Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξομολόγηση και Μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξομολόγηση και Μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2022

Πρέπει να μεταλάβω;

 

ΕΥΧΗ

Ο Θεός και ο Ιησούς Χριστός δεν ωφελείται, ούτε βλάπτεται, ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος.

Όλα όσα ο Χριστός ζητάει να κάνουν οι άνθρωποι (που είναι γραμμένα στα Ευαγγέλια) έχουν μοναδικό σκοπό την ωφέλεια των ανθρώπων.

Το ίδιο και όσα ζητάει η Εκκλησία να κάνουν οι άνθρωποι – και σε ηθικό και σε τελετουργικό επίπεδο, π.χ. τη νηστεία, την εξομολόγηση, την αγνότητα μέχρι το γάμο κ.τ.λ. – βασίζονται ακριβώς σε όσα έχει διδάξει ο Ιησούς Χριστός και έχουν μοναδικό σκοπό την ωφέλεια των ανθρώπων. Μάλιστα, τα έχουν καθιερώσει, με σοφία και αγάπη, όχι τυχαίοι «παπάδες», αλλά άγιοι, που αγωνίστηκαν πάρα πολύ στη ζωή τους να πορευτούν το δρόμο του Χριστού, πλησίασαν πάρα πολύ το Θεό και το συνάνθρωπο και τελικά έζησαν μέσα στο θείο Φως. Μέσα σ’ αυτό το θείο Φως εμπνεύστηκαν όσα δίδαξαν και θέσπισαν για τη ζωή των χριστιανών, ώστε όλοι μας να προχωρήσουμε πνευματικά τόσο, ώστε να μπούμε σ’ αυτό το θείο Φως, και εδώ και στην αιωνιότητα.

Τι δίδαξε λοιπόν ο Χριστός;

Ορίστε μερικά βασικά σημεία:

«Να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται, να κάνετε καλό σ’ εκείνους που σας κάνουν κακό και να προσεύχεστε για εκείνους που σας κακομεταχειρίζονται και σας κυνηγούν, για να γίνεται παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας, αφού εκείνος ανατέλλει τον ήλιο του και στους πονηρούς και στους καλούς και βρέχει και στους δίκαιους και στους άδικους.

Διότι, αν αγαπάτε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, τι αμοιβή θα έχετε; Και οι τελώνες δεν κάνουν το ίδιο; Και, αν χαιρετάτε μόνο τους φίλους σας, τι ξεχωριστό κάνετε; Και οι τελώνες δεν κάνουν το ίδιο; Εσείς όμως να είστε τέλειοι, όπως και ο ουράνιος Πατέρας σας είναι τέλειος» (κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, κεφάλαιο 5, στίχοι 44 – 48).

«Αν δανείζετε μόνο εκεί όπου ελπίζετε να τα πάρετε πίσω, τι χάρη έχετε; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν αμαρτωλούς, για να ξαναπάρουν το ίδιο ποσόν. Εσείς όμως να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε καλό και να δανείζετε εκεί που δεν ελπίζετε σε επιστροφή, και η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη και θα είστε παιδιά του Υψίστου, γιατί εκείνος είναι καλός και με τους αχάριστους και τους πονηρούς. Να είστε λοιπόν φιλεύσπλαγχνοι, όπως και Πατέρας σας είναι φιλεύσπλαγχνος» (κατά Λουκάν, κεφ. 6, στ. 34 – 36).

Αυτά είναι ήδη δύσκολο να τα χωνέψει ο άνθρωπος. Χρειάζεται μεγάλη αγάπη, εμπιστοσύνη στο Θεό και επιθυμία πρώτα απ’ όλα για τον παράδεισο, για να δεχτεί έστω ο άνθρωπος να προσπαθήσει να κάνει πράξη αυτές τις εντολές του Ιησού Χριστού. Πολλοί, ακόμη και άνθρωποι που αναγνωρίζουν πως είναι χριστιανοί, θυμώνουν και προτιμούν να πουν πως ο Χριστός έκανε λάθος, παρά να παραδεχτούν πως αυτό που Εκείνος δίδαξε είναι ο αληθινός δρόμος που οδηγεί τον άνθρωπο στο μεγαλύτερο θησαυρό: κοντά στο Θεό, και σ’ αυτή τη ζωή και στην επόμενη (την αιώνια ζωή, που ακολουθεί μετά το θάνατο – σύμφωνα πάλι με τα λόγια του ίδιου του Χριστού).

 Τι είπε ο Χριστός για τη θεία μετάληψη

 Τι είναι όμως αυτό που θα βοηθήσει τον άνθρωπο να είναι τόσο καλός, ταπεινός και γεμάτος αγάπη, κατανόηση και συγχώρηση για όλο τον κόσμο, ακόμη και για τους εχθρούς του; Θα τον βοηθήσει ο ίδιος ο Χριστός. Και ο Χριστός προσφέρει τον εαυτό Του σε όλους μας και στον καθένα ξεχωριστά, δίνοντάς μας το Σώμα και το Αίμα Του ως πνευματική τροφή μέσα από τη θεία κοινωνία, δηλαδή τη θεία μετάληψη (όταν μεταλαβαίνουμε).

Τι είπε για το θέμα αυτό ο Κύριος; Είπε: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής» (άρτος = ψωμί). «Αυτός είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό, για να φάει ο άνθρωπος απ’ αυτόν και να μην πεθάνει. Εγώ είμαι ο ζωντανός άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό. Αν κάποιος φάει από αυτό τον άρτο, θα ζήσει αιώνια, και ο άρτος, που θα δώσω, είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. (…)

Αλήθεια σας λέω, αν δεν φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του υιού του ανθρώπου» (έτσι αποκαλούσε ο Χριστός τον εαυτό του, από μια προφητεία του προφήτη Δανιήλ), «δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει αιώνια ζωή και θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Διότι η σάρκα μου είναι αληθινή τροφή και το αίμα μου αληθινό ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, μένει μέσα μου και εγώ μέσα του. (…) Αυτός είναι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό, όχι όπως το μάννα, που έφαγαν οι πρόγονοί σας, αλλά πέθαναν. Εκείνος που τρώει αυτόν τον άρτο θα ζήσει αιώνια» (κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, κεφ. 6, στίχοι 50 – 58).

Μετά από αυτά, νομίζω πως είναι ξεκάθαρο ότι ο Χριστός θεωρούσε απολύτως απαραίτητο για τον κάθε άνθρωπο να μεταλαβαίνει – έτσι τρώει το σώμα και πίνει το αίμα του Χριστού και βρίσκεται μέσα Του και ο Χριστός μέσα σ’ αυτόν.

Αν λοιπόν η ζωή είναι ένας αγώνας, σαν πόλεμος, η πανοπλία μας είναι ο Χριστός – τα όπλα μας, τα τανκς μας, με τα οποία θα πολεμήσουμε και θα νικήσουμε στον αγώνα της ζωής, είναι ο Χριστός. Και ο Χριστός προσφέρεται σ’ εμάς μέσα από τη θεία μετάληψη.

Τώρα ίσως κάποιος σκέφτεται ότι τα δικά του όπλα είναι τα χέρια του, η εργατικότητά του, η εξυπνάδα του, η επιμονή και το πείσμα του. Όλα αυτά είναι όπλα, με τα οποία κανείς κερδίζει γήινες μάχες, προσωρινές, που το όφελός τους τελειώνει με το θάνατο. Και μάλιστα μπορεί να κάνουν τον άνθρωπο σκληρό, απότομο, εγωιστή (δήθεν «δίκαιο»), κι έτσι να τον απομακρύνουν απ’ το Χριστό, δηλαδή τελικά ο άνθρωπος να έχει κερδίσει εδώ χρήματα, να έχει κάνει περιουσία ή όνομα στην κοινωνία, ν’ αφήσει πλούσια κληρονομιά στα παιδιά του, αλλά να χάσει τη μόνη αληθινή περιουσία και τη μόνη αληθινή κληρονομιά: τον παράδεισο.

«Μη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, που καταστρέφονται ή κλέβονται» είπε ο Χριστός. «Να θησαυρίζετε θησαυρούς στον ουρανό, που δεν καταστρέφονται, ούτε κλέβονται. Διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας» (κατά Ματθαίον, κεφ. 6, στ. 19 – 21).

 Είπε κι άλλα όμως

 Στο τελευταίο δείπνο με τους μαθητές Του, τη νύχτα που Τον συνέλαβαν, ο Χριστός έδειξε τι εννοούσε λέγοντας να φάνε οι άνθρωποι τη σάρκα Του και να πιουν το αίμα Του. Κοινώνησε τους μαθητές Του με ψωμί και κρασί, αφού τα ευλόγησε, και τους είπε: «Λάβετε, φάγετε. Τούτο εστί το σώμα μου. Πίετε εξ αυτού πάντες» (πιείτε από αυτό όλοι), «τούτο εστί το αίμα μου». Τα λόγια αυτά αναφέρονται στα ευαγγέλια κατά Ματθαίον, κεφ. 26, στ. 26 – 29, κατά Μάρκον, κεφ. 14, στ. 22 – 25, κατά Λουκάν, κεφ. 22, στ. 17 – 20, και από τον απόστολο Παύλο στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή, κεφ. 11, στ. 23 – 25, που όλα αυτά είναι μέσα στο βιβλίο που λέγεται Καινή Διαθήκη.

Αυτά τα λόγια λέμε κι εμείς, μέσω του ιερέα, όταν προετοιμάζουμε τη θεία μετάληψη σε κάθε θεία λειτουργία, που είναι μια επανάληψη του Μυστικού Δείπνου, δηλαδή του τελευταίου δείπνου του Κυρίου πριν σταυρωθεί και αναστηθεί. Και στη συνέχεια κοινωνούμε (μεταλαβαίνουμε), όπως Εκείνος κοινώνησε τους μαθητές Του και άφησε εντολή να κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλων των εποχών, ώστε να είμαστε πάντα μέσα Του και Εκείνος μέσα μας.

Οι τελευταίες πράξεις του Κυρίου σχετικά με τη θεία μετάληψη, όταν ακόμη ζούσε στη Γη, ήταν οι εξής:

Όταν πέθανε στο σταυρό, ένας Ρωμαίος στρατιώτης Τον τρύπησε στο πλευρό με τη λόγχη του, για να δει αν όντως πέθανε, ώστε να επιτρέψει να Τον κατεβάσουν. Τότε, από την πλευρά του Κυρίου έτρεξε αίμα και νερό (το γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, κεφ. 19, στίχοι 34 – 37, τονίζοντας μάλιστα ότι «το βεβαιώνει εκείνος που το είδε με τα μάτια του»). Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού ερμηνεύουν αυτό το γεγονός ως συμβολισμό των δύο πράξεων, των δύο «μυστηρίων», με τα οποία ο άνθρωπος γίνεται και παραμένει χριστιανός: το νερό συμβολίζει το βάπτισμα και το αίμα τη θεία μετάληψη.

Έτσι, από την πλευρά του Κυρίου έτρεξε, συμβολικά, η καινούργια ανθρωπότητα που Εκείνος δημιούργησε: οι χριστιανοί. Παρόμοια όπως, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός από την πλευρά του Αδάμ δημιούργησε την Εύα, που είναι η μητέρα της παλαιάς ανθρωπότητας. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο «δεύτερος Αδάμ» και από τη δική Του πλευρά δημιουργείται η νέα ανθρωπότητα, με στηρίγματα ακριβώς αυτά τα δύο, το βάπτισμα και τη θεία μετάληψη.

Εκτός αυτού, μετά την ανάστασή Του ο Κύριος εμφανίστηκε σε δύο μαθητές Του, που πήγαιναν στο χωριό Εμμαούς, έξω από την Ιερουσαλήμ. Ονομάζονταν Λουκάς και Κλεόπας (ίσως αυτός ο Λουκάς είναι ο ευαγγελιστής Λουκάς, που αναφέρει λεπτομερώς το γεγονός στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο, κεφ. 25). Στην αρχή δεν αποκάλυψε ποιος είναι (παρουσιάστηκε με άλλη μορφή), περπάτησε μαζί τους και τους δίδαξε και, όταν τελικά Τον κράτησαν για να φάνε μαζί, φανέρωσε τον εαυτό Του κόβοντας το ψωμί, δηλαδή κάνοντας γι’ αυτούς ό,τι είχε κάνει για τους 12 αποστόλους στο μυστικό δείπνο. Έτσι έδειξε ότι η θεία μετάληψη είναι η πράξη, με την οποία γνωρίζουμε αληθινά το Χριστό.

Τέλος, λίγο πριν αναληφθεί στους ουρανούς ο Κύριος είπε στους μαθητές Του: «Θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι το τέλος των αιώνων» (αυτά είναι τα τελευταία λόγια του κατά Ματθαίον ευαγγελίου). Φυσικά, ο Κύριος είναι μαζί μας και πνευματικά, είναι όμως και σωματικά, με το άγιο σώμα και αίμα Του, μέσα στο μυστήριο της θείας μετάληψης. Γι’ αυτό και οι χριστιανοί, αμέσως μόλις άρχισε η ιστορία του χριστιανισμού πάνω στη Γη, άρχισαν να κοινωνούν το σώμα και το αίμα του Ιησού Χριστού, και μάλιστα κάθε μέρα ή, αργότερα, κάθε Κυριακή, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο Πράξεις των αποστόλων (που έγραψε ο ευαγγελιστής Λουκάς και βρίσκεται μέσα στην Καινή Διαθήκη, μετά τα τέσσερα Ευαγγέλια) και σε άλλα αρχαία χριστιανικά κείμενα.

 Μη θυμώσεις, αλλά γιατί δεν μεταλαβαίνεις;

 Δυστυχώς, υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ είναι ορθόδοξοι χριστιανοί και πιστεύουν στο Θεό και ίσως πηγαίνουν και στην εκκλησία, όμως έχουν χρόνια ή και δεκαετίες να πλησιάσουν στο άγιο ποτήριο της θείας μετάληψης! Κάποιοι μάλιστα είναι και ηλικιωμένοι, που, ενώ τα παιδιά τους τούς παρακαλούν να κοινωνήσουν, γεμάτα αγωνία για τη σωτηρία τους, εκείνοι αρνούνται πεισματικά και μάλιστα θυμώνουν και δεν ακούνε τίποτα!...

Κάνουν λες και μισούν τον εαυτό τους και θέλουν να τον κρατήσουν αποκομμένο, μακριά απ’ το Χριστό. Λες και μισούν τον ίδιο το Χριστό ή λες και μισούν τα παιδιά τους και τους άλλους ανθρώπους που νοιάζονται γι’ αυτούς και τους παρακαλούν να πλησιάσουν αυτή την πηγή της Ζωής και του Φωτός!...

Αν είσαι κι εσύ ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους, αδελφέ μου, αδελφή μου, μη θυμώσεις, σε παρακαλώ, αλλά άκου δυο λόγια γραμμένα από καρδιάς.

Η άρνησή σου να κοινωνήσεις, ίσως δεν σου αρέσει να το ακούσεις, αλλά δεν είναι από σένα. Όλες οι αιτίες, που νομίζεις ότι σε κάνουν να μη θέλεις να κοινωνήσεις, είναι παγίδες, που σου έχει στήσει ο διάβολος – ο οποίος σε μισεί θανάσιμα και μισεί και όλους τους ανθρώπους – για να σε εμποδίσει να ενωθείς με τον Ιησού Χριστό και να βάλεις μέσα σου το Φως του Θεού.

Μήπως δεν κοινωνείς επειδή αντιπαθείς τον ιερέα της ενορίας σου ή του χωριού σου;

Κατ’ αρχάς τι σου έκανε ο ιερέας; Τόσο μεγάλο κακό; Αλλά εκτός αυτού, δεν κάνεις ζημιά σ’ εκείνον, αλλά στον εαυτό σου και, πίστεψέ με, είναι πολύ μεγάλο λάθος σου. Τη θεία λειτουργία, πρέπει να ξέρεις, δεν την κάνει ο ιερέας, αλλά ο ίδιος ο Θεός (το Άγιο Πνεύμα), και ο ιερέας δανείζει μόνο τα χέρια του για να κάνει τις πράξεις της τελετής. Και μάλιστα, χωρίς εσένα και όλους τους άλλους χριστιανούς, που πηγαίνουμε στην εκκλησία, η λειτουργία δεν μπορεί να γίνει (δηλαδή ο ιερέας δεν λειτουργεί μόνος του).

Ξέρεις ότι, μέσα στη θεία λειτουργία, ο ιερέας δύο φορές κάνει μια υπόκλιση στην ωραία πύλη και ζητά συγχώρεση από σένα και από κάθε χριστιανό που πιθανόν έβλαψε ή στενοχώρησε; Αν δεν κάνει αυτή την υπόκλιση και δε ζητήσει συγγνώμη (σίγουρα θα τον έχεις δει που υποκλίνεται, έστω κι αν δεν έχεις ακούσει τι λέει τη στιγμή εκείνη), πάλι δεν μπορεί να γίνει η θεία λειτουργία.

Εσύ, λοιπόν, είσαι χριστιανός; Αν ναι, κάνε αγάπη, κάνε έλεος και δώσε του αυτή τη συγχώρηση που σου ζητάει (φαντάζομαι, δε σκότωσε κάποιον δικό σου, ώστε να σου είναι τόσο δύσκολο) και κάμε και ένα δώρο στον εαυτό σου και στα παιδιά σου (ένα μεγάλο δώρο), που είναι το να πλησιάσεις και να κοινωνήσεις. Ένα δώρο που θα κάνει καλό σ’ εσένα και μόνο σ’ εσένα.

