Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012

" Σημεία Παράδοξα... "


Το 1910 ένα δωδεκάχρονο αγόρι σένα μικρό χωριό της Ηπεί­ρου, το Παλαιοσέλι Κονίτσης, ξημερώνοντας τα Θεοφάνεια (στις τέσ­σερις περίπου το πρωί) σηκώθηκε και βγήκε στην αυλή. Τα πάντα ήσαν σκεπασμένα από χιόνι και το κρύο πολύ δυνατό.

Μόλις το παιδί άνοιξε την πόρτα κι έκανε το πρώτο βήμα, κοκάλωσε από την έκπληξη και τον θαυμασμό. Είδε ολόκληρη τη φύση ανε­στραμμένη! Τα είδε δηλαδή όλα ανάποδα. Τα βουνά, τα σπίτια, τα δέν­δρα, ακόμη και τον ουρανό πού ήταν καθαρός και γεμάτος αστέρια. Τα κλαδιά κάτω και οι ρίζες των δένδρων επάνω. Οι στέγες με τα κεραμί­δια των σπιτιών κάτω και τα θεμέλια τους επάνω. Οι μάνδρες των αυλών και αυτές ανάποδα. Και τα βουνά το ίδιο… Και τον Αώο ποταμό να κυλά αντίστροφα, από κάτω προς τα πάνω!

Τί το παράδοξο; Μήπως ή Εκκλησία μας αυτή την ήμερα δεν βε­βαιώνει θριαμβευτικά: «Ό Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω…»; Όταν το παιδί κάπως συνήλθε από την γλυκεία εκείνη έκπληξη, γύ­ρισε, για να μπει μέσα στο σπίτι και είδε ότι όλα ήσαν πλέον φυσικά. Στράφηκε όμως αμέσως προς τα έξω… Και να, ή αύτη ανεστραμμένη φύσις… Ή ίδια προηγούμενη ακατάληπτη εικόνα σε μια γαληνόμορφη, παράξενη, αχνή και διάχυτη φωτοχυσία!… Δεν ήταν από το πάλλευκο χιόνι πού είχε καλύψει σε μεγάλο ύψος τα πάντα· ούτε από τον κατακάθαρο ουρανό με το πλήθος των αστέρων. Όχι ήταν κάτι άλλο, πού κυρίευσε τις αισθήσεις και την παιδική ψυχούλα αυτού του αγοριού. Ήταν μια πρωτόγνωρη γαληνόμορφη φωτοχυσία, τέτοια πού δεν ξανάζησε ποτέ μέχρι πού πέθανε ογδόντα τεσσάρων ετών. Και το δωδε­κάχρονο εκείνο αγόρι, ήταν ό πατέρας μου.

Πόσες άραγε ψυχές αμόλυντες και αγνές θα έχουν δει το παραδοξώτατο αυτό γεγονός της ανεστραμμένης φύσεως;

Τις δύο – τρεις φορές πού μου διηγήθηκε ό πατέρας μου αυτό το γεγονός, με τις ίδιες πάντοτε λέξεις, ή φωνή του ήταν σιγανή, ταπεινή και από τα μάτια του έτρεχαν συνεχώς δάκρυα, πού προκαλούσαν κατάνυξη και δέος!…
πηγή

" Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση. "



 
Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του. «Άλλη φορά, είπα, δεν θα κρίνης καθόλου. Τελεία- παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνης σωστός άνθρωπος». Και μετά, όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα: «Κάτι καλό θα είναι, αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθή τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.
Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.
 
Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄

Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος



αταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἦταν διάκονος μεταξὺ τῶν ἑπτὰ διακόνων τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. στ’).
Ἐπίσης, ἦταν ἔγγαμος καὶ εἶχε τέσσερις θυγατέρες, προικισμένες μὲ προφητικὸ χάρισμα. (Πράξ. κα’ 8 – 9). Ὁ Φίλιππος, ὅμως, δὲν στάθηκε μόνο στὴν Ἱερουσαλήμ. Πῆγε στὴ Σαμάρεια καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο, σὰν γνήσιος καὶ αὐτὸς «Ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν θεοῦ καὶ ἐπὶ γνῶσιν ἀληθείας τῆς κατ’ εὐσέβειαν». Δηλαδὴ Ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ διδάξει μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἐξέλεξε ὁ Θεός, τὴν πίστη καὶ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν εὐσέβεια.
Ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια, διὰ τοῦ κηρύγματός του βάπτισε χριστιανὸ τὸν Σίμωνα τὸν μάγο. Ἔπειτα, ὁ Φίλιππος συνάντησε στὸ δρόμο του τὸν Εὐνοῦχο τῆς βασίλισσας Κανδάκης, καὶ ἀφοῦ τὸν κατήχησε, βάπτισε καὶ αὐτὸν Χριστιανό. Κατόπιν, πῆγε στὶς Τράλλεις τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου μὲ τὴ διδασκαλία του ἔπεισε ὅλους σχεδὸν τοὺς κατοίκους τῆς πόλης νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό.
Ὁ Φίλιππος στὴν πόλη αὐτή, ἀφοῦ ἔκτισε καὶ χριστιανικὸ ναό, παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν ψυχή του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, πλήρης ὑπάρχων, διηκόνησας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Διάκονος τοῦ Λόγου Ἀπόστολε· θεοσημείαις δὲ θείαις χρησάμενος, τῆς Σαμαρείας τὰ πλήθη κατηύγασας. Μάκαρ Φίλιππε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φωτισθεὶς ἐν Πνεύματι τῷ Παναγίῳ, τὰ τῆς γῆς πληρώματα, ταῖς σαῖς φωτίζεις διδαχαῖς, καὶ τῶν θαυμάτων λαμπρότησι, ἱερομύστα Ἀπόστολε Φίλιππε.

Μεγαλυνάριον.
Πίστεως τὸ πλήρωμα γεωργῶν, ἐξ αὐτοῦ παρέχεις, τῷ πληρώματι τῶν πιστῶν, ὡς ἐκλελεγμένος, διακονεῖν ἁγίοις· ἐξ οὗ ἡμῖν μετάδος, Φίλιππε ἔνδοξε.

Τυπικόν της 11ης Ὄκτωβρίου 2012



Πέμπτη: Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου ἑνός τῶν 
ἑπτά Διακόνων καί 
τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Θεοφάνους τοῦ Ὁμολογητοῦ,
 Ἐπισκόπου Νικαίας τοῦ Ποιητοῦ καί Γραπτοῦ. 
Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζηναΐδος καί Φιλονίλλης 
καί τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Νεκταρίου, 
Ἀρσακίου, Σισινίου καί Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου,
 Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως.
 
Ἀπόστολος: 
Τοῦ Ἀποστόλου· (Πραξ. η΄ 26-39), ζήτει τοῦτον τῇ Πέμπτῃ γ΄ ἑβδομάδος Πράξεων.
Εὐαγγέλιον: 
Τῆς ἡμέρας· Πέμπτης δ΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ (Λουκ. θ΄ 7-11).
 

" Οι τρεις Εγκληματίες... "



Ήταν γιατρός ιεραπόστολος στην Ινδία και δούλευε κυρίως ανάμεσα στους λεπρούς.κάποια μέρα του έφεραν τρεις εγκληματίες λεπρούς.

Με δική του ευθύνη ζήτησε να τους βγάλουν τις χειροπέδες και περιποι-ήθηκε με αγάπη τις πληγές τους. Λίγο καιρό αργότερα,χρειάστηκε να πά-
ει μέσα στη νύχτα σε έναν ασθενή που τον κάλεσε.
Φοβόνταν όμως να αφήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του μόνα τους, γνωρίζοντας ότι αυτοί οι τρείς εγκληματίες ήταν ελεύθεροι.

Η γυναίκα του τον παρότρυνε παρόλα αυτά να πάει,λέγοντας ότι ο Θεός θα τους προστάτευε.Έτσι λοιπόν έφυγε.Το άλλο πρωί η γυναίκα του έκπληκτη
βρήκε τους τρείς άντρες ξαπλωμένους έξω από την πόρτα.Ο ένας τηςείπε:Μάθαμε ότι ο γιατρός έφυγε τη νύχτα.Μείναμε εδώ από έξω ώστε
να μην σας συμβεί τίποτε κακό.

Η αγάπη είναι δύναμη.Όσο πιο πολλή δίνεις,τόσο πιο πολλή έχεις.Η αγάπη μαλακώνει και αλλάζει καρδιές.

Η αγάπη του Θεού μαλάκωσε τη δική μας καρδιά και μας κέρδισε από την αμαρτία στην αιώνια Βασιλεία Του.

Περί νοερᾶς προσευχῆς Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης



Εὐλογημένα μου παιδιά, σήμερα ὁ λόγος μας θὰ εἶναι καὶ πάλι γιὰ τὴν εὐλογημένη νοερὰ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας.

Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ προσευχὴ αὐτή; Γιατί δὲν μοιάζει μὲ τὶς ἄλλες γνωστὲς προσευχὲς καὶ τὰ ὡραιότατα λατρευτικά, δοξαστικά, ἱκετευτικὰ καὶ ὑμνολογικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας; Διότι εἶναι ἡ πεμπτουσία ὅλων αὐτῶν τῶν προσευχῶν, σὲ μιὰ τελείως λιτὴ διατύπωση, εὔκολη, εὔχρηστη, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴ καὶ ἁγιαστική, ἀφοῦ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖται γίνεται ὄχι μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου, ὅπου κατοικεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖ συγκεντρώνεται ὁ νοῦς, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο καὶ συγκεντρούμενος μέσα στὸ φυσικό του κατοικητήριο (τὴν καρδιὰ) καὶ ἐκεῖ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, ἐπικαλούμενος νοερά, ἀφάνταστα, ἀσχημάτιστα, ἀχρωμάτιστα, ἀδιάλειπτα, τὸ πανίσχυρο καὶ ζωοπάροχο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν».

Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας εἶναι ἁπλή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μακροχρόνιο κόπο καὶ βία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Διότι ἡ προσευχὴ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μόχθος καὶ κόπος ἀέναος, γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ τὰ μάταια καὶ νὰ στραφοῦμε ἀνυποχώρητα πρὸς τὰ οὐράνια. Ὁ Ἀββᾶς Εὐάγριος ἔγραψε, «προσευχὴ γὰρ ἐστὶν ἀπόθεσις νοημάτων».

Ἡ πιὸ δύσκολη ἀρετὴ εἶναι ἡ προσευχή, διότι αὐτὴν μάχεται καὶ ἐχθρεύεται ὁ μισόκαλος διάβολος, καὶ μετέρχεται τὰ πάντα μὲ ἀπίθανη πονηρία προκειμένου νὰ τὴν ἐμποδίσει, εἰδικὰ αὐτήν, τὴν νοερὰ καλουμένη προσευχή, καὶ ἔτσι νὰ ἀποτρέψει τὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ τὴν ἐγκάρδια συνομιλία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μὲ τὸ Θεό.

Εἶναι τόσοι οἱ περισπασμοὶ τοῦ ἀνθρώπου, τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἡ πολύμορφη ματαιολατρεία καὶ οἱ πειρασμοί, ὥστε δύσκολα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ στρέψει τὴν προσοχὴ του ἀπόλυτα καὶ νὰ ἑνώσει τὸ νοῦ μὲ τὴν καρδιά. Ὅσο ἁπλὸ φαίνεται καὶ εὔκολο, νὰ ὁδηγήσει ὁ προσευχόμενος τὸ νοῦ του στὴν καρδιά, τόσο καὶ οἱ προβαλλόμενες δυσκολίες ἐκ τοῦ πονηροῦ εἶναι προβληματικές, τουλάχιστον στὴν ἀρχὴ τῆς προσπάθειας. Χρειάζεται κόπος πολὺς καὶ ἀγώνας καὶ ἐπιμονὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά.

Χρειάζεται ἀκόμη, μεγάλη προσοχή, νὰ γνωρίζουμε τὸν μηχανισμό της καὶ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε νὰ μὴν πέσει κανεὶς σὲ πλάνη καὶ φαντάζεται ὅτι προσεύχεται νοερῶς ἢ ἀκόμη ὅτι βλέπει ὁράματα, καὶ γίνει περίπαιγμα τῶν δαιμόνων. Πόση ἀνάγκη λοιπὸν ἔχει ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερὰ καὶ μὲ προαίρεσι ἀγαθή, ἀπὸ ἔμπειρον ὁδηγὸν στὰ τοιαῦτα! Ἀπὸ ἔλλειψη ὁδηγῶν, πολλοὶ πλανέθηκαν ἀπὸ πονηρία τῶν δαιμόνων καὶ ἔχασαν τὴν ψυχή τους.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ προσευχὴ ποὺ ἀρχίζει ὡς θεληματικὴ ἐνέργεια καὶ ὡς βία κατὰ τῶν ματαίων ἐπιθυμιῶν μας, σιγὰ - σιγὰ γίνεται θεόσδοτο καὶ οὐράνιο δῶρο καὶ συνεχίζεται μέσα μας, σὰν μιὰ δεύτερη ἀναπνοή, νύχτα καὶ ἡμέρα, καὶ μᾶς φέρνει σὲ ἄμεση καὶ ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό, καὶ ἡ ψυχή μας δέχεται τὴν ἀγαλλίαση τοῦ Θείου Πνεύματος, σὰν φώτιση, κάθαρση, ἁγιασμὸ καὶ ὅλες τὶς ἄλλες θεῖες δωρεές.

Ὅταν, λοιπόν, κατανοήσουμε ὅτι μὲ τὴ βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν καθαριστήκαμε μόνο ἀπὸ τὸν ρύπο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ ταυτόχρονα δεχθήκαμε τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ πιστεύσομε εἰλικρινὰ ὅτι μέσα μας κατοικεῖ ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, ὁ ἄπειρος καὶ ἀπερινόητος, τότε ἡ πίστις αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦμε καθαρὰ τὴν σημασία, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, καὶ τὸν λόγο, ποὺ ἐπιβάλλει τὴν συγκέντρωση τῆς προσοχῆς καὶ τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιά.

Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων, «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖον σου...» δὲν ἀναφέρονται σὲ κανένα ὑλικὸ ταμεῖο, σὲ χῶρο ὑλικό, ἀλλὰ πνευματικό. Καὶ πνευματικὸ ταμεῖο τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ καρδιά. Ἡ καρδιὰ ἐπίσης εἶναι -κατὰ τοὺς Νηπτικοὺς Πατέρες- καὶ τόπος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅταν ὁ νοῦς κατέβει στὴν καρδιὰ καὶ δὴ στὴν πνευματική, δὲν πρέπει νὰ μείνει σιωπηρὸς καὶ ἄπραγος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσχολεῖται πάντοτε μὲ τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», χωρὶς διακοπή, πρᾶγμα, ποὺ τὸ κατορθώνει ἡ βία, κυρίως ὅμως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ διάβολος πολὺ ἐνοχλεῖται μ' αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν θέλει ἐπ' οὐδενὶ λόγῳ νὰ λέγεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιστρατεύεται τρομερὰ ὅταν δεῖ ἄνθρωπο νὰ σκέπτεται ἢ νὰ ἀρχίζει νὰ προσεύχεται νοερά. Τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ Σωτῆρος τὸν κάνει ἀνάστατο, θηρίο.

Βλέπετε πὼς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πλᾶσμα του, τὸν ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὁ Χριστὸς ἂν καὶ Θεός, ἐπτώχευσε, ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ πέρασε τόσα βάσανα γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν περιγράφεται. Μιὰ στιγμὴ αὐτῆς τῆς ἐπουρανίου ζωῆς εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη, ἀπ' ὅλες τὶς χαρὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι' αὐτὸ μὴ προσκολληθεῖ ἡ ψυχή μας σ' αὐτὸ τὸν μάταιο καὶ παροδικὸ κόσμο. Ἐδῶ ὅ,τι ἔχουμε, μιὰ μέρα θὰ τὸ χάσουμε. Γιατὶ δὲν μᾶς χρειάζεται ἐκεῖ. Θὰ πάρουμε μαζί μας μόνο τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὴν καθαρὴ ψυχή. Αὐτὰ θὰ γίνουν εἰσιτήριο γιὰ τὸ οὐράνιο ταξίδι. Ἂν εἴμαστε καθαροὶ θὰ συνοδεύσουν ἄγγελοι τὴν ψυχή μας στὸν ἄγνωστο αὐτὸ δρόμο ποὺ πρώτη φορὰ θὰ βαδίζει πηγαίνοντας νὰ προσκυνήσει τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἂν τότε βρεθοῦμε χρεωμένοι, ἄλλοιμονό μας, μᾶς ἁρπάζουν οἱ δαίμονες˙ δὲν ὑπάρχει φρικτώτερη ὥρα ἀπ' αὐτήν. Αὐτὰ νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, καὶ νὰ δοξάζουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅ,τι θλίψεις περνᾶνε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐκεῖ θὰ μᾶς εἶναι ἀνακούφιση˙ θὰ εἶναι βραβεῖα τῆς ὑπομονῆς μας στὸν κόσμο αὐτό. Ὅποιος δὲν περάσει βάσανα σ' αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν σώζεται. Κάνετε λοιπὸν ὑπομονὴ μέχρι τέλους. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».

Ὁ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνανθρωπήσας Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εὔχομαι νὰ γεννηθῆ μέσα στὶς ψυχὲς ὅλων μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν ἀγώνα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, στὴν καταπολέμηση τῆς ἀμέλειας καὶ τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας, διὰ πρεσβειῶν τῆς Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Ἀμήν.

Θαυμάσια καὶ σωτήρια ἡ φωτισμένη πεῖρα τῶν θεοφόρων Πατέρων μας, μᾶς βοηθᾶ, ὥστε εὔστοχα νὰ διδασκώμεθα τὸν τρόπο καὶ τὸν σκοπὸ τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φθάνει ὁ καλῶς προσευχόμενος στὴ θεία ἐπαφὴ κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο. Τόσο οἱ παλαιοὶ ἀσκητὲς Πατέρες, ὅσο καὶ οἱ τωρινοὶ Γέροντες, μᾶς λέγουν πῶς νὰ προσευχώμεθα: κάθησε σ' ἕνα τόπο παράμερο, ἥσυχο, μόνος μέσα στὸ κελλάκι σου καὶ ἐκεῖ μάζωξε τὸ νοῦ σου ἀπὸ κάθε πρόσκαιρο καὶ μάταιο πρᾶγμα. Πρωτίστως ὅμως, ὁ νοῦς, μὲ τὴν αἴσθησή του, νὰ ἔχει βρεῖ τὴν καρδιά, χωρὶς νὰ τὴν φαντάζεται, σκεπτόμενος ὅτι στὴν καρδιὰ βρίσκεται ἡ ἀόρατη χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος ποὺ ἐλάβαμε μὲ τὴν βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ὑπάρξουν δυσκολίες, κυρίως ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀλλ' αὐτὲς δὲν πρέπει νὰ σταθοῦν ἐμπόδιο διότι θὰ παραμερίσουν μὲ τὸ χρόνο καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει πολὺ νὰ προσέξουμε, εἶναι ἡ ἀμέλεια. Ὁ χαμένος χρόνος δὲν ξαναγυρίζει πλέον γιὰ νὰ ποῦμε τὶς χαμένες εὐχές. Τὸ πνευματικὸ κέρδος των δὲν τὸ ἔχουμε βάλει στὸ πνευματικὸ βαλάντιο. Αὐτὸ θὰ μᾶς συμβεῖ καὶ στὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἀγώνα ἐπιμελημένο, νὰ βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἀποκλείοντας ἔτσι τὰ κακὰ τῆς ἀμέλειας.

