. Επειδή, μάλιστα, η αλήθεια έχει σωτηριολογικό, κατ’ ανάγκην, περιεχόμενο, δηλαδή φέρνει τον άνθρωπο στο Θεό ή τον αποκόπτει από την κοινωνία μαζί Του, αυτός που ισχυρίζεται ότι την κατέχει, κρατά στα χέρια του τα κλειδιά της σωτηρίας των ανθρώπων.
Η αίρεση διαπιστώνεται από την Εκκλησία εν Συνόδω. Αυτό εορτάζουμε μάλιστα την Έβδομη Κυριακή από του Πάσχα, τους θεοφόρους Πατέρες που συγκρότησαν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια το 325 μ. Χ. , η οποία αντιμετώπισε την αίρεση του Αρείου. Πριν συσταθεί η Σύνοδος κάποιοι διαπιστώνουν το πρόβλημα. Διαπιστώνουν το πόσο επικίνδυνη μπορεί να καταστεί μία διδασκαλία για την σωτηρία των πιστών. Πόσο επικίνδυνος μπορεί να χαρακτηριστεί και να είναι ο λόγος ενός ανθρώπου που δεν βλέπει την αλήθεια ή την προσαρμόζει στα μέτρα του. «Λύκοι βαρείς, μη φειδόμενοι του ποιμνίου» είναι, κατά τον απόστολο Παύλο όσοι λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση (Πράξ. 20, 29). Μοιάζουν με εκείνα τα θηρία που αρπάζουν ό,τι βρούνε στο πέρασμά τους, προκειμένου να χορτάσουν την πείνα τους. Μόνο που εδώ οι λύκοι έχουν να κάνουν τόσο με την δική τους πείνα για εξουσία, αποδοχή από τους άλλους και δύναμη, όσο και με την σχέση τους με τον πειρασμό, ο οποίος θέλει να αποκόψει τους ανθρώπους από το σώμα του Χριστού, από τη σχέση τους με τον Κύριο. 
Οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο τόσο να υποδείξουν στους άλλους ποιοι είναι οι αιρετικοί και γιατί λειτουργούν ως πατέρες πνευματικοί. Γιατί μόνο εκείνος που είναι αληθινός πατέρας ενδιαφέρεται τα παιδιά του να γνωρίζουν την αλήθεια, ενδιαφέρεται τα παιδιά του να έχουν νόημα και σκοπό ζωής, ενδιαφέρεται να είναι ενταγμένα στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία και να μην πορεύονται εική και ως έτυχε, εκτεθειμένα στον κίνδυνο των αιρέσεων και των αιρετικών. Και είναι επώδυνο το να είναι κανείς πατέρας. Γιατί όταν υποδεικνύει την αλήθεια, δεν είναι πάντοτε ή σχεδόν ποτέ ευχάριστος. Συνήθως οι αιρετικοί απευθύνονται σε ό,τι ευχαριστεί το θυμικό και την επιφανειακή λογική των ανθρώπων, ενώ τα λεγόμενά τους παρουσιάζουν αληθοφάνεια, καθώς όσοι τους ακούνε δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την λεπτότητα των συλλογισμών που χρειάζονται για να διακριβωθεί η αλήθεια. Θα λέγαμε ότι ο αιρετικός λειτουργεί ως ο σύγχρονος δημαγωγός και λαϊκιστής. Αγγίζει το θυμικό των ανθρώπων και την κατ’ όψιν κρίση τους και τους προτείνει εύκολους και ευκολοκατανόητους συλλογισμούς, με αποτέλεσμα να παρασύρει πολλούς σε έναν δρόμο όμως που δεν έχει σωτηρία και αφίσταται του Θεού και της πίστης. 
Δεν είναι ο αγώνας για τις λέξεις, αλλά για τα πράγματα, για την ουσία, για την αλήθεια. Αυτός είναι ένας βασικός πατερικός λόγος, ο οποίος έχει μεγάλη αξία και σε κάθε εποχή και στο σήμερα. Οι Πατέρες δεν είχαν ως σκοπό τους να μείνουν σε λεκτικές διατυπώσεις της αλήθειας, μολονότι πάντοτε ήταν προσεκτικοί. Ενδιαφέρονταν η διατύπωση να έχει να κάνει με το βίωμα, τα όσα δηλαδή πίστευαν και ζούσαν για το Θεό και την Εκκλησία. Δεν προηγούνταν η διατύπωση. Δεν ήταν λεξιμαχία ο αγώνας εναντίον των αιρέσεων. Προηγούνταν η αλήθεια, η πραγματικότητα και έπονταν η διατύπωση. Όμως τίποτε στην Εκκλησία δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη του. Οι Πατέρες πάλευαν για την ερμηνεία του μυστηρίου της πίστης που οδηγεί στην αλήθεια και γι’ αυτό επέμεναν στις λεπτομέρειες. Είχαν όμως να κάνουν και με το σώμα του Χριστού που ένιωθε και αποδέχονταν την αλήθεια. Αναζητούσε, προβληματιζόταν, παρακολουθούσε τα επιχειρήματα. Γιατί η πίστη ήταν η ζωή και το φως των ανθρώπων και όχι απλώς μία παράμετρος. Παράλληλα, οι Πατέρες ακολουθούσαν την ιστορία της Εκκλησίας, αυτό που ονομάζουμε παράδοση, όχι τόσο τις συνήθειες και τα έθιμα, γιατί αυτά ποικίλουν κατά τόπο και λαό, όσο την ερμηνεία σε θέματα πίστης που έδωσαν οι προηγούμενοι και που έγινε αποδεκτή από το σύνολο του Σώματος του Χριστού, κλήρο και λαό. 
