Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2012

Ποιμαντική και Ψυχοθεραπεία: Συνέντευξη με τον π. Βασίλειο Θερμό


Συζητάμε με τον π. Βασίλειο Θερμό, ψυχίατρο παιδιών και εφήβων και συγγραφέα πλήθους σημαντικών βιβλίων που σχετίζονται με την ψυχολογία των παιδιών και των εφήβων, την πνευματική ζωή των πιστών, αλλά και τη γενικότερη κατάσταση της σύγχρονης Εκκλησίας. Ο π. Βασίλειος πρόσφατα συμμετείχε στη διοργάνωση του 5ου Διεθνούς Συνεδρίου Ορθοδόξων Ψυχοθεραπευτών, που πραγματοποιήθηκε στο Βόλο, μεταξύ 27 και 30 Σεπτεμβρίου 2012.
 Πάτερ Βασίλειε, ποια είναι σήμερα η αποτίμησή σας για αυτό το ενδιαφέρον τετραήμερο του Βόλου;
 Νομίζω ότι το συνέδριο πήγε πιο καλά και από όσο φανταζόμαστε πριν, αν εξαιρέσουμε ότι το πρόγραμμα έπρεπε να είναι λιγότερο φορτωμένο. Είδαμε στα μάτια των ανθρώπων χαρά και ευγνωμοσύνη. Γνωρίστηκαν μεταξύ τους ψυχοθεραπευτές που τους ενώνει η πίστη, ή έστω το υπαρξιακό ενδιαφέρον. Κληρικοί που νοιάζονται για την ψυχολογική γνώση κατανόησαν καλύτερα τον τρόπο σκέψης των ψυχοθεραπευτών, και αντίστροφα. Μάλιστα, έλαβαν μέρος και άνθρωποι που δεν ανήκουν σε αυτούς τους δύο χώρους, αλλά τους συνέχει η έγνοια να γεφυρώσουν το πνευματικό με το ψυχολογικό στοιχείο στη ζωή τους. Θα πρέπει δε να τονίσουμε ότι δεν περιορίστηκε μόνο στο γνωστικό στοιχείο, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με τα συνέδρια, αλλά υπήρχε έντονο το βιωματικό και το συναίσθημα. Εμάς τους παλαιότερους μας χαροποίησε και η ανάδειξη της επερχόμενης νέας γενιάς πιστών ψυχοθεραπευτών.
Είμαστε ευγνώμονες στον Θεό γι’ αυτή την ευκαιρία και πρέπει τώρα να εξετάσουμε ποιούς ορίζοντες ανοίγει για το μέλλον. Να τονίσουμε εδώ ότι δεν θα μπορούσε το συνέδριό μας να είναι αυτό που ήταν χωρίς την ουσιαστική συμπαράσταση του Μακ. Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου και του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου. Αλλά και πλήθους εθελοντών, αφού η οργάνωσή του δεν ανατέθηκε σε επαγγελματικό γραφείο.
Πείτε μας, σας παρακαλούμε, δυο λόγια για τους Ορθόδοξους Ψυχοθεραπευτές διεθνώς. Υπάρχει κάποιο συντονιστικό όργανο ή έρχεστε σε επαφή μέσω προσωπικής  επικοινωνίας; 
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2001 στην Αγγλία με ελάχιστους ανθρώπους από ΗΠΑ και Βρετανία. Οι Έλληνες μπήκαμε δυναμικά στο προσκήνιο οργανώνοντας το δεύτερο συνέδριο το 2003, ενώ ακολούθησαν δύο άλλα στις ΗΠΑ. Ουσιαστικά η αναγκαιότητα των συνεδρίων αυτών τέθηκε από τους ξένους συναδέλφους οι οποίοι ενδιαφέρονταν να γίνει σαφέστερη η ταυτότητα του ορθόδοξου ψυχοθεραπευτή στη Δύση. Ανταποκριθήκαμε όμως οι Έλληνες πρόθυμα, επειδή είχαμε και εμείς την ανάγκη να φέρουμε σε διάλογο τις ψυχολογικές επιστήμες με τη θεολογία και την ποιμαντική, κάτι που είχε αρχίσει από τη δεκαετία του ’80. Προς το παρόν δεν υπάρχει κάποιο επίσημο συντονιστικό όργανο αλλά μια άτυπη διεθνής ομάδα.
Στον ελλαδικό χώρο πώς είναι τα πράγματα; Το περιοδικό «Ψυχής Δρόμοι» που εκδίδετε, αποτελεί χώρο συνάντησης Ορθόδοξων Ψυχοθεραπευτών ή πρόκειται για κάτι ευρύτερο; 
Με τη Χάρη του Θεού το ενδιαφέρον γι’ αυτή τη συνάντηση Θεολογίας και ψυχολογικών επιστημών είναι έντονο στον τόπο μας. Βιβλία εκδίδονται, ομιλητές καλούνται σε διάφορες εκκλησιαστικές ευκαιρίες, εκπομπές γίνονται. Βλέπετε, ζούμε σε εποχή που η γλώσσα της είναι ψυχολογική και αυτό οφείλουμε να το σεβαστούμε αν θέλουμε το μήνυμα του Θεού να αγγίξει το σύγχρονο άνθρωπο.
Το περιοδικό «Ψυχής Δρόμοι» υπήρξε μια αναγκαιότητα, ένα αίτημα το οποίο είχε ωριμάσει. Φιλοδοξεί να αποτελέσει βήμα αμοιβαίου διαλόγου των κληρικών και θεολόγων με εκείνους που υπηρετούν την ψυχολογία και την ψυχιατρική. Απευθύνεται όμως και στο ευρύ κοινό που έχει ενδιαφέρον για τα ζητήματα αυτά. Εκτός από ελάχιστα άρθρα που είναι περισσότερο επιστημονικά, η πλειονότητα της ύλης του είναι προσιτή σε έναν μέσο προβληματιζόμενο άνθρωπο.
Θα ήθελα να μνημονεύσω και μια πρωτοτυπία του περιοδικού: σε κάθε τεύχος παρουσιάζονται ορισμένες πραγματικές περιπτώσεις (με ψευδώνυμο) οι οποίες σχολιάζονται από έναν ψυχοθεραπευτή και έναν πνευματικό, ώστε να φανούν οι ομοιότητες και οι διαφορές στην προσέγγιση. Νομίζω ότι αυτό έχει γίνει το πιο δημοφιλές τμήμα κάθε τεύχους.
Ποια βλέπετε να είναι η ατμόσφαιρα στους εκκλησιαστικούς κύκλους σήμερα σχετικά με την ψυχοθεραπεία;
Όχι ενιαία. Υπάρχουν αρκετοί κληρικοί και λαϊκοί οι οποίοι διάκεινται ευνοϊκά επειδή βλέπουν τη χρησιμότητά της. Υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι εμφανίζονται αμυντικοί και καχύποπτοι, νομίζοντας ότι έτσι προδίδει το νόημα της αληθινής ποιμαντικής. Αλλά ξεχνούν ότι στους Πατέρες μας, ιδιαίτερα στους νηπτικούς λεγομένους, βρίσκουμε πληθώρα ψυχολογικών αληθειών. Η ψυχολογική επιστήμη απλώς συστηματοποίησε τις αλήθειες που υπήρχαν πάντα, ανακάλυψε και πολλές άλλες, και επινόησε την ψυχοθεραπεία ως μέθοδο αλλαγών στην προσωπικότητα και ίασης ή έστω βελτίωσης των ψυχικών διαταραχών.
Επίσης υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν εσφαλμένα πως το πρόθεμα ‘ψυχο-’ αναφέρεται στην ψυχή με την θεολογική έννοια. Αναλυτικές απαντήσεις στα ζητήματα αυτά έχω δώσει στο βιβλίο μου ‘Ανθρωπος στον ορίζοντα’. Εν ολίγοις, η εντύπωσή μου είναι ότι κατά τα τελευταία δέκα χρόνια οι αντιρρήσεις βαίνουν συνεχώς μειούμενες. Επειδή η ψυχοθεραπεία αποτελεί προϊόν της νεωτερικότητας, γι’ αυτό και η επίμονα αρνητική στάση εναντίον της σηματοδοτεί την άρνηση να συναντηθεί η Εκκλησία και η Θεολογία μας με τη νεωτερικότητα, κάτι που δείχνει ότι ψυχολογικά έχουμε αγκυροβολήσει σε μια προνεωτερική εποχή. Αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Αλλά ο χριστιανός οφείλει να καταστήσει κάθε εποχή ‘σπίτι’ του, ασκώντας βέβαια κριτική όπου χρειάζεται.
Σε θεωρητικό επίπεδο τώρα, πού βλέπετε να συγκλίνουν περισσότερο η εκκλησιαστική ποιμαντική με την ψυχοθεραπεία και πού να αποκλίνουν;
Συγκλίνουν στην ανάγκη να είναι ο άνθρωπος αυθεντικός και ειλικρινής με τον εαυτό του, και όχι ψεύτικος. Ακόμη συγκλίνουν στη σημασία που δίνουν στα σαφή όρια του εαυτού σε σχέση με τους άλλους, καθώς και στην αναγκαιότητα να γίνει ο άνθρωπος ικανός να αγαπά και να δημιουργεί. Συμπορεύονται επίσης στην έμφαση που δίνουν στη χαρά και στην ελευθερία ως  λύση των εσωτερικών συγκρούσεων. Για όποιον μάλιστα ποθεί την εν Χριστώ ζωή, η ψυχοθεραπεία μπορεί να γίνει προπομπός της και διευκολυντής της.
Δεν θα έλεγα ότι αποκλίνουν κάπου, απλώς θα επισημάνω πως η ψυχοθεραπεία έχει συγκεκριμένους περιορισμούς που προέρχονται από την κτιστή της φύση. Δεν είναι σωστό και τίμιο να της ζητά κανείς πράγματα που δεν μπορεί να δώσει. Η εκκλησιαστική ποιμαντική, όμως, ανοίγει τον άνθρωπο (όταν ασκείται σωστά, βέβαια) σε ορίζοντες αγιότητας. Φυσικά αποκλίσεις έχουμε ενίοτε, όχι με την ουσία μιας σοβαρής ψυχοθεραπείας, αλλά με το πρόσωπο του θεραπευτή που ενδέχεται να είναι ακατάλληλος ή στρατευμένος.
Κατά πόσο εκτιμάτε ότι θα μπορούσαν να βοηθήσουν οι γνώσεις Ψυχολογίας κάποιον Πνευματικό; Θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο έργο του και χωρίς αυτές;
Πιστεύω ακράδαντα πως είναι απαραίτητες. Βέβαια θα υπάρχουν πάντα λίγοι Πνευματικοί οι οποίοι κατέχουν αυτές τις ψυχολογικές γνώσεις εκ φύσεως, επειδή διαθέτουν σπάνια υπαρξιακή ευαισθησία. Υπάρχουν και κάποιοι που τις διαθέτουν από θείο φωτισμό. Η συντριπτική πλειονότητα, όμως, έχουν ανάγκη να τις πάρουν από μελέτη και επιμόρφωση. Για όσους ρωτούν τι γινόταν στο παρελθόν, απαντώ: πρώτον, τώρα έχουμε το δώρο αυτής της συστηματικής ψυχολογικής γνώσης και οφείλουμε να το αξιοποιήσουμε, και δεύτερον, ο σημερινός άνθρωπος είναι πιο πολύπλοκος και δύσκολος να κατανοηθεί. Εννοείται ότι παραμένει αναντικατάστατη η ανάγκη για πνευματική ζωή ποιότητας του κληρικού.
Ας δώσω ένα δείγμα των απαραίτητων για ένα πνευματικό ψυχολογικών γνώσεων: κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε σταδίου ηλικίας, γνώση των δυναμικών του έρωτα και του γάμου, διάκριση ψυχολογικών από πνευματικά προβλήματα, στοιχειώδεις γνώσεις ψυχιατρικής και ψυχολογίας της προσωπικότητας, βασικές αρχές ψυχολογίας συστημάτων και ομάδας, κατανόηση μηχανισμών του ασυνειδήτου, ευαισθητοποίηση στην ψυχολογία του πολιτισμού και πολλά άλλα. Φοβάμαι πως η ανάγκη αυτή δεν έχει δυστυχώς γίνει αντιληπτή από τους επισκόπους μας. Κάποιοι αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αλλά αυτές παραμένουν μεμονωμένες διαλέξεις. Δεν αντιλαμβάνονται ότι χρειάζεται συστηματική μακρόχρονη επιμόρφωση διαρκείας. Και την ίδια ώρα υπάρχουν ιερείς που διψούν γι’ αυτή!
Υπάρχουν τρόποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν έναν πιστό να βελτιώσει την αυτογνωσία του και, κατά συνέπεια, να προχωρήσει στην πνευματική ζωή;
Η προσευχή με αίτημα τη γνώση του εαυτού μας είναι απαραίτητη. Οπωσδήποτε βοηθά και η μελέτη σχετικών βιβλίων. Η αυτογνωσία μας επίσης μπορεί να προοδεύσει μέσα από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, επειδή οι άλλοι μπορούν να γίνουν πηγή πολύτιμων πληροφοριών για μάς. Όταν υπάρχουν ψυχολογικές εμπλοκές σοβαρές, έχουμε ανάγκη ψυχοθεραπείας, την οποία πρέπει να αναζητήσουμε σε σοβαρό ψυχοθεραπευτή. Όμως κανένας τρόπος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει αν έχουμε ισχυρές άμυνες και αντιστάσεις στο να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.
Σας ευχαριστούμε πολύ! 
Σας ευχαριστώ κι εγώ!

