Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

ΘΕΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ!!!



Ο ΘΕΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΠΟΥ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΦΤΙΑΞΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ!!!
Ένα υπέροχο βίντεο, που δείχνει πως η ύπαρξη του Θεού
είναι ένα ερώτημα του οποίου η απάντηση
είναι ζήτημα απλής λογικής...
 


 


Γιατί αυτό το βίντεο δεν το έφτιαξαν Έλληνες;
Γιατί εμείς οι Έλληνες είμαστε τα μεγαλύτερα θύματα των τραπεζιτών, έχουμε ζαλιστεί με το χρήμα αλλά κυρίως με τη δωδεκαθεΐτικη αρλούμπα, και ψάχνουμε στα άχυρα τη 
 γνώση...



Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, Επιστήμων και Χριστιανός.


«Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός»
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αχελώου κ. Ευθυμίου(Κ. Στυλίου)
από το βιβλίο του «Λόγος Ζωής», Εκδόσεις «ΑΘΩΣ», Αθήνα 2001

Προοίμιον: Φυσιογνωμία μοναδική στην ιστορία της Εκκλησίας, ο Λουκάς. Υπήρξε ιατρός καί συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, αξιώθηκε δε να γίνει και συγγραφεύς του τρίτου Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων.

α. Η μόρφωση του: Ο Λουκάς καταγόταν από την Αντιόχεια και η καταγωγή του ήταν ελληνική. Ήταν άνθρωπος μορφωμένος, με επιστημονική γνώση και σοφία. Είχε σπουδάσει την ιατρική και ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού. Ο απόστολος Παύλος τον προσείλκυσε στη χριστιανική πίστη και τον έκαμε συνεργάτη του. Ο Παύλος τον αποκαλεί «ιατρόν αγαπητόν». Μελετώντας κανείς τα δύο έργα του, το «κατά Λουκάν Ευαγγέλιον» και τις «Πράξεις των Αποστόλων», διαπιστώνει ότι ο Λουκάς ήταν όχι μόνο θερμός ιεραπόστολος, αλλά και άριστος χειριστής της ελληνικής γλώσσας, δόκιμος συγγραφεύς, ακριβής ιστορικός, απαράμιλλος λογοτέχνης και υπέροχος χρονογράφος. Στις σελίδες των έργων του φαίνεται ο πλούτος των γνώσεων πού κατείχε απ' όλους τους κλάδους της επιστημονικής σοφίας. Είχε επίσης βαθιά θρησκευτική μόρφωση, γνώριζε τα βιβλία της Π. Διαθήκης, καθώς και την εβραϊκή ποίηση.

β. Η χριστιανική του ιδιότητα: Ο ιατρός Λουκάς ήταν χριστιανός επιστήμων. Δέχθηκε τη χριστιανική πίστη, χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις, από το στόμα και την φλογερή καρδιά του αποστόλου Παύλου. Ο άριστος ιατρός έγινε και άριστος χριστιανός. Οι γνώσεις του και τα έκτακτα πνευματικά του χαρίσματα δεν τον γέμισαν με έπαρση και αλαζονεία και δεν τον εμπόδισαν να γνωρίσει και να δεχθεί την πίστη του Χριστού. Διότι, ο Λουκάς ήταν μεν μορφωμένος, αλλά είχε και το χάρισμα του αληθινά σοφού: ήταν ταπεινός.

γ. Το ιεραποστολικό του έργο: Ο Λουκάς διεκρίθη ακόμη και ως ιεραπόστολος. Η χάρη του Θεού πού τον οδήγησε κοντά στον απόστολο των εθνών, ανέδειξε και αυτόν «σκεύος εκλογής» και μεγάλο ιεραπόστολο. Ακολούθησε τον Παύλο σε όλες σχεδόν τις ιεραποστολικές του περιοδείες. Εκήρυξε το ευαγγέλιον του Χριστού σε πολλά μέρη της Ασίας, της Μακεδονίας, της Ελλάδος (Αχαΐας), της Ιταλίας και ίσως της Γαλλίας και της Αφρικής. Το ύψιστο όμως κήρυγμα και το μεγαλύτερο ιεραποστολικό έργο του Λουκά ήταν η συγγραφή δύο βιβλίων της Κ. Διαθήκης, του τρίτου Ευαγγελίου και του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων. Ο Λουκάς πρόσφερε ολόκληρη τη ζωή του στην χριστιανική υπόθεση, αξιώθηκε δε να δώσει και τη μαρτυρία του αίματος, διότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο σε ηλικία 84 ετών!

Επίλογος: Αυτός υπήρξε ο Λουκάς, ο Ιατρός ο αγαπητός, φίλος και συνεργάτης του αποστόλου Παύλου. Πραγματικά μορφωμένος και ανώτερος άνθρωπος, πού συνδύαζε την επιστήμη με την πίστη και την ευσέβεια. Ανεδείχθη άξιος ευαγγελιστής και ιεραπόστολος, αλλά και υπηρέτης των συνανθρώπων του. Ο Λουκάς αποτελεί έξοχο παράδειγμα για τους επιστήμονες και, ειδικότερα, τους ιατρούς, αλλά και για κάθε σύγχρονο χριστιανό.

(1996)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΛΑΝΗ: «ΕΓΩ ΠΑΤΕΡ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΣ, ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ»

15Του  π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου
Πριν από τέσσερα χρόνια, ή πέντε, δεν ενθυμούμαι καλά, σας είχα αναφέρει ένα γεγονός, δεν ξέρω πόσοι από σας το είχατε ακούσει, το ξαναεπαναλαμβάνω, διότι έχει άμεση σχέση με το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα.

Ήρθε κάποιος χριστιανός, επαναλαμβάνω πριν από τέσσερα χρόνια, πέντε, δεν θυμούμαι, μου είπε το όνομά του, και ήλθε σε μένα επειδή είχε πεθάνει ο πνευματικός του... - γνωστός, από το Λοιμωδών, - και αμέσως μετά μου είπε:

«Εγώ πάτερ μου, για να ξέρεις είμαι πολύ καλός χριστιανός, είμαι και ταπεινός, είμαι και δίκαιος», και τον ρώτησα από πού αυτό το συμπέρασμα.
Και μου απαντάει, «Έχω πολύτεκνη οικογένεια, είμαι τμηματάρχης στη Άλφα Δημόσια Υπηρεσία, πηγαίνω κάθε Κυριακή και γιορτή στην Εκκλησία, κάνω την προσευχή μου πρωί και βράδυ, δίνω πολλές ελεημοσύνες, και μάλιστα φτάνω μέχρι και την εντολή που δίνει ο Θεός, να δίνουμε μέχρι και το δέκατο από το μισθό μας, επισκέπτομαι τους αρρώστους στα νοσοκομεία, κατάκοιτους στα σπίτια, νηστεύω Τετάρτες και Παρασκευές και όλες τις Σαρακοστές, εξομολογούμαι τακτικά, κοινωνώ επίσης …»

