Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 20, 2013

Αρχιμανδρίτης ΧΑΡΙΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΚΙΣ, ΑΟΚΝΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

Το ιστολόγιο μας, συνεχίζει το αφιέρωμα τιμής στους κληρικούς που ποτέ δεν εμφανίστηκαν με την αλαζονεία της αρετής αλλά απόμειναν μέσα στην ταπείνωση της αμαρτολότητας που όλοι μας σέρνουμε πίσω μας. Και στάθηκαν δίπλα στο Λαό του Θεού και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο. Το αφιέρωμα μας σήμερα είναι για τον Π. Χαρίτωνα Πνευματικάκη.

Ο π Χαρίτων γεννήθηκε στις 17-8-1908 στο Παλαιλώνιο Χανίων Κρήτης. Από μικρή ηλικία έδειξε σημεία του προορισμού του. Δεκαεπταετής μιλούσε στην πλατεία του χωριού του . Μετά τη λήψη του πτυχίου του από τη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών , κήρυξε σε πολλές περιοχές της Ελλάδος.
Το 1940 χειροτονήθηκε διάκονος υπό του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου και το 1945 Ιερεύς στην Έδεσσα. Μετά την Κατερίνη όπου από το 1947 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας , ήλθε στην Πάτρα το 1958 και για 15 χρόνια έδωσε μαρτυρία “Πίστεως και Αγάπης” ως λειτουργός του Υψίστου , ως φιλόστοργος πατέρας, ως σύμβουλος, ως δραστήριος εργάτης της Χριστιανικής προσπάθειας.
Το 1972 με όμιλο Χριστιανών επιστημόνων και διανοουμένων, ίδρυσε το Σύλλογο Ορθοδόξου Ιεραποστολής “Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ” .
Το 1973 με την συνταξιοδότησή του ως Ιεροκήρυκας , κλείνει ένα μεγάλο πολύεδρο, πολύμορφο και δημιουργικό έργο , που τον καταξίωσε στον Ελλαδικό χώρο.
Η μεγάλη και σημαντική απόφαση.
Σε ηλικία 65 ετών, στις 9-7-73 ο π. Χαρίτων με αποστολικό ζήλο, πορεύεται στην Αφρική για τον Χριστό, στον τόπο, που άφησε την τελευταία του πνοή ο αείμνηστος π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, την Κανάγκα του Κονγκό.
Αναλώθηκε στο να κηρυχθεί “το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει” η ορθοδοξία εις την οικουμένη”. Στην Κανάνγκα ο π. Χαρίτων παρέμεινε συνεχώς 25 χρόνια μέχρι την κοίμησή του.
Ο Θεός ευλόγησε το αγιαστικό , λατρευτικό, διδακτικό, κατηχητικό, εκπαιδευτικό, φιλανθρωπικό, κοινωνικό, Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό του Έργον. Η Θ. Λειτουργία, που με ιεροπρέπεια και κατάνυξη επιτελούσε , προσήλκυε τους ιθαγενείς στην Ορθοδοξία.
Βρήκε 30 Ορθοδόξους και με την Χάρη του Θεού, κατόπιν κατηχήσεως, δια του Αγ. Βαπτίσματος τους χάρηκε αυξανόμενους σε 30.00 και πλέον.
Δώδεκα πνευματικά του τέκνα Ορθόδοξοι ιθαγενείς αξιώθηκαν της τιμής να γίνουν κληρικοί.
Πλήρης ημερών και έργων αγαθών λευκανθείς εις αγώνας κατακτήσεως της αγιότητος κοιμήθηκε εν Κυρίω “ανώδυνα και ειρηνικά” την Κυριακή 29-3-1998 που η εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Ιωάννη τον συγγραφέα της Κλίμακας αφού κοινώνησε για τελευταία φορά των Αχράντων Μυστηρίων.
Ετάφη κατά την επιθυμία του πίσω από τον Ιερό Ναό του Αγ. Ανδρέου που με αίμα και ιδρώτα ανήγειρε και αναπαύεται στην αφρικανική γη κηρύσσων την Εκκλησία της Αναστάσεως , την Ορθοδοξία.
Επί του τάφου του αναγράφονται σε μαρμάρινη πλάκα τα τελευταία του λόγια:
“Χριστός Ανέστη…! Χτυπάτε τις καμπάνες της Ορθοδοξίας , Σε όλη την Αφρική, σε όλη την Αφρική…Χτυπάτε τις καμπάνες της Ορθοδοξίας…!

Βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού


Βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού


1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.
2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 κατεδίκασαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτήν την εισαγωγή κατεδίκασε τότε και ο ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης, κατεδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ' το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η’ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθή.
Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πύρ, το πρωτείο του Πάπα κλπ.
4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στον Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:
– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατρός, να καταργήται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος, να υποτιμάται το Άγιον Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αφού παρουσιάζεται ωσεί “πρόσωπο στείρο”,
– η χρησιμοποίηση αζύμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός ετέλεσε το μυστικό δείπνο,
– ο καθαγιασμός των “τιμίων δώρων” που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού “λάβετε φάγετε... πίετε εξ αυτού πάντες...”,
– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,
– η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,
– ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και θείας Ευχαριστίας,
– η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,
– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιερωσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),
– η μη μετάληψη των λαϊκών από το “Αίμα” του Χριστού,
– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι “ο episcopus episcoporum και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητος κεφαλή και ο Καθηγεμών της Εκκλησίας, κυβερνών αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γής” (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,
– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,
– το αλάθητο του Πάπα,
– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,
– οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο.
– η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,
– η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,
– η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.
5. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστεως με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νού, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού και ουνίτη Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.
6. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία “η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται”. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως “συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα”. Αρκεί να βγή ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχη κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: “θά ήταν πιο ακριβείς οι ρωμαιοκαθολικοί αν εκφωνώντας το “Πιστεύω” έλεγαν: “καί εις έναν Πάπαν” παρά να λένε: “καί εις μίαν... Εκκλησίαν””.
Επίσης, “η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί”. Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι “η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες”. Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική “Εκκλησία” ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διϊστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται ως αδελφάς Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.
7. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 755 από τον Πιπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ’: “ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους”. Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη είναι το Βατικανό και το Ιράν.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216): “Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων... Σά σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων”.

Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας”. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώση ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος - αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γή, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς.