Ἡ εὐχαριστία π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος




Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύσσει πὼς κοινωνοῦμε πραγματικὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου (Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 15-20. Ἰω. στ' 51-56. α' Κορ. ια' 24-26). 

Δέχεται πὼς ἡ εὐχαριστία εἶναι ἀνάμνηση τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ (Λούκ. κβ' 19. Α' Κορ. ια' 24-25), ἀλλὰ δὲν δέχεται πῶς εἶναι μόνο ἀνάμνηση!

Ὁ Χριστὸς ἐξετέλεσε τὴ θυσία Του «ἐφάπαξ» (Ἑβρ. ζ' 27. θ' 12.28), ἑπομένως ἡ θυσία αὐτὴ δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος προσφέρει τὸ σῶμα Του καὶ τὸ αἷμα Του πρὶν ἀπὸ τὴ μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ (Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 19-20) καὶ δίνει ἐvτoλὴ στοὺς μαθητές Του νὰ κάνουν καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο μέχρι τὴ δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πὼς ἡ «βρῶσις» τοῦ σώματός Του καὶ ἡ «πόσις» τοῦ αἵματός Του εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία (Ἰω. στ' 31-50. Α' Κορ. ια' 23-29).

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσθεῖ ἡ θεία εὐχαριστία πρὶν ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου; Τοῦτο καλύπτεται βέβαια ἀπὸ τὸ μυστήριο! Ὅμως ἡ θεία εὐχαριστία, ποὺ ἐτέλεσε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ θυσία του, ἀποτελεῖ «μυστηριακὴ μετοχὴ» στὴ μία καὶ μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ. 

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ θεία εὐχαριστία ποὺ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία: εἶναι μετοχὴ τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς θυσίας ποὺ πρόσφερε ὁ Χριστός. Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων Του, εἶναι διάκονοι τοῦ Χριστοῦ, (Α' Κορ. Δ), προσφέρουν ἀληθινὴ θυσία πάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας (Ἑβρ. ιγ' 10), ποὺ ὀνομάζεται μάλιστα καὶ «τράπεζα τοῦ Κυρίου», ἡ ὁποία ἀντιπαραβάλλεται μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ καὶ τὸ εἰδωλολατρικὸ θυσιαστήριo (Α' Κορ. ι' 16-21).

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποδεικνύεται πὼς ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας τὴν ὁποία παρήγγειλε ὁ Χριστὸς νὰ τελοῦμε πάνω στὸ Χριστιανικὸ θυσιαστήριo (Ἑβρ. ιγ' 10), εἶναι ἡ «θυσία καθαρά», ἡ ὁποία προφητεύτηκε (Μαλαχ. α' 11). Δὲν εἶναι ἐπανάληψη τῆς θυσίας τοῦ Χριστoῦ, ἀλλὰ μυστηριακὴ μετοχὴ στὴ μία καὶ μοναδικὴ θυσία, ὥστε τὰ ἐπὶ μέρους μέλη (Ρωμ. ιβ' 5. Ἐφεσ. δ' 25) νὰ ἑνώνονται καὶ νὰ συγκροτοῦν τὸ ἕνα σῶμα (Ἐφεσ. δ' 4. Α' Κορ. ι' 17).

Ἔτσι μὲ τὴ θεία εὐχαριστία, μὲ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία Ζωὴ (Ἰωάν.. ιδ' 6. Β' Πέτρ. α' 4), ἐκπληρώνεται ὁ σκοπὸς τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδὴ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (Ἰωάν. στ' 53-54. ια' 52. ιζ' 21-23). 

Ἡ συμμετοχὴ στὴ θεία εὐχαριστία δὲν εἶναι μέσο γιὰ ἑνότητα, ἀλλὰ ἔκφραση, φανέρωση τῆς ἑνότητας στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστoῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σχίσματα ἀποτελοῦν τραύματα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐκφράζουν τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς θείας εὐχαριστίας (Α' Κορ. α' 13. ι' 16-18. 18-23).

Αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Γραφῆς στὸ θέμα τῆς θείας εὐχαριστίας. Τοῦτο μαρτυριέται ἀπὸ τὸν ἀλάνθαστo ἑρμηνευτὴ τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν Ἐκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15) στoὺς μεταπoστoλικoὺς χρόνους, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ πρωτοχριστιανικὰ κείμενα.

Ἡ «Διδαχὴ» (90-110 μ.Χ.) ἀναφέρεται στὴ «θυσία καθαρά» του Μαλαχίου (α' 11) καὶ τὴν ταυτίζει μὲ τὴν εὐχαριστία (Διδαχὴ XIV,1). Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος (†11O) προτρέπει: «Σπουδάσατε οὒν μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· μία γὰρ σὰρξ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστoῦ, καὶ ἕν ποτήριον εἰς ἕνωσιν τοῦ αἵματος αὐτοῦ, ἕν θυσιαστήριoν ὡς εἷς ἐπίσκοπος ἅμα τῷ πρεσβυτερίῳ καὶ τοῖς διακόνοις, τοῖς συνδούλοις μου, ἵνα ὅ ἐὰν πράσσητε, κατὰ Θεὸν πράσσητε» (Ἰγν., Φιλαδ. 4).

Ὁ Ἰoυστῖνoς (†163/167) συνδέει τὴν θεία εὐχαριστία μὲ τὴν «θυσίαν καθαρὰν» (Μαλαχ. α' 11. Ἰoυστ., Διάλ. πρὸς Τρύφ. 41,2-3) καὶ ὑπογραμμίζει πὼς δὲν εἶναι κοινὸς ἄρτος καὶ «κοινὸ πόμα», ἀλλὰ «δι’ εὐχῆς λόγου» ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος γίνονται «αἷμα καὶ σάρκες κατὰ μεταβολὴν» (Ἰoυστ., Ἀποκ. 66,2). Μάλιστα προσθέτει: «ἐκείνου τοῦ σαρκοποιηθέντος Ἰησοῦ καὶ σάρκα καὶ αἷμα ἐδιδάχθημεν εἶναι», δηλαδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄποψη τοῦ Ἰoυστίνoυ, ἀλλὰ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Εἰρηναῖος (†220) ἀναφέρει ἀκόμη καὶ τὴν «ἐπίκληση» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου σὲ σῶμα καὶ τοῦ οἴνου σὲ αἷμα τοῦ Χριστoῦ. «Ἐὰν λοιπὸν τὸ περιεχόμενο τοῦ ποτηρίου καὶ ὁ ἑτοιμασμένος ἄρτος δεχθοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐχαριστία γίνει σῶμα Χριστoῦ, ὥστε ἡ οὐσία τῆς σάρκας μας νὰ ἀνυψώνεται καὶ νὰ στηρίζεται, πῶς μποροῦν νὰ λέγουν ὅτι ἡ σάρκα δὲν μπορεῖ νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ συνίσταται στὴν αἰώνιο Ζωή, ἀφοῦ τρέφεται ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται μέλος;» (Εἰρην., Κατὰ αἱρ. V, 2.3).

«Ὁ ἄρτος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ γῆ, ἂν λάβει τὴν ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι πλέον ἄρτος, ἀλλὰ ὅπως ἡ εὐχαριστία συνίσταται ἀπὸ δύο στoιχεῖα, ἕνα γήινο καὶ ἕνα οὐράνιο, ἔτσι καὶ τὰ σώματά μας, ἐὰν μεταλάβουν τὴν εὐχαριστία, δὲν ἀνήκουν πλέον στὴ φθορά, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως» (Εἰρ. Κατὰ αἱρ. IV, 18,15. Πρβλ. καὶ Ἀποσπ. 37, ΒΕΠ 5,183).

Αὐτὴ ἡ διδαχὴ προσφερόταν στὴν πρώτη Ἐκκλησία στoὺς «φωτιζομένους» καὶ «νεoφωτίστoυς», ὅπως μαρτυροῦν οἱ μυσταγωγικὲς κατηχήσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (†386): «Ὁ ἄρτος τῆς εὐχαριστίας», ἀναφέρει, «μετὰ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐκ ἔτι ἄρτος λιτός, ἀλλὰ σῶμα Χριστoῦ» (Κατηχ. Γ' 3), δηλαδὴ εἶναι σῶμα Χριστoῦ καὶ ὄχι ἁπλὸς ἄρτος. «Ὥστε μετὰ πάσης πληροφορίας», δηλαδὴ μὲ κάθε βεβαιότητα, «ὡς σώματος καὶ αἵματος μεταλαμβάνομεν Χριστοῦ. Ἐν τύπῳ γὰρ ἄρτου δίδοταί σοι τὸ σῶμα, καὶ ἐν τύπῳ οἴνου δίδοταί σοι τὸ αἷμα», εἰς τύπον ἄρτου σοῦ δίδεται τὸ σῶμα καὶ εἰς τύπον οἴνου σοῦ δίδεται τὸ αἷμα, «διὰ νὰ γίνης, ἀφοῦ μεταλάβης τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, σύσσωμος καὶ σύναιμος αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον γινόμεθα χριστοφόροι, μὲ τὸ νὰ διαδίδεται σὲ ὅλα μας τὰ μέλη τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του, καὶ μέτοχοι θείας Φύσεως, καθὼς λέγει ὁ μακάριος Πέτρος» (Κατηχ. Δ' 3).

Ὁ ἅγιoς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ρωτᾶ: «Ποιὸς ποιμένας τρέφει τὰ πρόβατα μὲ τὰ ἰδικὰ του μέλη;», ὑπάρχουν μητέρες ποὺ δίνουν τὰ παιδιά τους σὲ ἄλλες τροφούς, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς «μᾶς τρέφει ὁ ἴδιος μὲ τὸ δικό Του αἷμα καὶ σὲ ὅλα μᾶς συνδέει ἄρρηκτα μὲ τὸν ἑαυτό Του. Ἐκεῖνος συμφύρει τὸν ἑαυτό Του μὲ τὸν καθένα διὰ τῶν μυστηρίων». Ἐκείνους ποὺ ἀναγέννησε «τοὺς ἐκτρέφει μὲ τὸν ἑαυτό Του καὶ δὲν τοὺς δίνει σὲ ἄλλον καὶ μὲ αὐτὸ πάλι γιὰ νὰ σὲ πείσει ὅτι ἔλαβε τὴ δική σου σάρκα... Δὲν βλέπετε τὰ βρέφη μὲ πόση προθυμία ἁρπάζουν τὸν μαστό;» (Χρυσ., Ὁμιλ. ΠΒ' 5 εἰς τὸ κατὰ Ματθ.).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λοιπὸν ἀπορρίπτει τὴν Προτεσταντικὴ διδαχὴ πὼς ἡ εὐχαριστία εἶναι «συμβολικὴ καὶ ἀναμνηστικὴ τελετή». Καὶ στηρίζεται στὴν ἁγία Γραφή, ὅπως τὴν ἑρμήνευσε ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν ποιμένων της.
πηγή

Συναξαριστής της 25ης Οκτωβρίου 2012


Οἱ Ἅγιοι Μαρκιανός καὶ Μαρτύριος οἱ νοτάριοι
 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν νοτάριοι καὶ γραμματικοὶ τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παύλου τοῦ ὁμολογητῆ, στὰ χρόνια τοῦ ἀρειανοῦ βασιλέως Κωνσταντίου (337-349).