Έτσι, βίωμα, ιστορία, αλλά και προσωπικός αγώνας γίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της πατερικής ζωής και διδασκαλίας, που νικούν τους βαρείς λύκους. 
Καθώς σήμερα ζούμε σε μία εποχή μεγάλης σύγχυσης, επειδή δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να δούμε τις λεπτομέρειες των πραγμάτων (και αυτό φαίνεται σε όλες μας τις δραστηριότητες, στην πολιτική, στην οικονομία, στην τέχνη και τον πολιτισμό, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις), αρκούμαστε σε μία επιφανειακή θεώρηση των πάντων. Παρασυρόμαστε, λοιπόν, εύκολα από τις υποσχέσεις τόσο των αιρετικών, όσο και των κάθε λογής δημαγωγών, αρκεί να υπάρχει αληθοφάνεια και να αγγίζουν οι λέξεις τους το θυμικό και την κατ’ όψιν θεώρηση του κόσμου. Πολλοί χριστιανοί πέφτουν βορά στα δόντια των σύγχρονων λύκων, οι οποίοι μιλούν για το Χριστό, το Άγιο Πνεύμα, την ανταπόδοση, την ευτυχία, την Αγία Γραφή, χωρίς να τα ζούνε όλα αυτά στην Εκκλησία, εν Συνόδω και μέσα από την ιστορική συνέχεια. Άλλοι πάλι πάσχουν από την φοβία για αίρεση. Χωρίς να εμπιστεύονται την Εκκλησία, αναζητούν εχθρούς σε όσους διατυπώνουν διαφορετικές ερμηνείες στην καθημερινότητα της ζωής της Εκκλησίας και παλεύουν για προσαρμογή των λέξεων στις ανάγκες της εποχής. Και σπεύδουν να αναλάβουν ρόλο πατερικό, όχι για να διαφωτίσουν για την αλήθεια, αλλά για να την ταυτίσουν με τα πρόσωπά τους και να διεκδικήσουν εξουσιαστικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων που τους ακολουθούν. Δεν είναι γνώμονάς τους στην ουσία ο Χριστός και η σχέση μαζί Του, αλλά ο εαυτός τους που αυτοαναγορεύεται σε αυθεντία. Άλλοι πάλι, στην αγωνία τους για την ιεραποστολή, προχωρούν σε βήματα τα οποία λειτουργούν αμφιλεγόμενα και νιώθουν την ανάγκη να θεωρούνται καινοτόμοι, με αμφίβολα αποτελέσματα. 
Και όλη αυτή η νοοτροπία αντανακλά την ευρύτερη στάση ζωής της κοινωνίας. Καθώς μας λείπει η ιστορική θεώρηση, η ανάγκη δηλαδή να διδαχθούμε από την πείρα των χρόνων και των ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς, καθώς μας λείπει το βίωμα, δηλαδή η ανάγκη να ζήσουμε σε βάθος αυτά για τα οποία μιλούμε και αποφασίζουμε, δηλαδή η αγάπη όχι μόνο για τον εαυτό μας , αλλά και για το σύνολο, καθώς μας λείπει ο προσωπικός αγώνας, η έγνοια μας δηλαδή να δούμε τις συνέπειες των λόγων και των έργων μας, δηλαδή το αν θα παραδοθούμε σε μία ατομοκεντρική προσέγγιση του παρόντος ή θα δούμε τη ζωή μας σε κοινωνιοκεντρική πορεία και σε προοπτική αιωνιότητας, εύκολα αποδεχόμαστε όσους μας υπόσχονται άκοπες λύσεις, όσους φορτώνουν τα βάρη στους άλλους, όσους δεν νιώθουν ότι η αλήθεια έχει κόστος, αλλά μόνο αυτή καθαίρει αληθινά και οδηγεί σε γνήσια ζωή. Γι’ αυτό και η κρίση που διερχόμαστε δύσκολα θα ξεπεραστεί.
Λείπουν από την εποχή μας Πατέρες. Λείπουν εκείνοι που θα αγαπήσουν αληθινά τον λαό του Θεού και θα δώσουν τη ζωή τους για την αλήθεια. Και είναι χρέος της Εκκλησίας να αναδείξει τουλάχιστον τον θησαυρό της ιστορίας της, όχι μόνο για να προφυλάξει τους πιστούς από τη αίρεση, αλλά και για να εμπνεύσει ίσως στο παρόν και στο μέλλον εκείνους που θα μπορούν μέσα από το βίωμα και τον προσωπικό αγώνα να λειτουργήσουν ως οδοδείκτες ζωής. Είναι χρέος όμως όλων μας να μην αποδεχόμαστε ελαφρά τη καρδία και χωρίς έρευνα και κόπο οτιδήποτε μας παρουσιάζεται ως αλήθεια, τόσο στην πίστη όσο και στη ζωή μας. Για να λειτουργούμε ως αληθινό σώμα, το οποίο θέλει να είναι κατά πάντα υγιές. Διότι αν ένα μέλος ασθενεί, τότε όλο το σώμα ασθενεί. Κι αυτή είναι μία αλήθεια που μάλλον μας διαφεύγει. 