Ορθοδοξία & Οικουμενισμός. Δρόμοι παράλληλοι ή αντίθετοι; [1]


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Σήμερα ακούγονται πολλές απόψεις από διάφορες πλευρές σχετικά με τη σχέση που πρέπει να έχει η Ορθοδοξία με τη νεωτερικότητα. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η Ορθοδοξία λόγω των συνθηκών που βίωνε το ελληνικό έθνος –τουρκοκρατία- δεν είχε ποτέ σχέση με τις θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις που συγκλόνισαν την Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα. Μέσα στο πλαίσιο των «θρησκευτικών αυτών επαναστάσεων» γεννιούνται τα διάφορα ετερόδοξα δόγματα του Προτεσταντισμού, όπως Λουθηρανισμός, Καλβινισμός, Ζβιγγλιανισμός.
sxisma
Η διάσπαση του Χριστιανισμού σε Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες στην Ευρώπη, υπήρξε η δεύτερη διάσπαση του σώματος της Χριστιανικής Θρησκείας. Η πρώτη έγινε το 1054 με το Μέγα Σχίσμα μεταξύ του Ορθόδοξου Ανατολικού Χριστιανισμού  και του Δυτικού Ρωμαιοκαθολικισμού. Η μέχρι τότε Εκκλησία του Χριστού διασπάστηκε σε δύο μεγάλα κομμάτια. Το σχίσμα άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου και προέκυψαν πολλές διαφορές τόσο σε θέματα θεολογίας (filioque), εκκλησιαστικής παραδόσεως (εκκλησιαστικά έθιμα, αγαμία κλήρου, παπικό πρωτείο κ.λπ.), αλλά και πολιτικής (ίδρυση του παπικού κράτους και της αυτοκρατορίας των Φράγκων από τον Κάρολο το Μέγα, το γνωστό Καρλομάγνο).
Από τις αρχές του εικοστού αιώνα έχει αρχίσει μία προσπάθεια διαλόγου των διαφόρων ετεροδόξων με την Ορθοδοξία. Ο διάλογος αυτός, ο οικουμενικός όπως λέγεται, έχει θιασώτες αλλά και φανατικούς εχθρούς. Οι πρώτοι κατηγορούν τους δεύτερους για άκρατο συντηρητισμό και σκοταδισμό, ενώ οι δεύτεροι εκτοξεύουν κατηγορίες στους πρώτους για υιοθέτηση των διαφόρων αιρετικών απόψεων των Ρωμαιοκαθολικών και των Προτεσταντών. Σίγουρα θα υπάρχει η χρυσή τομή στη σχέση Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας, την οποία θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε στην εργασία αυτή, προσπαθώντας να αποφύγουμε τις διάφορες κορώνες των ακραίων υποστηρικτών των διαφόρων αυτών απόψεων.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Ορθοδοξία φύλακας της παρακαταθήκης των δογμάτων των Οικουμενικών Συνόδων και της διδασκαλίας των Εκκλησιαστικών Πατέρων από την ίδρυση της Χριστιανικής Εκκλησίας έως και σήμερα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύττει, και όχι άδικα, ότι αποτελεί το θεματοφύλακα των Δογμάτων του Χριστιανισμού, όπως αυτά διατυπώθηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους και ερμηνεύθηκαν στα συγγράμματα των Πατέρων. Μέσα στα δύο χιλιάδες χρόνια από τη ίδρυση της Μίας και Καθολικής Χριστιανικής Εκκλησίας, η Ορθοδοξίας είναι εκείνη μόνο που αποτελεί το γνήσιο συνεχιστή της Θρησκευτικής Παράδοσης και διδασκαλίας που διατυπώθηκε από τους Αποστόλους και τους Ευαγγελιστές. Αυτό άλλωστε φανερώνει και η ετυμολογία της λέξεως «Ορθοδοξίας». Ορθοδοξία σημαίνει η ορθή δόξα, η ορθή πίστη, διδασκαλία.
Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ιδεολογικό ή φιλοσοφικό σύστημα –ρεύμα. Ούτε φυσικά αποτελεί κάποιο μουσειακό έκθεμα, κάποια λαϊκή παράδοση. Τέλος δεν είναι συνιστώσα που εξασφαλίζει τη διαχρονική και οικουμενική ενότητα του ελληνισμού. Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» προς την οποία δηλώνουμε πίστη και αφοσίωση με την ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως, προϊόν της Α΄ και Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, -γνωστό και ως Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως[1]. Και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί το σώμα του ενανθρωπήσαντα Λόγου, του Χριστού[2]. Οι μετέχοντες στο σώμα αυτό αποτελούν το λαό του Θεού. Βασική προϋπόθεση για να γίνει κάποιος μέλος του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας Του, είναι να έχει βαπτιστεί στο όνομα της Αγίας Τριάδας –στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τέλος την Εκκλησία αποτελούν μαζί κλήρος και λαός, οι οποίοι ενώνονται μέσα από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει Ορθοδοξία αλλά ούτε και σωτηρία Μακριά από τη ζωή του Εκκλησιαστικού σώματος, αυτό που οι πολλοί ονομάζουν Ορθοδοξία αποκόπτεται από τις ρίζες της, χάνει την ταυτότητά της, γίνεται ένα απλό ιδεολόγημα. Για το λόγο αυτό ο Απόστολος Παύλος ονομάζει την Εκκλησία «στύλο και εδραίωμα Η Εκκλησία με πρωτοστάτες τους φωτισμένους από το Άγιο Πνεύμα πατέρες της διαφύλαξε την αποκεκαλυμμένη αλήθεια από το Χριστό. Γιατί μόνο η τήρηση αυτής της αλήθειας οδηγεί στη σωτηρία[3]. Οι πολλοί αγώνες που διαμέσου των αιώνων διεξήγαγε η Εκκλησία στα πρόσωπα θεοφόρων ποιμένων και διδασκάλων της· οι σύνοδοι που συνεκρότησε και η ανυποχώρητη εμμονή που επέδειξε, πέρα από ανθρώπινες αδυναμίες και ακρότητες – αναπόφευκτες για τα ατελή ανθρώπινα μέτρα – σ’ ένα και μόνο αποσκοπούσαν: στη διαφύλαξη της αποκεκαλυμμένης αλήθειας. Της αλήθειας που ελευθερώνει και οδηγεί στη σωτηρία όποιον τη βιώνει.. Επειδή η κατά Χριστόν ζωή αποτελεί τη μετουσίωση της πίστεως σε βίωμα και εμπειρία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι άλλο φυσική θρησκεία και άλλο Εκκλησία. Άλλο ατομική θρησκευτικότητα και άλλο εκκλησιαστική εν Χριστώ ζωή. Άλλο αλτρουϊσμός και φιλαλληλία και άλλο αυταπάρνηση και θυσιαστική αγάπη. Αυταπάρνηση που μας βγάζει από το ατομικό κέλυφός μας και μας οδηγεί κοντά στους άλλους. Κάνει το εγώ εμείς. Αγάπη αληθινή, που βεβαιώνει τον κόσμο για την αγάπη του Θεού και Πατρός˙ «Ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλοις αγαπάν»[4]
(Συνεχίζεται)
[1] Σ. Π. Κούτσα, Μητρ. Ν. Σμύρνης, «Το νόημα της Ορθοδοξίας μας. Ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Ν. Σμύρνης κ. Συμεών την Κυριακή της Ορθοδοξίας», http://www.oodegr.com/oode/orthod/genika/noima_orthod_1.htm
[2] Βλ. σχετικά Ε. Αρτέμη, «Το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως σε δύο διαλόγους,«Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς» και «Ότι εις ο Χριστός», του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας», Εκκλησιαστικός Φάρος, τ. ΟΕ (2004), 145-277. Συναφώς βλ. Της ιδίας, «Η εν χρόνω κατά σάρκα γέννηση του Υιού του Θεού», δημοσίευση στο διαδικτυακό τόπο: «Αντιαιρετικό Εγκόλπιο», (2009) http://egolpion.com/gennhsh yiou.el.aspx. Της ιδίας, «The rejection of the term Theotokos by Nestorius Constantinople and the refutation of his teaching by Cyril of Alexandria», στο Γρηγόριος Παλαμάς 845 (2012) 153-177.
[3]  Ιω. 8,32.
[4] Α΄Ιω. 4,11.

