Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2012

Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,35-43) ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΑΣΙΣ +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος




«Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν» (Λουκ. 18,41-43)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο τῆς Δεκάτης Τετάρτης (ΙΔ´) Κυρι­α­­κῆς τοῦ Λουκᾶ. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ διηγεῖται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύ­ρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦμα εἶνε ἡ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ.
Τί νὰ ποῦμε; Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ δυστυχι­σμένο αὐτὸν ἄνθρωπο πού, κοντὰ στὸ ὅτι ἦ­ταν τυφλός, ἦταν ἀκόμα καὶ πάμπτωχος κ’ εἶ­χε καταντήσει ζητιάνος στὰ σταυροδρόμια; Νὰ ποῦμε γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε ὅταν ἄ­κουσε, ὅτι περνάει «ὁ Ἰησοῦς ὁ Να­ζωραῖος» (Λουκ. 18,37); Νὰ ποῦμε γιὰ τὸ φλογερὸ αἴτημά του στὸ Χριστό, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Ἢ νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ἐλεεινὴ συμπεριφορὰ τοῦ κό­σμου πού, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθή­σῃ, «ἐπετίμα αὐ­τόν» (ἔ.ἀ. 18,39), τοῦ ’­λεγε Σκάσε, τί φωνά­ζεις;»; Ἢ νὰ ποῦ­με γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ἕ­να παντοδύναμο λόγο εἶπε κι ὁ τυφλὸς «ἀ­νέβλεψε» (ἔ.ἀ. 18,43), κι ὁ κόσμος θαύμασε;
Ἀφήνω ὅλα αὐτὰ καὶ παρακαλῶ νὰ προσ­έξετε ἕνα ἄλλο σημεῖο.

* * *

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» αὐτοῦ (Γέν. 1,26). Τὸν ἐφω­δί­­ασε μὲ ἔξοχες ἰδιότητες, ἐννοῶ καὶ τὶς σωμα­τικές. Μία ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Κυρίου εἶνε ὅ­τι τὸν προίκισε μὲ πέντε αἰσθήσεις, ἀπὸ τὶς ὁ­­ποῖες σπουδαιοτέρα εἶνε ἀσφαλῶς ἡ ὅρασις.
Τὰ μάτια! Ὑ­πάρχει γι’ αὐτὰ ὁλόκληρη εἰδι­κὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία διακονοῦν οἱ ὀφθαλμί­ατροι, καὶ μέ­νουν κατάπληκτοι. Φτάνει ἕνα μάτι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀρκεῖ αὐτό.
Συναντήθηκα κάποτε μ᾿ ἕναν ἄπιστο ποὺ ἠρνεῖτο ὅτι ὑπάρχει Θεός. Κρατοῦσε μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ μόλις τὴν εἶχε ἀγο­ρά­­σει. ―Πῶς βρέ­θηκε, λέω, στὰ χέρια σου αὐτὴ ἡ μηχανή; Ἔμαθα, ὅτι τέτοιες μηχανὲς φυτρώ­νουν σὲ κάποιο χωράφι. ―Μὰ τί λές; μοῦ ἀ­παντᾷ, μόνο τρελλὸς μπορεῖ νὰ τὸ πῇ αὐτό. Τότε τοῦ εἶπα· ―Ἂν εἶνε τρελλὸς ὅποιος λέει ὅτι οἱ φωτογραφικὲς μηχανὲς φυτρώνουν στὸ χωράφι, τότε ἑκατὸ φο­ρὲς πιὸ τρελλὸς εἶνε ἐ­κεῖνος ποὺ λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ μάτια του φύτρωσαν μόνα τους. Τί εἶνε τὸ μάτι; Μιὰ τέλεια φωτογραφι­κὴ μηχανή. Πῶς παρα­δέχε­σαι ὅτι ἡ φωτο­γραφικὴ μηχανὴ ἔχει δημιουργό, καὶ δὲν πα­ρα­δέχεσαι τὸ Θεὸ δημιουργὸ γιὰ τὸ μάτι; Τὸ μάτι εἶνε δῶρο, γιὰ τὸ ὁποῖο θά ’πρεπε νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Ὅταν τριγύρω βλέπω τῆς φύσεως τὰ κάλλη,
τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τ’ ἄστρα τὰ φωτεινά,
τὴ θάλασσα, π’ ἀφρίζει κι’ ἁπλώνεται μεγάλη,
τοὺς ποταμούς, τὰ δένδρα, τοὺς κάμπους, τὰ βουνά,
καὶ τ’ ἄνθη ποὺ στολίζουν ἀγροὺς καὶ μονοπάτια,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾽δωκες τὰ μάτια»
(Ἰω. Πολέμης, Ἀναγνωστικὸ τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, σ. 295).
«Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ μοῦ ’δωσες τὰ μάτια». Τὸ λέμε; Δὲν τὸ λέμε δυστυχῶς. Μὴν εἴμεθα ἀχάριστοι στὸ Θεό. Καὶ νὰ δείχνουμε συμπάθεια σὲ ὅλους τοὺς τυφλοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν μέσα σ’ ἕνα διαρκὲς σκοτάδι.

* * *

Ἀλλ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σωματικὴ τύφλωσι ὑ­πάρχει καὶ τύφλωσις πνευματικὴ – ψυχική. Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶνε ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀ­πὸ τὸ σῶμα, τότε καὶ ἡ τύφλωσις ἡ ψυχικὴ εἶνε ἀπείρως χειροτέρα ἀπὸ τὴν σωματική.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὅλοι εἴ­μεθα τυφλοί. Μὴ φανῇ παράξενο αὐτό. Ἂν εἴχαμε μάτια ψυ­χικά, ὄχι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ μάτια, τί θὰ βλέπαμε! Ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν δίπλα του ἀγ­γέ­λους. Γι’ αὐτὸ στὸ ἀπολυτίκιό του ψάλλουμε «…καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχὰς ἀγ­γέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι, ἱερώ­τατε». Ναί· ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι σμίγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὴ θεία λειτουργία. Ἕ­νωσις γίνεται, ἑνώνονται ἐπίγεια καὶ οὐράνια.
Ποῦ εἶνε λοιπὸν τὰ μάτια αὐτά, τὰ ψυχικά; Τὸ σῶμα ἔχει τὸ μάτι, τὸ πολυτιμότατο αὐ­τὸ ὄργανο. Καὶ ἡ ψυχή; Τὸ μάτι τῆς ψυχῆς ποιό εἶ­νε; Εἶνε ὁ νοῦς, τὸ μυαλό, αὐτὸ τὸ ἄφθαστο κομπιοῦτερ ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός. Καὶ ὀρθὰ ἔ­λεγαν οἱ ἀρχαῖοι ὅτι «νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀ­κού­ει» (Ἐπίχαρμος, παρὰ Μ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί, σ. 301-2). Πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δῇ τὸ σωματικὸ μάτι, τὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ψυ­χικῆς ὁράσεως. Πέθανε ὁ πατέρας μας· καὶ ὅ­μως τὸν βλέπουμε μὲ τὴ φαντασία μας. Εἶνε μακριὰ ὁ συγγε­νής μας, στὴν Αὐστραλία ἢ στὸ Βό­ρειο Πόλο· πάλι τὸν βλέπουμε. «Νοῦς ὁρᾷ».
Ἀλλὰ γιὰ νὰ βλέπῃ ὁ νοῦς, πρέπει νὰ εἶνε καθαρός, ὑγιής. Κ’ ἐκεῖνο ποὺ τυφλώνει τὸ νοῦ εἶνε τὰ πάθη, ποὺ ἐνσπείρει ὁ διάβολος. Τί κι ἂν σπούδασες, τί κι ἂν ἔμαθες γράμματα καὶ ἐπιστῆμες; Ὅταν ὑπάρχῃ κάποιο πάθος, ὁποιοδήποτε (φιλαργυρία, φιληδονία, φιλοδοξία, πορνεία, μοιχεία, ἀκηδία καὶ ἀδιαφο­ρία, ὀργὴ καὶ θυμός, κακία καὶ μῖσος), αὐτὰ τυφλώνουν. Ἕνας ἐμπαθὴς ἄνθρωπος δὲν βλέ­πει· τυφλὸς περπατεῖ μέσα στὸν κόσμο.
Τὰ πάθη τυφλώνουν τὸ νοῦ. Διὰ μέσου αὐ­τῶν ὁ σατανᾶς τυφλώνει «τὰ νοήματα τῶν ἀ­πίστων» (Β΄ Κορ. 4,4), τυφλώνει τοὺς ἀνθρώπους νοητικῶς – ψυχικῶς. Ὁ εἰκοστὸς αἰώνας χαρακτηρίστηκε ὡς «αἰὼν τῶν φώτων»· στὴν πραγματικότητα εἶνε αἰώνας σκότους· διότι ποτέ ἄλλοτε δὲν ἔγιναν τόσα ἐγκλήματα καὶ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποιος φι­λόσοφος ποιητής· «Ἰδοὺ ἐγώ, μὲ τόσα φῶτα, τυφλός· τυφλός, ὅπως καὶ πρῶτα».
Οἱ παπποῦδες μας δὲν πήγαν σὲ γυμνάσια καὶ πανεπιστήμια, τοὺς φώτιζε ὅμως ὁ Θεὸς καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ ἐγγονάκια ποὺ τοὺς πλησιάζαμε ἔλεγαν σοφὰ λόγια. Λόγια ποὺ μᾶς εἶ­παν καθηγηταὶ πανεπιστημίου τὰ λησμονήσαμε· τὰ λόγια ποὺ μᾶς εἶπε ἡ γιαγιὰ δὲν τὰ λησμονήσαμε. Γιατὶ οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι εἶχαν φῶς ―φῶς ποὺ τοὺς φώτιζε ἦταν ἡ ἁγία Τριάδα― καὶ ἔβλεπαν καὶ ἔλεγαν σπουδαῖα πράγματα.
Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς ἥρωες τοῦ ’21. Εἶδε ὁράματα. Οἰκογενει­άρχης ἦταν μὲ 7 παιδιά, τὸ κορμί του κό­­σκινο ἀπὸ βό­λια τούρκικα. Ἀγράμματος, μό­­λις ἔ­βαζε τὴν ὑ­πογραφή του καὶ σκάλιζε τὸ ἀλ­φά­βητο. Ἦταν ὅμως φωτισμένος ἄνθρωπος· εἶ­πε καὶ ἔγραψε λόγια σοφά, καὶ εἶδε ὁράματα. Διαβάστε νὰ δῆτε τὰ ὁράματα ποὺ εἶδε.
Τότε ἡ Ἑλλὰς φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγίας Τριάδος. Μετὰ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ οἱ ἀπόλεμοι, ποὺ δὲν ἔλαβαν μέρος στὸν ἀγῶνα. Ἦρθαν ἀπ’ τὸ Παρίσι, πόλι διαφθορᾶς καὶ ἀκολασίας, καὶ εἶπαν στὴν Ἑλλά­δα «δὲν ὑπάρχει Θεός». Αὐτοὶ οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες ἄλλαξαν τὴν πορεία μας, ἔστρεψαν τὴν κοίτη τοῦ ἱστορικοῦ μας ἔθνους πρὸς τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Καὶ τότε ὁ Μακρυγιάν­νης εἶπε· Ποῦ καταντήσαμε! Ἐμεῖς οἱ ἀγράμ­ματοι, μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, κάναμε τὸν ἀγῶ­να καὶ νικήσαμε, καὶ τώρα ἔρχονται αὐτοὶ νὰ μᾶς τυφλώσουν, οἱ τάχα φωτισμένοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν, τί τζιβαϊρικὸ ―στὴ γλῶσσα του―, τί πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο πρᾶγμα, τί θησαυρὸ ἔχουμε. Ὁ δὲ θησαυρός μας εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ πατρίδα μας.
Δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε. Μᾶς τύ­φλωσε ὁ σατανᾶς. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα τυφλοί, ἔ­χουμε τὴν ἀξίωσι νὰ εἴμεθα ὁδηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τέτοιοι ἄθεοι δασκάλοι καὶ καθηγηταὶ ἀνέβηκαν στὶς ἕδρες καὶ θέλουν νὰ διδάξουν τὰ παιδιά μας. Ὀρθῶς εἶπε μιὰ προφητεία· «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Σ’ αὐτοὺς ἁρμόζει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Τυφλὸς τυφλὸν» ἐὰν ὁδηγῇ, «ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Λουκ. 6,39).

* * *

Τελειώνω μ’ ἕνα ἀνέκδοτο ἀπὸ τὴν ἱστο­ρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν Ἀλεξανδρεία ἦταν ἕνας τυφλὸς ποὺ ὠνομαζόταν Δίδυμος. Ἀλλὰ τὸν φώτισε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἔγινε δεινὸς θε­ολόγος, ἄνοιξε σχολή, καὶ πήγαιναν ὅλοι καὶ τὸν ἄκουγαν (ὅπως κ’ ἐδῶ εἶδα κάποιον τυ­φλὸ βοσκὸ ἀπὸ τὴν Ἤπειρο, ὁ ὁποῖος ξέρει ἀπ’ ἔ­ξω τὴν ἁγία Γραφή, κ’ ἔμεινα κατάπληκτος). Ὁ Δίδυμος λοιπὸν ὁ τυφλὸς ἤξερε καλὰ τὰ κεί­μενα τῶν Γραφῶν καὶ δίδασκε. Κάποτε τὸν εἶ­δε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ εἶπε· Σὲ μακαρίζω, Δίδυμε, γιατὶ δὲν ἔχεις μάτια σὰν αὐτὰ ποὺ ἔχουν καὶ οἱ κατσαρίδες καὶ οἱ σκορπιοὶ καὶ τὰ φίδια καὶ τὰ λιοντάρια, ἀλλὰ ἔχεις κάτι ἄλλα μάτια πολὺ ἀνώτερα· ἔχεις τὰ μάτια τῆς πίστεως.
Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀδελφοί μου. Ἂς ἀναστενάξουμε, διότι ὅλοι ἔχουμε μειωμένη τὴν πνευματικὴ ὅρασι. Καὶ στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» (Λουκ. 18,41), ν’ ἀπαντήσουμε· Κύριε, δὲν θέλου­με οὔτε χρῆ­μα οὔτε πλούτη οὔτε χρυσό. Θέλουμε μάτια. Μάτια σὰν ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας. Νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν προορισμό μας, τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Νὰ δοῦμε ἐσένα τὸν Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν­τας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 2-12-1990.

Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,35-43) ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΑΣΙΣ +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος




«Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν» (Λουκ. 18,41-43)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο τῆς Δεκάτης Τετάρτης (ΙΔ´) Κυρι­α­­κῆς τοῦ Λουκᾶ. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ διηγεῖται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύ­ρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦμα εἶνε ἡ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ.
Τί νὰ ποῦμε; Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ δυστυχι­σμένο αὐτὸν ἄνθρωπο πού, κοντὰ στὸ ὅτι ἦ­ταν τυφλός, ἦταν ἀκόμα καὶ πάμπτωχος κ’ εἶ­χε καταντήσει ζητιάνος στὰ σταυροδρόμια; Νὰ ποῦμε γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε ὅταν ἄ­κουσε, ὅτι περνάει «ὁ Ἰησοῦς ὁ Να­ζωραῖος» (Λουκ. 18,37); Νὰ ποῦμε γιὰ τὸ φλογερὸ αἴτημά του στὸ Χριστό, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Ἢ νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ἐλεεινὴ συμπεριφορὰ τοῦ κό­σμου πού, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθή­σῃ, «ἐπετίμα αὐ­τόν» (ἔ.ἀ. 18,39), τοῦ ’­λεγε Σκάσε, τί φωνά­ζεις;»; Ἢ νὰ ποῦ­με γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ἕ­να παντοδύναμο λόγο εἶπε κι ὁ τυφλὸς «ἀ­νέβλεψε» (ἔ.ἀ. 18,43), κι ὁ κόσμος θαύμασε;
Ἀφήνω ὅλα αὐτὰ καὶ παρακαλῶ νὰ προσ­έξετε ἕνα ἄλλο σημεῖο.

* * *

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» αὐτοῦ (Γέν. 1,26). Τὸν ἐφω­δί­­ασε μὲ ἔξοχες ἰδιότητες, ἐννοῶ καὶ τὶς σωμα­τικές. Μία ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Κυρίου εἶνε ὅ­τι τὸν προίκισε μὲ πέντε αἰσθήσεις, ἀπὸ τὶς ὁ­­ποῖες σπουδαιοτέρα εἶνε ἀσφαλῶς ἡ ὅρασις.
Τὰ μάτια! Ὑ­πάρχει γι’ αὐτὰ ὁλόκληρη εἰδι­κὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία διακονοῦν οἱ ὀφθαλμί­ατροι, καὶ μέ­νουν κατάπληκτοι. Φτάνει ἕνα μάτι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀρκεῖ αὐτό.
Συναντήθηκα κάποτε μ᾿ ἕναν ἄπιστο ποὺ ἠρνεῖτο ὅτι ὑπάρχει Θεός. Κρατοῦσε μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ μόλις τὴν εἶχε ἀγο­ρά­­σει. ―Πῶς βρέ­θηκε, λέω, στὰ χέρια σου αὐτὴ ἡ μηχανή; Ἔμαθα, ὅτι τέτοιες μηχανὲς φυτρώ­νουν σὲ κάποιο χωράφι. ―Μὰ τί λές; μοῦ ἀ­παντᾷ, μόνο τρελλὸς μπορεῖ νὰ τὸ πῇ αὐτό. Τότε τοῦ εἶπα· ―Ἂν εἶνε τρελλὸς ὅποιος λέει ὅτι οἱ φωτογραφικὲς μηχανὲς φυτρώνουν στὸ χωράφι, τότε ἑκατὸ φο­ρὲς πιὸ τρελλὸς εἶνε ἐ­κεῖνος ποὺ λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ μάτια του φύτρωσαν μόνα τους. Τί εἶνε τὸ μάτι; Μιὰ τέλεια φωτογραφι­κὴ μηχανή. Πῶς παρα­δέχε­σαι ὅτι ἡ φωτο­γραφικὴ μηχανὴ ἔχει δημιουργό, καὶ δὲν πα­ρα­δέχεσαι τὸ Θεὸ δημιουργὸ γιὰ τὸ μάτι; Τὸ μάτι εἶνε δῶρο, γιὰ τὸ ὁποῖο θά ’πρεπε νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Ὅταν τριγύρω βλέπω τῆς φύσεως τὰ κάλλη,
τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τ’ ἄστρα τὰ φωτεινά,
τὴ θάλασσα, π’ ἀφρίζει κι’ ἁπλώνεται μεγάλη,
τοὺς ποταμούς, τὰ δένδρα, τοὺς κάμπους, τὰ βουνά,
καὶ τ’ ἄνθη ποὺ στολίζουν ἀγροὺς καὶ μονοπάτια,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾽δωκες τὰ μάτια»
(Ἰω. Πολέμης, Ἀναγνωστικὸ τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, σ. 295).
«Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ μοῦ ’δωσες τὰ μάτια». Τὸ λέμε; Δὲν τὸ λέμε δυστυχῶς. Μὴν εἴμεθα ἀχάριστοι στὸ Θεό. Καὶ νὰ δείχνουμε συμπάθεια σὲ ὅλους τοὺς τυφλοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν μέσα σ’ ἕνα διαρκὲς σκοτάδι.

* * *

Ἀλλ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σωματικὴ τύφλωσι ὑ­πάρχει καὶ τύφλωσις πνευματικὴ – ψυχική. Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶνε ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀ­πὸ τὸ σῶμα, τότε καὶ ἡ τύφλωσις ἡ ψυχικὴ εἶνε ἀπείρως χειροτέρα ἀπὸ τὴν σωματική.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὅλοι εἴ­μεθα τυφλοί. Μὴ φανῇ παράξενο αὐτό. Ἂν εἴχαμε μάτια ψυ­χικά, ὄχι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ μάτια, τί θὰ βλέπαμε! Ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν δίπλα του ἀγ­γέ­λους. Γι’ αὐτὸ στὸ ἀπολυτίκιό του ψάλλουμε «…καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχὰς ἀγ­γέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι, ἱερώ­τατε». Ναί· ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι σμίγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὴ θεία λειτουργία. Ἕ­νωσις γίνεται, ἑνώνονται ἐπίγεια καὶ οὐράνια.
Ποῦ εἶνε λοιπὸν τὰ μάτια αὐτά, τὰ ψυχικά; Τὸ σῶμα ἔχει τὸ μάτι, τὸ πολυτιμότατο αὐ­τὸ ὄργανο. Καὶ ἡ ψυχή; Τὸ μάτι τῆς ψυχῆς ποιό εἶ­νε; Εἶνε ὁ νοῦς, τὸ μυαλό, αὐτὸ τὸ ἄφθαστο κομπιοῦτερ ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός. Καὶ ὀρθὰ ἔ­λεγαν οἱ ἀρχαῖοι ὅτι «νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀ­κού­ει» (Ἐπίχαρμος, παρὰ Μ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί, σ. 301-2). Πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δῇ τὸ σωματικὸ μάτι, τὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ψυ­χικῆς ὁράσεως. Πέθανε ὁ πατέρας μας· καὶ ὅ­μως τὸν βλέπουμε μὲ τὴ φαντασία μας. Εἶνε μακριὰ ὁ συγγε­νής μας, στὴν Αὐστραλία ἢ στὸ Βό­ρειο Πόλο· πάλι τὸν βλέπουμε. «Νοῦς ὁρᾷ».
Ἀλλὰ γιὰ νὰ βλέπῃ ὁ νοῦς, πρέπει νὰ εἶνε καθαρός, ὑγιής. Κ’ ἐκεῖνο ποὺ τυφλώνει τὸ νοῦ εἶνε τὰ πάθη, ποὺ ἐνσπείρει ὁ διάβολος. Τί κι ἂν σπούδασες, τί κι ἂν ἔμαθες γράμματα καὶ ἐπιστῆμες; Ὅταν ὑπάρχῃ κάποιο πάθος, ὁποιοδήποτε (φιλαργυρία, φιληδονία, φιλοδοξία, πορνεία, μοιχεία, ἀκηδία καὶ ἀδιαφο­ρία, ὀργὴ καὶ θυμός, κακία καὶ μῖσος), αὐτὰ τυφλώνουν. Ἕνας ἐμπαθὴς ἄνθρωπος δὲν βλέ­πει· τυφλὸς περπατεῖ μέσα στὸν κόσμο.
Τὰ πάθη τυφλώνουν τὸ νοῦ. Διὰ μέσου αὐ­τῶν ὁ σατανᾶς τυφλώνει «τὰ νοήματα τῶν ἀ­πίστων» (Β΄ Κορ. 4,4), τυφλώνει τοὺς ἀνθρώπους νοητικῶς – ψυχικῶς. Ὁ εἰκοστὸς αἰώνας χαρακτηρίστηκε ὡς «αἰὼν τῶν φώτων»· στὴν πραγματικότητα εἶνε αἰώνας σκότους· διότι ποτέ ἄλλοτε δὲν ἔγιναν τόσα ἐγκλήματα καὶ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποιος φι­λόσοφος ποιητής· «Ἰδοὺ ἐγώ, μὲ τόσα φῶτα, τυφλός· τυφλός, ὅπως καὶ πρῶτα».
Οἱ παπποῦδες μας δὲν πήγαν σὲ γυμνάσια καὶ πανεπιστήμια, τοὺς φώτιζε ὅμως ὁ Θεὸς καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ ἐγγονάκια ποὺ τοὺς πλησιάζαμε ἔλεγαν σοφὰ λόγια. Λόγια ποὺ μᾶς εἶ­παν καθηγηταὶ πανεπιστημίου τὰ λησμονήσαμε· τὰ λόγια ποὺ μᾶς εἶπε ἡ γιαγιὰ δὲν τὰ λησμονήσαμε. Γιατὶ οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι εἶχαν φῶς ―φῶς ποὺ τοὺς φώτιζε ἦταν ἡ ἁγία Τριάδα― καὶ ἔβλεπαν καὶ ἔλεγαν σπουδαῖα πράγματα.
Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς ἥρωες τοῦ ’21. Εἶδε ὁράματα. Οἰκογενει­άρχης ἦταν μὲ 7 παιδιά, τὸ κορμί του κό­­σκινο ἀπὸ βό­λια τούρκικα. Ἀγράμματος, μό­­λις ἔ­βαζε τὴν ὑ­πογραφή του καὶ σκάλιζε τὸ ἀλ­φά­βητο. Ἦταν ὅμως φωτισμένος ἄνθρωπος· εἶ­πε καὶ ἔγραψε λόγια σοφά, καὶ εἶδε ὁράματα. Διαβάστε νὰ δῆτε τὰ ὁράματα ποὺ εἶδε.
Τότε ἡ Ἑλλὰς φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγίας Τριάδος. Μετὰ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ οἱ ἀπόλεμοι, ποὺ δὲν ἔλαβαν μέρος στὸν ἀγῶνα. Ἦρθαν ἀπ’ τὸ Παρίσι, πόλι διαφθορᾶς καὶ ἀκολασίας, καὶ εἶπαν στὴν Ἑλλά­δα «δὲν ὑπάρχει Θεός». Αὐτοὶ οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες ἄλλαξαν τὴν πορεία μας, ἔστρεψαν τὴν κοίτη τοῦ ἱστορικοῦ μας ἔθνους πρὸς τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Καὶ τότε ὁ Μακρυγιάν­νης εἶπε· Ποῦ καταντήσαμε! Ἐμεῖς οἱ ἀγράμ­ματοι, μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, κάναμε τὸν ἀγῶ­να καὶ νικήσαμε, καὶ τώρα ἔρχονται αὐτοὶ νὰ μᾶς τυφλώσουν, οἱ τάχα φωτισμένοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν, τί τζιβαϊρικὸ ―στὴ γλῶσσα του―, τί πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο πρᾶγμα, τί θησαυρὸ ἔχουμε. Ὁ δὲ θησαυρός μας εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ πατρίδα μας.
Δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε. Μᾶς τύ­φλωσε ὁ σατανᾶς. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα τυφλοί, ἔ­χουμε τὴν ἀξίωσι νὰ εἴμεθα ὁδηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τέτοιοι ἄθεοι δασκάλοι καὶ καθηγηταὶ ἀνέβηκαν στὶς ἕδρες καὶ θέλουν νὰ διδάξουν τὰ παιδιά μας. Ὀρθῶς εἶπε μιὰ προφητεία· «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Σ’ αὐτοὺς ἁρμόζει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Τυφλὸς τυφλὸν» ἐὰν ὁδηγῇ, «ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Λουκ. 6,39).

* * *

Τελειώνω μ’ ἕνα ἀνέκδοτο ἀπὸ τὴν ἱστο­ρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν Ἀλεξανδρεία ἦταν ἕνας τυφλὸς ποὺ ὠνομαζόταν Δίδυμος. Ἀλλὰ τὸν φώτισε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἔγινε δεινὸς θε­ολόγος, ἄνοιξε σχολή, καὶ πήγαιναν ὅλοι καὶ τὸν ἄκουγαν (ὅπως κ’ ἐδῶ εἶδα κάποιον τυ­φλὸ βοσκὸ ἀπὸ τὴν Ἤπειρο, ὁ ὁποῖος ξέρει ἀπ’ ἔ­ξω τὴν ἁγία Γραφή, κ’ ἔμεινα κατάπληκτος). Ὁ Δίδυμος λοιπὸν ὁ τυφλὸς ἤξερε καλὰ τὰ κεί­μενα τῶν Γραφῶν καὶ δίδασκε. Κάποτε τὸν εἶ­δε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ εἶπε· Σὲ μακαρίζω, Δίδυμε, γιατὶ δὲν ἔχεις μάτια σὰν αὐτὰ ποὺ ἔχουν καὶ οἱ κατσαρίδες καὶ οἱ σκορπιοὶ καὶ τὰ φίδια καὶ τὰ λιοντάρια, ἀλλὰ ἔχεις κάτι ἄλλα μάτια πολὺ ἀνώτερα· ἔχεις τὰ μάτια τῆς πίστεως.
Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀδελφοί μου. Ἂς ἀναστενάξουμε, διότι ὅλοι ἔχουμε μειωμένη τὴν πνευματικὴ ὅρασι. Καὶ στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» (Λουκ. 18,41), ν’ ἀπαντήσουμε· Κύριε, δὲν θέλου­με οὔτε χρῆ­μα οὔτε πλούτη οὔτε χρυσό. Θέλουμε μάτια. Μάτια σὰν ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας. Νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν προορισμό μας, τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Νὰ δοῦμε ἐσένα τὸν Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν­τας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 2-12-1990.

Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,35-43) ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΑΣΙΣ +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος




«Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν» (Λουκ. 18,41-43)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο τῆς Δεκάτης Τετάρτης (ΙΔ´) Κυρι­α­­κῆς τοῦ Λουκᾶ. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ διηγεῖται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύ­ρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦμα εἶνε ἡ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ.
Τί νὰ ποῦμε; Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ δυστυχι­σμένο αὐτὸν ἄνθρωπο πού, κοντὰ στὸ ὅτι ἦ­ταν τυφλός, ἦταν ἀκόμα καὶ πάμπτωχος κ’ εἶ­χε καταντήσει ζητιάνος στὰ σταυροδρόμια; Νὰ ποῦμε γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε ὅταν ἄ­κουσε, ὅτι περνάει «ὁ Ἰησοῦς ὁ Να­ζωραῖος» (Λουκ. 18,37); Νὰ ποῦμε γιὰ τὸ φλογερὸ αἴτημά του στὸ Χριστό, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Ἢ νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ἐλεεινὴ συμπεριφορὰ τοῦ κό­σμου πού, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθή­σῃ, «ἐπετίμα αὐ­τόν» (ἔ.ἀ. 18,39), τοῦ ’­λεγε Σκάσε, τί φωνά­ζεις;»; Ἢ νὰ ποῦ­με γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ἕ­να παντοδύναμο λόγο εἶπε κι ὁ τυφλὸς «ἀ­νέβλεψε» (ἔ.ἀ. 18,43), κι ὁ κόσμος θαύμασε;
Ἀφήνω ὅλα αὐτὰ καὶ παρακαλῶ νὰ προσ­έξετε ἕνα ἄλλο σημεῖο.

* * *

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» αὐτοῦ (Γέν. 1,26). Τὸν ἐφω­δί­­ασε μὲ ἔξοχες ἰδιότητες, ἐννοῶ καὶ τὶς σωμα­τικές. Μία ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Κυρίου εἶνε ὅ­τι τὸν προίκισε μὲ πέντε αἰσθήσεις, ἀπὸ τὶς ὁ­­ποῖες σπουδαιοτέρα εἶνε ἀσφαλῶς ἡ ὅρασις.
Τὰ μάτια! Ὑ­πάρχει γι’ αὐτὰ ὁλόκληρη εἰδι­κὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία διακονοῦν οἱ ὀφθαλμί­ατροι, καὶ μέ­νουν κατάπληκτοι. Φτάνει ἕνα μάτι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀρκεῖ αὐτό.
Συναντήθηκα κάποτε μ᾿ ἕναν ἄπιστο ποὺ ἠρνεῖτο ὅτι ὑπάρχει Θεός. Κρατοῦσε μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ μόλις τὴν εἶχε ἀγο­ρά­­σει. ―Πῶς βρέ­θηκε, λέω, στὰ χέρια σου αὐτὴ ἡ μηχανή; Ἔμαθα, ὅτι τέτοιες μηχανὲς φυτρώ­νουν σὲ κάποιο χωράφι. ―Μὰ τί λές; μοῦ ἀ­παντᾷ, μόνο τρελλὸς μπορεῖ νὰ τὸ πῇ αὐτό. Τότε τοῦ εἶπα· ―Ἂν εἶνε τρελλὸς ὅποιος λέει ὅτι οἱ φωτογραφικὲς μηχανὲς φυτρώνουν στὸ χωράφι, τότε ἑκατὸ φο­ρὲς πιὸ τρελλὸς εἶνε ἐ­κεῖνος ποὺ λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ μάτια του φύτρωσαν μόνα τους. Τί εἶνε τὸ μάτι; Μιὰ τέλεια φωτογραφι­κὴ μηχανή. Πῶς παρα­δέχε­σαι ὅτι ἡ φωτο­γραφικὴ μηχανὴ ἔχει δημιουργό, καὶ δὲν πα­ρα­δέχεσαι τὸ Θεὸ δημιουργὸ γιὰ τὸ μάτι; Τὸ μάτι εἶνε δῶρο, γιὰ τὸ ὁποῖο θά ’πρεπε νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Ὅταν τριγύρω βλέπω τῆς φύσεως τὰ κάλλη,
τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τ’ ἄστρα τὰ φωτεινά,
τὴ θάλασσα, π’ ἀφρίζει κι’ ἁπλώνεται μεγάλη,
τοὺς ποταμούς, τὰ δένδρα, τοὺς κάμπους, τὰ βουνά,
καὶ τ’ ἄνθη ποὺ στολίζουν ἀγροὺς καὶ μονοπάτια,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾽δωκες τὰ μάτια»
(Ἰω. Πολέμης, Ἀναγνωστικὸ τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, σ. 295).
«Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ μοῦ ’δωσες τὰ μάτια». Τὸ λέμε; Δὲν τὸ λέμε δυστυχῶς. Μὴν εἴμεθα ἀχάριστοι στὸ Θεό. Καὶ νὰ δείχνουμε συμπάθεια σὲ ὅλους τοὺς τυφλοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν μέσα σ’ ἕνα διαρκὲς σκοτάδι.

* * *

Ἀλλ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σωματικὴ τύφλωσι ὑ­πάρχει καὶ τύφλωσις πνευματικὴ – ψυχική. Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶνε ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀ­πὸ τὸ σῶμα, τότε καὶ ἡ τύφλωσις ἡ ψυχικὴ εἶνε ἀπείρως χειροτέρα ἀπὸ τὴν σωματική.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὅλοι εἴ­μεθα τυφλοί. Μὴ φανῇ παράξενο αὐτό. Ἂν εἴχαμε μάτια ψυ­χικά, ὄχι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ μάτια, τί θὰ βλέπαμε! Ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν δίπλα του ἀγ­γέ­λους. Γι’ αὐτὸ στὸ ἀπολυτίκιό του ψάλλουμε «…καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχὰς ἀγ­γέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι, ἱερώ­τατε». Ναί· ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι σμίγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὴ θεία λειτουργία. Ἕ­νωσις γίνεται, ἑνώνονται ἐπίγεια καὶ οὐράνια.
Ποῦ εἶνε λοιπὸν τὰ μάτια αὐτά, τὰ ψυχικά; Τὸ σῶμα ἔχει τὸ μάτι, τὸ πολυτιμότατο αὐ­τὸ ὄργανο. Καὶ ἡ ψυχή; Τὸ μάτι τῆς ψυχῆς ποιό εἶ­νε; Εἶνε ὁ νοῦς, τὸ μυαλό, αὐτὸ τὸ ἄφθαστο κομπιοῦτερ ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός. Καὶ ὀρθὰ ἔ­λεγαν οἱ ἀρχαῖοι ὅτι «νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀ­κού­ει» (Ἐπίχαρμος, παρὰ Μ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί, σ. 301-2). Πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δῇ τὸ σωματικὸ μάτι, τὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ψυ­χικῆς ὁράσεως. Πέθανε ὁ πατέρας μας· καὶ ὅ­μως τὸν βλέπουμε μὲ τὴ φαντασία μας. Εἶνε μακριὰ ὁ συγγε­νής μας, στὴν Αὐστραλία ἢ στὸ Βό­ρειο Πόλο· πάλι τὸν βλέπουμε. «Νοῦς ὁρᾷ».
Ἀλλὰ γιὰ νὰ βλέπῃ ὁ νοῦς, πρέπει νὰ εἶνε καθαρός, ὑγιής. Κ’ ἐκεῖνο ποὺ τυφλώνει τὸ νοῦ εἶνε τὰ πάθη, ποὺ ἐνσπείρει ὁ διάβολος. Τί κι ἂν σπούδασες, τί κι ἂν ἔμαθες γράμματα καὶ ἐπιστῆμες; Ὅταν ὑπάρχῃ κάποιο πάθος, ὁποιοδήποτε (φιλαργυρία, φιληδονία, φιλοδοξία, πορνεία, μοιχεία, ἀκηδία καὶ ἀδιαφο­ρία, ὀργὴ καὶ θυμός, κακία καὶ μῖσος), αὐτὰ τυφλώνουν. Ἕνας ἐμπαθὴς ἄνθρωπος δὲν βλέ­πει· τυφλὸς περπατεῖ μέσα στὸν κόσμο.
Τὰ πάθη τυφλώνουν τὸ νοῦ. Διὰ μέσου αὐ­τῶν ὁ σατανᾶς τυφλώνει «τὰ νοήματα τῶν ἀ­πίστων» (Β΄ Κορ. 4,4), τυφλώνει τοὺς ἀνθρώπους νοητικῶς – ψυχικῶς. Ὁ εἰκοστὸς αἰώνας χαρακτηρίστηκε ὡς «αἰὼν τῶν φώτων»· στὴν πραγματικότητα εἶνε αἰώνας σκότους· διότι ποτέ ἄλλοτε δὲν ἔγιναν τόσα ἐγκλήματα καὶ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποιος φι­λόσοφος ποιητής· «Ἰδοὺ ἐγώ, μὲ τόσα φῶτα, τυφλός· τυφλός, ὅπως καὶ πρῶτα».
Οἱ παπποῦδες μας δὲν πήγαν σὲ γυμνάσια καὶ πανεπιστήμια, τοὺς φώτιζε ὅμως ὁ Θεὸς καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ ἐγγονάκια ποὺ τοὺς πλησιάζαμε ἔλεγαν σοφὰ λόγια. Λόγια ποὺ μᾶς εἶ­παν καθηγηταὶ πανεπιστημίου τὰ λησμονήσαμε· τὰ λόγια ποὺ μᾶς εἶπε ἡ γιαγιὰ δὲν τὰ λησμονήσαμε. Γιατὶ οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι εἶχαν φῶς ―φῶς ποὺ τοὺς φώτιζε ἦταν ἡ ἁγία Τριάδα― καὶ ἔβλεπαν καὶ ἔλεγαν σπουδαῖα πράγματα.
Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς ἥρωες τοῦ ’21. Εἶδε ὁράματα. Οἰκογενει­άρχης ἦταν μὲ 7 παιδιά, τὸ κορμί του κό­­σκινο ἀπὸ βό­λια τούρκικα. Ἀγράμματος, μό­­λις ἔ­βαζε τὴν ὑ­πογραφή του καὶ σκάλιζε τὸ ἀλ­φά­βητο. Ἦταν ὅμως φωτισμένος ἄνθρωπος· εἶ­πε καὶ ἔγραψε λόγια σοφά, καὶ εἶδε ὁράματα. Διαβάστε νὰ δῆτε τὰ ὁράματα ποὺ εἶδε.
Τότε ἡ Ἑλλὰς φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγίας Τριάδος. Μετὰ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ οἱ ἀπόλεμοι, ποὺ δὲν ἔλαβαν μέρος στὸν ἀγῶνα. Ἦρθαν ἀπ’ τὸ Παρίσι, πόλι διαφθορᾶς καὶ ἀκολασίας, καὶ εἶπαν στὴν Ἑλλά­δα «δὲν ὑπάρχει Θεός». Αὐτοὶ οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες ἄλλαξαν τὴν πορεία μας, ἔστρεψαν τὴν κοίτη τοῦ ἱστορικοῦ μας ἔθνους πρὸς τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Καὶ τότε ὁ Μακρυγιάν­νης εἶπε· Ποῦ καταντήσαμε! Ἐμεῖς οἱ ἀγράμ­ματοι, μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, κάναμε τὸν ἀγῶ­να καὶ νικήσαμε, καὶ τώρα ἔρχονται αὐτοὶ νὰ μᾶς τυφλώσουν, οἱ τάχα φωτισμένοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν, τί τζιβαϊρικὸ ―στὴ γλῶσσα του―, τί πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο πρᾶγμα, τί θησαυρὸ ἔχουμε. Ὁ δὲ θησαυρός μας εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ πατρίδα μας.
Δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε. Μᾶς τύ­φλωσε ὁ σατανᾶς. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα τυφλοί, ἔ­χουμε τὴν ἀξίωσι νὰ εἴμεθα ὁδηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τέτοιοι ἄθεοι δασκάλοι καὶ καθηγηταὶ ἀνέβηκαν στὶς ἕδρες καὶ θέλουν νὰ διδάξουν τὰ παιδιά μας. Ὀρθῶς εἶπε μιὰ προφητεία· «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Σ’ αὐτοὺς ἁρμόζει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Τυφλὸς τυφλὸν» ἐὰν ὁδηγῇ, «ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Λουκ. 6,39).

* * *

Τελειώνω μ’ ἕνα ἀνέκδοτο ἀπὸ τὴν ἱστο­ρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν Ἀλεξανδρεία ἦταν ἕνας τυφλὸς ποὺ ὠνομαζόταν Δίδυμος. Ἀλλὰ τὸν φώτισε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἔγινε δεινὸς θε­ολόγος, ἄνοιξε σχολή, καὶ πήγαιναν ὅλοι καὶ τὸν ἄκουγαν (ὅπως κ’ ἐδῶ εἶδα κάποιον τυ­φλὸ βοσκὸ ἀπὸ τὴν Ἤπειρο, ὁ ὁποῖος ξέρει ἀπ’ ἔ­ξω τὴν ἁγία Γραφή, κ’ ἔμεινα κατάπληκτος). Ὁ Δίδυμος λοιπὸν ὁ τυφλὸς ἤξερε καλὰ τὰ κεί­μενα τῶν Γραφῶν καὶ δίδασκε. Κάποτε τὸν εἶ­δε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ εἶπε· Σὲ μακαρίζω, Δίδυμε, γιατὶ δὲν ἔχεις μάτια σὰν αὐτὰ ποὺ ἔχουν καὶ οἱ κατσαρίδες καὶ οἱ σκορπιοὶ καὶ τὰ φίδια καὶ τὰ λιοντάρια, ἀλλὰ ἔχεις κάτι ἄλλα μάτια πολὺ ἀνώτερα· ἔχεις τὰ μάτια τῆς πίστεως.
Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀδελφοί μου. Ἂς ἀναστενάξουμε, διότι ὅλοι ἔχουμε μειωμένη τὴν πνευματικὴ ὅρασι. Καὶ στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» (Λουκ. 18,41), ν’ ἀπαντήσουμε· Κύριε, δὲν θέλου­με οὔτε χρῆ­μα οὔτε πλούτη οὔτε χρυσό. Θέλουμε μάτια. Μάτια σὰν ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας. Νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν προορισμό μας, τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Νὰ δοῦμε ἐσένα τὸν Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν­τας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 2-12-1990.

Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,35-43) ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΑΣΙΣ +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος




«Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν» (Λουκ. 18,41-43)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο τῆς Δεκάτης Τετάρτης (ΙΔ´) Κυρι­α­­κῆς τοῦ Λουκᾶ. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ διηγεῖται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύ­ρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦμα εἶνε ἡ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ.
Τί νὰ ποῦμε; Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ δυστυχι­σμένο αὐτὸν ἄνθρωπο πού, κοντὰ στὸ ὅτι ἦ­ταν τυφλός, ἦταν ἀκόμα καὶ πάμπτωχος κ’ εἶ­χε καταντήσει ζητιάνος στὰ σταυροδρόμια; Νὰ ποῦμε γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε ὅταν ἄ­κουσε, ὅτι περνάει «ὁ Ἰησοῦς ὁ Να­ζωραῖος» (Λουκ. 18,37); Νὰ ποῦμε γιὰ τὸ φλογερὸ αἴτημά του στὸ Χριστό, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Ἢ νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ἐλεεινὴ συμπεριφορὰ τοῦ κό­σμου πού, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθή­σῃ, «ἐπετίμα αὐ­τόν» (ἔ.ἀ. 18,39), τοῦ ’­λεγε Σκάσε, τί φωνά­ζεις;»; Ἢ νὰ ποῦ­με γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ἕ­να παντοδύναμο λόγο εἶπε κι ὁ τυφλὸς «ἀ­νέβλεψε» (ἔ.ἀ. 18,43), κι ὁ κόσμος θαύμασε;
Ἀφήνω ὅλα αὐτὰ καὶ παρακαλῶ νὰ προσ­έξετε ἕνα ἄλλο σημεῖο.

* * *

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» αὐτοῦ (Γέν. 1,26). Τὸν ἐφω­δί­­ασε μὲ ἔξοχες ἰδιότητες, ἐννοῶ καὶ τὶς σωμα­τικές. Μία ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Κυρίου εἶνε ὅ­τι τὸν προίκισε μὲ πέντε αἰσθήσεις, ἀπὸ τὶς ὁ­­ποῖες σπουδαιοτέρα εἶνε ἀσφαλῶς ἡ ὅρασις.
Τὰ μάτια! Ὑ­πάρχει γι’ αὐτὰ ὁλόκληρη εἰδι­κὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία διακονοῦν οἱ ὀφθαλμί­ατροι, καὶ μέ­νουν κατάπληκτοι. Φτάνει ἕνα μάτι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀρκεῖ αὐτό.
Συναντήθηκα κάποτε μ᾿ ἕναν ἄπιστο ποὺ ἠρνεῖτο ὅτι ὑπάρχει Θεός. Κρατοῦσε μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ μόλις τὴν εἶχε ἀγο­ρά­­σει. ―Πῶς βρέ­θηκε, λέω, στὰ χέρια σου αὐτὴ ἡ μηχανή; Ἔμαθα, ὅτι τέτοιες μηχανὲς φυτρώ­νουν σὲ κάποιο χωράφι. ―Μὰ τί λές; μοῦ ἀ­παντᾷ, μόνο τρελλὸς μπορεῖ νὰ τὸ πῇ αὐτό. Τότε τοῦ εἶπα· ―Ἂν εἶνε τρελλὸς ὅποιος λέει ὅτι οἱ φωτογραφικὲς μηχανὲς φυτρώνουν στὸ χωράφι, τότε ἑκατὸ φο­ρὲς πιὸ τρελλὸς εἶνε ἐ­κεῖνος ποὺ λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ μάτια του φύτρωσαν μόνα τους. Τί εἶνε τὸ μάτι; Μιὰ τέλεια φωτογραφι­κὴ μηχανή. Πῶς παρα­δέχε­σαι ὅτι ἡ φωτο­γραφικὴ μηχανὴ ἔχει δημιουργό, καὶ δὲν πα­ρα­δέχεσαι τὸ Θεὸ δημιουργὸ γιὰ τὸ μάτι; Τὸ μάτι εἶνε δῶρο, γιὰ τὸ ὁποῖο θά ’πρεπε νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Ὅταν τριγύρω βλέπω τῆς φύσεως τὰ κάλλη,
τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τ’ ἄστρα τὰ φωτεινά,
τὴ θάλασσα, π’ ἀφρίζει κι’ ἁπλώνεται μεγάλη,
τοὺς ποταμούς, τὰ δένδρα, τοὺς κάμπους, τὰ βουνά,
καὶ τ’ ἄνθη ποὺ στολίζουν ἀγροὺς καὶ μονοπάτια,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾽δωκες τὰ μάτια»
(Ἰω. Πολέμης, Ἀναγνωστικὸ τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, σ. 295).
«Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ μοῦ ’δωσες τὰ μάτια». Τὸ λέμε; Δὲν τὸ λέμε δυστυχῶς. Μὴν εἴμεθα ἀχάριστοι στὸ Θεό. Καὶ νὰ δείχνουμε συμπάθεια σὲ ὅλους τοὺς τυφλοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν μέσα σ’ ἕνα διαρκὲς σκοτάδι.

* * *

Ἀλλ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σωματικὴ τύφλωσι ὑ­πάρχει καὶ τύφλωσις πνευματικὴ – ψυχική. Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶνε ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀ­πὸ τὸ σῶμα, τότε καὶ ἡ τύφλωσις ἡ ψυχικὴ εἶνε ἀπείρως χειροτέρα ἀπὸ τὴν σωματική.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὅλοι εἴ­μεθα τυφλοί. Μὴ φανῇ παράξενο αὐτό. Ἂν εἴχαμε μάτια ψυ­χικά, ὄχι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ μάτια, τί θὰ βλέπαμε! Ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν δίπλα του ἀγ­γέ­λους. Γι’ αὐτὸ στὸ ἀπολυτίκιό του ψάλλουμε «…καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχὰς ἀγ­γέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι, ἱερώ­τατε». Ναί· ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι σμίγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὴ θεία λειτουργία. Ἕ­νωσις γίνεται, ἑνώνονται ἐπίγεια καὶ οὐράνια.
Ποῦ εἶνε λοιπὸν τὰ μάτια αὐτά, τὰ ψυχικά; Τὸ σῶμα ἔχει τὸ μάτι, τὸ πολυτιμότατο αὐ­τὸ ὄργανο. Καὶ ἡ ψυχή; Τὸ μάτι τῆς ψυχῆς ποιό εἶ­νε; Εἶνε ὁ νοῦς, τὸ μυαλό, αὐτὸ τὸ ἄφθαστο κομπιοῦτερ ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός. Καὶ ὀρθὰ ἔ­λεγαν οἱ ἀρχαῖοι ὅτι «νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀ­κού­ει» (Ἐπίχαρμος, παρὰ Μ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί, σ. 301-2). Πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δῇ τὸ σωματικὸ μάτι, τὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ψυ­χικῆς ὁράσεως. Πέθανε ὁ πατέρας μας· καὶ ὅ­μως τὸν βλέπουμε μὲ τὴ φαντασία μας. Εἶνε μακριὰ ὁ συγγε­νής μας, στὴν Αὐστραλία ἢ στὸ Βό­ρειο Πόλο· πάλι τὸν βλέπουμε. «Νοῦς ὁρᾷ».
Ἀλλὰ γιὰ νὰ βλέπῃ ὁ νοῦς, πρέπει νὰ εἶνε καθαρός, ὑγιής. Κ’ ἐκεῖνο ποὺ τυφλώνει τὸ νοῦ εἶνε τὰ πάθη, ποὺ ἐνσπείρει ὁ διάβολος. Τί κι ἂν σπούδασες, τί κι ἂν ἔμαθες γράμματα καὶ ἐπιστῆμες; Ὅταν ὑπάρχῃ κάποιο πάθος, ὁποιοδήποτε (φιλαργυρία, φιληδονία, φιλοδοξία, πορνεία, μοιχεία, ἀκηδία καὶ ἀδιαφο­ρία, ὀργὴ καὶ θυμός, κακία καὶ μῖσος), αὐτὰ τυφλώνουν. Ἕνας ἐμπαθὴς ἄνθρωπος δὲν βλέ­πει· τυφλὸς περπατεῖ μέσα στὸν κόσμο.
Τὰ πάθη τυφλώνουν τὸ νοῦ. Διὰ μέσου αὐ­τῶν ὁ σατανᾶς τυφλώνει «τὰ νοήματα τῶν ἀ­πίστων» (Β΄ Κορ. 4,4), τυφλώνει τοὺς ἀνθρώπους νοητικῶς – ψυχικῶς. Ὁ εἰκοστὸς αἰώνας χαρακτηρίστηκε ὡς «αἰὼν τῶν φώτων»· στὴν πραγματικότητα εἶνε αἰώνας σκότους· διότι ποτέ ἄλλοτε δὲν ἔγιναν τόσα ἐγκλήματα καὶ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποιος φι­λόσοφος ποιητής· «Ἰδοὺ ἐγώ, μὲ τόσα φῶτα, τυφλός· τυφλός, ὅπως καὶ πρῶτα».
Οἱ παπποῦδες μας δὲν πήγαν σὲ γυμνάσια καὶ πανεπιστήμια, τοὺς φώτιζε ὅμως ὁ Θεὸς καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ ἐγγονάκια ποὺ τοὺς πλησιάζαμε ἔλεγαν σοφὰ λόγια. Λόγια ποὺ μᾶς εἶ­παν καθηγηταὶ πανεπιστημίου τὰ λησμονήσαμε· τὰ λόγια ποὺ μᾶς εἶπε ἡ γιαγιὰ δὲν τὰ λησμονήσαμε. Γιατὶ οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι εἶχαν φῶς ―φῶς ποὺ τοὺς φώτιζε ἦταν ἡ ἁγία Τριάδα― καὶ ἔβλεπαν καὶ ἔλεγαν σπουδαῖα πράγματα.
Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς ἥρωες τοῦ ’21. Εἶδε ὁράματα. Οἰκογενει­άρχης ἦταν μὲ 7 παιδιά, τὸ κορμί του κό­­σκινο ἀπὸ βό­λια τούρκικα. Ἀγράμματος, μό­­λις ἔ­βαζε τὴν ὑ­πογραφή του καὶ σκάλιζε τὸ ἀλ­φά­βητο. Ἦταν ὅμως φωτισμένος ἄνθρωπος· εἶ­πε καὶ ἔγραψε λόγια σοφά, καὶ εἶδε ὁράματα. Διαβάστε νὰ δῆτε τὰ ὁράματα ποὺ εἶδε.
Τότε ἡ Ἑλλὰς φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγίας Τριάδος. Μετὰ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ οἱ ἀπόλεμοι, ποὺ δὲν ἔλαβαν μέρος στὸν ἀγῶνα. Ἦρθαν ἀπ’ τὸ Παρίσι, πόλι διαφθορᾶς καὶ ἀκολασίας, καὶ εἶπαν στὴν Ἑλλά­δα «δὲν ὑπάρχει Θεός». Αὐτοὶ οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες ἄλλαξαν τὴν πορεία μας, ἔστρεψαν τὴν κοίτη τοῦ ἱστορικοῦ μας ἔθνους πρὸς τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Καὶ τότε ὁ Μακρυγιάν­νης εἶπε· Ποῦ καταντήσαμε! Ἐμεῖς οἱ ἀγράμ­ματοι, μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, κάναμε τὸν ἀγῶ­να καὶ νικήσαμε, καὶ τώρα ἔρχονται αὐτοὶ νὰ μᾶς τυφλώσουν, οἱ τάχα φωτισμένοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν, τί τζιβαϊρικὸ ―στὴ γλῶσσα του―, τί πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο πρᾶγμα, τί θησαυρὸ ἔχουμε. Ὁ δὲ θησαυρός μας εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ πατρίδα μας.
Δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε. Μᾶς τύ­φλωσε ὁ σατανᾶς. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα τυφλοί, ἔ­χουμε τὴν ἀξίωσι νὰ εἴμεθα ὁδηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τέτοιοι ἄθεοι δασκάλοι καὶ καθηγηταὶ ἀνέβηκαν στὶς ἕδρες καὶ θέλουν νὰ διδάξουν τὰ παιδιά μας. Ὀρθῶς εἶπε μιὰ προφητεία· «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Σ’ αὐτοὺς ἁρμόζει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Τυφλὸς τυφλὸν» ἐὰν ὁδηγῇ, «ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Λουκ. 6,39).

* * *

Τελειώνω μ’ ἕνα ἀνέκδοτο ἀπὸ τὴν ἱστο­ρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν Ἀλεξανδρεία ἦταν ἕνας τυφλὸς ποὺ ὠνομαζόταν Δίδυμος. Ἀλλὰ τὸν φώτισε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἔγινε δεινὸς θε­ολόγος, ἄνοιξε σχολή, καὶ πήγαιναν ὅλοι καὶ τὸν ἄκουγαν (ὅπως κ’ ἐδῶ εἶδα κάποιον τυ­φλὸ βοσκὸ ἀπὸ τὴν Ἤπειρο, ὁ ὁποῖος ξέρει ἀπ’ ἔ­ξω τὴν ἁγία Γραφή, κ’ ἔμεινα κατάπληκτος). Ὁ Δίδυμος λοιπὸν ὁ τυφλὸς ἤξερε καλὰ τὰ κεί­μενα τῶν Γραφῶν καὶ δίδασκε. Κάποτε τὸν εἶ­δε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ εἶπε· Σὲ μακαρίζω, Δίδυμε, γιατὶ δὲν ἔχεις μάτια σὰν αὐτὰ ποὺ ἔχουν καὶ οἱ κατσαρίδες καὶ οἱ σκορπιοὶ καὶ τὰ φίδια καὶ τὰ λιοντάρια, ἀλλὰ ἔχεις κάτι ἄλλα μάτια πολὺ ἀνώτερα· ἔχεις τὰ μάτια τῆς πίστεως.
Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀδελφοί μου. Ἂς ἀναστενάξουμε, διότι ὅλοι ἔχουμε μειωμένη τὴν πνευματικὴ ὅρασι. Καὶ στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» (Λουκ. 18,41), ν’ ἀπαντήσουμε· Κύριε, δὲν θέλου­με οὔτε χρῆ­μα οὔτε πλούτη οὔτε χρυσό. Θέλουμε μάτια. Μάτια σὰν ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας. Νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν προορισμό μας, τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Νὰ δοῦμε ἐσένα τὸν Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν­τας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 2-12-1990.