Ἡ Δόξα καὶ τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Κυριακή των Πατέρων της Α Οικουμενικής Συνόδου-Αρχιμανδρίτης Νίκων Κουτσίδης






«Ἐγὼ σὲ ἔδοξασα ἐπὶ τῆς γῆς...». Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων διαβάζουμε ἕνα ἀπόσπασμα τῆς συγκλονιστικῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ μετὰ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Σ' αὐτὴ τὴν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἕνας διάλογος τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα, ἀκοῦμε μεταξὺ ἄλλων ὅτι ὁ Χριστὸς δόξασε τὸν Θεὸ καὶ ἀποκάλυψε τὸ ὄνομά Του στοὺς ἀνθρώπους: «ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω».


Ἡ ἔννοια τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ

Πολλὲς φορὲς μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ γίνεται λόγος γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ποιὰ ὅμως, ἄραγε, εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς δόξας; Ἡ ἀπάντηση εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική. Ἔστω καὶ ἂν ἡ δημιουργικὴ κυριαρχία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀπόλυτη παντοδυναμία Του ἀποτελοῦν στοιχεῖα τῆς δόξας Του, αὐτὴ κορυφώνεται στὴν ὑπέρτατη προσφορὰ τῆς ἀγάπης Του. Ἡ κατεξοχὴν δόξα Του βρίσκεται στὴ σταυρική Του θυσία. Τὸ ἀπόλυτο μεγαλεῖο Του στὶς τραγικὲς καὶ ὁριακὲς στιγμὲς τοῦ Πάθους. Τὸ ὕψος τῆς ταπείνωσής Του στὶς ὧρες τοῦ ἔσχατου ἐξευτελισμοῦ στὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ. Ἕνας σύγχρονος θεολόγος ὑπογραμμίζει ὅτι «ἡ δόξα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου εἶναι ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου ἀποδοχὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί, ἑπομένως, ἡ κοινωνία καὶ ἡ ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ ἡ σωτηρία». Γι' αὐτὸ καὶ οἱ πιστοὶ καλούμαστε στὸν ἀγώνα τῆς σωτηρίας σὲ μία ἄλλου εἴδους δόξα.