Ἄριστα σπουδαγμένοι καὶ οἱ δυό, ὑπῆρξαν συνήγοροι θαῤῥαλέοι της ὀρθόδοξης ἀλήθειας. Ὅταν ὁ Πατριάρχης Παῦλος δὲν δέχθηκε νὰ συμφωνήσει μὲ τοὺς Ἀρειανούς, ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸ βασιλιὰ στὴν Ἀρμενία καὶ πνίγηκε ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Ἀρειανούς.

Τότε οἱ δυὸ Ἅγιοι ἔμειναν πιστοὶ στὸν ποιμένα τους καὶ σταθεροὶ στὸ ὀρθόδοξο δόγμα, διότι πάντα στὸ μυαλὸ τοὺς κυριαρχοῦσε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «ἐὰν ὐμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μου ἔστε». Ἄν, δηλαδή, ἐσεῖς, μείνετε στερεοὶ στὴ διδασκαλία μου, λέει ὁ Κύριος, τότε πράγματι εἶσθε καὶ ἀληθινοὶ μαθητές μου. Ὁ

Μαρκιανὸς καὶ ὁ Μαρτύριος τὸ ἀπέδειξαν περίτρανα αὐτό, ὅταν συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα. Ὁμολόγησαν μὲ θάῤῥος μπροστά του τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ ἤλεγξαν αὐτὸν γιὰ τὶς παρανομίες του. Τότε, διατάχθηκε καὶ τοὺς σκότωσαν μὲ μαχαῖρι.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλον ἔνθεον ἀναλαβόντες, ἠμαυρώσατε Ἀρείου πλάνην ὁμοούσιον Τριάδα κηρύττοντες, Μαρκιανὲ καὶ θέοφρων Μαρτύριε, ὀρθοδοξίας οἱ ἄσειστοι πρόβολοι, θεῖοι μάρτυρες, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Ἀγωvισάμενοι καλῶς ἀπὸ βρέφους, Μαρκιανὲ σὺv τῷ σοφῷ Μαρτυρίῳ, τὸv ἀποστάτηv Ἄρειοv καθείλετε, ἄτρωτον τηρήσαντες, τὴν ὀρθόδοξοv πίστιν, Παύλῳ ἐφεπόμενοι, τῷ σοφῷ διδασκάλῳ, ὅθεν σὺv τούτῳ εὔρατε ζωήv, ὡς τῆς Τριάδος ὑπέρμαχοι ἄριστοι.

Ὁ Οἶκος 
Ὡς ὑπηρέται εὐσεβῶς Θεοῦ τοῦ φιλανθρώπου, Δυὰς εὐλογημένη, προφθάσατέ με τάχος, λυτρούμενοί με τῶν δεινῶν, λόγον μοι σοφίας χορηγοῦντες, τὴν ὑμῶν ἀνευφημοῦντι ἄθλησιν, ἣν ὑπὲρ τῆς πίστεως Ἅγιοι, γνώμῃ αδιστάκτῳ ὑποστάντες, τῶν στεφάνων ἐτύχετε τῶν ἐπουρανίων, χοροῖς τε τῶν Ἀθλητῶν καὶ Ἀποστόλων, Διδασκάλων καὶ σεπτῶν Ἀρχιερέων συγχαίρετε ἀεί, ὡς κήρυκες Θεοῦ Λόγου, ὡς τῆς Τριάδος ὑπέρμαχοι ἄριστοι.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος

Ὁ Μάρτυρας αὐτὸς παρουσιάστηκε μὲ τὴν θέλησή του στοὺς τυράννους καὶ ὁμολόγησε μὲ θάῤῥος τὸν Χριστό. Τότε αὐτοί, ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος παρέμεινε σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα.

Τότε κάποια εὐσεβὴς γυναῖκα, παρέλαβε τὸ τίμιο λείψανό του, ἀφοῦ τὸ ἔβγαλε ἡ θάλασσα, καὶ τὸ ἔθαψε μὲ τιμές. Ἐκεῖ ἐπίσης ἔκτισε ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου, ποὺ τὸ ἱερὸ λείψανό του, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔκανε πολλὰ θαύματα.

 
Ὁ Ἅγιος Οὐαλερῖνος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

 
Οἱ Ἅγιοι Οὐαλέριος (ἢ Οὐαλερῖνος) καὶ Χρυσάφιος (ἢ Χρύσαφος)

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

 
Ὁ Ἅγιος Σαβίνος

Μαρτύρησε διὰ πυρός.

 
Ἡ Ἁγία Ταβιθᾶ

«Αὐτὴ ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν, ὧν ἐποίει». Ἔτσι πλέκει τὸ ἐγκώμιο τῆς ἁγίας Ταβιθᾶ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Ἡ λέξη Ταβιθᾶ εἶναι συριακὴ καὶ ἑρμηνεύεται Δορκάς. Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἔφερε ἡ εὐσεβέστατη αὐτὴ καὶ φιλάνθρωπη χριστιανή, ποὺ κατοικοῦσε στὴν Ἰόππη. Ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (θ´ 36-40) πληροφορούμαστε ὅτι ἡ Δορκὰς ἦταν ἐξειδικευμένη ὑφάντρια ποὺ κατασκεύαζε χιτῶνες καὶ ἱμάτια, τὰ ὁποῖα πωλοῦσε καὶ ἀπὸ τὰ ἔσοδα συντηροῦσε φτωχούς, χῆρες καὶ ὀρφανά.

Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος, στὰ πλαίσια τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου, ἔφτασε στὴ Λύδδα τῆς Παλαιστίνης, συνέβη ν᾿ ἀσθενήσει ἡ Δορκὰς καὶ νὰ πεθάνει. Καὶ ἐνῷ εἶχαν ἑτοιμαστεῖ ὅλα γιὰ τὴν κηδεία της, ἔγινε γνωστὸ ὅτι ὁ Πέτρος ἦταν στὴ Λύδδα. Τότε δυὸ ἀπεσταλμένοι, παρακάλεσαν τὸν Πέτρο νὰ ἔλθει στὴν Ἰόππη. Ὅταν ἔφτασε, τὸν ἀνέβασαν στὸ ὑπερῷο, ὅπου ἦταν νεκρὴ ἡ Δορκάς. Συγκινημένος ὁ Πέτρος, χωρὶς νὰ πεῖ τίποτα, ἔβγαλε ὅλους ἔξω, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε θερμά. Ἔπειτα εἶπε: «Ταβιθᾶ ἀνάστηθι». Καὶ πράγματι ἡ νεκρὴ ἀναστήθηκε! Αὐτὸ χαροποίησε ἀφάνταστα τοὺς παρευρισκόμενους, καὶ τὸ γεγονὸς διαδόθηκε σ᾿ ὅλη τὴν Ἰόππη μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πιστέψουν πολλοὶ στὸν Χριστό. Ἀπὸ τότε ἡ Ταβιθᾶ ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια, γεμάτα ἀγαθὰ ἔργα καὶ ἐλεημοσύνες.

Ὁ θάνατος τὴν βρῆκε σὲ βαθιὰ γεράματα. Καὶ ἔτσι ἡ φιλάγαθη αὐτὴ γυναῖκα, ἔφυγε εἰρηνικὰ καὶ μὲ ἀγαλλίαση διότι τὴν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ περάσει τὴ ζωή της ὠφέλιμα γεμάτη πνευματικοὺς καρπούς.

 
Ὁ Ἅγιος Οὐάρος «ὁ ἐν Αἰγύπτῳ»

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Μᾶλλον εἶναι ὁ ἴδιος μὲ αὐτὸν τῆς 19ης Ὀκτωβρίου.

 
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἐπίσκοπος Ἀμάστριδος

Γεννήθηκε στὴν Κρώμνη κοντὰ στὴν Ἀμάστριδα καὶ ἦταν γιὸς εὐσεβῶν γονέων, τοῦ Θεοδοσίου καὶ τῆς Μεγέθους. Μετὰ τὶς πρῶτες του σπουδὲς στὴν πατρίδα του, ἔφυγε στὸ ὄρος τῆς Συρίκης (ἢ Σηρικῆς) καὶ ἐκεῖ ἀφοῦ βρῆκε γέροντα ἀσκητὴ διδάχτηκε τὰ περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐκάρη μοναχός.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ γέροντά του, ὁ Γεώργιος πῆγε στὴ Βόνιτσα τῆς Ἀκαρνανίας καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου Ἀμάστριδος, ἡ Ἐκκλησία βραβεύοντας τὶς ἀρετὲς τοῦ Γεωργίου, τὸν ἔκανε ἐπίσκοπό της πόλης αὐτῆς.

Ὁ Γεώργιος εἶναι καὶ ὁ ποιητὴς τῶν Κανόνων. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά, ἀφοῦ θεάρεστα ποίμανε τὸ ποίμνιο ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστός.

 
Οἱ Ἅγιοι Παππίας, Διόδωρος καὶ Κλαυδιανός

Μαρτύρησαν στὰ χρόνια τοῦ Δεκίου (249-251). Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀττάλεια τῆς Παμφυλίας καὶ στὸ ἐπάγγελμα ἦταν κτηνοτρόφοι.

Προσκυνοῦσαν ὅμως τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ γι᾿ αὐτὸ τοὺς συνέλαβε ὁ ἡγεμόνας τῆς Παμφυλίας Πούπλιος. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς ἀλλάξει τὸ φρόνημα, τελικά τους ἀποκεφάλισε.


Οἱ Ἅγιοι Φαῦστος, Βασίλειος καὶ Λουκιανός

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι με αὐτοὺς τῆς 6ης Φεβρουαρίου.

 
Οἱ Ἅγιοι Νικηφόρος καὶ Στέφανος

Ἡ μνήμη τους ἐπαναλαμβάνεται στὶς 8 Φεβρουαρίου. Μαρτύρησαν «ξεόμενοι».

 
Οἱ Ἅγιοι Φιλάδελφος καὶ Πολύκαρπος

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά. Μᾶλλον ἦταν μοναχοὶ ἀσκητές, ποὺ ἔζησαν ὁσιακὰ τὴ ζωή τους. (Ἡ μνήμη τους ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 8η Φεβρουαρίου).

 
Ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐπίσκοπος Πάφου τῆς Κύπρου

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 8η Φεβρουαρίου.

 
Οἱ Ἅγιοι Δύο Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Θρᾴκη

Μαρτύρησαν, ἀφοῦ συμπιέστηκαν μεταξὺ δυὸ μεγάλων πετρῶν.

 
Ἡ Ἁγία Χρυσάνθη

Ἡ μνήμη της ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη της αὐτὴ τὴν μέρα.

(Ἄλλες πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι εἶναι σύζυγος τοῦ Ἁγίου Χρυσάφου, ποὺ ἐπίσης ἡ μνήμη του ἀναφέρεται σήμερα).

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ ΕΩΣ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ





Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ.

Κείμενο-Φωτογραφίες: Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

Όλοι οι Έλληνες και οι Απόδημοι αδελφοί μας , πάντα κρατούν στα χέρια τους την Ελληνική Σημαία , είτε αυτό γίνεται σε παρελάσεις είτεσε εθνικές γιορτές, είτε κοσμούν όλα τα κρατικά κτήρια ή τα σπίτια μας . Η Ελληνική Σημαία έχει βαφτεί διαχρονικά με το αίμα των ηρώων της πατρίδας μας , σε όλους του αγώνες για την Ελευθερία της Ελλάδος. Η Ελληνική Σημαία, είναι το εθνικό σύμβολο της χώρας μας και έχει αλλάξει διαχρονικά πολλές μορφές ή τύπους . Για την ενημέρωση των απόδημων Ελλήνων, της οποιασδήποτε γενιάς , θα σας παρουσιάσουμε την Ελληνική Σημαία και την ιστορία της, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσιάζονται στον επίσημο κόμβο του ΥΕΘΑ με το κείμενο και οι φωτογραφίες του Αλέξανδρου-Μιχαήλ Χατζηλύρα.