Αν όμως, τέλος πάντων, δε σου κάνει καρδιά να κοινωνήσεις από το συγκεκριμένο ιερέα, πήγαινε στη διπλανή ενορία ή στην παραδιπλανή, κάπου τέλος πάντων. Σίγουρα δεν έχεις δικάσει όλους τους παπάδες του κόσμου και τους έχεις βγάλει όλους ενόχους, και μόνο τον εαυτό σου βγάζεις τίμιο και σωστό! Κάποιος ιερέας θα υπάρχει που τον αθώωσες. Πήγαινε, βρες τον. Και πες του: «Πάτερ, έχω τόσα χρόνια να κοινωνήσω. Τώρα όμως το αποφάσισα, δεν μπορώ άλλο χωρίς το Χριστό μέσα μου. Με ζαλίσανε κι εκείνοι που μου το λένε και μου το ξαναλένε. Σε παρακαλώ, δώσε μου ευλογία να κοινωνήσω το συντομότερο».

Το σωστό είναι βέβαια να κάνεις και μια καλή εξομολόγηση – μη θυμώνεις, σου το ξαναλέω. Δε θυμώνεις εσύ, σου βάζει ιδέες ο Εχθρός, ο διάβολος (που συνεχώς αυτό κάνει σε όλους μας, μας «ψιθυρίζει» ιδέες στο αφτί κι εμείς πέφτουμε στους λάκκους του σαν… δεν θέλω να πω σαν τι). Εν πάση περιπτώσει, αυτός ο παπάς που εκτιμάς ή έστω που δεν τον έχεις καταδικάσει, θα σου πει τι να κάνεις. Το σημαντικό είναι να έρθεις – εκεί που σε ζητά ο Χριστός, που έχυσε το αίμα Του και άφησε να κομματιάσουν το σώμα Του για όλους μας, και αυτό το αίμα και το σώμα μάς το έδωσε τροφή, μέσω του αγιασμένου ψωμιού και του κρασιού (που το κάνει με μυστηριώδη τρόπο να είναι σώμα και αίμα Του, γι’ αυτό λέγεται «μυστήριο») στη θεία κοινωνία.

Μήπως όμως δεν κοινωνείς, επειδή πιστεύεις πως δεν είσαι άξιος; Μα φυσικά, κανείς μας δεν είναι άξιος! Ο Χριστός δεν προσκάλεσε τους «άξιους» (που δεν υπάρχουν), αλλά τους αμαρτωλούς ανθρώπους, όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε, και μας δέχεται με αγάπη και συγχώρηση, αρκεί να κάνουμε το βήμα να πάμε με την καρδιά μας κοντά Του.

Ή μήπως δεν μεταλαβαίνεις επειδή «δεν αισθάνεσαι την ανάγκη»; Άλλη παγίδα κι αυτή… Αν περιμένεις «να το νιώσεις σαν ανάγκη», αδελφέ και αδελφή μου, πολύ πιθανόν να μην το νιώσεις ποτέ. Νομίζεις πως είναι δύσκολο για τον Εχθρό (είπαμε ποιος είναι) να σε κάνει να μη νιώσεις ποτέ τέτοια ανάγκη, ακριβώς για να μην κοινωνήσεις ποτέ και να χορεύει εκείνος από τη χαρά του που σε έχει ξεγελάσει; Μην περιμένεις να «νιώσεις την ανάγκη», σκέψου με πόση λαχτάρα σε προσκαλεί ο Χριστός. Πόσο σε αγαπά ο Χριστός. Πήγαινε κοντά Του και τότε θα καταλάβεις ποια είναι η πραγματική «ανάγκη» όλων μας (η ένωσή μας με Αυτόν).

Τέλος, μη μου πεις ότι φοβάσαι μήπως κολλήσεις κάτι από το κουτάλι της θείας μετάληψης (ιερή λαβίδα λέγεται αυτό το κουτάλι). Όχι, αδελφέ μου, αδελφή μου, η θεία κοινωνία δίνει ζωή, και μάλιστα την αιώνια ζωή, δεν μεταδίδει ασθένειες. Αλλιώς, όλοι οι ιερείς του κόσμου έπρεπε να πεθαίνουν από μολυσματικές ασθένειες, και μάλιστα εκείνοι που υπηρετούν σε νοσοκομεία, γιατί μετά τη θεία λειτουργία ο ιερέας αποτελειώνει, με το ίδιο κουτάλι, όση θεία κοινωνία έχει απομείνει, για να μην παραμείνει εκτεθειμένη στον κόσμο, αλλά να φυλαχθεί μέσα στον αληθινό, «αχειροποίητο» ναό του Θεού, που είναι το ανθρώπινο σώμα.

Ξεπέρασε λοιπόν, σε παρακαλώ, αυτή την ιδέα και σκέψου πως με αυτή τη θεία κοινωνία, που μεταλαβαίνουμε όλοι, δεν ενωνόμαστε μόνο με το Θεό, αλλά και μεταξύ μας, γιατί ο Κύριος αυτό είπε: να είμαστε όλοι ένα, όπως Εκείνος είναι ένα με το Θεό Πατέρα Του, που Τον έκανε και δικό μας Πατέρα.

Θα νιώσω κάτι; 

Δεν είναι σίγουρο πως, όταν κοινωνήσεις, θα νιώσεις οπωσδήποτε μέσα σου κάποια διαφορά. Ίσως να νιώσεις, ίσως μάλιστα νιώσεις μεγάλη διαφορά, ίσως όχι. Ανάλογα, ό,τι επιτρέψει ο Θεός, που ξέρει καλύτερα τι χρειάζεται ο καθένας μας κάθε φορά.

Όμως πρέπει να σου πω πως ο λόγος για να κοινωνήσουμε δεν είναι να νιώσουμε εκείνη τη στιγμή χαρά και ευτυχία ή τη χάρη του Θεού να μας πλημμυρίζει. Ο λόγος είναι πολύ βαθύτερος και πηγαίνει πολύ πιο μακριά: είναι η σωτηρία μας. Και, όπως μας δίδαξε ο Ιησούς Χριστός, αυτή η σωτηρία έρχεται κομμάτι κομμάτι μέσα μας, καθώς προχωράμε στη χριστιανική ζωή, που θεμελιώνεται στην αγάπη, τη συγχώρεση και τη θεία κοινωνία.

Επίσης, δεν κοινωνούμε πρωτίστως για να έχουμε καλή υγεία ή για να εκπληρώσει ο Θεός αυτά που Του ζητάμε για τη ζωή μας. Ναι, και αυτά τα ζητάμε, και ο Θεός ακούει, αλλά εμείς αυτό που θέλουμε προπαντός είναι ο ίδιος ο Χριστός. Κοινωνούμε, για να έχουμε μέσα μας τον ίδιο το Χριστό. Και τότε, και τα τυχόν προβλήματα υγείας και όλα τα βάσανα και τις δυσκολίες της ζωής, ακόμη και τον ίδιο το θάνατο, θα έχουμε τη δύναμη (του Χριστού τη δύναμη) να τα νικήσουμε.

Κοινωνάμε και γινόμαστε μικροί Χριστοί. Αγαπάμε, συγχωρούμε, και γινόμαστε μικροί Χριστοί. Αυτό θέλει ο ίδιος ο Χριστός, να γίνουμε μικροί Χριστοί, όχι άνθρωποι με κακίες, αδυναμίες και εγωισμό, αλλά μικροί Χριστοί, και τελικά να μας φέρει και να μας κάνει κι εμάς βασιλιάδες στη βασιλεία Του.

Πηγή

Τρίτη, Μαρτίου 08, 2022

Όταν ο εξομολογούμενος είναι πιο προχωρημένος υπαρξιακά από τον πνευματικό - π. Βασίλειος Θερμός

                                  



 Ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στην εποχή μας όλο και περισσότερο είναι να προσέρχεται ένας εξομολογούμενος πιο προχωρημένος υπαρξιακά από τον πνευματικό! Δεν μιλώ για πνευματική πρόοδο, που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να αξιολογηθεί από μας τους ανθρώπους, και που η παρουσία της συνοδεύεται από ταπείνωση ικανή να αποσβέσει τις όποιες δυσλειτουργίες τις οποίες επιφέρει η απόκλιση . Αναφέρομαι σε εξομολογούμενους πιο εκλεπτυσμένους από τον πνευματικό. Τι γίνεται τότε με το αίτημά τους;

Ίσως κάποιος να θεωρήσει ότι μιλώ για παιδεία, για μόρφωση. Κατά βάση όχι, αν και συχνά συνυπάρχει και μια τέτοια υπεροχή. Γνωρίζουμε καλά, όμως, ότι άνθρωποι με πλούσια τυπική μόρφωση (πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά) ενδέχεται να είναι ρηχοί, στεγνοί, με κλειστούς ορίζοντες. Το είδος της νοημοσύνης την οποία ονομάζω υπαρξιακή αναφέρεται σε ικανότητες του ψυχισμού, όχι της διάνοιας (παρόλο που και η διάνοια καλείται να τις εξυπηρετήσει).

Υπαρξιακά προχωρημένος άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος δεν δειλιάζει μπροστά στις αμφιβολίες του, ενώ ο πνευματικός στον οποίο τυχαίνει να απευθύνεται τρομάζει από αυτές.

Είναι εκείνος ο οποίος κατανοεί βαθιά την ποικιλία των ανθρώπων και την αποδέχεται. Πώς θα τον αντιμετωπίσει ένας πνευματικός ο οποίος πιέζει την ανθρωπότητα να χωρέσει  σε λίγους ανθρωπότυπους, όσους ο ίδιος μόνο καταλαβαίνει;

Επίσης είναι εκείνος που έχει νιώσει μέσα του το άγγιγμα της καλής λογοτεχνίας και του αξιόλογου κινηματογράφου, επίδραση η οποία ξύπνησε συναισθήματα με λεπτές αποχρώσεις. Πώς θα επικοινωνήσω με έναν πνευματικό ο οποίος δεν διαβάζει τίποτε ή έστω μόνο κείμενα με στερεότυπες απόψεις;

Ας μην θεωρηθούν αυτά ασήμαντες ή ενοχλητικές πολυτέλειες. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη προϋποτίθεται η ελληνιστική παιδεία και ο Απόστολος Παύλος στην Αθήνα ανέφερε στίχο ενός ποιητή των εθνικών. Για να μην αναφερθώ στα εξωθεολογικά ενδιαφέροντα των Πατέρων. Η παράδοσή μας είναι γεμάτη από ευαισθησία της Εκκλησίας απέναντι στη περιρρέουσα κουλτούρα.

Συνήθως το αίτημα ενός εξελιγμένου ανθρώπου, όταν προσέρχεται για πρώτη φορά, είναι να πεισθή (συναισθηματικά, όχι μόνο διανοητικά) πως η ζωή στην Εκκλησία διαθέτει την δύναμη να καλύψει τα υπαρξιακά ενδιαφέροντά του και να δώσει απαντήσεις στις ερωτήσεις τις οποίες θέτει ο συναισθηματικός του κόσμος. Αλλά και στις περιπτώσεις όπου βρισκόταν ήδη σε πνευματική ζωή και Εξομολόγηση αλλά εν τω μεταξύ εξελίχθηκε, το αίτημα είναι να ανανεώσει ο πνευματικός τη δική του ικανότητα να συντονίζεται μαζί του.

Η πορεία μέσα στην Εκκλησία μοιάζει με γάμο, όπου η ζωντάνια χρειάζεται να ανανεώνεται διαρκώς. Και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ο εξομολογούμενος να εμβαθύνει στα θεολογικά διαβάσματα περισσότερο απ' όσο ο πνευματικός του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλυφθή πλέον. Να γίνει δηλαδή πιο εξελιγμένος υπαρξιακά κατά την πορεία της συνεργασίας τους.

Πηγή:  Το βλέμμα στην ενδοχώρα,: μια συνοδοιπορία με τον πνευματικό, π. Βασίλειος Θερμός,  εκδόσεις Γρηγόρη

Πηγή

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2017

Ἐξομολόγηση, ἐξομολόγος, ἐξομολογούμενος



 
 


Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι θεοπαράδοτη ἐντολή καί ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι μία τυπική, ἀπό συνήθεια «γιά τό καλό» καί λόγω τῶν ἐπικείμενων ἑορτῶν, βεβιασμένη καί πρόχειρη πράξη ἀπό ἕνα καί μόνο καθῆκον ἤ ὑποχρέωση καί πρός ψυχολογική ἐκτόνωση. Ἡ ἐξομολόγηση θά πρέπει νἄναι συνδυασμένη πάντοτε μέ τή μετάνοια. Μᾶς ἔλεγε Ἁγιορείτης Γέροντας: Πολλοί ἐξομολογοῦνται, λίγοι μετανοοῦν! (Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).

Ἡ μετάνοια εἶναι μία ἐλεύθερη, καλλιεργημένη, ἐσωτερική διεργασία ἐπιμελημένη, συντριβῆς καί λύπης, γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό διά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινή δέν συνδυάζεται μέ τήν ἀφόρητη θλίψη, τήν ὑπερβολική στενοχώρια καί τίς ἀδυσώπητες ἐνοχές. Τότε δέν εἶναι μᾶλλον εἰλικρινής μετάνοια, ἀλλά κρυφός ἐγωισμός, στραπατσάρισμα τοῦ «ἐγώ», θυμός μέ τόν ἑαυτό μας, πού ἐκδικεῖται γιατί ἐκτίθεται καί ντροπιάζεται καί δέν ἀνέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει ἀλλαγή νοῦ, νοοτροπίας, μεταβολισμός, ἐγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος τῆς ἁμαρτίας. Μετάνοια ἀκόμη σημαίνει ἀγάπη τῆς ἀρετῆς, καλοκαγαθία, ἐπιθυμία, προθυμία καί διάθεση σφοδρή ἐπανασυνδέσεως μέ τόν Χριστό διά τῆς Χάριτος τοῦ πανσθενουργοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ μετάνοια ξεκινᾶ ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς, ὁλοκληρώνεται ὅμως ἀπαραίτητα στό μυστήριο τῆς θείας καί ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Ὁ ἐξομολογούμενος ἐξομολογεῖται εἰλικρινά καί ταπεινά ἐνώπιον τοῦ ἐξομολόγου, ὡς ἐν προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ. Κανένας ἐπιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δέν μπορεῖ ν' ἀντικαταστήσει τόν ἐξομολόγο. Καμία εἰκόνα, ἔστω καί ἡ πιό θαυματουργή, δέν μπορεῖ νά δώσει αὐτό πού δίνει τό πετραχήλι τοῦ ἐξομολόγου, τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ ἐξομολόγος ἀναλαμβάνει τόν ἐξομολογούμενο, τόν υἱοθετεῖ καί τόν ἀναγεννᾶ πνευματικά, γι' αὐτό καί ὀνομάζεται πνευματικός πατέρας. Ἡ πνευματική πατρότητα κανονικά εἶναι ἰσόβια, ἱερή καί δυνατή, δυνατότερη καί συγγενικοῦ δεσμοῦ. Ὁ πνευματικός τοκετός εἶναι ὀδυνηρός. Ὁ ἐξομολόγος μέ φόβο Θεοῦ «ὡς λόγον ἀποδώσων», γνώση, ταπείνωση καί ἀγάπη παρακολουθεῖ τόν ἀγώνα τοῦ ἐξομολογούμενου καί τόν χειραγωγεῖ διακριτικά στήν ἀνοδική πορεία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Ὁ ἐξομολόγος ἱερεύς ἔχει εἰδική εὐλογία ἀπό τόν ἐπίσκοπο γιά τό ἐξομολογητικό του ἔργο. Κανονικά ὅμως τό χάρισμα τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» ἁμαρτίες τό λαμβάνει μέ τή χειροτονία του εἰς πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Ἔτσι σημασία κύρια καί μεγάλη ἔχει ἡ ἐγκυρότητα καί ἡ κανονικότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τῶν ἐπισκόπων. Τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ὅπως καί ὅλα τ' ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας τελεσιουργοῦνται καί χαριτώνουν τούς πιστούς ὄχι κατά τήν ἀξία, ἱκανότητα, ἐπιστημοσύνη, λογιοσύνη, εὐφράδεια, δραστηριότητα καί τέχνη τοῦ ἱερέως, ἀκόμη καί τήν ἀρετή καί ἁγιότητά του, ἀλλά τή διά τῆς κανονικότητος τῆς ἱερωσύνης καί τοῦ Τελεταρχικοῦ Παναγίου Πνεύματος. Οἱ τυχόν ἁμαρτίες τοῦ ἱερέως δέν ἐμποδίζουν τή θεία Χάρη τῶν μυστηρίων. Ἀλλοίμονο ἄν ἀμφιβάλλουμε ἄν κατά τήν ἀναξιότητα τοῦ ἱερέως τό ψωμί καί τό κρασί ἔγινε σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ κατά τή θεία Λειτουργία. Αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἱερεύς δέν θά πρέπει μόνιμα ν' ἀγωνίζεται γιά τήν καθαρότητά του. Ἔτσι δέν ὑπάρχουν καλοί καί κακοί ἐξομολόγοι. Ὅλοι οἱ ἐξομολόγοι τήν ἴδια ἄφεση δίνουν. Ἔχουμε ὅμως τό δικαίωμα ἐπιλογῆς τοῦ ἐξομολόγου. Μποροῦμε νά προστρέξουμε σέ αὐτόν πού ἀληθινά μᾶς ἀναπαύει. Δέν εἶναι σοβαρή ὅμως ἡ συνεχής ἀλλαγή ἐξομολόγου. Δέν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ὡριμότητα. Οὔτε ὅμως καί οἱ ἐξομολόγοι θά πρέπει νά στενοχωροῦνται παράφορα καί νά δημιουργοῦν μάλιστα καί προβλήματα ὅταν ἀναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ἴσως τοῦτο σημαίνει πώς ἦταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγῶς, δεμένοι μέ τό πρόσωπό του καί ὄχι μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, καί θεωροῦν τήν ἀναχώρηση προσβολή, μείωση, ὅτι δέν ὑπάρχει καλύτερος ἤ μία αἴσθηση ὅτι οἱ ἄλλοι μᾶς ἀνήκουν ἀποκλειστικά καί μποροῦμε νά τούς ἐξουσιάζουμε καί νά τούς φερόμαστε μάλιστα ἐξαναγκαστικά ὡς καταπιεσμένους καί ἀνελεύθερους ὑποτακτικούς. Εἴπαμε βέβαια πώς ὁ ἐξομολόγος εἶναι πνευματικός πατέρας καί ὁ πνευματικός τοκετός ἐνέχει ὀδύνη. Ἔτσι εἶναι φυσικό νά λυπᾶται γιά τήν ἀναχώρηση τοῦ υἱοῦ του. Προτιμότερο ὅμως εἶναι νά εὔχεται γιά τήν πνευματική του πρόοδο καί τή σύνδεσή του μέ τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί παρά τήν ἀποσύνδεσή του ἀπό τόν ἴδιο. Νά εὔχεται καί ὄχι νά ἀπεύχεται.