προς εθελοτυφλούντες… π. Ηλίας Υφαντής

προς εθελοτυφλούντες 2
Αυτή η Κυριακή (2-12-12), στέλνει σε μας τους, εθελοτυφλούντες Έλληνες του 21ου αιώνα, ένα μεγάλο μήνυμα!
Το μήνυμα του Βαρτίμαιου, του ανοιχτομάτη τυφλού της Ιεριχώς:
Που κραύγαζε, γιατί δεν άντεχε άλλο τη φυλακή του σκοταδιού, μέσα στην οποία ζούσε…
Και κραύγαζε τόσο περισσότερο, όσο οι «τυφλοί» ανοιχτομάτηδες τον πρόσταζαν να σωπάσει…
Όπως συμβαίνει και σε τόσες άλλες, ανάλογες, περιπτώσεις:
Όπου οι φυλακισμένοι στη Βαστίλη της αδικίας και πεινασμένοι για ψωμί, δικαιοσύνη και ελευθερία φωνάζουν και διαμαρτύρονται.
Ενώ οι έχοντες και κατέχοντες τον πλούτο και την εξουσία συνιστούν ψυχραιμία και ησυχία:
Πράγμα που συμβαίνει, κυρίως και προπάντων, και στη δική μας περίπτωση:
Για να μπορούν οι εφιάλτες και οι τοκογλύφοι να κλέβουν και να ληστεύουν…«με την ησυχία τους»! Και ο λαός να δυστυχεί και να πεθαίνει μέσα στην παθητικότητα και την αδράνεια. Κι αυτός πάντα… «με την ησυχία του»!
Και, για να πετυχαίνουν αυτοί τη βάρβαρη ησυχία τους, έχουν-σαν πρώτη γραμμή επίθεσης και άμυνας απέναντι στο λαό-τα, λεγόμενα, συντάγματα και τους νόμους.
Με τα οποία περιφρουρούν το καθεστώς της κλοπής και της απάτης και παντός, σε βάρος του λαού, εγκλήματος.
Και τα δηλητηριώδη αυτά και δολοφονικά, για το λαό, συνονθυλεύματα και παρασκευάσματα το σερβίρουν περιτυλιγμένα, με το απατηλό χρυσόχαρτο της-τάχα-«Δικαιοσύνης».
Την οποία, με πομπώδη και φανφαρόνικο τρόπο, χαρακτηρίζουν αδέσμευτη και ανεξάρτητη.
Τη στιγμή, που, την έχουν αλυσοδεμένη χειροπόδαρα… Κι όχι μόνο δεν θέλουν ν’ ακούν γι’ αυτήν, αλλά έχουν κηρύξει εναντίον της απροκάλυπτο και αμείλικτο διωγμό.
Ως δεύτερη γραμμή άμυνας και επίθεσης-μετά τα συντάγματα και τους νόμους και την έτσι κι αλλιώς δεινοπαθούσα «δικαιοσύνη» τους-έχουν τα σώματα ανασφάλειας και αταξίας:
Ανασφάλειας, αφού, όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι ίδιοι αισθάνονται ανασφαλείς, εξαιτίας της απροκάλυπτα εχθρικής και επιθετικής εναντίον του λαού συμπεριφοράς τους. Έτσι ώστε, όσο εχθρικότερα και ληστρικότερα απέναντι στο λαό πολιτεύονται, τόσο περισσότερους ασφαλίτες να χρειάζονται, για να τους περιφρουρούν….
Και αταξίας, γιατί, όπως προαναφέραμε, αντί να προστατεύουν τους πολίτες, όπως υποτίθεται, είναι, κατά το μάλλον, στην υπηρεσία και την προστασία του καθενός μεγαλόσχημου απατεώνα και αλήτη…
Κι όμως, ύστερα από τόση κακοήθεια και κακεντρέχεια σε βάρος μας, εμείς έχουμε λουφάξει μες στο καβούκι μας.
Και ούτε καν σαν τις χελώνες τολμάμε να ξεμυτίσουμε τα κεφάλια μας…
Σε αντίθεση με το Βαρτίμαιο, που, όπως προαναφέραμε, όσο οι βολεμένοι «ανοιχτομάτηδες» τον πρόσταζαν να σωπάσει, τόσο περισσότερο εκείνος κραύγαζε, μέχρι, που πέτυχε τη θεραπεία του…
Και έρχεται τώρα και φωνάζει και σε μας τους σημερινούς Έλληνες. Και μας λέει:
«Πώς μπορείτε να ζείτε μέσα στο σκοτάδι της αδικίας! Τόσο πολύ σας έχουν αδρανοποιήσει οι αεροψεκασμοί της Νέας Τάξης καθαρμάτων και οι τηλεψεκασμοί της σιωνιστικής και ναζιστικής προπαγάνδας!
Φωνάξτε, για τους εαυτούς σας και τους άλλους! Για όλους όσοι ζουν στη θανατηφόρα Βαστίλη και το κρεματόριο του ντόπιου και διεθνούς κανιβαλισμού.
Φωνάξτε! Γιατί, αν δεν φωνάξετε εσείς, θα φωνάξουν οι πέτρες.
Κι όχι μόνο θα φωνάξουν, αλλά και θα σηκωθούν απ’ τη γη και θα σας χτυπήσουν κατακέφαλα. Κι αφού εσείς δεν θέλετε ν’ ανοίξετε τα μάτια σας, εκείνες θα σας ανοίξουν στα κεφάλια…
Φωνάξτε και συνασπισθείτε!
Δε νομίζετε ότι κάποτε θα πρέπει ν’ αφήσετε ο καθένας τον πύργο του ναρκισσισμού του. Με τις δονκιχωτικές του επάλξεις και την ατελέσφορη ομφαλοσκοπική ιδιωτεία. Και να συνασπισθείτε σε έναν κοινό αγώνα:
Με τη «Σπίθα» του Θεοδωράκη, το «πατριωτικό Μέτωπο, τη «Σεισάχθεια», τη «Χριστιανική», το «Ρεσάλτο», το «Λαϊκό Κίνημα», την «Κοινωνία»…
Και πάνω απ’ όλους και όλα με το Ευαγγέλιο!
Χωρίς ιδεοληψίες και προκαταλήψεις, χωρίς «ναι μεν, αλλά», χωρίς «το εμόν και το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα», όπως θα έλεγε και ο Χρυσόστομος.
Με κοινό παρονομαστή και όραμα τον Ήλιο της Δικαιοσύνης…
Ως πότε οι «γιοί του σκότους» θα είναι σοφότεροι απ’ τους «γιούς του φωτός»!
Ως πότε “θα τα βρίσκουν μεταξύ τους” και θα σας σύρουν διαιρεμένους, ως δορυάλωτους αιχμάλωτους και δούλους, πίσω απ’ το θριαμβευτικό άρμα των εφιαλτών του ντόπιου δικομματισμού και των κανιβάλων της διεθνούς τοκογλυφίας!…
Ως πότε θα σας τυφλώνουν με τη νομική, αστυνομική και οικονομική τρομοκρατία! Και την παραπληροφόρηση των εξωνημένων ΜΜ Εξαχρειώσεως…»!
Ο τυφλός της Ιεριχώς σαλπίζει εκκωφαντικό εγερτήριο…
Δεν βλέπουμε, άραγε, το σκοτάδι; Ή είμαστε τόσο ανίατα τυφλωμένοι!
παπα-Ηλίας
http://papailiasyfantis.wordpress.com

Ἡ ἱστορία τοῦ Βαρτίμαιου Anthony Bloom




Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεριχώ· καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἀπὸ Ἱεριχὼ καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ ὄχλου ἱκανοῦ, ὁ υἱὸς Τιμαίου Βαρτίμαιος τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. καὶ ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖός ἐστιν, ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν· υἱὲ Δαυΐδ Ἰησοῦ, ἐλέησόν με. καὶ ἐπετίμων αὐτῷ πολλοὶ ἵνα σιωπήσῃ· ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· φωνήσατε αὐτόν· καὶ φωνοῦσι τὸν τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ· θάρσει, ἔγειρε· φωνεῖ σε. ὁ δὲ ἀποβαλὼν τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. καὶ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ· ῥαββουνί, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ εὐθέως ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ. (κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, κεφ. 10, 41-52).


Πιστεύω πὼς μία ἀπὸ τὶς αἰτίες ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ γνωρίζουμε τὸν πραγματικὸ ἑαυτό μας καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν προσωπικό μας δρόμο εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἔχουμε συναίσθηση πόσο τυφλοὶ εἴμαστε!

Πόσο ἐπίμονα θ' ἀναζητούσαμε τὴ θεραπεία ἂν ξέραμε ὅτι εἴμαστε τυφλοί! Θὰ τὴν ἀναζητούσαμε ὅπως, ἴσως, ἔκανε ὁ Βαρτίμαιος: ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς γιατρούς, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς θεραπευτές, ὕστερα, μὴ ἔχοντας πιὰ καμιὰ ἐλπίδα στοὺς «ἄρχοντες, τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων ἐν οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» μπορεῖ νὰ γυρίζαμε στὸ Θεό. Ἀλλὰ ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουμε τὴν τύφλωσή μας. Τόσα πολλὰ πράγματα ξεπηδοῦν μπροστὰ στὰ μάτια μας, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ μὴ βλέπουμε τὰ ἀόρατα γιὰ τὰ ὁποῖα εἴμαστε τυφλοί. Ζοῦμε σ' ἕνα κόσμο πραγμάτων ποὺ ἀποσποῦν τὴν προσοχή μας καὶ μᾶς ἐπιβάλλονται. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐμεῖς νὰ τὰ προσέξουμε. Ἐκεῖνα ἀπὸ μόνα τους στέκονται μπροστά μας! Τὰ μὴ ὁρατὰ ὅμως δὲν ἐπιβάλλονται μόνα τους, πρέπει ἐμεῖς νὰ τὰ ἀναζητήσουμε καὶ νὰ τὰ ἀνακαλύψουμε. Ὁ γύρω κόσμος ἀπαιτεῖ τὴν προσοχή μας, ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ διακριτικά.

Θυμᾶμαι κάτι ποὺ ἕνας γέροντας μοναχός μου εἶπε κάποτε: «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοιάζει σὰν ἕνα μεγάλο δισταχτικὸ πουλὶ ποὺ κατέβηκε κάπου κεῖ κοντά μας. Ὅταν τὸ βλέπεις νὰ ἔρχεται πιὸ κοντά, μὴν κουνιέσαι γιὰ νὰ μὴν τὸ τρομάξεις. Ἄφησέ το νὰ ρθεῖ δίπλα σου».

Αὐτὸ ἴσως μπορεῖ νὰ μᾶς θυμίσει τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Αὐτὴ ἡ εἴκονα ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ κατεβαίνει δισταχτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἕτοιμο νὰ προσφερθεῖ εἶναι μία βιβλικὴ εἰκόνα γεμάτη βαθιὰ νοήματα — ἂν καὶ ἕνας Ἰάπωνας κάποτε μοῦ ἔλεγε: «στὴ χριστιανικὴ θρησκεία νομίζω ὅτι μπορῶ νὰ καταλάβω τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἄλλα δὲ μπορῶ ν' ἀνακαλύψω τὴ σπουδαιότητα τοῦ ''ἀξιότιμου'' περιστεριοῦ!»

Γιὰ νὰ συνεχίσουμε λίγο ἀκόμα μὲ τὰ σύμβολα τῆς διακριτικότητας ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ μιᾶς καρδιᾶς ποὺ προσφέρεται ἀλλὰ δὲν ἐξευτελίζεται, ἂς ξαναρίξουμε μία ματιὰ στὸ «Μικρὸ Πρίγκιπα» τοῦ Αntoine de Saint-Exupery. Στὸ σημεῖο ὅπου ἡ ἀλεποῦ περιγράφει πῶς ὁ μικρὸς Πρίγκιπας θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἐξημερώσει. Θὰ χρειαστεῖ νὰ εἶναι πολὺ ὑπομονετικός, νὰ κάθεται λίγο μακριά της, νὰ τὴν κοιτάζει μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του καὶ νὰ μὴν λέει τίποτε, γιατί τὰ λόγια προκαλοῦν παρεξηγήσεις. Μέρα μὲ τὴ μέρα θὰ κάθεται πιὸ κοντὰ καὶ σιγὰ σιγὰ θὰ γίνουν φίλοι. Βάλε τὸ «Θεὸ» στὴ θέση τῆς ἀλεποῦς καὶ θὰ δεῖς τὴν ἀγάπη, τὴν παρθενικὴ σεμνότητα,τὴ διακριτικότητα ποὺ προσφέρεται ἀλλὰ δὲν ἐξευτελίζεται. Ὁ Θεὸς δὲ δέχεται μία γλειώδη, ἀβασάνιστη σχέση, οὔτε ἐπιβάλλει τὴν παρουσία Του, τὴν προσφέρει. Κι ἡ προσφορὰ Του αὐτὴ δὲ μπορεῖ νὰ γίνει δεχτῆ παρὰ μόνο μὲ ἴσους ὅρους. Δηλαδὴ μὲ τὴν ἀντίστοιχη προσφορὰ μιᾶς ταπεινῆς, γεμάτης ἀγάπη καρδιᾶς. Μιᾶς προσφορᾶς κι ἀπ' τοὺς δύο ποὺ σεμνὰ καὶ διακριτικὰ θ' ἀναζητοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ βαθὺ κι ἀμοιβαῖο σεβασμὸ καὶ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἄφατης ὀμορφιᾶς ποὺ χαρίζει ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη.

Ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος μᾶς ἐπιβάλλεται. Ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος μπορεῖ νὰ γίνεται ἀντιληπτός, ἀλλὰ δὲν ἐκλιπαρεῖ τὴν προσοχή μας: πρέπει νὰ προχωροῦμε σιγὰ καὶ προσεκτικά. Νὰ καιροφυλαχτοῦμε γιὰ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, σὰν τὸ θαυμαστὴ τῶν πουλιῶν ποὺ γιὰ νὰ τὰ παρατηρήσει παίρνει μία θέση στὸ δάσος ἢ στοὺς ἀγροὺς καὶ κάθεται σιωπηλός, ἀλλὰ γεμάτος ἔνταση. Στέκει ἀκίνητος, ἀλλ' ὅμως ἄγρυπνος καὶ παρατηρητικός.

Αὐτὴ τὴν ἔνταση τῆς προσοχῆς ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει ν' ἀντιληφτοῦμε ὅσα ἀλλιώτικά μᾶς διαφεύγουν, τὴν ἀποδίδουν τὰ λόγια αὐτοῦ τοῦ παιδικοῦ τραγουδιοῦ:

Μία γέρικη σοφὴ κουκουβάγια
ζοῦσε σὲ μία βελανιδιὰ
Ὅσο ἔβλεπε περσότερο,
τόσο μιλοῦσε λιγότερο.
Κι ὅσο μιλοῦσε λιγότερο,
τόσο ἄκουγε περσότερο.
Ἄχ! νὰ μοιάζαμε καὶ μεῖς
τῆς γέρικης τῆς κουκουβάγιας τῆς σοφῆς!

Τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γύρω πραγμάτων ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὸς δὲ φτάνει τὸ βάθος στὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱκανὸς νὰ διεισδύσει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μικρὸς καὶ ταυτόχρονα μεγάλος. Ὅταν ἀναλογιζόμαστε τὸν ἑαυτὸ μας μέσα στὸ σύμπαν ποὺ συνεχῶς ἁπλώνεται — ἀμέτρητα μεγάλο ἢ ἄπειρα μικρὸ — τὸν βλέπουμε σὰν ἕναν κόκκο σκόνης παροδικό, εὔθραυστο καὶ χωρὶς σημασία. Ἀλλὰ ὅταν στραφοῦμε πρὸς τὰ μέσα μας, ἀνακαλύπτουμε ὅτι τίποτε σ' αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο γιὰ νὰ μᾶς γεμίσει ἐντελῶς. Ὅλη ἡ δημιουργία εἶναι σὰν ἕνας κόκκος ἄμμου στὰ βάθη τοῦ εἶναι μας. Εἴμαστε ἀπέραντα μεγάλοι γιὰ νὰ μᾶς γεμίσει ἢ ἱκανοποιήσει ὁ κόσμος αὐτός. Μόνο ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ γίνουμε «κοινωνοὶ θείας φύσεως» μπορεῖ νὰ μᾶς γεμίσει. Ὅπως λέει ὁ Αngelus Sillesius: «Εἶμαι τόσο μεγάλος ὅσο ὁ Θεός. Ἐκεῖνος εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ».

«Κοιτάζοντας ἀπὸ τὸν οὐρανό, τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διακρίνουμε περισσότερο πάνω στὴ γῆ; Ὄχι τὰ βουνὰ οὔτε οἱ θάλασσες οὔτε οἱ πόλεις οὔτε οἱ οὐρανοξύστες. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἡ θεοειδῆς ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ἥλιος ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσοι εἶναι οἱ ἥλιοι ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἥλιους εἶναι ὁρατὸς ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἀγαπημένο θαῦμα τοῦ Θεοῦ! Ἡ μικρούτσικη γῆ, ἕνα ἀστεράκι ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ χωράει δισεκατομμύρια ἥλιους! Μέσα ἀπὸ τὸ χωματένιο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λάμπει ὁ ἥλιος! Ὁ ἄνθρωπος! Ἕνας μικρὸς θεὸς μέσα στὴ λάσπη» (ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς).

Ὁ ὑλικὸς κόσμος ἔχει ἀδιαφάνεια, πυκνότητα, βάρος καὶ ὄγκο, ἄλλα δὲν ἔχει βάθος. Μποροῦμε νὰ εἰσδύσουμε στὴν καρδιὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὅταν φτάσουμε στὸ πιὸ βαθὺ σημεῖο τους — ποὺ εἶναι τὸ τελικὸ σημεῖο — δὲ βρίσκουμε δρόμο πρὸς τὸ ἄπειρο. Τὸ κέντρο μιᾶς σφαίρας, λόγου χάρη, εἶναι τὸ ἐσωτερικότερο σημεῖο της. Ἂν προσπαθήσουμε νὰ πᾶμε πέρα ἀπ' αὐτὸ ξαναγυρίζουμε στὴν ἐπιφάνεια τῆς σφαίρας, στὸν ἀντίποδα.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει γιὰ τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Πρόκειται γιὰ ἕνα βάθος ποὺ εἶναι ἀμέτρητο ἀπὸ τὴ φύση του. Εἶναι ἀπέραντο καὶ ξεπερνάει κάθε ὅριο μέτρησης. Τὸ βάθος αὐτὸ εἶναι ριζωμένο στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Πότε ἄραγε μποροῦμε νὰ ἀρχίσουμε τὴν ἔρευνα γιὰ νὰ γνωρίσουμε μέχρι ποιὸ σημεῖο εἴμαστε τυφλοί, τυφλωμένοι δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ὁρατὰ ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ συλλάβουμε τ' ἀόρατα; Μόνο ὅταν καταλάβουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ μία παρουσία ποὺ ἐπιβάλλεται καὶ σὲ μία ἄλλη ποὺ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε ἐπειδὴ τὴ νιώσαμε στὴν καρδιά μας. Ἀκόμα, ὅταν καταλάβουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ βάρος, τὴν ἀδιαφάνεια καὶ τὴν πυκνότητα τῶν ἀντικειμένων τοῦ γύρω μας κόσμου καὶ στὸ ἀνθρώπινο βάθος ποὺ μόνο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ γεμίσει. Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ στὸ βάθος κάθε δημιουργήματος ποὺ προορισμὸς του εἶναι νὰ γίνει τόπος τῆς θείας παρουσίας, ὅταν στὴ συντέλεια ὁ Θεὸς θὰ εἶναι «τὰ πάντα ἐν πᾶσι».

Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς στὰ ἀόρατα καὶ νὰ βλέπει μόνο τὸ «χειροπιαστὸ» κόσμο σημαίνει ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς γνώσης, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς καθολικῆς ἀλήθειας, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ Θεὸ καὶ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ καρδιά του.

Ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος εἶχε ὀδυνηρὴ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, γιατί ἐξ αἰτίας τῆς φυσικῆς τυφλότητάς του δὲν εἶχε ἐπαφὴ μὲ τὸν ὁρατὸ κόσμο. Μποροῦσε νὰ ἐπικαλεῖται τὸν Κύριο γεμάτος ἀπογοήτευση, μὲ ὅλη τὴν ἀπεγνωσμένη ἐλπίδα ποὺ ἔνιωθε ὅταν περνοῦσε πλάι του ἡ σωτηρία, καθὼς αἰσθανόταν τὸν ἑαυτὸ του ἀποκομμένο.

Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι ἐμεῖς πολὺ συχνὰ δὲ μποροῦμε νὰ ἐπικαλεστοῦμε τὸ Θεὸ μ' αὐτὸ τὸν τρόπο εἶναι γιατί δὲν καταλαβαίνουμε πόσο ἀπομονωμένοι εἴμαστε μὲ τὸ νὰ μένουμε τυφλοὶ στὴν καθολικὴ θέα τοῦ κόσμου — μία θέα ἐν τούτοις ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ὁλοκληρωμένη ὑπόσταση καὶ στὸν ἴδιο τὸν ὁρατὸ κόσμο.

Πόσο καλὰ θὰ ἦταν ἂν μπορούσαμε νὰ μάθουμε νὰ εἴμαστε τυφλοὶ στὰ ὁρατὰ γιὰ νὰ βλέπουμε πέρα ἀπ' αὐτά, νὰ βλέπουμε στὸ βάθος,νὰ βλέπουμε τὸ ἀόρατο νὰ διαπερνάει μὲ τὴν παρουσία του μέσα καὶ γύρω μας ὅλα τὰ πράγματα! Αὐτὴ ἡ τύφλωση εἶναι πολύμορφη. Συμβαίνει ὄχι φυσικὰ σ' ἐμᾶς, ἀλλὰ στοὺς ἁγίους ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μιᾶς ἐκθαμβωτικῆς λάμψης. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, μιλώντας γιὰ τὸ θεῖο σκότος, λέει ὅτι εἶναι περίσσεια φωτός, ἑνὸς φωτὸς τόσο ἐκτυφλωτικοῦ, ὥστε αὐτὸς ποὺ τὸ ἔχει δεῖ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ δεῖ τίποτε ἄλλο.

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς ἐνῶ ἔχει ἀνοιχτὰ μάτια. Ὁ Τολστόι στὸ βιβλίο τοῦ «Πόλεμος καὶ Εἰρήνη» μιλάει γιὰ τὸν Pierre Bezuhov ποὺ κοιτάζει μέσα στὰ μεγάλα ὡραῖα μάτια τῆς Ἑλένης καὶ δὲ βλέπει σ' αὐτὰ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἀπαλλαγμένο μάλιστα ἀπ' ὅλα τὰ σφάλματα, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τὸν ἔβλεπε ἐκείνη ἡ φτωχή! Ἐκεῖνος κοίταζε στὰ μάτια της ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό του — ἡ εἰκόνα της χανόταν ἐντελῶς! Καὶ μεῖς τὸ ἴδιο κάνουμε ἀκόμα καὶ μὲ τὸν ὑλικὸ κόσμο: ἀνάλογα μὲ τὸ ποῦ συγκεντρώνεται τὸ βλέμμα μας ὅταν κοιτάζουμε πρὸς τὸ παράθυρο, μποροῦμε νὰ δοῦμε ἢ τὸ εἴδωλό μας ἢ τὸ τζάμι ἢ τὴ θέα πέρα ἀπ' αὐτό.

Μπορεῖ ἀκόμα νὰ βλέπουμε μὲ μάτια ἀδιαφορίας, Ὅπως ἔκαναν οἱ διαβάτες ποὺ προσπερνοῦσαν τὸ Βαρτίμαιο. Μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ μάτια ἄπληστα σὰν τὸ λαίμαργο τοῦ Dickens, ποὺ βλέποντας τὶς ἀγελάδες νὰ βόσκουν στὰ λιβάδια τὸ μόνο ποὺ σκεπτόταν ἦταν τὸ «θαυμάσιο βοδινὸ κρέας»! Μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ μάτια γεμάτα μίσος ὅταν γίνουμε ἐπιτήδειοι, τὸ ἴδιο ἐπιτήδειοι ὅπως ὁ διάβολος ποὺ δὲ βλέπει παντοῦ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ κακό, μεταμορφώνοντας τὰ πάντα σὲ μία ἀπαίσια γελοιογραφία.

Τέλος μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια τῆς ἀγάπης, μὲ καθαρὴ καρδιὰ ἱκανὴ νὰ βλέπει τὸ Θεὸ καὶ τὴν εἰκόνα Του στὸ πρόσωπο τῶν ἀνθρώπων: ἀκόμα καὶ κείνων ὅπου ἡ εἰκόνα Του, κάτω ἀπὸ στρώματα προσωπείων καὶ παραποιήσεων, μόνο ἀμυδρὰ πιὰ ἀπεικονίζει τὴν ἀληθινὴ καὶ βαθιὰ μυστικὴ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως λέει καὶ ἡ ἀλεποῦ στὸ μικρὸ Πρίγκιπα: «μόνο μὲ τὴν καρδιὰ μποροῦμε νὰ δοῦμε ἀληθινά. Ἡ οὐσία ξεφεύγει σὰν ψάχνεις μὲ τὰ μάτια».

Πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει τὸ βάθος τῶν πραγμάτων, τὴν ἀπεραντοσύνη καὶ τὸ κάλεσμα τῆς αἰωνιότητας ποὺ ὑπάρχει σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Καὶ τὸ συνειδητοποιοῦμε μόνο ἐφ' ὅσον, ὑστέρα ἀπὸ μιὰ ὑπαρξιακὴ ἐμπειρία, βεβαιωθοῦμε ὅτι πραγματικὰ ὑπάρχει ἐσωτερικὸς κόσμος.

Κι εἶναι μὲ τὴν πίστη μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ἔχουμε σταθερὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἀόρατος κόσμος εἶναι πραγματικός, παρὼν καὶ ἀξίζει νὰ τὸν ἀναζητήσει κανεὶς πέρα ἀπὸ τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ μέσα ἀπ' αὐτόν. Αὐτὴ ἡ κίνηση πίστης σημαίνει ἀποδοχὴ τῆς μαρτυρίας ἐκείνων ποὺ εἶδαν τὸν ἀόρατο κόσμο, ἔστω κι ἂν δεχτοῦμε τὴ μαρτυρία τους σὰν ὑπόθεση προσωρινὴ ἴσως, ὥσπου νὰ κάνουμε τὴν ἔρευνά μας. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τίποτε δὲν εἶναι δυνατό, γιατί δὲ μποροῦμε ν' ἀρχίσουμε μία ἔρευνα γιὰ τὰ ἀόρατα πράγματα ἂν εἴμαστε ἀπὸ πρὶν σίγουροι ὅτι δὲν ὑπάρχουν. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ μαρτυρία ὄχι μόνο ἀπὸ ἕναν ἢ δύο ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ ἑκατομμύρια πού, μέσα στὴν πορεία τῆς ἱστορίας (τόσο στὴ χριστιανικὴ ὅσο καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες), εἶχαν αὐτὴ τὴν ἐμπειρία καὶ ὁμολόγησαν τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου κόσμου.

Ἡ προσευχὴ τοῦ Βαρτίμαιου Anthony Bloom





Ἡ περίπτωση τοῦ Βαρτίμαιου, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο ( 10,46), μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε κάπως ἱκανοποιητικὰ μερικὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν προσευχή.

«Καὶ ἔρχονται στὴν Ἱεριχώ. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, Αὐτὸς καὶ οἱ μαθητές του καὶ λαὸς πολύς, καθόταν κοντὰ στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος, ὁ γιὸς τοῦ Τίμαιου. Καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἦταν ἐκεῖ, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατὰ καὶ νὰ λέει: Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Καὶ τὸν ἀπόπαιρναν μερικοὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Αὐτὸς ὅμως φώναζε ὅλο καὶ περισσότερο: υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Τότε σταμάτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Πῆγαν λοιπὸν καὶ εἶπαν στὸν τυφλό. Κουράγιο, σήκω νὰ πᾶς, σὲ φωνάζει. Κι αὐτός, ἀφοῦ πέταξε τὸ ἐξωτερικό του ροῦχο, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει στὸ τρέξιμο, σηκώθηκε καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλός τοῦ ἀπάντησε: Δάσκαλε, θέλω νὰ ξαναβρῶ τὸ φῶς μου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: Πήγαινε, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Καὶ ἀμέσως ξαναβρῆκε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία Του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν πρέπει, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται νὰ ἦταν νέος. Στεκόταν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ, ζώντας ἀπὸ τὴν εὔσπλαχνη ἢ τὴν ἀδιάφορη βοήθεια τῶν περαστικῶν. Πιθανὸν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του νὰ εἶχε δοκιμάσει ὅλα τὰ γνωστὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους. Θὰ τὸν εἶχαν ἀσφαλῶς πάει, ὅταν ἦταν μικρός, στὸ Ναό, θὰ εἶχαν προσευχηθεῖ καὶ θὰ εἶχαν προσφέρει θυσίες γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ὑγεία του. Εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὅλους ἐκείνους πού, εἴτε γιατί εἶχαν κάποιο χάρισμα, εἴτε γιατί εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις, μποροῦσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Εἶχε ἀσφαλῶς πολὺ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ βρεῖ τὸ φῶς του καὶ τελικὰ εἶχε ἐντελῶς ἀπογοητευτεῖ. Εἶχε δοκιμάσει ὅλα ὅσα μποροῦσε νὰ βάλει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ ἦταν ἀκόμα τυφλός.