Όλα αυτά μου θύμισαν αμέσως τον Φαρισαίο, διότι τίποτε περισσότερο από το Φαρισαίο δεν είπε, όχι ο Φαρισαίος όλα τα έκαμεν,«Διαβάζω την Καινή Διαθήκη», κι ο Φαρισαίος ήξερε τον Νόμον του Θεού,«Και μάλιστα πολύ καλά, και πολλά όλα ωραία βιβλία, όπου κι αν πάω, όπου κι αν σταθώ, μιλάω για τον Αντίχριστο, για το φοβερό ΕΚΑΜ, για το εξακόσια εξήντα έξι, και καυτηριάζω το κακό, κάνω αυστηρές παρατηρήσεις στο όνομα του δικαίου, και καυτηριάζω το κακό, και του Ευαγγελίου, σε όλους, στη γυναίκα μου, στα παιδιά μου, στους συγγενείς μου, στους υφισταμένους μου, στους γειτόνους μου, στους εργάτες μου, στους συγκάτοικούς μου, σ’ αυτούς που είναι στο δρόμο, παντού, σε όλους, σε όλους, …» δεν τον άφησα να, συνεχίσει βέβαια, διότι είχα καταλάβει αρκετά, και κείνη τη στιγμή, με φώτισε ο Θεός, αν και είμαι αμαρτωλός, όντως αμαρτωλός είμαι, αμαρτωλός και άθλιος και του είπα τα εξής :

«Αν θέλεις να μάθεις συ ο ίδιος, πόσο καλός άνθρωπος είσαι, και τι είδους χριστιανός είσαι, και αν αυτό που νομίζεις ότι είσαι, αρέσει στο Θεό, θα πας αμέσως τώρα μόλις φύγεις από δω, στη γυναίκα σου, και στα παιδιά σου, και αύριο μεθαύριο στους συγκατοίκους της πολυκατοικίας, στους συγγενείς, στους συναδέλφους και λοιπά, και θα τους ρωτήσεις να σου πουν με απόλυτη ειλικρίνεια, τι γνώμη έχουν για σένα. Και μάλιστα τι μουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη σου, και τι γνώμη έχουν για τον Χριστιανισμό που εσύ αντιπροσωπεύεις. Αυτός είναι ο κανόνας που σου βάζω. Και θα ’ρθείς ύστερα από μερικές μέρες να μου απαντήσεις. Μέχρι τότε δεν έχει Θεία Κοινωνία. Και μόνον την αλήθεια, και όσοι διστάζουν να σου την γράψουν ανώνυμα, να την τυπώσουν στην γραφομηχανή, και στα κομπιούτερς που υπήρχαν τότε, και να στα παραδώσουν μέσε σε κλειστά φάκελλα για να ξέρεις. Και όταν βέβαια θα ακούσεις και θα διαβάσεις τις γνώμες των συνανθρώπων σου, να σταθείς, να πάς στην Εκκλησία και να σταθείς μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και να Τον ρωτήσεις, ύστερα από όσα μου είπαν, και από όσα διάβασα, αν πεθάνω σήμερα Χριστέ μου, κληρονομώ την Βασιλεία Σου;»

Βέβαια έφυγε θιγμένος, θυμωμένος, στεναχωρημένος και προβληματισμένος. Γύρισε όμως ύστερα από τρεις εβδομάδες. Έπεσε στα γόνατα και ομολόγησε φωνάζοντας:
«Πάτερ μου είμαι αμαρτωλός, είμαι εγωιστής, μού ’παν ότι είμαι σκληρόκαρδος, θυμώδης, καβγατζής, γκρινιάρης, άδικος, κουτσομπόλης, υπερήφανος, καινοδοξής, λαίμαργος, φιλάργυρος, άπιστος, άθεος, και όλοι μηδενός εξαιρουμένου μου είπαν ότι είμαι υποκριτής, υποκριτής. Και αν πεθάνω σήμερα, δεν έχω κανένα ίχνος μετανοίας, διότι έρχεται η εβδομάδα της Κυριακής των Απόκρεω, και ξέρω ότι εκείνη την Κυριακή διαβάζεται το Ευαγγέλιον της Κρίσεως. Αν πεθάνω που θα πάω;»

Δυστυχώς αδελφοί μου οι πιο πολλοί από μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο του μοιάζουν. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί αλλά κάνουμε μεγάλο λάθος. Η πορεία μας στη ζωή μας, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα στην οικογένειά μας, και στον εργασιακό χώρο και στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι απορία που ικανοποιεί τα πάθη, και δεν είναι πορεία για την κάθαρση, για τον αγιασμό, για την θέωση, για τη σωτηρία.

Όσο μας ξέρει ο σύντροφος της ζωής μας, δεν μας ξέρει κανένας άλλος. Και καμιά φορά όσο μας ξέρουν τα παιδιά μας, και όσο μας ξέρουν συνεργάτες, υφιστάμενοι και προϊστάμενοι, και τόσοι άλλοι, που γνωρίζουν και βλέπουν τα στραβά μας και τα λάθη μας και τις κακίες μας, τόσο καλά ώστε να ’μαστε εμείς τυφλοί και να μη τις βλέπουμε. Μόνον βέβαια ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από όλους, ποιοι είμεθα στο βάθος του είναι μας, διότι Αυτός βλέπει μέσα στις καρδιές μας.

Μέσα μας βλέπει ο Θεός, δε βλέπει από έξω. Και δυστυχώς αν κρατήσουμε αυτήν την στάση, θα ακούσομε αυτό που είπε ο Κύριος: «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».

Γι’ αυτό και χρειάζεται η καθημερινή μετάνοια και η αλλαγή της ζωής μας, να μάθουμε από τώρα να ζούμε την αιώνια ζωή, ή μάλλον την ίδια ζωή που έζησε ο Χριστός πάνω στη γη. Να παλεύουμε λοιπόν και να αγωνιζόμαστε κάθε μέρα, για την κάθαρση, τον φωτισμό και τον αγιασμό. Και αν δεν τα καταφέρνουμε, άνθρωποι είμαστε, κι αν λυγίζουμε, και αν κάθε μέρα πέφτουμε, να σηκωνόμεθα, να ομολογούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, ότι είμεθα ένα τίποτα, μπροστά στον αγιασμό των αγίων και μπροστά στην Παναγιότητα και Παναγαθότητα του Αγίου μας Θεού. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε όπως έζησε ο Χριστός, και πρέπει να μάθουμε να τρεφόμεθα καθημερινά από τον άρτον της ζωής, απ’ τον άρτον της δικαιοσύνης, απ’ τον καθημερινό άρτο της κάθε αρετής που πρέπει να καλλιεργούμε.

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες» είπε ο Κύριος, «ότι αυτοί χορτασθήσονται.» Και δεν είναι δικός μας μόνον χορτασμός. Είναι και χορτασμός του Χριστού, αλλά είναι και χορτασμός του πλησίον. Αν εγώ χορτάσω από αγάπη, θα την προσφέρω πρώτα στον Θεόν, και ύστερα θα την προσφέρω στον πλησίον. Θα αναπαυθεί ο Θεός, και θα πολλαπλασιάσει τις δωρεές Του μέσα μου. Και έτσι, δι’ αυτών των δωρεών, και δι’ αυτών των χαρισμάτων, θα χορτάσω με τον Άρτον του Χριστού, της δικαιοσύνης και της κάθε αρετής. Και τον πλησίον μου θα Τον ξεδιψάσω με τον λόγον του Θεού, τον αληθινόν λόγον, που θα βγαίνει μέσα από την πείρα της ζωής μου και της ζωής σου.