Τό ἔργο τοῦ ἐξομολόγου δέν εἶναι μόνο ἡ ἁπλή ἀκρόαση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἐξομολογούμενου καί ἡ ἀνάγνωση στό τέλος τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς. Οὔτε πάλι περιορίζεται μόνο στήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁ ἐξομολόγος σάν καλός πατέρας φροντίζει συνεχῶς τό τέκνο του, τό ἀκούει καί τό παρακολουθεῖ προσεκτικά, τό νουθετεῖ κατάλληλα, τό κατευθύνει εὐαγγελικά, τονίζει τά τάλαντά του, δέν τοῦ θέτει ὑπερβολικά βάρη, τό κανονίζει μέτρια ὅταν πρέπει, τό οἰκονομεῖ ὅταν ἀπογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεῖ, ἀποκάμνει, τό θεραπεύει ἀνάλογα, δέν τό ἀποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τόν ἀγώνα παθοκτονίας καί ἀρετοσυγκομιδῆς, μορφώνοντας στήν ψυχή του τήν ἀθάνατη Χριστό.

Ἡ ἀναπτυσσόμενη αὐτή πατρική καί υἱική σχέση ἐξομολόγου καί ἐξομολογουμένου δημιουργεῖ μία ἄνεση, ἐμπιστοσύνη, σεβασμό, ἱερότητα καί ἀνάταση. Ὁ ἐξομολογούμενος ἀνοίγει τήν καρδιά του στόν ἐξομολόγο καί τοῦ ἐκθέτει τά πιό κρύφια, τά πιό δόλια, τά πιό ἀκάθαρτα, ὅλα τά μυστικά του, πράξεις ἀπόκρυφες καί ἐπιθυμίες βλαβερές, ἀκόμη καί αὐτά πού δέν θέλει νά ὁμολογήσει στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό καί δέν λέει στόν πιό στενό συγγενὴ του καί τόν καλύτερο φίλο του. Ἔτσι ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει ἀπόλυτα νά σεβασθεῖ αὐτή τήν ἀπεριόριστη ἐμπιστοσύνη τοῦ ἐξομολογούμενου. Ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτή ἐπαυξάνεται ὁπωσδήποτε καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἐξομολόγος εἶναι αὐστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, ἀπό τούς θείους καί Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μέ τό ἀπόρρητο τῆς ἐξομολογήσεως.

Στήν ὀρθόδοξη ἐξομολογητική δέν ὑπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί ἡ πνευματική καθοδήγηση τῆς κάθε μοναδικῆς ψυχῆς γίνεται ἐξατομικευμένα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀνεπανάληπτος, μέ ἰδιαίτερη ψυχοσύνθεση, ἄλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις καί δυνατότητες, ὅρια, ἐφέσεις, ἀντοχές, γνώσεις, ἀνάγκες καί διαθέσεις. Ὁ ἐξομολόγος μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή θεία φώτιση θά πρέπει νά διακρίνει ὄλ' αὐτά, ὥστε ν' ἀποφασίσει τί καλύτερα θά πρέπει νά χρησιμοποιήσει γιά νά βοηθήσει τόν ἐξομολογούμενο. Ἄλλοτε χρειάζεται ἡ ἐπιείκεια καί ἄλλοτε ἡ αὐστηρότητα. Δέν εἶναι γιά ὅλους πάντοτε τά ἴδια. Οὔτε ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει νἄναι πάντα αὐστηρός, ἔτσι μόνο γιά νά λέγεται αὐστηρός καί νά ἐκτιμᾶται. Οὔτε ὑπερβολικά ἐπιεικής, γιά νά προτιμᾶται καί νά λέγεται πνευματικός πατέρας πολλῶν. Χρειάζεται φόβος Θεοῦ, διάκριση, τιμιότητα, εἰλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση καί προσευχή.

Ἡ «οἰκονομία» δέν ἀπαιτεῖται ἀπό τόν ἐξομολογούμενο. Οὔτε εἶναι ὀρθό νά γίνει κανόνας ἀπό τόν ἐξομολόγο. Ἡ «οἰκονομία» θά πρέπει νά παραμείνει ἐξαίρεση. Ἡ «οἰκονομία» ἐπίσης θά πρέπει νά εἶναι πάντα πρός καιρόν (Ἀρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Ὅταν ἐκλείψουν οἱ λόγοι πού τήν ἐπιβάλλουν ἀσφαλῶς δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιεῖται. Γιά τήν ἴδια ἁμαρτία μποροῦμε νά ἔχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους πρός ἀντιμετώπισή της.

Ὁ κανόνας δέν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητος. Ὁ κανόνας δέν εἶναι τιμωρία. Εἶναι παιδαγωγία. Ὁ κανόνας δέν τίθεται πρός ἱκανοποίηση τοῦ προσβληθέντος Θεοῦ καί ἐξιλέωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐνώπιον τῆς Θείας δικαιοσύνης. Αὐτή εἶναι μιὰ καθαρά αἱρετική διδασκαλία. Ὁ κανόνας συνήθως τίθεται στήν ἀνώριμη μετάνοια, πρός συναίσθηση καί συνειδητοποίηση τοῦ μεγέθους τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία δέν εἶναι τόσο παράβαση τοῦ νόμου, ὅσο ἔλλειψη ἀγάπης στό Θεό. Ἀγάπα καί κᾶνε ὅ,τι θέλεις, ἔλεγε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος.

Ὁ κανόνας τίθεται πρός ὁλοκλήρωση τῆς μετάνοιας τοῦ ἐξομολογούμενου, γι' αὐτό, καθώς ὀρθά λέγει ὁ π. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης, ὅπως ὁ ἐξομολόγος δέν ἐπιτρέπεται νά κοινοποιεῖ τίς ἁμαρτίες τοῦ ἐξομολογουμένου, ἔτσι κι ὁ ἐξομολογούμενος δέν ἐπιτρέπεται νά κοινοποιεῖ στούς ἄλλους τόν κανόνα πού τοῦ ἔθεσε ἰδιαίτερα ὁ ἐξομολόγος, πού εἶναι συνισταμένη πολλῶν παραμέτρων.

Ὁ ἐξομολόγος λειτουργεῖ ὡς χορηγός τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατά τήν ὥρα τοῦ μυστηρίου δέν λειτουργεῖ ὡς ψυχολόγος καί ἐπιστήμονας. Λειτουργεῖ ὡς ἱερεύς, ὡς ἔμπειρος ἰατρός, ὡς φιλόστοργος πατέρας. Ἀκούγοντας τ' ἁμαρτήματα τοῦ ἐξομολογουμένου προσεύχεται νά τόν φωτίσει ὁ Θεός νά δώσει τό καλύτερο φάρμακο πρός θεραπεία, νά σφυγμομετρήσει τόν βαθμό καί τήν ποιότητα τῆς μετανοίας του. Ὁ ἐξομολόγος δέν στέκεται ἀπέναντι στόν ἐξομολογούμενο μέ περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, ὑπερβολική αὐστηρότητα, ἐξουσιαστικότητα καί ἀλαζονεία, ἀλλά οὔτε καί ἀδιάφορα, ἐπιπόλαια, ἀπρόσεκτα καί κουρασμένα. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσοχή τοῦ ἐξομολόγου θά βοηθήσει πολύ τόν ἐξομολογούμενο. Οὔτε ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει νά κάνει πολλές, περιττές καί ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις. Ἰδιαίτερα θά πρέπει νά διακόπτει τίς λεπτομερεῖς περιγραφές διαφόρων ἁμαρτημάτων καί ἰδιαίτερα σαρκικῶν, ἀκόμη καί τίς ἀναφορές ὀνομάτων, ὥστε ν' ἀσφαλίζεται περισσότερο. Ὁ ἐξομολογούμενος πάλι δέν θά πρέπει νά φοβᾶται, νά δειλιάζει καί νά ντρέπεται, ἀλλά νά σέβεται, νά ἐμπιστεύεται, νά τιμᾶ καί νά εὐλαβεῖται τόν ἐξομολόγο. Αὐτό τό κλίμα πάντως τῆς ἱερότητος, ἀλληλοσεβασμοῦ καί ἐμπιστοσύνης κυρίως θά τό καλλιεργήσει, ἐμπνεύσει καί δημιουργήσει ὁ ἐξομολόγος.

 


Ἡ ἁγία μητέρα μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, εἶναι ἕνα ἀπέραντο θεραπευτήριο, ἀποθεραπείας τῶν ἀσθενῶν ἁμαρτωλῶν πιστῶν, ἀπό τά τραύματα, τίς πληγές καί τίς ἀσθένειες τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθογόνων δαιμόνων καί τῶν ἰοβόλων δαιμονικῶν παγίδων καί ἐπηρειῶν τῶν δαιμονοκινήτων παθῶν.

Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι παράρτημα τοῦ ὑπουργείου κοινωνικῆς προνοίας, οὔτε συναγωνίζεται νά ξεπεράσει τούς διάφορους συλλόγους κοινωνικῆς εὐποιΐας, δίχως διόλου ν' ἀρνεῖται τό σπουδαῖο καί ἀγαθό αὐτό ἔργο καί νά μή τό ἐπιτελεῖ πλούσια, ἐπαινετά καί θαυμάσια, ἀλλά κυρίως εἶναι ἡ χορηγός νοήματος τῆς ζωῆς, λυτρώσεως καί σωτηρίας τῶν πιστῶν «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανεν» διά τῆς συμμετοχῆς τους στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Τό πετραχήλι τοῦ Ἱερέως εἶναι πλάνη, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, πού λειαίνει καί ἰσιάζει τούς ἀνθρώπους, εἶναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας καί ὄχι μιστρὶ ἐργασιομανίας ἤ σύμβολο ἐξουσίας. Εἶναι ὑπηρετική ποδιά διακονίας τῶν ἀνθρώπων πρός θεραπεία καί σωτηρία.

Ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ τόν ἱερέα γιά τή συγχώρηση τοῦ πλάσματός του. Τό λέγει χαρακτηριστικά ἡ εὐχή: «Ὁ Θεός συγχωρῆσαι σοι δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πάντα, καί ἐν τῷ νῦν αἰώνι καί ἐν τῷ μέλλοντι. καί ἀκατάκριτόν σε παραστῆσαι ἐν τῷ φοβερῶ αὐτοῦ Βήματι. περί δέ τῶν ἑξαγορευθέντων ἐγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα ἔχων, πορεύου εἰς εἰρήνην». Ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες θά βαραίνουν τόν ἄνθρωπο καί στόν μέλλοντα αἰώνα. Ἐξομολογημένες ἁμαρτίες δέν ἐξομολογοῦνται. Εἶναι σάν νά μή πιστεύει κανείς στήν χάρη τοῦ μυστηρίου. Ὁ Θεός τά γνωρίζει, ἀλλά θά πρέπει πρός ἄφεση, ταπείνωση καί ἴαση νά ἑξαγορευθοῦν. Ἡ ἐνίοτε ἐπιτίμηση ἁμαρτιῶν δέν ἀναιρεῖ τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποτελεῖ παιδαγωγική ἐπίσκεψη πρός καλύτερη συναίσθηση τῶν πταισμάτων.

Κατά τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη «ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις τῶν πονηρῶν ἔργων καί λόγων καί λογισμῶν, κατανυκτική, κατηγορητική, εὐθεία, χωρίς ἐντροπήν, ἀποφασιστική, πρός νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ὁ θεοφόρος ὅσιος εὐσύνοπτα, μεστά καί σημαντικά ἀναφέρει πώς ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται θεληματικά, ἐλεύθερα, ἀβίαστα, ἀνεξανάγκαστα, δίχως ὁ ἐξομολόγος ν' ἄγχεται νά ἐκμαιεύσει τήν ὁμολογία τοῦ ἐξομολογουμένου. Μέ κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή τῆς λύπης πού προκάλεσε εἰλικρινά μέ τήν ἁμαρτία στόν Θεό. Ὄχι συναισθηματικά, ὑποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια πού σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος τῆς ἁμαρτίας, ἀγάπη τῆς ἀρετῆς, ἐπίγνωση εὐγνωμοσύνης στόν Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει ὑπεύθυνη ἐξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, ὑπεκφυγές, στρεψοδικίες, ἀνευθυνότητες καί μεταθέσεις, μέ εἰλικρινῆ αὐτομεμψία καί γνήσια αὐτοεξουθένωση, πού φέρει τή χαρμολύπη καί τό χαροποιό πένθος τῆς Ἐκκλησίας. Εὐθεία σημαίνει ἐξομολόγηση μέ κάθε εἰλικρίνεια, εὐθύτητα καί ἀκρίβεια, ἀνδρεία καί θάρρος, αὐστηρότητα καί γενναιότητα. Συμβαίνει ἀκόμη καί τήν ὥρα αὐτή ὁ ἄνθρωπος νά μή παραδέχεται τήν ἥττα του, τήν πτώση καί τήν ἀδυναμία του καί μέ ὡραιολογίες καί μακρυλογίες νά μεταθέτει τά ποσοστά εὐθύνης του, μέ περιστροφές καί μισόλογα, κατηγορώντας καί τούς ἄλλους, προκειμένου νά φυλάξει ἀκόμη καί τώρα ἀτσαλάκωτο τό ἐγώ του. Χωρίς ἐντροπή ἐξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση τοῦ πραγματικοῦ οἰκτροῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ ντροπή εἶναι καλή πρό τῆς ἁμαρτίας καί ὄχι μετά καί μπροστά στόν ἐξομολόγο. Ἡ πρό τοῦ ἐξομολόγου ντροπή λέγουν θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή ντροπή στήν ἔσχατη κρίση, ἀφοῦ ὅ,τι συγχωρήσει ὁ ἐξομολόγος δέν θά ξανακριθεῖ. Ἀποφασιστική ἐξομολόγηση σημαίνει νά εἶναι καθαρή, συγκεκριμένη, εἰλικρινής καί μέ τήν ἀπόφαση νά μή ἐπαναλάβει τά ἐξομολογηθέντα ἁμαρτήματα ὁ πιστός. Ἀκόμη ἡ ἐξομολόγηση θά πρέπει νά εἶναι συνεχής, ὥστε τά φιλεπίστροφα, κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, πάθη νά μή ἰσχυροποιοῦνται, ἀλλά ἀντίθετα σύντομα νά θεραπεύονται. Ἔτσι δέν λησμονοῦνται οἱ ἁμαρτίες, ὑπάρχει τακτικός ἔλεγχος, αὐτοπαρατήρηση, αὐτοέλεγχος, αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, δέν ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Χάρη καί οἱ δαιμονικές παγίδες συντρίβονται εὐκολότερα καί ἡ μνήμη τοῦ θανάτου δέν εἶναι φοβερή καί τρομακτική.

Συμβαίνει συχνά-πυκνά καί τ' ὁμολογοῦμε μέ πολύ πόνο καί περισσή ἀγάπη τό κήρυγμα νά μήν εἶναι τόσο ὀρθόδοξο. Δηλαδή νά ἐξαντλεῖται σ' ἕνα ἀκόμη σχολιασμό τῆς φθηνῆς ἐπικαιρότητος καί νά μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ὁ ἱερός ἄμβωνας σέ τηλεοπτικό «παράθυρο», ὅπου λέμε καί ἐμεῖς τή γνώμη μας γιά τά τρέχοντα καί συμβαίνοντα. Ὅμως τ' ὀρθόδοξο κήρυγμα κυρίως εἶναι ἐκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, ἁγιολογικό καί ψυχωφελές. Τό κήρυγμα τῆς μετανοίας ἀπό τῶν Προφητῶν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί πάντων τῶν ἁγίων παραμένει λίαν ἐπίκαιρο καί ἀναγκαῖο. Βασική προϋπόθεση τῆς μετοχῆς στ' ἅγια μυστήρια καί τῆς ἀνοδικῆς πνευματικῆς πορείας εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Καθαρότητα ἀπό τήν ποικίλη ἁμαρτία, τό πνεῦμα τῆς ἀπληστίας καί τῆς εὐδαιμονίας τῆς σύγχρονης ὑπερκαταναλωτικῆς κοινωνίας, τό πνεῦμα τῆς ἀντίθεης ὑπερηφάνειας ἑνός κόσμου ναρκισσευομένου, ἀτομικιστικοῦ, ἀταπείνωτου, ἀφιλάνθρωπου, ὑπερφίαλου καί παράδοξου, τό δαιμονικό πνεῦμα τῶν πονηρῶν λογισμῶν, τῶν φαντασιῶν καί φαντασιώσεων, τῶν καχυποψιῶν καί ζηλοφθονιῶν, τῶν ἀκαθάρτων καί σκοτεινῶν.

Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, στίς ἀδελφικές σχέσεις, τίς συζυγίες, τίς συναδελφικές ὑποχρεώσεις, τίς φιλίες, τίς συζητήσεις, τίς σκέψεις, τίς ἐπιθυμίες, τίς ἱερατικές κλήσεις. Τά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ξέπεσαν σέ ρυπογόνες ἑστίες. Λησμονήθηκε ἡ νηπτική ἐγρήγορση, ἡ ἀσκητική νηφαλιότητα, ἡ παραδοσιακή ὀλιγάρκεια, ἁπλότητα καί λεβεντιά. Ἔτσι μολύνεται τό λογιστικό τῆς ψυχῆς, διεγείρεται στήν ἀπληστία τό ἐπιθυμητικό καί ἀμβλύνεται σοβαρά τό βουλητικό, ὥστε ἀδύναμος ὁ ἄνθρωπος νά παρασύρεται στό κακό δίχως φραγμό καί ὅρια.

Ἐπικρατεῖ ἡ αὐτοδικαίωση, ἡ δικαιολόγηση τῶν παθῶν, ἡ ὡραιοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικῶν ἐρεισμάτων. Θεωρεῖται μείωση, ἀδυναμία καί λάθος ἡ παραδοχή τοῦ λάθους, ἡ ἀνάληψη τῆς εὐθύνης καί ἡ ταπεινή ἀποδοχή τοῦ σφάλματος. Ἡ συνεχής δικαιολόγηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἡ ἐπιμελημένη μετάθεση εὐθυνῶν δημιουργοῦν ἕνα ἄνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο καί ἐγωπαθῆ, ἐμπαιζόμενο ἀπό τόν δαίμονα, αἰχμαλωτιζόμενο ἀπό αὐτόν στ' ἄφωτα δίχτυά του.

Κυριαρχεῖ ἕνας ἀνόητος ὀρθολογισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιλέγει εὐαγγελικές ἀρετές καί συνοδικούς κανόνες, κατά τήν ἀρέσκεια, προτίμηση καί εὐκολία, σέ σοβαρά θέματα νηστειῶν, ἐγκράτειας, τεκνογονίας, ἤθους, σεμνότητος, αἰδοῦς, τιμιότητος καί ἀκριβείας.

Κατόπιν ὅλων τούτων, τά ὁποῖα δέν νομίζω ὅτι ὑπερβάλλουμε, θεωροῦμε ὅτι οἱ ἐξομολόγοι δέν ἔχουν εὔκολο ἔργο. Δέν ἀρκεῖ πλέον ἡ χειραγωγία στή μετάνοια καί ἡ καλλιέργεια τῆς ταπεινώσεως, ἀλλά χρειάζεται τό ποίμνιο κατήχηση, ἐπαναευαγγελισμό, κατάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό πρός ἀπόκτηση ἰσχυρῶν ἀντισωμάτων. Ἀπαραίτητη ἡ ἀντίσταση, ἀντίδραση καί ἀντιμετώπιση τοῦ σφοδροῦ ρεύματος τῆς ἀποϊεροποιήσεως, τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τοῦ ἀποηρωισμοῦ, τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ πλουτισμοῦ καί κορεσμοῦ. Ἰδιαιτέρως προσοχῆς, διδαχῆς καί ἀγάπης ἔχουν ἀνάγκη οἱ νέοι, πού ἡ ἀγωγή δέν τούς βοηθᾶ νά συνειδητοποιήσουν τό νόημα καί τό σκοπό τῆς ζωῆς, τό κενό, τό ἄκοσμο, τό ἄνομο, τό ἄφωτο τῆς ἁμαρτίας.

Σοβαρό πρόβλημα ἀποτελεῖ ἀκόμη καί γιά τούς χριστιανούς μας ἡ ἀγχώδης συχνά ἀναζήτηση μιᾶς ἄκοπης, ἄμοχθης καί ἄλυπης ζωῆς. Ἀναζητοῦμε Κυρηναίους. Δέν ἀποδεχόμεθα τήν ἄρση τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ. Δέν γνωρίζουμε τό βάθος καί τό εὖρος τοῦ σταυροῦ. Προσκυνοῦμε τόν σταυρό στήν ἐκκλησία, κάνουμε τόν σταυρό μας, ἀλλά δέν ἀσπαζόμαστε τόν προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ἕνα ἀσταύρωτο Χριστιανισμό. Δέν ὑπάρχει ὅμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.

Τιμᾶμε τούς μάρτυρες καί τούς ὁσίους, ἀλλά δέν θέλουμε ἐμεῖς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στή νηστεία, δυσανασχετοῦμε στήν ἀσθένεια, δέν ἀνεχόμαστε πικρό λόγο, ἀκόμη καί ὅταν φταῖμε, ὁπότε πῶς νά ὑπομένουμε ἀδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό καί ἐξορία, ὅπως οἱ ἅγιοί μας; Εἶναι γεγονός ἀδιαμφισβήτητο πώς τό σύγχρονο κοσμικό πνεῦμα τῆς εὐκολίας, τῆς ἀνέσεως καί τοῦ ὑπερκαταναλωτισμοῦ ἔχει ἐπηρεάσει ἰσχυρά τό μέτρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θέλουμε γενικά ἕνα ἀντιασκητικό Χριστιανισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως βάση ἔχει τό ἀσκητικό Εὐαγγέλιο.

Ἕνα ἄλλο μεγάλο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ νοσηρή καί ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου στή λογική, τή διάνοια, τή γνώση καί τήν κρίση του. Πρόκειται γιά τόν παχυλό καί κουραστικό ἐν τέλει ὀρθολογισμό. Ἡ νηπτική ὀρθόδοξη θεολογία μᾶς διδάσκει τό νοῦ νά τόν ἔχουμε ἐργαλεῖο καί νά τόν κατεβάσουμε στήν καρδιά. Ἡ Ἐκκλησία μας δέν καλλιεργεῖ καί παράγει διανοούμενους. Γιά μᾶς ὁ ὀρθολογισμός δέν εἶναι φιλοσοφική νοοτροπία, ἀλλά μιὰ καθαρά ἁμαρτητική βιοθεωρία, μιὰ μορφή ἀθεΐας, ἀφοῦ ἀντιβαίνει στήν ἐντολή τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό. Ὁ ὀρθολογιστής κρίνει τά πάντα μέ τήν κρισάρα τοῦ μυαλοῦ, μόνο μέ τόν πεπερασμένο νοῦ του, κέντρο εἶναι ὁ ἐαυτός του καί τό κυρίαρχο ἐγώ του καί δέν ἐμπιστεύεται τή θεία Πρόνοια, τή θεία Χάρη καί θεία Βοήθεια στή ζωή του.

Θεωρώντας συχνά τόν ἑαυτό του ἀλάνθαστο ὁ ὀρθολογιστής δέν ἐπιτρέπει στόν Θεό νά ἐπέμβει στή ζωή του καί νά τόν κρίνει. Ἔτσι δέν θεωρεῖ ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἐξομολογήσεως. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ὅμως λέγει πώς τό νά νομίζει κάποιος πώς δέν ἔπεσε σέ ἁμαρτήματα, αὐτό εἶναι ἡ πιό μεγάλη πτώση καί πλάνη καί τό πιό μεγάλο ἁμάρτημα. Παρασυρμένοι ὁρισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλοῦν γι' ἀστοχία καί ὄχι γιά ἁμαρτία, θέλοντας ν' ἀμβλύνουν τή φυσική διαμαρτυρία τῆς συνειδήσεως. Ἡ αὐτάρκεια ὁρισμένων ἐκκλησιαζομένων καί νηστευόντων χριστιανῶν κρύβει ἐνίοτε ἕνα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ὅτι δέν εἶναι ὅπως οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων καί ὡς ἐκ τούτου δέν χρήζουν ἐξομολογήσεως.

Κατά τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας τό μεγαλύτερο κακό εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ μητέρα ὅλων τῶν παθῶν κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Πρόκειται γιά πολύτεκνη μητέρα μέ πρῶτες θυγατέρες τήν κενοδοξία καί τήν αὐτοδικαίωση. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι μιὰ μορφή ἄρνησης Θεοῦ, εἶναι ἐφεύρεση τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ἀποτέλεσμα πολλῶν κολακειῶν καί ἐπαίνων, πού ἐπιφέρει τήν ἐξουδένωση καί ἐξουθένωση τῶν ἀνθρώπων, τή θεομίσητη κατάκριση, τόν θυμό, τήν ὀργή, τήν ὑποκρισία, τήν ἀσπλαχνία, τή μισανθρωπία, τή βλασφημία. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἕνα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό καί δυσθεράπευτο. Ἡ ὑπερηφάνεια ἐπίσης εἶναι πολυδύναμη καί πολυπρόσωπη. Ἐκδηλώνεται ὡς ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οἴηση, ἀλαζονεία, ὑπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ἰταμότητα, ἔπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία καί φιλονικία. Ἀκόμη ὡς αὐταρέσκεια, προσωποληψία, αὐθάδεια, ἀναίδεια, παρρησία, ἀναλγησία, ἀντιλογία, ἰσχυρογνωμοσύνη, ἀνυπακοή, εἰρωνεία, πεῖσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία καί ὑπερευαισθησία. Ἡ ὑπερηφάνεια τελικά ὁδηγεῖ στήν ἀμετανοησία.

 


Ὄργανο τῆς ὑπερηφάνειας συχνά γίνεται ἡ γλώσσα. Μέ τήν ἀργολογία, τή φλυαρία, τήν πολυλογία, τό κουτσομπολιό, τή μωρολογία, τή ματαιολογία, τήν ἀνειλικρίνεια, τήν ἀδιακρισία, τή διγλωσσία, τή διπλωματία, τήν εὐτραπελία, τήν προσποίηση καί τόν ἐμπαιγμό.

Ἀπό τά ἑπτά θανάσιμα ἁμαρτήματα προέρχονται πολλά ἄλλα πάθη. Ἀφοῦ ἀναφέραμε τά τῆς ὑπερηφάνειας, ἐρχόμαστε στή φιλαργυρία, πού γεννᾶ τή φιλοχρηματία, τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία, τήν τσιγγουνιά, τήν ἀνελεημοσύνη, τή σκληροκαρδία, τήν ἀπάτη, τήν τοκογλυφία, τήν ἀδικία, τή δολιότητα, τή σιμωνία, τή δωροληψία, τόν τζόγο. Ἡ πορνεία ἔχει μύριες ἐκφάνσεις ὅπως ὁ φθόνος μέ τίς ὕπουλες καί πονηρές κακίες του, ἡ ἀχόρταγη γαστριμαργία, ὁ θυμός καί ἡ ὕποπτη ἀκηδία καί ἀμέλεια.

Ἰδιαιτέρως προσοχῆς χρήζουν πολλά ἀνορθόδοξα στοιχεῖα στήν οἰκογενειακή ζωή καί φρονοῦμε πώς θά πρέπει νά θεαθοῦν προσεκτικά ἀπό ἐξομολόγους καί ἐξομολογουμένους. Ἡ ἀποφυγή τῆς τεκνογονίας, ἡ εἰδωλοποίηση τῶν τέκνων, θεωρούμενα προέκταση τοῦ ἐγώ τῶν γονέων, ὑπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχῶς καί ἐξουσιαζόμενα βάναυσα. Ὁ γάμος εἶναι στίβος ταπεινώσεως, ἀλληλοπεριχωρήσεως καί ἀλληλοσεβασμοῦ καί ὄχι παράλληλη ὅδευση δύο ἐγωισμῶν, παρά τήν ἰσόβια σύζευξη καί συνύπαρξη. Χορεύει ὁ δαίμονας ὅταν δέν ὑπάρχει συγχώρεση στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καί τά καθημερινά σφάλματα. Οἱ γονεῖς θά βοηθήσουν σημαντικά τά παιδιά τους ὄχι μέ τήν πλούσια εὐγένεια ἔξω ἀπό τό σπίτι ἀλλά μέ τό εἰρηνικό, νηφάλιο καί ἀγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στό σπίτι τους. Ἡ συμμετοχή τῶν παιδιῶν μαζί μέ τούς γονεῖς τους στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως θά τούς ἐνδυναμώσει μέ τή θεία Χάρη καί θά τούς στερεώσει στή βιωματική ἐμπειρία μέ τόν Χριστό. Ζητώντας οἱ σύζυγοι εἰλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τά παιδιά τους τήν ταπείνωση, πού καίει τίς δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ἕνα σπιτικό πού ἀνθεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμόνοια, ἡ κατανόηση, ἡ ταπείνωση καί εἰρήνη ὑπάρχει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί γίνεται κάστρο ἀπόρθητο στήν κακία τοῦ κόσμου. Ἡ μέ τή συγχωρητικότητα ἀγωγή τῶν παιδιῶν δημιουργεῖ μία ὑγιά οἰκογενειακή ἑστία πού τά ἐμπνέει καί τά ἐνισχύει γιά τό μέλλον τους.

Ἕνα ἄλλο μεγάλο θέμα, πού ἀποτελεῖ σοβαρό ἐμπόδιο γιά τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση εἶναι ἡ αὐτοδικαίωση, πού μαστίζει καί πολλούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Βάση της ἔχει, ὅπως εἴπαμε, τή δαιμονική ὑπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος ἔχει φαινομενικά καλά, γιά τά ὁποῖα ὑπεραίρεται καί θέλει νά τιμᾶται καί ἐπαινεῖται. Χαίρεται νά τόν κολακεύουν, νά ἐξουθενώνει καί ταπεινώνει τούς ἄλλους. Αὐτοεκτιμᾶται ὑπερβολικά, αὐτοδικαιώνεται παράφορα καί θεωρεῖ τόν Θεό ἀναγκαστικά ὑποχρεωμένο νά τόν ἀνταμείψει. Πρόκειται τελικά γιά ταλαίπωρο ἄνθρωπο, ὅπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεῖ καί τούς ἄλλους. Διακατέχεται ἀπό νευρικότητα, ταραχή, ἀπαιτητικότητα, πού τόν αὐτοφυλακίζει καί δέν τόν ἀφήνει ν' ἀνοίξει τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους, διά τῆς μετανοίας.

Γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι καί ἡ κατάκριση, πού δυστυχῶς ἀποτελεῖ συνήθεια καί πολλῶν χριστιανῶν, πού ἀσχολοῦνται περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό τους. Φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας καί τῆς κοινωνίας πού ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἐτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Οἱ μύριες ἀσχολίες καί δραστηριότητες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου δέν τόν θέλουν νά μείνει ποτέ μόνο πρός μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αὐτογνωσία, αὐτομεμψία, αὐτοέλεγχο καί μνήμη θανάτου. Τά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ἀσταμάτητα ἀσχολοῦνται σκανδαλοθηρικά, ἐπίμονα καί μακρόσυρτα μέ τά πάθη, τίς ἁμαρτίες, τά παραπτώματα τῶν ἄλλων. Ὅλ' αὐτά προκαλοῦν, ἐντυπωσιάζουν καί ἄν δέν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν τήν ψυχή καί τό νοῦ μέ τά βρωμερά καί ἄσχημα καί μάλιστα καθησυχάζουν, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στή μετριότητα, χλιαρότητα καί ἐφημερότητα τῆς φθηνῆς καθημερινότητος, μή συγκρινόμενος μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες.

Ἔτσι ἡ κατάκριση κυριαρχεῖ στίς μέρες μας, θεωρώντας ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἐνεργεῖ δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας ἄλλους καί μολύνοντας τόν ἑαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, ἔχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες καί ψυχρότητες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μάλιστα ἀναφέρει πώς ἐκεῖνος πού περιεργάζεται συνεχῶς τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἤ κρίνει τόν ἀδελφό του ἀπό ὑποψία καί μόνο, αὐτός δέν ἔκανε ἀκόμη ἀρχή μετανοίας, οὔτε ἄρχισε τήν ἔρευνα γιά νά γνωρίσει τίς ἁμαρτίες του.

Λέγονται πολλά καί διάφορα. Ἕνα τελικά εἶναι τό καίριο, σημαντικό καί ἐξέχον. Ἡ σωτηρία μας, γιά τήν ὁποία δέν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Ἡ σωτηρία δέν ἐπιτυγχάνεται παρά μόνο μέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί καθαρή ἐξομολόγηση. Ἡ μετάνοια δέν ἀνοίγει μόνο τόν οὐράνιο παράδεισο, ἀλλά καί τόν ἐπίγειο μέ τήν πρόγευση, ἔστω ἐν μέρει, τῆς ἀνεκλάλητης χαρᾶς τῆς ἀτελεύτητης βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τῆς ὑπέροχης εἰρήνης ἀπό τώρα. Οἱ ἐξομολογημένοι ἄνθρωποι μποροῦν νἄναι οἱ ἀληθινά γνήσια χαρούμενοι, οἱ εἰρηνικοί καί εἰρηνοφόροι, οἱ κήρυκες τῆς μετανοίας, τῆς ἀναστάσεως, τῆς μεταμορφώσεως, τῆς ἐλευθερίας, τῆς χάριτος, τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ στίς ψυχές τους καί τή ζωή τους. Ἡ πλούσια χάρη τοῦ Θεοῦ κάνει τόν λύκο πρόβατο, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Καμιά ἁμαρτία δέν ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κανείς ἁμαρτωλός ἄν θέλει δέν ἀδυνατεῖ ν' ἁγιάσει. Μᾶς τό ἀποδεικνύουν οἱ πολλοί μετανοημένοι ἅγιοι τοῦ Συναξαριστῆ.

Ὁ ἐξομολόγος ἐξομολογεῖ καί συγχωρεῖ τούς ἐξομολογούμενους μέ τ' ἅγιο πετραχήλι του. Δέν μπορεῖ ὅμως νά αὐτοεξομολογηθεῖ καί νά θέσει ὁ ἴδιος τό πετραχήλι του στό κεφάλι του γιά νά συγχωρηθεῖ. Πρέπει ἀπαραίτητα νά σκύψει σέ ἄλλο ὁπωσδήποτε πετραχήλι. Ἔτσι λειτουργεῖ ὁ πνευματικός νόμος, ἔτσι τά ἔθεσε ἡ πανσοφία καί ἡ φιλευσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.