Νηπτική Πνευματικότητα, και ο μοντέρνος πολιτισμός.




Οὐσία τοῦ ἑλληνικοῦ βίου ὑπῆρχε ὣς τώρα ὄχι ἡ δουλεία στὴν ὀργάνωση (πολιτική, ἐκκλησιαστική, ἐκπαιδευτική, κλπ), ἀλλὰ ἡ νηπτικὴ πνευματικότητα, στὸ ἐπίκεντρο καὶ ὄχι στὸ περιθώριο, ἐμποδίζοντας τὴν Κοινωνία νὰ ξεπέσει σὲ Ἐπικράτεια. Κάθε κίνηση ποὺ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ ἐγὼ διανοίγοντας στὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ἀνήκει στὴν νηπτικὴ πνευματικότητα καὶ ἀναγεννᾶ πράγματι τὸν πολιτισμό.
Πόθος γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ὀργάνωση δὲν εἶναι ἡ ‘παράκαμψη’ τῆς θεσμιζόμενης Ἐκκλησίας, τῆς ἱστορίας, κλπ., χάριν ἀλήθειας ‘ἐσωτερικῆς’, ἀλλὰ ἡ ἀληθινὴ βίωση τῆς ἱστορικῆς μαζὶ καὶ ἐσχατολογικῆς γιορτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μεγαλύτερη δυνατὴ προσωπικὴ συνάντηση καὶ ἐπαφή, μέσα στὴν ὁποία καὶ τὰ πιὸ ἄκαμπτα τυπικὰ ἔρχονται στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐρωτική τους διάσταση. Ὅταν λείπει ἡ ἀπόλαυση, ἡ ἀλήθεια, ἡ ἑνότητα καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἐλευθερίας, ἡ νηπτικὴ πνευματικότητα καὶ ἄρα ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀσθενεῖ. Τὰ πάθη ἔχουν τὴν ἀρχή τους στὴν βούληση, εἶναι λάθη ὑπαρξιακά, ὄχι λογιστικά. Μὲ τὴν κυριαρχία τῆς ἰδεολογίας, ὁσοδήποτε ἀνοιχτῆς καὶ φιλελεύθερης, τὴν αὐτοπροσφορὰ ἀντικαθιστᾶ τὸ καθῆκον, καὶ αὐτὸ ὑπὸ τὸν φόβο κυρώσεων καὶ τὴν ἐλπίδα ἀπολαβῶν, ὁπότε ἡ κοινωνία καταντάει ἑταιρεία καὶ ἡ προσωπικὴ ὕπαρξη πορνεία. Ὅσο κι ἂν ἡ ἑλληνικὴ παράδοση ἀντιστέκεται πρὸς τὸ παρόν, χάρη κυρίως στὴν Ἐκκλησία, ὅμως ὅλα δείχνουν πὼς ἡ Ἐκκλησία θὰ συνεχίσει νὰ περιορίζεται, θὰ μειώνεται λοιπὸν ἡ δυνατότητα συμπαράστασης σὲ μιὰ ‘πραγματικότητα’ ὅλο πιὸ ἀπρόσωπη, μαζική, μηχανική, ὑποκριτικὴ καὶ ψυχρή.
Γ. Βαλσάμης

Θαυματουργία δια της ύλης


Θαυματουργία δια της ύλης

Πρόλογος
Το άρθρο αυτό αποτελεί απάντηση σε όσους μας μέμφονται επειδή πιστεύουμε ότι ο Θεός ενεργεί ΚΑΙ δια της ύλης, που ο Ίδιος έφτιαξε εκ του μηδενός, όταν Εκείνος το θελήσει. Κατ’ επέκταση, αρνούνται την θαυματουργία των ιερών εικόνων, των αγίων λειψάνων, και γενικά οτιδήποτε έχει να κάνει με την ύλη.

Μάλιστα, μας κατηγορούν ως «ειδωλολάτρες» επειδή προσφέρουμε τιμή στον Θεό δια των υλικών αυτών αντικειμένων. Παρακάτω θα αναφερθούμε:

α) στο ότι η τιμή έχει αποδέκτη τον Θεό και όχι την ύλη αυτήν καθεαυτή, 
β) την Ορθόδοξη θέση για την ύλη, 
γ) ότι η άρνηση αυτή έχει τις ρίζες της στην ειδωλολατρία, και 
δ) θα στηρίζουμε αγιογραφικά ότι ο Θεός ΟΤΑΝ θέλει ενεργεί ΚΑΙ ΔΙΑ της ύλης, αποδεικνύοντας το εσφαλμένο και αντιβιβλικό της Προτεσταντικής αυτής θεώρησης των πραγμάτων.


Α) Η τιμή έχει αποδέκτη τον ίδιο τον Θεό και όχι την ουσία της κτίσης.

Βέβαια, εμείς ξέρουμε ότι η τιμή αυτή έχει αποδέκτη τον ίδιο τον Θεό, μιας και ΔΕΝ πιστεύουμε ότι αυτά καθ’ αυτά τα αντικείμενα έχουν την δύναμη, αλλά ο αιώνιος Τριαδικός Θεός. Δεν είμαστε «ειδωλολάτρες», διότι πρώτον δεν λατρεύουμε τίποτα άλλο και κανένα άλλο πρόσωπο πέρα από τον Θεό, και δεύτερον διότι δεν πιστεύουμε ότι το υλικό αντικείμενο είναι θεός. Η Εκκλησία ξεχωρίζει την ουσία του Θεού από την ουσία του κόσμου. Υπάρχει διάκριση μεταξύ κτιστού και Άκτιστου. Το αντίθετο συμβαίνει στις φυσικές ειδωλολατρικές θρησκείες όπου η ουσία του κόσμου ταυτίζεται με τον απρόσωπο (για αυτούς) θεό, κάτι που οδηγεί στον πανθεϊσμό που είναι ειδωλολατρία. Κατά τους πανθεϊστές, ο κόσμος προέκυψε από την ουσία του θεού με απορροή. Κατά την χριστιανική πίστη, ο κόσμος (ορατός και αόρατος) ΔΕΝ προέκυψε από την ουσία του Θεού. 