Όχι μόνο από αυτά που διαβάζουμε, καλά είναι αυτά που διαβάζουμε, και καλώς πολύ καλά κάνουμε να τα μεταφέρουμε συχνά πυκνά στους δικούς μας, στα παιδιά μας, στις συντροφιές μας. Αλλά όμως πέρα από τις πείνες και τις δίψες τις υλικές που υπάρχουν γύρω μας, και τις οποίες κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο ας πούμε ότι καλύπτονται είτε από μας, είτε από την κοινωνική πρόνοια, αυτό είναι καθήκον όμως, υπάρχει πείνα και δίψα για αληθινό λόγο Θεού, και τον λόγον του Θεού ΔΕΝ τον συζητάμε στα σπίτια μας, δεν τον συζητάμε μεταξύ μας στις συντροφιές μας, δεν τον συζητάμε τον λόγον του Θεού και τους βίους των Αγίων και τα γεγονότα που περιγράφονται στα γεροντικά όταν συναντόμεθα μεταξύ μας, φιλικά απ’ το ένα σπίτι στο άλλο. Θα πείς, μας κοροϊδεύουν. Να μας κοροϊδέψουν αλλά εμείς να πούμε τον λόγον του Θεού.

Και ο αγώνας ο δικός μας, και των κληρικών και των λαϊκών, είναι να ομοιάσουμε τον Χριστό. Όλες οι ευχές της Θείας Λειτουργίας, αν τις προσέξτε καλά, γιατί σαν εδώθησαν προς μελέτη, οι ευχές αυτές της Θείας Λειτουργίας, με πάρα πολύ καλή ανάλυση και μέσα από την πράξη της ζωής, αγίων ανθρώπων, αγίων πιστών, αγίων απλών εφημερίων, κληρικών και ασκητών, σας εδόθη η ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας. Αν λοιπόν προσέξουμε καλά, θα δούμε ότι ο σκοπός είναι ο αγιασμός της ψυχής μας, είναι να χορταίνουμε από τον ίδιο τον Χριστό, και αυτό που περισσεύει, να το δίνουμε στους άλλους.

Έχω αγάπη; Θα σας δώσω.
Δεν έχω; Δε θα σας δώσω.
Έχετε αγάπη; Θα τη δώσετε.
Έχετε υπομονή; Θα τη δώσετε, κάνοντάς την.
Έχετε πραότητα και ειρήνη; Θα τη δώσετε!
Δηλαδή έχετε χάρη Θεού; Θα δώσετε.
Έχουμε Χάρη; Θα δώσουμε.
Δεν έχουμε; Δεν θα δώσουμε.

Μας παρασέρνουν πότε το ένα πάθος και πότε το άλλο, και έτσι λοιπόν αντί να προσφέρουμε την ταπείνωση και την πραότητα που ζητάει ο Θεός από μας, εμείς προσφέρουμε αγριότητα, θυμό, νεύρα, αντιλογία, αντιρρήσεις, και χαλάμε την ειρήνη του σπιτιού μας. Και ξεχνάμε αυτό που μας είπε ο Πανάγιος Θεός «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». Δεν έχουμε ειρήνη μέσα μας. Δεν έχουμε ανάπαυση. Δεν έχουμε γαλήνη, όχι επειδή είμαστε άρρωστοι, - οι αρρώστιες βέβαια είναι αλήθεια ότι προσφέρουν ταραχή, δεν αφήνουν ήσυχο και το σώμα, οι πολλές και ποικίλες που έχουμε - αλλά όμως όταν υπάρχει μέσα μας ειρήνη, η ειρήνη του Θεού που υπερέχει, κάθε σκέψη και κάθε νουν που φτάνει μέχρι τον ουρανό, αυτή η ειρήνη ειρηνεύει και το σώμα, ειρηνεύει τις αισθήσεις, ειρηνεύει τους λογισμούς και άμα αυτή η ειρήνη πλημμυρίσει την ψυχή μας ύστερα από προσευχή, η ειρήνη επικρατεί και στο σπίτι.

Η ειρήνη επικρατεί και στο περιβάλλον. Η ειρήνη επικρατεί και την ώρα που οδηγείς το αυτοκίνητο.«Μάθετε απ’ εμού λοιπόν ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία».

"Γυμνός και δε με ντύσατε ή με ντύσατε"; Και κανένας ντύνεται με αρετές, δεν ντύνεται κανένας μονάχα δίνοντας κάλτσες και παπούτσια και ρούχα, χρειάζονται και αυτά, διότι όπως μας λένε οι στατιστικές και οι πολιτικοί μας, ένα πολύ μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, και αυτοί έχουν τις ανάγκες μας, αλλά όμως μαζί με το φαγητό, μαζί με το ψωμί και το νερό, μαζί με τη θέρμανση, μαζί με τον ρουχισμό και μαζί με τα πρώτα είδη ανάγκης, τα φάρμακα και τα λοιπά, χρειάζεται να του προσφέρουμε την αγάπη της καρδιάς μας. Να του προσφέρουμε τον λόγον του Θεού, να του προσφέρουμε αυτό το μάννα, που έθρεψε εμάς, να το βγάλουμε απ’ την καρδιά μας, για να του δώσουμε και αυτόν να χορτάσει. Αυτό το δίνουμε; Αυτό είναι το ερωτηματικό.

Το να τηρούμε πέντε δέκα εντολές και να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι επειδή πηγαίνουμε στην Εκκλησία, δεν λέει πολλά πράγματα. Πρέπει να έχουμε αληθινή μετάνοια, και να την διδάσκουμε και έμπρακτα στους άλλους. Και την αληθινή μετάνοια δεν την βλέπω ούτε στον εαυτόν μου, αλλά ούτε και στους περισσοτέρους απ’ αυτούς που έρχονται να εξομολογηθούν. 
πηγή

“γενεά διεστραμμένη”….