Δέν μπορεῖ νά ἐξομολογοῦμε καί νά μή ἐξομολογούμεθα. Νά διδάσκουμε καί νά μή πράττουμε. Νά μιλᾶμε γιά μετάνοια καί νά μή μετανοοῦμε οἱ ἴδιοι. Νά μιλᾶμε γιά ἐξομολόγηση καί νά μή ἐξομολογούμεθα τακτικά. Οὐδείς αὐτοκαθαίρεται καί οὐδείς αὐτοσυγχωρεῖται ποτέ. Οἱ ἀσύμβουλοι, οἱ ἀνυπάκουοι, οἱ ἀνεξομολόγητοι ἀποτελοῦν σοβαρό πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, τό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ δύναται νά γίνει θαυματουργό νυστέρι ἀφαιρέσεως κακοήθων ὄγκων, ν' ἀναστήσει νεκρούς, ν' ἀνανεώσει καί μεταμορφώσει τόν ἄκοσμο κόσμο, νά χαροποιήσει γῆ καί οὐρανό. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐμπιστεύθηκε τό μέγα λειτούργημα, τό ἱερό ὑπούργημα, στούς ἱερεῖς μας καί ὄχι στούς ἀγγέλους, γιά νά τούς πλησιάζουμε ἄνετα καί ἄφοβα ὡς ὁμοιοπαθεῖς καί ὁμόσαρκους.

Ὅλα τά παραπάνω, εἰλικρινά καί διόλου ταπεινόσχημα, εἰπώθηκαν ἀπό ἕνα συναμαρτωλό, πού δέν θέλησε νά κάνει τόν δάσκαλο, ἀλλά τόν συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε ἀπό ἀγάπη νά σᾶς θυμίσει μέ ἁπλά καί ἄτεχνα λόγια τή ζῶσα παράδοση τῆς ἁγίας μητέρας μας Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ πάντοτε ἐπίκαιρου θέματος τῆς θεοΰφαντης καί θεομακάριστης μετανοίας καί τῆς θεοπαράδοτης καί θεαγάπητης ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2016

Ἐξομολόγησις καί πνευματικὴ καθοδήγησις Γέρων Γερμανὸς Σταυροβουνιώτης




Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δύο τρόπους καθοδηγήσεως τῶν ψυχῶν: Τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία. Τά ζητήματα, πού ἐπιδέχονται οἰκονομία, ὁ Πνευματικός πρέπει νά τά χειρίζεται μέ προσοχή, προσευχή καί διάκριση, ὥστε νά προκύπτη ὠφέλεια καί ὄχι βλάβη. Στά ζητήματα ὅμως, πού δέν εἶναι ἐπιδεκτικά οἰκονομίας, νά εἶναι αὐστηρότατος, γιά νά μή κατακριθῆ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως ὡς θεομάχος.

Ὁ Πνευματικός κατά τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἔχει τή δυνατότητα νά κάνη οἰκονομία καί συγκατάβαση μέσα στά ὅρια τῶν Ἱερῶν Κανόνων, δηλαδή μέχρι ἐκείνου τοῦ σημείου, πού δέν θά βλάψη τόν ἐξομολογούμενο. Διότι ἡ οἰκονομία δέν γίνεται, γιά νά ἐπαναπαυθῆ καί νά παραμείνη ὁ ἐξομολογούμενος στίς πτώσεις του, ἀλλά γιά νά παρακινηθῆ νά τίς ξεπεράσει.

Ὑπάρχουν ζητήματα στήν Ἐξομολόγηση, γιά τά ὁποῖα ὁ Πνευματικός πρέπει νά χρησιμοποιήση καί τό μέτρο τῆς συγκαταβάσεως καί οἰκονομίας, προκειμένου νά φέρη τόν ἐξομολογούμενο στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἄλλα ζητήματα, στά ὁποῖα δέν μπορεῖ κατ’ οὐδένα λόγο νά γίνη οἰκονομία. Γιά παράδειγμα δέν χωρεῖ συγκατάβαση, ἄν ὁ ἐξομολογούμενος ἐμμένει στή μνησικακία, ζητᾶ ἐκδίκηση, δέν συγχωρεῖ αὐτόν, πού τοῦ ἔφταιξε, εἴτε δίκαια, εἴτε ἄδικα. Δέν μπορεῖ ἀκόμη νά γίνη συγκατάβαση σ’ αὐτόν πού ἐπιμένει ἀμετανόητα σέ αἱρετικά φρονήματα ἤ καί δέν πείθεται νά ἀποχωρήση ἀπό ἀντιχριστιανικές μυστικές θρησκεῖες, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ Μασωνία. Εἶναι ἐπίσης τελείως ἀνεπίδεκτα οἰκονομίας τά κωλύματα Ἱερωσύνης. Δέν ἐπιτρέπεται δηλαδή σέ καμμιά περίπτωση νά δοθῆ συμμαρτυρία, γιά νά προσέλθη στίς τάξεις τῆς Ἱερωσύνης κάποιος, πού ἔπεσε σέ βαριά σαρκικά ἁμαρτήματα, ὅπως εἶναι οἱ πρίν τό γάμο του σεξουαλικές σχέσεις, ἔστω καί μέ αὐτήν ἀκόμη τήν ἀρραβωνιαστικιά του, ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἔξω ἀπό τόν γάμο του σεξουαλική σχέση, ὅπως εἶναι ἡ πορνεία, ἤ ἡ μοιχεία, ἤ ἡ ἀρσενοκοιτία. Οἱ Πνευματικοί, πού συγκαταβαίνουν σέ τέτοιες περιπτώσεις καί δίνουν συμμαρτυρία, φέρουν τεράστια εὐθύνη ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Ἀλίμονο καί σ’ ἐκείνους πού κρύβουν τέτοια ἁμαρτήματα ἀπό τόν Πνευματικό, γιά νά ὑποκλέψουν συμμαρτυρία, καί νά γίνουν ἀναξίως ἱερεῖς!

Ὁ στόχος τοῦ Πνευματικοῦ, ὅταν ἐξομολογῆ, εἶναι τό νά κερδηθῆ ὁ ἁμαρτωλός!

Πολλοί ἐγκαταλείπουν τόν Πνευματικό τους καί προστρέχουν σέ ἄλλο, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγουν, τούς "ἀναπαύει" καλύτερα. Χρειάζεται ὅμως πολλή προσοχή στό θέμα αὐτό, διότι ὅπως δυστυχῶς ὑπάρχει "καλή ἀνάπαυση", ὑπάρχει καί "κακή ἀνάπαυση". Ἄν κάποιος Πνευματικός ἐξασθενίζη στή συνείδηση τοῦ ἐξομολογουμένου τή σοβαρότητα κάποιων πτώσεών του ἤ τοῦ ἐπιτρέπει νά κοινωνῆ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, παρ’ ὅτι πέφτει σέ σοβαρά ἁμαρτήματα, τέτοιου εἴδους "ἀνάπαυση" καταποντίζει, ὄχι μόνο τόν ἐξομολογούμενο, ἀλλά καί τόν Πνευματικό.

Τά ἐπιτίμια εἶναι φάρμακα, πού τά ἐπιβάλλει ὁ Πνευματικός, γιά νά κλείση τό τραῦμα, καί νά θεραπευθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐξομολογουμένου. Τά ἐπιτίμια προλαμβάνουν τήν ἐπανάληψη τῆς ἁμαρτίας. Ἄν δέν μπῆ τό κατάλληλο ἐπιτίμιο σέ κάποια σοβαρή πτώση, εἶναι πολύ εὔκολο αὐτή νά ξανασυμβῆ.

Οἱ ἱεροί Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ἐξίσου θεόπνευστοι, ὅπως ἀκριβῶς θεόπνευστα εἶναι καί τά Δόγματα, τά ὁποῖα διευκρίνησαν καί διετύπωσαν οἱ ἴδιες ἐκεῖνες Ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτήρισε τό "Πηδάλιον" μέ τά ἑξῆς ὑπέροχα λόγια: "Αὕτη ἡ βίβλος εἶναι ἡ μετά τάς Ἁγίας Γραφὰς Ἁγία Γραφή, ἡ μετά τήν Παλαιάν καί Καινήν Διαθήκην Διαθήκη. Τά μετά τά πρῶτα καί θεόπνευστα λόγια δεύτερα καί θεόπνευστα λόγια. Αὕτη ἐστι τά Αἰώνια Ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν, καί Νόμοι οἱ ὑπάρχοντες εἰς τόν αἰώνα καί ὑπέρ πάντας τούς ἐξωτερικούς καί βασιλικούς νόμους ὑπερέχοντες…"

Ἐκεῖνος, πού πραγματικά μετανοεῖ γιά τήν ἁμαρτία του καί ἔχει γνήσια ταπείνωση, δέχεται ἀγόγγυστα τό ἐπιτίμιο, πού ἔκρινε κατάλληλο νά τοῦ βάλη ὁ Πνευματικός. Ἐκεῖνος, πού γογγύζει γιά τό τυχόν ἐπιτίμιο, πού τοῦ ἐπιβλήθηκε, αὐτός ὁπωσδήποτε δέν συνειδητοποίησε τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας, στήν ὁποία περιέπεσε, δέν κατανοεῖ τό βάθος τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας καί Ἐξομολογήσεως, καί μέ τήν πρώτη εὐκαιρία πάλιν θά ξαναπέση, ἴσως καί σέ χειρότερα.

Ὅπως ὁ γιατρός δέν πρέπει νά ξεγελᾶ τόν ἄρρωστο, κρύβοντάς του τή σοβαρότητα τῆς ἀσθένειάς του καί στερώντας τον τά ἀναγκαῖα φάρμακα, παρομοίως πρέπει νά ἐνεργῆ καί ὁ Πνευματικός. Εἶναι ἀδύνατο νά ὁδηγῆ στή σωτηρία τούς ἀνθρώπους, ἄν στή συνείδησή τους ἀπαμβλύνη καί δικαιολογῆ κάποιες ἁμαρτίες, πού μερικές φορές μπορεῖ νά εἶναι καί θανάσιμες.

Ὡς Γέροντάς σας καί Πνευματικός σας, κάθε ἡμέρα εἶμαι νοερῶς κοντά σας. Μή νομίζετε ὅτι σᾶς ξεχνῶ.Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει "ἀπὼν τῷ σώματι, παρών δέ τῷ πνεύματι" (Α’ Κορ. 5,3). Δηλαδή νοερῶς, μέ τό πνεῦμα εἶμαι παρών, ἄν καί ἀπουσιάζω σωματικά. Ναί! Μέ τή σκέψη καί τίς προσευχές μου εἶμαι πάντοτε πλησίον σας, ἔστω κι ἄν σωματικά βρίσκωμαι πολύ μακριά. Ἄς εἶναι, κι ἀπό μακριά, ἔχω τήν ἔγνοια καί τή φροντίδα σας.

Μή νομίζετε ὅτι εἶστε μόνοι στόν ἀγώνα σας. Ὁ Γέροντάς σας βρίσκεται δίπλα σας, μαζί σας.

Ἄν σέ πλακώση ἡ στενοχώρια καί σοῦ βάλη ὁ πειρασμός τόν λογισμό νά μή πᾶς στόν ναό, οὔτε τό Ἀπόδειπνο νά κάνης, καί τά παρόμοια, νά ἐνθυμηθῆς πώς ὁ Πνευματικός καί ὁ Γέροντάς σου εἶναι δίπλα σου νοερῶς, καί σέ παρακολουθεῖ. Καί θά λυπηθῆς πολύ, ἄν ὑποκύψης στόν πειρασμό, καί δέν ἀντισταθῆς σ’ αὐτόν. Μή τό ξεχνᾶτε πώς πράγματι ὁ Γέροντάς σας εἶναι πάντοτε κοντά σας μέ τίς προσευχές του, καί σᾶς παρακολουθεῖ.

Κι ἄν ὅλοι γύρω σου σ’ ἐγκαταλείψουν, δέν πρέπει νά ἐπιτρέψης στόν ἑαυτό σου νά αἰσθάνεται πώς δέν ἔχεις ἀνθρώπινο στήριγμα. Γιατί ὁ Πνευματικός σου σοῦ ὑπόσχεται πώς θά ἔχη τή φροντίδα καί τήν ἔγνοια σου.

Ἀφοῦ ξέρης πώς σέ ἀγαπᾶ ὁ Θεός καί ὁ Πνευματικός σου, δέν πρέπει νά φοβᾶσαι! Νά σκέφτεσαι ὅτι, "κι ἄν δέν μοῦ ἀπομείνη τίποτα στόν κόσμο νά στηριχθῶ, νά ἀκουμπήσω, νά σταθῶ, ὅμως ὑπάρχει ὁ πανταχοῦ παρών Θεός. Γι’ αὐτό καί δέν μπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ. Κοντά μου βρίσκεται κι ὁ Πνευματικός μου, καί μπορῶ νά στηριχθῶ." "Τί δύναται νά μᾶς χωρίση ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλίψη; Στενοχωρία; Ξίφος; Κίνδυνος; Θάνατος; " (πρβλ. Ρωμ. 8,35). Τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίση ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἔχουμε τήν πίστη καί ἐλπίδα μας σ’ Αὐτόν.

Ὅταν ἔχης ἀνάγκη νά ’δης τόν Πνευματικό σου, κι ἀναλογίζεσαι πώς εἶναι πολύ μακριά, καί εἶναι δύσκολο νά τόν συναντήσης τή στιγμή ἐκείνη, πού ἔχεις ἀνάγκη, τότε νά ἔχης ὑπόψη σου, καί νά τό πιστεύης, πώς ὁ Πνευματικός σου πατέρας, ἄν καί εἶναι "ἀπών τῷ σώματι", εἶναι ὅμως "παρών τῷ πνεύματι" (Α΄, Κορ. 5,3) [δηλαδή ἄν καί ἀπουσιάζη σωματικά, εἶναι ὅμως παρών πνευματικά], καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά σ’ ἐνδυναμώνη καί νά σέ σώζη.

Τό ἄν θά "φύγη" (σ.σ ἐννοεῖ ὁ Γέροντας τό νά ἀποθάνη) σύντομα ὁ Πνευματικός σου, σημαίνει ὅτι ὁ Θεός τό παρεχώρησε αὐτό. Καί ὁ Κύριος θά φροντίση ὁπωσδήποτε γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς σου καί γιά τή σωτηρία σου. Κάποιος ἄλλος θά βρεθῆ νά τόν ἀντικαταστήση. "Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνη ζήσεται" (Ἰωάν. 11, 26). Ἄν κάποιος πιστός ἀποθάνη, θά ζήση ὅμως στήν ἄλλη ζωή. Κι ἄν ἀποθάνη ὁ Πνευματικός σου, ὅμως θά ζῆ κοντά στόν Θεό. Καί θά πρεσβεύη σ’ Αὐτόν γιά τά πνευματικά του παιδιά. Θά παρακαλῆ καί γιά σένα, νά σέ δυναμώνη ὁ Κύριος καί νά σέ στηρίζη!

Ἐγώ πιστεύω στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Αὐτός θά σέ βοηθήση ν’ ἀπαλλαγῆς ἀπό τόν πειρασμό, πού ἔχεις. Πρέπει ὅμως νά κάνης ὑπομονή, κι ἐγώ θά παρακαλῶ τόν Θεό γιά σένα, ὅσο μπορῶ. Κι ἐσύ ὅμως πρέπει νά παρακαλῆς νά σέ ἐλεήση ὁ Θεός. Καί θά’ ρθῆ σίγουρα ἡ λύτρωση.

Πάντοτε ἡ ἐξομολόγηση στόν Πνευματικό πρέπει νά εἶναι καθαρή. Νά μή ἀποκρύπτη ὁ ἐξομολογούμενος ἐν γνώσει του καμμία ἁμαρτία του. Καί τότε θά ’χη τή συγχώρηση ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ἡ ἐξομολόγηση εἶναι εἰλικρινής, τότε ἀκριβῶς εἶναι πού βρίσκει ὁ ἐξομολογούμενος ἔλεος, παρηγορία καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.

Ὡς Πνευματικός σας, ἐλπίζω καί πιστεύω πώς σιγά σιγά θά γίνετε ὅπως σᾶς θέλει ὁ Θεός. Ἐγώ, ὅσο μπορῶ, θά σᾶς βοηθῶ. Ἀλλά καί σεῖς πρέπει νά ὑπακούετε σέ ὅσα σᾶς λέγω. Πέραν τούτου, εἶναι τοῦ Θεοῦ δουλειά. Καί ἡ δική σας σωτηρία εἶναι καί δική μου σωτηρία.

Γιά ὅσους προσέρχονται σέ μένα, καί μέ ἐμπιστεύονται, καί γίνονται πνευματικά μου παιδιά, γι’ αὐτούς θεωρῶ τόν ἑαυτό μου ὑπεύθυνο ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Καί θεωρῶ καθῆκον μου νά ἐκπληρώσω στό ἀκέραιο τήν ὑποχρέωσή μου ἀπέναντι σ’ αὐτά τά πρόσωπα. Ἡ σωτηρία τῶν πνευματικῶν μου παιδιῶν εἶναι ταυτόχρονα καί δική μου σωτηρία.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Πῶς πρέπει νὰ μετανοοῦμε....