Αυτό γίνεται φανερό ήδη από το πρώτο χωρίο της Αγίας Γραφής, όταν διαχωρίζεται ο Άκτιστος Θεός ως πρόσωπο από όλη την κτίση. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γένεση α 1). Επομένως, άλλο πράγμα ο Θεός και άλλο η κτίση η οποία δημιουργείται «εν αρχή». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στα «Εκατόν πεντήκοντα κεφάλαια», ένα έργο βαθειάς θεολογίας, αναφέρει: «Κάθε φύσις είναι πολύ απομακρυσμένη και εντελώς ξένη από τη θεία φύση. Διότι, αν ο Θεός είναι φύσις, τα άλλα δεν είναι φύσις. Και αν το καθένα από τα άλλα είναι φύσις, Εκείνος δεν είναι φύσις […]», ενώ όλα τα όντα μετέχουν στον Θεό με την μέθεξη της ενέργειας και όχι της απρόσιτης φύσης του Θεού, «[…] όλα μετέχουν σε Αυτόν και συγκροτούνται με τη μέθεξη Αυτού· όχι με τη μέθεξη της φύσεώς Του, μακριά μια τέτοια σκέψις, αλλά με τη μέθεξη της ενέργειάς Του […]», ενώ ο άγιος μας διαβεβαιώνει ότι «[…] δεν έχει ούτε θα έχει καμία κοινωνία ή εγγύτητα προς την ανώτατη φύση κανένα από όλα τα κτιστά» (ΕΠΕ 8, κεφάλαιο 78, σελ. 171-173).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο μέγας δογματολόγος της Ορθοδοξίας, αναφέρει σαφέστατα ότι λατρεία δίνουμε μόνο στον Ένα Τριαδικό Θεό: «[…] μία ουσία υπερούσια, υπέρθεη θεότητα, σε τρείς υποστάσεις, σε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, και αυτόν μόνο λατρεύω και σε αυτόν μόνο προσφέρω τη λατρευτική προσκύνηση. Ένα Θεό προσκυνώ, μία θεότητα αλλά λατρεύω και τρείς υποστάσεις, Θεό Πατέρα και Θεό Υιό σαρκωμένο και Θεό άγιο Πνεύμα, ένα Θεό […]. (ΕΠΕ 3, Α’ Λόγος Περί των Εικόνων, κεφάλαιο 4, σελ. 27).

Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, στην Ομολογία της Ορθοδόξου πίστεως, αναφέρει το ίδιο: «Ημείς γαρ μόνω τω εν Τριάδι Θεώ λατρεύομεν και ουδενί ετέρω».

Τιμή όμως μπορούμε να αποδώσουμε και στο ΣΧΗΜΑ των σεβασμάτων μας. 
Ας δούμε πάλι, πως το εκφράζει η Ορθόδοξη πίστη:

Ο Άγιος Λεόντιος Κύπρου, στον 5ο λόγο «Προς Ιουδαίους», αναφέρει: «Ούτε από εμάς προσκυνούνται ως θεοί οι μορφές και οι εικόνες και οι τύποι των αγίων […] έτσι και εμείς, τα παιδιά των Χριστιανών, προσκυνώντας τον τύπο του σταυρού, δεν προσκυνούμε την φύση του ξύλου […]». (ΕΠΕ 3, Τρίτος λόγος περί Εικόνων, αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού, σελ. 299)



Ο ίδιος επίσης διευκρινίζει: «Όταν λοιπόν δεις Χριστιανό να προσκυνά το σταυρό, να ξέρεις ότι δεν προσκυνά την φύση του ξύλου, αλλά για το Χριστό που σταυρώθηκε. Γιατί αλλιώς θα προσκυνούσαμε όλα τα δέντρα του αγρού…» (ΕΠΕ 3, Τρίτος λόγος περί Εικόνων, αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού, σελ. 305).

Ο Ιερώνυμος, πρεσβύτερος Ιεροσολύμων: «[…] οι Χριστιανοί, δεν ασπαζόμαστε το σταυρό ως Θεό, αλλά το κάνουμε δείχνοντας την ειλικρινή διάθεση της ψυχής μας προς Εκείνον που σταυρώθηκε» (ΕΠΕ 3, Τρίτος λόγος περί Εικόνων, αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού, σελ. 341).

Ο άγιος Νικόδημος, μέγας κανονολόγος, αναφέρει ότι είναι «αλλότριον», δηλαδή ξένο προς την πίστη μας η απόδοση λατρείας στα υλικά• «[…] την ούτε ως θεούς τας αγίας εικόνας λατρεύομεν, καθώς κατηγορούσι ημάς οι εικονομάχοι, άπα γε • αλλότριον γαρ τούτο της εκκλησιαστικής εστί παραδόσεως» (Πηδάλιο, σελ. 318).

Ο π. Α. Αλεβιζόπουλος, αναφέρει• «…οι χριστιανοί που βλέπουν τις άγιες εικόνες φέρουν στην μνήμη τους και επιποθούν το «πρωτότυπον», δεν μένουν στην θέα της εικόνος δεν ταυτίζουν την εικόνα με το πρωτότυπο. Έτσι ο ασπασμός, η προσκύνηση των αγίων εικόνων αποτελεί πράξη τιμής και σεβασμού, όχι λατρεία• η λατρεία αρμόζει μόνο στην Θεία φύση. Η τιμή των αγίων εικόνων μεταβαίνει στο πρωτότυπο, αυτός που προσκυνεί την εικόνα, προσκυνεί την υπόσταση του εικονιζόμενου» (Η Ορθοδοξία μας, σελ. 435-436).

«[…] Προσκυνούμε μάλιστα και το σχήμα του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, ακόμη κι αν είναι κατασκευασμένο από διαφορετικό υλικό· διότι, αλίμονο, δεν τιμάμε την ύλη, αλλά το σχήμα σαν σύμβολο του Χριστού […] Και την ύλη πάλι, από την οποία είναι φτιαγμένο το σχήμα του σταυρού, είτε είναι χρυσάφι είτε πολύτιμοι λίθοι, μετά τη διάλυση του σχήματος, εάν τυχόν συμβεί, δεν πρέπει να το προσκυνάμε. Διότι προσκυνάμε όλα τα αφιερώματα στο Θεό απονέμοντας το σεβασμό σ’ Αυτόν» (Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, Κεφάλαιο 84, Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως)



Β) Η Ορθόδοξη θέση για την ύλη.
Ας θυμηθούμε την Ορθόδοξη θέση για την ύλη. Η ύλη, ανήκει στην δημιουργία του Θεού. Ως εκ τούτου, είναι καλή, διότι ο Θεός είναι αγαθός και μόνο αγαθά κατασκευάζει.

Η Αγία Γραφή είναι ξεκάθαρη: «και είδεν ο Θεός τα πάντα όσα εποιησεν και ιδού καλά λίαν» (Γένεση, α 31).