Ὅταν νοιώθω τὴν εὐχὴ νὰ λέγεται τόσο ὄμορφα καὶ ἡ ψυχή μου νὰ ὁλοδροσίζεται θεοχαριτωμένα, τότε πιά, πέρα ὡς πέρα, ἀντιλαμβάνομαι τί μεγάλη ζημιὰ μοῦ ἔκανε ὁ λίβας τῆς καταστρεπτικῆς ἀμέλειας, καίγοντας καὶ μαραίνοντας τὸ ὁλόδροσο θεϊκὸ λουλούδι, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τρέμω ἀπὸ φόβο καὶ ἔλεγχο, γιὰ τὸ τί θὰ πῶ στὸ Θεό, μετὰ ἀπὸ τόσες γνώσεις περὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὅταν παρουσιάσω τόση ἀσυγχώρητη ἀμέλεια στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ μας.

Ἑκατομμύρια εὐχὲς ματαίωσε ὁ χρόνος τῆς ραθυμίας καὶ τῆς ἀμέλειας! Νὰ ἦταν αὐτὸ μόνο! Ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ πλαδαρὴ ζωὴ πόσα καὶ πόσα ἁμαρτήματα δὲν συσσωρεύουν, καὶ σὰν ἄλλο δυσβάστακτο φορτίο, φορτώνονται στοὺς ἀδύναμους ὤμους τῆς καχεκτικῆς ψυχῆς τοῦ ἀμελοῦς!
Τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου γίνονται τεῖχος (κατὰ τοὺς Πατέρες) ἀνάμεσα ψυχῆς καὶ Θεοῦ καὶ ἐμποδίζουν ἔτσι τὸ θεῖο ἔλεος νὰ κατέλθει στὸν ἄνθρωπο. Τὸ μακάβριο αὐτὸ τεῖχος τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νὰ πέσει, γιὰ νὰ ἐπανασυνδεθεῖ ἡ ψυχή, μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα της. Καὶ πέφτει μόνο μὲ τὴν ἱερὴ δύναμη τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς μετάνοιας. Καὶ τότε, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει ὡς ἄλλη δρόσος Ἀερμών, σὰν ὁλοφώτεινος ἀνοιξιάτικος ἥλιος, καὶ πλημμυρίζει ἡ καρδιὰ τοῦ κεκαθαρμένου ἀνθρώπου ἀπὸ χάρι καὶ δάκρυα μετανοίας καὶ ἀνέκφραστης χαρᾶς. Καὶ ἂν διατηρήσει αὐτὴ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἐν προσοχῇ σὲ ὅλα, καὶ τὴν σμίξει μὲ τὴν ἐργασία τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, καὶ χωρίσει τὸν ἑαυτό του ἐν ἡσυχίᾳ, μονάζων «ὡς στρουθίον ἐπὶ δώματος», τότε ἄρχονται τὰ ὑψηλὰ τοῦ θείου ἐλέους. Ἐδῶ ἀφήνω τὸν ἡσυχαστικὸ φιλόσοφο, τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὰ ὑψηλὰ χαρίσματα τῆς μετανοίας καὶ τῆς εὐχῆς.

«Διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, φεύγουν οἱ μάταιοι λογισμοί, ὁ νοῦς περιορίζεται εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν θείων νοημάτων, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν παροῦσαν ζωήν, ἀλλὰ ἐκ τῆς μεγίστης ἡδονῆς τῆς συνεχοῦς μελέτης τοῦ θείου ὀνόματος, ὑψοῦται εἰς τὸν Θεόν. Λαμβάνει αἴσθησιν τῆς ἄλλης ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καὶ τὴν εἰς τοὺς δικαίους ἀποκειμένην ἐλπίδα, προγεύεται τὸ μεγαλεῖον ἐκείνης τῆς ζωῆς καὶ λέγει μετ' ἐκπλήξεως, «ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως καὶ φρονήσεως τοῦ ἀνεξιχνιάστου Θεοῦ». Διότι ἡτοίμασεν ἄλλον κόσμον τόσον θαυμαστὸν διὰ νὰ εἰσαγάγη εἰς αὐτὸν ὅλους τοὺς λογικοὺς καὶ φυλάξει αὐτοὺς εἰς τὴν ἀτελεύτητον ζωήν... Κάθε κόπος καὶ μόχθος καὶ πειρασμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν μακαρίαν ἐκείνην ζωήν. Καὶ μυρίας ζωὰς ἐὰν ἔχομεν, καὶ ὅλας ἐὰν τὰς ἐθυσιάζαμεν, δὲν ἐκάναμεν τίποτε τὸ σπουδαῖον ἐν σχέσει πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Δεσπότης Χριστός, διὰ τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ αἵματος ἐπιποθεῖ νὰ ἀποκαταστήση ἡμᾶς... Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος λέγει «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῖν ἀποκαλυφθῆναι δόξαν». (Αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ).

Τί πόθος ἱερός, τί ζῆλος ἀγαθὸς ποὺ γίνεται στὴν ψυχή, ἀκούγοντας τόσα ὡραῖα πνευματικὰ χαρίσματα περὶ οὐρανίας γεύσεως, ποὺ λαμβάνει ἐκεῖνος ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινά, ποὺ προσεύχεται συνεχῶς καὶ ἡσυχάζει. Ἂν θέλουμε καὶ ἡμεῖς νὰ γευθοῦμε μὲ αἴσθηση τὴν αἰώνια ζωή, τὸ Θεὸ μέσα μας, μὲ αἴσθηση καὶ ψηλάφηση, πρέπει νὰ ἀναλάβουμε βιαστικὸ ἀγώνα νήψεως ἐν πᾶσι. Νὰ ἀφήσουμε τὴν ἀμέλεια στὴν ἄκρη, καὶ νὰ πιάσουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὸ στόμα, στὸ νοῦ, ἀδιάλειπτα, προσέχοντας καὶ ἐπαγρυπνώντας σὲ ὅλα. Ἡ ἐπίγνωση τῆς μηδαμινότητάς μας νὰ κάμνει ἀνύστακτα τὴν παρουσία της σ' ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ νοῦ. Ἡ μνήμη τῆς θείας παρουσίας, πρέπει νὰ μᾶς συνέχει συνεχῶς.

Τί νοερὴ δροσιὰ ποὺ ἁπλώνεται στὴν ψυχή, καὶ τί ἀσφάλεια τῆς γίνεται, νοιώθοντας ὅτι ζῆ καὶ ὑπάρχει μέσα στὸ Θεὸ Πατέρα της καὶ αὐτὸς μέσα σ' αὐτήν! Τί μακαριώτερο νὰ ἀξιωθεῖ ὁ τιποτένιος ἄνθρωπος νὰ νοιώσει ζωντανὰ τὸ Θεὸ κατὰ χάριν καὶ μέθεξιν!

Εὐλογημένα μου παιδιά! Προσπαθῆστε νὰ αἰσθανθῆτε τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ Χριστὸς «ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ καὶ γέγονεν ἄνθρωπος» γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Οὐράνια βασιλεία Του. Ἐχάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων τὸν ἐπίγειο Παράδεισο, ἀντ' αὐτοῦ ὅμως ὁ Χριστός, μᾶς χαρίζει τὸν οὐράνιο Παράδεισο.
πηγή

Ἀπό τήν ζωή μερικῶν ταπεινῶν μοναχῶν. Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε



Ἀπό τήν ζωή μερικῶν ταπεινῶν μοναχῶν

Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε 

Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τό μαρτύριο αὐτῶν τῶν μικρῶν ξένων, ἔλεγε ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Μέγας, ὅταν ἐρχόταν κάποιος ἀπό τούς πατέρας πρός αὐτόν καί τοῦ ἔδειχνε τό κελλί τῶν δύο ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τήν σιωπή καί τήν βαθειά ταπείνωσι εἴχαν φθάσει σέ μεγάλα πνευματικά μέτρα.
Τόσο ἀπό τήν ζωή τοῦ μεγάλου ἀσκητοῦ Μακαρίου, ὅσο καί ἀπό τήν ζωή τοῦ ὁσίου Παφνουτίου, γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός ἀποκαλύπτει σ᾿ αὐτούς ὅτι ἁπλοῖ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου: δύο γυναῖκες ἀπό ἕνα χωριό, ἕνας ἔμπορος καί ἕνας ψάλτης ἦταν προοδευμένοι πνευματικά, ὅπως καί αὐτοί. 
Ἀπό τότε πού ξεχύθηκε στόν κόσμο τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀδιάκοπα ἐργάζεται μέ τίς θαυμαστές του δυνάμεις, πού ἐπιτελοῦνται ἀπό τούς πρώην ἀλιεῖς Ἀποστόλους καί ἁπλοῦς θεολόγους ἀνθρώπους, τούς ὡραίους καρπούς: τήν ἀγάπη, τήν χαρά, τήν εἰρήνη κλπ. 
Καί, ὅπως ὁ ἀριθμός τῶν ἀγνώστων ἁγίων εἶναι πολύ μεγαλύτερος αὐτῶν πού γράφοντα στά συναξάρια καί τιμῶνται μέ ἀκολουθίες, ἔτσι καί ὁ ἀριθμός τῶν ἀληθινά ταπεινῶν καί ἀγνώστων εἶναι πολύ μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι προβάλλονται ἐνώπιόν μας μέ τήν ζωή καί τά ἰδιαίτερα χαρίσματά τους. 
Τούς συναντᾶς ἐξ ἴσου ἀνάμεσα στούς ἁπλοῦς χριστιανούς τοῦ κόσμου, καθώς καί στήν μοναχική ζωή. Στά ὅσα ἀκολουθοῦν θά ἀνααφερθῶ σέ μερικούς ἀγωνιστάς μοναστηριῶν,τούς ὁποίους εἶχα τήν εὐλογημένη εὐκαιρία νά τούς συναντήσω καί γνωρίσω σ᾿ αὐτή τήν ζωή καί ἀπό τό παράδειγμα τους πολύ ὠφελήθηκα.