 

 Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ

 Σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχασες τὴν ἀρετή, σ᾿ αὐτὰ νὰ τὴν ἀποκτήσεις καὶ πάλι. Χρωστᾷς χρυσάφι στὸ Θεό; Δὲν δέχεται νὰ τοῦ δώσεις μαργαριτάρι. Ἔχασες, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἁγνεία σου; Ὁ Θεὸς δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ἐλεημοσύνη, ὅσο ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Σοῦ ζητάει τὸν ἐξαγνισμὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἀθέτησες, νικημένος ἀπὸ τὸ φθόνο τοῦ διαβόλου. Τί κι ἂν πολεμᾷς τὸν ὕπνο ἀγρυπνώντας; Τί κι ἂν καταγίνεσαι μὲ τὴ νηστεία;Καθόλου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσουν αὐτὰ ἐνάντια σ᾿ ἐκεῖνο τὸ πάθος. Γιατὶ κάθε ἀρρώστια, εἴτε ψυχικὴ εἴτε σωματική, μὲ τὰ δικά της καὶ κατάλληλα φάρμακα θεραπεύεται.

Ὅποιος πέφτει στὴν ἁμαρτία γιὰ δεύτερη φορά, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς κατοπινῆς μετάνοιας, αὐτὸς πορεύεται μὲ πανουργία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τὸν βρίσκει ἀπροσδόκητα ὁ θάνατος. Κι ἔτσι δὲν φτάνει στὸν καιρὸ πού, σύμφωνα μὲ τὴν ἐλπίδα του, θὰ μετανοοῦσε.
Νὰ μὴν ἀναβάλλουμε τὴ μετάνοια γιὰ τὸ μέλλον. Μετὰ τὸ θάνατο δὲν ὑπάρχει διόρθωση.

Τοῦ ἀββᾶ Μάρκου

 Ἂν κάποιος πέσει σὲ μία ἁμαρτία καὶ δὲν λυπηθεῖ ἀνάλογα μὲ τὸ σφάλμα του, εὔκολα θὰ ξαναπιαστεῖ στὸ ἴδιο δίχτυ.

Ὅταν ἀποφεύγεις τὴν κακοπάθεια καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς, μὴν ἰσχυρίζεσαι πὼς θὰ μετανοήσεις μὲ ἄλλες ἀρετές, γιατὶ ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς κακοπάθειας ἀπὸ τὴ φύση τους ὑποδουλώνουν στὴν ἁμαρτία ἀκόμα καὶ μὲ εὔλογες προφάσεις.

Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ

 Ἀδελφοί, ὁ τωρινὸς καιρὸς εἶναι καιρὸς γιὰ μετάνοια. Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἔπεσε καθόλου στὰ δίχτυα τοῦ ἐχθροῦ. Μακάριος εἶναι γιὰ μένα κι ἐκεῖνος ποὺ ἔπεσε στὰ δίχτυα του, ἀλλὰ κατόρθωσε νὰ τὰ σκίσει καὶ νὰ τοῦ ξεφύγει ὅσο βρίσκεται στὴν παροῦσα ζωή. Αὐτός, ζώντας ἀκόμα σωματικά, μπόρεσε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ νὰ σωθεῖ, ὅπως ξεγλιστράει τὸ ψάρι ἀπὸ τὸ δίχτυ. Γιατὶ τὸ ψάρι, καὶ νὰ πιαστεῖ, ἂν σκίσει τὸ δίχτυ καὶ ὁρμήσει πρὸς τὸ βυθό, ὅσο βέβαια εἶναι ἀκόμα στὸ νερό, σῴζεται. Ἂν ὅμως τὸ τραβήξουν στὴ στεριά, τότε πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν ἑαυτό του.


Ἔτσι κι ἐμεῖς. Ὅσο εἴμαστε σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, ἔχουμε πάρει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σπάσουμε μόνοι μας τὶς ἁλυσίδες τῶν θελημάτων τοῦ ἐχθροῦ, νὰ πετάξουμε τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας μὲ τὴ μετάνοια καὶ νὰ σωθοῦμε, κερδίζοντας τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἂν ὅμως μᾶς προφτάσει τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο πρόσταγμα, ἂν ἡ ψυχὴ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸ σῶμα μπεῖ στὸν τάφο, τότε δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ βοηθήσουμε τὸν ἑαυτό μας – ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ψάρι, ποὺ τὸ τράβηξαν ἀπ᾿ τὸ νερὸ καὶ τὸ ἔκλεισαν μέσα σὲ δοχεῖο.

Ἀδελφέ, μὴν πεῖς, «Σήμερα ἁμαρτάνω καὶ αὔριο μετανοῶ», γιατὶ δὲν ἔχεις σιγουριά. Στὸν Κύριο ἀνήκει ἡ φροντίδα γιὰ τὸ αὔριο.
το είδαμε εδώ

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

Προετοιμασία γιά τήν Ἐξομολόγηση


 Πρίν ἐξομολογηθεῖς προετοιμάσου μέ:

1) Προσευχή

2) Αὐτοεξέταση

3) Νοερή ἐξομολόγηση
Μερικές ἡμέρες πρίν τήν ἐξομολόγησή του ὁ πιστός θά πρέπει νά προετοιμαστεῖ κατάλληλα γιά νά προσέλθει στό μεγάλο καί φιλανθρωπότατο αὐτό μυστήριο. Καλό εἶναι νά βρεῖ ἕναν ἥσυχο τόπο, εἴτε στό ὕπαιθρο (ἄν αὐτό εἶναι δυνατόν), εἴτε καί μέσα στό δωμάτιό του. Ἐκεῖ, μέ ἄνεση χρόνου, ἄς συγκεντρωθεῖ στόν ἑαυτό του καί ἄς τόν δεῖ μέ εἰλικρίνεια, κατάματα, χωρίς προσπάθεια δικαιολόγησής του.
Μέ λίγα λόγια: 
Ἄς «ἐπισκεφθεῖ ἑαυτόν», πραγματοποιώντας μιά αὐτοεξέταση-αὐτοκριτική «ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης».
Ἀρχίζοντας τήν αὐτοεπίσκεψή του ὁ πιστός, τό πρῶτο πού θά πρέπει νά κάνει εἶναι νά ἡσυχάσει, ἀποθέτοντας κάθε ἄλλον λογισμό καί βιωτική μέριμνα. Ἄς διαβάσει ἕνα κομμάτι ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί μετά ἄς προσευχηθεῖ.
Ἄς ζητήσει μέ κατάνυξη ἀπό τόν Θεό νά τοῦ ἀποκαλύψει τά ἁμαρτήματα πού ἔκανε ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς του μέχρι τώρα καί τά ὁποῖα δέν ἔχει ἐξομολογηθεῖ.
Ἄς Τόν εὐχαριστήσει πού τοῦ δίνει ἀκόμη χρόνο μετανοίας.
Ἄς Τόν παρακαλέσει ἐπίσης γιά τόν Πνευματικό του Πατέρα, ζητώντας Του νά τόν φωτίσει, ὥστε στήν διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως νά τοῦ ἀποκαλύψει αὐτά πού Ἐκεῖνος θέλει νά Τόν διδάξει.
Μιά τέτοια προσευχή, μέ τήν ὁποία ὁ πιστός μπορεῖ νά ξεκινήσει τήν αὐτοεπίσκεψή του, παραθέτουμε στήν συνέχεια:

1)    Προσευχή πρίν τήν αὐτοεξέταση

«Σέ εὐλογῶ Πολυέλεε καί Πολυεύσπλαχνε Κύριε, Ὕψιστε Θεέ καί Κύριε τοῦ ἐλέους, Παντοδύναμε καί Παντοκράτορ.
Σέ ὑμνῶ καί Σέ δόξάζω τόν Ποιμένα τόν Καλόν τόν αἵροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, τόν ἐλθόντα εἰς τόν κόσμον τοῦτον «ἁμαρτωλούς σῶσαι ὧν πρῶτος εἰμί ἐγώ».
Σέ δοξάζω, Σέ ὑμνῶ, καί Σέ εὐχαριστῶ διότι δέν μέ ἄφησες νά χαθῶ μαζί μέ τά ἄνομα ἔργα μου καί τίς πολλές ἁμαρτίες μου.
Ἐξαιρέτως Σέ εὐχαριστῶ πού μέ ἀξιώνεις αὐτήν τήν ἡμέραν καί ὥραν νά σταθῶ ἐνώπιόν Σου, ἀλλά καί ἐνώπιος ἐνωπίῳ.
Σέ εὐχαριστῶ διά τήν παροῦσαν ὥρα τῆς ἐπισκέψεώς Σου, ἀλλά καί τῆς δικῆς μου «αὐτοεπίσκεψης».
Δός μοι καιρόν μετανοίας, ἐπιμήκυνον τήν παροῦσαν ζωήν, ἐάν εἶναι θέλημά Σου, ὥστε νά δυνηθῶ ἐξαλεῖψαι τά πολλά μου ἐγκλήματα.
 Σέ παρακαλῶ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου δεῖξε μου, ἀπόκάλυψέ μου τά πολλά μου λάθη μου, τίς ἀνομίες μου, τίς ἁμαρτίες μου, τά πάθη, τίς παραλείψεις καί τίς ἐλλείψεις μου.
Γνωρίζω Κύριε ὅτι ὅλα τά σφάλματα, τά ἔχω κάνει, εἴτε στήν πράξη, εἴτε στή σκέψη μου.
Φανέρωσέ μου αὐτές στό μέτρο καί στό βάθος πού Ἐσύ γνωρίζεις ὅτι θά εἶναι γιά τό καλό μου. Μήν μέ ἀφήσεις νά ἀπελπιστῶ ἀπό τό μέγεθος τους.
«Καθάρισον Κύριε τόν ρύπον τῆς ψυχῆς μου καί σῶσον με ὡς φιλάνθρωπος».
Ἐλέησε Κύριε τόν ἄσωτο υἱό σου, ἐμέ τόν ἁμαρτήσαντα ὑπέρ πάντα ἄνθρωπον.
 Ἁμάρτησα Κύριε μέ λόγια καί ἔργα, μέ σκέψεις καί ἐπιθυμίες.
Ὅλος ἔγινα μία πληγή.
Ψυχή καί σῶμα εἶναι γεμᾶτα ἀπό κάθε μολυσμό ἐξ αἰτίας τῆς ραθυμίας, τῆς λήθης καί τῆς ἀγνοίας μου.
Παρ’ ὅλα αὐτά δέν ἀπελπίζομαι τελείως Κύριε. Καί τοῦτο διότι γνωρίζω ὅτι τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου δέν ξεπερνάει ποτέ τήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας Σου καί τῆς συγχωρητικότητάς Σου.
Δός μου «μετάνοια ὁλόκληρον καί καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου».
Μέ τήν Χάριν Σου ἐνίσχυσόν με ὥστε νά μήν ἐπαναλάβω καμμία ἁμαρτία μου. Καλλίτερον νά ἀποθάνω παρά νά ἁμαρτήσω πάλιν.
 Ἐγώ εἶμαι Κύριε τό πρόβατο τό ἀπολωλός. Γιά μένα ἐξῆλθες.. ἐμέ ἀναζητεῖς.
 Ἰδού Κύριε Πάτερ Πολυέλεε μέ ηὗρες.
Ἰδού ἐνώπιόν Σου εἰμί.
«Ἥμαρτον Πάτερ εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου. Ποιήσόν με ὡς Σύ θέλεις καί γινώσκεις».
Στήν ἄπειρον ἀγάπην Σου ἐμπιστεύομαι καί καταφεύγω.
Ἆρον με εἰς τούς Θείους Σου ὥμους ὡς ὁ ποιμήν ὁ καλός.
Ἆρον ἐμέ τό τραυματισμένο καί ἀπολωλός πρόβατόν Σου.
Εἰσάγαγέ με πάλιν εἰς τήν Θείαν Σου ποίμνην, ἀσφάλισόν με εἰς τήν Θείαν Σου μάνδραν.
Ἀξίωσόν με τῆς συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν μου διά τῆς ἐξομολογήσεως εἰς τόν Πνευματικόν μου Πατέρα.
Φώτισον καί αὐτόν ὥστε νά μοῦ ὑποδείξει τά ἁρμόζοντα καί συμφέροντα γιά τήν θεραπείαν τῆς πολυτραυματισμένης μου ψυχῆς.
Βοήθησόν με ἵνα ἐξομολογηθῶ ἐνώπιόν του μέ τήν πρέπουσαν εὐλάβειαν, συντριβήν, ταπείνωσιν καί μετάνοια.
Φώτισόν με ὥστε νά δεχθῶ τούς λόγους του ὡς ἀπό Σέ καί βοήθησόν με ὥστε νά τούς ἐφαρμόσω εἰς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μου.
 Δέξαι με πάλιν Πανάγιε Πάτερ καί Κύριε τοῦ παντός, εἰς τήν Ἁγίαν Σου Ἐκκλησία, διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Σου Μητρός, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Πάντων τῶν Ἁγίων Σου, ὥστε καί ἐγώ «σύν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις» νά Σέ ὑμνῶ, νά Σέ εὐλογῶ καί νά Σέ δοξάζω, Τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Πανάγιον Πνεῦμα νῦν τε καί εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν!».

Μιά ἀνάλογη προσευχή, στὴν νεοελληνική:

«Σέ εὐλογῶ, Πολυέλεε καί Πολυεύσπλαχνε Κύριε, Ὕψιστε Θεέ καί Κύριε τοῦ ἐλέους, Παντοδύναμε καί Παντοκράτορα.
Σέ ὑμνῶ καί Σέ δόξάζω, τόν Ποιμένα τόν Καλό, Αὐτόν ποὺ σήκωσε τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, Αὐτόν ποὺ ἦλθε στόν κόσμο τοῦτον «νὰ σώσει ἁμαρτωλούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ».
Σέ μεγαλύνω καί Σέ εὐγνωμονῶ, διότι μὲ ἀξίωσες νὰ τύχω τῆς ἄπειρής Σου εὐσπλαχνίας καί συγκατάβασης ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἄθλιας καί ρυπαρῆς ζωῆς μου μέχρι τώρα.
 Σέ δοξάζω, Σέ ὑμνῶ, καί Σέ εὐχαριστῶ, διότι δέν μέ ἄφησες νά χαθῶ μαζί μέ τά ἄνομα ἔργα μου καί τίς πολλές μου ἁμαρτίες.
Ἐξαιρέτως Σέ εὐχαριστῶ πού μέ ἀξιώνεις αὐτήν τήν ἡμέρα καί ὥρα νά σταθῶ ἐνώπιόν Σου ἀλλά καί ἐνώπιος ἐνωπίῳ.
Σέ εὐχαριστῶ γιά τήν παροῦσα ὥρα τῆς ἐπισκέψεώς Σου ἀλλά καί τῆς δικῆς μου «αὐτοεπίσκεψης».
Ἐλέησε, Κύριε, τήν ἄθλια ψυχή μου καί φώτισέ την.
Δῶσε μου καιρό μετανοίας, ἐπιμήκυνε τήν παροῦσα ζωή, ἐάν εἶναι θέλημά Σου, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ ἐξαλείψω τά πολλά μου ἐγκλήματα.
 Σὲ Σένα ἁμάρτησα, Κύριε, ἐπίσης, καὶ στοὺς ἀδελφούς μου.
Ἁμάρτησα καὶ στὸν ἑαυτό μου, καὶ στὸ σῶμα μου καί στὴν ψυχή μου.
Σὲ Σένα καταφεύγω καὶ σὲ Σένα ἐλπίζω· γιατὶ γνωρίζω ὅτι χωρὶς Ἐσένα, Κύριε, δέν ὑπάρχει κανένα ἔλεος, καμμία χαρά, καμμία ζωή, καμμία εὐτυχία.
Ἐσύ εἶσαι, Κύριε, ὁ Παντοκράτωρ Δημιουργός καί Κυβερνήτης, ἡ Πηγή, ὁ Διαχειριστής καί ὁ Μεταδότης τῆς Θείας Χάριτος. Ἐσύ εἶσαι, Κύριε, ὁ Δοτήρ παντός ἀγαθοῦ, ὁ Ἐλεών καί Τρέφων τά σύμπαντα, ὁ Λυτρωτής παντός ἀνθρώπου, ὁ Σωτήρ πάσης κτίσεως.
Σέ παρακαλῶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου, δεῖξε μου, ἀποκάλυψέ μου, τά πολλά μου λάθη, τίς ἀνομίες μου, τίς ἁμαρτίες μου, τά πάθη, τίς παραλείψεις καί τίς ἐλλείψεις μου. Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι ἔχω κάνει ὅλα τά σφάλματα, εἴτε στήν πράξη, εἴτε στήν σκέψη μου.
Φώτισε τό σκοτάδι μου. Κάνε νά δῶ τίς ἁμαρτίες μου καί νά μετανοήσω εἰλικρινά γι’ αὐτές.
 Φανέρωσέ μου τες στό μέτρο καί στό βάθος πού Ἐσύ γνωρίζεις ὅτι θά εἶναι γιά τό καλό μου. Μήν μέ ἀφήσεις νά ἀπελπιστῶ ἀπό τό μέγεθός τους.
«Καθάρισε, Κύριε, τόν ρύπο τῆς ψυχῆς μου καί σῶσε με ὡς φιλάνθρωπος».
Μή μέ ἐγκαταλείπεις καί μή μέ ἀπορρίψεις ὡς νόθο παιδί σου, ἄν καί αὐτό μοῦ πρέπει.
Ἐλέησε, Κύριε, τόν ἄσωτο υἱό σου, ἐμένα, αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
 Ἁμάρτησα, Κύριε, μέ λόγια καί ἔργα, μέ σκέψεις καί ἐπιθυμίες.
 Ἁμάρτησα, Κύριε, μέ ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου.
Ὅλος ἔγινα μία πληγή.
Ψυχή καί σῶμα εἶναι γεμᾶτα ἀπό κάθε μολυσμό, ἐξ αἰτίας τῆς ραθυμίας, τῆς λήθης καί τῆς ἄγνοιάς μου.
 Ὅλος εἶμαι πλήρης φιλαυτίας καί ἐγωισμοῦ, ὑπερηφάνειας καί κενοδοξίας, ἀσπλαχνίας καί ἀσέβειας, φιλαργυρίας καί φιληδονίας, ἀνοησίας καί ἀκοσμίας, ψεύδους καί ἀπελπισίας, δειλίας καί ἀλογίας, ἀναίδειας καί ἀναισθησίας, ἀκηδίας καί ἀδιαφορίας, φθόνου καί φόνου, γαστριμαργίας καί λαιμαργίας, κατάκρισης καί καταλαλιᾶς, ἀστοργίας καί ἀφιλίας, ραθυμίας καί τεμπελιᾶς, σαρκικότητας καί ἀκολασίας, ἀστοργίας καί γελοιότητας, ἀπραξίας καί πνευματικῆς τυφλότητας, πονηρίας καί βλασφημίας, ὅρκου καί ἐπιορκίας, φιλοσωματίας καί ἀνθρωπαρέσκειας.
Παρ’ ὅλα αὐτά, δέν ἀπελπίζομαι τελείως, Κύριε. Καί τοῦτο, διότι γνωρίζω ὅτι τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου δέν ξεπερνάει ποτέ τήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας καί συγχωρητικότητάς Σου. Αὐτό μοῦ δίνει θάρρος, αὐτό μέ κάνει νά Σέ πλησιάσω.
Σὲ Σένα, λοιπόν, καταφεύγω· στό ἄπειρο ἔλεός Σου ἐλπίζω.
Βοήθησέ με, Κύριε, ὥστε νά ἔχω μετάνοια ἀληθινή.
Δός μου μετάνοια ὁλόκληρη καί καρδιά ποὺ θὰ σὲ ἀναζητᾶ μὲ πόνο καί λαχτάρα.
Μέ τήν Χάρη Σου ἐνίσχυσέ με ὥστε νά μήν ἐπαναλάβω καμμία ἁμαρτία μου. Καλύτερα νά πεθάνω παρά νά ἁμαρτήσω πάλι.
 Ἐγώ εἶμαι, Κύριε, τό πρόβατο τό ἀπολωλός. Γιά μένα ἐξῆλθες... ἐμένα ἀναζητᾶς. Νά ’μαι, Κύριε, Πάτερ Πολυέλεε, μέ βρῆκες. Ἰδού, στέκομαι μπροστά Σου.
«Ἥμαρτον, Πάτερ, εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου· ποιήσόν με ὡς Σύ θέλεις καί γινώσκεις».
Στήν ἄπειρη ἀγάπη Σου ἐμπιστεύομαι καί καταφεύγω.
Σήκωσέ με στούς Θείους Σου ὥμους, ὅπως ὁ Ποιμήν ὁ Καλός. Σήκωσέ με, τό τραυματισμένο καί χαμένο Σου πρόβατο. Εἰσάγαγέ με πάλι στήν Θεία Σου ποίμνη, ἀσφάλισέ με στήν Θεία Σου μάνδρα.
Ἀξίωσέ με, μὲ τὴν εἰλικρινῆ ἐξομολόγηση ποὺ θὰ κάνω στὸν Πνευματικό μου, νὰ συγχωρεθοῦν καὶ νὰ ἀφεθοῦν οἱ πολλές μου ἁμαρτίες.
Φώτισε, Σὲ παρακαλῶ, καί αὐτόν ὥστε νά μοῦ ὑποδείξει τά ἁρμόζοντα καί συμφέροντα γιά τήν θεραπεία τῆς πολυτραυματισμένης μου ψυχῆς.
Βοήθησέ με νά ἐξομολογηθῶ ἐνώπιόν του μέ τήν πρέπουσα εὐλάβεια, συντριβή, ταπείνωση καί μετάνοια.
Φώτισέ με νά δεχθῶ τούς λόγους του σὰν νὰ προέρχονται ἀπὸ Ἐσένα καί βοήθησέ με νά τούς ἐφαρμόσω στό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου.
 Δέξε με πάλι, Πανάγιε Πάτερ καί Κύριε τοῦ παντός, στήν Ἁγία Σου Ἐκκλησία, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Πανάχράντης Μητέρας Σου, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Πάντων τῶν Ἁγίων Σου, ὥστε καί ἐγώ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους νά Σέ ὑμνῶ καί νά Σέ εὐλογῶ καί νά Σέ δοξάζω, τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Πανάγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντα καὶ στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!».