Έζησε πριν από 28 αιώνες. Και, όπως ο ίδιος λέει, η γυναίκα του τον απατούσε. Γι’ αυτό και για ένα χρονικό διάστημα τη χώρισε. Αλλά κατόπιν τη συχώρεσε και την ξαναπήρε στο σπίτι του.
Ο λόγος για τον προφήτη Ωσηέ, που η μνήμη του γιορτάζεται στις17 Οκτωβρίου.
Δεν είναι βέβαιο ότι η οικογενειακή του κατάσταση, ήταν όντως, όπως την περιγράφει.
Γιατί μπορεί η αναφορά του στη συζυγική απιστία να ήταν απλά μια παραστατική εικόνα της σχέσης των Εβραίων προς το Θεό. Πράγμα, που ισχύει και σήμερα, σχετικά με τους σιωνιστές….
Είναι, άλλωστε χαρακτηριστικό ότι την ίδια γλώσσα με τον Ωσηέ, θα χρησιμοποιήσει αργότερα και ο Χριστός, όταν θα μιλήσει για τη “γενεά τη μοιχαλίδα και διεστραμμένη”…
Λευτέρωσε ο Θεός τους Εβραίους απ’ την καταπίεση και τη γενοκτονία, που τους επέβαλαν οι Αιγύπτιοι. Τους περιέθαλψε για σαράντα χρόνια στην έρημο. Κάνοντας τον ουρανό να βρέχει τροφή και τις πέτρες να αναβλύζουν νερό.
Κι όταν το προαιώνιο όνειρό τους έγινε πραγματικότητα, εκείνοι τον πρόδωσαν. Και λάτρεψαν άλλους θεούς.
Κύριοι υπαίτιοι της πραγματικότητας αυτής; Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία! Οι βασιλιάδες και το ιερατείο…
Οι οποίοι πάνω απ’ το θέλημα του Θεού και την αγάπη για το συνάνθρωπο έβαζαν την ξενόφερτη απάνθρωπη θρησκεία. Που απαιτούσε κόμη και τις θυσίες των πρωτότοκων παιδιών.
Ο Ωσηέ αποκαλεί τη θρησκευτικότητα αυτού του είδους «πορνεία» και «μοιχεία» . Και εκσφενδονίζει τους μύδρους του εναντίον του ιερατείου:
“Το συνάφι του ιερατείου, λέει, μοιάζει με συμμορία ληστών. Καλλιεργούν την αδικία και γι’ αυτό θερίζουν το μίσος…”.
Aπευθυνόμενος προς τους ιερωμένους της εποχής του, τους λέει:
“Ο λαός μου καταστράφηκε από την έλλειψη γνώσης. Επειδή σεις απορρίψατε τη γνώση μου, απορρίπτω κι εγώ εσάς από του να είσθε λειτουργοί μου. …”.
Και ασφαλώς και ο λαός ακολουθεί το “χορό” των βασιλιάδων και του ιερατείου:
“Ψευδορκίες και δολοφονίες…πολλαπλασιάζονται και αίματα επί αιμάτων συσσωρεύονται! λέει ο προφήτης. Κάνουν συμφωνίες και παίρνουν αποφάσεις με ψεύτικους όρκους. Και η δικαιοσύνη τους είναι σαν δηλητηριώδες φυτό”!…
Ο Γιεχωβά αντιμετωπίζει τους Εβραίους, όπως και ο προφήτης την άπιστη γυναίκα του.
Προσπαθεί με προσωρινές τιμωρίες να τους φέρει στο σωστό δρόμο. Αλλά τελικά πείθεται ότι δεν πρόκειται για κάποια περιστασιακά παραστρατήματα αλλά για ολοσχερή διαστροφή.
Και καταλήγει πως μόνο μια μεγάλη καταστροφή μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική μεταστροφή και επιστροφή:
«Κάποτε οι Εβραίοι έμοιαζαν με θαλερό και πολύκαρπο αμπέλι, λέει ο προφήτης. Αλλά, όσο πλουσιότεροι είναι οι καρποί και ευφορότερη η χώρα, που τους πρόσφερα, τόσο περισσότερα θυσιαστήρια χτίζουν στους ξένους θεούς”…
Όμως! Θα ’ρθει η ώρα, που θα δώσουν λόγο των πράξεών τους:
«Μη χαίρεσαι και μη γλεντοκοπάς Ισραήλ. Τ’ αλώνια με το σιτάρι και τα πατητήρια των σταφυλιών με το κρασί θα τα χάσεις. Άλλοι θα πάνε αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο κι άλλοι στην Ασσυρία. Και θα φάνε ακάθαρτο και πικρό ψωμί. Κι εδώ τα πολύτιμα κι αγαπημένα πράγματά σας θα τα σκεπάσουν αγκάθια…».
Το κήρυγμα όμως της καταστροφής επισύρει την αγανάκτηση των Ισραηλιτών κατά του προφήτη, οι οποίοι τον χαρακτηρίζουν ανόητο και τρελό:
“Ανόητος είναι ο προφήτης, λένε, τρελός είναι ο άνθρωπος του πνεύματος!…”
Όταν όμως θα ’ρθει η καταστροφή οι Εβραίοι, πάνω στην ανάγκη τους, θα κάμουν ο, τι κάνουμε, συνήθως, όλοι μας. Θα θυμηθούν το Θεό:
“Στην ανάγκη τους, λέει ο Θεός, θα με αναζητήσουν. Αλλά με τις θυσίες των βοδιών και των προβάτων δεν θα με βρουν”.
“Δεν θέλω τα πρόβατα σας και τα βόδια σας. Γνώση κι εμπιστοσύνη στο Θεό σας θέλω. Δικαιοσύνη, και ευσπλαχνία για το συνάνθρωπό σας. Σπείρετε δικαιοσύνη, για να θερίσετε αγάπη…”.
Αυτά έλεγε στους Εβραίους ο Ωσηέ “τω καιρώ εκείνω”.
Και τι, άραγε, θα είχε να πει σε μας σήμερα; Μήπως τα ίδια; Ή και χειρότερα!…
Γιατί και σήμερα δεν υπάρχει αληθινή θεογνωσία.
Και βέβαια όπου δεν υπάρχει θεογνωσία και δικαιοσύνη ούτε και αγάπη μπορεί να υπάρξει. Κι όταν λέμε αγάπη δεν εννοούμε κάποια γλυκερότητα απέναντι στους συνανθρώπους μας. Ούτε κάποιες ελεημοσύνες της πενταροδεκάρας.
Που σημαίνει ότι ο προφήτης Ωσηέ έρχεται να πει σε μας τους σημερινούς χριστιανούς και προπάντων τους κληρικούς ότι βρισκόμαστε πολύ μακρύτερα απ’ το Θεό απ’ όσο οι σύγχρονοί του Εβραίοι.
Και ότι ζούμε στην προϊστορία όχι μόνο της Καινής αλλά και αυτής ακόμη της Παλαιάς Διαθήκης…
Και ότι συνεπώς θα χρειαστούν πολλές ακόμη χιλιετηρίδες, για ν’ αποκτήσουμε τη θεογνωσία και την αγάπη, που θέλει από μας το Ευαγγέλιο.
Έτσι ώστε να είμαστε και όχι απλά να λεγόμαστε χριστιανοί. Τυπικά και καταχρηστικά! Όπως τώρα….
Που από το ένα μέρος δοξολογούμε το Χριστό κι από το άλλο χειροκροτούμε και ψηφίζουμε τους κανακάρηδες της σατανικής Μπίλντεμπεργκ…
παπα-Ηλίας
http://papaliasyfantis.wordpress.com

ΘΑ ΖΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ.



Μια ομάδα μικρών μαθητών από την Αθωνιάδα Σχολή κατηφόριζαν για τον Γέροντα.[κατά την περίοδο της δεκαετίας του 80]Τους απασχολούσε ένα θέμα:Ακουγόταν ότι ο Γέροντας σε κάποιους είχε πει ότι θα πάρουμε την Κωνσταντινούπολη.Ήθελαν όμως να το ακούσουν και αυτοί από το ίδιο του το στόμα και μάλιστα διερωτώντο αν θα ζουν κι αυτοί όταν θα την πάρουμε.Έλεγαν λοιπόν στον δρόμο μεταξύ τους ότι κάποιος θα'πρεπε να ρωτήσει τον Γέροντα για το θέμα αυτό καθώς θα συζητούσαν.Πήγαν λοιπόν εκεί και κάθησαν μαζί του, δεν τόλμησε όμως κανείς να του κάνει αυτή την ερώτηση.Σηκώθηκαν πήραν την ευχή του και καθώς έστρεψαν για να βγουν στο μονοπάτι,ο Γέροντας ξεπροβοδίζοντάς τους,χαμογελώντας, τους είπε: -Και να ξέρετε:Και την Κωνσταντινούπολη θα την πάρουμε και θα ζείτε κι εσείς εκείνον τον καιρό! Οι μαθητές έμειναν εμβρόντητοι από τα λεγόμενά του και θαύμαζαν και για την Χάρη που είχε και επληροφορείτο από αυτήν τα πάντα,αλλά και για το ότι τους πληροφόρησε ότι στην γενιά την δική τους θα γίνουν αυτά τα φοβερά πράγματα. ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑ'Ι'ΣΙΟΣ -ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ ΕΚΛΟΓΗΣ.

ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ

Τῌ ΙΗ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ.
Τῇ ΙΗ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ.


«Εἰς Ἐμμαοὺς βλέπειν σε κἂν πρὶν εἰργόμην,
(Λουκᾶς λέγει), τρανῶς σε νῦν Χριστὲ βλέπω».
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πέρατος βίου ἔμμορε Λουκᾶς.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Μαρίνου τοῦ γέροντος.