Ἐλπίζω ὅτι καί ἄλλοι ἀδελφοί μας θά ὠφεληθοῦν πνευματικά ἀπό τό παράδειγμα τῆς ζωῆς τους.

Ἡ συγχώρησις. 
Ὁ ἀδελφός Γαβριήλ εἶχε πολλά χρόνια στό μοναστήρι, ἀλλά δέν βιαζόταν νά γίνη μοναχός. «Εἶναι μεγάλη τιμή νά εἶσαι μοναχός, ἐνῶ ἐγώ ὡς ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, δέν εἶμαι ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς», ἔλεγεν, ὅταν τόν  ἐρωτοῦσαν γιατί δέν γίνεται μοναχός. Ὅμως μέ τόν ζῆλον του, τόν κόπο του καί τήν ὑπακοή του δέν ἦταν κατώτερος ἀπό τούς καλλιτέρους μοναχούς τοῦ Κοινοβίου.
Μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Δόκιμος Γαβριήλ εἶχε κι αὐτή τήν συνήθεια: Κάθε Σάββατο, πρίν σημάνη γιά τόν Ἑσπερινό, περνοῦσε ἀπ᾿ ὅλα τά κελλιά τῶν μοναχῶν καί τῶν δοκίμων ἀδελφῶν λέγοντας: «Εὐλογεῖτε καί συγχωρέστε με τόν ἁμαρτωλό». «Ὁ Θεός νά σέ εὐλογήση καί νά σέ συγχωρήση», τοῦ ἀπαντοῦσαν οἱ πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζαν τήν συνήθειά του. Ἔτσι, ὁ δόκιμος Γαβριήλ ἐπήγαινε στό ἑπόμενο κελλί μέχρι πού τά ἐτελείωνε ὅλα.
Μιά φορά τόν ἐρώτησα γιατί τό κάνει αὐτό τό ἔργο καί ἰδού τί μοῦ διηγήθηκε: «Ἐδιάβασα σ᾿ ἕνα παλαιό βιβλίο ὅτι κάθε Σάββατο, μετά τόν Ἑσπερινό, ὅλες οἱ ἀγγελικές χοροστασίες συγκεντρώνονται μπροστά στόν Θρόνο τοῦ Θεοῦ γιά νά παρακολουθήσουν τήν ἐξομολόγησι τῶν ἀγγέλων, πού εἶναι φύλακες τῶν ἀνθρώπων, καί οἱ ὁποῖοι ἔρχονται μπροστά στόν Οὐράνιο Πατέρα καί τοῦ λέγουν ἀναφορικά μέ τό ἔργο τους. 
Καί οἱ ἄγγελοι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πού κάνουν ἁμαρτίες, εἶναι λυπημένοι, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι τῶν ἀνθρώπων πού κάνουν καλά ἔργα εἶναι χαρούμενοι καί φωτεινοί. Χαίρεται λοιπόν ὁ οὐράνιος Πατέρας μας γιά τά καλά ἔργα τους καί γίνεται «χαρά ἐν οὐρανῶ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι».
 Πιό πέρα ἀπό τόν Θεῖο Θρόνο στέκονται δύο ἀγγελικοί χοροί: ὁ ἕνας φωτεινός καί δοξασμένος καί ὁ ἄλλος φοβερός καί αὐστηρός. Τότε στέλλει ὁ Θεός τούς φωτεινούς ἀγγέλους νά πληρώσουν τούς καλούς ἀνθρώπους καί τούς φοβερούς νά παιδεύσουν τούς ἁμαρτωλούς.
 Γι᾿ αὐτό κι ἐγώ σήμερα συγχωροῦμαι μέ ὅλους, συμπλήρωσε στό τέλος ὁ δόκιμος Γαβριήλ, γιά νά ἀνέβη χαρούμενος στόν οὐρανό ὁ φύλακας ἄγγελός μου καί νά χαροποιήση μέ τήν ἐξομολόγησί του καί τόν οὐράνιο Πατέρα, ἐνῶ ἐγώ νά λυτρωθῶ ἀπό τίς τιμωρίες τῶν φοβερῶν ἀγγέλων.

Εὐλάβεια καί ταπείνωσις.
Ὁ ἀρχιδιάκονος π. Γεννάδιος εἶχε ἀναχωρήσει ἀπό τά νειᾶτα του γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐμαθήτευσε πνευματικά καί διδάχθηκε τέλεια τήν ἐκκλησιαστική μουσική, διότι εἶχε ἐξαιρετική φωνή. Ἐπιστρέφοντας στήν Ρουμανία ὑπηρέτησε σάν καθηγητής τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς σέ ἐκκλησιαστικές σχολές καί μοναστήρια καί ὡς ἀρχιδιάκονος στήν Ἐπισκοπή. 
Εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια καί ἀγάπη γιά τίς ἱερές ἀκολουθίες. Ἀπό τόν χορό τῶν ψαλτῶν οὐδέποτε ἀπουσίαζε. Ἦταν ὁ πρῶτος παρών. Προσκυνοῦσε νά βαθειά εὐλάβεια στό μέσον τῆς ἐκκλησίας, μετά τίς ἅγιες εἰκόνες καί κατόπιν μετέβαινε στό στασίδι του στόν χορό, ἀπ᾿ ὅπου ἀποχωροῦσε τελευταῖος ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἀδελφούς. 
Ἐδιάβαζε μέ αἴσθησι καί κατανόσηι τονίζοντας τήν ἔννοια τῆς κάθε λέξεως καταλλήλως καί ἀκούοντάς τον αίσθανόσουν ὅτι τρέφεσαι μέ τίς ἀναγνώσεις του. Τίς Κυριακές καί ἑορτές στόν χορό ἤ στό Ἱερό Βῆμα ὁ π. Γεννάδιος ἦταν ἕνα στολίδι στίς ἱερές ἀκολουθίες. Παρέμεινε διάκονος σ᾿ ὅλη τήν ζωή του.
Τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του τά ἐπέρασε στό μοναστήρι Συχαστρία. Τά γεράματά του ἦλθαν καί μέ ἀρκετές δοκιμασίες: πόνοι στά πόδια, τοῦ εἶχαν πέσει σχεδόν ὅλα τά δόντια. «Νά πᾶς στόν ὀδοντίατρο, τοῦ ἔλεγαν οἱ ἄλλοι πατέρες καί ἐκεῖνος τούς ἀπαντοῦσε χαμογελώντας: «Γιά ἕνα γέρο σάν καί μένα νά ἐκεῖ εἶναι ὁ τόπος» καί ἔδειχνε μέ τό χέρι του τό Κοιμητήριο τῆς μονῆς.

Κάποια ἡμέρα ἕνας μοναχός τόν ἐρώτησε: «Πάτερ Γεννάδιε, ποιά καλά ἔργα πρέπει νά έπιτελέση περισσότερο ἕνας κοινοβιάτης μοναχός; Κι αὐτός τοῦ ἀπήντησε ἁπλᾶ: «Εὐλάβεια καί ταπείνωσις». Ἀστείρευτη εἶναι ἡ πηγή τῶν χαρισμάτων τά ὁποῖα ὁ Καλός Θεός διανέμει ἀδιάκοπα σ᾿ἐμᾶς. 
Τί θ᾿ ἀνταποδώσουμε στόν Κύριο γιά ὅλα αὐτά; Συνεχής πρέπει νά εἶναι καί ἡ εὐγνωμοσύνη  καί καρδιακή ἡ εὐχαριστία μας τά ὁποῖα πρέπει νά τά προσφέρουμε μέ εὐλάβεια στόν Θεό γιά τό πλῆθος τῶν εὐεργεσιῶν του. Ἐνῶ τήν ταπείνωσι, ὅπως λέγει καί ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, πρέπει νά τήν ἔχουμε πάνω ἀπό ὅλα. Αὐτή εἶναι τό θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί μᾶς κάνει ὅμοιους μέ τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ταπεινώθηκε γιά ἐμᾶς». Ὁ π. Γεννάδιος τά ἐγνώριζε αὐτά ἀπό τήν προσωπική του ζωή, διότι στολιζόταν ὁ ἴδιος μ᾿ αὐτές τίς ἀρετές.

Ἀδιάκοπη προσευχή.
Ὁ ἱερομόναχος Ἰσίδωρος ἦταν ἐκ φύσεως σιωπηλός καί φίλος τῆς ἡσυχίας. Γι᾿ αὐτό εἶχε φτιάξει μιά καλύβα στήν ἄκρη τοῦ δάσους τῆς περιοχῆς τῆς Μονῆς Συχαστρία, ὅπου καί ἀποσυρόταν, ἀφοῦ ἐτελείωνε τό διακόνημά του στήν Μονή. Εἶχε ὁσιακή μορφή καί λειτουργοῦσε ὡραῖα καί μέ πολλή εὐλάβεια. Κάποτε, μετά τό τέλος τοῦ ἁγίου Εὐχελαίου, ὅπου εἶχε λάβει μέρος καί ὁ π. Ἰσίδωρος, μία πιστή χριστιανή μ᾿ἐρώτησε δείχνοντας πρός τόν π. Ἰσίδωρο: «Πῶς ὀνομάζεται ἐκεῖνος ὁ πατήρ, διότι ἔχει τήν μορφή ἁγίου καί λειτουργεῖ πολύ ὡραῖα».
Μεταξύ τῶν μοναχῶν τῆς ἀδελφότητος τῆς Συχαστρίας εἶναι καί ὁ μοναχός Βησσαρίων. Αὐτός ἦταν γιά πολλά χρόνια ἔμπορος στήν πρωτεύουσα τῆς Χώρας, ἀλλά δέν εἶχε παντρευθῆ. Μιά καλή ἡμέρα, ὑπακούοντας στήν φωνή τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπώλησε τά πάντα γιά ν᾿ ἀγοράση τόν ἀτίμητο μαργαρίτη τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἔτσι, ἐπῆγε στήν μονή Συχαστρία καί ἔγινε μοναχός.