Προετοιμασία γιά τήν Ἐξομολόγηση Β΄- Αὐτοεξέταση

 1)      Αὐτοεπίσκεψη καί αὐτοεξέταση

Ἀφοῦ προσευχηθεῖς ἔτσι, κάθησε καί μέ ἡρεμία ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου. Ἄκουσε τί ἔχει νά σοῦ πεῖ ἡ συνείδησή σου...
Μπορεῖς, ἄν θέλεις, νά καταγράψεις αὐτά πού θά σοῦ μαρτυρήσει ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ μέσα σου. Σημείωνε ὅ,τι βρίσκεις μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἴτε ἁμαρτία, εἴτε πάθος, ὥστε νά μπορέσεις νά τά θυμηθεῖς ἀργότερα κατά τήν νοερά σου ἐξομολόγηση καθώς καί κατά τήν ἐξομολόγησή σου ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ σου.
Προσπάθησε νά νιώσεις μετάνοια καί συντριβή γιά ὅλα ὅσα θά σοῦ ἀποκαλυφθοῦν μέ τό Φῶς τοῦ Θεοῦ: γιά τά λάθη, τά πάθη, τίς παραλείψεις, τίς ὑπερβολές, τίς ἀστοχίες, τήν ἔλλειψη ἀγάπης στόν Θεό, τήν ἔλλειψη ἀγάπης στόν πλησίον, τήν ὑποκριτική συμπεριφορά, τά ἄτοπα συναισθήματα, τίς ἄπρεπες ἐνθυμήσεις καί ἐπιθυμίες, τήν ἀμέλεια στήν προσευχή, τίς ἄτοπες πράξεις κ.λπ.
Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου μέ εἰλικρίνεια μήπως εἶσαι κυριευμένος ἀπό κάποιο πάθος. Φύγε μακρυά ἀπό τήν αὐταρέσκεια.
Θυμήσου ὅτι, ἀκόμη καί ὅλα τά προστάγματα τοῦ Κυρίου νά τηρήσεις, ἀλλά φταίξεις σέ μία μόνον ἐντολή, εἶσαι ἔνοχος ὅλων, σύμφωνα μέ αὐτό πού εἶναι γραμμένο στήν Ἁγία Γραφή: «Ἐάν τις τόν νόμον ὅλον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος»[1].
Κατά τήν αὐτοεξέτασή σου, γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ρώτησε τόν ἑαυτό σου: «Ἄρα γε, μήπως ἀμέλησα κάποια φορά νὰ τηρήσω αὐτὴν ἤ ἐκείνην τήν ἐντολή ἤ ἀμελῶ καί καταφρονῶ αὐτήν καί δέν κάμνω ἐκείνην;»[2].
Πρόσεξε καί κρίνε τόν ἑαυτό σου μέ βάση τίς Ἅγιες Γραφές.
Ἐξέτασέ τον ἄν ἔχει ταπείνωση. Ἰσχύει γιά σένα τό «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι»[3];. Δές πῶς συμπεριφέρεσαι ὅταν ὑβρίζεσαι ἤ ἀδικεῖσαι ἤ καταφρονεῖσαι. Ἐκεῖνος πού ἔχει ταπείνωση, σέ τέτοιες καταστάσεις δέν ἀγανακτεῖ, ἀλλά «ὑπομένει ὅλα τά λυπηρά μετά χαρᾶς καί δέν κεντᾶται ἡ καρδία του τελείως εἰς κανένα ἀπό αὐτά»[4].
Ἐάν μάλιστα συμβεῖ νά πειραχθεῖ λίγο ἀπό τήν ἀδικία, τότε «παιδεύει καί ὀνειδίζει τόν ἑαυτό του. Μπαίνοντας μέσα στὸ σπίτι του καί στοχαζόμενος τόν ἑαυτό του λυπᾶται καί κλαίει· καί ἔτσι ἀκριβῶς προσπίπτει στόν Θεό καί ἐξομολογεῖται σ’ Αὐτόν, σάν νά ἔχασε ὅλους του τούς κόπους»[5].
Στήν συνέχεια, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου ἐάν πενθεῖς συνεχῶς γιά τίς ἁμαρτίες σου. Διότι ὁ μακαρισμός τοῦ Κυρίου λέγει ὅτι «εἶναι μακάριοι αὐτοί πού πενθοῦν»[6] . Ὁ δέ Ἅγιος Συμεών σχολιάζει: «Στοχαστεῖτε, παρακαλῶ, ὅτι δέν εἶπε οἱ πενθήσαντες (δηλ. αὐτοὶ ποὺ πενθήσανε μία φορά ἤ κάποιες φορές στό παρελθόν), ἀλλά οἱ πενθοῦντες, δηλαδή ἐκεῖνοι πού πάντοτε, κάθε μέρα καί κάθε ὥρα, πενθοῦν»[7]Φρόντισε στό ἑξῆς νά μήν περνάει ἡμέρα ἤ νύχτα πού νά μήν ἔχεις πένθος καί δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες σου.
Γνώριζε δέ ὅτι διά τοῦ πένθους θά μπορέσεις νά ἐκπληρώσεις καί τήν ἐντολή τῆς πραότητας καί νά ἀξιωθεῖς τοῦ μακαρισμοῦ τῶν πράων ἀνθρώπων[8]. Διότι: «καθώς ἡ φλόγα τῆς φωτιᾶς σβήνει μέ τό νερό, ἔτσι καί ὁ θυμός τῆς ψυχῆς σβήνει μέ τό πένθος καί μέ τά δάκρυα»[9].
Ἐξέτασε λοιπόν τόν ἑαυτό σου ἐάν εἶσαι ἀληθινά πρᾶος. «Ὁ πρᾶος», παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Συμεών,«δέν ὑποφέρει νά βλέπει παράβαση ἐντολῆς Θεοῦ σέ κανέναν ἄνθρωπο, ἀλλά –σάν νά ἁμαρτάνει αὐτός ὁ ἴδιος– θρηνεῖ πάντοτε γιά ἐκείνους πού παραβαίνουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἁμαρτάνουν»[10].
Κατόπιν, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου ἐάν «πεινᾶς καί διψᾶς τήν δικαιοσύνη»[11], δηλαδή γιά Αὐτόν τόν ἴδιο τόν Θεό. «Ἐκεῖνος ὅπου πεινᾶ καί διψᾶ τόν Θεό, δηλαδή Τόν ποθεῖ καί Τόν ἀγαπᾶ», σημειώνει ὁ θεοφώτιστος Ἅγιος Συμεών, «θεωρεῖ σκύβαλλα (ἀκαθαρσίες-σκουπίδια) ὅλο τόν κόσμο καί τά ἐγκόσμια καί τίς τιμές τῶν ἀνθρώπων. Θεωρεῖ ντροπή τούς ἐπαίνους τους καί ὅλα τά τοῦ κόσμου, δέν τά βάζει στόν νοῦ του (δέν τά ἀποδέχεται) καί δέν τοῦ κάμνουν καμμία ἀπολύτως αἴσθηση»[12].
Ἐξέτασε κατόπιν τόν ἑαυτό σου ἄν εἶσαι πραγματικά ἐλεήμων καί ἄν ἰσχύει γιά σένα τό«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες»[13]. «Ποῖοι εἶναι οἱ ἐλεήμονες;» ρωτᾶ ὁ Ἅγιος Συμεών. Καί ἀπαντᾶ: εἶναι «ἐκεῖνοι ὅπου ἔγιναν πτωχοί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (ὁ Ὁποῖος πτώχευσε γιά μᾶς) καί δέν ἔχουν πλέον τίποτε νά δώσουν καί μὲ τὸν νοῦ τους θυμοῦνται πάντοτε τούς πτωχούς καί τίς χῆρες καί τά ὀρφανά καί τούς ἀσθενεῖς. Καί, πολλές φορές, βλέποντάς τους, τούς σπλαγχνίζονται καί κλαῖνε θερμῶς γιά αὐτούς, ... καί, ὅταν ἔχουν κάτι, τούς ἐλεοῦν μέ ἱλαρότητα καί τούς νουθετοῦν μέ πολλές νουθεσίες ἐκεῖνα πού συμφέρουν στήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς τους»[14].
Ἐλεημοσύνη δέν εἶναι μόνο τό νά δίνουμε ΧΡΉΜΑΤΑ ἀλλά κυρίως ἡ πνευματική ἐλεημοσύνη, ἡ βοήθεια γιά τήν σωτηρία τοῦ πλησίον, καί ἡ ἀληθινή ἐν Χριστῷ ἀγάπη καί εὐσπλαχνία.
Ὅταν, λοιπόν, κάποιος ἔχει ὅλα τά προαναφερθέντα (ταπεινοφροσύνη, πένθος, πραότητα, πεῖνα καί δίψα γιά τόν Θεό, ἐλεημοσύνη), τότε ἐκπληρώνει καί τήν ἐντολή τῆς καθαρότητας. Τότε ἁρμόζει σ’ αὐτόν ὁ μακαρισμός: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»[15].
Ἐπίσης, τότε γίνεται ἀληθινά εἰρηνοποιός καί μακαρίζεται, κατά τό: «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί Υἱοί Θεοῦ κληθήσονται»[16]. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει καθαρή καρδιά, βλέπει τόν Θεό καί ἔχει εἰρήνη μαζί Του. Αὐτός ἀπολαμβάνει εἰρήνη μέσα του, σκορπᾶ εἰρήνη γύρω του καί βοηθᾶ καί τούς ἄλλους νά εἰρηνεύσουν μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους.
Ἐξέτασε, ἐπίσης, ἐάν ἰσχύει γιά σένα ὁ μακαρισμός: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης»[17]. Ἄραγε ὑπέστης διωγμό γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ διότι θέλησες νά τηρήσεις τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ;
Ὁ Κύριος, διά τοῦ στόματός Του (τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου), βεβαίωσε ὅτι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν κατά Χριστόν θά διωχθοῦν. Ἄραγε ἰσχύει γιά σένα τό: «Μακάριοι ἐστέ, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι, καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ' ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ· χαίρετε, καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς»(δηλ. μακάριοι εἶστε, ὅταν σᾶς βρίσουν καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ ποῦνε κάθε κακό πράγμα ἐναντίον σας, λέγοντας ψέματα ἐξαιτίας μου· χαίρετε καὶ ἀγαλλιάζετε, γιατί ὁ μισθός σας εἶναι πολύς στοὺς οὐρανούς)[18].
Ὅταν ἐκπληρώσεις ὅλα τά προηγούμενα πού ἀναφέραμε, τότε ἀξιώνεσαι νά ὀνομαστεῖς υἱός τοῦ Θεοῦ καί τότε μπορεῖς νά ὑπομείνεις ὅλους τούς διωγμούς καί τίς ἀδικίες γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ, πού ἀγαπᾶς. Ἄν ὅμως δέν ἔχεις μέσα σου τόν Κύριο καί δέν εἶσαι καί ἐσύ μέσα Του (μαζί μέ Αὐτόν πού εἶναι ἡ ἐνυπόστατη Χαρά καί Εἰρήνη καί Ἀγάπη), τότε εἶναι ἀδύνατο νά ὑπομείνεις τούς διωγμούς καί νά μήν μνησικακήσεις.
Ἔτσι, λοιπόν, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου ὡς πρός τίς βασικές ἐντολές πού ἀποτυπώνονται στούς ὀκτώ μακαρισμούς τοῦ Κυρίου[19].
 Ἔπειτα προχώρησε σέ μία πιό λεπτομερή ἀνίχνευση-διάγνωση.
Στάσου μέ εἰλικρίνεια ἀπέναντι στόν ἑαυτό σου. Δές τον ὅπως πραγματικά εἶναι. Χωρίς νά προσθέσεις καί χωρίς νά ἀφαιρέσεις ἐνοχές. Μήν λεπτολογήσεις τά διάφορα περιστατικά καί καθόλου μήν θυμηθεῖς λεπτομέρειες σχετικές μέ τά διάφορα σαρκικά ἁμαρτήματα. Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου σέ σχέση μέ τόν Θεό, τόν πλησίον καί τόν ἑαυτό σου.
Α) Ἡ σχέση σου μέ τόν Θεό: Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ἄν ἔχεις εὐλάβεια, ἄν σέβεσαι τόν Θεό, ἄν ἔχεις σταθερή πίστη, ἄν Τόν δοξάζεις καί Τόν εὐχαριστεῖς γιά ὅλα –καί μάλιστα γιά τά θλιβερά· ἄν προσεύχεσαι κάθε στιγμή, ἄν Τόν ὁμολογεῖς (κάνεις δημόσια τόν σταυρό σου ἤ μήπως ντρέπεσαι;), ἄν ἐκκλησιάζεσαι κάθε Κυριακή καί ἑορτή, ἄν μελετᾶς τό νόμο Του, ἄν ἐξομολογεῖσαι καί κοινωνεῖς τακτικά (σύμφωνα μέ τήν ὁδηγία τοῦ Πνευματικοῦ σου), ἄν βλασφημεῖς, ἄν ὀλιγοπιστεῖς, ἄν γογγύζεις κατά τοῦ Θεοῦ, ἄν ὁρκίζεσαι (πρᾶγμα πού δέν πρέπει νά κάνεις ποτέ), ἄν χρησιμοποιεῖς τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ «ἐπί ματαίῳ» (π.χ. λές ἀνέκδοτα μέ τόν Θεό ἤ τούς Ἁγίους), ἄν πηγαίνεις σέ ἀνθρώπους πού ὑπηρετοῦν τόν διάβολο (μάγοι, μέντιουμ, χαρτορίχτρες, καφετζοῦδες) ἤ σέ ἄλλες θρησκεῖες-αἱρέσεις, ἤ πιστεύεις σέ πλάνες (ἀστρολογία, γιόγκα, ὁμοιοπαθητική, ξεματιάσματα ἀπό λαϊκούς, δεισιδαιμονίες, προλήψεις κ.λπ.).
Β) Ἡ σχέση σου μέ τόν πλησίον: Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἀγαπᾶς τόν κάθε ἄνθρωπο στήν γῆ περισσότερο ἀπό τόν ἑαυτό σου καί εἶσαι ἕτοιμος ἀκόμη καί νά πεθάνεις προκειμένου νά τόν βοηθήσεις. Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἐνδιαφέρεσαι γιά τήν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καί κάνεις ὅ,τι μπορεῖς γιά νά γνωρίσουν καί αὐτοί τόν Θεό. Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἔχεις διάκριση, ὑπομονή, ταπείνωση, εὐγένεια, καλωσύνη, φιλευσπλαχνία, ὑπομονή, ὑπακοή, ἁπλότητα, τιμιότητα, εἰλικρίνεια στίς συναναστροφές σου μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους.
 Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἀγαπᾶς καί εὐεργετεῖς τούς ἐχθρούς σου, ἄν προσεύχεσαι μέ ἀγάπη γιά ὅλους, ἄν ἐλεεῖς τούς ἐνδεεῖς, ἄν συμμετέχεις στά κοινά καί συμβουλεύεις τά δέοντα σέ κάθε ἄνθρωπο πού μπορεῖς. Ἐξέτασε ἐπίσης τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἀδικεῖς τόν πλησίον σου μέ ὁποιονδήποτε τρόπο (φόνο, ἔκτρωση, κλοπή, νοθεία, μοιχεία, συκοφαντία, διαβολή, καταλαλιά, κατάκριση, καχυποψία, τόκο, δόλο, ὑπουλότητα, ὕβρη, ὑποτίμηση, ἐκμετάλλευση, χρησιμοποίηση τοῦ πλησίον γιά ἰδιοτελεῖς σκοπούς, ἀνηθικότητα, ἀδιαφορία, παρακίνηση ἤ συμμετοχή σέ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία).
Γ) Ἡ σχέση σου μέ τόν ἑαυτό σου: Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τό ἄν ἀληθινά ἀγαπᾶς τή σωτηρία σου καί φροντίζεις γι’ αὐτήν (ἄν προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα, ἄν τηρεῖς ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, ἄν ἐκκλησιάζεσαι, ἄν ἐξομολογεῖσαι καί κοινωνεῖς τακτικά, σύμφωνα μέ τίς ὑποδείξεις τοῦ Πνευματικοῦ σου).
Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου ἄν φροντίζεις καί γιά τή σωματική σου ὑγεία, φονεύοντας τά πάθη καί ὄχι τό σῶμα σου. Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου ἄν βλάπτεις μέ ὁποιονδήποτε τρόπο τό σῶμα σου καί τήν ψυχή σου (γαστριμαργία, λαιμαργία, φιληδονία, πορνεία ἤ πορνεία μέ τά μάτια ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο σαρκικό ἁμάρτημα, συγκατάθεση σέ αἰσχρούς ἤ βλάσφημους ἤ πονηρούς λογισμούς, ἀκούσματα ἤ λόγια ἄπρεπα, μουσική δαιμονική, χοροί, ὑποταγή στήν μόδα, προκλητική ἀμφίεση, ναρκωτικά, μέθη, τζόγος-τυχερά παιγνίδια, κάπνισμα κ.λπ.).