Η γέννηση των σημαιών - αρχαιότητα, μεσαίωνας και νεότερη εποχή

Στα βάθη της ιστορίας βλέπουμε διάφορους λαούς να χρησιμοποιούν αντί σημαίας (με την έννοια την οποία αποδίδουμε σήμερα), απομεινάρια ζώων, όπως κρανία, κόκκαλα κ.τ.λ. Κανείς δε γνωρίζει επακριβώς από ποιον, πού και πότε φτιάχτηκε και χρησιμοποιήθηκε η πρώτη σημαία, αν και υπάρχουν πληροφορίες ότι στην αρχαία Κίνα χρησιμοποιούνταν σημαίες πριν από χιλιετίες. Αναφορά σχετικά με την ύπαρξη σημαιών συναντάμε και στην Παλαιά Διαθήκη (Αριθμοί Β:1-2). Οι αρχαίοι Έλληνες στην απώτατη αρχαιότητα δε φαίνεται να μεταχειρίζονταν σημαίες, αντ' αυτών δε χρησιμοποιούσαν διακριτικά σημεία και συμβολικές παραστάσεις [γράμματα (Α, ΑΡ, Λ, Μ, Τ), ζώα (αετός, κουκουβάγια, λιοντάρι, πήγασος, σφίγγα, ταύρος, φίδι) ή σύμβολα (16-κτινο άστρο, ημισέληνος, οφθαλμός, ρόδο, ρόπαλο του Ηρακλή, στάχυ, τρίαινα)], τα οποία ονόμαζαν επίσημα και φέρονταν στις ασπίδες, τα κοντάρια ή τις πρώρες των πλοίων. 
Στην αρχαία εποχή, οι πρώτοι που επιβεβαιωμένα έκαμαν χρήση σημαίας στην πόλεμο ήσαν οι Σκύθες (Σουίδας εν λέξει). Υπάρχουν πληροφορίες ότι οι φάλαγγες του Μεγάλου Αλέξανδρου χρησιμοποιούσαν κόκκινες υφασμάτινες σημαίες, τις οποίες ύψωναν σε σάρισες και έδιναν το σήμα έναρξης της μάχης. Αργότερα, βλέπουμε ότι και οι υπόλοιποι Έλληνες άρχισαν να κάνουν χρήση σημαιών, θεσμό τον οποίο υιοθέτησε η Εκκλησία του Δήμου, η οποία αρχικά μεταχειριζόταν κόκκινες σημαίες για να δηλώσει την έναρξη ή λήξη συγκέντρωσης και μετέπειτα για διάφορες άλλες συγκεντρώσεις και τελετουργίες. Από το έντονο αυτό κόκκινο χρώμα πήραν το όνομά τους (φοινικίδες) και έτσι διασώθηκαν στην κλασική και ελληνιστική εποχή, τόσο στην κυρίως Ελλάδα όσο και στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία και, φυσικά, στο Βυζάντιο. Οι σημαίες αυτές, μετά την κατάκτηση της Ελλάδ
ας από τους Ρωμαίους, συνέχιζαν να κυματίζουν σε κάθε πόλη-κράτος, παράλληλα με την κοινή ρωμαϊκή σημαία, στην οποία απεικονιζόταν ένας αετός (aquila).

Όμως η χρήση των σημαιών, από την αρχαία ακόμη εποχή, δεν περιορίζεται μόνο στη χερσαία (στρατιωτική) χρήση, αλλά επεκτείνεται και στην ενάλια (ναυτική) χρήση, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτουμε, ξεκίνησε η χρήση τους με τη σημασία που τους αποδίδουμε σήμερα. Ονομάζονταν γενικά επίσημα, καθώς και σημεία (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης και Σουίδας), φοινικίδες (Πλούταρχος και Πολύαιμος) και παράσημα (Πλούταρχος). Ιδιαίτερες ναυτικές σημαίες φαίνεται ότι διέθεταν τόσο οι Μυκηναίοι, οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί, όσο και όλοι οι ανεπτυγμένοι λαοί του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Από τη Μεσαιωνική Εποχή και εντεύθεν, γίνεται ευρεία χρήση εμπορικών σημαιών, με τη χρήση σημαιών συγκεκριμένων βασιλείων να φτάνει στο αποκορύφωμά της [Σκανδιναβία (13ος και 14ος αιώνας), Ισπανία και Πορτογαλία (15ος και 16ος αιώνας), Ολλανδία (16ος και 17ος αιώνας), Ηνωμένο Βασίλειο (17ος και 18ος αιώνας)].

Ιδιαίτερα δημοφιλείς στην ξηρά έγιναν οι σημαίες κατά τη Βυζαντινή και Μεσαιωνική Εποχή, όπου, εκτός από τους Αυτοκράτορες, σημαίες είχαν και οι οικογένειες (φατρίες) των ευγενών και ηγεμόνων. Αρχικά, η χρήση τους ήταν καθαρά πρακτική, δηλαδή περιοριζόταν στη σηματοδότηση μιας εδαφικής θέσης πουείχε καταληφθεί από τη φυλή/στρατιά ή στην εκ του μακρόθεν αναγνώριση ενός σημείου συγκέντρωσης (κάτι αντίστοιχο με τα σημερινά στρατόπεδα). Δρασκελώντας τη Βυζαντινή Εποχή, με την οποία θα ασχοληθούμε κάπως πιο αναλυτικά στην αμέσως επόμενη ενότητα, και προχωρώντας στο χρόνο και, ιδιαίτερα, στη μεσαιωνική Ευρώπη (η οποία μαστιζόταν από συχνές και σποραδικές μάχες και πολύχρονους και οργανωμένους πολέμους), βλέπουμε ότι η χρήση των πολεμικών λαβάρων βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον τομέα της αναγνώρισης στο πεδίο της μάχης. Από εδώ γεννιούνται και οι ιδιαίτερες σημαίες, τα γνωστά οικόσημα των διαφόρων ευγενών. Από αυτά τα οικόσημα και τα αυτοκρατορικά λάβαρα δημιουργούνται στην Αναγεννησιακή Εποχή οι σημαίες των βασιλείων, οι οποίες στη νεότερη εποχή αποτέλεσαν τη χρωματική βάση για τις σημαίες των κρατών.

Η πρώτη κρατική σημαία εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το Μάιο του 1776 (η γνωστή αστερόεσσα) και καθιερώνεται επίσημα από το Ηπειρωτικό Κογκρέσο στις 14 Ιουνίου του 1777, ακολουθούμενη χρονικά από τη γαλλική (γνωστή και ωςtricolore), η οποία, αν και υπήρχε από τον Ιούλιο του 1790, καθιερώθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1794 από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Αναλογιζόμενοι ότι η ελληνική σημαία (γνωστή και ως γαλανόλευκη) πρωτοεμφανίστηκε το Σεπτέμβριο του 1807 και καθιερώθηκε τον Ιανουάριο του 1822 από την Α΄ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η βαμμένη με αίμα ηρώων και τιμημένη με τις ζωές χιλιάδων πολεμιστών σημαία της Ελλάδαςαποτελεί μια από τις παλαιότερες ιστορικά σημαίες της σύγχρονης εποχής και, ως εκ τούτου, της αξίζει η απότιση του ελάχιστου φόρου τιμής της ιστορικής της διαδρομής.

Η βυζαντινή σημαία

Η ιστορία των βυζαντινών σημαιών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και εθνικοϊστορικά σημαντική. Αρχικά, το Βυζάντιο χρησιμοποιούσε τη ρωμαϊκή σημαία, που σύμφωνα με την παράδοση σχεδίασε οστρατάρχης Μάριος (157-86 π.Χ.) και έφερε την ονομασία σίγνο (signum). Η σημαία αυτή, η οποία ήταν κόκκινη και έφερε ασημένιο αετό με ανοικτές φτερούγες και χρυσούς κεραυνούς στα νύχια του,αποτελούσε ίσως το μοναδικό πράγμα που δεν άλλαξε στηνπολυτάραχη Ρώμη, η οποία άλλαξε τόσες μορφές πολιτεύματος και υπέφερε αιματηρές και απειλητικές εμφύλιες και πολέμιες συγκρούσεις.Η μοναδική τροποποίηση που έγινε στη ρωμαϊκή σημαία ήταν να μεταβληθεί το χρώμα του αετού σε χρυσό και, ταυτόχρονα, να στερηθεί τους κεραυνούς του κατά την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138 μ.Χ.). Οι βυζαντινοί ονόμαζαν την κόκκινη αυτή σημαία φοινικίδα, λόγω ακριβώς του χρώματός της.

Επίθεση Περσών κατά της Κωνσταντινουπόλεως αριστερά διακρίνονται οι βυζαντινοί τοξότες (Βατικανό, Αποστολική βιβλιοθήκη)

Η πρώτη καθαρά βυζαντινή σημαία σχεδιάστηκε το 312 μ.Χ., όταν οΜέγας Κωνσταντίνος (306-337), προετοιμάζοντας το στρατό του για να αντιμετωπίσει τον τύραννο Μαξέντιο, είδε θεϊκό οιωνό, ένα φωτεινό σταυρό να λάμπει στο μεσημεριάτικο ουρανό με την επιγραφή "EN ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ", τερματίζοντας τη χρήση της (ειδωλολατρικής) ερυθράς σημαίας με τον αετό.
Τη νέα σημαία που σχεδίασε ονόμασε λάβαρο και μ' αυτήν νίκησε στις 26 Οκτωβρίου του 312 στον Τίβερη ποταμό. Έκτοτε, κάθε δυναστεία του Βυζαντίου χρησιμοποιούσε και τη δική της ιδιόμορφη σημαία· ανάμεσα στα σύμβολα που χρησιμοποιούνταν ήταν η ημισέληνος, η ανεστραμμένη ημισέληνος, ο σταυρός, το χριστόγραμμα κ.τ.λ.
Το ρωμαϊκό αετό στη βυζαντινή σημαία επανέφερε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός (361-363), γνωστός και ως Αποστάτης ή Παραβάτης (λόγω των ειδωλολατρικών του αντιλήψεων), ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το θάνατό του, το μισητό πλέον μισοφέγγαρο (υπήρξε το έμβλημα της θεάς Αρτέμιδος)διαγράφηκε από τη σημαία, διατηρήθηκε όμως ο περήφανος αετόςπου έβλεπε δεξιά, ο οποίος και αποτελούσε άρρηκτα συνδεδεμένο σύμβολο με τους Έλληνες και το Βυζάντιο. Όμως, η μεγάλη αλλαγή στη βυζαντινή σημαία, η οποία και της έδωσε την τελική της (με μικρές παραλλαγές) μορφή, έγινε στα χρόνια του Ισαάκιου Κομνηνού(1057-1059). Ο φωτισμένος αυτός αυτοκράτορας καταγόταν από Οίκο της Παφλαγονίας, όπου στην πόλη Γάγγρα υπήρχε ο θρύλος της ύπαρξης φτερωτού αετόμορφου και δικέφαλου θηρίου (γνωστού ως Χάγκα), το οποίο και κοσμούσε το θυρεό του κτήματος της οικογένειάς του στην Καστάμονη. Έτσι και ο Ισαάκιος το χρησιμοποίησεως έμβλημα του Βυζαντίου, πάνω σε κίτρινο φόντο, θέλοντας να κυβερνήσει υπό την ηθική προστασία του. Δε συνάντησε καμία αντίσταση, αφού ο αετός της σημαίας είχε ήδη δεχθεί τόσες πολλές τροποποιήσεις.

Το ίδιο ακριβώς έμβλημα χρησιμοποίησε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο (προσθέτοντάς του μία ποιμαντορική ράβδο στο αριστερό του πόδι και ένα αυτοκρατορικό σκήπτρο στο δεξί), απ' όπου το οικειοποιήθηκαν οι Φράγκοι και οι Έλληνες το 1204 με την πρώτη άλωση της Πόλης. Τότε άρχισε να χρησιμοποιείται από το Θεόδωρο Λάσκαρη Α΄ (1204-1222) στη Νίκαια, το παράλλαξε όμως ο Ιωάννης Γ΄ ο Βατάτζης (1222-1254), προσθέτοντας ρομφαία στο δεξί του πόδι και υδρόγειο με σταυρό στο αριστερό πόδι του αετού, ενώ παράλληλα μεγάλωσε τις πτέρυγές του και το ράμφος του έγινε ανοικτό, με τη γλώσσα του να κρέμεται, σημάδι της απειλητικότητάς του. Η σημαία αυτή διατηρήθηκε μέχρι τις 15 Αυγούστου 1261, όταν οΜιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1261-1282) - ο οποίος και είχε την τύχη να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη - πρόσθεσε κορώνα πάνω από τα δύο κεφάλια του αετού, στοιχείο το οποίο διατηρήθηκε μέχρι και τη μοιραία εκείνη Τρίτη, 29η Μαΐου 1453, όταν ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής(1432-1481) κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο βυζαντινός στόλος χρησιμοποιούσε - κατά τα πρώτα κυρίως χρόνια της Αυτοκρατορίας -διαφορετική σημαία απ' αυτήν που χρησιμοποιούσαν οι χερσαίες δυνάμεις: αρχικά, χρησιμοποιήθηκε λευκή σημαία που έφερε κυανό σταυρό με τέσσερα Β, ένα στην κάθε γωνία του, ενώ αργότερα, αφού επανήλθε ο αετός στην επίσημη βυζαντινή σημαία, και πάλι ο στόλος χρησιμοποιούσε διαφορετική σημαία, η οποία έφερε την εικόνα της Παναγίας, αετό με ανοικτές πτέρυγες και το μονογράφημα του Χριστού. Η σημαία αυτή, αρχικά κόκκινη και, από την εποχή του Νικηφόρου Φωκά (963-969), κυανόλευκη, διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια των Κομνηνών (11ος - 12ος αιώνας).

Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, το δικέφαλο αετόχρησιμοποίησαν ως σύμβολο αρκετά κράτη, ανάμεσά τους η Ρωσική Αυτοκρατορία και διάφορα τευτονικά και φράγκικα κρατίδια. Ο δικέφαλος αετός επιζεί στις μέρες μας στην αλβανική σημαία, ενώ χρησιμοποιούταν και στη γερμανική αυτοκρατορική σημαία μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, απ' όπου τον "δανείστηκε" και τον παράλλαξε η Αυστρία, που χρησιμοποιεί μονοκέφαλο αετό στη σημαία της. Ο δικέφαλος αετός είναι επίσης το έμβλημα του Γενικού Επιτελείου Στρατού (με την επιγραφή "ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ"), του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) της Κύπρου, καθώς και των ποδοσφαιρικών ομάδων ΑΕΚ (Αθλητική Ένωση Κωνσταντινούπολης) και ΠΑΟΚ (Πανθεσσαλονίκιος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών).

Οι σημαίες της Τουρκοκρατίας

Οι υπόδουλοι Έλληνες ουδέποτε συμβιβάστηκαν με την οθωμανική κατοχή και, καθώς εξετάζουμε την ιστορία από τον 15ου μέχρι και τον 19ου αιώνα, βλέπουμε ότι πολλές περιοχές επαναστάτησαν κατά των Οθωμανών, με το δικό τους τρόπο και υπό την ηγεσία των τοπικών τους οπλαρχηγών. Οι "επαναστάσεις" όμως αυτές, ανοργάνωτες, ασύντακτες, σποραδικές και ασυντόνιστες, ήταν καταδικασμένες εκ των προτέρων να αποτύχουν, έχοντας ως άμεσο αντίκτυπο την κατάπνιξή τους στο αίμα και την καταβολή ακόμη μεγαλύτερων και πιο δυσβάστακτων φόρων προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όπως είναι φυσικό, κάθε εξέγερση είχε και τη δική της ιδιόμορφη σημαία,επινόηση των οπλαρχηγών της περιοχής.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι άρχισε να διαμορφώνεται η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων, οι οποίοι στους κόλπους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αντιμετωπίζονταν κυρίως θρησκευτικά, όχι εθνικά. Έτσι, άρχισε να σχηματίζεται η έννοια του ελληνικού Έθνους. Η δημιουργία ελληνικής σημαίας ήρθε στο προσκήνιο την αμέσως επόμενη της Αλώσεως: ο ελληνισμός, ακέφαλος και αδιοργάνωτος, έπρεπε να βρει ένα σύμβολο το οποίο θα αναπαριστούσε τη συνοχή με το Βυζάντιο και θα περιέκλειε την εθνική και θρησκευτική ενότητά του. Το πρότυπο του δικέφαλου και, μετέπειτα, μονοκέφαλου αετού κυριαρχούσε σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο αρκετές δεκαετίες μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, στα φλάμπουρα, τις σημαίες, τις παντιέρες και τα μπαϊράκια των υπόδουλων Ελλήνων, στις φουστανέλες και τα επιστήθια των αρματολών και κλεφτών, διατηρώντας έτσι την ιστορική μνήμη και την αντίσταση προς τον αλλόθρησκο κατακτητή, αλλά και τον άρρηκτο συσχετισμό με την Εκκλησία, η οποία διατήρησε το δικέφαλο αετό ως έμβλημά της μέχρι τις μέρες μας.

Η πρώτη απ' αυτές τις σημαίες με το δικέφαλο αετό ήταν η σημαία του πελοποννήσιου κλέφτη Κορκόνδειλα Κλαδά, η οποία ήτανκόκκινη με δικέφαλο αετό στη μέση και υψώθηκε το 1464 στη γενέτειρά του, ενώ από το 1479-1481 και 1481-1482 κυμάτιζε στη Μάνηκαι τη Χείμαρρα, αντίστοιχα. Έκτοτε, διάφοροι κλεφταρματολοί και άλλοι επαναστάτες ανόρθωναν τη δική τους ιδιότυπη σημαία, με δικέφαλο ή μονοκέφαλο αετό, όπως ο Μερκούριος-Θεόδωρος Μπουά (Ήπειρος, γύρω στα 1490), ο οποίος ήταν και γενικός αρχηγός του Ιππικού του βασιλείου της Γαλλίας, ο Χρήστος Μηλιώνης(Ήπειρος, γύρω στα 1750-1760), ο αρματολός του Παρνασσού Λάμπρος Τσεκούρας, του οποίου η σημαία έφερε και σταυρό (από εδώ βγήκε η λέξη "σταυραετός", η οποία αναφέρεται στα δημοτικά τραγούδια), αλλά και οι Ρουμελιώτες (που αποτελούσαν και τον κορμό της ελληνικής Χερσονήσου), των οποίων η σημαία έφερε αετό, σε συνδυασμό με το σταυρό.

Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε και η σκλαβιά ρίζωνε, οι υπόδουλοι Έλληνες άρχισαν να φτιάχνουν δικές τους ξεχωριστές σημαίες, πιο προσωπικές και διαφορετικές από την "αρχέτυπη" βυζαντινή, με ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων, οι οποίες όμως - με ελάχιστες εξαιρέσεις - είχαν ένα κοινό σημείο: το Σταυρό ή/και την εικόνα ενός Αγίου. Ο σταυρός ήταν το σύμβολο αυτό που ένωνε τους Έλληνες με τη σκέψη της ελευθερίας και τους συνέδεε με το χριστιανισμό.Ακόμη και στις ξενοκίνητες επαναστάσεις, μαζί με τη σημαία τουΑγίου Μάρκου των Ενετών, τη λευκή ρωσική, την τρίχρωμη γαλλική και την ερυθρόλευκη των Ιπποτών της Ρόδου, οι Έλληνες είχαν πάντα μαζί τους τις αυτοσχέδιες σταυροφορούσες σημαίες, οι οποίες ήταν αυτές που τους ενέπνεαν και τους έδιναν κουράγιο να συνεχίσουν το έργο τους. Δεν είναι λίγες φορές που κληρικοί, όντας επικεφαλής εξεγέρσεων, χρησιμοποιούσαν για σημαία το λάβαρο της εκκλησίας.

Από τις «νέες» αυτές σημαίες, η πρώτη που αναφέρεται είναι αυτή των Κρητών, οι οποίοι, ανακηρύσσοντας Δημοκρατία πριν από το 1453, ύψωσαν κόκκινη σημαία με την εικόνα του Απόστολου Τίτου, προστάτη του νησιού. Γνωστή, επίσης, είναι και η σημαία των Σπαχήδων (γνωστοί και ως Ντερεμπέηδες), η οποία ήτανάσπρη, έφερε γαλάζιο σταυρό και τον Άγιο Γεώργιο στη μέση. Οι Σπαχήδες χρησιμοποιούσαν τη σημαία αυτή από το 1431 μέχρι και το 1639 στην περιοχή της Ηπείρου και της Πελοποννήσου και είναι οι μετέπειτα ονομαστοί μισθοφόροι Έλληνες στρατιώτες (stradioti)στη Δύση. Άλλες γνωστές σημαίες που έφεραν μορφές Αγίων ήταν η σημαία των Σουλιωτών (σταυρός με δάφνες με την εικόνα του Αγίου Γεωργίου σε λευκό φόντο), των Πελοποννήσιων (οι στρατηλάτες Άγιος Γεώργιος και Άγιος Δημήτριος και η επιγραφή "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ"), της Πάργας (κόκκινη σημαία με τη βρεφοκρατούσα Παναγία χρυσοκέντητη στο κέντρο), της Λευκάδας (λευκή με τον Άγιο Τιμόθεο και την Αγία Μαύρα), των Μακεδόνων (έφερε τον Άγιο Δημήτριο), της Χειμάρρας(λευκή σημαία με τους ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ), της Θράκης και της Ρωμυλίας (έφερε τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη).

Από το 1774, μετά τη συνθήκη του Kucuk Kainargi, η ρωσική σημαία κυμάτιζε στα ελληνικά εμπορικά πλοία (η γραικοτουρκική σημαία)
Αλλά και γνωστοί κλέφτες, αρματολοί και οπλαρχηγοί είχαν τις δικές τους σημαίες: Οι αδελφοί Καλλέργη, οι οποίοι κατάγονταν από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, στον αγώνα τους κατά των Βενετών στην Κρήτη (1665) χρησιμοποιούσαν το έμβλημα του οικοσήμου του, δηλαδήεννέα παράλληλες γαλάζιες και λευκές γραμμές, με λευκό σταυρό σε γαλάζιο φόντο στην πάνω αριστερή γωνιά (όμοια δηλαδή με την πρώτη επίσημη ναυτική σημαία της Ελλάδας), με την επιγραφή "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ".

Η σημαία των Μαυρομιχαλαίων, οι οποίοι συμμετείχαν κατά την από τη Ρωσία υποκινούμενη επανάσταση του 1769, ήταν λευκή με κυανό σταυρό·τη διατήρησαν μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης. Παρόμοια σημαία χρησιμοποιούσε ο Μελισσηνός Μακάριος, στην οποία το 1770 ο καπετάν Τζιουβάρας πρόσθεσε στο κέντρο του σταυρού στη μια πλευρά την εικόνα του Χριστού και στην άλλη της Παναγίας. Λίγο αργότερα, ο Ζαχαρίας, κλέφτης της Λακωνίας, υψώνει τρίχρωμη σημαία (άσπρο-κόκκινο-μαύρο) με χρυσό σταυρό. Οι οπλαρχηγοί των Αγράφων χρησιμοποιούσαν σημαία με κόκκινο σταυρό.

Ο Ρήγας Φεραίος-Βελεστινλής (1757-1798) χρησιμοποιούσε σημαία με τρεις οριζόντιες γραμμές (κόκκινη, λευκή και μαύρη), με το ρόπαλο του Ηρακλή και τρεις σταυρούς στην επιφάνειά του· την επεξήγησε ο ίδιος στο έργο του Πολίτευμα του Ρήγα, ενώ την ίδια επεξήγηση για τα χρώματα έδωσε κι ο Υψηλάντης στη δική του σημαία (βλέπε πιο κάτω). Ο Λάμπρος Κατσώνης χρησιμοποιούσε τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη σε λευκή σημαία με κυανό σταυρό. Αργότερα, όταν το 1792 η Ρωσία υπόγραψε συνθήκη ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνέχισε τον αγώνα της λευτεριάς και ύψωσε στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης τη δική του σημαία, η οποία ήταν τρίχρωμη (κόκκινο, μαύρο, μπλε) και έφερε χιαστί δύο ναυτικές σπάθες, τρεις καρδιές σε κάθε λωρίδα και τη φράση LAMBRO CAZZONI PRINCIPE DI MAINA E LIBERATO DELLA GRECIA(Λάμπρος Κατσώνης, πρίγκηψ της Μάνης και ελευθερωτής της Ελλάδος). Οι Κολοκοτρωναίοι, από τα τέλη του 18ου αιώνα, χρησιμοποιούσαν άσπρη σημαία με γαλάζιο σταυρό (σταυρός του Αγίου Ανδρέα), την οποία από το 1806 χρησιμοποιούσε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Ο σκιαθίτης αρματολός Γιάννης Σταθάς χρησιμοποιούσε στο στολίσκο του κατά τα 1800 μια γαλανή σημαία με ένα λευκό φαρδύ σταυρό στο κέντρο, όμοια με την πρώτη επίσημη σημαία ξηράς της Ελλάδας. Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Σούλι υψώνει στις 26 Οκτωβρίου του 1820 λευκή σημαία με τον Άγιο Γεώργιο και την επιγραφή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΠΑΤΡΙΣ» με δάφνη στη μέση. Αλλά και πολλοί άλλοι χρησιμοποίησαν σημαίες με γαλάζιο σταυρό, ο οποίος είτε στηριζόταν σε ανεστραμμένο μισοφέγγαρο είτε είχε στη μέση μια ανθισμένη δάφνη, παράλληλα με τις επιγραφές«ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» ή «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ». Τέλος, να αναφέρουμε ότι άγνωστος καπετάνιος σχεδίασε άσπρο σταυρό πάνω σε μαύρο πανί, θέλοντας να παραστήσει την αδούλωτη ελληνική ψυχή, η οποία, παρά το ότι ήταν σκλαβωμένη (μαύρο), πολεμούσε(σταυρός) και πρόσμενε στη λύτρωση και αναγέννησή της (λευκό).