«Κάποια ἡμέρα, διηγεῖται ὁ π. Βησσαρίων, δέν γνωρίζω τό γιατί, μία στενοχώρια ἐσκέπασε τήν ψυχή μου καί, μετά τήν ἀκολουθία, ἦταν ἑορτή, ἀνεχώρησα μόνος μου γιά τό λειβάδι μας στό δάσος. Πηγαίνοντας στό κελλί τοῦ π. Ἰσιδώρου, τόν εὑρῆκα ἔξω καί ἐδιάβαζε κάποιο βιβλίο. Ὅταν μέ εἶδε χάρηκε καί μοῦ πρότεινε νά μπῶ μέσα γιά νά μέ κεράση κάτι, ὅπως εἶναι ἡ συνήθεια.
 Μέ ρώτησε γιατί εἶμαι πικραμένος κι ἐγώ τοῦ εἶπα γι᾿ αὐτή τήν στενοχώρα πού μέ εἶχε κυριεύσει. Τότε μοῦ εἶπε μερικά παρηγορητικά λόγια, ἔβαλε τό ἐπιτραχήλι του καί μοῦ ἐδιάβασε μία εὐχή ἀπό τό Εὐχολόγιο μπροστά στίς ἱερές εἰκόνες. Κατόπιν, ἄφησε τό βιβλίο λίγο μακριά, ἐγονάτισε δίπλα μου καί προσευχήθηκε μέ δυνατή φωνή: «Κύριε, παρηγόρησε καί δώσε τήν ὑγεία στόν πατέρα Βησσαρίωνα, διότι εἶναι καλός ἄνθρωπος καί ὁλόκληρη τήν περιουσία του τήν ἐδώρισε σέ Σένα, Κύριε. 
Ἄς ἔλθει σέ μένα ἡ ἀσθένειά του, διότι ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος. Νά ὑποφέρω ἐγώ ἀντί αὐτοῦ κι αὐτός νά γίνη πάλι ὑγιής καί χαρούμενος, διότι εἶναι καλός ἄνθρωπος καί δέν ἔκανε κακά ἔργα, ὅπως ἐγώ».
«Ἔτρεμα ἀπ᾿ αὐτή τήν προσευχή τοῦ π. Ἰσιδώρου, εἶπε τελικά ὁ π. Βησσαρίων. Ἡ λύπη πού μέ εἶχε κυριεύσει ἐξαφανίσθηκε. Αἰσθάνθηκα εἰρηνικός καί ψυχικά ἐλαφρωμένος. Εὐχαρίστησα μέ τήν καρδιά μου τόν π. Ἰσίδωρο καί ἐπέστρεψα στό κελλί μου πολύ συγκινημένος ἀπό τήν προσευχή τοῦ π. Ἰσιδώρου, τόν ὁποῖον δέν θά ξεχάσω σέ ὅλη μου τήν ζωή».

Ἡ τελευταία του ἡμέρα. 
Ὁ μεγαλόσχημος μοναχός π. Γερόντιος ἦταν ἀπό τούς τελευταίους Γέροντες μοναχούς τῆς Ρουμανικῆς Σκήτης τοῦ Προδρόμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κοντός στό ἀνάστημα καί λίγο κυρτωμένος, ὅμως παρά τά 84 χρόνια του, ἦταν εὐκίνητος καί πάντα ἕτοιμος γιά ὑπακοή.
 Μοῦ ἔμεινε σάν μιά εἰκόνα στήν ψυχή ὑπάκουου, ταπεινοῦ καί ἀγωνιστοῦ μοναχοῦ. Εἶχε περίπου 50 χρόνια ζωῆς στήν Σκήτη μας, ἔξω ἀπό τήν ὁποία γιά 20 χρόνια δέν ἐπῆγε πουθενά. Εἶχε περάσει ἀπ᾿ὅλα τά διακονήματα: Βουρδουνάρης (ὑπεύθυνος τῶν ζώων), μάγειρος, φούρναρης, κηπουρός. Ὅταν τοῦ ἔμενε λίγο ἐλεύθερος χρόνος, ἔτρεχε στό κελλί του καί ἐδιάβαζε τό Ψαλτήρι, τό ὁποῖο εἶχε πάντοτε  ἀνοικτό στό ἀναλόγιό του. Ἡ ἁπλότης καί ἡ πτώχεια του δέν περιγράφονται.
 Ἐάν ἐλάμβανε ἀπό κάποιον λίγα ἤ πολλά χρήματα, τά ἔδινε ὅλα στό γραφεῖο. «Νά μή μέ εὕρη ἡ νύκτα μέ χρήματα στό κελλί μου», ἔλεγε συχνά. Ἔμεινε βαθειά στήν μνήμη μου ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του:
Τό πρωΐ εἶχε πάει στό μαγειρεῖο νά βοηθήση στόν καθαρισμό τῶν λαχανικῶν. Κατόπιν βλέποντας στήν αὐλή τήν μεταφορά ἄμμου πού ἔφερε τό τρακτέρ μέ τήν καρότσα τό βράδυ γιά ἐπισκευές τῶν κτιρίων, ἄρχισε νά φορτώνεται σέ μικρό τσουβάλι τήν ἄμμο νά τήν πάη πιό πέρα. «Γιατί δέν ἀφήνεις νά σηκώση τήν ἄμμο ἔνας νεώτερος μοναχός;» τόν ἐρώτησα ἐγώ. «Ἄφησέ με, διότι οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, εἶναι ἀλλοῦ ἀπασχολημένοι», μοῦ εἶπε.
Τήν ἴδια ἡμέρα ὁ φούρναρης ἔφτιαξε ψωμί καί ὁ π. Γερόντιος ἐπῆγε καί τόν ἐβοήθησε στό κοσκίνισμα τοῦ ἀλεύρου. Ἀφοῦ τό τελείωσε, τοῦ εἶπε ὁ φούρναρης: 
-Πάτερ Γερόντιε, σέ παρακαλῶ, νά ἔλθης πάλι μετά ἀπό μισή ὥρα γιά νά μέ βοηθήσης στό ζύμωμα». 
-Πηγαίνω στό κελλί, τοῦ εἶπε αὐτός, καί εἰδοποίησέ με.
Μετά ἀπό μισή ὥρα ἐπῆγε ὁ φούρναρης στό κελλί του: 
-Πάτερ Γερόντιε, μπορεῖς νά ἔλθης τώρα νά μέ βοηθήσης;
Δέν πῆρε καμμία ἀπάντησι. Ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί τί νά ἰδῆ: «Ο π. Γερόντιος ἦταν ξαπλωμένος στό κρεββάτι ἔχοντας δίπλα του ἀνοικτό τό ψαλτήρι. Ἐνόμισε ὅτι κοιμᾶται καί τόν ἐρώτησε καί πάλι:
-Πάτερ Γερόντιε, ἄϊντε, ἔλα νά μέ βοηθήσης.
Ἀλλά αὐτή τήν φορά ὁ ταχύς στήν ὑπακοή μοναχός δέν ἀποκρίθηκε πλέον. Εἶχε ἀναχωρήσει πρό ὀλίγου γιά νά πάρη τόν μισθό τῆς ὑπακοῆς του στήν αἰώνια ἀνάπαυσι, μέσα στήν χαρά τοῦ Κυρίου του, τόν Ὁποῖον ὑπηρετοῦσε σ᾿ὅλη του τήν ζωή μέ πολλή ἀγάπη, ταπείνωσι καί ἔνθεο ζῆλο.

 ***
Μετάφρασις ἀπό μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη.

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Ἐπιμέλεια κειμένου   Ἀναβάσεις

Περὶ ἐξομολογήσεως Ἀρχιμανδρίτης Σαράντης Σαράντος




Κατὰ τὴν τελευταία ἐπίσκεψή μου στὸ ἁγιώνυμο Ὄρος ἄκουσα ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς μιὰ πολὺ σημαντικὴ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἁγιορείτικη ζωή τους.

Μιλοῦσαν γιὰ τὸν ἱερομόναχο Ἀθανάσιο ποὺ ἔζησε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου πολὺ ἀσκητικὰ καὶ πνευματικά. Ἡ ποιμαντική του προσφορὰ στοὺς συγχρόνους του μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς ἦταν ποιοτικὰ ἀνάλογή τοῦ θεανθρώπινου τρόπου τῆς προσωπικῆς του ζωῆς. Τελείωσε ὁσιακὰ τὴ ζωή του. Ὁ Γέροντάς του παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει κάτι ἀπὸ τὴ νέα μετὰ θάνατο ζωή του. Πράγματι, ὅταν τελείωνε τὸ σαρανταλείτουργο ποὺ ἔκανε ὁ γέροντας «ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς» τοῦ ὑποτακτικοῦ ἱερομονάχου, παρουσιάστηκε ὁ ὑποτακτικὸς στὸν ὕπνο τοῦ Γέροντα καὶ μὲ τρόπο ἀποκαλυπτικὸ ἔδωσε ἀναφορὰ στὸ Γέροντά του. Ὁ Θεός, Γέροντα, μοῦ ζήτησε λόγο, εἶπε. Καὶ γιὰ μὲν τὰ μοναχικά μου καθήκοντα ἰσοφάρισα μὲ τὸ Θεό. Σχετικὰ μὲ τὶς ποιμαντικές μου ὅμως ὑποχρεώσεις ἦταν ἀδέκαστος, ἀνυποχώρητος καὶ ἀσυγκατάβατος.

Μὲ καθαρὸ ὀρθολογικὸ κριτήριο δὲν μποροῦμε βέβαια νὰ βασιστοῦμε σ’ ἕνα ὄνειρο γιὰ ἐξαγωγὴ συμπερασμάτων. Οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πάντως θεωροῦν τὸ ὄνειρο αὐτὸ «σημεῖο», γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀναφέρουν. Σημάδια σχετικὰ μὲ τὸ παραπάνω βρίσκουμε σκορπισμένα σ’ ὅλη τὴν ἀσκητικὴ φιλολογία, ποὺ ἐκφράζουν τὴ γρηγοροῦσα ποιμαντικὴ συνείδηση.