Το κακό δεν έχει υπόσταση, αλλά είναι η απουσία του καλού. Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών, αντικρούοντας τους Γνωστικούς που πρέσβευαν ότι το κακό έχει υπόσταση, έλεγε το εξής απλό παράδειγμα: «[…] Κοινωνία δε Θεού, ζωή και φως […] χωρισμός δε Θεού θάνατος και χωρισμός φωτός σκότος […]» (ΒΕΠΕΣ 5, 167).

Ο Μ. Βασίλειος αναφέρει: «Δεν είναι βέβαια ευσεβές ούτε και να το ειπεί κανείς ότι το κακόν εδημιουργήθη από τον Θεόν, διότι κανένα από τα αντίθετα πράγματα δεν παράγεται από το αντίθετόν του. Ούτε η ζωή γεννά θάνατον, ούτε το σκότος είναι πηγή του φωτός, ούτε η νόσος δημιουργεί υγείαν […] το κακόν είναι όχι ύπαρξις ζωντανή και έμψυχος, αλλά μία διάθεσις ψυχική αντίθετος προς τη αρετήν, η οποία διάθεσις εμφανίζεται εις τους ράθυμους, όταν εκπίπτουν από το καλόν» (2η Ομιλία Εις την Εξαήμερον, 21, ΕΠΕ 4).

Ο Π. Μπρούσαλης, στα σχόλιά του στον πρώτο Λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης στον Εκκλησιαστή, αναφέρει για τον άγιο: «[…] Πιστεύοντας μάλιστα στη διαβεβαίωση του Αποστόλου «παν κτίσμα καλόν και ουδέν απόβλητον» (Α’ Τιμοθέου, 4,4), αρνείται κατηγορηματικά ότι η ύλη είναι κακή, επειδή και αυτή είναι ένα από τα λίαν καλά δημιουργήματα του Θεού (Γέν. 1, 31) […] από τη στιγμή που ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος και ανέλαβε το υλικό ανθρώπινο σώμα, καθαγιάστηκε και εξυψώθηκε και η ίδια η ύλη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δέχονται την ύπαρξη μιας αγαθής κτιστής πραγματικότητας […]» (σελ. 292).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει: «ο αγαθός και υπεράγαθος Θεός δεν επαναπαύθηκε στη θεωρία του εαυτού του, αλλά από υπερβολική αγαθότητα θέλησε να δημιουργηθούν ορισμένα δημιουργήματα που θα ευεργετηθούν και θα μετάσχουν στην αγαθότητα του· γι’ αυτό, παράγει και δημιουργεί εκ του μηδενός τα σύμπαντα, ορατά και αόρατα […]» (Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, κεφ. 16, Περί της Δημιουργίας).

Επόμενο είναι λοιπόν, ότι «Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα «καλά λίαν» (Γένεση, α 31), δεν εδημιούργησε το κακό. Το υλικό σώμα και όλα τα υλικά αντικείμενα αποτελούσαν πηγή ευλογίας» (π. Αλεβιζόπουλος, Η Ορθοδοξία μας σελ. 454).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει: «[…] εννοεί (και δημιουργεί) δεύτερον κόσμον, υλικόν και ορατόν […] αξιέπαινον μεν δια την τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, αλλά ακόμη πιο αξιέπαινον εξ αιτίας του ταιριάσματος και της αρμονίας […]» («Λόγος εις τα Θεοφάνεια», έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 50- 51).



Γ) Η άρνηση της ύλης έχει ειδωλολατρικές καταβολές.

Οι Προτεστάντες που αρνούνται την θαυματοποιία του Θεού μέσα από την ύλη, πίπτουν στην αίρεση του δυαλισμού (είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα) που είναι μανιχαιστικής προέλευσης, από την μυθολογία του Ιράν.

Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, «[…] Ο κόσμος και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον δημιουργό Θεό και όχι από τον αγαθό Θεό, επειδή η ύλη είναι καθ’ εαυτήν κακή […]» (Εκκλησιαστική Ιστορία Βλ. Φειδά, Ά τόμος, σελ. 168).

Αυτό είχαν υιοθετήσει και οι Γνωστικοί, που ήταν συγκρητιστές. 
«Οι Γνωστικοί, κατά το μάλλον ή ήττον, ήσαν δυαλισταί. Εδέχοντο, δηλονότι, δύο αρχάς, εκτός του αγαθού θεού, ανεξάρτητον και αιώνιαν ύλη, ως έδρα του κακού. Δυαλισμός υπήρχεν εν τη συγχρόνω τότε ελληνική φιλοσοφία […]» (Εκκλησιαστική Ιστορία Β. Στεφανίδη, σελ. 63).

Ο Χ. Ανδρούτσος, στην Δογματική της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην σελίδα 292 αναφέρει: «Το αισθητόν δεν είναι ούτε ακάθαρτον τι και φύσει κακόν, ώστε να μη δύναται να συνδεθεί προς τα πνευματικά, ως εξεδέχοντο οι Μανιχαίοι, ούτε οξέως διακεχωρισμένον του υπερφυσικού, ως εκδέχεται η διαρχία και ο Πνευματισμός».

«[…] Βασικό πρίσμα στο γνωστικισμό θεωρήσεως του Θεού, του κόσμου, του κακού, είναι η διαρχία ή δυαλισμός. Διακρίνει ριζικά ύψιστη αρχή και θεότητα, τον αγαθό Θεό αφ’ ενός, και τη δημιουργική δύναμη και θεότητα του κακού, τον κακό ή δημιουργό θεό αφ’ έτερου […] Αποτέλεσμα της ριζικής διαρχίας είναι η περιφρόνηση της ύλης […]» (Πατρολογία Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 146, Ά τόμος).

Ο Μαρκίωνας ο οποίος δέχονταν δύο θεούς, ένας εκ των κυριοτέρων εκπροσώπων του Γνωστικισμού, δίδασκε (κατά τον άγιο Ιππόλυτο Ρώμης) ότι, «Ο δίκαιος Θεός δημιούργησε τον μεν κόσμο από προϋπάρχουσα και καθ’ εαυτήν φύσει κακή ύλη, πλήρη ατελειών και ελλείψεων, τον δε άνθρωπο ατελή, αμαρτωλό και ταλαίπωρο. «Πεποιηκέναι δε τα πάντα φάσκουσιν εκ της υποκειμένης ύλης, πεποιηκέναι γαρ ουκ καλώς, αλλ’ αλόγως» (Ιππολύτου, Έλεγχος, Χ 19)» (Εκκλησιαστική Ιστορία Βλ. Φειδά, Ά τόμος, σελ. 161).

Ψάχνοντας στην ιστορία, μπορούμε να ανιχνεύσουμε πολλές αιρέσεις που είχαν ως βάση τον δυαλισμό και που απέρριπταν ότι απορρίπτουν και οι σύγχρονοι κατήγοροί μας.