Ἡ τάση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ δόξα εἶναι ἔμφυτη, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε πλασμένοι γι' αὐτή. Ὅμως ἡ ἁμαρτία, ὡς διεστραμμένη κατεύθυνση ὕπαρξης καὶ ζωῆς, μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ἐσφαλμένο δρόμο. Ἔτσι, λοιπόν, ἀναζητοῦμε τὴν καταξίωση τῆς προσωπικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς μὲ ἀθέμιτα μέσα, καταδικασμένοι στὴ ματαιότητα καὶ τὸ κενό. Ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀναγνώρισης καὶ τῆς ἐπιβεβαίωσής μας ἀπὸ τοὺς ἄλλους εἶναι ματαιοφροσύνη, ἀφοῦ ἀποδεικνύεται, ἂν ὄχι ψεύτικη, σίγουρα, ὅμως, σχετικὴ καὶ φευγαλέα. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐπιμένει νὰ ἀνατρέπει τὴ λογική μας. Μᾶς λέει ὅτι ὑψωνόμαστε κάθε φορὰ ποὺ θυσιαζόμαστε. Δοξαζόμαστε κάθε φορὰ ποὺ μαθαίνουμε νὰ ὑπομένουμε πειρασμούς, συκοφαντίες, ἀδικίες. Καταξιωνόμαστε κάθε φορὰ ποὺ συγχωροῦμε, κάθε φορὰ ποὺ σταυρώνουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ πάθη του.


Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ

«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις». Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἡ κυρίαρχη ἔννοια τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐκείνη τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Παντοκράτορος. Ὁ Χριστὸς ἀποδεικνύεται Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι φανερώνει τὸν Θεὸ Πατέρα Του. Ὁ Πατέρας δοξάζεται διὰ τοῦ Υἱοῦ. Ἡ φανέρωση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἶναι ἡ φανέρωση στὸν κόσμο τοῦ μυστηρίου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τὸ μυστήριο τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀγάπης τῶν προσώπων, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία μας. Αὐτὸ τὸ μυστήριο διατύπωσαν μὲ προσευχὴ καὶ ὑπερασπίσθηκαν μὲ ἀγῶνες και δάκρυα οἱ Πατέρες τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.), ποὺ σήμερα τιμοῦμε.

Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ «Ὤν», ὁ κατεξοχὴν ὑπάρχων. Τὰ πάντα ὑπάρχουν καὶ παίρνουν πνοὴ ζωῆς ἀπὸ Αὐτόν. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε αὐτοὶ ποὺ ὑπάρχουμε «κατ' εἰκόνα» Ἐκείνου ποὺ εἶναι τὸ πρωτότυπο. Εἴμαστε αὐτοὶ ποὺ ἀντλοῦμε δύναμη ἀπὸ τὴ χάρη Του. Εἴμαστε παιδιά Του, υἱοὶ καὶ θυγατέρες Του, «κεκλημένοι» νὰ ζήσουμε καὶ νὰ πορευθοῦμε στὴν καινούργια ζωὴ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ὤστε «ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν». Κάθε φορὰ ποὺ γνωρίζουμε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἀπαντᾶμε στὸ ἐρώτημα ποιοὶ εἴμαστε καὶ γιατί ὑπάρχουμε. Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ φανερώνει τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι Μυστικός, αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει μυστικὰ βάθη. Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ὕπαρξής του, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ὀντότητάς του. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας στὴ φύση ἀλλὰ τριαδικὸς στὰ πρόσωπα, ἔχει δηλαδὴ κοινωνία προσώπων, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς κοινωνία, σχέση, ἐπικοινωνία καὶ ἀγάπη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ γνώση καὶ ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἕνα ἐξωτερικὸ καθῆκον ἡ μιὰ θρησκευτικὴ δοξασία. Εἶναι θεμελιώδης ἀλήθεια ὕπαρξης καὶ νοήματος ζωῆς ποὺ μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστὸς καὶ πρέπει νὰ ἐμπιστευόμαστε. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, γιατί τότε ξεχνᾶμε τὸ ἀληθινό μας πρόσωπο, καὶ ἔτσι, ἄγνωστοι γιὰ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό, χανόμαστε στὰ δαιδαλώδη μονοπάτια τοῦ κόσμου καὶ στὸ λαβύρινθο τῶν ποικίλων θεωριῶν καὶ ἀδιεξόδων του.