Άξια μνείας είναι η ιστορία της σημαίας του σουλιώτη Τούσια Μπότσαρη, ο οποίος λίγο πριν την Επανάσταση είχε σημαία,δώρο της Μεγάλης Αικατερίνης, κίτρινη μεταξωτή κεντημένη με κρουστό πορφυρό μετάξι με παράσταση του Αγίου Γεωργίου στη μια πλευρά και του Αγίου Δημητρίου στην άλλη, με την επιγραφή «ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ», την οποία και χρησιμοποίησε κατά τη δράση του εναντίον του Αλή Πασά και κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου. Κατά την ηρωική έξοδο, η όμορφη αυτή σημαία περιήλθεστα χέρια του Κίτσου Τζαβέλλα, ο οποίος τη μετέφερε στην Ύδρα. Το 1832 την πήρε ο Κώστας Βέικος, για να την επιστρέψει το 1859 στους Τζαβελλαίους, οι οποίοι τελικά την παρέδωσαν στην οικογένεια του Μπότσαρη στο Μεσολόγγι.

Οι σημαίες της Επανάστασης
Προτού ξεκινήσουμε την αναφορά μας στις σημαίες της ελληνικής Επανάστασης, κατ' αρχάς o οφείλουμε να τονίσουμε ότι η Επανάσταση δεν ξεκίνησε σε όλη την Ελλάδα ταυτόχρονα σε μια μέρα και σε όλες τις περιοχές (χερσαίες και νησιώτικες), αλλά συνέβηκε έπειτα από μερικά γεγονότα, τα οποία ραγδαία επεκτάθηκαν στις γύρω περιοχές, αν και η επίσημη ημερομηνία της εξέγερσης είχε οριστεί η Παρασκευή 25 Μαρτίου 1821, όταν θα εορταζόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Επίσης, στην παγίωση του «μύθου» της Αγίας Λαύρας συνέβαλε η συγγραφή το 1824 της Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης από το Γάλλο ιστορικό Francois Pouqueville, ο οποίος διηγήθηκε φανταστικές λεπτομέρειες από τη δοξολογία και την «έναρξη» της Επανάστασης, υπερθεματίζοντας τον Παλαιών Πατρών Γερμανό(προσωπικό του γνωστό) και το θρησκευτικό στοιχείο. Επιπλέον, να εξηγήσουμε ότι ο όρος «σημαίες της Επανάστασης» περιλαμβάνει τις ιδιαίτερες σημαίες κάθε περιοχής, οι οποίες βρίσκονταν σε χρήση κυρίως κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα, καθώς από το 1822 και εντεύθενθεσπίζεται ειδικός νόμος αναφορικά με τη χρήση συγκεκριμένου είδους σημαίας, με σκοπό να υπάρχει οργανωμένη χρήση της. Αυτό όμως δε σημαίνει και ότι έπαψαν να υφίστανται ανυπερθέτως οι σημαίες της Επανάστασης μετά το 1822.

Κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση και, συνεπώς, ένα ενιαίο σύμβολο του αγώνα, και έτσι ο κάθε οπλαρχηγός, εμπνευσμένος από το πάθος της ελευθερίας, τις ιστορικές του γνώσεις, τη θρησκευτική του προσήλωση, την προσωπική του φαντασία, τις οικογενειακές του παραδόσεις και το μίσος για τους Τούρκους, χρησιμοποιούσε τη δική του σημαία. Όλες, όμως, έφεραν το σημάδι του σταυρού (ένδειξη θρησκευτικής ευλάβειας), ενώ μερικές απ' αυτές έφεραν την κουκουβάγια (σύμβολο σοφίας) ή τον αετό (σύμβολο ελευθερίας). Σύνηθες σύμβολο ήταν και ο αναγεννώμενος Φοίνικας, όπως επίσης και το φίδι, κλαδιά δάφνης και άγκυρες (για τα νησιά). Οι αγωνιστές χρησιμοποιούσαν προσφιλείς κλασικές ρήσεις όπως «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»«ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ», «(Η) ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ», «ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ», «ΜΕΘ' ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ», «Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ», «ΕΚ ΤΗΣ ΣΤΑΚΤΗΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ» κ.τ.λ. Η εμμονή στην παρουσία του σταυρού,όμως, δεν οφειλόταν μόνο στο βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων, αλλά αποτελεί και μια προσπάθεια ετεροπροσδιορισμούπρος την τουρκική ημισέληνο, η οποία κι αυτή κυριαρχεί στις σημαίες των Οθωμανών.

Η παλαιότερη από τις επαναστατικές σημαίες, αν εξαιρέσουμε τις ήδη υπάρχουσες πριν από την Επανάσταση, ήταν αυτή της Φιλικής Εταιρείας. Κατασκευάστηκε με τις οδηγίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού από λευκό ύφασμα και έφερε τα σύμβολα του εφοδιαστικού των ιερέων της Φιλικής Εταιρείας (τον ιερό δεσμό με τις 16 στήλες) και πάνω από αυτό κόκκινο σταυρό, περιβαλλόμενο από στεφάνι κλαδιών ελιάς· κάτω από το σταυρό υπήρχαν δύο λογχοφόρες σημαίες με τα αρχικά ΗΕΑ και ΗΘΣ (Ή Ελευθερία ή Θάνατος). Παραλλαγές και προσθήκες (ανεστραμμένη ημισέληνος, φίδι, σταυρός, κουκουβάγια κ.τ.λ) στο εφοδιαστικό των ιερέων βρίσκουμε σε διάφορες σημαίες. Το Αχαϊκόν Διευθυντήριον φρόντισε να κατασκευάσει και να διανείμει αρκετές Φιλικές σημαίες σταστρατόπεδα της Πελοποννήσου. Μία από αυτές ύψωσε ο Γεώργιος Σισίνης το 1821 στην Ήλιδα, τη μοναδική που σώζεται σήμερα (συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου). Σ' αυτήν τη σημαία ορκίζονταν, ενώπιον του ιερέα και του ευαγγελίου, οι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία και αυτή αρχικά προοριζόταν για να καθιερωθεί ως επίσημη σημαία της Επανάστασης και, μετέπειτα, του Ελληνικού κράτους .

Όταν στις 19 Ιανουαρίου του 1821 οργανώθηκε η πρώτη διοίκηση (Άρειος Πάγος Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος) και συστάθηκε το πρώτο πολίτευμα, χρησιμοποιήθηκε σημαία που παραπέμπει στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία· έφερε τρεις κάθετες γραμμές(πράσινη-λευκή-μαύρη) και τρεις αλληγορικές φιλικές παραστάσεις: το σταυρό (πίστη και ελπίδα για τη δίκαιη υπόθεση του Γένους), τη φλεγόμενη καρδία (αγνότητα του σκοπού της Επανάστασης και φλόγα για την ελευθερία) και την άγκυρα (σταθερότητα στον τελικό σκοπό και απόφαση για θυσία).
 
Η πρώτη, όμως, σαφώς επαναστατική σημαία είναι αυτή που υψώθηκε στο Ιάσιο της Μολδαβίας στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και ευλογήθηκε από το Μητροπολίτη Βενιαμίν στη Μονή των Τριών Ιεραρχών τέσσερις μέρες μετά·, η τρίχρωμη αυτή σημαία (μαύρο-άσπρο-κόκκινο) είχε προταθεί από το Νικόλαο Υψηλάντη και άλλους Φιλικούς. Από τη μια πλευρά έφερετο μυθικό αναγεννώμενο φοίνικα με την επιγραφή «ΕΚ ΤΗΣ ΣΤΑΚΤΗΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ» , ενώ από την άλλη έφερε ερυθρό σταυρό πλαισιωμένο από στεφάνι δάφνης και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», και η επεξήγησή της περιγράφεται στους Νόμους Στρατιωτικούς (άρθρα ΙΑ΄ και ΙΒ΄).
Με τη σημαία αυτή πολέμησε και θυσιάστηκε ο Ιερός Λόχος στο Δραγατσάνι και μ' αυτή έγινε ολοκαύτωμα στη Μονή του Σέκου ο Γεωργάκης Ολύμπιος (2 Σεπτεμβρίου του 1821). Παραλλαγή της σημαίας ήταν η πίσω πλευρά, αντί της δάφνης, να φέρει τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Αυτή τη σημαία έφεραν και οι Μαυροφόροι του Υψηλάντη, το πρώτο τακτικό ελληνικό στρατιωτικό σώμα της Ανεξαρτησίας· γι' αυτούς, το λευκό συμβόλιζε την αδελφότητα, το κόκκινο τον πατριωτισμό και το μαύρο τη θυσία. Παρόμοια σημαία υψώθηκε και στον Πύργο του Ζαφειράκη, κατά την εξέγερση τηςΝάουσας το 1822, μετά το τέλος της δοξολογίας, ενώ διάφοροι άλλοι οπλαρχηγοί προσέθεσαν την επιγραφή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ».

Είναι ιδιαίτερα σημαντική η παρουσία του αναγεννώμενου φοίνικα στη σημαία του Υψηλάντη: ο Φοίνικας, μυθικό πτηνό της Αραβίας, είχε μορφή αετού με ερυθρόχρυσα φτερά και κύκλο ζωής γύρω στα 500 χρόνια· όταν αντιλαμβανόταν το θάνατό του, έκανε φωλιά από αρωματικά ξύλα, τα οποία άναβαν οι καυστικές ακτίνες του ήλιου και καιγόταν μαζί μ' αυτά. Λίγες ώρες μετά, αναγεννιόταν από τις στάχτες του. Παρόλο όμως το βαθυστόχαστο νόημα της σημαίας αυτής,δε χρησιμοποιήθηκε στην κυρίως Ελλάδα, γιατί άλλοι δύο πολέμαρχοι, ο Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου και ο Σάββας Φωκιανός,χρησιμοποίησαν διαφορετικές σημαίες, ο μεν πρώτος κυανή με την Αγία Τριάδα και τους Άγιους Γεώργιο και Δημήτριο και κάτω, με χρυσά γράμματα, «ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», ο δε Φωκιανός άσπρη σημαία με τον Εσταυρωμένο. Παράλληλα, όταν η Α΄ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου έφερε στο προσκήνιο το θέμα της καθιέρωσης σημαίας, αποφασίστηκε να μη χρησιμοποιηθεί η σημαία αυτή λόγω του αφορισμού που υπέστη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από τον οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (μετά από αφόρητες πιέσεις και απειλές από την Πύλη για μαζικές σφαγές Ελλήνων), αλλά και λόγω των φιλικών συμβόλων που έφερε.

Στις 21 Μαρτίου του 1821, ο Ανδρέας Λόντος στην Πάτρα καταλαμβάνει το φρούριο της πόλης με κόκκινη σημαία με μαύρο σταυρό στη μέση, η οποία και

αργότερα ευλογήθηκε στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, μέσα σε ζητωκραυγές του λαού. Είναι εμφανής η ομοιότητά της με μια παλιά βυζαντινή σημαία. Η παράδοση φέρει τους οχυρωμένους Τούρκους να τη βλέπουν και, ξεγελασμένοι από το χρώμα της, να τρέχουν προς βοήθεια των Ελλήνων, μιας και νόμισαν ότι ήταν Λαλιώτες Τούρκοι, αφήνοντας έτσι τους επαναστατημένους Έλληνες να πλησιάσουν ανενόχλητοι το Φρούριο.

Την ίδια μέρα (κατ' άλλους στις 17 ή 23 του Μάρτη),οπλαρχηγοί, πρόκριτοι, προεστοί, αρχιερείς και πολυάριθμα παλικάρια συγκεντρώνονται στη Μονή της Αγίας Λαύρας, έχοντας ως λάβαρο τη χρυσοκέντητη εικονισματοποδιά της Κοίμησης της Θεοτόκου που κοσμούσε την Ωραία Πύλη του ναού της Μονής, την οποία - σύμφωνα με την παράδοση - ύψωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ορκίζοντάς τους.