Ο καθηγητής Μ. Μπέγζος αναφέρει: «Ο Μεσαίωνας ασφυκτιά από γνωστικίζουσες ομάδες στο χριστιανισμό, σαν τους Παυλικιανούς και τους Βογόμιλους […] ο Γνωστικισμός τροφοδοτεί σωρεία θεοσοφικών κινημάτων των Νέων Χρόνων (αλχημιστές, αποκρυφιστές κλπ)» («Φαινομενολογία της θρησκείας», σελ. 97).

Ο Β. Στεφανίδης, αναφέρει: «Οι Παυλικιανοί με τους Μαρκιωνίτας είχον κοινόν τον δυαλισμόν […] απέρριπτον την εξωτερικήν θείαν λατρείαν. Απέρριπτον τας ιεροτελεστίας, τα μυστήρια […] απέρριπτον τας εικόνας και τα λείψανα των αγίων […]» (Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 253- 254).

Ο Βλ. Φειδάς αναφέρει επί παραδείγματι για τους Βογόμιλους, μια αίρεση του 11ου αιώνα: «[…] Η ηθική τους διδασκαλία είχε δυαλιστικό και αντινομιστικό χαρακτήρα, ενώ η λατρεία τους περιορίζονταν στην απλή και μυστική απαγγελία ορισμένων ευχών […] Απέρριπταν τη λατρεία της Εκκλησίας και περιορίζοντο μόνο στην απαγγελία της Κυριακής προσευχής […] Απέρριπταν την τιμή της Θεοτόκου, των αγίων, του Σταυρού και των ι. εικόνων, προέβαλλαν δε τα μέλη της αιρέσεώς τους ως τους μόνους αληθινούς και γνήσιους χριστιανούς […] Η πνευματική τους ζωή, όπως και η διδασκαλία τους, παρουσιάζουν πολλά στοιχεία από τη διδασκαλία και την πνευματικότητα των διαφόρων συστημάτων του Γνωστικισμού των πρώτων αιώνων […]» (Εκκλησιαστική Ιστορία, Β’ τόμος σελ. 306- 308)

Στην σελίδα 449 για την αίρεση των Καθαρών, αναφέρει: «[…[ Όπως όλες οι δυαλιστικές αιρέσεις […] απέρριπταν το σύμβολο του Σταυρού και τα Μυστήρια με τα υλικά τους στοιχεία […]» .

Δεν είναι τυχαίο ούτε άσχετο ότι η Εκκλησία αντιμετώπισε τους εικονομάχους αναιρώντας βασικότατα επιχειρήματά τους που στηρίζονταν σε αυτήν ακριβώς την θεώρηση, αποδεικνύοντας ότι οι εικονομάχοι ήταν έξω από την Παράδοση της Εκκλησίας.

Σταχυολογούμε, ενδεικτικά, από τους θαυμάσιους και γεμάτους σοφία λόγους του αγίου Ι. Δαμασκηνού, από τα 3 έργα του περί των Εικόνων:

«Κατηγορείς την ύλη και την αποκαλείς άτιμη; Το ίδιο κάνουν και οι Μανιχαίοι· όμως η Θεία Γραφή την ανακηρύττει καλή· γιατί λέει· «και είδεν ο Θεός πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν’’» (Β Λόγος, 13).

«Δεν προσκυνώ την ύλη, προσκυνώ όμως τον Δημιουργό της ύλης, που για χάρη μου έγινε ύλη και κατοίκησε μέσα στην ύλη και μέσω της ύλης πραγματοποίησε την σωτηρία μου. Διότι «ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν’’. Και σε όλους είναι φανερό ότι η σάρκα είναι ύλη και κτίσμα […] αφού μέσω αυτής πραγματοποιήθηκε η σωτηρία μου, τη σέβομαι όμως όχι ως θεό, αλλά ως φορέα θείας ενέργειας και χάριτος» (Β Λόγος 14).

«Μη κατηγορείς την ύλη, δεν είναι άξια περιφρονήσεως. Γιατί τίποτε από όσα έγιναν από τον Θεό δεν είναι άξιο περιφρονήσεως […]» (Α Λόγος 16).

«Οι δαίμονες φοβούνται τους αγίους και φεύγουν από την σκιά τους· σκιά όμως είναι και η εικόνα· και την κατασκευάζω ως διώκτρια των δαιμόνων. Αν όμως ισχυρίζεσαι ότι πρέπει μόνο νοερά να ενώνεσαι με τον Θεό, κατάργησε όλα τα υλικά, τα φώτα, το ευωδιαστό θυμίαμα, την ίδια την προσευχή που γίνεται με την φωνή, τα ίδια τα θεία μυστήρια που τελούνται με υλικά στοιχεία, τον άρτο, τον οίνο, το λάδι του χρίσματος, το σχήμα του σταυρού. Γιατί όλα αυτά είναι ύλη […]» (Α 36).



Δ) Αγιογραφικά παραδείγματα ότι ο Θεός ενεργεί και δια της ύλης.

Αναφέρουμε ενδεικτικά:
Ο Θεός μετέτρεψε τα νερά του ποταμού σε αίμα δια της ράβδου του Ααρών· «[…]και υψώσας ο Ααρών την ράβδον, εκτύπησε τα ύδατα του ποταμού ενώπιον του Φαραώ και ενώπιον των θεραπόντων αυτού• και μετεβλήθησαν εις αίμα πάντα τα ύδατα του ποταμού» (Έξοδος, ζ 20).

Όταν εστασίασαν κατά του Μωυσή, ο Κορέ, ο Δαθάν, και ο Αβειρόν με άλλους 250 άνδρες διεκδικώντας την ιερατεία, ο Θεός απέδειξε ότι στην ιερατεία ήθελε τον Ααρών και τους υιούς του με το να κάνει μέσα σε μια νύχτα (ως σημείο) την ράβδο του Ααρών να βλαστήσει και να δώσει αμύγδαλα, θαυματουργικά. (Αριθμοί, ιζ).

Τα ύδατα της Μερρά, ενώ ήταν πικρά, ο Θεός τα μετέτρεψε σε γλυκά και πόσιμα με ένα μικρό ξύλο (Έξοδος, ιε 22- 26), και ξεδίψασε ο λαός.

Τα νερά του Ιορδάνη άνοιξαν και πέρασε ο Ελισσαιέ, αφού πρώτα τα κτύπησε με την κάπα του προφήτη Ηλία, επικαλούμενος τον Κύριο. 
«Και λαβών την μηλωτήν του Ηλία, ήτις έπεσεν επάνωθεν εκείνου, εκτύπησε τα ύδατα και είπε, Που είναι Κύριος ο Θεός του Ηλία; Και ως εκτύπησε και αυτός τα ύδατα, διηρέθησαν ένθεν και ένθεν• και διέβη ο Ελισσαιέ» (Β Βασιλέων, β 14).

Επίσης στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρεται και δεύτερο θαύμα του Θεού, όταν ο Ελισσαιέ αγίασε τα ύδατα δια άλατος. (εδ. 19- 22).