Γέρων Μαρῖνος ἐξελέγχει γραῦν πλάνην,
Τόλμη νεάζων, καὶ τελειοῦται ξίφει.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰουλιανοῦ τοῦ ἐν τῷ Εὐφράτῃ.

Ἐκ τοῦ παρατρέχοντος ὡς ὄναρ βίου,
Ἰουλιανὸς ἄσμενος παρατρέχει.

Ὁ Ἅγιος Μνάσων ἐπίσκοπος Κύπρου, καὶ οἱ Ἅγιοι τεσσαράκοντα παῖδες 

ξίφει τελειοῦνται.

Μνήμη τῶν Ἁγίων νεοφανῶν Μαρτύρων Γαβριὴλ καὶ Κυρμιδώλη

 τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἀθλησάντων τῷ 1522.
Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

18 Οκτωβρίου Συναξαριστής. Λουκά Ευαγγελιστού, Μαρίνου Γέρωντος, Ιουλιανού Οσίου, των Αγίων 40 Τέκνων, Μνάσωνος Επισκόπου, Κυριάκου Ιερομάρτυρα, Γαβριήλ και Κυρμιδώλη Ιερομαρτύρων, των Οσίων Συμεών, Θεοδώρου και Ευφροσύνης.




Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Εὐαγγελιστής
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Ἦταν γιατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, ὅμως γνώριζε πολὺ καλὰ τὴ ζωγραφικὴ τέχνη. Μάλιστα σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται οἱ πρῶτες εἰκόνες τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βρέφος στὴν ἀγκαλιά της, καθὼς καὶ αὐτὲς τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου.
Στὴν χριστιανικὴ πίστη κατηχήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ ἔκτοτε ἀφοσιώθηκε στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Περιόδευσε στὴ Δαλματία, Ἰταλία, Βοιωτία κ.ἄ.
Συνέγραψε τὸ τρίτο κατὰ σειρὰ Εὐαγγέλιο τῆς Καινῆς Διαθήκης, καθὼς καὶ τὶς πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἀναπαύθηκε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν.
Ἀργότερα ὁ γιὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ Κωνστάντιος διέταξε νὰ μεταφερθεῖ τὸ λείψανο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ τοποθετηθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἱ. Ν. τῶν Ἀγ. Ἀποστόλων, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Τιμοθέου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀκέστωρ σοφώτατος, ἱερομύστα Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε· ἔγραψας μάκαρ λόγους, διὰ Πνεύματος θείου· ἔδωκας ἐννοῆσαι, συγκατάβασιν ἄκραν, Χριστοῦ τῆς παρουσίας· διὸ πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.
Κοvτάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμεροv.
Μαθητὴς γενόμενος τοῦ Θεοῦ Λόγου, σὺν τῷ Παύλῳ ἅπασαν, ἐφωταγώγησας τὴv γῆν, καὶ τὴν ἀχλὺν ἀπεδίωξας, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον.
Μεγαλυνάριον.
Μακαρίζομέν σου τὴν δεξιάν, Λουκᾶ θεηγόρε, δι’ ἧς ἔχομεν οἱ πιστοί, τὰς τοῦ Θεοῦ Λόγου, διττὰς ἁγίας πλάκας, καὶ τὴν σεπτὴν Εἰκόνα, τῆς Θεομήτορος.
Ὁ Ἅγιος Μαρῖνο ὁ Γέρων
Ἦταν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ (284 – 304).
Συνελήφθη διότι ἦταν χριστιανὸς καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου Λυσία, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ ἐπαναφέρει τὸν Μαρῖνο στὴν εἰδωλολατρία, μὲ διάφορα σκληρὰ βασανιστήρια, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισε.
Ὁ Ὅσιος Ἰουλιανὸς ὁ ἐν τῷ Εὐφράτῃ ποταμῷ
Παιδὶ φτωχῆς οἰκογένειας ὁ Ὅσιος Ἰουλιανός, ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ἂν καὶ ἀγράμματος, μὲ τὴν ζωντανή του εὐσέβεια εἶχε εὐλογηθεῖ ἀπὸ τὴ θεία χάρη, ὥστε νὰ ἀποκτήσει ἄφθονη πνευματικὴ κατὰ Χριστὸν φιλοσοφία τῆς ὀρθῆς πίστης, τῆς λεπτῆς διάκρισης καὶ τῆς καθαρῆς ζωῆς. Θαυμάσιος στὴν ἐγκράτεια, τὴν ὀλιγάρκεια, τὴ σωφροσύνη, τὴ διάγνωση ψυχικῶν νοσημάτων καὶ κινδύνων, τὴν συνετὴ ὁδηγία καὶ στὴν κατάλληλη συμβουλή.
Νέος ἀκόμα μοναχός, εἶχε γίνει πασίγνωστος γιὰ τὴν σοφία καὶ τὴν ἀρετή του. Καὶ στὸ ἀσκητήριό του, ποὺ ἦταν στὶς ὄχθες τοῦ Εὐφράτη πόταμου, ἔτρεχαν μορφωμένοι ἄνδρες γιὰ νὰ πάρουν τὴν συμβουλή του καὶ νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὰ λόγια του.
Πῆγε στὸ θεοβάδιστο ὄρος Σινά, ὅπου ἀσκήτεψε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο. Ἀλλὰ ἐπέστρεψε πάλι στὸ ἀσκητήριό του στὶς ὄχθες τοῦ Εὐφράτη, καὶ εἵλκυσε πολλοὺς νέους μαθητὲς στὴν ζωὴ τῆς γνήσιας μετάνοιας.
Στὰ χρόνια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη, ὁ Ὅσιος Ἰουλιανὸς στήριξε καὶ παρηγόρησε πολλὲς ψυχές. Ἡ φήμη του εἶχε ἐξαπλωθεῖ τόσο πολύ, ὥστε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὸν ἐγκωμιάζει λέγοντας ὅτι τὸ ὄνομά του εἶναι λαμπρότερο ἀκόμα καὶ ἀπ’ αὐτὸ τῶν βασιλέων.
Ἔτσι ἅγια ἀφοῦ κύλησε ἡ ζωή του, εἰρηνικὰ παρέδωσε στὸ Θεὸ τὴ μακάρια ψυχή του.
 Τὰ Ἅγια 40 Παιδιὰ
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
 Ὁ Ἅγιος Μνάσων ὁ Μάρτυρας Ἐπίσκοπος Κύπρου
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Κυριάκος ὁ Ἱερομάρτυρας
Αὐτὸς λέγεται ὅτι φανέρωσε τὸν τίμιο Σταυρὸ στὴν Ἁγία Ἑλένη καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μακαρίου.
Στὰ γεράματα τὸν βρῆκε ὁ Ἰουλιανὸς (360 – 363), ὅταν μέσω τῶν Ἱεροσολύμων ἐξεστράτευσε κατὰ τῶν Περσῶν. Ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ Κυριάκος μὲ ἐπιστολές του παρότρυνε τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ ἐπιστρέψουν στὴ χριστιανικὴ πίστη, τοῦ ἔκοψε τὸ δεξὶ χέρι καὶ ἀφοῦ σκληρὰ τὸν βασάνισε στὸ τέλος τὸν θανάτωσε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του Ἄννα.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἀγ. Κυριάκου ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 28η Ὀκτωβρίου, ὅπου καὶ ἡ μνήμη τῆς μητέρας του).
Οἱ Ἅγιοι Γαβριὴλ καὶ Κυρμιδώλης οἱ Νεομάρτυρες οἱ ἐν Αἰγύπτῳ
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὴν Αἴγυπτο στὶς 18 Ὀκτωβρίου 1522. Καὶ οἱ δυὸ ἦταν νέοι, πολὺ μορφωμένοι καὶ κατάγονταν ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς.
Συκοφαντήθηκαν στὸν Ἐμίρη τῆς Αἰγύπτου Χάερ Μέκ, ὅτι ἔριχναν ἀπορρίμματα καὶ ἀκαθαρσίες σὲ κάποιο Τούρκικο Τέμενος. Ὁδηγήθηκαν δεμένοι στὸ Διοικητήριο, ὅπου τοὺς ζητήθηκε νὰ δεχτοῦν τὸν Ἰσλαμισμὸ γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὰ βασανιστήρια. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ ὁμολόγησαν σταθερὰ τὸν Χριστό, παραδόθηκαν στὸν κριτή. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἔμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους, παρὰ τὶς κολακεῖες, καὶ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια.
Ἔτσι καὶ οἱ δυὸ μαρτύρησαν στὸ 25ο ἔτος τῆς ἡλικίας τους. Ὁ μὲν Κυρμιδώλης θανατώθηκε μὲ μαχαίρια καὶ πέτρες, ὁ δὲ Γαβριὴλ μὲ ἀποκεφαλισμό.
Τὰ μαρτυρικά τους λείψανα, τὰ ἔβαλαν οἱ Τοῦρκοι δυὸ φορὲς στὴ φωτιά, ἀποτεφρώθηκαν καὶ τὰ διασκόρπισαν. Διασώθηκαν μόνο αὐτὰ τῆς κάρας τοῦ μάρτυρα Γαβριήλ.
Ἀκολουθία αὐτῶν βρίσκεται στὸν κώδικα 379 τῆς Πατριαρχικῆς βιβλιοθήκης τοῦ Καΐρου.
Οἱ Ὅσιοι Συμεών, Θεόδωρος καὶ Εὐφροσύνη οἱ Θαυματουργοί
Ἄγνωστοι στοὺς Συναξαριστές. Ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Θεόδωρος ἦταν ἀδέλφια μεταξύ τους καὶ κτήτορες τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου. Γεννήθηκαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα καὶ ἀφοῦ ἔζησαν ἀσκητικὰ καὶ ὁσιακὰ, ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.
Ἡ δὲ Ὁσία Εὐφροσύνη, εἶναι αὐτὴ ποὺ βρῆκε τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ποὺ κατὰ τὴν παράδοση ἁγιογραφήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Λουκᾶ καὶ φυλάσσεται μέχρι καὶ σήμερα στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὴν Πελοπόννησο.
Ὅλα αὐτὰ βέβαια, σύμφωνα μὲ τὴν Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων, ποὺ ἐκδόθηκε στὴ Βενετία τὸ 1706, στὴν Ἀθήνα τὸ 1840 καὶ 1911.
Ὁ σημερινός Συναξαριστής ὁλοκληρώθηκε μέ πληροφορίες ἀπό Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr), Saint.gr.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