Οι επαναστάτες ορκίζονται και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία του Αγώνος (Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη).

Το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, το οποίο φυλάσσεται στοθησαυροφυλάκιο της Μονής, είναι βυσσινί, κεντημένο με ασημένια και χρυσή κλωστή και στολισμένο με μαργαρίτες, με χρυσά κρόσσια ολόγυρα. Σε λίγες ώρες, οι ξεσηκωμένοι ραγιάδες κυριεύουντα γειτονικά Καλάβρυτα, ενώ στις 24 Μαρτίου εισέρχονται στην Πάτραο Μπενιζέλος Ρούφος, ο Ασημάκης Ζαΐμης και άλλοι οπλαρχηγοί,μαζί με τον Επίσκοπο Γερμανό, ο οποίος υψώνει στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, σύμβολο της Επανάστασης,υπό τις ιαχές και ενθουσιώδεις κραυγές των Ελλήνων, καθώς οι οπλαρχηγοί μοίραζαν εθνόσημα από κόκκινο ύφασμα με κυανό σταυρό. Την επόμενη μέρα, το Επαναστατικόν Διευθυντήριον στην Πάτρα απευθύνει περήφανη ανακοίνωση προς τους αντιπροσώπους των ευρωπαϊκών κρατών που βρίσκονταν στην πόλη, δηλώνοντας περίτρανατο σκοπό και τους στόχους της Επανάστασης. Πιο κάτω θα αναφέρουμε τις γνωστότερες από τις σημαίες της Επανάστασης.

Οι Καλαρρυτήνοι της Ηπείρου είχαν λευκή σημαία με κόκκινο σταυρό. Οι Βαρβιτσιώτες, οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, είχαν την τρίχρωμη σημαία του Υψηλάντη μαζί με γαλάζιο σταυρό. Ο Εμμανουήλ Παππάς των Σερρών, ο οποίος και κήρυξε τηνΕπανάσταση στις Καρυές του Αγίου Όρους, ο οπλαρχηγός της Θεσσαλομαγνησίας, Μήτρος Λιακόπουλος, και ο πρόκριτος της Νάουσας, Λογοθέτης Ζαφειράκης, χρησιμοποιούσαν λευκή σημαία με τον Άγιο Γεώργιο. Επίσης, ο Δημήτριος Πλαπούτας χρησιμοποιούσε άσπρη σημαία με γαλάζιο σταυρό και στις τέσσερις γωνιές του ήταν γραμμένο το ΙΧΝΚ (Ιησούς Χριστός Νικά). ΟΑθανάσιος Διάκος είχε λευκή σημαία, με τον Άγιο Γεώργιο στη μέση και την επιγραφή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ»·σύμφωνα με την παράδοση, την έφτιαξε στη Μονή του Οσίου Λουκά, παρόντων των Επισκόπων Ταλαντίου Νεόφυτου και Σαλώνων Ησαΐα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως προαναφέραμε, χρησιμοποιούσε τη σημαία της οικογένειάς του, η οποία ήταν λευκή με γαλάζιο σταυρό στη μέση. Στην Τρίπολη, σύμφωνα με την παράδοση, ο Γρηγόριος Δίκαιος Παπαφλέσσας έσχισε το βαθύ γαλάζιο εσώρασό του (το επονομαζόμενο αντερί), σχημάτισε ένα τετράγωνο και διέταξε το πρωτοπαλίκαρό του και γνωστό αγωνιστή, Παναγιώτη Κεφαλά, να σχίσει δύο λουρίδες από την άσπρη φουστανέλα του, έτσι ώστε να σχηματίζουν σταυρό. Η σημαία αυτή, η οποία και από πολλούς θεωρείται ότι αποτέλεσε τη βάση της πρώτης επίσημης σημαίας του ελληνικού κράτους, υψώθηκε σ' ένα ξέφρενο πανηγυρισμό στο τουρκικό διοικητήριο της ελεύθερης πλέον πόλης.

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η γνωστότερη (μαζί με τη Μαντώ Μαυρογένους) γυναίκα του αγώνα, χρησιμοποιούσε σημαία η οποία είχε κόκκινο περίγυρο, μπλε φόντο και έφερε βυζαντινό μονοκέφαλο αετό και στο κάτω μέρος της το φοίνικα και την άγκυρα. Ο Μάρκος Μπότσαρης, αμέσως μετά την έναρξη της Επανάστασης, αρχίζει να χρησιμοποιεί κατάλευκη σημαία με κυανό σταυρό πλαισιωμένο από δάφνη. Στις 28 Απριλίου του 1821, ένοπλοι των περιχώρων της Αθήνας υψώνουν στο Διοικητήριο της πόλης μια λευκή σημαία με κόκκινο σταυρό, στην πάνω αριστερή πλευρά έφερε τη γλαύκα της Αθηνάς, ενώ στη δεξιά δύο άγρυπνους οφθαλμούς. Κάτω, ήταν γραμμένη η φράση «Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ» και στη μέση υπήρχαν οι 16 κόκκινες γραμμές, ο ιερός δεσμός της Φιλικής Εταιρείας. Στη Θεσσαλομαγνησία, η οποία επαναστάτησε υπό τον Άνθιμο Γαζή και τους οπλαρχηγούς Βασδέκη, Γαρέφη, Κώστα Βελή, Νικόλαο Στουρνάρη και Γάτσο Αγγελή, κυριαρχούσε η σημαία του πρώτου, η οποία ήταν λευκή και έφερε κόκκινο σταυρό στο κέντρο και τέσσερις μικρότερους σταυρούς στα τέσσερα λευκά τετράγωνα της σημαίας. Ο Μακεδόνας αγωνιστής Νικόλαος Τσάμηςχρησιμοποιούσε μια λευκή σημαία, με γαλάζιο σταυρό, η οποία στα δύο αριστερά της τετράγωνα έγραφε «ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΗ» και «ΝΗΚΟΛΑ ΤΣΑΜΗΣ».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σημαίες των μεγάλων νησιών του Αιγαίου, οι οποίες έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους και έφεραν έντονα τα αλληγορικά Φιλικά στοιχεία. Το πρώτο νησί που ύψωσε σημαία της Επανάστασης ήταν οι Σπέτσες (26 Μαρτίου του 1821), μιας και οι Μποτασαίοι και ο Γεώργιος Πάνου ήσαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας.Στις 2 Απριλίου του 1821, μετά το στολισμό των πλοίων τους με τη νέα σημαία, οι Σπετσιώτες κατευθύνθηκαν προς την Ύδρα, με σκοπό να την μπάσουν στην Επανάσταση, αντικρίζοντας το πρωινό της επόμενης μέρας τη σημαία του νησιού, τη δέχτηκαν με ενθουσιασμό και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν, παρά τις αντιρρήσεις μερικών. Η σημαία αυτή, που υψώθηκε για πρώτη φορά στις 31 Μαρτίου του 1821 από τον Αντώνιο Οικονόμο, δευτερεύοντα πλοίαρχο και νεομυημένο στη Φιλική Εταιρεία, ευλογήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Γεράσιμο στις 18 Απριλίου του 1821. Παρόμοια με τη σημαία των Σπετσών ήταν και η σημαία των Ψαρών, η οποία υψώθηκε στις 11 Απριλίου του 1821, όταν έφτασε το σπετσιώτικο πλοίο του Τσούπα, καθώς και η σαμιώτικη σημαία, την οποία πρώτος ύψωσε ο Κωνσταντίνος Λαχανάς στις 17 Απριλίου του 1821 στο Βαθύ της Σάμου, αγναντεύοντας από μακριά δύο σπετσιώτικα πλοία. Στη Σάμο, όμως, γινόταν χρήση και άλλων δύο σημαιών: της επίσημης σημαίας της Διοικήσεως και της σημαίας που ύψωσε ο Λυκούργος Λογοθέτης στο Καρλοβάσι στις 8 Μαΐου του 1821, την οποία ευλόγησε ο Μητροπολίτης Κύριλλος. Η σημαία της Διοικήσεως ήταν όμοια μ' αυτήν της Φιλικής Εταιρείας, ενώ η σημαία του Λογοθέτη είχε κυανό φόντο και έφερε ερυθρό σταυρό πάνω από μια ανεστραμμένη ερυθρή ημισέληνο κάτω από το σταυρό υπήρχε έναςμεγάλος πράσινος αετός που έτρωγε ένα πράσινο φίδι.
 
Οι σημαίες των τριών ναυτικών νησιών είχαν σύμβολα το σταυρό, το φίδι, την άγκυρα, την κουκουβάγια και το δόρυ, που όλα μαζί πατούσαν επί της ανεστραμμένης ημισελήνου.Οι σημαίες των Σπετσών και των Ψαρών έφεραν την επιγραφή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ», της Ύδρας έφερε την επιγραφή «Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ», ενώ και οι τρεις σημαίες της Σάμου έφεραν τα «ΗΕ» «ΗΘ» (Ή ελευθερία ή θάνατος). Τα σύμβολα αυτά, όπως αναφέραμε, ήσαν άμεσα συσχετισμένα με τη Φιλική Εταιρεία: ο σταυρός συμβόλιζε τη χριστιανοσύνη και τη δικαιοσύνη του αγώνα, η ανεστραμμένη ημισέληνος τον ισλαμισμό και την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το δόρυ τη δύναμη των Ελλήνων, η άγκυρα τη σταθερότητα και την επιμονή του αγώνα, το φίδι τη γνώση και την ιερότητα του σκοπού τους, ενώ ο αετός τη βοήθεια του Θεού και της θρησκείας για τη διεξαγωγή του αγώνα. Επίσης, οι νησιώτες παρομοίαζαν το φίδι - το οποίο τρώει τα αυγά του αετού (του γένους) -με τους Τούρκους και τον αετό - που τρώει τη γλώσσα του φιδιού - με τους Έλληνες.

Στη Μάνη, οι Μαυρομιχαλαίοι σήκωσαν τη σημαία του σταυρού και ενώθηκαν με τον Τζανετάκη-Γρηγοράκη στην ανατολική Λακωνία. Στις 17 Μαρτίου του 1821, περίπου 12.000 Μανιάτες πολεμιστές κηρύσσουν πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξεκινώντας από την Αρεόπολη, μετά τη δοξολογία στον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Η σημαία της Μάνης ήταν λευκή με γαλάζιο σταυρό και τις επιγραφές «ΝΙΚΗ Η ΘΑΝΑΤΟΣ» και «Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ». Να σημειώσουμε ότι εδώ χρησιμοποιείται η λέξη Νίκη και όχι η λέξη Ελευθερία, γιατί η Μάνη ήταν πάντα ελεύθερη: ολόκληρη η περιοχή της Μάνης υπήρξε αυτόνομη και ανεξάρτητη καθ' όλη την Τουρκοκρατία, με αποτέλεσμα η λέξη Μάνη να σημαίνει συχνά τον τόπο όπου ζούσαν ελεύθεροι άνθρωποι κατά την περίοδο της δουλείας. Κατά παρόμοιο τρόπο με τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, κινήθηκαν και τα μικρότερα, με πρώτη την Κάσο, ακολουθούμενη από την Κάρπαθο, τη Χάλκη, την Τήλο, τη Νίσυρο, την Κάλυμνο, τη Λέρο, την Πάτμο και τηνΑστυπάλαια. Τελευταία αναφορά μας στις επαναστατικές σημαίες, η σημαία του χωριού Λάβαρα στον Έβρο. Στο χωρίο αυτό, που πήρε το όνομά του λόγω της χρήσης λαβάρου (πριν από την Επανάσταση ονομαζόταν Σαλτίκιοι), στις 2 Μαΐου του 1821 σηκώθηκε μία επαναστατική σημαία η οποία είχε μαύρο σταυρό πάνω σε κυανό φόντο. Παρόμοια σημαία χρησιμοποίησαν και στη Σαμοθράκη.


ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ



ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ 

Ἀγάπα πρώτον τὸν Θεόν, ἔπειτα τὸν ἐχθρόν σου.
Βλέπε τῶν ἄλλων τὰ καλά, τὸ σφάλμα τὸ δικό σου.
Γυναίκα ἔχεις; Τίμα τὴν. Δὲν ἔχεις; Μὴ γυρέψεις.
Δίδε καλὸν ἀντὶ κακοῦ καὶ θέλεις ἀφεντέψεις.