Metropolitan of Sourozh Anthony ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




 



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἔχουμε ἀκούσει στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων πώς, καθὼς ἡ Ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς πλησίαζε, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ἀρχίσει τὸ ταξίδι του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα για νὰ βρεθεῖ μὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα εἶχαν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀπό ὅλους αὐτούς, ἦταν ὁ μόνος ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν παρών στὸ ὑπερῶο ὅπου συνέβη τὸ γεγονός. Κι ὅμως, ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε δώσει μιὰ τέλεια, μιὰ πραγματικὴ μεταστροφὴ στὴν καρδιά, στὸ νοῦ, στὴ ζωὴ καὶ τοῦ εἶχε δωρίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ἀπάντηση τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσοίωσής του σ’ Ἐκεῖνον ποὺ λάτρεψε ἄν καὶ δὲν Τὸν εἶχε γνωρίσει.

Καὶ ἐμεῖς πορευόμαστε πρὸς τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς· θὰ ἑορτάσουμε τὸ γεγονὸς τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα. Ὅταν ὁ Παῦλος ἦταν καθ' ὁδόν, ἀναλογιζόταν τὶ τοῦ εἶχε συμβεῖ στὸ μοναχικὸ του ταξίδι ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ στὴ Δαμασκὸ καὶ τὴν Δωρεὰ τοῦ Πνεύματος ποὺ εἶχε λάβει μέσῳ τοῦ Ἀνανία. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ πρέπει νὰ ἀναλογιστοῦμε τὶ μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός. Μᾶς ἔδωσε ὀντότητα καὶ ἐνεφύσησε τὴ ζωὴ μέσα μας, ὄχι μόνο τὴν σωματική, ἀλλὰ μιὰ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔκανε συγγενεῖς μὲ Αὐτόν, συγγενεῖς μὲ τὴν δική Του ζωή. Μᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ Τὸν γνωρίσουμε, Αὐτὸν τὸν Ζωντανὸ Θεό, καὶ νὰ συναντήσουμε, στὸ Εὐαγγέλιο και στὴ ζωή, τὸν Μονογενῆ Υιό Του, τὸν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ συνάντηση αὐτὴ συμβαίνει, στὸ Βάπτισμα, στὸ Ἅγιο Χρῖσμα, στὴν Κοινωνία μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, στὴν μυστηριώδη, σιωπηλὴ κοινωνία τῆς προσευχῆς, στὶς στιγμὲς ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἦρθε κοντά μας, ἄν καὶ δὲν Τὸν σκεφτόμασταν· μᾶς ἔχει δώσει τόσα πολλά.