[1]     Ἰακ. 2, 10.
[2]     Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Τά εὑρισκόμενα, Λόγος ἑβδομηκοστός, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Πῶς πρέπει κάθε ἕνας νά ἐπισκέπτεται, καί νά ἐρευνᾷ μέ ἐπιμέλειαν τόν ἑαυτόν του καί τήν κατάστασίν του. Και τί λογῆς πρέπει νά συγκρίνῃ τά ἔργα του μέ τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ, http://www.egolpion.com/sumewn_70stos.el.aspx.
[3]     Ματθ.,  5, 3
[4]     Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Τά εὑρισκόμενα, Λόγος ἑβδομηκοστός, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Πῶς πρέπει κάθε ἕνας νά ἐπισκέπτεται, καί νά ἐρευνᾷ μέ ἐπιμέλειαν τόν ἑαυτόν του καί τήν κατάστασίν του. Και τί λογῆς πρέπει νά συγκρίνῃ τά ἔργα του μέ τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ, http://www.egolpion.com/sumewn_70stos.el.aspx.
[5]     Ὅ.π.
[6]     Ματθ.,  5, 4
[7]     Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Τά εὑρισκόμενα, Λόγος ἑβδομηκοστός, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Πῶς πρέπει κάθε ἕνας νά ἐπισκέπτεται, καί νά ἐρευνᾷ μέ ἐπιμέλειαν τόν ἑαυτόν του καί τήν κατάστασίν του. Και τί λογῆς πρέπει νά συγκρίνῃ τά ἔργα του μέ τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ, http://www.egolpion.com/sumewn_70stos.el.aspx.
[8]     Ματθ.,  5, 5
[9]     Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Τά εὑρισκόμενα, Λόγος ἑβδομηκοστός, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Πῶς πρέπει κάθε ἕνας νά ἐπισκέπτεται, καί νά ἐρευνᾷ μέ ἐπιμέλειαν τόν ἑαυτόν του καί τήν κατάστασίν του. Και τί λογῆς πρέπει νά συγκρίνῃ τά ἔργα του μέ τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ, http://www.egolpion.com/sumewn_70stos.el.aspx.
[10]    Ὅ.π.
[11]    Ματθ.,  5, 6
[12]    Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Τά εὑρισκόμενα, Λόγος ἑβδομηκοστός, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Πῶς πρέπει κάθε ἕνας νά ἐπισκέπτεται, καί νά ἐρευνᾷ μέ ἐπιμέλειαν τόν ἑαυτόν του καί τήν κατάστασίν του. Και τί λογῆς πρέπει νά συγκρίνῃ τά ἔργα του μέ τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ, http://www.egolpion.com/sumewn_70stos.el.aspx.
[13]    Ματθ.,  5, 7
[14]    Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Τά εὑρισκόμενα, Λόγος ἑβδομηκοστός, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Πῶς πρέπει κάθε ἕνας νά ἐπισκέπτεται, καί νά ἐρευνᾷ μέ ἐπιμέλειαν τόν ἑαυτόν του καί τήν κατάστασίν του. Και τί λογῆς πρέπει νά συγκρίνῃ τά ἔργα του μέ τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ, http://www.egolpion.com/sumewn_70stos.el.aspx.
[15]    Ματθ., 5, 8
[16]    Ματθ., 5, 9
[17]    Ματθ. 5, 10
[18]    Ματθ. 5, 11-12
[19]    Ματθ. 5, 3-12

Προετοιμασία γιά τήν Ἐξομολόγηση Γ΄- Νοερά Ἐξομολόγηση
Ἀφοῦ ἐξετάσεις τόν ἑαυτό σου καί σημειώσεις τίς ἁμαρτίες σου, ἄς προσπαθήσεις νά τίς συναισθανθεῖς. Πόνεσε καρδιακά διότι καταφρόνησες τίς Θεῖες Ἐντολές τοῦ Πολυέλεου Κυρίου μας.
Σύντριψε τήν καρδία σου μέ τό κατά Θεόν πένθος, πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή διόρθωση καί μετάνοια.
Κατόπιν ἐξομολογήσου ὅλες αὐτές σου τίς ἁμαρτίες νοερά στόν Κύριο. Προσευχήσου μέ συντριβή, μέ μετάνοια, μέ ἀπόφαση γιά ὁλοκληρωτική ἀπομάκρυνση ἀπό ὅλες τίς κακίες καθώς καί ἀπό τίς αἰτίες αὐτῶν τῶν ἁμαρτιῶν καί παθῶν.
 Δάκρυσε... καί ἔτσι ἄς ζητήσεις τό ἔλεος καί τήν συγχώρηση γι’ αὐτές.
Παρακάλεσε τόν Κύριο νά σέ βοηθήσει ὄχι μόνο νά μήν τίς ἐπαναλάβεις ἀλλά καί νά πράξεις τίς ἀντίθετες μέ αὐτές ἀρετές.
Ὡς βοήθημα καί πρότυπο νοερᾶς ἐξομολογήσεως παραθέτουμε ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης μέ τίτλο: Στοχασμοί γιά ἐκείνους πού ἑτοιμάζονται νά σταθοῦν ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ καί τῆς κοινότητας τῆς Ἐκκλησίας στό φοβερό μυστήριο τῆς ἱερῆς ἐξομολογήσεως ἔτσι ὥστε νά λάβουν τήν ἀνακαίνιση ἑνός δεύτερου βαπτίσματος.
Τό κείμενο-νοερά ἐξομολόγηση τοῦ Ἁγίου ἔχει ὡς ἑξῆς:
 «Ἐγώ, μία ἁμαρτωλή ψυχή, ἐξομολογοῦμαι στόν Κύριο, Θεό καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, ὅλες τίς μοχθηρές πράξεις πού ἔχω διαπράξει διά ἔργου, λόγου ἤ σκέψεων ἀπό τήν στιγμή τῆς βάπτισής μου μέχρι καί τήν παροῦσα ἡμέρα.
ê   Δέν ἔχω τηρήσει τίς ὑποσχέσεις τοῦ βαπτίσματός μου, ἀλλά ἔχω καταντήσει τόν ἑαυτό μου ἀνεπιθύμητο ἐνώπιον τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει ἐνώπιόν τοῦ Κυρίου τόσο μέ τήν ἔλλειψη πίστης πού μέ διακρίνει ὅσο καί μέ τίς ἀμφιβολίες μου σχετικά μέ τήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί τήν Ἁγία Ἐκκλησία μας· μέ τήν ἀχαριστία μου ἀπέναντι σέ ὅλες τίς μεγάλες καί ἀκατάπαυστες δωρεές τοῦ Θεοῦ καί ἀπέναντι στήν μακροθυμία Του καί τήν πρόνοιά Του γιά ἐμένα, ἕναν ἁμαρτωλό, μέ τήν ἔλλειψη ἀγάπης πρός τόν Θεό ἀλλά καί τήν ἔλλειψη φόβου τοῦ Θεοῦ, κάτι πού διαφαίνεται ἀπό τήν μή τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν Του καί τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας.
ê   Δέν ἔχω διατηρήσει τήν ἀγάπη στόν Θεό καί στόν πλησίον μου, οὔτε ὅμως ἔχω κάνει ἀρκετές προσπάθειες γι’ αὐτό, ἐξαιτίας τῆς ὀκνηρίας μου καί λόγῳ τῆς ἀδιαφορίας μου νά μάθω τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τίς ἐπιταγές τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἔχω ἁμαρτήσει, διότι δέν προσεύχομαι τό πρωί καί τό βράδυ ἀλλά καί κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας, διότι δέν συμμετέχω στίς Θεῖες λειτουργίες ἤ διότι προσέρχομαι στήν Ἐκκλησία μέ μισή μόνο καρδιά.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν κατάκριση κληρικῶν.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει, διότι δέν σέβομαι τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας, διότι δέν τηρῶ τίς νηστεῖες, ἀλλά καί μέσα ἀπό τήν ἄμετρη κατανάλωση φαγητῶν καί ποτῶν.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν αὐτοπεποίθησή μου, μέ τήν παρακοή μου, μέ τήν ἰσχυρογνωμοσύνη μου, μέ τήν αὐτοδικαίωσή μου, ἀλλά καί μέ τήν ἀναζήτηση ἀποδοχῆς καί ἐπαίνων γιά τίς πράξεις μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν ἔλλειψη πίστης πού μέ διακρίνει, μέ τίς ἀμφιβολίες μου, μέ τήν ἀπελπισία μου, μέ τήν δειλία μου, μέ τίς ὑβριστικές σκέψεις μου, μέ τήν βλασφημία καί τούς ὅρκους μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν ὑπερηφάνειά μου, μέ τήν μεγάλη ἰδέα πού ἔχω γιά τόν ἑαυτό μου, μέ τόν ναρκισσισμό, τήν ματαιοδοξία, τήν ἀλαζονεία καί μέ τόν φθόνο μου, μέ τήν ἀγάπη τῶν ἐπαίνων καί τῶν τιμῶν, ἀλλά καί μέ τό ὅτι ζητῶ νά φαίνομαι ἀνώτερος ἀπ’ ὅ,τι πραγματικά εἶμαι.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν κατάκριση, τήν κακεντρεχή καταλαλιά, τόν θυμό μου, μέ τό ὅτι θυμᾶμαι τίς προσβολές πού μοῦ ἔχουν γίνει, μέ τό μῖσος καί τήν ἀνταπόδοση κακοῦ ἀντί κακοῦ· μέ τίς προκαταλήψεις μου, τίς λογομαχίες, τό πεῖσμα μου καί τήν ἀπροθυμία νά ἀφήσω «χῶρο» στόν πλησίον μου· μέ τήν χαιρεκακία, τήν κακία, τόν σαρκασμό, τίς προσβολές καί τίς κοροϊδίες, μέ τό κουτσομπολιό, μέ τό ὅτι μιλῶ πάρα πολύ καί μέ τήν κενολογία μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τό ἀταίριαστο καί ἐκτεταμένο γέλιο μου, μέ τίς ἀπρέπειές μου καί τήν ἐμμονή μου στίς προηγούμενες ἁμαρτίες μου, μέ τήν ὑπεροπτική συμπεριφορά μου, τήν θρασύτητα καί τήν ἔλλειψη σεβασμοῦ.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει διότι δέν ἐλέγχω τά φυσικά καί πνευματικά πάθη μου, διότι ἀπολαμβάνω τίς ἀκάθαρτες σκέψεις μου, μέ τήν ἀκολασία μου καί τήν ἔλλειψη ἁγνότητας στούς λογισμούς, στούς λόγους καί στίς πράξεις μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν ἔλλειψη ὑπομονῆς γιά τίς ἀρρώστιες καί τίς θλίψεις μου, μέ τήν ἀφοσίωσή μου στίς ἀνέσεις τῆς ζωῆς καί μέ τό ὅτι εἶμαι τόσο προσκολλημένος στούς γονεῖς, στά παιδιά, στούς συγγενεῖς καί στούς φίλους μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει διότι σκλήρυνα τήν καρδιά μου, διότι ἔχω ἀσθενή θέληση καί διότι δέν παρακινῶ τόν ἑαυτό μου νά κάνει τό καλό.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν φιλαργυρία μου, τήν ἀγάπη μου γιά ΧΡΉΜΑΤΑ καί γιά τήν ἀπόκτηση περιττῶν πραγμάτων ἀλλά καί μέ τήν ὑπερβολική μου προσκόλληση σέ πράγματα.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει μέ τήν δικαίωση τοῦ ἑαυτοῦ μου, μέ τήν ἀδιαφορία γιά τίς ὀχλήσεις τῆς συνείδησής μου, ἀλλά καί διότι ἀπέτυχα νά ἐξομολογηθῶ τίς ἁμαρτίες μου λόγῳ ἀμέλειας ἤ ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειάς μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει πολλές φορές κατά τήν ἐξομολόγησή μου μέ τό νά παρουσιάζω τίς ἁμαρτίες μου ὡς μικρότερες ἀπ’ ὅ,τι εἶναι, μέ τήν δικαιολογία καί τήν ἀπόκρυψη ἁμαρτιῶν μου.
ê   Ἔχω ἁμαρτήσει στό ἁγιότατο καί ζωοπάροχο Μυστήριο τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος Σου, μέ τό νά προσέρχομαι στήν Θεία Κοινωνία χωρίς ταπείνωση ἤ χωρίς φόβο Θεοῦ.
Ἔχω πράγματι ἁμαρτήσει, μέ λόγια καί μέ σκέψεις, ἐν γνώσει καί ἐν ἀγνοίᾳ, ἠθελημένα καί ἀθέλητα, μέ τίς σκέψεις καί μέ τήν ἀπερισκεψία μου, καί εἶναι ἀδύνατο νά καταμετρηθοῦν ὅλες οἱ ἁμαρτίες μου ἐξαιτίας τοῦ πλήθους τους. Ἀλλά εἰλικρινά μετανοῶ γι’ αὐτές καί γιά ὅλες, ὅσες δέν ἀνέφερα ἐξαιτίας τῆς λησμοσύνης μου καί παρακαλῶ νά μοῦ συγχωρεθοῦν ἀπό τό ἀμέτρητο ἔλεος Σου».

 Εὐχή.
Εἴθε ὁ Παντοδύναμος Θεός διά τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος νά ἐμπνεύσει τήν εἰλικρινή μετάνοια στίς καρδιές ὅλων μας, ἔτσι ὥστε νά γνωρίσουμε τίς ἐντολές Του, νά ἀντιμετωπίσουμε πραγματικά τίς ἁμαρτίες μας καί νά τίς ἐξομολογηθοῦμε ταπεινά σ’ Ἐκεῖνον, τόσο στίς κατ’ ἰδίαν προσευχές μας ὅσο καί στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, οὕτως ὥστε νά φύγει τό φορτίο μας, νά ἀνακουφιστοῦμε καί νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τήν ἐνοχή μας καί νά ἑνωθοῦμε ξανά μέ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία.
Τί μεγάλο δῶρο εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως!»[1]


[1]     Ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης, "Προετοιμασία γιά τήν ἐξομολόγηση", Στοχασμοί γιά ἐκείνους πού ἑτοιμάζονται νά σταθοῦν ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ καί τῆς κοινότητας τῆς Ἐκκλησίας στό φοβερό μυστήριο τῆς ἱερῆς ἐξομολογήσεως, ἔτσι ὥστε νά λάβουν τήν ἀνακαίνιση ἑνός δεύτερου βαπτίσματος. ΠΗΓΗ:synodoiporia.blogspot.com,

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...