Ἂν σ’ ἄλλες ἐποχὲς καὶ σ’ ἄλλες γενιὲς ἡ ποιμαντικὴ προσφορὰ ἀντιμετώπιζε δυσκολίες, πολὺ περισσότερο σήμερα προσπαθοῦν νὰ τὴν ἀδρανοποιήσουν καὶ νὰ τὴν ἐξουδετερώσουν. Τὸ κοσμικὸ φρόνημα καὶ ὁ διάχυτος θεωρητικὸς καὶ πρακτικὸς ὑλισμὸς ἐπηρεάζουν βαθιὰ καὶ ὅλο βαθύτερα τὰ ἀστικὰ περιβάλλοντα καὶ τοὺς «ποιμένες» ποὺ ζοῦν μέσα σ’ αὐτό. Ποικίλες εἶναι οἱ δαιμονικὲς μεθοδεῖες ποὺ ἀποσκοποῦν στὴν ἐκμηδένιση τοῦ ποιμαντικοῦ λειτουργήματος μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο.

Ὡστόσο μὲ ἔκπληξη καὶ θαυμασμὸ παρατηροῦμε ὅτι ἀναδεικνύει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὶς χαλεπὲς ἡμέρες μας, ὀρθόδοξα ποιμαντικὰ ἀναστήματα προικισμένα μὲ τὰ ἀνάλογα χαρίσματα, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Σήμερα αὐτὴ ἡ παρουσία χαρισματούχων ποιμένων συμπίπτει μὲ τὴν κορυφούμενη πολεμικὴ κατὰ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία θέλει νὰ διαφυλάξει σῶο καὶ ἀκέραιο τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο.

Σήμερα «δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ» βρίσκονται πνευματικοὶ πατέρες ποὺ ἀνταποκρίνονται πραγματικὰ στὶς ἀδυσώπητες ὑπαρξιακὲς ἀνάγκες τῶν ἀλλοτριωμένων ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐπιστρεφόντων στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία μας, ἀνθρώπων. Σήμερα ὅλη ἡ ποιμαντικὴ ἐργασία ἑστιάζεται στὸ μεγάλο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, ποὺ κατὰ τρόπο μοναδικὸ τελεῖται μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος καθημερινὰ πληροφορεῖται μὲ φανερὲς καὶ μυστικὲς ὑποδείξεις τοὺς ἀληθινοὺς ποιμένες, στοὺς ὁποίους καὶ ἀνεπιφύλακτα παραδίδεται ἀφοῦ ἔχει πάθει τὰ πάνδεινα ἀπὸ ξένα ψευτοπατροναρίσματα.

Τὸ Ὀρθόδοξο βάπτισμα, ὅσο κι ἂν ἔχει καταχωνιασθεῖ ἀπὸ τὰ κοσμικὰ καὶ ἁμαρτωλὰ ἐπικαλύμματα, κάποτε ἀναζωοπυρώνεται μὲ τὴν ἀκοίμητη καὶ προσωπικὴ πρόνοια τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ κατευθύνει τὸν ἄνθρωπο ἄδηλα καὶ κρύφια στὸν «πνευματικὸ πατέρα» ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει «εἰς νομὰς σωτηρίους». Ἔχει ἀφάνταστη θεοδυναμικότητα τὸ ὀρθόδοξο βάπτισμα! Δεμένο (αὐτὸ τὸ θεῖο Βάπτισμα) μὲ τὸ ἅγιο Μύρο σπρώχνει ἀόρατα, μὰ ἐντελῶς ἐλεύθερα, τὸν «ξενιτεμένο» ἄνθρωπο στὸ χῶρο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως γιὰ νὰ ἀνταμώσει κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ ἐπικοινωνήσει ἄμεσα μὲ τὸν «ἐν Τριάδι» Θεό.

Ὁ πνευματικὸς δὲν εἶναι ὁ ἀπόμακρος ἀντιπρόσωπος ἑνὸς ἐντολοδόχου καὶ αὐστηροῦ Θεοῦ. Ὁ ὀρθόδοξος «πνευματικὸς πατὴρ» δὲν εἶναι ὁ δικανικὸς τηρητὴς διατάξεων ἢ νόμων ἢ ἀρχῶν ποὺ ἔχει σπουδάσει καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐφαρμόσει στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Οἱ κανόνες, οἱ ἐντολές, οἱ συμβουλές, ὁ διάλογος, ἡ ἐνθάρρυνση, ἡ ἐπιτίμηση, ἡ σιωπή, ἡ μακροθυμία, ἡ ὑπομονὴ καὶ μύρια ἄλλα ποιμαντικὰ τεχνάσματα εἶναι οἱ ἀλοιφές, τὰ ἔμπλαστρα καὶ τὰ φάρμακα, ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης γιὰ νὰ ἀναταχθεῖ ἡ ἀσταμάτηττη ἁμαρτωλὴ ροπὴ καὶ νὰ ἀνοιχθοῦν στὸν πεπτωκότα οἱ ὁρίζοντες τῆς θείας εὐσπλαγχνίας.

Τὴν ὥρα τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως τελεσιουργεῖται τὸ παμμυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαιρετικὰ μέσα σ’ αὐτὸ καταλαβαίνει, ὁ ἁμαρτωλὸς ὅτι ἀξίζει ἀνυπολόγιστα. Ἀρχίζει νὰ αὐτοεκτιμᾶται σωστά. Γι’ αὐτὸ ὅλα τὰ κομμάτια τῆς ζωῆς του τὰ θεωρεῖ ἀξιόλογα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀρχίζει νὰ θέλει νὰ τὰ ἀξιοποιήσει, νὰ τὰ καθαρίσει ἀπὸ τοὺς μολυσμοὺς καὶ νὰ τὰ θεανθρωποποιήσει.

Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει στὰ Ἀσκητικά του: «Ἂν ἕνας ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀρετές, πές του πὼς τὶς ἔχει. Μὲ τὴν ἐνθάρρυνση σπέρνεις στὴν ψυχὴ του τὶς ἀρετὲς ποὺ δὲν ἔχει». Ὁ σύγχρονος ἀρρωστημένος καὶ ἀπογοητευμένος ἄνθρωπος βρίσκει μέσα στὴν «ἐν πνεύματι Ἁγίῳ» θεανθρώπινη ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματικό του ὄχι ἁπλῶς τὶς ἀρετές, ἀλλὰ τὸν κτήτορά τους, τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἔτσι ἡ ψυχή, καίτοι πολὺ ἁμαρτωλὴ καὶ ἀποστασιοποιημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, βρίσκει τὰ θεόσωστα μέσα, βρίσκει τὸ μονοπάτι, βρίσκει τὴν κλίμακα τῆς ἐπιστροφῆς «ἵνα μορφωθῆ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῇ».

Μέσα στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως ὁ σημερινὸς καταταλαιπωρημένος ἄνθρωπος ξεφεύγοντας ἀπὸ τοῖς ἀνθρωπομάζες νιώθει, ὅτι κάτι εἶναι, ὅτι κάποιος εἶναι καὶ ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ χάη τῆς ἀνυπαρξίας ποὺ τὸν ὁδήγησε ἡ ψυχοκτόνος ἁμαρτία.

Γίνεται, ναὶ πραγματικὰ γίνεται ἕνα παρατεινόμενο θαῦμα καὶ στὴν ἐποχή μας. Γίνεται αὐτὸ ποὺ περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης: Ὁ πνευματικὸς πατὴρ μὲ τὴν ἀκακία του, τὴν ἱερὴ ἀπάθεια, τὶς εὐχές του πρὸς τὸν Ὕψιστο ἀνασπᾶ ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τὸ ναυαγημένο καράβι καὶ τὸ κάνει ἱκανὸ νὰ πλέει πάνω στὰ κύματα Χάριτι καὶ μόνο Θεοῦ. Καθημερινὰ γινόμαστε ἄμεσοι αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τέτοιων θαυμαστῶν μεταστροφῶν, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματοποιεῖ μέσω τῶν ταπεινῶν, ἀλλὰ ζωντανῶν εἰκόνων του, «τῶν πνευματικῶν».

Μέσα στὴν ἁγιασμένη ἀτμόσφαιρα τῆς ἱ. ἐξομολογήσεως συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πέφτουν τὰ προσωπεῖα ποὺ ἡ λανθασμένη κοσμικὴ ἀγωγὴ κάρφωσε στὸ πολυτίμητο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ξεκολλοῦν οἱ μάσκες ποὺ οἱ διάφορες ἑκούσιες ἢ ἀκούσιες σκοπιμότητες κόλλησαν ἀσφυκτικὰ γύρω ἀπὸ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἀνθρώπινη προσωπικότητα.

Μπροστὰ στὸ πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ ἀνοίγεται μὲ ἱερὸ ἄφοβο φόβο ἡ ἁμαρτωλὴ ψυχή. Ἁμαρτωλοὶ λογισμοί, ἁμαρτωλὰ συναισθήματα, αἰσχρὲς καὶ κακὲς πράξεις ποὺ ἔρχονται στὸ φῶς τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, ποὺ ἀνακοινώνονται δηλαδὴ μὲ μετάνοια, νεκρώνονται λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ταπεινὴ προσωπική μας ἐμπειρία ἀπὸ τὶς ἐξομολογήσεις τῶν πολλῶν ἐνοριτῶν μας καὶ ὅσων ἄλλων ἔρχονται στὸ ἱερὸ ἐξομολογητήριο.