Ἄς συλλογιστοῦμε ὅλα ὅσα μᾶς ἔχει δώσει, ρωτώντας τὸν ἑαυτό μας ἄν ὄντως εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ξέρουμε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο τὶ σημαίνει νὰ εἶναι κάποιος μαθητής: ὅλη του ἡ ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός, τὸ νὰ πεθάνει εἶναι ὄφελος γιατὶ ὅσο ζεῖ εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Χριστὸ ποὺ ἀγαπάει καὶ εἶναι τὰ πάντα γιὰ τὴν ζωή του, ὄχι μόνο στὴν ἐποχή του, ἀλλὰ στὴν αἰωνιότητα. Ὡστόσο λέει ὁ Ἀπόστολος ὅτι εἶναι προετοιμασμένος νὰ ζήσει καὶ ὄχι νὰ πεθάνει γιατὶ ἡ παρουσία του στὴ γῆ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τοὺς ἄλλους. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρο τῆς κοινωνίας ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Καὶ αὐτὸ φαίνεται τόσο συγκινητικὰ σὲ ἕναν παραλληλισμὸ μεταξὺ μιᾶς μικρῆς φράσης στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὸ Εὐαγγέλιο: Καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ μαθητὴς λένε ὅτι τώρα πᾶνε πίσω στὸν Πατέρα, ὅτι ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησής τους ἔχει ἔρθει. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ τοῦ μαθητῆ ἔχει ταυτιστεῖ σὲ τέτοιο βαθμό μὲ ὅ,τι ἀντιπροσώπευε ὁ Χριστός, καὶ, πέρα ἀπὸ αὐτό, μὲ αὐτὸ ποὺ ἦταν ὁ Χριστός, ὥστε ὅ,τι ἔγινε πράξη στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἔγινε καὶ στὸν μαθητή. Ὄντως, γιὰ τὸν μαθητή, ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ ζωή του καὶ ἀποζητοῦσε τὸν θάνατο του, ἀλλὰ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν Θεὸ κάτι παραπάνω ἀπ’ αὐτὴν τὴν λαχτάρα γιὰ ἐλευθερία, γιὰ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ποὺ εἶχε λατρέψει καὶ ὑπηρετήσει τόσο πιστά – εἶχε μάθει ὅτι τὸ νὰ δίνει εἶναι μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ τὸ νὰ λαμβάνει.

Οἱ ἅγιοι εἶχαν ἀκούσει τὸν Χριστὸ νὰ λέει, «Κανεὶς δὲν ἀγαπάει περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζει τὴ ζωή του γιὰ τοὺς φίλους του». Ὁ Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, και ἀμέτρητοι μεταγενέστερα ἅγιοι ἔδωσαν τὶς ζωές τους, ἀψηφώντας την μέρα μὲ τὴ μέρα ξεχνώντας τοὺς ἑαυτούς τους, ἀπορρίπτοντας κάθε σκέψη, κάθε ἔγνοια γιὰ τοὺς ἴδιους, ἔχοντας στὴν σκέψη τους μόνο αὐτοὺς ποὺ χρειάζονταν τὸν Θεό, αὐτούς ποὺ χρειάζονταν τὸν λόγο τῆς ἀλήθειας, τὴν Θεία ἀγάπη. Ἔζησαν γιὰ τοὺς ἄλλους, δίνοντας τόσο γενναιόδωρα ὅσα ἔλαβαν.

Καλούμαστε ἐπίσης νὰ μάθουμε τὴ χαρά, τὴν εὐφρόσυνη καὶ θαυμάσια χαρὰ τῆς προσφορᾶς, τὴ χαρὰ τοῦ νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας ὥστε νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ προσφέρουμε, καὶ νὰ τὸ κάνουμε σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις, στὰ πιὸ μικρὰ καὶ στὰ πιὸ σπουδαῖα πράγματα. Καὶ αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ μάθουμε μόνο μέσῳ τῆς δύναμης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς κάνει ἕνα σῶμα μὲ Αὐτόν, ἕνα σῶμα ἀνθρώπων ἑνωμένων μὲ τὰ δεσμὰ μιᾶς ἀπόλυτης συντροφικότητας, ἕνα μὲ τὸν Θεὸ ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἑνότητα μας.

Ἄς σκεφτοῦμε ὅλα ὅσα ἔχουμε δεχθεῖ ἀπό τὸν Θεὸ καὶ ἄς ἀναρωτηθοῦμε: Τὶ μποροῦμε νὰ δώσουμε πρῶτα σὲ Αὐτόν, ὥστε νὰ χαρεῖ γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ ξέρει ὅτι δὲν ἔχει ζήσει καὶ δὲν ἔχει πεθάνει μάταια; Καὶ τὶ μποροῦμε νὰ δώσουμε σὲ ὅλους ὅσους εἶναι γύρω μας, ξεκινώντας ἀπὸ τὶς μικρότερες, τὶς πιὸ ταπεινὲς δωρεὲς πρὸς αὐτοὺς ποὺ εἶναι πιὸ κοντὰ μας καὶ τελειώνοντας μὲ τὸ νὰ προσφέρουμε ὅτι μποροῦμε σὲ αὐτοὺς ποὺ χρειάζονται περισσότερα; Καὶ τότε ἡ Πεντηκοστὴ θὰ ἔρθει σὰν ἕνα δῶρο ζωῆς, ἕνα δῶρο ποὺ μᾶς ἑνώνει σέ ἕνα σῶμα τὸ ὁποῖο εἶναι ἱκανὸ νὰ εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους ἕνα ἐπίγειο ὅραμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ πηγὴ ζωῆς καὶ χαράς, ὥστε πραγματικὰ ἡ χαρά μας καὶ ἡ χαρὰ ὅλων αὐτῶν ποὺ συναντοῦμε νὰ γίνει πραγματικότητα. Ἀμήν.


Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο

Sunday before Pentecost
11 June 1989

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost

We have heard in the Acts of the Apostles how, as the Feast of Pentecost was approaching, Paul the Apostle had started on his journey to Jerusalem to be there together with all those who on that very day received the Holy Spirit. Of all of them he was the only one who had not been present in the High Room where the event took place. And yet, God had given him a true, a perfect conversion of heart, and of mind and of life, and had given him freely the gift of the Holy Spirit in response to his total, ultimate gift of self to Him, the God Whom he did not know but Whom he worshipped.

We also are on our way to the day of Pentecost, next week we will keep this event. When Paul was on his way, he thought of what had happened to himself in the solitude of his journey from Jerusalem to Damascus and in the gift of the Spirit mediated to him by Ananias. And we also, each of us singly and all of us together should reflect on all that God has given us. He has given us existence and breathed life into us, - not only the life of the body, but a life that makes us akin to Him, His life. He has given us to know Him, the Living God, and He has given us to meet, in the Gospel and in life, His Only Begotten Son, our Lord Jesus Christ. In Baptism, in the Anointment with Holy Chrism, in Communion to the Body and Blood of Christ, in the mysterious, silent communion of prayer, in the moments when God Himself came near, although we were not thinking of Him, He has given us so much.

Let us reflect on all that is given us, asking ourselves whether we are truly disciples of Christ. We know from Saint Paul what it means to be a disciple: he said that for him, to live is Christ, to die will be a gain, because as long as he is in the flesh he is separated from Christ, Christ Whom he loves, Christ Who has become everything to his life, not only in time but for all eternity. And yet, says he, he is prepared to live, not to die, because his presence on earth is necessary to others. This is the measure of communion he had with Christ. And this is shown so movingly in a parallel between a small phrase in the Acts of the Apostles and in the Gospel: both the Lord Jesus Christ and His disciple say that they are now going back to the Father, that the time of their departure has come. His life in Christ had culminated in such identification with what Christ stood for, and beyond that with what Christ was, that whatever was applicable to Christ became applicable to him. Indeed, for him to live was Christ, and he longed for his death, but he had learned from God something more than this longing for freedom, for communion with the God Whom he adored and served so faithfully, - he had learned that to give is a greater joy than to receive.

The saints had heard Christ say, 'No one has greater love that he who gives his life for his friends'. Paul, the other apostles, and innumerable saints after them gave their lives, shed their lives day after day forgetting themselves, rejecting every thought, every concern about themselves, having thought only for those who needed God, who needed the word of truth, who needed love divine. They lived for others, they gave as generously as they had received.

We also are called to learn the joy, the exhilarating, the wonderful joy of giving, of turning away from ourselves to be free to give, and of giving on all levels, the smallest things and the greatest things. And this can be taught us only by the power of the Holy Spirit that unites us to Christ, makes us into one body with Him, a body of people, bound with each other in their total togetherness, one with the God who is our unity.

Let us think of all we have received from God and ask ourselves: what can we give first to Him so that He can rejoice in us, so that He can know that He has not lived and died in vain. And what can we give to all those who surround us, beginning with the smallest, the humblest gifts to those closest to us and ending with giving all we can to those who need more. And then truly Pentecost will come as a gift of life, a gift that unites us, welds us into one body capable of being to others a vision on earth of the Kingdom, but also a source of life and of joy, so that truly our joy, and the joy of all those whom we meet should be fulfilled. Amen.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...