Ο Νεεμάν ο Σύρος καθαρίστηκε από την λέπρα θαυματουργικά, αφού λούστηκε επτά φορές στον Ιορδάνη (Β Βασιλέων, ε).

Τα άγια λείψανα του Ελισσαιέ ανάστησαν νεκρό (Β Βασιλέων ιγ 20-21).

Αλλά και στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου ο Θεός ενήργησε ΔΙΑ της ύλης.

Άγγελος Κυρίου κατέβαινε στην κολυμπήθρα της Βηθεσδά, τάραζε το νερό, και όποιος έπεφτε μέσα στο νερό πρώτος θεραπεύονταν (Ιωάννης, ε 4).

Η αιμορροούσα γυναίκα, έλαβε την θεραπεία της αγγίζοντας με πίστη τα ιμάτια του Χριστού (Ματθαίος, θ 20-22), κάτι που γίνονταν και σε άλλες περιπτώσεις (Ματθαίος, ιδ 34-36).

Αργότερα ο Θεός θεράπευε και θαυματουργούσε μέσω των αποστόλων Του αλλά και αντικειμένων των αποστόλων, όπως με τα μαντήλια του απ Παύλου (Πράξεις, ιθ 11-12), αλλά και με την σκιά του απ Πέτρου (Πράξεις, ε 15), η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο η εικόνα του απ Πέτρου.

«Έτσι όσοι προσήρχοντο μέσω των αποστόλων θεραπεύονταν. Έτσι η σκιά και τα σουδάρια και τα σιμικίνθια των αποστόλων παρήχαν ιάσεις» (Περί εικόνων, τρίτος λόγος, αγ. Ιωάννη Δαμασκηνού, σελ. 251, ΕΠΕ 3).

Ούτε η Αγία Γραφή αλλά ούτε οι Πατέρες της Εκκλησίας αρνούνται την θαυματοποιία δια της ύλης.

Έτσι, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναγνωρίζει ότι υπάρχει η Χάρη του Αγίου Πνεύματος στα λείψανα των αγίων, εφόσον το σώμα μας έχει την δυνατότητα να γίνει ναός του Θεού (Ά Κορινθίους, στ 19). «Αλλά και των αγίων τις εικόνες, επειδή εσταυρώθηκαν μαζί με τον Κύριο, να προσκυνήσεις, προτυπώνοντας στο πρόσωπό σου τον σταυρό και μνημονεύοντας την κοινωνία των παθημάτων του Χριστού που ενεργήθηκε μέσα σε εκείνους. Επίσης και τις αγίες σορούς αυτών και ό,τι λείψανο οστών υπάρχει· διότι δεν απομακρύνθηκε από αυτά η χάρις του Θεού, όπως ούτε η θεότης δεν αποσπάστηκε από το προσκυνητό σώμα του Χριστού κατά τον ζωοποιό θάνατό του» («Δεκάλογος της κατά Χριστόν Νομοθεσίας’’, έργα αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ΕΠΕ 8, σελ. 490-491).

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων αναφέρει τα ίδια, όταν σχολιάζει την ανάσταση που επιτέλεσε ο Θεός δια των αγίων λειψάνων του προφήτη Ελισσαιέ: «Δεν ανέφερα τον προφήτη Ηλία και για τον γιό της χήρας που αναστήθηκε από αυτόν, και τον Ελισσαίο, ο οποίος δύο φορές ανέστησε νεκρούς, και όταν ζούσε και μετά τον θάνατό του. Όταν ζούσε ανέστησε τον νεκρό με την δύναμη της ψυχής του. Για να μην τιμηθούν όμως μόνο οι ψυχές των δικαίων, και για να γίνει πιστευτό, ότι τα σώματα των δικαίων έχουν δύναμη, ο νεκρός που έριξαν στον τάφο του Ελισσαίου, όταν ακούμπησε το νεκρό σώμα του προφήτη, αναστήθηκε. Και έτσι το νεκρό σώμα του που έκανε έργο ζωντανής ψυχής, και το πεθαμένο σώμα, που ήταν θαμμένο στο χώμα, χάρισε στον νεκρό την ζωή, και ενώ αυτό χάρισε την ζωή, έμεινε το ίδιο νεκρό. Γιατί; Για να μη θεωρηθεί, μετά την ανάσταση, ότι η ψυχή μόνο του Ελισσαίου έκανε αυτό το θαύμα, αλλά να αποδειχθεί πως, και όταν δεν είναι παρούσα η ψυχή, υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των αγίων, λόγω της παραμονής, επί τόσα χρόνια μέσα σε αυτά, της δίκαιας ψυχής, την οποία υπηρετούσε» (Κατήχηση 18η, Β’ τόμος των Κατηχήσεων, Γ. Μαυρομάτης, σελίδα 501).

Ο ιερός Χρυσόστομος, αναφερόμενος πάλι στο ίδιο περιστατικό, λέει: «Εστί γαρ, εστί τον μετά πίστεως ενταύθα παραγινόμενον μεγάλα καρπώσαι αγαθά• ουδέ γαρ τα σώματα μόνον, αλλά και αύται αι θήκαι των αγίων πνευματικής εισί πεπληρωμένοι χάριτος. Ει γαρ επί Ελισσαίου τούτο συνέβαινε, και θήκης νεκρός αψάμενος του θανάτου τα δεσμά διέρρηξε, και προς ζωήν επανήλθεν πάλιν, πολλώ μάλλον νυν, ότε δεψιλεστέρα η χάρις, ότε πλειων η του Πνεύματος ενεργεία, εστί και θήκης μετά πίστεως αψάμενον πολλήν εκείθεν επισπάσασθαι δύναμιν» (Εγκώμιο Εις τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο).


Μελέτη: Στέλιος Μπαφίτης
Επιμέλεια: Sophia Siglitiki Drekou

Εικονομάχοι καλύπτουν την εικόνα του Χριστού με ασβέστη

Σημείωση: Σαν σήμερα, που δημοσιεύσαμε το άρθρο μας, το 842 έληξε η Εικονομαχία. Η Θεοδώρα, σύζυγος του τελευταίου εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου, επιβάλει την αποκατάσταση της προσκύνησης των ιερών εικόνων.