Tό ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα της Πέμπτης 18-10-12.


Ἡ καθημερινή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Χριστιανό. Ὅπως ὁ ἄρτος γιά τό σῶμα ἔτσι καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά τήν ψυχή ἀποτελεῖ ζωτική ἀνάγκη. Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ μόνο μέ ψωμί. ἀλλά καί μέ κάθε λόγο πού ἐκπορεύεται ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 4, 4): «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνο ζήσεται ἄνθρωπος ἀλλ’ ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ». Εἴθε καθημερινά νά μελετοῦμε τό λόγο Του καί νά τρέφουμε τήν ψυχή μας μ’ αὐτόν. Μαζί μέ τά Ἅγια Μυστήρια καί τόν Πνευματικό ἀγῶνα, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συντηρεῖ ἀναμμένη τήν λαμπάδα τῆς πίστεως μέσα μας καί μᾶς καθιστᾶ ζωντανά κυτταρα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Σύν Θεῷ θά ἀναρτῶνται τά ἀναγνώσματα πού ἔχει ὁρίσει ἡ Ἁγία Μας Ἐκκλησία νά ἀναγινώσκονται καθημερινά ἀπό τούς Χριστιανούς γιά τό 2012. Κάνετε κλίκ πάνω στήν εἰκόνα καί μεγενθύνετε γιά νά διαβάσετε τό κείμενο.

Απόστολος: Προς Κολασσαείς κεφ. δ΄ 5 - 11 & 14 – 18
δ΄ 5 - 11 & 14 – 18

Ευαγγέλιον: Κατά Λουκάν κεφ. Ι΄ 16 - 21
Ι΄ 16 - 21

Ευχαριστοῦμε τήν ἀδελφότητα Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ» γιά τήν ὁλοπρόθυμη ἄδεια χρήσης καί ἀναδημοσίευσης τοῦ κειμένου μετά τῆς συντόμου ἑρμηνείας, πού ἔχει ἐκπονήσει ὁ μακαριστός Θεολόγος Π. Τρεμπέλας.

Το οσιακό τέλος μιάς απλοϊκής Μετσοβίτισσας γυναίκας (Μιχαήλ Γ. Τρίτου-Καθηγητού Α.Π.Θ).