Δόξα τῷ ἐν Τράδι Θεῷ ποὺ θεσμοθέτησε αὐτὸν τὸν τρόπο συγχωρήσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐντάξεώς τους στὴν ἁγία Ποίμνη τῆς Ἐκκλησίας μας. Δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ ποὺ ἔδειξε καὶ ἀδιάκοπα δείχνει τὸ ἄμετρο ἔλεός Του καὶ προετοιμάζει τὸ φθαρτὸ πλάσμα του στὴν αἰώνια προσωπικὴ ἐπικοινωνία μαζί Του, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ διάλογο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Ἄνθρωποι στιγματισμένοι μὲ ἠθικά, ψυχολογικά, νευρολογικά, κοινωνικά, συζυγικὰ καὶ οἰκογενειακὰ ἢ ἄλλα προσωπικὰ προβλήματα θεραπεύονται καὶ προοδευτικὰ ἑτοιμάζονται γιὰ νὰ συμμετάσχουν στὴ νέα ἀπέραντη οἰκογένεια τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Δὲν ὑπάρχει τρανότερη ἀπόδειξη τῆς ἀνεκτίμητης ἀξίας, ποὺ δείχνει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ τὴν ἀπόδειξη τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσως. Ὑπάρχει κάποια ἄλλη χριστιανικὴ ὁμολογία (ἢ κάποια ἄλλη θρησκεία!) ποὺ νὰ ἔχει θεσμοθετημένο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχει σὲ λειτουργία ἕνα τέτοιο μυστήριο ποὺ μοναδικὰ καὶ ἀνεπανάληπτα καταξιώνει τὴ διαπροσωπικὴ ἀνθρώπινη σχέση; Ποῦ ἀλλοῦ ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα διασφαλίζεται,καλύπτεται καὶ σκεπάζεται μὲ τὸ ἀπόρρητο, ποὺ καὶ θεωρητικὰ καὶ στὴν πράξη τηρεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους πνευματικούς;

Δικαιολογημένα ὁ ὀρθόδοξος εὐσεβὴς λαὸς μᾶς ἀποκαλεῖ τοὺς πνευματικούς, Πατέρες. Τοὺς αἰσθάνεται πολὺ κοντά του σὰν στοργικοὺς πατέρες ποὺ ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ μοιράζονται τὸν πνευματικὸ ἀγώνα τους καὶ συναγωνίζονται στὸν ἴδιο στίβο τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς τελειώσεως. Τοὺς αἰσθάνεται ὁ λαός μας σὰν πατέρες καρτερικοὺς ποὺ ἔχουν μάθει νὰ περιμένουν καὶ νὰ ὑπομένουν τὶς δοκιμασίες, τὶς θλίψεις, τοὺς πειρασμοὺς καὶ τοὺς κανόνες ποὺ ὁ Θεὸς ὁρίζει στοὺς δικούς του. Καὶ ἀφοῦ ἔμαθαν, ἔπαθαν τὰ θεῖα καὶ ἔφθασαν στὴν καθαρὴ ἀγάπη ποὺ εἶναι ἱερὰ μέθη ψυχῆς, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸ Σύρο.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γεννάει «ἀενάως» τέτοιους ἄνδρες «τελείους» ποὺ δοκιμάστηκαν σκληρὰ στὴν Ὀρθόδοξη ἄσκηση μέσα στὸ ἱερὸ Κοινόβιο τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ ἀνδρώθηκαν μέσα στὴν ὑπακοὴ καὶ ἀφοῦ ταπεινώθηκαν, ἀπόκτησαν «νοῦν Χριστοῦ» καὶ συνεπῶς θεοδιακριτικότητα, γιὰ νὰ «οἰκονομοῦν» θεοφιλάνθρωπα κάθε ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ ἀπορρίπτουν κανένα, μὰ κανένα ἁμαρτωλό.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας μὲ θεσπέσιους ὄντως τρόπους χαριτώνει οἰκογενειάρχες πνευματικούς, ποὺ ἀκάματα ἀθλοῦνται θεανθρώπινα μὲ τὶς παντοῖες οἰκογενειακὲς δοκιμασίες, μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ἀσίγαστη τροφοδοσία ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο. Μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀποκτοῦν τὴν ἴδια ταπείνωση, τὴν ἴδια θεολογικὴ μόρφωση καὶ τὴν ἴδια διακριτικότητα γιὰ νὰ συμμερίζονται τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐξαντλοῦν μὲ διακριτικότητα τὴν οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοὶ οἱ ἄνδρες ἀγωνίζονται πνευματικὰ νὰ φθάσουν «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀναγνωρίζονται λοιπὸν ὡς πνευματικοὶ πατέρες ἂν καὶ ἐσωτερικὰ ἐλεεινολογοῦν οἱ ἴδιοι τους ἑαυτούς τους καὶ δὲν τολμοῦν νὰ βάλουν τὴν «αὐθεντία» τῆς λογικῆς τους καὶ τῶν ἀτομικῶν τους ἐκτιμήσεων πάνω ἀπὸ τὰ ἱερὰ δόγματα καὶ τοὺς ἱεροὺς θεσμοὺς ποὺ «εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν» ἔχουν θεσμοθετηθεῖ ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Γι’ αὐτὸ καὶ καταξιώνονται νὰ γίνουν ζωντανοὶ φορεῖς τῶν ζωντανῶν δογμάτων τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στὴ συνέχεια ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Εὐχαριστίας καὶ ἰσόβια λειτουργοῦν σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις. Γι’ αὐτὸ καὶ γνωρίζουν «ὡς διδακτοὶ Θεοῦ» νὰ οἰκονομοῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν δίνουν «τὰ ἅγια τοῖς κυσί».

Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει τὸ χάρισμα νὰ κατέρχονται στὰ βάθη καὶ στὶς ἀβύσσους τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ποὺ (ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ) ἔχουν ἀκριβῶς δίπλα τους. Δὲν ἔχουν πραγματικὰ διαπράξει τὶς ἀκατονόμαστες ἐγκληματικὲς πράξεις ποὺ συχνὰ ἀκοῦνε στὴν ἐξομολόγηση. Γιατί πῶς θὰ εἶχαν χειροτονηθεῖ κληρικοί, ἀφοῦ οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπαγορεύουν ρητὰ τὴν ἱερωσύνη σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πέσει σὲ σαρκικὰ ἁμαρτήματα καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔστω καὶ ἀκούσια ἔχουν διαπράξει φόνο; Ἐκπλήσσεται, λοιπόν, ὁ πνευματικὸς πατὴρ γιὰ τὴν κατάντια τοῦ ἐξομολογουμένου. Ἀπορεῖ καὶ ἐξίσταται γιὰ τὰ εἴδη καὶ τοὺς τρόπους τῶν ἁμαρτημάτων. Δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ σκέψη του τὸ ποιὸν τῶν ὀλισθημάτων, γιατί ὁ ἴδιος «ἐξ ὁρισμοῦ», «ἐκ τῆς χειροτονίας» εἶναι ἄπειρος τῶν ἁμαρτημάτων.

Ὅμως κρίνοντας ἀπὸ τὸν αἱματηρὸ προσωπικό του ἀγώνα γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν, γίνεται συγκαταβατικὸς καὶ γιὰ τὸν ἁμαρτωλό. Στοχάζεται τὰ στάδια ποὺ πέρασε καὶ ὁ ἴδιος μέχρι νὰ κόψει τὰ συγγνωστὰ πάθη του καὶ γίνεται ἐπιεικὴς στὸν παρόμοια μετανοοῦντα ἁμαρτωλό. Ξέρει πολὺ καλὰ ὁ πνευματικὸς τὸ σκληρὸ πνευματικὸ ἀγώνα στὸ ὑπαρξιακὸ πεδίο. Ἔχει ἱδρώσει καὶ ἔχει πονέσει γιὰ νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸ ἴδιο θέλημα. Γι’ αὐτὸ συμπονεῖ, λυπᾶται, «πάσχει καὶ συνωδίνει» μὲ τὸ πνευματικὸ παιδὶ ποὺ τοῦ στέλνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ οἰκονομήσει κατάλληλα.

Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ ἐξομολογούμενος. Προσπαθεῖ νὰ καταλάβει τὸν πνευματικό του πατέρα. Νὰ ἐννοήσει τί ἀκριβῶς τοῦ λέγει. Παρεμβάλλεται τὸ σκληρὸ κάλυμμα τῆς ἁμαρτίας ποὺ δυσχεραίνει τὴ συννενόηση. Τὸ πνεῦμα τὸ Ἅγιο ὅλο καὶ βοηθάει αὐτὴ τὴ συνεννόηση. Ὅλο καὶ τελειοποιεῖ αὐτὴ τὴν ἐπικοινωνία. Ὁ πνευματικὸς πατὴρ μάχεται γιὰ νὰ «προσλάβει» ὅλο τὸν πνευματικὸ υἱὸ ἢ τὴν πνευματικὴ θυγατέρα. Γίνεται μία ἀληθινὴ «ἀλληλοπεριχώρηση», ἀλληλοκατανόηση, ἀλληλοεπικοινωνία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νύκτα καὶ ἡμέρα ἀγωνιζόταν μὲ ὠδίνες σὰν τῆς ἑτοιμόγεννης μητέρας καὶ μὲ πολλὰ δάκρυα μέχρι νὰ ἀναγεννηθεῖ «ἐν Χριστῷ» ὁ νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἴδιο συμβαίνει, σὲ προσωπικὲς ἀναλογίες πάντοτε, καὶ μὲ τοὺς σημερινοὺς πνευματικοὺς πατέρες καὶ τὰ πνευματικὰ τέκνα μέσα στὸν ἱερὸ στίβο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Ὅλην αὐτὴ τὴ μυσταγωγία τῆς μετανοίας τοῦ πνευματικοῦ πατρὸς καὶ τοῦ πνευματικοῦ παιδιοῦ τὴν κατεργάζεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο σ’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν κάθαρσή τους καὶ τὴν ἐν Χριστῷ τελείωση.

Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ στὴ μετανοοοῦσα ψυχὴ ἀλλὰ καὶ στὸν πνευματικὸ πατέρα, ὅταν σχίζεται ὁ δερμάτινος χιτώνας τῆς πωρώσεως καὶ τῆς ἀναισθησίας καὶ ἀρχίζει νὰ ἀνθεῖ καὶ νὰ μεταλαμπαδεύεται ἡ νέα «ἐν Χριστῷ» ζωή.

Ὅλα τὰ παραπάνω, παρακαλῶ πολύ, νὰ μὴ θεωρηθεῖ ἀπὸ κανένα ἀδελφὸ ἀναγνώστη, ὅτι ἔχουν κάποια ἔμμεση ἔστω σχέση μὲ τὸ δικό μου πρόσωπο ὡς πνευματικοῦ. Ὅ,τι εὐτελὲς ἔχω ἀποτυπώσει σ’ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀποτελεῖ προσωπικὴ ἐμπειρία μου ὡς ἐξομολογουμένου. Ἑπομένως τὰ γραφόμενα ἀποτελοῦν ἀδέξια ἀπόπειρα φόρου τιμῆς στοὺς ἀξίους πνευματικοὺς πατέρες ποὺ στὸ τέλος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἀφιερώνουν τὴ ζωή τους στὴν Ὕψιστη αὐτὴ ποιμαντικὴ θεανθρώπινη λειτουργία, σ’ αὐτὸ τὸ ὑπέρλαμπρο ἔργο παραδοσιακῆς Ἀγωγῆς. Τέλος τὰ γραφόμενα συνιστοῦν ἔμμεση περιγραφὴ τοῦ «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ» πολιοῦ πνευματικοῦ μου πατρός, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ὁποίου «τὰς εὐχὰς ἑξαιτοῦμαι» γιὰ κάθε «ἐν Χριστῷ» ἀδελφὸ ἀναγνώστη.
πηγή

Το εμπόδιον δια την αρετήν




Ο άγιος Λάζαρος, βασιλεύς της Σερβίας. Τοιχογραφία από το ναό της Αναλήψεως του Σωτήρος του καθίσματος του Αγίου Βασιλείου της Ι.Μονής Χιλανδαρίου.




Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι θα ήσαν καλύτεροι, εάν ευρίσκοντο εις διαφορετικόν περιβάλλον.


Ο πλούσιος πιστεύει ότι το εμπόδιον δια την αρετήν είναι ο πλούτος, ο πτωχός ότι είναι η πτωχεία, ο γνώστης ότι είναι η γνώσις, ο άξεστος ότι είναι η αγένεια, ο άρρωστος ότι είναι η αρρώστεια, ο υγιής ότι είναι η υγεία, ο γέρος ότι είναι το γήρας, ο νέος ότι είναι η νεότης.


Ψευδαίσθησις μόνον και αναγνώρισις της ηθικής ήττης είναι αυτό. Ομοιάζει με την απολαγίαν ενός κακού στρατιώτου· "εις αυτήν την θέσιν η ήττα μου είναι αναπόφευκτος, αλλά εάν ευρισκόμην εις άλλον τόπον, εκεί θα ήμην γενναίος". Ο αληθής στρατιώτης είναι πάντοτε γενναίος, είτε δια να επιβιώση είτε δια να αποθάνη εις την θέσιν του.


Εάν ο βασιλεύς Λάζαρος (Σημ. : ο βασιλεύς Λάζαρος, ηγέτης των Σέρβων, αποθανών το 1389 εις την μάχην των Σέρβων κατά των Τούρκων εις το Κόσοβο) εγκατέλειπε το Κόσοβο, θα εθεωρείτο ηττημένος, όμως, επειδή έμεινε έως τέλους εις τον τόπον του και απεβίωσεν εις την μάχην, θεωρείται νικητής.


Ο Αδάμ την πίστιν του την έχασε εις τον Παράδεισον, ενώ ο Ιώβ την πίστιν του την εστερέωσεν επί της κοπρίας.


Ο προφήτης Ηλίας ποτέ δεν είπε: "η πείνα με εμποδίζει να υπακούω εις τον Θεόν!" Ούτε ο βασιλεύς Δαβίδ δεν είπε: "το στέμμα με εμποδίζει να υπακούω εις τον Θεόν".


Στοχασμός 129 από το βιβλίο του:


Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί του καλού και του κακού,Πλήρης και ακριβής μετάφρασις από τα σερβικά από την Μίλιτσα Βέσκοβ, εκδόσεις Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι 2008.


Εξομολόγηση…ομολογία χρεών! του Aγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου




πηγή : Ορθοδοξία και Παράδεισος


Η εξομολόγηση, εξηγεί ο Άγιος Συμεών, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ομολογία χρεών, δηλαδή αναγνώριση των σφαλμάτων και της αφροσύνης, δηλαδή αποδοκιμασία της φτώχειας.Διότι κάθε πιστός βαρύνεται με χρέη προς τον Κύριο και Θεό του και αυτά πού πήρε από Αυτόν πρόκειται να του ζητηθούν μπροστά στο φοβερό και τρομερό δικαστήριο Του. Ποια χρέη; Είναι αναρίθμητα αλλά φτάνει να γνωρίζουμε το ότι με το θείο Bάπτισμα γίναμε υιοί και κληρονόμοι Του, το ότι ενδυθήκαμε τον ίδιο τον Θεό, το ότι γίναμε μέλη του σώματος Του και ελάβαμε το Άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα μας. Όποιος φυλάει τις εντολές του Κυρίου, φυλάγεται από αυτές και δεν χάνει τον πλούτο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός.

Που λοιπόν θα μπορέσουν αυτοί που τα πήραν και τα έχασαν να τα ξαναβρούν; Πραγματικά πουθενά, ουράνια γαρ εισί.
Από εκείνο που κάποιος νικιέται, σ’ αυτό και υποδουλώνεται.
Αυτός που υποδουλώθηκε στον διάβολο και εξόργισε τον Κύριο και Θεό, δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με τη μεσιτεία κάποιου αγίου άνδρα και φίλου και δούλου του Χριστού και με την αποφυγή του κακού.

Γι’ αυτό πρώτα ας αποφύγουμε την αμαρτία.

Το αξίωμα και η εξουσία του δεσμείν και λύειν, δόθηκε από τον Κύριο, στους 11 Aποστόλους και οι άγιοι Aπόστολοι διαδοχικά μεταβίβασαν την εξουσία αυτή στους επισκόπους και μάλιστα μόνο σ’ εκείνους οι οποίοι κατείχαν τους θρόνους τους .
Αφότου όμως αυτοί που κατείχαν τους θρόνους των Aποστόλων αποδείχτηκαν σαρκικοί και φιλήδονοι και φιλόδοξοι και εξώκειλαν σε αιρέσεις, τους εγκατέλειψε η θεία χάρη και αφαιρέθηκε από αυτούς η εξουσία αυτή, και όλα τα άλλα που οφείλουν να έχουν όσοι ιερουργούν. Ούτε το να είναι κάποιος ορθόδοξος αρκούσε! Διότι ορθόδοξος δεν είναι εκείνος που δεν εισάγει στην Εκκλησία του Θεού κάποια καινούρια διδασκαλία, αλλά εκείνος που έχει ζωή σύμφωνη με τον ορθό λόγο.
«Ώστε και απλώς ούτω τή χειροτονία και τή ταύτης αξία το αφιέναι αμαρτίας από Θεού δέδοται; Άπαγε! Ιερουργοίς γαρ και μόνοις αυτό συγκεχώρηται».
Η εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες δεν δόθηκε από τον Θεό έτσι γενικά στους χειροτονημένους και στην τάξη αυτών, αλλά παραχωρείται μόνο στους ιερουργούς. Και δεν δίνεται ούτε σε όλους αυτούς, γιατί σαν χορτάρι που είναι θα καούν, αλλά δίνεται μόνο σ’ εκείνους οι οποίοι συγκαταλέγονται στη χορεία των μαθητών του Χριστού.
Δίνεται σε όλους όσους τήρησαν τις εντολές του Θεού μέχρι το θάνατό τους. Έχασαν τα υπάρχοντά τους και τα μοίρασαν στους φτωχούς, ακολούθησαν τον Χριστό δείχνοντας υπομονή στις δοκιμασίες, έχασαν τις ψυχές τους στον κόσμο εξαιτίας της αγάπης του Θεού και τις βρήκαν στην αιώνια ζωή.
" Ευρόντες δε τας εαυτών ψυχάς εν φωτί νοητώ εύρον αυτάς και ούτως εν τω φωτί τούτω είδον το απρόσιτον φώς, αυτόν τον Θεόν, κατά το γεγραμμένον "εν τω φωτί σου οψώμεθα φώς".
Ο Χριστός το όντως φώς, ελθών και τους ζητούντας αυτόν συναντών με τρόπο που μόνο αυτός γνωρίζει, εαυτόν αυτοίς εχαρίσατο!"
[Αυτό είναι το ορθόδοξο πρόσωπο!]
Αυτό σημαίνει να βρούμε την ψυχή μας, να δούμε τον Θεό και μέσα στο φώς Του να γίνουμε ανώτεροι της ορατής κτίσεως!
Ας αναζητήσουμε άνδρες τέτοιους, μαθητές του Χριστού, και αν συμβεί να βρεθεί μπροστά μας, με πόνο καρδιάς και πολλά δάκρυα, ας παρακαλέσουμε τον Θεό για ορισμένες μέρες ν’ ανοίξει τα μάτια της καρδιάς μας ώστε να τον αναγνωρίσουμε και να πάρουμε μέσω αυτού άφεση των αμαρτιών μας!

Περί εξομολογήσεως του Aγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Απάντηση σε ερώτηση, εάν επιτρέπεται σε μερικούς μοναχούς να εξομολογούν αμαρτίες, αν και δεν έχουν ιερωσύνη «επειδή ακούμε ότι η εξουσία να λύνουν και να δένουν δόθηκε μόνο στους ιερείς».

Πηγή:Υάκινθος

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...