Πιθανὸν εἶχε ἀκόμα ἀκούσει ὅτι τοὺς τελευταίους μῆνες εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ Γαλιλαία ἕνας νέος κήρυκας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὸ λαό, ἦταν εὔσπλαχνος, καὶ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ποὺ μποροῦσε νὰ θεραπεύει καὶ νὰ κάνει θαύματα. Ὁ Βαρτίμαιος πιθανὸν νὰ εἶχε πολλὲς φορὲς σκεφθεῖ ὅτι ἂν μποροῦσε θὰ πήγαινε νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ Χριστὸς ὅμως πήγαινε ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλο καὶ ὑπῆρχε πολὺ μικρὴ πιθανότητα ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος νὰ τὸν ἀπαντήσει. Ἔτσι, μ’ αὐτὴ τὴ σπίθα τῆς ἐλπίδας, ποὺ ἔκανε τὴν ἀπελπισία ἀκόμα πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἔντονη, καθόταν κοντὰ στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ.

Μία μέρα ἕνα πλῆθος πέρασε δίπλα του, ἕνα πλῆθος μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, ἕνα θορυβῶδες ἀνατολίτικο μπουλούκι. Ὁ τυφλὸς τὸ ἄκουσε καὶ ρώτησε ποιὸς ἦταν. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἄρχισε νὰ φωνάζει. Κάθε σπίθα ἐλπίδας, ποὺ εἶχε στὴν ψυχή του, ἔγινε ξαφνικὰ φωτιά, μία πυρκαϊὰ ἐλπίδας. Ὁ Ἰησοῦς τὸν Ὁποῖον δὲν μπόρεσε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ συναντήσει, πέρναγε τώρα ἀπὸ κοντά του. Ἦταν δίπλα του καὶ κάθε βῆμα τὸν ἔφερνε ὅλο καὶ κοντύτερα. Μετὰ ὅμως κάθε βῆμα θὰ τὸν πήγαινε ἀπελπιστικὰ ὅλο καὶ πιὸ μακριά.

Ἄρχισε τότε νὰ φωνάζει : «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν ἡ πιὸ τέλεια ὁμολογία πίστεως. Ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἀπόγονό τοῦ Δαυίδ, τὸ Μεσσία. Δὲν μποροῦσε τότε νὰ τὸν ἀποκαλέσει Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ δὲν τὸ ἤξεραν ἀκόμα οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές του. Στὸ πρόσωπό Του ἀναγνώρισε τὸ «ἀναμενόμενο».

Τότε συνέβη κάτι ποὺ πολὺ συνηθίζεται καὶ στὴ δική μας τὴ ζωή. Μερικοὶ τριγύρω του τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Μήπως δὲν συμβαίνει πολὺ συχνὰ αὐτὸ καὶ σέ μᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἀναζήτηση καὶ ἀγώνα πολλῶν ἐτῶν ἀρχίζουμε ἀπροσδόκητα νὰ φωνάζουμε στὸ Θεό; Πόσες φωνὲς τότε δὲν προσπαθοῦν νὰ κατασιγάσουν τὴν προσευχὴ μας! Φωνὲς ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές. Ἀξίζει, λένε, νὰ προσεύχεσαι; Τόσα χρόνια ἀγωνιζόσουν κι ὁ Θεὸς δὲν νοιάστηκε γιὰ σένα. Τώρα θὰ νοιαστεῖ; Τί νόημα ἔχει ἡ προσευχὴ; Ξαναγύρισε στὴν ἀπελπισία σου, εἶσαι τυφλὸς καὶ τυφλὸς γιὰ πάντα.

Ὅσο ὅμως μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀντίσταση τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ βοήθεια εἶναι πολὺ κοντά. Ὁ διάβολος ποτὲ ἄλλοτε δὲν μᾶς ἐπιτίθεται τόσο βίαια ὅσο ὅταν βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα καὶ ἔχουμε ἀκόμα δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὅμως τελικὰ χάνουμε, γιατί τὴν τελευταία στιγμὴ ὑποχωροῦμε. Ὑποχώρησε, λέει ὁ διάβολος, βιάσου, προσπάθησες πάρα πολύ, βγῆκες ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς σου. Τελείωσε ἀμέσως, μὴν καθυστερεῖς, δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξεις περισσότερο. Καὶ τότε αὐτοκτονοῦμε σωματικά, ἠθικά, πνευματικά. Ἐγκαταλείπουμε τὴν ἀγώνα καὶ ἀγκαλιάζουμε τὸ θάνατο, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἡ βοήθεια βρίσκεται δίπλα μας καὶ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε.

Δὲν πρέπει νὰ δίνουμε σημασία σ’ αὐτὲς τὶς φωνές. Ὅσο δυνατότερα ἠχοῦν τόσο πιὸ γερὰ πρέπει νὰ δενόμαστε μὲ τὸ σκοπό μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κραυγάσουμε τόσο, ὅσο χρειάζεται. Νὰ φωνάξουμε τόσο δυνατά, ὅσο ὁ Βαρτίμαιος. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέρναγε δίπλα του. Ἡ τελευταία του ἐλπίδα βρισκόταν σιμά του, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν ἦταν ἀπέναντί του ἀδιάφοροι ἢ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ σιωπήσει. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη του δὲν εἶχαν θέση. Ἐκεῖνοι ποὺ περιτριγύριζαν τὸ Χριστὸ – καὶ ποὺ τὸν χρειάζονταν πολὺ λιγότερο- ἤθελαν νὰ ἀσχολεῖται μαζί τους. Γιατί αὐτὸς ὁ τυφλὸς καὶ βασανισμένος ἄνθρωπος νὰ τοὺς διακόπτει;

Ὁ Βαρτίμαιος ὅμως ἤξερε καλὰ ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε πιὰ γι’ αὐτὸν ἄλλη ἐλπίδα, ἂν ἔχανε κι αὐτὴ τὴν τελευταία. Ἡ βαθιὰ αὐτὴ ἀπελπισία τοῦ ἔγινε πηγὴ ἀπ’ τὴν ὁποία ἀνέβλυσε μία πίστη, μία προσευχὴ γεμάτη ἀπὸ τέτοια πεποίθηση καὶ μία ἐπιμονὴ ποὺ ἔσπασε ὅλους τοὺς φραγμοὺς. Μία προσευχὴ πού, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἠχεῖ στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἡ ἀπόγνωσή του ἦταν τόσο βαθιά, ὥστε δὲν ἄκουγε καθόλου τὶς φωνὲς τοῦ πλήθους ποὺ τὸν πρόσταζαν νὰ ἡσυχάσει καὶ νὰ καθήσει στὴν ἄκρη. Καὶ ὅσο προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ἐμποδίσουν νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό, τόσο περισσότερο κι αὐτὸς φώναζε: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, ζήτησε νὰ τὸν φέρουν μπροστά του καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα.

Μποροῦμε νὰ διδαχτοῦμε ἀπὸ τὸ Βαρτίμαιο πρακτικά, τὸ πῶς μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἐξοικειωθοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ. Ὅταν στρεφόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στὸ Θεό, ὁ Θεὸς πάντα μᾶς ἀκούει.

Συνήθως δὲν ἔχουμε τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀρνηθοῦμε ἀμέσως ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὸ περιβάλλον μας καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουμε συνηθίσει νὰ ἐμπιστευόμαστε, μόλις διαπιστώσουμε ὅτι δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ἑξαρτώμαστε ἀπ’ αὐτά. Βλέπουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ὅσο καὶ ἂν ἀνακινήσουμε ἀνθρώπινα καὶ ἐπίγεια μέσα. Ἔχουμε ἕνα σκοπό. Ψάχνουμε γιὰ τὸ φῶς μας καὶ συνέχεια ἀπογοητευόμαστε. Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ μαρτύριο, εἶναι ἀπόγνωση καὶ ἂν σταματήσουμε ἐκεῖ, ἔχουμε νικηθεῖ. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ στιγμή, στραφοῦμε στὸ Θεό, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει πιὰ ἀπομείνει καὶ τοῦ ποῦμε, «Σὲ ἐμπιστεύομαι καὶ παραδίδω στὰ χέρια Σου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου, ὁλόκληρη τὴ ζωή μου», τότε ἡ ἀπόγνωση μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στὴν πίστη.

Ἡ ἀπόγνωση ὁδηγεῖ σὲ μία νέα πνευματικὴ ζωή, ὅταν ἔχουμε τὸ κουράγιο νὰ προχωρήσουμε βαθύτερα καὶ μακρύτερα, ἀναγνωρίζοντας ὅτι κεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀπογοητευθεῖ δὲν εἶναι τὸ ὅτι τελικὰ χάσαμε τὴ νίκη, ἀλλὰ τὸ ὅτι μᾶς ἀπογοήτευσαν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιήσαμε γιὰ νὰ φθάσουμε σ’ αὐτή. Τότε ἀρχίζουμε νὰ βάζουμε θεμέλια μὲ ἕνα νέο τρόπο. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ξαναφέρει σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ εἴχαμε ἤδη δοκιμάσει, τὸ ὁποῖο ὅμως τώρα, κάτω ἀπὸ τὴ δική Του καθοδήγηση, θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε μὲ ἐπιτυχία. Πρέπει πάντα νὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ συνεργασία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου καὶ τότε ὁ Θεὸς χαρίζει φρόνηση, σοφία καὶ δύναμη νὰ κάνουμε τὸ σωστὸ καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν ἐπιδιωκόμενο στόχο μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ ΚΥΡΙΕ, ΙΝΑ ΑΝΑΒΛΕΨΩ π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ




     Οι άνθρωποι λειτουργούμε με γνώμονα τον ορθολογισμό και τις εμπειρίες που μας δίνουν οι αισθήσεις μας. Δεν είναι μόνο η επιστημονική μέθοδος, η οποία στηρίζεται στην παρατήρηση και το πείραμα και την διατύπωση απόψεων και θεωριών με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων. Είναι και ο τρόπος που ερμηνεύουμε την πραγματικότητα στην οποία ζούμε. 
           Υπαρκτό είναι ό,τι βλέπουμε. Υπαρκτό είναι ό,τι μπορούμε να απολαύσουμε. Υπαρκτό είναι μόνο ό,τι μπορούμε να ζήσουμε. Και το υπαρκτό ταυτίζεται με το αληθινό. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι ζούμε σε έναν πολιτισμό που έχει περιθωριοποιήσει κάθε έννοια υπέρβασης του αισθητού. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος μπροστά στο θάνατο δεν μπορεί, ιδίως σήμερα, να αντιτάξει κάποια άλλη θεώρηση. Εφόσον δεν μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει μετά το θάνατο, αυτό συνεπάγεται την απουσία ζωής μετά το χρόνο. Και η ίδια στάση έγκειται και έναντι του ερωτήματος περί της ύπαρξης του Θεού. Εφόσον δεν μπορούμε να δούμε το Θεό με τα φυσικά μας μάτια, με τις φυσικές μας αισθήσεις, να τον συμπεριλάβουμε στα μετρήσιμα μεγέθη του κόσμου, ζούμε σα να μην υπάρχει ή δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει. Το παράδειγμα με το «σωματίδιο του Θεού», το «μποζόνιο του Higgs» είναι χαρακτηριστικό της αντιμετώπισης του κόσμου από πολλούς, επιστήμονες και μη.
                Η πίστη όμως μάς καλεί σε μια διαφορετική θέαση του κόσμου. Ζητά από εμάς, όπως ο τυφλός που συνάντησε ο Χριστός κατά την είσοδό Του στην Ιεριχώ, να αναφωνήσουμε στο Θεό «Κύριε, ίνα αναβλέψω», «κάνε Κύριε, να μπορέσω να δω» (Λουκ. 18,41). Να αναβλέψουμε ως προς το μεγάλο ερώτημα της ύπαρξης αν υπάρχει ο Θεός και πώς μπορούμε να Τον δούμε. Να αναβλέψουμε ως προς τον σκοτασμό τον οποίο εμποιούν στη σκέψη και την καρδιά μας η αμαρτία και ο διάβολος και μας κάνουν να καθηλωνόμαστε στην ματαιότητα του κόσμου τούτου, να παραδιδόμαστε στις βιοτικές μέριμνες και την απουσία πνευματικού προσανατολισμού. Να αναβλέψουμε ως προς το άνοιγμα των οφθαλμών της ψυχής μας, την οποία έχουμε καταστήσει σωματική λειτουργία και όχι αθάνατο πνεύμα. Και η ανάβλεψη δε γίνεται χωρίς την δύναμη της προσευχής, η οποία είναι η φωνή την οποία βγάζουμε προς το Θεό, και την δύναμη της εμπιστοσύνης που η αγάπη μας προς Εκείνον γεννά, όταν νιώθουμε ότι έρχεται στην Ιεριχώ της ζωής μας, η οποία μας έχει καταστήσει ανήμπορους να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο που μας έταξε πολλά, αλλά που αποδείχτηκε ότι πρόσκαιρα ήταν τα όσα έδωσε και, τελικά, μάταια.
                Γιατί δεν μπορούμε να δούμε με τις σωματικές μας αισθήσεις το Θεό; Διότι η ύπαρξή μας δεν μπορεί να ανοιχτεί στον κόσμο που Εκείνος δημιούργησε. Να καταλάβει, έστω και μερικώς, ότι η τελειότητα αυτού του κόσμου, της φύσης, το κάλλος το οποίο αποτυπώνεται στα όσα εν σοφία Εκείνος εποίησε αποτελούν εικόνες μέσα από τις οποίες ο καθένας μας μπορεί να Τον προσεγγίσει. Ότι αυτά δεν μπορεί να έχουν γίνει τυχαία. Ότι μιλούν για το Θεό. Αλλά και η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη, με την τελειότητα του βιολογικού μηχανισμού, μαρτυρεί την ύπαρξη Δημιουργού. Συνήθως  ψάχνουμε την απόρριψη του Θεού στις ατέλειες, οι οποίες όμως είναι αποτέλεσμα της δικής μας κακής χρήσης του κόσμου και της ύπαρξής μας. Της φθοράς που επιφέρουμε με μια ζωή γεμάτη πάθη και εκμετάλλευση. Και λησμονούμε ότι τα πάντα «καλώς λίαν» εποιήθησαν. Αλλά και η δυνατότητα να αγαπούμε, να μοιραζόμαστε τη ζωή μας, να έχουμε δίψα για να συναντήσουμε τον πλησίον με πνεύμα θυσίας και ανιδιοτέλειας μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας, αποτελούν στοιχεία που μας δείχνουν ότι υπάρχει ο Θεός. Το ίδιο και μέσα από την αποκάλυψή Του στο πρόσωπο του Χριστού, στην οδό του Ευαγγελίου. Προϋπόθεση η πίστη, η παράδοσή μας σ’ Εκείνον που μας αγαπά. Και τότε θα ανοιχτούν τα πνευματικά μας μάτια, η δυνατότητα που έχει δώσει ο Θεός στην ψυχή μας να Τον αναζητεί.
                «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8). Ο λόγος του Χριστού μας δείχνει μιαν άλλη οδό για να αναβλέψουμε και να δούμε το Θεό. Να καταλάβουμε το σκοτάδι στο οποίο η αμαρτία μας έχει ρίξει. Και είναι πολλά τα πάθη που δεν μας αφήνουν να δούμε. Ο εγωκεντρισμός που δεν μας επιτρέπει να αγαπούμε και να νικούμε το θέλημά μας. Η ενασχόληση με την ύλη, την επιβίωση, την αυτάρκεια και τον πλούτο, που δεν μας αφήνει να δούμε ότι αλλού είναι το νόημα της ζωής. Η ανάγκη της ηδονής, που μας στερεί την ελευθερία και μας υποδουλώνει σ’ αυτούς που μας ευχαριστούν και ελέγχουν την ύπαρξή μας, αμαυρώνοντας την δυνατότητα του προσώπου μας να δει το Φως. Όλα αυτά που συνοδεύουν την ανθρώπινη φύση, είναι γεννήματα της επιλογής μας να είναι ο κόσμος προτεραιότητα της ζωής μας και όχι η σχέση μας με το Θεό. Από μέσα για τη ζωή έχουν καταστεί σκοπός της και έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο να έχει διαγράψει την πνευματική θέαση από την πορεία του.
                Έχουμε ψυχή οι άνθρωποι. Έχουμε αθάνατο πνεύμα, το οποίο μέσα από τη δύναμη της χάριτος του Θεού καλείται να Τον συναντήσει από αυτήν εδώ τη ζωή και να συνεχίσει την κοινωνία μαζί Του στην αιώνια, στη Βασιλεία του Θεού. Και δεν είναι η ψυχή μας μία λειτουργία του εγκεφάλου ή της συνείδησή μας μόνο. Είναι η ζώσα πνοή που ο Θεός εγκατέστησε μέσα μας και που αναζητεί τον Δημιουργό της όχι μόνο μέσω των σωματικών οφθαλμών αλλά και μέσω των πνευματικών αισθήσεων.  Είναι η εικόνα Του που αγκαλιάζει την σύνολη ύπαρξή μας, δηλαδή και το σώμα μας, και το κάνει να διψά να απαλλαγεί από την παχύτητα των αισθήσεων, δηλαδή από την προσκόλληση στο ορώμενο, και να αναζητεί το νοούμενο. Το νοούμενο όμως δεν είναι ιδέες ή θεωρίες ή φιλοσοφία. Αυτά είναι στοιχεία που μας προπαιδεύουν για να αναζητήσουμε το πέρασμα στην κοινωνία με το Πρόσωπο του Χριστού. Γιατί αυτό το Πρόσωπο είναι η Αλήθεια και το τελικό Νοούμενο, νόημα και ζητούμενο για την ύπαρξη. Και σ’ αυτό το δρόμο η ψυχή συναρπάζει και το σώμα. Και όταν έρθει ο θάνατος, η ψυχή θα περιμένει την ανάσταση των νεκρών για να ζήσει και το σώμα αυτή την αιώνια κοινωνία με το Χριστό, απαλλαγμένο από την ανάγκη και τον περιορισμό των αισθήσεων.
                Ο τυφλός της Ιεριχούς απευθύνθηκε στο Χριστό με την προσευχητική κραυγή «Ιησού, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Στο ερώτημα του Χριστού «τι σοι θέλεις ποιήσω;» , απάντησε με την κραυγή της πίστης «Κύριε, ίνα αναβλέψω». Και έλαβε και την σωματική ίαση, αφού ήδη είχε δει πνευματικά. Και το ωραίο στο θαύμα είναι πως το πρώτο πρόσωπο που βλέπει μετά την ίασή του είναι ο Χριστός. Είναι ο Δημιουργός του. Γι’ αυτό και ο πρώην τυφλός δεν θα κάνει τίποτε άλλο παρά θα ακολουθήσει τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό για την ευλογία   που έλαβε. Αυτόν τον δρόμο που ακολούθησε ο τυφλός ας μιμηθούμε κι εμείς στην εποχή μας. Με  προσευχή, πίστη και ετοιμότητα να ακολουθήσουμε το Πρόσωπο του Χριστού, παλεύοντας με το πνεύμα του ορθολογισμού και του εμπειρισμού,  την αμαρτία που μας εμποδίζει να αγαπούμε Θεό και συνάνθρωπο και την προσκόλληση στις αισθήσεις που μας κάνουν να μην μπορούμε να καταλάβουμε ότι έχουμε ψυχή. Και στη ζωή της Εκκλησίας θα νικήσουμε την Ιεριχώ του κοσμικού πνεύματος.

Κέρκυρα, 2 Δεκεμβρίου 2012

Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ (Ομιλία στο ευαγγελικό ανάγνωσμα)




Ἕνας τυφλὸς καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱεριχὼ
 καὶ ζητιάνευε. Ἄκουσε ποδοβολητὰ καὶ ζήτησε νὰ μάθῃ τί
 συμβαίνει. Τοῦ εἶπαν ὅτι περνᾶ ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. 
Τοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ τρέξῃ καὶ νὰ Τὸν συναντήσῃ, 
γι’ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ μοναδικὸ μέσο, μὲ τὸ ὁποῖο
 ἤλπιζε ὅτι ἴσως ὑπῆρχε μία πιθανότητα νὰ θεραπευθῇ.
 Κι αὐτὸ τὸ μέσο ἦταν ἡ δυνατὴ φωνή του. 

«Ἰησοῦ, υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησέ με».
 Καὶ ὁ Κύριος τὸν ἄκουσε καὶ τὸν θεράπευσε. 

Πόσο μεγάλη ἡ πίστη τοῦ τυφλοῦ, ἀδελφοί μου! 
Στὸ ἄκουσμα καὶ μόνον τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, 
φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του. 
Ἦταν σίγουρος πώς, ἂν εἰσακούετο, θὰ
 γινόταν καλά. Ὅταν ὁ ἄῤῥωστος πηγαίνῃ 
στὸ γιατρὸ καὶ τοῦ λέει «Γιατρέ μου, σῶσε με· 
μόνον ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ κάνῃς καλά», εἶναι 
σίγουρο πὼς τοῦ ἔχει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. 
Κανένα ἄλλον δὲν θέλει, κανένα ἄλλον δὲν 
ἐμπιστεύεται, σὲ κανένα ἄλλον δὲν ἐναποθέτει 
τὶς ἐλπίδες του. Ἔτσι καὶ στὸ σημερινὸ 
εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ τυφλός, εὐχάριστα
 ἐκπληττόμενος μέσα στὴ δυστυχία του, 
ζητιανεύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Γνώριζε καλὰ τὴν τέχνη τῆς ἐπαιτείας· ἅπλωνε 
τὸ χέρι καὶ προκαλοῦσε μὲ περίτεχνες παρακλητικὲς
 ἐκφράσεις τὴν ἐλεημοσύνη τῶν συνανθρώπων του. 
Δὲν ἦταν ἀγύρτης· ἦταν στ’ ἀλήθεια τυφλός. 
Ἀλλ’ ἦταν ἐκείνη ἡ εὐλογημένη στιγμὴ ἡ μία καὶ 
μοναδικὴ εὐκαιρία ἀντὶ γιὰ τὸ χέρι νὰ ἁπλώσῃ 
στὸν ἀέρα τὴ φωνή του καὶ νὰ παρακαλέσῃ 
γιὰ θεία ἐλεημοσύνη. Δὲν ἤθελε πλέον χρήματα.
 Ἂν ὑπῆρχε λόγου χάριν κάποια ἰατρικὴ μέθοδος,
 γιὰ νὰ βρῇ τὸ φῶς του, θὰ ἦταν σίγουρα 
διατεθειμένος νὰ δώσῃ ὅ,τι εἶχε. Ῥωτῆστε ἕνα τυφλὸ 
καὶ θὰ σᾶς τὸ ἐπιβεβαιώσῃ. Ἂς ἀντιστρέψουμε τὴν
 ὑπόθεση· ποιός θὰ πουλοῦσε τὰ μάτια του γιὰ 
ὅλα τὰ πλούτη τοῦ κόσμου; Κανείς!
Ἔχει μεγάλη ἀξία τὸ φῶς γιὰ τὴ ζωή μας.
 Τὸ ξέρουν καλύτερα ὅσοι τὸ στεροῦνται· 
πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ τὸ ἀπολαμβάνουμε, 
δὲν τὸ ἐκτιμοῦμε κατὰ Θεόν· συνδυάζουμε τὸ
 ἐξωτερικὸ φῶς μὲ τὸ ἐσωτερικὸ σκότος, τὸ ὑλικὸ 
φῶς μὲ τὸ νοητὸ σκοτάδι, αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει νὰ 
βλέπουμε σωματικῶς μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς τυφλώνει
 πνευματικῶς. Μολύνουμε τὰ μάτια μας μὲ ἰοὺς
 πορνικούς, μὲ θεάματα καὶ βλέμματα γεμάτα αἰσχρότητα, 
κακία, φθόνο. Ἀπὸ τὰ μάτια ξεκινοῦν πολλὰ δεινά, 
ἰδιαιτέρως στὴν ἐποχή μας, ἐποχὴ κυριαρχίας τῆς εἰκόνας, 
τῶν ψεύτικων φώτων, τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ, τοῦ 
θεάματος, τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητος,
 τῆς καθρεπτιζόμενης ἀνθρωπαρέσκειας. 
Ἀπὸ τὰ μάτια ὅμως ξεκινοῦν καὶ καλὰ πράγματα·
 τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ἡ εὐσπλαχνία πρὸς τὸν
 πλησίον, ἡ ὑπεράσπιση τοῦ δικαίου, ἡ δικαία κρίση, 
ἡ θέα τοῦ νοητοῦ φωτός. Τὰ μάτια μᾶς τὰ χάρισε ὁ 
Θεός, γιὰ νὰ πορευόμαστε τὴν ὁδὸ τῆς δικαιοσύνης,
 ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θέα τῶν ἀθεάτων μυστηρίων Του. 
Καὶ ἀπὸ ἄλλους τὰ στέρησε γιὰ τὸν ἴδιο λόγο 
κατ’ ἀνεξερεύνητον πρόνοιαν.
Ὁ τυφλὸς τῆς περικοπῆς βρίσκει τὸ κτιστὸ φῶς μέσα 
στὸ ἄκτιστο. Καὶ μᾶλλον ἤδη βλέπει μέσα του· βλέπει 
ἴσως καλύτερα ἀπὸ ὅλους τοὺς διαβάτες τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν
 πόλη, καλύτερα ἀπὸ τοὺς κατοίκους της Ἱεριχοῦς, 
διότι διακρίνει μὲ μάτι φωτεινὸ τὸν Μεσσία, τὸν Σωτῆρα, 
τὸν Ἰατρὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ποὺ 
φωτίζει καὶ ἁγιάζει. Ἂν δὲν Τὸν ἔβλεπε τέτοιο, ἴσως καὶ
 νὰ μὴν ἐθεραπεύετο. Ἡ πίστη στὸν Χριστὸ γεννᾶ τὸ
 θαῦμα· πίστη συχνὰ ἀπαιτητική, ἀλλ’ ὄχι ἐνοχλητικὴ γιὰ
 Ἐκεῖνον, γιατὶ θέλει νὰ Τοῦ ζητοῦμε, νὰ Τοῦ ἁπλώνουμε
 τὸ χέρι καὶ νὰ Τοῦ φωνάζουμε γιὰ βοήθεια στὶς ὅποιες 
ἀνάγκες μας.
Ἐνοχλοῦσε τοὺς περαστικοὺς μὲ τὶς φωνές του·
 φώναξε· τὸν μάλωσαν· ξαναφώναξε πιό δυνατά· δὲν τὸν
 ἔνοιαζε τί θὰ τοῦ ἔλεγαν· τὸν ξαναμάλωσαν· 
Ἀλλ’ ἡ σαρκωμένη Ἀγάπη ἔβαλε στὴ θέση του τὸν 
ἐνοχλημένο ὄχλο. Ἡ ἐπιμονὴ προσείλκυσε τὸ ἔλεος,
 ἡ κραυγὴ ἐξευτέλισε τὴν κατακραυγή, δίνοντας τὴ 
θέση της στὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ.
Εἶχε μόνον ἀκούσει ὁ τυφλὸς γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, 
ἀλλὰ δὲν τὰ εἶχε δεῖ μέχρι τότε. Πῶς θὰ μποροῦσε ἄλλωστε, 
ἀφοῦ ἦταν τυφλός; Ποιός πιστεύει μὲ σιγουριὰ κάτι ποὺ 
δὲν ἔχει δεῖ; Συνήθως, γιὰ νὰ πιστέψουμε, πρέπει πρῶτα
 νὰ δοῦμε. Ὁ τυφλὸς κάνει τὸ ἀντίθετο, ἀνατρέπει αὐτὸ 
τὸ συμβατικὸ πρέπει· πιστεύει, γιὰ νὰ δῇ. Καὶ αὐτὴ ἡ 
πίστη «σέσωκε αὐτόν», κατὰ τὴν θεία διαβεβαίωση.
Καθισμένοι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἰεριχὼ τοῦ ἐσωτερικοῦ μας σκότους,
 ἂς μὴν ντραποῦμε νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ἐπαῖτες καὶ νὰ 
ζητιανεύσουμε, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὸν Φωτοδότη Χριστὸ
 νὰ χαρίσῃ καὶ σ’ ἐμᾶς τὸ φῶς τῆς ἐπιγνώσεώς Του, 
νὰ ἀναδύσῃ ἀπὸ τὴν ἐρεβώδη ἄβυσσο τῆς ψυχῆς μας 
τοῦτο τὸ ἐσώτερον φῶς, γιὰ νὰ τὴν φωτίσῃ καὶ νὰ τὴν 
πλημμυρίσῃ ἀπὸ αἰώνια χαρὰ καὶ δοξολογία.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...