Ἔχε διὰ χειρότερον μόνον τὸν ἑαυτόν σου.
Ζῆσε καλῶς, ἂν τὸ κακὸν τὸ φεύγεις ὡς κρημνόν σου.
Ἡμέρα δίχως προσευχὴ ποτὲ νὰ μὴν περάσει.
Θρόνος Θεοῦ θέλεις γενή, ταπεινωθεῖς ἐν πάσι.

Ἰδέα νὰ χεῖς πάντοτε πὼς σήμερον πεθαίνεις.
Κόλακα μήτε νὰ δεχθεῖς μήτε ἐσὺ νὰ γένης.
Λιμὴν νὰ εἶσαι τῶν πτωχῶν, χαρὰ τῶν θλιβομένων.
Μήτηρ, πατὴρ τῶν ὀρφανῶν, ξενοδοχεῖον τῶν ξένων.

Νὰ κοινωνεῖς πολλὲς φορὲς τὸν χρόνον, ἀναγκαῖον.
Ξομολόγου δέκα φορὲς, ὅμως, καὶ ἔτι πλέον.
Ὅσο μπορεῖς νὰ περπατεῖς, τρέχε στὴν ἐκκλησίαν.
Πουλήσου καὶ ἀγόρασε τὴν ἄνω Βασιλείαν.

Ρίψε τὸν πόνον τοῦ κορμιοῦ καὶ πόνει τὴν ψυχήν σου.
Σέβου τὴν πίστιν σου γερὰ ἕως εἰς τὴν θανήν σου.
Τοῦ βασιλέως μας Χριστοῦ τὰ πάθη νὰ θυμᾶσαι.
Ὕμνει καὶ δόξαζε Αὐτόν, ἂν θέλεις Χριστοῦ νὰ ‘σαι.

Φοβοῦ κι ἀγάπα Τὸν ὡσὰν τὰ δυό σου μάτια.
Χαῖρε, διὰ τὴν ἀγάπην Του, ἂν γένης καὶ κομμάτια.
Ψάλλε Αὐτῷ βράδυ, πρωί, καθημερινὴ καὶ σχόλη
Ὤ, πρέπει δόξα καὶ τιμή. Ἀμήν, νὰ εἰπεῖτε ὅλοι!

Γ. Παϊσιος: Πως μπορείς να αντιμετωπίσεις τον άλλο όταν είναι νευριασμένος;


Γ. Παϊσιος: Πως μπορείς να αντιμετωπίσεις τον άλλο όταν είναι νευριασμένος;

Γέροντα, πως μπορείς να αντιμετωπίσεις τον άλλον, όταν είναι νευριασμένος;
- Με την υπομονή!

- Και αν δεν έχεις;

- Να πας να αγοράσεις! Πουλάνε στα σούπερ-μάρκετ!… Κοίταξε, όταν ο άλλος είναι μπουρινιασμένος, ό,τι και να του πεις, δεν γίνεται τίποτε. Καλύτερα εκείνη την στιγμή να σιωπήσεις και να λες την ευχή. Με την ευχή θα καλμάρει ο άλλος, θα ηρεμήσει και θα μπορέσεις μετά να συνεννοηθείς μαζί του. Βλέπεις, και οι ψαράδες δεν πάνε να ψαρέψουν, αν δεν έχει μπουνάτσα· κάνουν υπομονή, ώσπου να καλωσυνέψει ο καιρός.

Η αγάπη μαθαίνεται ή μάλλον μεταδίδεται . . .,Ιερομόναχος Βαρθολομαίος Αγιορείτης




 Η αγάπη μαθαίνεται ή μάλλον 
μεταδίδεται , δεν αποκτιέται , 
δε γίνεται κτήμα μας. 
Αυτή είναι που μας αποκτά
 και μας κάνει κτήμα της. 
 Περνά μέσα μας και μας 
κάνει δικούς της , μας κάνει
 παιδιά της , μας κάνει και 
εμάς εραστές της. 
Έναν άνθρωπο κερδίζει η 
αγάπη και πολλοί άνθρωποι ειρηνεύουν γύρω του . 
Όταν μια καρδιά γεμίσει από αγάπη γίνεται μικρά
 μικρά κομματάκια και σκορπίζεται σε πολλές άλλες 
καρδούλες και ειρηνεύουν και αυτές και κουρνιάζουν
 γύρω της. Το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι να 
μη τρέχουμε άσκοπα , να μην κάνουμε φασαρία και 
να μη γκρινιάζουμε. Να σιωπούμε , να ειρηνεύουμε
 και η αγάπη θα μας βρει. Να μένουμε σιωπηλοί και
 η σιωπή θα μας διδάξει. Θα μας διδάξει πώς να 
περπατάμε , πώς να περιμένουμε , πώς να ζούμε
 απλά και τέλος θα κράξει στην αγάπη που είμαστε. 
Απλά να σκεφτόμαστε , ήσυχα να περπατάμε , και 
σιωπηλά να περιμένουμε. Να μη τρέχουμε να 
αποφύγουμε το κακό διότι με τόση φασαρία το κακό 
θα μας βρει. Να μη τρέχουμε να βρούμε την αγάπη
 διότι με τόση φασαρία η αγάπη δεν μας βλέπει. 
 Στη φασαρία κρύβεται το κακό ενώ η αγάπη αναπαύεται
 στη σιωπή. Ας μείνουμε λοιπόν σιωπηλοί και ήσυχοι
 για να μας προσπεράσει το κακό και να μας βρει η αγάπη. 
Δυστυχώς πλησιάζουμε τους ανθρώπους επειδή έχουν
 κάτι που το χρειαζόμαστε , που το θέλουμε και επειδή
 πληρώνουν κάποια από τα κενά μας και από τις 
ανάγκες μας. Εμείς δίνουμε σ`αυτούς από αυτό που 
μας περισσεύει , που δεν το χρειαζόμαστε , όλα τα άλλα
 τα κρατάμε για τον εαυτό μας. Καμία θυσία , 
καμία υπέρβαση , πουθενά η ευεργεσία , πουθενά η
 αγάπη. Οι ανθρώπινες σχέσεις έγιναν σχέσεις εμπορίου
 και διέπονται από νόμους του εμπορίου και όχι από τον
 νόμο της αγάπης και της προσφοράς . Και αυτό συμβαίνει
 επειδή έχει χαθεί η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του 
συνανθρώπου και παράλληλα στο πρόσωπο του Θεού
 και αυτό επειδή εμείς οι ίδιοι έχουμε χάσει την επαφή 
με τον εαυτό μας . Γι`αυτό και φτάσαμε στο σημείο ο
 συνάνθρωπός μας να γίνει η απειλή μας. Βλέπετε ,
 ο φόβος καταλύει την αγάπη και φέρνει την άμυνα .

Ιερομονάχου  Βαρθολομαίου Αγιορείτου 


                                                                                       

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ « Ευλογείτε και μη καταράσθε »



Με ρώτησε κάποιος: « Αυτό που ψάλουμε την Μεγάλη Σαρακοστή ,το “ Πρόσθες αυτοίς κακά, Κύριε, τοις ενδόξοις της γης “, γιατί το λέμε, αφού είναι κατάρα; «Όταν κάνουν επιδρομή οι βάρβαροι, του είπα, και πάνε να καταστρέψουν στα καλά καθούμενα έναν λαό και ο λαός προσεύχεται να τους βρουν κακά, δηλαδή να σπάσουν τα αμάξια τους ,και τα άλογά τους να πάθουν κάτι, για να εμποδισθούν, καλό είναι ή κακό; Αυτό εννοεί. Να τους έρθουν εμπόδια. Δεν είναι ότι καταριούνται » .
- Γέροντα, πότε πιάνει η κατάρα;
- Η κατάρα πιάνει ,όταν υπάρχη στη μέση αδικία. Αν λ.χ. κάποια κοροϊδέψη μια πονεμένη ή της κάνει ένα κακό και η πονεμένη την καταρασθή ,πάει, χάνεται το σόι της. Όταν δηλαδή κάνω κακό σε κάποιον και εκείνος με καταριέται , πιάνουν οι κατάρες του. Επιτρέπει ο Θεός και πιάνουν , όπως επιτρέπει λ.χ. να σκοτώση ένας κάποιον άλλον. Όταν όμως δεν υπάρχη αδικία, τότε η κατάρα γυρνά πίσω σε αυτόν που την έδωσε.
- Και πως απαλλάσσεται κάποιος από την κατάρα;
- Με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Έχω υπόψιν μου πολλές περιπτώσεις . Άνθρωποι που ταλαιπωρήθηκαν από κατάρα, όταν το κατάλαβαν ότι τους καταράσθηκαν γιατίείχαν φταίξει, μετάνοιωσαν ,εξομολογήθηκαν και τακτοποιήθηκαν. Αν αυτός που έφταιξε πη: « Θεέ μου, έκανα αυτό και αυτό, συγχωρεσέ με … » και εξομολογηθή με πόνο και ειλικρίνεια, τότε ο Θεός θα τον συγχωρήση. Θεός είναι.
- Και τιμωρείται μόνον αυτός που δέχεται την κατάρα ή και αυτός που την δίνει;
- Αυτός που δέχεται την κατάρα, βασανίζεται σε αυτήν την ζωή ,θα βασανίζεται και στην άλλη, γιατί ως εγκληματίας θα τιμωρηθή εκεί από τον Θεό, αν δεν μετανοήση και δεν εξομολογηθή. Γιατί, εντάξει, μπορεί κάποιος να σε πείραξε. Εσύ όμως με την κατάρα που δίνεις, είναι σαν να παίρνης το πιστόλι και να τον σκοτώνης. Με ποιο δικαίωμα το κάνεις αυτό; Ό,τι κι να σου έκανε ο άλλος ,δεν έχεις δικαίωμα να τον σκοτώσης . Για να καταρασθή κανείς, σημαίνει ότι έχει κακία. Κατάρα δίνει κανείς ,όταν το λέη με πάθος, με αγανάκτηση.
Η κατάρα ,όταν προέρχεται από άνθρωπο που έχει δίκαιο, έχει μεγάλη ισχύ. Ιδίως η κατάρα της χήρας. Θυμάμαι , μια γριά είχε ένα αλογάκι και το έβαζε στην άκρη του δάσους να βοσκήση. Επειδή ήταν λίγο ζόρικο, είχε βρει ένα γερό σκοινί και το έδενε. Μια φορά πήγαν στο δάσος τρεις γυναίκες να κόψουν ξύλα. Η μία ήταν πλούσια , η άλλη χήρα ήταν ορφανή και πολύ φτωχιά . Είδαν το άλογο που ήταν δεμένο με το σχοινί και βοσκούσε και είπαν: « Δεν παίρνουμε το σχοινί να δέσουμε τα ξύλα; » . Το έκοψαν στα τρία και πήρε η καθεμιά από ένα κομμάτι να δέσουν τα δεμάτια τους. Επόμενο ήταν να φύγη το άλογο. Όταν ήρθε η γριά και δεν βρήκε το ζώο, αγανάκτησε. Άρχισε να το ψάχνη παντού . Παιδεύτηκε πολύ να το βρη. Τελικά ,όταν το βρήκε, είπε αγανακτισμένη: « Με το ίδιο το σχοινί να την κουβαλήσουν αυτήν που το πήρε » . Μια μέρα, ο αδελφός της πλούσιας έκανε αστεία με ένα όπλο από αυτά που είχαν αφήσει οι Ιταλοί – και χτύπησε την αδελφή του στο λαιμό. Έπρεπε να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο και χρειάσθηκε σχοινί, για να την δέσουν επάνω σε μια ξύλινη σκάλα. Εκείνη την ώρα βρέθηκε το ένα κομμάτι σχοινί, το κλεμμένο, αλλά δεν έφθανε. Έφεραν και οι δύο άλλες γειτόνισσες τα δικά τους κλεμμένα κομμάτια και την έδεσαν στην σκάλα και την μετέφεραν στο νοσοκομείο. Έτσι πραγματοποιήθηκε η κατάρα της γριάς. « Με το ίδιο σχοινί να την κουβαλήσουν » . Και τελικά πέθανε η καημένη. Ο Θεός να την αναπαύση. Βλέπετε, έπιασε η κατάρα στην πλούσια, που δεν είχε οικονομική ανάγκη. Οι άλλες είχαν την φτώχεια τους, είχαν κάποια ελαφρυντικά.  
Από το βιβλίο « Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο »
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α’
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
« ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ »
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 
 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...