πηγή

Ήμουν μαθητής του Γυμνασίου Μετσόβου, όταν έβλεπα τις απογευματινές ώρες μια συμπαθέστατη γριούλα, ντυμένη την τοπική μετσοβίτικη στολή, να πηγαίνει στην Αγία Παρασκευή να παρακολουθήσει την ακολουθία τού Εσπερινού. Κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό μεταλλικό δοχείο με λάδι για να ανάψει τα καντήλια του ναού. Ήταν η Μαρία Μπίσα, μία ευλογημένη από τον Θεό ψυχή!
Μετά το πέρας του Εσπερινού πήγαινε στο κέντρο του ναού και με μία εκ βαθέων δοξολογητική κραυγή έλεγε το “Δόξα Σοι Κύριε”, χωρίς καν να γνωρίζει την σημασία αυτής της φράσης.
Το πρόσωπό της έλαμπε και από τα γεροντικά της μάτια έβγαιναν δάκρυα ικεσίας προς τον δωρεοδότη Θεό. Ήταν η εξωτερίκευση της βιωμένης πίστεως και η έκφραση της γνήσιας ορθοδόξου πνευματικότητος.
Ο Κύριος βράβευσε την πίστη τις απλής αυτής γυναίκας, δίνοντάς της την δυνατότητα να προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια το τέλος της επίγειας ζωής της.
Στο σημείο αυτό θα αφήσω την εγγονή της, την κ. Μαρία-Μπίσα-Ψαροβασίλη, να περιγράψει ως αυτόπτης μάρτυς το γεγονός, με ένα κείμενο ξεχωριστής χάρης και ομορφιάς και με έντονο το στοιχείο της βιωμένης αμεσότητας.
“Την γιαγιά μου την έλεγαν Μαρία. “Έφυγε” στις 20 Φεβρουαρίου 1971′ ήταν 85 ετών. Από καιρό είχε φροντίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια τού θανάτου της, αν και ο τρόπος ζωής της ήταν μια συνεχής προετοιμασία. Τελευταία δεν έβγαινε έξω γιατί την ταλαιπωρούσε το άσθμα που είχε. Δεν ήταν όμως σε τόσο άσχημη κατάσταση. Μέσα στο σπίτι κυκλοφορούσε άνετα και αυτοεξυπηρετούνταν.
Ήταν Ψυχοσάββατο. Εκείνο το πρωινό ξύπνησε γύρω στις έξι. Παρά την γκρίνια μου με ξύπνησε κι εμένα, γιατί, όπως είπε, με ήθελε ξύπνια. Η μητέρα μου άναψε την σόμπα και της έφτιαξε τον καφέ της. Αφού τον ήπιε, ρώτησε για τον καιρό και ζήτησε να πιει δύο γουλιές κρασί, ασυνήθιστο πράγμα για την ώρα.
Ήμασταν οι τρείς μέσα στο δωμάτιο και πολύ σοβαρά μάς είπε ότι εκείνη την ημέρα ήθελε να “κοιμηθεί”. Ζήτησε από την μητέρα μου να την βοηθήσει να πλυθεί και να την ντύσει με τα ρούχα που είχε φυλαγμένα στο σεντούκι. Ακόμη ζήτησε να ειδοποιήσουμε τα παιδιά της να έρθουν στο σπίτι και μια γειτόνισσα να βοηθήσει στην τακτοποίηση τού σπιτιού, γιατί μετά θα ερχόταν κόσμος.
Βέβαια ακολούθησαν πολλοί διάλογοι, όπως: “Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, ακόμη δεν τρελαθήκαμε” και άλλα. Η γιαγιά όμως επέμενε. Κρατούσε τον σφυγμό της και συνεχώς έλεγε στην μητέρα μου: “βιάσου γιατί θέλω να κοιμηθώ, βιάσου γιατί δεν θα προλάβουμε”.
Όταν ο αδερφός μου ετοιμάστηκε να πάει στην δουλειά του, τον αποχαιρέτησε φιλώντας τον και του ευχήθηκε προκοπή και ευτυχία, γιατί δεν θα τον ξανάβλεπε πια.
Σιγά, σιγά αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι κάτι συνέβαινε μι την γιαγιά. Θυμήθηκα ότι την τελευταία Δευτέρα εκείνης της εβδομάδας μού ζήτησε να της γράψω ένα καινούριο ψυχοχάρτι (μικρό τετραδιάκι με τα ονόματα των ψυχών που μνημονεύονται στην Προσκομιδή και τα Ψυχοσάββατα). Ενώ μέχρι τότε γράφαμε τρείς Μαρίες εκείνη την ημέρα μού ζήτησε να γράψω και μία τέταρτη. Της έλεγα πως μπερδεύτηκε, πως έκανε λάθος, αλλά επέμενε να την γράψω και πως αργότερα θα καταλάβαινα.
Την Πέμπτη το απόγευμα είχε καλέσει όλους τους συγγενείς στο σπίτι, έκανε ευχέλαιο και μετάλαβε. Έτσι αποφασίσαμε να ενδώσουμε στης επιθυμίες της και ειδοποιήθηκαν τα παιδιά της και η γειτόνισσα.
Η μητέρα μου την έπλυνε, την χτένισε, της έκοψε τα νύχια. Της ήταν πολύ δύσκολο να της φορέσει τα νεκρικά ρούχα και τότε η ίδια προσπάθησε να τα φορέσει λέγοντάς μας: “εγώ έχω ντύσει τα παιδιά μου και δον θα ντυθώ η ίδια;”
Η γιαγιά είχε οχτώ παιδιά, τα τρία από αυτά πέθαναν ενώ η ίδια ήταν εν ζωή. Τα παιδιά της, οι νύφες, τα εγγόνια έρχονταν ένας-ένας. Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα για να μυν έρθει κανείς ξένος και θεωρηθούμε τρελοί, που έναν ζωντανό άνθρωπο τον ετοιμάζουμε να πεθάνει. Πρέπει να πω ότι όσο κρατούσε αυτή η διαδικασία κατά διαστήματα έχανε την επικοινωνία της μαζί μας και μιλούσε ψιθυριστά. Η μητέρα μου συχνά την ρωτούσε ποιόν έβλεπε, με ποιόν μιλούσε, τί έλεγε, αλλά η απάντησή της ήταν: “μη με ρωτάς τέτοια πράγματα, δεν μπορώ να σου πω”. Η ίδια μάς ρωτούσε μόνο γιέ τον καιρό. Ήθελε πάντα νι πεθάνει την άνοιξη, γιατί αγαπούσε τα λουλούδια, αλλά εκείνη την ημέρα και την επομένη τις κηδείας της χιόνιζε δυνατά.
Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία τού ντυσίματος, ζήτησε να της φέρουμε από το σεντούκι “το κομπόδεμά” της. Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσο ήταν, δεν πρέπει όμως να ξεπερνούσε τις 20 με 30 δραχμές. Μάς τα μοίρασε. Εμένα μου έδωσε ένα δίφραγκο και 2-3 δεκάρες. Μάς αποχαιρέτησε όλους έναν-έναν χωριστά, μάς φίλησε, μάς έδωσε ευχές και μάς είπε ότι ήταν έτοιμη να “κοιμηθεί”. Σε όλη αυτήν την διαδικασία ήταν η πρώτη φορά που συγκινήθηκε και βούρκωσαν τα μάτια της.
Πλάγιασε κάτω από το ντουλάπι τού αγίου Κοσμά, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να κοιμηθεί. Δεν τα κατάφερε όμως και σύντομα άλλαξε γνώμη. Σηκώθηκε και μάς είπε να ετοιμάσουμε την θέση της στο καλό δωμάτιο (έτσι λέγαμε το δωμάτιο υποδοχής), όπως συνέβαινε με όλους τους πεθαμένους του σπιτιού. Καθώς την μεταφέραμε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, είπε δύο φορές: “αχ! σπίτι μου, σπίτι μου”.
Εκεί, λοιπόν, στο καλό δωμάτιο ξάπλωσε στην ειδική θέση. Απέναντι στον τοίχο υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης. Παρατήρησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν καλά τακτοποιημένα και παραπονέθηκε στην μητέρα μου. Ακόμη και αυτά τα τελευταία λεπτά το μυαλό της λειτουργούσε τόσο καλά που ζήτησε να της κόψουμε με ένα ψαλίδι το κλειστό (ρούχο που φορούσε) στην μεριά της πλάτης που δεν φαινόταν έτσι ώστε να έρθει σε ευθεία γραμμή μπροστά στο στήθος. Μέσα στην ταραχή μας είχαμε βάλει πρόχειρα τα παπούτσια της. Ζήτησε να της τα φορέσουμε κανονικά και να τα κουμπώσουμε, γιατί μετά, παρατήρησε πως θα πρηζόταν τα πόδια της και δεν θα ήταν εύκολο να μπουν. Της φορέσαμε το σάβανο, όπως εκείνη ήθελε. Ζήτησε και τις δύο μεγάλες λαμπάδες που είχε φυλαγμένες μαζί με τα κηροπήγια, μία για το κεφάλι και μία για τα πόδια. Τις ήθελε αναμμένες.