Όσο ξεχνάμε τον εαυτό μας, τόσο μας θυμάται ό Θεός - Γέροντος Παϊσίου


Όποιος έχει θυσία καί πίστη στον Θεό, δέν ύπολογίζει τόν εαυτό του. Ό άνθρωπος, όταν δέν καλλιεργήση το πνεύμα της θυσίας, σκέφτεται μόνον τόν εαυτό του και θέλει όλοι νά θυσιάζωνται γι’ αυτόν. Άλλα όποιος σκέφτεται μόνον τόν εαυτό του, αυτός απομονώνεται καί από τους ανθρώπους, απομονώνεται καί από τόν Θεό - διπλή απομόνωση -, οπότε δέν δέχεται θεία Χάρη. Αυτός είναι άχρηστος άνθρωπος. Καί νά δήτε, αυτόν πού σκέφτεται συνέχεια τόν εαυτό του, τίς δυσκολίες του κ.λπ., καί ανθρωπίνως κανείς δέν θά του συμπαρασταθη σέ μιά ανάγκη. Καλά, θεϊκή συμπαράσταση δέν θά έχη, αλλά δέν θά έχη καί ανθρώπινη. Μετά θά προσπαθη από έδώ-άπό εκεί νά βοηθηθή. Θά βασανίζεται δηλαδή, γιά νά βοηθηθή από ανθρώπους, άλλα βοήθεια δέν θά βρίσκη. Αντίθετα, όποιος δέν σκέφτεται τόν εαυτό του, αλλά σκέφτεται συνέχεια τους άλλους, μέ τήν καλή έννοια, αυτόν τόν σκέφτεται συνέχεια ό Θεός, καί μετά τόν σκέφτονται καί οί άλλοι. Όσο ξεχνάει τόν εαυτό του, τόσο τόν θυμάται ό Θεός. Νά, μιά ψυχή φιλότιμη μέσα σέ ένα Κοινόβιο θυσιάζεται, δίνεται κ.λπ. Αυτό, νομίζετε, δέν έχει πέσει στην αντίληψη τών άλλων; Μπορεί νά μήν τήν σκεφθούν οί άλλοι αυτήν τήν ψυχή πού δίνεται ολόκληρη καί δέν σκέφτεται τόν εαυτό της; Μπορεί νά μήν τήν σκεφθή ό Θεός; Μεγάλη υπόθεση! Έδώ βλέπει κανείς τήν ευλογία του Θεού, πώς εργάζεται ό Θεός.
Στις δυσκολίες δίνει εξετάσεις ό άνθρωπος. Έκεί φαίνεται αν έχη πραγματική αγάπη, θυσία. Καί όταν λέμε ότι ένας έχει θυσία, εννοούμε ότι τήν ώρα του κινδύνου δέν υπολογίζει τόν εαυτό του καί σκέφτεται τους άλλους. Βλέπεις, καί ή παροιμία λέει «ό καλός φίλος στην ανάγκη φαίνεται». Θεός φυλάξοι, άν λ.χ. τώρα έπεφταν βόμβες, θά φαινόταν ποιος σκέφτεται τόν άλλον καί ποιος σκέφτεται τόν εαυτό του. Όποιος όμως έχει μάθει νά σκέφτεται μόνον τόν εαυτό του, σέ μιά δυσκολία πάλι τόν εαυτό του θά σκέφτεται, καί ό Θεός δέν θά τόν σκέφτεται αυτόν τόν άνθρωπο. Όταν από τώρα δέν σκέφτεται κανείς τόν εαυτό του άλλα σκέφτεται τους άλλους, και στον κίνδυνο τους άλλους Θά σκεφθη. Τότε ξεκαθαρίζουν ποιοι έχουν πραγματικά θυσία και ποιοί είναι φίλαυτοι.
Άν δεν άρχίση κανείς νά κάνη από τώρα καμμιά θυσία, νά θυσιάση μιά επιθυμία, έναν εγωισμό, πώς θά φθάση νά θυσιάση την ζωή του σε μιά δύσκολη στιγμή; "Αν τώρα σκέφτεται τόν κόπο και κοιτάη νά μήν κοπιάση λίγο παραπάνω άπό έναν άλλο σε μιά δουλειά, πώς θά φθάση στην κατάσταση νά τρέχη νά σκοτωθή αυτός, γιά νά μή σκοτωθή ό άλλος; Άν τώρα γιά μικρά πράγματα σκέφτεται τόν εαυτό του, τότε πού θά κινδυνεύη ή ζωή του, πώς θά σκεφθη τόν άλλον; Τότε θά είναι πιο δύσκολα. Αν έρθουν δύσκολα χρόνια και εχη λ.χ. ό διπλανός του πυρετό και τόν δη νά πέση στον δρόμο, θά τόν άφήση καί θά φύγη. Θά πή: «Νά πάω νά ξαπλώσω, μήν πέσω καί εγώ».
Στον πόλεμο παλεύει ή ζωή ή δική σου με τήν ζωή τοΰ άλλου. Λεβεντιά είναι νά τρέχη ό ένας νά γλυτώση τόν άλλον. Όταν δεν ύπάρχη θυσία, ό καθένας πάει νά γλυτώση τόν εαυτό του. Καί είναι παρατηρημένο· όποιος πάει στον πόλεμο νά ξεφύγη, τόν βρίσκει εκεί ή οβίδα. Πάει δήθεν νά γλυτώση καί σπάζει τά μούτρα του. Γι' αυτό νά μήν κοιτάζη κανείς νά ξεφύγη, καί ιδίως όταν αυτό είναι εις βάρος τών άλλων. Θυμάμαι ένα περιστατικό άπό τόν Αλβανικό πόλεμο.
Ένας στρατιώτης είχε μιά πλάκα, γιά νά προστατεύη το κεφάλι του. Έν τω μεταξύ χρειάσθηκε νά πάη λίγο πιο πέρα καί τήν ακούμπησε κάτω. Πάει αμέσως ό διπλανός του καί τήν παίρνει. Σού λέει: «Ευκαιρία είναι, θά τήν πάρω εγώ τώρα». Τήν ίδια στιγμή, τάκ, πέφτει ό όλμος επάνω του, τόν διέλυσε. Αυτός έβλεπε τά πυρά πού έπεφταν καί πήρε τήν πλάκα, γιά νά γλυτώση· δεν υπολόγισε τόν άλλον πού θά γύριζε πάλι. Σκέφθηκε μόνον τόν εαυτό του καί δικαιολόγησε κάπως καί τήν πράξη του: «Αφού πήγε λίγο πιο πέρα ό άλλος, μπορώ νά τήν πάρω τήν πλάκα». Ναί, έφυγε, άλλα ή πλάκα ήταν δική του. Ένας άλλος, όσο συνεχιζόταν ό πόλεμος, προσπαθούσε να γλυτώση. Κανέναν δεν υπολόγιζε.
Οί άλλοι βοηθούσαν, αυτός καθόταν στο σπίτι του. Κοίταζε μέχρι την τελευταία ώρα πού δυσκόλεψαν τα πράγματα να ξεφύγη. Αργότερα, όταν είχαν έρθει οί Άγγλοι, πήγε στο στρατόπεδο, παρουσιάσθηκε στον Ζέρβα καί, επειδή είχε και αμερικανική υπη- κοότητα, βρήκε ευκαιρία καί έφυγε γιά τήν Αμερική. Μόλις όμως έφθασε εκεί, πέθανε! Ή γυναίκα του ή καημένη έλεγε: «Πήγε να ξεφύγη από τον Θεό!». Αυτός πέθανε, ενώ άλλοι πού πήγαν καί στον πόλεμο έζησαν.
Πηγή: Λόγοι Γέροντος Παϊσίου


 πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...