Αφού βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν άψογα με το ντύσιμό της, με δική της προτροπή καλύψαμε τον μεγάλο καθρέφτη με ένα μαύρο μαντήλι σε ένδειξη πένθους, όπως συνηθίζαμε στο χωριό. Απευθύνθηκε μπρός όλους και μάς είπε να μείνουμε στο δωμάτιό της κάτω από το εικονοστάσι και να προσευχηθούμε. Μαζί της στο καλό δωμάτιο ήθελε μόνον τις νύφες της, δίπλα γονατιστές να προσεύχονται.
Εγώ δεν ακολούθησα τους άλλους στο εικονοστάσι, γιατί ήθελα τόσο πολύ να δω το τέλος. Άφησα την πόρτα του καλού δωματίου μισάνοιχτη και γονάτισα εκεί κοιτάζοντάς την.
Σταύρωσε τα χέρια της, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να προσεύχεται. Πρώτη προσευχή το “Πιστεύω εις έναν…” Δεν ξέρω πόσες άλλες ακολούθησαν, γιατί η φωνή της γινόταν όλο πιο βαριά, πιο βραχνή και ο λόγος της δεν ήταν καθαρός. Έμεινε έτσι προσευχόμενη γύρω στο δεκάλεπτο. Στο τέλος φώναξε δυνατά δύο φορές: “γιέ μου!, γιέ μου!” Πήρε μια βαθειά εισπνοή, μία τελευταία εκπνοή και “κοιμήθηκε”.
Η ώρα ήταν περίπου 10,30 το πρωί.
Βέβαια δεν ήταν τυχαίο που η γιαγιά έφυγε έτσι. Ήταν μια γυναίκα αγράμματη. Δεν πήγε ποτέ στο σχολείο, δεν ήξερε να διαβάζει, να μιλάει ελληνικά, ούτε καν να βάζει  την υπογραφή της. Ήξερε όμως όλη την θεία Λειτουργία απέξω και ας μην καταλάβαινε τί έλεγε. Είχε μία έμφυτη γνώση και σοφία και ήταν πρόθυμη να βοηθήσει οποιονδήποτε Κάι να συμβουλέψει τον καθένα.
Έζησα με την γιαγιά 18 χρόνια. Την θυμάμαι χειμώνα-καλοκαίρι να πηγαίνει δύο φορές τήν ημέρα στην εκκλησία της ενορίας μας, την Αγία Παρασκευή, στων Όρθρο και στον Εσπερινό. Τα τελευταία χρόνια η Αγία Παρασκευή ήταν το σπίτι της, την έβρισκε κανείς εκεί ώρες ατέλειωτες να κάθεται μόνη μαζί με τα εικονίσματα. Στον γυναικωνίτη είχε μιά συγκεκριμένη θέση, που ακόμα φέρει το όνομά της. Όλη η κοινωνικότητά της εξαντλούνταν στο προαύλιο της εκκλησίας και αγαπημένο της θέμα συζήτησης ήταν οι βίοι των αγίων. Για των λόγο αυτόν στενοχωριόταν που δεν ήξερε να διαβάζει.
Τηρούσε με αυστηρή ευλάβεια όλες τις παραδόσεις της Εκκλησίας. Τις ημέρες της αυστηρής νηστείας έτρωγε “χουσάφια” (ξερά βρασμένα δαμάσκηνα με ζουμί) ή νερόβραστα χόρτα τυλιγμένα με καλαμποκάλευρο. Τιμούσε όλους τους Αγίους και την παραμονή της ονομαστικής εορτής του κάθε Αγίου κοιμόταν στων ναό του. Κάθε Πέμπτη με μεγάλη ευλάβεια και αυστηρή σχολαστικότητα ζύμωνε τα πρόσφορα της εβδομάδας.
Το σπίτι πού έζησε με την οικογένειά της δεν τω έχτισε, αλλά το αγόρασε, όπως ήταν. Όταν ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός πήγε περιοδεία στο χωριό μας έτυχε να μείνει σ’ αυτό το σπίτι. Μόλις της το είπε η ιδιοκτήτρια, η γιαγιά το αγόρασε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Το θεώρησε μεγάλη ευλογία και εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο που κοιμόταν ο Άγιος. Εκεί έφτιαξε και το εικονοστάσι της μέ τό καντήλι πού σιγόκαιγε νύχτα-μέρα καί πρώτη τήν εικόνα τού Αγίου. Κάτω από το εικονοστάσι ήταν το ντουλάπι, όπου ο άγιος Κοσμάς είχε βάλει τα βιβλία του. Εκεί έβρισκες το θυμιατό της, το λάδι για το καντήλι, την σφραγίδα για τα πρόσφορα, το σκεύος με τω ζυμάρι και άλλα παρόμοια. Ακόμη εκεί φύλαγε καώ την δικιά της ξύλινη γαβάθα, με το δικό της ξύλινο κουτάλι, γιατί η γιαγιά δον χρησιμοποιούσε τί δικά μας πιάτα για φαγητό.
Αν και είχε καλή περιουσία, ήταν άνθρωπος λιτός και ταπεινός. Η περιουσία της δυό φορές χάθηκε για ιστορικούς λόγους εκείνης της εποχής. Και τις δυό φορές η οικογένεια ορθοπόδησε, γιατί ο Θεός τους έδινε πλούσια τα ελέη. Παρά την καλή οικονομική κατάσταση και την κοινωνική της θέση, ουδέποτε απέκτησε την λαμπερή και κεντητή στολή που είχαν όλες οι γυναίκες του χωριού. Δεν είχε χρυσαφικά και δεν στολιζόταν. Την μοναδική φορά που θυμάμαι να ενδιαφέρθηκε για την εμφάνισή της, ήταν οι τελευταίες στιγμές της ζωής της μπροστά στον καθρέφτη. Το προσωπικό που είχε η οικογένεια στη δούλεψή της το πλήρωνε μα λίρες, η γιαγιά όμως, όταν “έφυγε”, είχε πενταροδεκάρες.
Ήταν πάντα μετρημένη στα λόγια της και δον έκανε κριτική για τους άλλους. Μέσα στο σπίτι ήταν άφταστη νοικοκυρά, ακούραστη και αεικίνητη.
Απέκτησε οχτώ παιδιά. Τρείς γιούς και πέντε κόρες, τις οποίες πάντρεψε με φτωχά παιδιά του χωριού, παιδιά που τους είχαν στην δούλεψή τους. Τρία από τα παιδιά της πέθαναν ενώ η ίδια ζούσε. Πονούσε και μοιρολογούσε συχνά, αλλά παρά το πένθος της την επομένη της κηδείας τους πήγαινε στην εκκλησία. “Έτσι ήταν το θέλημα του Θεού”, έλεγε Κάι έτσι έζησε κι εκείνη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Η μητέρα μου θυμάται πως ένα απόγευμα τού 1941 είχε πάει στη μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Επέστρεψε στο σπίτι αναστατωμένη, “θά έρθουν οι Γερμανοί” τους είπε και άρχισε να συγκεντρώνει τις κατάλληλες προμήθειες. Φυσικά δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα ενημέρωσης, η μητέρα μου κατάλαβε πώς κάποιο μήνυμα πήρε στο μοναστήρι. Η γιαγιά όμως δον μιλούσε ποτέ γι’ αυτά.
Ο παππούς “έφυγε” πριν από την γιαγιά, τό 1956. Ήταν 80 χρονών, ημέρα της Λαμπρής. Πήρε των λαμπάδα του και ξεκίνησε να πάει στην Ανάσταση, στον Αη-Γιώργη. “Πώς θ φτάσεις ως εκεί γέρος άνθρωπος;”, του είπε η γιαγιά. “Άσε με να πάω, γιατί είναι η τελευταία μου φορά”, απάντησε ο παππούς.
Και ήταν η τελευταία του φορά, γιατί έμεινε στο στασίδι τού Αη-Γιώργη την ώρα που ο παπάς έλεγε το “Χριστός Ανέστη!”.
Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΕΡΩ (Ιούλ.-Σεπτ. 2011)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...